ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΘΕΙΑΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ με σχόλια Αγίων

Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

ΜΕ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΣΤΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ & ΣΧΟΛΙΑ

(επιμέλεια αρχιμ. Νικόλαος Πουλάδας)

1) Τα νούμερα παραπέμπουν στο τέλος σε σύντομο σχολιασμό της Λειτουργίας από τον αείμνηστο καθηγητή Λειτουργιολόγο Π.Ν. Τρεμπέλα

2) Με ΜΠΛΕχρώμα η μετάφραση. Με ΠΡΑΣΙΝΟχρώμα ο σχολιασμός από Πατέρες κλπ. κάποιων σημείων.

3) Στο τέλος παρατίθεται σχεδιάγραμμα της ιστορικής εξέλιξης της Θ. Λειτουργίας ανά τους αιώνες

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

ΣΤΗΡΙΞΤΕ ΤΟ ΣΥΣΣΙΤΙΟ ΤΟΥ ΝΑΟΥ!

ΣΤΗΡΙΞΤΕ ΤΟ ΣΥΣΣΙΤΙΟ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΜΑΣ!  ΘΥΜΗΘΕΙΤΕ ΤΟΥΣ ΠΤΩΧΟΥΣ…

¨Ρίχνοντας¨ τ’ όποιο χρηματικό ποσό στο Κυτίο στην είσοδο του Ναού… ή/και…
¨Δίνοντάς¨ το, στους υπευθύνους(1) του ΕΦΤ(Ενορ.Φιλόπτ.Ταμείο)
Προσκομίζοντας ΤΡΟΦΙΜΑ στο Συσσίτιο(3) (ή στο Ναό) προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για την παρασκευή του (ή να διανεμηθούν [σε περίπτωση δυνατότητας] σε όσους τα χρειάζονται)… ή/και…
Αγοράζοντας από καταστήματα τροφίμων ΔΩΡΟΕΠΙΤΑΓΕΣ και προσφέροντας τες στο ΕΦΤ, προκειμένου να δοθούν σ’ όσους τις έχουν ανάγκη… ή/και…
Αναθέτοντας τήν αγορά των ΥΛΙΚΩΝ για το συσσίτιο, στους υπευθύνους(2) του … ή/και…
Αναλαμβάνοντας τα έξοδα (όλου ή μέρους) συγκεκριμένου γεύματος (Όσπρια >200 ευρώ, Μακαρόνια κιμά >230, Κοτόπουλο >330), «Υπέρ Αναπαύσεως» αγαπημένου σας προσώπου, σε συνεννόηση με τους υπευθύνους του (2)… ή/και…
Συμμετέχοντας στους κατά καιρούς περιφερόμενους Δίσκους του Ναού...ή/και
Καταθέτοντας στον Τραπεζικό Λογαριασμό του ΕΦΤ:
Τράπεζα Πειραιώς IBANGR 66 0172 0380 0050 3807 5349 683
και επικοινωνώντας έγκαιρα μαζί μας για την έκδοση της νόμιμης απόδειξης.
(1)Υπεύθυνος ΕΦΤ:π.Ιωάννης (τηλ. Ναού 210 9335 460)
(2)Συσσίτιο:κα Μαντώ (τηλ. Συσσιτίου 210 93 50 151,Τρίτη και Πέμπτη πρωί:8.00 με 12.00)
(3)Θέση Συσσιτίου: Θεόγνιδος 10, στο ημιυπόγειο της πολυκατοικίας, πίσω από το Ιερό τού Ναού).

Κείμενα (blog) - Ιερός Ναός Αγίου Σώστη Νέας Σμύρνης

ΔΥΟ συνασκηταί βρίσκονταν σε ψυχρότητα μεταξύ τους από κάποια παρεξήγηση. Κάποτε αρρώστησε ο ένας και πήγε κάποιος από τους αδελφούς να τον επισκεφθή. Του εμπιστεύτηκε τότε ο άρρωστος, πως ήταν ψυχραμένος με τον συνασκητή του και τον παρακάλεσε να μεσολαβήση να συμφιλιωθούν, γιατί φοβόταν μη τον βρή έτσι ο θάνατος.

Γυρίζοντας πίσω στο κελλί του ο αδελφός, παρακαλούσε τον Θεό να τον φώτιση να χειριστή σωστά την υπόθεσι, για να μη προξενήση περισσότερη βλάβη παρά ωφέλεια. Μόλις έφτασε, οικονόμησε ο Θεός να του πάη κάποιος φίλος του ένα καλαθάκι σύκα. Διάλεξε τα ωραιότερα και, χωρίς να χάση καιρό, σηκώθηκε και τα πήγε στον συνασκητή του αρρώστου.

— Αββα, του είπε, αυτά σου τα στέλνει ο δείνα Γέροντας.

Ο Αββάς απόρησε.

— Σε μένα τα έστειλε;

— Ναι, είπε ο αδελφός.

Εκείνος τα δέχτηκε συγκινημένος κι ευχαρίστησε τον αδελφό. Ευχαριστημένος ο ειρηνοποιός από την πρώτη επιτυχία, επήγε τα υπόλοιπα σύκα στον άρρωστο.

— Σου τα στέλνει ο συνασκητής σου, του είπε.

— Τι λες, λοιπόν, συμφιλιωθήκαμε; είπε με χαρά ο ασκητής.

— Ναι, Αββά, με την ευχή σου, αποκρίθηκε ο αδελφός.

— Δόξα τω Θεό, έκανε ένθουσιασμένος εκείνος.

Έτσι με λίγα σύκα συμφιλιώθηκαν οι συνασκηταί από τη σύνεσι του αδελφού.


(Γεροντικόν, μοναχής Θεοδώρας Χαμπάκη, εκδ. Λυδία)

ΠΗΓΑΙΝΟΝΤΑΣ κάποτε να επισκεφθή μια σκήτη ο Όσιος Μακάριος, συνάντησε στο δρόμο το διάβολο φορτωμένο μ' ένα παράξενο φορτίο να πηγαίνη κι εκείνος προς τα εκεί.

— Για που; τον ρώτησε ο Όσιος.

— Πάω να βάλω λογισμούς στους μοναχούς, αποκρίθηκε μ' αναίδεια εκείνος.

— Και τι είναι αυτά που κουβαλάς μαζί σου;

— Τα γεύματα που θα τους προσφέρω.

— Τόσα πολλά; απόρησε ο Όσιος.

— Βέβαια. Αν δεν ικανοποιούνται με το ένα, έχω άλλο έτοιμο κι αν δεν τους αρέση κι αυτό τους δίνω τρίτο. Ένα απ' όλα θα είναι του γούστου τους.

— Έχεις πολλούς εκεί που σε ακολουθούνε; ρώτησε με φρίκη ο Αββάς.

— Όχι, αναγκάστηκε να ομολογήση ο διάβολος. Οι περισσότεροι έχουν άγριέψει εναντίον μου. Έχω όμως κι ένα καλό φίλο.

— Πώς ονομάζεται; ρώτησε μ' ενδιαφέρον ο Όσιος.

— Θεόπεμπτος, αποκρίθηξε ο διάβολος και τράβηξε βιαστικός το δρόμο του.

Συλλογισμένος απο όσα άκουσε ο Αββάς Μακάριος, ανέβηκε στη σκήτη. Οι αδελφοί του έκαναν θερμή υποδοχή και καθένας φιλοτιμήθηκε να τον προσκαλέση στην καλύβα του. Ο  Όσιος όμως ζήτησε τον Θεόπεμπτο και τον παρακάλεσε να τον φιλοξενήση. σαν έφτασαν στο κελλί του, τον ρώτησε πώς περνούσε.

