


Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
ΜΕ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΣΤΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ & ΣΧΟΛΙΑ
(επιμέλεια αρχιμ. Νικόλαος Πουλάδας)
1) Τα νούμερα παραπέμπουν στο τέλος σε σύντομο σχολιασμό της Λειτουργίας από τον αείμνηστο καθηγητή Λειτουργιολόγο Π.Ν. Τρεμπέλα
2) Με ΜΠΛΕχρώμα η μετάφραση. Με ΠΡΑΣΙΝΟχρώμα ο σχολιασμός από Πατέρες κλπ. κάποιων σημείων.
3) Στο τέλος παρατίθεται σχεδιάγραμμα της ιστορικής εξέλιξης της Θ. Λειτουργίας ανά τους αιώνες

ΣΤΗΡΙΞΤΕ ΤΟ ΣΥΣΣΙΤΙΟ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΜΑΣ! ΘΥΜΗΘΕΙΤΕ ΤΟΥΣ ΠΤΩΧΟΥΣ…
¨Ρίχνοντας¨ τ’ όποιο χρηματικό ποσό στο Κυτίο στην είσοδο του Ναού… ή/και…
¨Δίνοντάς¨ το, στους υπευθύνους(1) του ΕΦΤ(Ενορ.Φιλόπτ.Ταμείο)
Προσκομίζοντας ΤΡΟΦΙΜΑ στο Συσσίτιο(3) (ή στο Ναό) προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για την παρασκευή του (ή να διανεμηθούν [σε περίπτωση δυνατότητας] σε όσους τα χρειάζονται)… ή/και…
Αγοράζοντας από καταστήματα τροφίμων ΔΩΡΟΕΠΙΤΑΓΕΣ και προσφέροντας τες στο ΕΦΤ, προκειμένου να δοθούν σ’ όσους τις έχουν ανάγκη… ή/και…
Αναθέτοντας τήν αγορά των ΥΛΙΚΩΝ για το συσσίτιο, στους υπευθύνους(2) του … ή/και…
Αναλαμβάνοντας τα έξοδα (όλου ή μέρους) συγκεκριμένου γεύματος (Όσπρια >200 ευρώ, Μακαρόνια κιμά >230, Κοτόπουλο >330), «Υπέρ Αναπαύσεως» αγαπημένου σας προσώπου, σε συνεννόηση με τους υπευθύνους του (2)… ή/και…
Συμμετέχοντας στους κατά καιρούς περιφερόμενους Δίσκους του Ναού...ή/και
Καταθέτοντας στον Τραπεζικό Λογαριασμό του ΕΦΤ:
Τράπεζα Πειραιώς IBAN: GR 66 0172 0380 0050 3807 5349 683
και επικοινωνώντας έγκαιρα μαζί μας για την έκδοση της νόμιμης απόδειξης.
(1)Υπεύθυνος ΕΦΤ:π.Ιωάννης (τηλ. Ναού 210 9335 460)
(2)Συσσίτιο:κα Μαντώ (τηλ. Συσσιτίου 210 93 50 151,Τρίτη και Πέμπτη πρωί:8.00 με 12.00)
(3)Θέση Συσσιτίου: Θεόγνιδος 10, στο ημιυπόγειο της πολυκατοικίας, πίσω από το Ιερό τού Ναού).
Η ακατάβλητη δύναμη της Εκκλησίας
"Τίποτε δεν είναι ίσο με την Εκκλησία. Τα τείχη τα γκρεμίζουν οι βάρβαροι,
την Εκκλησία, ωστόσο, ούτε οι δαίμονες τη νικούν. Πόσοι και πόσοι δεν
πολέμησαν την Εκκλησία. Όλοι τους χάθηκαν, αυτή όμως εξυψώθηκε πάνω
από τους ουρανούς! Τέτοιο μέγεθος και ιδιότητα έχει η Εκκλησία:
Όταν πολεμείται, νικά· όταν υπονομεύεται, υπερτερεί· όταν εξυβρίζεται,
αποβαίνει λαμπρότερη· δέχεται τραύματα, μα δεν καταπίπτει από τις
πληγές· κλυδωνίζεται μα δεν καταποντίζεται· χειμάζεται, μα δεν ναυαγεί·
παλεύει μα δεν καταβάλλεται· πυγμαχεί, μα δεν νικάται".
(Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Εις Ευτρόπιον B', ΕΠΕ 33, 111)
μδ΄. Είπε πάλι ότι ο Αββάς Ισίδωρος, ο πρεσβύτερος της Σκήτης, μίλησε κάποτε στους μοναχούς και τους είπε: « Αδελφοί, δεν ήλθαμε εδώ για να βρούμε κόπο ; Και τώρα, δεν είναι πλέον κόπος. Εγώ λοιπόν παίρνω την προβιά μου και πηγαίνω όπου είναι κόπος και εκεί βρίσκω ανάπαυση ».
με΄. Ένας αδελφός είπε στον Αββά Ποιμένα: « Αν δώ κάτι, εγκρίνεις να το πώ ; ». Του λέγει ο γέρων: « Είναι γραμμένο : Ός εάν αποκρίνηται λόγον πριν ακούσαι, αφροσύνη αυτώ έστι και όνειδος. Αν ρωτηθής, πές. Αλλοιώς, ας σιωπάς ».
μστ΄. Ρώτησε κάποιος αδελφός τον Αββά Ποιμένα, λέγοντας: « Μπορεί ο άνθρωπος να έχη πεποίθηση για ένα μόνο έργο του ; ». Και του είπε ο γέρων: « Ο Αββάς Ιωάννης ο Κολοβός έλεγε: Εγώ θέλω να πάρω λίγο από όλες τις αρετές ».
μζ'. Είπε πάλι ο γέρων: « Ένας αδελφός ρώτησε τον Αββά Παμβώ αν είναι καλό να επαινή τινάς τον πλησίον. Και του αποκρίθηκε: Καλύτερα είναι να σιωπά ».
μη’. Είπε πάλι ο Αββάς Ποιμήν, ότι, αν κάμη ο άνθρωπος καινούργιο ουρανό και καινούργια γη, δεν μπορεί να αμεριμνήση, ταπεινοφροσύνη και τον φόβο του Θεού, όπως την πνοή οπού βγαίνει από τη μύτη του.
