Μερικοί απεχθάνεσθε και ξαφνιάζεσθε και ίσως απογοητεύεσθε, επειδή κυριαρχεί η αισχρότητα, ή η έχθρα, ή η βλασφημία, ή ο φθόνος, ή η μεταβολή στη ζωή, ή κάτι από αυτά.

Εγώ αισθάνομαι το αντίθετο  και απορώ μ’ αυτούς.

Γιατί πες μου, αδελφέ, έτσι χωρίς κόπο και χωρίς ταλαιπωρία και χωρίς πόλεμο και χωρίς νίκη θέλεις να λάβεις τα στεφάνια σου;

Θα πει βέβαια, έχω τόσα και τόσα χρόνια και εξομολογήθηκα πολλά αμαρτήματά μου και πολλές φορές, και παρουσίασα αυτό  και αυτό το έργο, και προσευχήθηκα με δάκρυα και στεναγμούς όχι λίγους, και είχα και αδελφούς που μου παραστάθηκαν στην ασθένειά μου.

Τί σοφία αλήθεια! Πόσα χρόνια λες ότι έχεις, φίλε μου, στον πόλεμο; Τρία, πέντε, δέκα, περισσότερα;

Η μακάρια όμως αμμάς Σάρα, που επί σαράντα χρόνια την πολεμούσε σκληρά ο δαίμονας της πορνείας, υπέμεινε με γενναιότητα τον πόλεμο.

Και παραλείπω να αναφέρω τον γέροντα Παχών, που ξεγυμνώθηκε μέσα στην εκκλησία και ενισχύθηκε από τον αββά Απολλώ.

Και γιατί χρειάζεται να αναφέρω τα αμέτρητα παραδείγματα, των οποίων τους αγώνες και τα κατορθώματα τα γνωρίζετε όσοι διαβάζετε; Δεν ενοχλούνταν εννιά ολόκληρα χρόνια οι δύο αδελφοί για να εγκαταλείψουν τη μοναχική ζωή, οι οποίοι δένοντας τις μηλωτές τους πέρασαν παραπλανώντας τον πλάνο διάβολο;

Και άλλος που είχε πενήντα χρόνια και πολεμούσε για το ίδιο πράγμα, και άλλος έτσι και άλλος αλλιώς, και πουθενά δεν υπήρχε δυστυχία, πουθενά ολιγωρία, πουθενά ανανδρεία, μέχρι που ενδυναμώθηκαν στις αδυναμίες τους με τη βοήθεια του Θεού, αποφεύγοντας τις επιθέσεις των εχθρών.

Ενώ εμείς είμαστε ολιγόψυχοι και μιλάμε και ενεργούμε με ολιγοψυχία και απροσεξία και αβασάνιστα. Και γι’ αυτό ακριβώς σας τα υπενθυμίζω, για να σηκωθούμε από την πτώση μας και να σταθούμε ασάλευτοι και αμετακίνητοι στην πίστη μας στον Θεό...

(Θεοδωρου Στουδιτη ΕΠΕ Φιλοκαλια τομος 18 σελ. 371)

Το άγαλμα τον Λυσίππου.
Στην πύλη μιας αρχαίας Ελληνικής πόλεως υπήρχε άγαλμα που παρίστανε την ευκαιρία.

Το άγαλμα είχε την εξής επιγραφή, που είναι αλληγορικός διάλογος αγάλματος και διαβάτου:
—  Πώς ονομάζεσαι, ω άγαλμα;

—  Ευκαιρία.

—  Ποιός σε κατεσκεύασε;

—  Ο Λύσιππος.

—  Γιατί έχεις πτερά και στέκεσαι σηκωμένη στα δάκτυλα των ποδιών σου;

—  Για να δείξω ότι δεν μένω παρά λίγες στιγμές...

— Γιατί τα μαλλιά σου είναι μπροστά μακριά;

— Για να μπορούν οι άνθρωποι να με πιάνουν όταν περνώ δίπλα των.

— Γιατί πίσω έχεις φαλάκρα;

— Διότι αφού περάσω μια φορά, δεν συλλαμβάνομαι πλέον! Ευκαιρίες, που δεν επανέρχονται, είναι και οι Θεόσδοτοι πόθοι των καλών αποφάσεων.

Εάν, φίλε αναγνώστα, έχης τον πόθο μιας καλής αποφάσεως, μην αναβάλης να την εκτελέσης τώρα. Η αναβολή σημαίνει ματαίωση της ευκαιρίας, και η ευκαιρία δεν επανέρχεται ποτέ...


(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο176)

Ας πάρουμε μια ιδιαίτερη περίπτωση και ο Θεός να μου συγχωρήσει κάποια τολμηρά λόγια που θα πω. Τα προφέρω με φόβο.

Έχοντας αρχίσει την εν Χριστώ ζωή μου, έβλεπα σε κάθε βήμα μου, ημέρα και νύχτα, ότι παρ’ όλη τη θεωρητική μου αγάπη γι’ αυτό που ο Κύριος μας ζητά, δεν έφθανα να ζήσω όπως το παραγγέλλει στις εντολές Του.

Περιέργως, είχα την εντύπωση ότι μια κατάρα βάραινε πάνω μου:

«Γιατί ό,τι αγαπώ μου γίνεται ξαφνικά τόσο δύσκολο, ακόμη και απρόσιτο»;

Θα ήταν φυσικό, αφού αγαπώ τόσο την εντολή του Χριστού, να την εφαρμόζω κιόλας. Αλλά να, δεν φθάνω σε αυτό».

Αυτή η ανικανότητα να βρίσκομαι στην κατάσταση που απαιτεί η εντολή με βύθιζε σε μεγάλη θλίψη και σε βαθειά στενοχώρια:

«Είμαι καταραμένος! Κάποια κατάρα βαραίνει πάνω μου».

