Αυξομείωση μεγέθους γραμμάτων.
30 Ιουλ

ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ-ΕΡΜΗΝΕΙΑ μέρος Γ΄ κεφ. 13-18

Γράφτηκε από τον 

Κεφάλαιο 13

Στίχ. 1-5.Προτροπή για μετάνοια.
13.1 Παρῆσαν(1) δέ τινες ἐν αὐτῷ τῷ καιρῷ(2) ἀπαγγέλλοντες αὐτῷ περὶ τῶν Γαλιλαίων(3) ὧν τὸ αἷμα Πιλᾶτος ἔμιξεν μετὰ τῶν θυσιῶν(4) αὐτῶν.
1 Εκείνο τον καιρό πήγαν στον Ιησού μερικοί και του αφηγήθηκαν για τους Γαλιλαίους, τους οποίους σκότωσε ο Πιλάτος την ώρα που πρόσφεραν θυσία, κι έτσι το αίμα τους ανακατεύτηκε με το αίμα των ζώων που θυσιάζονταν.
(1) Μάλλον με την έννοια του ήλθαν. Οι πληροφορητές αυτοί δεν ήταν από το πλήθος, στο οποίο ο Κύριος είχε απευθύνει τα προηγούμενα λόγια, αλλά έφεραν την είδηση μετά από αυτά (p).
(2) Επίκαιρα ήλθαν (b), την ώρα που μιλούσε για τα σημάδια των καιρών. Ίσως είχαν ακούσει και τα τελευταία λόγια του Κυρίου και νόμισαν, ότι η αφήγησή τους θα θεωρούνταν ως ένα από τα σημάδια (p).
(3) Ο ταραχώδης χαρακτήρας των Γαλιλαίων και η σκληρότητα του Πιλάτου εγγυώνται για την ακρίβεια του γεγονότος. Τρομερές σφαγές αναφέρονται από τον Ιώσηπο (Αρχ. ΧVΙΙ. 9,3. ΧVΙΙΙ. 3,1 ΧΧ. 5,3. Ιουδ. Πολιτ. ΙΙ 3.3, 9.4 V.1.5). Για το γεγονός όμως αυτό δεν έχουμε κάποια ξεκάθαρη μαρτυρία. Μερικοί συμπέραναν ότι πρόκειται για τη στάση «του Ιούδα του Γαλιλαίου, τον οποίο ανέφερε και ο Λουκάς στις Πράξεις των αποστόλων» (Κ), ο οποίος «έπεισε πολλούς και άλλους Γαλιλαίους να παρασυρθούν στη δική του διδασκαλία» (Θφ), οι οποίοι «κατηγορήθηκαν ως αποστάτες του Καίσαρα» (Ζ). Αλλά η στάση αυτή του Ιούδα σημειώθηκε πολλά έτη νωρίτερα (το 6 μ.Χ.), ενώ οι «απαγγέλλοντες» αυτού του σ. μιλούν για πρόσφατο συμβάν (p).
(4) Επρόκειτο για προσκυνητές που ήλθαν από τη Γαλιλαία στα Ιεροσόλυμα σε μία από τις γιορτές, πιθανώς τη Σκηνοπηγία, οι οποίοι συγκρούστηκαν με τους Ρωμαίους, αφού επαναστάτησαν εναντίον τους από φανατισμό. Ο σκληρός επίτροπος της Ρώμης, που βρισκόταν στην Ιερουσαλήμ για την τήρηση της τάξης κατά την γιορτή, έστειλε στρατιώτες εναντίον τους, την ώρα που προσέφεραν τις θυσίες τους στο ναό και έτσι το αίμα τους αναμίχθηκε με το αίμα των σφαγμένων ζώων (p). Με το γεγονός αυτό μπορεί να συγκριθεί το γεγονός που αναφέρεται κατά την άλωση του ναού από τον Πομπήιο, κατά το οποίο παρ’ όλα όσα συνέβαιναν στην άλωση, αυτοί που πρόσφεραν εξακολουθούσαν τις θυσίες τους και οι εχθροί «έσφαζαν αυτούς που ήταν στο ιερό, ενώ αυτοί που έκαναν τις θυσίες δεν σταματούσαν να ιερουργούν…» (Αρχ. ΧΙV,4.3)(L).

13.2 καὶ ἀποκριθεὶς ο Ιησούς εἶπεν αὐτοῖς, Δοκεῖτε ὅτι οἱ Γαλιλαῖοι οὗτοι ἁμαρτωλοὶ παρὰ πάντας τοὺς Γαλιλαίους ἐγένοντο, ὅτι ταῦτα πεπόνθασιν(1);
2 Ο Ιησούς τους είπε: «Νομίζετε ότι αυτοί οι Γαλιλαίοι, επειδή τα ’παθαν αυτά, ήταν πιο αμαρτωλοί από όλους τους άλλους Γαλιλαίους;
(1) Δεν ζητούσαν οι πληροφοριοδότες αυτοί να μπει ο Κύριος αρχηγός νέας στάσης για εκδίκηση των σφαγμένων ή ως Γαλιλαίος να διαμαρτυρηθεί εναντίον της, αλλά μάλλον, όπως άλλοτε οι φίλοι του Ιώβ, υποστήριζαν την άποψη, ότι η συμφορά αυτή υπήρξε τιμωρία του Θεού, που ήλθε εναντίον τους λόγω της κακίας τους (Ιώβ δ 7,η 4,20,κβ 5. Δες Ιω. θ 1,2)(p). Ζητούσαν λοιπόν «να μάθουν, αν ως αμαρτωλοί περισσότερο από όλους τους συμπατριώτες τους, έπαθαν τέτοια πράγματα. Διότι έτσι νόμιζαν αυτοί» (Ζ).

13.3 οὐχί, λέγω ὑμῖν(1), ἀλλ᾽ ἐὰν μὴ μετανοῆτε(2) πάντες(3) ωσαύτως(4) ἀπολεῖσθε.
3 Σας βεβαιώνω πως όχι· αν όμως δε μετανοήσετε, θα χαθείτε όλοι σας με τον ίδιο τρόπο.
(1) Ο Κύριος βεβαιώνει και εκφέρει αυτό από τον θησαυρό της θείας του γνώσης. Και με την απάντησή του αυτή μάς διδάσκει, ότι οφείλουμε να παρατηρούμε όχι τόσο αυτά που συμβαίνουν στους άλλους και γιατί αυτά συμβαίνουν σε αυτούς, αλλά τι μπορεί να συμβεί και σε μας και τι πρέπει να γίνει από εμάς (b). Ο Κύριος δεν αρνείται ότι οι άνθρωποι που σφάχτηκαν ήταν ένοχοι, έχει όμως την πρόθεση να επανορθώσει την πλάνη στο λαό, ότι οι Γαλιλαίοι εκείνοι υπήρξαν περισσότερο αμαρτωλοί από τους άλλους που διέφυγαν τη σφαγή. Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι μερικοί άνθρωποι κάποιες φορές πάσχουν από τις γενικές αμαρτίες της κοινωνίας μέσα στην οποία ζουν. Αμαρτίες του έθνους τιμωρούνται συχνά σε άτομα που ανήκουν στο έθνος αυτό (ο).
(2) «Ενώ όλοι γενικώς ήταν αμαρτωλοί, μόνοι εκείνοι έπαθαν, έτσι ώστε και αυτοί να τιμωρηθούν και όσοι έμειναν να διδαχτούν. Εάν λοιπόν δεν μεταβληθείτε από κακία σε αρετή, όλοι όμοια θα χαθείτε» (Ζ). «Με το να πει όμως ότι «εάν δεν μετανοήσετε και εσείς ομοίως θα χαθείτε», έδειξε ότι και εκείνους επέτρεψε να πάθουν για τον εξής λόγο, έτσι ώστε δηλαδή οι ζωντανοί, αφού φοβηθούν και μετανοήσουν από αυτά που συνέβησαν στους άλλους, να γίνουν κληρονόμοι της βασιλείας. Τι λοιπόν; Για να γίνω εγώ καλύτερος, θα πει κάποιος, τιμωρείται εκείνος; Όχι για αυτό, αλλά τιμωρείται μεν λόγω της δικής του αμαρτίας, αλλά γίνεται σε μεγάλο βαθμό, σε όσους προσέχουν, αφορμή σωτηρίας, αφού με τον φόβο για όσα συνέβησαν σε αυτόν, τους κάνει καλύτερους. Έτσι κάνουν και οι δεσπότες· αφού, πολλές φορές, μαστίγωσαν έναν δούλο, έκαναν με τον φόβο σωφρονέστερους τους υπόλοιπους» (Χ). Η κρίση του Θεού που έρχεται εναντίον των άλλων, είναι κραυγή του και προς εμάς, η οποία μας καλεί σε μετάνοια. Η μετάνοια λοιπόν είναι το μέσο, με το οποίο συγχωρούνται οι αμαρτίες μας και αποφεύγουμε με ασφάλεια την οργή και καταδίκη του Θεού για αυτές.
(3) Ο Κύριος με το προφητικό του βλέμμα διακρίνει τη σημασία του γεγονότος που αναγγέλθηκε. Στην σφαγή αυτή που προήλθε από το μαχαίρι του Πιλάτου, βλέπει τον πρόλογο εκείνου, το οποίο επρόκειτο μετά από κάποια έτη να συντελεστεί σε όλη την αγία Γη και ιδιαίτερα στον ίδιο το ναό, στον οποίο πάρα πολλοί θα κατέφευγαν σαν σε έσχατο άσυλο του έθνους. Σοβαρή επιστροφή και μετάνοια, ατομική μαζί και εθνική, θα ήταν μόνη ικανή να προλάβει την καταστροφή (g).
(4) «Δηλαδή και εσείς οι ίδιοι θα φονευτείτε στις θυσίες, για τις οποίες καμαρώνετε και καυχιέστε. Και έγινε έτσι. Διότι στη γιορτή του Πάσχα αφού πολιορκήθηκαν, φονεύτηκαν από τους Ρωμαίους» (Ζ), την ώρα που διεξαγόταν η προσφορά των θυσιών, με το ίδιο και αυτοί μαχαίρι (b) και «έπεσαν μπροστά στα θύματα [θυσιασμένα ζώα]… και λίμναζε στις θείες αυλές αίμα κάθε είδους πτωμάτων» (Ιωσ. Ιουδ. Πολ. V,1,3).

13.4 ἢ ἐκεῖνοι οἱ δέκα και ὀκτὼ ἐφ᾽ οὓς ἔπεσεν ὁ πύργος ἐν τῷ Σιλωὰμ(1) καὶ ἀπέκτεινεν αὐτούς, δοκεῖτε ὅτι ούτοι ὀφειλέται(2) ἐγένοντο παρὰ πάντας τοὺς ἀνθρώπους τοὺς κατοικοῦντας εν ᾽Ιερουσαλήμ(3);
4 Ή μήπως νομίζετε ότι εκείνοι οι δεκαοχτώ, που έπεσε πάνω τους ο πύργος στο Σιλωάμ και τους σκότωσε, ήταν χειρότεροι από όλους τους ανθρώπους που κατοικούν στην Ιερουσαλήμ;
(1) Και ο τόπος Σιλωάμ και το συμβάν σε αυτόν από την κατάρρευση του πύργου και ο αριθμός των θυμάτων φαίνονται εξ’ ολοκλήρου γνωστά σε αυτούς στους οποίους απευθύνεται ο Κύριος (L). Σιλωάμ στους Ο΄ και Σιλωάς στον Ιώσηπο και Σιλωά στον Ακύλα, στον Σύμμαχο και τον Θεοδοτίωνα (p). Αρχικά ήταν όνομα υδραγωγείου του νοτιοανατολικού λόφου της Ιερουσαλήμ και σήμαινε μετέπειτα την δεξαμενή, όπου αυτό κατέληγε και έπειτα και το όλο κτίριο. Ανασκαφές που έγιναν από τον Weill το 1914 έφεραν στο φως τα πρώτα θεμέλια πύργου, κατά μήκος του υδραγωγείου. Το άρθρο (ο πύργος) δεν σημαίνει, ότι αυτός ήταν ο μόνος πύργος, αλλά ότι ήταν ο πύργος που έπεσε, αυτός που έγινε πασίγνωστος για την πτώση και για τα θύματα σε αυτήν (L).
(2) «Και σχετικά με αυτούς υπήρχε απορία, αν δέχτηκαν τέτοιο πικρό τέλος επειδή ήταν αμαρτωλοί περισσότερο από όλους όσους ήταν στα Ιεροσόλυμα. Διότι οφειλέτες τώρα ονόμασε τους αμαρτωλούς» (Ζ). Οφειλέτες απέναντι στη θεία αγιότητα (g). Δες Λουκ. ια 4 και Ματθ. στ 12.
(3) Ήταν ίσως άλλοι περισσότερο ένοχοι από αυτούς. Και όμως τίποτα τέτοιο δεν έπαθαν. Αποδεικνύεται λοιπόν από αυτό, ότι δεν μπορούμε να κρίνουμε με ασφάλεια για τους ανθρώπους με βάση τις θλίψεις και τα παθήματά τους στην παρούσα ζωή. Διότι πολλοί ρίχνονται στο καμίνι σαν χρυσάφι, για να καθαριστούν επταπλάσια και όχι σαν σκουριά και άχυρο για να κατακαούν σε αυτό.

13.5 οὐχί, λέγω ὑμῖν, ἀλλ᾽ ἐὰν μὴ μετανοήσητε(1) πάντες ομοίως(2) ἀπολεῖσθε(3).
5 Σας βεβαιώνω πως όχι· αν όμως δεν μετανοήσετε, όλοι θα χαθείτε κατά τον ίδιο τρόπο».
(1) Η αλλαγή του ενεστώτα (μετανοῆτε) του σ. 3 σε αόριστο, φανερώνει το άμεσο και επείγον της ανάγκης για μετάνοια (p).
(2) Περισσότερο μαρτυρημένη γραφή ωσαύτως. Πιο έντονο από το ομοίως=Με τον ίδιο και όχι απλώς όμοιο τρόπο (p). «Έγινε παράδειγμα για τους κατοίκους της Ιερουσαλήμ. Και ο μεν ένας πύργος συγκρίνεται με όλη την πόλη, έτσι ώστε το μερικό να φοβίσει το σύνολο, ενώ οι δέκα οχτώ συγκρίνονται με τον λαό της πόλης. Για αυτό, επειδή οι κάτοικοι ενέμειναν στην απιστία και οι ίδιοι μαζί με την πόλη ύστερα από λίγο έπεσαν στα ίδια με τους δέκα οχτώ στον πύργο, όταν ο Τίτος κατέστρεψε την Ιερουσαλήμ και θανάτωσε πολύ λαό» (Σχ.).
(3) «Αναγγέλλει λοιπόν επίσημα και για αυτούς και δίνει μαρτυρία ότι εάν δεν μεταβληθούν, θα χαθούν όλοι όμοια, δηλαδή και αυτοί θα δεχτούν πικρό τέλος, το οποίο παρόμοια δέχτηκαν, όταν οι Ρωμαίοι τους αφάνισαν. Μαθαίνουμε λοιπόν από εδώ, ότι η μερική εξολόθρευση των αδελφών μας, είναι δείγμα της εναντίον όλων θείας οργής που γίνεται για διόρθωσή μας λόγω της άκρας αγαθότητας του Θεού και δεν έρχεται σε αυτούς μόνο για τις αμαρτίες εκείνων» (Ζ). «Άρα αδικήθηκαν, θα πει κάποιος, αυτοί που τιμωρούνται· διότι θα μπορούσαν και οι ίδιοι αυτοί, χωρίς να τιμωρηθούν, να γίνουν καλύτεροι από τις τιμωρίες άλλων. Αλλά αν γνώριζε ο Θεός ότι θα γίνουν καλύτεροι με τη μετάνοια, δεν θα τους τιμωρούσε» (Χ). «Έπειτα αναφέρει και παραβολή που δείχνει ότι αν δεν μεταβληθούν, θα χαθούν» (Ζ).

Στίχ.6-9. Η παραβολή της άκαρπης συκιάς.
13.6 ῎Ελεγεν δὲ ταύτην τὴν παραβολήν(1)· Συκῆν(2) εἶχέν τις πεφυτευμένην ἐν τῷ ἀμπελῶνι(3) αὐτοῦ, καὶ ἦλθε ζητῶν καρπὸν ἐν αὐτῇ καὶ οὐχ εὗρεν.
6 Ο Ιησούς τους είπε ακόμη την ακόλουθη παραβολή: «Κάποιος είχε φυτέψει στο αμπέλι του μια συκιά· όταν όμως πήγε να μαζέψει απ’ αυτή σύκα, δε βρήκε.
(1) Με την παραβολή αυτή τονίζεται η μακροθυμία αλλά και η αυστηρότητα του Θεού. Οσοδήποτε και αν αναβάλλει την επίσκεψή του για τιμωρία του αμαρτωλού, με σκοπό να δώσει σε αυτόν καιρό για μετάνοια, πάντως μία ημέρα θα πραγματοποιήσει αυτή. Αποτελεί λοιπόν η παραβολή συνέχεια της απειλής του προηγ. στίχου: «εάν δεν μετανοήσετε, ομοίως θα χαθείτε» (p).
(2) Το κύριο υποκείμενο της παραβολής μπαίνει μπροστά με έμφαση (p). «Με την άκαρπη συκιά υποδηλώνει την συναγωγή των Ιουδαίων, που είχε πλούσιο φύλλωμα και άνθιζε πολύ, δηλαδή σε λόγια του νόμου και προφητικά· αλλά δεν παρήγαγε καρπό, δηλαδή αρετή» (Ζ). «Παρομοιάζει την συναγωγή και με άλλα φυτά η ιερή Γραφή, με το αμπέλι, εννοώ, και την ελιά και τους δρυμούς (Ωσηέ ι 1,Ιερεμ. ια 16)» (Κ). «Αλλά και ο καθένας μας, είναι φυτεμένος σαν συκιά στο αμπέλι του Θεού, την Εκκλησία, ή γενικά στον κόσμο αυτόν» (Θφ).
(3) Το αμπέλι είναι κατάλληλο έδαφος για φύτεμα συκιάς (g). Στο Δευτ. κβ 9 απαγορεύεται η σπορά σταριού σε αμπέλι. Αλλά το να φυτέψει κάποιος σε αυτό δέντρα καρποφόρα δεν αποτελούσε παραβίαση αυτής της απαγόρευσης. Και μέχρι σήμερα κάθε είδους καρποφόρα δέντρα φυτεύονται στα αμπέλια και τους αγρούς στην Παλαιστίνη (p). Αξιόλογη η εκδοχή: «Αμπέλι είναι ο κόσμος, επειδή φυτεύτηκε για να παράγει καρπό γλυκύτατο στο Θεό» (Ζ) ή, εφόσον συκιά θα εννοήσουμε κάθε πιστό, τότε αμπέλι είναι η εκκλησία (δ). «Οικοδεσπότης είναι ο Θεός και Πατέρας» (Θφ), ο οποίος και στον καθένα μας «έρχεται ζητώντας καρπό ο Θεός, και αν σε βρει άκαρπο, προστάζει να αποκοπείς από αυτήν τη ζωή» (Θφ). Η συκιά φυτεύτηκε στο αμπέλι, στο καλύτερο δηλαδή έδαφος, το οποίο καλλιεργούνταν κάθε χρόνο για ευφορία του αμπελιού. Συνεπώς και για τη συκιά καταβάλλονταν και δαπάνες και κόποι και ιδιαίτερες φροντίδες, πολύ περισσότερο από εκείνες οι οποίες γίνονται για τις συκιές τις φυτεμένες σε χέρσο τόπο. Είμαστε λοιπόν και εμείς συκιές που φυτευτήκαμε μέσω του βαπτίσματός μας στην εκκλησία και τύχαμε της εξαιρετικής χάρης και εύνοιας να πάρουμε θέση ορισμένη σε αυτήν. Όπως όμως είναι φυσικό, ζητά και από εμάς καρπό ο Θεός, όπως και ο ιδιοκτήτης του αμπελιού από τη συκιά του. Έρχεται λοιπόν ο ίδιος και ζητά τον καρπό αυτόν, δείχνοντας έτσι το μέγα ενδιαφέρον του να βρει καρποφόρα τη συκιά. Ζητά εμφανή δείγματα για το ότι η αλήθεια του ευαγγελίου του και η χάρη του Πνεύματός του, με τα οποία πλούσια ποτίζει και τρέφει τη συκιά του, δεν διατίθενται μάταια σε αυτήν. Ζητά όχι φύλλα μόνο και βλαστούς. Δεν αρκείται στις επικλήσεις Κύριε, Κύριε· ούτε σε υποσχέσεις και αποφάσεις επιπόλαιες. Θέλει οι σκέψεις μας, τα λόγια μας και οι ενέργειές μας να είναι πάντοτε σύμφωνες με το ευαγγέλιο του φωτός και της αγάπης. Αυτοί είναι οι καρποί τους οποίους από εμάς ζητά.

13.7 εἶπεν δὲ πρὸς τὸν ἀμπελουργόν(1), ᾽Ιδοὺ τρία ἔτη(2) ἔρχομαι ζητῶν καρπὸν ἐν τῇ συκῇ ταύτῃ καὶ οὐχ εὑρίσκω. ἔκκοψον αὐτήν· ἱνατί καὶ τὴν γῆν καταργεῖ(3);
7 Είπε τότε στον αμπελουργό: “τρία χρόνια τώρα έρχομαι σ’ αυτήν τη συκιά να βρω σύκα και δε βρίσκω· κόψε την, λοιπόν, για να μην αχρηστεύει και το έδαφος”.
(1) «Αμπελουργός είναι ο Χριστός, επειδή φροντίζει αυτό το αμπέλι και καλλιεργεί σαν φυτά τους πιστούς» (Ζ), «και ήλθε για να εργαστεί με διάθεση και να καθαρίσει το αμπέλι μας» (Θφ).
(2) Ερμηνεύτηκε αλληγορικά: «Τρεις φορές ήλθε· την πρώτη μέσω του Μωϋσή και του Ααρών· τη δεύτερη, στην εποχή του Ιησού του Ναυή και των κριτών μετά από αυτόν· την τρίτη επίσης, μετά από αυτούς, το διάστημα που εμφανίστηκαν οι μακάριοι προφήτες μέχρι τον Ιωάννη τον Βαπτιστή. Σε αυτούς τους καιρούς έγινε άκαρπος ο Ισραήλ» (Κ). «Ως άλλο τέταρτο καιρό, θα θεωρήσουμε τον χρόνο της ενανθρώπησης, κατά τον οποίο τρυπάει και σκάβει ολόγυρα τον Ισραήλ ζεσταίνοντάς τον, για να τους καταστήσει φλογερούς στο πνεύμα· επειδή όμως μετά από τόσες απειλές έμειναν άκαρποι, κόπηκε η συκιά και μπολιάστηκαν τα έθνη στη ρίζα εκείνων. Διότι έμεινε η ρίζα» (Ω). Πιο σωστή ερμηνεία: ο αριθμός των 3 ετών, σε πολλές περιπτώσεις χρησιμοποιείται για δήλωση πλήρους κύκλου. Δες και Λουκ. ιγ 32 (L). Τρία έτη είναι ο συνηθισμένος καιρός, κατά τον οποίο το φυτεμένο δέντρο της συκιάς έπρεπε να καρποφορήσει (δ) και μετά την παρέλευση του οποίου μπορούσαν με ασφάλεια να κρίνουν για τη στειρότητα του δέντρου (g). Πιο ατυχής η εκδοχή του b. σύμφωνα με την οποία τα 3 έτη υποδηλώνουν την τριετή δημόσια δράση του Κυρίου. Διότι το δέντρο υπήρξε άκαρπο πολύ πριν ακόμη αρχίσει ο Κύριος να κηρύττει.
(3) Κάνει τη γη αργή [άγονη] (δ). Το και=Μαζί με το ότι δεν παράγει κανένα καλό, κάνει στείρο και το έδαφος· όχι μόνο δεν αποδίδει καρπό, αλλά και καθιστά άχρηστο το έδαφος (p). «Αυτό βεβαίως το έλεγε, ερεθίζοντας μεν τον γεωργό στο να φροντίσει την συκιά και διεγείροντας την άκαρπη ψυχή στο να παράγει τους καρπούς που επιβάλλεται» (Β). Είναι θλιβερό να σκέφτεται κάποιος, πόσοι απολαμβάνουν τα προνόμια και τις χάριτες του ευαγγελίου χωρίς να πράττουν τίποτα για τη δόξα του Θεού και χωρίς να ανταποδίδουν κάτι στην τόση εύνοια την οποία ο Θεός τους δείχνει. Εδώ η ακαρπία της συκιάς γίνεται βαρύτερη για δύο λόγους. Λόγω της ιδιαίτερης επιμέλειας και καλλιέργειας, της οποίας έτυχε αυτή, αναμενόταν και η καρποφορία της να είναι πλούσια. Και όμως δεν παρήγαγε ούτε ένα σύκο. Επιπλέον ανέμενε ο ιδιοκτήτης αυτήν για χρόνο μακρό. Ήλθε για 3 συνεχή έτη με υπομονή περιμένοντας την καρποφορία του δέντρου. Μακρόθυμος ο Θεός. Αλλά όταν οι άνθρωποι καταχρώνται τη μακροθυμία του ακολουθεί πλέον αδυσώπητη η αυστηρότητά του. Πόσες τριετίες ήλθε ο Θεός σε πολλούς από εμάς ζητώντας καρπό και δεν βρήκε κανέναν. Αλλά δέντρα καρποφόρα που αποδείχτηκαν στείρα, δεν είναι απλώς άκαρπα αλλά και βλαβερά. «Γιατί καταργούν και τον τόπο;» Εκείνοι οι οποίοι δεν πράττουν το καλό, με την επίδραση του παραδείγματός τους γίνονται και βλαβεροί, θλίβοντας μεν και αποθαρρύνοντας αυτούς που πράττουν το αγαθό, σκληραίνοντας από την άλλη και ενισχύοντας εκείνους, οι οποίοι είναι κακοί. Και η βλάβη είναι τόσο μεγαλύτερη, όσο τα δέντρα αυτά είναι υψηλότερα και παλαιότερα.

13.8 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς(1) είπεν αὐτῷ, Κύριε, ἄφες αὐτὴν καὶ τοῦτο τὸ ἔτος, ἕως ὅτου σκάψω(2) περὶ αὐτὴν καὶ βάλω κόπρια(2)·
8 Εκείνος του απάντησε: “άφησέ την, κύριε, κι ετούτη τη χρονιά, για να τη σκάψω γύρω γύρω και να της βάλω κοπριά.
(1) Απάντησε λόγω της τρυφερής αγάπης του προς το δέντρο, επειδή για τόσο χρόνο το καλλιεργούσε και το κλάδευε (b). «Παρακαλεί για τους Ιουδαίους, γιατί από τους Ιουδαίους έγινε άνθρωπος και ικετεύει για τους κατά σάρκα συγγενείς» (Ζ).
(2) Έως ότου ιδιαιτέρως φροντίσω το δέντρο. Αξιόλογη η εκδοχή: «έως ότου σκάψει την σκληρότητα που υπάρχει γύρω από τις ψυχές τους με το εργαλείο της συμβουλής και βάλει κοπριά σαν λίπασμα, δηλαδή διδασκαλία που παράγει πλούσια καρποφορία» (Ζ). Δεν ζητά να αποτραπεί για πάντα το κόψιμο του δέντρου, αλλά ζητά αναβολή μόνο του κοψίματος. Ο Χριστός είναι αυτός που μεσιτεύει στον Πατέρα για αναβολή της οργής του. Και τον Χριστό τώρα επικαλούνται στην εκκλησία και οι διάκονοί του. Αυτοί που κηρύττουν το λόγο του ευαγγελίου οφείλουν και να προσεύχονται να καρποφορήσει αυτός και να ανοίξει ο Χριστός και τις σκληρότερες καρδιές ώστε και αυτές να τον δεχτούν. «Κύριε άφησε και αυτό το χρόνο», να παρακαλούν για χάρη τους το Χριστό. Αλλά οι προσευχές μας αυτές πρέπει να ακολουθούνται και από τις προσπάθειές μας. Ο αμπελουργός παρουσιάζεται να λέει: Κύριε, ίσως και εγώ δεν φρόντισα επαρκώς τη συκιά. Άφησε αυτό το έτος να φροντίσω αυτήν πιο συστηματικά. Έτσι σε όλες τις προσευχές μας για μας και τους άλλους, πρέπει μεν να επικαλούμαστε την χάρη και το έλεος του Θεού, συγχρόνως όμως να έχουμε και τη σταθερή απόφαση, ώστε και εμείς να πράξουμε ό,τι από εμάς εξαρτάται για καρποφορία είτε δική μας είτε των άλλων. Σε αντίθετη περίπτωση κοροϊδεύουμε το Θεό και δείχνουμε ότι δεν εκτιμούμε επάξια το έλεος και τη χάρη την οποία ζητάμε. Τις προσευχές μας αυτές απαραίτητα πρέπει να συνοδεύουμε με την ακούραστη επιμέλειά μας στη χρήση των μέσων της χάρης.

13.9 κἂν μὲν ποιήσῃ καρπὸν(1)· εἰ δὲ μήγε(2), εἰς τὸ μέλλον(3) ἐκκόψεις αὐτήν(4).
9 Και αν κάνει καρπό, την αφήνεις· αλλιώς, θα την κόψεις στο μέλλον”».
(1) Υπάρχει και η γραφή: καρπόν εις το μέλλον· ει δε μήγε εκκόψεις αυτήν. «Είναι ελλειπτικός ο λόγος. Διότι λείπει το «έχει καλώς»» (Ζ)=Και αν μεν κάνει καρπό, έχει καλώς· έχει καλώς και θα σωθεί για κοινή μας χαρά (δ).
(2) Αν όμως δεν κάνει καρπό (δ).
(3) «Στον μελλοντικό χρόνο» (Ζ). Δεν σημαίνει λοιπόν στο μελλοντικό έτος, αλλά με απόλυτη έννοια, σε μελλοντικό καιρό ή χρόνο σε αντίθεση με τον τωρινό (δ). Άκαρποι χριστιανοί ενδείκνυται να αφυπνίζονται σε μετάνοια με τις απειλές του νόμου, οι οποίες οργώνουν το χέρσο έδαφος και έπειτα να ενθαρρύνονται με τις υποσχέσεις του ευαγγελίου, οι οποίες εκτρέφουν σαν τα λιπάσματα το δέντρο. Και οι δύο μέθοδοι ως υποβοηθητικές μεταξύ τους πρέπει να δοκιμάζονται.
(4) Καιρό «υποδηλώνει αυτόν, κατά τον οποίο πολιόρκησαν οι Ρωμαίοι την Παλαιστίνη. Διότι τότε έκοψε όλο το γένος της συναγωγής των Ιουδαίων… και φύτεψε αντί για αυτήν την εκκλησία των Χριστιανών, που πάντοτε καρποφορεί» (Ζ).

Στίχ. 10-17. Η θεραπεία της συγκύπτουσας γυναίκας.
13.10 Ἦν δὲ διδάσκων(1) ἐν μιᾷ τῶν συναγωγῶν(2) ἐν τοῖς σάββασιν(3).
10 Ένα Σάββατο δίδασκε ο Ιησούς σε μια συναγωγή.
(1) Καθ’ όλη τη διάρκεια του ταξιδιού προς Ιεροσόλυμα, όπως και σε όλη τη δημόσια δράση του ο Κύριος σύχναζε στις συναγωγές κάθε Σάββατο (g). Είναι δυνατόν ο Λουκάς στην παρουσίαση της παρούσας αφήγησης να ακολουθεί τη χρονολογική σειρά (L). Μπορεί όμως να οδηγήθηκε στην παρουσίαση αυτή και από την αντίθεση μεταξύ του Ισραήλ, ο οποίος ήδη κατά το τέλος της δημόσιας δράσης του Κυρίου, φαινόταν καθαρά πλέον ότι βαίνει προς την καταστροφή του και μεταξύ της εκκλησίας, η οποία σιγά σιγά αύξανε. Ένα γεγονός λαμπρό επιδρά ισχυρά πάνω στο πλήθος (σ. 10-17) και ο Ιησούς οδηγείται έτσι να περιγράψει σε δύο παραβολές τη δύναμη της βασιλείας του Θεού (σ. 18-21) (g).
(2) Ο τόπος που ήταν η συναγωγή, παραμένει άγνωστος. Το κήρυγμα στη συναγωγή υπενθυμίζει τη διδασκαλία στη Γαλιλαία (Μάρκ. α 21 κλπ). Αλλά γιατί ο Ιησούς δεν θα κήρυττε και στην Περαία; (L). Αυτή είναι η τελευταία αναφορά για διδασκαλία του σε συναγωγή και η μόνη περίπτωση, κατά την οποία στο τελευταίο του ταξίδι προς Ιεροσόλυμα δίδαξε σε συναγωγή (p).
(3) Όχι σε σειρά σαββάτων, αφού άλλωστε τα συμφραζόμενα δείχνουν, ότι σε συγκεκριμένο Σάββατο συντελέστηκε το θαύμα που εξιστορείται. Ο πληθυντικός σάββατα χρησιμοποιείται συνήθως για να δηλώσει ένα και μόνο Σάββατο. Δες Λουκ. δ 31 και Μάρκ. α 21 κλπ. (L).

13.11 καὶ ἰδοὺ γυνὴ(1) πνεῦμα ἔχουσα ἀσθενείας(2) ἔτη δέκα και ὀκτώ, καὶ ἦν συγκύπτουσα(3) καὶ μὴ δυναμένη ἀνακύψαι εἰς τὸ παντελές(4).
11 Εκεί βρισκόταν και μια γυναίκα, δεκαοχτώ χρόνια άρρωστη από δαιμονικό πνεύμα. Ήταν κυρτωμένη και δεν μπορούσε καθόλου να ισιώσει το σώμα της.
(1) «Φαίνεται να ήταν ευσεβής γυναίκα, διότι διαφορετικά ο Κύριος θεραπεύοντάς την θα της έλεγε «Σου συγχωρούνται οι αμαρτίες», ενώ τώρα την αποκάλεσε κόρη του Αβραάμ (b). Άλλωστε συμπεραίνουμε αυτό και από το ότι παρόλο που είχε ασθένεια παραμορφωτική, που έκανε σε αυτήν δύσκολη και επίπονη και αυτήν την μετακίνηση, παρ’ όλα αυτά δεν εμποδίστηκε από αυτήν να έλθει στη συναγωγή το σάββατο. Έγινε έτσι παράδειγμα και σε μας που μας διδάσκει, ότι και αν ακόμη πάσχουμε από αδιαθεσίες και ασθένειες που δεν μας δεσμεύουν στο κρεβάτι, οφείλουμε να προθυμοποιούμαστε να συμμετέχουμε στη δημόσια λατρεία τις Κυριακές, διότι ο Θεός μπορεί να μας βοηθήσει και πέρα από τις προσδοκίες μας.
(2) Ή, είχε πνεύμα, το οποίο προκαλούσε την ασθένεια. Παρόμοια το δαιμόνιο που προκαλούσε κώφωση ονομάζεται πνεύμα κωφόν. Λουκ. ια 14,Μάρκ. θ 17,25 (p) και συνεπώς ο δαίμονας είχε κυριεύσει τον οργανισμό της γυναίκας αυτής, όπως και στους υπόλοιπους δαιμονισμένους. Ή, με επήρεια σατανική (=πνεύμα) ασθένησε αυτή (L). Έτσι ή αλλιώς, είχε «δαιμόνιο αρρώστιας, που δεν την άφηνε να είναι υγιής» (Ζ). «Και η συγκύπτουσα γυναίκα λέγεται ότι το έπαθε αυτό από αγριότητα διαβολική… Διότι ο αλιτήριος σατανάς έγινε αίτιος να νοσούν τα ανθρώπινα σώματα, αφού από αυτόν, ισχυριζόμαστε ότι, ετοιμάστηκε έντεχνα η παράβαση του Αδάμ, μέσω της οποίας τα σώματα των ανθρώπων οδηγήθηκαν στην ασθένεια και τη φθορά». «Αλλά ο Θεός που τα βλέπει όλα, με πάρα πολύ σοφό σχέδιο, του δίνει περιθώριο σχετικά με αυτό, έτσι ώστε οι άνθρωποι φορτωμένοι πλήρως από το βάρος της ταλαιπωρίας, να προτιμήσουν να μεταβληθούν προς το καλύτερο» (Κ), αυτοί που κολάζονται από αυτόν.
(3) Το μεν συγκύπτω πρέπει να το εννοήσουμε για τον κορμό (L)= είχε κυρτό το σώμα (δ)· ενώ το ανακύπτω, για το κεφάλι (L)=να σηκώσει το κεφάλι πάνω.
(4) Μπορεί να συνδεθεί η λέξη ή, και με το «δεν μπορούσε»=Δεν μπορούσε καθόλου· ή, πιο φυσική ερμηνεία, με το ανακύψαι=Δεν μπορούσε να σηκώσει πάνω το κεφάλι όλως διόλου (L). Εις το παντελές=παντελώς, ολοτελώς. Δες Εβρ. ζ 25 (δ). Για 18 χρόνια η γυναίκα αυτή ήταν ασθενής. Ο Θεός ανέβαλλε για τόσο χρόνο τη θεραπεία της. Κάνει αυτό πολλές φορές ο Θεός για να αναπτύξει σε μας την προς αυτόν πίστη μέσω της δοκιμασίας, έτσι ώστε η υπομονή μας να έχει τέλειο έργο και να ετοιμαστούμε για την επίσκεψή του.

