ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΘΕΙΑΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ με σχόλια Αγίων

Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

ΜΕ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΣΤΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ & ΣΧΟΛΙΑ

(επιμέλεια αρχιμ. Νικόλαος Πουλάδας)

1) Τα νούμερα παραπέμπουν στο τέλος σε σύντομο σχολιασμό της Λειτουργίας από τον αείμνηστο καθηγητή Λειτουργιολόγο Π.Ν. Τρεμπέλα

2) Με ΜΠΛΕχρώμα η μετάφραση. Με ΠΡΑΣΙΝΟχρώμα ο σχολιασμός από Πατέρες κλπ. κάποιων σημείων.

3) Στο τέλος παρατίθεται σχεδιάγραμμα της ιστορικής εξέλιξης της Θ. Λειτουργίας ανά τους αιώνες

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

ΣΤΗΡΙΞΤΕ ΤΟ ΣΥΣΣΙΤΙΟ ΤΟΥ ΝΑΟΥ!

ΣΤΗΡΙΞΤΕ ΤΟ ΣΥΣΣΙΤΙΟ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΜΑΣ!  ΘΥΜΗΘΕΙΤΕ ΤΟΥΣ ΠΤΩΧΟΥΣ…

¨Ρίχνοντας¨ τ’ όποιο χρηματικό ποσό στο Κυτίο στην είσοδο του Ναού… ή/και…
¨Δίνοντάς¨ το, στους υπευθύνους(1) του ΕΦΤ(Ενορ.Φιλόπτ.Ταμείο)
Προσκομίζοντας ΤΡΟΦΙΜΑ στο Συσσίτιο(3) (ή στο Ναό) προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για την παρασκευή του (ή να διανεμηθούν [σε περίπτωση δυνατότητας] σε όσους τα χρειάζονται)… ή/και…
Αγοράζοντας από καταστήματα τροφίμων ΔΩΡΟΕΠΙΤΑΓΕΣ και προσφέροντας τες στο ΕΦΤ, προκειμένου να δοθούν σ’ όσους τις έχουν ανάγκη… ή/και…
Αναθέτοντας τήν αγορά των ΥΛΙΚΩΝ για το συσσίτιο, στους υπευθύνους(2) του … ή/και…
Αναλαμβάνοντας τα έξοδα (όλου ή μέρους) συγκεκριμένου γεύματος (Όσπρια >200 ευρώ, Μακαρόνια κιμά >230, Κοτόπουλο >330), «Υπέρ Αναπαύσεως» αγαπημένου σας προσώπου, σε συνεννόηση με τους υπευθύνους του (2)… ή/και…
Συμμετέχοντας στους κατά καιρούς περιφερόμενους Δίσκους του Ναού...ή/και
Καταθέτοντας στον Τραπεζικό Λογαριασμό του ΕΦΤ:
Τράπεζα Πειραιώς IBANGR 66 0172 0380 0050 3807 5349 683
και επικοινωνώντας έγκαιρα μαζί μας για την έκδοση της νόμιμης απόδειξης.
(1)Υπεύθυνος ΕΦΤ:π.Ιωάννης (τηλ. Ναού 210 9335 460)
(2)Συσσίτιο:κα Μαντώ (τηλ. Συσσιτίου 210 93 50 151,Τρίτη και Πέμπτη πρωί:8.00 με 12.00)
(3)Θέση Συσσιτίου: Θεόγνιδος 10, στο ημιυπόγειο της πολυκατοικίας, πίσω από το Ιερό τού Ναού).

Κείμενα (blog) - Ιερός Ναός Αγίου Σώστη Νέας Σμύρνης

Αναφέρει ο π. Παΐσιος:

«Όταν μόναζα στην Ι. Μονή Γενεθλίων της Θεοτόκου στην Κόνιτσα, κάθε Σάββατο ώρα Εσπερινού επισκεπτόταν το μοναστήρι ένας αγροφύλακας κοντινού χωριού ο μπαρμπα- Ανδρέας, που είχε δώδεκα παιδιά, και με παρακαλούσε να του επιτρέψω να ανάψει τα καντήλια του Καθολικού· του το επέτρεπα, αν και γέμιζε τον τόπο λάδια. Μόλις ξεπόρτιζε, κάθε φορά φεύγοντας από το μοναστήρι, έριχνε μια τουφεκιά. Τούτο με παραξένεψε και για αυτό μια μέρα τον παρακολούθησα κρυφά.

Αφού άναψε τα καντήλια, άλειψε την κάνη της καραμπίνας του με λάδι από την καντήλα της Παναγίας και γονατίζοντας δεήθηκε.

«Παναγία μου, λίγο κρέας για τα δώδεκα παιδιά μου».

Βγαίνοντας από το μοναστήρι τον περίμενε με σκυμμένο το κεφάλι ένα αγριοκάτσικο, πολύ σπάνιο κυνήγι.

Έτσι εξηγήθηκε η τουφεκιά που έριχνε κάθε φορά κατά την οποία έφευγε από το μοναστήρι. Με αυτόν τον τρόπο η Παναγία, εισακούοντας την απλή προσευχή του τού χάριζε το πιο νόστιμο κρέας για την πολύτεκνη οικογένειά του»

(αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ, Τα θαυμάσια του Θεού, σελ. 54-55 όπου και η πηγή)

[Ο άγιος Γέρων παπα-Χαράλαμπος Διονυσιάτης (1910-2001) διηγείται…]

Μια μέρα είχαμε παγκοινιά (=κοινή εργασία όλων των μοναχών της μονής) και δουλέψαμε σκληρά όλη η συνοδεία σε οικοδομικές εργασίες. Μόλις τελειώσαμε και ήταν ώρα για την καθιερωμένη ανάπαυση, ξαφνικά ακούγεται ένα παρατεταμένο κορνάρισμα καϊκιού, από τον αρσανά. Μόλις το άκουσε ο Γέροντας, τον είδαμε να σκυθρωπάζει στο πρόσωπο.

- Τι συμβαίνει, Γέροντα;

- Βρε τον ευλογημένο, πέτυχε την ώρα. Είναι ο Γ. και μας έφερε ένα βαρέλι λάδι.

Οι πατέρες ήταν τόσο κουρασμένοι που ο Γέροντας δεν τολμούσε να προστάξει κανέναν. Η μόνη λύση αν υπήρχε κανένας εθελοντής. Δεν ξέρω πώς φωτίστηκα και μπήκα στο λογισμό του Γέροντά μου. Τον ρωτώ:

- Γέροντα, έχει ευλογία να πάω εγώ να φέρω το βαρέλι;

- Αφού το θέλεις με την ψυχή σου, πήγαινε και η ευχή μου θα σε βοηθήσει παιδί μου.

Τρέχω αμέσως κάτω μαζί με ένα σκοινί. Φθάνω στον αρσανά. Γονατίζω και δένω το βαρέλι στην πλάτη με το σκοινί. Όταν προσπάθησα να σηκωθώ τα γόνατα πήγαιναν να λυγίσουν. Δοκιμάζω να περπατήσω, σχεδόν αδύνατον, τα πόδια δε βαστάνε. Παρόλ’ αυτά δεν το βάζω και κάτω.

«Αφού, λέω, μ’ έστειλε ο Γέροντας, δεν το παρατάω, ώσπου να πέσω κάτω. Τότε μόνο είμαι ανεύθυνος».

Με πολλή δυσκολία σαν χελώνα προχώρησα λίγα μέτρα. Βάζω τον σταυρό μου και λέω: «Παναγία μου, δι’ ευχών του Γέροντά μου, βοήθησέ με».

Μετά από αυτήν την μικρή προσευχή αισθάνθηκα ότι το βαρέλι στην πλάτη ξαλάφρωσε λιγάκι. Προχωρώ ακόμη· αισθάνομαι ακόμη πιο ελαφρά. Αρχίζω πια να περπατώ κανονικά. Όμως σε λίγο αισθάνομαι ότι έφυγε όλο το βάρος. Μόλις δε άρχισα να ανεβαίνω τα απότομα σκαλιά πίστεψέ με, αισθανόμουν σαν κάποιος από πίσω να μ’ έσπρωχνε. Τότε ανέβαινα σχεδόν τρεχάτος τα σκαλιά λέγοντας συγχρόνως συνέχεια και την ευχή: «Κύριε, Ιησού Χριστέ…». Στην απόσταση από τον αρσανά μέχρι τα καλυβάκια μας, ένα φορτωμένο μουλάρι θέλει περίπου δύο ώρες. Σε διαβεβαιώ, λιγότερο από μία ώρα ανέβηκα φορτωμένος πενήντα οκάδες λάδι στην πλάτη.

Μόλις έφθασα συνάντησα μπροστά μου τον Γέροντα. Λέω:

- Γέροντα, θαύμα μέγα· το και το…

Και πάλι δεν συγκρατήθηκε ο Γέροντας. Αφού με έσφιξε στην αγκαλιά του μου λέει:

- Αυτό παιδί μου, είναι καρπός της τελείας υπακοής. Θέλεις όμως να σου πω κι εγώ; Από την ώρα που κατέβηκες μέχρι και τώρα, με ασταμάτητα δάκρυα σου τραβούσα κομποσχοίνι».

(Παπα-Χαράλαμπος Διουσυσιάτης, Ιωσήφ Μ.Δ., σελ. 85-87)

Προς το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, κάπου στο Ρωσικό μέτωπο, μια μικρή ομάδα από έξι ή οκτώ στρατιώτες κατόρθωσε να διασπάσει τις γραμμές του εχθρού, που τους είχε περικυκλώσει, και να αναζητήσει το δρόμο της επιστροφής στα χωριά τους.

Κατευθύνονταν ανατολικά, πότε μέσα από έρημους δρόμους, πότε διασχίζοντας δάση και χωράφια για να αποφύγουν τη σύλληψη από τους Γερμανούς.

Ένα βράδυ εξαντλημένοι και ταλαίπωροι, βουτηγμένοι ως τα γόνατα στο χιόνι, βρέθηκαν εκτεθειμένοι στην άκρη ενός αγρού.

«Εδώ θαρρώ πως ήρθε το τέλος μας…», μουρμούρισε ένας από αυτούς.

Εκείνη τη στιγμή διέκριναν ένα φως, όχι πολύ μακριά τους.

Προχώρησαν προς τα εκεί, ώσπου βρέθηκαν μπροστά σε μια μοναχική καλύβα, στημένη πάνω σε μια κορφούλα στη μέση του αγρού. Ένας από όλους χτύπησε και μπήκε μέσα, όπου βρήκε ένα γέρο καθισμένο να μερεμετίζει τα σανδάλια του από φελλό. Δεν χρειάστηκε να του ζητήσουν καταφύγιο. Ο γέροντας τους κάλεσε να μπουν και να διανυκτερεύσουν κοντά του.

Η καλύβα ήταν ζεστή. Σωριάστηκαν στο πάτωμα και, κατάκοποι όπως ήταν, τους πήρε αμέσως ο ύπνος.

Όταν ξύπνησαν, είχε ήδη φέξει.

Τότε διαπίστωσαν πως ήταν κουλουριασμένοι ο ένας δίπλα στον άλλο, όχι στο πάτωμα μιας καλύβας, αλλά έξω στο χωράφι, πασπαλισμένοι με νιφάδες χιονιού. Δεν υπήρχε στέγη πάνω από τα κεφάλια τους, μόνο ο ανοικτός ουρανός.

Στην πρωινή σιωπή, μπόρεσαν να ακούσουν την μακρινή καμπάνα μίας εκκλησίας. Όλα αυτά έγιναν στη Δυτική Ουκρανία. Οι στρατιώτες πετάχτηκαν όρθιοι, κι ακολουθώντας τους ήχους της καμπάνας, βρήκαν την εκκλησία.

Μπαίνοντας μέσα, ένας από αυτούς πρόσεξε την εικόνα του αγίου Νικολάου.

«Να», φώναξε, «αυτός ήταν ο γέρος που μας φιλοξένησε».

(αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ, "Τα θαυμάσια του Θεού", σελ. 189-190)

Πηγή: http://o-nekros.blogspot.gr/2010/11/blog-post_4513.html

Θεόδωρος Ι. Ρηγινιώτης
Θεολόγος        

Αρκετή αναστάτωση προκάλεσε στη διεθνή διανόηση (φιλοσοφική και θεολογική) η πρόσφατη δήλωση του διάσημου αστροφυσικού St. Hawking ότι, κατά τη γνώμη του, το σύμπαν θα μπορούσε να έχει δημιουργηθεί χωρίς την παρέμβαση κάποιου δημιουργικού Νου.
Βέβαια, οι ορθόδοξοι χριστιανοί δεν πιστεύουμε στο Θεό για να μπορέσουμε να ερμηνεύσουμε την προέλευση του σύμπαντος, αλλά ερμηνεύουμε το σύμπαν ως δημιούργημα ενός Θεού επειδή ο Θεός αποκαλύπτει τον εαυτό Του σε πάρα πολλούς ανθρώπους όλων των εποχών, στους ανθρώπους που βαδίζουν το δρόμο της κάθαρσης της καρδιάς, του φωτισμού του νου και της θέωσης (αγιότητας). Αυτοί συχνά είναι κοινοί άνθρωποι, έκπληκτοι και οι ίδιοι για τις αποκαλύψεις της θείας παρουσίας στη ζωή τους, και όχι κάποια «θεσμικά πρόσωπα», μέλη ενός ιερατείου, που «διαχειρίζονται» τις θρησκευτικές πεποιθήσεις των λαών. Ωστόσο, με αφορμή τις πρόσφατες συζητήσεις, μπορούμε να σχολιάσουμε κάπως το θέμα…

Επιστήμη και ορθόδοξη πνευματικότητα

Η διάκριση επιστήμης και πίστης στον ορθόδοξο κόσμο.

Στην αρχαία χριστιανική παράδοση, δηλαδή τη σκέψη των αγίων των πρώτων χιλίων χρόνων και στη συνέχεια της ορθόδοξης Εκκλησίας, η Αγία Γραφή δεν αντιμετωπίστηκε ως πηγή πληροφόρησης για τη δημιουργία του κόσμου. Η γνώση σ’ αυτόν τον τομέα θεωρήθηκε πάντα αντικείμενο της φιλοσοφικής –δηλαδή της επιστημονικής– έρευνας.
Καθώς γίνονται χριστιανοί, οι λόγιοι του ελληνορωμαϊκού κόσμου –από τους οποίους προέρχονται το 2ο αι. μ.Χ. οι Απολογητές και, ήδη από τότε, οι Πατέρες της Εκκλησίας– αντιμετωπίζουν επιλεκτικά την αρχαία φιλοσοφία (1). Για την ακρίβεια, αποδέχονται σε μεγάλο βαθμό το τμήμα της που αφορά στην ανθρώπινη ηθική (2) και εξολοκλήρου ό,τι αφορά στη γνώση του κόσμου (της, κατά τους χριστιανούς, κτίσεως). Αντικαθιστούν όμως τα μεταφυσικά δόγματα (δηλ. απόψεις) των αρχαίων φιλοσόφων με την εμπειρική γνώση για το Θεό και τα συναφή θέματα που προκύπτει από την κάθαρση της καρδιάς, το φωτισμό και τη θέωση και επαληθεύεται με την επιστήμη της διάκρισης των πνευμάτων.