ν΄. Ένας αδελφός ρώτησε τον Αββά Ποιμένα, λέγοντας: «Τί να κάμω;». Του λέγει ο γέρων: «Ο Αβραάμ, όταν εισήλθε στη γη της επαγγελίας, αγόρασε για τον εαυτό του μνήμα και με τον τάφο κληρονόμησε τη γη». Λέγει ο αδελφός: «Τί είναι τάφος;». Και του άπαντά ο γέρων: «Τόπος κλαυθμού και πένθους».
να΄. Ένας αδελφός είπε στον Αββά Ποιμένα: Αν δώσω στον αδελφό μου λίγο ψωμί ή κάτι άλλο, οι δαίμονες το μολύνουν σαν καμωμένο από την ανθρωπαρέσκεια». Του λέγει ο γέρων: «Έστω και αν γίνεται από ανθρωπαρέσκεια, εμείς όμως θα δώσουμε στον αδελφό ό,τι χρειάζεται». Του είπε δε και την εξής παραβολή: «Δυό γεωργοί κατοικούσαν στην ίδια πόλη. Έσπειρε ο ένας και έβγαλε λίγη και ακάθαρτη σοδειά. Ενώ ο άλλος από αμέλεια δεν έσπειρε και δεν έβγαλε τίποτε. Αν έπεφτε πείνα, ποιος από τους δυό θα εύρισκε να ζήση;». Αποκρίθηκε ο αδελφός: «Αυτός όπου έβγαλε λίγη και ακάθαρτη σοδειά». Του λέγει τότε ο γέρων: Έτσι λοιπόν και εμείς ας σπέρνουμε λίγα, έστω και ακάθαρτα, για να μη πεθάνουμε από την πείνα».
νβ’. Είπε πάλι ο Αββάς Ποιμήν, ότι είπε ο Αββάς Αμμωνάς: Ένας έχει όλο τον καιρό στα χέρια του την αξίνα και δεν κατορθώνει να ρίξη κάτω το δένδρο. Ένας άλλος όμως, με πείρα ξυλοκόπος, ρίχνει το δένδρο κάτω μέσα σε λίγο χρονικό διάστημα. Αυτή η αξίνα είναι η διάκριση».
νγ’. Ένας αδελφός ρώτησε τον Αββά Ποιμένα, λέγοντας: «Πώς πρέπει ο άνθρωπος να περάση τη ζωή του;». Του λέγει ο γέρων: «Ας θυμηθούμε τον Δανιήλ, όπου δεν βρέθηκε εναντίον του κατηγορία, έκτος από το ότι λειτουργούσε στον Κύριο και Θεό του».
νδ’. Είπε ο Αββάς Ποιμήν: «Το θέλημα του ανθρώπου τείχος είναι χάλκινο ανάμεσα σ΄ αυτόν και στον Θεό, καθώς και πέτρα προσκόμματος. Αν λοιπόν το εγκαταλείψη τινάς, λέγει και αυτός: Εν τω Θεώ μου υπερβήσομαι τείχος. Αν η εντολή συμπέση με το θέλημα, κοπιάζει ο άνθρωπος».
νε’. Είπε πάλι, ότι ενώ κάθονταν κάποτε κάποιοι γέροντες και έτρωγαν, τους υπηρετούσε ο Αββάς Αλώνιος. Και βλέποντάς τον, τον επήνεσαν. Εκείνος όμως καθόλου δεν μίλησε. Του λέγει λοιπόν ένας ιδιαιτέρως: «Γιατί δεν μίλησες στους γέροντες οπού σε επαινούσαν;». Και του λέγει ο Αββάς Αλώνιος: Αν τους μιλούσα, θα έδειχνα έτσι ότι δεχόμουν τον έπαινο».
νστ’. Είπε πάλι, ότι οι άνθρωποι όλα τα λέγουν και ελάχιστα πράττουν.
νζ’. Είπε ο Αββάς Ποιμήν, ότι, όπως ο καπνός διώχνει τις μέλισσες και τότε χάνεται το προϊόν της εργασίας τους, οπού είναι τόσο γλυκό, έτσι και η σωματική ανάπαυση διώχνει τον φόβο του Θεού από την ψυχή και εξουδετερώνει όλη την εργασία της.
νη’. Ένας αδελφός πήγε στον Αββά Ποιμένα μετά τις δυο εβδομάδες της Τεσσαρακοστής, του εξαγόρευσε τους λογισμούς του και, βρίσκοντας ειρήνη, του είπε: «Παρά λίγο θα συγκρατούσα τον εαυτό μου και δεν θα ερχόμουν εδώ σήμερα». Του λέγει ο γέρων: «Γιατί;». Λέγει ο αδελφός: «Είπα, μήπως, εξ αίτιας της Τεσσαρακοστής, δεν μου ανοίξετε». Του αποκρίνεται ο Αββάς Ποιμήν: Εμείς δεν μάθαμε να κλείνουμε την ξύλινη θύρα, αλλά μάλλον τη θύρα της γλώσσας».
νθ’. Είπε πάλι ο Αββάς Ποιμήν: «Πρέπει να αποφεύγουμε τα σωματικά. Όταν τινάς βρίσκεται κοντά στον σωματικό πόλεμο, μοιάζει με άνθρωπο οπού στέκεται πάνω από πολύ βαθύ λάκκο. Και όταν ο εχθρός του νομίση κατάλληλη την ώρα, εύκολα τον ρίχνει εκεί μέσα. Αν όμως είναι μακριά από τα σωματικά, μοιάζει με άνθρωπο οπού απέχει πολύ από τον λάκκο. Έτσι, όσο και αν προσπαθή ο εχθρός να τον ρίξη, ενώ τον τραβά και του ασκεί βία, ο θεός του στέλνει βοήθεια».
