Αυξομείωση μεγέθους γραμμάτων.
22 Φεβ

Πριν το Πάθος - Τα γεγονότα πριν από τη Σταύρωση στο Κατά Ιωάννην

Γράφτηκε από τον 

Ερμηνεία πατερική & θεολογική των Ευαγγελίων των Παθών
Από τα ερμηνευτικά Υπομνήματα του Π.Ν. Τρεμπέλα   μεταφρασμένα στη δημοτική γλώσσα

Μετάφραση αρχιμ. Νικόλαος Πουλάδας

Έκδοση Ιερού Ναού Μεταμορφώσεως του Σωτήρος (Άγιος Σώστης)

Σημείωση:

Στη μετάφραση κάποιων χωρίων των Πατέρων της Εκκλησίας χρησιμοποιήσαμε ως βοήθημα και τις Πατερικές Εκδόσεις Ε.Π.Ε.  (Εκδοτικός Οίκος Ελευθερίου Μερετάκη «Το Βυζάντιον»)

Η παρούσα εργασία είναι εντελώς ανεξάρτητη των εκδόσεων
«ο Σωτήρ»


ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΠΡΙΝ ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΣΤΟ ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

(Αποσπάσματα από τα ερμηνευτικά Υπομνήματα στα Ευαγγέλια του Π.Ν. Τρεμπέλα.
Τα αποσπάσματα μεταφράστηκαν και μεταγλωττίστηκαν στη δημοτική γλώσσα από τον π. Νικόλαο Πουλάδα)
 
Δ.  Η ΠΕΡΙΚΟΠΗ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ  ιγ 1 - 30, & ιη 1-27
(Υπόμνημα στο κατά Ιωάννην, Π.Ν.Τρεμπέλα σελ. 476-498 & 619-639 εκδόσεις «ο Σωτήρ» μεταφρασμένο & μεταγλωττισμένο στη δημοτική γλώσσα!
Οι αριθμοί στις λέξεις του αρχαίου κειμένου παραπέμπουν στην αντίστοιχη ερμηνεία και ανάλυσή τους)

ΣΥΝΤΜΗΣΕΙΣ ΟΝΟΜΑΤΩΝ
(Πατέρες της Εκκλησίας & Εκκλησιαστικοί συγγραφείς)
Α = Αθανάσιος ο Μέγας               Θφ = Θεοφύλακτος
αμ = Αμμώνιος                           Ι = Ισιδωρος πρεσβύτερος
Αυ = Αυγουστίνος                      Κ = Κύριλλος Αλεξανδρείας
Β = Βασίλειος ο Μέγας                Κλ = Κλήμης Αλεξανδρεύς
Γ = Γρηγόριος Ναζιανζηνός          Κβ = Σευήρος Αντιοχείας
Γν = Γρηγοριος Νύσσης               Σχ. = Σχολιαστής ανώνυμος
Ε = Ευσέβιος Καισαρειας              Χ = Χρυσόστομος Ιωάννης
Ζ = Ζιγαβηνός                            Ω = Ωριγένης
Θη = Θεόδωρος Ηρακλείας
Θμ = Θεόδωρος Μοψουεστίας
(Σύγχρονοι θεολόγοι ερμηνευτές)
b = Bengel                                     κ = Κομνηνός Π.,
β = Bernard. J.H, Edinburg 1928       χ = Hoskyns Edwyn Gl. London 1947
C = Cremer                                    μ. = Macgregor G.H. London 1928                                       
DB = Dict. Of the Bible,Hastings        τ = Temple William, London 1945
F = Fillion L. Cl. Paris 1928               σ. = στίχος
G = Crimm
g = Godet F. 1885
o = Owen John,  New York 1861
δ = Δαμαλάς Ν, Αθήναι 1940

ΚΕΙΜΕΝΟ & ΕΡΜΗΝΕΙΑ.
Οι αριθμοί στις λέξεις του αρχαίου κειμένου παραπέμπουν στην αντίστοιχη ερμηνεία και ανάλυσή τους

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ

Ιω. 13,1             Πρό δὲ τῆς ἑορτῆς τοῦ πάσχα(1) εἰδὼς(2) ὁ Ἰησοῦς ὅτι ἐλήλυθεν αὐτοῦ ἡ ὥρα(3) ἵνα μεταβῇ(4) ἐκ τοῦ κόσμου τούτου πρὸς τὸν πατέρα(5), ἀγαπήσας(6) τοὺς ἰδίους(7) τοὺς ἐν τῷ κόσμῳ(8), εἰς τέλος(9) ἠγάπησεν(10) αὐτούς.
Ιω. 13,1    Προ της εορτής δε του Πάσχα, επειδή εγνώριζεν ο Ιησούς καθαρότατα, ότι έφθασε η ώρα, να μεταβή από τον κόσμον αυτόν προς τον Πατέρα, και τώρα με στοργικωτάτην και τελεία αγάπην ηγάπησε τους μαθητάς του, τους οποίους καθό ιδικούς του ιδιαιτέρως είχε αγαπήσει στον κόσμον αυτόν.
(1)   Το Πάσχα σήμαινε συνήθως το πασχαλινό δείπνο που γινόταν το απόγευμα της 14 προς την 15 του μηνός Νισάν (Εξοδ. ιβ·Λευιτ κγ 5, Αριθμ. κη 16).  Ο Ιωάννης δέχεται τον όρο γιορτή του Πάσχα ευρύτερα, περιλαμβάνοντας με αυτόν και ολόκληρη την ημέρα της 14 Νισάν, κατά την οποία εξαφανιζόταν από τους Ισραηλίτες από τα σπίτια τους κάθε ένζυμος άρτος και για αυτό συνυπολογιζόταν και αυτή στις ημέρες που ανήκαν στην γιορτή (Δες Λευϊτ. κγ 5-11), όπου η 15 Νισάν ονομάζεται «επαύριον του Πάσχα».
Η χρήση των αζύμων όμως άρχιζε το απόγευμα της 14 προς την 15 Νισάν και διαρκούσε για επτά ημέρες, δηλαδή μέχρι τις 21. Εάν λοιπόν συμπεριλάβουμε και ολόκληρη την ημέρα της 14ης στη φράση «της εορτής του Πάσχα», τότε η όλη φράση «προ της εορτής του Πάσχα» μας τοποθετεί το αργότερο στο απόγευμα της 13 προς την 14. Και αυτό αποτελεί την ορθότερη εκδοχή. Υποστηρίχτηκε όμως και από πολλούς ερμηνευτές, ότι εορτή εδώ εννοεί ο Ιωάννης την έναρξη του Πάσχα με το πασχάλιο δείπνο, κατά την οποία τρωγόταν ο πασχάλιος αμνός και άρχιζε η χρήση των αζύμων. Οπότε η φράση «προ της εορτής του Πάσχα» μας τοποθετεί στο απόγευμα της 14, λίγες στιγμές πριν την έναρξη του πασχάλιου δείπνου (g).
Η τελευταία αυτή εκδοχή δεν συμβιβάζεται με πολλά γεγονότα τόσο της Ιωάννειας, όσο και της Συνοπτικής αφήγησης, τα οποία παρουσιάζουν την ημέρα της Σταύρωσης ως ημέρα εργάσιμη.
(2)   Ο λόγος για τον οποίο εκδήλωσε σε αυτούς τόσο θερμά την αγάπη του ήταν διότι έβλεπε να έρχεται το τέλος του. Η πρόβλεψη επικείμενου χωρισμού κάνει τη στοργή θερμότερη και ζωηρότερη στις εκδηλώσεις της. Η μετοχή λοιπόν είναι αιτιολογική μάλλον παρά χρονική.
«Προγνώριζε το πάθος, για αυτό πρέπει να πούμε ότι θεληματικά υπέμεινε τον τόσο υβριστικό θάνατο» (αμ).
«Δεν γνώρισε τότε… προ πολλού γνώριζε» (Χ), «και πριν από όλους τους αιώνες» ως Θεός, «την ώρα του θανάτου του» (Θφ).
(3)   Αυτή η φράση που τόσο συχνά χρησιμοποιείται καθορίζεται εδώ ως η ώρα της αναχώρησης του Κυρίου από τον κόσμο αυτόν. Πρέπει λοιπόν να θεωρείται ως ευφημισμός που δηλώνει το θάνατό του. Δες ζ 30,η 20,ιβ 27,ιζ 1(ο). Τα αλεξανδρινά χειρόγραφα αντί για το ελύληθεν η ώρα γράφουν ήλθεν η ώρα.
(4)   «Με μεγαλοφροσύνη ο ευαγγελιστής ονομάζει τον θάνατό του μετάβαση» (Χ).
Το μεταβαίνω δηλώνει την μετακίνηση από μία θέση σε άλλη, σαν από ένα σπίτι σε άλλο, από ένα δωμάτιο σε άλλο. Ο Κύριος δεν επρόκειτο να αναχωρήσει στον ουρανό, σαν σε τόπο όπου δεν υπήρξε ποτέ πριν, αλλά η αναχώρησή του ήταν μετάβαση από μία θέση σε άλλη του σύμπαντος, το οποίο ο παντοδύναμος λόγος του έφερε στην ύπαρξη και το οποίο ως Θεός πανταχού παρών γέμιζε πάντοτε με την παρουσία του (ο).
(5)   «Αφού πέθανε και αναστήθηκε, μετέβη από τη γη στον ουρανό» (Ζ) και ως θεάνθρωπος ήδη επανήλθε στον αρχικό του ένδοξο θρόνο της θεότητας (ο). Η ανάληψη του Κυρίου λέγεται και στα ιδ 12,28,ιστ 10,28 έλευση προς τον Πατέρα (β).
(6)   Αναφέρεται στο χρόνο από την κλήση των μαθητών μέχρι τη στιγμή εκείνη. «Αγάπησε τους μαθητές μέχρι τον τότε καιρό» (Ζ). Η κατά το παρελθόν αγάπη αυτή τίθεται ως λόγος για την εμμονή εκείνη στην αγάπη, την οποία η ανείπωτη αγωνία της Γεθσημανή και ο σταυρός δεν μπόρεσαν να μειώσουν (ο).
(7)    «Δικούς του λέει τους μαθητές επειδή ήταν δικοί του λόγω της υπακοής τους» (Ζ)· «όσον αφορά την οικειότητα με αυτούς· επειδή και άλλους λέει δικούς του όσον αφορά τη δημιουργία, όπως όταν λέει· οι δικοί του δεν τον δέχτηκαν» (Χ).
«Διότι δικά του, του Κυριόυ μας Ιησού Χριστού, είναι τα πάντα που έγιναν από αυτόν, τα λογικά και νοερά κτίσματα, οι δυνάμεις οι ουράνιες και οι θρόνοι και οι κυριότητες (=αγγελικά τάγματα) και αν υπάρχει κάτι άλλο ομογενές με αυτά, όσον αφορά στο λόγο της δημιουργίας· δικά του πάλι είναι και τα πάνω στη γη λογικά όντα, εφόσον είναι δεσπότης όλων αυτών, έστω και αν κάποιοι δεν τον προσκυνούν ως δημιουργό» (Κ).
Το ιδίους αναφέρεται κυρίως στους δώδεκα μαθητές του. Αλλά αληθεύει και για όλους τους πιστούς, διότι οι 12 αυτοί έγιναν πατριάρχες και αντιπρόσωποι όλων των φυλών του νέου Ισραήλ της χάριτος. Ο Κύριος έχει στον κόσμο λαό δικό του. Δικό του διότι τού τον έδωσε ο Πατέρας, δικό του διότι αυτός ο ίδιος ο Κύριος εξαγόρασε αυτόν με το αίμα του και έκανε αυτόν κληρονομιά δική του. Δικό του τέλος διότι και ο λαός αυτός αφιερώνει τον εαυτό του στο Χριστό, τον οποίο αναγνωρίζει και λατρεύει ως Κύριό του.
(8)   Ή «επειδή ήταν δικοί του και αυτοί που πέθαναν, οι γύρω από τον Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ και όσοι ήταν σαν εκείνους, αλλά εκείνοι τότε δεν βρίσκονταν στον κόσμο» (Χ).
Ή, πιο σωστά, αντιτίθεται επίτηδες με το προηγούμενο «προς τον πατέρα», κοντά στον οποίο το παν είναι σε ειρήνη και ασφάλεια, ενώ στον κόσμο το παν είναι σε αγώνα και κίνδυνο (g).
(9)   Ή, για τελευταία φορά εκδήλωσε σε αυτούς με μοναδικό σημάδι, το πλύσιμο των ποδιών, την αγάπη του (G). Ή, «το «εις τέλος» δηλώνει το πάρα πολύ» (Ζ). «Έδειξε τελειότατη την αγάπη» (Κ). Για αυτήν την έννοια τους «εις τέλος» δες και Ιησού Ναυή ι 20 («έως εις τέλος»=ολοκληρωτική) Α΄Παραλ. κη 9,Β΄Παραλ. ιβ 12, σε πολλά μέρη στους Ψαλμούς,Β΄ Μακ. η 29). Η φράση λοιπόν σημαίνει την εκδήλωση της αγάπης μέχρι την τέλεια έκχυσή της, μέχρι εξάντλησής της με κάποια έννοια (g).
Ο Χριστός τρέφει στοργική αγάπη για τους δικούς του μαθητές, οι οποίοι βρίσκονται ήδη στον κόσμο. Αν και αυτοί παραμένουν στον κόσμο αυτόν, ο οποίος είναι κόσμος αμαρτίας και διαφθοράς, σκότους και απομάκρυνσης, αυτός τους αγαπά. Πηγαίνει τώρα στους δικούς του, οι οποίοι ζουν στον ουρανό, δηλαδή στα πνεύματα των δικαίων, που έχουν τελειωθεί στον ουρανό. Αλλά ενδιαφέρεται για τους δικούς του στη γη, διότι αυτοί έχουν κατεξοχήν ανάγκη της φροντίδας και προστασίας του. Το ασθενές και αδύνατο παιδί συγκεντρώνει ιδιαιτέρως τις φροντίδες και περιποιήσεις των γονέων του.
Ήταν δείγμα εξαιρετικό της αγάπης του στους δικούς του στον κόσμο, ότι κατά τις κρίσιμες αυτές ημέρες της αναχώρησής του από τον κόσμο, για τις οποίες «η ψυχή του ταράχτηκε» συχνά, δεν λησμονεί αυτούς. Λησμονεί σε αυτές την θυελλώδη θάλασσα του μαρτυρίου, τα απειλητικά κύματα της οποίας πρόκειται σε λίγο να αντιμετωπίσει, για να παρηγορήσει τους δικούς του μαθητές. Λησμονεί τον πόνο του για να μετριάσει τον δικό τους πόνο. Και πριν ακόμη χύσει από τον Σταυρό το αίμα του, λούζει αυτούς και την όλη εκκλησία του με το Πάσχα της τίμιας σάρκας του και του αχράντου αίματός του, το οποίο παραδίνει σε αυτήν με το μυστήριο της θείας ευχαριστίας ως πηγή αιώνιας και ανεξάντλητής ζωής.
(10)   Αναφέρεται κυρίως στην έμπρακτη εκδήλωση της αγάπης. Στην απτή αυτή εκδήλωση της αγάπης αναφέρεται και ο χρονικός προσδιορισμός «πριν τη γιορτή του πάσχα».
«Επειδή δηλαδή επρόκειτο τώρα να πεθάνει και να τους αφήσει, αυξάνει σε ένταση την αγάπη για να έχουν να τον θυμούνται πολύ περισσότερο. Και σημάδι αύξησης της αγάπης ήταν το να πλύνει τα πόδια τους· διότι αυτός που αγαπά κάποιον θερμά δεν αρνείται σε αυτόν ούτε την έσχατη υπηρεσία» (Ζ).
«Για ποιο λόγο τέλος πάντων δεν το έκανε αυτό από την αρχή; Τα σπουδαιότερα τα κάνει αργότερα, ώστε να μεγαλώσει την εξοικείωση και να βάλει μέσα τους από πριν πολλή παρηγοριά για τα κακά που επρόκειτο να ακολουθήσουν» (Χ).
 
13,2   καὶ δείπνου(1) γενομένου(2), τοῦ διαβόλου ἤδη(3) βεβληκότος(4) εἰς τὴν καρδίαν(5) Ἰούδα Σίμωνος Ἰσκαριώτου ἵνα αὐτὸν παραδῷ(6),
Ιω. 13,2   Και όταν είχε ετοιμασθή το δείπνον, όταν πλέον και ο διάβολος είχε βάλει μέσα εις την καρδίαν του Ιούδα του Ισκαριώτου, υιού του Σιμωνος, την κακήν σκέψιν και απόφασιν, να τον παραδώση στους εχθρούς του,
(1)   Χωρίς άρθρο. Δεν πρόκειται λοιπόν για το πασχάλιο δείπνο, οπότε θα έμπαινε και το άρθρο αλλά για συνηθισμένο δείπνο.
(2)   «Δεν πρέπει με αυτό να εννοήσουμε, ότι το δείπνο ήδη τελείωσε… αλλά ότι ήταν ήδη έτοιμο και πάνω στο τραπέζι για χρήση αυτών που θα κάθονταν» (Αυ). Το πλύσιμο των ποδιών λοιπόν έγινε κατά την αρχή του δείπνου (b). Υπάρχει και η γραφή γινομένου=κατά τη διάρκεια του δείπνου.
(3)   Σύμφωνα με τους συνοπτικούς (Ματθ. κστ 14,Μάρκ. ιδ 10,Λουκ. κβ 3-6) ο Ιούδας είχε συμφωνήσει με τους αρχιερείς την προδοσία σε προηγούμενη ημέρα της ίδιας εβδομάδας (β).
(4)   Δες και Λουκ. κβ 3.
«Εάν κάποιος ρωτήσει τι έβαλε ο Σατανάς στην καρδιά του Ιούδα, αυτό αναμφίβολα ήταν το να παραδώσει αυτόν. Αυτό έγινε με πνευματική υποβολή· και μπήκε όχι από το αυτί, αλλά με τις σκέψεις· όχι λοιπόν μέσα από δρόμο σωματικό, αλλά πνευματικό» (Αυ).
Από ποιο δρόμο ο σατανάς εισχωρεί στις καρδιές των ανθρώπων και με ποιες μεθόδους εξακοντίζει τις υποβολές του και αναμιγνύει αυτές χωρίς να το καταλαβαίνουμε, με τις δικές μας σκέψεις, οι οποίες αυτομάτως γεννιούνται στις καρδιές μας, δεν μπορούμε να πούμε. Υπάρχουν όμως μερικές αμαρτίες τόσο μεγάλες, για τις οποίες παρέχονται από τον κόσμο και την σάρκα και γενικά το εξωτερικό αισθητό περιβάλλον τόσο ασθενείς πειρασμοί, ώστε είναι πλέον σαφές γι αυτές, ότι ο σατανάς έβαλε το σπέρμα τους στις καρδιές, που ήταν διατεθειμένες να χρησιμεύσουν ως φωλιές κατάλληλες να γονιμοποιήσουν αυτό.
Έτσι και ο Ιούδας καμία αφορμή δεν είχε πάρει από τον Διδάσκαλο για να προδώσει αυτόν, και μάλιστα αντί ενός τόσο ευτελούς τιμήματος. Η πράξη όμως, στην οποία προέβη, ήταν τόσο εχθρική κατά του Θεού, ώστε μόνος ο σατανάς μπορούσε να σφυρηλατήσει αυτήν στην προσπάθειά του να εξαφανίσει το βασίλειο του Λυτρωτή, αλλά αντί για αυτό βρήκε αυτός τον δικό του όλεθρο και εξαφάνιση.
(5)   Ο σκοπός του Ιούδα ήταν ακόμη κρυμμένος (b).
(6)   Μαρτυρημένη και η γραφή «εις την καρδίαν ίνα παραδοί αυτόν Ιούδας Σίμωνος Ισκαριώτης» που εκφράζει το ίδιο νόημα. Γιατί αναφέρει αυτό εδώ ο ευαγγελιστής;
Ή, «το είπε αυτό ο ευαγγελιστής γεμάτος από έκπληξη, για να δείξει, ότι αυτόν που είχε ήδη πάρει την απόφαση να τον προδώσει, αυτόν έπλυνε» (Χ), «γεμάτος από έκπληξη για την υπερβολική ανεξικακία του Σωτήρα» (Ζ), «για να δειχτεί η απανθρωπιά του Ιούδα, ότι ούτε η συμμετοχή στο ίδιο τραπέζι δεν τον έκανε να ντραπεί» (Θφ)· παρουσιάζει έτσι αντίθεση μεταξύ του έργου του Κυρίου, που εκδηλώνει την τελειότατη αγάπη του, και του έργου του σατανά που ωθεί σε τέτοια μισητή και ολέθρια πράξη (ο).
Ή, για να δικαιολογήσει τους διάφορους υπαινιγμούς, τους οποίους ο Κύριος έκανε παρόντος του προδότου κατά τη διάρκεια της ακόλουθης σκηνής. Δες στ. 10,18,21,26,27 (g). Και οι δύο εκδοχές σοβαρές.

Ιω. 13,3   εἰδὼς(1) ὁ Ἰησοῦς ὅτι πάντα δέδωκεν αὐτῷ ὁ πατὴρ εἰς τὰς χεῖρας(2), καὶ ὅτι ἀπὸ Θεοῦ ἐξῆλθε(3) καὶ πρὸς τὸν Θεὸν ὑπάγει(4),
Ιω. 13,3    ο Ιησούς, αν και εγνώριζε πολύ καλά ότι ο Πατήρ του είχε παραδώσει τα πάντα εις τα χέρια του και ότι από τον Θεόν εξήλθε, δια να έλθη στον κόσμον και προς τον Θεόν τώρα επιστρέφει,
(1)   «Παρόλο δηλαδή, λέει, που δεν αγνοούσε…» (Κ). Η συνείδηση της δόξας του και η δουλική υπηρεσία του πλυσίματος των ποδιών θαυμάσια συμπίπτουν (b). Η μετοχή είναι μάλλον εναντιωματική. Μπορούμε όμως να την πάρουμε και ως αιτιολογική: Λόγω του μεγαλείου αυτού ο Ιησούς ταπεινώνεται. Αισθανόμενος τον εαυτό του ως τον μέγιστο, καταλαβαίνει ότι σε αυτόν απομένει να δώσει το υπόδειγμα του πραγματικού μεγαλείου ταπεινούμενος στον ρόλο του πλέον μικρού (g).
(2)   Δες γ 35. «όπως αρμόζει σε άνθρωπο είπε το «όλα τα έδωσε»»  (Ζ), φανερώνοντας «την δόξα και εξουσία και την κυριαρχία στα πάντα που υπήρχε μέσα σε αυτόν» (Κ), τα οποία και ως άνθρωπος πήρε σύμφωνα με τα Ματθ. κη 18 και Φιλιπ. β 9.
«Επομένως αυτά που δεν ήταν πριν στα χέρια του Ιησού, δόθηκαν από τον Πατέρα στα χέρια του· και όχι κάποια μεν, ενώ κάποια όχι, αλλά όλα. Αυτό ακριβώς βλέποντάς το ο Δαβίδ κατά τρόπο πνευματικό, λέει το… Κάθισε στα δεξιά μου, έως ότου βάλω τους εχθρούς σου υποπόδιο των ποδιών σου. Διότι και οι εχθροί του Ιησού ήταν μέρος των πάντων, τους οποίους γνώριζε ο Ιησούς με την πρόγνωσή του, ότι θα του δοθούν από τον Πατέρα» (Ω).
Το ίδιο «παρουσιάζοντάς το σαφέστερα ο Απόστολος λέει «όταν λοιπόν πει ότι όλα υποτάχτηκαν, είναι φανερό ότι εννοεί εκτός από αυτόν που τα υπέταξε σε αυτόν τα πάντα» (Ω).
Υπάρχει και η γραφή Έδωκεν αντί δέδωκεν. Η εξομάλυνση και διαιτησία όλων των μεταξύ Θεού και ανθρώπων διαφορών ανατέθηκε στα χέρια του. Και η διακυβέρνηση της βασιλείας του Θεού μεταξύ των ανθρώπων εμπιστεύθηκε σε αυτόν. Έτσι ώστε όλες οι ενέργειες και πράξεις, και οι κυβερνητικές και οι δικαστικές περνούν όλες από τα χέρια του, διότι αυτός είναι «ο κληρονόμος όλων».
(3)   «Δηλαδή γεννήθηκε από την ουσία του Θεού και Πατέρα» (Κ), «ως υιός Θεού και Θεός» (Ζ). Δηλώνεται η θεία καταγωγή του και προέλευση.
(4)   «Δηλαδή πάλι ανεβαίνει στους ουρανούς, για να κάθεται, εννοείται, στον ίδιο θρόνο μαζί με αυτόν που τον γέννησε» (Κ). Η επανάληψη της λέξης γίνεται με έμφαση.
«Εδώ και θαυμάζοντας λέει ότι ο τόσο μέγας και τόσο ανώτερος, εκείνος που ήλθε από τον Θεό και μεταβαίνει προς αυτόν, ο κυρίαρχος των πάντων, έπραξε αυτό, και ούτε παρόλ’ αυτά θεώρησε ανάξιο να κάνει μία τέτοια πράξη» (Χ).
«Αν και ήξερε για τον εαυτό του ότι είναι παντοκράτορας και υιός Θεού και έχει τόσο μεγάλη εξουσία και τόσο σπουδαία αξία, όμως συγκατέβη σε άκρα ταπείνωση, φανερώνοντας από τη μία την αγάπη στους μαθητές και διδάσκοντάς τους ταυτόχρονα από την άλλη να ταπεινοφρονούν» (Ζ).
Όπως ήλθε από τον Θεό για να είναι αντιπρόσωπός του στη γη, έτσι μετέβη πάλι στον ουρανό για να είναι εκεί αντιπρόσωπος δικός μας. Και αποτελεί μέγιστη ενίσχυση για μας να σκεφτόμαστε με ποιες τιμές και με ποια δόξα έγινε δεκτός εκεί. «Έφθασε μέχρι τον παλαιό των ημερών και οδηγήθηκε μπροστά σε αυτόν» (Δανιήλ ζ 13). Και λέχθηκε σε αυτόν από τον παλαιό των ημερών: «Κάθισε στα δεξιά μου» (Ψαλμ. ρθ 1).
 
Ιω. 13,4    ἐγείρεται(1) ἐκ τοῦ δείπνου(2) καὶ τίθησι τὰ ἱμάτια(3), καὶ λαβὼν λέντιον(4) διέζωσεν(5) ἑαυτόν.
Ιω. 13,4   σηκώνεται από το τραπέζι, και βγάζει τα εξωτερικά του ενδύματα και αφού επήρε μίαν ποδιά, εζώσθη με αυτήν.
(1)   «Όχι δηλαδή πριν κάτσουν, αλλά αφού έγειραν όλοι, τότε σηκώθηκε και ζώστηκε ποδιά» (αμ).
Πιθανότατα το πλύσιμο των ποδιών έγινε με αφορμή την έριδα των μαθητών για πρωτεία στο Λουκ. κβ 23-27 (g,ο,β). Και διδάσκει «αυτούς την μητέρα των αγαθών, την ταπεινοφροσύνη» (Χ) και «τόσο πολύ δίνει την εντύπωση ότι μειονεκτεί σε σχέση με τους άλλους όσον αφορά τη δόξα, ώστε να πρέπει να κατατάσσεται στην τάξη του δούλου, και δεν αισθάνεται φρίκη να εκπληρώνει ούτε αυτήν την υπηρεσία που αρμόζει σε υπηρέτη, με το να πλένει τα πόδια των αδελφών και να ζώνεται με πετσέτα για την ανάγκη. Διότι δες με προσοχή πόσο δουλικό είναι αυτό το πράγμα, εννοώ βεβαίως σε σχέση με τις κοσμικές συνήθειες και τις έξω ασχολίες» (Κ).
(2)   Αυτό δεν συνυπονοεί αναγκαία ότι είχε αρχίσει το φαγητό, αλλά μόνο ότι οι συμμετέχοντες είχαν πάρει τις θέσεις τους στο τραπέζι (ο). «Διότι δεν σηκώθηκε πριν κάτσουν οι μαθητές, αλλά αφού ξάπλωσαν όλοι» (Χ), «μόνος αυτός ενώ εκείνοι ξεκουράζονταν» (Θφ).
Πάντως υποδηλώνει ότι το πλύσιμο αυτό των ποδιών δεν ήταν το συνηθισμένο που γινόταν πριν το δείπνο, και δεν πρέπει για αυτό να θεωρηθεί σαν ο προπαρασκευαστικός για το δείπνο καθαρισμός των ποδιών. Δες Λουκ. ζ 44,Γεν. ιη 4,ιθ 2,κδ 32,μγ 23,Κριτών ιθ 21,Α΄Τιμοθ. ε 10 (β).
(3)   «Όχι όλα, αλλά το εξωτερικό ένδυμα (πανωφόρι) ή και το μετά από αυτό, για να είναι πιο άνετος (ευκίνητος)» (Ζ). Διατήρησε τον χιτώνα, το ένδυμα του δούλου.
(4)   Πανί που χρησιμοποιήθηκε και ως μάκτρο (πετσέτα) και ως ποδιά (ο). Ζώστηκε με αυτό διότι επρόκειτο αφενός μεν να ρίχνει νερό στα πόδια, αφετέρου δε να μεταφέρει βαστάζοντας με τα δύο χέρια τον νιπτήρα. Η λέξη συναντιέται μόνο εδώ και στον επόμενο στίχο. «Ζώστηκε ποδιά… έτσι ώστε… μετά το πλύσιμο, με πιο κατάλληλο ύφασμα να σκουπίσει τα πόδια των μαθητών» (Ω).
(5)   Εγείρεται… τίθησι τα ιμάτια… διέζωσε… Κάθε χαρακτηριστικό της ακόλουθης εικόνας προδίδει τις αναμνήσεις του αυτόπτη· ο Ιωάννης περιγράφει την σκηνή αυτή σαν να την είχε μπροστά στα μάτια του την ίδια στιγμή (g).

Ιω. 13,5    εἶτα βάλλει ὕδωρ(1) εἰς τὸν νιπτῆρα(2), καὶ ἤρξατο νίπτειν(3) τοὺς πόδας τῶν μαθητῶν καὶ ἐκμάσσειν τῷ λεντίῳ ᾧ ἦν διεζωσμένος.
Ιω. 13,5   Έπειτα ρίπτει νερό εις την λεκάνην, και ήρχισε να πλύνη τα πόδια των μαθητών και να τα σπογγίζη με την πετσέτα, με την οποία ήτο ζωσμένος.
(1)   Και τα χαρακτηριστικά αυτά προδίδουν τον αυτόπτη μάρτυρα.
«Πρόσεχε πώς όχι μόνο με το ότι έπλυνε τα πόδια τους, αλλά και με άλλο τρόπο δείχνει την ταπεινοφροσύνη… βγάζοντας τα ρούχα. Και δεν σταμάτησε μόνο σε αυτά, αλλά ζώστηκε και ποδιά… και ο ίδιος γέμισε τη λεκάνη και δεν πρόσταξε κάποιον άλλον να την γεμίσει, αλλά όλα αυτά τα κάνει ο ίδιος» (Χ), «έτσι ώστε και εμείς όταν διακονούμε (υπηρετούμε) όλα να τα κάνουμε εμείς οι ίδιοι με κάθε προθυμία, έχοντας στραμμένο το βλέμμα μας σε εκείνον, και να μην έχουμε έπαρση» (Ζ).
(2)   Υπήρχε πρόχειρη στο δωμάτιο του δείπνου λεκάνη των ποδιών, μεταλλική ή ξύλινη, όπως και σε μας η λεκάνη των χεριών. Για αυτό μπαίνει με άρθρο (b)= η λεκάνη στο δωμάτιο. Η λέξη είναι από αυτές που λέγονται μοναδική φορά και δεν συναντιέται στην ελληνική γραμματεία στη Βιβλική ή την εθνική (β).
(3)   Δεν λέγεται με ποια σειρά και ποιου πρώτα έπλυνε τα πόδια.
«Εμένα πάντως μου φαίνεται ότι πρώτου του προδότη έπλυνε τα πόδια» (Χ). Είναι όμως αβέβαιο αυτό. Ο Ωριγένης φρονεί, ότι τελευταίος κατά σειρά υπήρξε ο Πέτρος, ο Αυγουστίνος όμως το αντίθετο φρονεί, ότι το πλύσιμο των ποδιών άρχισε από τον Πέτρο ως κορυφαίο των αποστόλων (χ).
Πάντως ο Κύριος έπλυνε και τα πόδια του Ιούδα. Της πραγματικής και αληθινής χήρας, της αφοσιωμένης στον Κύριο, καθορίζεται ως προσόν και το «αν έπλυνε πόδια αγίων» (Α΄Τιμ. ε 10). Αλλά ο Κύριος εδώ έπλυνε τα πόδια αμαρτωλού, του χειρότερου των αμαρτωλών, αυτού που σχεδίαζε να προδώσει εκείνον, ο οποίος τόση στοργή και συγκατάβαση έδειχνε μέχρι την τελευταία στιγμή σε αυτόν τον αχάριστο.

