Αυξομείωση μεγέθους γραμμάτων.
Κείμενα (blog) - Ιερός Ναός Αγίου Σώστη Νέας Σμύρνης
E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

15. Τί είναι οι Θείες ενέργειες;

     Οι θείες ενέργειες είναι συστατικό στοιχείο της έννοιας του Θεού. Είναι αΐδιες θεοπρεπείς διακρίσεις στη θεότητα. Από την αρχή ο Θεός νοείται με τις θείες του ενέργειες, γιατί και αυτές είναι μέγεθος άκτιστο, ο πλήρης και τέλειος θεός στο ίδιο μέτρο που είναι οι υποστάσεις και η φύση του Θεού. Οι ενέργειες είναι ο εγγενής πλούτος της θεότητας. Δεν είναι κάτι εξωτερικό η πρόσθετο στην ουσία του Θεού ούτε απλές ονομασίες χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο, πράγμα που ισχύει και για τις θείες υποστάσεις. Οι θείες ενέργειες δεν συνθέτουν την απόλυτη απλότητα της θείας φύσεως. Είναι διακρίσεις πραγματικές μεν, όμως θεοπρεπείς, δηλαδή συμβαίνουν κατά τρόπο αρμόζοντα στην άπειρη φύση, κάτι που ξεπερνά τη νοητική μας κατάληψη.
     Οι θείες ενέργειες επιτελούν σημαντικό έργο στη θεότητα. Ενώ η θεία ουσία είναι απολύτως υπερβατική, αδιάγνωστη, αμέθεκτη και ακοινώνητη, οι θείες ενέργειες είναι μεθεκτές και κοινωνητές. Στη διάστασή τους τελείται ό,τι βρίσκεται έξω από το Θεό, η δημιουργία του κόσμου, η εξωτερική φανέρωση του Θεού και η σωτηρία των ανθρώπων. Οι ενέργειες είναι πολλές ανάλογα με το είδος της εξωτερικής δραστηριότητας του Θεού. Άλλες ονομασίες της θείας ενέργειας είναι: θεία χάρη, άκτιστο φως του Χριστού, δόξα της αγίας Τριάδος.

16. Η Ρωμαϊκή θεολογία δέχεται τη διάκριση των Θείων ενεργειών;

     Όχι, δεν τη δέχεται, κυρίως από φόβο μήπως η εισαγωγή τους στη θεότητα καταλύσει την απόλυτη απλότητα της θείας φύσεως. Κακώς όμως, γιατί το ίδιο θα έπρεπε να συμβαίνει και με τη διάκριση των θείων υποστάσεων, πράγμα που αρνείται η ρωμαϊκή θεολογία. Φυσικά ομιλεί περί ενεργειών στο Θεό και περί θείας χάριτος αυτά όμως δεν τα δέχεται ως μεγέθη άκτιστα, αλλ΄ ως κτιστά, για ν’ αποφύγει το θεολογικό σκόπελο της σχέσεως ενεργειών και ουσίας στο Θεό. Γύρω από το θέμα των θείων ενεργειών (του ακτίστου φωτός του Χριστού) διεξήχθησαν, ως γνωστό, οι μεγάλες θεολογικές έριδες της ιδ' εκατονταετηρίδας μεταξύ της ορθόδοξης Βυζαντινής Εκκλησίας και της λατινικής Δύσεως.

(Ανδρέου Θεοδώρου «Απαντήσεις σε ερωτήματα συμβολικά», εκδόσεις Αποστολική Διακονία, σελ. 30-31)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’

Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΣ ΘΕΟΣ

13. Ποιά είναι η έννοια του χριστιανικού Θεού;

     Το χαρακτηριστικό γνώρισμα του χριστιανικού Θεού, το οποίο τον διαστέλλει από κάθε άλλη εξωχριστιανική περί Θεού αντίληψη, είναι η σύναψη ενότητας και τριαδικότητας. Δηλαδή, ο Θεός είναι ένας κατά την ουσία ή τη φύση και τριαδικός στα πρόσωπα ή τις υποστάσεις. Η ενότητα της ουσίας προφυλάσσει το χριστιανικό Θεό από κάθε πολυθεϊστική παράσταση (όπως στην αρχαία ειδωλολατρική θρησκεία, όπου υπήρχε δήμος θεοτήτων), ενώ η πολλότητα των υποστάσεων τον προφυλάσσει από την πενία θεότητας, από μία ξηρή και άκαμπτη παράσταση της φύσεως του Θεού, αντίληψη που είχε η περί Θεού έννοια του Ιουδαϊσμού.

 

14. Πώς πρέπει να εκλάβουμε τις υποστάσεις στο Θεό;

     Οι υποστάσεις στη θεότητα είναι τρεις: ο Πατήρ, ο Υιός και το Πνεύμα το Άγιο. Δεν είναι δε ψιλά ονόματα, απλές ονομασίες χωρίς περιεχόμενο, ούτε εκφάνσεις ή προσωπεία τα οποία υποδύεται η μία φύση του Θεού για να επικοινωνεί εξωτερικά με τον κόσμο (δημιουργία, αποκάλυψη, σωτηρία), όπως δίδασκε στην αρχαία Εκκλησία ο Σεβελλιανισμός, ούτε πάλι τρία αυθυπόστατα κέντρα στα οποια να μερίζεται και να εκφράζεται αδιάκριτα η όλη ουσία του Θεού· αλλ΄ είναι τροποι υπάρξεως του ενός Θεού, στους οποίους διακρίνεται και συνάπτεται συγχρόνως η θεότητα. Οι τρεις υποστάσεις, αν και είναι πραγματικές διακρίσεις στο Θεό, εντούτοις δεν διασπούν ούτε κατατέμνουν τη μία φύση του Θεού σε τρεις επί μέρους Θεούς, καθόσον κάθε μία είναι πλήρης φορέας της θείας και βουλής, τα δε πρόσωπα εμπεριχωρούν άλληλα δηλαδή το ένα βρίσκεται μέσα στα δύο άλλα, συναπτόμενα μεταξύ τους εν αγάπη. Στην Τριάδα υπάρχουν διακρίσεις και ενώσεις. Διακρίσεις είναι οι υποστάσεις και ενώσεις η μία ουσία και η μία βουλή και ενέργεια.