ξ’. Είπε πάλι: «Η πενία και η θλίψη και η στενοχωρία και η νηστεία, αυτά είναι τα μέσα του μοναχικού βίου. Γιατί είναι γραμμένο, ότι, εάν ώσιν οι τρεις ούτοι άνδρες, Νώε, Ιώβ και Δανιήλ, εγώ, λέγει Κύριος. Ο Νώε είναι εκπρόσωπος της ακτημοσύνης, ο Ιώβ του κόπου και ο Δανιήλ της διακρίσεως. Αν λοιπόν υπάρχουν αυτές οι τρεις αρετές στον άνθρωπο, ο Κύριος κατοικεί μέσα του».
ξα’. Έλεγε ο Αββάς Ιωσήφ, ότι, ενώ καθόμαστε με τον Αββά Ποιμένα, ωνόμασε Αββά τον Αγάθωνα. Και του λέμε: «Νεώτερος είναι και γιατί τον ονομάζεις Αββά;». Και είπε ο Αββάς Ποιμήν: «Το στόμα του τον αξίωσε να λέγεται Αββάς».
ξβ’. Ήλθε κάποτε ένας αδελφός στον Αββά Ποιμένα και του λέγει: «Τί να κάμω, πάτερ, όπου θλίβομαι από τη σαρκική αμαρτία; Και να, πήγα στον Αββά Ιβιστίωνα και μου λέγει: Μη την αφήσης για πολύ να σε επηρεάζη». Του λέγει ο Αββάς Ποιμήν: «Ο Αββάς Ιβιστίων έχει ανώτερη, ισάγγελη ζωή και του ξεφεύγει ότι εγώ και συ είμαστε στη σαρκική αμαρτία. Αν κυριαρχήση ο μοναχός στην πείνα και στη γλώσσα και στην ξενιτεία, έχε θάρρος, δεν πεθαίνει».
ξγ’. Είπε ο Αββάς Ποιμήν: «Μάθε το στόμα σου να λέγη ό,τι έχει η καρδιά σου».
ξδ’. Ρώτησε ένας αδελφός τον Αββά Ποιμένα, λέγοντας: Αν δώ φταίξιμο του αδελφού μου, καλά θα κάμω να το σκεπάσω;». Του λέγει ο γέρων: «Την ώρα οπού θα σκεπάσουμε το φταίξιμο του αδελφού μας, θα σκεπάση και ο θεός το δικό μας. Και την ώρα οπού θα φανερώσουμε το φταίξιμο του αδελφού, θα φανερώση και ο Θεός το δικό μας».
ξε’. Είπε πάλι ο Αββάς Ποιμήν, ότι κάποτε ρώτησε τον Αββά Παϊσιο ένας, λέγοντας: «Τί να κάμω με την ψυχή μου, οπού είναι αναίσθητη και δεν φοβάται τον Θεό;». Και του λέγει: «Πήγαινε, προσκολλήσου σε άνθρωπο οπού φοβάται τον Θεό. Και έχοντας συνάφεια μαζί του, θα διδαχθής και συ να φοβάσαι τον Θεό».
ξστ’. Είπε πάλι: Αν δυό πράγματα νικήση ο μοναχός, μπορεί να γίνη ελεύθερος από τον κόσμο». Και είπε ο αδελφός: «Ποιά είναι αυτά;». Και αποκρίθηκε: «Η σαρκική ανάπαυση και η κενοδοξία».
(Είπε Γέρων,Το Γεροντικόν εκδ. Αστήρ, Αθήνα 1996)
Ας σκεφτούμε ότι ο Θεός μάς βλέπει να οικτίρουμε τον εαυτό μας επειδή δεν έχουμε δεύτερο ζευγάρι παπούτσια την ώρα που βλέπει έναν άλλο άνθρωπο να Τον δοξολογεί κι ας βρίσκεται πάνω σε αναπηρικό αμαξίδιο. Βλέπει ότι στενοχωριόμαστε σήμερα που θα φάμε μια απλή μακαρονάδα με τυρί την ώρα που βλέπει σε μια άλλη γωνιά του πλανήτη μικρά παιδιά να Τον ευγνωμονούν που θα φάνε επιτέλους λίγο ψωμί. Βλέπει να απελπιζόμαστε με λίγο πονόδοντο την ίδια ώρα που βλέπει κάποιον άλλο να υποφέρει στο κρεβάτι ενός νοσοκομείου μετά από επώδυνη χημειοθεραπεία να Τον ευχαριστεί που είναι ακόμα ζωντανός. Βλέπει ότι μας τσακίζουν και μας αποδυναμώνουν οι οικονομικές δυσκολίες την ώρα που βλέπει ότι αυτές έγιναν αφορμή για κάποιους άλλους να πάνε πιο κοντά Του και να γίνουν πιο δυνατοί, χαρούμενοι και αισιόδοξοι. Βλέπει να λυπόμαστε τον εαυτό μας που είμαστε μόνοι μας την ώρα που βλέπει κάποιον άλλο να νιώθει γεμάτος και χαρούμενος μέσα στη φαινομενική μοναξιά του γιατί βιώνει την παρουσία Του.
Ας σκεφτούμε ότι δεν είναι οι καταστάσεις που βιώνουμε το πρόβλημα αλλά το πώς εμείς τις αντιμετωπίζουμε… με ή χωρίς Χριστό… γιατί ο Χριστός κάνει τη διαφορά! Και ας αναλογιστούμε τί καταλάβαμε επιτέλους από τη ζωή και τα Πάθη Του; Να λιποψυχούμε στις δυσκολίες; Να σαστίζουμε στις αναποδιές; Να στενοχωριόμαστε υπερβολικά στις απογοητεύσεις μας; Να αποκαρδιωνόμαστε και να χάνουμε την ελπίδα μας εν καιρώ θλίψεων; Μήπως χωλαίνει η πίστη μας; Και γιατί συμπεριφερόμαστε σαν να είμαστε ορφανοί; Ξεχνάμε ότι έχουμε και Πατέρα και Μητέρα στον Ουρανό;
Ο Χριστός θέλει γενναίες ψυχές και είναι η Χάρη Του που αλλοιώνει και ανδρειώνει την ψυχή του ανθρώπου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Απόστολος Πέτρος! Τη νύχτα που συνελήφθη ο Χριστός από τους Ρωμαίους στρατιώτες Τον αρνήθηκε τρεις φορές υποδουλωμένος στο φόβο του. Μετά όμως την Πεντηκοστή οπλίστηκε με τόσο θάρρος και αγωνιστικό φρόνημα που καμία απειλή δεν ήταν ικανή να τον σταματήσει από το κήρυγμα του Ευαγγελίου, ούτε ακόμα και η απειλή του θανάτου! Γιατί ήξερε πλέον ότι ο Αναστημένος Χριστός κατήργησε το θάνατο και ότι αυτός πια οδηγεί στην αιώνια Ζωή!