Αγία Ερμιόνη, γιατρός του 1ου αιώνα μ.Χ. Όπως όλοι οι άγιοι γιατροί, εικονίζεται να κρατάει και να προσφέρει φάρμακα. Βιογραφία εδώ. Φωτο από εδώ.


Ήδη στην κλασική και ελληνιστική αρχαιότητα οι φιλόσοφοι και οι σχολές που προέκυπταν απ’ αυτούς απέρριπταν διδασκαλίες άλλων φιλοσόφων ή «αντίπαλων» σχολών: ο Ηράκλειτος τον Πυθαγόρα, ο Ξενοφάνης τον Εμπεδοκλή, ο Αριστοτέλης τον Πλάτωνα και τους κυνικούς, ο στωικός Διότιμος, ο σκεπτικός (πυρρωνιστής) Τίμων αλλά και ο Πλούταρχος τον Επίκουρο, ο Επίκουρος σχεδόν όλους τους άλλους κ.ο.κ. Συχνά μάλιστα οι κρίσεις του ενός για τον άλλο ήταν σκληρότατες, μερικές φορές και υβριστικές.
Η απόρριψη λοιπόν από τους χριστιανούς φιλοσόφους δογμάτων άλλων φιλοσοφικών σχολών (από μερικούς και της φιλοσοφίας εν γένει, πράγμα ακραίο που δεν επικράτησε ως κυρίαρχη θέση στην πατερική παράδοση), εκτός από εύλογη (ακόμη και σήμερα μεταξύ των επιστημόνων υπάρχουν «αντίπαλες» τάσεις), ήταν και κάτι σύνηθες στον ελληνικό κόσμο. Υπάρχει βέβαια μια διαφορά: τα μεταφυσικά δόγματα των εθνικών φιλοσόφων προέρχονταν από στοχασμό και ήταν αυθαίρετα (γι’ αυτό και ποίκιλλαν), ενώ των χριστιανών από την εμπειρία της θέωσης, ήταν δηλαδή γνώση προερχόμενη από την εμπειρία και στη συνέχεια επεξεργασμένη και εκφρασμένη με τα εργαλεία του ανθρώπινου νου, όπως αντίστοιχα η γνώση του κόσμου.
Γι’ αυτό και το Συνοδικό της Ορθοδοξίας (9ος αι. μ.Χ.), αναφερόμενο κυρίως στις νεοπλατωνικές ιδέες του Ιωάννη Ιταλού, απορρίπτει ως αιρετικούς εκείνους που σπουδάζουν την ελληνική φιλοσοφία πιστεύοντας τα μεταφυσικά της δόγματα, ενώ αποδέχεται ως χριστιανούς εκείνους που τη σπουδάζουν «διὰ παίδευσιν», δηλαδή ως μέρος της φιλοσοφικής κατάρτισής τους («τοῖς τὰ ῾Ελληνικὰ δεξιοῦσι μαθήματα, καὶ μὴ διὰ παίδευσιν μόνον ταῦτα παιδευομένοις, ἀλλὰ καὶ ταῖς δόξαις αὐτῶν ταῖς ματαίαις ἑπομένοις») (3).
Έτσι, οι Πατέρες της Εκκλησίας απέρριψαν αρχαίες φιλοσοφικές ιδέες που η θεοπτική εμπειρία των αγίων αποδεικνύει εσφαλμένες, όπως η αιωνιότητα του κόσμου, ο ρόλος του δημιουργού Θεού ως απλού διακοσμητή (και όχι δημιουργού εκ του μηδενός), ο απρόσωπος χαρακτήρας του θείου (ως δυνάμεως), η μετεμψύχωση, η προΰπαρξη των ψυχών, ο πλατωνικός κόσμος των ιδεών κ.λ.π. Αντίθετα, στον τομέα της γνώσης του κόσμου συνεχίζουν σαφώς τους προγενέστερους φιλοσόφους, ακολουθώντας, όπως και εκείνοι, τη μέθοδο της παρατήρησης και του στοχασμού. Αρχίζοντας, ούτως ειπείν, από το χριστιανό Γαληνό, το «διάδοχο του Ιπποκράτη», βρισκόμαστε σε μια εξαιρετικά σοβαρή παράδοση φιλοσοφικών (κοσμολογικών και ανθρωπολογικών) έργων που αποτελεί μέρος της πατερικής γραμματείας. «Τὸ μὲν ἐξεταστικόν τε καὶ θεωρητικὸν ἐδεξάμεθα, ὅσον δὲ εἰς δαίμονας φέρει καὶ πλάνην καὶ ἀπωλείας βυθὸν διεπτύσαμεν» τονίζει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος (Επιτάφιος εις τον Μέγαν Βασίλειον, 11, P.G. 36, 508-509). [Πολλά στοιχεία για την επιστήμη στο Βυζάντιο δες εδώ]
Αυτή είναι η διάκριση φιλοσοφίας και θεολογίας στον πατερικό χώρο, η διάκριση μεταξύ γνώσης του κόσμου και γνώσης του Θεού. Απορρίφθηκε η παρέμβαση του ενός χώρου στον άλλο, δηλαδή η απόπειρα κατοχής του Θεού με τα εργαλεία της φιλοσοφίας, ενώ η προσπάθεια της θεσμικής Εκκλησίας να ποδηγετήσει την επιστημονική έρευνα ήταν κάτι άγνωστο στον πατερικό χώρο. Συνέβη μόνο στη διαστρεβλωμένη χριστιανοσύνη του ευρωπαϊκού μεσαίωνα, στην οποία, σημειωτέον, η αρχαία πατερική παράδοση αγνοήθηκε, γι’ αυτό αγνοήθηκε και κατά την επιστημονική επανάσταση των νεώτερων χρόνων, με συνέπεια να απορριφθεί ο χριστιανισμός ως συνώνυμο της πνευματικής τρομοκρατίας και του σκοταδισμού.
 
 
imageoneΕικόνες αρχαίων φιλοσόφων στην ιστορική μονή Bachkovo της Βουλγαρίας (φωτο & άρθρο εδώ - δες ΚΙ ΑΛΛΕΣ εδώ)


Στο θέμα της δημιουργίας του κόσμου, ο Μέγας Βασίλειος (Εις την Εξαήμερον, Ομιλία Β΄, 3, P.G. 29, 33 [ολόκληρο εδώ]) θεωρεί ότι η Γένεση όχι μόνον δεν περιγράφει λεπτομερώς τη δημιουργία, αλλά και λειτουργεί ως προτροπή για επιστημονική (κατά την εποχή του, φιλοσοφική) έρευνα:
«Ειπών, Εν αρχή εποίησεν ο Θεός τον ουρανόν και την γην, πολλά απεσιώπησεν, ύδωρ, αέρα, πυρ, τα εκ τούτων απογεννώμενα πάθη× … παρέλιπε δε η ιστορία, τον ημέτερον νουν γυμνάζουσα προς εντρέχειαν, εξ ολίγων αφορμών παρεχομένη επιλογίζεσθαι τα λειπόμενα» (γράφοντας “Στην αρχή ο Θεός δημιούργησε τον ουρανό και τη γη”, πολλά αποσιώπησε, το νερό, τον αέρα, τη φωτιά [τα στοιχεία της φύσεως κατά τους αρχαίους] και τις ενώσεις που προέρχονται απ’ αυτά…· τα παρέλειψε δε η διήγηση, για να γυμνάσει το δικό μας νου, κάνοντάς μας από μικρές αφορμές να ανακαλύψουμε τα υπόλοιπα).
Το βιβλίο λοιπόν της Γένεσης δεν είναι βιβλίο κοσμολογίας ούτε βιολογίας. Δε θέλει να δώσει γνώση του πώς δημιουργήθηκε ο κόσμος, αλλά να θέσει κάποιες θεολογικές αρχές, με βάση τις οποίες προτείνει την κατανόηση του κόσμου, του ανθρώπου και της σχέσης ανθρώπου-κόσμου και ανθρώπου-Θεού. Τέτοιες αρχές είναι π.χ. ότι δεν υπάρχουν πολλοί θεοί, αλλά ένας, ότι τα άστρα, η γη, τα ζώα, τα δέντρα κ.τ.λ. δεν είναι θεοί, αλλά δημιουργήματα, ότι ο άνθρωπος δημιουργήθηκε κατ’ εικόνα Θεού, ως κωρωνίδα της κτίσεως, ότι ξεκίνησε από μια ζωή γνώσης του Θεού και σχέσης μ’ Αυτόν, αλλά κατόπιν Τον αποστράφηκε με ολέθριες συνέπειες, κ.τ.λ.
Εδώ ίσως είναι το κατάλληλο σημείο για να επισημάνουμε την τεράστια διαφορά των ανθρωπολογικών ιδεών της Βίβλου, τις οποίες προαναφέραμε, με τις αντίστοιχες των αρχαίων ανθρωπογονικών μύθων. Κατά τη βαβυλωνιακή μυθολογία π.χ., όπως εκφράζεται στο έπος Ενούμα Ελίς, ο Μαρδούκ έπλασε τους ανθρώπους από το κομμένο κεφάλι του Έα, για να υπηρετούν τους θεούς, και τους έκανε αδύναμους και προπαντός θνητούς, για να μη μπορούν να τους απειλήσουν• κατά την ελληνική μυθολογία, όπου ούτως ή άλλως οι θεοί δεν αγαπούν τους ανθρώπους, εκτός από τους ευνοούμενούς τους, ο Δίας τους αποκλείει ζηλότυπα από τη φωτιά και τιμωρεί τον Προμηθέα –το μόνο αληθινό φίλο, και κατά μία εκδοχή δημιουργό, των ανθρώπων– με τη γνωστή σαδιστική ποινή.
Αντίθετα, κατά τη Βίβλο, ο άνθρωπος πλάστηκε κατ’ εικόνα του Θεού, προορισμένος όχι για να υπηρετεί το Θεό (που είναι ανενδεής, αντίθετα από τους θεούς του πολυθεϊσμού), αλλά για την αθανασία, την οποία έχασε από δική του ευθύνη, ενώ κατά τη χριστιανική ερμηνεία της βιβλικής αφήγησης, ο Θεός όχι μόνο δεν τιμώρησε τον άνθρωπο, αλλά έγινε ο Ίδιος άνθρωπος και αφέθηκε να γευτεί το ποτήρι της κακίας του πλάσματός Του για να το σώσει (πρβ. κατά Ιωάννην 3, 14-17, Γαλάτας 4, 1-7, Φιλιππησίους 2, 6-8, Α΄ Ιωάννου 4, 7-11, κ.λ.π. [Για τις παραπομπές στην Καινή Διαθήκη μπες εδώ]). Όλες οι εντολές του Θεού προς τον άνθρωπο και ο αγώνας του ανθρώπου για την τήρησή τους αποσκοπεί όχι σε κάποια «υπηρεσία προς το Θεό», αλλά στην κάθαρση της καρδιάς του ανθρώπου από τα πάθη και στην ύψιστη τιμή της ένωσής του με το Θεό, αφού ο Χριστός ήδη ανύψωσε την ανθρώπινη φύση με την ανάληψή Του και «την κάθισε στα δεξιά του Θεού».

Χριστιανικές ιδέες περί ανθρώπου

Κατά το σύγχρονο άγιο Ιουστίνο Πόποβιτς:
«είναι ευαγγέλιο, παναληθινό ευαγγέλιο –όχι δικό μου, αλλά των αγίων του Θεού– ότι ο άνθρωπος είναι ένα μεγάλο μυστήριο, ιερό μυστήριο του Θεού. Τόσο μεγάλο και τόσο ιερό, ώστε ο ίδιος ο Θεός έγινε άνθρωπος για να μας ερμηνεύσει όλο το βάθος του ανθρώπινου μυστηρίου. Η αλήθεια του ευαγγελίου, η παναλήθεια, είναι ότι ο Θεός έγινε άνθρωπος για να κάμει τον άνθρωπο θεό κατά χάριν. […] Κατ’ ουσίαν, ο αγώνας για το Θεάνθρωπο είναι αγώνας για τον άνθρωπο».
Η ιδέα αυτή συναντά την άποψη του π. Νικολάου Λουδοβίκου, που, μελετώντας τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή και τους λοιπούς αγίους Πατέρες, αναφέρει ότι μόνο στα έσχατα θα δούμε τι είδους ον είναι πραγματικά ο άνθρωπος. Και προσθέτει:
«Ο Θεός δηλαδή δημιουργεί ακριβώς αυτό που φαίνεται αδιανόητο και αδύνατο: μια πρόθεση απίστευτα και απόλυτα ανεξάρτητα από τη δική Του. Αυτό σημαίνει ότι δεν δημιουργεί έναν αναίσθητο κόσμο αλλά μια απολύτως θεοειδή εικόνα της δικής του ελευθερίας, έναν ίσο εταίρο για μια αιώνια, “επικίνδυνη” συζήτηση. […] (Οι λόγοι των όντων) είναι η θέληση του Θεού ως Λόγου να θέσει τον εαυτό Του σ’ έναν εσχατολογικό διάλογο μ’ έναν πραγματικά θεοειδή συνομιλητή. Όχι να εκπληρώσει την αϊδίως εκπληρωμένη (μέσα στην ενδο-Τριαδική κοινωνία) ουσία Του, αλλά να υπερβεί την ίδια Του την υπερβατικότητα, σε μια διπλή υπέρβαση η οποία Τον καθιστά πιθανώς ανύπαρκτο μέσα στην ελευθερία του Άλλου: αυτό είναι που ονομάζουμε θεία αγάπη» (4).
Ο άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς έχει γράψει γι’ αυτό το περίεργο ον, τον άνθρωπο:
«Κοιτάζοντας από τον ουρανό, τι είναι εκείνο που διακρίνουμε περισσότερο πάνω στη γη; Όχι τα βουνά ούτε οι θάλασσες ούτε οι πόλεις ούτε οι ουρανοξύστες. Είναι ο άνθρωπος. Διότι η θεοειδής ψυχή του ανθρώπου είναι ένας ήλιος επί της γης. Όσοι είναι οι άνθρωποι, τόσοι είναι οι ήλιοι επί της γης. Και καθένας απ’ αυτούς τους ήλιους είναι ορατός από τον ουρανό.  Αγαπημένο θαύμα του Θεού! Η μικρούτσικη γη, ένα αστεράκι από τα πιο μικρά, να χωράει δισεκατομμύρια ήλιους! Μέσα από το χωματένιο σώμα του ανθρώπου λάμπει ο ήλιος! Ο άνθρωπος! Ένας μικρός θεός μέσα στη λάσπη».
Ταξιδεύοντας στη χριστιανική αρχαιότητα αξίζει να σταθούμε σ’ ένα ανθρωπολογικό κρεσέντο του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου:
«[Ο Θεός] δημιουργεί τον άνθρωπο ως πλάσμα από δύο στοιχεία, δηλαδή από ορατή φύση και αόρατη. Και, ενώ πήρε το σώμα του από την ύλη που υπήρχε ήδη, έβαλε μέσα πνοή από τον εαυτό του (που η Αγία Γραφή το ξέρει ως «νοερά ψυχή» και «εικόνα Θεού»). Έτσι τον τοποθέτησε στη γη ως άλλον κόσμο [=άλλο από όλο το υπόλοιπο σύμπαν], μικρό και, μέσα στο μικρό, μεγάλο, άλλον άγγελο, προσκυνητή μικτό, επόπτη της ορατής κτίσης και μύστη της νοερής [=δηλ. γνώστη, μέτοχο της νοερής, της αγιότητας, των αγγέλων κ.τ.λ.], βασιλιά της γης, αλλά με βασιλιά δικό του από πάνω, επίγειο και ουράνιο, πρόσκαιρο και αθάνατο, ορατό και νοερό, ανάμεσα στο μεγαλείο και την ταπεινότητα, τον ίδιο πνεύμα και σάρκα… Πλάσμα που τελειοποιείται εδώ και μεταφέρεται αλλού και –τέρμα του μυστηρίου– θεοποιούμενο με το να στρέφεται προς το Θεό» (5).