13.12 ἰδὼν δὲ αὐτὴν(1) ὁ ᾽Ιησοῦς προσεφώνησεν καὶ εἶπεν αὐτῇ, Γύναι, ἀπολέλυσαι(2) τῆς ἀσθενείας σου(3),
12 Όταν την είδε ο Ιησούς, τη φώναξε και της είπε: «Γυναίκα, απαλλάσσεσαι από την αρρώστια σου».
(1) «Αφού την σπλαχνίστηκε, την κάλεσε» (Ζ). Η γυναίκα φαίνεται με την ακρόαση του κηρύγματος να εκδήλωσε θερμό πόθο και βαθιά εμπιστοσύνη στον Κύριο (b). Δεν ζητά από αυτήν πίστη διότι διέκρινε την εσωτερική διάθεσή της. «Επρόκειτο η γυναίκα να πιστέψει και να έχει ευγνωμοσύνη» (Ζ). Ίσως επίσης «και για αυτόν ήλθε» στη συναγωγή «και αφού θεραπεύτηκε, ευχαριστεί. Για αυτό και γρήγορα την θεράπευσε» (Ζ). Δεν ζήτησε αυτή την θεραπεία της, πράγμα το οποίο αποδεικνύει το έλεος του Χριστού που πάντοτε προτρέχει και μας προλαβαίνει. Παρ’ όλα αυτά εκείνη είχε έλθει να διδαχτεί και να ωφελήσει την ψυχή της και ο Ιησούς τότε χορήγησε και τη θεραπεία της ασθένειας του σώματός της. Εκείνοι οι οποίοι πρωτίστως και κυρίως φροντίζουν για την ψυχή, θα βρουν στο Χριστό, αν όχι την πλήρη θεραπεία, τουλάχιστον όμως την ανακούφιση και παρηγοριά και στις σωματικές τους ασθένειες. Είναι αυτός που καλεί τους κουρασμένους και φορτωμένους για να τους αναπαύσει.
(2) Έχεις ήδη ελευθερωθεί και παραμένεις ελευθερωμένη (p). Σύμφωνα με τον Hobart το ρήμα χρησιμοποιείται από τους συγγραφείς γιατρούς για την θεραπεία ή την εξαφάνιση νόσου (L).
(3) «Ο λόγος αυτός αρμόζει πάρα πολύ σε Θεό, και είναι γεμάτος από εξουσία ουράνια! Διότι με νεύμα βασιλικό διώχνει την ασθένεια» (Κ).

13.13 καὶ ἐπέθηκεν αὐτῇ τὰς χεῖρας(1)· καὶ παραχρῆμα ἀνωρθώθη(2), καὶ ἐδόξαζεν τὸν θεόν.
13 Έβαλε πάνω της τα χέρια του κι αμέσως εκείνη ορθώθηκε και δόξαζε το Θεό.
(1) Ίσως για συμπλήρωση και ολοκλήρωση της θεραπείας (p). «Την θεράπευσε με τον λόγο, από τη μία, ως Θεός· με το να βάλει πάνω της τα χέρια, από την άλλη, ως άνθρωπος» (Ζ). Το άγγιγμα με τα χέρια απέβλεπε και στο να ενισχύσει την πίστη της άρρωστης και να καταστήσει και την θεραπεία στα μάτια των παρόντων ότι προέρχεται αδιαμφισβήτητα και απτά από τη δύναμη των χεριών του (ο). Αξιοσημείωτα και τα επόμενα: «Μπορούμε λοιπόν και από εδώ να δούμε, ότι η άγια σάρκα του είχε την δύναμη και ενέργεια του Θεού· διότι ήταν δική του η δύναμη και όχι κάποιου άλλου» (Κ).
(2) Ο Hobart δείχνει ότι το ρήμα χρησιμοποιείται από τους γιατρούς συγγραφείς για μέλη του σώματος που εξαρθώθηκαν ή δεν είχαν φυσιολογική θέση, τα οπoία ανατάχθηκαν και επανήλθαν σε ευθεία θέση (p)

13.14 ἀποκριθεὶς(1) δὲ ὁ ἀρχισυνάγωγος(2), ἀγανακτῶν(3) ὅτι τῷ σαββάτῳ ἐθεράπευσεν ὁ ᾽Ιησοῦς, ἔλεγεν τῷ ὄχλῳ(4)· ἓξ(5) ἡμέραι εἰσὶν ἐν αἷς δεῖ ἐργάζεσθαι· ἐν αὐταῖς οὖν ἐρχόμενοι θεραπεύεσθε καὶ μὴ τῇ ἡμέρᾳ τοῦ σαββάτου(6).
14 Ο αρχισυνάγωγος όμως, αγανακτισμένος που ο Ιησούς έκανε τη θεραπεία το Σάββατο, γύρισε στο πλήθος και είπε: «Υπάρχουν έξι μέρες που επιτρέπεται να εργάζεται κανείς· μέσα σ’ αυτές, λοιπόν, να έρχεστε και να θεραπεύεστε, και όχι το Σάββατο».
(1) Πράγματι όσα ο αρχισυνάγωγος λέει αποτελούν απάντηση στην πράξη του Ιησού (g). Κανείς δεν απευθύνθηκε σε αυτόν αλλά απαντά σε αυτό που έγινε (p).
(2) «Ο σατανάς που από την αρχή έδεσε τη γυναίκα, λυπημένος από την απελευθέρωσή της, επειδή ήθελε να την ταλαιπωρήσει περισσότερο, δένει τον αρχισυνάγωγο με τον φθόνο και με το στόμα του εναντιώνεται με θράσος στο θαύμα» (Θφ).
(3) «Αν και πώς δεν έπρεπε μάλλον να θαυμάσει;… Αφού είσαι αρχισυνάγωγος, ξέρεις κάπως τις γραφές του Μωϋσή, αρχισυνάγωγε. Είδες τον Μωϋσή να προσεύχεται σε πολλές περιπτώσεις και να μην έκανε τίποτα απολύτως από δική του δύναμη… Εδώ όμως δες, σε παρακαλώ, τον… Χριστό που δεν απευθύνει προσευχή, αλλά αναθέτει το κατόρθωμα του πράγματος στη δική του δύναμη, αφού θεραπεύει με τη φωνή του και με το άγγιγμα του χεριού του… Έπρεπε λοιπόν από αυτό, να καταλάβεις τη δύναμη του μυστηρίου σχετικά με αυτόν… και να μην λες τέτοια στους όχλους, ούτε να κατηγορείς τους θεραπευμένους ότι παραβιάζουν το νόμο» (Κ).
(4) Δεν τολμά κατ’ ευθείαν να ελέγξει τον Ιησού, αλλά ό,τι λέει, έμμεσα αναφέρεται στο Χριστό. Και «μαλώνει τους όχλους, ώστε να δώσει την εντύπωση ότι αγανακτεί για το Σάββατο» (Κ).
(5) Υπεραρκετές (b).
(6) Κατηγορεί εμμέσως το λαό ότι παραβιάζει το Σάββατο, μολονότι στην παρούσα περίπτωση ουδεμία σχέση είχε ο λαός με τη θεραπεία που συντελέστηκε. Αλλά ούτε η ίδια η θεραπευμένη απηύθυνε κάποιο λόγο στον Ιησού. Απλώς και μόνο αυτή ανορθώθηκε στη θέση της. Σαν να είχε την αξίωση ο αρχισυνάγωγος να απαντήσει η γυναίκα στον Κύριο: Όχι Κύριε· είναι Σάββατο σήμερα και δεν πρέπει να σηκωθώ. Αναβάλλω για αύριο το σήκωμά μου και την δοξολογία του Θεού για αυτό! Επιπλέον ο αρχισυνάγωγος είναι τόσο σκοτισμένος ώστε την ολοφάνερα υπερφυσική θεραπεία του Κυρίου θεωρεί ως κάποια εργασία που έγινε με ανθρώπινη ενέργεια και δεν διακρίνεται από τις συνηθισμένες ιατρικές επεμβάσεις (ο).

13.15 ἀπεκρίθη ουν αὐτῷ ὁ κύριος(1) καὶ εἶπεν, ῾Υποκριτά(2), ἕκαστος ὑμῶν τῷ σαββάτῳ οὐ λύει τὸν βοῦν αὐτοῦ ἢ τὸν ὄνον ἀπὸ τῆς φάτνης καὶ ἀπαγαγὼν ποτίζει(3);
15 Ο Κύριος του απάντησε: «Υποκριτή! Ο καθένας σας δε λύνει το βόδι του ή το γαϊδούρι του από το παχνί το Σάββατο και πάει να το ποτίσει;
(1) Σκόπιμα αποκαλείται εδώ, ο Κύριος (L). Η ονομασία αυτή δεν είναι συχνή στις ευαγγελικές αφηγήσεις, αλλά συναντιέται μόνο εκεί, όπου λάμπει η κυριαρχία του. Δες Λουκ. ζ 13,ι 1,ιζ 5 κλπ. (g). Αξιοσημείωτα τα επόμενα: «Ποιον πρόσταξε ο Θεός να μην δουλεύει το Σάββατο; Τον εαυτό του μάλλον ή τους ανθρώπους; Αν μεν λοιπόν τον εαυτό του, ας μην κυβερνούνται τα δικά μας το Σάββατο· ας σταματήσει και η διαδρομή του ηλίου· ας μην πέφτουν βροχές· ας σταθούν οι πηγές των υδάτων και οι φορές των ανεξάντλητων ποταμών και οι ανάγκες των ανέμων» (Κ).
(2) Αυθεντική γραφή: υποκριταί= «Ονόμασε υποκριτές όσους ήταν με το μέρος του αρχισυνάγωγου διότι υποκρίνονταν, από τη μία, ότι τιμούν το νόμο του σαββάτου, αλλά ζητούσαν την ικανοποίηση, από την άλλη, του φθόνου του δικού τους και εμπόδιζαν τη θεραπεία το Σάββατο» (Ζ). Και ελέγχεται ο αρχισυνάγωγος ως «δούλος του φθόνου» (Κ). Ο Χριστός ο οποίος γνωρίζει τις καρδιές των ανθρώπων, μπορεί να χαρακτηρίζει ως υποκριτές εκείνους τους οποίους δεν θα επιτρεπόταν σε μας να αποκαλέσουμε έτσι. Διότι εμείς εκτός από το ότι οφείλουμε να κρίνουμε τους άλλους με συμπάθεια, αφού και εμείς είμαστε αμαρτωλοί, δεν βλέπουμε παρά μόνο την εξωτερική όψη τους, ουδέποτε όμως και για κανένα λόγο και τα βάθη των καρδιών τους. Ο Χριστός ήταν αναμάρτητος και γνώριζε με κάθε σαφήνεια ότι βρισκόταν μπροστά σε πραγματικό εχθρό του ευαγγελίου του και της δόξας του Θεού, που κρυβόταν κάτω από το πρόσχημα της ευσέβειας.
(3) Ο Χριστός για να ελέγξει την διεστραμμένη ερμηνεία του νόμου, αναφέρεται σε μία λογική ερμηνεία που ήταν αναγνωρισμένη από την παράδοση (p). «Δες, σε παρακαλώ, ότι για τον αρχισυνάγωγο, είναι πιο άτιμος ο άνθρωπος από το κτήνος, εφόσον βεβαίως το βόδι και το γαϊδούρι έχει την αξίωση να τα φροντίζει το Σάββατο· αλλά την σκυμμένη γυναίκα δεν την θέλει να θεραπευτεί, από φθόνο στο Χριστό» (Κ).

13.16 ταύτην δὲ(1) θυγατέρα ᾽Αβραὰμ(2) οὖσαν, ἣν ἔδησεν ὁ Σατανᾶς ἰδοὺ δέκα καὶ ὀκτὼ ἔτη(3), οὐκ ἔδει(4) λυθῆναι ἀπὸ τοῦ δεσμοῦ τούτου τῇ ἡμέρᾳ τοῦ σαββάτου;
16 Κι αυτή, που είναι απόγονος του Αβραάμ, και ο σατανάς την είχε δεμένη δεκαοχτώ χρόνια, δεν έπρεπε να λυθεί απ’ αυτά τα δεσμά το Σάββατο;»
(1) Η αυστηρότητα αυτής της αποστροφής δικαιολογείται από την αντίθεση μεταξύ της ελευθεριότητας με την οποία έκριναν τα ζητήματα που σχετίζονταν με την αργία του σαββάτου, όταν επρόκειτο για τα προσωπικά τους συμφέροντα, και αυτά ακόμη τα ελάχιστα, και την υπερβολική αυστηρότητα την οποία εφάρμοζαν, όταν επρόκειτο για συμφέροντα του πλησίον, και αυτά ακόμη τα εξόχως σοβαρά, και μάλιστα όταν επρόκειτο να εκτιμηθεί η συμπεριφορά του Ιησού (g). Οι φαρισαίοι ελάμβαναν την πρόνοια αυτή για τα ζώα τους όχι από αισθήματα συμπάθειας προς αυτά, το οποίο επέβαλλε και ο νόμος του Θεού, αλλά από ιδιοτελή ελατήρια, για να μην υποστούν κάποια ζημιά από την ενδεχόμενη βλάβη του διψασμένου ζώου τους (ο).
(2) Κόρη όχι του Αδάμ, αλλά του Αβραάμ (b)· «αυτήν που είναι κόρη του Αβραάμ, όχι τόσο λόγω καταγωγής, όσο λόγω πίστης» (Κ).
(3) Τριπλή σκάλα. Βόδι ή γαϊδούρι και κόρη Αβραάμ· δεμένα στη φάτνη εκείνα, δεμένη από τον σατανά αυτή· μία ημέρα δίψας για τα ζώα, 18 χρόνια για αυτήν (g). Έχουμε έτσι επιχείρημα από το ισχυρότερο (p). Δείγμα της υπερφυσικής γνώσης του Ιησού Χριστού. Ο Κύριος γνώριζε όλα τα περιστατικά της ασθένειας, όπως και την διάρκειά της χωρίς να υποδηλώνεται από πουθενά, ότι πληροφορήθηκε αυτά από κάποιο εξωτερικό μέσο (b). Είναι κόρη του Αβραάμ, τον οποίο εσείς καυχιέστε ότι έχετε πατέρα. Είναι λοιπόν και αδελφή σας. Και δεν έπρεπε λοιπόν στην αδελφή σας να δειχτεί η συμπάθεια και ο οίκτος, τα οποία εσείς βρίσκετε επιβεβλημένα να δείχνετε το Σάββατο στα ζώα σας; Είναι κόρη του Αβραάμ. Και εφόσον οι ευλογίες του Μεσσία ανήκουν πρωτίστως στα παιδιά του Αβραάμ, έπρεπε αυτή να αποξενωθεί από τις ευεργεσίες αυτές; Είναι κόρη του Αβραάμ, την οποία έδεσε ο σατανάς. Για αυτό λοιπόν δεν ήταν μόνο έργο αγάπης και συμπάθειας στη φτωχή αυτή γυναίκα, αλλά και πράξη ευλάβειας προς το Θεό, ο οποίος ζητά την κατάργηση των έργων του διαβόλου. Είναι κόρη του Αβραάμ για 18 χρόνια δεμένη και τώρα παρουσιάστηκε η ευκαιρία να λυθεί. Θα έπρεπε λοιπόν να αναβληθεί η θεραπεία της, αφού εσείς ούτε για μια μέρα δεν αναβάλλετε το να λύνετε τα ζώα από τη φάτνη για να μη στερηθούν ούτε μία ημέρα το πότισμά τους;
(4) Όχι απλώς επιτρεπόταν, αλλά όφειλε να λυθεί (p).

13.17 καὶ ταῦτα λέγοντος αὐτοῦ κατῃσχύνοντο(1) πάντες οἱ ἀντικείμενοι αὐτῷ, καὶ πᾶς ὁ ὄχλος ἔχαιρεν(2) ἐπὶ πᾶσιν(3) τοῖς ἐνδόξοις τοῖς γινομένοις ὑπ᾽ αὐτοῦ.
17 Με τα λόγια του αυτά ντροπιάζονταν όλοι οι αντίπαλοί του κι ο κόσμος χαιρόταν για όλα τα θαυμαστά που έκανε ο Ιησούς.
(1) «Για τον έλεγχο στον οποίο δεν μπορούσε να υπάρξει αντίρρηση» (Ζ). «Ντροπιάζονταν μεν αυτοί που εξέφραζαν διεφθαρμένες κρίσεις… και δεν τους έμενε ούτε μία απάντηση· αλλά ήταν οι ίδιοι για τους εαυτούς τους έλεγχος αναντίρρητος και αποστομώνονταν και απορούσαν τι άραγε θα μπορούσαν να πουν» (Κ). Η κακεντρεχής υποκρισία τους έγινε τόσο ολοφάνερη από τον Ιησού, ώστε και αυτοί κατάλαβαν ότι αποδοκιμάστηκαν από το λαό για αυτό και κυριεύτηκαν από κάποιο είδος ντροπής (ο).
(2) «Οι όχλοι όμως, επειδή ωφελούνταν από τα θαύματα, χαίρονταν» (Κ). Ο όχλος χαιρόταν «επειδή ήταν απαλλαγμένος από φθόνο και επειδή ευεργετούνταν από αυτόν» (Ζ).
(3) Όχι μόνο για τη θεραπεία της γυναίκας, αλλά και για όλα τα άλλα έργα τα οποία διαρκώς γίνονταν (p) και τα οποία χαρακτηρίζονται ως ένδοξα, επειδή προκαλούσαν τον θαυμασμό (g).

Στίχ. 18-21. Η παραβολή του σπόρου του σιναπιού και της ζύμης.
13.18 ῎Ελεγεν δε(1), Τίνι ὁμοία ἐστὶν ἡ βασιλεία τοῦ θεοῦ(2), καὶ τίνι ὁμοιώσω αὐτήν(3);
18 Έλεγε ακόμη ο Ιησούς: «Με τι μοιάζει η βασιλεία του Θεού και με τι να την παρομοιάσω;
(1) Υπάρχει και η γραφή έλεγε οὖν. Το οὖν (λοιπόν) των αλεξανδρινών χειρογράφων σχετίζει τα λόγια αυτά με το γεγονός της υπερφυσικής θεραπείας που συντελέστηκε. Συμπέρασμα που προκύπτει από το γεγονός αυτό είναι η δύναμη της βασιλείας του Θεού (g). Το θαύμα αποδεικνύει, ότι η βασιλεία του Θεού άρχισε, αλλά η έκτασή της είναι ακόμη μικρή και η χαρά που εκδηλώνει το πλήθος δεν παρασύρει σε άκαιρη και υπερβολική αισιοδοξία Εκείνον, ό οποίος γνωρίζει, ότι για την επικράτησή της πρέπει να υποστεί πάθος σταυρικό (L). Μπορεί παρ’ όλα αυτά να συνδεθεί η περικοπή αυτή με τον στίχο 11 και να θεωρηθούν τα σχετικά με το γεγονός της θεραπείας της συγκύπτουσας, ως διακοπή που παρεμβλήθηκε (p).
(2) Οι παραβολές του σιναπιού και της ζύμης αναφέρονται η μεν πρώτη και από τους 3 συνοπτικούς (δες Ματθ. ιγ 31,32 και Μάρκ. δ 30-32 και τις εκεί ερμην. σημειώσεις), ενώ η δεύτερη από τον Λουκά και τον Ματθαίο (ιγ 33). Και οι 2 παραβολές εκθέτουν τις αφανείς αρχές, την βαθμιαία διάδοση και την τεράστια ανάπτυξη της βασιλείας του Θεού (=της ορατής εκκλησίας στη γη ή του λόγου της πίστης), η μία από τα έξω και η άλλη από τα μέσα. Εξωτερικά η βασιλεία του Θεού θα επεκταθεί τελικά σε όλα τα έθνη· εσωτερικά όμως θα μεταμορφώσει την όλη ζωή της ανθρωπότητας (p).
(3) Δύο ερωτήσεις και εδώ, όπως και στον Μάρκο, αλλά εδώ αυτές είναι πιο φυσικές και περισσότερο ζυγισμένες (L).

13.19 ὁμοία ἐστὶν κόκκῳ σινάπεως(1), ὃν λαβὼν ἄνθρωπος ἔβαλεν εἰς κῆπον ἑαυτοῦ, καὶ ηὔξησεν καὶ ἐγένετο εἰς δένδρον μέγα(2), καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατεσκήνωσεν ἐν τοῖς κλάδοις αὐτοῦ.
19 Μοιάζει με σπόρο σιναπιού, που κάποιος τον φύτεψε στον κήπο του. Μεγάλωσε, έγινε ολόκληρο δέντρο, και τα πουλιά φώλιασαν στα κλαδιά του».
(1) Με εντελώς διαφορετικό τρόπο από ό,τι εσείς φαντάζεστε και περιμένετε θα εγκαθιδρυθεί και θα επεκταθεί η βασιλεία του Θεού. Εσείς την περιμένετε από την αρχή να εμφανιστεί μεγάλη και να έλθει ξαφνικά σε μία στιγμή με το πλήρες μεγαλείο και τη δύναμή της. Πλανιέστε όμως. Η βασιλεία του Θεού μοιάζει με μικρότατο σπόρο, ο οποίος αθόρυβα φυτεύεται και λίγο-λίγο αυξάνει. «Είναι έξυπνο το παράδειγμα και είναι ικανό να παραστήσει αυτά που έχουν συμβεί, δηλαδή αυτά που έγιναν στο θείο και ιερό κήρυγμα, εννοώ βεβαίως το ευαγγελικό» (Κ) και στην επέκταση της εκκλησίας. «Και ήταν μεν στις αρχές σε λίγους και περιορισμένο, αλλά απλώθηκε και έτρεξε μετά από αυτά σε όλα τα έθνη» (Κ).
(2) «Όπως ακριβώς λοιπόν, ο σπόρος του σιναπιού υστερεί πολύ σε σχέση με τους υπόλοιπους σπόρους των λαχανικών στην ποσότητα του μεγέθους, αλλά ανεβαίνει σε ύψος που ξεπερνά το μέτρο των λαχανικών, ώστε να γίνεται και κατοικία πολλών πουλιών, έτσι και η βασιλεία των ουρανών» (Κ). Έξυπνη και η επόμενη: «Δες σπόρο του σιναπιού που παρουσιάζεται με παραβολή και λόγο ουράνιο που σαν σπόρος σπέρνεται στον κόσμο σαν σε αγρό, και έχει μέσα του την φλόγα και την δριμύτητα της δύναμης. Διότι κηρυσσόταν ότι είναι κριτής όλου του κόσμου και αυτός, αφού κρύφτηκε στην καρδιά της γης στο χώμα και αφού γεννήθηκε μέσα σε τρεις μέρες μέγιστο δέντρο, άπλωσε τα κλαδιά του στα πέρατα τη γης. Από αυτόν αφού προέκυψαν οι δώδεκα απόστολοι, που έγιναν κλαδιά ωραία και ανθηρά, έγιναν σκέπη για τα έθνη σαν για τα πουλιά του ουρανού, και αφού κάτω από αυτά τα κλαδιά σκεπάστηκαν οι πάντες σαν πουλιά που μαζεύτηκαν σε φωλιά, μετάλαβαν την φαγώσιμη και ουράνια τροφή που προερχόταν από αυτούς» (Ειρηναίου). Σύμφωνα με τον Biever το σινάπι αυτό είναι η brassica nigra, η οποία στη λίμνη της Τιβεριάδας και κατά μήκος του Ιορδάνη παίρνει τις διαστάσεις δέντρου που φτάνει μέχρι ύφους 3-4 μέτρων και γίνεται ξυλώδες στη βάση. Οι ακανθίδες (καρδερίνες) προπαντός, οι οποίες φαίνεται να τρώνε άπληστα τους σπόρους αυτού του σιναπιού, έρχονται κατά σμήνη, για να κατασκηνώσουν στα κλαδιά του (L). Τα αλεξανδρινά χειρόγραφα παραλείπουν το «μέγα». Πράγματι ο Ιησούς εδώ δεν αντιθέτει το δέντρο αυτό με άλλα μικρά δέντρα, αλλά την αύξηση του φυτού σε δέντρο πραγματικό σε σχέση με άλλα φυτά, τα οποία παραμένουν στο μέγεθος των λαχανικών (g)

13.20 πάλιν εἶπεν, Τίνι ὁμοιώσω τὴν βασιλείαν τοῦ θεοῦ(1);
20 Είπε πάλι: «Με τι να παρομοιάσω τη βασιλεία του Θεού;
(1) Μόνο ως προς την ερώτηση αυτή διαφέρει το χωρίο από το Ματθ. ιγ 33, όπου δες τις ερμην. σημειώσεις. Ρωτά για διέγερση της προσοχής των ακροατών (δ).

13.21 ὁμοία ἐστὶν ζύμῃ(1), ἣν λαβοῦσα γυνὴ έκρυψεν(2) εἰς ἀλεύρου σάτα τρία ἕως οὗ ἐζυμώθη ὅλον.
21 Μοιάζει με προζύμι, που το πήρε κάποια γυναίκα και το ανακάτωσε με ένα σακί αλεύρι, ώσπου ζυμώθηκε όλο».
(1) Περιμένετε η βασιλεία του Θεού να επιβληθεί με εξωτερικά μέσα δύναμης επιβλητικής, που υποτάσσει βίαια τα έθνη και συντρίβει στρατιές και με τα όπλα νικά όλους τους εχθρούς. Αυτή όμως την επίδραση θα την ασκήσει σιωπηλά και ήρεμα, σαν άλλη ζύμη που αφομοιώνει λίγο-λίγο αλλά με ασφάλεια το όλο φύραμα των ανθρώπων. «Ο ίδιος λόγος θα μπορούσε να γίνει, και σχετικά με την σύγκριση της βασιλείας του Θεού με ζύμη· διότι είναι μεν μικρή η ζύμη, αλλά κατακτά χωρίς καθυστέρηση όλο το φύραμα και το αναμειγνύει γρήγορα με την δική της ουσία» (Κ). Οι αρχές της βασιλείας των ουρανών υπήρξαν σχεδόν αόρατες και η άγνοια του ειδωλολατρικού κόσμου για τη φύση του ευαγγελίου υπήρξε απεριόριστη. Αλλά η ζύμη πάντοτε κατακτά το φύραμα (p).
(2) Έκρυψε αυτήν, ώστε φάνηκε ότι εξαφανίστηκε τελείως εντός του φυράματος (b). Οσοδήποτε όμως βαθιά και αν θάφτηκε, θα επιδράσει σε όλο το φύραμα και θα αφομοιώσει αυτό (p). «Διότι όταν μπει μέσα μας ο λόγος, μάς καθιστά αγίους και πεντακάθαρους· και αφού εισδύσει στο νου και την καρδιά, μάς κάνει πνευματικούς» (Κ). Αξιόλογες και οι επόμενες πρακτικές παρατηρήσεις: Και η καρδιά του ανθρώπου είναι όμοια με φύραμα που ζυμώνεται από τη ζύμη. Πρέπει όμως και αυτή να είναι μαλακή και εύπλαστη και μόνο στις μη αποσκληρυμένες καρδιές επιδρά η ζύμη του λόγου. Η ζύμη, σε σιτάρι που δεν αλέστηκε και δεν πλάστηκε σε φύραμα, δεν ασκεί καμία ενέργεια. Έτσι και το ευαγγέλιο, σε ψυχές που δεν ταπεινώθηκαν και είναι σκληροτράχηλες δεν κάνει τίποτα. Η ζύμη αυτή πρέπει να κρυφτεί στην καρδιά. («Στην καδιά μου έκρυψα τα λόγια σου» Ψαλμ. ριη 11). Πρέπει να κρυφτεί όχι διότι πρέπει να κρατηθεί μυστική, αλλά διότι πρέπει να φυλαχτεί με ασφάλεια. Η εσωτερική και βαθιά σκέψη μας πρέπει να προσηλωθεί σε αυτόν. Όταν η γυναίκα κρύβει την ζύμη στο φύραμα, την βάζει με το σκοπό να μεταδώσει σε αυτό τις ιδιότητές της και να ζυμώσει αυτό αφομοιώνοντας αυτό. Έτσι και εμείς πρέπει να αποθησαυρίζουμε στην καρδιά μας το λόγο για να αγιαστούμε και αφομοιωθούμε από αυτόν. Όταν λοιπόν ο λόγος του ευαγγελίου με τέτοιες διαθέσεις κρυφτεί στην καρδιά μας, τι μεταβολές εργάζεται! Μεταδίδει νέες πνευματικές ιδιότητες σε αυτήν, νέα φρονήματα, νέους πόθους. Σε άλλα πλέον αρέσκονται οι καρδιές μας, με άλλο τρόπο αισθάνονται και από άλλα πράγματα ελκύονται και θέλγονται. Εργάζεται ο λόγος μεταβολή ολοκληρωτική και βαθιά στην ψυχή. Διαχύνεται και εισχωρεί σε όλες τις δυνάμεις της, μεταβάλλοντας και αυτά τα μέλη του σώματος από όπλα αδικίας σε όπλα δικαιοσύνης (Ρωμ. στ 13). Και η ψυχή μετέχει στη φύση του λόγου που αποπνέει ευωδία Θεού και Χριστού και μεταδίδει την γεύση της χάρης και των ουράνιων πραγμάτων. Είναι λόγος πίστης και μετάνοιας, αγιότητας και αγάπης και αυτά μεταδίδονται στην ψυχή, εισδύουν σε αυτήν και εμποτίζουν αυτήν, ώστε έπειτα και από μόνη της η ίδια να αποπνέει ευωδία και να παρέχεται η ίδια γεύση.

Στίχ. 22-30 . Πόσοι θα σωθούν. Η στενή πύλη.
13.22 Καὶ διεπορεύετο(1) κατὰ πόλεις καὶ κώμας διδάσκων καὶ πορείαν ποιούμενος εἰς ῾Ιερουσαλήμ(2).
22 Καθώς ο Ιησούς πήγαινε στα Ιεροσόλυμα, περνούσε μέσα από πόλεις και χωριά διδάσκοντας.
(1) Η πρόθεση «δια» στο διεπορεύετο, αναφέρεται γενικά στη χώρα διαμέσου της οποίας πορευόταν. Ενώ η πρόθεση «κατά» που ακολουθεί υποδηλώνει την σε κάθε κατοικημένο τόπο, μικρή ή μεγάλη παραμονή για διδασκαλία (g). Φαίνεται ο λόγος να συνδέεται πάλι με το Λουκ. θ 51=Εξακολουθούσε την πορεία του (p).
(2) Η πορεία του είχε κανονιστεί με την πρόβλεψη να έλθει στην Ιερουσαλήμ κατά το τέλος μιας οδοιπορίας ειδικά αξιομνημόνευτης (b).

13.23 εἶπεν(1) δέ τις αὐτῷ, Κύριε, εἰ(2) ὀλίγοι οἱ σῳζόμενοι(3); ὁ δὲ εἶπεν πρὸς αὐτούς(4),
23 Κάποιος τον ρώτησε: «Κύριε, είναι λίγοι αυτοί που θα σωθούν;» Εκείνος τους απάντησε:
(1) «Εδώ το «είπε» έχει μπει αντί για το «ρώτησε»» (Ζ).
(2) «Κάποιοι ερμηνεύουν το «ει (=αν)» αντί για το «άρα»· σαν να λέει, Άρα είναι λίγοι αυτοί που σώζονται;» (Ζ).
(3) Αυτός που ρωτά ίσως υπέθετε, ότι οπωσδήποτε μόνο Ιουδαίοι θα σώζονταν (p).
(4) Είναι αξιοσημείωτος ο πληθυντικός. Όπως στο ιβ 15,42, ο Ιησούς δεν δίνει απάντηση στο ερώτημα που του προβλήθηκε, αλλά απαντά με τρόπο που μπορεί να ωφελήσει πολύ περισσότερο τόσο τους άλλους όσο και αυτόν που ρωτά, από όσο θα ωφελούνταν αυτοί με την άμεση απάντηση στο ερώτημα (p). «Φαίνεται κάπως ότι η απάντηση είναι έξω από τον σκοπό αυτού που ρώτησε. Διότι ο μεν, αξίωνε να μάθει αν είναι λίγοι οι σωζόμενοι· αυτός όμως, εξηγούσε τον δρόμο με τον οποίο μπορεί κάποιος να δικαιωθεί, λέγοντας, Να αγωνίζεστε να μπείτε από τη στενή πύλη. Τι λοιπόν θα πούμε σχετικά με αυτό; Συνήθιζε ο Σωτήρας των όλων Χριστός, σε αυτούς που τον ρωτούσαν, να απαντά όχι οπωσδήποτε όπως αυτοί νόμιζαν, αλλά να βλέπει το χρήσιμο και αναγκαίο για τους ακροατές. Το έπραττε κατεξοχήν αυτό, όταν κάποιος αξίωνε να μάθει κάτι από όσα είναι περιττά και ανώφελα. Διότι τι χρειαζόταν η ερώτηση με περιέργεια, αν είναι πολλοί ή λίγοι οι σωζόμενοι; Τι ωφέλεια θα έβγαινε από αυτό για τους ακροατές; Ήταν όμως αναγκαίο και ωφέλιμο το να γνωρίζει μάλλον κάποιος τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να οδηγηθεί στη σωτηρία. Επομένως πολύ προνοητικά σιωπά ως προς το μάταιο της ερώτησης, αλλά μεταφέρει τα λόγια σε αυτό που ήταν αναγκαίο» (Κ). Ίσως η πρόθεση αυτού που ρώτησε να ήταν, να πειράξει τον Ιησού. Εάν θα έλεγε ότι είναι πολλοί οι σωζόμενοι, θα τον μέμφονταν ότι έχει πολύ χαλαρές αντιλήψεις, σύμφωνα με τις οποίες η σωτηρία είναι πολύ εύκολη. Εάν θα απαντούσε ότι είναι λίγοι οι σωζόμενοι, θα τον κατηγορούσαν ως πολύ αυστηρό και ότι προσκρούει στη γνώμη των ραββίνων σύμφωνα με την οποία όλος ο Ισραήλ θα είχε θέση στη μέλλουσα βασιλεία. Ίσως όμως και το ερώτημα που μπήκε να ήταν ερώτημα απλής περιέργειας, χωρίς αυτός που ρωτά να ενδιαφέρεται σοβαρά να μάθει πώς επιτυγχάνεται η σωτηρία αυτή. Ο Κύριος όμως ήλθε για να οδηγήσει τις συνειδήσεις των ανθρώπων και όχι για να ικανοποιήσει την περιέργειά τους. Και η απάντηση την οποία δίνει, έχει την έννοια: Μη ρωτάς πόσοι θα σωθούν, αλλά ρώτησε: είμαι και εγώ μεταξύ αυτών που σώζονται και τι πρέπει να κάνω για να συγκαταριθμηθώ μεταξύ αυτών.

13.24 ᾽Αγωνίζεσθε εἰσελθεῖν διὰ τῆς στενῆς πύλης(1), ὅτι πολλοί, λέγω ὑμῖν, ζητήσουσιν(2) εἰσελθεῖν καὶ οὐκ ἰσχύσουσιν.
24 «Εσείς αγωνιστείτε να μπείτε από τη στενή πύλη, γιατί σας βεβαιώνω πως πολλοί θα θελήσουν να μπουν και δε θα μπορέσουν.
(1) Αυθεντική γραφή: θύρας. Στο Ματθ. ζ 13 γράφει «εισέλθετε δια της στενής πύλης». Τα συμφραζόμενα όμως είναι τελείως διαφορετικά. Διότι εκεί πρόκειται για πύλη, από την οποία βγαίνει κάποιος για να οδεύσει τον στενό δρόμο, ενώ εδώ πρόκειται για πόρτα που εισάγει κατ’ ευθείαν μέσα στο σπίτι, αλλά η οποία είναι τόσο στενή, ώστε μόνο αυτοί που ασκούν βία να μπορούν να περάσουν από αυτήν (p). H μεσσιακή βασιλεία συγκρίνεται με σπίτι, όπου πολλοί επιθυμούν να μπουν, για να παραστούν στην εκεί διεξαγόμενη γιορτή. Αλλά μόνο εκείνοι που καταβάλλουν προσπάθειες και χρησιμοποιούν όλη τη δραστηριότητά τους, κατορθώνουν να μπουν (g). Η επιστροφή και η αναγέννηση είναι η πύλη μέσω της οποίας κάποιος μπαίνει. Απαιτείται καρδιά καινούργια και πνεύμα καινούργιο για να μπει κάποιος. Πρέπει τα αρχαία να περάσουν και να γίνουν όλα καινούργια. Οι κλίσεις της ψυχής πρέπει να μεταβληθούν και οι διεφθαρμένες συνήθειες και τα πάθη να εξαλειφθούν. Πρέπει να βαδίσουμε εναντίον του ρεύματος, το οποίο μας ωθεί μακριά από την πύλη. Πρέπει να αγωνιστούμε εναντίον της αντίστασης, η οποία προβάλλεται σε μας από έξω και από μέσα. Είναι βεβαίως πολύ δυσκολότερο να αντιταχθεί κάποιος εναντίον του εαυτού του από όσο είναι δύσκολο να παλέψει εναντίον του κόσμου. Και οι δύο όμως αυτοί εχθροί πρέπει να κατανικηθούν. Για αυτό χρειάζεται αγώνας. Να αγωνίζεστε, λέει ο Κύριος, όπως αγωνίζονται αυτοί που τρέχουν στα επίγεια στάδια, για να λάβουν το βραβείο.
(2) Αξιοσημείωτη η αλλαγή του ρήματος. Αντί για το αγωνίζεσθε, βάζει τώρα το «θα ζητήσουν». Το απλό «ζητώ» είναι τελείως διαφορετικό από το αγωνίζομαι (p). Δείχνει απλή επιθυμία, την οποία γενικά έχει ο καθένας, για να μπει στη βασιλεία των ουρανών, όχι όμως και θέληση με απόφαση ισχυρή, για να επιδοθεί στην δραστήρια εργασία για επίτευξη αυτής (g). Ζητούν χωρίς να αγωνίζονται και να προσπαθούν. Αυτοί που αγωνίζονται και προσπαθούν επιτυγχάνουν (p). Επιθυμούν την μακαριότητα και εκτιμούν την αγιότητα και κάνουν κάποια βήματα για απόκτησή τους, αλλά οι πεποιθήσεις τους είναι ασθενείς και μετά τις πρώτες προσπάθειες αποκάμνουν και ψυχραίνονται.