Ιω. 13,6    ἔρχεται οὖν(1) πρὸς Σίμωνα Πέτρον, καὶ λέγει αὐτῷ ἐκεῖνος· Κύριε, σύ μου(2) νίπτεις τοὺς πόδας(3);
Ιω. 13,6   Έρχεται, λοιπόν, και προς τον Σίμωνα Πέτρο και λέγει εις αυτόν εκείνος• Κύριε, συ ο Διδάσκαλος και ο Κύριος θα μου πλύνης τα πόδια;
(1)   Το φυσικότερο είναι να θεωρήσουμε, ότι άρχισε ο Κύριος να πλένει από άλλον μαθητή, «έπειτα ήλθε προς τον Πέτρο» (Ζ).
«Διότι είναι ευκολότερο να καταλάβουμε έτσι τα λόγια του ευαγγελίου, διότι αφού είπε (στο σ. 5) άρχισε να πλένει και να σκουπίζει με την ποδιά που ήταν ζωσμένος, τότε προσθέτει «έρχεται λοιπόν προς τον Σίμωνα Πέτρο, σαν να είχε ήδη πλύνει τα πόδια κάποιων και μετά από αυτούς ήλθε τώρα στον Πέτρο» (Αυ). Παρόλ’ αυτά μπορεί να συμβιβαστεί η φράση και με την εκδοχή, ότι από τον Πέτρο άρχισε= «Όταν λοιπόν άρχισε να πλένει τα πόδια των μαθητών, ήλθε σε αυτόν, από τον οποίο άρχισε, δηλαδή στον Πέτρο» (Αυ).
Άρχισε να πλένει και έτσι (=οὖν) ήλθε στον Πέτρο. Πιθανότερη η πρώτη εκδοχή.
(2)   Με πολλή έμφαση. «Πρόσεχε λοιπόν και του Πέτρου τα λόγια πόση έμφαση έχουν» (Θφ). «Εσύ, ο υιός του Θεού» (Ζ), εμένα του αμαρτωλού και ανάξιου «εμένα του δούλου, του αμαθή» (Θφ).
«Περιέβαλε μάλλον τον Δεσπότη με εξαιρετική τιμή και επέδειξε την ευλάβεια που άρμοζε σε δούλο και μαθητή… και αφού έλαβε συναίσθηση της δικής του αναξιότητας και κατεπλάγη από το αξίωμα αυτού που ερχόταν μπροστά του, φώναξε· Κύριε εσύ μου πλένεις τα πόδια;» (Β).
(3)   Προσφέροντας σε μένα υπηρεσία, η οποία ακόμη και μεταξύ των θνητών ανθρώπων ανατίθεται στους δούλους; (ο). «Δεν πλένεις τα χέρια ούτε άλλο πιο έντιμο μέλος, αλλά τα πόδια, το τελευταίο όλων, αυτό που περισσότερο από όλα βρωμίζεται;» (Θφ).
«Το είπε αυτό με έκπληξη και πάρα πολλή ευλάβεια» (Ζ). Παρόλ’ αυτά «ήταν μέγιστη θρασύτητα το να αντιλέγει ο δούλος στον Κύριό του, τα πλάσμα στο Θεό του» (Αυ). Σημείωσε, ότι ο Χριστός συγκαταβαίνει σε μας. Και οι συγκαταβάσεις του είναι τόσο μεγάλες ώστε, όταν σοβαρά τις μελετάμε προκαλούν σε μας εντύπωση, απορία και κατάπληξη.

Ιω. 13,7   ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ· ὃ ἐγὼ(1) ποιῶ(2), σὺ(1) οὐκ οἶδας ἄρτι, γνώσῃ δὲ μετὰ ταῦτα(3).
Ιω. 13,7   Απήντησε ο Ιησούς και του είπε• τι σημαίνει αυτό, το οποίον εγώ κάμνω, δεν το καταλαβαίνεις τώρα, θα το γνωρίσης και θα το εννοήσης ύστερα από αυτά.
(1)   Ζωηρή αντίθεση που ανταποκρίνεται στην έννοια των «συ» και «μου» (που είπε ο Πέτρος) που προηγήθηκαν.
(2)   «Αυτό που εγώ διδάσκω με αυτό το πράγμα» (Ζ), «την ωφέλεια της διδασκαλίας και πώς είναι ικανό να σας οδηγήσει σε κάθε ταπεινοφροσύνη» (Χ), την έννοια ή τη σημασία αυτού του οποίου εγώ πράττω (ο). Ο σιναϊτικός γράφει: α εγώ ποιώ.
(3)   «Όταν δηλαδή θα το εξηγήσει πιο αναλυτικά» (Κ). «Διότι όχι σε πολλή ώρα [στους στίχους 13-17] θα πει για αυτό, ότι «Αν εγώ έπλυνα…» (Ζ).
Ή, λιγότερο πιθανή εκδοχή «Μετά από αυτά· πότε; Όταν στο δικό μου όνομα θα βγάλεις δαιμόνια, όταν θα με δεις να αναλαμβάνομαι στους ουρανούς, όταν από το Πνεύμα θα μάθεις ότι κάθομαι στα δεξιά, τότε θα καταλάβεις αυτό που τώρα γίνεται» (Χ). «Διότι τότε θα μάθεις ποιος όντας, τι έργο έκανα και γιατί;» (Ζ).
Ο Κύριός μας πράττει πολλά, των οποίων την έννοια και σημασία ούτε αυτοί οι μαθητές του δεν μπορούν να καταλάβουν αμέσως αλλά αντιλαμβάνονται αυτήν έπειτα. Τι έκανε ο Κύριος όταν έγινε άνθρωπος για μας και τι πέτυχε όταν έγινε για χάρη μας «σκουλήκι και όχι άνθρωπος, όνειδος ανθρώπων και περιφρόνηση λαού». Τι έπραξε όταν ζούσε τη δική μας ζωή, όταν έγινε άνθρωπος, και τι όταν θυσίασε τη ζωή του αυτή, όλα αυτά, όταν έγιναν, ήταν ακατανόητα στους μαθητές, έγιναν όμως γνωστά από αυτούς ύστερα από αυτά. Οι επακόλουθες ενέργειες τα θείας Πρόνοιας εξηγούν τις προηγούμενες ενέργειές της. Και βλέπουμε μετέπειτα, πού απέβλεπαν και ποια ωφέλεια επέφεραν γεγονότα, τα οποία όταν μας συνέβαιναν, θεωρούνταν από μας σταυρός ανυπόφορος.

Ιω. 13,8    λέγει αὐτῷ Πέτρος· οὐ μὴ νίψῃς(1) τοὺς πόδας μου εἰς τὸν αἰῶνα(2). ἀπεκρίθη αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· ἐὰν μὴ νίψω σε(3), οὐκ ἔχεις μέρος μετ᾿ ἐμοῦ(4).
Ιω. 13,8    Λέγει εις αυτόν ο Πέτρος• ποτέ στον αιώνα τον άπαντα δεν θα δεχθώ να μου πλύνης εσύ τα πόδια. Απήντησεν εις αυτόν ο Ιησούς• εάν δεν σου πλύνω τώρα τα πόδια, δεν είναι δυνατόν να έχεις πλέον μέρος μαζί μου.
(1)   Η γλυκύτητα με την οποία απάντησε ο Ιησούς ενθάρρυνε τον Πέτρο και ενώ προηγουμένως είχε προβάλλει με κάποιο δισταγμό το ερώτημα, τώρα αρνείται κατηγορηματικά. Εάν η άρνηση αυτή του Πέτρου προέρχεται από μετριοφροσύνη, είναι όμως όχι λιγότερο αληθινό ότι η μετριοφροσύνη αυτή δεν είναι απαλλαγμένη από προσωπικό θέλημα και αλαζονεία (g).
«Ενώ οι υπόλοιποι μαθητές εμπιστεύτηκαν τον εαυτό τους στον Ιησού, και σε τίποτα δεν του αντιμίλησαν, αυτός (ο Πέτρος), με όσα λέει, αν και φάνηκε ότι σωστά μπήκε μπροστά, όχι μόνο τον Ιησού κατηγορεί ότι παράλογα άρχισε να πλένει τα πόδια των μαθητών, αλλά και τους συμμαθητές. Διότι αν αυτός μεν, όπως νόμισε, έκανε το σωστό με το να θέλει να εμποδίζει, εκείνοι όμως δεν είδαν αυτό, κατηγόρησε και εκείνους ότι δεν έκαναν το σωστό που παρέδωσαν τα πόδια τους στον Ιησού» (Ω).
Όταν είπε ο Ιησούς «θα καταλάβεις μετά από αυτά», «δεν είπε ο Πέτρος· Δίδαξέ με, για να αφήσω, αλλά είπε αυτό που ήταν πολύ πιο έντονο, ούτε να μάθει ανεχόταν, αλλά αρνείται πάλι λέγοντας, Δεν θα μου πλύνεις τα πόδια» (Χ). «Αν και έλεγε αυτό στον διδάσκαλο με υγιή πρόθεση και γεμάτη σεβασμό, το έλεγε όμως κατά τρόπο βλαβερό για τον εαυτό του» (Ω).
(2)   «Αντί να πει ποτέ» (Ζ).
(3)   «Αν δεν καταδεχτείς, λέει, το παράδοξο αυτό και ασυνήθιστο μάθημα της ταπεινοφροσύνης…» (Κ).
Η άρνηση του Πέτρου να δεχτεί τν ταπεινωτική υπηρεσία, την οποία ο Κύριος τού προσφέρει, ισοδυναμεί με απόρριψη του πνεύματος του έργου του και με απόφαση να εμμείνει ο Πέτρος στην αγάπη του  σαρκικού μεγαλείου, από την οποία ο Ιησούς με την πράξη του αυτή ζητούσε να καθαρίσει τους μαθητές του (g).
(4)   «Δεν θα βρεις θέση και κληρονομιά μαζί μου» (Κ). Έχω μέρος μαζί με κάποιον ή είμαι συμμέτοχός του, σημαίνει συμμετέχω στο έργο του και τελικά στην αμοιβή του (β)· σημαίνει την συμμετοχή του κατώτερου στα κέρδη, τα πλούτη, τη δόξα του αρχηγού του (g). «Επειδή από πολλή αγάπη ο Πέτρος επέμενε, από αυτήν πείθει αυτόν» (Ζ), απειλώντας «αυτό που κατεξοχήν ο Πέτρος φοβόταν και έτρεμε, το να αποκοπεί από τον ίδιο τον Κύριο» (Χ).
Είναι ευτυχία ανέκφραστη να γίνει κάποιος συμμέτοχος του Χριστού, να λάβει μέρος στα ανεκτίμητα εκείνα προνόμια τα οποία προέρχονται από την ένωση με το Χριστό και από τη στενή σχέση μαζί του. Αυτή είναι η αγαθή μερίδα, της οποίας και μόνης υπάρχει ανάγκη. Για να γίνουμε όμως συμμέτοχοι του Χριστού είναι αναγκαίο ο Κύριος να μας πλύνει. Όλους εκείνους, τους οποίους ο Χριστός κάνει δικούς του, δικαιώνει και αγιάζει αυτούς, και με την δικαίωση και τον αγιασμό αυτόν συντελείται το πλύσιμό τους. Εάν δεν υποβληθούν σε αυτό το πλύσιμο που διενεργεί ο Κύριος, είναι αδύνατον να έχουν μέρος μαζί του. Στην αγάπη του ο Κύριος επιζητά και αξιώνει να καθαρίσει τους αμαρτωλούς συγκαταβαίνοντας στην αθλιότητά τους έτσι ώστε με το Πνεύμα του, όταν αυτοί δεν αντιστέκονται, να τους λευκάνει περισσότερο από το λευκό μαλλί και το χιόνι.

Ιω. 13,9   λέγει αὐτῷ Σίμων Πέτρος(1)· Κύριε, μὴ τοὺς πόδας μου μόνον(2), ἀλλὰ καὶ τὰς χεῖρας καὶ τὴν κεφαλήν(3).
Ιω. 13,9   Λέει εις αυτόν ο Σίμων Πέτρος• Κύριε, τότε πλύνε μου όχι μόνον τα πόδια, αλλά και τα χέρια και το κεφάλι.
(1)   «Και όταν αρνείται [ο Πέτρος] είναι σφοδρός και όταν δέχεται γίνεται σφοδρότερος· και τα δύο όμως από αγάπη» (Χ).
«Διότι και η άρνηση οφείλεται στο ότι τιμά πάρα πολύ τον Κύριο, και το ότι δέχεται οφείλεται στο ότι δεν θέλει να χωριστεί από αυτόν» (Θφ).
Η απειλή του Κυρίου «υποτάσσει τον Πέτρο και τον κάνει να ζητά περισσότερο αυτό που πριν αρνιόταν, και να προσφέρει τόση ικεσία, όση προηγουμένως πρόσφερε άρνηση, ή μάλλον και περισσότερη» (Ζ).
Η μετάπτωση αυτή του Πέτρου παρουσιάζεται σύμφωνη με τον όλο του χαρακτήρα, όπως περιγράφεται σε μας από τους συνοπτικούς. Η τέλεια αυτή συμφωνία των διασκορπισμένων εδώ και εκεί χαρακτηριστικών αυτών και η γεμάτη ζωή εικόνα που ξεπηδά από αυτά αποδεικνύουν αξιοθαύμαστα την πλήρη πραγματικότητα της ευαγγελικής ιστορίας (g).
«Καταλαβαίνοντας δηλαδή [ο Πέτρος] και του Σωτήρα την αξία και τη μικρότητα της δικής του φύσης, αρνιόταν μεν στην αρχή. Όταν όμως έμαθε τη βλάβη, αμέσως τρέχει στο να θέλει αυτό που ήθελε αυτός που είχε την εξουσία (ο Κύριος)» (Κ).
Οι αγαθοί άνδρες, όταν βλέπουν την πλάνη τους, δεν επιμένουν σε αυτήν, αλλά σπεύδουν να την ομολογήσουν και να επανορθώσουν κάθε κακή συνέπεια από αυτήν.
(2)   «Αν πρόκειται, λέει, να ξεπέσω… από την κοινωνία με εσένα και να βρίσκομαι κάπου μακριά από τα ελπιζόμενα αγαθά, αν δεν συμφωνήσω με σένα και πλύνω τα πόδια, τότε θα σου προσφέρω και τα υπόλοιπα μέλη» (Κ), δηλαδή και τα χέρια και το κεφάλι. Ο χωρισμός από το Χριστό είναι το φοβερότερο κακό στα μάτια όλων εκείνων, οι οποίοι φωτίστηκαν ώστε να διακρίνουν τις πνευματικές αξίες και να εκτιμούν αυτές.
(3)   Ο Πέτρος δεν κατάλαβε ακόμη την έννοια της πράξης αυτής του διδασκάλου του. Φαντάζεται τώρα ότι το πλύσιμο για το οποίο ο Κύριος μιλούσε αφορούσε στον καθαρισμό του σώματος, ή το πολύ θεωρεί αυτό ως σύμβολο πνευματικού καθαρισμού. Για αυτό και απαντά έτσι (β). Όλοι εκείνοι, οι οποίοι αληθινά ποθούν να καθαριστούν πνευματικά και να αγιαστούν, επιθυμούν να καθαριστούν και να αγιαστούν εξ’ ολοκλήρου και να έχουν όλο τον εσωτερικό τους άνθρωπο με όλες του τις δυνάμεις άμεμπτο και ολοτελώς αγιασμένο (Α΄ Θεσ. ε 23).

Ιω. 13,10  λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· ὁ λελουμένος(1) οὐ χρείαν ἔχει ἢ τοὺς πόδας(2) νίψασθαι, ἀλλ᾿ ἔστι καθαρὸς ὅλος(3)· καὶ ὑμεῖς καθαροί ἐστε(4), ἀλλ᾿ οὐχὶ πάντες(5).
Ιω. 13,10  Του λέγει ο Ιησούς• εκείνος που είναι λουσμένος εις ολόκληρον το σώμα, δεν έχει ανάγκην παρά μόνον τα πόδια να πλύνη, διότι είναι καθαρός κατά το υπόλοιπον σώμα. Και σεις, είσθε καθαροί, αλλά όχι όλοι.
(1)   Συχνά το λούω χρησιμοποιείται για να δηλώσει πλύσιμο του όλου σώματος (Λευϊτ. ιδ 9,ιστ 4,ιζ 16,Αριθμ. ιθ 7,Δευτερ. κγ 11,Πράξ. θ 37). Οι καλεσμένοι συνήθιζαν πριν έλθουν στο γεύμα ή το δείπνο να παίρνουν λουτρό, και όταν έφταναν στο σπίτι, που ήταν καλεσμένοι, είχαν ανάγκη να πλύνουν μόνο τα πόδια. Στη συνήθεια αυτή αναφερόμενος και ο Κύριος υπενθυμίζει στον Πέτρο, ότι πλανιόταν φανταζόμενος, ότι το πλύσιμο των ποδιών από τον Διδάσκαλο απέβλεπε σε σωματικό καθαρισμό.
(2)   Τα οποία πλένονται τελευταία από το υπόλοιπο σώμα, αλλά λερώνονται πρώτα (b). Υπάρχει και η γραφή «ει μη τους πόδας».
(3)   «Επειδή είναι ήδη λουσμένος» (Ζ). Το καθαρός συχνά λέγεται για εξωτερική καθαριότητα (Ματθ. κγ 26,κζ 59). Στη συνέχεια εδώ λέγεται προφανώς για να δηλώσει πνευματική καθαρότητα («εσείς είστε καθαροί»), όπως και στο ιε 3, όπου πάλι για τρίτη και τελευταία φορά συναντιέται στον Ιωάννη (β). Και εδώ η λέξη μπορεί να εκληφθεί με διπλή έννοια. Ο Ιησούς μεταφέρεται αμέσως, όπως και στο διάλογο με τη Σαμαρείτιδα από το υλικό πεδίο στο πνευματικό. Και λέει, ότι όπως μετά το πρωινό του λουτρό ο καθένας θεωρεί τον εαυτό του καθαρό για ολόκληρη την ημέρα και περιορίζεται στο να πλύνει τα πόδια, όταν επιστρέφει από έξω, για να καθαρίσει τις ακαθαρσίες που από την πορεία τυχόν κόλλησαν στα πόδια, έτσι και εκείνος, ο οποίος προσκολλήθηκε σοβαρά στον Ιησού, χωρίστηκε μια για πάντα από την αμαρτία, και δεν έχει ανάγκη να καθαριστεί ξανά ολόκληρος, αλλά μόνο μερικώς να καθαρίζεται από τους ελαφρούς μολυσμούς στους οποίους από συναρπαγή γλιστράει (g).
«Με άλλα λόγια στο άγιο βάπτισμα ο άνθρωπος λούστηκε ολόκληρος· και όμως, για όσο θα ζει έπειτα στην ανθρώπινη αυτή κατάσταση, δεν μπορεί να μην πατά πάνω στο έδαφος με τα πόδια του. Τα ανθρώπινα λοιπόν συναισθήματά μας, τα οποία είναι αχώριστα από την επίγεια θνητή ζωή μας, μοιάζουν με πόδια, με τα οποία ερχόμαστε σε επαφή με τα ανθρώπινα· έτσι ώστε αν πούμε, ότι δεν έχουμε αμαρτία, πλανούμε τους εαυτούς μας. Για αυτό κάθε μέρα αυτός που προσεύχεται για μας (Ιησούς) πλένει τα πόδια μας και εμείς έχουμε ανάγκη κάθε μέρα να πλένουμε τα πόδια μας» (Αυ).
Δες ποια είναι η ενίσχυση και τα προνόμια εκείνων, οι οποίοι μπήκαν στην κατάσταση της δικαίωσης. Έχουν λουστεί από τον Χριστό και έχουν καθαριστεί από κάθε μολυσμό. Και αν στο μεταξύ γλιστρίσουν, αρκεί η μετάνοιά τους να διατηρήσει αυτούς στην κατάσταση της δικαιοσύνης. Παρόλο που έχουμε ανάγκη να μετανοούμε κάθε μέρα διότι κάθε μέρα αμαρτάνουμε, όμως τα χαρίσματα του Θεού είναι αμεταμέλητα.
(4)   «Επειδή ήδη καθαριστήκατε από την διδασκαλία, την οποία σας δίδαξα και αποβάλατε κάθε κακία και πονηρία» (Ζ).
«Δεν ήταν ακόμη απαλλαγμένοι από τα αμαρτήματα, ούτε είχαν αξιωθεί του Πνεύματος… αφού η κατάρα του χειρογράφου παρέμενε, μιας και το θύμα δεν είχε οδηγηθεί ακόμη στη θυσία… Επειδή λοιπόν απέρριψαν από την ψυχή τους κάθε πονηρία και βρίσκονταν κοντά του με ειλικρινή διάθεση, για αυτό λέει σύμφωνα με τον προφητικό λόγο (Ησαΐου α 16) «ο λουσμένος είναι ήδη καθαρός». Διότι εκεί δεν εννοεί το Ιουδαϊκό λουτρό με νερό, αλλά τον καθαρμό της συνείδησης» (Χ).
«Δεν χρειάζεστε λοιπόν να καθαριστείτε, από αυτά από τα οποία καθαριστήκατε, αλλά να πλύνετε μόνο τα πόδια» (Ζ). «Επομένως και αυτοί επειδή με κάθε ακακία και αδολότητα ήταν μαζί με τον Χριστό, πολύ λογικά ονομάζονται από τον Κύριο λουσμένοι και καθαροί» (Θφ).
(5)   «Είναι μεν κρυμμένο αυτό που λέει, κάνει όμως ωφέλιμο στον προδότη τον έλεγχο. Διότι αν και δεν το είπε με σαφήνεια… αλλά μέσα στον καθένα υπήρχε η συνείδηση που δίκαζε και κέντριζε αυτόν που αμάρτησε» (Κ).
Ακόμη και μεταξύ των μαθητών του Χριστού, των στενότατα συνδεδεμένων με το έργο του, υπάρχουν μερικοί οι οποίοι δεν είναι καθαροί. Ο Κύριος γνωρίζει ποιοι είναι δικοί του και ποιοι δεν είναι (Β΄Τιμ. β 19). Το μάτι του Χριστού μπορεί να χωρίσει τα πολύτιμα από τα ευτελή, τα καθαρά από τα ακάθαρτα.

Ιω. 13,11  ᾔδει γὰρ(1) τὸν παραδιδόντα(2) αὐτόν· διὰ τοῦτο εἶπεν(3)· οὐχὶ πάντες καθαροί ἐστε.
Ιω. 13,11  Και είπεν ο Κύριος ότι δεν είσθε καθαροί όλοι, διότι εγνώριζε εκείνον ο οποίος έμελλε να τον παραδώση.
(1)   Δείχνει τον λόγο για τον οποίο δεν ήταν καθαροί όλοι.
(2)   Ο ενεστώτας υποδηλώνει, ότι η κίνηση για προδοσία είχε ήδη αρχίσει (β). Έτσι ο υπαινιγμός αυτός του Κυρίου αποτελούσε την πρώτη αποκάλυψη της προδοσίας του Ιούδα από όσες έγιναν κατά τη διάρκεια του δείπνου. Εκφράζοντας έτσι τη λύπη, την οποία του προκαλούσε η σκέψη του εγκλήματος αυτού, καταβάλλει ο Κύριος ύστατη προσπάθεια για επιστροφή του Ιούδα σε μετάνοια (g).
«Διότι γνώριζε αυτόν που θα τον παρέδιδε ότι δεν ήταν καθαρός· πρώτον μεν επειδή δεν τον ένοιαζε για τους φτωχούς, αλλά ήταν κλέφτης· ύστερα όμως επειδή, όταν έγινε το δείπνο, ο διάβολος είχε ήδη μπει στην καρδιά του για να παραδώσει αυτόν, ο Ιούδας Σίμωνος Ισκαριώτης δεν έδιωξε αυτό που μπήκε μέσα του» (Ω).
Παρόλ’ αυτά «αν και ήξερε ότι δεν ήταν αγαθός απέναντί του ούτε ευγνώμων μαθητής, αλλά εγκυμονούσε από τη μία το δηλητήριο από την διαβολική πικρία, μελετούσε από την άλλη προσεχτικά με ποιο τρόπο θα τον παραδώσει, τον τίμησε σε ίσο βαθμό με τους άλλους… φυλάγοντας μέχρι το κάθετί τα της δικής του αγάπης… και έπλυνε και τα πόδια του, καθιστώντας αδικαιολόγητη την ασέβειά του, ώστε να φανεί ότι η αποστασία ήταν καρπός της πονηρίας που φώλιαζε μέσα του» (Κ).
(3)   Η επανάληψη αυτή αποβλέπει στο να προσδώσει έμφαση στην εξαίρεση του Ιούδα από τον αριθμό των καθαρών από την αμαρτία (ο). Του Ιούδα τα πόδια πλύθηκαν και καθαρίστηκαν όπως και του Πέτρου. Αλλά έμεινε αυτός εντελώς ξένος από το πνεύμα που αναγεννά την καρδιά, του οποίου το πλύσιμο των ποδιών ήταν απλός τύπος. Προσερχόμαστε όλοι στο μυστήριο του Δείπνου, μετέχουμε όλοι των ίδιων καθαγιασμένων στοιχείων, αλλά πόσοι βγαίνουν καθαροί από το τραπέζι του Κυρίου; (μ).

Ιω. 13,12 Ὅτε οὖν(1) ἔνιψε τοὺς πόδας αὐτῶν(2) καὶ ἔλαβε τὰ ἱμάτια αὐτοῦ(3), ἀναπεσὼν πάλιν(4) εἶπεν αὐτοῖς· γινώσκετε τί πεποίηκα ὑμῖν(5);
Ιω. 13,12  Όταν, λοιπόν, έπλυνε τα πόδια των και ξαναφόρεσε τα εξωτερικά του ενδύματα, κάθισε πάλιν κοντά στο τραπέζι και τους είπε• γνωρίζετε τι νόημα έχει αυτό, το οποίον έκαμα εις σας;
(1)   Ξαναπιάνει ο ιερός ευαγγελιστής την διήγηση του πλυσίματος των ποδιών που διακόπηκε με τους στίχους 6-11 (κ).
(2)   Το αυτών υποδηλώνει ότι έπλυνε τα πόδια όλων (β).
(3)   Τα οποία κατά τον στίχο 4 είχε βγάλει.
(4)   Πήρε πάλι τη θέση του, την οποία καθισμένος είχε στο τραπέζι. Το ρήμα λέγεται και με την έννοια της αιφνίδιας και γρήγορης κίνησης (ο). Υπάρχει και η γραφή: τους πόδας αυτών έλαβε… και ανέπεσε.
(5)   «Ή πρέπει να το διαβάσουμε ως ερώτηση, για να φανερώσει το μέγεθος αυτού που έγινε· ή σε προστακτική, για να διεγείρει το νου τους, έτσι ώστε με το να τους κάνει να προσέξουν την πράξη αυτή, να την καταλάβουν» (Ω). Μάλλον ερωτηματικά. «Αντί να πει, Καταλάβατε την αιτία και το σκοπό αυτού που έγινε;» (Θμ). «Όχι πλέον προς τον Πέτρο μόνο, αλλά προς όλους μιλά» (Χ). Καταλαβαίνετε το μάθημα, το οποίο η πράξη μου αυτή αποσκοπούσε να σας διδάξει; (ο).
«Τους ρωτά ενώ αγνοούν, για να προκαλέσει την προσοχή· μετά δηλαδή την πράξη, θέλει λοιπόν να διδάξει αυτό που αγνοείται» (Ζ).
«Ήδη ο μακάριος Πέτρος έχει εκπληρωμένη την υπόσχεση… την οποία πήρε με την απάντηση… θα μάθεις μετά από αυτά (στίχοι 7,8). Εδώ είναι εκείνο το «μετά από αυτά». Τώρα είναι ο καιρός να πει αυτό που προ ολίγου ανέβαλε… Και αρχίζει ήδη να δείχνει στους μαθητές, τι ήταν εκείνο, το οποίο έπραξε» (Αυ).
Παρόλ’ αυτά ο ακόλουθος σύντομος διάλογος δεν αποσαφηνίζει εξ’ ολοκλήρου στις παχυλές διάνοιες των μαθητών τη σημασία της πράξης αυτής του Κυρίου. Η πλήρης σημασία και έννοιά της θα κατανοηθεί από τους μαθητές μετά το θάνατο και την ανάσταση του Κυρίου, όταν αυτοί θα πάρουν το Πνεύμα της αλήθειας (χ).

Ιω. 13,13  ὑμεῖς φωνεῖτέ με(1), ὁ Διδάσκαλος(2) καὶ ὁ Κύριος(3), καὶ καλῶς λέγετε· εἰμὶ γάρ(4).
Ιω. 13,13  Σεις με ονομάζετε, ο Διδάσκαλος και ο Κύριος και καλά λέτε. Διότι πράγματι είμαι.
(1)   «Εσείς με ονομάζετε έτσι» (Ζ). «Αποδέχεται τη γνώμη τους» (Χ) και έτσι «έκανε τον λόγο να μην προκαλεί κάποια ενόχληση· και προσθέτοντας ότι ε ί μ α ι, βεβαίωσε αυτές τις ονομασίες και απέδειξε ότι λέγονται όχι χαριστικά, αλλά αληθινά» (Ζ).
(2)   Η ονομαστική πτώση ή λέγεται αντί για κλητική (β) ή πρέπει να ερμηνευτεί Εσύ ο Διδάσκαλος και ο Κύριος (g). Πριν τα χρόνια του Χιλλέλ δεν υπήρχε σε χρήση ο τίτλος αυτός του Ραββί ή Διδασκάλου, όπως φαίνεται από το ότι οι προγενέστεροι του Χιλλέλ διδάσκαλοι αποκαλούνται με γυμνό το όνομά τους (Lightfoot,Hor. Herb. On Matt κγ 8). Οπότε έχει μέσα της ειδική βαρύτητα η αντίθεση του Ιησού εναντίον του τίτλου αυτού (Ματθ. κγ 8-10) και κατά των άλλων τίτλων πατέρας, καθηγητής, κύριος, οι οποίοι παρομοίως χρησιμοποιούνταν, αν και όχι τόσο ευρέως και επίσημα (C).
Ο Χριστός είναι ο διδάσκαλός μας, που μας διδάσκει όλες τις σωτηριώδεις αλήθειες, ο οποίος κατέχει όπως κανείς ποτέ άλλος το προφητικό αξίωμα και αποκαλύπτει σε μας το θέλημα του Θεού. Συγχρόνως ο Κύριός μας έχει εξουσία απόλυτη πάνω μας και κυριαρχικά δικαιώματα απεριόριστα, διότι είμαστε πλάσματά του, αλλά και ιδιοκτησία του που εξαγοράστηκε με το αίμα του.
(3)   «Εξηγεί εκ των προτέρων το δικό του αξίωμα και, παρουσιάζοντας τη δόξα που έχει από τη φύση του, φέρνει σε δύσκολη θέση με την πράξη του αυτόν που επιζητεί τη δόξα» (Κ). Και ο μεν τίτλος Διδάσκαλος αναφέρεται στη διδασκαλία, ενώ ο Κύριος στην κυριαρχία του Ιησού σε ολόκληρη την ζωή των δούλων του (g). Η τοποθέτηση και των δύο μαζί και μάλιστα με άρθρο προσδίδει ιδιαίτερη έννοια σε αυτούς.
Διότι «κανείς βεβαίως δεν θα κατηγορούσε αυτόν (τον Ιησού) όταν ονόμαζε τον εαυτό του Διδάσκαλο, έστω και αν δεν πίστευε αυτόν παρά μόνο ως απλό άνθρωπο. Αλλά το να ονομάζει τον εαυτό του και Κύριο των μαθητών του, ποιός θα ανεχόταν αυτό για απλό άνθρωπο; Αλλά αυτός που μιλά είναι Θεός» (Αυ).
«Διότι η ονομασία «Κύριος» δεν είναι απλό όνομα τιμής, όπως ακριβώς σε εμάς (που λεγόμαστε μεν κύριοι) αλλά παραμένουμε δούλοι στη φύση μας… αλλά είναι από τη φύση του Κύριος, αφού εξουσιάζει τα πάντα ως Θεός. Είναι επίσης από τη φύση του και διδάσκαλος. Διότι κάθε σοφία είναι από τον Κύριο και κάθε σύνεση από αυτόν» (Κ).
(4)   «Για να μη φανεί ότι τα λόγια του λέγονται για ευχαρίστησή τους, προσθέτει· Διότι είμαι» (Χ).
«Υπάρχει ένα παράγγελμα που απευθύνθηκε προς τους ανθρώπους· Να σε εγκωμιάζει ο διπλανός σου και όχι το δικό σου στόμα. Διότι η αυταρέσκεια είναι επικίνδυνη για αυτόν που προσέχει τον εαυτό του να μην πέσει σε αλαζονεία. Αλλά Εκείνος, ο οποίος είναι υπεράνω όλων, οσοδήποτε και αν συστήσει τον εαυτό του, είναι αδύνατον να υψώσει τον εαυτό του πάνω από την πραγματική του αξία. Ούτε μπορεί ο Θεός δίκαια να χαρακτηριστεί αλαζόνας. Διότι είναι δική μας ωφέλεια να γνωρίσουμε αυτόν, όχι δική του. Ούτε πάλι μπορεί κάποιος να γνωρίσει αυτόν, αν αυτός ο ίδιος δεν αποκαλύψει τον εαυτό του. Εάν λοιπόν απείχε από το να συστήσει τον εαυτό του, για να αποφύγει δήθεν την αλαζονεία, θα αρνιόταν σε μας την δυνατότητα να τον γνωρίσουμε» (Αυ).

Ιω. 13,14  εἰ οὖν ἐγὼ(1) ἔνιψα ὑμῶν τοὺς πόδας(2), ὁ Κύριος καὶ ὁ Διδάσκαλος(3), καὶ ὑμεῖς ὀφείλετε(4) ἀλλήλων νίπτειν τοὺς πόδας(5).
Ιω. 13,14  Εάν, λοιπόν, εγώ, ο Κύριος και ο Διδάσκαλος, έπλυνα τα πόδια σας, οφείλετε και σεις να πλένετε ο ένας του άλλου τα πόδια.
(1)   «Από εδώ λοιπόν κάνει συλλογισμό» (Ζ). Χρησιμοποιεί επιχείρημα από το ισχυρότερο (a fortiori).
(2)   «Και δεν είπε (τα πόδια) των δούλων, των αγραμμάτων και αμαθών, αλλά άφησε αυτό να το συλλογίζονται» (Θφ).
(3)   Η έννοια του συλλογισμού: «Όταν λοιπόν εγώ, ο μέγας στη δόξα και τόσο μεγάλος δεν φαίνομαι να δίστασα να κατέβω σε αυτήν την τόσο μικροπρεπή ταπείνωση, ώστε να πλύνω ακόμη και τα πόδια σας· πώς θα αρνηθείτε να κάνετε και σεις αυτό μεταξύ σας;» (Κ).
(4)   «Φυσιολογικά έπρεπε να πει· Πόσο μάλλον εσείς οι δούλοι;» (Χ). «Αλλά δεν είπε ότι Εάν εγώ, ο εκ φύσεως κύριος, έπλυνα τα πόδια σε εσάς, που από τη φύση σας είστε δούλοι, πολύ περισσότερο εσείς, οι ομόδουλοι, οφείλετε να πλένετε τα πόδια μεταξύ σας… Αλλά αφού δήλωσε αυτά με τα έργα, άφησε τη διάκριση αυτών στη συνείδηση των ακροατών» (Ζ).
(5)   Το παράγγελμα δεν πρέπει να εκληφθεί κατά λέξη. Συμβολίζει προφανώς την αδελφική αγάπη και τέλεια συγκατάβαση, τις οποίες οι μαθητές του Κυρίου υποχρεώνονται να εφαρμόζουν μεταξύ τους (F). Οφείλετε «να υπηρετείτε ο ένας τον άλλον με κάθε διακονία (υπηρεσία)» (Θφ). Δεν συνιστά με το παράγγελμα αυτό ο Κύριος κάποια τελετή, σαν αυτήν που από τον δ΄ αιώνα επικράτησε για ανάμνηση του γεγονότος αυτού στην εκκλησία, την ακολουθία του Νιπτήρος κατά την Μ. Πέμπτη.
Αλλά «διδάσκει με αυτά το να μην αγαπά κανείς να υποτιμά τους άλλους από αλαζονεία, αλλα να θεωρεί ότι ο άλλος που είναι δούλος σαν αυτόν, είναι ανώτερος από αυτόν και να τον βάζει πρώτο σε όλα… Διότι τίποτα δεν χωρίζει τόσο και αδελφούς και φίλους, όσο η ασυγκράτητη επιθυμία των άθλιων ασήμαντων τιμητικών διακρίσεων… ενώ με αυτό [το να πλένουν μεταξύ τους τα πόδια] θα περιοριστεί μεν κάθε τρόπος αλαζονείας, και θα φύγει μακριά κάθε είδος κοσμικής φιλοδοξίας» (Κ).
Διδασκόμαστε από το παράδειγμα αυτό του Κυρίου να είμαστε ταπεινοί στην καρδιά, όπως αυτός (Ματθ. ια 29) και να συμπεριφερόμαστε προς όλους με κάθε ταπεινοφροσύνη. Οφείλουμε να έχουμε φρόνημα ταπεινό μεν για τον εαυτό μας, υψηλό δε και τιμητικό για τον πλησίον μας. Το να πλένουμε τα πόδια μεταξύ μας σημαίνει να μην αποφεύγουμε ούτε τις ευτελέστερες και ταπεινοτικότερες υπηρεσίες, τις οποίες επιβάλλει η αγάπη, όταν πρόκειται με αυτές να εξυπηρετήσουμε την πραγματική ωφέλεια του πλησίον, μιμούμενοι σε αυτό τον Παύλο, ο οποίος αν και ήταν ελεύθερος από όλους, υποδούλωσε σε όλους τον εαυτό του, αλλά και τον ίδιο τον Κύριό μας, ο οποίος δεν ήλθε να διακονηθεί, αλλά να διακονήσει.
«Από το να πλένουμε τα πόδια, το οποίο φαίνεται να είναι έσχατη υπηρεσία, συμπεραίνουμε ότι οφείλουμε να τελούμε και τις άλλες, πολύ περισσότερο τις πιο έντιμες» (Θφ). «Διότι ο Θεός μάς κατέστησε τον έναν οφειλέτη του άλλου, κάνοντας ο ίδιος αρχή αυτής της οφειλής και μάλιστα σε οφειλέτες κατώτερης μοίρας. Διότι αυτός μεν ήταν Κύριος. Ενώ εμείς αν το κάνουμε αυτό, το κάνουμε στους συνδούλους μας» (Χ).