Η Βίβλος ως πηγή πληροφοριών προς τον αρχαίο άνθρωπο

Αν και η Γένεση είναι βιβλίο θεολογικού και όχι επιστημονικού ενδιαφέροντος, είναι η πιο κοντινή στη δική μας σκέψη κοσμογονία που μας έρχεται από τον αρχαίο κόσμο. Κατ’ αρχάς θεωρεί τον ουρανό, τη γη και όσα περιέχονται σ’ αυτά –ουράνια σώματα, όρη, θάλασσες και όλα τα όντα– ως απλά μέρη του σύμπαντος και όχι ως θεούς• αυτό και μόνο συνιστά ένα κολοσσιαίο άλμα για τον ανθρώπινο πολιτισμό. Τα θεωρεί βέβαια δημιουργήματα του Θεού κι όχι προϊόντα χαοτικών συμπτώσεων, αλλά αυτό δεν είναι συνετό να μας κάνει να την απορρίψουμε εκ των προτέρων. Μάλλον το λογικό θα ήταν να θέσουμε το ερώτημα: πώς κατέληξε στο συμπέρασμα ο συγγραφέας ότι υπάρχει Θεός;
Όπως κι αν κατέληξε σ’ αυτό το συμπέρασμα, ακόμη κι αν μας είναι αδιάφορο αν έχει δίκιο ή όχι, είναι βέβαιο πως η Γένεση δε γράφτηκε στο γόνατο.
 
imagetwoΟ άγιος και δίκαιος προφήτης Μωυσής -συγγραφέας της Γένεσης- προκαλεί το μίσος των εθνικιστών, που δεν ανέχονται να τιμά η Εκκλησία "Εβραίους προφήτες" κι όχι μόνο Έλληνες! Από την άλλη, κάποιοι κατηγορούν την Εκκλησία για "εθνικισμό" (ο οποίος έχει χαρακτηριστεί αίρεση από τη Σύνοδο του 1872). Ας αποφασίσουν επιτέλους οι αδελφοί... τι είμαστε!

Επιπλέον, μιλάει όχι για μάχες ή ενώσεις μεταξύ ανθρωπόμορφων θεών, που προκάλεσαν κοσμικές ανακατατάξεις, αλλά για έναν αόρατο, υπερβατικό Θεό, κοσμικών διαστάσεων, που με άυλα μέσα, με το λόγο Του, δημιουργεί κλιμακωτά το σύμπαν, τη γη και τελικά τον άνθρωπο. Κλιμακωτά• η πρώτη διατύπωση της θεωρίας της εξέλιξης βρίσκεται στη Βίβλο.
Έτσι, σε μας η Γένεση δεν έχει προφανώς να προσφέρει γνώση για τα γεγονότα της κοσμογονίας, στο κοινό όμως, στο οποίο αρχικά απευθύνθηκε, είχε να προσφέρει και τέτοια γνώση. Για να γίνει κατανοητή η διαφορά, ας θυμηθούμε ότι, στον ίδιο ιστορικό χώρο με τον ποιμενικό πολιτισμό της Βίβλου, η απείρως πλουσιότερη και ισχυρότερη αυτοκρατορία της Βαβυλώνας είχε ένα σύνθετο εξωτικό πολυθεϊσμό και μια τυπική μυθική κοσμογονία, με αποκορύφωμα το διαμελισμό της Τιαμάτ από το Μαρδούκ και το σχηματισμό του ουρανού και της γης από τα κομμάτια της.
Όμως, παραδόξως, οι αναφορές της Γένεσης στα ίδια τα γεγονότα της κοσμογονίας έχουν αναλογίες με τις προτάσεις τις σύγχρονης επιστήμης για το πώς έγιναν τα πράγματα. Οι αναλογίες αυτές είναι δευτερεύουσες και μπορεί να παραπλανήσουν κάποιους, κάνοντάς τους να νομίσουν πως αυτές είναι που πρέπει να τονιστούν, ενώ το ζητούμενο είναι η πρόσκληση του ανθρώπου για την αγιότητα. Έχουν ωστόσο σημασία, γιατί χτυπούν ένα καμπανάκι που λέει ότι θα ήταν καλό να προσέξουμε τη Γένεση.
Το αποκορύφωμα της αναλογίας ανάμεσα στη Γένεση και τη σημερινή επιστήμη είναι η περιγραφή της δημιουργίας των γήινων όντων (κεφ. 1), που ακολουθεί μια σειρά σχηματική βέβαια, αλλά επιστημονικά σωστή:
α) φυτά (χόρτα και δέντρα), β) από το νερό «βγαίνουν» τα ερπετά, τα κήτη και τα πουλιά, γ) από τη γη «βγαίνουν» θηλαστικά και ερπετά (ξανά, γιατί τα πρώτα ερπετά, οι δεινόσαυροι, έχουν χαθεί), δ) δημιουργείται ο άνθρωπος.
Υπάρχει βέβαια μια τερατώδης ανακρίβεια: ο ήλιος, η σελήνη και τα άλλα ουράνια σώματα φαίνεται να δημιουργούνται την τέταρτη μέρα κι όχι την πρώτη, όπως θα περίμενε ο αναγνώστης! Ο Μέγας Βασίλειος δίνει μια θεολογική εξήγηση: ο ήλιος δημιουργείται στο μέσον του δημιουργικού χρόνου, για να μη θεωρηθεί πρωταρχική πηγή του φωτός και δημιουργός της ζωής, δηλαδή θεός (ό.π., Ὁμιλία Στ΄, 2, P.G. 29, 120)..
Μια επιπλέον εξήγηση είναι ότι ο συγγραφέας της Γένεσης, ο Μωυσής, κατά την παράδοση, γράφει σαν παρατηρητής, που βλέπει να γίνονται «ο ουρανός, η Γη και πάντα τα εν αυτή». Ο ίδιος βλέπει τα ουράνια σώματα την τέταρτη μέρα, όταν ξεκαθαρίζει ο ουρανός από τα πυκνά νέφη της εξάτμισης των υδάτων. Γνωρίζει όμως ότι ημέρα και νύχτα υπάρχουν από την πρώτη μέρα (εννοείται ότι οι επτά «ημέρες» δεν είναι 24ωρα: «είτε ημέρα πεις, είτε αιώνας, το ίδιο πράγμα είναι», Μ. Βασίλειος).
Επίσης, η Γένεση και η χριστιανική παράδοση που την ακολουθεί γνωρίζει τη βιολογική συγγένεια του ανθρώπου με τα ζώα: τόσο ο άνθρωπος όσο και τα ζώα δημιουργήθηκαν «ἐκ τῆς γῆς» (από το χώμα, τα υλικά της γης), Γεν. 2, 19. «[Χωρίς το Άγιο Πνεύμα] προὔχει τῶν θηρίων ὁ ἄνθρωπος κατὰ τὴν ἔναρθρον φωνὴν μόνον, τὰ δὲ λοιπὰ τῆς αὐτῆς ἐκείνοις διαίτης ἐστίν, οὐκ ὢν ὁμοίωσις τοῦ Θεοῦ» (Τατιανός ο Σύρος, 2ος αι. μ.Χ.). «Δύο τινῶν κατὰ τὸ ἀκρότατον πρὸς ἄλληλα διεστηκότων, μέσόν ἐστι τὸ ἀνθρώπινον, τῆς τε θείας καὶ ἀσωμάτου φύσεως καὶ τῆς ἀλόγου καὶ κτηνώδους ζωῆς» (άγ. Γρηγόριος Νύσσης). Η διαφορά είναι ότι, κατά τη Γένεση και τους χριστιανούς, ο άνθρωπος δημιουργήθηκε κατ’ εικόνα (πνευματική) και καθ’ ομοίωσιν του Θεού.

Η διαμάχη επιστήμης και πίστης

Η διαμάχη επιστημόνων και θεολόγων ή εκπροσώπων της θεσμικής Εκκλησίας για την προέλευση του σύμπαντος και της γήινης ζωής ταλαιπώρησε την ευρωπαϊκή διανόηση σε όλο το διάστημα των νεώτερων χρόνων. Ήταν μια διαμάχη για την εξουσία της «πίστης» ή του «ορθού λόγου», που ξεκίνησε το μεσαίωνα με τη διεκδίκηση των επιστημόνων να ερευνούν χωρίς το φόβητρο της Ιεράς Εξέτασης.
Τα πρώτα βήματα στην κήρυξη του πολέμου είχαν γίνει από τη Καθολική (παπική) Εκκλησία, με την καταδίκη των προσπαθειών των πρωτοπόρων της νεώτερης αστρονομίας (απαγόρευση από τον πάπα του Περί των περιφορών των ουρανίων σφαιρών του Κοπέρνικου το 1593, καταδίκη του Γαλιλαίου το 1632), ενώ η επιστήμη εκδικήθηκε, αρχικά με τους διαφωτιστές, που συχνά στρατεύθηκαν με ένταση κατά της Εκκλησίας (όπως ο Βολταίρος), και, το 19ο αιώνα, με τη θεωρία του Δαρβίνου, που χρησιμοποιήθηκε ως όπλο στον αγώνα κατά της εκκλησιαστικής αυθεντίας.
Περιττεύει να επισημάνω ότι η «Εκκλησία», ενάντια στην οποία αγωνίστηκαν οι παραπάνω, από ορθόδοξη άποψη είναι μια αιρετική χριστιανική κοινότητα, που διεκδικεί τον τίτλο της Εκκλησίας απλώς λόγω της οικονομικής και πολιτικής ισχύος της και του πλήθους των λαών, στους οποίους απλώνεται η εξουσία της. Ο παπισμός δεν είναι Εκκλησία, πολύ δε περισσότερο δεν είναι η Εκκλησία.
Ωστόσο η θεωρία της Μεγάλης Έκρηξης (Big Bang) για την προέλευση του σύμπαντος ήταν μια έκπληξη: θυμίζει τόσο πολύ την Αγία Γραφή (δημιουργία του κόσμου από το μηδέν), ώστε το 1951 ο πάπας τη χαιρέτισε με ενθουσιασμό! Οι επιστήμονες που την πρότειναν κατηγορήθηκαν ότι την επινόησαν για να «αποκαταστήσουν το χριστιανισμό», που η διεθνής επιστημονική κοινότητα καμάρωνε για την κατάργησή του στα μυαλά των «λογικών ανθρώπων» (6).
 
imagethree
Η θεωρία της εξέλιξης των ειδών θεωρήθηκε βόμβα πολλών μεγατόνων στα θεμέλια του δογματισμού και της δεισιδαιμονίας των χριστιανών, που «επέμεναν ότι ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο σε έξη μέρες», ότι τα πλάσματα της γης εμφανίστηκαν αυτόματα μ’ ένα πανηγυρικό θεϊκό θαύμα και φυσικά ότι «ο Θεός έπλασε από χώμα» ένα πρώτο ζευγάρι ανθρώπων, από το οποίο προέκυψαν όλοι οι υπόλοιποι.
Φυσικά, δέσμιοι των ιστορικών συνθηκών, οι νεώτεροι στοχαστές δεν υποπτεύονταν καν ότι, κατά την άποψη των αρχαίων χριστιανών διδασκάλων, τα ανθρωπομορφικά χαρακτηριστικά του Θεού στη βιβλική αφήγηση πρέπει να νοηθούν αλληγορικά. Όσα ανθρωπομορφικά χαρακτηριστικά αποδίδονται στο Θεό «συμβολικῶς ἐστι λεγεγμένα» (άγ. Ιωάννης ο Δαμασκηνός) και η Βίβλος εκφράζεται έτσι «δι’ ἡμᾶς καὶ τὸ ἀσθενὲς τὸ ἡμέτερον», ώστε «ταύτης ἀξιωθέντες τῆς συγκαταβάσεως, ἀνελθεῖν πρὸς τὸ ὕψος ἐκεῖνο ἰσχύσωμεν» (άγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος) (7). Τι είπα; Δεν υποπτεύονταν καν ότι υπήρχε στο χριστιανισμό η παράδοση αυτή – πολλώ μάλλον, αφού δεν υπήρχαν ίχνη της ούτε στην ακαδημαϊκή θεολογία του καιρού μας, πλην εξαιρέσεων.
Αυτονόητα και η ιστορία του προπατορικού αμαρτήματος θεωρήθηκε μύθος, που μάλιστα βύθισε την ανθρωπότητα σ’ έναν ωκεανό ανυπόστατων ενοχών. Η αλήθεια, όπως την ανακάλυψε η επιστήμη, είναι πολύ πιο απλή: ο άνθρωπος δεν είναι παρά η φυσική και «τυχαία» εξέλιξη ενός έμβιου όντος• ένα είδος του ζωικού βασιλείου, στο οποίο ο εγκέφαλος, εντελώς τυχαία, αναπτύχθηκε υπερβολικά, αυτό είναι όλο.
Βέβαια, αφού ο Θεός είναι «η αρχή του κόσμου» κι εμείς βρήκαμε πώς άρχισε ο κόσμος, «αποδείξαμε» ότι δεν υπάρχει Θεός. «Είμαστε απόγονοι των πιθήκων» στη σκέψη του δυτικού ανθρώπου ισοδυναμεί με το «δεν είμαστε κατ’ εικόνα Θεού» και, σε πιο ακραία περίπτωση, «δεν υπάρχει Θεός ή, κι αν υπάρχει, αποκλείεται να είναι ο χριστιανικός Θεός». Φυσικά, η ιδέα ότι η Μεγάλη Έκρηξη, ο σχηματισμός των γαλαξιών, η εμφάνιση και η εξέλιξη της ζωής έγιναν τυχαία και όχι με το σχεδιασμό ενός ανώτατου Νου, δεν είναι «επιστημονικό πόρισμα» αλλά μεταφυσική ερμηνεία, την οποία διδάσκουν αβασάνιστα πολλοί επιστήμονες επειδή στη σκέψη τους κυριαρχεί μια συγκεκριμένη φιλοσοφία.
Στην πραγματικότητα, η θεωρία της εξέλιξης δεν ήταν πλήγμα κατά του χριστιανισμού, αλλά εξελήφθη ως τέτοιο επειδή ο δυτικός επιστημονικός κόσμος, φέροντας τις αγιάτρευτες πληγές του μεσαίωνα, ένιωθε την ανάγκη να τη δει έτσι. Κατά την εύστοχη παρατήρηση του Μπέρναρντ Σω, «Ο Δαρβίνος είχε την τύχη να ικανοποιήσει κάθε ένα που ήθελε να εξυπηρετήσει τους ιδιοτελείς σκοπούς του» (8).
Από ορθόδοξη σκοπιά, το πρόβλημα έχει λυθεί ήδη από τον 4ο αιώνα μ.Χ., όταν ο μέγας Βασίλειος, ερμηνεύοντας την αρχή της Γένεσης στις περίφημες Ομιλίες εις την Εξαήμερον, με τη βοήθεια όλων των επιστημονικών γνώσεων της εποχής του, είπε:
«Ου γαρ ελαττούται η επί τοις μεγίστοις έκπληξις επειδάν ο τρόπος καθ’ ον γίνεται τι των παραδόξων εξευρεθή»,
ήτοι δεν ελαττώνεται ο θαυμασμός μας για τα μεγαλεία της δημιουργίας όταν ανακαλυφθεί ο τρόπος με τον οποίο έγινε κάποιο από αυτά (Εις την Εξαήμερον, Ομιλία Α΄, 10, P.G. 29, 25).
Συνεπώς, ο Βασίλειος, γιατρός, μαθηματικός και φιλόσοφος ο ίδιος, ανέμενε την εξεύρεση της φυσικής αιτίας όλων των «παραδόξων» της δημιουργίας, δηλαδή την επιστημονική εξέλιξη όπως την ξέρουμε σήμερα• δεν ανησυχούσε, γιατί η θεολογία και η φιλοσοφία στα χρόνια του –και σε όλους τους ορθόδοξους αγίους όλων των εποχών– ήταν δύο επιστήμες με διαφορετική μεθοδολογία, ενώ η νεώτερη δυτική θεολογία, που μεταφέρθηκε και στην Ελλάδα από το 19ο αιώνα και μετά, είναι στην πραγματικότητα φιλοσοφία θρησκευτικού ενδιαφέροντος, η δε προτεσταντική θεολογία δεν είναι παρά ένας κλάδος της φιλολογίας.
["Νεκρός": Για μια ορθόδοξη θεώρηση της επιστημονικής θεωρίας της εξέλιξης προτείνω το site Εξελικτική Δημιουργία].