 

(Ανδρέου Θεοδώρου «Απαντήσεις σε ερωτήματα συμβολικά», εκδόσεις Αποστολική Διακονία, σελ. 29-30)

Ο όσιος Σέργιος του Ραντονέζ (1314-1392) ντυνόταν πάντοτε φτωχικά. Γι’ αυτό και δεν τον αναγνώριζαν οι επισκέπτες. Κάποιος χωρικός από ένα μακρινό χωριό άκουγε πολλά για τον όσιο. Επιθύμησε λοιπόν να τον δη. Ήρθε στη μονή και άρχισε να ρωτά, πού θα τον συναντούσε. Του είπαν ότι βρισκόταν στον κήπο. Πήγε στον κήπο και είδε έναν απλό μοναχό, ντυμένο μ’ ένα ρούχο γεμάτο μπαλώματα, να σκάβη τη γη. Ο χωρικός σκέφτηκε ότι του είπαν ψέμματα. Περίμενε να δη ένα λαμπροφορεμένο ηγούμενο μέσα σε δόξα και τιμή. Γύρισε λοιπόν στο μοναστήρι και άρχισε να παρακαλή:
-Πέστε μου, πού είναι ο γέροντας; Ήρθα από πολύ μακριά και θέλω να τον δω και να πάρω την ευχή του.
Οι αδελφοί του απάντησαν:
-Aυτός που είδες στον κήπο είναι ο όσιος πατέρας μας.
Ο χωρικός έμεινε απαρηγόρητος. Στενοχωρήθηκε τόσο, που όταν ο όσιος γύρισε από τον κήπο και μπήκε στο μοναστήρι, έστρεψε αλλού το πρόσωπο του, για να μην τον κοιτάξη. « Τόσους κόπους έκανα και ήρθα εδώ», συλλογιζόταν, « για να δω έναν ένδοξο προφήτη και τώρα βλέπω ένα φτωχό και κακοντυμένο μοναχό…»
Ο φωτισμένος όσιος διάβασε τους λογισμούς του χωρικού και ολόψυχα ευχαρίστησε τον Κύριο, γιατί όσο ο φιλόδοξος χαίρεται στις τιμές και στους επαίνους, τόσο ο ταπεινός χαίρεται στις θλίψεις και στους εξευτελισμούς. Επειδή όμως συμπάθησε τον απλοϊκό χωρικό, τον κάλεσε κοντά του, του πρόσφερε φαγητό και του είπε χαρούμενα:
-Mη λυπάσαι, αδελφέ. Σε λίγο θ’ αντικρύσης αυτόν που τόσο πολύ επιθυμείς να δης.
Μόλις ο μακάριος είπε τα λόγια αυτά, ήρθε αγγελιαφόρος και ανήγγειλε την άφιξη του πρίγκιπα της χώρας. Ο όσιος σηκώθηκε και βγήκε να υποδεχτή τον επίσημο επισκέπτη, που ήρθε με μια μεγάλη συνοδεία αξιωματούχων. Ο ηγεμόνας βλέποντας τον ηγούμενο, έβαλε από μακριά εδαφιαία μετάνοια, ζητώντας ταπεινά την ευλογία του. Ο όσιος τον ευλόγησε και με τιμή τον οδήγησε στο εσωτερικό της μονής. Κάθησαν ο ένας δίπλα στον άλλο και άρχισαν να συζητούν, ενώ όλοι οι συνοδοί έμειναν όρθιοι!
Ο χωρικός δεν μπορούσε να πιστέψη στα μάτια του. Αυτός που με τόσο σεβασμό προσκύνησε ο πρίγκιπας ήταν ο μοναχός τον οποίο ο ίδιος περιφρόνησε και δεν ήθελε ν’ αντικρύση; Δειλά ρώτησε κάποιον:
-Αδελφέ, ποιος είναι αυτός που κάθεται πλάι στον πρίγκιπα;
-Δεν τον γνωρίζεις; Είναι ο ηγούμενος Σέργιος.
-Πραγματικά τυφλώθηκα και δεν αναγνώρισα τον γέροντα! κακολογούσε τον εαυτό του ο χωρικός.
Πλησίασε αργότερα γεμάτος ντροπή τον όσιο και προσκυνώντας τον, ζήτησε συγνώμη για την προηγούμενη στάση του. Εκείνος τον ενθάρρυνε:
-Μη λυπάσαι! Να χαίρεσαι γιατί είσαι ο μόνος που σκέφτηκες σωστά για μένα. Οι άλλοι πλανώνται νομίζοντας ότι είμαι κανένα σπουδαίο πρόσωπο.
Ο όσιος ευχαριστήθηκε περισσότερο για την περιφρόνηση του χωρικού παρά για τις τιμές του άρχοντα. Ο χωρικός πάλι, τόσο εντυπωσιάστηκε από το ταπεινό φρόνημα του οσίου, που λίγο αργότερα ήρθε ξανά στο μοναστήρι και έγινε μοναχός.

( Όσιος Σέργιος του Ραντονέζ)

( Χαρίσματα και Χαρισματούχοι, Ι. Μονή Παρακλήτου, τόμος Γ΄, σελ.248-250)

Αν παραβλέπουμε τα σφάλματα των άλλων, θα παραβλέψη και ο Θεός τα δικά μας

- Γέροντα, σήμερα στην διαλογή των ελιών κατέκρινα μερικές αδελφές, γιατί έβλεπα ότι δεν έκαναν προσεκτικά την δουλειά τους.
-    Κοίταξε να αφήσης τις κρίσεις και τις κατακρίσεις, γιατί μετά θα σε κρίνη κι εσένα ο Θεός. Εσύ δεν βάζεις καμμιά ελιά λίγο χαλασμένη με τις καλές;
-    Όχι, Γέροντα, προσέχω να μη βάζω.
-    Αν μας κάνη τέτοιο καλό διάλεγμα ο Χριστός στην Κρίση, χαθήκαμε! Ενώ, αν τώρα παραβλέπουμε τα σφάλματα των άλλων και δεν τους κατακρίνουμε, θα μπορούμε τότε να πούμε στον Χριστό: «Χριστέ μου, βάλε με κι εμένα σε καμμιά άκρη μέσα στον Παράδεισο!». Θυμάστε τί γράφει το Γεροντικό για έναν αμελή μοναχό που σώθηκε, επειδή δεν κατέκρινε; Όταν ήρθε η ώρα να πεθάνη, ήταν πολύ χαρούμενος και ειρηνικός. Τότε ο Γέροντάς του, για να ωφεληθούν οι Πατέρες που είχαν μαζευτή από τα γύρω Κελλίά, τον ρώτησε: «Αδελφέ, πώς δεν φοβάσαι τον θάνατο, αφού έζησες με αμέλεια;». Και ο αδελφός του απάντησε: «Είναι αλήθεια ότι έζησα με αμέλεια· από τότε όμως που έγινα μοναχός προσπάθησα να μην κατακρίνω κανέναν, οπότε τώρα θα πω στον Χριστό: Χριστέ μου, είμαι ένας ταλαίπωρος, αλλά τουλάχιστον την εντολή Σου "μή κρίνετε, ίνα μη κριθήτε", την τήρησα». «Μακάριος είσαι, αδελφέ, του είπε τότε ο Γέροντας, γιατί σώθηκες χωρίς κόπο».
-    Γέροντα, μερικοί πνευματικοί άνθρωποι, όταν βλέπουν κάποιον να ζη αμαρτωλά, λένε: «Ά, αυτός, έτσι που πάει, είναι για την κόλαση!».
Άχ, αν οι κοσμικοί άνθρωποι θα πάνε στην κόλαση από τις καταχρήσεις, οι πνευματικοί άνθρωποι θα πάνε από τις κατακρίσεις... Για κανέναν δεν μπορούμε να πούμε ότι θα πάη στην κόλαση. Ο Θεός δεν ξέρουμε πώς εργάζεται. Τα κρίματα του Θεού είναι άβυσσος. Κανέναν να μην καταδικάζουμε, γιατί έτσι παίρνουμε την κρίση από τα χέρια του Θεού· πάμε να γίνουμε θεοί. Αν μας ρωτήση ο Χριστός την ημέρα της Κρίσεως, ας πούμε την γνώμη μας...