13.25 ἀφ᾽ οὗ(1) ἂν ἐγερθῇ(2) ὁ οἰκοδεσπότης(3) καὶ ἀποκλείσῃ τὴν θύραν(4), καὶ ἄρξησθε(5) ἔξω ἑστάναι καὶ κρούειν τὴν θύραν λέγοντες, Κύριε Κύριε, ἄνοιξον ἡμῖν· καὶ ἀποκριθεὶς ἐρεῖ ὑμῖν, Οὐκ οἶδα ὑμᾶς(6) πόθεν ἐστέ(7).
25 Όταν έρθει η ώρα, θα σηκωθεί ο οικοδεσπότης και θα μανταλώσει την πόρτα· κι εσείς θα σταθείτε απ’ έξω και θ’ αρχίσετε να χτυπάτε λέγοντας “Κύριε, άνοιξέ μας”. Τότε εκείνος θα σας απαντήσει: “δε σας ξέρω από πού είστε”.
(1) Με διάφορους τρόπους συνέδεσαν αυτήν την πρόταση. Ή, την εξάρτησαν από τα προηγούμενα, αφού χώρισαν με απλό κόμμα το «ουκ ισχύσουσιν» από το «ἀφ᾽ οὗ ἂν ἐγερθῇ»=Δεν θα μπορέσουν να μπουν, όταν σηκωθεί ο οικοδεσπότης και κλείσει την πόρτα» (L.p). Ή, εξάρτησαν από το ἀποκριθεὶς ἐρεῖ. Ή, πιο σωστά, από το άρξεσθε του σ. 26, όπου το «τότε» σημειώνει σαφώς την έναρξη της τραγικής αυτής σκηνής, την οποία ο Κύριος είχε υπ’ όψη εξ’ αρχής (g). Το ἀφ᾽ οὗ που συνενώνεται απότομα, παρουσιάζεται πολύ έντονο. Η απόδοση της πρότασης είναι στο «τότε» του σ. 26 (b).
(2) Να σηκωθεί από το τραπέζι, για να κλείσει την πόρτα (b). Η θύρα του ελέους και της χάρης παρέμεινε για πολύ ανοιχτή σε αυτούς, αλλά δεν αγωνίστηκαν για να μπουν από αυτήν. Έγινε τώρα θύρα άρνησης και αποκλεισμού. Έτσι συνέβη και όταν ο Νώε βρισκόταν ασφαλής στην κιβωτό και ο Θεός έκλεισε την πόρτα της, για να αποκλείσει την είσοδο σε αυτήν όλων εκείνων, οι οποίοι κατά την προσέγγιση του κατακλυσμού εξαρτούσαν από το χέρι τους την σωτηρία τους.
(3) «Αναφέρει παραβολή που κρεμάει τον φόβο πάνω σε αυτούς που αμελούν την σωτηρία τους. Διότι επινοεί έναν οικοδεσπότη που κάθεται και υποδέχεται τους φίλους του και έπειτα σηκώνεται και κλείνει την πόρτα του σπιτιού του και δεν επιτρέπει στους άλλους να μπουν. Εννοείται βεβαίως ότι οικοδεσπότης είναι ο ίδιος, ενώ σπίτι είναι η βασιλεία των ουρανών» (Ζ).
(4) Κλείνει την πόρτα έτσι ώστε όλοι εκείνοι, οι οποίοι δεν βίασαν τους εαυτούς τους και δεν αγωνίστηκαν για να μπουν, παραμένουν ακόμη έξω. Ποια θα είναι η στιγμή αυτή; (g). «Με το ότι κάθεται μεν και υποδέχεται τους φίλους του, φανερώνεται το ότι αναμένει μέχρι τη συντέλεια του κόσμου και υποδέχεται τους άξιους· ενώ με το ότι σηκώνεται και κλείνει την πόρτα, δηλώνεται το τέλος του κόσμου» (Ζ), ή και το τέλος του παρόντος βίου για τον καθένα από εμάς, «διότι όσο είμαστε στη ζωή, βαδίζεται ο δρόμος της αρετής, μετά όμως την αποβίωση από εδώ, δεν βαδίζεται» (Θφ).
(5) Το άρξησθε μπήκε σε β΄ πρόσωπο, διότι ο Σωτήρας μιλά στους σαρκικούς και χλιαρούς ακροατές μεταξύ των παρόντων, οι οποίοι είναι από αυτούς που δεν μπορούν να μπουν=Και όταν αρχίσετε να στέκεστε έξω από την πόρτα και να την χτυπάτε (δ).
(6) «Γνώση εδώ δεν εννοεί απλώς το ότι τους ξέρει, αλλά την οικειότητα από την μεταξύ τους κοινωνία, που έχει χάρη και τιμή. Διότι αν ακριβώς η γνώση φανερώνει σε μας μόνο το ότι ξέρει απλώς, πώς αγνόησε κάποιους από αυτούς που υπάρχουν… αυτός που ξέρει τα πάντα και πριν δημιουργηθούν;… Δεν ξέρω, λέει, να γίνατε εραστές της αρετής· δεν ξέρω να τιμήσατε τον λόγο μου, αλλά ούτε να ενωθήκατε με μένα με πράξεις αγαθές» (Κ). Δες Ματθ. ζ 22,23 και τις εκεί ερμην. σημειώσεις.
(7) Δεν σας ξέρω. Δεν συγκαταλέγεστε στους οικείους μου. Δεν σας ξέρω από πού είστε. Δεν κατάγεστε από εμένα· δεν είστε από αυτούς που γεννήθηκαν από ψηλά· δεν είστε κλαδιά του σπιτιού μου και του αμπελιού μου.

13.26 τότε ἄρξεσθε λέγειν, ᾽Εφάγομεν ἐνώπιόν σου καὶ ἐπίομεν, καὶ ἐν ταῖς πλατείαις ἡμῶν ἐδίδαξας(1)·
26 Τότε θ’ αρχίσετε να λέτε: “εμείς φάγαμε και ήπιαμε μαζί σου, και μας δίδαξες στις πλατείες μας”.
(1) Τα πρόσωπα αυτά υποτίθεται ότι υπήρξαν φίλοι και γείτονες του οικοδεσπότη. Για αυτό και υπενθυμίζουν σε αυτόν τις σχέσεις οικειότητας, στις οποίες κατά το παρελθόν βρισκόντουσαν μαζί του. Έφαγαν και ήπιαν μαζί του και άκουσαν την δημόσια διδασκαλία του (ο). «Ποιοι θα μπορούσαν να εννοηθούν ότι είναι αυτοί που λένε στο Χριστό το: Φάγαμε και ήπιαμε μπροστά σου; Αυτός ο λόγος θα άρμοζε κατ’ εξοχήν στους Ισραηλίτες, στους οποίους βεβαίως είπε ο Χριστός, ότι: Θα δείτε τον Αβραάμ και τους συντρόφους του και τους προφήτες στη βασιλεία του Θεού, ενώ τους εαυτούς σας να σας βγάζουν έξω» (Κ). «Διότι πράγματι, από αυτούς καταγόταν σωματικά ο Χριστός και με αυτούς μαζί έτρωγε και έπινε» (Θφ). Τα λόγια αυτά που μπαίνουν στο στόμα των Ιουδαίων που απορρίφθηκαν, χαρακτηρίζουν με τρόπο ζωηρό την τάση του λαού αυτού να στηρίζει την σωτηρία του σε κάποια θρησκευτικά πλεονεκτήματα τελείως εξωτερικά=Υπήρξες συμπατριώτης μας· πώς θα αφήσεις να χαθούμε εμείς που ζήσαμε μαζί σου; (g). «Αλλά μπορούμε να εννοήσουμε και με πιο υψηλό τρόπο το «μπροστά σου φάγαμε και ήπιαμε»» (Θφ). «Διότι όταν τελούσαν την νομική λατρεία και πρόσφεραν στο Θεό τις αιματηρές θυσίες, έτρωγαν και ευφραίνονταν και άκουγαν επιπλέον και στις συναγωγές τα βιβλία του Μωϋσή» (Κ). «Αυτά όμως θα μπορούσαν να αρμόζουν και σε αυτούς που είναι Χριστιανοί, από τη μία, αλλά με αμέλεια στη ζωή τους, από την άλλη» (Θφ). «Διότι πολλοί έχουν πιστέψει στο Χριστό και τελούν τις άγιες γιορτές σχετικά με αυτόν και συχνάζοντας στις εκκλησίες, ακούνε τα ευαγγελικά μαθήματα· αλλά δεν αποθηκεύουν στο νου τίποτα από τα γραμμένα, αλλά και την καρδιά τους την έχουν γυμνή από πνευματική καρποφορία» (Κ). Το να έχει γνωρίσει κάποιος το Χριστό σωματικά και τελείως εξωτερικά, δεν παρέχει κανένα δικαίωμα για είσοδο στην βασιλεία (p). Δεν αρκεί απλώς να τρώμε και να πίνουμε μπροστά στο Χριστό και με την παρουσία του, αλλά πρέπει να είμαστε και συμμέτοχοι του Χριστού. Και όχι απλώς να ανοίγουμε τους δρόμους μας στη σωτήρια διδασκαλία του, αλλά σε αυτές τις καρδιές μας να κλείνουμε αυτήν (b). Δεν ψεύδονται αυτοί λέγοντας αυτά. Ίσως μάλιστα κάποιοι από αυτούς να συγκαταλέγονται μεταξύ αυτών που πήραν χαρίσματα. Αλλά ο Χριστός τους αγνοεί. «Όχι επειδή είπαν ψέματα, αλλά διότι την χάρη του Θεού την χρησιμοποίησαν για τα δικά τους θελήματα… Το ότι όμως παίρνει χάρισμα Θεού και ο ανάξιος, δεν είναι καθόλου παράδοξο. Διότι ο Θεός στον καιρό της αγαθότητας και της μακροθυμίας του ανατέλλει τον ήλιο του σε πονηρούς και αγαθούς· πολλές φορές επίσης, το κάνει και για ωφέλεια ή εκείνου του ίδιου που υποδέχεται το χάρισμα, μήπως άραγε, αφού ντραπεί από την αγαθότητα του Θεού, αισθανθεί την προτροπή να φροντίσει να τον ευαρεστήσει, ή το κάνει και για την ωφέλεια και άλλων» (Β).

13.27 καὶ ἐρεῖ· λέγω ὑμῖν, Οὐκ οἶδα ὑμᾶς πόθεν ἐστέ(1)· ἀπόστητε(2) ἀπ᾽ ἐμοῦ, πάντες οι ἐργάται της ἀδικίας(3).
27 Κι εκείνος θα σας πει: “σας λέω, δε σας ξέρω από πού είστε· φύγετε από κοντά μου όλοι εσείς οι εργάτες του κακού”.
(1) Υπαινίσσεται την ψευδή εμπιστοσύνη των Ιουδαίων στην καταγωγή τους από τον Αβραάμ=Δεν σας ξέρω από πού κατάγεστε (g). «Δεν σας ξέρω. Όπως ακριβώς ξέρει αυτούς που τον ξέρουν, έτσι πάλι με τη θέλησή του αγνοεί αυτούς που με τη θέλησή τους τον αγνοούν… Τον αγνοούν όμως θεληματικά, όχι μόνο οι άπιστοι Ιουδαίοι, αλλά και οι αμελείς πιστοί· οι μεν με το να είναι θεληματικά τυφλοί και κουφοί στα θαύματα και τις διδασκαλίες του· οι δε, με το να παραβαίνουν από ραθυμία τις εντολές του, παρόλο που ξέρουν ότι αυτός που αθετεί αυτές, αθετεί αυτόν» (Ζ).
(2) Παράθεση από το Ψαλμ. στ 9 όπου γράφεται «πάντες οι εργαζόμενοι την ανομίαν» (p).
(3) «Χωρίς αγάπη και αν εφαρμοστούν τα προστάγματα και οι δίκαιες απαιτήσεις του Θεού και φυλαχθούν οι εντολές του Κυρίου και ενεργοποιηθούν τα μεγάλα χαρίσματα, θα θεωρηθούν έργα ανομίας, όχι εξαιτίας αυτών καθ’ εαυτών των χαρισμάτων και των δίκαιων απαιτήσεων του Θεού, αλλά λόγω του σκοπού αυτών που χρησιμοποιούν αυτά για τα δικά τους θελήματα» (Β). Εργάτες της αδικίας δεν είναι αναγκαστικά μόνο οι κακοποιοί. Τέτοιος είναι κάθε άνθρωπος, ο οποίος παρά την κλήση του Θεού παραμένει αμετανόητος και δεν προσπαθεί να πετύχει την συμφιλίωση και αναγέννηση, χωρίς τα οποία γίνεται αδύνατη η είσοδος στην βασιλεία (g). Οι εργάτες της δικαιοσύνης λοιπόν θα μπουν στη βασιλεία (b).

13.28 ἐκεῖ(1) ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων(2), ὅταν ὄψησθε ᾽Αβραὰμ καὶ ᾽Ισαὰκ καὶ ᾽Ιακὼβ(3) καὶ πάντας τοὺς προφήτας ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ θεοῦ, ὑμᾶς(4) δὲ ἐκβαλλομένους ἔξω.
28 Εκεί θα κλαίτε και θα τρίζετε τα δόντια σας, όταν θα δείτε τον Αβραάμ, τον Ισαάκ, τον Ιακώβ και όλους τους προφήτες στη βασιλεία του Θεού, κι εσάς να σας πετάνε έξω.
(1) Δες Ματθ. η 11,12 και τις εκεί ερμην. σημειώσεις. Το «εκεί» δεν είναι ανάγκη να το πάρουμε με την σπανιότατη έννοιά του, του «τότε» (όπως ο Ζ), αλλά με τοπική έννοια=Εκεί στη θέση της αποβολής και του αποκλεισμού σας (p).
(2) «Το κλάμα το απαρηγόρητο και το τρίξιμο των δοντιών που γίνεται από αφόρητο πόνο» (Ζ). Αξιόλογη και η επόμενη: Το κλάμα θα προέρχεται από τον αποκλεισμό τους, το τρίξιμο των δοντιών από τη θέα της ευτυχίας των εθνικών, που έγιναν δεκτοί και σώθηκαν (g). «Διότι οι Ιουδαίοι με αυτό κατεξοχήν δαγκώνονταν, με το να ακούνε, ότι άλλοι μεν, οι εθνικοί, θα αναπαυτούν μαζί με τον Αβραάμ και τους πατέρες, ενώ αυτοί θα διωχτούν έξω» (Θφ)
(3) Η μεσσιακή ευτυχία παριστάνεται εδώ με εικόνα συνηθισμένη στους Ιουδαίους (Λουκ. ιδ 15), με δείπνο, στο οποίο προεξάρχουν οι πατριάρχες (g).
(4) Εσάς που «που έχετε μεγάλη ιδέα για το ότι είστε απόγονοι του Αβραάμ και των άλλων» (Ζ).

13.29 καὶ ἥξουσιν ἀπὸ ἀνατολῶν καὶ δυσμῶν καὶ ἀπὸ βορρᾶ καὶ νότου(1) καὶ ἀνακλιθήσονται(2) ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ θεοῦ.
29 Θα έρθουν άνθρωποι από την ανατολή και τη δύση, απ’ το βορρά και το νότο και θα καθίσουν στο τραπέζι της βασιλείας του Θεού.
(1) Θα έλθουν «οι εθνικοί από τα τέσσερα μέρη του κόσμου, ανατολή και δύση και βορρά και νότο. Διότι με τη λέξη βορρά σημαίνεται το βόρειο μέρος ενώ με τη λέξη Νότος το νότιο» (Ζ). Συνδυασμός των Ησαΐου με 6 και μθ 12. Δες και Ησ. νθ 19, Ιερεμ. γ 18,Μαλ. α 11 (p). Αυτοί που θα παρακαθήσουν στη βασιλεία του Θεού κόπιασαν πολύ για να μπουν σε αυτήν, διότι ήλθαν από μακρινά μέρη. Πέρασαν από διάφορα κλίματα και νίκησαν πολλές δυσκολίες και απογοητεύσεις. Το οποίο σημαίνει ότι οι εισερχόμενοι στη βασιλεία πρέπει να καταβάλλουν προσπάθειες, όπως άλλοτε η βασίλισσα Σαβά, η οποία ήλθε από τα πέρατα της γης, για να ακούσει τη Σοφία του Σολομώντα.
(2) «Ανάκλιση λοιπόν εννοεί, την ανάπαυση, την απόλαυση» (Ζ). Όσοι βαδίζουν και αγωνίζονται τώρα μοχθώντας στη διακονία του Θεού και της θρησκείας του, μετά από λίγο θα αναπαυτούν στη βασιλεία του.

13.30 καὶ ἰδοὺ(1) εἰσὶν ἔσχατοι(2) οἳ ἔσονται πρῶτοι, καὶ εἰσὶν πρῶτοι οἳ ἔσονται ἔσχατοι(3).
30 Και υπάρχουν πολλοί που τώρα είναι τελευταίοι αλλά τότε θα είναι πρώτοι· και πρώτοι που θα είναι τελευταίοι».
(1) Εκφράζει την έκπληξη, η οποία θα μπορούσε να προκληθεί από την ιδέα αυτής της αντιστροφής και ανατροπής (g). Το χωρίο που ακολουθεί συναντιέται και στο Ματθ. ιθ 30 και Μάρκ. ι 31, από το οποίο συμπεραίνουμε, ότι αποτελεί λόγο του Κυρίου που λέχθηκε πολλές φορές (p).
(2) Δεν λέει ότι όλοι οι πρώτοι, όλοι οι Ιουδαίοι θα γίνουν τελευταίοι, ούτε ότι όλοι οι άλλοτε έσχατοι θα γίνουν πρώτοι (g). «Οι πιστοί από τα έθνη που δίνουν μεν τώρα την εντύπωση ότι είναι τελευταίοι, επειδή γνώρισαν καλά το Θεό τελευταίοι, θα γίνουν πρώτοι τότε για την ειλικρινή πίστη τους. Ενώ οι άπιστοι Ιουδαίοι, που φαίνονται μεν τώρα πρώτοι, επειδή πρώτοι γνώρισαν το Θεό… θα γίνουν τότε τελευταίοι για την απιστία τους» (Κ).
(3) Η πρακτική απάντηση στον σ 23, που βγαίνει ως συμπέρασμα από τα λεχθέντα από τον σ. 24 και εξής, θα μπορούσε να διατυπωθεί ως εξής: Οποιοσδήποτε και αν είναι ο αριθμός των σωζομένων, εσείς για αυτό και μόνο πρέπει να ενδιαφέρεστε, πώς θα εξασφαλίσετε χωρίς αναβολή θέση μεταξύ τους (p).

Στίχ. 31-35 . Απειλές του Ηρώδη. Θρήνος για την Ιερουσαλήμ.
13.31 ᾽Εν αὐτῇ τῇ ημέρα(1) προσῆλθον τινες Φαρισαῖοι(2) λέγοντες αὐτῷ, ῎Εξελθε καὶ πορεύου ἐντεῦθεν(3), ὅτι ῾Ηρῴδης θέλει σε ἀποκτεῖναι(4).
31 Εκείνη την ημέρα πλησίασαν μερικοί Φαρισαίοι και του έλεγαν: «Απομακρύνσου απ’ αυτή την περιοχή, γιατί ο Ηρώδης θέλει να σε σκοτώσει».
(1) Διαφορετική γραφή: ᾽Εν αὐτῇ τῇ ὥρᾳ.
(2) Όχι από ειλικρινές ενδιαφέρον για την ασφάλεια της ζωής του, λένε αυτά σε αυτόν οι Φαρισαίοι. «Επειδή έλιωναν από το φθόνο… επιχειρούν να φοβίσουν τον Κύριο και του φέρνουν ως απειλή τον Ηρώδη» (Θφ). «Και υποκρινόμενοι εύνοια, τον συμβουλεύουν να βγει και να αναχωρήσει· με πρόφαση μεν, να μην φονευτεί από τον Ηρώδη, στην πραγματικότητα όμως για να μην δοξάζεται και ελκύει τον όχλο με το να είναι παρών και να κάνει θαύματα» (Ζ). Η επιθυμία να διαταράξουν το έργο του Ιησού και να δημιουργήσουν πανικό μεταξύ των ακολούθων του, ώθησε τους Φαρισαίους να ανακοινώσουν την απειλή του Ηρώδη στον Ιησού, έστω και αν κόμη δε είχαν την ελπίδα, ότι αυτός φεύγοντας από την περιοχή του Αντίπα θα μετέβαινε στην Ιουδαία και θα περιερχόταν έτσι στη δικαιοδοσία του συνεδρίου και της ιουδαϊκής ιεραρχίας (p). Ενδιαφέρονταν παρ’ όλα αυτά οι Φαρισαίοι και για τον τελευταίο αυτόν λόγο να καταφύγει ο Ιησούς στην Ιουδαία, στην οποία εκτείνονταν τα δικαιώματα του συνεδρίου τους (g).
(3) Ο Κύριος πιθανώς βρισκόταν τώρα στην Περαία. Δεν μπορούμε όμως να είμαστε βέβαιοι για αυτό. Και οι δύο όμως επαρχίες, η Περαία δηλαδή και η Γαλιλαία, βρίσκονταν στη δικαιοδοσία του Αντίπα (p).
(4) Από την απάντηση την οποία ο Κύριος δίνει στους Φαρισαίους βγαίνει ως συμπέρασμα φανερά, ότι η απειλή αυτή δεν ήταν επινόησή τους. Διότι διαφορετικά ο Κύριος θα έλεγχε την ψευδολογία τους και δεν θα αποκαλούσε τον Ηρώδη αλεπού. Παρόλο που ο τετράρχης αυτός επιθυμούσε να δει τον Ιησού να επιτελεί κάποιο θαύμα (Λουκ. κγ 8), πιθανότατα όμως τον θεωρούσε επικίνδυνο (p). Αφενός μεν η από τα κηρύγματα και την παρουσία του Ιησού προκαλούμενη ζύμωση στο λαό ανησυχούσε τον Ηρώδη· αφετέρου όμως δεν ήθελε στον θάνατο του Βαπτιστή που προηγήθηκε να προσθέσει και άλλον, και για αυτό ενδιαφερόταν να δει τον Ιησού να αφήνει τα εδάφη της δικαιοδοσίας του (g)

13.32 καὶ εἶπεν αὐτοῖς, Πορευθέντες εἴπατε τῇ ἀλώπεκι(1) ταύτῃ, ᾽Ιδοὺ ἐκβάλλω δαιμόνια(2) καὶ ἰάσεις(3) επιτελώ(4) σήμερον καὶ αὔριον(5), καὶ τῇ τρίτῃ τελειοῦμαι(6).
32 Εκείνος τους είπε: «Πηγαίνετε να πείτε σ’ αυτήν την αλεπού πως σήμερα κι αύριο θεραπεύω δαιμονισμένους και γιατρεύω ασθενείς· και την τρίτη μέρα θα φτάσει το έργο μου στο τέλος.
(1) «Παρομοιάζει τον άνθρωπο με την αλεπού· διότι αυτό το ζώο είναι πάντα κάπως πανούργο και δύστροπο» (Κ). Η αλεπού εξεικονίζει την πανουργία σε όλες τις γλώσσες και μάλιστα στην ελληνική, όπου σχηματίστηκε και το ρήμα αλωπεκίζω. Είναι σαν να έλεγε στον Ηρώδη: Επειδή δεν τολμάς να δείξεις τα δόντια του λιονταριού, καταφεύγεις στις πανουργίες της αλεπούς. Κάποιοι από τους νεότερους επέκριναν τον ελάχιστα ευλαβή τρόπο, με τον οποίο ο Κύριος επέκρινε τον άρχοντα του λαού του! Λησμόνησαν όμως, ότι ο Ηρώδης ήταν δημιούργημα του Καίσαρα και δεν ήταν νόμιμος κληρονόμος του θρόνου του Δαβίδ. Εάν επίσης οι προφήτες της Π.Δ. ως εντολοδόχοι του Θεού, έπαιρναν το θάρρος να μιλήσουν στους νόμιμους άρχοντες του λαού με τη γνωστή γλώσσα, πόσο μάλλον ο Ιησούς, ο οποίος είχε συνείδηση ότι και ως άνθρωπος ήταν ο ίδιος ο Μεσσίας, ο αληθινός βασιλιάς του Ισραήλ, είχε το δικαίωμα να χαρακτηρίσει την διαγωγή ενός βασιλιά που ήταν παρείσακτος και παράνομα ανέβηκε στο θρόνο (g).
(2) Δεν προσθέτει «κηρύττω το ευαγγέλιο» διότι αυτό δεν θα κατανοούνταν από τον Ηρώδη. Από τον ευεργετικό χαρακτήρα των πράξεων αυτών του Ιησού, γινόταν προφανές το αδικαιολόγητο και η κακεντρέχεια των προθέσεων του Ηρώδη (b).
(3) Η λέξη υπάρχει μόνο εδώ και στο Πραξ. δ 22,30. Προφανώς είναι λέξη ιατρική, που δεν συναντιέται όμως μαζί με το ρήμα αποτελώ (άλλη γραφή, αντί για επιτελώ) (L).
(4) Υπάρχει και η γραφή αποτελώ. Εφόσον όμως το αποτελώ είναι σπανιότερο από το επιτελώ, πιθανώς το τελευταίο αυτό αντικατέστησε κατά την αντιγραφή το αποτελώ, το οποίο συναντιέται στα παλαιότερα χειρόγραφα (g)=φέρνω κάτι σε πλήρες τέλος.
(5) «Κάποιοι λένε ότι το «σήμερα και αύριο» το λέει για δύο ημέρες, κατά τις οποίες επρόκειτο εκεί να θαυματουργεί· ενώ «τρίτη» εννοεί την μετά από αυτές, κατά την οποία λέει ότι θα τελειώσει, δηλαδή θα αρχίσει την πορεία προς το θάνατο και θα βαδίσει προς τα Ιεροσόλυμα» (Ζ). Πιο σωστή ερμηνεία: «Το σήμερα και αύριο, έστω και αν φαίνονται ότι δείχνουν μετρημένες ημέρες, φανερώνουν όμως στην πραγματικότητα συντομία καιρού. Διότι συνηθίζουμε, όταν θέλουμε να δείξουμε τον λίγο καιρό, να λέμε «σήμερα και αύριο»» (Ζ).
(6) «Με το να πει «φθάνω στο τέλος», διαμηνύει τον θάνατό του και ότι πεθαίνει με τη θέλησή του και ούτε ο Ηρώδης ούτε αυτοί θα μπορούσαν να κάνουν κάτι πριν τον κατάλληλο καιρό» (σχ.). «Οπωσδήποτε δεν έδειξε αυτό, ότι δηλαδή αναγκαστικά την τρίτη ημέρα θα έφτανε στο τέλος, αλλά δείχνει ότι ο θάνατός του θα γίνει σύντομα» (Θφ). «Υποδηλώνει ότι δεν θα πεθάνει μετά από πολύ καιρό» (Ζ). Ή, είμαι στο τέλος τόσο της δράσης μου όσο και της ζωής μου. Ας μην ανησυχεί λοιπόν ο Ηρώδης (g).

13.33 πλὴν δεῖ(1) με σήμερον καὶ αὔριον καὶ τῇ ἐχομένῃ(2) πορεύεσθαι(3), ὅτι οὐκ ἐνδέχεται(4) προφήτην ἀπολέσθαι ἔξω ᾽Ιερουσαλήμ(5).
33 Πείτε του πως αυτά θα γίνουν σήμερα κι αύριο, και την επομένη θα συνεχίσω την πορεία μου, γιατί δε συνηθίζεται να σκοτώνουν προφήτη έξω από την Ιερουσαλήμ.
(1) Είναι καθορισμένο από το θείο σχέδιο να πορευτώ φεύγοντας από εδώ και να γίνει ό,τι επιθυμεί ο Ηρώδης. Θα φύγω όχι διότι αυτός το θέλει, αλλά διότι το έργο μου κατά τη στιγμή αυτή απαιτεί αυτό (p). Έτσι μεταφράζεται και το «πλην». «Λέγοντας βεβαίως το «πρέπει εγώ», δεν δήλωσε αναπόφευκτη ανάγκη από την οποία κατά κάποιο τρόπο εξαρτιέται· αλλά ότι μάλλον με την εξουσία των δικών του θελημάτων, άφοβα θα βαδίσει όπου τυχόν θέλει και θα περιοδεύσει την Ιουδαία, χωρίς κανείς να έλθει εναντίον του ή να τον επιβουλευτεί, μέχρις ότου αυτός με τη θέλησή του καταδεχτεί να φτάσει στο τέλος» (Κ).
(2) Ή, «πρέπει σήμερα και αύριο να ενεργήσω αυτά που είπα, δηλαδή για λίγο καιρό και την «εχομένη» να πορευτώ, δηλαδή την επομένη ημέρα να πορευτώ» (Ζ). «Μην εννοήσεις ότι σημαίνει: πρέπει σήμερα και αύριο να πορευτώ, αλλά σταμάτησε την πρόταση μέχρι το σήμερα και αύριο· και έτσι πες το «την επομένη να πορευτώ»» (Θφ). Ή, θα πάρουμε και τις τρεις ημέρες μαζί με την έννοια του προσεχώς (L)· «είναι δηλαδή σαν να λέει περίπου τα εξής σε αυτούς που τον φθονούν· Τι μελετάτε τον θάνατό μου; Να, αυτό θα γίνει μετά από λίγο» (Θφ).
(3) Λιγότερο πιθανή ερμηνεία «να μεταβώ από την παρούσα ζωή» (Ζ). Πιο σωστά, «να πορευτώ στην Ιερουσαλήμ» (Θφ). Η έννοια της όλης φράσης=Λίγος χρόνος μου απομένει. Η εργασία μου δεν θα διαρκέσει ακόμη παρά τρεις ημέρες, δηλαδή μετρημένες ημέρες. Αυτές δεν μπορεί κανείς, ούτε ο Ηρώδης, να μου τις αφαιρέσει. Και σε αυτές θα εξακολουθήσω να βαδίζω προς τα Ιεροσόλυμα αργά, όπως βάδισα μέχρι τώρα (g).
(4) «Δεν είναι δεκτό, δηλαδή είναι ασυνήθιστο» (Ζ). Ουκ ενδέχεται, στη δόκιμη γλώσσα=δεν είναι δυνατόν (δ). «Όταν όμως ακούσεις ότι δεν είναι ενδεχόμενο προφήτης να φονευτεί έξω από την Ιερουσαλήμ, μη νομίζεις ότι εξαναγκάστηκαν οι Ιουδαίοι στο να πράξουν τέτοια πράγματα λόγω του ότι γράφτηκαν αυτά, αλλά αυτό λέγεται σε συμφωνία με την φονική τους διάθεση… διότι αφού εθίστηκαν με τα αίματα των δούλων, θα φονεύσουν και τον Κύριο» (Θφ).
(5) «Το είπε αυτό ειρωνικά διασύροντας την Ιερουσαλήμ ως προφητοκτόνο» (Ζ). Η δίκαιη ειρωνεία από δύο πλευρές: α) Σύμφωνα με το προηγούμενο που βαραίνει την Ιερουσαλήμ, είναι αυτή ο τόπος όπου κάθε προφήτης θα θανατωθεί. Η πόλη αυτή λες και από συνήθεια είχε λάβει το δικαίωμα εκείνο του να φονεύει τους προφήτες (Grotius). β) Όταν ο καιρός φτάσει, φονιάς δεν θα γινόταν ο Ηρώδης=Φαίνεστε ότι ενδιαφέρεστε για την ασφάλειά μου και για αυτό με αποτρέπετε από το να μείνω στη δικαιοδοσία του Ηρώδη. Μη φοβάστε. Εδώ δεν διατρέχω κανένα κίνδυνο. Αλλά πρέπει να μεταβώ στην πρωτεύουσά σας και εκεί με τα δικά σας χέρια θα θανατωθώ (p). Ο θάνατος του βαπτιστή Ιωάννη λέχθηκε ως παράδειγμα προφήτη που θανατώθηκε έξω από την Ιερουσαλήμ. Αλλά η περίπτωση αυτή αποτελεί μοναδική εξαίρεση του κανόνα (ο).

13.34 ᾽Ιερουσαλὴμ(1) ᾽Ιερουσαλήμ, ἡ ἀποκτέννουσα τοὺς προφήτας καὶ λιθοβολοῦσα τοὺς ἀπεσταλμένους πρὸς αὐτήν(2), ποσάκις(3) ἠθέλησα(4) ἐπισυνάξαι(5) τὰ τέκνα σου ὃν τρόπον ὄρνις τὴν ἑαυτῆς νοσσιὰν(6) ὑπὸ τὰς πτέρυγας(7), καὶ οὐκ ἠθελήσατε(8).
34 Ιερουσαλήμ, Ιερουσαλήμ, εσύ που σκοτώνεις τους προφήτες και λιθοβολείς αυτούς που σου στέλνει ο Θεός! Πόσες φορές θέλησα να συνάξω τα παιδιά σου, όπως η κλώσα τα κλωσόπουλά της κάτω από τις φτερούγες της, αλλά εσείς δεν το θελήσατε!
(1) Δες Ματθ. κγ 37-39 και τις εκεί ερμην. σημειώσεις. Τι θλίψη πρέπει να είχε ο Μεσσίας για να μιλήσει έτσι για την πρωτεύουσα του λαού του! Η σύνδεση με τα παραπάνω είναι φυσική και πολύ περισσότερο, εάν οι φαρισαίοι του στίχου 31 είχαν έλθει από τα Ιεροσόλυμα. Αλλά και η σύνδεση στο Ματθ. κγ 37 δεν είναι λιγότερο φυσική· εκεί όμως ο Χριστός είναι στην Ιερουσαλήμ. Λόγω αυτού υπήρξαν κάποιοι από τους νεότερους οι οποίοι υποστήριξαν τη γνώμη, ότι ο Κύριος 2 φορές και κάτω από διαφορετικές περιστάσεις εκφώνησε τα λόγια αυτά (p). Η επανάληψη δημιουργεί έμφαση και προδίδει παρά πολύ οίκτο.
(2) Ο Κύριος χρησιμοποιεί ενεστώτα (αποκτείνουσα… λιθοβολούσα). Αξιόλογη η παρατήρηση: Όλα όσα κατά το παρελθόν έγιναν στην Ιερουσαλήμ, όπως και όλα όσα επρόκειτο να γίνουν στο μέλλον, ήταν με την καθαρότητα του παρόντος μπροστά στο μάτι του Χριστού. Είναι αξιοσημείωτο ότι οι Ιεροσολυμίτες δεν περιορίστηκαν στο να μην ακούσουν τους προφήτες, αλλά κατέληξαν στο να τους φονεύσουν. Εκείνοι στους οποίους παρέχεται αφθονία μέσων της χάριτος, εάν δεν επωφεληθούν αυτά, σκληραίνουν από αυτά.
(3) Ο Κύριος επανειλημμένα επισκέφτηκε την Ιερουσαλήμ και κήρυξε και επιτέλεσε θαύματα σε αυτήν. Όσες φορές λοιπόν ακούμε τη φωνή του ευαγγελίου του και όσες φορές αισθανόμαστε στα βάθη μας τις νύξεις του Πνεύματος, τόσες φορές και ο Χριστός μας καλεί, όπως κάλεσε άλλοτε την Ιερουσαλήμ.
(4) Ο Χριστός γεμάτος με στοργή θέλει να σώσει τις αμαρτωλές ψυχές· επιθυμεί σφοδρά να προλάβει τον όλεθρό τους, αγάλλεται με την μετάνοιά τους. Αλλά η θέληση αυτή του Χριστού επιβαρύνει ακόμη περισσότερο την ενοχή των αμαρτωλών που δεν θέλουν, και ρίχνει την ευθύνη του αίματός τους στα κεφάλια τους.
(5) Οι προθέσεις στο επι-συν-άξαι σημαίνουν: μαζί σε ένα τόπο-γύρω από μένα τον ίδιο (p).
(6) «Νοσσιά λέει τώρα το πλήθος των νεοσσών (μικρά πουλιά)» (Ζ). Με την ίδια στοργή με την οποία και η κότα μαζεύει το πλήθος των νεοσσών της. Και για τον ίδιο σκοπό, για τον οποίο και εκείνη μαζεύει εκείνα. Για προστασία και ασφάλεια εναντίον του κινδύνου που τα απειλεί. Αλλά οι νεοσσοί όταν κινδυνεύουν τρέχουν αμέσως στη μητέρα που τους καλεί. Εσείς όμως κωφεύσατε.
(7) «Θέλησε να τους έχει κάτω από τα φτερά, δηλαδή κάτω από τη σκέπη της δύναμής του» (Κ).
(8) Μπαίνει σε τραγική αντίθεση με το «πόσες φορές θέλησα» (p). Αποδεικνύει το θλιβερό προνόμιο του ανθρώπου να αντιστέκεται στις ισχυρότερες έλξεις της χάρης (g). «Βλέπεις ότι και αν θέλει ο Θεός να σώσει, αλλά εμείς δεν προσέξουμε τους εαυτούς μας, μένουμε στην απώλεια; Διότι όπως λέω πολλές φορές, ο Θεός έχει την πρόθεση να σώζει τον άνθρωπο όχι ακούσια ούτε χωρίς ο άνθρωπος να θέλει, αλλά εκούσια και με ελεύθερη πρόθεση» (Χ).