Θεός και κβαντική φυσική
 
Αν οι ανακαλύψεις της κλασικής περιόδου της επιστημονικής αφύπνισης δεν καταρρίπτουν το χριστιανισμό, οι σύγχρονες εξελίξεις μάλλον τον ενισχύουν. Και τούτο, εκτός των άλλων, γιατί πρώτη φορά ο επιστημονικός κόσμος συνειδητοποιεί ότι υπάρχει μια πλευρά της πραγματικότητας –η πιο θεμελιώδης– απρόσιτη στην ανθρώπινη κατανόηση, καθότι εντελώς διαφορετική από την καθημερινή μας εμπειρία• το σύμπαν, τα δομικά στοιχεία της ύλης και οι νόμοι που τα διέπουν ανακαλύπτονται αλλά δεν κατανοούνται: «αν νομίζεις ότι κατανοείς την κβαντική φυσική» λέει κάποιος φυσικός, «τότε δεν την κατανοείς».


Ο άγιος Λουκάς ο Ιατρός, πρωτοπόρος Ρώσος χειρουργός, καθηγητής του παν/μίο της Τασκένδης, εξορισμένος από τον κομουνισμό. Blog γι' αυτόν εδώ. Άρθρο του περί επιστήμης και θρησκείας εδώ.


Αυτό κάνει τους επιστήμονες πιο ταπεινούς, ώστε τους βλέπουμε έκπληκτοι να πλησιάζουν την ταπείνωση των αγίων, οι οποίοι ποτέ δεν ισχυρίστηκαν ότι κατέχουν ή κατανοούν ή μπορούν να εκφράσουν την ουσία του Θεού. Το σύμπαν λοιπόν δεν είναι ορθολογικό και η πραγματικότητα χωράει πλέον ως ενδεχόμενα τα πάντα, όπως καμπύλες διαστάσεις και παράλληλα σύμπαντα.
Ίσως δεν είναι χωρίς σημασία ότι, υπό το πρίσμα της σύγχρονης επιστήμης, τα θαύματα (ακόμη και η ανάσταση των νεκρών, σε ό,τι αφορά στα σώματα) δεν αποτελούν αναίρεση των φυσικών νόμων, αλλά συνέπεια των δυνατοτήτων ενός Όντος με πλήρη έλεγχο της ύλης, την οποία Εκείνο έχει δημιουργήσει. Είναι το «ἡγεμονικὸν ἐπὶ τῆς κτίσεως», που, κατά τους αγίους Πατέρες, εκτός από ιδιότητα του Θεού, αποτελεί και αρχέγονη ιδιότητα του ανθρώπου απολεσθείσα λόγω του προπατορικού αμαρτήματος, που όμως αποκαθίσταται καθώς προοδεύει στην αγιότητα, δηλαδή προσεγγίζει τον Τριατικό Θεό εν Χριστώ.
Είναι αστείο ότι κάτι παρόμοιο με το Μ. Βασίλειο είπε ο Ρίτσαρντ Φέινμαν, Νόμπελ Φυσικής 1965: «Οι ποιητές λένε πως η επιστήμη διώχνει την ομορφιά των άστρων. […] Η αίσθηση του μυστηρίου δε μειώνεται όταν γνωρίζουμε κάτι περισσότερο• η αλήθεια είναι πολύ πιο όμορφη απ’ όσο τη φαντάζεται οποιοσδήποτε καλλιτέχνης» (9).

Δαρβίνος και Εκκλησία

Ως θεολόγος γνωρίζω κάτι που δε γνωρίζουν οι προκατειλημμένοι κατά του χριστιανισμού συνάνθρωποί μου, είτε είναι «μορφωμένοι» είτε όχι: ότι στα Θρησκευτικά της Β΄ Λυκείου (σελ. 91 του σχολικού βιβλίου) προβάλλεται η θεωρία της εξέλιξης των ειδών ως η τελευταία λέξη της επιστήμης στο ζήτημα της προέλευσης της ζωής. Αν λοιπόν το ελληνικό κράτος, μέχρι το 2010, δεν τη διδάσκει στο μάθημα της Βιολογίας, δε φταίμε εμείς οι θεολόγοι, διότι (πολύ απλά) οι ίδιοι τη διδάσκουμε.
Δεν είναι αλήθεια ότι η Εκκλησία ήταν ή είναι εναντίον της θεωρίας του Δαρβίνου (ή, πιο σωστά πλέον, της θεωρίας για την εξέλιξη των ειδών). Η αλήθεια, όσο παράξενο κι αν φανεί, είναι ακριβώς το αντίθετο: μεγάλο μέρος της επιστημονικής κοινότητας επιτέθηκε στην Εκκλησία, χρησιμοποιώντας τη θεωρία του Δαρβίνου ως σκληρό ιδεολογικό όπλο.
Υποτίθεται ότι, με την επιβεβαίωση της καταγωγής του ανθρώπου από τα πρωτεύοντα θηλαστικά (πιθήκους) και γενικά του ενός είδους ζωής από το άλλο, αυτόματα «αποδεικνυόταν» ότι η Βίβλος λέει ανοησίες για τη Δημιουργία του κόσμου και, ακόμη παραπέρα, ότι «δεν υπάρχει Θεός».
Ήταν επόμενο η Εκκλησία να απαντήσει (μιλάμε βέβαια για τους ρωμαιοκαθολικούς και τους προτεστάντες, ενώ εμείς οι ορθόδοξοι μπήκαμε στο «παιχνίδι» αργότερα, όταν η ιδεολογική διαμάχη ήρθε στη Ρωσία και την Ελλάδα), δεδομένου ότι, όταν δημοσιεύτηκε, η δαρβινική άποψη δεν ήταν παρά μια εύλογη θεωρία, γεμάτη ασάφειες και υποθέσεις. Είναι αλήθεια ότι ήταν περισσότερο ιδεολόγημα παρά επιστημονικά τεκμηριωμένη άποψη – αυτό φάνηκε και από την υποχρεωτική επιβολή της στην αθεϊστική Σοβιετική Ένωση ως μόνης θεωρίας αποδεκτής από το καθεστώς!

Η πρώτη «μάχη»

Ως γνωστόν, από το 18ο αιώνα, ανάμεσα στους διανοούμενους από τις χώρες της δυτικής Ευρώπης αναπτύχθηκαν διάφορες μορφές αθεϊσμού. Για τις αιτίες που τον παρήγαγαν μιλήσαμε στο πρώτο δοκίμιο αυτού του τόμου. Όπως ήταν φυσικό, τον αθεϊσμό, ιδίως τις πιο επιθετικές εκδοχές του, ακολούθησε μια έξαρση της χριστιανικής απολογητικής.
Στη Μεγάλη Βρετανία, διάσημος χριστιανός απολογητής έγινε ο αγγλικανός Ουίλλιαμ Πάλει (1743-1805), που τα βιβλία του Μία άποψη για τη βασιμότητα του χριστιανισμού και Φυσική Θεολογία άσκησαν εξαιρετικά μεγάλη επίδραση το 19ο αιώνα και έγιναν αποδεκτά ακόμη και από τους καθηγητές Φυσικής του Πανεπιστημίου του Καίμπριτζ. Επιστρατεύοντας ένα τεράστιο όγκο παρατηρήσεων, ο Πάλει προσπάθησε να αποδείξει ότι η φύση είναι ένας τέλειος μηχανισμός, προσεχτικά σχεδιασμένος, όπου όλα τα τμήματα εξυπηρετούν κάποιο σκοπό. Αυτό «αποδείκνυε» ότι η φύση έχει δημιουργό, γιατί ένας μηχανισμός δε μπορεί να κατασκευάστηκε «από μόνος του».
Ο Κάρολος Δαρβίνος (1809-1882) ως σπουδαστής είχε γοητευτεί από τη θεολογία του Πάλει. Όμως, κατά τις θρυλικές έρευνές του στις Νότιες Θάλασσες παρατήρησε κάποια στοιχεία, που τον οδήγησαν σε αντίθετους προβληματισμούς: τέτοια στοιχεία ήταν π.χ. η άνιση κατανομή των ειδών στα διάφορα μέρη του κόσμου, καθώς και ότι, όπως έδειχναν τα απολιθώματα, κάποια είδη ζωής είχαν εξαφανιστεί. Επίσης, οι «υποτυπώδεις δομές», όπως οι θηλές των αρσενικών θηλαστικών, έδειχναν ότι ο κόσμος δεν είχε δημιουργηθεί σχεδιασμένος με τόσο προσεχτική λεπτομέρεια όσο ισχυρίζονταν ο Πάλει και οι υποστηρικτές του.
Επομένως, ο κόσμος δεν είναι μια «μηχανή», ούτε και δημιουργήθηκε ακριβώς όπως είναι τώρα. Η διδασκαλία του Πάλει κατέρρεε και, μαζί μ’ αυτήν, η πίστη που προσπαθούσε να υποστηρίξει. Αυτή είναι η μόνη πραγματική αντιπαράθεση του δαρβινισμού με κάποια μορφή χριστιανισμού. Στη συνέχεια, διάφοροι μαχητικοί αθεϊστές επιστήμονες και (προτεστάντες κυρίως) χριστιανοί πήραν τη σκυτάλη υψώνοντας τους τόνους και φτάνοντας σε απίθανα έκτροπα, ιδίως στις ΗΠΑ (10).
Δεν πρέπει να ξεχνάμε πάντως ότι ήδη από το 19ο αι. υπήρξαν χριστιανοί που απέρριψαν τη διαμάχη και όχι μόνο είδαν ευνοϊκά τη θεωρία της εξέλιξης, από επιστημονική σκοπιά, αλλά και την αναγνώρισαν ως συμβατή με τη χριστιανική διδασκαλία για τη δημιουργία. Τέτοιοι άνθρωποι ήταν, για παράδειγμα, ο Φρέντερικ Τεμπλ (1884), μετέπειτα αρχιεπίσκοπος του Καντέρμπουρυ, ή ο διακεκριμένος Αμερικανός βοτανολόγος Άσα Γκρε, 1810-1888 (11). Αυτό όμως αποσιωπάται –τυχαία;– από τους υπέρμαχους του αθεϊσμού. Γιατί; Δεν είναι Εκκλησία εκείνοι που αποδέχονται τη θεωρία της εξέλιξης, αλλά μόνο εκείνοι που την απορρίπτουν;
Σημειωτέον ότι δεν υπάρχει εκκλησιαστική σύνοδος (πολύ περισσότερο, ορθόδοξη σύνοδος), που να έχει αποφανθεί «θεσμικά» για την εξελικτική θεωρία, πράγμα που θα μας επέτρεπε να θεωρήσουμε ότι «η Εκκλησία» την απορρίπτει, ενώ από τους χριστιανούς που εκφράζονται ιδιωτικά, όπως θα δούμε παρακάτω για τον ορθόδοξο χώρο, εκείνοι που την αποδέχονται δεν είναι λίγοι.