και όταν σκεφτόμουν τη σωτηρία μου -μιλώ τώρα για το παρελθόν μου- έλεγα στον εαυτό μου ότι ήμουν έντελώς ανίκανος.
Και τι αποτέλεσμα είχε αυτό; Άρχισα να προσεύχομαι στον Θεό για όλο τον κόσμο... Συγχωρήστε με που εξομολογούμαι σήμερα αυτό το ενδόμυχο πράγμα... Αλλά έλεγα στον Θεό:

«Πρέπει Εσύ να σώσεις όλο τον κόσμο, χωρίς εξαίρεση. Και τότε θα σωθώ και εγώ».

Δηλαδή, ότι έπρεπε να σωθούν όλοι, και τελευταίος εγώ.
Ο «λογισμός» τον οποίο έμαθε ο Μέγας Αντώνιος από τον σπουδαίο υποδηματοποιό της Αλεξάνδρειας, «όλοι θα σωθούν, εγώ μόνο θα χαθώ», αυτός ο λογισμός διατηρείται και αναπτύσσεται στην ψυχή μου.

Γιατί; Διότι δεν καταφέρνω να βρίσκομαι συνεχώς στην κατάσταση για την οποία ομιλεί ο Σιλουανός. Όπως το γράφει, δεν φθάνουμε στην πληρότητα της εντολής. Ίσως μας δοθεί να την πλησιάσουμε για κάποια στιγμή.

Αλλά να παραμένουμε πάνω στη γη μέσα στην κατάσταση αυτή και να είμαστε σε θέση να ενεργούμε σύμφωνα με αυτήν, δεν είναι δυνατόν.

(Σωφρονίου Σαχάρωφ,Οικοδομώντας το ναό του Θεού, τόμος Γ, σελ. 210-211)

Ο Ιησούς έδωσε μια ελπιδοφόρο απάντησι στο απογοητευτικό ερώτημα του αδύνατου ανθρώπου:

“και τις δύναται σωθήναι;”

Ο απαιτητικός λόγος του Ιησού οδηγεί τον κάθε αδύνατο και αμαρτωλό άνθρωπο σε φοβερή αμηχανία. Όσο κι αν “το φορτίον του είναι ελαφρόν” εν τούτοις η αδυναμία του ανθρώπου είναι τόσο εύθραυστη, ώστε να λυγίζη και να συνθλίβεται κάτω άπο οποιοδήποτε φορτίο.

Το συμπέρασμα της ελεύσεως του Ιησού στην ανθρωπότητα θα ήταν η συνειδητοποιήση της καταδίκης της και το άδυνατο της σωτηρίας μας.
Όχι όμως. Ο Ιησούς δεν ήλθε για να καταδικάση τον άνθρωπο στην απογοήτευσι και την απόγνωσι. Ακριβώς το αντίθετο. Ήλθε για να δώση τη δυνατότητα στον κάθε αδύνατο και αμαρτωλό άνθρωπο να συνδέση την αδυναμία του με την παντοδυναμία του Θεού.

Ενώ φαίνεται, ότι από το ένα μέρος ο άνθρωπος συντρίβεται κάτω από τις απαιτήσεις του λόγου του Ιησού, από το άλλο συνδέεται η χοϊκή ύπαρξίς του με τή θεϊκή δύναμί του.

Ο Ιησούς προσέφερε τη διέξοδο από την αμηχανία και την απόγνωσι της ανθρωπίνης αδυναμίας. Χάρις σ' αυτή υπάρχουμε και ελπίζομε για τη σωτηρία μας. Διότι σ΄Εκείνον “παρακατατιθέμεθα την ζωήν ημών άπασαν και την ελπίδα”. Τον Παντοδύναμον.
“Ο Ιησούς, όστις ειργάσθη άνευ δυσκολίας τίνος τα θαύματα επί της φύσεως, ο αυτός δια της χάριτός του δύναται να επιδράση και έπι της ανθρωπίνης ψυχής και ελκύση ταύτην προς εαυτόν” (ΥΛ. 524).

“ΕΚΕΙΝΟΣ”, ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΑΧΕΛΩΟΥ, εκδόσεις Γρηγόρη, σελ. 198-199


Το δαχτυλίδι - «Κι αυτό θα περάσει».
Λένε πως μια φορά κι έναν καιρό ήταν λέει στα μέρη της Ανατολής ένας βασιλιάς. Κι ήτανε λέει άνθρωπος που ποτέ του δεν αδίκησε κανέναν, κι είχε πάντα να δώσει στον κόσμο συμβουλές από κείνες που διορθώνουνε τα λάθη, κι από αυτές που σε οδηγούνε στη ζωή.  
Μια μέρα έλαχε αυτός ο βασιλιάς να κάνει τη βόλτα του στους κήπους του παλατιού. Την ώρα που περπατούσε κοντά σε κάτι δέντρα άκουσε κουβέντες πίσω από μια αγκαλιά θάμνους. Στάθηκε για λίγο να ακούσει καλύτερα, μα τι το 'θελε; Οι κουβέντες που έφτασαν στα αυτιά του, καλύτερα, λένε, να μην έφταναν. Γιατί δεν ήταν μονάχα τα λόγια που κάποιος είχε ξεστομίσει. Ο βασιλιάς κατάλαβε απ' τη φωνή πως αυτός που μιλούσε ήταν ο καλύτερός του φίλος. Είχαν μεγαλώσει μαζί από μικροί, είχαν τους ίδιους δασκάλους, έπαιξαν παρέα τα ίδια παιχνίδια και τώρα τον είχε υπασπιστή και μπιστικά του. Μα οι κουβέντες που ακούστηκαν έκοβαν πιότερο κι από μαχαίρια. «Αν δεν ήμουνα εγώ, ο βασιλιάς δε θα είχε καταφέρει τίποτα μονάχος του, κι ό, τι έκαμε στη δική μου τη βοήθεια το χρωστάει...»
Ο βασιλιάς γύρισε στο παλάτι κι έπεσε οε συλλογισμό μεγάλο. Κάμποσες μέρες αργότερα στέλνει τους ανθρώπους του να φωνάξουν τον υπασπιστή του. Ο άντρας μπήκε στη μεγάλη σάλα που ήτανε ο θρόνος. Ο βασιλιάς κοίταξε κατάματα το φίλο του κι ύστερα του έκαμε νόημα να σιμώσει. Σήκωσε το χέρι του και του λέει: «Καλέ μου, φίλε! Σύντροφέ μου απ' τα μικρά μας χρόνια, στα γράμματα, στο παιχνίδι, στο κυνήγι και τους πολέμους. Όλοι ξέρουν, πως αν δεν είχα εσένα στο πλάι μου, μπιστικό και συμβουλάτορα, μπορεί να μην είχα καταφέρει πολλά απ' όσα δοξάζουν το όνομά μου! Μα τώρα θαρρώ πως ήρθε η ώρα να δείξεις την αξία σου για μια φορά ακόμα. Άκουσα πως κόπου σε τούτον τον τόπο, υπάρχει λένε, ένα δαχτυλίδι που σαν έχεις μεγάλες στενοχώριες, βάσανα και σκοτούρες να σου βαραίνουν το μυαλό, το κοιτάζεις κι ο νους σου αλαφραίνει. Κι άμα πάλι, λένε, έχεις πλημμυρίσει από χαρά κι ο νους σου ταξιδεύει στα ουράνια, κοιτάζεις το δαχτυλίδι κι έρχονται τα πόδια σου να πατήσουνε ξανά πάνω στη γη.