Ιω. 13,15  ὑπόδειγμα(1) γὰρ δέδωκα ὑμῖν, ἵνα καθὼς ἐγὼ(2) ἐποίησα ὑμῖν, καὶ ὑμεῖς(2) ποιῆτε(3)·
Ιω. 13,15  Διότι εγώ σας έδωσα ένα τέλειο παράδειγμα, να πράττετε και σεις όπως και εγώ έπραξα εις σας.
(1)   Παράδειγμα το οποίο προβάλλεται σε μίμηση (G). Χρησιμοποιείται η λέξη για το ευγενές παράδειγμα του θανάτου του Ελεαζάρου στο Β΄Μακ. στ 28 (β). «Με αυτήν την πράξη έδωσα σε σας υπόδειγμα της ταπείνωσης με αγάπη» (Ζ).
Η μορφή της πράξης ήταν κάτι τυχαίο, που πάρθηκε από τις συνθήκες της στιγμής, και για αυτό ήταν παροδική. Η βαθύτερη ηθική έννοιά της αποτελεί το στοιχείο αυτής το μόνιμο, το οποίο ακριβώς είναι και το υπόδειγμα που προβλήθηκε σε μας από τον Κύριο (g). Υπάρχει και η γραφή: υπόδειγμα γαρ δέδωκα.
(2)   «Και όμως δεν είναι το ίδιο· διότι αυτός μεν είναι Διδάσκαλος και Κύριος, ενώ εμείς ομόδουλοι μεταξύ μας» (Χ). «Αυτός μεν ήταν πάνω από κάθε έννοια και λόγο· ενώ εμείς είμαστε γη και στάχτη και τέφρα και σκόνη και αν υπάρχει και κάτι άλλο ευτελέστερο από αυτά» (Ζ). Το «όπως εγώ… έτσι και εσείς» πρέπει να ερμηνευτεί λοιπόν: «με την ίδια προθυμία» (Χ) και ακρίβεια.
Πόσο καλός διδάσκαλος είναι ο Χριστός! Διδάσκει τόσο με το παράδειγμα, όσο και με το λόγο και για αυτόν τον σκοπό ήλθε στον κόσμο, για να μας δώσει υπόδειγμα και κανόνα όλων εκείνων των χαρίτων και των υποχρεώσεων, τις οποίες η αγία του θρησκεία διδάσκει. Και είναι υπόδειγμα χωρίς την παραμικρή έλλειψη ή λανθασμένη απόδοση. Για αυτό έκανε τους νόμους και τη διδασκαλία του περισσότερο κατανοητή και επιβλητική. Ο Χριστός είναι αρχηγός και Κύριος, όπως άλλοτε σε κάποιο βαθμό υπήρξε και ο Γεδεών, ο οποίος είπε στους άνδρες του: «Από μένα θα δείτε και έτσι θα κάνετε… και όπως θα κάνω, έτσι θα κάνετε και σεις» (Κριτών ζ 17)· ή όπως υπήρξε ο Αβιμέλεχ, ο οποίος είπε στο λαό: «Αυτό που είδατε να κάνω, γρήγορα κάντε το όπως εγώ» (Κριτών θ 48).
(3)   «Από αγάπη ταπεινούμενοι και υπηρετώντας» (Ζ).
«Μάθαμε ταπείνωση από τον Ύψιστο. Και εμείς λοιπόν ως ταπεινοί ας πράττουμε μεταξύ μας ό,τι Εκείνος, ο Ύψιστος έπραξε στην ταπείνωσή του» (Αυ). «Αναγκαία λοιπόν συμβουλεύει αυτά τους αποστόλους. Επειδή δηλαδή επρόκειτο να απολαμβάνουν τιμή, άλλοι μεν μεγαλύτερη άλλοι δε μικρότερη, για να μην υπερηφανεύονται ο ένας απέναντι στον άλλον, σε όλους γκρεμίζει τα (υψηλά) φρονήματα» (Θφ).

Ιω. 13,16  ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν(1), οὐκ ἔστι(2) δοῦλος μείζων τοῦ κυρίου αὐτοῦ(3), οὐδὲ ἀπόστολος μείζων τοῦ πέμψαντος αὐτόν(4).
Ιω. 13,16  Σας διαβεβαιώνω, ότι δεν υπάρχει δούλος ανώτερος από τον κύριό του ούτε απεσταλμένος μεγαλύτερος από εκείνον, που τον έστειλε.
(1)   Εισάγει με αυτό αλήθεια ειδικής σοβαρότητας.
(2)   «Αυτό που είπε παραπάνω, αυτό και εδώ λέει για να τους κάνει να νιώσουν ντροπή» (Χ). «Εάν εγώ ο ασύγκριτα μεγαλύτερος, τόσο ταπεινώθηκα, πολύ περισσότερο εσείς» (Ζ).
(3)   «Για όσο είναι δούλος αυτού… Διότι είναι κατωτερότητα το να είναι κανείς δούλος» (Ζ). «Όταν όμως γίνει ανώτερος, τότε ούτε δούλος είναι, ούτε απεσταλμένος» (Θφ). Στο Λουκ. στ 10 λέει «δεν υπάρχει μαθητής πάνω από τον διδάσκαλο». Ο Ματθαίος συνδυάζει και τις δύο μορφές του λόγου, και του Ιωάννη και του Λουκά. Και εδώ το επιχείρημα είναι από το ισχυρότερο.
(4)   «Για όσο είναι… απεσταλμένος εκείνου. Διότι είναι κατωτερότητα… και το να στέλνεται κάποιος» (Ζ). Απόστολος κυριολεκτικά είναι ο απεσταλμένος για μεταβίβαση εντολής κάποιου ή για εκτέλεση παραγγελίας (ο). Ο Ιωάννης μόνο εδώ χρησιμοποιεί την λέξη. Κατά τους Συνοπτικούς ο Ιησούς έδωσε τον τίτλο στους δώδεκα (Λουκ. στ 13) και αυτοί ονομάζουν αυτούς έτσι. Ο Ιωάννης ονομάζει αυτούς οι μαθητές ή οι δώδεκα. Πιθανώς εδώ να υπαινίσσεται ειδικά τους δώδεκα (β).
 
Ιω. 13,17  εἰ ταῦτα(1) οἴδατε(2), μακάριοί ἐστε(3) ἐὰν ποιῆτε(4) αὐτά.
Ιω. 13,17  Εάν καταλαβαίνετε καλά αυτά, θα είσθε μακάριοι, εάν τα εφαρμόζετε.
(1)   «Αυτά που ειπώθηκαν» (Ζ).
(2)   «Αν μπορείτε να τα καταλάβετε με σαφήνεια» (Κ). Εάν καταλαβαίνετε πλήρως και εκτιμάτε (β).
(3)   «Και ο Σωτήρας λοιπόν είπε ότι αυτός που έπραξε και δίδαξε θα αποκληθεί μέγας, και πολύ δίκαια, στη βασιλεία των ουρανών» (Κ). Μακάριοι διότι θα αποκτήσετε πραγματική υπεροχή ενώπιον του Θεού από τώρα και στη μέλλουσα οικονομία (g).
(4)   «Διότι δεν αρκεί να ξέρουμε μόνο, αλλά πρέπει και να πράττουμε» (Ζ). «Διότι περισσότερο αξιαγάπητο και αξιοζήλευτο είναι όχι το να γνωρίζουμε την αρετή, αλλά να την εφαρμόζουμε» (Κ).
«Διότι το να γνωρίσουν μεν ανήκει σε όλους, το να πράξουν όμως δεν είναι έργο όλων» (Χ).
Είναι μεν μέγα προσόν να έχουμε γνώση των καθηκόντων μας, αλλά μόνη η γνώση δεν είναι αρκετή να μας κάνει μακάριους. Η γνώση αποτελεί φωτισμό για πράξη και εφαρμογή, αλλιώς αποβαίνει όχι μόνο ανωφελής και μάταιη, αλλά επιβαρύνει ακόμη περισσότερο τη θέση μας, διότι «μεγαλύτερη καταδίκη θα έχουμε» εφόσον «αν κάποιος ξέρει να κάνει το καλό και δεν το κάνει, είναι αμαρτία σε αυτόν» (Ιακ. δ 17).

Ιω. 13,18  οὐ περὶ πάντων ὑμῶν λέγω(1)· ἐγὼ(2) οἶδα(3) οὓς ἐξελεξάμην(4)· ἀλλ᾿(5) ἵνα ἡ γραφὴ πληρωθῇ(6), ὁ τρώγων(7) μετ᾿ ἐμοῦ τὸν ἄρτον(8) ἐπῆρεν ἐπ᾿ ἐμὲ τὴν πτέρναν αὐτοῦ(9).
Ιω. 13,18  Και αυτά δεν τα λέγω δι' όλους σας. Εγώ ξέρω πολύ καλά ποίας ποιότητος άνθρωποι ήσαν αυτοί τους οποίους εξέλεξα. Εγνώριζα πολύ καλά ότι και ένας ανάξιος εισεχώρησε μεταξύ σας, δια να εκπληρωθή έτσι η προφητεία της Γραφής• Εκείνος που τρώγει συνεχώς μαζή μου ως φίλος το ψωμί στο αυτό τραπέζι, εσήκωσε την πτέρναν του και με εκλώτσησε.
(1)   Όταν μιλώ για σας ως μακάριους (b). Λέγοντας αυτά δεν περιμένω, ότι όλοι σας θα τηρήσετε αυτά. «Λέγοντας ότι θα είναι μακάριοι αυτοί που γνωρίζουν μεν το καλό, και προσπαθούν να το κάνουν πράξη, πρόσθεσε αμέσως, Δεν λέω για όλους, υπαινισσόμενος τον προδότη· διότι δεν ανήκει στους αξιοζήλευτους ο θεομίσητος, ούτε θα μπορούσε να καταταχτεί ποτέ μαζί με τους μακάριους αυτός που κατέστησε την ψυχή του ένοχη για τόσο μεγάλη ασέβεια» (Κ).
«Πω, πω μέγεθος ανεξικακίας! Δεν ελέγχει ακόμη τον προδότη, αλλά συγκαλύπτει το πράγμα, δίνοντας έτσι σε αυτόν ευκαιρία για μετάνοια. Και ελέγχει και δεν ελέγχει, λέγοντας τα εξής· Αυτός που τρώει κλπ» (Χ).
«Αν και είπε σε διάφορους καιρούς πολλά παρόμοια, που κεντούσαν μόνο τη συνείδηση του προδότη, και από τη μία δίδασκαν, ότι δεν είναι κρυφή η επιβουλή του, ταυτόχρονα δε πάλι τον καλούσαν σε μετάνοια και διόρθωση, δεν τον έπεισε» (Ζ).
(2)   Μπαίνει μπροστά με έμφαση. Εγώ ο Κύριος (b).
(3)   «Γνωρίζω ως Θεός» (Ζ). Και εδώ δηλώνεται η υπερφυσική γνώση του Κυρίου. Υπάρχει και η γραφή: Εγώ γαρ οἶδα.
(4)   Και η γραφή τίνας εξελεξάμην. Ή, πιο σωστά, αναφέρεται στην εκλογή των 12, όταν και «τον Ιούδα διάλεξε και τον ανέμιξε με τους άλλους μαθητές, χωρίς να αγνοεί ότι και προδότης θα αποδειχτεί και θα πέσει μέσα στα δίχτυα της φιλοκερδείας» (Κ).
«Γνωρίζω ποιος είναι ο καθένας από αυτούς που διάλεξα. Γνωρίζω λοιπόν και ποιος είναι ο Ιούδας και δεν μου είναι κρυφό, το ότι ο διάβολος έχει ήδη βάλει στην καρδιά του τά εναντίον μου» (Ω).
Σημείωσε, ότι υπάρχει ανάμιξη κακών μαζί με τους καλούς στις άριστες κοινωνίες· υπήρξε ένας Ιούδας μεταξύ των αποστόλων και θα εξακολουθεί να γίνεται έτσι έως ότου φτάσουμε στη μακάρια εκείνη κοινωνία, στην οποία τίποτα το ακάθαρτο ή υποκριτικό δεν θα μπει. Ή, λιγότερο πιθανή εκδοχή «Γνωρίζω ποιους διάλεξα να συμμετέχουν μαζί μου στην μακαριότητα. Και ο προδότης Ιούδας δεν είναι από αυτούς τους διαλεγμένους» (Αυ).
«Αν όμως ο Κύριος διάλεξε τον Ιούδα και αυτός έκανε παράβαση, τίποτα δεν σημαίνει αυτό· διότι όταν ήταν καλός αυτός τον διάλεξε και μεταβλήθηκε όπως ο Αδάμ και ο Σαούλ. Διότι ο Θεός δεν αναιρεί το αυτεξούσιο (ελευθερία βούλησης), αλλά επιτρέπει στον καθένα, να κάνει όπως θέλει» (αμ).
(5)   Ο λόγος είναι ελλειπτικός. Ή, επίσης διάλεξα και τον Ιούδα για να εκπληρωθεί η γραφή. Ή, αλλά αυτό έγινε για να εκπληρωθεί η γραφή (g). Ή, αλλά επίσης η προδοσία αυτή θα έλθει για να… (β).
(6)   Το εκβατικό ἵνα, για το οποίο δες παραπάνω. «Ας μη νομίσει κάποιος ότι για αυτό φτάνουν εις πέρας τα προφητευμένα από τους άγιους προφήτες, για να εκπληρωθούν δηλαδή οι γραφές. Διότι αν είναι αλήθεια αυτό, τίποτα καθόλου δεν θα εμποδίσει αυτούς που αναγκαστικά υπηρέτησαν τις γραμμένες προφητείες, από το να έχουν δικαιολογημένη την αμάρτία, ή μάλλον καλύτερα, να θεωρούν ότι ούτε καν αμάρτησαν. Διότι αν έπρεπε να εκπληρωθούν, θα πει κάποιος, και εκπληρώνονταν με αυτούς, άρα αυτοί μέσω των οποίων εκπληρώθηκαν θα μπορούσαν να είναι ελεύθεροι από κάθε ευθύνη.
Από την άλλη πάλι η θεία γραφή θα φαινόταν λοιπόν οπωσδήποτε και βοηθός της αμαρτίας, καλώντας κατά κάποιο τρόπο αναγκαστικά κάποιους σε εκείνα τα οποία λέγονταν από αυτήν, έτσι ώστε να φτάσει σε τέλος αυτό που είχε παλιά προφητευτεί… Για αυτό λοιπόν, δεν πιστεύουμε ότι για αυτήν την αιτία διαπράχτηκαν τα έργα από κάποιους, για να εκπληρωθούν δηλαδή οι γραφές· αλλά το Πνεύμα μίλησε επειδή προγνώριζε ότι οπωσδήποτε θα γίνουν αυτά που θα συμβούν» (Κ).
(7)   Η παράθεση μάλλον κατά το εβραϊκό, οπωσδήποτε όμως όχι από τους Ο΄ από το Ψαλμ. μ 10. «Αυτός που έτρωγε τα ψωμιά μου ύψωσε όσο μπορούσε υψηλότερα την φτέρνα του και κατάφερε εναντίον μου κλωτσιά. Οι μεν Ο΄ λοιπόν έτσι ερμήνευσαν το ρητό από το εβραϊκό· ο Χριστός όμως ερμηνεύοντας το ίδιο ρητό από το ίδιο κείμενο, τα ίδια λέει και αυτός, με άλλες ισοδύναμες λέξεις» (Ζ).
Ο Δαβίδ έγραψε το χωρίο για τον Αχιτόφελ, στενό του φίλο, από τον οποίο αχάριστα προδόθηκε. Δες Β΄ Βασ. ιε 31 και εξής. Λόγος με διπλό αποτέλεσμα, ο οποίος κατά το θείο σχέδιο επρόκειτο ομοίως να εκπληρωθεί με την προδοσία του Ιούδα (F). Ο Αχιτόφελ από την άποψη αυτή υπήρξε τύπος του Ιούδα (ο).
«Εξηγήθηκε με διαφορετικά λόγια το ρητό από τον τεσσαρακοστό ψαλμό που είναι ως εξής: «καὶ γὰρ ὁ ἄνθρωπος τῆς εἰρήνης μου, ἐφ᾿ ὃν ἤλπισα, ὁ ἐσθίων ἄρτους μου, ἐμεγάλυνεν ἐπ᾿ ἐμὲ πτερνισμόν. (=και ο επιστήθιος φίλος μου, στον οποίον είχα στηρίξει τας ελπίδας μου, αυτός ο οποίος έτρωγε εις την τράπεζάν μου το φάγητόν μου, κατέφερε εναντίον μου μεγάλο λάκτισμα).
Ο Σωτήρας λοιπόν λέει ότι το ρητό αυτό ειπώθηκε για αυτόν και τον Ιούδα· εξ αιτίας αυτού θα αναρωτηθείς πώς ο Ιούδας ήταν άνθρωπος ειρήνης και ο Σωτήρας ήλπισε σε αυτόν. Νομίζω λοιπόν ότι με αυτά δηλώνεται, ότι κάποτε είχε πιστέψει γνήσια… και δεν νομίζω ότι θα του εμπιστευόταν το ταμείο αν ήταν από τη αρχή κλέφτης· ήταν λοιπόν άξιος να του το εμπιστευτεί και του το εμπιστεύτηκε (αν και προγνώρισε ότι θα πέσει)· Και ήταν τόσο πολύ άνθρωπος ειρήνης του Χριστού, ώστε κάποτε ο Ιησούς είχε αγαθές ελπίδες για αυτόν ότι θα είναι καλός απόστολος. Άκου δηλαδή αυτό που λέει «στον οποίο ήλπισα»» (Ω).
(8)   «Αυτός που τρέφεται από εμένα, αυτός που απολαμβάνει μαζί μου το τραπέζι, το οποίο ακόμη και τους εχθρούς τους κάνει να ντρέπονται» (Θφ).
Είναι αξιοσημείωτο ότι ο Ιωάννης δεν λέει ο εσθίων αλλά ο τρώγων, λιγότερο συνηθιζόμενη λέξη, την οποία χρησιμοποιεί 4 φορές (στ 54,56,57,58) για την περίπτωση που τρώνε την σάρκα του Κυρίου στη θεία Ευχαριστία. Θα ήταν λοιπόν έξω από τη συνήθειά του να μην χρησιμοποιήσει αυτήν προκειμένου για το φαγητό στο μυστικό δείπνο (β). Το να τρώει κάποιος άρτο στο τραπέζι κάποιου ανώτερου θεωρούνταν ταυτόσημο με το να παίρνει δείγμα και εγγύηση εμπιστοσύνης, και να παρέχει υπόσχεση πίστης και αφοσίωσης (Β΄ Βασιλ. θ 7,14,Δ Βασιλ. κε 29)· το να προδώσει λοιπόν εκείνον, με τον οποίο έφαγε κάποιος άρτο, ήταν σοβαρή κατάργηση των παραδόσεων της φιλοξενίας (β).
Ας θυμόμαστε, ότι δεν είναι μαθητές του Χριστού όλοι εκείνοι, όσοι τρώγουν τον άρτο του. Υπάρχει και η γραφή: «Τον άρτον μου», αντί για «μετ᾿ ἐμοῦ τὸν ἄρτον».
(9)   «Το εμεγάλυνεν επ’ εμέ πτέρναν αὐτοῦ, παραφράστηκε στο ἐπῆρεν ἐπ᾿ ἐμὲ τὴν πτέρναν αὐτοῦ, ώστε να είναι το ίδιο το Εμεγάλυνε με το ἐπῆρεν. Και αν πρέπει να αποσαφηνίσουμε τη φράση ἐπῆρεν ἐπ᾿ ἐμὲ τὴν πτέρναν αὐτοῦ και εμεγάλυνεν επ’ εμέ πτέρναν αὐτοῦ, θα πούμε, ότι αυτό κάνει αυτός που απλώνει το πόδι σε κάποιον» (Ω).
Σήκωσε εναντίον μου τη φτέρνα του για να με κλωτσήσει. Η μεταφορά πιθανώς πάρθηκε από ζώο δύστροπο και σκληρό, το οποίο ξαφνικά στρέφεται και κλωτσά τον κύριό του, τη στιγμή που αυτός το περιποιείται και ίσως του προσφέρει τη συνηθισμένη τροφή (ο). Η φράση «σηκώνω την φτέρνα εναντίον κάποιου» δηλώνει λοιπόν ή «το δολερό και ύπουλο και κρυφό της επιβουλής» (Χ)= την ώρα που ανύποπτος φιλοξενεί κάποιος κάποιον στο τραπέζι δέχεται από αυτόν πλήγμα. Ή, δηλώνει το κτηνώδες μίσος (g)· την κτηνώδη βία (β).
Ο Ιούδας ως αποστάτης υπήρξε ένοχος της ευτελέστερης και απαισιότερης επιβουλής κατά του Χριστού. Απαρνήθηκε τον Χριστό και έστρεψε τα νώτα του προς αυτόν αφού αποχωρίστηκε από τον κύκλο των μαθητών του. Επιπλέον περιφρόνησε τον Χριστό με το να τινάξει κατά κάποιο τρόπο τη σκόνη των ποδιών του κατά πρόσωπον του διδασκάλου, υβρίζοντας αυτόν και το ευαγγέλιό του. Τέλος έγινε εχθρός του κλωτσώντας τον όπως πράττουν αυτοί που με τα χέρια παλεύουν εναντίον των αντιπάλων τους, τους οποίους θέλουν να ανατρέψουν.
  
Ιω. 13,19  ἀπ᾿ ἄρτι(1) λέγω ὑμῖν(2) πρὸ τοῦ γενέσθαι, ἵνα ὅταν γένηται πιστεύσητε(3) ὅτι ἐγώ εἰμι(4).
Ιω. 13,19  Σας αναγγέλω αυτά από τώρα, πριν πραγματοποιηθούν, ώστε όταν η προδοσία γίνη, να πιστεύσετε ότι εγώ είμαι ο Χριστός.
(1)   Αντιτίθεται με τον χρόνο, στον οποίο θα πραγματοποιηθεί το προφητευμένο γεγονός (g).
(2)   Η προαναγγελία για τον προδότη εισάγεται τώρα από τον Ιησού τόσο σαφώς, ενώ ο υπαινιγμός του στίχου 10 ήταν ασαφής.
(3)   «Λέω από τώρα αυτά που είναι μεν ήδη πολύ κοντά, δεν έχουν όμως ακόμη ολοκληρωθεί, αυτά σάς τα γνωστοποιώ, έτσι ώστε όταν συμβεί να γίνουν, συνδυάζοντας τα προφητευμένα από εμένα με την έκβαση των πραγμάτων… να πιστέψετε… Ταυτόχρονα λοιπόν ο Κύριος… και τον προδότη επιχειρεί προσεχτικά να επανορθώσει, κάνοντας τον έλεγχο κρυμμένο με πολλή ασάφεια, και την έκβαση της προδοσίας, την λέει ότι θα είναι σημάδι και σαφέστατη απόδειξη ότι αυτός είναι ο Χριστός» (Κ).
Δες Ιω ιστ 4,ιδ 29, «Και πρόσεξε αν μπορούμε να κατηγορήσουμε τους τόσο σπουδαίους μαθητές του Ιησού, ότι δεν είχαν ακόμη πιστέψει… Όπως ακριβώς αν λέγονταν σε έναν σοφό κάποια λόγια και μετά προσθέτονταν και τα εξής· Αυτά θα σε κάνουν σοφό, δεν θα εννοούσαμε οπωσδήποτε ότι έγινε από μη σοφός σοφός, αλλά από σοφός σοφότερος επειδή ακολουθεί η προκοπή και οδεύει στην τελειότητα· έτσι να εννοήσεις, σε παρακαλώ, ότι και ο πιστός μπορεί να γίνει πιστότερος. Διότι και οι απόστολοι όταν πλησίασαν κάποτε τον Κύριο δεν κατηγορούσαν τους εαυτούς τους ως απίστους όταν έλεγαν σε αυτόν το, Κύριε, πρόσθεσέ μας πίστη. Διότι με το «πρόσθεσε» σαφώς αποδεικνύεται, ότι είχαν πίστη που χωρούσε προσθήκη» (Ω).
(4)   Ή, «ώστε όταν εκπληρωθεί αυτή η Γραφή να πιστέψετε, ότι εγώ είμαι, αυτός για τον οποίο εκείνη προφήτευσε» (Ζ) «και είπε, αυτός που τρώει μαζί μου τον άρτο σήκωσε εναντίον μου τη φτέρνα του» (Αυ). Ή, όπως στο η 24= Εγώ είμαι ο προαναγγελμένος Μεσσίας (F)· «να πιστέψετε, ότι εγώ είμαι ο προφητευμένος Χριστός» (Ω), «για τον οποίον αυτά τα λόγια προφήτευσε η θεία γραφή» (Κ).
Ή, μπαίνει απόλυτα χωρίς να υπονοείται κάποιο κατηγορούμενο όπως και στο η 58, σαν αντίστοιχο της ίδιας φράσης, με την οποία στην Π.Δ. ο Θεός ονομάζει τον εαυτό του. Δες Ιεζεκ. κδ 24. Με τη σαφή και βέβαιη πρόγνωση αυτών που μέλλουν να συμβούν ο Χριστός έδωσε αδιαμφισβήτητη απόδειξη, ότι είναι ο αληθινός Θεός, μπροστά στον οποίο τα πάντα είναι γυμνά και ακάλυπτα. Προείπε ότι ο Ιούδας θα παρέδιδε αυτόν σε ώρα, κατά την οποία καμιά υπόνοια για αυτόν δεν ήταν δυνατόν να εισχωρήσει σε κάποιον και έτσι απέδειξε ότι είναι εκείνος, του οποίου ο λόγος είναι «κριτικός ενθυμήσεων και εννοιών καρδιάς» και ο οποίος εξετάζει καρδιές και νεφρούς.

Ιω. 13,20  ἀμὴν ἀμὴν(1) λέγω ὑμῖν, ὁ λαμβάνων(2) ἐάν τινα πέμψω, ἐμὲ λαμβάνει(3), ὁ δὲ ἐμὲ λαμβάνων λαμβάνει τὸν πέμψαντά με.
Ιω. 13,20  Σας διαβεβαιώνω, ότι εκείνος που δέχεται κάποιον που εγώ θα στείλω, δέχεται εμέ. Και εκείνος που δέχεται εμέ, δέχεται αυτόν που μ' έστειλε.
(1)   Η σχέση με τα προηγούμενα είναι διαφορετική σύμφωνα με τους διάφορους ερμηνευτές: Ή, λέει αυτά «παρηγορώντας τους περισσότερο επειδή πρόκειται εντός ολίγου να διατρέξουν την οικουμένη» (Ζ), «και να πάθουν πολλά δεινά» (Χ).
Ή, πιο σωστά, ο στίχος αυτός πρέπει να συνδεθεί με αυτά που ειπώθηκαν στους στίχους 16-17= Είπα, ότι δεν υπάρχει απόστολος ανώτερος από αυτόν που τον έστειλε. Σας βεβαιώνω όμως ακόμη, ότι οι απόστολοί μου δεν είναι μικρότεροι από εμένα. Για αυτό είναι και μακάριοι (g).
(2)   Συναντιέται η ίδια βεβαίωση και στους Συνοπτικούς. Δες Ματθ. ι 40,Μαρκ. θ 37,Λουκ θ 48 με μικρές λεκτικές παραλλαγές. Ο Ιωάννης αντικαθιστά το από τον Ματθαίο χρησιμοποιούμενο ρήμα δέχομαι με το λαμβάνω και το αποστέλλω με το πέμπω (β).
(3)   Γενικώς παραδεκτή αρχή, ότι η τιμή που απονέμεται σε κάποιον πρέσβη, μεταβαίνει στο πρόσωπο του κυριάρχου του, τον οποίον αυτός αντιπροσωπεύει (β).
«Όποιος δέχεται αυτόν που θα στείλει ο Ιησούς, δέχεται τον Ιησού που είναι στο πρόσωπο αυτού που στάλθηκε· και αυτός που δέχεται τον Ιησού δέχεται τον Πατέρα. Άρα αυτός που δέχεται αυτόν που θα στείλει ο Ιησούς, δέχεται τον Πατέρα που έστειλε τον Ιησού» (Ω).
Ο Χριστός ήδη έφευγε από τον κόσμο αυτόν, θα άφηνε όμως μία τάξη ανθρώπων ως πράκτορες και αντιπροσώπους του για να κηρύττουν το λόγο του. Εκείνοι λοιπόν οι οποίοι δέχονται τον λόγο αυτόν και τους κήρυκές του στο όνομα του Χριστού και από αγάπη προς αυτόν, δέχονται αυτόν τον ίδιο το Χριστό. Το να πιστεύει κάποιος στη διδασκαλία του Χριστού και να υπακούει στις εντολές του και να δέχεται την σωτηρία που προσφέρεται στο όνομά του και με τους όρους, με τους οποίους αυτή προσφέρεται, ισοδυναμεί με το να δέχεται εκείνους, τους οποίους ο Χριστός αποστέλλει, άρα και με το να δέχεται αυτόν τον ίδιο τον Κύριο Ιησού.

Ιω. 13,21  Ταῦτα εἰπὼν(1) ὁ Ἰησοῦς ἐταράχθη(2) τῷ πνεύματι(3), καὶ ἐμαρτύρησε(4) καὶ εἶπεν· ἀμὴν ἀμὴν(5) λέγω ὑμῖν ὅτι εἷς ἐξ ὑμῶν(6) παραδώσει με(7).
Ιω. 13,21 Αφού είπε αυτά ο Ιησούς, εταράχθη εσωτερικώς πολύ, και καθαρά και ξάστερα εμαρτύρησε περί αυτού και είπε• σας αποκαλύπτω και σας διαβεβαιώνω, ότι ένας από σας θα με παραδώση.
(1)   Τα προηγούμενα λόγια, στα οποία δύο φορές υπαινίχθηκε τον προδότη.
(2)   Από λύπη «για την απώλεια του προδότη. Ταράχτηκε δηλαδή από την πολύ μεγάλη συμπάθεια, στενοχωρούμενος υπερβολικά για αυτόν» (Ζ).
Ή, «ταράχτηκε εύλογα, αγανακτώντας για την δυστροπία του Ιούδα» (Κ). Είναι δυνατόν και τα δύο συναισθήματα να διεγέρθηκαν στον Κύριο. (Δες «καὶ περιβλεψάμενος αὐτοὺς μετ᾿ ὀργῆς, συλλυπούμενος ἐπὶ τῇ πωρώσει τῆς καρδίας αὐτῶν = Και αφού περιέφερε γύρω εις αυτούς με οργήν το βλέμμα του, ενώ συγχρόνως τους ελυπείτο ειλικρινώς δια την πώρωσιν της καρδιάς των» Μάρκ. γ 5).
(3)   Προτιμά τον όρο αυτόν από τον όρο ψυχή που λέει στο ιβ 27. Ή, διότι θέλει να σημάνει, ότι εκ βάθους ψυχής ταράχτηκε (ο). Οι εχθρότητες των αντιπάλων δεν μπορούν να πληγώσουν την ψυχή τόσο πολύ όσο οι προδοσίες των φίλων (τ).
Ή, για να σημάνει, ότι η ταραχή είχε έδρα τις ανώτερες πνευματικές δυνάμεις του Κυρίου, και ήταν θρησκευτικής φύσης και ένα είδος φρίκης, την οποία δοκιμάζει η αγνή καρδιά αυτού που έρχεται σε επαφή με το όργανο του σατανικού εγκλήματος της προδοσίας (g).
«Το πάθος ερχόταν στην επικράτεια του πνεύματος. Όπως δηλαδή ο άγιος ζει με το πνεύμα το οποίο αρχίζει τα πράγματα της ζωής και κάθε πράξη και προσευχή και τον ύμνου προς το Θεό, έτσι οτιδήποτε κάνει και οποτεδήποτε, το κάνει με το πνεύμα, αλλά και αν πάσχει, πάσχει με το πνεύμα» (Ω).
Η προδοσία του Ιούδα έθιγε τον Ιησού στα τρυφερότερα βάθη της ψυχής του. Σημείωσε ότι οι πτώσεις των μαθητών του Χριστού ταράζουν αυτόν βαθύτατα. Οι αμαρτίες των χριστιανών λυπούν πολύ τον Κύριό τους.
(4)   Ή «διαμαρτυρήθηκε για την προδοσία» (Ζ). Ή, πιο σωστά, με αυτό αντιθέτει την θετική και σαφή διακήρυξη, η οποία πρόκειται να επακολουθήσει, με τους αόριστους υπαινιγμούς των στίχων 10 και 18 (g)= Έδωσε σαφή και ορισμένη μαρτυρία. Λέγεται για τον Ιησού που προλέγει αυτό που σίγουρα θα του συμβεί (G). Αποκαλύπτει με αυτήν ο Ιησούς μυστικό, το οποίο ήταν γνωστό μόνο στον διάβολο και τον Ιούδα (μ).
(5)   Η φράση χαρακτηρίζει την θεία βεβαιότητα της προαναγγελίας αυτής απέναντι στην δυσκολία, την οποία θα δοκίμαζαν οι απόστολοι για να την παραδεχτούν (g)= Όσο απίθανο και αν σας φαίνεται, σας βεβαιώνω κατηγορηματικότατα, ότι…
(6)   «Με πολλή έμφαση ο Χριστός λέει αυτό και με αυτό ή κατηγορεί την αχαριστία αυτού που τόλμησε τέτοιο πράγμα, ή δείχνει το μέγεθος της κακίας του διαβόλου, που τόσο πολύ κατάφερε, ώστε να αρπάξει έναν και από αυτούς τους αποστόλους» (Κ).
«Ένας, λέει, που ξέπεσε από την ομάδα και βγήκε από ανάμεσά σας, θα με παραδώσει» (Θφ).
Ένας από σας, οι οποίοι πήρατε από εμένα τέτοιες εξαιρετικές χάρες· για τους οποίους είχα κάθε λόγο να φρονώ, ότι θα μένατε σταθεροί στην προς εμένα αγάπη· οι οποίοι εκδηλώσατε έναν τέτοιο σεβασμό σε μένα· Ποια αδικία έγινε εκ μέρους μου, ώστε ο ένας από εσάς να με προδώσει;
(7)   Δες στ 64. Όλοι οι ευαγγελιστές (Ματθ. κστ 21,Μάρκ. ιδ 18,Λουκ. κβ 21) συμφωνούν, ότι η σαφής αυτή προαναγγελία της προδοσίας έγινε για πρώτη φορά κατά τον Μυστικό δείπνο και ότι σε αυτήν δεν αποκαλύφθηκε ξεκάθαρα το όνομα του προδότη.