Σήμερα;

Σήμερα η θεωρία της εξέλιξης έχει μάλλον τεκμηριωθεί επαρκώς, αν και εξακολουθεί να εμφανίζει κενά, όπως η απότομη έκρηξη της εξέλιξης σε ορισμένες χρονικές περιόδους και η απουσία απολιθωμάτων από πολλά ενδιάμεσα είδη ζωής. Τα κενά αυτά, καθώς φαίνεται, δεν επηρεάζουν την εγκυρότητά της και κάποια στιγμή θα καλυφθούν.
Δυστυχώς όμως πλήθος επιστημόνων διεθνώς συνεχίζει να νομίζει ότι η θεωρία αυτή αποδεικνύει κάτι σχετικά με την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του Θεού. Η επαλήθευση των επιστημονικών θεωριών, κατά τους επιστήμονες, αποτελεί νίκη κατά της θρησκείας, ιδιαίτερα μάλιστα της χριστιανικής.
Από μια άποψη, οι επιστήμονες αυτοί είναι «δικαιολογημένοι», γιατί αγνοούν εντελώς την αρχαία και την ορθόδοξη χριστιανική παράδοση για τη γνώση του κόσμου, τη γνώση του Θεού και τη σχέση μεταξύ «των δύο αυτών γνώσεων». Από την άλλη όμως, είναι απορίας άξιο που δεν βλέπουν τις εξόφθαλμες επιστημονικά σωστές πληροφορίες για τον κόσμο που είναι ενσωματωμένες στη Γένεση, αλλά απολυτοποιούν το συμβολικό στοιχείο και αυτό που οι ίδιοι θεωρούν λάθος χωρίς να ξέρουν πώς ερμηνεύεται και χωρίς να αναρωτιούνται γιατί είναι γραμμένο έτσι ή αλλιώς – στην απώτατη αρχαιότητα, στην οποία γράφτηκε η Γένεση.
Οι επιστήμονες αυτοί (πολλοί είναι σπουδαίοι στον τομέα τους) έχουν πέσει σε δυο μεγάλες πλάνες, που επιβλήθηκαν στη δυτική ανθρωπότητα τους τελευταίους αιώνες, από το Διαφωτισμό και μετά:
Α) ότι το πιο σημαντικό πράγμα είναι η κατάκτηση όσο το δυνατόν πληρέστερης γνώσης για το σύμπαν – επομένως αγνοούν ή αδιαφορούν για τη γνώση του Θεού, και φυσικά και για την απόκτηση της χάρης του Αγίου Πνεύματος (που νομίζουν ότι δεν υπάρχει),
Β) ότι οι μέθοδοι των δυτικών επιστημών είναι οι μόνες κατάλληλες για να αποκτήσουμε γνώσεις σε όλους τους τομείς – έτσι οι «επιστήμες του ανθρώπου», π.χ. η κοινωνιολογία, η ψυχολογία, η κοινωνική ανθρωπολογία, πάσχισαν με κόπο να αναγνωριστούν ως επιστήμες σε ένα επιστημονικό κατεστημένο που θεωρούσε επιστήμες μόνο τις θετικές επιστήμες.
Οι σχολαστικοί, οι φιλόσοφοι της δυτικής χριστιανοσύνης που έφεραν τον τίτλο του «θεολόγου» (ο οποίος με αυτούς πήρε ακαδημαϊκό περιεχόμενο αντί να σημαίνει τον άγιο), υποστήριξαν ότι η γνώση για το Θεό κατακτάται με τη φιλοσοφία. Εξαιτίας αυτού του σφάλματος, οι δυτικοί επιστήμονες και οι μαθητές τους αγνοούν την αρχαία και την ορθόδοξη χριστιανική διδασκαλία, στην οποία αναφερθήκαμε και αλλού, ότι η γνώση του Θεού αποκτάται με την κάθαρση της καρδιάς από τα πάθη και την εγκατάσταση σ’ αυτήν της ανιδιοτελούς αγάπης για όλους και για όλα τα όντα. Αυτή η κάθαρση της καρδιάς είναι το πρώτο στάδιο σε μια πορεία, που συνεχίζεται με στάδια όπως ο φωτισμός του νου (από το Άγιο Πνεύμα) και τελικά η θέωση (αγιότητα), η οποία συμβαίνει εδώ και τώρα (όχι μετά το θάνατο), διαρκεί αιώνια και ταυτίζεται με τον παράδεισο. Η τριπλή αυτή πορεία γνώσης του Θεού είναι δοκιμασμένη και επιβεβαιωμένη χιλιάδες φορές στο χώρο του αρχαίου και του ορθόδοξου χριστιανισμού, όσο και οι επιστημονικές απόψεις στους ακαδημαϊκούς κύκλους.
Στην Ορθόδοξη Εκκλησία η θεωρία της εξέλιξης στο παρελθόν αντιμετωπίστηκε ως ιδεολόγημα από σοβαρούς ερευνητές, όπως ο άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς, ο οποίος την απέρριψε λόγω της επιβολής της από τα αθεϊστικά καθεστώτα της ανατολικής Ευρώπης, οι πατέρες Σεραφείμ Ρόουζ και Ιωάννης Κωστώφ και ο Νικόλαος Βασιλειάδης, οι οποίοι της άσκησαν κριτική σε καθαρά επιστημονική βάση, με τα δεδομένα των δεκαετιών του 1970 και 80. Ας μην ξεχνάμε όμως τα λόγια του π. Σ. Ρόουζ: "οφείλω να δηλώσω μια βασική αλήθεια: η μοντέρνα επιστήμη, όταν ασχολείται με επιστημονικά δεδομένα, όντως γνωρίζει περισσότερα από τους αγίους Πατέρες, και οι άγιοι Πατέρες θα μπορούσαν εύκολα να κάνουν λάθος πάνω σε επιστημονικά δεδομένα" [από εδώ].
Και τότε ακόμη όμως, πολύ περισσότερο σήμερα, συναντάμε πολλούς ορθόδοξους ερευνητές, ενίοτε και επισκόπους, που απορρίπτουν κάθε αντιπαλότητα ανάμεσα στη θεωρία της εξέλιξης και τη χριστιανική διδασκαλία για τη δημιουργία. Ανάμεσά τους ο επίσκοπος Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας, ο επίσκοπος Αλέξανδρος (Mileant) του Μπουένος Άιρες και Νοτίου Αμερικής (ROCOR), ο δρ Ιωάννης Boojamra, ο Kevin Basil Fritts, ο Fr. Gregory Hallam, ο δρ Αλέξανδρος Καλόμοιρος, ο π. Ανδρέας Kuraev, ο π. Γεώργιος Nicozisin, οι Γεώργιος και Elizabeth Theokritoff κ.π.ά. (12), ενώ μια εξαντλητική μελέτη του θέματος, όπως ήδη είπαμε, θεωρώ πως περιέχεται στην αρθρογραφία που δημοσιεύεται στον ιστότοπο http://exeldim.site40.net/.

Επίλογος: ένας παπάς μιλάει

imagefourΟ π. Ιωάννης Ρωμανίδης, καθηγητής των παν/μίων Θεσσαλονίκης και Μπαλαμάντ, θέτει σε σωστές βάσεις το θέμα της "σχέσης" επιστήμης και ορθόδοξης πνευματικότητας. Ας τον ακούσουμε [από εδώ, κεφ. Δ΄ 2]:

Ο θεόπτης γνωρίζει τον Θεόν. Ο φιλόσοφος ή ο επιστήμων ερευνά τα κτίσματα. Ούτε ο φιλόσοφος, ούτε ο επιστήμων δύναται να έχη την περί Θεού γνώσιν του θεόπτου προφήτου, αποστόλου και αγίου, εφ' όσον ο Θεός δεν ομοιάζει με τίποτε από αυτά πού ερευνά μέσω της επιστημονικής του μεθόδου ή της φιλοσοφικής του φαντασίας. Αντιθέτως ο θεόπτης δύναται να είναι ή να γίνη επιστήμων, αλλά όχι όμως μέσω της θεοπτίας.
Ο θεόπης γνωρίζει πως να ετοιμάση τους ανθρώπους δια την θεοπτίαν. Ο επιστήμων γνωρίζει πώς να διδάξη την επιστημονικήν του μέθοδον εις τους μαθητάς του. Ο θεόπτης δύναται να γνωρίζη τον τρόπον ερεύνης των φυσικών φαινομένων, όχι όμως από την θεοπτίαν, αλλά από τον επιστήμονα. Και ο επιστήμων δύναται να γίνη θεόπτης, αλλά όχι μέσω της επιστήμης του, αλλά μόνον μέσω του θεόπτου. Ο θεόπτης δύναται να είναι κατά κόσμον εγγράμματος η αγράμματος. Ο επιστήμων δύναται να είναι κατά Θεόν εγγράμματος η αγράμματος.
Ο θεόπτης είναι θεόπνευστος και ομιλεί απλανώς περί Θεού και οδηγεί αλαθήτως προς τον Θεόν, αλλά δεν είναι αλάθητος εις τα αφορώντα τας θετικάς και αλλάς επιστήμας θέματα, περί των οποίων δύναται να γνωρίζη μόνον όσα γνωρίζουν οι σύγχρονοι του επιστήμονες. Ο επιστήμων όμως ημπορεί να συγχέη τα περί της φύσεως του κόσμου πορίσματά του με τας περί Θεού απόψεις του και να λέγη ανεύθυνα πράγματα, αλλά μόνον φιλοσοφών, εφ' όσον εκφεύγει της αυστηράς του επιστημονικής μεθόδου.
Παρομοίως και ο «θεολόγος» δύναται να ισχυρίζεται επιστημονικάς ανοησίας, αλλά μόνον φιλοσοφών, εφ' όσον εκφεύγει της αυστηράς θεολογικής μεθόδου των θεοπτών.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας είχον την ιδίαν περίπου περιφρόνησιν προς την φιλοσοφίαν, ήτις παρατηρείται σήμερον εις τας θετικάς επιστήμας. Ακριβώς, επειδή εγνώριζον ότι μεταξύ Θεού και κόσμου δεν υπάρχει καμμία ομοιότης, παρεδέχοντο ως την μόνην απλανή γέφυραν εις την περί Θεού γνώσιν τον θεόπτην προφήτην, απόστολον και άγιον, ουδέποτε την φαντασίαν του φιλοσόφου. Δηλαδή η θεολογία της Ρωμαιοσύνης βασίζεται αποκλειστικώς εις την εμπειρίαν της θεώσεως ή της θεοπτίας των θεουμένων. Εις τούτο ακριβώς συνίσταται η καταπληκτική ενότης και ταυτότης εις την θεολογίαν των Πατέρων της Ρωμαιοσύνης. Οι έχοντες την ιδίαν περί Θεού εμπειρίαν έχουν την ιδίαν θεολογίαν μη συγχέοντες αυτήν με τας φαντασιώσεις των φιλοσόφων και με τας περί της φύσεως του κόσμου γνώσεις.
Ούτως η Ρωμαιοσύνη ουδόλως θίγεται από την σύγχρονον επιστημονικήν πρόοδον, αλλά απεναντίας ενισχύεται, αφού αι σταθεραί ιστορικαί απόψεις της περί της ανυπαρξίας των φιλοσοφικών μεταφυσικών συστημάτων απεδείχθησαν πλέον ορθαί.
[...] Το τραγικόν είναι ότι οι μη γνωρίζοντες πλέον την Ρωμαιοσύνην και συγχέοντες την Ορθοδοξίαν με τας θρησκευτικάς παραδόσεις των Ευρωπαίων νομίζουν ότι, ό,τι ισχύει κατά ή υπέρ του ευρωπαϊκού Χριστιανισμού, ισχύει και κατά ή υπέρ της Ορθοδοξίας.
Παραπομπές

(1) Για μια συνολική αποτίμηση των σχέσεων του χριστιανισμού με τη φιλοσοφική, αλλά και τη θρησκευτική πραγματικότητα του ελληνορωμαϊκού κόσμου, βλ., μεταξύ πολλών άλλων, Jean Pépin, «Ελληνισμός και Χριστιανισμός», στο Francois Châtelet (επιμ.), Η Φιλοσοφία, τόμ. Α΄, Από τον Πλάτωνα ώς τον Θωμά Ακινάτη, μτφρ. Κωστής Παπαγιώργης, Γνώση, Αθήνα 1999, και Γ. Ζωγραφίδη, «Βυζαντινή Φιλοσοφία» στο Κ. Ιεροδιακόνου-Σ. Βιρβιδάκης (επιμ.), Ελληνική Φιλοσοφία, Αθήνα, Ανοικτό Πανεπιστήμιο, 1999.
(2) Ως τεκμηρίωση του παρόντος αρκεί μια ανάγνωση των δύο Απολογιών του αγίου Ιουστίνου του Φιλοσόφου (P.G. τ. 6) και του λόγου (στην πραγματικότητα, επιστολής) του Μ. Βασιλείου Πρὸς τοὺς νέους, ὅπως ἂν ἐξ Ἑλληνικῶν ὠφελοῖντο λόγων (P.G. 31, 564 εξ.). Ο Χρυσόστομος προβάλλει ως ηθικά παραδείγματα τον Πλάτωνα και το Σωκράτη, τον Αριστείδη, το Διογένη και τον Επαμεινώνδα (Πρὸς ἄπιστον πατέρα, P.G. 47, 332-348) και άλλοι άλλα.
(3) Βλ. σχετικά Αρχιμανδρίτου Ιεροθέου Σ. Βλάχου, Εκκλησία και εκκλησιαστικό φρόνημα, έκδ. Ι. Μονής Γενεθλίου της Θεοτόκου (Πελαγίας), Λεβαδειά 1990, σελ. 249-279.
(4) π. Νικ. Λουδοβίκου, Θεοποιΐα – Η μετανεωτερική θεολογική απορία, Αρμός 2007, σελ. 14-15. 17.
(5) Λόγος ΜΕ΄, Εἰς τὸ ἅγιον Πάσχα, 7 (P.G. 36, 632). Βλ. και αγ. Γρηγορίου Νύσσης Περὶ κατασκευῆς του ἀνθρώπου και Εἰς τὰ τῆς Γραφῆς ρήματα• Ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ’ εἰκόνα ἡμετέραν καὶ ὁμοίωσιν, Λόγοι Α΄ και Β΄ (P.G. 44, 125-256 και 257-297). Από τη φράση «οἷόν τινα κόσμον δεύτερον, ἐν μικρῷ μέγαν» (βλ. και P.G. 37, 689) πιθανόν έχει εμπνευστεί ο Οδυσσέας Ελύτης τη γνωστή επωδό «Αυτός ο κόσμος ο μικρός ο μέγας».
(6) Simon Singh, Big Bang, εκδ. Τραυλός 2005, σελ. 414-419.
(7) Αγ. Ιωάννη του Δαμασκηνού, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, αγ. Ιωάννη του Χρυσοστόμου, P.G. 53, 102-105. Τα παραθέματα από το επισκόπου Ιερόθεου Βλάχου Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία, Ιερά Μονή Γενεθλίου της Θεοτόκου (Πελαγίας), 82004, σελ. 96, όπου και ενδιαφέροντα σχόλια.
(8) Το παράθεμα από το Νικ. Π. Βασιλειάδη Ο Δαρβίνος και η θεωρία της εξελίξεως, εκδ. Σωτήρ, Αθήνα, κεφ. 12, όπου αναλυτική παρουσίαση της ιδεολογικής χρησιμοποίησης της θεωρίας του Δαρβίνου κατά το 19ο και τον 20ό αιώνα. ["Νεκρός": Δες για το θέμα και εδώ].
(9) Jim Al-Khalili, Quantικά Παράδοξα, Τραυλός 2005, εισαγωγή, σελ. 6-7.
(10) Αναλυτική παρουσίαση βλ. στην εξαίρετη μελέτη του Άλιστερ ΜακΓκραθ, καθηγητή στην Οξφόρδη, Το λυκόφως του Αθεϊσμού, εκδ. «Ουρανός» (σειρά των εκδ. «Ψυχογιός») 2008, κεφ. 4, σελ. 116-157 [απόσπασμα εδώ].
(11) Άλιστερ ΜακΓκραθ, στο ίδιο, σελ. 150-151.
(12) Βλ. http://orthodoxwiki.org/Evolution.