Ε, λοιπόν, θέλω από σένα να μου βρεις αυτό το δαχτυλίδι και να το φέρεις μπροστά μου. Σου δίνω έξι μήνες καιρό από σήμερα κι αν δεν τα καταφέρεις, να το ξέρεις θα σου πάρω το κεφάλι. Και τώρα τράβα και μη χάνεις ώρα!».
Νωρίς νωρίς κιόλας, πριν χαράξει ακόμα ο ήλιος την καινούργια μέρα, ο υπασπιστής πήρε τους δρόμους κι άρχισε να περπατάει και να διαβαίνει όλους τους δρόμους κείνης της πολιτείας, να ρωτάει τους περαστικούς: «Υπάρχει λένε, ένα δαχτυλίδι που σαν έχεις μεγάλες στενοχώριες, βάσανα και σκοτούρες να σου βαραίνουν το μυαλό, το κοιτάζεις κι ο νους σου αλαφραίνει. Κι άμα πάλι, λένε, έχεις πλημμυρίσει από χαρά κι ο νους σου πετάει στα ουράνια, κοιτάζεις το δαχτυλίδι κι έρχονται τα πόδια σου να πατήσουνε ξανά πάνω στη γη!» Μα κανένας δεν ήξερε να του δώσει την απόκριση που ζητούσε. Πέρασε ερήμους κι ανέβηκε βουνά, βρέθηκε σε πολιτείες και χωριά που τα έβρεχε η θάλασσα. Κάθε φορά ρωτούσε: «Υπάρχει λένε, ένα δαχτυλίδι που σαν έχεις μεγάλες στενοχώριες, βάσανα και σκοτούρες να σου βαραίνουν το μυαλό, το κοιτάζεις κι ο νους σου αλαφραίνει. Κι άμα πάλι, λένε, έχεις πλημμυρίσει από χαρά κι ο νους σου ταξιδεύει στα ουράνια, κοιτάζεις το δαχτυλίδι κι έρχονται τα πόδια σου να πατήσουνε ξανά πάνω στη γη. Μήπως ξέρετε πού μπορώ να το βρω; Μήπως έχετε ακούσει πουθενά για δαύτο;» Μα κανένας δεν ήξερε να του πει, κανένας δε γνώριζε να τον συμβουλέψει.
Κι ο καιρός περνούσε. Οι μέρες στην αρχή κύλαγαν αργά, μα ύστερα οι βδομάδες χάνονταν η μια μετά την άλλη. Και πέρασε ο πρώτος μήνας, κι ήρθε ο δεύτερος, και φάνηκε ο τρίτος και διάβηκε ο τέταρτος και να σου κι ο πέμπτος στη σειρά του. Κι όλο στεκόταν εδώ κι όλο ρωτούσε εκεί κι όλο τραβούσε παραπέρα. Μέχρι που λένε, πως κόντευε να γιομίσει κι ο έκτος μήνας, και σαν δεν βρήκε το δαχτυλίδι που ζητούσε ο βασιλιάς του, πήρε την απόφαση να γυρίσει στο παλάτι.
Είδε από μακριά την πολιτεία του να βάφεται στα χρώματα του σούρουπου.
Πέρασε τη μεγάλη καστρόπορτα και κίνησε για το παλάτι. Λένε όμως πως τούτη τη φορά πήρε ένα σοκάκι, που δεν είχε ματαδιαβεί και βρέθηκε μπροστά σε ένα μαγαζί. Στα σκαλοπάτια του καθόταν ένα παιδί που έπαιζε, Ο άντρας το σιμώνει και το ρωτά: «Μήπως εσύ, παιδί μου, έχεις ακούσει για ένα δαχτυλίδι που λένε πως… Πριν προλάβει καλό καλά το παιδί ν' αποκριθεί ακούστηκε μια φωνή μέσα απ' το μαγαζί. «Εγώ θα σου πω για το δαχτυλίδι που ζητάς!» Ο άντρας μπήκε στο μαγαζί κοιτάζει και τι να δει; Πίσω από έναν πάγκο στεκόταν ένας γέρος. Του έκανε νόημα να σιμώσει. Όταν ο υπασπιστής πλησίασε πιο κοντά, ο γέρος τον κοίταξε στα μάτια και του είπε: «Ξέρω στ' αλήθεια τι είναι αυτό που ψάχνεις, περίμενε...» Τότε, λένε πως πήρε από ένα ράφι ένα κομμάτι χαλκό. Το μέτρησε κι έκοψε όσο έπρεπε. Το έβαλε στον πάγκο του και κόλλησε τις δυο του άκρες κι ύστερα πήρε ένα μικρό γλύφανο κι ένα σφυράκι κι άρχισε σιγά σιγά κάτι να χαράζει στην απάνω μεριά. Σαν τελείωσε, το έδωσε στον άνθρωπο που περίμενε. Ο υπασπιστής το πήρε και διάβασε τις κουβέντες που είχε χαράξει ο γέρας πάνω στο δαχτυλίδι. Ήταν όλες κι όλες τέσσερις λέξεις. Τα μάτια του φωτίστηκαν. «Αυτό είναι! Αυτό το δαχτυλίδι που ζητάω…» μουρμούρισε. Πλήρωσε του γέρου όσα του ζήτησε και τράβηξε γρήγορα στο παλάτι, για να προλάβει τη διορία που τέλειωνε σε λίγες ώρες.
Μπήκε μια βιάση στο παλάτι. Στην άκρη της κάμαρας βρισκόταν καθισμένος ο βασιλιάς και τριγύρω του κόσμος πολύς. Σαν γύρισε και είδε τον υπασπιστή του, έκαμε νόημα στους υπηρέτες να τον αφήσουν να περάσει. Ο άντρας έφτασε μπροστά του και προσκύνησε. Άπλωσε τα χέρια του και λέει: «Βασιλιά μου, βρήκα και σου έφερα αυτό που μου ζήτησες!» Στην άκρη του χεριού του ήταν ένα δαχτυλίδι. Ο βασιλιάς το πήρε μέσα στη χούφτα του, το κράτησε και το διάβασε στο φως των κεριών