Ιω. 13,22  ἔβλεπον οὖν εἰς ἀλλήλους(1) οἱ μαθηταί, ἀπορούμενοι(2) περὶ τίνος λέγει(3).
Ιω. 13,22  Εκύτταζαν τότε ο ένας τον άλλον οι μαθηταί και ευρίσκοντο εις απορίαν δια ποίον τα έλεγε αυτά.
(1)   «Σε όλους δημιουργεί το φόβο με το να μην αναφέρει το όνομα· εκείνοι όμως κυριεύονται από απορία, μολονότι δεν αισθάνονταν τίποτα το κακό για τον εαυτό τους· διότι θεωρούσαν πιο αξιόπιστη τη γνώμη του Χριστού από τους δικούς τους λογισμούς. Για αυτό και έβλεπαν ο ένας τον άλλον».
«Ο καθένας, όσο ήταν δυνατόν στην ανθρώπινη φύση, έβλεπε μέσα στην προαίρεση του άλλου, απορώντας, αν μπορούσε η ψυχή που έκανε τέτοια πράγματα… να μεταβληθεί τόσο πολύ και να ξεχάσει τα μαθήματα του Διδασκάλου, ώστε να φτάσει και στην προδοσία του» (Ω).
Ό,τι λυπεί τον Χριστό, είναι και πρέπει να είναι αιτία λύπης σε όλους εκείνους, οι οποίοι είναι δικοί του. Ιδιαιτέρως οι σκανδαλώδεις πτώσεις εκείνων, οι οποίοι φέρουν το όνομά του, πρέπει να λυπούν τους μαθητές του Διδασκάλου. «Ποιός σκανδαλίζεται και δεν καίγομαι εγώ;».
(2)   «Αν μεν ήταν φανερή στους μαθητές του Ιησού η κακία του Ιούδα, τότε θα γνώριζαν ποιος ήταν αυτός που θα παραδώσει τον Διδάσκαλο όταν είπε ο Σωτήρας ότι ένας από σας θα με παραδώσει. Τώρα όμως βλέπονται μεταξύ τους οι μαθητές, απορώντας για ποιον λέει» (Ω).
«Έκπληξη και φόβος μαζί τρέχει μέσα στους μαθητές και βλέπονται μεταξύ τους, εγκυμονώντας διπλή ταραχή από τα λεγόμενα. Διότι ο καθένας μεν, όπως ήταν λογικό, ανατρέχοντας στην δική του ψυχή, φοβήθηκε όχι και λίγο, αλλά και βλέποντας και τους άλλους μαζί, δεν δέχονταν μικρότερη από την άλλη αγωνία» (Κ).
Έβλεπαν οι μαθητές τα πρόσωπα ο ένας του άλλου, προσπαθώντας να μαντεύσουν από την έκφρασή τους, ποιος ήταν ο ένοχος. Αλλά ενώ όλοι οι άλλοι έχοντας ελεύθερη και ανένοχη τη συνείδηση μπορούσαν να υψώνουν το κεφάλι αδίστακτα και να παρουσιάζουν όψη απαλλαγμένη και από το παραμικρό κοκκίνισμα, ο Ιούδας, ο οποίος ήταν ο ένοχος, είχε τόσο αποθρασυνθεί και είχε καταλήξει σε τόση αναισχυντία ώστε δεν παρουσίαζε στην όψη του κανένα σημάδι, που να προδίδει την ενοχή του. Για αυτό η ομάδα των μαθητών κυριεύεται από απορία.
(3)   Οι συνοπτικοί αναφέρουν τα ίδια και παρουσιάζουν τον καθένα από τους αποστόλους να ρωτάει: «Μήπως είμαι εγώ, Κύριε;» (Ματθ. κστ 22).
«Παρόλο που ο καθένας τους γνώριζε για τον εαυτό του ότι είναι καθαρός και δεν διαπίστωναν τίποτα πονηρό στο νου τους, όμως θεωρούσαν πιο αξιόπιστο τον λόγο του Κυρίου από τους δικούς τους λογισμούς» (Θφ).

Ιω. 13,23  ἦν δὲ ἀνακείμενος(1) εἷς ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ ἐν τῷ κόλπῳ τοῦ Ἰησοῦ(2), ὃν ἠγάπα(3) ὁ Ἰησοῦς·
Ιω. 13,23  Κατά την ώραν εκείνην είχε γείρει στο στήθος του Ιησού ένας από τους μαθητάς του, τον οποίον ιδιαιτέρως αγαπούσε ο Ιησούς.
(1)   «Επειδή αυτός ο μαθητής πήρε εντολή από τον Πέτρο και ρώτησε κρυφά, Ποιος είναι αυτός που θα τον παραδώσει· ήταν αναγκαίο να πει πού καθόταν ώστε να μπορεί να ρωτάει κρυφά» (Ζ).
(2)   Οι αρχαίοι έγερναν μάλλον στο τραπέζι παρά κάθονταν, και ο κάθε ένας που μετείχε στο τραπέζι είχε τον αριστερό βραχίονα στηριγμένο σε προσκέφαλο, έτσι ώστε να στηρίζει με το αριστερό χέρι το κεφάλι, και είχε το δεξί χέρι ελεύθερο για να τρώει με αυτό. Τα πόδια απλώνονταν προς τα πίσω. Έτσι ο καθένας είχε το κεφάλι να πλησιάζει στο στήθος αυτού που ήταν ξαπλωμένος στα αριστερά του. Την θέση αυτή κατείχε ο Ιωάννης. Δεξιά του Χριστού (g).
Ως προς τις τιμητικές θέσεις πρέπει να σημειωθεί, ότι ο οικοδεσπότης ή το κύριο πρόσωπο καθόταν στο κέντρο και η τιμητική θέση ήταν πάνω από αυτόν δηλαδή στα αριστερά του, και η μετά από αυτήν άλλη τιμητική θέση ήταν στα δεξιά του. Δεν είναι βέβαιο, ποιος κατείχε την προς τα αριστερά του Ιησού τιμητική θέση. Κάποιοι σκέφτηκαν, ότι κατείχε αυτήν ο Πέτρος. Αλλά σε αυτήν την περίπτωση θα μπορούσε αυτός αμέσως, χωρίς την παρέμβαση του Ιωάννη, να ρωτήσει τον Ιησού. Το γεγονός όμως ότι έκανε νεύμα στον Ιωάννη, υποδηλώνει ότι δεν ήταν πολύ κοντά του. Πιθανότερο είναι ότι την πιο τιμητική αυτή θέση κατείχε ο Ιούδας, όπως υποδηλώνεται από το ότι ο Ιησούς μπορούσε να μιλά σε αυτόν κατ’ ιδίαν, χωρίς τα της συνομιλίας να ακούγονται από τους άλλους μαθητές. Δες στίχο 27 και Ματθ. κστ 25. Το ότι επίσης αυτός είχε και το ταμείο, παρείχε ίσως σε αυτόν και κάποια προτίμηση απέναντι στους συμμαθητές του (β).
Πάντως και η θέση του Ιωάννου ήταν τιμητική και «της τιμής αυτής αξιώθηκε επειδή κρίθηκε άξιος ξεχωριστής αγάπης από τον Διδάσκαλο» (Ω).
(3)   «Ο Ιωάννης είναι αυτός, ο συγγραφέας του παρόντος βιβλίου, ο οποίος, επειδή λέει για τον εαυτό του ότι ήταν αγαπημένος, έκρυψε το όνομά του, παραδίδοντάς το στη σιωπή, για να μην φανεί ότι καυχιέται» (Κ).
Ο Ιωάννης επιμελέστατα αποφεύγει να αναφέρει τον εαυτό του. Είναι επιθυμητότερο το να αγαπιέσαι από τον Ιησού παρά να διακρίνεσαι με το όνομά σου (b). Για πρώτη τώρα φορά ο Ιωάννης αναφέρεται στον εαυτό του σαν έναν από τους μαθητές τον οποίο αγαπούσε ιδιαιτέρως ο Ιησούς. Η φράση «ὃν ἠγάπα ὁ Ἰησοῦς» αναφέρεται και πάλι στα ιθ 26,κα 7,20 και 24, και από το κα 24 τίθεται έξω αμφιβολίας, ότι ο μαθητής τον οποίο αγαπούσε ο Ιησούς είναι αυτός ο ίδιος ο ευαγγελιστής (ο). ὃν ἠγάπα = «Αυτόν αγαπούσε ο Ιησούς, περισσότερο δηλαδή, επειδή ήταν άξιος να αγαπιέται περισσότερο, λόγω πλούτου αρετής μεγάλης» (Ζ).
«Πρόσεξε επίσης σε αυτόν και την έλλειψη καύχησης. Διότι δεν είπε το όνομα, αλλά ότι Αυτόν που αγαπούσε, όπως ακριβώς και ο Παύλος, όταν έλεγε· Γνωρίζω άνθρωπο πριν από δεκατέσσερα χρόνια» (Χ).

Ιω. 13,24  νεύει(1) οὖν(2) τούτῳ Σίμων Πέτρος πυθέσθαι(3) τίς ἂν εἴη(4) περὶ οὗ λέγει.
Ιω. 13,24  Έκανε, λοιπόν, νόημα εις αυτόν ο Σίμων Πέτρος, να ερωτήση ποιός άραγε είναι αυτός, δια τον οποίον λέγει ο διδάσκαλος.
(1)   «Θα μπορούσαμε να θαυμάσουμε εύλογα και σε αυτό πάλι, την πολλή ακρίβεια, όσον αφορά την ευλάβεια, των αγίων μαθητών… Ο Πέτρος, δεν έκανε μεν καθόλου ο ίδιος την ερώτηση, αλλά αφήνει την ερώτηση στον κοντινό και αγαπημένο για το λαμπρότερο της αγνότητας» (Κ).
Ο Πέτρος «επειδή από πολλή θερμότητα βρίσκεται σε πολλές περιπτώσεις μεν να είναι ορμητικός, αλλά να μαλώνεται, για αυτό το λόγο τώρα φοβήθηκε να ρωτήσει, για να μην τον μαλώσει και τώρα ο Κύριος ως προπετή» (Θφ). Είχε πρόσφατα επιτιμηθεί ο Πέτρος.
(2)   Γνωρίζοντας ο Πέτρος ότι ο Ιωάννης αγαπιόταν από τον Κύριο και βλέποντας πόσο κατάλληλη ήταν ήδη η θέση του στο τραπέζι, για να ζητήσει πληροφορίες από τον Ιησού, για αυτά (λοιπόν…), «δεν του έκανε νεύμα με τη σκέψη ότι είναι ανώτερος, αλλά για την πολλή αγάπη του» (Χ).
(3)   Υπάρχει και η γραφή «Σίμων Πέτρος και λέγει αυτώ Ειπέ τίς εστίν περὶ οὗ λέγει». Μολονότι μαρτυρείται σοβαρά δεν συμφωνεί όμως με το νεύει. Αυτός που κάνει νεύμα δεν μιλάει συγχρόνως και με τη γλώσσα. Η συνηθισμένη γραφή (την οποία έχει και ο Αλεξανδρινός κώδικας) μαρτυρείται από αρκετούς μεγαλογράμματους κώδικες και από τις Συριακές μεταφράσεις (την Πεσιτώ, του Σινά κλπ).
(4)   =Ποιος μπορεί να είναι. Εκφράζει η ερώτηση ένα είδος αμφιβολίας. (=Πώς είναι δυνατόν μαθητής από τον κύκλο μας να προβεί σε κάτι τέτοιο;).

Ιω. 13,25  ἐπιπεσὼν δὲ ἐκεῖνος ἐπὶ τὸ στῆθος(1) τοῦ Ἰησοῦ λέγει αὐτῷ· Κύριε(2), τίς ἐστιν;
Ιω. 13,25 Αφού δε έπεσε εκείνος στο στήθος του Ιησού, τον ηρώτησε• Κύριε, ποιός είναι εκείνος που θα σε παραδώση;
(1)   Το επιπεσών υποδηλώνει απότομη κίνηση, σύμφωνη με την ζωηρότητα του συναισθήματος που την προκάλεσε (g). Υπάρχει και η γραφή αναπεσών δὲ ἐκεῖνος ούτως ἐπὶ τὸ στῆθος = «Έτσι· όπως ήταν γερμένος, δηλαδή δεν σηκώθηκε, αλλά μόνο γύρισε προς το μέρος του» (Ζ) και «γέρνοντας ήσυχα προς τον διδάσκαλο, ψιθυρίζει κρυφά» (Κ) και «ρωτά σχεδόν στο αυτί του, ώστε να μην γίνει φανερός ο προδότης» (Χ).
(2)   Αν και ψιθύρισε τη φράση στο αυτί του Ιησού, αποκαλεί αυτόν Κύριο. Η οικειότητα την οποία είχε προς τον Διδάσκαλο, δεν μείωνε τον προς αυτόν σεβασμό του. Όσο στενότερη σχέση και κοινωνία έχουν οι ευσεβείς ψυχές με τον Χριστό, τόσο περισσότερο αισθάνονται την αξία και το μεγαλείο του και τη δική τους αναξιότητα και ευτέλεια, όπως άλλοτε και ο Αβραάμ, ο οποίος συνομιλώντας πριν την καταστροφή των Σοδόμων και Γομόρρας με το Θεό διακήρυξε για τον εαυτό του ταπεινά: «Εγώ είμαι χώμα και στάχτη» (Γεν. ιη 27).

Ιω. 13,26  ἀποκρίνεται ὁ Ἰησοῦς(1)· ἐκεῖνός ἐστιν ᾧ ἐγὼ βάψας τὸ ψωμίον(2) ἐπιδώσω(3). καὶ ἐμβάψας τὸ ψωμίον δίδωσιν(4) Ἰούδᾳ Σίμωνος Ἰσκαριώτῃ.
Ιω. 13,26 Απεκρίθη ο Ιησούς• είναι εκείνος προς τον οποίον εγώ θα του δώσω ψωμί, αφού προηγουμένως το βουτήξω στον ζωμόν. Και αφού βούτηξε στο πιάτο ένα κόματι ψωμί, το έδωσε στον Ιούδα τον Ισκαριώτη, τον υιό του Σίμωνος.
(1)   «Και ο Χριστός έτσι αποκρίθηκε» (Χ), στο αυτί του Ιωάννη (b), ώστε να ακουστεί μόνο από αυτόν «και ούτε τότε δεν έκανε φανερό» (Χ) τον Ιούδα, «αλλά με το ψωμί δήθεν τον κάνει φανερό» (Θφ). Όπως φαίνεται από το στίχο 28 ίσως και ο ίδιος ο Ιωάννης δεν κατανόησε πλήρως την απάντηση του Κυρίου.
(2)   Υπάρχει και η γραφή: βάψω το ψωμίον και δώσω. Το ψωμίον= ένα τεμάχιο. Πουθενά αλλού στην Κ.Δ. δεν συναντιέται η λέξη εκτός από το χωρίο αυτό (β).
(3)   Ήταν δείγμα οικειότητας το να επιτρέψει κάποιος σε ξένο να βουτήξει το ψωμί του σε κοινό πιάτο (Ρουθ β 14). Ακόμη και μέχρι σήμερα στην Ανατολή συνηθίζεται ως ένδειξη τιμητικής εύνοιας προς τον φιλοξενούμενο το να δίνουν σε αυτόν τεμάχιο εκλεκτό από το κεντρικό πιάτο. Αυτό έπραξε και ο Ιησούς για τον Ιούδα, ο οποίος πιθανώς ήταν γερμένος στα αριστερά του. Ο τρόπος αυτός της φιλοφροσύνης ήταν τόσο συνηθισμένος, ώστε δεν απόσπασε ιδιαιτέρως την προσοχή των μαθητών κατά την προκειμένη περίπτωση (β).
(4)   Ο Ιησούς έδωσε αυτό με μέγιστη μακροθυμία· και οι άλλοι μαθητές αναμφίβολα σκέφτηκαν για τον Ιούδα, ότι ευλογήθηκε αυτός περισσότερο από τους άλλους (b).
«Δέξου, λέει, τον άρτο, του οποίου μετέλαβες μαζί μου, έλα σε συναίσθηση του κοινού τραπεζιού. Αλλά δεν κατάλαβε, αφού είχε ναρκωθεί η ψυχή του από το πάθος» (Θφ).
Σύμφωνα με τον Ματθαίο (κστ 25) ο Ιούδας ρώτησε τον Κύριο «μήπως είμαι εγώ, ραββί;» και ο Κύριος απάντησε σε αυτόν· «Συ είπας». Πιθανότατα το δόσιμο του ψωμιού και η στιχομυθία αυτή συνέπεσαν. Και εφόσον ο Ιούδας ήταν γερμένος δίπλα στον Ιησού, δεν έγινε αυτή αντιληπτή.
«Ο Σωτήρας δεν δίνει στον Ιωάννη κάποιο άλλο σημάδι του πράγματος, παρά αυτό που από παλιά προφητεύτηκε από την φωνή του προφήτη· αυτός που έτρωγε τους άρτους μου σήκωσε ψηλά τη φτέρνα του και με κλώτσησε. Διότι αφού βούτηξε δίνει το ψωμί, δείχνοντας με αυτό αυτόν που έτρωγε τον άρτο του» (Κ).
Υπάρχει και η γραφή: βάψας οὖν το ψωμίον.

Ιω. 13,27  καὶ μετὰ τὸ ψωμίον(1) τότε(2) εἰσῆλθεν(3) εἰς ἐκεῖνον(4) ὁ σατανᾶς. λέγει οὖν(5) αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· ὃ ποιεῖς(6), ποίησον(7) τάχιον(8).
Ιω. 13,27  Και στον Ιούδαν, αφού επήρε το ψωμί εισήλθεν εις αυτόν ο σατανάς. Αδιόρθωτον καθώς τον είδε ο Κυριος, του είπε• αυτό που πρόκειται να κάμης, κάμε το το ταχύτερον.
(1)   Η ένδειξη αυτή της εύνοιας του Ιησού προς τον Ιούδα δεν τον συγκίνησε.
«Ο προδότης λοιπόν δεν ντράπηκε τους ελέγχους που από πριν έγιναν κρυφά και μυστικά, αλλα ούτε την ακαταμάχητη ισχύ της αγάπης, ούτε τιμή και δόξα και χάρη, ούτε την ευλογία την από το Χριστό» (Κ).
«Ας υποθέσουμε, ότι η συμμετοχή στο ίδιο τραπέζι δεν τον έκανε να νιώσει ντροπή (τον Ιούδα), το ότι όμως πήρε το τεμάχιο άρτου από τον Κύριο ποιού την προσοχή ήταν δυνατόν να μην προσελκύσει; Αλλά όχι εκείνον· για αυτό και ο σατανάς τότε μπήκε σε αυτόν γελώντας με αυτόν για την αναισχυντία του» (Χ).
(2)   Δίνοντας το ψωμί στον Ιούδα ο Κύριος έκανε την ύστατη έκκληση στη συνείδησή του. Η στιγμή λοιπόν ήταν κρίσιμη και εκφράζεται αυτό από τον Ιωάννη με το «τότε» (g).
«Ας μη νομίσει πάλι κάποιος, ότι το ψωμί έγινε η αιτία στον προδότη να δεχτεί το σατανά… αλλά επειδή όλη η αγάπη σε αυτόν ολοκληρώθηκε και τίποτα και με το παραπάνω δεν έλειψε που συντελούσαν στην τιμή και στη διάθεση, ακολουθούσε ο Ιούδας τα ίδια σχέδια… και δεν μετακινεί την καρδιά του από την παράνομη απόφαση… αλλά ακόμη χειρότερα δίψασε το τέρμα της ασέβειας και νικήθηκε από κακά τολμήματα, για αυτό μπήκε λοιπόν ο σατανάς» (Κ).
Πολλοί γίνονται χειρότεροι από τις δωρεές της αγαθότητας του Κυρίου και στηρίζονται ακόμη περισσότερο στην αμετανοησία τους με τα μέσα εκείνα, τα οποία η θεία αγαθότητα παρέχει σε αυτούς για μετάνοια.
(3)   «Επειδή βρήκε την καρδιά του ολάνοιχτη όπως ακριβώς κάποια πύλη που έμεινε χωρίς την προσοχή του φύλακα και είδε απύλωτο το νου του» (Κ).
«Προηγουμένως μεν δεν μπήκε ο σατανάς στον Ιούδα, αλλά μπήκε μόνο στην καρδιά του, για να παραδώσει τον Διδάσκαλο, στο σημείο όμως που τώρα εξετάζουμε μετά το ψωμί μπήκε σε εκείνον. Για αυτό ακριβώς και εμείς να φυλαγόμαστε μήπως κάποτε ο διάβολος βάλει στην καρδιά μας οποιοδήποτε από τα πυρωμένα βέλη του. Διότι εάν βάλει, παραφυλάει μετά από αυτό να μπει και αυτός» (Ω).
«Προηγουμένως τον παρενοχλούσε από έξω με το πάθος της φιλαργυρίας. Τώρα όμως τον κυρίευσε ολοκληρωτικά» (Θφ).
«Διότι δεν έχει πλέον σύμβουλο τον σατανά αλλά ήδη τον κάνει δεσπότη και εξουσιαστή όλης της καρδιάς του αυτόν που στην αρχή ψιθύριζε στη διάνοιά του. Διότι μπήκε σε αυτόν σύμφωνα με το λόγο του ευαγγελίου» (Κ). «Διότι έως ότου ανήκε στην ομάδα των μαθητών…του έκανε επιθέσεις από έξω, όταν όμως τον φανέρωσε ο Κύριος… πήδηξε λοιπόν μέσα του τελείως ελεύθερα» (Χ).
«Διότι δεν μπορούμε να υποθέσουμε, ότι δεν ήταν σε αυτόν (ο σατανάς) όταν ήλθε στους Ιουδαίους και έκανε συμφωνία μαζί τους για την τιμή της προδοσίας… Η πρώτη είσοδος του σατανά στον Ιούδα έγινε, όταν φύτεψε στην καρδιά του τη σκέψη της προδοσίας του Χριστού. Αλλά τώρα μετά το ψωμί μπήκε σε αυτόν όχι πλέον για να πειράζει αυτόν που ανήκει σε άλλον, αλλά για να κατακυριεύσει αυτόν ως δικό του» (Αυ).
«Μπήκε στα τρίσβαθα της καρδιάς του και κυρίευσε την ψυχή του» (Θφ).
«Διότι είναι άλλο το να βάλει κάτι μέσα [ο σατανάς] και άλλο το να μπει σε αυτόν, όπως ακριβώς είναι άλλο το να χτυπήσει κάποιος με το χέρι από έξω, και άλλο το να δώσει σε κάποιον καίριο χτύπημα και να βάλει μέσα το ξίφος» (αμ).
Αν και ο διάβολος είναι στο εσωτερικό κάθε πονηρού ανθρώπου, που ενεργεί τα έργα του (Εφεσ. β 2), παρόλ’ αυτά μερικές φορές εισέρχεται φανερότερα και ισχυρότερα, όταν παρασύρει αυτούς σε πράξεις υπερβολικά πονηρές, για τις οποίες ο ανθρωπισμός και η συνείδηση του φυσικού ανθρώπου νιώθει αποστροφή. Οι προδότες του Χριστού έχουν το σατανά μέσα τους. Ο Χριστός μιλά για την αμαρτία του Ιούδα ως μεγαλύτερη από την αμαρτία των διωκτών του.
(4)   Σημειώνει ήδη τον Ιούδα με αντωνυμία η οποία απομακρύνει αυτόν σε απόσταση (b). Το «εκείνος» δηλώνει την ξένου φρονήματος διάνοια του Ιούδα (β).
(5)   Εφόσον δείχτηκε και απέναντι σε αυτήν την εύνοια αναίσθητος και κατακυριεύτηκε από τον σατανά, «δεν έπρεπε, αφού ήταν τέτοιος και εξακολουθούσε για τόσο χρόνο να παραμένει αδιόρθωτος, να τον κρατά μέσα. Για αυτό λοιπόν και τον έβγαλε έξω» (Χ).
Το «οὖν» παρουσιάζει την με τα ακόλουθα λόγια του Κυρίου απομάκρυνση του Ιούδα ως συνέπεια της κατακυρίευσής του από τον σατανά.
(6)   =Ό,τι προτίθεσαι να πράξεις (ο). Ο Ιούδας θα μπορούσε να αντιληφθεί από την ακτίνα αυτή της παγγνωσίας του Κυρίου, ότι είναι γνωστός (b).
(7)   «Δεν είναι λόγια κάποιου που προστάζει, ούτε που συμβουλεύει, αλλά κάποιου που επιτιμά και δείχνει, ότι αυτός μεν ήθελε να τον διορθώσει, αλλά επειδή εξακολουθούσε να μένει αδιόρθωτος, τον αφήνει» (Χ).
Δεν επιθυμεί ο Κύριος να πράξει ο Ιούδας αυτό, αλλά εφόσον επέμενε να πράξει αυτό, να το πράξει γρήγορα (b). «Διότι λέγοντας το «κάνε» είναι σαν να λέει το εξής: Να, σε αφήνω, κάνε ό,τι θες, δεν εμποδίζω τη γνώμη σου, δεν σε κρατώ πια» (Θφ).
Ο Χριστός γνώριζε, ότι ήδη ο σατανάς μπήκε στον Ιούδα και κυρίευσε εξ’ ολοκλήρου αυτόν. Για αυτό και τον παραδίδει σαν να μην έχει πλέον κάποια ελπίδα σωτηρίας. Όταν το πονηρό πνεύμα γίνει δεκτό θεληματικά από κάποιον άνθρωπο, τότε το αγαθό Πνεύμα κατά λόγο δικαιοσύνης αποσύρεται και αποχωρεί.
«Επειδή αυτό αποφάσισες, λέει, βιάσου στην εναντίον μου επιβουλή· διότι δεν με λυπεί το να πάθω» (αμ).
(8)   Λέγεται επιρρηματικά αντί για το θᾶσσον ή θᾶττον (=γρηγορότερα) (G).= Γρηγορότερα από όσο έχεις πρόθεση (ο)· γρηγορότερα από το χρόνο, τον οποίο εσύ από μόνος σου όρισες.
«Δεν ήθελε πλέον να αναβάλλει ούτε να καθυστερεί, αλλά όσο το δυνατόν να επιταχύνει [το σωτήριο σχέδιο]· δεν το είπε αυτό δειλιάζοντας, όπως νομίζουν κάποιοι που δεν κατάλαβαν με ποιο τρόπο είπε: Πατέρα αν είναι δυνατόν ας περάσει αυτό το ποτήριο, αλλά το είπε αναλαμβάνοντας, για να το πω έτσι, με πολύ θάρρος τον αγώνα» (Ω).

Ιω. 13,28  τοῦτο δὲ οὐδεὶς ἔγνω(1) τῶν ἀνακειμένων πρὸς τί εἶπεν αὐτῷ·
Ιω. 13,28  Αυτόν τον τελευταίον λόγον κανείς από τους μαθητάς, που εκάθητο στο τραπέζι, δεν εκατάλαβε, προς ποίον σκοπόν τον είπε ο Κυριος.
(1)   Το «ὃ ποιεῖς, ποίησον τάχιον» που ειπώθηκε δυνατά έγινε από όλους ακουστό όχι όμως και αντιληπτό. Κανείς. Ίσως ο Ιωάννης σιωπηρά εξαιρεί τον εαυτό του (g). Αλλά ίσως και αυτός ο Ιωάννης δεν αντιλήφθηκε επαρκώς την έννοια των λόγων αυτών του Σωτήρα ούτε υπέθετε τόσο επικείμενη την προδοσία, ώστε να εκλάβει το σήκωμα από το τραπέζι και την έξοδο του Ιούδα ότι έγινε για τον σκοπό αυτόν (ο).
«Άραγε ούτε ο Ιωάννης; Ούτε αυτός. Διότι δεν περίμενε ότι μαθητής θα μπορούσε να φτάσει σε τόσο μεγάλο βαθμό παρανομίας. Επειδή δηλαδή ήταν μακριά από αυτήν την πονηρία, ούτε για άλλους δεν μπορούσαν να υποπτευθούν τέτοια πράγματα» (Χ).
Τόσο πολύ ο Ιούδας υπήρξε επιδέξιος στο να αποκρύψει υποκριτικά τον εαυτό του και τόσο πολύ η λεπτότητα του Κυρίου προς αυτόν δείχτηκε μεγάλη μέχρι τέλους (F). Αλλά και οι μαθητές παρά τις ατέλειες, τις οποίες έδειχναν πριν ακόμη έλθει σε αυτούς το Πνεύμα το Άγιο, αγαπούσαν αρκετά ο ένας τον άλλον, ώστε δεν ήταν δυνατόν να συλλάβει ο ένας κατά του άλλου τόσο βαριά υπόνοια. «Η αγάπη δεν σκέφτεται το κακό». Αντιθέτως πολλοί και από εκείνους που έχουν το όνομα του Χριστιανού, όταν ακούνε σκληρές κατηγορίες που εκφέρονται αόριστα, είναι έτοιμοι να πουν· σε αυτόν αναφέρεται αυτή· εκείνος έπραξε αυτό· ο άλλος είναι ο ένοχος.

Ιω. 13,29  τινὲς γὰρ ἐδόκουν, ἐπεὶ τὸ γλωσσόκομον εἶχεν ὁ Ἰούδας, ὅτι λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς, ἀγόρασον ὧν χρείαν ἔχομεν εἰς τὴν ἑορτήν(1), ἢ τοῖς πτωχοῖς ἵνα τι δῶ(2).
Ιω. 13,29  Επειδή δε ο Ιούδας είχε το κουτί του κοινού ταμείου, μερικοί ενόμισαν ότι του είπε ο Ιησούς• Αγόρασε αυτά που μας χρειάζονται δια την εορτήν η ότι του είπε να δώση κάτι στους πτωχούς.
(1)   Τέτοια περιστατικά δεν συμφωνούν με την ιδέα, ότι το απόγευμα εκείνο ήταν αυτό του πασχάλιου δείπνου (b). Έχουμε εδώ κάποια ένδειξη για το ότι το Δείπνο αυτό δεν ήταν το πασχάλιο, διότι αν ήταν το πασχάλιο, δεν θα μπορούσε να αγοραστεί κάτι (β).
(2)   Άλλη εξήγηση αυτών που ειπώθηκαν στον Ιούδα υπήρξε, ότι προτράπηκε από τον Κύριο να δώσει κάποιες ελεημοσύνες στους φτωχούς, κατά τη συνήθειά του (Ιω. ιβ 6), ίσως ώστε με τη βοήθεια αυτή να μπορέσουν οι ελεούμενοι να προμηθευτούν τον πασχάλιο αμνό για την επομένη.
«Διότι φρόντιζε πολύ για τους φτωχούς… δείχνοντας ότι και αυτός που είναι ακτήμων και έχει σταυρωθεί για τον κόσμο πρέπει να φροντίζει πολύ για αυτό το πράγμα» (Θφ).
Από το τελευταίο αυτό φαίνεται, ότι ο Κύριος, μολονότι ζούσε από τις συνεισφορές των άλλων (Λουκ. η 3), όμως έδινε και στους φτωχούς ελεημοσύνη, λίγο από το λίγο που είχε. Παρόλο που αν δεν παρείχε την ελεημοσύνη αυτήν, θα μπορούσε πλήρως να δικαιολογηθεί, όχι μόνο διότι και αυτός ήταν φτωχός και δεν είχε που να γύρει το κεφάλι, αλλά και διότι από τους πενιχρούς εκείνους πόρους συντηρούσε ολόκληρο τον κύκλο των δώδεκα δωρεάν. Επιπλέον διδασκόμαστε από εδώ, ότι ο καιρός των θρησκευτικών εορτών είναι και ο καταλληλότερος για την άσκηση έργων αγάπης.
 