— Καλά με την ευχή σου, Αββά, αποκρίθηκε εκείνος.

— Δε σε πειράζουν οι λογισμοί;

Ο Θεόπεμπτος δίστασε λίγο. Ντρεπόταν να φανερώση στον  Όσιο πως δεχόταν ακαθάρτους λογισμούς.

— Καλά πηγαίνω, ψιθύρισε, προσπαθώντας να φανή αδιάφορος.

— Αχ, αδελφέ μου! Αναστέναξε βαθειά ο Όσιος. Εγώ, τόσα χρόνια ασκητής και γερασμένος πια, πειράζομαι από σαρκικούς λογισμούς κι ας με τιμούν οι άνθρωποι.

Ο Θεόπεμπτος πήρε θάρρος από τα λόγια του Όσιου και του φανέρωσε το δικό του πόλεμο. Εκείνος τότε τον συμβούλεψε πώς ν' αντιστέκεται στους κακούς λογισμούς κι αφού του έδωσε τον κανόνα που έπρεπε, έφυγε να γυρίση στο κελλί του. Στο δρόμο βρήκε πάλι το διάβολο, άλλά τώρα πολύ κατσουφιασμένο.

— Τι νέα; τον ρώτησε ο Αββάς.

— Πολύ άσχημα, αποκρίθηκε εκείνος. Όλοι οι μοναχοί μου εναντιώνονται και πιο πολύ ο παλιός μου φίλος. Γι αυτό κι εγώ ωρκίστηκα να τους αφήσω πολύ καιρό απείραχτους για να γίνουν αμέριμνοι, σαν πρώτα.

Έφριξε ο Όσιος με την πανουργία του διαβόλου και παρακάλεσε θερμά τον Κύριο να προφυλάει απ' αυτή το ποίμνιο Του.

* * *

(Γεροντικόν,Θεοδώρας Χαμπάκη, εκδ. Λυδία)

Ο αδελφός μας: Ο ιερώτερος Ναός!

Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Ομιλία Ν΄στο κατά Ματθαίον (απόσπασμα)