«Κι αυτό θα περάσει».

Τούτα τα λόγια ήταν γραμμένα, για να τα διαβάζεις σαν έχεις στενοχώρια μεγάλη και σκοτούρα και να φεύγουνε οι μαυρίλες μα και σαν έχεις χαρά μεγάλη που σε κάνει να πετάς μέχρι τα ουράνια, να διαβάζεις τα λόγια του δαχτυλιδιού και τα πόδια σου να έρχονται να πατήσουν ξανά πάνω στη γη.
Λένε πως από εκείνη τη μέρα ο βασιλιάς του τόπου έγινε ακόμα πιο σοφός κι ο λαός του πέρασε καλύτερα...

Αν Το Έμβρυο Είχε Επιλογή;
Στο κρεβάτι της ΜΕΘ εδώ και λίγες μέρες νοσηλεύεται ένας ασθενής με βαριά λοίμωξη του αναπνευστικού, που χρειάστηκε σε κάποια φάση της να αντιμετωπιστεί με διασωλήνωση και μηχανικό αερισμό του πάσχοντα. Ο ασθενής, γύρω στα σαράντα με ιστορικό μεσογειακής αναιμίας, που χρειάζεται κάθε περίπου τριάντα ημέρες μετάγγιση αίματος.

Η μεσογειακή αναιμία είναι μια γενετική νόσος, που οφείλεται στην αδυναμία παραγωγής αλυσίδων β, απαραίτητων για την κατασκευή της αιμοσφαιρίνης που μεταφέρει το οξυγόνο στον οργανισμό, λόγω ελαττωματικών γονιδίων κληρονομημένων και από τους δύο γονείς.
Τα παιδιά που γεννιούνται με τη νόσο αυτή χρειάζεται, αφού δεν μπορούν τα ίδια να παράγουν φυσιολογική αιμοσφαιρίνη, να την παίρνουν μέσω μεταγγίσεων ανάλογα με τη βαρύτητα του προβλήματος περίπου κάθε μήνα. Και όχι μόνο αυτό, αλλά επειδή με τις μεταγγίσεις αυξάνεται ο σίδηρος του οργανισμού και κινδυνεύει να καταστρέψει τα διάφορα όργανα εναποτιθέμενος σε αυτά, σε καθημερινή βάση σχεδόν, πρέπει να γίνεται η λεγόμενη αποσιδήρωση μέσω υποδόριας έγχυσης κάποιας σιδηροδεσμευτικής ουσίας. Αν όλα γίνουν σωστά, τα παιδιά αυτά έχουν ένα φυσιολογικό προσδόκιμο επιβίωσης, αν και είναι πιο ευαίσθητα σε λοιμώξεις και άλλες εξωτερικές επιδράσεις.
Ο συγκεκριμένος λοιπόν ασθενής, στο πλαίσιο αυτής της ευαισθησίας του οργανισμού του, προσβλήθηκε από κάποιον ιό και χρειάστηκε η νοσηλεία του στη ΜΕΘ για να τον ξεπεράσει. Ήταν όμως ήδη πολύ καλά και ετοιμαζόταν η έξοδός του, που σε λίγες ημέρες θα τον οδηγούσε και πάλι πίσω στις επαγγελματικές του δραστηριότητες. Εκείνο που έκανε ιδιαίτερη εντύπωση σε όλο το προσωπικό της ΜΕΘ ήταν το πόσο συνειδητά συνεργάστικε κατά τη διάρκεια δύσκολων φάσεων της νοσηλείας του και πόσο πολύ πάλεψε για την αποκατάσταση της υγείας του και τη ζωή του.
Τέτοια ήταν η εντύπωση που είχε προκληθεί, ώστε ο ιατρός της ΜΕΘ και με το θάρρος του κοινού αγώνα που τόσες μέρες έδιναν, τον ρώτησε: «Δε σου πέρασε από το μυαλό να εγκαταλείψεις τον αγώνα; Δεν κουράστηκες τόσα χρόνια με τον τρόπο που ζεις και τους περιορισμούς της ασθένειάς σου;». Η απάντηση ήρθε άμεση και χωρίς δεύτερη σκέψη, έτσι ώστε φάνηκε ότι δεν ήταν παρόρμηση της στιγμής αλλά ώριμη σκέψη ετών:
«Ούτε μια στιγμή δε σκέφτηκα ότι θα ήταν προτιμότερο να πεθάνω. Και ξέρεις γιατί; Γιατί είμαι ευτυχισμένος που ζω. Και θεωρώ ότι το πρόβλημα της υγείας μου έχει συμβάλει στο να ωριμάσω νωρίτερα και να δω τη ζωή με πιο ουσιαστική ματιά. Από μικρός έμαθα να εκτιμώ την αξία της ζωής, βίωσα έμπρακτα την αγάπη και τη στοργή της οικογένειάς μου, έβαλα στόχους στη ζωή που δεν αφορούσαν το άτομό μου αλλά το κοινωνικό σύνολο.