Από εμάς εξαρτάται αν θα επιτρέψουμε στο Χριστό να μπει και στη δική μας ζωή για να περάσουμε στην απέναντι όχθη… σ’ αυτή που κυριαρχεί το φως, η ελπίδα, η πίστη, η αγάπη, η ειρήνη, η ευγνωμοσύνη και η γενναιότητα ή αν θα παραμείνουμε εκεί που είμαστε διαιωνίζοντας έτσι τα αδιέξοδα μας και τα σκοτάδια μας! Θα αφήσουμε επιτέλους το Χριστό να κάνει τη διαφορά;(Α.Κ.Β)
76. Τι δίδασκε ο Μονοφυσιτισμός;
Ο Μονοφυσιτισμός που βρισκόταν στον αντίποδα του Νεστοριανισμού, επηρεαζόταν αισθητά από τις διαρχικές αντιλήψεις (πνεύμα-ύλη) του Νεοπλατωνισμού και από τις ιδιαίτερες χριστολογικές τάσεις της αρχαίας Αλεξανδρινής Σχολής. Οι ιδέες του είχαν συγγένεια προς τα διδάγματα του Απολλιναρισμού.
Βασικό πρόβλημα της αρχαίας ελληνικής σκέψεως στο χώρο της φιλοσοφίας ήταν ο καθορισμός της σχέσεως μεταξύ πνεύματος και ύλης, μεταξύ του απολύτου (absolutum) και του κόσμου. Δύο δε τρόποι καθορισμού ήσαν δυνατοί: ο μονιστικός, κατά τον οποίο το πεπερασμένο εκλαμβάνεται πανθεϊστικά ως εκδήλωση του άπειρου και αιώνιου, και ο δυιστικός, ο οποίος εκλαμβάνει το αισθητό ως προϊόν πτώσεως, το οποίο πρέπει ν’ απορροφηθεί και ν’ αναλυθεί στο θείο. Οι τελευταίες αυτές ιδέες, ορφικής κυρίως προελεύσεως, υιοθετήθηκαν από τον Πλατωνισμό και τον Νεοπλατωνισμό και επηρέασαν αισθητά τη θεολογική σκέψη του Μονοφυσιτισμού.
Αρχηγέτης της αιρέσεως ήταν ο Ευτυχής, αρχιμανδρίτης της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως. Ο Ευτυχής απέρριπτε την ασύγχυτη και άτρεπτη ένωση των φύσεων στο Χριστό, όπως περί αυτού είχε αποφανθεί η Γ' εν Εφέσω Οικουμενική Σύνοδος. Κατ’ αυτόν το σώμα του Κυρίου ήταν μεν ανθρώπινο, όχι όμως και ομοούσιο με το δικό μας, κάτι που θεωρούσε ανάρμοστο στη θεότητα του Λόγου. Αποδεχόταν όμως τη θέωση της ανθρώπινης φύσεως του Χριστού, την οποία απέφευγε να προσδιορίσει: «φυσιολογείν εμαυτώ ουκ επέτρεπον». Τον ισχυρισμό ότι δεχόταν ουράνιο το σώμα του Χριστού, εχαρακτήριζε ως συκοφαντία.
Ο Ευτυχής, όπως και όλοι οι ομόφρονές του, δέχονταν μία φύση στο Χριστό μετά την ένωση: «ομολογώ εκ δύο φύσεων γεγενήσθαι τον Κύριον ημών προ της ενώσεως, μετά δε την ένωσιν μίαν φύσιν ομολογώ». Κατά τον Θεοδώρητο Κύρου, ο αιρεσιάρχης μιλούσε ρητώς περί καταπόσεως της ανθρώπινης φύσεως του Χριστού από τη θεία φύση. Δεν πρόκειται βέβαια περί αφανισμού, αλλά περί μεταποιήσεώς της στην ουσία της θεότητας. Ως παράδειγμα έφερε τη σταγόνα του όξους, η οποία ρίπτεται στη θάλασσα. Όπως δηλαδή το όξος (το ξύδι) που ρίπτεται στα θαλάσσια νερά αναλύεται στη φύση τους, χωρίς ωστόσο να χάνεται, έτσι και η ανθρώπινη φύση του Χριστού αναλύθηκε στην απειρία της θεότητας.
Η συγγένεια του Μονοφυσιτισμού με τον Απολλιναρισμό είναι εμφανής. Ο μεν Απολλινάριος προσέβαλλε την ακεραιότητα της ανθρώπινης φύσεως, ενώ ο Ευτυχής δεχόταν την καταποσή της, από τη θεία φύση του Χριστού.
Οι Σεβηριανοί αντίθετα ήταν μετριοπαθείς. Μιλούσαν μεν για μία φύση μετά την ένωση, όμως δέχονταν το άτρεπτο και ασύγχυτο των φύσεων στο Χριστό.
(Ανδρέου Θεοδώρου «Απαντήσεις σε ερωτήματα συμβολικά», εκδόσεις Αποστολική Διακονία, σελ. 106-108)
Δικτατορία
ο όχλος
Αφεντικό μας κάναμε τον κόσμο, τη μάζα του κόσμου. Και μάλιστα αφεντικό σκληρό, πραγματικό τύραννο. Και ο μεν Θεός καθημερινά μας προειδοποιεί, μας νουθετεί, χωρίς να εισακούεται. Ο κόσμος όμως, ο ασύδοτος, ο συρφετός, δεν χρειάζεται καν να μας διατάξη. Αρκεί να μας πη τι του αρέσει (η μόδα), κι αμέσως υπακούουμε σε όλα.