"... Κανένας Ἰούδας, λοιπὸν καὶ κανένας Σίμωνας ἄς μὴν πλησιάση σ’ αὐτὸ τὸ τραπέζι: κι οἱ δὺο χάθηκαν ἀπὸ τὴ φιλαργυρία τους. Ἄς ἀποφύγωμε αὐτὸ τὸ βάραθρο κι ἄς μὴ νομίζωμε ὅτι μᾶς φτάνει γιὰ τὴ σωτηρία μας ἀφοῦ γδύσωμε τὶς χῆρες καὶ τὰ ὀρφανά, ποτήριο ἀπὸ χρυσὸ καὶ ἀδαμαντοποίκλιτο νὰ προσφέρωμε στὴν τράπεζα. Ἄν θέλωμε νὰ τιμήσωμε τὴ θυσία, ἄς προσφέρωμε τὴν ψυχή μας ποὺ γι’ αὐτὴν θυσιάστηκε. Αὐτὴ νὰ κάμωμε χρυσῆ. Ἄν αὐτὴ μένει χειρότερη ἀπὸ κόκκαλο καὶ μολύβι κι εἶναι μόνο τὸ σκεῦος χρυσό, ποιὸ τὸ ὄφελος;
Ἄς μὴ προσέχωμε λοιπὸν αὐτὸ μονάχα, πὼς νὰ προσφέρωμε σκεύη χρυσᾶ ἀλλὰ καὶ νὰ προέρχωνται ἀπὸ δίκαιους κόπους. Τότε εἶναι πολυτιμότερα ἀπὸ τὰ χρυσᾶ, ὅταν δὲν ἔχουν πλεονεξία. Δὲν εἶναι ἡ Ἐκκλησία χρυσοχοεῖο οὔτε ἀργυροκοπεῖο, ἀλλὰ σύναξη ἀγγέλων. Γι’ αὐτὸ ἔχομε ἀνάγκη ἀπὸ ψυχές. Γιὰ χάρη τῶν ψυχῶν δέχεται ὅλα αὐτὰ ὁ Θεός. Δὲν ἦταν τότε ἐκεῖνο τὸ τραπέζι ἀπὸ ἀσήμι οὔτε τὸ ποτήρι ἀπὸ χρυσό, ποὺ μ’ ἐκεῖνο ἔδωσε ὁ Χριστὸς στοὺς μαθητὰς του τὸ αἷμα του. Ἦσαν ὅλα ἐκεῖνα ἀκριβὰ καὶ φρικτὰ, γιατὶ ἦσαν γεμᾶτα ἀπὸ πνεῦμα.
Θέλεις νὰ τιμήσης τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Μὴν τὸ περιφρονήσης γυμνό. Μήτε νὰ τὸν τιμᾶς ἐδῶ μὲ ροῦχα μεταξωτὰ καὶ ν’ ἀδιαφορήσης, ὅταν τὸν βλέπης νὰ πεθαίνη ἔξω ἀπὸ τὴν παγωνιὰ καὶ τὴ γύμνια.
Ὁ ἴδιος ποὺ εἶπε Αὐτὸ εἶναι τὸ σῶμα μου, καὶ τὸ ἐπιβεβαίωσε μὲ τὸ λόγο του, εἶπε καὶ τὸ ἄλλο· Μὲ εἴδατε πεινασμένο καὶ δὲ μοῦ δώσαστε φαγητό. Καὶ ἀκόμα. Ἀφοῦ δὲν τὸ ἐπράξατε σ’ ἕναν ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ἀσήμαντους, δὲν τὸ ἐπράξατε οὔτε σ’ ἐμένα. Αὐτὸ δὲν χρειάζεται ροῦχα, ἀλλὰ καθαρὴ ψυχή. Ἐκεῖνο ὅμως χρειάζεται πολλὴ φροντίδα.
Ἄς μάθωμε λοιπὸν νὰ ζοῦμε πνευματικὰ καὶ νὰ τιμοῦμε τὸ Χριστό, ὅπως ἐκεῖνος θέλει. Γιατὶ ἡ πιὸ εὐχάριστη τιμὴ γιὰ τὸν τιμώμενο εἶναι αὐτὴ ποὺ ὁ ἴδιος θέλει, ὄχι αὐτὴ ποὺ ἐμεῖς νομίζομε. Κι ὁ Πέτρος ἀπέδειξε ὅτι τὸν τιμοῦσε ἐμποδίζοντάς τον νὰ τοῦ πλύνη τὰ πόδια· αὐτὸ ποὺ ἔκανε ὅμως ἦταν ἀντίθετο τῆς τιμῆς. Κι ἐσὺ νὰ τὸν τιμᾶς μὲ τὴν τιμή, ποὺ ὁ ἴδιος ὥρισε· ξοδεύοντας τὸν πλοῦτο σου στοὺς φτωχούς. Δὲν ἔχει ὁ Θεός ἀνάγκη ἀπὸ χρυσᾶ σκεύη ἀλλὰ ἀπὸ ψυχὲς χρυσές.
δ΄. Δὲ θέλω νὰ ἐμποδίσω νὰ κατασκευάζωνται πολύτιμα ἀφιερώματα. Θεωρῶ ὅμως ὅτι μαζὶ μ’ αὐτὰ καὶ πρὶν ἀπ’ αὐτὰ ἀξίζει νὰ ἀσκοῦμε τὴν ἐλεημοσύνη. Κι αὐτὰ τὰ δέχεται, περισσότερο ὅπως ἐκείνη. Σ’ αὐτὰ ὠφελεῖται μόνο αὐτὸς ποὺ προσφέρει, σ’ ἐκείνην ὅμως κι αὐτὸς ποὺ δέχεται. Ἐδῶ μπορεῖ νὰ νομιστῆ τὸ πρᾶγμα σὰν ἀφορμὴ φιλοδοξίας, ἐνῶ ἐκεῖ ὅλα εἶναι ἐλεημοσύνη καὶ φιλανθρωπία.
Ποιὸ τὸ ὄφελος νὰ εἶναι γεμάτη ἡ τράπεζά του ἀπὸ χρυσὰ ποτήρια κι ὁ ἴδιος νὰ πεθαίνει τῆς πείνας;
Χόρτασε πρῶτα τὴν πεῖνα του καὶ τότε ὡς ἐκ περισσοῦ στόλισε καὶ τὴν τράπεζά του.
Ἀφιερώνεις χρυσὸ ποτῆρι καὶ δὲν προσφέρης ἕνα ποτήρι νερό; Τί ὠφελεῖσαι; Κάμεις χρυσοκέντητα σκεπάσματα τῆς τράπεζας καὶ δὲν δίνεις στὸν ἴδιο μέρος ἀπαραίτητο γιὰ κατάλυμα, τί κερδίζεις ἀπ’ αὐτό; Πέστε μου. Ἄν βλέπαμε κάποιον ποῦ στερεῖται τὴν ἀπαραίτητη τροφὴ καὶ ἀφίνοντάς τον νὰ εὔρη τρόπο νὰ ὑπερνικήση τὴ πείνα του, ἐμεῖς ντύναμε μονάχα μὲ ἀσήμι τὸ τραπέζι του, ἆραγε θὰ μᾶς ἀναγνώριζε τὴ χάρη καὶ δὲ θὰ δοκίμαζε μεγαλύτερη ἀγανάκτηση; Κι ἄν τὸν ἐβλέπαμε ντυμένο μὲ κουρέλια καὶ τὸ κρύο νὰ τὸν παγώνη καὶ ἀντὶ νὰ τοῦ δώσωμε ροῦχα τοῦ φτιάχνομαι χρυσοὺς κίονες λέγοντας ὅτι τὸ κάνομε γιὰ νὰ τὸν τιμήσωμε δὲ θὰ ἰσχυριζόταν ὅτι τὸν εἰρωνευόμαστε καὶ δὲ θὰ θεωροῦσε τὸ πρᾶγμα ἔσχατη ὕβρη; Σκέψου το αὐτὸ καὶ στὴν περίπτωση τοῦ Χριστοῦ. Ὅταν γυρίζη πλάνης καὶ ξένος, ἔχοντας ἀνάγκη ἀπὸ στέγη, κι ἐσὺ ἀντὶ νὰ τὸν ὑποδεχτῆς στολίζης τὰ πατώματα καὶ τοὺς τοίχους καὶ τὰ κιονόκρανα καὶ κρεμᾶς ἁλυσιδες ἀπὸ λαμπάδες ἀσημένιες καὶ καθόλου δὲ θέλης νὰ κοιτάξης τὸν ἴδιο ποὺ εἶναι ἁλυσοδεμένος στὸ δεσμωτήριο.
Δὲν τὰ λέγω αὐτὰ ἐπειδὴ θέλω νὰ σᾶς ἀνακόψω ἀπὸ τέτοιες φιλοτιμίες, ἀλλὰ νὰ κάμετε αὐτὰ μαζὶ μ’ ἐκεῖνες, ἤ μᾶλλον γιὰ νὰ σᾶς συστήσω νὰ κάνετε αὐτὰ πρὶν ἀπ’ αὐτές.
Κανένας δὲν κατηγορήθηκε, ἐπειδὴ δὲν ἐνδιαφέρθηκε γι’ αὐτά. Γιὰ τὴν παραμέληση ὅμως τῶν ἄλλων αἰωρεῖται ἡ ἀπειλὴ τῆς γέενας καὶ τῆς ἄσβηστης φωτιᾶς καὶ ἡ τιμωρία μαζὶ μὲ τοὺς δαίμονοες.
Μὴ στολίζης λοιπὸν τὸ ναὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ἀδιαφορεῖς γιὰ τὴ θλίψη τοῦ ἀδελφοῦ σου. Αὐτὸς εἶναι ἀπὸ κεῖνον ἀνώτερος ναός.
Καὶ τὰ κειμήλια αὐτὰ θὰ μπορέσουν νὰ τ’ ἀφαιρέσουν καὶ βασιλιὰδες ἄπιστοι καὶ τύραννοι καὶ λησταί. Ὅσα ὅμως προσφέρεις στὸν πεινασμένο ἀδελφό σου, καὶ τὸν ξένο καὶ τὸν γυμνὸ οὔτε ὁ ἴδιος ὁ διάβολος δὲν μπορεῖ νὰ τὰ κλέψη, ἀλλὰ παραμένουν σὲ θησαυροφυλάκιο ἀπαραβίαστο.
Γιατὶ λοιπὸν αὐτὸς λέγει "Τοὺς φτωχοὺς πάντα τοὺς ἔχετε μαζί σας, ἐμένα ὄχι πάντα;"(Ματθ. 26,11) Γι’ αὐτὸ περισσότερο νὰ ἐλεοῦμε, γιατὶ δὲ θὰ τὸν ἔχωμε πάντα κοντά μας πεινασμένο ἀλλὰ στὴν παροῦσα ζωὴ μονάχα. Ἄν θέλης μάλιστα νὰ καταλάβης ὅλο τὸ νόημα τοῦ λόγου, μάθε ὅτι αὐτὸ δὲν εἰπώθηκε στοὺς μαθητὰς –κι ἄς νομίζεται ἔτσι-ἀλλὰ στὴν ἄρρωστη γυναῖκα. Ἐπειδὴ δὲν ἦταν ἀκομα σὲ κατάσταση τελειότητας κι οἱ μαθηταί του τῆς ἔφεραν δυσκολίες, θέλοντας νὰ τὴν κερδίση τῆς μιλοῦσε ἔτσι. Ἐπειδὴ τὰ εἶπε αὐτὰ γιὰ νὰ τὴν ἐνισχύση, πρόσθεσε· Γιατὶ ταλαιπωρεῖται τὴν γυναίκα; Κι ἐπειδὴ ἔχομε κι ἐκεῖνον πάντα μαζί μας, λέγει. Ἐγὼ εἶμαι μαζί σας ὅλες τὶς μέρες ὡς τὴν συντέλεια τῆς ζωῆς. Ἀπ’ αὐτὰ φαίνεται, ὅτι γιὰ τίποτ’ ἄλλο δὲν τὰ ἔλεγε αὐτὰ παρὰ μόνο νὰ μὴν καταμαράνη ἡ ἐπιτήμηση τῶν μαθητῶν τὴν πίστη τῆς γυναίκας ποὺ παρουσιάστηκε τότε.
Ἄς μὴ συζητοῦμε τώρα γι’ αὐτὰ ποὺ γιὰ κάποιο λόγο ἔχουν λεχθῆ. Ἀλλὰ ἄς διαβάσωμε ὅλους τοὺς νόμους ποὺ ἔβαλε στὴ Καινὴ καὶ στὴν Παλαιὰ γιὰ τὴν ἐλεημοσύνη κι ἄς δείξωμε γι’ αὐτὴ μεγάλο ἐνδιαφέρον. Αὐτὸ καθαρίζει ἁμαρτίες. Δῶστε ἐλεημοσύνη κι ὅλα θὰ γίνουν καθαρά. Αὐτὸ εἶναι ἀνώτερο ἀπὸ τὴ θυσία. Ἐλεημοσύνη θέλω καὶ ὄχι θυσία. Αὐτὸ ἀνοίγει τοὺς οὐρανοὺς· Οἱ προσευχές σου καὶ οἱ ἐλεημοσύνες σου ἀνέβηκαν κοντὰ στὸ Θεὸ δική σου ὑπόμνηση. Αὐτὸ εἶναι πιὸ ἀπαραίτητο ἀπὸ τὴν παρθενία. Ἔτσι ἀποδώχτηκαν ἐκεῖνες ἀπὸ τὸ νυμφῶνα, ἔτσι οἱ ἄλλες ὡδηγήθηκαν σ’ αὐτόν.
Ὅλα αὐτὰ ἄς τὰ κάνωμε συνείδησή μας κι ἄς σπείρωμε μὲ φιλοτιμία, γιὰ νὰ θερίσωμε μὲ περισσότερη ἀφθονία. Ἔτσι θὰ ἐπιτύχωμε τὰ μελλοντικὰ ἀγαθὰ μὲ τὴ χάρη καὶ τὴ φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Σ’ αὐτὸν ἀνήκει ἡ δόξα στὸ αἰῶνα. Ἀμήν."
(οι υπογραμμίσεις δικές μας)