(Αγἰου Παϊσἰου του Αγιορεἰτου Λὀγοι Ε῾. ΠΑΘΗ ΚΑΙ ΑΡΕΤΕΣ, σελ. 106-108)

Ο ΕΛΕΝΟΥΠΟΛΕΩΣ ΠΑΛΛΑΔΙΟΣ μας κάνει γνωστή στ' απομνημονεύματά του την πνευματική ζωή των μοναχών της εποχής του.
Σε μια από τις περιοδείες του στην αφρικανική έρημο γνώρισε τον περιβόητο Αββά Απολλώ, που είχε στη συνοδεία του πάνω από πεντακόσιους μαθητές.
Το καθημερινό πρόγραμμα της ζωής τους, μας λέει ο Παλλάδιος ήταν αυτό περίπου:
 Νήστευαν ως την ένατη ώρα, ενώ εργάζονταν με απόλυτη σιωπή. Μετά σταματούσαν το εργόχειρο πήγαιναν όλοι στην εκκλησία της Σκήτης και
παρακολουθούσαν την Θεία Λειτουργία με πολλή ευταξία και κατάνυξη. Στο τέλος κοινωνούσαν με μεγάλη ευλάβεια τα Άχραντα Μυστήρια.
Ακολουθούσε η λιτή τους τράπεζα. Ψωμί και ωμά λαχανικά ή όσπρια βρεγμένα ήταν η πιο συνηθισμένη τους τροφή.
Ύστερα κάθονταν γύρω από τον πνευματικό τους πατέρα και διδάσκαλο και άκουγαν με προσοχή τον λόγο του Θεού
που με πολλή σοφία εκείνος τους ερμήνευε. Έτσι, τους έπαιρνε η νύχτα. Έπεφταν λίγες ώρες να ξεκουραστούν για να σηκωθούν πάλι τα μεσάνυχτα να προσευχηθούν και
να ψάλουν ύμνους στον Θεό, ώσπου να ξημερώσει.  Αυτός ο τρόπος ζωής τους είχε εντελώς εξαϋλώσει, μας βεβαιώνει ο χριστιανός περιηγητής

 

(Γεροντικό, Σταλαγματιές απο την Πατερική Σοφία, Θεοδώρας Χαμπάκη, Εκδόσεις Ορθοδόξου Χριστιανικής αδελφότητας "ΑΓΙΑ ΛΥΔΙΑ", σελ.140-141)

4. Είναι σωστό το «πίστευε και μη ερεύνα»;
Και ναι και όχι. Και εξηγούμαστε. Τα δόγματα της πίστεως μας τα φανέρωσε ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός. Τα κήρυξε στους Αποστόλους και αυτοί τα παρέδωσαν στην Εκκλησία, η οποία αυθεντικώς τα ερμηνεύει και τα διδάσκει. Οι δογματικές αλήθειες απευθύνονται σε ανθρώπους, οι οποίοι καλούνται να τις ακούσουν και να τις αποδεχθούν. Ληπτικό όργανο των θείων αληθειών είναι πρωταρχικά ο νους του ανθρώπου, ο οποίος αποτελεί τον ουσιώδη πυρήνα της θείας “εικόνος”, η οποία υπάρχει στον άνθρωπο. Ο άνθρωπος, ως λογικά σκεπτόμενο ον, θα ακούσει τα δόγματα και δεν θα τα αποδεχθεί παθητικά, αλλά θα αντιδράσει προς αυτά σύμφωνα με τη νοητική φύση του. Θα τα βάλει στο μυαλό του και θα τα δουλέψει. Θα τα ερευνήσει και θα τα εξετάσει σε όλες τις πτυχές και σε όλες τις σχέσεις τους και τις αναφορές τους. Αυτό το έργο κάνει κυρίως η θεολογία με εργαλείο τον ανθρώπινο λόγο. Το έργο αυτό, η έρευνα δηλαδή, είναι κατά πάντα νόμιμο και εξυπηρετεί την ευχερέστερη κατανόηση των δογμάτων από την πιστεύουσα συνείδηση της Εκκλησίας. Ερωτάται όμως· η έρευνα αυτή, που θα κάνει ο άνθρωπος με το μυαλό του, είναι απροϋπόθετη και απεριόριστη; Ασφαλώς όχι. Τα δόγματα σε οποιαδήποτε μορφή τους είναι αλήθειες υπερβατικές, στις οποίες δεν μπορεί να αναχθεί από μόνος του ο κτιστός ανθρώπινος λόγος. Είναι αλήθειες μεταφυσικές, απρόσιτες στην ανθρώπινη διάνοια. Ο άνθρωπος μπορεί μεν και οφείλει να τις ερευνήσει, όμως μέχρι ενός ορίου, και ανάλογα με τη φυσική αντοχή που διαθέτει. Όταν δε εξαντλήσει τα όρια του, οφείλει να σταματήσει την έρευνα, διότι η περαιτέρω αναζήτηση, και άσκοπη είναι και επικίνδυνη. Στο σημείο ακριβώς αυτό θα παραλάβει τη σκυτάλη η πίστη, η οποία μπορεί έμμεσα να εισχωρήσει στο αδιάγνωστο και απερίληπτο, να λάβει εσωτερική αίσθηση της αλήθειας, στην οποία αδυνατεί να εμβατεύσει γυμνός ο ανθρώπινος λόγος. Η αξίωση να ερευνώνται τα πάντα με τον ανθρώπινο λόγο οδήγησε (και οδηγεί) τους αιρετικούς στη διαστρέβλωση των αληθειών της πίστεως, με κατάληξη την απώλεια της ψυχής τους. Απ’ όσα ειπώθηκαν, βγαίνει αβίαστα το συμπέρασμα ότι τόσο η έρευνα όσο και η μη έρευνα είναι επιτρεπόμενες στη χριστιανική πίστη, όταν φυσικά κάθε μια από αυτές κινείται μέσα στα ενδεδειγμένα και φυσιολογικά της όρια.