Ε.Π.Ε. 18,332
Διόρθωσις
σε πράγματα της Εκκλησίας
Τι λες; πες μου. Λες, ότι διορθώνει ο άλλος τα δικά σου; Μα είναι σωστό κάτι τέτοιο; Δεν είναι ντροπή; Όχι, καθόλου. Εγώ αποβλέπω στο κοινό κέρδος όλης της Εκκλησίας. Είτε, λοιπόν, από εμένα (τον προεστώτα), είτε από άλλον γίνεται η διόρθωσις, δεν με ενδιαφέρει καθόλου. Έτσι πρέπει να σκέπτεται και να συμπεριφέρεται ο προϊστάμενος. Να επιζητή όχι τη δική του τιμή, αλλά το κοινό συμφέρον.
Ε.Π.Ε. 24,36
του άλλου
Πλησίασε αυτόν που αμαρτάνει, και πες του κάποιο μικρό εγκώμιο για τα άλλα, τα καλά, που οπωσδήποτε έχει. Ανάμιξε το εγκώμιο με τους ελέγχους.
Ε.Π.Ε. 18α,760-762
του αδελφού, πεπτωκότος
Να μεμφθής και τον εαυτό σου, να κατηγορήσης όλο το ανθρώπινο γένος, να δείξης ότι όλοι υποκείμεθα σε αμαρτίες, να ζητήσης συγγνώμη γι’αυτό που θα κάνης. Να δείξης, ότι επιχειρείς πράγματα μεγαλύτερα από τις δυνάμεις σου, αλλ’ η αγάπη σε αναγκάζει να το κάνης. Έπειτα, καθώς παρατηρείς τον άλλον, να μην έχης επιτακτικό ύφος, αλλά να του μιλάς σαν αδελφός του.
Ε.Π.Ε. 18α,760-762
Δίψα
του Θεού
Ωνόμασε δίψα (ο Ψαλμωδός) την πολλή επιθυμία, δηλώνοντας σε μας και τα δυο, και την φλόγα της αγάπης και την διάρκεια του έρωτα. Και οι άγιοι συνέχεια και καθημερινά ζούσαν με το θείο έρωτα και με την ευλάβεια. Όλο και πιο πολύ αύξαναν την αγάπη.
Ε.Π.Ε. 5,608
η ακόρεστη φιλαργυρία
Οι φιλάργυροι και πλεονέκτες ποτέ δεν ικανοποιούνται. Πάντοτε και συνεχώς κάνουν σαν διψασμένοι.
Ε.Π.Ε. 18α, 34
(Χρυσοστομικό Λεξικό, αρχ. Δανιήλ Αεράκη, τόμος Β, σελ. 64-65)
κβ΄. Ένας αδελφός ήλθε στον Αββά Ποιμένα και του λέγει: « Σπέρνω το χωράφι μου και κάνω απ’ αυτό αγάπη ». Του λέγει ο γέρων: « Καλά κάνεις ». Και έφυγε με προθυμία και αύξησε την αγάπη. Και άκουσε ο Αββάς Ανούβ τον λόγο και λέγει στον Αββά Ποιμένα: « Δεν φοβάσαι τον Θεό, έτσι μιλώντας στον αδελφό ; ». Και σιώπησε ο γέρων. Και ύστερα από δυο μέρες, φώναξε ο Αββάς Ποιμήν τον αδελφό. Και του λέγει, ενώ άκουε ο Αββάς Ανούβ: « Τί μου είπες προχθές ; Γιατί είχα αλλού τον νου μου ». Του λέγει ο αδελφός: « Είπα ότι σπέρνω το χωράφι μου και κάνω απ’ αυτό αγάπη ». Και του είπε ο Αββάς Ποιμήν: «Νόμιζα ότι για τον αδελφό σου τον λαϊκό μίλησες. Αν όμως συ είσαι όπου κάνεις αυτό το έργο, δεν ταιριάζει σε μοναχό ». Και εκείνος, ακούοντας, λυπήθηκε και είπε : « Άλλο έργο κανένα δεν ξέρω και δεν μπορώ να μη σπέρνω το χωράφι μου ». Όταν λοιπόν έφυγε εκείνος, έβαλε μετάνοια στον Αββά Ποιμένα ο Αββάς Ανούβ, λέγοντας: « Συγχώρησε με ». Και του αποκρίνεται: « Και εγώ από την αρχή ήξερα ότι δεν είναι έργο μοναχού. Αλλά σύμφωνα με τον λογισμό του του μίλησα και του έδωσα προθυμία στην προκοπή της αγάπης. Τώρα όμως έφυγε λυπημένος και πάλι το ίδιο θα κάνη ».
κγ΄. Είπε ο Αββάς Ποιμήν: « Αν αμαρτήση τινάς και αρνηθή ότι αμάρτησε, μη τον ελέγξης. Γιατί, αλλοιώς, του βγάζεις την προθυμία. Αν όμως του πής: Αδελφέ, μή πέσης σε αθυμία, αλλά φυλάξου από εδώ και πέρα, διεγείρεις την ψυχή του σε μετάνοια ».
κδ'. Είπε πάλι: «Καλή είναι η πείρα. Γιατί αυτή κάνει τον άνθρωπο πιο δοκιμασμένο ».
κε΄. Είπε πάλι: « Άνθρωπος όπου διδάσκει, αλλά δεν κάνει όσα διδάσκει, μοιάζει με βρύση, όπου όλους τους ποτίζει και τους πλένει, αλλά τον εαυτό της δεν μπορεί να τον καθαρίση ».
κστ'. Περνώντας κάποτε ο Αββάς Ποιμήν στην Αίγυπτο, είδε μια γυναίκα να κάθεται σε μνήμα και να κλαίη πικρά. Και λέγει: « Όλες οι χαρές του κόσμου τούτου και αν έλθουν, δεν θα βγάλουν την ψυχή της από το πένθος. Έτσι και ο μοναχός. Πρέπει πάντοτε να έχη μέσα του το πένθος ».
κζ . Είπε πάλι : « Είναι άνθρωπος οπού φαίνεται να σιωπά και όμως η καρδιά του κατακρίνει άλλους. Αυτός πάντα μιλά. Και είναι άλλος οπού από το πρωί έως το βράδι μιλά και όμως κρατά σιωπή. Ήγουν, εκτός από ωφέλεια, τίποτε δεν λέγει».