Μητροπολίτου Τρίκκης καὶ Σταγῶν Διονυσίου
Πατερικὸν Κυριακοδρόμιον, Τόμος Δεύτερος,
Ἀθῆναι 1969, σελ.218-227

Oμιλία τοῦ ἁγίου ᾿Επιφανίου Κύπρου μέ θέμα

«Τῷ ἁγίῳ καὶ μεγάλῳ Σαββάτῳ» ἤτοι
Εἰς τήν Θεόσωμον Ταφήν τοῦ Κυρίου
καί Σωτῆρος ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ
καί εἰς τόν ᾿Ιωσήφ τόν ἀπό ᾿Αριμαθαίας,
καί εἰς τήν ἐν τῷ ͺ῞Αδη τοῦ Κυρίου κατάβασιν,
μετά τό σωτήριον πάθος παραδόξως
γεγενημένην.(ΒΕΠΕΣ 77, σελ. 139-157)
῾Ο ἅγιος Πατέρας μας ᾿Επιφάνιος, ᾿Επίσκοπος Κωνσταντίας (παλαιᾶς Σαλαμῖνος) τῆς Κύπρου, ἔχει γράψει ἕνα ὑπέροχο λόγο γι’ αὐτή τήν κατάβασι τοῦ Κυρίου στόν ῞ᾼδη καί τό κήρυγμά Του.


Α. Τί εἶναι αὐτό πού συμβαίνει σήμερα; Μεγάλη σιωπή εἶναι ἁπλωμένη στή γῆ. Μεγάλη σιωπή καί ἠρεμία. Μεγάλη σιωπή γιατί κοιμᾶται ὁ Βασιλιάς. ῾Η γῆ φοβήθηκε καί ἡσύχασε, ἐπειδή ὁ Θεός μέ τό σῶμα κοιμήθηκε καί ἀνέστησε αὐτούς πού κοιμόνταν ἀπ’ τήν ἀρχή τῶν αἰώνων. ῾Ο Θεός μέ τό σῶμα πέθανε, καί τρόμαξε ὁ ῞ᾼδης. ῾Ο Θεός γιά λίγο κοιμήθηκε, καί ἀνέστησε αὐτούς πού βρίσκονταν στόν ῞ᾼδη.

Β. Πού είναι τώρα, οι πριν από λίγο ταραχές και οι φωνές και οι θόρυβοι, που ξεσηκώνατε, παράνομοι, εναντίον του Χριστού; Πού είναι οι συγκεντρώσεις σας και οι αντιρρήσεις σας, και οι φρουρές, και τα όπλα και τα δόρατα; Πού είναι οι βασιλείς και οι ιερείς και οι καταδικασμένοι δικαστές; Πού είναι οι λαμπάδες και τα μαχαίρια και οι άτακτες κραυγές; Πού είναι οι όχλοι και η λύσσα και η αδιάντροπη φρουρά; Στ’αλήθεια χάθηκαν γιατί στ’αλήθεια αυτοί οι όχλοι έκαναν σχέδια ανόητα και μάταια. Έπεσαν με ορμή επάνω στον ακρογωνιαίο λίθο τον Χριστό, αλλά συντρίφθηκαν αυτοί οι ίδιοι. Χτύπησαν με δύναμη στη στερεά πέτρα, αλλά αυτοί τσακίστηκαν, και τα κύματά τους διαλύθηκαν στον αφρό. Χτύπησαν επάνω στο σκληρό αμόνι, και οι ίδιοι κομματιάστηκαν. Ύψωσαν επάνω στο ξύλο – του Σταυρού- την πέτρα της ζωής, κι αυτή κατρακυλώντας τους θανάτωσε. Έδεσαν τον πανίσχυρο Σαμψών, δηλαδή τον Ήλιο Θεό, αλλά Αυτός αφού έλυσε τα παμπάλαια δεσμά εξόντωσε τους εχθρούς και τους παρανόμους. Έδυσε ο Θεός, ο Ήλιος Χριστός κάτω από τη γη, και βαθύ σκοτάδι έπεσε πάνω στους Ιουδαίους.

Γ. Σήμερα ἦλθε ἡ σωτηρία σ’ αὐτούς πού βρίσκονται στή γῆ καί σ’ αὐτούς πού ἀπ’ τήν ἀρχή τῶν αἰώνων βρίσκονται κάτω ἀπ’ τή γῆ. Σήμερα ἦλθε ἡ σωτηρία στόν ὁρατό καί ἀόρατο κόσμο. Εἶναι διπλή σήμερα ἡ παρουσία τοῦ Δεσπότη, διπλή ἡ σωτηρία, διπλή ἡ φιλανθρωπία, διπλή ἡ κατάβαση μαζί καί συγκατάβαση, διπλή ἡ ἐπίσκεψη πρός τούς ἀνθρώπους. Κατεβαίνει ὁ Θεός ἀπό τόν οὐρανό στή γῆ κι ἀπό τή γῆ στά καταχθόνια. ᾿Ανοίγονται οἱ πύλες τοῦ ῞ᾼδη. Γεμίστε μέ ἀγαλλίασι ἐσεῖς πού κοιμᾶσθε ἀπ’ τήν ἀρχή τῶν αἰώνων, ὑποδεχτεῖτε τό μέγα φῶς ὅσοι κάθεστε στό σκοτάδι καί τή σκιά τοῦ θανάτου. ῎Ερχεται ὁ Δεσπότης ἀνάμεσα στούς δούλους. ῎Ερχεται ὁ Θεός ἀνάμεσα στούς νεκρούς. ῎Ερχεται ἡ ζωή ἀνάμεσα στούς θνητούς. ῎Ερχεται ὁ ἀθῶος ἀνάμεσα στούς ἐνόχους. ῎Ερχεται τό φῶς πού δέν σβήνει ἀνάμεσα σ’ αὐτούς πού βρίσκονται στό σκοτάδι. ῎Ερχεται ὁ ἐλευθερωτής ἀνάμεσα στούς αἰχμαλώτους. ῎Ερχεται Αὐτός πού βρίσκεται πιό πάνω ἀπό τούς οὐρανούς, μεταξύ αὐτῶν πού βρίσκονται κάτω ἀπ’ τή γῆ. ῏Ηλθε ὁ Χριστός στή γῆ καί πιστέψαμε. Κατέβηκε ὁ Χριστός στούς νεκρούς, ἄς κατεβοῦμε μαζί Του κι ἄς δοῦμε τά μυστήρια πού ἔγιναν ἐκεῖ. ῎Ας γνωρίσουμε Αὐτοῦ πού κρύφτηκε -στόν ῞ᾼδη- τά κρυμμένα κάτω ἀπ’ τή γῆ θαυμάσια ἔργα Του. ῎Ας μάθουμε πῶς ἔλαμψε τό κήρυγμα καί στούς κατοίκους τοῦ ῞ᾼδη.