Ιω. 13,30  λαβὼν οὖν τὸ ψωμίον(1) ἐκεῖνος εὐθέως ἐξῆλθεν(2)· ἦν δὲ νύξ(3).
Ιω. 13,30  Όταν, λοιπόν, εκείνος επήρε το ψωμί, εβγήκε αμέσως έξω από το υπερώον. Είχε δε πέσει πλέον η νύκτα.
(1)   Τονίζει αυτό ο ευαγγελιστής υπαινισσόμενος ότι ο Ιούδας αντιλήφθηκε τη σημασία της προσφοράς του ψωμιού από τον Ιησού και ότι ο διδάσκαλος γνώριζε ήδη τις προθέσεις του (β).
(2)   «Τρέχοντας πηγαίνει στο θέλημα του διαβόλου και πηδά έξω από το σπίτι σαν μανιακός και ταραγμένος… Διότι είναι φοβερός ο σατανάς στο να προστάζει να φέρουν αμέσως εις πέρας τα πονηρά, αυτοί που μία φορά κυριεύτηκαν από αυτόν και μπήκαν κάτω από την εξουσία του… Και τον Ιούδα λοιπόν μετά το ψωμί, τον αναγκάζει αμέσως, σαν να τον έβαλε κάτω από το χέρι του, να προχωρήσει σε αυτήν την τόσο ανίερη πράξη» (Κ).
Η ιδέα ότι ήταν ήδη γνωστός στον Διδάσκαλο και νέα βίαιη έφοδος του Σατανά που τον κυρίευσε, ώθησαν αυτόν να βγει για άμεση πραγματοποίηση της προδοσίας.
«Ο προδότης σε αυτό μόνο υπακούει τον διδάσκαλο· διότι αφού πήρε το ψωμί, δεν ανέβαλε ούτε καθυστέρησε αλλά βγήκε αμέσως να κάνει γρήγορα το έργο της προδοσίας. Και αληθινά βγήκε· διότι όχι μόνο… βγήκε από το σπίτι, στο οποίο γινόταν το δείπνο, αλλά και τελείως βγήκε από τον Ιησού» (Ω).
Δεν υπήρχε ανάγκη να διώξει αυτόν ο Χριστός, ο οποίος κανέναν «δεν βγάζει έξω». Μόνος του ο Ιούδας έδιωξε τον εαυτό του.
(3)   «Και εκείνος που βγήκε, ήταν και αυτός νύχτα» (Αυ).
«Η αισθητή νύχτα… είναι εικόνα της νύχτας που έγινε στην ψυχή του Ιούδα, όταν… ο Σατανάς μπήκε σε αυτόν… Για αυτούς λοιπόν των οποίων πλένονταν τα πόδια από τον Ιησού δεν ήταν νύχτα, αλλά ημέρα λαμπρότατη» (Ω). Σημειώνει κατά τη συνήθειά του ο Ιωάννης (δες α 29) και τον χρόνο της εξόδου, αλλά βρίσκει τώρα ιδιαιτέρως αξιοσημείωτο αυτόν, για να βάλει μπροστά στον αναγνώστη την δραματική φρίκη της στιγμής. Ο Ιούδας βγήκε στο σκοτάδι. Η συμβολική έννοια αυτού είναι δύσκολο να μην ήλθε στην διάνοια του ευαγγελιστή. Δες Λουκ. κβ 53 (β). Ή, λιγότερο πιθανή εκδοχή
«Γιατί μου αναφέρεις το χρόνο; Για να μάθεις την θρασύτητα, ότι δηλαδή ούτε ο χρόνος δεν συγκράτησε την ορμή του» (Χ).
Αν και ήταν νύχτα, ακατάλληλη ώρα για εργασία, όμως ο σατανάς που μπήκε στην καρδιά του απομάκρυνε από τη διάνοια του προδότη κάθε δυσκολία, η οποία ενδεχομένως θα του παρουσιαζόταν στη σκέψη από το κρύο και το σκοτάδι της νύχτας. Αυτό θα μπορούσε να ντροπιάσει εμάς για την χαλαρότητα και νωθρότητα, την οποία δείχνουμε στη διακονία του Κυρίου, την ώρα που οι υπηρέτες του σατανά είναι τόσο πρόθυμοι και ριψοκίνδυνοι, όταν τον υπηρετούν.
Ως προς το ερώτημα σε ποιο σημείο της αφήγησης του Ιωάννη πρέπει να τοποθετηθεί η σύσταση του μυστηρίου της θείας Ευχαριστίας δόθηκαν από διάφορους διάφορες απαντήσεις. Αρκετά πιθανή παρουσιάζεται η τοποθέτηση της σύστασης του μυστηρίου στο ενδιάμεσο μεταξύ των στίχων 32 και 33 όπου διαφαίνεται να σταματά κάπως η συνέχεια της αφήγησης. Αν λάβουμε όμως υπόψη, ότι σύμφωνα με τον Λουκά τα αποκαλυπτικά λόγια του Σωτήρα για τον προδότη εκφωνήθηκαν μετά τη σύσταση της θείας Ευχαριστίας και ότι τόσο κατά τον Λουκά, όσο και κατά τον Παύλο (Λουκ. κβ 20 και Α΄Κορ. ια 25), το κόψιμο και μοίρασμα του άρτου της ευχαριστίας έγινε την ώρα που έτρωγαν αυτοί, ενώ η ευλογία και μετάδοση του ποτηρίου μετά το δείπνο, παρουσιάζεται πιθανότερο, ότι ο Ιούδας βγήκε μετά την ευλογία του άρτου και πριν την ευλογία του ποτηρίου. Το δόσιμο άλλωστε σε αυτόν του ψωμιού από τον Ιησού προϋποθέτει, ότι το δείπνο δεν είχε ακόμη τελειώσει (g).


………………………………………………
(παραλείπεται η ανάλυση των στίχων ιγ 31 – ιζ 26 διότι αποτελούν μακρά και αυτοτελή ομιλία του Κυρίου)
………………………………………………


Ιω. 18,1   Ταῦτα εἰπὼν(1) ὁ Ἰησοῦς ἐξῆλθε(2) σὺν τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ πέραν τοῦ χειμάῤῥου(3) τῶν Κέδρων(4), ὅπου ἦν κῆπος(5), εἰς ὃν εἰσῆλθεν(6) αὐτὸς καὶ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ.
Ιω. 18,1    Αφού είπε αυτά ο Ιησούς, βγήκε μαζί με τους μαθητάς του πέραν από τον χείμαρρον των Κέδρων, όπου υπήρχε κήπος, στον οποίον εισήλθαν αυτός και οι μαθηταί του.
(1)   «Τι λες; Και βέβαια με τον Πατέρα συνομιλούσε· και βέβαια προσευχόταν. Γιατί λοιπόν δε λες, ότι όταν σταμάτησε την προσευχή, ήλθε εκεί; Διότι δεν ήταν προσευχή, αλλά ομιλία που έγινε για τους μαθητές» (Χ).
Όταν είπε τα λόγια αυτά δηλαδή αφού κήρυξε τον λόγο και απηύθυνε την προσευχή του, δεν αφήνει να χαθεί καιρός, αλλά βγήκε αμέσως από την οικία και την πόλη και έρχεται στον κήπο της Γεθσημανή. Έρχεται ήδη ως μέγας αρχιερέας να προσφέρει και την εξιλαστήρια θυσία του. Είχε πει ό,τι έπρεπε να πει ως ο μέγας προφήτης και ήδη προχωρά να επιτελέσει το έργο του και ως μέγας αρχιερέας προσφέροντας τη ζωή του λύτρο για χάρη πολλών. Και όταν πλέον θα συντελούσε και τη θυσία αυτή, θα ξαναέπαιρνε και το βασιλικό του αξίωμα.
(2)   Ή, από την αίθουσα του δείπνου, «άφησε το σπίτι στο οποίο μυσταγώγησε (εισήγαγε στα θεία μυστήρια) τους μαθητές του» (Κ), όπως θεωρούν αυτοί που δέχονται, ότι όλα όσα περιλαμβάνονται στα κεφάλαια ιγ 31-ιζ λέχθηκαν μέσα στο σπίτι.
Ή, βγήκε από την πόλη, πέρα από τον χείμαρρο των Κέδρων. Πάντως είχε πει στην πόλη τα λόγια, που είναι γραμμένα στα προηγούμενα κεφάλαια (b). «Βγαίνει ήδη με προθυμία, χωρίς να τινάζει μακριά του τον καιρό του πάθους, ούτε βεβαιως να φοβάται τον θάνατο για χάρη όλων» (Κ).
«Μέσα στα μεσάνυχτα οδοιπορεί και περνά ποταμό και βιάζεται να έλθει στον τόπο που ήταν γνωστός στον προδότη, λιγοστεύοντας τον κόπο εκείνων που τον επιβουλεύονταν και απαλλάσσοντας αυτούς από κάθε ταλαιπωρία, και δείχνει στους μαθητές του ότι με τη θέλησή του έρχεται προς αυτό που πρόκειται να συμβεί» (Χ). Μας δίδαξε με το παράδειγμά του, ότι πρέπει να αφήνουμε πίσω μας τους θορύβους και τις μέριμνες και τις ανέσεις των πόλεων, ακόμη και αυτών των αγίων πόλεων, εάν θα θέλαμε πρόθυμα να σηκώσουμε το σταυρό μας και να διατηρήσουμε την επικοινωνία μας με το Θεό στενότερη και περισσότερο θερμή.
(3)   Η κοίτη αυτού του χειμάρρου που υπήρχε μεταξύ της πόλης (του λόφου του ναού) και του όρους των Ελαιών αρχίζει σε κάποια μικρή απόσταση βορειοδυτικά των Ιεροσολύμων και μέσω της κοιλάδας Ιωσαφάτ καταλήγει στη Νεκρά θάλασσα. Ο χείμαρρος σχεδόν πάντοτε είναι ξηρός και μόνο μετά από βαρύτατη πολυβροχία παρουσιάζεται να έχει νερό. Ονομάζεται χείμαρρος τόσο από τον Ιώσηπο όσο και από τους Ο΄ (Νεεμ. β 15,Α΄Μακ. ιβ 37).
(4)   Υπάρχει και η γραφή των Κεδρών, η οποία μολονότι δεν μαρτυρείται ισχυρά φαίνεται πιο σωστή. Διότι το Κεδρών είναι όνομα κύριο (χείμαρρος Κεδρώνος στον Ιώσηπο), στα Εβραϊκά Kidron= μαύρος θολωμένος, νερό σκούρο και δεν προέρχεται από την ελληνική λέξη κέδρος, σαν να υπήρχαν στο χείμαρρο κέδροι. Δεν υπάρχουν όμως κέδροι εκεί. Είναι δυνατόν όμως η ονομασία αυτή να υιοθετήθηκε και από τους Ιουδαίους σαν περισσότερο κατάλληλη στην προφορά στην ελληνική (μ).
Στην από τρίτο χέρι διόρθωση του σιναϊτικού κώδικα, στον βατικανό, στον Ωριγένη και στον Χρυσόστομο χρησιμοποιείται ως γενική πληθυντικού, στην πρώτη γραφή του σιναϊτικού και στον κώδικα του Βέζα ως γενική ενικού (χ).
(5)   Δεν ονομάζει αυτόν, όπως οι Ματθ. (κστ 36) και Μάρκ. (ιδ 32) «του οποίου το όνομα ήταν Γεθσημανή». Ούτε μιλά για την αγωνία στη Γεθσημανή, γνωστή από την αφήγηση των συνοπτικών (Ματθ. κστ 36,Μάρκ. ιδ 32,Λουκ. κβ 39). Η φράση όμως στο στίχο 11 «το ποτήριο που μου έδωσε ο Πατέρας» υπαινίσσεται αυτήν και υποδηλώνει ότι η αποσιώπησή της δεν οφειλόταν σε άγνοια (β).
Κάποιοι υπέθεσαν ότι η σκηνή στο Ιω. ιβ 27 ταυτίζεται με την αγωνία στη Γεθσημανή και ότι ο Ιωάννης προληπτικά αφηγείται αυτήν και όχι κατά τη χρονολογική της σειρά. Αλλά οι δύο αυτές περιπτώσεις, κατά τις οποίες ο Κύριος δοκίμασε αγωνία, παρουσιάζουν και πολλά σημεία ανομοιότητας, που μας εμποδίζουν να δεχτούμε, ότι αναφέρονται και οι δύο στο ίδιο επεισόδιο (ο).
«Σε παράδεισο (=κήπο) συνέβη η αρχή των λυπηρών για μας, σε κήπο επίσης αρχίζει και το πάθος του Χριστού, και φέρνει την επανόρθωση όλων όσων μάς συνέβησαν παλιά» (Σχ).
Κρίνει άξιο σημείωσης, ότι το μέρος ήταν κήπος, όχι μόνο διότι εκεί έλαβε χώρα η σύλληψη, αλλά και διότι σε κήπο έγινε η ανάσταση, και εκεί έγινε και η σταύρωση. Οι Πατέρες ίσως διευκρίνισαν σωστά τον συμβολισμό. Το Πάθος και η ανάσταση, τα οποία συντέλεσαν τη σωτηρία του κόσμου, αντιτίθενται στην πτώση στον κήπο της Εδέμ (χ). Όταν περπατάμε στους κήπους μας, ας παίρνουμε αφορμή να μελετάμε το πάθος του Κυρίου, στο οποίο οφείλουμε όλες τις τέρψεις, που απολαμβάνουμε στους κήπους μας, διότι με αυτό απομακρύνθηκε και φυγαδεύτηκε η κατάρα πάνω στο έδαφος της γης, που ήλθε εξαιτίας της παράβασης του ανθρώπου.
(6)   Το ρήμα δείχνει ότι επρόκειτο για χώρο περιφραγμένο. Αναμφίβολα ανήκε σε κάποιο φιλικό πρόσωπο.

Ιω. 18,2    ᾔδει δὲ καὶ Ἰούδας(1) ὁ παραδιδοὺς(2) αὐτὸν τὸν τόπον(1), ὅτι(3) πολλάκις συνήχθη(4) καὶ ὁ Ἰησοῦς ἐκεῖ μετὰ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ(5).
Ιω. 18,2    Εγνώριζε δε και ο Ιούδας, ο προδότης, αυτόν τον τόπον, διότι πολλές φορές μαζί με τους μαθητάς του ο Ιησούς είχεν έλθει εκεί.
(1)   Αφού είπε στον Ιούδα, αυτό που κάνεις κάντο γρήγορα (ιγ 27) μεταβαίνει την ίδια νύχτα, σε τόπο, όπου γνώριζε ο Ιούδας ότι συνήθιζε να βγαίνει «κάνοντας στον προδότη την εύρεση του μέρους χωρίς ταλαιπωρία» (Κ).
(2)   Ο ενεστώτας δηλώνει, ότι ο Ιούδας κατά την ώρα εκείνη ενεργούσε το έργο της προδοσίας (β).
(3)   «Έπειτα λέει και από πού ήξερε αυτόν» (Ζ) ο Ιούδας.
(4)   Μπορεί να αναφέρεται στις αμέσως προηγούμενες ημέρες (δες Λουκ. κα 37) «τὰς δὲ νύκτας ἐξερχόμενος ηὐλίζετο εἰς τὸ ὄρος τὸ καλούμενον ἐλαιῶν·(=κατά δε τις νύκτες έβγαινεν από την Ιερουσαλήμ και έμενε στο όρος, που εκαλείτο “όρος των Ελαιών”).
Πιθανότερο όμως φαίνεται, ότι ο ευαγγελιστής έχει υπόψη και τις προηγούμενες επισκέψεις του Ιησού στα Ιεροσόλυμα (g,β). Εφόσον λοιπόν και άλλοτε είχαν διανυκτερεύσει στον κήπο εκείνο οι μαθητές, παρουσιάζεται φυσικό το ότι κοιμούνται κατά τη διάρκεια της αγωνίας του κυρίου και πριν τη σύλληψη αυτού.
(5)   «Διότι πολλές φορές μετέβαινε μαζί τους σε ιδιαίτερο μέρος, συνομιλώντας για αναγκαία πράγματα… επιζητώντας πάντα τόπο απαλλαγμένο από θορύβους, ώστε να μην αποσπάται ο νους τους από την ακρόαση» (Χ)

Ιω. 18,3    ὁ οὖν(1) Ἰούδας λαβὼν τὴν σπεῖραν(2) καὶ ἐκ τῶν ἀρχιερέων καὶ Φαρισαίων ὑπηρέτας(3) ἔρχεται ἐκεῖ μετὰ φανῶν(4) καὶ λαμπάδων(5) καὶ ὅπλων(6).
Ιω. 18,3    Ο Ιούδας, λοιπόν, αφού επήρε μαζί του το ρωμαϊκόν στρατιωτικό απόσπασμα και υπηρέτας από τους αρχιερείς και Φαρισαίους, ήλθε εκεί με φανάρια και λαμπάδες και όπλα.
(1)   Εφόσον γνώριζε τον τόπο, λοιπόν…
(2)   «Αυτό ονομάζεται σύνταγμα των πεζών και στους Ρωμαίους κοόρτις» (Πολ. 11,23,Ι). Το ένα δέκατο της λεγεώνας (G) ή κατά τον Πολύβιο που ταυτίζει την σπείρα με την manipulus, το 1/3 της κοόρτιος. Εδώ και αλλού στην Κ.Δ. (δες ιδιαίτερα Πράξ. κα 31) πρόκειται για σώμα που αριθμεί 1000 άνδρες (240 ιππείς και 760 πεζούς), που βρίσκονται κάτω από διαταγές χιλιάρχου. Δεν πρέπει παρόλ’ αυτά να υποτεθεί, ότι ο Ιωάννης εννοεί εδώ, ότι ολόκληρη η δύναμη αυτή διατέθηκε για σύλληψη του Ιησού. Μόνο ένα απόσπασμα της σπείρας αυτής διατέθηκε για τον σκοπό αυτόν. Η σπείρα ολόκληρη, κατά τις γιορτές, όταν η πόλη κατακλυζόταν από πλήθος πολύ, ήταν στρατοπεδευμένη στην ακρόπολη Αντωνία, που βρισκόταν στην βορειοδυτική γωνία του ναού, έτοιμη να αποκαταστήσει την τάξη σε περίπτωση διασάλευσής της (β).
Οι συνοπτικοί δεν μιλάνε για την σπείρα αυτή. Παρόλ’ αυτά το μήνυμα της γυναίκας του Πιλάτου σχετικά με το όνειρο, για το οποίο μιλά ο Ματθαίος αποδεικνύει, ότι από την προηγούμενη ημέρα ο Πιλάτος είχε ασχοληθεί με την υπόθεση αυτή. Η λεπτομέρεια λοιπόν αυτή επιβεβαιώνει τη συμμετοχή του Ρωμαϊκού στρατού στη σύλληψη (g).
(3)   Αυτοί ήταν οι κλητήρες του συνεδρίου, οι εντεταλμένοι και για την τήρηση της τάξης στο εσωτερικό του ναού υπό την επίβλεψη του συνεδρίου, οι οποίοι θα μπορούσαν να ονομαστούν και η αστυνομία του ναού. Δες Ματθ. κστ 55 (β,g,F). Αυτοί κυρίως θα συλλάμβαναν τον Ιησού, ενώ η σπείρα θα επενέβαινε για ενίσχυσή τους σε περίπτωση αντίστασης (g).
Δες ποιους εχθρούς είχε και έχει ο Χριστός και το ευαγγέλιό του· πόσο πολυπληθείς και πόσο ισχυρούς, οπότε και πόσο τρομερούς. Εκκλησιαστικές και πολιτικές αρχές συνδυάστηκαν εναντίον του. «στάθηκαν σε παράταξη οι βασιλιάδες της γης και οι άρχοντες συγκεντρώθηκαν στον ίδιο τόπο εναντίον του Χριστού» (Ψαλμ. β 2).
(4)   Λέγεται μοναδική φορά. Πιθανώς με την έννοια όπως και σε μας σήμερα. Δηλαδή με φανάρια. Σύμφωνα με τον β φανός=η δάδα από ξύλινες λωρίδες δεμένες μαζί. Δηλαδή ό,τι εμείς ονομάζουμε λαμπάδα.
(5)   =πυρσοί από ρυτίνη (g), ή λύχνος, του οποίου η φλόγα τροφοδοτείται με λάδι (G). Ό,τι εμείς ονομάζουμε λυχνάρι. Δηλώνουν οι λαμπάδες τα λυχνάρια, τα φανάρια (δ). Ήταν ο καιρός της πασχάλιας πανσέληνου, έφεραν όμως τα φώτα, ώστε με αυτά να ερευνήσουν τα σκοτεινά καταφύγια του κήπου, στην περίπτωση που ο Ιησούς θα επιχειρούσε να κρυφτεί (ο).
«Φέρνουν λαμπάδες και φανάρια, για να μην τους ξεφύγει κρυβόμενος στο σκοτάδι» (Θφ).
Αλλά ο δεύτερος Αδάμ δεν κρύφτηκε όπως ο πρώτος είτε λόγω φόβου είτε από ντροπή μέσα στα δέντρα του κήπου. Ήταν ανόητο να ανάβουν φανούς και λαμπάδες για να αναζητήσουν και να βρουν με αυτά τον ήλιο της δικαιοσύνης.
(6)   «Έφερναν τα όπλα, φοβούμενοι τους ακόλουθους του Ιησού» (Ζ)· «είτε για να εκφοβίσουν είτε για να επιτεθούν σε οποιονδήποτε, ο οποίος θα τολμούσε να αντιταχτεί υπερασπίζοντας τον Χριστό» (Αυ).
Αλλά το στράτευμα του Κυρίου χρησιμοποιεί όπλα πνευματικά στη διεξαγωγή του αγώνα του. Και τα όπλα αυτά, ενώ φαίνονται προς στιγμήν ότι υποκύπτουν στη βία των όπλων του κόσμου, τελικά υπερισχύουν πάντοτε θριαμβευτικά.

Ιω. 18,4    Ἰησοῦς οὖν(1) εἰδὼς(2) πάντα τὰ ἐρχόμενα ἐπ᾿ αὐτόν(3), ἐξελθὼν(4) εἶπεν αὐτοῖς(5)· τίνα ζητεῖτε;
Ιω. 18,4    Ο Ιησούς, λοιπόν, γνωρίζων όλα εκείνα, που έμελλαν να συμβούν εις αυτόν, βγήκε έξω από τον κήπο και είπε εις αυτούς• Ποίον ζητείτε;
(1)   Το διάβημα του Ιησού επέρχεται ως αποτέλεσμα της προσέγγισης αυτής αυτών που ήταν οπλισμένοι και είχαν εχθρικές διαθέσεις προς αυτόν (ο).
(2)   «(Γνώριζε) Ως Θεός» (Ζ). Ο Ιωάννης επωφελείται κάθε ευκαιρίας, για να τονίσει ότι ο Ιησούς προγνώριζε τα συμβάντα της δημόσιας δράσης του (β).
«Δεν περίμενε να τα μάθει αυτά από την παρουσία εκείνων, αλλά ατάραχα, μιας και τα ήξερε όλα αυτά, έτσι και έλεγε και έκανε» (Χ).
Βγαίνει όχι έκπληκτος ή ταραγμένος και φοβισμένος, αλλά θαυμαστά άτρομος και με ψυχραιμία, ατάραχος και γενναίος, για να αντιμετωπίσει την επερχόμενη θύελλα και ρωτά ήρεμα και με πραότητα, «ποιον ζητάτε;». Όταν ο λαός προσέφερε σε αυτόν στέμμα βασιλικό και έσπευδε να ανακηρύξει αυτόν βασιλιά (Ιω. στ 15) αποσύρεται και φεύγει. Αλλά όταν έρχονται για να τον οδηγήσουν στο σταυρό, προχωρεί και παραδίνεται. Διότι ήλθε στον κόσμο για να πάθει και να προσφέρει τη ζωή λύτρο για χάρη του κόσμου, και επρόκειτο μετά το σκληρό θάνατό του να βασιλεύσει αιώνια.
Το παράδειγμα αυτό του Χριστού δεν μας διδάσκει να ρίχνουμε τους εαυτούς μας απρομελέτητα στους κινδύνους, διότι δεν γνωρίζουμε, όπως γνώριζε αυτός, εάν ήλθε και η δική μας ώρα, όπως είχε έλθει η δική του. Αλλά όταν καλούμαστε από τις περιστάσεις να υποστούμε θλίψεις και μαρτύριο, και δεν είναι δυνατόν να αποφύγουμε αυτά παρά μόνο αμαρτάνοντας, τότε οφείλουμε όπως και ο Χριστός να αναδεχόμαστε το σταυρό, στον οποίο ο Πατέρας μας καλεί.
(3)   Δηλαδή όλες τις ταπεινώσεις και όλα τα φυσικά ή ηθικά βάσανα, τα οποία τον ανέμεναν (F). Μόλις είχε σηκωθεί από το έδαφος όπου είχε πέσει μπρούμυτα στην αγωνία του και γνώριζε καλά πόσο πικρό ήταν το ποτήρι εκείνο, το οποίο είχε παρακαλέσει τον Πατέρα του να απομακρύνει από αυτόν. Αλλά όμως, με υποταγή στο θέλημα του Πατέρα και με πλήρη γνώση του σταυρικού παθήματος προχωρεί προς αυτούς που έρχονται να τον συλλάβουν (ο). Είναι βέβαιος για το τι ήθελε ο Πατέρας του και δέχεται το θέλημα αυτό του Πατέρα ολόψυχα και την σύλληψή του την κάνει προσφορά εκούσια (τ).
(4)   Βγήκε είτε από ανάμεσα από τους μαθητές, οι οποίοι τον κύκλωναν είτε πιο φυσικά από τον κήπο (g), στον οποίο είχε μπει (β). Από τις σκιές του κήπου, από τις οποίες καλυπτόταν μαζί με τους μαθητές (μ).
«Βγαίνει λοιπόν και πολύ πρόθυμα για να τους συναντήσει, και δείχνει με αυτό ότι ούτε αγνοούσε αυτό που τολμούσαν και ότι αν και προγνώριζε ότι ήταν ευκολότερο να κρυφτεί και να διαφύγει, με δική του πρωτοβουλία προχωρά στο πάθος, χωρίς να πέφτει σε κίνδυνο που δεν ήθελε, τον οποίο προκάλεσε η υπεροχή κάποιων» (Κ).
(5)   Δεν απευθύνεται προς τον Ιούδα αλλά στους ενόπλους, που ήλθαν να τον συλλάβουν. Το φίλημα που μνημονεύουν οι συνοπτικοί (Ματθ. κστ 49,Μάρκ. ιδ 45,Λουκ. κβ 47), το οποίο κατά τον β, δόθηκε από τον Ιούδα όχι στο μάγουλο αλλά στο χέρι του Ιησού, τοποθετείται από τον Τατιανό αμέσως πριν από την έξοδο του Ιησού από τον κήπο και πριν το ερώτημα αυτό. Συμφωνούν στην τοποθέτηση αυτή και οι F,g,β. Ο ο, τοποθετεί αυτό μετά την ερώτηση και απάντηση του Ιησού που λέγονται στους στίχους 7-8.

Ιω. 18,5    ἀπεκρίθησαν αὐτῷ· Ἰησοῦν τὸν Ναζωραῖον(1). λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· ἐγώ εἰμι(2). εἱστήκει δὲ(3) καὶ Ἰούδας ὁ παραδιδοὺς αὐτὸν μετ᾿ αὐτῶν.
Ιω. 18,5    Του απήντησαν εκείνοι• Ιησούν τον Ναζωραίον. Λεγει εις αυτούς ο Ιησούς• εγώ είμαι. Μαζί δε με αυτούς εστέκετο και ο Ιούδας, ο προδότης.
(1)   Όπως φαίνεται από τα Λουκά δ 34,ιη 37,κδ 19,Μάρκ. ι 47,ιδ 67,ιστ 6,Ματθ. κστ 71,Πράξ. β 22 με την ονομασία αυτή ήταν γενικώς γνωστός ο Κύριος. Και η εντολή λοιπόν που δόθηκε από τους αρχιερείς και τους Φαρισαίους στους ενόπλους ήταν να συλλάβουν τον Ιησού τον Ναζωραίο (β). Η ονομασία ήταν εν μέρει καθοριστική, εν μέρει όμως και έκφραση περιφρόνησης (τ).
(2)   Έχουμε στο Εγώ είμαι φράση, η οποία μπορεί να σημαίνει όχι περισσότερο από το Εγώ είμαι ο άνθρωπος τον οποίο ζητάτε. Μπορεί όμως να σημαίνει και το ιερό όνομα του Θεού «Εγώ είμαι». Για τους στρατιώτες είχε η φράση την πρώτη σημασία. Για εμάς τους πιστούς έχει την δεύτερη (τ).
(3)   Παρενθετική πρόταση. Είχε επιτελέσει ο Ιούδας το έργο του, εφόσον είχε αναλάβει την υποχρέωση να οδηγήσει τους απεσταλμένους του συνεδρίου στον τόπο, όπου θα έβρισκαν τον Ιησού (β). Η εντύπωση λοιπόν που προκλήθηκε από την απάντηση του Ιησού, έγινε αισθητή εντονότερα από κάθε άλλον στον άπιστο μαθητή, και από αυτόν αναμφίβολα μεταδόθηκε η συγκίνηση και στους άλλους (g).
Η φωνή του Ιησού είναι τρομερότερη για τους αποστάτες παρά για τους κοινούς και συνηθισμένους αμαρτωλούς. «Δες πώς δεν εκφράζει δυσαρέσκεια ο ευαγγελιστής, πώς δεν βρίζει τον προδότη, αλλά διηγείται το γεγονός, με σκοπό να δείξει ένα μόνο, ότι το παν συνέβη επειδή το επέτρεψε ο Ιησούς» (Χ).

Ιω. 18,6    ὡς οὖν εἶπεν αὐτοῖς ὅτι ἐγώ εἰμι(1), ἀπῆλθον εἰς τὰ ὀπίσω(2) καὶ ἔπεσον χαμαί(3).
Ιω. 18,6    Όταν, λοιπόν, είπεν εις αυτούς, ότι εγώ είμαι, εκείνοι καταπτοημένοι οπισθοχώρησαν και έπεσαν κάτω.
(1)   «Και μόνη η φωνή του, που απάγγειλε τα λόγια Εγώ είμαι, χωρίς κάποιο όπλο χτύπησε, απώθησε και έριξε κάτω το πλήθος εκείνο, μαζί με όλη την αγριότητα του μίσους τους και τον τρόμο των όπλων τους. Εγώ είμαι, λέει, και ρίχνει χάμω τους πονηρούς. Τι θα κάνει όταν θα έλθει ως κριτής αυτός, ο οποίος έκανε αυτό όταν παρέδιδε τον εαυτό του για να κριθεί; Ποια θα είναι η δύναμή Αυτού, όταν θα έλθει να βασιλεύσει, αυτός ο οποίος τέτοια δύναμη είχε, όταν ήλθε να πεθάνει;» (Αυ).
Φανερώνοντας «ότι η δύναμη κάθε ανθρώπου δεν είναι τίποτα εντελώς, μπροστά στην ανείπωτη και θεία ισχύ, μιλώντας με πράο και ήμερο λόγο, ξαπλώνει χάμω στη γη τον όχλο που τον ζητούσαν, για να μάθουμε αυτό, ότι δηλαδή η φύση αυτών που πλάστηκαν ενώ δεν αντέχει και ένα μόνο λόγο του Θεού, και αυτόν φιλάνθρωπο, πώς θα υποφέρει την απειλή σύμφωνα με αυτό που είναι γραμμένο στους ψαλμούς «Εσύ είσαι φοβερός και ποιος θα σου αντισταθεί από την οργή σου;» (Κ).
Το αποτέλεσμα από τα λόγια αυτά δεν υπήρξε απλό φυσικό γεγονός, που προκλήθηκε από κάποιο στιγμιαίο συναίσθημα φρίκης μπροστά στη θαρραλέα στάση του Ιησού· υπήρξε αποτέλεσμα αληθινά υπερφυσικό, επειδή ο Ιησούς θέλησε να φανερώσει την δύναμή του την ίδια ώρα κατά την οποία δεχόταν την ταπείνωση (F).
Δεν πρόκειται για ενέργεια άμεση της παντοδυναμίας του Θεού, που ανατρέπει τους ανθρώπους αυτούς, αλλά θα ήταν πλάνη να δει κάποιος εδώ ένα τυχαίο συμβάν. Το αποτέλεσμα αυτό ήταν σύμφωνο με τη θέληση Εκείνου ο Οποίος το παρήγαγε. Κάνοντας ο Ιησούς αισθητή τη δύναμή του ήθελε να δείξει σε αυτούς, ότι διέτρεχαν κίνδυνο εάν επιχειρούσαν να συλλάβουν μαζί με αυτόν και τους μαθητές (g).
(2)   Δεν σημαίνει αυτό, ότι στράφηκαν και έφυγαν, αλλά ότι οπισθοδρόμησαν έμφοβοι και μπροστά στη μεγαλειότητα του προσώπου του έπεσαν στο έδαφος (ο).
Μπορούσε να ρίξει αυτούς στο έδαφος νεκρούς. Μπορούσε να διατάξει τη γη και να καταπιεί αυτούς, όπως άλλοτε τον Κορέ. Αλλά δεν ήθελε να γίνει αυτό. Πρώτον μεν διότι είχε έλθει η ώρα του, και δεύτερον διότι ήθελε να μας δώσει παράδειγμα υπομονής και μακροθυμίας απέναντι στους χειρότερους ανθρώπους, αλλά και συμπάθειας και αγάπης προς αυτούς τους άσπονδους εχθρούς του. Ρίχνοντας αυτούς στο έδαφος, παρείχε σε αυτούς ευκαιρία να μετανοήσουν, αλλά η καρδιά τους ήταν σκληρή και η πρόσκληση αυτή για μετάνοια απέβη μάταιη.
(3)   «Ο λόγος του τούς έριξε κατά γης» (Χ).
«Έδειξε λοιπόν ότι αν δεν το ήθελε αυτός, όχι μόνο να τον πιάσουν δεν μπορούσαν, αλλά ούτε καν να τον δουν» (Ζ).

Ιω. 18,7    πάλιν οὖν(1) αὐτοὺς ἐπηρώτησε(2)· τίνα ζητεῖτε; οἱ δὲ εἶπον· Ἰησοῦν τὸν Ναζωραῖον(3).
Ιω. 18,7    Πάλι, λοιπόν, τους ηρώτησε• ποίον ζητείτε; Εκείνοι είπον• Ιησούν τον Ναζωραίον.
(1)   Παρεμβλήθηκε κάποιο χρονικό διάστημα, αρκετό να συνέλθουν εκείνοι από το φόβο τους και να σηκωθούν από το έδαφος… Ενώ λοιπόν στέκονταν αναποφάσιστοι και αδρανείς, ο Κύριος απευθύνει σε αυτούς και πάλι το ερώτημα «ποιόν ζητάτε;» (ο).
(2)   Σε τόνο τώρα γλυκύτερο από τον οποίο ενθαρρύνθηκαν οι υπηρέτες των αρχιερέων να πλησιάσουν ξανά ο Ιησούς τους ρωτά (g).
«Αφού είχε δείξει τη δύναμή του σε εκείνους, οι οποίοι ήθελαν αλλά δεν μπορούσαν να τον συλλάβουν, καλεί τώρα αυτούς να τον συλλάβουν, για να εργαστεί το θέλημά του μέσω εκείνων οι οποίοι αγνοούσαν αυτό» (Αυ).
«Τους έριξε μεν κάτω μπρούμυτα, δηλώνοντας και την δύναμή του και ότι θεληματικά έρχεται προς το πάθος… Επειδή όμως επέμεναν στην κακία και μετά το θαύμα αυτό, τότε λοιπόν παραδίδει τον εαυτό του» (Θφ).
(3)   Γνώριζαν ήδη αυτοί σε ποιον μιλούσαν, αλλά εξαιτίας του φόβου εμποδίζονται να πουν: ζητάμε εσένα. Και επαναλαμβάνουν ό,τι είπαν και πριν (ο,β).