13.35 ἰδοὺ ἀφίεται ὑμῖν(1) ὁ οἶκος ὑμῶν(2) έρημος(3). λέγω δὲ(4) ὑμῖν, οὐ μὴ με ἴδητέ ἕως αν ἥξη ὅτε εἴπητε, Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι κυρίου(5).
35 Γι’ αυτό ο τόπος σας θα ερημωθεί. Σας βεβαιώνω πως δε θα με δείτε πια, ώσπου να ’ρθεί ο καιρός που θα πείτε, ευλογημένος αυτός που έρχεται σταλμένος απ’ τον Κύριο!»
(1) Αφήνεται σε σας· έχετε αυτόν εξ’ ολοκλήρου δικό σας με την φροντίδα να τον προστατεύετε μόνοι σας, διότι ο Θεός δεν θα διαμένει πλέον σε αυτόν και δεν θα τον προστατεύει (p).
(2) Η πόλη Ιερουσαλήμ (p). Κανείς πλέον δεσμός δεν συνδέει αυτήν με το Θεό, ώστε να ονομάζει αυτήν σπίτι του (L). Όμοιος με αρπακτικό πτηνό, που πετά πάνω από το θύμα του, ο εχθρός απειλεί τους κατοίκους της Ιερουσαλήμ. Ο Ιησούς ο οποίος προστάτευε αυτούς μέχρι τώρα κάτω από τα φτερά του, αποσύρεται και παραμένουν τώρα ακάλυπτοι, εγκαταλελειμμένοι στο να υπερασπίζουν μόνοι τους εαυτούς τους. Η έννοια αυτή εκφράζεται στο πρώτο μισό του σ. 35 (g). Και ο ναός για τον οποίο καυχιόντουσαν, περιλαμβάνεται στο σπίτι τους. Είχαν μεταβάλλει αυτόν από οίκο του Θεού σε οίκο εμπορίου και σε σπήλαιο ληστών.
(3) Η λέξη δεν φαίνεται να είναι αυθεντική, αλλά αποτελεί γλώσσα (λέξη-κείμενο) που μπήκε στο κείμενο από το περιθώριο του χειρογράφου. Όταν ο Χριστός φύγει και απομακρυνθεί από ένα μέρος, οσοδήποτε και αν είναι αυτό με επιμέλεια προετοιμασμένο και πολυσύχναστο, μεταβάλλεται σε έρημο.
(4) Αντιθετικός σύνδεσμος=Φεύγω, αλλά μην εκλαμβάνετε την αναχώρηση αυτή ως σύντομη απουσία. Σας διακηρύσσω ότι δεν θα με δείτε για πολύ (g).
(5) Τρεις διαφορετικές εξηγήσεις δόθηκαν στο «όταν πείτε· ευλογημένος… Κυρίου». α) Ελάχιστα πιθανή ερμηνεία: Μετά τον εδώ διάλογο με τους Φαρισαίους «αφού περιόδευσε την Ιουδαία… επέστρεψε πάλι στα Ιεροσόλυμα· τότε λοιπόν, τότε κάθισε στο πουλάρι και όχλοι πολλοί και παιδιά κάτω από την εφηβεία… βάδιζαν μπροστά του και έλεγαν τιμητικά… Ωσαννά… ευλογημένος ο ερχόμενος… Επομένως τότε λέει ότι θα τον δουν πάλι, όταν φτάσει ο καιρός του Πάθους» (Κ). β) Κατά την δευτέρα παρουσία, όταν «βλέποντας αυτόν να έρχεται από τους ουρανούς με τη θεϊκή δόξα και με την συνοδεία αγγέλων, θα αναγκαστούν να ομολογήσουν ότι αυτός είναι ο ευλογημένος που έρχεται στο όνομα του Κυρίου, του Πατέρα του» (Ε). γ) Για τελειώσει η απουσία μου από εσάς, θα χρειαστεί να δώσετε τους εαυτούς σας σε μένα, με την μεταβολή των διαθέσεών σας απέναντί μου, οπότε θα με επικαλεστείτε με φωνή μετάνοιας και ευλάβειας (g). Αναφέρεται λοιπόν στην διαμέσου των αιώνων επιστροφή των Ισραηλιτών στον Ιησού (p). Η τελευταία ερμηνεία είναι πιο σοβαρή.

Κεφάλαιο 14

Στίχ. 1-6 . Η θεραπεία του υδρωπικού.
14.1 Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ἐλθεῖν αὐτὸν εἰς οἶκόν τινος τῶν ἀρχόντων(1) τῶν Φαρισαίων(2) σαββάτῳ(3) φαγεῖν ἄρτον καὶ αὐτοὶ(4) ἦσαν παρατηρούμενοι(5) αὐτόν.
1 Ένα Σάββατο ο Ιησούς πήγε στο σπίτι κάποιου Φαρισαίου άρχοντα για να φάει, και οι Φαρισαίοι τον παρακολουθούσαν.
(1) Δεν έχουμε ενδείξεις ότι υπήρχε κάποια ιεραρχία στη μερίδα των Φαρισαίων. Διακρίνονταν όμως μεταξύ τους αυτοί που υπερείχαν στις γνώσεις, τα τάλαντα και τον πλούτο (g).
(2) Μετά από αυτά που αναφέρθηκαν στο κεφ. ια (37-54), θα φαινόταν ίσως εκπληκτικό πώς ο Κύριος δέχεται πάλι πρόσκληση Φαρισαίου για φαγητό (p). Παρ’ όλα αυτά «υπήρχαν και στους φαρισαίους κάποιοι που ήταν σε μισό βαθμό πονηροί και διαφορετικοί από τους άλλους. Ακολουθούσε λοιπόν ο Χριστός, κάνοντας και εδώ το γεύμα αφορμή για ωφέλεια του Φαρισαίου και όσων ήταν στο σπίτι του» (Ζ). «Διότι φρόντιζε για την ωφέλεια των ψυχών και για αυτό το λόγο έμπαινε στο σπίτι» (Θφ).
(3) Ήταν συνηθισμένο να γίνονται συμπόσια το Σάββατο και είχε αποβεί παροιμιώδης η πολυτέλεια των συμποσίων κατά τα σάββατα (p).
(4) Οι οποίοι κατονομάζονται και στο σ. 3.
(5) «Οι υπόλοιποι Φαρισαίοι τον παρατηρούσαν εάν θα κάνει κάτι σε αντίθεση με το νόμο την ημέρα του σαββάτου» (Ζ). Πέρα από κάθε νόμο φιλοξενίας. Είναι καθήκον αυτού που φιλοξενεί να αναλαμβάνει υπό την προστασία του τον φιλοξενούμενο και να προλαβαίνει κάθε επιβουλή εναντίον του. Οι Φαρισαίοι όμως και οι νομικοί, με την ανοχή αυτού που φιλοξενούσε, παραμόνευαν όπως οι κυνηγοί πουλιών, οι οποίοι περιμένουν για να παγιδέψουν πουλιά.

14.2 καὶ ἰδοὺ(1) ἄνθρωπός τις ἦν ὑδρωπικὸς(2) ἔμπροσθεν αὐτοῦ(3).
2 Τότε στάθηκε μπροστά του ένας άνθρωπος που έπασχε από υδρωπικία.
(1) Το «ιδού» υποδηλώνει ότι η παρουσία του υδρωπικού ήταν απροσδόκητη από τους καλεσμένους, ίσως μάλιστα και από αυτόν τον ίδιο που φιλοξενούσε. Δεν ήταν πάντως από τους καλεσμένους, όπως φαίνεται και από το απέλυσε στο σ. 4 (p).
(2) Λέξη που λέγεται μοναδική φορά, συνηθισμένη όμως στους γιατρούς συγγραφείς (p). Εδώ είναι επίθετο, οι γιατροί όμως, παρόλο που χρησιμοποιούν αυτό και ως επίθετο, συχνότερα το παίρνουν ως ουσιαστικό (L).
(3) «Επειδή φοβήθηκε τους Φαρισαίους, δεν πλησίασε να ζητήσει να θεραπευτεί, επειδή ήταν Σάββατο, αλλά μόνο στάθηκε μπροστά του, έτσι ώστε αφού τον δει και τον σπλαχνιστεί, να τον θεραπεύσει» (Κ).

14.3 καὶ ἀποκριθεὶς(1) ὁ ᾽Ιησοῦς εἶπεν πρὸς τοὺς νομικοὺς(2) καὶ Φαρισαίους λέγων(3), ει έξεστι τῷ σαββάτῳ θεραπεύειν(4);
3 Ο Ιησούς πήρε το λόγο και ρώτησε τους νομοδιδασκάλους και τους Φαρισαίους: «Επιτρέπεται να γίνονται θεραπείες το Σάββατο;»
(1) Απάντησε στις σκέψεις τους, που υπονοούνταν με το «παρατηρούσαν» του σ. 1 (p). Η παρουσία του ασθενή προκάλεσε σε αυτούς το ερώτημα: Θα τον θεραπεύσει άραγε ή δεν θα τον θεραπεύσει;
(2) «Που ήταν καλεσμένοι και αυτοί μαζί εκεί» (Ζ). Προς τους νομικούς, οι οποίοι παρόλο που εξ’ επαγγέλματος σπούδαζαν τον νόμο, όμως δεν αντιλαμβάνονταν σωστά τον νόμο σχετικά με το σάββατο (b).
(3) Το είπε… λέγων, είναι εβραϊκός τρόπος γραφής (p).
(4) Υπάρχει και η γραφή: ῎Εξεστιν τῷ σαββάτῳ θεραπεῦσαι ἢ οὔ; «Ο Θεός των όλων είναι αγαθός και φιλάνθρωπος. Δεν έβαλε τον νόμο του Μωϋσή ως διδάσκαλο απανθρωπιάς, αλλά μάλλον εισηγητή της αγάπης στον διπλανό μας» (Κ).

14.4 οἱ δὲ ἡσύχασαν(1). καὶ ἐπιλαβόμενος(2) ἰάσατο αὐτὸν(3) καὶ ἀπέλυσεν.
4 Εκείνοι δεν απάντησαν. Ο Ιησούς έπιασε τον άρρωστο, τον γιάτρεψε και τον άφησε να φύγει.
(1) «Και άλλοτε όταν ρωτήθηκαν κάτι τέτοιο, αποστομώθηκαν» (Ζ). Σιώπησαν μη έχοντας τι να πουν. «Διότι δεν μπορούσαν να πουν, ότι εμπόδισε ο νόμος να κάνει κάποιος αγαθοεργίες το Σάββατο» (Ζ). Δεν επιθυμούσαν όμως και να πουν ότι επιτρέπεται το Σάββατο να θεραπεύει κάποιος (p). Οι αγαθοί επικρίνονται πολλές φορές από τους πονηρούς και για πράξεις, τις οποίες και αυτοί οι ίδιοι που επικρίνουν, εάν άφηναν τη συνείδησή τους ελεύθερη να μιλήσει, δεν θα τολμούσαν να αποκηρύξουν.
(2) «Αντί να πει: αφού άγγιξε» (Ζ). Σύμφωνα με κάποιους το «επιλαβόμενος» υποδηλώνει, ότι ο Κύριος πήρε κατ’ ιδίαν τον ασθενή και αφού τον οδήγησε σε άλλο δωμάτιο, τον θεράπευσε εκεί. Εάν δεχτούμε την εκδοχή αυτή ως ορθή, ο Ιησούς έπραξε αυτό αφενός μεν αποφεύγοντας κάθε επίδειξη και αυτοδιαφήμιση, αφετέρου δε για να μην προκαλέσει και ερεθίσει ακόμη περισσότερο τους αντιπάλους του. Διδασκόμαστε από το τελευταίο αυτό, ότι, παρόλο που δεν πρέπει να μπαίνουμε σε οποιονδήποτε δισταγμό, προκειμένου να πράξουμε το καθήκον μας, παρ’ όλα αυτά πρέπει να λαμβάνουμε όλα τα νόμιμα μέτρα για να κάνουμε την εμμονή στο καθήκον όσο γίνεται λιγότερο δυσάρεστη σε αυτούς που αντιτίθενται. «Επειδή τον ήξερε ο Κύριος, μιας και εισχωρούσε μέσα στην ψυχή του ως Θεός, δεν τον ρωτά αν θέλει να γίνει καλά, αλλά αμέσως τον θεράπευσε. Διότι ήξερε ότι ήθελε. Διότι πράγματι, για να τύχει της θεραπείας στεκόταν μπροστά του και σιωπούσε» (Κ).
(3) «Ο Κύριος δεν είχε σκοπό, να μη σκανδαλίσει αυτούς, αλλά να ευεργετήσει αυτόν που χρειαζόταν θεραπεία. Διότι πρέπει εμείς, όπου ανακύπτει πάρα πολλή ωφέλεια, να μη φροντίζουμε για αυτούς που ανόητα σκανδαλίζονται» (Θφ).

14.5 καὶ αποκριθείς πρὸς αὐτοὺς εἶπεν(1), Τίνος ὑμῶν(2) υἱὸς ἢ βοῦς εἰς φρέαρ εμπεσεῖται(3), καὶ οὐκ εὐθέως ἀνασπάσει(4) αὐτὸν ἐν ἡμέρᾳ τοῦ σαββάτου;
5 Ύστερα τους είπε: «Ποιος από σας, όταν πέσει το παιδί του ή το βόδι του στο πηγάδι το Σάββατο δε θα το ανασύρει αμέσως;»
(1) Υπάρχει και η γραφή: Και προς αυτούς είπε, όπου παραλείπεται το αποκριθείς. «Επειδή από δυστροπία σιώπησαν, διαλύει ο Χριστός την άθραυστη αναισχυντία τους, χρησιμοποιώντας για αυτό συλλογισμούς αναγκαίους» (Κ) και «διδάσκοντας ότι ο νόμος διέταξε να σαββατίζουν, δηλαδή να απέχουν, από τα βιοτικά έργα, όχι όμως και από τα πνευματικά» (Ζ).
(2) Με έμφαση μπαίνει μπροστά το ὑμῶν =Πώς ενεργείτε εσείς όταν πρόκειται για τα συμφέροντά σας; (p). Δεν ωθούνταν κυρίως από λόγους συμπαθείας προς τα άρρωστα ζώα, αλλά από λόγους συμφέροντος, όταν έσπευδαν να βοηθήσουν αυτά όταν κινδύνευαν. Αυτό όμως έκανε ολοφάνερη την υποκρισία τους. Επρόκειτο για το δικό τους βόδι. Και προκειμένου να προλάβουν τη ζημιά του χρήματος, η οποία θα ερχόταν σε αυτούς, εάν το βόδι πέθαινε, δεν εύρισκαν ότι παραβιάζεται το Σάββατο με τις βαριές προσπάθειες τις οποίες θα κατέβαλλαν για να το διασώσουν. Προκειμένου όμως για τη θεραπεία του άρρωστου ανθρώπου, με την οποία θα δοξαζόταν ο Θεός, εύρισκαν ότι παραβιάζεται το Σάββατο, έστω και αν με κανένα σωματικό κόπο, αλλά με απλό λόγο επιτυγχανόταν αυτή.
(3) «Σχεδόν λέει στους Φαρισαίους τα εξής: Αν έχει εμποδίσει ο νόμος να κάνει κάποιος πράξεις ελέους το Σάββατο, δεν θα φροντίσεις τον γιο σου αν κινδυνεύει το Σάββατο; Και τι λέω τον γιο; Τη στιγμή που ούτε βόδι δεν θα εγκαταλείψεις αβοήθητο, αν το δεις να κινδυνεύει. Πώς λοιπόν δεν είναι ανόητο να εξετάζετε την θεραπεία του υδρωπικού το Σάββατο;» (Θφ).
(4) =ανασύρει (δ), με πολύ κόπο και εργασία (b).

14.6 καὶ οὐκ ἴσχυσαν ἀνταποκριθῆναι(1) αυτώ πρὸς ταῦτα(2).
6 Και δεν μπόρεσαν να δώσουν απάντηση σ’ αυτά.
(1) Ανταποκρίνομαι=απαντώ με τη σειρά μου (δ). Μόνο εδώ και στο Ρωμ. θ 20.
(2) «Αφού ήταν φανερή η αλήθεια» (Ζ).

Στίχ. 7-14. Διδασκαλία για την ταπεινοφροσύνη.
14.7 ῎Ελεγεν δὲ πρὸς τοὺς κεκλημένους(1) παραβολήν(2), ἐπέχων(3) πῶς τὰς πρωτοκλισίας(4) ἐξελέγοντο, λέγων πρὸς αὐτούς,
7 Βλέποντας ο Ιησούς τους καλεσμένους με ποιον τρόπο διάλεγαν τις πρώτες θέσεις στο τραπέζι, τούς είπε μια παραβολή:
(1) Μπορούμε να υποθέσουμε ότι η θεραπεία του υδρωπικού έγινε πριν ακόμη αρχίσει το γεύμα. Τώρα αυτό αρχίζει και όταν κάθονταν οι καλεσμένοι γύρω από το τραπέζι, εκδηλώθηκε κάποια τάση μεταξύ τους να πιάσουν τις πρώτες θέσεις (p). Ο Κύριος παίρνοντας από αυτό αφορμή απευθύνει λόγους οικοδομής στους καλεσμένους. Μας παρέχει έτσι αξιομίμητο παράδειγμα να επωφελούμαστε από τη συνεστίαση με φίλους και συγγενείς, για να λέμε αυτά που είναι απαραίτητα για οικοδομή. Όχι μόνο όταν ήταν μαζί με τους μαθητές του, αλλά και όταν βρισκόταν σε σπίτι ξένο και με συντροφιά αγνώστων ή και εχθρών που τον παρατηρούσαν, ο Κύριος επεδίωκε να πει τα διδακτικά και ωφέλιμα. Και ανάμεσα σε κακόβουλους «όταν συναντούσε τους αμαρτωλούς» ο Κύριος «δεν σιώπησε τα αγαθά» (Ψαλμ. λη 1,2). Διότι παρά τις προκλήσεις τους ο Κύριος δεν αγανάκτησε ούτε «άναψε η καρδιά του μέσα του».
(2) Παραβολή που πάρθηκε από τους εξωτερικούς τρόπους συμπεριφοράς και αναφέρεται σε εσωτερικές και πνευματικές αρχές (b). Η συμβουλή που παρέχεται στο χωρίο αυτό δεν είναι καθόλου, όπως πίστεψαν πολλοί, συμβουλή φρόνησης κοσμικής, ούτε στη σκέψη του Κυρίου, ούτε στη σκέψη του Λουκά. Ο όρος παραβολή, που χρησιμοποιείται εδώ και το συμπέρασμα στο σ. 11, αποκλείουν την υπόθεση αυτή και επιβάλλουν να εκλάβουμε τον λόγο με έννοια θρησκευτική και με πνευματική εφαρμογή. Με την εικόνα αυτή τη χαριτωμένη και πάρα πολύ επίκαιρη, παρέχει ο Κύριος στους καλεσμένους μάθημα ταπεινοφροσύνης (g). Το μάθημα αυτό είναι το εξής: Ο καθένας ενώπιον του Θεού οφείλει να αισθάνεται ότι η έσχατη θέση είναι η μόνη που αρμόζει σε αυτόν (p), ως προς δε τους άλλους να θυμάται διαρκώς την προτροπή του Παύλου στο Φιλιπ. β 3 «με την ταπεινοφροσύνη να θεωρείτε τους άλλους ότι υπερέχουν από τον εαυτό σας». «Φαίνεται μεν σε κάποιους ίσως, ότι αυτά είναι κάπως μικρά και όχι άξια πολλής φροντίδας. Όταν όμως κάποιος προσηλώσει σε αυτά το μάτι της διάνοιας, τότε θα μάθει, από τι κατηγορία, από τη μία, απαλλάσσουν τον άνθρωπο, και πόσο κόσμιο, από την άλλη, τον κάνουν» (Σχ.). «Ας νικήσει, λέει, πολλούς με την λαμπρότητα των αρετών, με την ταπεινοφροσύνη. Διότι υψηλό στα μάτια του Θεού είναι το μέτριο φρόνημα» (Κ).
(3) Εξυπακούεται η λέξη «τον νου»=παρατηρούσε (δ)· κατηύθυνε την προσοχή του (g). Η προσοχή στην κοινωνική συναναστροφή και συμπεριφορά είναι πολύ ωφέλιμη και επαινετή συνήθεια (b). Στις πιο συνηθισμένες ενέργειες της ζωής μας το μάτι του Χριστού μας παρακολουθεί προσεκτικά και σημειώνει καθετί που πράττουμε, όχι μόνο στις θρησκευτικές μας συνάξεις, αλλά και στα συμπόσιά μας και τις άλλες κοινωνικές συναναστροφές.
(4) Με την ανάμιξη που σημειώθηκε τα χρόνια εκείνα στην Παλαιστίνη ιουδαϊκών, ρωμαϊκών, ελληνικών και περσικών εθίμων, δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ποια ήταν η πιο τιμητική θέση στο τραπέζι. Το Ταλμούδ αναφέρει ότι σε ανάκλιντρο που περιλάμβανε 3 παρακαθήμενους, η μεσαία θέση ήταν η πιο τιμητική και μετά από αυτήν ερχόταν η από αριστερά και τελευταία η από δεξιά (p).

14.8 ῞Οταν κληθῇς(1) ὑπό τινος εἰς γάμους(2), μὴ κατακλιθῇς εἰς τὴν πρωτοκλισίαν, μήποτε(3) ἐντιμότερός σου(4) ᾖ κεκλημένος ὑπ᾽ αὐτοῦ,
8 «Όταν σε καλέσει κάποιος σε γάμο, μην πας να καθίσεις στην πρώτη θέση, γιατί μπορεί κάποιος άλλος καλεσμένος να είναι πιο σπουδαίος από σένα.
(1) Το σε ενικό αριθμό πρόσωπο χρησιμοποιείται για να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση στο παράγγελμα. Δεν αναφέρεται λοιπόν ούτε στον οικοδεσπότη, ούτε σε κάποιο ορισμένο πρόσωπο από τους καλεσμένους, αλλά στο δεύτερο πρόσωπο, το οποίο χρησιμοποιείται εδώ, περιλαμβάνονται όλοι οι καλεσμένοι (ο).
(2) «Με τους γάμους, φανέρωσε κάθε γεύμα και κάθε δείπνο· διότι το να κληθεί κάποιος σε γάμους φαινόταν πιο τιμητικό από την πρόσκληση σε γεύμα ή δείπνο» (Ζ). Προτιμά ως εικόνα το συμπόσιο των γάμων, διότι σε αυτό η σειρά στον καθορισμό της θέσης κάθε καλεσμένου τηρείται ακριβέστερα από όσο σε οποιοδήποτε άλλο γεύμα (g). Επιπλέον ο Ιησούς απέφευγε να δώσει μάθημα πιο άμεσο και δεν έθιγε την φιλοτιμία των καλεσμένων εκείνη τη στιγμή, αφού το συμπόσιο στο οποίο μετείχε δεν ήταν γαμήλιο (L).
(3) Ο καθένας από τους καλεσμένους γνωρίζει μόνο τη δική του πρόσκληση, όχι όμως και ποιοι άλλοι κλήθηκαν (b).
(4) Ο υπερήφανος βάζει τον εαυτό του όχι απλώς υπεράνω μερικών, αλλά υπεράνω όλων (b).

14.9 καὶ ἐλθὼν ὁ σὲ καὶ αὐτὸν καλέσας(1) ἐρεῖ σοι, Δὸς τούτῳ τόπον(2), καὶ τότε ἄρξῃ(3) μετὰ αἰσχύνης(4) τὸν ἔσχατον τόπον κατέχειν.
9 Και τότε θα έρθει αυτός που κάλεσε κι εσένα κι εκείνον, και θα σου πει: “δώσε τη θέση σου σ’ αυτόν”. Τότε εσύ ντροπιασμένος θα πας να καθίσεις στην τελευταία θέση.
(1) Αυτός που κάλεσε, έχει το δικαίωμα να καθορίσει τη θέση στους καλεσμένους του (g).
(2) Κάνε τόπο σε αυτόν· δηλαδή παραχώρησε σε αυτόν τη θέση σου (δ).
(3) Θα αρχίσεις αναζητώντας θέση και επειδή στο μεταξύ όλες οι θέσεις πιάστηκαν από τους ήδη καθισμένους και κανείς από τους άλλους δεν θα υποχωρεί σε σένα, θα καταλήξεις να πιάσεις τον τελευταίο τόπο (δ). Το «θα αρχίσεις» δείχνει αντίθεση ανάμεσα στην εύκολη και σε σύντομο χρόνο κατάληψη της πρώτης θέσης και στην, κατά την διαρκέστερη αναζήτηση νέας θέσης, αργής και ταπεινωτικής υποχώρησης στον τελευταίο τόπο (p).
(4) Η υπερηφάνεια θα καταλήξει σε ντροπή και τελικά ο υπερήφανος θα πέσει από το ύψος του.

14.10 ἀλλ᾽ ὅταν κληθῇς πορευθεὶς ἀνάπεσε εἰς τὸν ἔσχατον τόπον, ἵνα(1) ὅταν ἔλθῃ ὁ κεκληκώς σε ἐρεῖ σοι, Φίλε, προσανάβηθι ἀνώτερον· τότε ἔσται σοι δόξα ἐνώπιον πάντων τῶν συνανακειμένων σοι.
10 Γι’ αυτό, όταν σε καλέσουν κάπου, πήγαινε και κάθισε στην τελευταία θέση, ώστε όταν έρθει αυτός που σε κάλεσε, να σου πει: “φίλε μου, έλα σε μια καλύτερη θέση”. Έτσι αυτό θα είναι μια τιμή για σένα μπροστά στους συνδαιτυμόνες σου.
(1) Ίσως το ἵνα εδώ μπαίνει για να δηλώσει την έκβαση, για να φανερώσει το αποτέλεσμα μάλλον παρά τον σκοπό (p). Ο Σωτήρας δηλαδή δεν εννοεί, ότι πρέπει εμείς σκόπιμα να διαλέγουμε την τελευταία θέση, για να μας ανεβάσουν σε υψηλότερη, αλλά θέλει να μας διδάξει, ότι η αλαζονεία και αυθάδεια οδηγούν σε ταπείνωση και εξευτελισμό, ενώ η αληθινή ταπεινοφροσύνη ουδέποτε εξευτελίζει αλλά πιο πολύ και τιμά (δ). Δεν συνιστά εδώ ο Κύριος στον αλαζόνα να μιμηθεί την ταπεινοφροσύνη για να τιμηθεί, ώστε να ικανοποιηθεί η φιλοπρωτία του (p). «Επιμηκύνει τον λόγο, δείχνοντας και την ντροπή από την αυθάδεια και την δόξα από την ευλάβεια, και από τις δύο μεριές προτρέπει σε μετριοφροσύνη» (Ζ). Η οδός του να ανέβει κάποιος ψηλά είναι να αρχίσει από χαμηλά. Ο Lightfoot παραθέτει παραβολή ενός από τους ραββίνους κάπως όμοια με την παρούσα: «Είχαν κληθεί τρεις σε δείπνο. Ο ένας από αυτούς κάθισε πιο ψηλά λέγοντας: Είμαι ηγεμόνας. Ο άλλος κάθισε κοντά του, προσθέτοντας: Και εγώ είμαι σοφός. Ο τρίτος έπιασε την τελευταία θέση παρατηρώντας: Εγώ είμαι άσημος. Ο βασιλιάς έβαλε τον ταπεινό να καθίσει στην υψηλότερη θέση, και τοποθέτησε τον ηγεμόνα στην τελευταία».

14.11 ὅτι(1) πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται καὶ ὁ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται(2).
11 Γιατί όποιος υψώνει τον εαυτό του θα ταπεινωθεί, κι αυτός που ταπεινώνει τον εαυτό του θα υψωθεί».
(1) «Προσθέτει και απόφθεγμα καθολικό για να βεβαιώσει τη συμβουλή» (Ζ). Προσθέτει αξίωμα που επαναλήφθηκε πολλές φορές από αυτόν. Δες Λουκ. ιη 14 και Ματθ. κγ 12 και τις εκεί σημειώσεις.
(2) Η ταπείνωση είναι το διαβατήριο με το οποίο μπαίνει κάποιος στη βασιλεία των ουρανών (p). Και δεν σημειώνεται μεν πάντοτε και απαρέγκλιτα η επαλήθευση αυτού του αξιώματος στη γη, παρατηρείται όμως αυτή συχνότατα και η κοινή γνώμη βρίσκει τόση ικανοποίηση σε αυτήν την επαλήθευση, ώστε το αξίωμα αυτό του Κυρίου μπήκε ως ρητό σε κοινή χρήση (L). Εδώ ο Κύριος χρησιμοποιεί το αξίωμα αυτό για αποτροπή εκείνου το οποίο αποκαλούμε ματαιότητα. Εκείνοι άλλωστε οι οποίοι επιζητούσαν τις πρωτοκαθεδρίες στα δείπνα, ήταν από τους ανθρώπους εκείνους, οι οποίοι είχαν πεποίθηση στον εαυτό τους και περιφρονούσαν τους άλλους.

14.12 ῎Ελεγεν δὲ καὶ τῷ κεκληκότι(1) αὐτόν, ῞Οταν ποιῇς ἄριστον ἢ δεῖπνον(2), μὴ φώνει(3) τοὺς φίλους σου μηδὲ τοὺς ἀδελφούς σου μηδὲ τοὺς συγγενεῖς σου(4) μηδὲ γείτονας πλουσίους, μήποτε(5) καὶ αὐτοὶ σε ἀντικαλέσωσι καὶ γενήσεταί σοι ἀνταπόδομα.
12 Και σ’ αυτόν που τον είχε καλέσει έλεγε ο Ιησούς: «Εσύ όταν κάνεις γεύμα ή δείπνο, μην καλείς τους φίλους σου και τ’ αδέρφια σου ούτε τους συγγενείς σου και τους πλούσιους γείτονες, γιατί κι αυτοί θα σε καλέσουν με τη σειρά τους, κι έτσι θα σου το ανταποδώσουν.
(1) «Επειδή το δείπνο αποτελείται από δύο μέρη, τους καλεσμένους και αυτούς που καλούν, για το μεν μέρος των καλεσμένων μίλησε χειραγωγώντας με συμβουλή στη σωτήρια ταπεινοφροσύνη παραθέτοντας σε αυτούς φαγητό αδαπάνητο· ρίχνει λοιπόν με τη σειρά του στο φιλότιμο και αυτόν που κάλεσε, και με συμβουλή τον εμποδίζει να κάνει τις εστιάσεις για κάποια ανθρώπινη χάρη και να αναμένει την άμεση ανταπόδοση του μισθού» (Θφ). Ίσως ο Κύριος παίρνει αφορμή από το ότι μεταξύ των καλεσμένων οι περισσότεροι ήταν πλούσιοι. Και μας διδάσκει ότι το να χρησιμοποιούμε όσα έχουμε σε έργα αγαθοεργίας και αγάπης είναι ασύγκριτα προτιμότερο και ωφελιμότερο σε μας, παρά να ξοδεύουμε αυτά σε γενναιόδωρες και μεγαλοπρεπείς υποδοχές ανθρώπων πλούσιων και εξεχόντων.
(2) «Δεν είπε όμως, ότι Όταν κάνεις γάμους, αλλά όταν κάνεις γεύμα ή δείπνο. Διότι στους γάμους αναγκαστικά καλούσαν μαζί φίλους και αδελφούς και συγγενείς και γείτονες πλούσιους για τιμή των γάμων» (Ζ).
(3) Εδώ χρησιμοποιεί το «να φωνάζεις» αντί για το «να καλείς», το οποίο έχει στον επόμενο σ. Ίσως για να σημάνει με το «να φωνάζεις» την επίσημη και προσωπική πρόσκληση (L). Ο ενεστώτας δείχνει αυτό που γίνεται συνήθως και συστηματικά. Απαγορεύει δηλαδή την αποκλειστική πρόσκληση των πλουσίων γειτόνων κλπ. (p).
(4) «Δεν τα συμβούλεψε αυτά για να ατιμάσει τη φιλία και τη συγγένεια και την αδελφότητα και τα αντίστοιχα, αλλά έτσι ώστε, γνωρίζοντας το καλύτερο, αυτό να προτιμούμε και να μην παραχωρούμε τις γενναιόδωρες προσκλήσεις σε αυτούς που δεν έχουν ανάγκη με σκοπό την ανταπόδοση» (Ζ) και έτσι «να πουλάμε την γενναιοδωρία» (Θφ). «Διότι δεν πρέπει να κάνουμε απλώς αυτές τις δεξιώσεις, αλλά σε αυτούς που πεινούν, που διψούν, που είναι γυμνοί, που είναι ξένοι και πτώχευσαν από πλούτο. Διότι δεν είπε απλώς, τράφηκα, αλλά πεινούσα. Διότι λέει «με είδατε να πεινάω και με θρέψατε»» (Χ). Ο Κύριος όχι άσκοπα βάζει πρώτα τους φίλους από τους αδελφούς και συγγενείς. Διότι το γεύμα με φίλους είναι γεύμα διασκέδασης, ενώ η πρόσκληση των αδελφών και συγγενών αποτελεί σε κάποιο μέτρο και καθήκον (g).
(5) =Από φόβο μήπως. Έχει η λέξη μέσα της κάτι το παράδοξο μαζί και χαριτωμένο· δηλαδή αυτού του είδους η πρόσκληση αποτελεί ένα είδος δυστυχίας που πρέπει να αποφεύγεται. Διότι εφόσον θα σου ανταποδοθεί αυτό που τους έκανες, δεν πρόκειται πλέον και στο μέλλον να ανταμειφθείς για αυτό (g).

14.13 ἀλλ᾽ ὅταν ποιῇς δοχὴν(1), κάλει(2) πτωχούς, ἀναπήρους(3), χωλούς, τυφλούς(4)·
13 Αντίθετα, όταν κάνεις τραπέζι, να καλείς φτωχούς, ανάπηρους, κουτσούς, τυφλούς.
(1) «Δοχή ονομάζει την υποδοχή, την ευτυχή συνάντηση, την εστίαση» (Ζ).
(2) Έξυπνη η παρατήρηση: Χρησιμοποιείται εδώ το κάλεσε και όχι το φώναξε=Όχι με θόρυβο και τρόπο πομπώδη, για να προκαλέσεις την προσοχή του κοινού στο γεύμα, το οποίο προετοίμασες, αλλά κάλεσε μάλλον ήσυχα και ιδιωτικά με πνεύμα ειλικρινούς ταπεινοφροσύνης σαν διαχειριστής αγαθών που σου χορηγήθηκαν από το Θεό, για να διαθέσεις αυτά στους φτωχούς και περιφρονημένους (ο).
(3) Αυτοί που έχουν στερηθεί μία ή περισσότερες από τις αισθήσεις ή κάποιο μέλος του σώματός τους. Συνήθως οι κουτσοί ή οι τυφλοί. Εφόσον όμως εδώ οι δύο αυτές κατηγορίες ονομάζονται και συγκεκριμένα, έχει γενικότερη έννοια (g).
(4) Όλοι αυτοί χρειάζονται και αυτό ίσως το ψωμί. Για την υποδοχή φίλων και συγγενών το παρατιθέμενο τραπέζι θα είναι αρκετά δαπανηρό και επόμενο είναι και να επικριθείς για αυτό από τους φιλοξενούμενους, αφού θα είναι χορτασμένοι και από το δικό τους τραπέζι. Εάν όμως ξοδέψεις και ένα μέρος μόνο από την δαπάνη σου αυτή για την υποδοχή φτωχών, θα τους παραθέσεις τραπέζι ασυνήθιστα πλούσιο για αυτούς. Θα ευγνωμονούν αυτοί και θα εκφράζονται πολύ ικανοποιητικά για τις προμήθειές σου και θα σε ανταμείψουν με τις εγκάρδιες ευχές τους και τις προς τον Θεό δεήσεις τους.

14.14 καὶ μακάριος ἔσῃ, ὅτι οὐκ ἔχουσιν ἀνταποδοῦναί σοι(1), ἀνταποδοθήσεται γάρ σοι ἐν τῇ ἀναστάσει(2) τῶν δικαίων(3).
14 Θα είσαι μακάριος που δεν θα μπορούν να σου το ανταποδώσουν, γιατί θα σου ανταποδοθεί όταν θ’ αναστηθούν οι δίκαιοι».
(1) «Οι μεν μικρόψυχοι όταν καλούν φίλους ή συγγενείς, το κάνουν αυτό για την άμεση ανταπόδοση, και να δεν τύχουν αυτής, δυσανασχετούν. Οι μεγαλόψυχοι όμως, αναμένοντας το μέλλον, δέχονται τις αμοιβές από τον όντως πλούσιο (Θεό)» (Θφ) και «κάνουν πράγμα πολύ καλύτερο και ενδοξότερο, το οποίο έδειξε ο Κύριος για αυτούς που πράττουν αυτό στους ασθενείς και αναγκεμένους και ανάπηρους, από τους οποίους δεν υπάρχει ανταπόδοση, στους οποίους ο Θεός υποσχέθηκε ότι θα τους ανταποδώσει μισθό στον μέλλοντα αιώνα» (Ζ).
(2) Πριν την ανάσταση δεν υπάρχει πλήρης και τέλεια ανταπόδοση αλλά μάλλον, για όσο διαρκεί η παρούσα ζωή, παρέχονται ευκαιρίες για περαιτέρω σπορά εν αναμονή του τελικού θερισμού των αμοιβών. Μετά το θάνατο λοιπόν υπάρχει κατάσταση ανάπαυσης (b).
(3) Η φράση στην ανάσταση των δικαίων, δεν υπονοεί αναγκαστικά την διάκριση μεταξύ δύο δ ι α δ ο χ ι κ ώ ν αναστάσεων, δηλαδή της ανάστασης των δικαίων πρώτα και έπειτα, μετά κάποιο χρονικό διάστημα, της καθολικής ανάστασης. Η φράση αυτή μπορεί να σημαίνει απλώς: Όταν θα αναστηθούν οι δίκαιοι κατά την βασιλεία (g). Το «δικαίων» είναι δυνατόν να προστέθηκε απλώς και μόνο για να σημάνει τον χαρακτήρα εκείνων, οι οποίοι ασκούν την ανιδιοτελή αγαθοεργία και την χωρίς κάποιο συμφέρον επίγειο περιποίηση των φτωχών και ασθενών (p), και επιπλέον για να δηλωθεί ότι η ανταμοιβή θα είναι ανταμοιβή αποκλειστικά των δικαίων (L). Έργα φιλανθρωπίας ίσως δεν ανταμειφθούν στον κόσμο αυτόν, διότι τα πράγματα του κόσμου αυτού δεν είναι τα άριστα και για αυτό ο Θεός δεν ανταμείβει τους άριστους ανθρώπους με τα αγαθά αυτά. Ασφαλώς όμως θα ανταμειφθούν στην ανάσταση των δικαίων.