Δ. Τί συνέβη λοιπόν; Κατεβαίνοντας ὁ Θεός στόν ῞ᾼδη σώζει ὅλους χωρίς ἐξαίρεση; ῎Οχι βέβαια, ἀλλά κι ἐκεῖ σώζει ὅσους πίστεψαν. Χθές εἴδαμε τό ἔργο τῆς σωτηρίας, σήμερα τήν ἐκδήλωση τῆς ἐξουσίας. Χθές εἴδαμε τήν ἀδυναμία, σήμερα τήν κυριαρχία Του. Χθές φάνηκαν τά σημάδια τῆς ἀνθρώπινης φύσης Του, σήμερα τῆς θεϊκῆς φύσης. Χθές Τόν ράπιζαν, σήμερα ραπίζει μέ τήν ἀστραπή τῆς θεότητος τόν χῶρο τοῦ ῞ᾼδη. Χθές Τοῦ ἔβαζαν δεσμά, σήμερα Αὐτός δένει τόν τύραννο - διάβολο μέ ἄλυτα δεσμά. Χθές καταδικαζόταν, σήμερα χαρίζει ἐλευθερία στούς καταδίκους. Χθές Τόν περιγελοῦσαν οἱ ὑπηρέτες τοῦ Πιλάτου, σήμερα οἱ θυρωροί τοῦ ῞ᾼδη ὅταν Τόν εἶδαν γέμισαν φρίκη.

Το νόημα του σταυρού…
Όταν ενθρονίστηκε αυτοκράτορας του Βυζαντίου ο Αλέξιος Κομνηνός, ζήτησε να του φέρουν τον κατάλογο των αυλικών, που είχαν υπηρετήσει επί του προκατόχου του. Πλάι δε στα ονόματα εκείνων που είχαν σταθεί εχθροί του σημείωσε κι από ένα σταυρό.
Αυτοί το έμαθαν και φανταζόμενοι ότι εκείνος ο σταυρός σήμαινε την προσεχή καταστροφή τους, άρχισαν να ετοιμάζονται για να φύγουν σε άλλες χώρες. Άλλα ο αυτοκράτορας τους κάλεσε και τους είπε:
- Κάνετε λάθος. Ο σταυρός, που έβαλα δίπλα στο όνομα του καθενός σας, έχει το ίδιο νόημα που έχει κι ο σταυρός του Χριστού. Σημαίνει ότι σας συγχωρώ...

Τι κάνει η αγάπη
Όταν ανέβηκε στο θρόνο ένας νεαρός βασιλιάς, του παρουσίασαν μια αίτηση χάριτος κάποιου καταδικασμένου σε ισόβια δεσμά. Ο δύστυχος είχε κάνει πολλά χρόνια στη φυλακή και ζητούσε τώρα χάρη. Ο υπουργός όμως, είχε γράψει στο περιθώριο:
«Χάρις αποκλείεται, να μείνει στη φυλακή».
Ο βασιλιάς τότε μετέφερε το κόμμα πλάι στη λέξη «χάρις». Έτσι η υπόδειξη του υπουργού έγινε:
«Χάρις, αποκλείεται να μείνει στη φυλακή».
Κι ο βασιλιάς υπέγραψε την απόλυση.
Και ο Θεός μετέφερε το βάρος της αμαρτίας, από την ανθρωπότητα στον Σταυρό, και τώρα προσφέρει χάρη στον κάθε αμαρτωλό.

Το παράδειγμα της θυσίας
Στη μάχη του Λούτσεν, ο βασιλιάς της Σουηδίας Γουσταύος (1595-1632), βλέποντας τους στρατιώτες του να φεύγουν πανικόβλητοι, κατέβηκε από το άλογό του και τους φώναζε:
Σταθείτε, τουλάχιστον για να δείτε πως πεθαίνει ο βασιλιάς σας!
Τα λόγια αυτά τους φιλοτίμησαν και ο Γουσταύος έπεφτε εναντίον των εχθρών επικεφαλής τους και σε λίγη ώρα σκοτωνόταν.
Το παράδειγμα της θυσίας μας το έδωσε ο Θείος Βασιλεύς μας, που πέθανε στο σταυρό για μας. Μονάχα οι δειλοί κι αναίσθητοι δε συγκινούνται απ’ αυτό το θέαμα.

Ο ιδεώδης άνθρωπος
Ανέκαθεν το ανθρώπινο πνεύμα ζήτησε εναγώνια τον ιδεώδη τύπο του ανθρώπου, το κλασσικό πρότυπο, που θα έπρεπε ν’ αντιγράψει στη ζωή.
Κι έτσι η Αρχαιότητα δόξασε τον Ήρωα.
Ο Μεσαίων τραγούδησε τον Ιππότη.
Η Χθες θεοποίησε την Υπεράνθρωπο.
Η Σήμερον αναζητεί μέσα στους καπνούς και τα χαλάσματα τον ιδεώδη τύπο του ανθρώπου.
Τον ιδεώδη όμως τύπο του ανθρώπου δεν θα τον βρούμε ούτε στη δάφνη της Ολυμπίας, μήτε στους ρεμβασμούς υποθετικών μυθιστορημάτων, ούτε στις παρακρούσεις του Νίτσε. Θα τον βρούμε στο πραιτόριο του υποδίκου, που τον έφερε η άρνηση μας.
Εκεί θα δούμε τον πράο και ανεξίκακο Ιησού να προπηλακίζεται και θα ακούσουμε τη φωνή της Ιστορίας να κραυγάζει:
«Ίδε ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ».
Από το βιβλίο «Κογχύλια από την Τιβεριάδα»

Πέθανε για σένα
Στην Ελβετία, πωλούνται καθρεφτάκια που στο πίσω μέρος τους γράφουν τα εξής λόγια: «Ξέρεις για ποιόν πέθανε ο Χριστός; Γύρισε με από το άλλο μέρος και θα δεις για ποιόν».
Γυρίζει, λοιπόν, κανείς το καθρεφτάκι και βλέπει τον… εαυτό του: Μ’ αυτόν τον ωραίο τρόπο, χιλιάδες άνθρωποι θυμούνται τη μεγάλη αλήθεια, ότι ο Κύριος σταυρώθηκε πάνω στο Γολγοθά κι έχυσε το πανάγιο αίμα του για να σωθεί ο καθένας μας προσωπικά.

Ο Δικαστής
Ένας δικαστής έπρεπε να δικάσει ένα παιδικό του φίλο. Ως ευσυνείδητος δικαστής καταδίκασε το φίλο του σε καταβολή μεγάλου χρηματικού ποσού προς κατάπληξη του κοινού. Αλλά η κατάπληξη μετετράπη σε θαυμασμό, όταν μετά το τέλος της δίκης ο δικαστής σηκώθηκε και κατέθεσε από το δικό του ταμείο το ποσόν.
Μήπως το ίδιο δεν κάνει ο Μεγάλος Δικαστής, ο Θεός; Πληρώνει Εκείνος το χρέος του αμαρτωλού. (Α’ Ιωάν. β’ 2).
(Από το βιβλίο: Ψιχία από της τραπέζης, Κωνσταντίνου Κούρκουλα)

 

Στη μοναχή Βαρβάρα στα Ιεροσόλυμα για τους τρεις χιτώνες του Χριστού.