Ιω. 18,8    ἀπεκρίθη Ἰησοῦς(1)· εἶπον ὑμῖν(2) ὅτι ἐγώ εἰμι. εἰ οὖν ἐμὲ ζητεῖτε, ἄφετε τούτους(3) ὑπάγειν(4)·
Ιω. 18,8   Απεκρίθη ο Ιησούς• σας είπα ότι εγώ είμαι• εάν, λοιπόν, ζητάτε εμέ, αφήσατε αυτούς να φύγουν.
(1)   «Ο ίδιος φανερώνει τον εαυτό του, διδάσκοντας και τους μαθητές να μην ψεύδονται ούτε στους κινδύνους, και πληροφορώντας ότι εκούσια παραδίδει τον εαυτό του στους φονιάδες» (Ζ).
(2)   Η απάντηση είναι αυστηρή και εξουσιαστική (β). Είναι σαν να έλεγε σε αυτούς: Γιατί λοιπόν δεν προβαίνετε στη σύλληψή μου; (ο).
(3)   Λόγος στοργικής φροντίδας (F). «Και πρόσεξε πώς ούτε μέχρι την τελευταία ώρα δεν μειώνει την αγάπη προς τους μαθητές» (Θφ). Η μέριμνά του για τους πιστούς του μαθητές είναι χαρακτηριστικό του καλού Ποιμένα (β).
(4)   Να φύγουν ή να πάνε στο σπίτι τους (β). Μιλά σε αυτούς με εξουσία. Είναι σαν να τους έλεγε: Αφήστε τους να φύγουν, διότι αλλιώς διατρέχετε κίνδυνο, εάν αγγίξετε αυτούς. Δείχνει έτσι στοργή προς τους μαθητές του, οι οποίοι ήταν ακόμη ανώριμοι να αντιμετωπίσουν τέτοιο πειρασμό. Η πίστη τους ήταν ακόμη ασθενής και επιπλέον είχαν έργο να επιτελέσουν. Πρέπει να φύγουν τώρα, διότι μετά από λίγο θα κληθούν να διατρέξουν τον κόσμο ολόκληρο, για να κηρύξουν το ευαγγέλιο.
Έτσι ο Κύριος παρέχει και σε μας μεγάλη ενθάρρυνση να τον ακολουθούμε. Διότι αν και η οδός στην οποία μας καλεί να βαδίσουμε, είναι οδός θλίψεων, παρόλ’ αυτά ο σταυρός, τον οποίο θα μας καλεί να βαστάξουμε, πάντοτε θα είναι ανάλογος με τις δυνάμεις μας. Και όπως τώρα προφυλάσσει τους μαθητές του, έτσι θα προφυλάξει και εμάς. Μας δίνει επίσης ο Κύριος παράδειγμα, να μη φροντίζουμε σε ώρα κινδύνου μόνο για την ασφάλεια του εαυτού μας, αλλά και για την ασφάλεια των πλησίον μας και μάλιστα περισσότερο για την ασφάλεια αυτών παρά για τη δική μας.

Ιω. 18,9    ἵνα πληρωθῇ ὁ λόγος ὃν εἶπεν(1), ὅτι οὓς δέδωκάς μοι, οὐκ ἀπώλεσα ἐξ αὐτῶν οὐδένα(2).
Ιω. 18,9   Και είπε τούτο, δια να εκπληρωθή ο λόγος, τον οποίον προ ολίγου είχεν είπει στον Πατέρα του, ότι εκείνους τους οποίους μου έδωκες τους επροφύλαξα και δεν εχάθηκε κανένας από αυτούς.
(1)   Ο Ιησούς λοιπόν ήταν προφήτης. Έτσι και στο στίχο 32 (b). Προκειμένου να παραθέσει λόγο του Ιησού Χριστού χρησιμοποιεί την ίδια φράση, την οποία και σε παράθεση χωρίου από την Π.Δ. Για τον Ιωάννη οι λόγοι του Ιησού είχαν κύρος και έμπνευση όπως και αυτοί της Π.Δ. για την πρόγνωση των μελλόντων. Ο λόγος στον οποίο εδώ αναφέρεται εδώ ο Ιωάννης είναι αυτός στο ιζ 12 (β).
(2)   Η έννοια των λόγων αυτών, την οποία αδύνατον ήταν να μην γνώριζε ο Ιωάννης, αφορούν στη σωτηρία και προστασία από το πνευματικό κακό και την πνευματική απώλεια.
«Απώλεια εδώ λέει όχι αυτήν του θανάτου, αλλά εκείνη την αιώνια. Ο ευαγγελιστής λοιπόν το πήρε αυτό και για τη στιγμή εκείνη» (Χ).
Ο Ιωάννης εφαρμόζει τα λόγια αυτά και στην προκειμένη περίπτωση, όπου πρόκειται για απελευθέρωση και προστασία των μαθητών από σωματικό κίνδυνο ή εφαρμόζοντας πιο ελεύθερα τον λόγο του Χριστού= δεν έχασα, ακόμη και σε αυτήν την μέγιστη περίπτωση του κινδύνου (b).
Ή, η εκπλήρωση σε αυτήν εδώ την περίπτωση πρέπει να θεωρηθεί ότι συμβολίζει την μεγαλύτερη απολύτρωση των μαθητών από τον πονηρό κόσμο (ο).
Ή, πιο σωστά, εάν οι μαθητές συλλαμβανόμενοι από τους Ιουδαίους «πέθαιναν τώρα, ο Ιησούς θα έχανε αυτούς», διότι θα πέθαιναν χωρίς «να πιστέψουν σε αυτόν, όπως πιστεύει κάθε πιστός που δεν χάνεται» (Αυ).
Το παράδειγμα του Πέτρου, του θαρραλεότερου από όλους τους μαθητές, αποδεικνύει, ότι εάν πραγματοποιούνταν κατά την παρούσα στιγμή η σύλληψη των μαθητών, θα αποτελούσε αυτή σύνθημα πτώσης τους βαθιάς, ίσως άρνησης ανεπανόρθωτης (g). Διότι αν συλλαμβάνονταν, μπορούσαν να τον απαρνηθούν από ασθένεια, όπως ο Πέτρος μετά από αυτά (δ). Η διαφυγή λοιπόν από την σύλληψη οφειλόταν όντως σε θεία προστασία.
Διότι «θα μπορούσε κάποιος να θαυμάσει πώς και αυτούς δεν τους συνέλαβαν μαζί του και δεν τους κατέσφαξαν, και μάλιστα τη στιγμή που ο Πέτρος παρόργισε αυτούς με εκείνα που έκανε στον δούλο. Ποιος λοιπόν τους συγκρατούσε; Κανείς μεν άλλος, παρά η δύναμη αυτή που τους έριξε κατά γης. Πράγμα λοιπόν που και ο ευαγγελιστής δήλωσε, ότι δεν ήταν αποτέλεσμα της θέλησης των Ιουδαίων, να μην πάθουν τίποτα, αλλά της δύναμης και απόφασης αυτού που συλλήφθηκε» (Χ).
«Η φράση «για να εκπληρωθεί ο λόγος τον οποίο είπε, ότι Δεν έχασα από αυτούς κανέναν», αυτό σημαίνει, λέει, το ότι δεν κατασφάχτηκαν οι μαθητές». Διότι λόγω της αδυναμίας τους, τούς βγάζει έξω από πειρασμούς» (Θφ). Σημείωσε εδώ, ότι και θαυματουργικά ακόμη επεμβαίνει ο Κύριος, για να προστατεύσει τους μαθητές του και τους δούλους του από τους εχθρούς τους και να μην αντιμετωπίσουν πειρασμό που να υπερβαίνει τις δυνάμεις τους. Οι μαθητές δεν είχαν λάβει επαρκή χάρη, για να αντέξουν στην επαπειλούμενη δοκιμασία. Για αυτό και επενέβη ο Κύριος από τη μία με την υπερφυσική θεραπεία του Μάλχου, από την άλλη με τη θεία του δύναμη η οποία έριξε φοβισμένους στο έδαφος αυτούς που ήλθαν να τον συλλάβουν.
Θα ρωτούσε ίσως κάποιος γιατί τώρα δεν παρέχει σε αυτούς την αναγκαία χάρη, για να αντέξουν και στον πειρασμό που απειλεί με μαρτύριο. Μη λησμονούμε όμως, ότι η λήψη της χάρης γίνεται σύμφωνα και με την βαθμιαία αύξηση αυτού που την δέχεται. Όταν κάποιος είναι ακόμη νήπιος εν Χριστώ, δεν είναι δυνατόν να μεταδοθεί σε αυτόν η χάρη, η οποία παρέχεται σε αυτόν που γιγαντώθηκε στην κατά Χριστόν ζωή.
Ο πνευματικός ναός χτίζεται με διαδοχική τοποθέτηση και οικοδομή των αναγκαίων λίθων, και δεν ανυψώνεται με τη μία σε πλήρες πνευματικό οικοδόμημα σαν με κάποιο μαγικό ραβδί. Πάντως από την περίπτωση αυτή διδασκόμαστε, ότι ο Κύριος παρουσιάζεται ασπίδα μας απέναντι σε κάθε εχθρική δύναμη. Και η εδώ λύτρωση των μαθητών από τον σωματικό κίνδυνο αποτελεί βέβαιη εγγύηση, ότι το ίδιο δεξί χέρι του Κυρίου θα τους οδηγούσε με ασφάλεια στην ουράνια βασιλεία.

Ιω. 18,10  Σίμων οὖν Πέτρος(1) ἔχων μάχαιραν(2) εἵλκυσεν αὐτήν, καὶ ἔπαισε τὸν τοῦ ἀρχιερέως δοῦλον(3) καὶ ἀπέκοψεν αὐτοῦ τὸ ὠτίον(4) τὸ δεξιόν· ἦν δὲ ὄνομα τῷ δούλῳ Μάλχος(5).
Ιω. 18,10  ο Σίμων Πέτρος, που είχε κατά την ώραν εκείνην μάχαιραν, την έσυρε και εκτύπησε τον δούλον του αρχιερέως και του έκοψε το δεξί αυτί. Το όνομα δε του δούλου εκείνου ήτο Μαλχος.
(1)   Το επεισόδιο της επίθεσης εναντίον του δούλου του αρχιερέα αναφέρεται και από τους συνοπτικούς (Ματθ. κστ 51,Μάρκ. ιδ 47, Λουκ. κβ 50). Αλλά ο Ιωάννης μόνος αναφέρει, ότι ο Σίμων έπραξε αυτό· οι άλλοι ευαγγελιστές αποσιωπούν το όνομα του Πέτρου (b).
«Πρόσθεσε ο Ιωάννης και το όνομα αυτού που χτυπήθηκε και το μέρος που χτυπήθηκε διότι ήταν πολύ σπουδαίο το γεγονός» (Ζ), «όπως και ο Λουκάς είναι ο μόνος ο οποίος αναφέρει, ότι ο Κύριος άγγιξε το αυτί του και τον θεράπευσε» (Αυ).
(2)   Το ότι δεν έχει άρθρο υποδηλώνει, ότι ο Πέτρος συνέβη τη στιγμή εκείνη να κουβαλά μαχαίρι. Δεν κουβαλούσε αυτό πάντοτε. Ίσως να ήταν ένα από αυτά που αναφέρονται στο Λουκ. κβ 38. Δεν επιτρεπόταν από το νόμο να κουβαλούν όπλα σε ημέρες γιορτών. Το ότι στο δείπνο υπήρχαν δύο μαχαίρια και από αυτά το ένα πήρε μαζί του ο Πέτρος, τείνει να αποδείξει ότι το δείπνο αυτό δεν ήταν αυτό του Πάσχα (β)(το επιχείρημα όμως αυτό δεν είναι αδιαμφισβήτητο).
Ο Πέτρος ενθαρρύνθηκε φαίνεται από το ότι είδε τους στρατιώτες να πέφτουν χάμω. Η δύναμη του διδασκάλου κατέστησε αυτόν τολμηρό. Το διάβημά του, οσοδήποτε και αν προήλθε από αγάπη προς τον Διδάσκαλο, δεν μαρτυρεί πίστη ακλόνητη και σταθερή. Και αυτό φαίνεται καθαρά μετά από λίγο, όταν στην αυλή του αρχιερέα αρνείται τον Διδάσκαλο τρεις φορές. Οι αληθινοί και γνήσιοι Χριστιανοί ήρωες υπερασπίζουν την υπόθεση του ευαγγελίου όχι μόνο όταν βλέπουν τον Κύριο να υπερισχύει και να έχει δύναμη, αλλά όταν και προς στιγμήν φαίνεται να νικιέται και να είναι σε αδυναμία.
(3)   Με άρθρο. Αυτό δηλώνει ότι ο Μάλχος ήταν ένας από τους προεξάρχοντες δούλους και ακόλουθους του αρχιερέα (ο). Για αυτό και ο Χρυσόστομος ταυτίζει αυτόν με αυτόν που «ύστερα από λίγο πρόκειται να χαστουκίσει» τον Ιησού.
(4)   Ο σιναϊτικός, βατικανός και κάποιοι άλλοι μεγαλογράμματοι γράφουν ωτάριον αντί για ωτίον. «Δεν αναφέρει τυχαία το δεξί αυτί, αλλά, κατά τη γνώμη μου, επειδή θέλει να δείξει την ορμή του αποστόλου, ότι δηλαδή σχεδόν όρμησε εναντίον του ίδιου του κεφαλιού του» (Χ). Το χτύπημα δόθηκε εναντίον του κεφαλιού του δούλου, κόπηκε όμως μόνο το αυτί του διότι αυτός προφυλασσόμενος έγειρε προς τα αριστερά (β).
«Εάν τώρα πεις, πώς αυτός που διατάχτηκε ούτε να ραπίζει, γίνεται ανθρωποκτόνος; Βεβαιότατα έλαβε εντολή μεν να μην αμύνεται, εδώ όμως δεν αμύνθηκε για τον εαυτό του, αλλά για τον διδάσκαλο. Έπειτα δεν ήταν ακόμη τέλειοι και πνευματικά ολοκληρωμένοι» (Χ).
Ο Πέτρος εδώ παρουσιάζεται να τηρεί τον λόγο, τον οποίο είπε στον Διδάσκαλο βεβαιώνοντας αυτόν, ότι ήταν έτοιμος να βαδίσει μαζί του και στη φωτιά και στο θάνατο. Ο ζήλος του όμως υπέρ του Διδασκάλου προφανώς είναι ζήλος όχι με επίγνωση. Διότι, εάν η πρόθεσή του να χτυπήσει το Μάλχο στο κεφάλι πραγματοποιούνταν, ασφαλώς οι στρατιώτες θα ορμούσαν εναντίον ολόκληρου του ομίλου των μαθητών για να κατασπαράξουν αυτούς, ενώ ο διδάσκαλος θα εμφανιζόταν στα μάτια της ρωμαϊκής εξουσίας σαν όχι καλύτερος του Βαραββά.
(5)   «Η έννοια του ονόματος Μάλχος είναι ο προορισμένος να βασιλεύσει» (Αυ). Μάλχος από το εβραϊκό μέλεκ= βασιλιάς. Το «ότι θεράπευσε αυτόν ο Ιησούς αμέσως, όπως μάθαμε από τον Λουκά» (Ζ), εξηγεί το γιατί ο Πέτρος δεν συνελήφθη αμέσως ως ένοχος στάσης κατά της εξουσίας.
«Θα μάθουμε λοιπόν από αυτό που έγινε, μέχρι ποίου σημείου φτάνει, χωρίς να μπορεί να κατηγορηθεί, ο ζήλος της ευσέβειας προς το Χριστό… Διότι το υπόδειγμα αυτής της πράξης δεν μας επιτρέπει να αγωνιζόμαστε για την ευσέβεια στο Χριστό με το να υψώνουμε σιδερένια όπλα ή να σηκώνουμε πέτρες εναντίον κάποιων ή βεβαίως να χτυπούμε με ξύλο αυτούς που μας αντιτίθενται· διότι τα όπλα μας δεν είναι σαρκικά σύμφωνα με το λόγο του Παύλου, αλλά να συμπεριφερόμαστε με ηπιότητα μάλλον ακόμη και στους φονιάδες» (Κ).

Ιω. 18,11  εἶπεν οὖν ὁ Ἰησοῦς τῷ Πέτρῳ· βάλε τὴν μάχαιραν εἰς τὴν θήκην(1)· τὸ ποτήριον(2) ὃ δέδωκέ μοι ὁ πατήρ(3), οὐ μὴ πίω αὐτό(4);
Ιω. 18,11  Είπε αμέσως τότε ο Ιησούς στον Πετρον• βάλε την μάχαιραν εις την θήκην• το ποτήριον, το οποίον μου έδωκε ο Πατήρ, θέλεις συ να μη το πίω;
(1)   «Το παράγγελμα του Χριστού γεννά θεσμό ευαγγελικού τρόπου ζωής και δύναμη εντολής, όχι αυτής που ειπώθηκε στους αρχαιότερους σύμφωνα με το νόμο του Μωϋσή, αλλά αυτής που ο Χριστός έβαλε, η οποία τόσο πολύ εμποδίζει να χρησιμοποιούμε μαχαίρια, ή μάλλον λέει ότι δεν πρέπει καν να αμυνόμαστε και μεις με τη σειρά μας, ώστε, αν κάποιος θα ήθελε να μας χαστουκίσει στο ένα σαγόνι, να απαιτήσουμε επιπλέον και στο δεύτερο αν τύχει, στρέφοντάς του και το άλλο, και με αυτό κόβει από τη ρίζα της κατά κάποιο τρόπο από την ψυχή την ανθρώπινη δειλία» (Κ).
Ο Πέτρος έπρεπε να βάλει το μαχαίρι στη θήκη του, διότι επρόκειτο να δοθεί σε αυτόν το μαχαίρι του Πνεύματος. Τα όπλα της στρατείας μας δεν είναι σαρκικά, αλλά πνευματικά. Είναι παρόλ’ αυτά ισχυρά και ακατανίκητα. Όταν ο Κύριος με έναν μόνο λόγο ανάγκασε αυτούς που ήλθαν να τον συλλάβουν, να οπισθοχωρήσουν και να πέσουν χάμω, έδειξε στον Πέτρο με ποιο όπλο έπρεπε να οπλιστεί. Το όπλο αυτό ήταν ο κοφτερότερος από μαχαίρι λόγος του Θεού, ο ζωντανός και ενεργής. Με αυτόν και ο Πέτρος όχι πολύ χρόνο ύστερα θα έριχνε νεκρούς στο έδαφος τον Ανανία και τη Σαπφείρα, που είπαν ψέματα στο Πνεύμα του Θεού.
(2)   «Το ποτήρι του θανάτου δηλαδή» (Ζ).
Είναι ποτήριο. Δεν είναι θάλασσα, δεν είναι θάλασσα ερυθρά, ούτε νεκρά θάλασσα, διότι δεν είναι άδης, αλλά φως, και η δοκιμασία του είναι στιγμιαία. Είναι ποτήριο που δίνεται από τον Πατέρα. Και όταν δίνεται και σε εμάς, από τον Πατέρα μάς παρέχεται. Δίνεται ως δωρεά και ως χάρις, αφού «αυτόν που αγαπά ο Κύριος τον εκπαιδεύει». Εκπαιδεύει ως Πατέρας έχοντας εξουσία πάνω μας, αλλά και αγάπη πατρική προς εμάς. Και όταν παρέχει σε μας το ποτήριο δεν μας το δίνει, για να μας βλάψει, αλλά για να μας ωφελήσει, και ως πάνσοφος και πανάγαθος γνωρίζει αλάνθαστα τι ωφελεί και τι βλάπτει τα παιδιά του.
(3)   «Το οποίο παραχώρησε να έλθει σε μένα ο Πατέρας· διότι αυτό σημαίνει το έδωσε» (Ζ).
«Δείχνει ότι αυτό που γίνεται δεν οφείλεται στην δύναμη εκείνων, αλλά στο ότι αυτός το επιτρέπει και δηλώνει ότι δεν είναι κάποιος αντίθεος, αλλά υπάκουος μέχρι θανάτου στον Πατέρα» (Χ).
Η όλη φράση υπενθυμίζει την προσευχή του Ιησού στη Γεθσημανή, όπως αυτή αναφέρεται από τους συνοπτικούς (Ματθ. κστ 39,Μάρκ. ιδ 36,Λουκ. κβ 42).
(4)   Σε αυτό, δηλαδή στο να μην πιει το ποτήρι, αποσκοπούσε ο αγώνας του Πέτρου (b). Η προσθήκη της αντωνυμίας «αυτό» δεν είναι πλεονασμός αλλά εμφατική επανάληψη της λέξης ποτήρι, στην οποία αναφέρεται (ο). Η όλη πρόταση είναι ερωτηματική. Ο Abbott προτιμά να θεωρήσει αυτήν ως αναφώνηση με θαυμαστικό (β).
 
Ιω. 18,12  Ἡ οὖν σπεῖρα καὶ ὁ χιλίαρχος καὶ οἱ ὑπηρέται τῶν Ἰουδαίων(1) συνέλαβον τὸν Ἰησοῦν(2) καὶ ἔδησαν αὐτόν(3),
Ιω. 18,12  Τότε, λοιπόν, το στρατιωτικόν απόσπασμα και ο χιλίαρχος και οι υπηρέται των Ιουδαίων έπιασαν τον Ιησού και τον έδεσαν.
(1)   Η σύλληψη του Ιησού έγινε από τους Ρωμαίους στρατιώτες που ενεργούσαν σε συνεργασία με τους υπηρέτες των Ιουδαίων, που αποτελούσαν την αστυνομία του ναού των Ιουδαίων (β). Επειδή λοιπόν οι υπηρέτες των Ιουδαίων εκτελούσαν διαταγές του συνεδρίου, προφανώς η σύλληψη του Ιησού έγινε με διαταγή του ανώτατου δικαστηρίου των Ιουδαίων (ο).
(2)   Σύμφωνα με τα Ματθ. κστ 50,51 και Μάρκ. ιδ 46,47 η σύλληψη του Ιησού έγινε πριν ακόμη ο Πέτρος σύρει το μαχαίρι του εναντίον του Μάλχου. Στον Ιωάννη το επεισόδιο τοποθετείται λίγο πριν τη σύλληψη. Τέτοιες ελαφρές διαφορές δεν θίγουν ούτε στο ελάχιστο την αξιοπιστία των ιερών συγγραφέων, αλλά αντίθετα επιβεβαιώνουν αυτήν αφού με αυτές διαπιστώνεται ότι καμία συνεννόηση δεν υπήρχε μεταξύ τους (ο).
(3)   Πιθανώς έδεσαν τα χέρια του πίσω του (β). Η λεπτομέρεια αυτή δεν αναφέρεται από τους άλλους συνοπτικούς (μ). Τον έδεσαν για να τον εξευτελίσουν. Οι δούλοι δένονταν έτσι. Δένεται ήδη και ο Ιησούς, μολονότι είναι ο πρωτότοκος. Τον έδεσαν για να μην τους διαφύγει, αφού και ο Ιούδας τούς είχε πει «κρατήστε τον». Αλλά ο Χριστός δέχεται πρόθυμα να δεθεί, για να λυθούμε εμείς από τα δεσμά της αμαρτίας. Στα δεσμά του αυτά οφείλουμε εμείς την ελευθερία μας από τις αλυσίδες του σκότους.
Οι τύποι της Π.Δ. και οι προφητείες εκπληρώνονται και στο σημείο αυτό. Ο Ισαάκ δέθηκε, για να προσφερθεί ως θυσία· ο Ιωσήφ δέθηκε και «ταπείνωσαν με αλυσίδες τα πόδια του· μέσα από σίδερο πέρασε η ψυχή του» (Ψαλμ. ρδ 18). Και ο Σαμψών δέθηκε από τους Φιλισταίους. Αλλά και για τον Μεσσία είχε προφητευτεί ότι θα δενόταν. Δες Ησ. νγ 8. Και δέθηκε ώστε και οι προς αυτόν δεσμοί της αγάπης μας να γίνουν αδιάσπαστοι. Του Παύλου οι χαιρετισμοί προς τους Χριστιανούς είναι και χαιρετισμοί του Χριστού προς όλους μας: «Να θυμάστε τα δεσμά μου» (Κολ. δ 18). Να θυμάστε αυτά, για να δεθείτε μαζί με αυτόν μακριά από κάθε αμαρτία, αιχμάλωτοι σε κάθε καθήκον. «Είναι ήδη κυριευμένοι από ανήμερο θυμό και φλέγονται από ακαταμάχητο θράσος… και αφού συνέλαβαν τον Κύριο να υποχωρεί ήδη σε αυτούς στο οτιδήποτε, τον δένουν με δεσμά» (Κ), «σαν ακριβώς να διαφήμιζαν το συμβάν και καυχιόντουσαν, ότι έστησαν μεγάλο τρόπαιο» (Θφ).
Καθένας θα περίμενε, ότι το θαύμα της θεραπείας του αυτιού του Μάλχου θα τους έκανε ευλαβείς απέναντι στον Ιησού. Λύσσα καταραμένη και ασυγκράτητη, την οποία το μέγεθος του θαύματος που έγινε δεν μπόρεσε να την καταπραΰνει, ούτε η τρυφερότητα που έδειξε ο Κύριος να την μαλακώσει.

Ιω. 18,13  καὶ ἀπήγαγον αὐτὸν πρὸς Ἄνναν(1) πρῶτον(2)· ἦν γὰρ πενθερὸς τοῦ Καϊάφα(3), ὃς ἦν ἀρχιερεὺς τοῦ ἐνιαυτοῦ ἐκείνου.
Ιω. 18,13  Και τον επήγαν δεμένο πρώτον προς τον Άνναν· διότι ήτο και πενθερός του Καϊάφα, ο οποίος ήτο αρχιερεύς κατά το ιστορικόν εκείνο έτος.
(1)   Ο Άννας είχε διατελέσει αρχιερέας κατά τα έτη 6-15 μ.Χ. Όπως φαίνεται από ενδείξεις από τον Ιώσηπο (Αρχαιολογία 18,2,1), ήταν πρόσωπο μεγάλης επιρροής, και επανειλημμένα ονομάζεται και στην Κ.Δ. αρχιερέας (δες Λουκ. γ 2,Πράξ. δ 6) σε χρόνο, κατά τον οποίο το αξίωμα του αρχιερέα κατεχόταν από τον Καϊάφα (G). Υπήρξε αρχηγός αρχιερατικής οικογένειας και διηύθυνε εκ του αφανούς τους διάφορους γιους και γαμπρούς του, οι οποίοι διαδοχικά κατέλαβαν το αρχιερατικό αξίωμα. Είναι πιθανόν και ο Άννας και κάποια μερίδα του Ιουδαϊκού λαού να θεωρούσαν ως επέμβαση παράνομη της ρωμαϊκής εξουσίας την αντικατάσταση των αρχιερέων και συνεπώς είναι ενδεχόμενο να νομιζόταν, ότι η συγκατάθεση του Άννα ήταν απαραίτητη για το πνευματικό κύρος των πράξεων του συνεδρίου παρά το ότι ο Καϊάφας ήταν ο πρόεδρος αυτού (τ).
Αφότου ο Άννας καθαιρέθηκε από τον Gratus διαδέχτηκαν αυτόν οι 5 γιοι του, ο Ελεάζαρ από το 16-17, ο Ιωνάθαν από το 36-37, ο Θεόφιλος από το 37-41, ο Ματθίας από το 41-44. Κατά το ενδιάμεσο διάστημα από το 18-36 το αρχιερατικό αξίωμα κατεχόταν από τον Καϊάφα (χ).
Φυσικό ήταν μετά την σύλληψη να οδηγήσουν τον Κύριο στις φυλακές έως ότου συγκληθεί το δικαστήριο. Αλλά έσπευδαν να καταδικάσουν αυτόν οδηγώντας αυτόν όχι σε δικαστές ειρήνης και δικαιοσύνης, αλλά σε δικαστές μαινομένους και από πριν αποφασισμένους να τον θανατώσουν.
(2)   Με αυτό σιωπηλά συμπληρώνει την αφήγηση των συνοπτικών, κατά την οποία ο Ιησούς οδηγήθηκε κατ’ ευθείαν στον Καϊάφα. Όπως φαίνεται λοιπόν από τον στίχο 24 το «πρώτον» αυτό υπαινίσσεται την ακόλουθη προσαγωγή του Ιησού στον Καϊάφα, και μετά από αυτό σύμφωνα με τον στίχο 28 στον Πιλάτο. Κατά τον g, και άλλους από τους νεώτερους ερμηνευτές, ενώ διαρκούσε η νύχτα, κατά την οποία συνελήφθη ο Ιησούς, έγιναν δύο ξεχωριστές συνεδριάσεις, η μία στον Άννα και η άλλη στον Καϊάφα.
Οι συνοπτικοί αναφέρουν τη δεύτερη, η οποία ήταν και η επίσημη, κατά την οποία και απαγγέλθηκε η καταδικαστική απόφαση. Ο Ιωάννης συμπληρώνοντας αυτούς ασχολείται περισσότερο με την πρώτη, χωρίς να αποκλείει και την δεύτερη, αφού ξεκάθαρα αναφέρει ότι ο Άννας έστειλε τον Ιησού δεμένο στον Καϊάφα τον αρχιερέα (Ιω. ιη 24) και αφού μετά τη προσαγωγή του Ιησού ενώπιον του Καϊάφα, ζητείται και σύμφωνα με τον Ιωάννη από τον Πιλάτο η επικύρωση της καταδικαστικής απόφασης κατά του Ιησού.
Δεδομένου επίσης ότι σύμφωνα με τους νόμους των Ιουδαίων δεν επιτρεπόταν να απαγγελθεί από το συνέδριο καταδικαστική απόφαση θανάτου παρά την επόμενη ημέρα από αυτήν της εμφάνισης του κατηγορουμένου στο δικαστήριο (Sanhedrin IV,1,V 5) παρουσιαζόταν αναγκαίο για τήρηση των προσχημάτων μετά την προκληθείσα προκαταρκτική συνεδρίαση της νύχτας να επακολουθήσει το πρωί και η κανονική επίσημη συνεδρίαση, κατά την οποία θα απαγγελλόταν η καταδικαστική απόφαση.
(3)   Ο λόγος για τον οποίο οδηγήθηκε ο Ιησούς στον Άννα πρώτα, υπήρξε μάλλον η συγγένειά του με τον Καϊάφα, για την οποία τα δύο αυτά πρόσωπα ήταν κατά κάποιο τρόπο ένα (g).

Ιω. 18,14  (1)  ἦν δὲ Καϊάφας ὁ συμβουλεύσας τοῖς Ἰουδαίοις(2) ὅτι συμφέρει ἕνα ἄνθρωπον ἀπολέσθαι(3) ὑπὲρ τοῦ λαοῦ.
Ιω. 18,14  Ο δε Καϊάφας ήτο εκείνος που είχε συμβουλεύσει τους Ιουδαίους, ότι συμφέρει προς χάριν του λαού να θανατωθή και χαθή ένας άνθρωπος.
(1)   Ανάμεσα στους στίχους 13 και 14, παρεμβάλλουν η Συριακή μετάφραση του Σινά και η φιλοξενιακή της Συρίας, την φράση: ο Άννας απέστειλε τον Ιησού προς Καϊάφαν. Παρομοίως και ο μικρογράμματος κώδικας 225 προσθέτει μετά το «πρώτον» του προηγούμενου στίχου τη φράση «απέστειλεν ουν αυτόν ο Άννας δεδεμένον προς Καϊάφαν τον αρχιερέα». Φαίνεται επίσης η γραφή να μαρτυρείται και από τον Κύριλλο. Οι προσθήκες αυτές οφείλονται πιθανώς στην από τους αντιγραφείς προσπάθεια συμβιβασμού της αφήγησης του Ιωάννη με αυτήν των συνοπτικών (β).
(2)   Διαπιστώνοντας ο Ιωάννης ότι το πρόσωπο αυτό είναι το ίδιο με αυτό στο κεφάλαιο ια (ια 50-51), θέλει να υποδηλώσει, ότι καμία δίκαιη κρίση δεν ήταν δυνατόν να αναμένει κάποιος από αυτόν για τον Ιησού, αφού «σαν ακριβώς από τη δική του συμβουλή και από τις ανίερες σκέψεις του ο άθλιος έπραξε το ανιερότερο από όλα τα κακά δράμα» (Κ).
(3)   Ο σιναϊτικός, βατικανός, τρεις άλλοι μεγαλογράμματοι και πολλές μεταφράσεις, αντί για το απολέσθαι γράφουν αποθανεῖν.