Πηγή: http://o-nekros.blogspot.gr/2010/11/blog-post_4513.html

Κάποτε στην Κωνσταντινούπολή ένας άνδρας είχε κανονίσει μια συνάντηση  με τον  αγίο Ιωάννη τον Χρυσοστόμο. Ο γραμματέας του αγίου, όταν πήγε να αναγγείλει την άφιξη του,  τον βρήκε απασχολημένο  με κάποιον άλλον άνδρα, ο οποίο ήταν σκυμένος κοντά στο αυτί του αγίου και του υπαγόρευε κάτι, ενώ  ο άγιος έγραφε σε χαρτί αυτά που άκουγε. Ο γραμματέας δεν θέλησε να τους ενοχλήσει και είπε στον επισκέπτη να περιμένει. Κάθε φορά  που πήγαινε,  τους έβλεπε σε αυτή την εργασία. Στο τέλος ο επισκέπτης αγανάκτησε και έφυγε. Όταν βρήκε   τον άγιο μόνο, του ανέφερε για τον επισκέπτη που  έφυγε. Ο   άγιος Ιωάννης τότε τον ρώτησε γιατί  δεν τόν πέρασε αμέσως στο γραφείο και αυτός δικαιολογήθηκε  ότι δεν ήθελε να τον ενοχλήσει στην εργασία που είχε με τον άλλον άνδρα. Ο Χρυσοστόμος του αποκρίθηκε ότι  δεν υπήρχε  κανένας άλλος   μέσα στο γραφείο του όλη αυτή  την ώρα και ότι ήταν μόνος.

Λέγεται ότι ο άνδρας αυτός ήταν ο Απόστολος Παύλος που  εκείνη των ώρα υπαγόρευε στο άγιον Ιωάννη τον  Χρυστοστομο την ερμηνεία των επιστολών του. Γι'αυτό το λόγο, σε ένδειξη σημείου και   θαύματος αυτού του γεγονότος, το αυτί του αγίου Ιωάννου είναι μέχρι σήμερα άφθαρτο και βρίσκεται στην Ιερά Μονή Βατοπεδίου του Αγίου Όρους.

Το δεξί χέρι του Αγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου το οποίο έχει σχήμα ευλογίας και παραμένει και εκείνο άφθορο(διακρίνονται το δέρμα και τα νεύρα) ευρίσκεται στη Ιερά Μονή Φιλόθεου του Αγίου Όρους και η κνήμη του Αγίου στην Ιερά Μονή Παντοκράτορος του Αγίου Όρους.

Πηγή: http://talantoblog.blogspot.gr/2011/11/blog-post_3042.html

Ο  Γέροντα Αμβρόσιος είχε την ευλογία να δει και να συνομιλήσει πολλές φορές,- ο Θεός ξέρει πόσες- με τον Άγιο Νεκτάριο. Δυο φορές από όσο ξέρω εγώ τον γλύτωσε από το χειρουργείο. Πάντα τον έκανε καλά την παραμονή της εγχειρίσεως,  κι αφού τον είχε αφήσει να αγωνιστεί, σε αφόρητους πόνους, με υπομονή, και χωρίς να διαμαρτύρεται καθόλου. Μόνο προσευχόταν και δόξαζε τον θεό,συνέχεια. Την πρώτη φορά, έγινε στην Ελβετία όταν τον πήγε ο εκεί Επίσκοπος για καλύτερη θεραπεία. Η εξέταση έδειξε πέτρα σε μέγεθος καρυδιού, που μόνο με εγχείρηση τότε μπορούσε να βγει. Διηγιέται ο γέροντας:΅Την παραμονή, του χειρουργείου, το βράδυ, και ενώ ήμουν μόνος στο δωμάτιο του νοσοκομείου εμφανίστηκε ένας μοναχός.Ο Άγιος Νεκτάριος. Μου είπε: Μπορείς να βγεις έξω να μιλήσουμε;  Βγήκαμε, λοιπόν, στο διάδρομο και καθίσαμε. Κάπου 15 λεπτά μιλούσαμε, για διάφορα, και του είπα και για το χειρουργείο και για την πέτρα στο νεφρό. Αφού με ενθάρρυνε με ευλόγησε και έφυγε΅.

Φεύγοντας ο Άγιος Νεκτάριος του ήρθε διάθεση ούρησης και ούρησε σε ένα μικρό λεκανάκι, με τρομερούς πόνους. Τότε βγήκε μαζί με τα ούρα και πέτρα σε μέγεθος καρυδιού.(Την έχω δει). Με  μία χαρτοπετσέτα την πήρε και την έβαλε στο συρτάρι του κομοδίνου.

Την επομένη θα γινόταν ή εγχείριση. Έρχεται ο Ελβετός γιατρός και του λέει: Ετοιμάσου για το χειρουργείο. Εκείνος του απάντησε ότι δεν χρειάζεται  χειρουργείο. Και όπως χαρακτηριστικά είπε: Άνοιξα το συρτάρι και του έδειξα την πέτρα΅. Όταν την είδε, είπε ο γιατρός.
Εσείς οι Ορθόδοξοι έχετε ζωντανή πίστη, εμείς την νοθεύσαμε. Το χειρουργείο δεν έγινε, και ή πέτρα παραμένει στο μοναστήρι του Δαδιού μέχρι και σήμερα...

Την δεύτερη φορά που ο Άγιος Νεκτάριος έκανε το θαύμα του, ήταν στον Ευαγγελισμό, από ειλεό.(Στρίψη εντέρου) Θυμάμαι πως το κρεβάτι του ήταν σε μεγάλο θάλαμο απέναντι από την τουαλέτα, και δίπλα στην πόρτα, που έκαναν ακόμα πιο δύσκολη την κατάσταση μια και ησυχία δεν υπήρχε στιγμή.Αρνήθηκε επίμονα  όμως να μεταφερθεί σε άλλο δωμάτιο  ,που πνευματικά του παιδιά με πολύ αγάπη  ήθελαν να πληρώσουν και να του το προσφέρουν.Επισκεπτόμουν καθημερινά τον Γέροντα, πηγαίνοντας την Γερόντισσα Παρθενία στο νοσοκομείο για να του κάνει παρέα. Η υπομονή του ήταν κάτι το εξωπραγματικό. Νηφάλιος και ήρεμος με κόμπους ιδρώτα στο πρόσωπό του, όταν τον έπιαναν οι πόνοι, δεν διαμαρτυρήθηκε ούτε λεπτό, μόνο δόξαζε το θεό.Απαντούσε σε ότι τον ρωτούσαν οι επισκέπτες σαν να μην είχε κανένα δικό του πόνο. Την ημέρα της εγχειρήσεως πήγαμε πρωί, και τον είδαμε  περιχαρή να μας διηγιέται   πώς πήγε ο Άγιος Νεκτάριος το βράδυ, και έβλεπε το έντερο του που το έβγαλε έξω, και με τα χέρια του, το ξεδίπλωσε, και το έβαλε μέσα, στο σώμα του....
Βέβαια καμιά εγχείρηση δεν έγινε, τον πήραμε στο σπίτι, δοξάζοντας τον Θεό, γεμάτοι χαρά και ευγνωμοσύνη...

Η κ. Ρ.Π. διηγείται: Το 1973 μου έτυχε ένα ατύχημα. Περπατώντας έπεσα και χτύπησα πολύ άσχημα, τραντάχτηκε όλο το σώμα μου. Εκείνη την ώρα δεν έδωσα σημασία. Εργαζόμουν ως γραμματέας σε μια κλινική. Πήγα στη δουλειά μου και οι νοσοκόμες καθάρισαν τις πληγές. Την άλλη μέρα αδύνατο να σηκωθώ από το κρεβάτι μου. Είχα φρικτούς πόνους στη μέση. Με πήρε ο αδελφός μου και πήγαμε στο γιατρό. Κάναμε ακτινογραφία και ο γιατρός Χ. είπε χαρακτηριστικά:

- Καραμπινάτη η ζημιά την οποία έπαθε. Έχουν τόσο διαλυθεί οι σπόνδυλοι 04-05 και ο δίσκος έχει κάνει αιματώματα, που δεν ξέρω πως θα γίνει καλά. Έχω ένα φίλο γιατρό Γερμανό ο οποίος θα μπορεί να μας πει περισσότερα.

 Έδειξε τις ακτινογραφίες στο Γερμανό γιατρό κι εκείνος είπε ότι δεν μπορεί να γίνει τίποτα. Μου συνέστησαν ακινησία και μου έδωσαν μια ζώνη με σιδερένιες λάμες. Γύρισα στο σπίτι, έπεσα στο κρεβάτι, αλλά πονούσα φοβερά. Κανένα παυσίπονο δεν με ανακούφιζε. Παρακαλούσα όλους τους αγίους, πότε τον ένα, πότε τον άλλο να με βοηθήσουν. Μια μέρα θυμήθηκα τον πνευματικό μου πατέρα, τον π. Αθανάσιο [το Χαμακιώτη] και τον παρακάλεσα θερμά.

-       Εσύ που είσαι στον ουρανό, εσύ που είσαι κοντά στο Θεό, ρίξε μια ματιά στο Μαρουσάκι (έτσι το λεγε πάντα)· η ματιά σου αυτή θα με βοηθήσει, θα μπορέσει να μου γλυκάνει τους πόνους.

Είπα και άλλα παρόμοια, έκλαψα και παίρνοντας ένα παυσίπονο χάπι κοιμήθηκα. Η απάντηση του γέροντα ήταν άμεση.

Είδα ένα ολοζώντανο όνειρο ότι βρισκόμουν στη Νερατζιώτισσα και καθόμουν σε καρέκλα στο αριστερό παραθυράκι. Σε μια στιγμή ανοίγει η Ωραία Πύλη και βγαίνει ο π. Αθανάσιος. Φορούσε την καλή του στολή και κρατούσε μια μεγάλη σύριγγα με κόκκινο υγρό σαν αίμα. Μου είπε:

- Έλα παιδί.

Και ετοιμάστηκε να μου κάνει την ένεση στο πόδι. Εγώ ντρεπόμουν, σήκωσα λίγο τη φούστα μου και μου έκανε την ένεση στο γόνατο. Την ώρα εκείνη ένιωσα τον πόνο και το υγρό να μπαίνει στο πόδι μου. Μόλις τέλειωσε μου είπε:

- Έλα παιδί, από τη στιγμή αυτή είσαι καλά και δεν θα κάνεις καμία επέμβαση, ούτε στο εξωτερικό θα πας.

Γύρισε και μπήκε στο ιερό από την Ωραία Πύλη.

Όταν μετά από λίγο ξύπνησα, είπα να δοκιμάσω. Κινήθηκα λίγο και δεν πονούσα. Άρχισα να λύνω τη ζώνη, ελευθερώθηκε το σώμα μου και σηκώθηκα σιγά σιγά. Κάθισα στο κρεβάτι και στο σημείο που έγινε η ένεση διέκρινα ένα σημάδι, που υπάρχει μέχρι σήμερα. Άρχισα να κλαίω και να ευχαριστώ τον παππούλη, γιατί κατάλαβα ότι έγινα καλά. Περπάτησα μέσα στο σπίτι και όταν με είδαν οι δικοί μου τρόμαξαν.

- Τι κάνεις εκεί; Μου είπαν.

- Είμαι καλά. Ο π. Αθανάσιος με έκανε καλά!

Ο αδελφός μου πήρε τηλέφωνο το γιατρό, ο οποίος είπε αμέσως να πάμε εκεί. Πήγαμε, βγάλαμε ακτινογραφίες. Δεν υπήρχε τίποτα, καμία βλάβη. Η μέση μου είχε επανέλθει και ήταν όπως πριν. Μετά από μια βδομάδα πήγα στον τάφο του και έκλαψα πολύ, ευχαριστώντας τον»

(Αντωνοπούλου Νεκταρίου π., Ιερομόναχος Αθανάσιος Χαμακιώτης, εκδ. Ακρίτας σελ 312. στο «Τα θαυμάσια του Θεού» αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ σελ. 170-172)

«Οσο περισσότερο γνωρίζει κανείς το Θεό τόσο περισσότερο γνωρίζει και τον εαυτό του και όσο περισσότερο γνωρίζει τον εαυτό του, τόσο περισσότερο γνωρίζει και το Θεό»
 
«Για την αναγκαιότητα της μελέτης του Ευαγγελίου, ο Γέροντας Ιερώνυμος έλεγε:
«Ένα σπίτι ολόκλειστο, έχει σκοτάδι. Αν ανοίξεις το παράθυρο, βλέπεις τα μεγαλύτερα αντικείμενα. Αν το ανοίξεις περισσότερο και μπει φως, διακρίνεις και τα μικρότερα πράγματα. Όταν μπει μέσα ο ήλιος, βλέπεις και τη σκόνη που αιωρείται. Το ίδιο συμβαίνει και στην ψυχή, που δέχεται το φως του Ευαγγελίου. Βλέπει και τις μικρότερες αμαρτίες»
(Διδαχές Γερόντων,π.Διονυσίου Τάτση, σελ.69)
 
«Όπως η ηλιακή ακτίνα εισχωρώντας μέσα στο σπίτι από κάποια τρύπα, τόσο πολύ το φωτίζει ολόκληρο, ώστε να διακρίνει κανείς και την πιο λεπτή σκόνη που αιωρείται, έτσι και ο φόβος του Θεού, εισερχόμενος στην καρδιά του ανθρώπου, της φανερώνει όλα τα αμαρτήματά της».
(Κλιμαξ, αγίου Ιωάννου Σιναϊτη, ΕΠΕ, σελ. 471-473)
 
«Όχι μόνο γνωρίζουμε το Θεό μέσω του Ιησού Χριστού, αλλά και τον εαυτό μας μόνο διαμέσου του Χριστού τον γνωρίζουμε. Γνωρίζουμε τη ζωή, το θάνατο μόνο μέσω του Ιησού Χριστού. Εκτός Χριστού δεν ξέρουμε ούτε τη ζωή μας ούτε το θάνατό μας, ούτε το Θεό ούτε τον εαυτό μας.
Έτσι χωρίς την Αγία Γραφή, που έχει ως επίκεντρο μονάχα τον Ιησού Χριστό, δε γνωρίζουμε τίποτα, και το μόνο που βλέπουμε είναι σκοτάδι και σύγχυση τόσο μέσα στη φύση του Θεού όσο και στη δική μας φύση»
(Πασκάλ Μπλεζ, Σκέψεις αριθμ. 729, εκδ. Καστανιώτη σελ. 328)
 
«…Δεν είναι καθόλου ευχάριστο να δει κανείς τον εαυτό του «φτωχό», να έρθει σε επίγνωση της τυφλότητάς του. Είναι αφόρητα μεγάλος ο πόνος να ακούσω την καταδίκη μου σε θάνατο, για το ότι βρίσκομαι σε τέτοια κατάσταση. Εν τούτοις μπροστά στα μάτια του Δημιουργού μου είμαι μακάριος, χάρη ακριβώς σ’ αυτή τη γνώση της μηδαμινότητάς μου (βλ. Ματθ. 5,3). Η πνευματική αυτή όραση συνδέεται με την «βασιλεία των ουρανών» που αποκαλύφθηκε σε μας.
Οφείλω να ιδώ το Χριστό «όπως είναι» για να παραβάλω τον εαυτό μου με Εκείνον και από αυτή τη σύγκριση να αισθανθώ την α-μορφία μου. Δεν μπορώ να γνωρίσω τον εαυτό μου, εάν δεν έχω μπροστά μου την αγία Μορφή Του.
Ισχυρή ήταν, και παραμένει ακόμη, η αποστροφή μου προς τον εαυτό μου. Αλλά από αυτή τη φρίκη γεννήθηκε σε μένα προσευχή ιδιαίτερη απογνώσεως, που με βύθισε σε θάλασσα δακρύων. Πουθενά δεν διέκρινα τότε οδούς για θεραπεία μου. Μου φαινόταν ότι η ασχήμια μου ήταν αδύνατον να μεταποιηθεί σε ομοίωση προς το κάλλος Του».      
(Γέροντας Σωφρόνιος του Έσσεξ, Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί σελ. 92)
 
Θεέ μου,
Κάνε με να βλέπω τον εαυτό μου,
όχι με τα μάτια τα δικά μου, αλλά
με τα μάτια των φίλων μου, για να τον διορθώνω.
Με τα μάτια των εχθρών μου, για να τον προστατεύω.
Με τα μάτια τα δικά Σου, τον οφθαλμόν «ως τα πάνθ’ ορά», για να τον ανυψώνω»
(Κωνσταντίνος Κούρκουλας, Στάχυα τομ.Α σελ. 202)
 
«Κάποιος ρώτησε κάποτε έναν Γέροντα:
Όταν ήμουν στον κόσμο, ήμουν καλύτερος. Τώρα που ήρθα στο Μοναστήρι, γιατί είμαι χειρότερος;
Κι εκείνος του απάντησε:
- Αυτό είναι αλήθεια, αδελφέ, διότι στον κόσμο έκανες σύγκριση του εαυτού σου με τους κοσμικούς, ενώ στο Μοναστήρι κάνεις σύγκριση του εαυτού σου με τους αγίους»
(Μιχαήλ Μιχαηλίδη, Αυτογνωσία μέτρο τελειότητας, σελ.64)
 
- μέτρον πάντων όχι ο άνθρωπος αλλά ο Θεάνθρωπος!
 