Με ρωτάς, σεβαστή αδερφή, για τους τρεις χιτώνες με τους οποίους ήταν ντυμένος και σκεπασμένος ο Κύριος κατά το διάστημα αρκετών ωρών τη Μεγάλη Παρασκευή. Γιατί ο Πιλάτος Τον έντυσε με πορφυρό χιτώνα; Γιατί ο Ηρώδης Τον έντυσε με λευκό χιτώνα; Και γιατί οι εκτελεστές λίγο πριν Τον θανατώσουν Τον έντυσαν πάλι με τον δικό Του χιτώνα;

Όλα όσα συνέβησαν κατά τη διάρκεια της επίγειας ζωής του Χριστού έχουν μεγάλη σημασία, όλα αποκαλύπτουν κάποια αλήθεια και χρησιμεύουν ως δίδαγμα στους ανθρώπους. Κάποια από αυτά τα διδάγματα είναι άμεσα και εμφανώς αντιληπτά, ενώ κάποια άλλα είναι έμμεσα και με παραστάσεις που χρίζουν ερμηνείας. Το σκέπασμα του Χρίστου με τρεις χιτώνες ανήκει σ’ αυτήν τη δεύτερη κατηγορία διδαγμάτων.

Ο πορφυρός χιτώνας είναι ο χιτώνας του Ρωμαίου αυτοκράτορα. Όταν ο Κύριος είπε στον Πιλάτο ότι το βασίλειό Του «ουκ έστιν εκ του κόσμου τούτου»(Ιωάν. 18,36) αυτό φάνηκε στο υλιστικό πνεύμα του Ρωμαίου αξιωματούχου ως ανοησία και ως εμπαιγμός της αυτοκρατορικής αξιοπρέπειας. Γι’ αυτό οι στρατιώτες του Πιλάτου έντυσαν τον Χριστό με πορφυρό χιτώνα –εξυπακούεται με τον πιο ευτελή που μπορούσαν να βρουν- για να Τον χλευάσουν αποκαλώντας Τον βασιλιά. Αλλά και μόνον αυτός ο χιτώνας αυτοκρατορικού χρώματος μαρτυρεί για τον Κύριο, ότι ο Χριστός είναι πράγματι Βασιλιάς. Οι παλικαράδες του Πιλάτου, λοιπόν, κοροϊδεύοντας στην πραγματικότητα ανακήρυξαν τον Κύριο σ’ αυτό που πράγματι ήταν! Κανείς απ’ όλους αυτούς δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι το βασίλειο του Χριστού θα κυριαρχήσει πάνω στη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία και σε κάθε άλλη αυτοκρατορία του κόσμου.

Ο βρώμικος βασιλιάς Ηρώδης, περίμενε πως ο Χριστός θα κάνει κάποιο θαύμα μπροστά του. Δεν επιθυμούσε βέβαια κάποιο χρήσιμο και φιλάνθρωπο θαύμα, αλλά ένα βάρβαρο θαύμα το οποίο θα χρησίμευε μόνο για την ικανοποίηση των οφθαλμών του. Εν τω μεταξύ, μπροστά του στεκόταν το μεγαλύτερο θαύμα του κόσμου: άνθρωπος καθαρός και αναμάρτητος. Η ακριβής αντίθεση του βασιλιά της γενοκτονίας και του δολοφόνου του Ιωάννου του Προδρόμου. Εγώ κρατώ ότι αυτός ο νέος ακάθαρτος απόγονος του Ησαύ μπορούσε να πιστέψει σ’ όλα τα θαύματα του κόσμου, αλλά με τίποτα και ποτέ στο θαύμα της αγνότητας και του αναμάρτητου ενός ανθρώπου. Και ακριβώς αυτό το μέγιστο και σπάνιο θαύμα στάθηκε μπροστά του. Αλλά αυτός βρώμικος στην ψυχή δεν μπορούσε να το δει. Όπως όταν ο Πιλάτος βυθιζόταν στο ψεύδος των ειδωλολατρών κοιτώντας την Αλήθεια κατά πρόσωπο δεν μπορούσε να την δει. Έτσι και ο Ηρώδης τυφλός από τα κατάμαυρα άρρωστα αμαρτήματά του, κοιτά την Αθωότητα και την Αγνότητα κατά πρόσωπο και δεν μπορεί να την δει. Απογοητευμένος από τις προσδοκίες του ο Ηρώδης έντυσε με λευκό χιτώνα τον Χριστό. Το λευκό είναι η εικόνα της καθαρότητας και της αθωότητας. Θα διάβασες βέβαια ότι οι άγγελοι του Θεού εμφανίζονται με λευκούς χιτώνες. Κι έτσι λοιπόν, ο ακάθαρτος Ηρώδης που σκέφθηκε ότι ο Χριστός δεν είναι καθαρός όπως και αυτός και οι άλλοι, Του φόρεσε λευκό χιτώνα, σύμβολο της καθαρότητας και της αγνότητας. Και όπως οι στρατιώτες του Πιλάτου για να χλευάσουν, αναγνώρισαν τον Κύριο ως βασιλιά, έτσι και ο Ηρώδης τον αναγνώρισε ως άνθρωπο της αγνότητας. Αυτό αποτελεί και στις δύο περιπτώσεις αναγνώριση του Χριστού από τους εχθρούς Του, έστω κι αν αυτό έγινε άθελά τους και ασυνείδητα.

Τέλος, μόνο πριν τη σταύρωση ο Κύριος ντύθηκε με τον δικό Του χιτώνα. Ήταν ο χιτώνας που του είχε υφάνει η δική Του Αγία Μητέρα, η Θεοτόκος. Είναι ο ίδιος χιτώνας με τον οποίο περπάτησε στη γη και πάνω στον οποίο οι στρατιώτες στον Γολγοθά ρίχνουν τα ζάρια.

Αλλά δεν βλέπεις σ’ όλα αυτά ένα μεγάλο δίδαγμα για μας; Οι άνθρωποι συχνά αποφαίνονται για το αν είμαστε καλοί ή κακοί. Ανάλογα με την απόφαση τους μας εκτιμούν, μας θαυμάζουν ή μας κατακρίνουν. Οι διάφορες κρίσεις των ανθρώπων δεν μοιάζουν για μας με χιτώνες; Τη μια μας ντύνουν με τον χιτώνα του σοφού, την άλλη με τον μανδύα του τρελού. Τη μια μας περιβάλλουν με τον μανδύα της ανδρείας, την άλλη μας σκεπάζουν με τα κουρέλια της απαξίωσης. Αλλά όλοι οι χιτώνες γρήγορα βγαίνουν και αλλάζουν ανάλογα με τις ασταθείς και συχνά εναλλασσόμενες κρίσεις των ανθρώπων. Όμως εν τέλει την ώρα του θανάτου ο καθένας από μας θα φανεί με το δικό του χρώμα, με τον δικό του χιτώνα.

Ειρήνη σε σένα σεβαστή αδερφή και ευλογία Θεού.

 

Σε μια μορφωμένη κοπέλα για τις πέντε πληγές του Ιησού Χρηστού.


....... Και οι πέντε πληγές του Ιησού δεν είναι λόγια αλλά φοβερή πραγματικότητα. Γι’ αυτό είναι καλύτερα να τις γνωρίζουμε και από τα λόγια. Δυο πληγές στα χέρια, δυο πληγές στα πόδια, και μία στα πλευρά. Όλες από μαύρο σίδερο, και ακόμα περισσότερο από την κατάμαυρη ανθρώπινη αμαρτία. Τρυπημένα τα χέρια που ευλόγησαν. Τρυπημένα τα πόδια που περπάτησαν και οδήγησαν στην μόνη ορθή οδό. Τρυπημένο το στήθος, από το οποίο ξεχυνόταν πύρινη ουράνια αγάπη στα παγωμένα ανθρώπινα στήθη.