κη΄. Ένας αδελφός ήλθε στον Αββά Ποιμένα και του λέγει: « Αββά, πολλούς λογισμούς έχω και κινδυνεύω απ’ αυτούς ». Και τον βγάζει ο γέρων στο ύπαιθρο. Και του λέγει: « Άπλωσε τον κόρφο σου και κράτησε τους ανέμους ». Και εκείνος είπε: « Δεν μπορώ να το κάμω αυτό». Και του λέγει ο γέρων: « Αν αυτό δεν μπορής να το κάμης, ούτε και τους λογισμούς σου μπορείς να εμποδίσης να έλθουν. Αλλά έχεις χρέος να τους αντισταθής ».
κθ΄. Είπε ο Αββάς Ποιμήν: « Ζουν τρεις μαζί και ο ένας ησυχάζει καλά και ο άλλος είναι άρρωστος και ευχαριστεί, ο δε τρίτος υπηρετεί με καθαρό λογισμό. Όλοι τους το ίδιο έργο κάνουν».
λ΄. Είπε πάλι: « Είναι γραμμένο: Όν τρόπον επιποθεί η έλαφος επί τας πηγάς των υδάτων, ούτως επιποθεί η ψυχή μου προς σε, ο Θεός. Τα ελάφια στην έρημο πολλά καταπίνουν ερπετά. Και καθώς κατακαίονται από το φαρμάκι, επιθυμούν να έλθουν στα νερά. Πίνοντας δε, βρίσκουν ανακούφιση από το φαρμάκι των ερπετών. Έτσι και οι μοναχοί. Ζώντας στην έρημο, καίονται από το φαρμάκι των πονηρών δαιμόνων και επιποθούν το Σάββατο και την Κυριακή, για να έλθουν στις πηγές των υδάτων, ήγουν στο σώμα και στο αίμα του Κυρίου, και να καθαρισθούν από την πίκρα του πονηρού ».
λα΄. Ρώτησε ο Αββάς Ιωσήφ τον Αββά Ποιμένα, πώς πρέπει να νηστεύη τινάς. Και του λέγει ο Αββάς Ποιμήν: « Εγώ προτιμώ αυτόν όπου τρώγει κάθε μέρα, να τρώγη λίγο, ώστε να μη χορταίνη ». Του λέγει ο Αββάς Ιωσήφ: « Όταν ήσουν νεώτερος, δεν νήστευσες επί δυο μέρες, Αββά ; ». Και είπε ο γέρων: « Βέβαια και επί τρεις και επί τέσσερις και επί μια εβδομάδα. Και όλα αυτά τα δοκίμασαν οι πατέρες, σαν δυνατοί οπού ήταν. Και βρήκαν ότι καλό είναι να τρώγη τινάς κάθε μέρα, αλλά λίγο. Και μας παρέδωσαν τη βασιλική οδό, γιατί είναι ελαφρή ».
λβ΄. Έλεγαν για τον Αββά Ποιμένα, ότι, σαν επρόκειτο να έλθη σε σύναξη, καθόταν μόνος του, εξετάζοντας τους λογισμούς του, κάπου μια ώρα. Και κατόπιν έβγαινε.
λγ΄. Ένας αδελφός ρώτησε τον Αββά Ποιμένα, λέγοντας: « Μου άφησαν κληρονομιά. Τι να την κάμω ; ». Του λέγει ο γέρων: « Έλα μετά τρεις μέρες για να σου πώ ». Ήλθε δε καθώς του ώρισε. Και είπε ο γέρων: « Τί να σου πώ, αδελφέ ; Αν σου πώ, δός τα στην εκκλησία, εκεί φτιάχνουν ψωμί. Αν σου πώ, δός τα σε συγγενή σου, δεν θα έχης αμοιβή. Και αν σου πώ, δός τα στους φτωχούς, μένεις αμέριμνος. Ό,τι λοιπόν θέλεις, κάμε. Εμένα δεν μου πέφτει λόγος ».
λδ΄. Τον ρώτησε άλλος αδελφός, λέγοντας: « Τι σημαίνει το να αποδώσης κακό αντί κακού ; ». Του λέγει ο γέρων: « Αυτό το πάθος τέσσερις έχει τρόπους. Πρώτα, από την καρδιά. Δεύτερον, από την όψη. Τρίτον, από τη γλώσσα. Τέταρτον, το να μη κάμης κακό αντί κακού. Αν μπορής να καθαρίσης την καρδιά σου, δεν έρχεται στην όψη. Αν όμως έλθη στην όψη, φυλάξου να μη μιλήσης. Αν δε και μιλήσης, γρήγορα απόκλεισε το να κάμης κακό αντί κακού ».
λε΄. Είπε ο Αββάς Ποιμήν: « Το να επιτηρή τινάς τον εαυτό του και να τον προσέχη και η διάκριση, αυτές οι τρεις αρετές είναι οδηγοί της ψυχής ».
λστ'. Είπε πάλι: « Το να εμπιστευθής τον εαυτό σου στον Θεό, το να μη έχης μεγάλη ιδέα για λόγου σου και το να αφήνης πίσω σου το δικό σου θέλημα, αυτά είναι τα μέσα της ψυχικής προκοπής ».
λζ΄. Είπε πάλι: « Κάθε κόπο όπου θα σου συμβή, τον νικάς με το να σιωπάς ».
λη΄. Είπε πάλι: « Βδέλυγμα είναι στον Κύριο κάθε σωματική άνεση ».
λθ'. Είπε πάλι: « Το πένθος διπλό είναι. Εργάζεται και φυλάει».
μ΄. Είπε πάλι: « Αν σου έλθη λογισμός για τις αναγκαίες του σώματος χρείες και συμμορφωθής μια φορά και πάλι έλθη και συμμορφωθής για δεύτερη φορά, την τρίτη φορά οπού θα έλθη, μη του δώσης σημασία. Γιατί περιττός είναι».