Η ασθένειά μου με έκανε να δω με θετική ματιά τον κόσμο και να θελήσω να συμβάλω κι εγώ στο να γίνει καλύτερος, θέλησα να γίνω δάσκαλος για να βοηθώ τα παιδιά στη ζωή τους. Έμαθα όντας ‘διαφορετικός' να σέβομαι τη διαφορετικότητα και να αντιμετωπίζω τους άλλους όπως ήθελα να με αντιμετωπίζουν κι εκείνοι. Θα σου φανεί πολύ παράξενο, αλλά αντιμετωπίζοντας συχνά τον κίνδυνο του θανάτου, έμαθα να εκτιμώ τη ζωή. Έμαθα να ευχαριστώ τον Θεό γιατί επέτρεψε τη δοκιμασία που με έκανε καλύτερο».

Ο γιατρός απομακρύνθηκε βιαστικά για να μη δει ο ασθενής δύο δάκρυα στα μάτια του.
Αυτός είναι ένας ακόμη άνθρωπος που η φυσική επιλογή θα τον είχε οδηγήσει μετά από προγεννητικό έλεγχο στα σκουπίδια κάποιας κλινικής. Έχει συμβεί πολλές φορές καλοπροαίρετα πρόσωπα και μάλιστα σχετιζόμενα με τον Θεό να επιμένουν ότι είναι καλό να μη γεννιούνται παιδιά με προβλήματα υγείας και ότι είναι θεάρεστη κίνηση να τα απαλλάσσουμε από τον πόνο που θα τα συνοδεύει μια ολόκληρη ζωή.

Είναι η κλασική κοσμική αντίληψη ότι ο πόνος είναι κάτι κακό, η θυσία ανεπιθύμητη και πρέπει να αποφεύγεται με κάθε τρόπο. Είναι η λογική της αποφυγής του Σταυρού, που όμως, σύμφωνα με τον Κύριο, είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τη σωτηρία.

(Νικόλαος Κ. Παναγιωτόπουλος, 20 χρόνια στην Εντατική, Νέα Σμύρνη 2017, σελ. 93-95)


Λιώσαμε, ρέψαμε, μύριους θανάτους πεθάναμε˙ και αυτά είναι σε θέση να τα πουν πιο αναλυτικά εκείνοι που μεταφέρουν τα γράμματα, αν και λίγο έζησαν κοντά μας, προς τους οποίους ούτε λίγο να μιλήσουμε δεν μπορέσαμε, καταβεβλημένοι από τους συνεχείς πυρετούς, τους οποίους έχοντας νύχτα μέρα ήμουν αναγκασμένος να βαδίζω και επί πλέον να πολιορκούμαι από τη ζέστη, να λιώνω από την αγρυπνία, να χάνομαι από την έλλειψη των αναγκαίων και από εκείνους που θα με βοηθούσαν. Χειρότερα έχουμε πάθει και υποφέρουμε από αυτούς που δουλεύουν στα μεταλλεία και από αυτούς που κρατούνται στις φυλακές.
Όταν δε ύστερα από πολλά πάτησα στην Καισάρεια, ήλθα σαν από τρικυμία σε γαλήνη και σε λιμάνι. Αλλ’ ούτε αυτό το λιμάνι κατάφερε να γιατρέψη τη συμφορά˙ τόσο μεγάλο κακό πάθαμε τον περασμένο χρόνο.

Εν τούτοις, όταν ήλθα στην Καισάρεια ανακουφίσθηκα λιγάκι, γιατί ήπια νερό καθαρό, γιατί δεν έφαγα ούτε βρώμικο ούτε κατάξερο ψωμί, γιατί δεν λουζόμουν ακόμη μέσα σε σπασμένα πιθάρια αλλά βρήκα οπωσδήποτε ένα λουτρό, γιατί έχω την άδεια, για την ώρα, να ξαπλώσω σε κρεβάτι.
Μπορούσα ακόμη περισσότερα από αυτά να πω, αλλά για να μη φέρω σύγχυση σ’ αυτά που έμαθες, σταματώ εδώ τον λόγο, προσθέτοντας εκείνο, ότι δηλαδή να μη σταματήσης να ελέγχης όσους μας «αγαπούν», γιατί αν και έχουμε τόσους πιστούς φίλους, με τόσο μεγάλη δύναμη, δεν καταφέραμε αυτό που καταφέρνουν οι κατάδικοι, να μείνουμε σε πιο καλό, σε πιο κοντινό τόπο˙ έτσι, αν και το σώμα μας είναι σε απελπιστική κατάσταση και ο φόβος των Ισαύρων πολιορκεί τα πάντα, δεν καταφέραμε αυτή τη μικρή και τιποτένια χάρη.
Δόξα τω Θεώ και γι' αυτό! Διότι δεν σταματούμε να τον δοξάζουμε για όλα. Είη το όνομα αυτού ευλογημένον εις τους αιώνας!
Πολύ όμως απόρησα και με το δικό σου, γιατί τέταρτη είναι ή και πέμπτη αυτή η επιστολή που έχω στείλει στην αγάπη σου και στην κοσμιότητά σου, και δέχθηκα μία μονάχα. Αν και τούτο δεν ήταν δύσκολο, να γράφης πιο συχνά. Και αυτά δεν σου τα λέγω κατηγορώντας σε˙ γιατί η αγάπη δεν βγαίνει από την πίεση, αλλά από την διάθεση.