Επέτρεψε ο Υιός του Θεού, να Του τρυπήσουν τα χέρια εξ αιτίας των αμαρτιών πολλών χεριών –δάση χεριών- τα οποία φόνευσαν, έκλεψαν, άρπαξαν, παγίδευσαν, βιαιοπράγησαν. Και να Του τρυπήσουν τα πόδια για τις αμαρτίες πολλών ποδιών –δάση ποδιών- που περπάτησαν στο κακό, σύλησαν την αθωότητα, καταπάτησαν το δίκαιο, μόλυναν τα ιερά, και πάτησαν την καλοσύνη. Και Του τρύπησαν το στήθος εξ αιτίας πολλών πετρωμένων καρδιών –νταμάρια καρδιών- στις οποίες γεννήθηκε κάθε μοχθηρία και κάθε ασέβεια και οι ιερόσυλοι λογισμοί και οι κτηνώδεις επιθυμίες και στις οποίες μέσα από όλους τους αιώνες σφυρηλατήθηκαν κολασμένα σχέδια αδελφού εναντίον αδελφού, γείτονα εναντίον γείτονα, ανθρώπου εναντίον του Θεού.

Τα χέρια του Θεού τρυπήθηκαν για να θεραπευθούν του καθενός τα χέρια από τα αμαρτωλά έργα. Τα πόδια του Ιησού τρυπήθηκαν για να επιστρέψουν καθενός τα πόδια από τους αμαρτωλούς δρόμους. Το στήθος του Ιησού τρυπήθηκε για να πλυθεί κάθε καρδιά από τις αμαρτωλές επιθυμίες και σκέψεις.

Όταν ο απαίσιος Κρόμπελ, δικτάτορας της Αγγλίας, άρχισε να αρπάζει την περιουσία των μονών και έκλεινε τα μοναστήρια, έγινε σε ολόκληρη την αγγλική χώρα μια θορυβώδης λιτανεία από μερικές χιλιάδες ανθρώπινες ψυχές σε ένδειξη της λαϊκής αποδοκιμασίας. Μπροστά πήγαιναν σημαιοφόροι με την επιγραφή στις σημαίες: «οι πέντε πληγές του Ιησού» και έψελναν ύμνους εκκλησιαστικούς και τελούσαν λειτουργίες προς το Θεό στους αγρούς. Φοβήθηκε ο απαίσιος δικτάτορας πολύ, και περισσότερο φοβήθηκε εκείνες τις σημαίες παρά οτιδήποτε άλλο και μείωσε την βιαιοπραγία του.

Οι πέντε πληγές του Ιησού ας σου μάθουν, κόρη, να φροντίζεις τις πέντε αισθήσεις σου για τον ζώντα Θεό.

Οι πέντε πληγές του Ιησού είναι πέντε πληγές πεντακάθαρου αίματος, με το οποίο πλύθηκε το ανθρώπινο γένος, και αγιάσθηκε η γη. Απ’ αυτές τις πέντε πληγές χύθηκε όλο το αίμα του Δίκαιου, όλο μέχρι την τελευταία σταγόνα. Ο Θαυματουργός Κύριος, που ήξερε να πολλαπλασιάσει τους άρτους, και με πέντε άρτους να χορτάσει πέντε χιλιάδες πεινασμένους, πολλαπλασιάζει εκείνο το πεντακάθαρο αίμα Του, και μ’ αυτό τρέφει και ενώνει σε χιλιάδες ναούς πολλά εκατομμύρια πιστών. Αυτό είναι η Θεία Κοινωνία, κόρη του Ιησού.

Τη Μεγάλη Παρασκευή πλησίασε ψυχικά μαζί με την Παναγία Θεομήτορα κάτω από τον σταυρό, για να σε πλύνει εκείνο το ζωοποιό αίμα από τις πέντε πληγές του Ιησού. Για να μπορείς με την καθαρισμένη και αναζωογονημένη ψυχή να φωνάξεις χαρούμενη την Κυριακή μαζί με τις μυροφόρες: Χριστός Ανέστη!

[ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ, Δρόμος δίχως Θεό δεν αντέχεται…, σελ.75-78]

 

«Ωσαννά, ευλογημένος ο ερχόμενος» (Ιω. 12. 13) κράζει, πληγωμένη από θείο πόθο και θεία αγάπη, κάθε ψυχή που ποθεί την ένωσή της με τον Νυμφίο Χριστό. Και Τον καλεί ακατάπαυστα, στολίζοντας τη λαμπάδα της με τις αρετές. Καμμιά προκοπή δεν θα κάνει η ψυχή που αγωνίζεται στο πνευματικό στάδιο, αν δεν φλέγεται από αγάπη στον Κύριο Ιησού.
Για να μπορείς νύχτα και μέρα ν' ακολουθείς με ζήλο τα ίχνη του Ιησού, για να ενωθείς μυστικά μαζί Του, πρέπει και η δική σου καρδιά να είναι πληγωμένη από τη θεία αγάπη. Προσκολλήσου στον Κύριο με πάθος, για ν' απελευθερωθείς από τα πάθη, να λυτρωθείς από τις πτώσεις, να βρεις έλεος για τις αμαρτίες σου, όπως βρήκε και η αμαρτωλή εκείνη γυναίκα του Ευαγγελίου: «ότι ηγάπησε πολύ» (Λουκ. 7, 47). Πρέπει όμως να φλέγεσαι και να λιώνεις από θείο πόθο και να προσθέτεις κάθε μέρα αγάπη στην αγάπη, ζήλο στον ζήλο, φλόγα στη φλόγα.

Τα ξύλα που προσθέτεις στη φωτιά αυξάνουν τη φλόγα της. Έτσι και η συχνή προσευχή αυξάνει τη φλόγα της αγάπης στον Θεό και διεγείρει στην καρδιά τον θείο έρωτα. Και όταν η καρδιά φλογισθεί, θερμαίνει και φωτίζει όλο τον έσω άνθρωπο· τον διδάσκει τα μυστικά της σοφίας και τα άγνωστα μυστήρια του Θεού τον μετατρέπει σε πύρινο Σεραφείμ. Και τότε, παρίσταται πλέον διαρκώς εν πνεύματι ενώπιον του Θεού.

Αναζήτησε λοιπόν τον Κύριο ακατάπαυστα και επίμονα. «Ο ζητών ευρίσκει και τω κρούοντι ανοιγήσεται» (Ματθ. 7. 8). Όταν Τον βρεις και Τον ενθρονίσεις στην καρδιά σου, θα πληρωθείς απ' όλα τα αγαθά. «Οι εκζητώντες τον Κύριον ουκ ελαττωθήσονται παντός αγαθού».

Κάθε πλούτος του παρόντος κόσμου είναι μάταιος. Κάθε ηδονή ανούσια. Κάθε δόξα, ψέμμα και απάτη. Ένα μόνο πράγμα δεν έχει ούτε σκιά ματαιότητος ή απάτης ή ψεύδους: η αγάπη και η ένωσις της νύμφης ψυχής με τον Νυμφίο Χριστό. Μόνο αυτή παραμένει στον αιώνα. Ας είναι για σένα παντοτεινή χαρά και αδιάκοπο πανηγύρι η θεία αγάπη Του και η παρουσία Του στη ζωή σου και στο βασίλειο της καρδιάς σου. Τίποτε καλύτερο και τιμιότερο και ενδοξότερο απ' αυτό δεν θα βρεις ούτε στη γη ούτε στον ουρανό. Καμμιά γήινη απόλαυσις και κανένας ανθρώπινος έρωτας δεν δίνουν στην ψυχή τόσο απόλυτη και ατελεύτητη παρηγοριά, ευφροσύνη και χαρά, όσο ο έρωτας του Θεού, η αγάπη προς τον Κύριο.
Αγάπησε, αγάπησε τον Κύριο!
Και μην ξεχνάς ποτέ:

Απόδειξις της αγάπης σου προς Αυτόν είναι η τήρησις των εντολών Του.