(Ανδρέου Θεοδώρου, Απαντήσεις σε Ερωτήματα Δογματικά, Αποστολική Διακονία, σελ. 17-18)

3. Αφού σύμφωνα με το νόμο της αιτιώδους συνάφειας των όντων, καθετί που υπάρχει πρέπει να έχει τον πλάστη του, το Θεό ποιός τον έπλασε;

Το ερώτημα αυτό διατυπώνεται συχνά κυρίως από εκείνους που δεν πιστεύουν, για να δικαιολογήσουν την απιστία τους και συνάμα να πλήξουν την πίστη των άλλων στην ύπαρξη του Θεού. Παρόλον ότι το ερώτημα αυτό εκ πρώτης όψεως μπορεί να αιφνιδιάζει, στη βαθύτερη ουσία του είναι πυροτέχνημα λογικό, λογισμός πλανεμένος, ανούσιος και ανυπόστατος.
Το πρώτο σφάλμα είναι ότι τον καθολικό νόμο της αιτιώδους συνάφειας των όντων, που ισχύει αυστηρά στο κτιστό πεδίο των όντων, στα υλικά και πνευματικά κτίσματα, τον εφαρμόζει με άλματα λογικά ανεπίτρεπτα σε σφαίρες στις οποίες καμία απολύτως θέση δεν μπορεί να έχει, δηλαδή στη σφαίρα του θείου. Ο Θεός δεν είναι κτίσμα και ποίημα, ώστε να έχει δημιουργική αρχή. Αν είχε κτίστη και ποιητή, δεν θα ήταν απλούστατα Θεός. Το ερώτημα συνεπώς φθείρει την έννοια του Θεού, τον κατεβάζει στο επίπεδο των κτιστών όντων και καταστρέφει την υπερβατική ουσία του. Βασικό στοιχείο της έννοιας του Θεού είναι η αυθυπαρξία. Ο Θεός είναι το απόλυτο όν, το αϊδίως και αφ’ εαυτού υπάρχον, από το οποίο προέρχεται κάθε άλλη μορφή υπάρξεως. Είναι το «ον»5. Συνεπώς δεν μπορεί να είναι αιτιατό, στο μέτρο που αιτιατά είναι τα φυσικά κτίσματα, διότι θα εξισωνόταν με αυτά, και θα έπαυε να είναι ότι είναι, ο άναρχος, ο αυθυπόστατος και αϊδίως υπάρχων Θεός.
Κατόπιν το ερώτημα συνιστά το λογικό σφάλμα του «εν αρχή αιτείσθαι». Αν ο Θεός, επί τη βάση της συνάφειας των όντων, είχε ανάγκη από πατέρα δημιουργό, τότε και ο πατέρας του θα είχε την αυτήν ανάγκη, και ο πατέρας του πατέρα του και έτσι θα προβαίναμε στο συλλογισμό μας επ’ άπειρον ρωτώντας για την εκάστοτε ποιητική αρχή. Μια τέτοια όμως διαδικασία δεν θα αποτελούσε ένα ανόητο παιχνίδι λογικό; Θα πρέπει, λοιπόν, κάπου να σταματήσουμε, το ερώτημα μας σε κάποια αρχή αυθύπαρκτη και ακίνητη, που εξ’ ορισμού πλέον θα είναι η πηγή κάθε άλλου κτιστού είναι, κάθε άλλης κινήσεως και κάθε άλλης μορφής υπάρξεως. Αυτή η πηγή και αρχή του όντος είναι ο Θεός.

(Ανδρέου Θεοδώρου, Απαντήσεις σε Ερωτήματα Δογματικά, Αποστολική Διακονία, σελ. 16-17)

2. Υπάρχουν λογικά επιχειρήματα που να αποδεικνύουν την ύπαρξη του Θεού;