Ιω. 18,15  Ἠκολούθει δὲ τῷ Ἰησοῦ Σίμων Πέτρος(1) καὶ ὁ ἄλλος μαθητής(2). ὁ δὲ μαθητὴς ἐκεῖνος ἦν γνωστὸς τῷ ἀρχιερεῖ(3), καὶ συνεισῆλθε τῷ Ἰησοῦ εἰς τὴν αὐλὴν(4) τοῦ ἀρχιερέως(5)·
Ιω. 18,15  Ακολουθούσε δε τον Ιησού ο Σίμων Πέτρος και ο άλλος μαθητής, δηλαδή ο Ιωάννης. Ο δε μαθητής εκείνος ήτο γνωστός στον αρχιερέα και δι' αυτό εμπήκε μαζί με τον Ιησού ελεύθερα εις την αυλήν του αρχιερέως.
(1)   Ο Πέτρος αφού απομακρύνθηκε καταρχάς, όταν διασκορπίστηκαν οι μαθητές κατά την σύλληψη του Ιησού, αναθάρρησε εντός ολίγου και ενθυμούμενος τις υποσχέσεις, τις οποίες έδωσε στον Ιησού, ακολούθησε αυτόν από μακριά, όπως αναφέρει άλλος ευαγγελιστής. Όσοι ακολούθησαν τον Ιησού μέσα στις τιμές και στη δόξα του και συμμετείχαν στις τιμές αυτές, όταν ο λαός έκραζε το Ωσαννά, όφειλαν να ακολουθήσουν αυτόν και τώρα μέσα στις ύβρεις και τους εξευτελισμούς και να συμμετάσχουν και σε αυτά. Όσοι αληθινά αγαπούν τον Ιησού, τον ακολουθούν πάντοτε παρ’ όλους τους ανέμους και παρά κάθε δυσκολία των δρόμων, από τους οποίους ο Διδάσκαλος περνά.
(2)   «Αυτός που έγραψε αυτά» (Χ).
«Ο Ιωάννης ήταν αυτός, ο θεοφιλής όντως δημιουργός αυτού του συγγράμματος. Δεν ονομάζει όμως ξεκάθαρα τον εαυτό του, αρνούμενος να δώσει την εντύπωση ότι του αρέσει να καυχιέται» (Κ).
«Διότι και εδώ διηγείται μεγάλο κατόρθωμα, ότι δηλαδή, ενώ όλοι απομακρύνθηκαν, αυτός ακολουθούσε αυτόν. Για αυτό, κρύβει τον εαυτό του και αναφέρει πριν από αυτόν τον Πέτρο· και τώρα όμως αναγκάστηκε να αναφέρει τον εαυτό του, για να μάθεις ότι με μεγαλύτερη ακρίβεια από τους άλλους ευαγγελιστές διηγείται τα όσα συνέβησαν στην αυλή, επειδή βρισκόταν μέσα» (Χ).
Εφόσον δεχόμαστε την γραφή «ο άλλος μαθητής», το έναρθρο αποκλείει να είναι κάποιος άλλος από τον μαθητή εκείνον, του οποίου ο Ιωάννης συστηματικά αποσιωπά το όνομα. Το άρθρο όμως παραλείπεται από τα αλεξανδρινά χειρόγραφα. Για αυτό σε κάποιους ερμηνευτές προκλήθηκε αμφιβολία για το αν ο άλλος μαθητής είναι ο Ιωάννης.
Ο Abbott ως άλλο μαθητή θεώρησε τον Ιούδα, ο οποίος από τις διαπραγματεύσεις που προηγήθηκαν της προδοσίας επόμενο ήταν να γίνει γνωστός στον αρχιερέα. Το ότι όμως ο Ιούδας παρενέβη για να μπει και ο Πέτρος και μάλιστα το ότι δέχτηκε ο Πέτρος τέτοια εξυπηρέτηση από τον Ιούδα παρουσιάζεται εξόχως απίθανο. Άλλοι παρατήρησαν, ότι μπορούσε άλλος μαθητής να είναι κάποιος από τους μυστικούς μαθητές του Ιησού, όπως ο Νικόδημος και ο Ιωσήφ ο Αριμαθαίας, που μετείχε στο συνέδριο ως μέλος του και για αυτό ήταν γνωστός στον αρχιερέα. Πιθανότερο παρόλ’ αυτά φαίνεται ότι πρόκειται για τον Ιωάννη.
(3)   «Πρόσεξε λοιπόν πως κόβει το εγκώμιο του εαυτού του. Για να μην σκεφτείς δηλαδή κάτι μεγάλο για αυτόν, ακούγοντας ότι μπήκε ο Ιωάννης μαζί με τον Ιησού, λέει, ότι ήταν γνωστός του αρχιερέα. Δεν μπήκα δηλαδή, λέει, επειδή ήμουν πιο γενναίος από τους άλλους, αλλά ως γνώριμος του αρχιερέα» (Θφ).
Ο Νόννος στην παράφρασή του εισηγείται την ιδέα, ότι η γνωριμία του Ιωάννη με τον αρχιερέα οφειλόταν στο επάγγελμά του ως «ιχθυοβόλου (=ψαρά)», που προμήθευε στον αρχιερέα ψάρια. Την εκδοχή αυτή θεώρησαν πιθανή και πολλοί από τους νεώτερους.
Ο Bernard αναφέρεται στη συγγένεια της Θεοτόκου και της αδελφής της Σαλώμης με την Ελισάβετ, η οποία ήταν από τις θυγατέρες Ααρών (Λουκ. α 5). Για αυτό και ο Ιωάννης συνδεόταν από τη μητέρα του συγγενικά με κάποια ιερατική οικογένεια, οπότε πιθανότατα ήταν γνωστός και στον αρχιερέα. Το ότι όμως η Σαλώμη ήταν αδελφή της Θεοτόκου αμφισβητείται σοβαρά και από πολλούς.
(4)   Πρόκειται εδώ για την εσωτερική αυλή του αρχιερατικού ανακτόρου, στο οποίο πιθανότατα έμεναν και οι δύο, και ο Άννας και ο Καϊάφας. Είναι ο τετράγωνος χώρος που σχηματιζόταν από τα κτίσματα που ήταν γύρω του χτισμένα, στα οποία διέμεναν οι αρχιερείς Άννας και Καϊάφας (μ).
(5)   Αν και ο τίτλος αποδιδόταν ευρύτερα σε όλα τα μέλη των οικογενειών, από τις οποίες προνομιακά λαμβάνονταν κάθε φορά οι αρχιερείς (Schurer), παρόλ’ αυτά από τους στίχους 13 και 14 συμπεραίνουμε, ότι ο Ιωάννης αποδίδει τον τίτλο στον εν ενεργεία αρχιερέα, τον αρχιερέα του χρόνου εκείνου. Από αυτό έπεται, ότι όσα εξιστορούνται μετά το στίχο 15 έγιναν στο σπίτι του Καϊάφα. Εξ’ αιτίας αυτού φαίνεται πιθανόν, ότι ο Άννας και ο Καϊάφας έμεναν στο ίδιο οίκημα, έχοντας ο καθένας το διαμέρισμά του.

Ιω. 18,16  ὁ δὲ Πέτρος εἱστήκει πρὸς τῇ θύρᾳ ἔξω(1). ἐξῆλθεν οὖν ὁ μαθητὴς ὁ ἄλλος, ὃς ἦν γνωστὸς τῷ ἀρχιερεῖ(2), καὶ εἶπε τῇ θυρωρῷ(3), καὶ εἰσήγαγε τὸν Πέτρον(4).
Ιω. 18,16  Ο Πέτρος όμως, άγνωστος καθώς ήτο, εστέκετο έξω, κοντά εις την θύρα. Εβγήκε τότε έξω εις την πόρτα ο άλλος μαθητής, ο οποίος ήτο γνωστός στον αρχιερέα, μίλησε εις την θυρωρό και επέτρεψε εκείνη την είσοδο στον Πέτρον.
(1)   Πρόκειται για την πόρτα, η οποία οδηγούσε στο δρόμο και με την οποία έμπαινε κάποιος στο προαύλιο του οικοδομήματος. Ο Πέτρος μη μπορώντας να μπει μέσα, όπου ο Ιησούς στεκόταν ανάμεσα στους εχθρούς του, στεκόταν δίπλα στην πόρτα έξω, επιθυμώντας να είναι όσο το δυνατόν πλησιέστερα στον διδάσκαλο και αναμένοντας ευκαιρία για να τον πλησιάσει περισσότερο. Διδασκόμαστε από εδώ, ότι όταν συναντούμε δυσκολίες στο να ακολουθούμε τον Κύριο, οφείλουμε να δείχνουμε όλη την αγαθή μας διάθεση και να επιμένουμε να πράττουμε ό,τι μας είναι δυνατόν.
Αλλά η διάθεση του Πέτρου ήταν μεν αγαθή, αλλά όχι και ισχυρή. Για αυτό μπαίνοντας στην αυλή έπεσε μέσα σε παγίδα. Δεν θυμήθηκε το λόγο του Διδασκάλου, ότι «θα με απαρνηθείς τρεις φορές». Και εξέθεσε τον εαυτό του στον κίνδυνο ασύνετα. Ας προσέχουμε και εμείς να μην ρίχνουμε τους εαυτούς μας αλόγιστα σε πειρασμό. Εάν οι περιστάσεις μάς καλούν σαφώς να αντιμετωπίσουμε κινδύνους, μπορούμε να ελπίζουμε, ότι ο Θεός θα μας βοηθήσει μέσα σε αυτούς. Εάν όμως δεν καλούμαστε από τα πράγματα να δοκιμαστούμε από κάποιο πειρασμό, ρίχνοντας τους εαυτούς μας σε αυτόν πρέπει να φοβόμαστε μήπως ο Θεός μας εγκαταλείψει και οδηγηθούμε σε ντροπή.
(2)   Ο βατικανός και άλλοι δύο μεγαλογράμματοι κώδικες γράφουν ο γνωστός του αρχιερέως.
(3)   Οι Ιουδαίοι είχαν συνηθέστατα θυρωρούς (Ιωσήπου Ιουδ. Αρχ. VII.2,1). Εδώ η θυρωρός είναι μικρή υπηρέτρια όπως στο Πράξ. ιβ 13 και Β΄ Βασ. δ 6.
(4)   Υποκείμενο μπορεί να είναι ο μαθητής ο άλλος. Εισήγαγε τον Πέτρο στην αυλή. Ο Ιωάννης «ήταν προσκολλημένος στο Χριστό και τον ακολουθούσε» (Χ) «μη θέλοντας να χωριστεί από αυτόν» (Θφ). Για αυτό και δεν εισήγαγε αμέσως τον Πέτρο. Όταν όμως ο Ιησούς οδηγήθηκε μπροστά στον αρχιερέα, έλαβε καιρό ο Ιωάννης και βγήκε και είπε στη θυρωρό.

Ιω. 18,17  λέγει οὖν(1) ἡ παιδίσκη(2) ἡ θυρωρὸς τῷ Πέτρῳ· μὴ(3) καὶ σὺ(4) ἐκ τῶν μαθητῶν εἶ τοῦ ἀνθρώπου τούτου(5); λέγει ἐκεῖνος· οὐκ εἰμί(6).
Ιω. 18,17  Αλλά η μικρά δούλη, που ήτο θυρωρός, καθώς είδε τον Πετρον, του λέγει• μήπως και συ είσαι από τους μαθητάς του ανθρώπου αυτού; Απήντησεν εκείνος• δεν είμαι.
(1)   Ενώ οι συνοπτικοί διηγούνται σε συνέχεια τις τρεις αρνήσεις του Πέτρου, πιθανώς διότι στην προφορική κατήχηση το γεγονός αυτό αποτελούσε ένα ιδιαίτερο απομνημόνευμα, ο Ιωάννης κατανέμει τις τρεις περιπτώσεις της άρνησης στη σειρά της διήγησης μεταβαίνοντας αλληλοδιαδόχως από τον Πέτρο στον Ιησού και από τον Ιησού στον Πέτρο. Η αφήγηση όμως του Ιωάννη περισσότερο διαρθρωμένη αποδίδει βεβαίως την αληθινή σειρά των γεγονότων και αποδεικνύει τον αυτόπτη μάρτυρα.
Οι τρεις αρνήσεις έχουν τρία ιστορικά σημεία αφετηρίας ξεχωριστά, τα οποία βρίσκονται περισσότερο ή λιγότερο διανεμημένα μεταξύ των 4 ευαγγελιστών, δηλαδή: 1) Η είσοδος του Πέτρου στην αυλή με την παρέμβαση φίλου, 2) η ανάμνηση την οποία είχαν διατηρήσει για τον Πέτρο αυτοί που τον είδαν κατά την ώρα της σύλληψης και 3) η Γαλιλαϊκή του διάλεκτος και προφορά. Στις περιπτώσεις αυτές τις εξωτερικές, οι οποίες προκάλεσαν τη δοκιμασία, προστιθόταν και μια εσωτερική, η οποία διευκόλυνε την πτώση· η ανάμνηση του χτυπήματος, το οποίο ο Πέτρος έδωσε εναντίον του Μάλχου, και το οποίο εξέθετε αυτόν περισσότερο από τους άλλους στον κίνδυνο να συμπεριληφθεί στην ίδια δίκη, στην οποία και ο διδάσκαλος (g).
(2)   Δούλη νεαρή και ειδικότερα η δούλη στην οποία ήταν ανατεθειμένη η φύλαξη της πόρτας (Ματθ. κστ 69,Μάρκ. ιδ 66,69)(G).
(3)   Μόνος ο Ιωάννης αναφέρει, ότι η θυρωρός κατ’ αρχάς ρώτησε τον απόστολο. Η μορφή του ερωτήματος δείχνει, ότι η θυρωρός ανέμενε απάντηση αρνητική. Δες στ 67 και ιη 25, όπου υπάρχει η ίδια μορφή ερωτήματος.
(4)   Όπως ο Ιωάννης, για τον οποίο γνώριζε η παιδίσκη ότι ήταν μαθητής του Ιησού (F).
«Το «μήπως και συ» για αυτό ειπώθηκε, επειδή ο Ιωάννης ήταν μέσα. Με τόση φιλικότητα δηλαδή συνομιλούσε μαζί του η γυναίκα» (Χ).
Δες πόσο ελαφρά ήταν η επίθεση του πειρασμού. Την ερώτηση απηύθυνε μία μικρή και ανόητη υπηρέτρια, που δεν είχε κάποιο αξίωμα αξιόλογο, αλλά ήταν απλή θυρωρός. Και το ερώτημα που έθεσε, τέθηκε μάλλον με αμέλεια και χωρίς ιδιαίτερη φροντίδα. Ο Πέτρος θα είχε κάποιο λόγο να φοβηθεί, εάν παρουσιαζόταν εκεί ο Μάλχος και έλεγε: Αυτός είναι που μου έκοψε το αυτί και θέλω το κεφάλι του σε πιάτο. Εφόσον όμως μία υπηρέτρια τον ρωτούσε, ο Πέτρος θα μπορούσε να πει: Και τι σημαίνει, εάν είμαι;
(5)   Αποτελεί έκφραση περιφρόνησης (F).
(6)   «Ορίστε· ο μεγίστης δύναμης στύλος ταρακουνήθηκε από τα θεμέλια σε απλό φύσημα του ανέμου» (Αυ).
«Τι λες, Πέτρο; Δεν είπες πριν ότι, Αν χρειαστεί και τη ζωή μου να θυσιάσω, θα την θυσιάσω; Τι λοιπόν συνέβη ώστε να μην μπορείς ούτε της θυρωρού την ερώτηση να  υποφέρεις; Μήπως δηλαδή ήταν στρατιώτης αυτός που ρώτησε; Μήπως κάποιος από αυτούς που συνέλαβαν τον Ιησού; Μια θυρωρός ήταν ασήμαντη και της τελευταίας τάξης και ούτε η ερώτηση ήταν με θράσος» (Χ).
«Τόσο ασθενές πράγμα είναι η ανθρώπινη φύση όταν εγκαταλειφθεί από το Θεό» (Θφ).
«Πρέπει να σημειώσουμε ότι αρνείται κάποιος το Χριστό όχι μόνο όταν λέει ότι δεν είναι αυτός ο Χριστός, αλλά και όταν, τη στιγμή που είναι όντως Χριστιανός, αρνείται ότι είναι τέτοιος» (Αυ).
Γρήγορα ο Πέτρος απαντά Δεν είμαι. Εάν είχε το θάρρος του λιονταριού θα έλεγε: Είναι τιμή μου το ότι είμαι και εγώ ακόλουθος αυτού του ανθρώπου. Εάν είχε τη σύνεση του φιδιού, θα τηρούσε σιωπή και δεν θα αποκρινόταν τίποτα. Αλλά ο Πέτρος έσπευσε να αρνηθεί.

Ιω. 18,18  εἱστήκεισαν δὲ οἱ δοῦλοι καὶ οἱ ὑπηρέται(1) ἀνθρακιὰν(2) πεποιηκότες, ὅτι ψῦχος ἦν(3), καὶ ἐθερμαίνοντο· ἦν δὲ μετ᾿ αὐτῶν ὁ Πέτρος(4) ἑστὼς καὶ θερμαινόμενος(5).
Ιω. 18,18  Εστέκοντο δε οι δούλοι και οι υπηρέται, που είχαν ετοιμάσει ανθρακιάν, σωρόν αναμμένα κάρβουνα, διότι έκανε κρύο και εζεσταίνοντο. Έστεκε δε μαζί τους και ο Πέτρος και εζεσταίνετο.
(1)   Με τη λέξη δούλοι σημαίνονται οι προσκολλημένοι στην ιδιωτική υπηρεσία του αρχιερατικού οίκου, ενώ με τη λέξη υπηρέτες όσοι ανήκαν στην επίσημη υπηρεσία του συνεδρίου, οι οποίοι εκτελούσαν και χρέη αστυνομίας στο ναό (g). Οι αγορασμένοι δούλοι και οι δημόσιοι υπηρέτες του αρχιερέα (δ). Οι στρατιώτες είχαν απέλθει πλέον στο στρατώνα, διότι μετά την προσαγωγή του Ιησού στον οίκο του αρχιερέα οι υπηρέτες ήταν επαρκής φρουρά (β).
(2)   =σωρό αναμμένων κάρβουνων (G). Ο Λουκάς αναφέρει ότι άναψαν φωτιά (άναψαν φωτιά στο μέσο της αυλής). Από αυτό μπορεί να συναχθεί ότι η ανθρακιά προήλθε από ξύλα που άναψαν και χωνεύτηκαν στη φωτιά.
(3)   «Παρόλο που δεν ήταν χειμώνας, είχε κρύο. Πράγμα το οποίο μερικές φορές συμβαίνει κατά το εαρινό ηλιοστάσιο» (Αυ).
Η λεπτομέρεια αυτή υπαινίσσεται, ότι η αφήγηση προέρχεται από κάποιον παρόντα, ο οποίος νιώθει ρίγος στην ανάμνηση του ψύχους, το οποίο ήταν τότε στην ανοιχτή αυλή (β).
(4)   «Και, μένοντας στο έλεος των δούλων, υποκρίνεται ότι κάνει ό,τι κάνουν και αυτοί, παρόλο που ο ίδιος βρίσκεται σε κακή κατάσταση από τη λύπη. Και προσέχοντας πολύ, δείχνει να συμφωνεί με την αδιαφορία των υπηρετών… για να θεωρηθεί και με αυτό σαν κάποιος από τους γνωστούς του σπιτιού, και με σκοπό να αποφύγει έτσι την προσοχή και το να αρνηθεί πάλι αν κάποιος τυχόν τον ρωτούσε» (Κ). Προλαβαίνοντας κάθε εις βάρος του υπόνοια συναναμιγνύεται με τους δούλους και υπηρέτες. Ο Πέτρος είναι αξιόμεμπτος, διότι συναναμίχθηκε με την συντροφιά των πονηρών αυτών ανθρώπων. Αναμφίβολα αυτοί θα διασκέδαζαν αφηγούμενοι τα σχετικά με την νυχτερινή τους επιχείρηση και θα χλεύαζαν το Χριστό εκθέτοντας με περιφρόνηση και ύβρεις τα όσα είπε και έπραξε και καυχόμενοι θριαμβευτικά για το ότι πέτυχαν τη σύλληψή του. Και πώς ακούγοντας τώρα αυτά θα αντιδρούσε ο Πέτρος;
Εάν έλεγε και αυτός ό,τι έλεγαν εκείνοι ή εάν με τη σιγή του φαινόταν να συμφωνεί, γινόταν συνένοχος της αμαρτίας τους. Εάν δεν είχε το θάρρος να εμφανιστεί δημόσια υπερασπιστής του Διδασκάλου, θα έπρεπε τουλάχιστον να έχει τόση αφοσίωση σε αυτόν, ώστε να αποχωρήσει σε κάποια γωνιά και να θρηνεί για το πάθημα του Διδασκάλου και για την δική του λιποψυχία. Αλλά αντί για αυτά ο Πέτρος «στεκόταν μαζί τους και θερμαινόταν», επιζητώντας έτσι να φαίνεται σαν ένας από αυτούς και να αποκλείει κάθε υπόνοια, ότι ήταν μαθητής του Ιησού.
(5)   «Δείχνει ο ευαγγελιστής ότι αυτός μεν επειδή ήταν μαζί με τον διδάσκαλο στην εσωτερική αυλή έβλεπε τα πάντα και άκουγε· ο Πέτρος όμως επειδή ήταν στην εξωτερική, τίποτα από αυτά δεν ήξερε» (Ζ).

Ιω. 18,19  Ὁ οὖν ἀρχιερεὺς(1) ἠρώτησε τὸν Ἰησοῦν(2) περὶ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ(3) καὶ περὶ τῆς διδαχῆς αὐτοῦ(4).
Ιω. 18,19  Εν τω μεταξύ ο αρχιερεύς ρώτησε τον Ιησού δια τους μαθητάς του, ποίοι ήσαν και διατί τον ακολουθούσαν, και δια την διδασκαλία του.
(1)   Δέχονται γενικά, ότι εφόσον η ανάκριση έγινε στον Άννα, ο Άννας διεξήγαγε αυτήν και αυτός απηύθυνε και το ερώτημα αυτό. Αλλά η εκδοχή αυτή θα υπέθετε ότι ο αρχιερέας που αναφέρεται στους στίχους 13-16, ήταν ο Άννας, το οποίο αντιτίθεται με την φυσική έννοια της αφήγησης του Ιωάννη. Η συνεδρίαση αυτή δεν ήταν καθαρά ιδιωτική· είχε αυτή την θέση της υποχρεωτικά στη διεξαγωγή της δίκης.
Η παρουσία του υπηρέτη (=κλητήρα) στον στίχο 22 υπονοεί τον επίσημο χαρακτήρα της. Αναγκαστικά λοιπόν προήδρευε και αυτής ο αρχιερέας. Είναι άλλωστε ελάχιστα πιθανόν η φράση «έτσι απαντάς στον αρχιερέα;», στο στίχο 22 να αναφέρεται σε άλλο πρόσωπο παρά τον εν ενεργεία αρχιερέα (g). Θα δεχτούμε λοιπόν, ότι δίπλα στον Άννα είχε προσέλθει και ο Καϊάφας.
(2)   Ο Ιωάννης δεν αφηγείται εδώ το κύριο μέρος της συνεδρίας, αλλά μόνο κάποια σκηνή προεισαγωγική, που συνέβη μεταξύ Καϊάφα και Ιησού με την παρουσία κάποιων υπηρετών, την ώρα που αναμενόταν να μαζευτούν τα μέλη του συνεδρίου, τα οποία βιαστικά είχαν προσκληθεί (F).
Η ανάκριση αυτή έγινε πέρα από κάθε νόμο ισότητας και δικαιοσύνης. Συνέλαβαν τον Ιησού ως ένοχο και εγκληματία, και ενώ βρίσκεται μπροστά τους δέσμιος, δεν έχουν κάποια ορισμένη κατηγορία να του διατυπώσουν, αλλά αναζητούν να βρουν τώρα τέτοια. Καμία καταγγελία, κανένας κατήγορος δημόσιος. Ο δικαστής ο ίδιος γίνεται ήδη και δημόσιος κατήγορος και ο δεσμώτης μπροστά του καλείται και ως μάρτυς και πέρα από κάθε λογική και δικαιοσύνη προσκαλείται αυτός να γίνει ο ίδιος κατήγορος του εαυτού του.
(3)   «Ρωτούσαν ίσως πού είναι και για ποιο λόγο τους μάζεψε» (Χ).
Δεν ρωτά για τα ονόματα των μαθητών ούτε ζητά κατάλογο αυτών, αλλά πληροφορείται γενικώς για τον αριθμό τους και για τις αρχές (την διδαχή) οι οποίες συνδέουν αυτούς κάτω από την ίδια σημαία (g). Η μόνη άλλωστε κατηγορία, η οποία μπορούσε να ισχύσει ενώπιον του Πιλάτου, ήταν αυτή της στάσης. Και ήλπιζε ο αρχιερέας με τις ερωτήσεις του αυτές να αποσπάσει από το στόμα του Ιησού κάποια ομολογία, από την οποία θα φαινόταν, ότι ο Κύριος μάζεψε γύρω του όμιλο επαναστατών (τ).
Ή, ο αρχιερέας αποσκοπούσε να διαπιστωθεί, εάν τους μαθητές, τους οποίους είλκυσε γύρω του ο Ιησούς, τους είλκυσε ως ένας απλός ραββίνος ή με την αξίωση ότι αυτός ήταν ο Μεσσίας (μ).
(4)   «Για το αν σφάλλει όσον αφορά τους νόμους του Μωϋσή… και για το ποιος είναι άραγε ο σκοπός των μαθητών του, και αν αγαπά να διδάσκεται με τα αρχαία έθη ή θέλει να δημιουργήσει τη διδασκαλία μίας ξένης και καινούργιας λατρείας. Και το έκανε αυτό ο αρχιερέας με κακό κίνητρο· διότι νόμιζε ότι… ο Χριστός, λέγοντας ότι είναι απόβλητα τα διδάγματα του Μωϋσή, ο ίδιος θα προκαλέσει εναντίον του το θράσος της φλυαρίας των Ιουδαίων» (Κ).
«Τα ρώτησε λοιπόν αυτά θέλοντας να τον κατηγορήσει ως επαναστάτη και στασιαστή, ότι δημιουργεί παρασυναγωγές και διδάσκει κακά δόγματα» (Ζ).
Δεν μπορούσαν να αποδείξουν, ότι δίδαξε κάτι πλανεμένο ή βλάσφημο· και ελπίζουν τώρα, ότι μπορούσαν να αποσπάσουν από το στόμα του κάτι, πάνω στο οποίο να βασίσουν την κατηγορία, ότι ανέτρεπε τα διδάγματα του νόμου. Δεν λένε τίποτα για τα θαύματά του με τα οποία είχε τόσους ευεργετήσει και αποδείκνυε, ότι η διδασκαλία του ήταν αναντίλεκτη και εξ’ ολοκλήρου αληθινή. 
 
Ιω. 18,20  ἀπεκρίθη αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς(1)· ἐγὼ παῤῥησίᾳ(2) ἐλάλησα τῷ κόσμῳ(3)· ἐγὼ πάντοτε ἐδίδαξα ἐν συναγωγῇ(4) καὶ ἐν τῷ ἱερῷ, ὅπου πάντοτε οἱ Ἰουδαῖοι(5) συνέρχονται, καὶ ἐν κρυπτῷ ἐλάλησα οὐδέν(6).
Ιω. 18,20  Απήντησε εις αυτόν ο Ιησούς• εγώ φανερά μίλησα στους ανθρώπους• εγώ πάντοτε δίδαξα εις τας συναγωγάς και εις τας αυλάς του ναού, όπου πάντοτε, πλήθη Ιουδαίων συγκεντρώνονται, και κρυφά δεν είπα τίποτε.
(1)   Ο Ιησούς επειδή κατάλαβε, ότι ο αρχιερέας ζητούσε να αποσπάσει από αυτόν κάποιο λόγο, τον οποίο να στρέψει εναντίον του, παραπέμπει απλώς στον δημόσιο χαρακτήρα της διδασκαλίας του (g).
«Και φαίνεται σε εμάς ότι είπε αυτά ο Χριστός, για να αποφορτιστούν οι κατηγορίες που δημιουργήθηκαν από την πονηρία των αρχηγών των Ιουδαίων και φτιάχτηκαν με κακή επινόηση» (Κ).
(2)   «Φανερά» (Ζ)· «χωρίς αινίγματα και σκιές… και φανέρωσα ευθύ τον δρόμο της ευσέβειας στο Θεό, ελεύθερο από κάθε πλάγια οδό» (Κ).
(3)   Οι αλεξανδρινοί κώδικες, ο του Εφραίμ και κάποιοι άλλοι μεγαλογράμματοι γράφουν λελάληκα. «Δίδαξα όλο τον λαό, όχι μόνο τους μαθητές μου» (Ζ). Στην απάντησή του ο Ιησούς αγνοεί την ερώτηση όσον αφορά στους μαθητές του και δεν απαντά παρά στο δεύτερο μέρος της ερώτησης που αναφέρεται στη διδασκαλία του. Μαθητές του ήταν οι ακροατές του κηρύγματός του που έγινε δημόσια. Συνεπώς την διδασκαλία του έπρεπε κυρίως να εξετάσουν (F). Άλλωστε εάν η διδασκαλία του ήταν υγιής και καλή, το να έχει μαθητές για να μεταδώσει αυτήν σε αυτούς, ήταν κάτι το οποίο επιτρεπόταν και συνιστούνταν από τους διδασκάλους τους και τους πατέρες τους.
(4)   Αυθεντική γραφή χωρίς το άρθρο, ενώ επακολουθεί με άρθρο «ἐν τῷ ἱερῷ». Το ιερό ήταν ένα. Οι συναγωγές ήταν πολλές σε όλη τη Γαλιλαία και Ιουδαία.= Σε τόπους δημόσιας λατρείας και διδασκαλίας. Δες Ιω. ε 14 και εξής, στ 59,ζ 14 και εξής, Ματθ. δ 23, Μάρκ. α 21, Λουκ. δ 15,31 και εξής κλπ.
 Όταν ήταν στη Γαλιλαία και στα περίχωρα της Ιερουσαλήμ κήρυττε τακτικά στις συναγωγές κατά τις ώρες της λατρείας. Όταν ανέβαινε στα Ιεροσόλυμα, δίδασκε την ίδια διδασκαλία στο ιερό κατά τις επίσημες γιορτές, όταν οι Ιουδαίοι μαζεύονταν εκεί από όλα τα μέρη. Και παρόλο που συχνά κήρυττε και σε ιδιωτικά σπίτια και σε όρη και στην παραλία, δείχνοντας, ότι το κήρυγμα του λόγου του δεν πρέπει να περιορίζεται σε μόνους τους τόπους της λατρείας, και πάλι τότε ό,τι κήρυττε κατ’ ιδίαν ήταν εξ’ ολοκλήρου το ίδιο με ό,τι δίδασκε και δημόσια.
(5)   Υπάρχουν και οι γραφές «πάντοτε» και «πάντοθεν» που ελάχιστα μαρτυρούνται.
(6)   «Τι λοιπόν; Δεν μίλησε και κρυφά πολλές φορές στους μαθητές;» (Ζ).
«Και σε αυτόν τον τελευταίο του λόγο, τον οποίο μετά το δείπνο απηύθυνε στους μαθητές, δεν είπε ότι αυτά με παροιμίες τα είπα σε σας…; Εάν λοιπόν δεν μίλησε φανερά στον πλέον στενό κύκλο των μαθητών του… πώς μίλησε φανερά στον κόσμο;» (Αυ).
Απάντηση: «Μίλησε μεν «κρυφά», αλλά όχι όπως νόμιζαν αυτοί, επειδή φοβόταν και οργάνωνε συνωμοσίες, αλλά το έκανε αυτό αν κάποτε τα λόγια του ήταν ανώτερα από την πνευματική ικανότητα των ακροατών του» (Χ).
Το «ουδέν», δηλαδή λέγεται με σχετική έννοια.
«Και πρέπει να εννοήσουμε τα λόγια του «εγώ φανερά μίλησα στον κόσμο», σαν να έλεγε· Υπάρχουν πολλοί οι οποίοι με άκουσαν. Και η λέξη παρρησία (=φανερά) ήταν με κάποια έννοια φανερά αλλά και με κάποια άλλη έννοια όχι φανερά. Ήταν φανερά επειδή πολλοί τον άκουσαν· και δεν ήταν φανερά επειδή δεν τον κατανόησαν. Και αν μίλησε στους μαθητές του κατ’ ιδίαν, βεβαίως δεν μίλησε στα κρυφά… Διότι ό,τι φαινόταν ότι ειπώθηκε από Αυτόν στα κρυφά, με κάποια έννοια δεν ειπώθηκε στα κρυφά, διότι δεν ειπώθηκε έτσι, ώστε να μην ειπωθεί από εκείνους, στους οποίους ειπώθηκε, αλλά μάλλον να κηρυχτεί σε κάθε δυνατή διεύθυνση» (Αυ).
Αλλά και η στον Μυστικό Δείπνο διδασκαλία του Ιησού, που περιέχεται στα κεφάλαια ιγ-ιζ κατ’ ουσίαν δεν ήταν παρά συστηματοποίηση εκείνων, τα οποία δημόσια είπε (τ).

Ιω. 18,21  τί με ἐπερωτᾷς(1); ἐπερώτησον(2) τοὺς ἀκηκοότας(3) τί ἐλάλησα αὐτοῖς· ἴδε οὗτοι(4) οἴδασιν ἃ εἶπον ἐγώ.
Ιω. 18,21 Διατί ερωτάς εμέ; Ρώτησε εκείνους, που με άκουσαν να σου είπουν, τι τους δίδαξα. Ιδού αυτοί γνωρίζουν εκείνα τα οποία είπα εγώ.
(1)   Τι ρωτάς εμένα, στον οποίο δεν πιστεύεις; (b).
«Εκείνο λοιπόν που έλεγε στην αρχή «εάν εγώ δίνω μαρτυρία για τον εαυτό μου η μαρτυρία μου δεν είναι αληθινή», αυτό και τώρα υπαινίσσεται, θέλοντας σε μεγάλο βαθμό να παρουσιάσει αξιόπιστη την μαρτυρία… Εμένα ρωτάς για τα δικά μου;» (Χ).
Ήταν αντίθετο με κάθε νόμο να ζητούνται από τον κατηγορούμενο αποδείξεις, οι οποίες τόσο πλούσια και εύκολα μπορούσαν να επιτευχθούν από χιλιάδες μάρτυρες στα Ιεροσόλυμα και σε όλα τα μέρη της χώρας (ο). «Τα λόγια αυτά δεν δείχνουν αυθάδεια, αλλά πεποίθηση για την αλήθεια των όσων είπε» (Χ). Δεν λέει κάτι κακό για τους δικαστές του. Δεν λέει στους άρχοντες του λαού: Είστε πονηροί. Αλλά κάνει έκκληση στις καθιερωμένες αρχές του δικαστηρίου τους και είναι σαν να λέει σε αυτούς: «Με ευθύτητα να κρίνετε, γιοι των ανθρώπων» (Ψαλμ. νζ 1).
(2)   Η γραφή ἐπερωτᾷς… ἐπερώτησον είναι πιο έντονη από την αλεξανδρινή ερωτᾷς… ερώτησον.
(3)   Ή, «όχι τους μαθητές, αλλά τους άλλους, αυτούς που δεν πίστεψαν» (Ζ). «Ρώτησε τους εχθρούς, αυτούς που με έδεσαν· αυτοί ας πούνε» (Χ). Ή, γενικώς όλους όσοι με έχουν ακούσει, αυτούς που πίστεψαν και αυτούς που δεν πίστεψαν, κάποιοι από τους οποίους είναι παρόντες και εδώ.
(4)   Ίσως αναφέρεται σε κάποιους παρόντες. Δείχνει στο πλήθος των παρισταμένων (b).
«Και θα νομίσει μεν ίσως κάποιος, ότι επειδή ήξερε τις καρδιές και τους νεφρούς (=τα ενδόμυχα των ανθρώπων), υπέδειξε κάποιους από τους παρισταμένους που τον άκουσαν κατά τύχη. Δεν είναι όμως έτσι το πράγμα. Διότι έδειξε κάποιους από τους υπηρέτες, οι οποίοι και παλαιότερα είχαν θαυμάσει τη διδασκαλία του… Βλέποντας δηλαδή τους ίδιους εκείνους που ήταν τότε παρόντες, λέει το «αυτοί»» (Κ).
«Ας μιλήσουν αυτοί· διότι αυτή είναι η αναμφισβήτητη απόδειξη της αλήθειας, όταν δηλαδή κάποιος καλεί μάρτυρες για όσα λέει, τους εχθρούς του» (Χ).
Εκείνοι οι οποίοι είχαν σταλθεί άλλοτε, για να συλλάβουν αυτόν, είχαν πει σε αυτούς που τους έστειλαν «ουδέποτε μίλησε άνθρωπος, όπως αυτός ο άνθρωπος» (Ιω. ζ 46). Για τη διδασκαλία του Ιησού μπορεί ασφαλώς να γίνει έκκληση σε όλους εκείνους, οι οποίοι γνωρίζουν αυτήν, έχει υπέρ του εαυτού της τόσο πολύ το δίκαιο και το ορθό και το αληθινό, ώστε όλοι όσοι χωρίς προκατάληψη κρίνουν αυτήν, δεν μπορούν παρά να μαρτυρούν υπέρ αυτής.