«…το ανθρώπινο γένος προσπαθούσε να λύσει στην ουσία ένα μόνο πρόβλημα, παμπεριεκτικό πρόβλημα: το πρόβλημα του ανθρώπου. Και από όλους τους πόνους και τα μαρτύριά του σφυρηλάτησε για τον εαυτό του μία υπέρτατη θεότητα, την οποία λάτρεψε ως υψίστη αξία και το ύψιστο κριτήριο των πάντων. Η υπέρτατη αυτή θεότητα είναι: «μέτρον πάντων άνθρωπος», δηλαδή ο άνθρωπος είναι το μέτρο όλων των όντων και πραγμάτων.
Αλλά με τον τρόπο αυτόν η αυτού θεία μεγαλειότης, ο άνθρωπος, δεν έλυσε το πρόβλημα του ανθρώπου. Διότι μετρώντας μέσω του εαυτού του τον εαυτό του, δεν κατανόησε ούτε τον εαυτό του ούτε τον κόσμο γύρω του… Στην πραγματικότητα ματαιοπονούσε: κατόπτριζε κάτοπτρο σε κάτοπτρο. Και τα πάντα συνοψίστηκαν στην συγκλονιστική κραυγή και την ανατριχιαστική εξομολόγηση: «ουδέν εμαυτώ σύνοιδα» (Α Κορ. 4,4). Τίποτα δεν γνωρίζω για τον εαυτό μου: δεν γνωρίζω ούτε τι είναι ο άνθρωπος, ούτε τι είναι ο Θεός, ούτε τι είναι ο θάνατος, ούτε τι είναι η ζωή…
 … Αφ ότου ο Θεός έγινε άνθρωπος, φανερώθηκε ως Θεάνθρωπος και μέσω του σώματός Του-της Εκκλησίας-  παρέμεινε ως Θεάνθρωπος στον επίγειο κόσμο, έγινε Αυτός άπαξ δια παντός η ύψιστη παναξία και το υπέρτατο κριτήριο του ανθρωπίνου γένους, Αυτός ο Μόνος Αληθινός Θεός και ο Μόνος Αληθινός Ανθρωπος, ο Μόνος Τέλειος Θεός και ο Μόνος Τέλειος Ανθρωπος. Ως τέτοιος, Αυτός είναι η μόνη ύψιστη παναξία και το μόνο έσχατο κριτήριο αυτού του ανθρώπου στην ψυχοσωματική του οντότητα και την θεανθρώπινή του δυνατότητα και καθετί είναι ανθρώπινο και του ανθρώπου.
Μόνο με τον Θεάνθρωπο είδε ο άνθρωπος για πρώτη φορά τον εαυτό του τέλειο και αιώνιο. Και γνώρισε τον εαυτό του σε όλα τις διαστάσεις του. Για αυτό λοιπόν η νέα αξιολογική και γνωσιολογική καθολική αρχή του ανθρωπίνου γένους είναι: «μέτρον πάντων ο Θεάνθρωπος».
(άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς, Ανθρωπος και Θεάνθρωπος σελ. 145-146)
 
- Ο Θεός και δείχνει και κρύβει ανάλογα με το συμφέρον μας…
 
«Αν ήξερες τις αμαρτίες σου, θα σου ‘φευγε η καρδιά»
(Πασκάλ Μπλεζ, Σκέψεις, εκδ. Καστανιώτη σελ. 334)
 
«Αν ήξερα τον εαυτό μου, θα το ‘βαζα στα πόδια» (Γκαίτε)
 
«Πολλές φορές ο Θεός κρύβει από τα μάτια μας και τα καλά που έχουμε αποκτήσει, αλλά έρχεται ο επαινέτης, ή καλύτερα αυτός που πλανά, και με τους επαίνους του ανοίγει τα μάτια μας, και αφού ανοίξουν αυτά, εξαφανίζεται ο πλούτος από μέσα μας»
(Κλιμαξ, αγίου Ιωάννου Σιναϊτη, ΕΠΕ, σελ. 339)
 
- Προσευχή για αυτογνωσία
 
Κύριε γνώρισέ μου αυτόν τον άγνωστο.
Ξέρω το όνομά μου, την ηλικία μου, το βάρος μου, το χρώμα των μαλλιών μου, όμως τον εαυτό μου δεν τον γνωρίζω.
Αυτός σε μένα τον ίδιο, παραμένει κρυμμένος και άγνωστος.
Εσύ όμως, Χριστέ μου, που «εξετάζεις νεφρούς και καρδιές» τον γνωρίζεις.
Εσύ γνωρίζεις κάθε άνθρωπο ερχόμενο εις τον κόσμο, «εκ κοιλίας μητρός αυτού».
Εσύ κρατάς στα πλαστουργικά σου χέρια την φωτογραφία του μυστικού και αγνώστου εαυτού μου, σε όλες τις λεπτομέρειες.
Τι δεν θα έδινα να αποκτήσω αυτή τη φωτογραφία Κύριέ μου!
Να την κρατήσω μπροστά στα μάτια μου. Να δω επί τέλους ποιος είμαι.
Μια μυστική φωνή μου λέει πως δεν θα άντεχα να δω τη φωτογραφία μου αυτή.
Και αν την έβλεπα, πως δεν θα μπορούσα να αναγνωρίσω τον εαυτό μου.
Γι’ αυτό Κύριε είμαι ευχαριστημένος που Εσύ, γεμάτος αγάπη για μένα, κρατάς αποκλειστικά δική σου τη φωτογραφία του πραγματικού εαυτού μου.
Γιατί ξέρω πως Εσύ θα δουλέψεις μέσα μου για να αποκαταστήσεις την πραγματική εικόνα του εαυτού μου και να την παρουσιάσεις «μη έχουσα σπίλον ή ρυτίδα… αλλά ίνα η αγία και άμωμος» (προς Εφεσίους 5,27).
Κύριε θέλω να σου δώσω τη δυνατότητα να επεξεργασθείς μέσα μου τον εαυτό μου…
 
«Ω! Πόσο πλήρης τραυμάτων είναι η ψυχή μου και αγνοεί.
Διότι η αλαζονεία δεν αφήνει αυτήν να κατανοήσει τις πληγές της και να σωθεί…
Χάρισέ μου γιατρικό για να θεραπευτώ εντελώς από τις κρυφές μου πληγές»
(όσιος Εφραίμ ο Σύρος, στο Πατερικά Βιώματα, Ιωάννου Κορναράκη σελ. 11)
 
«(Κύριε) Το σπίτι της ψυχής μου είναι στενό, δεν σε χωρά. Μεγάλωσέ το. Είναι ερείπιο. Αναστήλωσέ το. Έχει πολλά που δεν θα σου άρεσαν. Το παραδέχομαι, το ξέρω. Ποιός όμως θα το καθαρίσει; Και σε ποιόν άλλον εκτός από εσένα να φωνάξω: «Καθάρισέ με, Κύριε, από τις κρυφές πληγές μου, απάλλαξε τον δούλο σου από τους εχθρούς»       
(Αγίου Αυγουστίνου Εξομολογήσεις, εκδ. Πατάκη τομ. Β σελ 121)
       
«Εχεις ψυχή μου δουλειά, και μάλιστα, αν θέλεις, μεγάλη.
Εξέτασε τον εαυτό σου ποιά είσαι και πού είσαι στραμμένη,
από πού ήλθες και πού πρέπει να παρουσιαστείς,
αν η ζωή είναι αυτό που ζεις ή κάτι το καλύτερο…
Εχεις ψυχή μου, δουλειά.
Μην κουραστείς από τον κόπο».
(Γρηγορίου Θεολόγου, Επη εις εαυτόν, Γρηγοριανόν Ταμείον σελ. 154)

- Η συνείδηση ως λυχνάρι
«Στο χέρι μας λοιπόν είναι τώρα πια ή να την καταχώσουμε πάλι (τη συνείδηση) ή να την αφήσουμε να λάμπει και να φωτίζει, εάν πειθόμαστε σ’ αυτήν. Διότι, όταν η συνείδησή μας μάς λέγει να κάνουμε τούτο το πράγμα κι εμείς καταφρονούμε, και πάλι λέει κάτι κι εμείς δε το κάνουμε, αλλά συνεχίζομε να την καταπατούμε, άρα την καταχώνουμε και από το βάρος που έχει τοποθετηθεί επάνω της δεν μπορεί πλέον να μας ομιλεί καθαρά• αλλά σαν λυχνάρι που φέγγει ανάμεσα από παραπετάσματα, έτσι αρχίζει να μας δείχνει αμαυρότερα, σχεδόν σκοτεινότερα, τα πράγματα, και, όπως στη περίπτωση νερού θολωμένου από πολλά χρώματα δεν μπορεί κανείς να ξεχωρίσει το πρόσωπό του, έτσι δεν αισθανόμαστε όσα μας λέει η συνείδησή μας, ώστε να νομίζουμε ότι σχεδόν δεν έχουμε καν συνείδηση.
Κανείς όμως δεν υπάρχει που να μη την έχει, διότι, όπως είπαμε ήδη, είναι κάτι θείο και ποτέ δε χάνεται, αλλά πάντοτε μας υπενθυμίζει το οφειλόμενο• απλώς εμείς δεν την αισθανόμαστε, επειδή, όπως είπα, την καταφρονούμε και την καταπατούμε».      
(αββάς Δωρόθεος, ΕΠΕ σελ. 321-323)  
 
- Οι θλίψεις και τα χρόνια φέρνουν αυτογνωσία…
 
«Όπως χαρακτηριστικά γράφει ο Σέρεν Κίρκεγκορ: «Μολονότι ο άνθρωπος είναι ικανός για απίστευτα κατορθώματα και για την απόκτηση ευρύτατων γνώσεων, δεν κατανοεί τον εαυτό του. Τα βάσανα όμως οδηγούν τον άνθρωπο να κοιτάξει μέσα του. Αν το επιτύχει, τότε εκεί, μέσα του, βρίσκεται η απαρχή της αυτό-γνωσίας του και αρχίζει να μαθαίνει».
(Σκοτ Πεκ,Πέρα από το δρόμο το λιγότερο ταξιδεμένο,σελ.104)
 
«Πηγή πολύτιμων πληροφοριών για τον εαυτό μας αποτελούν και τα αρνητικά μας συναισθήματα (άγχος, λύπη, θυμός, μίσος, ζήλεια). Αν τα ευχάριστα συναισθήματά μας χρειάζονται για την ευεξία μας και για την δημιουργικότητά μας, τα δυσάρεστα συναισθήματα μάς ωριμάζουν.
Για να μάθουμε, όμως, πτυχές του χαρακτήρα μας μέσω των δυσάρεστων συναισθημάτων απαιτείται θάρρος και ειλικρίνεια με τον εαυτό μας. Στην εκκλησιαστική γλώσσα αυτό ονομάζεται ταπείνωση»
(π.Βασίλειος Θερμός, Ανθρωπος στον Ορίζοντα, σελ. 73-74)
 
«Είχα δάσκαλο τη θλίψη και με έμαθε πολλά…!
 
«Ο Γέροντας Ευσέβιος, στο τέλος της ζωής του, έλεγε στα περιστοιχίζοντα αυτόν πνευματικά του τέκνα:
«Για μένα τώρα η ζωή είναι μεγάλο βάρος. Αν ζήσω ακόμα, δεν πρόκειται να κάνω πλέον τίποτα άλλο, παρά μόνο να γνωρίσω καλύτερα τον εαυτό μου. Προ ετών είχα την ιδέα ότι γνώριζα τον εαυτό μου, αλλά τα πράγματα με πείθουν ότι δεν τον έχω γνωρίσει καλά»
(Διδαχές Γερόντων, π. Διονυσίου Τάτση σελ.58)
 
«Ελεγε ο αββάς Ματώης: «Όταν ήμουν νεώτερος, έλεγα μέσα μου, ότι δήθεν κάτι καλό κάνω. Τώρα δε όπου γέρασα, βλέπω ότι δεν έχω κανένα καλό έργο στη ζωή μου»
(Γεροντικόν, Είπε γέρων σελ. 168)
 
«Ο διάσημος μουσικοσυνθέτης Γκουνώ –γνωστός στους πολλούς από τη σύνθεσή του «Χαίρε Μαρία»- έλεγε κάποτε:
-  Όταν ήμουν νέος συνήθιζα να λέω: «Εγώ».
Όταν πέρασαν λίγα χρόνια, έλεγα: «Εγώ και ο Μόζαρτ».
Όταν ωρίμασα ως άνδρας έλεγα: «Ο Μόζαρτ και εγώ».
Τώρα όπως όλοι ξέρετε δεν λέω παρά μονάχα: «ο Μόζαρτ».
Η πείρα της ζωής, για όποιον δεν έχει πωρωμένη καρδιά, τον κάνει ολοένα και πιο ταπεινόφρονα».
 