Τέτοιου είδους επιχειρήματα δεν υπάρχουν. Την ύπαρξη του Θεού κανένας δεν μπορεί να την αποδείξει λογικά, όπως αποδεικνύει τις φυσικές αλήθειες. Η ουσία του Θεού είναι απολύτως υπερβατική, αθέατη στους σωματικούς μας οφθαλμούς και απρόσιτη στη φυσική μας διάνοια. Έμμεσα μόνο μπορούμε να διακρίνουμε τη θεία ενέργεια, η οποία συνέχει, συγκρατεί τα όντα και είναι διάχυτη στην εξωτερική δημιουργία. Και αυτή πάλι μόνο με τους οφθαλμούς της ψυχής μας μπορούμε να τη συλλάβουμε. Τα φυσικά κτίσματα είναι η εξάγγελοι των τελειοτήτων του Θεού. Ο απόστολος Παύλος μαρτυρεί: “ τα γαρ αόρατα αυτού από κτίσεως κόσμου τοις ποιήμασι νοούμενα καθοράται, η τε αΐδιος αυτού δύναμις και θειότης… “2.
Τις φυσικές αλήθειες ο άνθρωπος αποδεικνύει επιστημονικά, ώστε αυτοί που τις αρνούνται να είναι παράλογοι. Την ύπαρξη όμως του Θεού κανένας δεν μπορεί να την αποδείξει με επιχειρήματα λογικά, ώστε αυτός που την αρνείται να παραλογίζεται. Η αλήθεια του Θεού βρίσκεται πέρα από κάθε αποδεικτική δυνατότητα του πλάσματος. Ο καλοπροαίρετος άνθρωπος θα πιστέψει στην ύπαρξη του Θεού. Και αυτό του αρκεί. Δεν θα προσπαθήσει να την αποδείξει και να την κατοχυρώσει λογικά. Αυτό είναι έξω από την αρετή και το ήθος του, που οικοδομείται αποκλειστικά στη μυστηριακή αλήθεια του Θεού. Το να προσπαθεί κανείς να αποδείξει στον άπιστο ότι υπάρχει Θεός, είναι έργο άχαρο και μάταιο. Ο Θεός υπάρχει στην περιοχή της καρδιάς που την φλογίζει η πίστη, και όχι στο μυαλό που κυριαρχείται από το λόγο και διέπεται από την αυστηρή επιστημονική γνώση. Αν ο Θεός δεν υπάρχει στην καρδιά ως μυστική παρουσία, δεν υπάρχει πουθενά. Γι’ αυτό, όταν ερωτώμαστε από ανθρώπους λογικοκρατούμενους αν υπάρχει Θεός, η απάντηση μας πρέπει να είναι αρνητική. Όχι, δεν υπάρχει Θεός όπως τον θέλεις εσύ, κομμένος και ραμμένος στα μέτρα σου. Ο Θεός που υπάρχει σε υπερβαίνει απόλυτα!
Ο Θεός φυσικά υπάρχει αντικειμενικά. Δεν είναι αφαίρεση, πλάσμα του νού και της φαντασίας του ανθρώπου, όπως υποστηρίζουν πολλοί. Τον αντικειμενικά υπάρχοντα Θεό ο άνθρωπος αποδέχεται με την πίστη και την αγάπη του. Ως λογικά όμως σκεπτόμενο ον, προσπαθεί παράλληλα να δικαιώσει και με επιχειρήματα την πίστη του αυτή. Πρός το σκοπό αυτό διαμόρφωσε από πολύ παλαιά διάφορους λογικούς συλλογισμούς. Στη θεολογία οι συλλογισμοί αυτοί είναι γνωστοί ως «αποδείξεις περί της υπάρξεως του Θεού». Φυσικά δεν πρόκειται περί επιστημονικών αποδείξεων. Κάτι τέτοιο θα αποτελούσε αντίφαση. Πώς μπορείς να αποδείξεις το αναπόδεικτο; Όπως έχουμε πει, ο Θεός βρίσκεται πέρα από τα όντα, δεν είναι μέγεθος φυσικό που να μπορεί να εκτιμηθεί με κριτήρια αισθητά και εμπειρικά. Αν μπορείς να αποδείξεις την ύπαρξη του, τον κατεβάζεις από την υψηλή του περιωπή και τον κατατάσσεις στο επίπεδο των φυσικών κτισμάτων. Σε τελική ανάλυση καταστρέφεις την ίδια την έννοια του. Οι συλλογισμοί για τους οποίους μιλάμε δεν είναι αποδείξεις, αλλά ενδείξεις, επιχειρήματα λογικοφανή, δείκτες που προσανατολίζουν τη σκέψη προς το δυνατό της υπάρξεως του Θεού. Δεν αποδεικνύουν αναγκαίως αυτήν, αλλ’ υπάρχουσα την καθιστούν λογικοφανή, ή τουλάχιστον, όχι παράλογη. Οι κυριότερες από τις ενδείξεις αυτές είναι δύο, η κοσμολογική και η τελολογική. Η κοσμολογική λέγεται έτσι, γιατί ξεκινά από τον κόσμο, στον οποίο κυριαρχεί ο νόμος της αιτιώδους συνάφειας των όντων. Κάθε τί που υπάρχει δεν είναι αυθύπαρκτο, αλλά έχει αιτία από την οποία προέρχεται. Είναι αιτιατό. Θα ήταν παράλογο να σκεφτούμε, λόγου χάρη, ότι ένας άνθρωπος, ένα σπίτι, ένα πλοίο ή οτιδήποτε άλλο βρέθηκε ξαφνικά και τυχαία στον κόσμο, χωρίς γεννήτορα, οικοδόμο, ναυπηγό. Συλλογιζόμαστε λοιπόν· αν όλα ανεξαίρετα τα όντα φέρνουν πίσω τους την αιτία που τα παρήγαγε, ο τεράστιος και θαυμαστός αυτός κόσμος είναι δυνατό να βρέθηκε μόνος του και κατά τύχη στο είναι, χωρίς να έχει πίσω του μία παντοδύναμη ποιητική αρχή; Ασφαλώς όχι. Η παντοδύναμη αυτή αρχή είναι ο Θεός. Ο απόστολος Παύλος λέει χαρακτηριστικά: “ Πας οίκος κατασκευάζεται υπό τινός, ο δε τα πάντα κατασκευάσας Θεός”3.
Η τελολογική δε ένδειξη λέγεται έτσι, γιατί αφορμάται από τον κόσμο ως ένα σκόπιμα και τελολογικά διατεταγμένο όλο. Ο κόσμος κυριαρχείται και λειτουργεί πάνω σε νόμους απαράβατους και σταθερούς. Τα όντα - κυρίως ο άνθρωπος - υπακούουν σε ένα σκοπό, έχουν κάποιο προορισμό, ένα τέλος προς το οποίο σπεύδει η ύπαρξη τους. Η ζωή τους δεν είναι τυχαία και άσκοπη. Όλα δε μαζί είναι συναρθρωμένα κατά τρόπο που τα κάνει ένα παναρμόνιο όλο, μια ομορφιά που προκαλεί δέος και θαυμασμό, ένα αληθινό κόσμημα (εξ’ου και “κόσμος”), ένα αριστουργηματικό κομψοτέχνημα. Και συλλογιζόμαστε, πώς είναι δυνατόν αυτό το όμορφο κομψοτέχνημα, αυτό το έκπαγλο αρχιτεκτόνημα με την πάνσοφη δόμηση και τη σκόπιμη διάταξη του, με την πολυδυναμία και την πολυαρμονία του, να είναι ένα προϊόν τυφλής τέχνης, να βρέθηκε εική και ως έτυχε στο είναι; Ένας τέτοιος ισχυρισμός δεν αποτελεί ωμό παραλογισμό; Ας κάνουμε το πράγμα σαφέστερο με ένα παράδειγμα. Αν κάποιος ισχυριστεί, ότι ένα βιβλίο εμφανίστηκε ξαφνικά σε μία βιβλιοθήκη, χωρίς να το έχει γράψει κανένας και χωρίς κάποιος να επιστατήσει στην εκτύπωση του· ότι κόπηκε μία μέρα από μόνο του το τυπογραφικό χαρτί σε σχήμα σελίδων, τα δε γράμματα της αλφαβήτου κινήθηκαν και ενώθηκαν τυχαία το ένα με το άλλο σε μορφή κεφαλαίων και παραγράφων και κατόπιν τυπώθηκαν οι σελίδες χωρίς την επιστασία ειδικού τεχνητή, ο ισχυρισμός αυτός δεν θα ήταν καθαρός παραλογισμός; Λέμε λοιπόν· αν για τη συγγραφή ενός βιβλίου είναι απαραίτητη η παρουσία συγγραφέα, για την ύπαρξη του φυσικού κόσμου, τον οποίο χαρακτηρίζουν τόση αρμονία και τόση σοφία, τόση ομορφιά και τόση πολυδύναμη αρχιτεκτονική τάξη, δεν πρέπει να υπάρχει μια πάνσοφη και παντοδύναμη ποιητική αρχή; Βεβαίως πρέπει να υπάρχει και αυτή είναι ο Θεός. Ο ιερός ψαλμωδός σε συγκίνηση αναφωνεί: “ως εμεγαλύνθη τα έργα σου Κύριε, πάντα εν σοφία εποίησας”. 4
Συγκεφαλαιώνοντας, τα μαθηματικά αξιώματα και οι φυσικές αλήθειες είναι λογικώς αναγκαίες και καθολικώς αποδεκτές. Οι θείες αλήθειες είναι λογικώς δυνατές. Δεν αποδεικνύονται επιστημονικά. Μπορούν να διευκολύνουν την πίστη στην ύπαρξη του Θεού. Δεν την γεννούν. Φυσικά όποιος πιστεύει αληθινά στην ύπαρξη του Θεού δεν έχει ανάγκη από λογικά επιχειρήματα για να ενισχυθεί στην πίστη του. Όπως και τον άπιστο δύσκολα μπορεί να μετακινήσει από την απιστία του οποιαδήποτε επιχειρηματολογία λογική. Μόνον όσοι έχουν ασθενή και κυμαινόμενη πίστη (κυρίως οι προβληματιζόμενοι νέοι) μπορούν να ωφεληθούν από τις ενδείξεις περί της υπάρξεως του Θεού και να στερεώσουν την πίστη τους. Και αυτό πάντοτε με τη χάρη και το φωτισμό του Θεού.