Ιω. 18,22  ταῦτα δὲ(1) αὐτοῦ εἰπόντος εἷς τῶν ὑπηρετῶν παρεστηκὼς ἔδωκε ῥάπισμα(2) τῷ Ἰησοῦ(3) εἰπών· οὕτως ἀποκρίνῃ τῷ ἀρχιερεῖ(4);
Ιω. 18,22  Όταν δε ο Ιησούς είπεν αυτά, ένας από τους υπηρέτας, που εστέκετο κοντά του, κατάφερε ράπισμα εναντίον του Ιησού λέγων• με αυτόν τον ασεβή τρόπον απαντάς στον αρχιερέα;
(1)   Η απάντηση του Ιησού είχε μέσα της σιωπηρή μομφή για εκείνον, ο οποίος έτσι τον ρωτούσε (g). Αποκάλυπτε πλήρως τα ελατήρια του αρχιερέα που πρόβαλε τέτοια ερώτηση στον Ιησού και αποτελούσε θριαμβευτική αναίρεση των κατηγοριών, που εμπεριέχονταν στην ερώτηση που προβλήθηκε (ο).
(2)   Το ραπίζω στους δόκιμους συγγραφείς λέγεται αντί για το ραβδίζω. Για αυτό ο b λέει, «ράπισμα, δηλαδή χτύπημα με ράβδο». Μετέπεσε όμως στην έννοια του χτυπήματος στον τράχηλο ή στο μάγουλο, που δίνεται με το χέρι ανοιχτό με σκοπό μάλλον εξευτελιστικής επιτίμησης παρά σωματικής κακοποίησης. Δες Ησ. ν 6 «έδωσα τα σαγόνια μου σε ραπίσματα» (β). Εκπληρώθηκε έτσι και η προφητεία αυτή του Ησαΐου.
(3)   «Όταν σκεφτούμε, ποιος δέχτηκε το ράπισμα, είναι δυνατόν να μην αισθανθούμε την επιθυμία, είτε να κατακαεί από φωτιά από τον ουρανό αυτός που ράπισε, είτε να τον καταπιεί η γη είτε να τον πιάσουν οι δαίμονες είτε να τιμωρηθεί με κάποια άλλη βαρύτερη τιμωρία; Αλλά αν και μπορούσε ένα από όλα αυτά να διατάξει με την δύναμή του, αυτός ο οποίος έκανε τον κόσμο, επιθύμησε μάλλον να μας διδάξει την υπομονή, η οποία νικά τον κόσμο» (Αυ).
«Αν και μπορούσε να τους συνταράξει και να τους χώσει μέσα στη γη όλους ή και να τους εξοντώσει πικρά με κάποιον άλλο τρόπο, μακροθυμεί και λέει λόγια που καταπαύουν κάθε θηριωδία, αν και όχι την δική τους» (Ζ). «Αλλά ο μεν Κύριος… και όταν ραπίζεται ανεξικακεί, παρόλο που είναι Θεός αληθινός, Κύριος γης και ουρανού· ενώ εμείς οι ταλαίπωροι, που είμαστε γη και στάχτη, οι μικροί και ελάχιστοι που μοιάζουμε με τη χλόη των λαχάνων, αν κάποτε κάποιος από τους αδελφούς πέσει σε κάποιο λόγο και πει κάτι μικρό από αυτά που συνηθίζουν να μας λυπούν, νομίζουμε ότι σαν δράκοντες πρέπει να πικραινόμαστε με αυτόν, και δεν χορταίνουμε να εκσφενδονίζουμε μύρια λόγια αντί για το ένα που μας είπε… και προσπαθούμε να πάρουμε εκδίκηση για τον εαυτό μας» (Κ).
«Βλέπεις το δικαστήριο που είναι γεμάτο από θόρυβο και ταραχή και θυμό και σύγχυση; Ρώτησε ο αρχιερέας ύπουλα και δολερά· απάντησε ο Χριστός με ευθύτητα και όπως έπρεπε. Τι έπρεπε λοιπόν να ακολουθήσει. Να συνομιλήσει μαζί του φέρνοντας τις αντιρρήσεις του ή να αποδεχτεί αυτό που είπε. Αλλά δεν γίνεται αυτό. Αλλά ο δούλος τον χαστουκίζει. Έτσι αυτά που γίνονται δεν είναι δικαστήριο, αλλά συνωμοσία και τυραννία» (Χ).
Είναι κάτι απίστευτο σε δικαστήριο να χτυπά κάποιος τον δικαζόμενο μπροστά στους δικαστές (τ). Πονηροί άρχοντες δεν βρίσκονται στην ανάγκη να αναζητήσουν πονηρούς υπηρέτες. Περιστοιχίζονται αυτομάτως από τέτοιους, έτοιμους πάντοτε να αυξήσουν την θλίψη και την καταδίωξη εκείνων, τους οποίους οι κύριοί τους καταδιώκουν. Μετά από κάποια χρόνια διάδοχος του Καϊάφα διέταξε τους παρισταμένους να ραπίσουν και τον Παύλο στο στόμα (Πράξ. κγ 2).

Ιω. 18,23  ἀπεκρίθη αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς(1)· εἰ(2) κακῶς ἐλάλησα(3), μαρτύρησον περὶ τοῦ κακοῦ(4)· εἰ δὲ καλῶς, τί με δέρεις(5);
Ιω. 18,23  Του απήντησεν ο Ιησούς• εάν κακώς μίλησα, μαρτύρησε εδώ ενώπιον του δικαστηρίου δια το κακόν αυτό. Εάν όμως καλά και σωστά απήντησα, διατί με δέρνεις;
(1)   «Ρωτάνε λοιπόν κάποιοι, πώς δεν γύρισε και το άλλο μάγουλο ο Χριστός σε αυτόν που τον χαστούκισε…; Λέμε λοιπόν εμείς, ότι και η εντολή εκείνη εισηγήθηκε το να μην αμυνόμαστε, λόγω των ερίδων που προκαλούνται από αυτό. Και τώρα λοιπόν ο Χριστός δεν αμύνθηκε εναντίον αυτού που τον ράπισε· αλλά μάλλον χωρίς να τον σπρώξει ούτε να φύγει από αυτόν, ήταν έτοιμος και για άλλες πληγές· δικαιολογήθηκε όμως, για να μην δώσει την εντύπωση με τη σιωπή του ότι είναι αυθάδης, πράγμα για το οποίο και κατηγορήθηκε πριν» (Ζ).
«Δεν απαντά αληθινά και με πραότητα και δίκαια και ταυτόχρονα δεν προσφέρει όχι μόνο και το άλλο μάγουλο σε αυτόν που τον ράπισε, αλλά όλο το σώμα του να καρφωθεί στο ξύλο; Από εδώ έδειξε μάλλον, ό,τι χρειαζόταν να δειχτεί, δηλαδή ότι τα μεγάλα εκείνα παραγγέλματά του πρέπει να εκπληρώνονται όχι με σωματική επίδειξη, αλλά με προετοιμασία της καρδιάς. Διότι είναι δυνατόν και οργισμένος κάποιος ορατά να προβάλλει και το άλλο του μάγουλο. Αλλά πόσο καλύτερο είναι, όταν κάποιος εσωτερικά όντας ειρηνικός δίνει αληθινή απάντηση και με ήρεμη διάνοια φυλάει τον εαυτό του έτοιμο, για να υπομείνει επερχόμενα βαρύτερα παθήματα;» (Αυ).
Ο Κύριος αποκρίνεται με πραότητα και ειρηνικά, ανακαλώντας τον υπηρέτη, όπως προηγουμένως και τον αρχιερέα στον τρόπο και την μέθοδο που άρμοζε στη νόμιμη έρευνα (τ)..
(2)   Η υπόθεση δεν εκφράζει αμφιβολία σαν η απάντηση που δόθηκε από τον Ιησού να ήταν αξιόμεμπτη (ο), αλλά έχουμε εδώ διαμαρτυρία γεμάτη ηρεμία υπό την μορφή διλήμματος ακατανίκητου (F).
(3)   «Εάν μεν μπορείς να κατηγορήσεις τα λόγια μου» (Χ).
(4)   «Απόδειξε αυτό που ειπώθηκε κακώς· έλεγξε αν μίλησα κακώς» (Ζ). Δώσε την μαρτυρία σου με νόμιμο τρόπο (β)· απόδειξε με κανονική μαρτυρία (g), ότι έπραξα κακώς. Ο υπηρέτης κανένα άλλο δικαίωμα δεν είχε παρά μόνο να μαρτυρήσει. Τα υπόλοιπα υπάγονταν στην δικαιοδοσία του δικαστή (F).
(5)   Δες Β΄Κορ. ια 20 όπου η λέξη λέγεται για χτύπημα που δίνεται στο πρόσωπο. Άρα και η προηγούμενη λέξη ράπισμα βρίσκεται με την ίδια έννοια όπως στην καθομιλουμένη. Ο Κύριος μπορούσε να απαντήσει με θαύμα οργής και να ξαπλώσει στο έδαφος να σφαδάζει ή νεκρό τον πονηρό υπηρέτη. Αλλά η ημέρα αυτή ήταν ημέρα υπομονής και παθημάτων για τον Κύριο. Και απάντησε με πραότητα και σύνεση.
Δίδαξε έτσι εμάς με το παράδειγμά του, ότι σε παρόμοιες περιπτώσεις δεν πρέπει να γινόμαστε δικαστές του δικαίου μας και εκδικητές των αδικιών που μας γίνονται. Οφείλουμε να δεχόμαστε μάλλον παρά να δίνουμε το δεύτερο ράπισμα, το οποίο ασφαλώς θα προκαλέσει την έριδα. Δικαιούμαστε μεν να υπερασπιζόμαστε τους εαυτούς μας, αλλά όχι και να εκδικούμαστε ζητώντας να λάβουμε το δίκιο μας με το δικό μας χέρι. Τη στιγμή που αδικούμαστε ή υβριζόμαστε, οφείλουμε να διατηρούμε την ψυχραιμία μας και να διατηρούμε το εσωτερικό μας ελεύθερο από ταραχή ή πάθος. Όπως και ο Χριστός εδώ. Διατηρεί διαυγή και ατάραχη τη σκέψη του, μιλά λογικά και ψύχραιμα, αλλά δεν απειλεί.

Ιω. 18,24  ἀπέστειλεν αὐτὸν ὁ Ἄννας(1) δεδεμένον(2) πρὸς Καϊάφαν τὸν ἀρχιερέα(3).
Ιω. 18,24  ο Αννας, έστειλε τον Ιησού δεμένο προς τον Καϊάφα τον αρχιερέα.
(1)   Ο στίχος αυτός προξένησε δυσκολίες στους ερμηνευτές, που υποστήριξαν ότι τα εξιστορούμενα από τον στίχο 15 και εξής, έγιναν στον Καϊάφα και ότι η περιγραφόμενη σε αυτά συνεδρία είναι αυτή μπροστά στο μεγάλο συνέδριο. Για αυτό πολλοί από τους νεώτερους, ανάμεσα στους οποίους και οι Καλβίνος, Lucke,Tholuck, de Wette,Langen, δέχονται τον αόριστο α π έ σ τ ε ι λ ε ν ότι λέγεται αντί για υπερσυντέλικο (g).
Σύμφωνα με την εκδοχή αυτή ο ευαγγελιστής ενθυμούμενος εδώ ότι δεν μνημόνευσε την παραπομπή του Ιησού προς τον Καϊάφα, επανορθώνει το λησμονημένο (F).
«Φροντίζοντας λοιπόν τη διάταξη της αφήγησης ξαναπιάνει αυτά που ειπώθηκαν στην αρχή και λέει ότι ο Ιησούς στάλθηκε από τον Άννα στον Καϊάφα» (Κ).
Τα συμφραζόμενα όμως δεν ευνοούν αυτήν την εκδοχή. Άλλοι, ανάμεσα στους οποίους και ο Αυγουστίνος, αρχιερέα στους στίχους 19,22 θεωρούν τον Άννα. Πιο σωστή παρουσιάζεται η εκδοχή, κατά την οποία τα μέχρι τον στίχο 23 εξιστορούμενα έγιναν στην οικία του Άννα παρισταμένου και του Καϊάφα και μετά από αυτό ο Ιησούς με εντολή του Άννα δεμένος στάλθηκε στον τόπο των συνεδριάσεων του συνεδρίου, όπου ανέμενε τον κατηγορούμενο ο Καϊάφας.
(2)   Ενώ διαρκούσε η ανάκριση στους στίχους 19-21 ο Ιησούς, ο οποίος είχε δεθεί από αυτούς που τον συνέλαβαν στον κήπο, ήταν αναμφίβολα λυμένος. Μετά από αυτό προκειμένου να σταλεί στον Καϊάφα δέθηκε. Πιθανώς λύθηκε πάλι κατά τη συνεδρίαση του συνεδρίου. Αυτό λοιπόν εξηγεί γιατί σύμφωνα με τα Ματθ. κζ 2 και Μάρκ. ιε 1 δένουν πάλι αυτόν όταν πρόκειται να οδηγηθεί στον Πιλάτο (g).
(3)   Στο τμήμα του ανακτόρου όπου διέμενε ο Καϊάφας και όπου βρίσκονταν τα επίσημα διαμερίσματα και η αίθουσα για τις συνεδριάσεις του συνεδρίου (g). Ή, στον επίσημο τόπο των συνεδριάσεων του συνεδρίου, όπου ο Καϊάφας θα προήδρευε για επικύρωση της απόφασης. Η επίσημη αυτή αίθουσα δεν ήταν στο ανάκτορο του αρχιερέα αλλά βρισκόταν στη δυτική πλευρά του λόφου του ναού (β).

Ιω. 18,25  Ἦν δὲ Σίμων Πέτρος ἑστὼς καὶ θερμαινόμενος(1). εἶπον(2) οὖν(3) αὐτῷ· μὴ καὶ σὺ ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ εἶ(4);
Ιω. 18,25  Ο δε Σίμων Πέτρος εξακολουθούσε να στέκεται κοντά εις την φωτιά και να ζεσταίνεται. Του είπαν τότε μερικοί από εκείνους που ήσαν εκεί• μήπως και συ είσαι από τους μαθητάς εκείνου;
(1)   «Ο ευαγγελιστής, αφού είπε ότι ο Άννας έστειλε Αυτόν δεμένο στον Καϊάφα, επανέρχεται στο σημείο της αφήγησής του, όπου είχε αφήσει τον Πέτρο, για να εξηγήσει, το τι συνέβη στον οίκο του Άννα σε σχέση με την τριπλή του άρνηση» (Αυ).
Επαναλαμβάνει την ίδια με τον στίχο 18 φράση («ο Πέτρος εστώς και θερμαινόμενος»), για να επαναφέρει εμάς σε αυτά που ειπώθηκαν προηγουμένως (β). Είναι λοιπόν προφανές, ότι τα ακόλουθα γεγονότα έγιναν στο σπίτι του Άννα. Διότι πρόκειται για την ίδια αυλή, την ίδια φωτιά, τα ίδια πρόσωπα έτσι ώστε αυτοί που δεν δέχονται ότι ο Καϊάφας και ο Άννας κατοικούσαν σε δύο διαφορετικά διαμερίσματα του ίδιου σπιτιού, είναι υποχρεωμένοι να παραδεχτούν, ότι ο Ματθαίος και ο Μάρκος πλανήθηκαν τοποθετώντας την άρνηση του Πέτρου στο σπίτι του Καϊάφα (g). Φαίνεται ότι τα σπίτια του Άννα και Καϊάφα ήταν γειτονικά… και είχαν εσωτερική συγκοινωνία (δ).
(2)   Δεν καθορίζονται αυτοί που ρώτησαν. Ήταν αυτοί κάποιοι από αυτούς που θερμαίνονταν μαζί με τον Πέτρο.
(3)   Ο σύνδεσμος εισάγει την ακόλουθη ερώτηση ως συνέπεια του ότι κάθονταν άνετα γύρω από τη φωτιά και συζητούσαν για τα συμβαίνοντα (ο). Κατά τον Ματθαίο μία παιδίσκη ρώτησε τον Πέτρο, που βγήκε στον πυλώνα. Κατά τον Μάρκο η ίδια παιδίσκη, η οποία την πρώτη φορά τον ρώτησε, κατήγγειλε αυτόν στους υπηρέτες. Κατά τον Λουκά την ερώτηση απηύθυνε κάποιος άλλος. Είναι πιθανόν, ότι η θυρωρός μίλησε για τον Πέτρο σε κάποια άλλη συνάδελφό της, η οποία κατήγγειλε αυτόν στους μαζεμένους στην φωτιά. Και από αυτούς κάποιος απηύθυνε την ερώτηση στον Πέτρο (g).
(4)   Η ερώτηση και η απάντηση είναι σχεδόν οι ίδιες όπως και στο στίχο 17. Και η ερώτηση διατυπώνεται με τέτοιο τρόπο σαν να αναμενόταν αρνητική απάντηση. Αυτό είναι σημείο που είναι ιδιαίτερο στην αφήγηση του Ιωάννη, που περιγράφει τις δύο πρώτες ερωτήσεις, ότι τέθηκαν με μορφή η οποία σχεδόν παρακινούσε τον Πέτρο να πει «Όχι». Σε αυτήν ο Ιωάννης μετριάζει την πτώση του Πέτρου (β).
Ο ευαγγελιστής Ιωάννης έχει εδώ διπλό σκοπό· πρώτον να αντιθέσει την ήρεμη γαλήνη του Κυρίου, του οποίου η σταθερότητα οδηγούσε αυτόν στο μαρτύριο και το θάνατο, με την καταφοβισμένη αστάθεια του Πέτρου, ο οποίος δεν είχε να φοβηθεί κάτι περισσότερο από τον χλευασμό των στρατιωτών· και δεύτερον να δικαιολογήσει κάπως τον Πέτρο δείχνοντας πόσο εύκολο ήταν να γλιστρήσει. Ο τρόπος με τον οποίο τέθηκαν σε αυτόν οι ερωτήσεις ήταν τέτοιος, ώστε ωθούνταν από αυτές ο Πέτρος να πει το Όχι (τ).

Ιω. 18,26  ἠρνήσατο οὖν ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· οὐκ εἰμί. Λέγει(1) εἷς ἐκ τῶν δούλων τοῦ ἀρχιερέως(2), συγγενὴς ὢν οὗ ἀπέκοψε Πέτρος τὸ ὠτίον(3)· οὐκ(4) ἐγώ(5) σε εἶδον ἐν τῷ κήπῳ(6) μετ᾿ αὐτοῦ;
Ιω. 18,26  Ηρνήθη τότε ο Πέτρος και είπε• δεν είμαι. Του λέγει τότε ένας από τους δούλους του αρχιερέως, συγγενής εκείνου του οποίου ο Πέτρος έκοψε το αυτί• τι μας λες; Εγώ δεν σε είδα στον κήπο μαζί του;
(1)   Από τους συνοπτικούς οι Ματθαίος και Μάρκος αναφέρουν ότι η τρίτη άρνηση του Πέτρου έγινε «μετά από λίγο» ύστερα από τη δεύτερη. Συμφωνούν σε αυτό με τον Ιωάννη, ο οποίος αφηγείται και τις δύο αυτές αρνήσεις σε συνέχεια. Ο Λουκάς παρουσιάζει μεν την δεύτερη ότι συνέβη «μετά από λίγο» ύστερα από την πρώτη, τοποθετεί όμως την τρίτη μετά μία ολόκληρη ώρα (β).
(2)   Μετά τη δεύτερη άρνηση ο Πέτρος φαίνεται, ότι πήρε θάρρος και άρχισε να μιλά περισσότερο ελεύθερα με τους εκεί παρόντες. Αλλά η γαλιλαϊκή του προφορά έγινε αντιληπτή (Ματθ. κστ 73,Μάρκ. ιδ 70,Λουκ. κβ 59) και είλκυσε ιδιαιτέρως την προσοχή ενός από τους συγγενείς του Μάλχου, ο οποίος και του απευθύνει το νέο ερώτημα (g).
(3)   Ο πειρασμός του να πει ο Πέτρος Όχι, ήταν τώρα μεγαλύτερος από πριν, διότι η αναφορά του κοψίματος του αυτιού του Μάλχου υπαινίσσεται, ότι ο συγγενής του Μάλχου υποπτευόταν, ότι ο Πέτρος υπήρξε αυτός που επιτέθηκε. Εάν ο Πέτρος συλλαμβανόταν για τον λόγο αυτόν, θα τιμωρούνταν αυστηρά, επειδή επιτέθηκε με όπλο εναντίον ενός από τους δούλους του αρχιερέα (β).
(4)   Η μορφή της ερώτησης εδώ είναι διαφορετική από αυτήν στους στίχους 17,25. Είναι τέτοια σαν να αναμένεται απάντηση θετική (ο).
(5)   Με πολλή έμφαση: Εγώ, με τα ίδια μου τα μάτια (β).
(6)   Λαμβανομένου υπ’ όψη, ότι ο φωτισμός στον κήπο ήταν ανεπαρκής, επικρατούσε επίσης και αρκετή σύγχυση και οχλαγωγία, ο συγγενής του Μάλχου δεν ήταν δυνατόν να είναι απολύτως βέβαιος, ότι διέκρινε με ασφάλεια τα χαρακτηριστικά του Πέτρου· επομένως αυτός μπορούσε κάλλιστα να επιμείνει να αρνείται (κ)
«Και ούτε ο κήπος έκανε τον Πέτρο να θυμηθεί τα όσα συνέβησαν, ούτε η πολλή φιλοστοργία, που έδειξε εκεί με τα λόγια του εκείνα, αλλά όλα αυτά από τη αγωνία τα ξέχασε» (Χ).

Ιω. 18,27  πάλιν οὖν ἠρνήσατο ὁ Πέτρος(1), καὶ εὐθέως ἀλέκτωρ ἐφώνησεν(2).
Ιω. 18,27  Πάλιν λοιπόν αρνήθηκε ο Πέτρος και αμέσως ένας πετεινός λάλησε.
(1)   Η αποστολή του Ιησού στον Καϊάφα, που αναφέρεται στο στίχο 24, ακολούθησε μετά την τρίτη αυτή άρνηση. Διότι τα των στίχων 25-27 συνέβησαν συγχρόνως με τα των στίχων 19-23. Η περίπτωση αυτή εξηγεί την λεπτομέρεια, την οποία αφηγείται ο Λουκάς (κβ 61) για το βλέμμα το οποίο έριξε ο Ιησούς στον Πέτρο. Ο Ιησούς διέσχιζε την αυλή μεταβαίνοντας στα διαμερίσματα του Καϊάφα. Άκουσε τη στιγμή αυτή το λάλημα του πετεινού και έριξε τότε το βλέμμα του προς τον Πέτρο. Το ότι επίσης ο Ιησούς ήταν δεμένος, εξηγεί καλύτερα την εντύπωση που παράχθηκε στον Πέτρο, όταν είδε τον Διδάσκαλο σε τέτοια κατάσταση (g).
Ο Πέτρος και για τρίτη φορά αρνήθηκε. Επόμενο ήταν αυτό. Η φύση της αμαρτίας τέτοια είναι γενικώς. Η καρδιά σκληραίνεται από την απάτη της αμαρτίας. Δες Εβρ. γ 13. Η αρχή της μοιάζει με το να βάζει κάποιος το νερό στο αυλάκι. Από τη στιγμή που σπάσει το φράγμα, προχωρεί πλέον ο καθένας από το ένα κακό στο χειρότερο. Προπαντός όταν πρόκειται για το αμάρτημα του ψεύδους, το οποίο είναι αμαρτία που εύκολα ωθεί σε άλλη χειρότερη. Διότι για το ένα ψεύδος για υποστήριξή του θα χρειαστεί άλλο ψεύδος και αυτό πάλι θα οδηγήσει σε άλλο ψεύδος. Τη μία αμαρτία ζητούμε να καλύψουμε με την άλλη για να αποφύγουμε την αποκάλυψή μας.
(2)   Σύμφωνα με τη Ρωμαϊκή αρίθμηση οι 4 φυλακές της νύχτας ήταν αργά, μεσάνυχτα, αλεκτοροφωνία, και πρωί. Πιθανότατα πρόκειται εδώ όχι για λάλημα του πετεινού σε οποιαδήποτε ώρα της νύχτας, αλλά για την ώρα, η οποία τεχνικά ήταν γνωστή ως αλεκτοροφωνία, μετά από την οποία επακολούθησε το πρωί, όταν και οδήγησαν τον Ιησού στο πραιτώριο. Για αυτό και ο Μάρκος μιλά για δύο λαλήματα του πετεινού (ιδ 68,72).
Ο πετεινός λάλησε. Το λάλημα αυτό του πετεινού χωρίς σημασία για τους άλλους πέρασε απαρατήρητο από αυτούς. Για τον Πέτρο όμως ήταν η φωνή του Θεού και ήταν για αυτόν θεία ευλογία που αφύπνιζε τη συνείδησή του με την υπενθύμιση των λόγων, τους οποίους είχε πει σε αυτόν ο Χριστός.
Ευλογητός ο Κύριος! Μολονότι μέσα στην αφροσύνη μας πέφτουμε, δεν εγκαταλειπόμαστε σε όλεθρο, ούτε απορριπτόμαστε από αυτόν οριστικά. Η πρόνοιά του επιζητεί την ανόρθωσή μας και με διάφορους δρόμους επιτυγχάνει αυτήν. Η φωνή του πετεινού φέρνει στη μνήμη του Πέτρου σωτηριώδη υπενθύμιση. Πόσο ευεργετικό πλεονέκτημα είναι για μας να έχουμε κοντά μας αδελφούς ειλικρινείς, των οποίων η φωνή, σαν άλλη φωνή πετεινού, να υπενθυμίζει σε μας μέσα στις πτώσεις μας εκείνα τα οποία γνωρίζουμε, αλλά λησμονήσαμε!

Εύρεση

Δημοφιλή Θέματα (Α-Ω)

αγάπη (221) Αγάπη Θεού (59) αγάπη σε Θεό (15) αγάπη σε Χριστό (48) άγγελοι (10) Αγγλικανισμός (1) Αγία Γραφή (62) Αγιασμός (1) Άγιο Πνεύμα (11) άγιοι (32) άγιος (95) αγνότητα (7) άγχος (17) αγώνας (72) αγώνας πνευματικός (34) Αθανάσιος ο Μέγας (1) αθεΐα (104) αιρέσεις (90) αλήθεια (35) αμαρτία (82) Αμβρόσιος άγιος (1) άμφια (1) Αμφιλόχιος της Πάτμου (1) Ανάσταση (74) ανασταση νεκρών (8) ανθρώπινες σχέσεις (164) άνθρωπος (21) αντίχριστος (7) αξιώματα (7) απιστία (5) αποκάλυψη (4) απόκρυφα (15) αρετή (80) ασθένεια (22) άσκηση (4) αστρολογία (2) Αυγουστίνος άγιος (1) αυτογνωσία (66) Β Παρουσία (10) Β' Παρουσία (10) βάπτιση (4) βάπτισμα (10) Βαρβάρα αγία (1) Βασίλειος ο Μέγας (7) βία (2) βιβλίο (15) βιοηθική (10) γάμος (53) Γένεση (4) Γεροντικόν (54) γηρατειά (3) γιόγκα (1) γλώσσα (36) γνώση (6) γονείς (54) Γρηγόριος ο Θεολόγος (7) γυναίκα (9) δάκρυα (10) δάσκαλος (13) Δεύτερη Παρουσία (7) Δημιουργία (43) διάβολος (60) διάκριση (57) διάλογος (3) δικαιοσύνη (11) Δογματικα Θέματα (5) Δογματική Τρεμπέλα (1) δύναμη (1) Δωρόθεος αββάς (6) εγωισμός (128) εικόνες (18) Ειρηναίος Λουγδούνου άγιος (3) ειρήνη (6) εκκλησία (73) Εκκλησιαστική Ιστορία (23) Εκκλησιαστική περιουσία (2) έκτρωση (1) ελεημοσύνη (21) ελευθερία (18) Ελλάδα (16) ελπίδα (16) Εξαήμερος (2) εξέλιξης θεωρία (15) Εξομολόγηση (75) εξωγήινοι (2) εξωσωματική γονιμοποίηση (5) επάγγελμα (8) επιστήμη (70) εργασία (36) Ερμηνεία Αγίας Γραφής (45) έρωτας (9) έρωτας θείος (1) Ευαγγέλια (65) Ευαγγέλιο Ιωάννη Ερμηνεία (22) ευγένεια (5) ευσπλαχνία (8) ευτυχία (29) ευχαριστία (10) Εφραίμ ο Σύρος όσιος (1) ζήλεια (3) ζώα (15) ηθική (10) ησυχία (10) θάνατος (115) θάρρος (21) θαύμα (74) θέατρο (1) Θεία Κοινωνία (49) Θεία Λειτουργία (48) θεία Πρόνοια (3) θέληση (9) Θεόδωρος Στουδίτης όσιος (14) θεολογία (18) Θεός (7) Θεοφάνεια (2) θλίψεις (130) θρησκείες (11) θυμός (42) Ιάκωβος Τσαλίκης Όσιος (5) ιατρική (9) Ιγνάτιος Θεοφόρος (8) ιεραποστολή (29) ιερέας (58) ιερωσύνη (3) Ινδουισμός (1) Ιουδαίοι (1) Ιουστίνος άγιος (1) Ισαάκ ο Σύρος (1) Ισίδωρος Πηλουσιώτης όσιος (7) Ισλάμ (5) Ιστορία Ελληνική (7) Ιστορία Παγκόσμια (12) Ιωάννης Κροστάνδης (3) Ιωάννης Χρυσόστομος (28) Καινή Διαθήκη Ερμηνεία (23) Καινή Διαθήκη κριτικό κείμενο NestleAland (5) Κανόνες Εκκλησίας (1) καρδιά (16) Κασσιανός Όσιος (4) κατάκριση (50) καταναλωτισμός (2) καύση νεκρών (1) κήρυγμα (11) Κλίμακα (4) κλοπή (1) Κοίμησις Θεοτόκου (12) κοινωνία (112) κόλαση (16) Κουάκεροι (1) ΚράτοςΕκκλησία (1) Κρίσις Μέλλουσα (9) Κύριλλος Άγιος (1) Λατρεία Θεία (55) λείψανα (4) λογισμοί (39) λύπη (1) μαγεία (7) Μάξιμος Ομολογητής (1) μάρτυρες (9) Μεθοδιστές (1) μελέτη (20) μετά θάνατον (28) μετά θάνατον ζωή (38) Μεταμόρφωση (2) Μεταμόρφωσις (4) μετάνοια (79) μητέρα (12) μίσος (1) ΜΜΕ (1) μνημόσυνα (6) μοναξιά (12) μοναχισμός (12) μόρφωση (15) μουσική (3) Ναός (5) ναρκωτικά (1) νέοι (7) νεοπαγανισμός (5) νηστεία (18) Νικόλαος Άγιος (3) νους (15) οικονομία (2) Οικουμενισμός (3) ομορφιά (10) όνειρα (22) οράματα (4) Ορθοδοξία (62) όρκος (1) πάθη (45) πάθος (4) παιδεία (10) παιδιά (25) Παΐσιος Όσιος (39) Παλαιά Διαθήκη (3) Παλαιά Διαθήκη Ερμηνεία (8) παλαιοημερολογίτες (8) Παναγία (67) Παπαδόπουλος Στυλιανός (3) παράδειγμα (17) Παράδεισος (49) Παράδοση Ιερά (4) Πάσχα (13) πατρίδα (5) Πατρολογία (7) Πεντηκοστή (5) πίστη (166) πλούτος (19) Πνευματικές Νουθεσίες (18) πνευματική ζωή (88) πνευματικός πατέρας (23) πνευματισμός (8) ποίηση (13) πόλεμος (19) πολιτική (20) πολιτισμός (5) Πόποβιτς Ιουστίνος άγιος (2) Πορφύριος Όσιος (33) Πρόνοια (5) Πρόνοια Θεία (51) προορισμός (6) προσευχή (174) προσοχή (6) προτεσταντισμός (25) προφητείες (2) ραθυμία (5) Ρωμαιοκαθολικισμός (24) Σαρακοστή (4) σεβασμός (2) σοφία (24) Σταυρός (29) Σταυροφορίες (4) Σταύρωση (14) συγχώρηση (13) συνείδηση (4) σχίσμα (11) σώμα (7) Σωφρόνιος του Έσσεξ (24) ταπεινοφροσύνη (87) ταπείνωση (2) Τέλος Κόσμου (1) Τεσσαρακοστή Μεγάλη (2) τέχνη (1) Τριάδα Αγία (5) τύχη (2) υλικά αγαθά (6) υπακοή (12) υπαρξιακά (51) υποκρισία (7) υπομονή (42) φανατισμός (3) φαντασία (1) φαντάσματα (2) φιλία (14) φιλοσοφία (13) Φλωρόφσκυ Γεώργιος (3) φόβος (25) φως (2) χαρά (36) χάρις θεία (16) χαρίσματα (3) Χειρόγραφα Καινής Διαθήκης (1) Χριστιανισμός (8) χριστιανός (34) Χριστός (16) Χριστούγεννα (38) χρόνος (21) ψεύδος (12) ψυχαγωγία (4) ψυχή (83) ψυχολογία (16)