ΧΕΙΡΟΤΟΝΙΑ ΥΠΟΨΗΦΙΟΥ ΔΙΑΚΟΝΟΥ

ΑΠΟΦΑΣΙΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΝΕΑΣ ΣΜΥΡΝΗΣ
Έχοντας υπόψη: την από 3-11-2020 αίτηση
του Υποψηφίου Διακόνου κ. Σπυρίδωνος Γεωργίου του Θεοδώρου
και το γεγονός ότι ο κ Σπυρίδων Γεωργίου είναι ο μόνος
που υπέβαλε αίτηση για την κατάληψη της κενής διακονικής θέσεως
του Ι.Ν. Μεταμορφώσεως Σωτήρος (άγιος Σώστης)
αποφασίζουμε
ανακηρύσσουμε αυτόν υποψήφιο για την ως άνω κενή Διακονική θέση.
Σύμφωνα με το άρθρο 7 του Κανονισμού 305/2018
τόσο οι Εκκλησιαστικοί Σύμβουλοι όσο και τυχόν Ενορίτες
δικαιούνται να μας υποβάλουν εγγράφως εντός 15νθημέρου
από την ανάρτηση της Αποφάσεως
οποιαδήποτε πληροφορία ή ένσταση που αφορά
στον ως άνω υποψήφιο.
Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ, Ο ΝΕΑΣ ΣΜΥΡΝΗΣ ΣΥΜΕΩΝ

Αυξομείωση μεγέθους γραμμάτων.
ΈΝΑΣ ΚΑΛΟΣ ΙΕΡΕΑΣ, κάθε Κυριακή, μετά την Λειτουργία, μάζευε τους φτωχούς της ενορίας του και τους μοίραζε τα χρήματα που μάζευε το «κιβώτιο των πτωχών». Μια Κυριακή πήγε μία γυναίκα με παλιά ξεσκισμένα ρούχα και με ύφος κακομοίρικο. Ο ιερέας την λυπήθηκε. Έβαλε το χέρι του στο κιβώτιο, με την πρόθεση να της δώσει όσα χρήματα χωρούσε η παλάμη του.Όταν το τράβηξε έξω, είδε πως είχε πιάσει λίγα κέρματα. Βιάστηκε να της τα δώσει, γιατί πίσω της περίμενε άλλη να πάρει φιλοδώρημα. Αυτή φορούσε περιποιημένα φορέματα. Ο ιερέας σκέφτηκε πως ήταν από κείνες που χωρίς λόγο ζητιανεύουν. Θα της έδινε…
ΈΝΑΣ ΑΓΙΟΣ Γέροντας έμενε με τον υποτακτικό του σε μια καλύβη, όχι μακριά από ένα κεφαλοχώρι. Κάποτε έπεσε στον τόπο μεγάλη δυστυχία κι ο φτωχός κόσμος πέθαινε σχεδόν από την πείνα. Πολλοί στην απελπισία τους πήγαιναν και χτυπούσαν στην καλύβη του Ερημίτη. Εκείνος πάλι, που ήταν πολύ ελεήμων, έδινε με την καρδιά του απ’ ό,τι τύχαινε να έχει. Ο υποτακτικός όμως, που έβλεπε με τρόπο το ψωμί τους να λιγοστεύει, είπε μια μέρα στενοχωρημένος στον Γέροντα: - Αββά, δεν μου ξεχωρίζεις τα ψωμιά που μου αναλογούν; Κι από δώ και πέρα μοίραζε από τα δικά σου έλεημοσύνη. Έτσι όπως πάμε…
ΑΝ ΣΟΥ πει ο λογισμός σου, λέει κάποιος Πατήρ, πως σήμερα είναι γιορτή, γι’ αυτό φάε καλύτερα, μην τον ακούσεις, αδελφέ, γιατί έτσι εορτάζεις Ιουδαϊκώς και όχι χριστιανικώς. Οι Εβραίοι ετοίμαζαν πολλών ειδών φαγητά για να γιορτάσουν. Η καλοφαγία του μοναχού ας είναι το πένθος και τα δάκρυα. Ο ΑΒΒΑΣ Ελλάδιος έτρωγε σ’ όλη του την ζωή μόνο ψωμί κι αλάτι, όπως όλοι οι σκητιώτες. Όταν έφτανε το Πάσχα, έλεγε στον εαυτό του;- Σήμερα, χάριν της μεγάλης γιορτής, πρέπει να κοπιάσω περισσότερο.Ενώ λοιπόν τις άλλες μέρες έτρωγε καθιστός, την ημέρα του Πάσχα συνήθιζε να τρώει όρθιος. ΤΙΣ ΓΙΟΡΤΑΣΙΜΕΣ ημέρες έλεγε…