Στίχ. 15-24. Η παραβολή του μεγάλου δείπνου.
14.15 ᾽Ακούσας(1) δέ τις τῶν συνανακειμένων(2) ταῦτα εἶπεν αὐτῷ, Μακάριος ὅς φάγεται ἄριστον(3) ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ θεοῦ(4).
15 Όταν τ’ άκουσε αυτά κάποιος από κείνους που έτρωγαν μαζί με τον Ιησού, του είπε: «Μακάριος όποιος πάρει μέρος στο τραπέζι της βασιλείας του Θεού».
(1) Και αφού συγκινήθηκε από αυτά που λέχθηκαν (b)· η ανάσταση των δικαίων αυτομάτως οδήγησε στην ιδέα της βασιλείας του Θεού (p), διότι η ανάσταση αυτή ήταν η έναρξη της τελικής φάσης της βασιλείας του Θεού (L).
(2) Πιθανώς αυτός ήταν Φαρισαίος και πίστευε αναμφίβολα ότι και αυτός θα συμμετείχε στο ευτυχισμένο εκείνο τραπέζι (L).
(3) Υπάρχει και η γραφή: φάγεται άρτον. Η λέξη άριστον πιθανώς προήλθε από παραφθορά κατά την αντιγραφή της λέξης άρτον. Η φράση είναι εβραϊκού τύπου. Δες Β΄ Βασ. θ 7,10,Δ΄ Βασ. δ 8 κλπ. Αναφέρεται στην ιδέα που επικρατούσε στους Ιουδαίους ότι η μεσσιακή εποχή θα εγκαινιαζόταν με δείπνο και θα ήταν μία παρατεταμένη γιορτή. Δες Ησ. κε 6 (p).
(4) «Είναι λογικό βεβαίως ότι ο άνθρωπος αυτός δεν ήταν ακόμη πνευματικός, αλλά μάλλον είχε σαρκική λογική και δεν ήταν κατάλληλος στο να καταλάβει ακριβώς αυτά που έλεγε ο Χριστός· διότι ανήκε σε αυτούς που δεν είχαν ακόμη φωτιστεί. Θεώρησε λοιπόν ότι θα είναι σωματικές οι αμοιβές των αγίων» (Κ).

14.16 ὁ δὲ εἶπεν(1) αὐτῷ(2), ῎Ανθρωπός(3) τις ἐποίησε(4) δεῖπνον μέγα(5), καὶ ἐκάλεσεν πολλούς(6),
16 Κι ο Ιησούς του είπε: «Ένας άνθρωπος ετοίμασε μεγάλο δείπνο και κάλεσε πολλούς.
(1) «Είναι διαφορετική αυτή η παραβολή από εκείνη στο Ματθαίο (κβ 1-14). Διότι εκεί μεν αναφέρεται βασιλιάς και γάμοι γιου του βασιλιά και πολλοί που καλούν, και οι καλεσμένοι δεν πήγαν, αλλά και τους δούλους έβρισαν και τους φόνευσαν και αναφέρεται και στράτευμα που κινήθηκε εναντίον αυτών που σκότωσαν τους δούλους και γίνεται λόγος και για αυτόν που διώχτηκε από το γάμο λόγω του βρώμικου χιτώνα. Εδώ όμως εισάγεται στη διήγηση άνθρωπος απλός και απλό δείπνο και ένας στέλνεται να καλέσει και οι καλεσμένοι αρνούνται μόνο την πρόσκληση προσποιούμενοι ασχολία… Και εκείνη μεν η παραβολή λέχθηκε στο ιερό προς τους αρχιερείς και πρεσβυτέρους του λαού, ενώ αυτή στη Γαλιλαία στο σπίτι κάποιου άρχοντα Φαρισαίου» (Ε).
(2) Ο Ιησούς βρέθηκε μπροστά σε άνθρωπο που αγνοούσε τους ηθικούς όρους τους αναγκαίους, για να γίνει κάποιος δεκτός στο ουράνιο δείπνο. Και με την παραβολή του δείπνου, σχεδόν λέει σε αυτόν: Ναι· είναι μακάριος αυτός. Πρόσεξε όμως, μήπως απωθήσεις αυτήν την μακαριότητα, τη στιγμή που εξαίρεις το μεγαλείο της. Δεν αρκεί η από τον Θεό κλήση στο ουράνιο δείπνο. Πρέπει η κλήση αυτή να γίνει δεκτή και από σένα (g). Ο συνομιλητής του Κυρίου αντιλαμβανόταν τη μεσσιακή βασιλεία σύμφωνα με τις παχυλές ιδέες που επικρατούσαν τότε στο Ισραήλ. Προκειμένου λοιπόν ο Κύριος να επανορθώσει αυτές τις πλάνες, σύμφωνα με τις οποίες αναμενόταν μεγάλη περίοδος εθνικής ευδαιμονίας και δόξας, της οποίας τα αγαθά θα απολάμβαναν όλοι οι σαρκικοί απόγονοι του Αβραάμ, είπε την παραβολή αυτή. Δείχνει λοιπόν σε αυτήν ευκρινέστατα, ότι εκείνοι οι οποίοι φαίνονταν να έχουν πρώτοι δικαιώματα να παρακαθίσουν στο δείπνο και οι οποίοι πρώτοι κλήθηκαν, αποκλείστηκαν τελικά από αυτό, για να απολαύσουν αυτό άλλοι, οι οποίοι παρουσιαζόταν τελείως απίθανο ότι θα μετείχαν σε αυτό (ο).
(3) «Επομένως ο μεν άνθρωπος θα μπορούσε να εννοηθεί ότι είναι ο Θεός και Πατέρας» (Κ), «επειδή είναι φιλάνθρωπος» (Ζ). «Διότι οι εικόνες σχηματίζονται ώστε να πλησιάζουν την αλήθεια, οπωσδήποτε όμως δεν είναι αυτές η αλήθεια» (Κ).
(4) Υπάρχει και η γραφή εποίει=Περικλείει την ιδέα, ότι το δείπνο ετοιμαζόταν και παρέμεινε σε εκκρεμότητα λόγω της αργοπορίας του να έλθουν οι καλεσμένοι (g).
(5) Και μεγαλοπρεπές, αλλά και που μπορούσε να ικανοποιήσει άφθονα πολλούς (b). Λέει «δείπνο μέγα» υποδηλώνοντας την πλούσια πνευματική προμήθεια των αγαθών, την οποία ο Θεός έκανε για διατροφή, αναψυχή, ευφροσύνη και χορτασμό τω φτωχών ψυχών στην επουράνια βασιλεία του. «Έκανε οικουμενικό πανηγύρι και είναι φανερό ότι πρόκειται για το πανηγύρι του Χριστού… Διότι δείπνο έχει εύλογα ονομαστεί η πρόσκληση του Χριστού» (Κ) και «το λογικό συμπόσιο σε όλη την οικουμένη των ιερών και θείων τροφών οι οποίες παραδίδονται με τα θεόπνευστα αναγνώσματα· από εδώ λοιπόν πρέπει να μεταβεί η σκέψη στην αναμενόμενη βασιλεία των ουρανών· και φέρε στη σκέψη σου το τότε μεγάλο όντως δείπνο, στο οποίο θα αναπαυτούν μαζί με τους αγγέλους και τις θείες ουράνιες δυνάμεις, οι ψυχές των μακάριων» (Ε). Ονομάζει αυτό δείπνο, διότι στις χώρες εκείνες ο χρόνος του απογευματινού φαγητού, κατά τον οποίο σταμάταγε η εργασία της ημέρας, ήταν ο καταλληλότερος χρόνος για παράθεση πλούσιου και παρατεταμένου συμποσίου. Η πλήρης απόλαυση των αγαθών της χάρης στον ουρανό επιφυλάσσεται στους εκλεκτούς στο τέλος της ημέρας του επίγειου βίου τους.
(6) «Δηλαδή τις δώδεκα φυλές του Ισραήλ. Διότι αυτές πριν από όλα τα έθνη ήταν καλεσμένες, ως λαός εξαίρετος του Θεού» (Ζ). Το «πολλούς» ανταποκρίνεται εξ’ ολοκλήρου στην πραγματικότητα, παρόλο που εφαρμόζεται σε μόνο τον Ισραηλιτικό λαό. Διότι η πρόσκληση αυτή εκπροσωπεί όλες τις θείες προσκλήσεις που έγιναν στον Ισραήλ σε όλη την ιστορία του (g). Αλλά η κλήση του Θεού απευθύνεται και σε κάθε άνθρωπο και αποσκοπεί στο να καταστήσει αυτόν μακάριο αιωνίως. Η κλήση λοιπόν αυτή ταυτίζεται με την κλήση του να γίνει ο άνθρωπος άγιος, διότι η αγιότητα και μακαριότητα είναι ένα και το αυτό για το Θεό, όπως είναι ένα και το αυτό και για τα παιδιά του. Η μακαριότητα δηλαδή είναι αχώριστη από την αγιότητα και η αγιότητα είναι ενωμένη αδιάσπαστα με την μακαριότητα. Και η κλήση αυτή του Θεού δεν γίνεται σε μας με θαύμα ούτε με κάποια φωνή από τον ουρανό, αλλά εν μέρει μεν με τις περιστάσεις της εποχής μας και τα εξωτερικά γεγονότα της ζωής μας, τις γνωριμίες μας, τις σχέσεις μας, με κάποιο εποικοδομητικό ανάγνωσμα ή με κάποια ακρόαση που αφυπνίζει και κατανύσσει κλπ., εν μέρει δε με διάφορες ικανότητες και διαθέσεις της διάνοιάς μας και της καρδιάς μας ή με κάποιες σκέψεις, οι οποίες φαίνονται αυτόματα να ανεβαίνουν στο εσωτερικό μας ή και με τύψεις στη συνείδησή μας και κάποιες εσωτερικές μυστικές φωνές που αντηχούν στα μύχια των καρδιών μας. «Ελάτε», λέει σε μας ο Θεός. «Είναι όλα έτοιμα». Τι φοβερή τύχη μας αναμένει, εάν αρχίσουμε και εμείς να αρνούμαστε προβάλλοντας προφάσεις ανόητες και αβάσιμες. «Κανείς από τους ανθρώπους εκείνους τους καλεσμένους δεν θα γευτεί το δείπνο μου». Απόφαση του δίκαιου Κριτή φοβερή που μας αποξενώνει αιώνια από την αιώνια μακαριότητα.

14.17 καὶ ἀπέστειλεν τὸν δοῦλον αὐτοῦ(1) τῇ ὥρᾳ τοῦ δείπνου(2) εἰπεῖν τοῖς κεκλημένοις, ῎Ερχεσθε, ὅτι ἤδη ἕτοιμά ἐστιν(3) πάντα.
17 Όταν ήρθε η ώρα του δείπνου, έστειλε το δούλο του να πει στους καλεσμένους: “ελάτε, όλα είναι πια έτοιμα”.
(1) Ο δούλος εκπροσωπεί τους εκάστοτε απεσταλμένους του Θεού στο λαό του και ειδικότερα τον Βαπτιστή και τον ίδιο το Χριστό (p). «Δούλο του Πατέρα λέει τον εαυτό του, επειδή πήρε μορφή δούλου, ο οποίος στάλθηκε ως άνθρωπος στους Ιουδαίους, καλώντας αυτούς μέσω του ευαγγελίου στην απόλαυση που αναφέρθηκε» (Ζ).
(2) «Δηλαδή στον καθορισμένο και κατάλληλο καιρό. Διότι δεν υπήρχε άλλος καιρός καταλληλότερος για τη σωτηρία μας από εκείνον… κατά τον οποίο, αφού κορυφώθηκε η κακία, έπρεπε να γκρεμιστεί» (Θφ). Η ώρα στην οποία καλούμαστε από την χάρη, είναι καθορισμένη. «Να, τώρα είναι καιρός ευπρόσδεκτος, να τώρα είναι ημέρα σωτηρίας». Δεν παρατείνεται ο καιρός αυτός για πολύ. Ήδη όλα είναι έτοιμα, μας λέει η χάρη που μας καλεί. Ελάτε. Μην αναβάλλετε. Δεχτείτε την πρόσκληση. Εάν κωφεύσουμε, η ευκαιρία παρέρχεται και επόμενο είναι να αποκλειστούμε από την αιώνια ευφροσύνη του ουράνιου δείπνου.
(3) «Ετοίμασε δηλαδή ο Θεός και Πατέρας μέσω του Χριστού, σε αυτούς που είναι στη γη, τα αγαθά που μέσω αυτού δόθηκαν στον κόσμο, την απαλλαγή των αμαρτιών, την μέθεξη του Αγίου Πνεύματος, την λαμπρότητα της υιοθεσίας, τη βασιλεία των ουρανών. Σε αυτά έχει καλέσει ο Χριστός μέσω των ευαγγελικών θεσπισμάτων» (Κ). Οι ετοιμασίες είχαν γίνει σε τέτοιο σημείο, ώστε δεν επιδεχόταν πλέον καμία αναβολή το δείπνο (ο).

14.18 καὶ ἤρξαντο(1) ἀπὸ μιᾶς(2) παραιτεῖσθαι(3) πάντες(4). ὁ πρῶτος εἶπεν αὐτῷ, ᾽Αγρὸν ἠγόρασα καὶ ἔχω ἀνάγκην(5) ἐξελθειν και ἰδεῖν αὐτόν· ἐρωτῶ σε(6), ἔχε με παρῃτημένον.
18 Τότε άρχισαν, ο ένας μετά τον άλλο, να βρίσκουν δικαιολογίες: Ο πρώτος του είπε: “έχω αγοράσει ένα χωράφι και πρέπει να πάω να το δω· σε παρακαλώ, θεώρησέ με δικαιολογημένον”.
(1) «Δεν θαύμασαν την ημερότητα αυτού που κάλεσε, την συγκατάβαση αυτού που υπηρετούσε την πρόσκληση… αλλά ατίμασαν και αυτόν που καλούσε και τον απεσταλμένο» (Κ).
(2) «Δηλαδή με ένα σύνθημα» (Κ), με μία γνώμη, διάνοια (δ).
(3) Ζητούσαν απαλλαγή με δικαιολογίες. Το ακόλουθο «έχε με παρητημένον»=να με νομίζεις ότι είμαι δικαιολογημένος, ότι για εύλογη αιτία δεν μπορώ να έλθω, και συνεπώς να με έχεις συγχωρημένο (δ).
(4) Σαν με προσυμφωνημένη συνωμοσία όλοι προφασίζονται ότι προς το παρόν ήταν πολύ απασχολημένοι και δεν μπορούσαν να έλθουν (p). Οι προφάσεις που προβάλλονται στερούνται κάθε σοβαρότητας. Δεν αποδεικνύουν παρά μόνο την κακή θέληση των καλεσμένων. Αφού είχαν ειδοποιηθεί από πριν και προ πολλού, θα μπορούσαν να έχουν κανονίσει από πριν τις υποθέσεις τους, ώστε σε άλλη ημέρα να στραφούν στις απασχολήσεις τους (g). Γενικώς με τις προφάσεις που προβάλλονται «διδάσκει ότι οι φροντίδες του βίου, αποσπούν και απομακρύνουν από την κλήση· είναι βεβαίως διάφορες αυτές· ή δηλαδή, ασχολούμενοι με χρήματα και αγρούς, αυτά προτίμησαν από την κλήση, ώστε να αρνηθούν εξαιτίας αυτών την κλήση, ή χάνουν τον καιρό τους με τις υποθέσεις του βίου, ή έχουν μπλέξει με δεσμά γάμου και παιδιών, ή είναι απασχολημένοι με κάποιες άλλες παρόμοιες φροντίδες» (Ε). «Οι διάφορες λοιπόν προφάσεις, τίποτα άλλο δεν υποδηλώνουν, παρά τα διάφορα πάθη, εξαιτίας των οποίων στερήθηκαν την απόλαυση που αναφέρθηκε· ο ένας δηλαδή, από τη μία, κυριευμένος από το ένα, ο άλλος, από την άλλη, με το άλλο, και άλλος με άλλο, απώθησαν το ευαγγέλιο… διότι ήταν αντίθετο με τις διαθέσεις τους» (Ζ). Εκείνοι, οι οποίοι έχουν τις καρδιές τους γεμάτες από τις φροντίδες του κόσμου και αρέσκονται στο ένα σπίτι τους να προσθέτουν και άλλο και στον ένα αγρό και άλλον, έχουν τα αυτιά τους κουφά στην πρόσκληση του ευαγγελίου. Απωθούν την πρόσκληση αυτή με αγαθά μικρής αξίας. Εάν εκτιμούσαν όπως έπρεπε την αξία της πρόσκλησης, θα έλεγαν αναντίρρητα: Είμαι καλεσμένος να φάω άρτο στη βασιλεία του Θεού και συνεπώς δεν μπορώ να βγω και να δω τον αγρό μου ή να δοκιμάσω τα ζευγάρια των βοδιών μου· σε παρακαλώ να με έχεις δικαιολογημένο.
(5) Ολοφάνερη υπερβολή. Είχε ήδη αγοράσει τον αγρό, πιθανώς μάλιστα αφού είδε αυτόν. Συνεπώς μπορούσε να αναβάλλει τη νέα επίσκεψή του (p). Συχνά συναντιούνται οι πιο επείγουσες ευκαιρίες της χάρης και οι πιο επείγουσες κλήσεις των επίγειων εργασιών (b).
(6) «Με την έννοια του: σε παρακαλώ» (Ζ). «Το «σε παρακαλώ», βεβαίως, το λένε, δείχνοντας σεβασμό, μόνο με λόγια, απέναντι σε αυτόν που κάλεσε» (Ω).

14.19 καὶ ἕτερος εἶπεν, Ζεύγη βοῶν ἠγόρασα πέντε(1) καὶ πορεύομαι(2) δοκιμάσαι(3) αὐτά· ἐρωτῶ σε, ἔχε με παρῃτημένον.
19 Άλλος του είπε: “έχω αγοράσει πέντε ζευγάρια βόδια και πάω να τα δοκιμάσω· σε παρακαλώ, δικαιολόγησέ με”.
(1) Αγορά αρκετά μεγάλη (b).
(2) Δεν προφασίζεται αυτός ανάγκη όπως ο πρώτος και δείχνει αδιαφορία για το αν η δικαιολογία της άρνησής του δεν παρουσιαστεί ισχυρή (p). Είναι αξιοσημείωτο ότι για τους δύο αυτούς καλεσμένους τίποτα δεν αναφέρεται, από το οποίο να συμπεραίνουμε, ότι παράνομα απέκτησαν ο μεν τον αγρό του, ο δε τα ζεύγη των βοδιών του. Κανείς από τους δύο αυτούς δεν κατηγορείται ούτε ως κλέφτης ούτε ως απατεώνας. Νόμιμα παρ’ όλα αυτά πράγματα που αποκτήθηκαν με άψογες ενέργειες, αποδεικνύονται σοβαρά εμπόδια για την πνευματική ζωή και την κληρονομία της επουράνιας βασιλείας, όταν η καρδιά του ανθρώπου προσκολληθεί σε αυτά.
(3) Να διαπιστώσω με δοκιμή τη δύναμή τους, την αντοχή τους, την ημερότητα και υποταγή τους (ο).

14.20 καὶ ἕτερος εἶπεν, Γυναῖκα ἔγημα καὶ διὰ τοῦτο οὐ δύναμαι ἐλθεῖν(1).
20 Κι ένας άλλος του είπε: “είμαι νιόπαντρος και γι’ αυτό δεν μπορώ να έρθω”.
(1) Η τρίτη αυτή απάντηση είναι η πιο ξερή από όλες, είτε διότι η δικαιολογία θα παρουσιαζόταν από μόνη της ισχυρή σύμφωνα με τους κανόνες της κοσμικής ζωής, είτε διότι ο προσφάτως παντρεμένος πολύ λίγο φροντίζει για την πρόσκληση (L). Έχει πεποίθηση ότι η δικαιολογία του είναι αναντίρρητη (p). Βασίζεται ίσως σε παρερμηνεία του Δευτερ. κδ 5 «Εάν κάποιος πάρει γυναίκα πρόσφατα, δεν θα βγει σε πόλεμο και δεν θα του επιβληθεί κανένα πράγμα· θα είναι ελεύθερος στο σπίτι του για ένα χρόνο». Οπότε όσο εκ πρώτης όψεως φαίνεται ευλογοφανής η πρόφαση αυτή, τόσο και πιο απότομη γίνεται στην άρνησή της (b). Η δικαιολογία αυτή φανερώνει την απορρόφηση από τις οικογενειακές απολαύσεις και ανέσεις (ο). Υπερβολική προσκόλληση στους συγγενείς μας είναι δυνατόν να καταστεί εμπόδιο για επιτέλεση των καθηκόντων μας προς το Θεό. Του Αδάμ η δικαιολογία υπήρξε: «Η γυναίκα την οποία έδωσες μαζί μου, αυτή μου έδωσε από το δέντρο και έφαγα» (Γεν. γ 12). Εδώ λέει ο νεόνυμφος αυτός: Η γυναίκα με εμποδίζει από το να φάω. Θα μπορούσε αυτός να προσέλθει στο δείπνο παίρνοντας μαζί του και την γυναίκα του. Ασφαλώς βέβαια θα ήταν και οι δύο ευπρόσδεκτοι σε αυτό.

14.21 καὶ παραγενόμενος ὁ δοῦλος εκείνος ἀπήγγειλεν τῷ κυρίῳ αὐτοῦ ταῦτα(1). τότε ὀργισθεὶς(2) ὁ οἰκοδεσπότης εἶπεν τῷ δούλῳ αὐτοῦ, ῎Εξελθε ταχέως(3) εἰς τὰς πλατείας καὶ ῥύμας(4) τῆς πόλεως, καὶ τοὺς πτωχοὺς καὶ ἀναπήρους καὶ τυφλοὺς(5) καὶ χωλοὺς εἰσάγαγε(6) ὧδε.
21 Γύρισε ο δούλος εκείνος και τα είπε αυτά στον κύριό του. Τότε ο οικοδεσπότης οργισμένος είπε στο δούλο του: “πήγαινε γρήγορα στις πλατείες και στους δρόμους της πόλης και φέρε μέσα τους φτωχούς, τους ανάπηρους, τους κουτσούς και τους τυφλούς”.
(1) «Το είπε αυτό όχι επειδή αγνοούσε ο πατέρας την άρνησή τους, αλλά για την συνέπεια της παραβολής. Διότι συνηθίζεται σε αυτούς που στέλνονται να καλέσουν κάποιους, να επιστρέφουν και να αναγγέλλουν σχετικά με αυτούς» (Ζ).
(2) Η αχαριστία εκείνων οι οποίοι κωφεύουν στο ευαγγέλιο και την κλήση του και η περιφρόνηση την οποία αυτοί κάνουν προς το Θεό με αυτήν την κώφευσή τους, αποτελούν μεγάλη πρόκληση για αυτόν και διεγείρουν δίκαια την οργή του. Το δείπνο άλλωστε παρουσιάζεται έτοιμο, ώστε να μην επιδέχεται κάποια αναβολή (ο).
(3) Λέει το «βγες γρήγορα» όχι διότι η οργή τον κάνει ανυπόμονο, αλλά διότι θέλει να αποκλείσει κάθε αναβολή σε χρόνο, κατά τον οποίο θα ευκαιρούσαν πλέον αυτοί που αρνήθηκαν να έλθουν. Κανονίζει τα σχετικά με την πλήρη διεξαγωγή του δείπνου αμέσως, για να αποκλειστούν οριστικά εκείνοι (p). Αυτοί που περιφρονούν τη χάρη, την χάνουν για πάντα, όπως και ο Ησαύ έχασε οριστικά τα πρωτοτόκια που περιφρόνησε. Αυτοί που δεν δέχονται το Χριστό, όταν παρέχεται σε αυτούς η ευκαιρία για αυτό, τον χάνουν για πάντα και δεν θα μπορούν να έχουν αυτόν, όταν τυχόν θελήσουν να τον έχουν.
(4) Στους πλατιούς δρόμους που καταλήγουν σε πλατείες και στις ρύμες, δηλαδή τα στενά (g). Αυτή η χρήση της λέξης ρύμη είναι μεταγενέστερη. Οι δύο λέξεις συνδυασμένες σημαίνουν τα δημόσια μέρη μίας πόλης, όπου συνηθέστατα συχνάζουν αυτοί που στερούνται άνετων κατοικιών (p).
(5) «Εκείνοι μεν που αρνήθηκαν, ήταν οι αρχιερείς και οι γραμματείς και οι πιο σεβαστοί από το πλήθος» (Ζ). Τώρα όμως «έχουν κληθεί αντί για εκείνους, αυτοί που είναι στις πλατείες και τα στενά, οι από το ιουδαϊκό πλήθος, που έχουν ασθενή και απλή την διάνοια, αφώτιστη και που κουτσαίνει πνευματικά… Ότι όμως δεν πίστεψαν λίγοι από τους Ιουδαίους, θα μπορούσε κάποιος να το μάθει αν διαβάσει τις Πράξεις των αγίων αποστόλων» (Κ). Αυτοί «αν και φαίνονταν φτωχοί και ανάπηροι και κουτσοί και τυφλοί σε εκείνους (που αρνήθηκαν) επειδή τάχα ήταν αμαθείς και χωρίς σύνεση, πείθονταν περισσότερο στο Χριστό όταν δίδασκε» (Ζ). Αυτοί δεν κλήθηκαν απλώς, διότι οι άλλοι αρνήθηκαν και με σκοπό να γεμίσουν τις κενές θέσεις. Θα καλούνταν και αυτοί οπωσδήποτε. Αλλά οι άλλοι κλήθηκαν πρώτοι. Και αυτοί λοιπόν και εκείνοι ζούσαν στην ίδια πόλη, δηλαδή όλοι ήταν Ιουδαίοι. Αλλά αυτοί που σπούδαζαν το Νόμο και έδειχναν σεβασμό προς αυτόν, κλήθηκαν πρώτοι (p). Είναι αξιοσημείωτο ότι δεν λέει: και τους εμπόρους, που βγαίνουν από τα τελωνεία, και τους τεχνίτες, που κλείνουν τα εργαστήριά τους, φέρτους μέσα εδώ. Διότι και αυτοί είναι απορροφημένοι από τα επαγγέλματά τους και θα πουν: Δεν μπορούμε να έλθουμε. Ίσως οι πρώτοι θα προτιμήσουν να μεταβούν στα γραφεία τους για να τακτοποιήσουν τα λογιστικά τους βιβλία. Ίσως οι δεύτεροι θα μεταβούν σε κάποια ταβέρνα για να αδειάσουν κάποιες φιάλες κρασιού με τους φίλους τους.
(6) Χωρίς κάποια ιδιαίτερη πρόσκληση, διότι δεν ήταν πιθανόν αυτοί να αρνηθούν (p).

14.22 καὶ εἶπεν ὁ δοῦλος, Κύριε, γέγονεν ως ἐπέταξας(1), καὶ ἔτι τόπος ἐστίν(2).
22 Όταν γύρισε ο δούλος τού είπε: “κύριε, αυτό που πρόσταξες έγινε και υπάρχει ακόμη χώρος”.
(1) Τα αγαθά της βασιλείας δεν ετοιμάστηκαν μάταια. Διότι αν μερικοί απορρίπτουν αυτά, βρίσκονται όμως και πολλοί, οι οποίοι με ευγνωμοσύνη υποδέχονται αυτά. Ο Θεός θέλει να έχει εκκλησία και στη γη. Τι εάν κάποιοι προτιμούν να αγνοούν ή και να περιφρονούν αυτήν; Μήπως η απιστία αυτών θα καταργήσει την πίστη του Θεού; Οι επίσημοι του ιουδαϊσμού αρνήθηκαν να γίνουν μέλη της. Μπήκαν όμως σε αυτήν πολλοί από εκείνους, οι οποίοι ανήκαν στον όχλο «που αγνοούσε το νόμο» και οι οποίοι σύμφωνα με τους φαρισαίους και τους γραμματείς «είναι καταραμένοι». Έτσι ούτε για εκείνους, οι οποίοι φαίνονται να διακρίνονται στη γνώση και να προοδεύουν στην εκκλησιαστική και θρησκευτική ζωή μπορούμε να είμαστε βέβαιοι, ότι θα παραμείνουν αμετακίνητοι και στερεοί στην κλήση, ούτε για αυτούς που έχουν απορριφθεί και περιφρονούνται ενδείκνυται να απελπιζόμαστε φρονώντας ότι αποξενώθηκαν οριστικά από την κλήση.
(2) «Είναι φιλάνθρωπος ο λόγος και θυμίζει τα έθνη» (Ζ). Με αυτό θέλει να προκαλέσει την εντολή, που παραγγέλλει και την πρόσκληση των εθνών, για την οποία γίνεται λόγος στον επόμενο σ. (δ). Και ακόμη υπάρχει τόπος. Διότι τα πλούτη του Χριστού και οι θησαυροί του είναι ανεξερεύνητοι ανυπολόγιστοι και ανεξάντλητοι. Έχει ο Λυτρωτής μας αρκετά για όλους και αρκετά για τον καθένα από μας.

14.23 καὶ εἶπεν ὁ κύριος πρὸς τὸν δοῦλον, ῎Εξελθε(1) εἰς τὰς ὁδοὺς καὶ φραγμοὺς(2) καὶ ἀνάγκασον(3) εἰσελθεῖν, ἵνα γεμισθῇ ὁ οἶκος μου(4) ·
23 Είπε πάλι ο κύριος στο δούλο: “πήγαινε έξω από την πόλη στους δρόμους και στα μονοπάτια κι ανάγκασέ τους να έρθουν, για να γεμίσει το σπίτι μου·
(1) Έξω από την πόλη πλέον, έξω από την Ιερουσαλήμ (δ). «Δες εδώ, σε παρακαλώ, την κλήση των εθνών, που μπήκαν μέσω της πίστης, μετά από τους εξ’ αίματος Ισραηλίτες. Διότι ανέκαθεν μεν ήταν οι εθνικοί αγροίκοι στη σκέψη, άγριοι στο νου και κατά κάποιο τρόπο έξω από την πόλη, επειδή δεν ζούσαν κάτω από τον καλό νόμο, αλλά μάλλον σαν κτήνη και με πολλή έλλειψη λογικής· εκεί λοιπόν και στους δρόμους έξω από την πόλη και στους φραγμούς που είναι στους αγρούς στάλθηκε αυτός που καλούσε στο δείπνο» (Κ).
(2) Οι φράχτες που περικλείουν τις ιδιοκτησίες στην ύπαιθρο, γύρω από τους οποίους μαζεύονται οι περιπλανώμενοι (g).
(3) «Διέταξε να αναγκάσουν τους εθνικούς, όχι με την έννοια ότι παραγγέλλει να τους ασκήσουν βία» (Ζ). «Η λέξη λοιπόν [ανάγκασε] εμφανίζει την κλήση ως έργο δύναμης που αρμόζει στο Θεό. Διότι έπρεπε, ναι έπρεπε, επειδή οι εθνικοί ήταν υποδουλωμένοι στην ανυπόφορη πλεονεξία… και κατά κάποιο τρόπο ήταν δεμένοι με τις αδιάσπαστες αλυσίδες των αμαρτημάτων τους και δεν γνώριζαν καθόλου αυτόν που είναι από τη φύση του και αληθινά Θεός, χρειάζονταν εντονότερη πρόσκληση που έμοιαζε με εξαναγκασμό, για να μπορέσουν να αναβλέψουν προς το Θεό… και να απομακρυνθούν από την αρχαία απάτη» (Κ). «Για να μάθουμε λοιπόν, ότι είναι θαύμα μεγάλης δύναμης του Θεού το να πιστέψουν τα έθνη, που είχαν τόσο μεγάλη έλλειψη γνώσης, για αυτό είπε, Ανάγκασε… και θέλοντας να δηλώσει το παράδοξο της μεταβολής τους, ονόμασε το πράγμα ανάγκη» (Θφ). Το ανάγκασε αναφέρεται σε ανθρώπους που θέλουν μεν να μπουν, διστάζουν όμως από φυσική δειλία και φοβούνται μήπως διωχτούν. Ο κύριος προβλέπει τους δισταγμούς αυτούς και προτρέπει τον δούλο να παρακινήσει αυτούς να προσέλθουν (g). Ανάγκασε αυτούς με την πειθώ. Ένας και μόνο δούλος, πώς θα ήταν δυνατόν να χρησιμοποιήσει βία και πώς θα ήταν δυνατόν οι αρνούμενοι, που ήταν πολλοί, να εξαναγκαστούν στο να μπουν. Δες το «παρεβιάσαντο» στο Λουκ. κδ 29 και Πράξ. ιστ 15. Το χωρίο δεν αμνηστεύει τους θρησκευτικούς διωγμούς. Υποδηλώνοντας, ότι φυσική βία δεν επρόκειτο να χρησιμοποιηθεί, μάλλον καταδικάζει αυτούς (p). Ανάγκασε αυτούς με την πειθώ των επιχειρημάτων. Διότι στην περίπτωση των ανθρώπων αυτών παρίστατο ανάγκη να πειστούν αυτοί ότι η πρόσκληση ήταν ειλικρινής και δεν αποτελούσε ειρωνεία ή χλεύη. Θα είναι αυτοί δειλοί και ταπεινοί και δύσκολα θα πειστούν, ότι αυτοί οι περιπλανώμενοι και ανάξιοι θα είναι ευπρόσδεκτοι σε μεγάλο και ηγεμονικό δείπνο.
(4) Ούτε η φύση ούτε η χάρη ανέχονται το κενό (b). «Θέλει λοιπόν όλοι να μπουν εξαιτίας του άπειρου πλούτου της αγαθότητός του» (Ζ). Η οικία του Χριστού αν και ευρύχωρη και μεγάλη, τελικά θα γεμίσει. Θα γίνει όμως αυτό, όταν ο αριθμός των εκλεκτών συμπληρωθεί και όταν όλοι όσοι του δόθηκαν, οδηγηθούν σε αυτόν.

14.24 λέγω(1) γὰρ ὑμῖν ὅτι οὐδεὶς τῶν ἀνδρῶν(2) ἐκείνων τῶν κεκλημένων γεύσεταί(3) μου τοῦ δείπνου(4).
24 γιατί σας βεβαιώνω πως κανένας από κείνους που κάλεσα δε θα γευτεί το δείπνο μου”».
(1) Σύμφωνα με πολλούς από τους ερμηνευτές ο σ. αυτός δεν ανήκει πλέον στην παραβολή, αλλά αποτελεί την εφαρμογή της που απευθύνεται από τον Ιησού στους συγκαλεσμένους του. Αλλά το υποκείμενο του λέγω είναι προφανώς αυτός που σύμφωνα με την παραβολή κάλεσε στο δείπνο (g). Άλλωστε ο σ. συνδέεται στενά με τα προηγούμενα με το γαρ. Εξακολουθεί λοιπόν να μιλά αυτός που καλεί στο δείπνο και ανακοινώνει την σταθερή απόφασή του, που διακηρύσσεται πλέον δημόσια, ότι αυτοί που περιφρόνησαν την πρόσκλησή του δεν θα λάβουν μέρος στο δείπνο (L). Μόνο το βλέμμα του Κυρίου, που περιφέρθηκε εκφραστικά στους καλεσμένους, έκανε σε αυτούς αισθητό, ότι η σκηνή της περιφρονημένης θείας πρόσκλησης αφορούσε τις στάσεις και τις διαθέσεις, τις οποίες αυτοί έδειχναν προς αυτόν (g).
(2) Που διακρίνονται για πλούτο, και επιρροή (b).
(3) Πολύ λιγότερο δεν θα απολαύσει αυτό. Οι ανυπάκουοι Ιουδαίοι εξέπεσαν και από το βασίλειο της χάρης αλλά και από την ελάχιστη γεύση της γλυκύτητάς του (b).
(4) «Επειδή δεν υπάκουσαν και περιφρόνησαν την κλήση, δηλαδή το κήρυγμα» (Ζ)

Στίχ. 25-27. Υποχρεώσεις των μαθητών του Χριστού.
14.25 Συνεπορεύοντο(1) δὲ αὐτῷ ὄχλοι πολλοί(2), καὶ στραφεὶς εἶπεν πρὸς αὐτούς,
25 Μαζί με τον Ιησού βάδιζε πολύς λαός, κι εκείνος στράφηκε και τους είπε:
(1) Η προς την Ιερουσαλήμ πορεία εξακολουθεί, αλλά δεν καθορίζεται εδώ το σημείο και ο τόπος του ταξιδιού.
(2) Πολύ πλήθος ακολουθεί τον Ιησού και όλοι αυτοί είναι διατεθειμένοι να πιστέψουν ότι ο Ιησούς είναι ο Μεσσίας και ότι επίκειται η εγκαθίδρυση της βασιλείας του. Παραμένουν λοιπόν κοντά του για να μη χάσουν τις αναμενόμενες ευλογίες και τιμές τις οποίες ο Μεσσίας θα έδινε πλούσια στους ακολούθους του (p). Ο Ιησούς αντιλαμβάνεται την παρανόηση και πλάνη του πλήθους και διαφωτίζοντας αυτό, σχεδόν λέει σε αυτούς: Ανεβαίνετε μαζί μου στα Ιεροσόλυμα σαν σε κάποιο πανηγύρι. Μάθετε όμως καλά, τι σημαίνει να είναι κάποιος πραγματικός ακόλουθός μου. Πρέπει κάποιος να απαρνηθεί ό,τι αγαπημένο, ακόμη και την ίδια του τη ζωή για να γίνει αληθινός μαθητής μου (g).