(Ανδρέου Θεοδώρου, Απαντήσεις σε Ερωτήματα Δογματικά, Αποστολική Διακονία, σελ. 12-15)

Πώς ενώ έχουμε μάθει να ελέγχουμε και την παραμικρή λεπτομέρεια της ζωής μας, να είμαστε σχεδόν υποχόνδριοι και ψυχαναγκαστικοί, να παραδώσουμε τα ηνία σε κάποιον άλλο; Πώς γίνεται ενώ θέλουμε και μας αρέσει να περνάνε όλα από τα χέρια μας, να είμαστε συγκεντρωτικοί και υπεραναλυτικοί και απίστευτα σχολαστικοί να αφεθούμε στα χέρια κάποιου άλλου; Πώς όταν έχουμε μάθει να σκεφτόμαστε και να διαχειριζόμαστε με περισσή δεξιοτεχνία τις υποθέσεις μας και να μην εμπιστευόμαστε κανέναν άλλο γι’ αυτές παρά μόνο τον εαυτό μας να εμπιστευθούμε ξαφνικά… το Χριστό;
Ναι, το Χριστό! Γιατί αυτό μας ζητά Εκείνος… να αφήσουμε απαλά τη ζωή μας στα χέρια Του. Να ακουμπήσουμε τις μέριμνες και το φορτίο μας στα πόδια Του. Να πηγαίνουμε σ’ Εκείνον για να μας αναπαύει. Να μην αγωνιούμε για τις υποθέσεις μας. Γιατί Αυτός είναι πιο μεγάλος από αυτές. Μα πώς θα το κάνουμε αυτό; Πώς θα συντελεστεί αυτή η εσωτερική μεταβολή; Φαντάζει αδύνατο, ουτοπία, σενάριο επιστημονικής φαντασίας. Ναι, για εμάς σίγουρα! Όχι όμως και για το Χριστό! Για το Χριστό τίποτα δεν είναι αδύνατο ‘ Τα αδύνατα παρά ανθρώποις δυνατά παρά τω Θεώ εστίν’ (Λουκ. ιη΄27). Άρα λοιπόν θα πάμε σ’ Εκείνον και θα Του ζητήσουμε να πάρει αυτός το τιμόνι και να οδηγήσει στην υπόλοιπη διαδρομή γιατί εμείς κουραστήκαμε, χαθήκαμε, μπλεχτήκαμε και απογοητευτήκαμε και χρειαζόμαστε έναν έμπειρο και ικανό οδηγό για να συνεχίσουμε!
Και μπορεί στην αρχή να μας ξενίζει που καθόμαστε στη θέση πλέον του συνοδηγού όμως στη συνέχεια θα διαπιστώσουμε ότι έτσι θα απολαμβάνουμε πιο ήρεμα και ξεκούραστα τη διαδρομή και θα οικτίρουμε τον εαυτό μας για τον κόπο, την ενέργεια, τη φαιά ουσία που καταναλώσαμε και τη φθορά που υποστήκαμε. Πώς όμως θα ξεπιαστούμε από τον εαυτό μας και θα πιαστούμε από το Χριστό; Πώς θα πάψουμε να εμπιστευόμαστε τον εαυτό μας και θα εμπιστευθούμε το Χριστό; Πώς θα αφήσουμε την ασφάλεια του αεροπλάνου μας και θα πηδήξουμε στο κενό χωρίς αλεξίπτωτο με τη βεβαιότητα ότι θα μας πιάσει ο Χριστός; Και πώς θα γίνουμε κάποιοι άλλοι και θα αποχωριστούμε αυτό που ήμασταν τόσα χρόνια;
Η αρχή λένε είναι το ήμισυ του παντός! Το πρώτο που χρειάζεται να γίνει είναι η μεταστροφή μας, η μετάνοια μας, να συνειδητοποιήσουμε δηλαδή ότι τελικά τίποτα δεν είναι κάτω από το δικό μας έλεγχο, ποτέ δεν ήταν… αυτό είναι μια ψευδαίσθηση… Ο Θεός είναι ο Παντοκράτορας και Παντεπόπτης! Οπότε είναι προς το συμφέρον μας να επικαλούμαστε τη βοήθεια Του! Ας δοκιμάσουμε λοιπόν να αναθέσουμε για αρχή κάποιες από τις υποθέσεις μας σε Εκείνον, ας ξεφορτώσουμε λίγο από το βάρος μας! Γιατί ενώ μπορούμε, αν το ζητήσουμε, να έχουμε τον πιο σπουδαίο και δυνατό σύμμαχο, να πολεμάμε μόνοι μας; Δεν είναι κουτό και μάταιο να παλεύουμε με τα θηρία χωρίς το θηριοδαμαστή; Δεν είναι αφελές και επικίνδυνο να αφήνουμε το Χριστό έξω από τη ζωή μας; Εμείς όσο και να προσπαθούμε θα φτάσουμε μέχρι κάποια όρια… για το Χριστό όμως δεν υπάρχουν όρια, ούτε αδιέξοδα, ούτε εμπόδια αφού ούτε ο θάνατος μπόρεσε να τον σταματήσει! Εκείνος γνωρίζει καλύτερα το συμφέρον της ψυχής μας και είναι βέβαιο πως πάντα θα φροντίζει γι’ αυτό. Ο άνθρωπος λέει ‘ δείξε μου και θα Σε εμπιστευθώ’ , ο Χριστός λέει ‘ εμπιστεύσου Με και θα σου δείξω’!(Α.Κ.Β)