Πάρα πολύ όμως στεναχωρούμαι, που τόσο γρήγορα μας έβγαλες από το μυαλό σου και μας έστειλες ύστερα από τόσο καιρό ένα γράμμα.
Αν λοιπόν δεν ζητούμε τίποτε το φορτικό ή το δύσκολο, να μας δίνης αυτό που εξουσιάζεις, που είναι στο χέρι σου. Γιατί για τα άλλα δεν ενοχλούμε, για να μην κουράζεσαι μάταια και σου φανούμε φορτικοί και βαρετοί. (120η επιστολή του. Προς Θεοδώρα, Migne 52,674-675)

(αρχιμ. Χρυσοστόμου Αβαγιανού, Αyτοβιογραφικές σελίδες και απάνθισμα κειμένων, εκδ. Αποστολ. Διακονία, σελ. 103-104)


Ο Χριστός βαδίζει αργά μέσα στην ιστορία. Αργά σαν το βαθύ ποτάμι που κάποιο παιδί θα το νόμιζε ακίνητο, αλλά που ο άνθρωπος δεν θα μπορούσε να του φτιάξει φράγμα. Αργά σαν το σιτάρι που το σπέρνεις το φθινόπωρο και το χειμώνα νομίζεις ότι είναι νεκρό. Ακόμα δεν ήρθε η άνοιξη για τον σπόρο του Χριστού.
Ο δρόμος Του είναι δύσκολος, γι΄αυτό βαδίζει αργά. Πορεύεται μέσα από λακκούβες αίματος μέσα από το σκοτάδι των αμαρτιών, και μέσα από τα αγκάθια των ληστών. Είναι στενός ο δρόμος Του και πολλοί οι πεσμένοι αμαρτωλοί βρίσκονται στον γκρεμό και στις δυο πλευρές του δρόμου Του. Εκείνος πρέπει να σκύβει στις δυο πλευρές, να τους σηκώνει και να τους τραβά πίσω Του και να περπατά προς τα εμπρός. Γι΄αυτό βαδίζει αργά.
Βαδίζει αργά γιατί το πλήρωμά Του είναι μακριά. Το πλήρωμά Του επεκτείνεται στα πέρατα της ιστορίας και η θέση Του είναι στα έσχατα…
(από την εισαγωγή του π. Αλεξάνδρου Σμέμαν)

Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς
Αργά βαδίζει ο Χριστός… Προσέχει που θα σταθεί το άγιο πόδι Του, γιατί δεν θέλει να σταθεί στο αίμα. Επιλέγει στενά σοκάκια στη γη, στενόχωρα, γιατί δεν μπορεί να περπατά στην πλατιά ιδιοκτησία της αμαρτίας. Ξεγλιστρά ανάμεσα στους ληστές, διαγκωνιζόμενος διαρκώς, γιατί πρέπει να περάσει μπροστά.
Έρχεται, φερ΄ ειπείν ο Χριστός σε εμάς σαν φιλοξενούμενος και μας ρωτά:
«Δείξτε μου δρόμο χωρίς αίμα, χωρίς αμαρτία και ληστές!»
Ποια απάντηση θα μπορούσαμε να Του δώσουμε; Πού θα βρίσκαμε δρόμο άξιο του βαδίσματός Του; Εάν κόχλαζε όλο το ξεραμένο αίμα από τη γη, η γη θα παρουσίαζε έναν ωκεανό αίματος. Εάν άναβε φωτιά σε κάθε μέρος ατιμασμένο από την αμαρτία, η γη θα είχε μεταμορφωθεί σε μία φλεγόμενη κόλαση. Εάν είχαν αναστηθεί όλοι οι νεκροί ληστές και παρέλαυναν στη γη μαζί με τους ζωντανούς, η γη θα ήταν ένα αδιάβαστο δάσος ανθρωπίνων σωμάτων.

Ω, Κύριε, μεγάλη είναι η αισιοδοξία Σου! Όταν εμάς πονέσει το μικρό μας δαχτυλάκι, γινόμαστε απαισιόδοξοι. Ενώ η δική Σου πίστη στην νίκη του καλού δεν αποδυναμώνεται ακόμα και όταν όλοι μας καρφώνουμε από ένα αγκάθι στο σώμα Σου.
Είναι μικροί και κοντινοί οι στόχοι μας, γι΄ αυτό τους προφταίνουμε τρέχοντας. Ενώ ο δικός Σου στόχος είναι μεγάλος και μακρύς, και Εσύ περπατάς βήμα βήμα.
Κύριε, κατεύθυνέ μας προς το στόχο Σου. Άπλωσε έστω μια σκιά του Πνεύματός Σου στο λόγο μας και εμείς θα γίνουμε αρκετά λογικοί’ άπλωσε έστω μια σκιά από την ευγένειά Σου στην καρδιά μας και η καρδιά μας θα καθαρίσει. Και εμείς θα δούμε τον Θεό όπως Τον έβλεπες Εσύ, όταν περπατούσες στη γη, κάτω από τον σταυρό και το αγκαθωτό Σου στεφάνι’ και θα ζήσουμε μαζί με τον Θεό, όπως ζούσες και Εσύ μαζί Του.
Στην ένωση με τον Θεό θα πράττουμε θαύματα μεγάλα, όπως μεγάλα ήταν και τα δικά Σου. Είναι πλέον καιρός να ωριμάσει ο κόσμος. Φώτισέ μας με το Φως Σου, γιατί στον ίσκιο δεν ωριμάζει τίποτα. Κάτω από τις ακτίνες Σου το λογικό Σου θα ωριμάσει και η ψυχή μας θα μεγαλώσει πολύ. Και εμείς θα γίνουμε ένα μαζί Σου, όπως είσαι Εσύ, Κύριε, ένα με τον Ουράνιο Πατέρα. Αμήν.
από το βιβλίο: Αργά βαδίζει ο Χριστός,
Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς, εκδόσεις Εν Πλω