14.26 Εἴ τις ἔρχεται πρός με(1) καὶ οὐ μισεῖ(2) τὸν πατέρα ἑαυτοῦ καὶ τὴν μητέρα καὶ τὴν γυναῖκα καὶ τὰ τέκνα καὶ τοὺς ἀδελφοὺς καὶ τὰς ἀδελφάς, ἔτι δε(3) καὶ τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν(4), οὐ δύναταί μου εἶναί μαθητής(5).
26 «Αν κάποιος έρχεται κοντά μου και δεν απαρνιέται τον πατέρα του και τη μάνα του, τη γυναίκα του και τα παιδιά του, τους αδερφούς και τις αδερφές του, ακόμη και την ίδια του τη ζωή, δεν μπορεί να είναι μαθητής μου.
(1) Το «έρχεται προς εμένα» δείχνει εξωτερική προσκόλληση προς τον Ιησού, ενώ το «να είναι μαθητής» στο τέλος του σ. δείχνει πραγματική και εσωτερική αφοσίωση στο πρόσωπο του Ιησού και στο πνεύμα του (g). Δες και Ματθ. ι 37 και τις εκεί σημειώσεις. Πολλοί από αυτούς που ακολουθούσαν την εποχή εκείνη το Χριστό θα περίμεναν να τον ακούσουν να λέει: Αν κάποιος έρχεται προς εμένα, θα έχει τιμές και πλούτο σε αφθονία και θα γίνει μέγας κατά κόσμον κοντά μου. Ο Κύριος όμως τελείως αντιθέτως απαριθμεί τώρα τις θυσίες, στις οποίες αυτός που τον ακολουθεί πρέπει να είναι έτοιμος να υποβληθεί. Δεν θα είναι αυτός ειλικρινής και σταθερός μαθητής, εάν δεν αγαπά το Χριστό πάνω από κάθε άλλο στον κόσμο και εάν δεν είναι πρόθυμος να χωριστεί από όλους και να εγκαταλείψει τα πάντα είτε ως θυσία, όταν με αυτήν πρόκειται να δοξαστεί ο Χριστός, όπως έπραξαν οι μάρτυρες, οι οποίοι προτίμησαν από τη ζωή τους τον θάνατο, είτε ως νίκη κατά του πειρασμού, όταν με το χωρισμό και την εγκατάλειψη αυτή γινόμαστε πιο άνετοι και ικανότεροι στη διακονία του Χριστού, όπως έπραξε ο Αβραάμ, όταν εγκατέλειψε τη γη και την συγγένειά του, και ο Μωϋσής, όταν αρνήθηκε να λέγεται γιος κόρης του Φαραώ, προτιμώντας να συγκακουχείται με το λαό του Θεού μάλλον, παρά να έχει πρόσκαιρη απόλαυση της αμαρτίας.
(2) Όπως δείχνουν τα συμφραζόμενα και τα παράλληλα του Ματθαίου (στ 24 και ι 37), πρόκειται εδώ για εκλογή μεταξύ της φυσικής αγάπης και της υποταγής προς το Χριστό (p). Ο Κύριος δηλαδή «Δεν προστάζει απλώς να μισούμε, διότι αυτό είναι πάρα πολύ παράνομο, αλλά όταν θέλει κάποιος να αγαπιέται περισσότερο από εμένα, μίσησε αυτόν ως προς αυτό. Διότι αυτό οδηγεί στην απώλεια και αυτόν που αγαπιέται και αυτόν που αγαπά» (Χ). «Δεν ατιμάζει τους νόμους της έμφυτης φιλοστοργίας, ούτε διδάσκει να καταφρονούμε τη φυσική διάθεση η οποία οφείλεται στους γονείς μεν από τα παιδιά, στις γυναίκες δε από τους συζύγους, στα αδέλφια από τους αδελφούς… διότι αυτός που διατάζει να αγαπούμε τους εχθρούς, πώς θα ήθελε να μισούμε τους φυσικούς μας συγγενείς;» (Κ). «Αλλά τον γνήσιο μαθητή του, τότε τον θέλει να μισεί τους εξ’ αίματος συγγενείς του, όταν τυχόν τον εμποδίζουν στη θεοσέβεια και όταν αυτός λόγω της σχέσης με αυτούς εμποδίζεται να κάνει το καλό. Διότι αν δεν τον εμποδίζουν, διδάσκει να τους τιμά μάλλον μέχρι την τελευταία αναπνοή… Διότι πράγματι ο ίδιος, στον Ιωσήφ, παρόλο που δεν ήταν με την κύρια έννοια πατέρας του… ήταν υποταγμένος· και την μητέρα… ούτε όταν σταυρωνόταν δεν την αμέλησε, αλλά την παρέδιδε στον αγαπημένο μαθητή… Επομένως διατάζει να μισούμε τους γονείς, όταν αυτό που διακινδυνεύεται είναι ο Θεός. Διότι τότε δεν θεωρούνται γονείς ούτε συγγενείς» (Θφ). «Ο Χριστός λοιπόν δεν προστάζει ούτε να αγνοήσουμε τη φύση, ούτε να υποδουλωθούμε σε αυτήν, αλλά να χρησιμοποιούμε τη φύση για το καλύτερο και σωτήριο· διότι θέλει η συγγένεια να συμπορεύεται με τη δική του αγάπη, του Χριστού, και όχι λόγω της συγγένειας να αποτραβιέται κάποιος από την θεία αγάπη. Διότι το να τιμά κάποιος τους γονείς, και ο ίδιος ο Κύριος το θέλει. Και το να ανατρέφουν οι γονείς τα παιδιά, το εισηγείται ο Παύλος· αλλά και τους γονείς πρέπει, λέει, να υπακούνε, με το θέλημα του Κυρίου… και εισηγείται στους άνδρες να αγαπούν τις γυναίκες τους, αλλά μιμούμενοι τον Χριστό ο οποίος αγάπησε την Εκκλησία» (Κ).
(3) «Αφού φανέρωσε, μέσω των πιο γνήσιων συγγενών, κάθε πρόσωπο αγαπητό, πρόσθεσε και το μεγαλύτερο» (Ζ), δηλαδή το πιο αγαπητό στον άνθρωπο, τη ζωή του, τον εαυτό του. Συχνά εκείνοι, οι οποίοι επιτυγχάνουν την απόκτηση του άγιου αυτού μίσους σε κατώτερο βαθμό, αποδεικνύονται να υπολείπονται και να αποτυγχάνουν προκειμένου και για τον ανώτερο βαθμό (b).
(4) Όχι απλώς «να εγκαταλείπουμε τις επιθυμίες της ψυχής που μας χωρίζουν από το Θεό» (Θφ), αλλά και την ίδια τη ζωή να θυσιάζουμε. «Αν λοιπόν, ζώντας την σωματική ζωή μας, είναι δυνατόν να διαφυλάσσουμε την τιμή στο Χριστό, δεν πρέπει να αποφεύγουμε την σωματική ζωή, αλλά πρέπει να την συντηρούμε, όπως ο Παύλος, όταν από ένα άνοιγμα του τείχους τον κατέβασαν με καλάθι και ξέφυγε από τα χέρια του Αρέτα· όπου όμως έπρεπε κα τη ζωή να περιφρονήσει προκειμένου να τελειώσει τον δρόμο του, ούτε την ψυχή του, είπε, δεν θεώρησε τίμια για τον εαυτό του» (Κ).
(5) «Όποιος, ενώ βλάπτεται στη θεοσέβεια από κάποιον από τους πολύ δικούς του, αποδέχεται την σχέση με αυτούς και την θεωρεί προτιμότερη από την ευαρέστηση στο Θεό, αλλά επίσης και όταν, λόγω της αγάπης για τη ζωή, πολλές φορές ενώ είναι μπροστά του το μαρτύριο, παρασύρεται σε άρνηση, αυτός δεν μπορεί να είναι μαθητής του Χριστού» (Θφ). Όταν ξεσηκώνεται σάλος και διωγμός εξαιτίας του ευαγγελίου, τότε οι οπαδοί του μπαίνουν στο δίλημμα: Ποιον αγαπάτε περισσότερο, τον Χριστό ή τους συγγενείς και τη ζωή σας; Ποιον θα αρνηθείτε, τον Χριστό ή τα αγαπημένα σας πρόσωπα και την ακόμη πιο αγαπητή σε σας ζωή; Αλλά και σε ημέρες ειρήνης πολλές φορές μπαίνει ο πιστός στην ίδια δοκιμασία. Όσοι παρ’ όλα αυτά δοκίμασαν εμπειρικά τα θέλγητρα της πνευματικής ζωής και είναι στερεωμένοι στην ελπίδα των ουράνιων αγαθών, δεν θα βρουν βαρύ το να αρνηθούν τα πάντα για τον Χριστό.

14.27 και ὅστις οὐ βαστάζει τὸν σταυρὸν ἑαυτοῦ(1) καὶ ἔρχεται ὀπίσω μου(2) οὐ δύναται εἶναί μου μαθητής(3).
27 Όποιος δεν σηκώνει το σταυρό του και δε με ακολουθεί, δεν μπορεί να είναι μαθητής μου.
(1) Δες Ματθ. ι 38 και ιστ 24 και Μάρκ. η 34, ι 21 και τις εκεί σημειώσεις. Δεν αρκεί μόνο προσκολλήσεις και αγάπες να θυσιάσει ο ακόλουθος του Χριστού, αλλά πρέπει να δεχτεί και παθήματα, για να μπορέσει να ακολουθήσει το Χριστό μέχρι τέλους. Τα δεινά αυτά και οι θλίψεις απεικονίζονται με το σταυρό, ο οποίος αποτελούσε τον οδυνηρότερο και ατιμοτικότερο τρόπο τιμωρίας και ποινής (g). «Όποιος δεν βαστάει στη μνήμη τον θάνατό του· διότι με τον σταυρό σήμανε τον θάνατο· διότι τότε ήταν όργανο θανάτου ο σταυρός» (Ζ). Παρόλο που όχι όλοι οι μαθητές του Χριστού σταυρώνονται και υπομένουν σταυρικό θάνατο, όμως όλοι πρέπει να βαστάζουν το σταυρό τους, έχοντας την σταθερή απόφαση όταν η ανάγκη το απαιτήσει, να υποστούν και αυτόν τον θάνατο. Είναι ανάγκη να βαστάζουν το σταυρό τους, διότι ο σταυρός υπονοεί και την ατίμωση και τον χλευασμό, τον οποίο υφίσταντο οι καταδικασμένοι σε θάνατο κακοποιοί, όταν έβγαιναν στον τόπο της θανατικής τους εκτέλεσης με το σταυρό τους στον ώμο. Ούτως ή άλλως λοιπόν ο οπαδός του Χριστού θα αντικρύσει και το ποτήριο των περιφρονήσεων και των κοροϊδιών για το Χριστό.
(2) Μπορούμε το «ου» που προηγήθηκε (ου βαστάζει) να μην το υπονοήσουμε και στο έρχεται=Όποιος δεν βαστάει τον σταυρό του και όμως έρχεται πίσω μου, όπως έρχεστε εσείς, δεν μπορεί να είναι μαθητής μου (b). Αλλά αυτή η εκδοχή είναι λιγότερο φυσική (g).
(3) Έτσι ο Χριστός γνωστοποιεί εδώ σε αυτούς που τον ακολουθούν τα χειρότερα, τα οποία ενδέχεται να υποστεί κάθε μαθητής του. Ο σατανάς για αποπλάνηση των ανθρώπων δείχνει σε αυτούς τα ελκυστικότερα και κρύβει τα χειρότερα και τα πραγματικά ολέθρια, τα οποία θα αντικρύσουν στο τέλος οι ακόλουθοί του. Τα κρύβει, διότι τα χειρότερα δεν ισοφαρίζονται από τα ελκυστικότερα. Ο Χριστός όμως έχει σε αφθονία ανεξάντλητη τα καλύτερα. Και δεν διστάζει για αυτό να προβάλλει τις θυσίες οι οποίες είναι απαραίτητες για εξασφάλιση των καλύτερων, τα οποία όχι μόνο ισοφαρίζουν αλλά και ξεπερνούν ανυπολόγιστα αυτές τις θυσίες.

Στίχ. 28-35. Οικοδομή πύργου και εκστρατεία βασιλιά.
14.28 τίς(1) γὰρ(2) ἐξ ὑμῶν θέλων πύργον(3) οἰκοδομῆσαι οὐχὶ πρῶτον καθίσας(4) ψηφίζει(5) τὴν δαπάνην(6), εἰ ἔχει τα προς ἀπαρτισμόν(7);
28 Ποιος από σας που θέλει να χτίσει έναν πύργο δε θα καθίσει πρώτα να υπολογίσει τη δαπάνη, για να δει αν του φτάνουν τα χρήματα να τον τελειώσει;
(1) Ακολουθούν τώρα 2 παραβολές που τις πήρε ο Κύριος ίσως από τις τάσεις που σημειώθηκαν κατά την εποχή εκείνη. Ήταν εποχή επιδεικτικών ανοικοδομήσεων και ακατάπαυστων πολεμικών επιχειρήσεων (p).
(2) Η σύνδεση με τα προηγούμενα με το «γαρ» φαίνεται να είναι, ότι αρμόζει στον μαθητή του Χριστού να είναι τόσο τουλάχιστον συνετός όσο φαίνονται αυτοί που μελετούν δαπανηρές ή επικίνδυνες επιχειρήσεις (p).
(3) Πύργο, δηλαδή σπίτι σοβαρό, εφοδιασμένο με πύργο (g).
(4) Κάθισε ώστε να δοθεί καιρός σε αυτόν να λογαριάσει το σύνολο των δαπανών και των πόρων του (b). Αυτό το «κάθισε» δείχνει μακρά και σοβαρή σκέψη (p).
(5) Το ψηφίζω σημαίνει πρώτα, αριθμώ με ψήφους (πέτρες) όπως έκαναν οι αρχαίοι· έπειτα σημαίνει γενικά αριθμώ, μετρώ, υπολογίζω (δ). Υπολογίζει την δαπάνη.
(6) Οι λέξεις δαπάνη και απαρτισμός είναι μοναδικές στην Κ.Δ..
(7) Διαφορετική γραφή: τα εις απαρτισμόν, ή και χωρίς το «τα». Απαρτισμός είναι η ολοκλήρωση του έργου.

14.29 ἵνα μήποτε θέντος αὐτοῦ θεμέλιον καὶ μὴ ἰσχύσαντος(1) ἐκτελέσαι πάντες οἱ θεωροῦντες ἄρξωνται αὐτῷ ἐμπαίζειν(2)
29 Κι αυτό, ώστε όταν βάλει το θεμέλιο και δεν μπορεί να τελειώσει το έργο, να μην αρχίσουν όλοι όσοι τον βλέπουν να τον κοροϊδεύουν
(1) Υπάρχει και η γραφή ισχύοντος=Δεν έχει τα μέσα να φέρει σε πέρας, να τελειώσει το έργο. Το ρήμα εκτελώ συναντιέται μόνο εδώ στην Κ.Δ. (p).
(2) Πράγματι, εάν ο κόσμος μισεί τον ειλικρινή και γνήσιο μαθητή του Χριστού, περιφρονεί όμως και χλευάζει αυτόν που δεν παρουσιάζει τη ζωή του σε όλα σύμφωνη με όσα επαγγέλλεται ότι πιστεύει (ο).

14.30 λέγοντες ὅτι Οὗτος(1) ὁ ἄνθρωπος ἤρξατο οἰκοδομεῖν καὶ οὐκ ἴσχυσεν ἐκτελέσαι(2).
30 και να λένε ότι αυτός ο άνθρωπος άρχισε να χτίζει αλλά δεν μπόρεσε να τελειώσει.
(1) Περιφρονητικά.
(2) Κυρίως κατακρίνεται διότι υπήρξε ανόητος, επειδή άρχισε χωρίς προηγουμένως να σκεφτεί καλά και να υπολογίσει (p). Η έννοια της παραβολής: «Με την παραβολή του πύργου, μας διδάσκει ο Κύριος, ότι από τη στιγμή που διαλέξαμε να τον ακολουθούμε, να φυλάξουμε την ίδια διάθεση και να μην βάλουμε μεν θεμέλιο, δηλαδή αρχή του να ακολουθούμε, αλλά να μην βάλουμε τέλος, επειδή δεν θα έχουμε αρκετή την ετοιμότητα της προθυμίας» (Θφ). «Διότι αν βεβαίως θα ήθελε κάποιος να οικοδομήσει πύργο, αφού πρώτα ετοιμάσει όσα χρειάζονται για την ολοκλήρωση, τότε αρχίζει την οικοδομή… αυτό λοιπόν το ίδιο απαιτεί και από τους πιστούς· πρέπει δηλαδή αυτοί που διάλεξαν να κατορθώσουν την ένδοξη και πεντακάθαρη ζωή, να εγκαταστήσουν στο νου τους την προθυμία που είναι αρκετή για αυτό» (Κ). Αρκετά σοβαρή και η επόμενη: «… έτσι και αυτός που θέλει να χτίσει πύργο πνευματικό, εννοώ βεβαίως, τη συγκρότηση των αρετών, οφείλει πρώτα να μετρήσει την διάρκεια στους πειρασμούς, έτσι ώστε, όντας προετοιμασμένος, να τους υπομείνει με ευκολία όταν θα πέσουν πάνω του» (Ζ). Η χριστιανική ζωή και ο αγιασμός που επιτυγχάνεται με αυτήν μπορεί να συγκριθεί με τον πύργο που ανοικοδομείται. Το κεφάλαιο που απαιτείται από το Χριστό είναι η ίδια η ζωή του, την οποία θα χρειαστεί να δαπανήσει ολόκληρη, για να ολοκληρωθεί σε αυτόν το έργο του αγιασμού. Το να καθίσει λοιπόν και να υπολογίσει την δαπάνη, απεικονίζουν πράξεις βαθιάς περισυλλογής και σοβαρής μελέτης, οι οποίες πρέπει να προηγηθούν προκειμένου κάποιος να αναλάβει ένα τέτοιο έργο (g). Πράγματι εκείνος ο οποίος αποφασίζει να ακολουθήσει τη ζωή του ευαγγελίου, επιχειρεί να χτίσει πύργο, όχι όμοιο με τον πύργο της Βαβέλ, ο οποίος έμεινε ατελείωτος, αλλά σύμφωνο με το θέλημα του Θεού, ο οποίος θα βοηθήσει τον χτίστη να φέρει αυτόν σε πέρας. Θα αρχίσει από χαμηλά, βάζοντας βαθύ θεμέλιο στο βράχο και θα προχωρήσει μέχρι τον ουρανό. Αλλά η ανέγερση του πύργου αυτού θα του κοστίσει πολύ. Πρέπει αυτός να νεκρώσει την αμαρτία μέσα του, να εξαλείψει και τις πιο δελεαστικές και ισχυρές προς το κακό επιθυμίες του. Πρέπει να ζει ζωή αυταπάρνησης και άγρυπνης προσοχής και αμετακίνητης εμμονής στο καθήκον. Ενδέχεται ακόμη να του ζητηθεί και η θυσία της φήμης του, διότι ίσως αντικρύσει και δυσφημήσεις, αλλά και η θυσία όλων των υλικών αγαθών του και όλων όσα υπάρχουν στον κόσμο που αγαπά.

14.31 ἢ τίς(1) βασιλεὺς(2) πορευόμενος συμβαλεῖν(3) ἑτέρῳ βασιλεῖ εἰς πόλεμον(3) οὐχὶ καθίσας πρῶτον βουλεύεται(4) εἰ δυνατός ἐστιν ἐν δέκα χιλιάσιν(5) απαντῆσαι τῷ μετὰ εἴκοσι χιλιάδων ἐρχομένῳ ἐπ᾽ αὐτόν;
31 Ποιος βασιλιάς, πάλι, ξεκινάει να κάνει πόλεμο με άλλον βασιλιά χωρίς πρώτα να καθίσει να σκεφτεί αν μπορεί με δέκα χιλιάδες άντρες να αντιμετωπίσει αυτόν που του επιτίθεται με είκοσι χιλιάδες;
(1) Η δεύτερη αυτή παραβολή απεικονίζει τη ζωή τη χριστιανική από την αρνητική της πλευρά, την πολεμική δηλαδή. Παρομοιάζεται αυτή με πόλεμο επικίνδυνο που διεξάγεται από βασιλιά εναντίον εχθρού πολύ ισχυρότερου (g). Η κατάσταση του Χριστιανού στον κόσμο αυτόν είναι κατάσταση εκστρατείας. Ο χριστιανός είναι στρατιώτης και υπάρχουν πολλά βήματα στην πορεία του, τα οποία πρέπει να διεκδικεί με χτυπήματα σπαθιού. Πρέπει να μαχόμαστε σε κάθε βήμα μας. Τόσο ακούραστοι είναι οι πνευματικοί μας εχθροί στην αντίστασή τους εναντίον μας. «Και μας διδάσκει να μην είμαστε δίψυχοι, ούτε να προσηλωνόμαστε στη σάρκα και το Θεό· αλλά εάν πρόκειται να αναλάβουμε τον πόλεμο εναντίον των πονηρών δυνάμεων, να τους αντιμετωπίζουμε ως εχθρούς και αληθινά να τους αντιμαχόμαστε» (Θφ).
(2) Ο πόλεμος του χριστιανού έχει μέσα του κάτι το βασιλικό (b).
(3) Το ρήμα συμβάλλω είναι αμετάβατο όπως στο Α΄Μακ. δ 34, Β΄Μακ. η 23,ιδ 17 και συχνά στον Πολύβιο. Η συνηθέστερη φράση είναι «συμβάλλειν εις μάχην». Δες Ιωσήπου Αρχ. VI,5.3 (p). Και αντί για τη λέξη μάχη, βρίσκεται εδώ η λέξη πόλεμος (L)=να συγκρουστεί σε μάχη (δ).
(4) Μαζί με τους συμβούλους του (δ).
(5) Εάν με τη μισή τουλάχιστον του επιδρομέα δύναμη (δ), είναι δυνατός να ανταπεξέλθει εναντίον του επιτιθεμένου. Εφόσον πρόκειται για υπεράσπιση της χώρας, η οποία είναι καθήκον ιερό, η ανδρεία και η αυτοθυσία θα αναπληρώσει ίσως τον αριθμό. Αυτό όμως πρέπει ώριμα να το σκεφτεί (L).

14.32 εἰ δὲ μήγε(1), ἔτι αὐτοῦ πόρρω ὄντος πρεσβείαν ἀποστείλας ἐρωτᾷ τὰ πρὸς εἰρήνην(2).
32 Αν δεν μπορεί, στέλνει μεσολαβητές, όταν ακόμη ο άλλος είναι μακριά, και ζητάει διαπραγματεύσεις για ειρήνη.
(1) Αν δεν είναι δυνατός να απαντήσει (δ).
(2) Ζητά ή παρακαλεί για διαπραγματεύσεις που αποβλέπουν σε ειρήνη. Το «τα» αποσιωπάται στους κώδικες σιναϊτικό και βατικανό, οπότε η έννοια είναι διαπραγματεύεται για ειρήνη (p). «Ρωτά, δηλαδή παρακαλεί, ζητά την ειρήνη. Αυτά βεβαίως τα πρόσθεσε, όχι συμβουλεύοντας αυτούς που δεν μπορούν να αποκρούσουν, να ειρηνεύουν με το σατανά. Διότι πώς θα μπορούσε να γίνει αυτό; με τον ανθρωποκτόνο και καταστροφέα ψυχών. Αλλά το χρησιμοποίησε για τη λογική συνέχεια του παραδείγματος, όπως έκανε και παραπάνω· ταυτόχρονα και για να προκαλέσει ντροπή σε αυτούς που ενώ έγιναν μαθητές, μετά αποχαυνώθηκαν. Διότι και αυτό είναι σχήμα λόγου, που διεγείρει σε ανδρεία, όπως ακριβώς και συνηθίζουμε να λέμε, ότι Καλύτερα να μην άρχιζε αυτό το πράγμα, παρά αρχίζοντάς το να μην τελειώσει» (Ζ). Σοβαρή και η επόμενη: Είναι προτιμότερο να αρνηθεί κάποιος να συμμετάσχει στην υποδοχή της ημέρας των Βαΐων, εάν πρόκειται ο ενθουσιασμός του αυτός να καταλήξει σε συμμετοχή της θεοκτόνου τρέλας της μεγάλης Παρασκευής. Είναι προτιμότερο να μείνει κάποιος τίμιος άνθρωπος, θρησκευτικά αδιάφορος και ψυχρός, παρά να γίνει Χριστιανός ασυνεπής. Ειδοποιεί λοιπόν ο Κύριος αυτούς που τον ακολουθούν, ότι, αν δεν είναι αποφασισμένοι να τον ακολουθήσουν και μέχρι το σταυρό, καλύτερα θα είναι, προκειμένου την τελευταία στιγμή να τον προδώσουν, να μην χαλάσουν καθόλου τις σχέσεις τους με το συνέδριο (g).

14.33 οὕτως οὖν πᾶς ἐξ ὑμῶν ὃς οὐκ ἀποτάσσεται πᾶσιν τοῖς ἑαυτοῦ ὑπάρχουσιν(1) οὐ δύναται εἶναί μου μαθητής.
33 Έτσι, λοιπόν, κανείς από σας δεν μπορεί να είναι μαθητής μου αν δεν απαρνηθεί όλα του τα υπάρχοντα».
(1) Μιλά για υπάρχοντα, οδηγούμενος σε αυτά από τις δαπάνες, τις οποίες αδίστακτα πρέπει να αποφασίσει αυτός που χτίζει πύργο, αλλά και από τον φόρο υποταγής σε χρήμα, στον οποίο θα εξαναγκαστεί αυτός που διαπραγματεύτηκε την ειρήνη με τον εισβολέα (L). Η φράση «όλα τα υπάρχοντά του» σημαίνει την απάρνηση της φυσικής ζωής, όπως και όλων των προσκολλήσεων και δεσμών και όλων των αγαθών, τα οποία ικανοποιούν αυτήν τη ζωή και συμπεριλαμβάνει τους δύο όρους που δηλώνονται στους σ. 26 (απάρνηση των φυσικών δεσμών και απολαύσεων) και 27 (σήκωμα του σταυρού)(g). «Πρώτα από όλα απαρνούμαστε τον διάβολο και τα πάθη της σάρκας, εμείς που εγκαταλείψαμε τις κρυφές πράξεις της αισχύνης, και συγγένειες σωματικές και φιλίες ανθρώπων και την συνήθεια της ζωής που μάχεται την ακρίβεια του ευαγγελίου της σωτηρίας. Και το πιο αναγκαίο από αυτά, απαρνιέται ο ίδιος τον εαυτό του, αυτός που απέβαλλε τον παλαιό άνθρωπο μαζί με τις πράξεις του… Απαρνιέται ακόμη και κάθε σφοδρή προσήλωση στον κόσμο που μπορεί να εμποδίζει τον σκοπό της ευσέβειας» (Β). Οι παραβολές λοιπόν ως σύνολο διδάσκουν, ότι το να αποβεί κάποιος μαθητής του Χριστού, συνυπονοεί, ότι οφείλει από πριν να ζυγίσει καλά αυτό (p).

14.34 Καλὸν τὸ ἅλας(1)· ἐὰν δὲ καὶ τὸ ἅλας μωρανθῇ(2), ἐν τίνι ἀρτυθήσεται(3);
34 «Το αλάτι είναι καλό, αν όμως χάσει την αρμύρα του, με ποιον τρόπο θα την αποκτήσει πάλι;
(1) Η παρομοίωση η σχετική με το αλάτι, πιθανότατα χρησιμοποιήθηκε περισσότερες από μία φορές από τον Κύριο και σε διάφορα συμφραζόμενα. Δες Ματθ. ε 13 και Μάρκ. θ 50 και τις εκεί ερμην. σημειώσεις. Το αλάτι σημαίνει εδώ την αυτοθυσία, για την οποία έγινε λόγος στους σ. 26,27,33. Η εικόνα του αλατιού δεν συναντιέται στην Π.Δ. αλλά δες Ιώβ στ 6. Τα αλεξανδρινά χειρόγραφα γράφουν: Καλόν οὖν το άλας. Το οὖν ίσως αναφέρεται στον αμέσως προηγούμενο λόγο= Το αλάτι λοιπόν, όπως είπα προηγουμένως, είναι καλό (p). Το αλάτι νοστιμίζει την γεύση κάποιων ουσιών και προλαβαίνει την σήψη άλλων. Είναι λοιπόν καλό. Έτσι είναι καλή και ευεργετική η επίδραση, την οποία ο μαθητής του Χριστού ασκεί με την αυστηρή και στυπτική γεύση του ευαγγελίου, από το οποίο είναι εμποτισμένος, και η οποία είναι επίδραση καθαρτική και ζωοποιός πάνω στην αηδή ή σαπισμένη ζωή της ανθρωπότητας που τον περιβάλλει (g). Τι είναι στην πνευματική ζωή εκείνο, το οποίο ανταποκρίνεται στην επίδραση του αλατιού στη φυσική ζωή; Απάντηση· μία βαθιά και μυστική δύναμη του Πνεύματος του Θεού που επενεργεί στη συνείδηση, στη διάνοια, στις διαθέσεις και προθέσεις, στα αισθήματα, στη θέληση του ανθρώπου, που εμποτίζει και ανακαινίζει αυτά και διατηρεί αυτά σε κατάσταση εσωτερικής ζωής και καθαρότητας, ώστε και για τους ομοίους του, με τους οποίους έρχεται σε επαφή ή με οποιαδήποτε σχέση, να γίνεται ο άνθρωπος αυτός φορέας και αγωγός αρετής, αλήθειας, αγνότητας. Το αλάτι στον άνθρωπο είναι η παρουσία του Θεού σε αυτόν, που εμποτίζει όλες τις σκέψεις του και όλο το εσωτερικό του με τη χάρη του. Για τη διατήρηση της άγιας αυτής ιδιότητας είμαστε όλοι υπεύθυνοι ενώπιον του Θεού. Διότι εξαρτάται και από εμάς να καλλιεργήσουμε αυτήν. Μπορεί αυτή εύκολα να μειωθεί, όπως μπορεί και συνεχώς να αυξάνεται. Μία μικρή αμαρτία, μία μικρή αφροντισιά και απροσεξία, μία μικρή κοσμική επαφή, μία ελάχιστη δυσαρέσκεια του Πνεύματος, το οποίο λυπούμε με τις αμαρτωλές κινήσεις της ψυχής μας, είναι ικανά να μειώσουν, να εξασθενήσουν, να εκμηδενίσουν ολοτελώς την ιδιότητα αυτή. Αλλά και μία θερμή προσευχή, μία πράξη θεάρεστη, συντριβή και ταπείνωσή μας μπορούν αμέσως να αναζωπυρώσουν αυτήν και να προσδώσουν νέα δύναμη σε αυτήν.
(2) Ο Maundrell (Jurney from Aleppo to Jerusalem σελ. 161-162) μιλά για κοιλότητα που άνοιξε με ανασκαφή σε βουνό από αλάτι. Έκοψε κάποια θρύμματα από το αλάτι αυτό και μολονότι διατηρούσαν ακόμη όλα τα εξωτερικά γνωρίσματα του αλατιού, τα βρήκε εξ’ ολοκλήρου στερημένα από τη γεύση τους. Έτσι μπορεί να συμβεί και στον μαθητή, ο οποίος δεν απαρνήθηκε τον εαυτό του, βαθμιαία εξασθένηση της ευαγγελικής ζωής και ιδιότητας, η οποία μπορεί να φτάσει μέχρι πλήρους αμαύρωσης και εξαφάνισης· έτσι λοιπόν ο μαθητής θα είναι πλέον ανίκανος να επιδράσει ως ανακαινιστικός και αγιαστικός παράγοντας στο περιβάλλον (g).
(3) Όπως το αλάτι όταν αποβάλλει την ιδιότητα και γεύση του, δεν μπορεί να ανακτήσει αυτήν, έστω και αν αναμιχθεί με άλλο αλάτι, έτσι και ο μαθητής του Χριστού, όταν ξεπέσει, είναι πλέον χαμένος για την ουράνια ζωή. Δεν είναι δυνατόν αυτή να ανανεωθεί με το ευαγγέλιο, του οποίου η επίδραση πάνω του εκμηδενίστηκε (g). Ξεπεσμένοι χριστιανοί, οι οποίοι γεύτηκαν τις δωρεές της χάρης και απώθησαν έπειτα αυτές αφού ελκύστηκαν και πάλι από τον αμαρτωλό κόσμο και έγιναν αποστάτες, έχασαν πλέον οριστικά την ιδιότητά τους ως αλατιού πνευματικού. Είναι αδύνατον οι αποστάτες αυτοί «να ανακαινιστούν σε μετάνοια» (Εβρ. στ 4-6). Διδάσκαλος και υπηρέτης της θρησκείας, του οποίου η διάνοια και τα ήθη διαφθάρθηκαν, είναι το πλέον αηδιαστικό και απεχθές κτήνος. Τέτοιοι άνθρωποι πρέπει να διώχνονται από την εκκλησία, όχι μόνο διότι εξέπεσαν από όλες τις τιμές και τα προνόμιά τους ως μέλη της εκκλησίας, αλλά και διότι αποτελούν μολυσματικό κίνδυνο και για τα υγιή μέλη της.

14.35 οὔτε εἰς γῆν οὔτε εἰς κοπρίαν(1) εὔθετόν ἐστιν· ἔξω βάλλουσιν αὐτό(2). ὁ ἔχων(3) ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω(4).
35 Δεν κάνει ούτε για χώμα ούτε για κοπριά· το πετάνε. Όποιος έχει αυτιά για να ακούει ας ακούει».
(1) Ούτε να ριχτεί στη γη και να γίνει και αυτό γη, ώστε ως χώμα πλέον να παραγάγει, ούτε με κοπριά να αναμιχθεί και να χρησιμοποιηθεί ως λίπασμα (g). «Εάν το αλάτι αποβάλλει την φύση του, γίνεται τελείως άχρηστο και δεν είναι κατάλληλο ούτε για τη γη ούτε για την κοπριά. Αυτό λοιπόν που λέει, σημαίνει το εξής· Εγώ μεν θέλω κάθε χριστιανός να είναι ωφέλιμος και να νοστιμίζει, όχι μόνο αυτόν στον οποίο έχει ανατεθεί χάρισμα διδασκαλίας… αλλά απαιτώ και οι ίδιοι οι λαϊκοί να είναι χρήσιμοι και ωφέλιμοι στους πλησίον. Εάν όμως αυτός που πρόκειται να ωφελεί άλλους, αυτός γίνει ακατάλληλος και ξεπέσει από την κατάσταση που ταιριάζει στον χριστιανό… είναι τελείως απόβλητος και απορριπτέος» (Θφ).
(2) Η φράση «έξω βάλλουσιν αυτό» χρησιμεύει ως μετάβαση στον ακόλουθο λόγο· αυτός που έχει αυτιά… (g).
(3) Λόγος του Κυρίου που επαναλήφθηκε από αυτόν πολλές φορές. Δείχνει εδώ ποιας προσοχής πρέπει να αξιωθούν από τον καθένα τα προηγούμενα λόγια (p) και «διεγείρει τους ακροατές στο να μην δεχτούν επιπόλαια αυτό που ειπώθηκε για το αλάτι» (Θφ).
(4) «Αυτός που έχει σύνεση, ας κατανοήσει· αυτιά δηλαδή εδώ, πρέπει να εννοήσουμε την αισθητική δύναμη της ψυχής και την ικανότητα να καταλαβαίνει» (Θφ). Δες Ματθ. ια 15.

Κεφάλαιο 15

Στίχ. 1-7. Η παραβολή του χαμένου προβάτου.
15.1 Ἦσαν(1) δὲ ἐγγίζοντες(2) αὐτῷ πάντες(3) οἱ τελῶναι καὶ οἱ ἁμαρτωλοὶ ἀκούειν αὐτοῦ(4).
1 Όλοι οι τελώνες και οι αμαρτωλοί συνήθιζαν να πλησιάζουν τον Ιησού και να τον ακούνε.
(1) Η ιστορική αυτή εισαγωγή μας δίνει, όπως πάντοτε οι σύντομες σημειώσεις του Λουκά που προηγούνται των παραβολών, το κλειδί των ακόλουθων λόγων (g).
(2) Όταν ο Κύριος ερχόταν σε κάποιο μέρος, οι τελώνες και οι αμαρτωλοί, που έμεναν στο μέρος αυτό, έτρεχαν προς αυτόν (g). Το Ἦσαν ἐγγίζοντες λοιπόν σημαίνει αυτό που συνήθως γινόταν σε κάθε πόλη ή χωριό, όπου ερχόταν ο Κύριος.
(3) Όχι απλώς πολλοί, αλλά όλοι που βρίσκονταν σε κάθε μέρος (b).
(4) Να τον ακούσουν και όχι μόνο να δουν τα θαύματά του. Αυτό λοιπόν που τους έλκυε ήταν φύσης πνευματικής, το οποίο σπάνια συναντούσε ο Ιησούς. Εκείνοι εύρισκαν στον Ιησού, ό,τι δεν είχαν ποτέ συναντήσει, ούτε καν υποπτεύονταν έως τότε. Εύρισκαν την αγιότητα ελεύθερη από τη φαρισαϊκή έπαρση και συνδυασμένη με την συμπάθεια και αγάπη. Ο Ιησούς από την άλλη ευρισκόμενος ανάμεσα σε ανθρώπους που με διάθεση ειλικρινή και συντετριμμένη καρδιά τον πλησίαζαν, άνοιγε σε αυτούς τους θησαυρούς της θείας χάρης (g).