(Είπε Γέρων,Το Γεροντικόν εκδ. Αστήρ, Αθήνα 1996)
245. Όταν βλέπουμε ένα ωραίο ανθρώπινο πλάσμα, ας υψώνουμε ευθύς τον νου στην υπέρτατη Ωραιότητα, τον Ποιητή κάθε επιγείου και ουρανίου ωραιότητος, δηλαδή στον Θεό. Ας τον δοξάζουμε, που έβγαλε μες από τον πηλό τόση ωραιότητα. Ας θαυμάσουμε στον άνθρωπο την ωραιότητα της θείας εικόνος. Ας συλλογισθούμε την καλλονή των Αγίων του μέσα στη βασιλεία των ουρανών και ότι και εμείς θα είμαστε εκεί μια παρομοία ωραιότης, αν αξιωθούμε είσοδο εκεί. Αυτή την ομορφιά να σκέπτεσαι και να μην παρασύρεσαι από την χοϊκή αγάπη, το σαρκικό φρόνημα. Οι σαρκικές επιθυμίες είναι γλυκιές, αλλά αμαρτωλές, εξαχρειωτικές, βδελυκτές από τον Θεό. Μην πέφτεις σ’ αυτές, αλλά να ελκύεσαι μόνον από τον Θεό, που δημιούργησε κάθε ωραιότητα. Λέγε, με τον Προφητάνακτα: «Ἐμοί δέ τό προσκολλᾶσθαι τῷ Θεῷ ἀγαθόν ἐστι» (ψαλμ. οβ’ 28), στον Θεό μόνο και όχι στη σαρκική ωραιότητα, που έρχεται και παρέρχεται.
246. Στην προσευχή και σε κάθε έργο της ζωής σου, μην παραδίνεσαι στην αμφιβολία, στον σκεπτικισμό και στις διαβολικές φαντασιώσεις. Ας είναι ο πνευματικός σου οφθαλμός φωτεινός, ώστε και όλο το σώμα της προσευχής σου, των έργων σου και της ζωής σου να είναι φωτεινό.
(Η εν Χριστώ ζωή μου - Αγ. Ιωάννου της Κροστάνδης, εκδόσεις Παπαδημητρίου, σελ. 110)
75. Ποιο ήταν το χαρακτηριστικό γνώρισμα της χριστολογίας του Θεοδώρου Μοψουεστίας;
Ο Θεόδωρος ήταν ο διαπρεπέστερος εκπρόσωπος της θεολογίας της Αντιοχειανής Σχολής και διδάσκαλος του Νεστορίου. Από την πλούσια διδασκαλία του (όμοια της διδασκαλίας του Νεστορίου) θα ανασύρουμε μια μόνο πτυχή που χαρακτηρίζει ειδικότερα τα χριστολογικά του διδάγματα.
Ως αντιοχειανός θεολόγος ο Θεόδωρος δίδασκε την πραγματικότητα των δύο φύσεων του Χριστού, στις οποίες αντιστοιχούν δύο ξεχωριστά φυσικά πρόσωπα, αν και δεχόταν την ύπαρξη και τρίτου προσώπου, του ηθικού προσώπου της ενώσεως.
Ποιά όμως ήταν η σχέση του ανθρώπου Χριστού προς τον άπειρο Λόγο του Πατρός; Το ερώτημα αυτό απασχολούσε έντονα τη θεολογική σκέψη του Θεοδώρου Μοψουεστίας. Σύμφωνα με το όλο χριστολογικό πνεύμα του ο Θεόδωρος δεν μπορούσε να συλλάβει αυτήν παρά ως σχέση σαφώς ηθική. Εμπειρικός στη σκέψη του, έβλεπε καθαρά τα πράγματα. Το ανθρώπινο πρόσωπο του Χριστού, πλήρες και τέλειο, καμιά δεν υπέστη μείωση στην ένωση των φύσεων. Ήταν πρόσωπο προικισμένο με ελευθέρα βούληση, η οποία σε καμιά περίπτωση δεν εξαφανίστηκε η υπέστη μείωση κατά τη διάρκεια της επίγειας ζωής του Κυρίου. Η ελευθερία της βουλήσεώς του εκδηλωνόταν πρωτίστως στους αγώνες του εναντίον των “ψυχικών παθών, από τα οποία ως άνθρωπος πραγματικός «ωχλείτο», και τα οποία εδάμαζε «κρείττονι λογισμώ». Στους πειρασμούς του ιδιαίτερα στην έρημο «έδειξεν εαυτόν ηδονής κρατούντα». Ενώ ο Χριστός μπορούσε να αμαρτήσει, όμως δεν αμάρτησε, μαχόμενος κατά των παθών με τις δικές του φυσικές δυνάμεις. επικουρούμενες όμως από το Λόγο του 0εού.
Η ελευθέρα βούληση του Κυρίου ήταν -κατά τον Θεόδωρο- η βάση της εν αυτώ ενοικήσεως του Λόγου, ο οποίος προγνωρίζοντας την αρετή του Ιησού του χορηγούσε «μείζονα χάριν». Ο Χριστός αποδείχτηκε από τη δική του γνώμη άξιος της ενώσεως με το Λόγο του Θεού, από τον οποίο έπαιρνε βοήθεια να πράττει το αγαθό και την αρετή. Πρώτος αυτός αξιώθηκε της ενοικήσεως του Αγίου Πνεύματος σε βαθμό ασύγκριτα ανώτερο από όσο σε όλους τους άλλους ανθρώπους. Η αρετή του ήταν μεγαλύτερη από την αρετή του Ιωάννη του Βαπτιστή. Είναι το πλήρες και τέλειο πρόσωπο αρετής και χάριτος, απ’ αυτόν δε, ως από πηγή, μετοχετεύεται η χάρις προς τους άλλους ανθρώπους.
Τα διδάγματα αυτά του Θεοδώρου άσκησαν τεράστια ροπή στη θεολογική σκέψη όλων των αιώνων. Όμως η αντίθεσή τους προς τη διδασκαλία της επίσημης Εκκλησίας αμαύρωσε το όνομά του, το οποίο καταχωρήθηκε με μελανά χρώματα στη χορεία των χριστολογικών αιρέσεων.