«Καθώς γερνάει κανείς γίνεται πιο συγκαταβατικός:
Δεν βλέπω κανένα σφάλμα που δεν θα μπορούσα να το έκανα και εγώ» (Γκαίτε)
 
«Ο ονομαστός Πέρσης ποιητής και φιλόσοφος Σααδί (1184-1263) διηγούνταν πως κάποτε, όταν ήταν νέος θερμόαιμος και τού άρεσε να δείχνεται σκληρός, έκανε παρατήρηση σε κάποιον ηλικιωμένο συγγενή του, που ήταν γνωστός για τον μαλακό και ήπιο χαρακτήρα του.
Εκείνος τότε του αποκρίθηκε:
- Παιδί μου, κάποτε είχα και εγώ δόντια, που ήταν σκληρά και σταθερά. Μου έπεσαν όμως με τον καιρό. Ενώ η γλώσσα μου, που ήταν μαλακή και ευκίνητη, όπως βλέπεις, μου έμεινε και δεν έπαθε τίποτα»

«Οι μαθητές του Πυθαγόρα συνήθιζαν κάθε βράδυ πριν κοιμηθούνε να επιθεωρούν τη δράση της ημέρας, θέτοντας στον εαυτό τους τρία ερωτήματα.
Πη παρέβην.
Τί δ’ έρεξα.
Τί δε μοι δέον ουκ ετελέσθη.
(Δηλαδή: Πού αμάρτησα. Πώς ενήργησα. Τι έπρεπε να κάνω και δεν το έκανα).
Μετά την εξέταση αυτή και αφού άλλοτε επέκριναν και άλλοτε επαινούσαν τον εαυτό τους, έκλειναν τα βλέφαρά τους σ’ έναν ύπνο γαλήνιο».
(Κωνσταντίνος Κούρκουλας, Στάχυα τομ Β σελ. 205)
 
«Ο άνθρωπος αποκτά το φόβο του Θεού όταν έχει τη μνήμη του θανάτου και τη μνήμη των τιμωριών, και όταν κάθε βράδυ ερευνά τον εαυτό του, πώς πέρασε την ημέρα, και το πρωί πάλι ερευνά πώς πέρασε τη νύχτα….

Διότι οφείλουμε να ερευνούμε τους εαυτούς μας όχι μόνο καθημερινά αλλά και κατά έτος και κατά μήνα και κατά εβδομάδα, και να λέμε• την πρώτη εβδομάδα βαρυνόμουν στο τάδε πάθος• πώς είμαι τώρα; Ομοίως και κάθε έτος να λέμε• πέρυσι νικιόμουν από το τάδε πάθος• τώρα πώς ευρίσκομαι; Και έτσι καθημερινά να γυμνάζουμε τους εαυτούς μας, εάν προκόψαμε λίγο ή είμαστε στην ίδια κατάσταση ή γίναμε χειρότερα»…
«οφείλει ο καθένας να καθαρίζει τον εαυτό του περιοδικά, εξετάζοντάς τον κάθε βράδυ πώς πέρασε τη μέρα και πάλι το πρωί πώς πέρασε τη νύκτα, και μετανοώντας στο Θεό για τις ενδεχόμενες αμαρτίες του.
Αληθινά δε εμείς, επειδή αμαρτάνομε πολύ και είμαστε επιλήσμονες, χρειάζεται και κάθε έξι ώρες να ερευνούμε τον εαυτό μας, πώς περάσαμε και σε τί αμαρτήσαμε, κι ο καθένας μας να λέει μέσα του• μήπως άραγε μίλησα πληγώνοντας τον αδερφό μου; άραγε μήπως τον είδα να κάνει κάτι και τον κατέκρινα και τον εξουθένωσα ή καταλάλησα σε βάρος του;
Άραγε μήπως ζήτησα κάτι από τον κελλαρίτη και δεν μου το έδωσε και γόγγυσα εναντίον του; μήπως το φαγητό δεν έγινε καλό και είπα λόγο και προσέβαλα τον μάγειρα και τον έθλιψα, ή από αηδία γόγγυξα μόνος μου; διότι και μόνος του να γογγύξει κανείς αμαρτία είναι.   Λέγει πάλι• άραγε μήπως μου είπε άλλος από τους αδελφούς λόγο και δεν τον βάσταξα, αλλά εναντιώθηκα σ’ αυτόν;
Έτσι οφείλομε να ερευνούμε τους εαυτούς μας καθημερινά, πώς περάσαμε. Ομοίως οφείλει κανείς να ερευνά τον εαυτό του πώς πέρασε και τη νύκτα».
(αββάς Δωρόθεος, ΕΠΕ, σελ. 343,467-469,479)
 
«Σε κάθε βήμα που κάνεις να εξετάζεις, αν βαδίζεις στην οδό ή μήπως παρεξέκλινες απ’ αυτήν και βαδίζεις σε κανένα μονοπάτι έξω από αυτή».  
(άγιος Ισαάκ ο Σύρος,ΕΠΕ 8Α σελ. 229)
 
«Όταν τελειώσει η ημέρα, ευχαριστούμε το Θεό για όσα αγαθά μας έδωσε ή για όσα επιτύχαμε και εξομολογούμαστε τις παραλείψεις μας, κάθε παράπτωμα θεληματικό ή αθέλητο ή ακόμη και εν αγνοία, με λόγια ή με έργα ή και καρδιακά, για όλα αυτά εκζητούμε το έλεος του Θεού με την προσευχή.
Γιατί η προσεκτική εξέταση και έρευνα των πράξεων του παρελθόντος μάς ωφελεί πολύ, ώστε να μην ξαναπέσουμε πάλι στα ίδια αμαρτήματα. Για αυτό προφήτης Δαβίδ λέει: «Για όσα κακά σκέπτεσθε μέσα σας, το βράδυ στο κρεβάτι σας να μετανοείτε» (Ψαλμ. 4,5)
(Μεγάλου Βασιλείου, Παιδαγωγική Ανθρωπολογία,Χαρώνη   Βασιλείου αριθμ. κειμ. 403)
 
«Άριστος τραπεζίτης είναι εκείνος που κάθε βράδυ μετρά οπωσδήποτε το κέρδος ή τη ζημία της ημέρας.
Και δεν μπορεί να γνωρίζει με ακρίβεια το κέρδος ή τη ζημία, αν δε τα σημειώνει αυτά κάθε ώρα στο σημειωματάριό του• γιατί οι λογαριασμοί της κάθε ώρας παρουσιάζουν τον λογαριασμό της κάθε ημέρας».     
(Κλίμαξ Ιωάννου Σιναϊτη, ΕΠΕ σελ. 145-147)
 
«Κάνε τον λογαριασμό σου… Πώς πέρασε η νύχτα ή η ημέρα. Και αν δεις κάποιο σφάλμα, φρόντισε να το διορθώσεις, με τη βοήθεια του Χριστού»
σιος Βαρσανούφιος)
 
«Να κλεισθείς στο σπίτι σου, να μελετήσεις και να ασκηθείς μαζί με τη γυναίκα σου, με τα παιδιά σου και τους άλλους που συνοικούν μαζί σου• πρώτος εσύ πες στον εαυτό σου• δε θα ασχοληθώ καθόλου ούτε με ιδιωτικά ούτε με δημόσια πράγματα έως ότου διορθώσω τη ψυχή μου».       
(Ιωάννου Χρυσοστόμου, Παιδαγωγική Ανθρωπολογία,Χαρώνη   Βασιλείου αριθμ. κειμ. 1369)
 
- Προσευχή μετά την αυτοεξέταση…
«Σε γέλασα, Λόγε, εσένα την Αλήθεια,
ενώ σού είχα τάξει αγνή την σημερινή ημέρα.
Η νύχτα δεν με υποδέχτηκε ολοφώτεινο.
Προσευχήθηκα ωστόσο και αυτό περίμενα.
Είναι όμως που κάπου σκόνταψαν τα πόδια μου,
διότι ήρθε το σκοτάδι που φθονεί τη σωτηρία.
Φανερώσου και πάλι, Χριστέ μου, και λάμψε το φως μέσα μου»
(Επη εις αυτόν.Ποίημα ΚΕ, Γρηγορίου Θεολόγου, Γρηγοριανό Ταμείο σελ. 155)
 
 «Ο φιλόσοφος Κλεάνθης ασκούσε στις πράξεις του ο ίδιος αυτοκριτική και συχνά ακουγόταν να απευθύνει προς τον εαυτό του επιπλήξεις.
 Όταν λοιπόν τον ρώτησε κάποτε ο Αρίστων ποιόν επιπλήττει, αποκρίθηκε «πρεσβύτη, πολιάς μεν έχοντι, νουν δε μη» (έναν γέροντα, ο οποίος έχει μεν άσπρα μαλλιά, όχι όμως και μυαλό»
(Κ.Δ Γεωργούλη, Ιστορία της Ελληνικής Φιλοσοφίας, σελ.362)
 
- Η ησυχία φέρνει την αυτογνωσία…
 
«αυτός δε ην υποχωρών εν ταις ερήμοις και προσευχόμενος»
(=Αυτός (ο Ιησούς) αποσυρόταν συνεχώς στις ερήμους και προσευχόταν) (Κατά Λουκάν 5,16)
 
«Τίποτα δεν κάνει τον άνθρωπο να αγνοεί τόσο τον εαυτό του, όσο το να είναι προσηλωμένος στα βιοτικά. Και τίποτα πάλι δεν τον κάνει να είναι τόσο πολύ προσηλωμένος στα βιοτικά, όσο το να αγνοεί τον εαυτό του, επειδή αυτά εξαρτώνται το ένα από το άλλο.
Γιατί, όπως ακριβώς αυτός που αγαπάει υπερβολικά την κοσμική δόξα και θεωρεί σπουδαία τα παρόντα πράγματα, και αν ακόμη καταβάλλει άπειρες προσπάθειες, δεν μπορεί να γνωρίσει πραγματικά τον εαυτό του, έτσι και εκείνος που περιφρονεί τα υλικά αγαθά, εύκολα θα γνωρίσει τον εαυτό του. Και όταν γνωρίσει τον εαυτό του, γρήγορα θα προχωρήσει και σε όλα τα είδη της αρετής»
(Ιωάννου Χρυσοστόμου, Παιδαγωγική Ανθρωπολογία,Χαρώνη Βασιλείου αριθμ. κειμ. 1372)
 
«Ο άνθρωπος που άλλο δεν αγαπάει έξω από τον εαυτό του δεν μισεί και τίποτα περισσότερο απ το να μένει μόνος με τον εαυτό του»
«Ολη η δυστυχία του ανθρώπου προέρχεται από το ότι δεν μπορεί να μείνει μια μέρα μόνος, συντροφιά με τον εαυτό του σε ένα δωμάτιο! Πόσα θα είχαν να πουν οι δυο τους!»
(Πασκάλ)
 
«Η μοναξιά είναι το σχολείο της αυτογνωσίας. Γιατί η αυτογνωσία είναι το κανάλι της κάθε γνώσης. Ακόμη και του Θεού. Και όπως λέει ο Λάο-Τσε: «Αν όλο τον κόσμο γνωρίσεις, γνώρισες πολλά. Αν γνωρίσεις τον εαυτό σου, τα έμαθες όλα»
(Μαρώ Βαμβουνάκη, Ο παλιάτσος και η Ανιμα,σελ.91)
 
«Ο μακάριος Θεόφιλος ο Αρχιεπίσκοπος πήγε κάποτε στο όρος της Νιτρίας. Και ήλθε ο αββάς του όρους σ αυτόν. Και τού λέει ο Αρχιεπίσκοπος:
«Τι το πιο πολύ βρήκες σ’ αυτόν τον δρόμο (=της ησυχαστικής ζωής), πάτερ;».
 Τού αποκρίνεται ο γέροντας:
«Το να αιτιώμαι (κατηγορώ) και να μέμφομαι τον εαυτό μου πάντοτε».
Τού λέει ο Αββάς Θεόφιλος:
«Άλλος δρόμος από αυτόν δεν υπάρχει».
 
«Είπε πάλι, στενάζοντας, ο αββάς Ποιμήν:
«όλες οι αρετές εισήλθαν σε αυτό το σπίτι, εκτός από μία αρετή. Και, χωρίς αυτήν, είναι σε δύσκολη θέση ο άνθρωπος».
Τον ρώτησαν λοιπόν, ποιά είναι. Και είπε:
«Το να μεμφθεί ο άνθρωπος τον εαυτό του».
(Γεροντικόν, Είπε γέρων σελ. 100 & 216)
 
«Φεύγω για την έρημο! Πάω να βρω τον εαυτό μου…!»
 
«Τρεις ευσεβείς νέοι, φίλοι μεταξύ τους, ακολούθησαν τρεις διαφορετικούς δρόμους για την αγάπη του Χριστού.
Ο ένας αποφάσισε να αφιερώσει τη ζωή του στο να συμφιλιώνει μεταξύ τους τούς εχθρούς και αντιπάλους. Τον συγκινούσε βαθιά το έργο του ειρηνοποιού.
Ο άλλος, δοσμένος ολόψυχα στην αγάπη του πλησίον, πήγαινε βάλσαμο παρηγοριάς στους δυστυχισμένους.
Ο τρίτος, φλογερός εραστής της ησυχίας, πήγε στη έρημο να ζήσει ξένος και άγνωστος ανάμεσα στους ασκητές και ερημίτες.
Πέρασαν μερικά χρόνια.
Ο πρώτος αηδιασμένος από τις δολοπλοκίες, τις αντιθέσεις, τις διαμάχες των ανθρώπων, που δεν είχαν ποτέ σταματημό, πήγε να βρει το σύντροφό του να δει μήπως εκείνος είχε πιο επιτυχία στο έργο του. Αλλά κι εκείνος ήταν απογοητευμένος. Η δυστυχία και η κακομοιριά των ανθρώπων ήταν τόσο μεγάλη που δεν έφτανε να την ανακουφίσει, καθώς ήθελε.
Και οι δυο μαζί τότε ξεκίνησαν να συναντήσουν τον παλιό τους φίλο, να δουν τι κέρδος είχε εκείνος από την ξενιτεία του. Τον βρήκαν στο ερημητήριό του και αφού του διηγήθηκαν τα βάσανά τους, τον ρώτησαν τι απόκτησε ζώντας τόσα χρόνια αποτραβηγμένος από τον κόσμο.
Εκείνος αντί να τους αποκριθεί με λόγια, έκανε τούτο το παράξενο:
Πήρε ένα δοχείο, το γέμισε νερό και είπε στους φίλους του να κοιτάξουν μέσα.
-  Βλέπετε τίποτα; τους ρώτησε.
-  Νερό ταραγμένο.
Υστερα από λίγο, όταν το νερό είχε ηρεμήσει πια, τους είπε να κανακοιτάξουν μέσα.
Τι βλέπετε;
-  Τα πρόσωπά μας, αποκρίθηκαν εκείνοι.
-  Να, λοιπόν, τι απόκτησα στην ηρεμία της ερήμου, είπε τότε ο ησυχαστής. Βλέπω κάθε μέρα και γνωρίζω καλύτερα τον εαυτό μου, τις ελλείψεις και τις αδυναμίες μου. Αγωνίζομαι να διορθωθώ και ποτέ δεν ένιωσα κόπο και απογοήτευση.
Οι άλλοι δύο συμφώνησαν πως ο ερημίτης είχε δίκιο»
(Γεροντικόν, Θεοδώρα Χαμπάκη σελ.243)

katafigioti

lifecoaching