15.2 καὶ διεγόγγυζον(1) οἵ τε Φαρισαῖοι καὶ οἱ γραμματεῖς(2) λέγοντες ὅτι Οὗτος ἁμαρτωλοὺς προσδέχεται(3) καὶ συνεσθίει(4) αὐτοῖς.
2 Οι Φαρισαίοι και οι γραμματείς διαμαρτύρονταν, λέγοντας ότι αυτός δέχεται αμαρτωλούς και τρώει μαζί τους.
(1) Διεγόγγυζον=γόγγυζαν μεταξύ τους (b). Στην Κ.Δ. συναντιέται η λέξη μόνο εδώ και στο ιθ 7 (p). Εξοργίζονταν διότι παρέχονταν τα μέσα της χάριτος στους τελώνες και αμαρτωλούς και καλούνταν αυτοί σε μετάνοια και ενθαρρύνονταν με την ελπίδα, ότι θα συγχωρούνταν με τη μετάνοια. Θεωρούσαν αυτούς ότι ξέπεσαν ανεπανόρθωτα, για τους οποίους καμία ελπίδα δεν απέμενε και νόμιζαν, ότι στερήθηκαν το προνόμιο της μετάνοιας, παρόλο που οι προφήτες καλούσαν σε μετάνοια και τους εθνικούς, όπως ο Ιωνάς τους Νινευΐτες και ο Δανιήλ τον Ναβουχοδονόσορα.
(2) Συνήθως οι γραμματείς προηγούνται από τους Φαρισαίους. Δες Λουκ. ε 21, στ 7, ια 53,Ματθ. ιβ 38 κλπ. Εδώ οι Φαρισαίοι πήραν ίσως πρωτεύοντα ρόλο (p).
(3) Τους επιτρέπει να τον πλησιάσουν δεχόμενος αυτούς με μειλιχιότητα.
(4) Θα το πάρουμε κατά λέξη. Δες το συμπόσιο που παρέθεσε ο Λευΐ. Η πράξη αυτή ήταν περισσότερο σημαντική και αισθητή στα τότε έθιμα παρά σήμερα. Ενεργώντας έτσι ο Ιησούς παραμέριζε την ηθική ευπρέπεια σύμφωνα με τις αντιλήψεις των γραμματέων και φαρισαίων. Οι παραβολές όμως που ακολουθούν είναι προορισμένες να αποδείξουν, πόσο ορθά και δίκαια ενεργούσε (g). Δεν τολμούσαν να κατακρίνουν το ότι κήρυττε προς αυτούς ο Κύριος και τους δίδασκε, δοκιμάζοντας κάποια ντροπή να κάνουν αυτό. Τον κατηγορούσαν για αυτό, ότι συνέτρωγε μαζί τους, το οποίο πιο εμφανώς παρουσιαζόταν ότι αντιτίθεται στην παράδοση των πρεσβυτέρων. Δεν πρέπει να παραξενευόμαστε όταν ακούγονται επικρίσεις εις βάρος όχι μόνο εξόχων προσωπικοτήτων, αλλά και ολοφάνερα αθώων και διακεκριμένων ενεργειών και πράξεων.

15.3 εἶπεν δὲ(1) πρὸς αὐτοὺς τὴν παραβολὴν(2) ταύτην(3) λέγων,
3 Εκείνος τότε τους είπε την ακόλουθη παραβολή:
(1) Μάλλον αντιθετικός σύνδεσμος. Εκείνοι μεν γόγγυζαν, αυτός όμως για απάντηση είπε προς αυτούς (p).
(2) «Με παραβολή τους αποστομώνει διδάσκοντας ότι έγινε άνθρωπος όχι για τους δίκαιους, αλλά για τους αμαρτωλούς» (Ζ). Με τις παραβολές που ακολουθούν ο Κύριος δείχνει, ότι όσο χειρότεροι είναι οι άνθρωποι, στους οποίους κήρυττε, τόσο μεγαλύτερη δόξα ανεβαίνει στο Θεό και τόσο μεγαλύτερη χαρά γίνεται στον ουρανό, εάν οι αμαρτωλοί αυτοί επιστρέψουν με τη μετάνοια. Θα ήταν περισσότερο χαρμόσυνο θέαμα για τους ουρανούς να βλέπουν τους εθνικούς να οδηγούνται στη λατρεία του αληθινού Θεού παρά να βλέπουν τους Ιουδαίους να συρρέουν σε αυτήν· να βλέπουν τελώνες και αμαρτωλούς να επιστρέφουν σε ζωή σωστή και θεάρεστη, παρά τους γραμματείς και φαρισαίους να ζουν με αυτόν τον τρόπο ζωής.
(3) Δες και Ματθ. ιη 12-14 (και τις εκεί σημειώσεις), όπου η ακόλουθη παραβολή λέγεται σε τελείως διαφορετική συσχέτιση και με κάποιες διαφορές στις λεπτομέρειες. Δες και Ιω. ι 1-18. Ο Κύριος φαίνεται ότι συχνά χρησιμοποίησε την παρομοίωση του καλού Ποιμένα στη διδασκαλία του. Καμία άλλη εικόνα δεν τυπώθηκε τόσο βαθιά στη διάνοια της χριστιανοσύνης, όσο αυτή (p). Στον Ματθαίο αποσκοπείται με την παραβολή να δειχτεί η μεγάλη αξία, την οποία έχει για το Θεό ο πιο ταπεινός ακόλουθος του Χριστού και ο κίνδυνος της αμαρτίας και ενοχής, στην οποία είναι εκτεθειμένος καθένας που περιφρονεί αυτόν τον μικρό. Εδώ τονίζεται η χαρά η οποία γίνεται στον ουρανό για την επιστροφή αυτού που αποπλανήθηκε από δική του ολιγωρία (ο).

15.4 Τίς ἄνθρωπος(1) ἐξ ὑμῶν ἔχων ἑκατὸν(2) πρόβατα καὶ ἀπολέσας ἓν(3) ἐξ αὐτῶν οὐ καταλείπει τὰ ἐνενήκοντα ἐννέα ἐν τῇ ἐρήμῳ(4) καὶ πορεύεται ἐπὶ τὸ ἀπολωλὸς(5) ἕως ου εὕρῃ αὐτό(6);
4 «Ποιος από σας αν έχει εκατό πρόβατα και χάσει ένα απ’ αυτά, δε θα εγκαταλείψει τα ενενήντα εννιά στην έρημο για να ψάξει για το χαμένο ώσπου να το βρει;
(1) Είναι πλεονασμός το «άνθρωπος» εδώ. Μπήκε όμως έτσι ώστε ευθύς εξ’ αρχής να πει τι κάνουν οι άνθρωποι και να συμπεράνει έπειτα από αυτό και τι ενεργεί ο Θεός (L). Η ερωτηματική μορφή την οποία προσδίδει ο Ιησούς στην απάντησή του, αποτελεί πρόσκληση στην ίδια τους την κρίση: Ποιος από σας σε περίπτωση ασύγκριτα μικρότερης σπουδαιότητας δεν κάνει αυτό για το οποίο εσείς με μέμφεστε, ότι ενεργώ σε περίπτωση πολύ σοβαρότερη και υψηλότερη; (g).
(2) Με το πλήθος των προβάτων, η φροντίδα, την οποία ο ποιμένας δείχνει για ένα και μόνο πρόβατο, τονίζεται και γίνεται εμφανής (b).
(3) Το ένα σε σχέση με τα 100 είναι πράγμα ασήμαντο. Έπεται λοιπόν από αυτό, ότι όχι τόσο το υλικό συμφέρον, όσο ο οίκτος για το χαμένο και η συμπάθεια για αυτό κινεί τον ποιμένα (g). Αυτό είναι το κύριο σημείο στις δύο πρώτες παραβολές· η ιδιαίτερη αγάπη του Θεού για κάθε μία ψυχή (p).
(4) Ονομάζει έτσι όχι κάποιον επικίνδυνο ή απομονωμένο τόπο, αλλά τον συνηθισμένο τόπο της βοσκής των προβάτων (p). Ο ποιμένας δεν παριστάνεται να αφήνει άλλον πίσω του, για να φρουρεί τα πρόβατα, διότι η παραβολή αποσκοπεί να τονίσει την βιασύνη του ποιμένα που αφήνει τα πάντα για να ξαναβρεί το χαμένο (L).
(5) Το πλανημένο πρόβατο είναι πράγματι χαμένο. Διότι ούτε το ένστικτο έχει για να ξανάβρει το δρόμο, ούτε νύχια ή κέρατα για να αμυνθεί. Γίνεται λοιπόν λεία του πρώτου εχθρού που θα συναντήσει (g). Είναι χαμένο για το Θεό, διότι δεν αποδίδει σε αυτόν την τιμή και την λατρεία και την υπακοή, την οποία του οφείλει. Είναι χαμένο για την ποίμνη, διότι χωρίστηκε από αυτήν και έπαυσε να έχει επικοινωνία με αυτήν. Είναι χαμένο και για τον εαυτό του, διότι δεν γνωρίζει που βρίσκεται, περιπλανιέται ακατάπαυστα και είναι εκτεθειμένο ως λεία στα άγρια θηρία και υποκείμενο στους τρόμους και τους κινδύνους της μόνωσης. Χαμένο, διότι δεν μπορεί μόνο του να ξαναβρεί τον δρόμο της επιστροφής στην ποίμνη.
(6) Εξακολουθεί να πορεύεται και να αναζητά αυτό έως ότου το βρει. Η έρευνα και αναζήτηση παριστάνεται ως συνεχής μέχρις ότου ξαναβρεθεί το χαμένο (ο). Ο Θεός ακολουθεί πίσω από τα χαμένα πρόβατά του αναζητώντας τους αμαρτωλούς με τις προσκλήσεις του λόγου του και με τις αόρατες προσπάθειες του Πνεύματός του, έως ότου επιτέλους πετύχει την επιστροφή τους με την μετάνοια.

15.5 καὶ εὑρὼν(1) ἐπιτίθησιν ἐπὶ τοὺς ὤμους(2) αὐτοῦ χαίρων,
5 Κι όταν το βρει, το βάζει χαρούμενος στους ώμους του,
(1) Κάθε χαρακτηριστικό αυτής της εικόνας αποπνέει ζωηρή τρυφερότητα: η επιμονή στην αναζήτηση («έως ότου βρει αυτό»), οι στοργικές φροντίδες για το κατακουρασμένο πρόβατο (πάνω στους ώμους του) η χαρά την οποία δοκιμάζει (χαίροντας) και η εκδήλωση της χαράς του προς τους άλλους (συγκαλεί)(g).
(2) «Δες και πώς το επέστρεψε· δεν το μαστίγωσε, αλλά μεταφέροντας και βαστάζοντας το στους ώμους, πάλι το έδωσε πίσω στην ποίμνη» (Χ). Δεν το σέρνει πίσω του, ούτε το οδηγεί βάζοντας αυτό μπροστά του, ούτε αναθέτει σε άλλον να το μεταφέρει· αλλά το βάζει πάνω στους ώμους του. Δες Ησ. μ 11,μθ 22,ξ 4,ξστ 12. Στους Ο΄ η λέξη ώμος είναι συνηθισμένη, στην Κ.Δ. όμως συναντιέται μόνο εδώ και στο Ματθ. κγ 4 (p). Το κουβαλά στους ώμους. Και δηλώνεται με αυτό η δύναμη, με την οποία το υποστηρίζει και το βαστά. Δεν θα χαθεί ποτέ εκείνος, τον οποίο ο ουράνιος ποιμένας βαστάζει στους ώμους του. Αλλά δείχνεται με αυτό και η στοργή του ποιμένα· η στοργή και η συμπάθεια και ο οίκτος προς τους φτωχούς και ταλαίπωρους αμαρτωλούς.

15.6 καὶ ἐλθὼν εἰς τὸν οἶκον(1) συγκαλεῖ(2) τοὺς φίλους καὶ τοὺς γείτονας λέγων αὐτοῖς, Συγχάρητέ μοι, ὅτι εὗρον τὸ πρόβατόν μου τὸ ἀπολωλός(3).
6 έρχεται στο σπίτι και προσκαλεί τους φίλους και τους γείτονες και τους λέει: “χαρείτε μαζί μου, γιατί βρήκα το πρόβατό μου που είχε χαθεί”.
(1) Αξιοσημείωτη και η εκδοχή: Προφανώς κατά την ανάληψη ο Ιησούς Χριστός επέστρεψε στο σπίτι. Και σε αυτόν το χρόνο ειδικά γνωστοποίησε στα ουράνια όντα όσα συντελέστηκαν στη γη. Και υπονοώντας ότι υπάρχουν διάφορες τάξεις ουράνιων κατοίκων εκτός από τους αγγέλους, λέει ότι συγκάλεσε τους φίλους και τους γείτονες (b).
(2) Είναι σημάδι μεγάλης χαράς το ότι επιζητά να καταστήσει συμμέτοχους σε αυτήν και άλλους (p). Τι πιο συγκινητικό από την μικρή αυτή γιορτή, στην οποία συγκαλεί τους φίλους του και τους γείτονές του και όπου δέχεται με χαρά τα συγχαρητήριά τους (g).
(3) Δεν λέει «το οποίο έχασα», όπως λέγεται στο σ. 9 για τη δραχμή, αλλά το «απολωλός», διότι το μεν πρόβατο χάθηκε από την δική του άγνοια και ανοησία (Ψαλμ. ριη 176), ενώ η δραχμή χάθηκε από απροσεξία της γυναίκας (p). Σημείωσε με πόση ικανοποίηση και στοργή λέει για το χαμένο πρόβατο «βρήκα το πρόβατό μου». Μολονότι αυτό από δική του ανοησία αποπλανήθηκε, ο ποιμένας το ονομάζει πρόβατο δικό του. Δεν έστειλε κάποιον δούλο του να το ξαναβρεί. Το αναζήτησε ο ίδιος. Ο ίδιος ο Υιός του ουράνιου Πατέρα είναι ο ποιμένας των προβάτων ο μέγας. Και αυτός ήλθε να ζητήσει και να σώσει το χαμένο. Και όταν το ξαναβρίσκει αποκαθιστά σε αυτό ακέραια τα δικαιώματά του. «Βρήκα το πρόβατό μου», λέει. Τι ασφάλεια και τι ανάπαυση και τι χορτασμός και τι ειρήνη να είναι κάποιος κοντά στο Χριστό ως πρόβατο δικό του!

15.7 λέγω ὑμῖν(1) ὅτι οὕτω(2) χαρὰ ἔσται ἐν τῷ οὐρανῷ(3) ἐπὶ ἑνὶ(4) ἁμαρτωλῷ μετανοοῦντι ἢ(5) ἐπὶ ἐνενήκοντα ἐννέα δικαίοις(6) οἵτινες οὐ χρείαν ἔχουσιν μετανοίας(7).
7 Σας βεβαιώνω πως έτσι θα γίνει χαρά και στον ουρανό για τη μετάνοια ενός αμαρτωλού, παρά για ενενήντα εννιά δικαίους, που δεν έχουν ανάγκη από μετάνοια».
(1) Αντί για το «αμήν λέγω υμίν» που είναι στον Ματθαίο. Τα λόγια αυτά έχουν μέσα τους μεγάλη σοβαρότητα. Είναι σαν να έλεγε σε αυτούς: Ακούστε λοιπόν, τι γίνεται στον ουρανό για αυτό, για το οποίο εσείς γογγύζετε. Πανηγυρίζουν εκεί για τη μετάνοια καθενός από αυτούς τους αμαρτωλούς, τους οποίους εσείς θεωρείτε απόβλητους. Πόσο λοιπόν είστε μακριά από τα συναισθήματα αυτών που ζουν στους ουρανούς! (g).
(2) «Όπως υπέδειξε η παραβολή» (Ζ).
(3) Το ουρανός εδώ δεν είναι ραββινικό συνώνυμο του Θεού, αλλά σημαίνει όλους όσους κατοικούν στον ουρανό (L). Αξιόλογη και η επόμενη: Ο αρχιποιμένας Ιησούς Χριστός έχει ειδικά τα πνεύματα των δικαίων ως φίλους και γείτονές του, οι οποίοι συμμετέχουν στη χαρά αυτή λόγω των στενών δεσμών τους με τους ανθρώπους (b). Αξιοσημείωτη και η παρατήρηση: Ο Θεός ευφραίνεται με όλα τα έργα του, ιδιαίτερα όμως χαίρεται βλέποντας την επιστροφή των αμαρτωλών που μετανοούν.
(4) Πολύ μάλιστα περισσότερο, όταν οι αμαρτωλοί που επιστρέφουν είναι πολλοί (b). Χαίρεται όμως ο Θεός όχι μόνο για την επιστροφή ολόκληρων εκκλησιών και λαών, αλλά και για τη μετάνοια ενός μόνου αμαρτωλού, οσοδήποτε αυτός και αν φαίνεται ασήμαντη ποσότητα στα μάτια των ανθρώπων. Και μπορεί κάποιος να πει, ότι όσο μεγαλύτερος αμαρτωλός υπήρξε αυτός που επιστρέφει, τόσο η χαρά στον ουρανό είναι μεγαλύτερη. Συχνά αυτοί που κατά το παρελθόν τους παρεκτράπηκαν περισσότερο, δείχνουν και μεγαλύτερο ζήλο μετά την επιστροφή τους. Παράδειγμα βεβαίως αυτού είναι ο Παύλος, για αυτό «και δόξαζαν με αυτόν το Θεό» (Γαλ. α 24). Σε αυτούς που συγχωρήθηκε πολύ, πολύ και θα αγαπήσουν.
(5) Δηλαδή μάλλον ή=περισσότερο παρά.
(6) Δεν εννοεί ότι ο Θεός έχει μεγαλύτερη αγάπη σε έναν αμαρτωλό παρά στους 99 δικαίους. Όπως και ο ποιμένας δεν θα προτιμούσε το ένα πρόβατο από τα άλλα 99 της ποίμνης του. Αλλά παριστάνεται με αυτό ότι ο Θεός αναζητά τον αμαρτωλό, τον φέρνει πίσω και με την επιστροφή αυτή γίνεται στον ουρανό τέτοια εκδήλωση χαράς, σαν την οποία δεν παρουσιάστηκε ποτέ περίπτωση να εκδηλωθεί εξ’ αφορμής των δικαίων. Οι Φαρισαίοι φαντάζονταν το Θεό να θαυμάζει και να αγαπά τους δίκαιους και να επιθυμεί να μην μολυνθούν από κάποια επαφή με τους αμαρτωλούς. Ο Ιησούς γνωστοποιεί ήδη τις πραγματικές διαθέσεις του Θεού (L). Πρέπει λοιπόν να θεωρήσουμε ή ότι πρόκειται για ανθρωποπαθή έκφραση: Οι άνθρωποι όταν ξαναβρίσκουν ό,τι νόμιζαν χαμένο χαίρονται περισσότερο από ότι χαίρονται για αυτό που κατέχουν με ασφάλεια (Weiss). Όπως σε παιδί τους που ασθενεί και κινδυνεύει τον έσχατο κίνδυνο, κατά την περίοδο της ανάρρωσής του, η στοργή των γονέων φαίνεται να συγκεντρώνεται ολόκληρη σε αυτό, ενώ οι άλλοι αδελφοί του, μολονότι αγαπητοί και αυτοί στους γονείς, φαίνονται προς καιρό λησμονημένοι· έτσι παρουσιάζεται και ο Θεός να χαίρεται μαζί με τους αγγέλους με την ανεύρεση του χαμένου και να μην προσέχει τα τρόπαια της χάρης, τα συγκεντρωμένα ήδη στη βασιλεία του (ο). Και συνεπώς εδώ παρουσιάζονται τα ουράνια σύμφωνα με αυτά που συμβαίνουν στους ανθρώπους. Είναι περισσότερο αισθητή η χαρά μας για την ανάκτηση της χαμένης υγείας από ασθένεια που παρεμβλήθηκε, από όσο, εάν δεν μας συνέβαινε η ασθένεια και απολαμβάναμε αδιατάρακτη την υγεία μας. Ή, τις λέξεις αμαρτωλός, δίκαιος και μετανοώ πρέπει να τις πάρουμε με την τελείως εξωτερική έννοια, με την οποία την δέχονταν αυτοί που αντιμιλούσαν στον Ιησού=δικαίωση όπως είστε εσείς, οι οποίοι μιλάτε σύμφωνα με τα οριζόμενα από τον λευϊτικό νόμο. Η δικαιοσύνη σας αυτή δεν αξίζει τίποτα μπροστά στο Θεό (g). Δίνετε μεγάλη προσοχή στην τήρηση των νομικών εξετάσεων και η τήρηση αυτή σας παρεμποδίζει να αισθανθείτε την ανάγκη της μετάνοιας. Δες και Λουκ. ε 31 (p). Είναι για αυτό μεγαλύτερη η χαρά για την επιστροφή των αμαρτωλών και τελωνών, που ακούνε τώρα με ειλικρινή διάθεση το κήρυγμά μου, παρά η χαρά για όλες τις δοξολογίες και όλα τα «ω Θεέ, σε ευχαριστώ» που λέτε εσείς οι Φαρισαίοι και οι άλλοι Ιουδαίοι «που δικαιώνουν τους εαυτούς τους», οι οποίοι νομίζετε ότι δεν έχετε ανάγκη μετάνοιας. Και οι δύο ερμηνείες σοβαρές.
(7) Σύμφωνα με την πρώτη εκδοχή: Εφόσον βρίσκονται μαζί με τον αρχιποιμένα και προ πολλού μετανόησαν, δεν έχουν τώρα ανάγκη μετάνοιας. Οι δίκαιοι βρίσκονται στον ευθύ δρόμο. Οι αμαρτωλοί επανέρχονται σε αυτόν (b).

Στίχ. 8-10. Η παραβολή της χαμένης δραχμής.
15.8 Ἢ(1) τίς(2) γυνὴ(3) δραχμὰς(4) ἔχουσα δέκα(5), ἐὰν ἀπολέσῃ δραχμὴν μίαν(6), οὐχὶ ἅπτει λύχνον(7) καὶ σαροῖ τὴν οἰκίαν καὶ ζητεῖ ἐπιμελῶς(8) ἕως ότου εὕρῃ;
8 «Ποια γυναίκα, όταν έχει δέκα δραχμές και χάσει τη μία, δεν ανάβει το λυχνάρι, δε σκουπίζει το σπίτι και δεν ψάχνει με επιμέλεια, ώσπου να τη βρει;
(1) Τα κύρια σημεία στα οποία διαφέρει η παρούσα παραβολή από την προηγούμενη είναι οι μεταβολές από τον άνθρωπο σε γυναίκα και από το πρόβατο το οποίο από μόνο του πλανήθηκε, σε νόμισμα που χάθηκε όχι από δική του ευθύνη, ούτε αισθάνεται τις συνέπειες της απώλειας, όπως αισθάνθηκε αυτές το χαμένο πρόβατο. Από αυτά έπεται, ότι ενώ ο άνθρωπος κινήθηκε από πολλή συμπάθεια μάλλον παρά από συμφέρον, για επιστροφή του προβάτου, η γυναίκα καθαρά από συμφέρον δικό της κινήθηκε για αναζήτηση της δραχμής (p). Αλλά και πάλι δεν μειώνεται από αυτό το μεγαλείο της θείας αγάπης. Αντιθέτως μας αποκαλύπτεται μία πλευρά της αγάπης αυτής, την οποία δεν θα τολμούσαμε αλλιώς να υποπτευθούμε. Η αξία δηλαδή την οποία ο ίδιος ο αγαθός Θεός δίνει στον άνθρωπο. Ο Θεός που δημιούργησε τον άνθρωπο κατ’ εικόνα του, τον προόρισε για σκοπό σοβαρό και σπουδαίο μπροστά του, όπως και η γυναίκα φύλαγε τη δραχμή της προορίζοντάς την για ωφέλιμη σε αυτήν χρήση. Ο αμαρτωλός λοιπόν δεν είναι μόνο αντικείμενο της συμπάθειας και την ευσπλαχνίας του Θεού. Είναι ύπαρξη την οποία ο Θεός από αγάπη έκανε χρήσιμη στον εαυτό του. Η πλευρά αυτή της θείας αγάπης δεν μπορούμε να πούμε ότι είναι περισσότερο συγκινητική από την άλλη; (g).
(2) Με την ερωτηματική μορφή ο Ιησούς επικαλείται τον τρόπο της ενέργειας των ίδιων των ακροατών του (g).
(3) Λείπει το «από εσάς», διότι εκείνοι προς τους οποίους μιλούσε ο Ιησούς ήταν κατά το πλείστον άνδρες. Διαλέγει όμως τώρα γυναίκα για τη νέα αυτή παραβολή διότι αφού ποικίλο ακροατήριο είχε ο Κύριος, άνδρες, γυναίκες, νέους, προσαρμόζει σε αυτούς τις παραβολές· για τον ποιμένα, για τη γυναίκα, για τον άσωτο γιο (Wetstein). Και οι γυναίκες μπορούν να εργαστούν για την επιστροφή των αμαρτωλών (p). Αξιόλογη και η παρατήρηση: Προτιμά στη δεύτερη αυτή παραβολή γυναίκα, διότι η γυναίκα ως συναισθηματικότερη, και θλίβεται περισσότερο για την απώλεια και χαίρεται ζωηρότερα για την ανεύρεση του χαμένου. Έτσι λοιπόν παριστάνεται εντονότερα ο βαθμός και της λύπης για την απώλεια του αμαρτωλού και της χαράς για την επιστροφή του.
(4) Αξιόλογη και έξυπνη η παρατήρηση: «Δείχνει ολοκάθαρα και με σαφήνεια ότι πλαστήκαμε σύμφωνα με την εικόνα την βασιλική, δηλαδή του Θεού που είναι πάνω από όλους. Διότι η δραχμή βεβαίως, είναι οπωσδήποτε νόμισμα που έχει απεικονίσεις βασιλικές» (Κ). Η λέξη συναντιέται μόνο εδώ στην Κ.Δ., συχνά όμως στους Ο΄. Είναι λίγο μικρότερης αξίας από το δηνάριο. Ισοδυναμούσε με το ¼ του σίκλου. Δέκα δραχμές θα άξιζαν όσο 8 χρυσά σελίνια, ως αγοραστική αξία όμως υπερέβαιναν την αξία ολόκληρης της χρυσής λίρας (p). Αξιόλογη και η παρατήρηση: Η δραχμή ήταν νόμισμα ασημένιο. Η ψυχή από την αξία της φύσης της δεν είναι ένα ευτελές μέταλλο, σίδερο ή μόλυβδος, αλλά ασήμι.
(5) Για τον αριθμό 10 είναι αξιόλογη η παρατήρηση: από δραχμές «δέκα, δηλαδή από τελειότητα, που σημαίνει, από πλήθος που είναι ολοκληρωμένο σε αριθμό. Διότι είναι τέλειος αριθμός το δέκα αφού έχει την επανάληψη της μονάδας να συνεχίζεται» (Κ). Πιθανώς οι 10 αυτές δραχμές να αποτελούσαν την όλη περιουσία της γυναίκας εκείνης και συνεπώς αν και θα φαινόταν μικρή από μόνη της η αξία του χαμένου νομίσματος, δεδομένου, ότι με πολλή επιμέλεια και φροντίδα φυλάχτηκαν από τη φτωχή γυναίκα οι 10 αυτές δραχμές, ήταν βαριά για αυτήν αυτή η απώλεια (ο).
(6) Η αντικατάσταση του 100 με το 10 κάνει αισθητότερη και βαρύτερη τώρα την απώλεια της μίας δραχμής (g).
(7) Τα σπίτια της Ανατολής συχνά δεν έχουν παράθυρα και το φως του λυχναριού θα ήταν αναγκαίο για την έρευνα στο σπίτι και σε καιρό ημέρας (p).
(8) Τι περιγραφή των λεπτομερών και επίμονων αναζητήσεων, στις οποίες η γυναίκα επιδίδεται για την ανεύρεση του πολύτιμου για αυτήν νομίσματος. Το άναμμα του λύχνου, η μετακίνηση των επίπλων, ο καθαρισμός με τη σκούπα και των πιο σκοτεινών και ακάθαρτων γωνιών, να η εικόνα του θείου έργου, το οποίο συντελούσε ο Ιησούς συναναστρεφόμενος τους αμαρτωλούς και ζητώντας να τους σώσει (g). Σκουπίζει το σπίτι. Η ασημένια δραχμή χάθηκε μέσα στα σκουπίδια του σπιτιού. Ψυχή που βουτήχτηκε στον κόσμο και απορροφήθηκε από την αγάπη του, μοιάζει με ασημένιο νόμισμα που έπεσε σε ακαθαρσίες· με μαργαριτάρι που έπεσε σε βόρβορο. Αξιόλογη, αλλά όχι και αναντίρρητη η αλληγορία: «Όπως ακριβώς η γυναίκα κάνει όσα ειπώθηκαν, έτσι και η φιλανθρωπία του Υιού του Θεού έκανε. Όταν δηλαδή χάθηκε μία δραχμή, δηλαδή η ανθρώπινη φύση με το να χωθεί μέσα στα πάθη, άναψε λυχνάρι, δηλαδή φανέρωσε στον κόσμο την σάρκα του, σύμφωνα με τον θεολόγο Γρηγόριο, που λάμπει όχι μόνο με την αστραπή της θεότητας, αλλά και με το φως της καθαρότητας, και φωτίζει αυτούς που είναι μέσα στο σκοτάδι της πλάνης. Και σκούπισε το σπίτι, δηλαδή καθάρισε… τον κόσμο με το να… βγάλει έξω την βρωμιά των παθών που υπήρχε. Και αφού αναζήτησε με επιμέλεια… βρήκε το ζητούμενο» (Ζ).

15.9 καὶ εὑροῦσα συγκαλεῖ(1) τὰς φίλας καὶ τας γείτονας(2) λέγουσα, Συγχάρητέ μοι, ὅτι εὗρον τὴν δραχμὴν ἣν ἀπώλεσα(3).
9 Κι όταν τη βρει, φωνάζει τις φίλες και τις γειτόνισσες και τους λέει: “χαρείτε μαζί μου, γιατί βρήκα τη δραχμή που είχα χάσει!”
(1) Υπάρχει και η γραφή συγκαλείται=καλεί μαζί της (δ). Το μέσο ρήμα υποδηλώνει με λεπτότητα ό,τι για τον εαυτό της η γυναίκα αισθάνθηκε, και την λύπη για την απώλεια και την χαρά για την ανεύρεση (g).
(2) Σαν γυναίκα καλεί γυναίκες φίλες και γειτόνισσες. Γυναίκες συγχαίρουν την Νωεμίν και την Ρουθ (Ρουθ δ 14,17) (p).
(3) Την οποία έχασα εγώ. Προηγουμένως για το πρόβατο χρησιμοποίησε μετοχή («το χαμένο») αναφερόμενος στο πάθημα και την δεινή θέση του προβάτου· τώρα ο αόριστος επισύρει την προσοχή στη λύπη, την οποία δοκίμασε η γυναίκα (g).

15.10 οὕτω, λέγω ὑμῖν, γίνεται χαρὰ ἐνώπιον τῶν ἀγγέλων(1) τοῦ θεοῦ ἐπὶ ἑνὶ(2) ἁμαρτωλῷ μετανοοῦντι(3).
10 Σας βεβαιώνω πως το ίδιο χαίρονται οι άγγελοι του Θεού για τη μετάνοια ενός αμαρτωλού».
(1) Δηλαδή χαίρεται ο Θεός και βλέπουν και συγχαίρονται μαζί του οι άγγελοι (δ). Ή, και αλλιώς· όπως εκτιμούν το πράγμα οι άγγελοι· όπως συναισθάνονται οι άγγελοι (g)· η αγγελική εκτίμηση του γεγονότος είναι τελείως διαφορετική από αυτήν των Φαρισαίων (p). Η επιστροφή και μετάνοια των αμαρτωλών είναι χαρά των αγγέλων, οι οποίοι γίνονται πνεύματα λειτουργικά για επιστροφή και εξυπηρέτηση της σωτηρίας τους. Η σωτηρία του κόσμου, την οποία υποσχόταν η στην Βηθλεέμ γέννηση του Σωτήρα, προκάλεσε την χαρά των αγγέλων, οι οποίοι ανέπεμψαν τον ύμνο: Δόξα εν υψίστοις Θεώ.
(2) «Όχι μόνο για πολλούς, αλλά και για έναν. Αυτό λοιπόν είναι απόδειξη ότι ο Θεός πάρα πολύ διψάει την μετάνοια κάθε αμαρτωλού» (Ζ). Μολονότι οι άγγελοι είναι πνεύματα αγνά και καθαρά, ενώ ο αμαρτωλός μόλυνε τον εαυτό του μέσα στον βόρβορο της αμαρτίας και έτσι κατέστησε τον εαυτό του ευτελή, πρόστυχο, σιχαμερό, οι άγγελοι δεν αποστρέφουν το πρόσωπό τους από αυτόν, αλλά με την μετάνοιά του δοξάζουν μεν τον Θεό για το έλεος που δείχτηκε στον αμαρτωλό, σπεύδουν δε να έλθουν σε επικοινωνία με αυτόν, για να τον βοηθήσουν να συνέλθει και εντός ολίγου να εξομοιωθεί με αυτούς και να καταστεί ίσος με αυτούς.
(3) «Αν όμως οι ουράνιες δυνάμεις για έναν από τους σωσμένους γιορτάζουν, ακολουθώντας τα ίχνη του θείου σκοπού για τα πάντα… με πόση ευφροσύνη θα μπορούσε κάποιος να πει ότι γεμίζουν, όταν όλη η γη έχει σωθεί και έχει κληθεί, μέσω της πίστης στο Χριστό, στο να γνωρίσει την αλήθεια;» (Κ). Μυριάδες μυριάδων σε κάθε εποχή ενισχύθηκαν και παρηγορήθηκαν με τις δύο αυτές παραβολές και συνεχώς θα προστίθενται στον αριθμό τους και άλλοι πολλοί στο μέλλον μέχρι συντελείας των αιώνων (ο).

Στίχ. 11-32. Η παραβολή του ασώτου υιού.
15.11 Εἶπε δέ(1), ῎Ανθρωπός τις εἶχε δύο υἱούς(2).
11 Τους είπε επίσης ο Ιησούς: «Κάποιος άνθρωπος είχε δύο γιους.
(1) «Εισάγει και άλλη πάρα πολύ ωφέλιμη παραβολή, που υποδηλώνει και την δύναμη της μετάνοιας των αμαρτωλών και το μέγεθος της φιλανθρωπίας του Θεού» (Ζ). Η παραβολή του ασώτου γιου συμπληρώνει την τριλογία των παραβολών αυτών της χάριτος, δεν είμαστε όμως βέβαιοι, εάν ειπώθηκε στην ίδια περίσταση, κατά την οποία και οι άλλες δύο παραβολές. Ο ευαγγελιστής πάντως χωρίζει αυτήν από τις άλλες δύο, κάνοντας νέα έναρξη με το «Είπε δε». Οι δύο πρώτες παραβολές παρουσιάζουν την θεία πλευρά της χάρης (=η αγάπη του Θεού που αναζητά τον αμαρτωλό). Η τρίτη παραβολή παρουσιάζει την ανθρώπινη πλευρά, δηλαδή την ανάπτυξη της μετάνοιας στην καρδιά του αμαρτωλού. Ονομάστηκε ευαγγέλιο μέσα στο ευαγγέλιο, λόγω του αριθμού των αληθειών που αναφέρονται στην άφεση, οι οποίες απεικονίζονται σε αυτήν. Διαιρείται σε δύο μέρη, το καθένα από τα οποία φαίνεται ειδικά να αναφέρεται στις περιστάσεις, στις οποίες ο Λουκάς τοποθετεί αυτήν. Ο νεότερος δηλαδή γιος (σ. 11-24), που χάθηκε και ξαναβρέθηκε, μοιάζει με τους τελώνες και αμαρτωλούς· και ο μεγαλύτερος γιος, που γογγύζει για την υποδοχή του αδελφού του που επέστρεψε (σ. 25-32), μοιάζει με τους Φαρισαίους. Σύμφωνα με την ευρύτερη εφαρμογή της παραβολής, ο νεότερος γιος μπορεί να παριστάνει τα έθνη και ο μεγαλύτερος τους Ιουδαίους (p). Το πρώτο μέρος της παραβολής αποτελείται από 5 σκηνές, οι οποίες ανταποκρίνονται στις 5 φάσεις της ζωής του αμαρτωλού που επέστρεψε. Η αναχώρηση (=η αμαρτία) σ. 11-13, η αθλιότητα (=η τιμωρία) σ. 14-16, η μεταμέλεια (=μετάνοια) σ. 17-19, η επάνοδος (=η επιστροφή) σ. 20-21, η αποκατάσταση (=συγχώρηση και δικαίωση) σ. 22-24 (g).
(2) «Άνθρωπο μεν ονομάζει τον φιλάνθρωπο πατέρα και Θεό» (Ζ) «ενώ δύο γιους, τα δύο τάγματα των ανθρώπων, τους δίκαιους, εννοώ, και τους αμαρτωλούς» (Θφ). Ο Θεός είναι ο κοινός Πατέρας όλης της ανθρωπότητας. «Δεν είναι ένας ο Πατέρας όλων μας; Δεν μας δημιούργησε ένας Θεός;» (Μαλ. β 10). Σε αυτόν οφείλουμε την ύπαρξή μας, μέσα σε αυτόν ζούμε και κινούμαστε και είμαστε, σε αυτόν οφείλουμε την συντήρηση και διατήρησή μας. Είναι ο Πατέρας μας, διότι μας παιδαγωγεί με πατρική στοργή και έχει ετοιμάσει μερίδα κληρονομιάς για τον καθένα από εμάς. Εμάς αφορά η Διαθήκη του και εάν αποκλειστούμε από αυτήν, αυτό θα οφείλεται σε υπαιτιότητα δική μας. Θα περιληφθούμε σε αυτήν ή θα αποκλειστούμε από αυτήν, στο βαθμό που είμαστε ή δεν είμαστε παιδιά του υπάκουα, που τον ευλαβούνται και δεν απομακρύνονται από αυτόν.