Τις μέρες αυτές τρέχοντας για θέματα της υγείας μου, σε γιατρούς και νοσοκομεία, από εξετάσεις σε εξετάσεις, σενάρια και ερμηνείες αποτελεσμάτων, σκέφτηκα για ακόμη μια φορά, πως μπορεί να αισθάνεται ένας άνθρωπος που μετα από κάποιο ιατρικό έλεγχο, ο γιατρός του ανακοινώνει, «δυστυχώς τα νέα δεν είναι καλά. Έχετε καρκίνο....» ή ακόμη πιο τραγικά, «σας μένουν 3 ή 6 μήνες ζωής».Πως αντέχει μια ανθρώπινη ψυχή σε τέτοια ακούσματα;
Έλεγε ο άγιος Παίσιος, «Πάντως ἄλλο εἶναι νὰ μαθαίνεις ὅτι ἀρρώστησε κάποιος καὶ ἄλλο εἶναι νὰ ἀρρωσταίνεις ὁ ἴδιος. Τότε καταλαβαίνεις τὸν ἄρρωστο. Ἄκουγα «χημειοθεραπεῖες» καὶ νόμιζα ὅτι εἶναι «χυμοθεραπεῖες», δηλαδὴ ὅτι κάνουν στοὺς καρκινοπαθεῖς θεραπεία μὲ χυμούς, μὲ φυσικὲς τροφές! Ποῦ νὰ ξέρω; Τώρα ὅμως κατάλαβα τί ταλαιπωρία εἶναι».
Προσωπικά, δεν πιστεύω οτι μπορεί κάποιος να αντέξει σε μια τέτοια ανακοίνωση και κατόπιν να αντιμετωπίσει, (όπως και το θάνατο του παιδιού του) αυτή την ασθένεια, δίχως την Χάρι του Θεού, ασχέτως εάν κάποιος πιστεύει ή δεν πιστεύει στον Θεό. Εάν  πάει ή δεν πάει στην εκκλησία. Αυτή η Χάρις είναι δωρεά ενίσχυση και παραμυθία της απρουπόθετης αγάπης του Θεού. Και κάτσε εσύ, να υπολογίζεις τις ενέργειες και την αγάπη του Θεού με μαθητικές λογικές και αναλύσεις. Ε, δεν θα καταλάβεις ποτέ τον Θεό. Αποδέξου το, σε ξεπερνάει η παραδοξότητα των δρόμων Του.
Θα συμφωνήσω απόλυτα με αυτό που έλεγε ο άγιος Παίσιος, οτι ο «καρκίνος θα γεμίσει των παράδεισο με μάρτυρες». Γιατί για μάρτυρες πρόκειται. Όχι μόνο για τον πόνο που επωμίζονται και τα μαρτύρια στα οποία υποβάλλονται ψυχικά και σωματικά, μα διότι με τον αγώνα τους προασπίζονται την αξία και ιερότητα της ζωής. Και όποιος παλεύει για την ζωή, συνειδητά ή όχι, δίνει μαρτυρία Θεού.
 Γι αυτό πολύ σωστά αναφέρει ο Σ. Ζουμπουλάκης, «δεν δέχομαι κανένα κήρυγμα περί αναστάσεως πάρα μονάχα απο  καρκινοπαθή δ΄ βαθμού».
Η ασθένεια, έλεγε η Σιμόν Βέιλ, έρχεται να μας φανερώνει οτι είμαστε ένα «τίποτα». Σαφέστατα δεν εννοεί ένα ψυχολογικό τίποτα. Αλλά ένα οντολογικό. Δηλαδή η ασθένεια μας θυμίζει την κτιστότητα και φθαρτότητα μας. Οτι έχουμε υπαρκτικά όρια.
Αισθάνομαι, οτι εκεί διαδραματίζεται όλη η σχέση μας με την ασθένεια, τον εαυτό μας και τον Θεό. Εάν η αρρώστια με διδάξει οτι είμαι ένα «τίποτα» που αξίζει πολλά. Οτι αυτό το θνητό πλάσμα, που φοβάται, ταράζεται, αμαρτάνει, πεθαίνει, το αγαπάει πολύ ο Θεός. Δεν είναι εύκολο, και μάλιστα την στιγμή που είσαι στην κόλαση και καίγεσαι από την αρρώστια και τον ψυχικό εγκλωβισμό. Ωστόσο αυτή είναι η μόνη παρηγοριά σε έναν απαρηγόρητο πόνο. Οτι ο Θεός είναι πάσχων μαζί μου και με αγαπάει πολύ. Αγωνίζομαι να προασπιστώ την ζωή που μου χαρίστηκε, απέναντι στο θάνατο που την απειλεί.
Σαφέστατα δεν αντιδρούν όλοι οι άνθρωποι σε ίδιες καταστάσεις με τον ίδιο τρόπο,    πόσο δε μάλλον όταν εκείνες είναι οριακές. Ακόμη όμως κι αυτή η ιδιορρυθμία, ο θυμός ή πολλές φορές φαινομενική σκληρότητα ή απιστία με την οποίοι πολλοί αμύνονται απέναντι στην απειλή της ασθένειας, για μένα είναι «ιερές» καταστάσεις. Διότι είναι οι τρόποι που σταυρωμένοι άνθρωποι φωνάζουν με ένα ιδιόρρυθμο τρόπο, ένα βαθύ υπαρξιακό «διψώ», πάνω από τον σταυρό τους. Αυτό, μόνο να το σέβομαι μπορώ και θέλω.
Αυτοί οι άνθρωποι, βαδίζουν στο μονοπάτι μιας ιδιότυπης «αγιότητας».Όχι την «αγιότητα» της δύναμης και ισχύς, αλλά εκείνη της αδυναμίας, της ευαισθησίας, των δακρύων, του φόβου που ξέρει να ελπίζει, του λίγου που γίνεται πολύ, της πίστης που χάνεται και βρίσκεται ως εμπιστοσύνη, του παραπόνου που μεταμορφώνεται στο «ας γίνει το θέλημα σου....». Μιας θρυμματισμένης «αγιότητας», που αγκαλιάζει όλα τα συναισθήματα και τα μεταμορφώνει. Εκεί το δάκρυ δεν είναι ντροπή ή ολιγοπιστία, το «γιατί» αμαρτία και απειλή κολάσεως. Μια «αγιότητα» που κατανοεί την αδυναμία, το κτιστό, το φθαρτό, που το αγκαλιάζει, το μεταμορφώνει και το σώζει.
Στην εποχή που ζούμε, ο «άγιος» δεν θα είναι ο νικητής, ο τροπαιούχος, ο δυνατός και κραταιός, αλλά εκείνες οι θρυμματισμένες ψυχές, οι σταυρωμένοι άνθρωποι, που ήσυχα, καρτερικά και αθόρυβα, κουβαλάνε τον σταυρό της ζωής τους. Ο άγιος στέκεται γυμνός σε ενα κόσμο που ντύνει και μασκαρεύει τις ανασφάλειες του με εξουσία και δύναμη. Ο άγιος πορεύεται μονάχα με την πίστη του, σε ενα κόσμο που θέλει ολα να τα εξηγήσει. Αυτό δεν γίνεται. Η πιο μεγάλη προσευχή, ειναι το "δεν ξέρω, δεν καταλαβαίνω, σου παραδίδομαι Κύριε..."
Λέει ο Ζουμπουλάκης, για την πολύπαθη αδελφή του Γιούλα: «Η αδερφή μου τα άξιζε όλα και δεν είχε τίποτα, ούτε υγεία, ούτε σταδιοδρομία ούτε κοινωνική αναγνώριση ούτε χρήματα ούτε τίποτε. Και όμως ήταν γεμάτη καλοσύνη για όλους. Αόργητη και αμνησίκακη. Ένα σχολείο καλοσύνης και αγάπης... Αν υπάρχει παράδεισος, είμαι απολύτως βέβαιος οτι η αδερφή μου βρίσκεται εκεί. Επιτέλους χωρίς γιατρούς και φάρμακα, μέσα στην χαρά της θέας του δεσποτικού προσώπου και τη ζεστασιά της κοινότητας των αληθινών αγίων...»