Θυμάμαι τον πρώτο καιρό που προσλήφθηκα στην εταιρία που δουλεύω, είχα μεγάλη ανησυχία για να τα καταφέρω, επειδή η εργασία μου ήταν πολύ απαιτητική! Είχα το νου στα λάθη μου και πως θα βελτιωθώ και δεν προλάβαινα να ασχοληθώ με τη δουλειά κάποιου άλλου συναδέλφου εκτός κι αν μου ζητούσε βοήθεια. Τώρα μετά από δυο χρόνια, παρατηρώ ότι είμαι πιο άνετος και αρχίζω να εξετάζω και τη δουλειά των άλλων και να τη σχολιάζω ‘ Αυτός είναι γρήγορος, αυτός είναι απρόσεχτος, αυτός είναι πολυλογάς’. Έτσι ακριβώς κάνω και στην πνευματική μου ζωή. Ενώ στην αρχή ασχολιόμουν μόνο με το Χριστό και τις αμαρτίες μου μετά κοίταγα και τις αμαρτίες των άλλων! Τί δείχνει αυτό; Κατά τη γνώμη μου την κύρια αιτία της κατακρίσεως που είναι η υπερηφάνεια.
Νομίζουμε ότι ‘έχουμε μάθει τη δουλειά’, ότι έχουμε γίνει καλοί χριστιανοί, καλύτεροι από τους άλλους και γι’αυτό κομπάζουμε συγκρινόμενοι μ’ αυτούς, τους μειώνουμε γιατί δεν τα κατάφεραν όπως κι εμείς δυστυχώς και τους έχουμε καταδικασμένους για την κόλαση. Μήπως μας έδωσε όμως κανείς το δικαίωμα να περιεργαζόμαστε τί κάνουν οι αδελφοί μας; Μήπως μας έχει προσλάβει ο Χριστός ως βοηθούς Του για να Τον συμβουλεύουμε ποιος θα πάει στον Παράδεισο και ποιος στην Κόλαση; Ας σκεφτούμε για μια στιγμή ότι είμαστε δίπλα στον Κύριο Ιησού Χριστό τη φρικτή εκείνη ώρα της τελικής Κρίσης που έρχονται οι ψυχές και τα σώματα των ανθρώπων προς το Δημιουργό και Κριτή τους. Να σταθούμε δίπλα στην Αγάπη του Χριστού μας και να μας ρωτήσει ‘ Αυτός τι λες; Θα μπει στον Παράδεισο;’ Νομίζουμε ότι θα μπορέσουμε να αρθρώσουμε λέξη, νιώθοντας πόσο αγαπάει ο Κύριος το κάθε Του πλάσμα;
Αφού λοιπόν δεν μπορούμε να κρίνουμε στον Ουρανό γιατί κρίνουμε στη γη; Επειδή την κατάκριση οι πιο πολλοί την έχουμε ψωμοτύρι νομίζουμε ότι δεν είναι τόσο σημαντική. Κοιτάμε στο περιτύλιγμα της σοκολάτας να δούμε αν έχει ίχνη από γάλα και την ίδια στιγμή λέμε ‘ ο Κώστας τρώει τυρί Παρασκευιάτικα, αν είναι δυνατόν!’ Πόσο μεγάλο λάθος είναι η κατάκριση! Όσο τη συνεχίζουμε μην απορούμε που έχουμε πνευματική ακαρπία. Ο Χριστός την αποστρέφεται την κατάκριση. Μας έδωσε εντολή να αγαπάμε, όχι να κρίνουμε. Αν θέλουμε να είναι μαζί μας και αν Τον αγαπάμε ας κοιτάμε το πλήθος των αναρίθμητων δικών μας λαθών και δε θα πλήξουμε ποτέ!(Κ.Δ.Κ)

Σελίδα 1 από 285

Εύρεση

Δημοφιλή Θέματα (Α-Ω)