ΜΙΑ ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΗ μέρα, που το κρύο ήταν τσουχτερό, ο Αββάς Νισθερώ έβαλε πάνω από το συνηθισμένο του ένδυμα έναν χοντρό σακκο, για να πάει στην εκκλησία. Ένας άλλος Ερημίτης, που τον συνάντησε στον δρόμο, τον ρώτησε πειραχτικά: - Αν έρθει τώρα ένας φτωχός, Αββά, και σου ζητήσει ένα ρούχο, ποιό από τα δύο θα του δώσεις; - Το πιο ζεστό, αποκρίθηκε ο Γέροντας. Κι αν πιο πέρα σε δει και δεύτερος και σου ζητήσει; - Θα του δώσω ευχαρίστως και το άλλο και θα γυρίσω πίσω στο κελλί μου, έως ότου στείλει ο Κύριός μου να με σκεπάσει, είπε γεμάτος…
ΔΙΗΓΟΥΝΤΑΙ ακόμη για τον Άγιο Μαρκιανό -γιατί αγίασε ο καλός εκείνος ιερέας της Αγίας Αναστασίας- ότι τις νύχτες γύριζε στις φτωχές συνοικίες της πόλεως και περιμάζευε τους εγκαταλελειμμένους νεκρούς. Τους έπλενε με τα χέρια του, τους σαβάνωνε και τους πήγαινε στην εκκλησία για να τους διαβάσει και να τους θάψει το άλλο πρωί. Κι είχε αποκτήσει την συνήθεια να μην αφήνει μόνο στην εκκλησία τον νεκρό προτού τον ασπασθεί. Κάποτε λοιπόν έγινε αυτό το παράδοξο: Ο νεκρός ήταν ένας πολυβασανισμένος γέρος, χτυπημένος από την ζωή. Έμοιαζε σαν να είχε αντικρίσει με ανακούφιση τον θάνατο. Ο Άγιος Μαρκιανός τον περιποιήθηκε μ’…
Μια μέρα περνούσε ο όσιος Ανδρέας, ο δια Χριστόν σαλός, μπροστά από τα σπίτια της αμαρτίας και έκανε πως παίζει. Τον είδε κάποια από τις άσεμνες γυναίκες να συμπεριφέρεται έτσι και τον έσυρε στο καταγώγιο της. Εκείνος τότε δεν αντέδρασε, αλλά την ακολούθησε. Καθώς μπήκε μέσα, μαζεύτηκαν γύρω του και οι άλλες πόρνες. -Πώς το έπαθες αυτό; τον ρώτησαν κοροϊδευτικά. Εκείνος χαμογέλασε, αλλά δεν αποκρίθηκε τίποτε. Μερικές τον χτύπησαν, ενώ άλλες δοκίμαζαν με πολλά χάδια και φιλήματα να τον παρασύρουν στην αμαρτία. Όταν τον είδαν τελείως απαθή, έλεγαν: -Αυτός ή νεκρός είναι ή ξύλινος ή πέτρινος! Ο όσιος έβλεπε ανάμεσα…
ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ που οι Λογγοβάρδοι λυμαίνονταν τις επαρχίες της Βορείου Ιταλίας, συνέβη κι αυτό το περιστατικό. Έπιασαν αιχμάλωτο έναν Διάκονο κι είχαν αποφασίσει να τον βασανίσουν. Ο Σάγκτουλος, ένας χριστιανός Λογγοβάρδος, που οι συμπατριώτες του τον σέβονταν σαν Άγιο, για την πολλή ευλάβεια και την μεγάλη αρετή του, έκανε πολλά διαβήματα στους αρχηγούς, για να σώσει την ζωή του αιχμαλώτου. Μα δεν κατόρθωσε τίποτε άλλο, εκτός από την χάρη να μείνει αυτός φρουρός κοντά στον μελλοθάνατο, την τελευταία νύχτα. Μείνε, τον προειδοποίησε ο αρχηγός, αλλά αν ξεφύγει να ξέρεις πως θα βασανιστείς εσύ στην θέση του. Ο Σάγκτουλος συμφώνησε κι…
Καλλιτεχνικό χειρόγραφο της Αγ. Γραφής είχε ο αββάς Γελάσιος! Άξιζε, του είχαν πει, πάνω από δεκαπέντε νομίσματα. Η μεγάλη αξία του βιβλίου δεν τον εμπόδιζε να το αφήνη στην εκκλησία, για να το χρησιμοποιούν όλοι οι αδελφοί της σκήτης. Κάποτε όμως ένας περαστικός μοναχός το είδε και το έκλεψε. Ο αββάς Γελάσιος, αν και το επεσήμανε αμέσως, δεν θέλησε να κυνηγήση τον κλέφτη. Εκείνος, μόλις κατέβηκε στην πόλη, βρήκε αγοραστή κι άρχισε να διαπραγματεύεται την πώληση του βιβλίου. Γύρευε δεκαέξι νομίσματα. Ο αγοραστής έλεγε πως δεν άξιζε τόσο. Τέλος, συμφώνησαν να του αφήση ο μοναχός το βιβλίο, για να το…
ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ που Βάνδαλοι, σαν πραγματική θεομηνία, σάρωναν αλύπητα τις χώρες της Ευρώπης κι αφηναν μόνο ερείπια στο πέρασμά τους, η Ιταλία πέρασε τα πιο πολλά δεινά. Οι ωραίες πόλεις της αφανίζονταν η μια μετά την άλλη. Οι άνθρωποι οδηγούνταν, σαν κοπάδια, αιχμάλωτοι στα βάθη της Αφρικής. Τα δύστυχα αυτά χρόνια ο Παυλίνος, ο Επίσκοπος μιας πόλεως της Καμπανίας, ξόδεψε την περιουσία του κι όλα τα χρήματα της Εκκλησίας για την εξαγορά αιχμαλώτων. Το κακό όμως ήταν τόσο μεγάλο, που, αν και έμεινε μόνο με τα ρούχα που φορούσε, ο φιλάνθρωπος Επίσκοπος δεν μπόρεσε να φροντίσει για όλους. Μια μέρα…
ΈΝΑΣ ΑΠΟ,ΤΟΥΣ Γέροντες της σκήτης αρρώστησε κάποτε και επιθύμησε, σαν άνθρωπος, να φάει λίγο ζεστό ψωμί. Πού να βρεθεί όμως τέτοιο πράγμα σ’ εκείνη την έρημο; Όταν το έμαθε ένας από τους νέους μοναχούς, έβαλε στο δισάκι του όλα τα ξερά ψωμιά που είχε και ξεκίνησε για την Αλεξάνδρεια. Η πόλη απείχε δύο ημερών δρόμο από την έρημο. Ο καλός νέος αψήφησε τον κόπο. Κατέβηκε, άλλαξε τα ψωμιά κι επέστρεψε όσο πιο γρήγορα μπορούσε στην σκήτη.- Που βρήκες φρέσκο ψωμί; τον ρωτούσαν με απορία οι αδελφοί.- Στην Αλεξάνδρεια, απαντούσε με πολλή φυσικότητα εκείνος, σαν να επρόκειτο για το γειτονικό χωριό.Όταν…

custom image (2)

img025