π. Χαράλαμπος Παπαδόπουλος

Τάλαντα-χαρίσματα.
-Ένας γνωστός μου, μετά από μια δοκιμασία, ευρισκόμενος σε κατάστασι εντόνων αισθημάτων μειονεξίας και μελαγχολίας, μου έλεγε:

«Μα εγώ δεν έχω τίποτε, κανένα τάλαντο. Δεν μπορώ να κάνω τίποτε. Τι είμαι;».

Προσπάθησα να του πω μερικά πράγματα, αλλά δεν καταλάβαινε. Σκέπτομαι ότι ο άνθρωπος αυτός θα μπορούσε να πη: «Θεέ μου, εγώ δεν μπορώ να κάνω τίποτε μόνος μου. Δώσε μου την χάρι Σου να πετύχω και εγώ κάτι». Τι λέτε;
- Βεβαίως. Κι αν έκανε υπομονή στις δοκιμασίες που είχε, αυτό δεν είναι τάλαντο; Είναι μικρό το τάλαντο της υπομονής; Το να υπομείνη κανείς τις αντιξοότητες της ζωής χωρίς γογγυσμό, αλλ’ ευχαριστώντας και δοξολογώντας τον Θεό, είναι μικρό χάρισμα αυτό; Ας ζητούσε, λοιπόν, την χάρι του Θεού, για να μπορεί να υπομένη.
Γνωρίζω κάποιον, που είναι τελείως ανάπηρος και έχει σάκχαρο. Κάνει δυο ινσουλίνες την ημέρα. Βρίσκεται διαρκώς στο κρεββάτι ή στο καροτσάκι. Τρίτη λύσις δεν υπάρχει.

Οι δικοί του τον έχουν εγκαταλείψει όλοι. Χριστιανές κυρίες τον διακονούν. Υπάρχουν δε και νέοι, οι οποίοι τον παίρνουν και τον πηγαίνουν εκδρομές με τ’ αυτοκίνητά τους. Ακόμη και στο Άγιο Όρος. Όλα οι άλλοι του τα προσφέρουν. Θα τον σηκώσουν, θα τον βάλουν στο κρεββάτι, θα τον κατεβάσουν, θα του φορέσουν τα ρούχα του, όλα. Δεν μπορεί να κάνη τίποτε μόνος. Αϊ, λοιπόν, στην κατάστασι αυτή ο αδελφός μας αυτός είναι πάντοτε χαρούμενος και χαμογελαστός.

Μικρό τάλαντο είναι αυτό; Μας διδάσκει όλους. Μας εμπνέει, αλλά και μας ελέγχει!
Καμμιά φορά πέφτουμε λίγες ημέρες στο κρεββάτι από γρίππη ή από κάτι άλλο και δυσανασχετούμε, γογγύζουμε: «Μείναν οι δουλειές… Κουράσθηκα, ταλαιπωρήθηκα τόσες μέρες στο κρεββάτι».

Αυτό το παιδί, σ’ αυτή την κατάστασι, δεν παραπονείται ποτέ. Λέγει πάντοτε: «Δόξα τω Θεώ»! «Τι κάνεις;», τον ρωτάς, και σου απαντά: «Δόξα τω Θεώ, καλά». Είναι μικρό χάρισμα αυτό; Μικρό τάλαντο αυτό; Αυτός είναι ιεροκήρυκας. Δεν χρειάζεται να κάνη κηρύγματα. Μόνο να τον βλέπη κανείς, διδάσκεται, ελέγχεται, εμπνέεται.

Αυτός ο άνθρωπος, λοιπόν, που, από πλευράς κοσμικής κρινόμενος, είναι ένας εξωφλημένος, είναι ένα τίποτε, αξιοποιεί στο έπακρο τα χαρίσματα που έχει.

(Αρχιμ. ΕΠΙΦΑΝΙΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ, ΧΡΙΣΤΩ ΤΩ ΘΕΩ ΠΑΡΑΘΩΜΕΘΑ, εκδόσεις Ι. ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΥ ΚΕΧΑΡΙΤΩΜΕΝΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΤΡΟΙΖΗΝΟΣ, σελ. 27-29)

Σελίδα 1 από 7