(Ανδρέου Θεοδώρου «Απαντήσεις σε ερωτήματα συμβολικά», εκδόσεις Αποστολική Διακονία, σελ. 105-106)
«Χάρη στην πίστη κατανοούμε ότι με το Λόγο του Θεού έχουν διαμορφωθεί μέσα στους αιώνες όλα όσα αποτελούν τη δημιουργία, έτσι που από τα αόρατα να έχουν δημιουργηθεί τα ορατά) - Εβραίους 11:3
«Όσα καλύτερα παρατηρούμε την πολυπλοκότητα της σύστασης του ατόμου, τη φύση της ζωής ή την πορεία των γαλαξιών, τόσο περισσότερο βρίσκουμε λόγους να στεκόμαστε με θαυμασμό μπροστά στα θαυμάσια της θείας δημιουργίας. Ο άνθρωπος έχει ανάγκη από πίστη, όπως έχει ανάγκη από ψωμί και νερό ή από αέρα» (Βέρνερ φον Μπράουν, πατέρας της αστροναυτικής).
Ο ερευνητής αντιλαμβάνεται εύκολα ότι η επιστήμη, παρόλες τις λαμπρές προόδους της και τις έξοχες ανακαλύψεις της δεν έχει δώσει στοιχειώδη απάντηση στα μεγάλα ερωτήματα που θέτει ο συλλογισμός από τότε που εμφανίστηκε ο άνθρωπος» (Λουί-Λεμπρένς-Ρενγκέ, φυσικός επιστήμων).
Πραγματικά αυτά τα μεγάλα ερωτήματα δεν μπορεί η επιστήμη να τα απαντήσει. Μόνο ο Λόγος του Θεού είναι εκείνος που δίνει τις θαυμαστές του απαντήσεις.
(Ξ.Π.)
«Τα ουράνια φανερώνουνε το μεγαλείο του Θεού και το στερέωμα δείχνει τα έργα που έχει φτιάξει» - Ψαλ. 19:2
Κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης είχε αποφασιστεί να καταργηθεί κάθε θρησκεία και οτιδήποτε θύμιζε στον κόσμο το Θεό.
Κάποιος το ανέφερε αυτό σ’ ένα γεωργό: «Όλα θα καταργηθούν», του είπε. «Και οι εκκλησίες και οι Αγίες Γραφές και οι ιεροκήρυκες. Θα εξαφανίσουμε καθετί που θυμίζει θρησκεία».
Ο γεωργός γέλασε.
«Γιατί γελάς;», ρώτησε ο άθεος.
Δείχνοντας πάνω ψηλά τ’ αστέρια, καθώς ήταν βράδυ όταν γινόταν η συζήτηση, ο γεωργός απάντησε: «Απορώ, απλώς, πώς θα μπορέσετε να εξαφανίσετε κι εκείνα εκεί τα αστέρια!».
Πόσο δίκιο είχε ο Δαβίδ, όταν έγραφε σ’ έναν ψαλμό του: «Είπε ο άφρονας μέσα στην καρδιά του δεν υπάρχει Θεός».
(Εκδόσεις «Ο Λόγος»)
243. Η καρδιά μου ανήκει μονάχα στον θεό. «Εμοί δε το προσκολλάσθαι τω Θεώ αγαθόν έστι» (Ψαλμ. οβ’ 28). Αλλά τι τυφλότης και διαστροφή! Την ελκύουν οι γήινες χαρές. Ό,τι θέλγει τα μάτια, ό,τι ικανοποιεί τη σάρκα. Τι παράδοξο πράγμα! Εγώ, ένας χριστιανός, ένας ουράνιος άνθρωπος, να απασχολούμαι με τα υλικά και να παραμελώ τα πνευματικά! Ο Χριστός μου άνοιξε τις πύλες των ουρανών, αλλά εγώ έχω πρσκολλημένη την καρδιά μου στη γη. Δεν με καίει ο πόθος των ουρανών, αλλά προτιμώ να μένω στη γη, δέσμιος των γήινων θελγήτρων, διψασμένος, αχόρταγος γι’ αυτά. Βλέπω ότι κάθε τι το γήινο είναι φθαρτό, αβέβαιο, πρόσκαιρο. Καταλαβαίνω ότι τίποτε το γήινο δεν μπορεί να ικανοποιήση την ψυχή μου, να αναπαύση και να χαροποιήση την καρδιά μου, που τόσο την αναστατώνουν και την ταλαιπωρούν οι γήινες ματαιότητες. Για πόσο ακόμη λοιπόν, εγώ ο ουράνιος άνθρωπος, θα μένω γήινος; Έως πότε εγώ, το παιδί του Θεού, θα είμαι σάρκα, μη νοιώθοντας ότι με το άγιο βάπτισμα, «οὐκ ἐξ αἱμάτων, οὐδὲ ἐκ θελήματος σαρκὸς, ἀλλ' ἐκ Θεοῦ ἐγεννήθησαν;» (Ιω. α’ 13). Για πόσο ακόμη θα μένω έτσι, πριν δοθώ ολόκληρος στον Θεό; Κύριε, ύψωσε την καρδιά μου σ’ εσένα με το Άγιο σου Πνεύμα. Κύριε, απόσπασε την καρδιά μου από τις γήινες ματαιότητες. Χωρίς εσένα, τίποτε δεν μπορώ να κάμω.
244. Αγαπάμε ό,τι λάμπει εδώ στη γη: το χρυσάφι, το ασήμι, τα πολύτιμα πετράδια, τις αστραφτερές στολές. Γιατί όμως δεν αγαπάμε τη μέλλουσα δόξα, όπου ο Κύριος μας καλεί; Γιατί δεν ποθούμε να λάμψουμε σαν τον ήλιο; «Τότε οἱ δίκαιοι ἐκλάμψουσιν ὡς ὁ ἥλιος ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ πατρὸς αὐτῶν» (Ματθ. ιγ’ 43). Αυτό συμβαίνει γιατί διεστρέψαμε την ψυχή μας με την αμαρτία και , έτσι, ανταλλάξαμε τον ουρανό με τη γη, τα άφθαρτα με τα φθαρτά. Η ψυχή μας δημιουργήθηκε για το ουράνιο φως και, αρχικά, ήταν όλη φως, όλη ακτινοβολία. Ώ, ας στραφή, επιτέλους, σ’ εκείνο το φως, το ουράνιο φως της!
(Η εν Χριστώ ζωή μου - Αγ. Ιωάννου της Κροστάνδης, εκδόσεις Παπαδημητρίου, σελ. 108-110)