αγάπη (429) Αγάπη Θεού (147) αγάπη σε Θεό (105) αγάπη σε Χριστό (96) άγγελοι (27) Αγγλικανισμός (1) Αγία Γραφή (78) Αγιασμός (4) Άγιο Πνεύμα (38) άγιοι (93) άγιος (138) αγνότητα (18) άγχος (31) αγώνας (95) αγώνας πνευματικός (122) Αθανάσιος ο Μέγας (2) αθεΐα (119) αιρέσεις (146) ακτημοσὐνη (12) αλήθεια (65) αμαρτία (165) Αμβρόσιος άγιος (3) άμφια (1) Αμφιλόχιος της Πάτμου (1) Ανάληψη Χριστού (3) Ανάσταση (105) ανασταση νεκρών (16) ανθρώπινες σχέσεις (218) άνθρωπος (60) αντίχριστος (9) αξιώματα (14) απἀθεια (2) απιστία (12) αποκάλυψη (5) απόκρυφα (16) Απολογητικά Θέματα (1) αρετή (142) ασθένεια (60) άσκηση (22) αστρολογία (2) Αυγουστίνος άγιος (1) αυταπάρνηση (7) αυτογνωσία (103) αυτοθυσἰα (18) αυτοκτονία (5) Β Παρουσία (10) Β' Παρουσία (11) βάπτιση (9) βάπτισμα (19) Βαρβάρα αγία (1) Βαρσανουφίου Οσίου (29) Βασίλειος ο Μέγας (21) βία (4) βιβλίο (26) βιοηθική (10) Βουδδισμός (5) γάμος (107) Γένεση (4) Γεροντικόν (145) γηρατειά (8) γιόγκα (1) γλώσσα (58) γνώση (12) γονείς (104) Γρηγόριος ο Θεολόγος (11) Γρηγόριος ο Παλαμάς όσιος (3) γυναίκα (25) δάκρυα (25) δάσκαλος (20) Δεύτερη Παρουσία (12) Δημιουργία (56) διάβολος (124) Διάδοχος Φωτικής όσιος (13) διάκριση (113) διάλογος (5) δικαιο (1) δικαιοσύνη (18) Δογματικα Θέματα (18) Δογματική Τρεμπέλα (1) δύναμη (31) Δωρόθεος αββάς (6) εγωισμός (201) εικόνες (20) Ειρηναίος Λουγδούνου άγιος (3) ειρήνη (25) εκκλησία (132) Εκκλησιαστική Ιστορία (23) Εκκλησιαστική περιουσία (2) έκτρωση (4) έλεγχος (6) ελεημοσύνη (59) ελευθερία (31) Ελλάδα (17) ελπίδα (31) εμπιστοσὐνη (24) Εξαήμερος (2) εξέλιξης θεωρία (15) Εξομολόγηση (110) εξωγήινοι (2) εξωσωματική γονιμοποίηση (5) επάγγελμα (11) επιμονἠ (25) επιστήμη (77) εργασία (60) Ερμηνεία Αγίας Γραφής (57) έρωτας (12) έρωτας θείος (3) Ευαγγέλια (76) Ευαγγέλιο Ιωάννη Ερμηνεία (33) ευγένεια (9) ευγνωμοσὐνη (12) ευσπλαχνία (24) ευτυχία (51) ευχαριστία (15) Εφραίμ ο Σύρος όσιος (1) εχεμύθεια (1) ζήλεια (7) ζώα (22) ηθική (12) ησυχία (20) θάνατος (178) θάρρος (52) θαύμα (125) θέατρο (1) Θεία Κοινωνία (107) Θεία Λειτουργία (88) θεία Πρόνοια (7) θἐλημα (14) θέληση (17) Θεόδωρος Στουδίτης όσιος (36) θεολογία (23) Θεός (102) Θεοφάνεια (2) θλίψεις (216) θρησκείες (36) θυμός (79) Ιάκωβος Τσαλίκης Όσιος (6) ιατρική (10) Ιγνάτιος Θεοφόρος (9) ιεραποστολή (45) ιερέας (136) ιερωσύνη (7) Ινδουισμός (12) Ιουδαίοι (1) Ιουστίνος άγιος (1) Ισαάκ ο Σύρος (2) Ισίδωρος Πηλουσιώτης όσιος (34) Ισλάμ (8) Ιστορία Ελληνική (7) Ιστορία Παγκόσμια (13) Ιστορικότης Χριστού (1) Ιωάννης Κροστάνδης (96) Ιωάννης Χρυσόστομος (162) Καινή Διαθήκη Ερμηνεία (23) Καινή Διαθήκη κριτικό κείμενο NestleAland (5) Κανόνες Εκκλησίας (2) καρδιά (42) Κασσιανός Όσιος (4) κατάκριση (86) καταναλωτισμός (7) Κατηχητικό (2) καύση νεκρών (1) κενοδοξία (3) κήρυγμα (45) Κλίμακα (4) κλοπή (5) Κοίμησις Θεοτόκου (13) κοινωνία (150) κόλαση (25) Κουάκεροι (1) ΚράτοςΕκκλησία (1) Κρίσις Μέλλουσα (16) Κύριλλος Άγιος (1) Λατρεία Θεία (66) λείψανα (7) λογισμοί (58) λύπη (18) μαγεία (12) Μάξιμος Ομολογητής (1) μάρτυρες (17) μεγαλοσὐνη (4) Μεθοδιστές (1) μελέτη (30) μετά θάνατον (29) μετά θάνατον ζωή (47) Μεταμόρφωση (3) Μεταμόρφωσις (4) μετάνοια (168) Μετενσάρκωση (3) μητέρα (38) μίσος (4) ΜΜΕ (2) μνημόσυνα (6) μοναξιά (15) μοναχισμός (80) Μορμόνοι (1) μόρφωση (19) μουσική (4) Ναός (13) ναρκωτικά (3) Νεκτάριος άγιος (1) νέοι (19) νεοπαγανισμός (5) νηστεία (41) Νικόλαος Άγιος (3) νους (19) οικονομία (2) Οικουμενισμός (3) ομορφιά (14) ομοφυλοφιλία (1) όνειρα (30) οραμα (9) οράματα (12) Ορθοδοξία (91) όρκος (1) πάθη (149) πάθος (7) παιδεία (21) παιδιά (92) Παΐσιος Όσιος (178) Παλαιά Διαθήκη (4) Παλαιά Διαθήκη Ερμηνεία (9) παλαιοημερολογίτες (8) Παναγία (153) Παπαδόπουλος Στυλιανός (3) παράδειγμα (32) παραδεισ (1) Παράδεισος (73) Παράδοση Ιερά (6) Πάσχα (17) πατρίδα (8) Πατρολογία (8) Πεντηκοστή (9) πίστη (360) πλησἰον (15) πλούτος (44) Πνευματικές Νουθεσίες (80) πνευματική ζωή (172) πνευματικός πατέρας (69) πνευματισμός (8) ποίηση (15) πόλεμος (23) πολιτική (22) πολιτισμός (6) Πόποβιτς Ιουστίνος άγιος (5) Πορφύριος Όσιος (123) προθυμἰα (5) Πρόνοια (5) Πρόνοια Θεία (72) προορισμός (6) προσευχή (362) προσοχή (15) προσπἀθεια (54) προτεσταντισμός (25) προφητείες (9) ραθυμία (11) Ρωμαιοκαθολικισμός (33) Σαρακοστή (8) σεβασμός (11) σοφία (29) Σταυρός (54) Σταυροφορίες (4) Σταύρωση (34) συγχώρηση (37) συμπὀνια (6) συνείδηση (9) σχίσμα (22) σώμα (18) Σωφρόνιος του Έσσεξ (25) τάματα (2) ταπεινοφροσύνη (166) ταπείνωση (32) Τέλος Κόσμου (3) Τεσσαρακοστή Μεγάλη (2) τέχνη (1) Τριάδα Αγία (16) τύχη (2) υγεία (7) υλικά αγαθά (22) υπακοή (56) υπαρξιακά (67) υπερηφἀνεια (28) υποκρισία (10) υπομονή (124) φανατισμός (4) φαντασία (3) φαντάσματα (2) φιλαργυρἰα (4) φιλαυτἰα (5) φιλία (23) φιλοσοφία (18) Φλωρόφσκυ Γεώργιος (3) φόβος (39) φως (18) χαρά (72) χάρις θεία (47) χαρίσματα (15) Χειρόγραφα Καινής Διαθήκης (1) Χριστιανισμός (14) χριστιανός (64) Χριστός (76) Χριστούγεννα (47) χρόνος (30) ψεύδος (20) ψυχαγωγία (9) ψυχή (139) ψυχολογία (20)