Αρχή της αγάπης σου είναι η τελωνική ταπείνωσις.

Πλήρωμα της αγάπης σου είναι η νίκη κατά των δαιμονικών παθών και η κάθαρσις της καρδιάς σου.
    
Αποτέλεσμα της αγάπης σου είναι η κατοίκησις στην καρδιά σου Εκείνου που είπε· «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται» (Ματθ. 5. 8).

Αυτώ η δόξα εις τους αιώνας. Αμήν.


(Από το βιβλίο "Πνευματικό Αλφάβητο" του Αγίου Δημητρίου Ροστώφ, ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ, 1996)

Ο Θεός αποκαλύπτεται στους ταπεινούς (Από το Γεροντικόν)

ΕΝΑΣ Ερημίτης κάποτε νήστεψε συνέχεια εβδομήντα εβδομάδες και παρακαλούσε τον Θεό να του φανερώση την έννοια κάποιου γραφικού ρητού που δε μπορούσε να την καταλάβη. Επειδή όμως δεν του την φανέρωσε ο Θεός, είπε μια μέρα στον εαυτό του:
— Γιατί να κοπιάζω και να περιμένω άσκοπα; δεν πάω να ρωτήσω τον γείτονά μου Γέροντα; Ίσως εκείνος να γνωρίζη.
Μόλις όμως ξεκίνησε να πάη, του έστειλε ο Θεός Άγγελο και του φανέρωσε εκείνο που ζητούσε.
— Γιατί τόσον καιρό δεν ερχόσουν; τον ρώτησε ο Γέροντας.
— Για να ταπεινωθής και να ζητήσης τη συμβουλή άλλου, αποκρίθηκε ο Άγγελος.
* * *
ΠΗΓΑΝ κάποτε μερικοί Γέροντες να επισκεφθούν τον Όσιο Αντώνιο. Μαζί τους ήταν κι ο Αββάς Ιωσήφ. Ο Μέγας Πατήρ, για να τους δοκιμάση, διάλεξε κάποιο Γραφικό ρητό και ρώτησε έναν-έναν να ειπή την ερμηνεία του. Άρχισε τότε ο καθένας να το ξηγή σύμφωνα με τις γνώσεις του.
— Δεν το βρήκες, απαντούσε σ' όλους ο Όσιος.
Έφτασε κι η σειρά του Αββα 'Ιωσήφ.
— Τι λες εσύ γι' αυτό, Ιωσήφ; τον ρώτησε ο Μέγας Αντώνιος.
— Εγώ δε γνωρίζω απ' αυτά, αποκρίθηκε εκείνος.
— Ο Αββας Ιωσήφ έδωσε τη σωστή απάντησι, είπε τότε ο Όσιος, θαυμάζοντας την ταπεινοσύνη του.
* * *
ΕΙΔΑ κάποτε το διάβολο, έξω από το κελλί του μαθητού μου, έλεγε ένας διορατικός Γέρων, να παραμονεύη. Έρριξα τότε μια ματιά μέσα να ιδώ τι έκανε εκείνος. Είχε ανοικτή εμπρός του την Αγία Γραφή κι ήταν βυθισμένος στη μελέτη. Μόλις τελείωσε το διάβασμα κι' έκλεισε το βιβλίο, ώρμησε μέσα ο διάβολος να τον πειράξη.

(Γεροντικόν, μοναχής Θεοδώρας Χαμπάκη, εκδ. Λυδία)

Ο ΑΒΒΑΣ Σέργιος διηγείτο το ακόλουθο περιστατικό στους υποτακτικούς του για να τους απόδειξη πόσο κερδίζει ο ταπεινός:

Κάποτε κατεβαίναμε στην πόλι με τον μακαρίτη τον Γέροντα μου και δυο ακόμη Αδελφούς. στο δρόμο, χωρίς να το καταλάβωμε, πέσαμε σ' ένα χωράφι και πατήσαμε λίγα σπαρτά. Μόλις το πήρε ειδησι ο ιδιοκτήτης, που έσκαβε πιο πέρα, έγινε έξω φρενών από το θυμό του. Ήλθε κοντά μας κι' άρχισε να μας βρίζη με το χειρότερο τρόπο:

— Καλόγεροι είσαστε σεις; Έχετε Θεό μέσα σας; Αν φοβόσαστε το Θεό, θα υπολογίζατε τους ξένους κόπους.

— Για την αγάπη του Χριστού, μην απαντήση κανένας, μας ψιθύρισε ο Γέροντας. Ύστερα γύρισε στο χωριάτη με ταπεινοσύνη:

— Έχεις δίκιο, παιδί μου, του είπε, αν είχαμε φόβο Θεού θα προσέχαμε και δε θα κάναμε τέτοια ζημιά. Σφάλαμε, συγχωρεσέ μας, για την αγάπη του Κυρίου.

Με μιας ο χωρικός ηρέμησε. Τα ταπεινά λόγια του Γέροντος έσβυσαν το θυμό του. Ντράπηκε για όσα προηγουμένως είχε ειπή και πέφτοντας στα γόνατα του είπε:

— Συγχωρεσέ με, άνθρωπε του Θεού, και πάρε με μαζί σου να γίνω κι' εγώ Καλόγερος.

Ο Γέροντας τον δέχθηκε μετά χαράς κι' από τότε έμεινε για πάντα στην υποταγή του.


* * *

ΔΥΟ Επίσκοποι σε γειτονικές επαρχίες, ο ένας πλούσιος και ισχυρός, ο άλλος φτωχός και ταπεινός, παραξηγήθηκαν κάποτε γι' ασήμαντη αφορμή. Από τότε ζητούσε ο πλούσιος ευκαιρία να εκδικηθή το φτωχό. Εκείνος όμως δε φοβήθηκε κι έλεγε συχνά στους κληρικούς του:

— Κάνετε υπομονή, Αδελφοί, εμείς θα νικήσωμε στο τέλος.

Σ' ένα μεγάλο πανηγύρι, που ο πλούσιος Επίσκοπος με πομπή ατέλειωτη λιτάνευε την εικόνα του Αγίου που γιόρταζε, ο γείτονας του πήρε όλους τους κληρικούς του και πήγε στην επαρχία του.

— Θα κάνετε ό,τι κάνω εγώ, τους είχε ειπή, και σήμερα, με τη δύναμι του Θεού, θα τον νικήσωμε.

— Τι έχει στο νού του τάχα να κάνη; έλεγαν με απορία εκείνοι μεταξύ τους.

Σαν έφτασαν στη γειτονική πόλι, η πομπή βρισκόταν στον πιο κεντρικό δρόμο. Τότε ο ταπεινός Επίσκοπος, με όλο του τον κλήρο, έπεσε στα πόδια του αντιπάλου του και είπε δυνατά για ν' ακουστή απ' όλους:

— Συγχώρεσέ μας, δέσποτα, δούλοι σου είμαστε όλοι.

Ο ισχυρός Επίσκοπος εκάμφθηκε και, διώχνοντας τη σκληρότητα από την καρδιά του, αγκάλιασε τον αδελφό του και του είπε ταπεινά:

— Συ είσαι Πατέρας και δεσπότης μου.

Από την ημέρα εκείνη απόκτησαν μεγάλη φιλία μεταξύ τους.

Δεν σας έλεγα, τέκνα μου, πως θα τον νικήσωμε; έλεγε ο φτωχός Επίσκοπος στους κληρικούς του. Η ταπεινοσύνη είναι αληθινή δύναμι στη ζωή.

* * *


(Γεροντικόν, μοναχής Θεοδώρας Χαμπάκη, εκδ. Λυδία)

katafigioti

lifecoaching