15.12 καὶ εἶπεν ὁ νεώτερος(1) αὐτῶν τῷ πατρί, Πάτερ, δός μοι(2) τὸ ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας(3). και διεῖλεν(4) αὐτοῖς(5) τὸν βίον(6).
12 Ο μικρότερος απ’ αυτούς είπε στον πατέρα του: “πατέρα, δώσε μου το μερίδιο της περιουσίας που μου αναλογεί”· κι εκείνος τους μοίρασε την περιουσία.
(1) «Νεότερο ονομάζει τον αμαρτωλό, διότι έχει νου νηπίου και εξαπατάται εύκολα» (Ζ). «Όχι λόγω του χρόνου νεότερος, αλλά επειδή ήταν άμυαλος και είχε άστατη γνώμη, αφού ήταν ανήλικος» (Σχ.). Η στοργή των γονέων στον νεότερο και τελευταίο γιο τους είναι παροιμιώδης. Τονίζεται λοιπόν ακόμη με τη λέξη νεότερος, η αγνωμοσύνη και κακία του γιου που δεν συγκινήθηκε ούτε από την στοργή του πατέρα που εκδηλώθηκε σε αυτόν για τόσα χρόνια (ο).
(2) Μιλά με αυθάδεια και κάποια αγερωχία: «Πατέρα, δώσε μου». Θα μπορούσε να βάλει και κάποιες άλλες λέξεις στο στόμα του. Θα μπορούσε να πει: Σε παρακαλώ, δώσε μου. Αλλά κάνει επιτακτική και γεμάτη αξίωση την αίτησή του.
(3) Δηλαδή το μέρος της περιουσίας που του ανήκει (δ). Είναι κακό και αρχή κακή χειρότερων κακών, το να θεωρεί κάποιος τις δωρεές και τα χαρίσματα του Θεού ως χρέη οφειλόμενα, των οποίων την απόδοση δικαιούται να αξιώσει από το Θεό. Η μεγάλη αφροσύνη των αμαρτωλών, η οποία και προκαλεί την καταστροφή τους, είναι ότι θέλουν να έχουν στα δικά τους χέρια το μέρος της περιουσίας που τους ανήκει. Δηλαδή επιδιώκουν κατά την σύντομη ζωή του παρόντος αιώνα, να απολαύσουν τα αγαθά τους. Προσκολλώνται σε μόνα τα βλεπόμενα, τα οποία είναι πρόσκαιρα και παρέχουν μία μηδαμινή και ανάξια λόγου ικανοποίηση, παρατρέχουν όμως ή και αγνοούν τελείως τα μη βλεπόμενα, τα οποία είναι ουράνια και αιώνια. Κάθε άνθρωπος παίρνει το μερίδιό του από τον Θεό (b). Σύμφωνα με τον μωσαϊκό νόμο η μερίδα του νεότερου γιου ήταν το μισό εκείνου, το οποίο έπαιρνε ο μεγαλύτερος, δηλαδή το 1/3 του όλου. Δες Δευτ. κα 17. Αλλά είχε άραγε το δικαίωμα ο νεότερος να αξιώσει από τον ζωντανό ακόμη πατέρα την κληρονομική μερίδα από την πατρική περιουσία που του αναλογούσε; Πιθανότατα είχε (p). Στα ιστορικά χρονικά συνήθως ο νεότερος γιος αναζητά τύχη αλλού, συχνά μάλιστα και με προθέσεις άριστες, αφήνοντας στον μεγαλύτερο την φροντίδα της προστασίας του σπιτιού μαζί με τον πατέρα. Ο πατέρας λοιπόν μπορούσε χωρίς απρονοησία και έλλειψη σύνεσης να συμφωνήσει με την διανομή (L). Δύο πράγματα ωθούν τον νεότερο σε αυτό το αίτημα. Η ατμόσφαιρα του πατρικού σπιτιού τον καταπιέζει και στενοχωριέται από την παρουσία του πατέρα. Έπειτα ο έξω κόσμος τον θέλγει και θέλει να τον απολαύσει. Αλλά για ικανοποίηση των επιθυμιών του αυτών χρειάζονται δύο πράγματα, χρήμα και ελευθερία (g). Αξιόλογη και αρκετά βάσιμη η αλληγορική εξήγηση: «Περιουσία του ανθρώπου είναι το λογικό, το οποίο ακολουθεί και το αυτεξούσιο, διότι καθετί που είναι λογικό είναι αυτεξούσιο… Αλλά και όλα γενικώς, όσα μας έχει δώσει ο Κύριος, θα μπορούσαν να θεωρηθούν περιουσία μας, όπως, εννοώ, τον ουρανό, τη γη, όλη την κτίση γενικώς, το νόμο, τους προφήτες» (Θφ).
(4) «Δηλαδή τους άφησε ελεύθερους με το αυτεξούσιό τους… Διότι κανέναν ο Θεός δεν αναγκάζει να πειθαρχεί αν δεν θέλει» (Ζ). Ο πατέρας αντιλαμβάνεται ότι έφτασε η στιγμή, κατά την οποία ο γιος αυτός δεν μπορεί πλέον να θεραπευτεί παρά μόνο με την πείρα. Τον αφήνει λοιπόν (g).
(5) Και στον μεγαλύτερο γιο λοιπόν (b). Φαίνεται όμως από τον σ. 31, ότι ο μεγαλύτερος δεν θέλησε να λάβει υπό την πλήρη κατοχή του το μερίδιό του, εφόσον ζούσε ο πατέρας του (L).
(6) Αυτό με το οποίο ο βίος ή η ζωή συντηρείται (δ). Σημαίνει εδώ ό,τι και το ουσία (p) και μπήκε εδώ για αλλαγή και ποικιλία του ύφους (L). Ο νεότερος λοιπόν γιος έφερε βαρέως την κηδεμονία του πατέρα και την ζωή στο καλά πειθαρχημένο και επιβλεπόμενο σπίτι. Ζήτησε ανεξαρτησία, η οποία, όπως φανταζόταν θα παρείχε σε αυτόν την ποθητή ελευθερία, αλλά η οποία στην πραγματικότητα θα τον οδηγούσε σε βαριά και πολυστένακτη δουλεία. Αγνοώντας τον εαυτό του είχε εμπιστοσύνη στην κρίση του και φανταζόταν ότι εάν έπαιρνε στα χέρια του το μερίδιό του, θα οικονομούσε και θα διαχειριζόταν αυτό καλύτερα από τον πατέρα του. Πόσοι νέοι καταστρέφονται από την ανόητη αυτή υπερηφάνεια τους, η οποία οδηγεί αυτούς σε ναυάγιο μεγαλύτερο πολλές φορές από όσο οι άλλες ακράτητες επιθυμίες τους. Και οι πρωτόπλαστοι δημιούργησαν την καταστροφή τους από την ανόητη φιλοδοξία τους να καταστούν ανεξάρτητοι από το Θεό και να μην βρίσκονται κάτω από το προστατευτικό μάτι του και την στοργική κηδεμονία του.

15.13 καὶ μετ᾽ οὐ πολλὰς ἡμέρας συναγαγὼν ἅπαντα ὁ νεώτερος υἱὸς ἀπεδήμησεν εἰς χώραν μακράν(1), καὶ ἐκεῖ(2) διεσκόρπισε(3) τὴν οὐσίαν αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως(4).
13 Ύστερα από λίγες μέρες ο μικρότερος γιος τα μάζεψε όλα κι έφυγε σε χώρα μακρινή. Εκεί σκόρπισε την περιουσία του κάνοντας άσωτη ζωή.
(1) Μπορεί να είναι και επίθετο, διότι το μακρός με την έννοια του απομακρυσμένος είναι κλασικό (p). Πιθανότερα είναι επίρρημα. Δες στιχ. 20,ζ 6 κλπ. (g). «Το «αποδήμησε» δεν θα το εννοήσεις τοπικά, αλλά ότι σημαίνει, με την ελεύθερη προαίρεσή του. Από το Θεό απομακρύνθηκε και ο Θεός από αυτόν» (σχ.). Η μακρινή χώρα σημαίνει λησμοσύνη πλήρη του Θεού (Αυγουστίνος). «Μακριά από το Θεό βρίσκονται αυτοί που αμαρτάνουν, όχι με την έννοια της αναχώρησης του τόπου, αλλά με την αναχώρηση από την αρετή» (Ζ). Η μακρινή χώρα είναι εδώ το σύμβολο κατάστασης, στην οποία η ψυχή γίνεται απρόσιτη στην ιδέα και ανάμνηση του Θεού (g). «Πορεύεται λοιπόν σε χώρα μακρινή, που δεν απέχει τόσο όσον αφορά τον τόπο, όσο την κατάσταση των πραγμάτων. Διότι πράγματι, ο ίδιος Θεός και κοντά είναι στον καθένα μας, όταν οι καλές πράξεις προξενούν σε μας την συγγένεια με αυτόν· και μακριά μας βρίσκεται, όταν εμείς απομακρυνόμαστε από αυτόν με το να προσεγγίζουμε την απώλεια» (Β).
(2) Μακριά δηλαδή από την πατρική φροντίδα και την επίβλεψη και παρατήρηση των γνωστών (p).
(3) «Κατάστρεψε… την ευγένεια της ψυχής, την καταλληλότητα στις αρετές. Διότι αυτά και τα παρόμοια ήταν περιουσία και πλούτος του» (Ζ). «Διότι όταν ο άνθρωπος φύγει από το Θεό και απομακρύνει τον εαυτό του από τον θείο φόβο, ξοδεύει τελείως όλα τα θεία δώρα» (Θφ). Η πλήρης διασκόρπιση της περιουσίας παριστάνει την κατάχρηση της ανθρώπινης ελευθερίας στο έπακρο (g).
(4) Λέγεται μοναδική φορά η λέξη. «Άπληστα, ασυγκράτητα, ακόλαστα» (Ζ)· αισχρά, όπως ζουν οι ανήθικοι (δ). Έτσι η μέχρι τώρα εικόνα του ασώτου γιου παρουσιάζει την άθλια κατάσταση, στην οποία περιέρχεται ο αμαρτωλός και η οποία κατά τις πρώτες της εκδηλώσεις είναι αποστασία από το Θεό και βίος άσωτος και ακόλαστος. Η αθλιότητα του αμαρτωλού συνίσταται στο ότι απομακρύνεται από το Θεό, την πηγή κάθε καλού και ολοένα φεύγει πιο μακριά από αυτόν. Αναζητώντας όμως το αγαθό στον κόσμο και τις απολαύσεις του, διασκορπίζει ο αμαρτωλός την πατρική κληρονομιά καταχρώμενος όλων των δυνάμεων της ψυχής του, χάνοντας τον χρόνο της ζωής του και όλες τις ευκαιρίες που παρουσιάζονται σε αυτήν, όχι μόνο θάβοντας στη γη, αλλά και χρησιμοποιώντας στο κακό τα τάλαντα που του εμπιστεύτηκε ο Θεός, τα χαρίσματα της θείας Πρόνοιας, που του δόθηκαν για να τον καταστήσουν ικανό να υπηρετεί τον Κύριο και να πράττει το αγαθό, γίνονται τροφή για ικανοποίηση και σφοδρότερη έξαψη των επιθυμιών της σάρκας του. Η ψυχή που έγινε αιχμάλωτη και δούλη είτε στον κόσμο είτε στην σάρκα, διασκορπίζει την περιουσία της ζώντας άσωτα.

15.14 δαπανήσαντος δὲ αὐτοῦ πάντα ἐγένετο λιμὸς ἰσχυρὰ(1) κατὰ τὴν χώραν ἐκείνην, καὶ αὐτὸς(2) ἤρξατο ὑστερεῖσθαι(3).
14 Όταν τα ξόδεψε όλα, έτυχε να πέσει μεγάλη πείνα στη χώρα εκείνη, και άρχισε κι αυτός να στερείται.
(1) Η ελευθερία της απόλαυσης δεν είναι απεριόριστη, όπως φαντάζεται ο αμαρτωλός. Έχει 2 ειδών όρια. Τα μεν προέρχονται από το ίδιο το άτομο και τέτοια είναι η αηδία, οι τύψεις της συνείδησης, το συναίσθημα της μόνωσης, η κατάπτωση από τα ελαττώματα· τα άλλα προέρχονται από κάποιες δυσμενείς περιστάσεις εξωτερικές, τα οποία εδώ εκπροσωπούνται από την πείνα, η οποία ήλθε κατά τη στιγμή αυτή. Οι δυσμενείς αυτές συνθήκες είναι συμφορές οικιακές ή δημόσιες, ατυχήματα, ασθένειες κλπ. οι οποίες συντελούν ακόμη περισσότερο στο να πέσει η ψυχή του αμαρτωλού, ο οποίος δοκιμάζει τώρα την έσχατη αθλιότητα από την θεία εγκατάλειψη (g). Το έργο της θείας πρόνοιας εκδηλώνεται με συμπτώσεις. Ακριβώς όταν ο άσωτος τα δαπάνησε όλα, τότε έπεσε η πείνα (p). Αξιόλογη και η επόμενη ερμηνεία: «όπου δεν καλλιεργείται το σιτάρι του θείου φόβου, εκεί υπάρχει πείνα ισχυρή, όχι ψωμιού, αλλά αρετής· όπου υπάρχει ευφορία κάθε κακού, εκεί υπάρχει αφορία κάθε καλού» (Ζ). «Πείνα ισχυρή γίνεται, όχι πείνα ψωμιού, αλλά πείνα του να ακούσει λόγο Κυρίου» (Θφ). Παριστάνει αυτό την χειροτέρευση, στην οποία περιέρχεται ο αμαρτωλός, που απέρριψε το έλεος που του επέδειξε ο Θεός, τις νύξεις του Πνεύματος και τις προτροπές της συνείδησής του. Όλα αυτά απωθήθηκαν για την απόλαυση των αισθήσεων με αποτέλεσμα την πλήρη φτώχεια του αμαρτωλού. Η καρδιά του πλέον γίνεται στείρα και στερημένη από κάθε αγαθό, και η κατάστασή του είναι όμοια με χώρα, στην οποία κυριαρχεί στέρηση και πείνα ισχυρή και ξένη με κάθε ανακούφιση. Διότι ο ουρανός έγινε για αυτόν χάλκινος. Οι δροσιές του Θεού αποσύρθηκαν και αυτός έγινε σαν γη σιδερένια. Ο αμαρτωλός στερούμενος από κάθε παρηγοριά και ενίσχυση θεία είναι ελεεινά και άθλια φτωχός. Εκείνο το οποίο ονειρευόταν ως ευτυχία ο αμαρτωλός απομακρυνόμενος από το Θεό, για να ζει ελεύθερος από τον έλεγχό του και την επιτήρησή του, αυτό ακριβώς υπήρξε η δυστυχία του και προκάλεσε την απογοήτευσή του.
(2) Δεν ήταν ανάμεσα στους τελευταίους που καταπιέζονταν από την πείνα (b).
(3) Η λέξη φανερώνει το απόλυτο κενό καρδιάς, η οποία αφού θυσίασε τα πάντα στην ηδονή, δεν βρίσκει πλέον μέσα της και γύρω της παρά αντικείμενα λύπης και απογοήτευσης (g). Άρχισε «να είναι φτωχός, αφού του ξεγλίστρησε κάθε αγαθό και του απέμεινε μόνη η αδυναμία αυτοσυγκράτησης» (Ζ).

15.15 καὶ πορευθεὶς ἐκολλήθη ἑνὶ τῶν πολιτῶν(1) τῆς χώρας ἐκείνης(2), καὶ ἔπεμψεν αὐτὸν εἰς τοὺς ἀγροὺς αὐτοῦ βόσκειν χοίρους(3)·
15 Πήγε λοιπόν κι έγινε εργάτης σε έναν από τους πολίτες εκείνης της χώρας, ο οποίος τον έστειλε στα χωράφια του να βόσκει χοίρους.
(1) Λιγότερο πιθανή ερμηνεία: «Πολίτες της χώρας εκείνης, δηλαδή της αμαρτίας, είναι οι δαίμονες… Αφού δεν ανεχόταν να υπακούει στον φιλάνθρωπο Θεό, ήταν δούλος του μισάνθρωπου δαίμονα» (Ζ). Πιο σωστά: Αναγκάστηκε να αφήσει την πρώτη του πολυδάπανη διαμονή και ζωή και να γίνει δούλος κυρίου αλλοεθνή, ο Ιουδαίος αυτός να γίνει δούλος ειδωλολάτρη. Προφανώς ο πριν άσωτος βίος του, δεν του εξασφάλισε ούτε έναν φίλο, ο οποίος θα τον βοηθούσε στην ανάγκη αυτήν (p). Έγινε δούλος κυρίου σαρκικού και διεφθαρμένου, όπως αυτός, εφόσον τον διάβολο υπηρετούσε ήδη προ πολλού, από αυτήν την πρώτη στιγμή της απομάκρυνσης από τον πατέρα (δ). Το ρήμα λοιπόν εκολλήθη εκφράζει μία περιφρόνηση=ο ταλαίπωρος κατάντησε σε απόλυτη εξάρτηση από πρόσωπο αλλοεθνή (g). «Αυτός που εκτελεί την αμαρτία, είναι δούλος της αμαρτίας» (Ιω. η 34). Η ίδια πονηρή ζωή, η οποία στον προηγούμενο σ. χαρακτηρίστηκε ως άσωτη ζωή, παρουσιάζεται τώρα ως ζωή δούλου άθλιου. Διότι οι αμαρτωλοί είναι τέλειοι αιχμάλωτοι και δούλοι.
(2) Αυτός παρ’ όλα αυτά δεν έγινε πολίτης της χώρας εκείνης. Ο άνθρωπος στον οποίον επιφυλάσσεται διόρθωση χαρακτήρα με τη μετάνοια, συχνά και μέσα στις παραπλανήσεις του διατηρεί κάτι, το οποίο τον διακρίνει από τους συνηθισμένους πολίτες του κόσμου (b).
(3) Εξευτελιστικό επάγγελμα για οποιονδήποτε και επιπλέον και αποκρουστικό και βέβηλο για έναν Ιουδαίο (p). Πόσο εξευτέλισε και έριξε τον εαυτό του ο νέος αυτός, όταν μίσθωσε τον εαυτό του σε τέτοια υπηρεσία κάτω από τέτοιον κύριο! Τον έστειλε στους αγρούς όχι να βόσκει πρόβατα, διότι τότε το επάγγελμά του θα ήταν κάπως έντιμο, αφού και ο Ιακώβ και ο Μωϋσής και ο Δαβίδ υπήρξαν ποιμένες προβάτων· αλλά να βόσκει γουρούνια. Κατάπτωση του αμαρτωλού έσχατη. Το έργο των δούλων του σατανά είναι να προνοούν μόνο για τη σάρκα και να ικανοποιούν τις επιθυμίες της. Ασφαλώς βέβαια το έργο αυτό είναι πολύ εξευτελιστικότερο από το έργο του χοιροβοσκού, ο οποίος υποχρεώνεται να υπηρετεί ζώα βρώμικα, θορυβώδη και άπληστα όπως οι χοίροι. «Φανερώνει λοιπόν ο λόγος την έσχατη δουλεία του άθλιου, που διατάζεται τα πιο ατιμωτικά» (Ζ). «Διότι πράγματι, όταν ξεπέφτει κάποιος από το Θεό και προσκολλάται μέσω των ηδονών στους δαίμονες, αφού γίνει σαν γουρούνι, μιας και έχει στραμμένο το κεφάλι στη γη και κυλιέται στον βούρκο των παθών της ατιμίας, εύλογα θα θεωρηθεί γουρούνι» (Σχ.). Αξιοσημείωτη και η επόμενη: «Αφού προκόψει και αφού γίνει δυνατός στην κακία, βόσκει γουρούνια, δηλαδή γίνεται και σε άλλους διδάσκαλος πονηρίας και βρωμερής πράξης» (Θφ).

15.16 καὶ ἐπεθύμει γεμίσαι την κοιλίαν αυτού(1) από τῶν κερατίων(2) ὧν ἤσθιον οἱ χοῖροι, καὶ οὐδεὶς ἐδίδου αὐτῷ(3).
16 Έφτασε στο σημείο να θέλει να χορτάσει με τα ξυλοκέρατα που έτρωγαν οι χοίροι, αλλά κανένας δεν του έδινε.
(1) «Χανόταν από την έλλειψη των ουράνιων αγαθών και τον κατέστρεφε μία πείνα κατά κάποιο τρόπο των ουράνιων διδασκαλιών, και επιθυμούσε να χορτάσει από τα ξυλοκέρατα που έτρωγαν οι χοίροι, αλλά ξεγλιστρώντας η κενή ηδονή, τον άφηνε κενό και βρισκόταν εξ’ ολοκλήρου σε φτώχεια» (Κ).
(2) Τα κοινώς ξυλοκέρατα. «Κεράτια μεταφορικά είναι οι ηδονές, με τις οποίες τρέφονται οι φιλήδονοι και βρωμεροί λογισμοί. Διότι όπως ακριβώς εκείνοι γλυκαίνουν για λίγο την γεύση, έπειτα προκαλούν περισσότερη πίκρα, έτσι και αυτές, την μεν γλύκα την έχουν πρώτη και πρόσκαιρη, ενώ την πίκρα ύστερα και αιώνια» (Ζ). «Η φύση της αμαρτίας παρέχει μικρή ευχαρίστηση και μεγάλη τιμωρία, δίνει πρόσκαιρη τέρψη και μαστιγώνει αιώνια» (Σχ.). Τα ξυλοκέρατα είναι τροφή των χοίρων, όχι κατάλληλη όμως και για τους ανθρώπους. Τα πλούτη του κόσμου και οι απολαύσεις των αισθήσεων ικανοποιούν μόνο τα σώματα. Τι όμως μπορούν να προσφέρουν στην πολύτιμη ψυχή; Ούτε με τη φύση της προσαρμόζονται, ούτε τις άπειρες επιθυμίες της μπορούν να χορτάσουν, ούτε στις άλλες της ανάγκες μπορούν να ανταποκριθούν. Αυτός που προσκολλάται σε αυτά «επεδίωξε καύσωνα όλη την ημέρα, κενά και μάταια αύξησε» (Ωσηέ ιβ 1). «Να ξέρεις ότι είναι στάχτη η καρδιά του και κανείς δεν μπορεί να σώσει την ψυχή του» (Ησ. μδ 20).
(3) Κανείς από όσους ήταν εντεταλμένοι για τη διανομή των ξυλοκέρατων στους χοίρους, δεν ήθελε να δώσει σε αυτόν, για να μην μείνουν χωρίς την απαραίτητη τροφή οι χοίροι (δ). «Επιθυμεί ο ελεεινός αυτός να χορτάσει με την αμαρτία και κανείς δεν τον χορταίνει. Διότι δεν χορταίνει τα κακά, αυτός που εθίστηκε μέσα σε αυτά. Διότι μήπως μένει η ηδονή; Αλλά με το που γίνεται, ξεγίνεται και βρίσκεται πάλι κενός ο ελεεινός» (Θφ). Η κατάσταση του αμαρτωλού είναι κατάσταση στην οποία αυτός μένει πάντοτε ανικανοποίητος. Όταν ο άσωτος πεινούσε, νόμισε ότι θα ανακουφιζόταν εάν προσκολλιόταν σε κάποιον κύριο ως δούλος. Αλλά και πάλι πεινά. Το κενό της ψυχής, η οποία υποδουλώθηκε στην αμαρτία, ανοίγεται ολοένα μεγαλύτερο και η απόλαυση των ηδονών της σάρκας ανάβει καμίνι ολοένα σφοδρότερο και το οποίο ουδέποτε δροσίζεται. Στην κατάσταση της αμαρτίας δεν είναι δυνατόν να αναμένουμε πραγματική ανακούφιση από οποιοδήποτε δημιούργημα. Αυτοί που απομακρύνονται από το Θεό από ποιο δημιούργημά του μπορούν να περιμένουν βοήθεια; Μάταια κράζουν αυτοί προς την σάρκα και προς τον κόσμο. Η σάρκα και ο κόσμος είναι οι κύριοι στους οποίους δούλεψαν και ως θεούς λάτρεψαν. Αλλά ούτε από τα ξυλοκέρατα που τρώνε τα γουρούνια δεν δίνουν σε αυτούς. Παρέχεται σε αυτούς άφθονα ό,τι δηλητηριάζει και οδηγεί στην αποκτήνωση και τον θάνατο την ψυχή, αλλά εκείνο το οποίο πραγματικά ζωοποιεί και τρέφει την ψυχή, μόνο κοντά στο Θεό είναι δυνατόν να βρεθεί. Όταν κάποιος αρνείται τη βοήθεια του Θεού, ποιο δημιούργημα μπορεί να τον βοηθήσει;

15.17 εἰς ἑαυτὸν δὲ ἐλθὼν(1) είπε, Πόσοι μίσθιοι(2) τοῦ πατρός μου περισσεύουσιν ἄρτων(3), ἐγὼ δὲ λιμῷ(4) ἀπόλλυμαι.
17 Τελικά συνήλθε και είπε: “πόσοι εργάτες του πατέρα μου έχουν περίσσιο ψωμί, κι εγώ εδώ πεθαίνω της πείνας!
(1) «Το οποίο σημαίνει ότι συνήλθε σαν από μεθύσι και νάρκωση· διότι τον ξύπνησε η κακοπάθεια» (Ζ). «Διότι όσο μεν έπραττε τα κακά, ήταν εκτός εαυτού… Διότι αυτός που δεν κυβερνιέται από τη λογική, αλλά ζει σαν χωρίς λογική… είναι εκτός εαυτού… Όταν όμως αναλογιστεί ποιος ήταν και σε ποια αθλιότητα κατάντησε, τότε έρχεται στον εαυτό του» (Θφ). «Διότι για αυτό και τον άφησε ο πατέρας, και δεν εμπόδισε να πάει στην ξένη χώρα, έτσι ώστε και με την πείρα να μάθει καλά, πόση ευεργεσία απολάμβανε μένοντας σπίτι. Διότι πολλές φορές ο Θεός, όταν μιλώντας δεν πείθει, αφήνει την διδασκαλία στην πείρα των πραγμάτων» (Χ).
(2) Όχι οι δούλοι του σπιτιού, αλλά αυτοί που εργάζονταν με ημερομίσθιο, οι οποίοι εργαζόμενοι στους αγρούς τρέφονταν μεν με δαπάνες δικές τους, αλλά το ψωμί παρεχόταν σε αυτούς από αυτόν που τους μίσθωσε (L). Ελάχιστα πιθανή ερμηνεία: «μισθωτούς, να εννοήσεις, σε παρακαλώ, αυτούς που ακόμη κατηχούνται και δεν έχουν ακόμη υιοθετηθεί με το βάπτισμα» (Ζ. Θφ). Ή, οι από τα έθνη προσήλυτοι στην ιουδαϊκή θρησκεία (g). Πιο πιθανή ερμηνεία είναι ότι, παριστάνεται με αυτό η έσχατη φτώχεια και κατάπτωση του ασώτου, που περιήλθε σε κατάσταση στερήσεων πολύ πιο κάτω από εκείνη, στην οποία βρίσκονταν και οι μισθωτοί του πατέρα του.
(3) Υπάρχει και η γραφή: περισσεύονται άρτων. Αυτό δείχνει, ότι η πείνα δεν είχε πέσει και στην χώρα όπου ζούσε ο πατέρας του. Υπάρχουν άφθονες και ανεξάντλητες προμήθειες χάριτος στο ευαγγέλιο και δεν υπάρχει φόβος να πεινάσει κάποιος επιστρέφοντας στο πατρικό σπίτι (ο).
(4) Διαφορετική γραφή: λιμῷ ὧδε ἀπόλλυμαι. «Εγώ λοιπόν ο γιος» (Ζ), «πεθαίνω με τον χειρότερο όλεθρο, με την πείνα» (Θουκυδ. ΙΙΙ,59.4). Η κατάσταση του αμαρτωλού παρουσιάζεται στον σ. αυτόν ως μία τρέλα και μέθη, κάτω από το κράτος των οποίων ο αμαρτωλός γίνεται εκτός εαυτού. Ο σατανάς έχει κατακυριεύσει την ψυχή του. Και σε τι μανία πράγματι είχε καταντήσει ο δαιμονισμένος των Γαδαρηνών που κυριεύτηκε από τη λεγεώνα! Ο αμαρτωλός ως άλλος παράφρων, φθείρει και κατακόβει τον εαυτό του με τις τρελές επιθυμίες του και την ίδια ώρα εξαπατά τον εαυτό του με τρελές ελπίδες. Και από όλους τους ασθενείς ο αμαρτωλός είναι ο περισσότερο πολέμιος και εχθρός του εαυτού του. Δεν πρέπει όμως να απελπιζόμαστε για κανέναν αμαρτωλό. Διότι για όσο υπάρχει ζωή, υπάρχει και ελπίδα. Η χάρη του Θεού μπορεί να μαλάξει και τις σκληρότερες καρδιές όπως συνέβη και με τον άσωτο. Ανάνηψε αυτός από την ώθηση της θλίψης, την οποία η πείνα και οι στερήσεις τού προκαλούσαν. Οι θλίψεις είναι ο άριστος διδάσκαλος. Και όταν εξαγιαστούν από την χάρη, γίνονται η σωτήρια εκπαίδευση του Κυρίου, που ανοίγει τα μάτια και τα αυτιά του αμαρτωλού. «Η εκπαίδευση του Κυρίου ανοίγει τα αυτιά μου».

15.18 ἀναστὰς(1) πορεύσομαι πρὸς τὸν πατέρα μου(2) καὶ ἐρῶ αὐτῷ, Πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν(3) καὶ ἐνώπιόν σου(4),
18 Θα σηκωθώ και θα πάω στον πατέρα μου και θα του πω: πατέρα, αμάρτησα στο Θεό και σ’ εσένα·
(1) Δεν αποτελεί απλώς λεπτομέρεια περιγραφής σύμφωνα με τον συνηθισμένο τρόπο στους λαούς της ανατολής. Το αναστάς σημαίνει την αφύπνιση και το σήκωμά του από τον λήθαργο και την απόγνωση (p). Με αυτό δηλώνονται με ακρίβεια τα πρώτα βήματα της μετάνοιας (b)= «Αφού σηκωθώ από το πέσιμο της αμαρτίας» (Ζ). «Από την καθέδρα της ηδονής» (Σχ.).
(2) Θυμάται την αγαθότητα του πατέρα (g), ο οποίος παρά τον εκφυλισμό του ασώτου παραμένει πατέρας του (b). «Ξέρω του Θεού μου την αγαθότητα, ξέρω του πατέρα μου την ημερότητα» (Σχ.).
(3) Ή, είναι συνώνυμο με το «στον Θεό». Δες Α Μακ. γ 18 (L). Η κακή συμπεριφορά ενός γιου προς τον πατέρα του, δεν αρέσει καθόλου και στο Θεό (p). Ή «αφήνοντας τα ουράνια, αμάρτησα απέναντι σε αυτά, προτιμώντας αντί για αυτά την κατάπτυστη ηδονή και προτίμησα από την πατρίδα μου, τον ουρανό, την χώρα της πείνας» (Θφ). Ή, δες σ. 7 ο οποίος υπονοεί, ότι οι κάτοικοι του ουρανού όπως χαίρονται για την επιστροφή και μετάνοια του αμαρτωλού, έτσι θλίβονται και στην πτώση του, η οποία από την άποψη αυτή είναι και αμαρτία εναντίον τους (b). Όλες οι ερμηνείες είναι σοβαρές. Σημείωσε ότι η αμαρτία είναι προσβολή εναντίον του ουρανού. Και είναι μεν ανίκανη να βλάψει αυτόν και τελείως αντιθέτως οι ολέθριες συνέπειές της «επιστρέφουν στο κεφάλι του αμαρτωλού» (Ψαλμ. ζ 16), πάντως όμως αποτελεί περιφρόνηση εναντίον του ματιού του Θεού που βλέπει τα πάντα, το οποίο παρακολουθεί όλες τις πράξεις μας.
(4) «Δηλαδή και σε σένα (αμάρτησα), επειδή προτίμησα από το θέλημά σου το δικό μου» (Ζ). Ο πατέρας κατά τη στιγμή της αναχώρησης του ασώτου παρακολουθούσε αυτόν με βλέμμα θλίψης, ο άσωτος όμως περιφρόνησε το τελευταίο αυτό πλήρες στοργής βλέμμα και γύρισε την πλάτη στον πατέρα (g). Οι δύο τελευταίοι στίχοι μαζί με τον επόμενο, παρουσιάζουν τα πρώτα βήματα του αμαρτωλού που επιστρέφει. Είναι αυτά, συναίσθηση, πρώτον, της άθλιας κατάστασής του («Εγώ όμως χάνομαι από την πείνα»), σταθερή απόφαση επιστροφής («θα σηκωθώ και θα πάω στον πατέρα μου»), απόφαση να εξομολογηθεί την ενοχή του χωρίς κάποια απόπειρα να δικαιολογηθεί («Αμάρτησα… και δεν είμαι πια άξιος να ονομαστώ γιος σου») και επιθυμία να χρησιμοποιηθεί στο εξής στην υπηρεσία του Θεού, χωρίς κάποια αξίωση για τα προηγούμενα κληρονομικά δικαιώματα («κάνε με σαν έναν από τους μισθωτούς σου»).

15.19 οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι(1) υἱός σου(2)· ποίησόν με ὡς ἕνα(3) τῶν μισθίων(4) σου(5).
19 δεν είμαι άξιος πια να λέγομαι γιος σου· κάνε με σαν έναν από τους εργάτες σου”.
(1) Να ονομαστώ από εσένα τον πατέρα (p).
(2) «Επειδή έζησα με τρόπο ανάξιο ενός τέτοιου πατέρα» (Ζ).
(3) Όμοιο με οποιονδήποτε αρέσει σε σένα (b).
(4) Είναι έτοιμος να δεχτεί τη θέση του απλού εργάτη, που δεν παραμένει μόνιμα στο σπίτι, αλλά ο οποίος προσλαμβάνεται με μισθό από τους ξένους (b). «Επειδή εξέπεσα από την πρώτη τάξη, αξίωσέ με της δεύτερης. Μόνο μην με απορρίψεις τελείως» (Ζ).
(5) «Είναι συγκινητικός ο λόγος και αγγίζει την πατρική καρδιά» (Ζ).

15.20 καὶ(1) ἀναστὰς(2) ἦλθεν(3) πρὸς τὸν πατέρα αυτοῦ(4). ἔτι δὲ αὐτοῦ μακρὰν ἀπέχοντος(5) εἶδεν αὐτὸν(6) ὁ πατὴρ αὐτοῦ καὶ ἐσπλαγχνίσθη(7) καὶ δραμὼν(8) ἐπέπεσεν ἐπὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ κατεφίλησεν(9) αὐτόν.
20 Σηκώθηκε, λοιπόν, και ξεκίνησε να πάει στον πατέρα του.
»Ενώ ήταν ακόμη μακριά, τον είδε ο πατέρας του, τον σπλαχνίστηκε, έτρεξε, τον αγκάλιασε σφιχτά και τον καταφιλούσε.
(1) Με το που το είπε, το έκανε (b). «Πρόσθεσε στην καλή απόφαση και την πράξη» (Σχ.). «Διότι δεν πρέπει μόνο να αποφασίζουμε καλά, αλλά και να πράττουμε τα αποφασισμένα» (Ζ). Δεν σταμάτησε να αποχαιρετίσει έστω και τυπικά τους φίλους του· δεν έριξε νοσταλγικό βλέμμα προς τα πίσω, όπως η σύζυγος του Λωτ. Το βλέμμα του στηρίχτηκε σταθερά προς το πατρικό σπίτι (ο). Έβαλε αμέσως σε ενέργεια την αγαθή απόφασή του, χωρίς κάποια αναβολή. Όταν το σίδερο ήταν ζεστό, το χτύπησε με βιασύνη και δεν ανέβαλλε για καταλληλότερο χρόνο την πραγματοποίηση της απόφασής του. Το συμφέρον μας απαιτεί γρήγορα να συμμορφωνόμαστε με τις πεποιθήσεις μας. Εφόσον πούμε: θα σηκωθούμε και θα πάμε, πρέπει αμέσως να σηκωνόμαστε και αμέσως να πάμε. Ο άσωτος σηκώθηκε αμέσως και βάδισε χωρίς να σταματήσει στα μισά του δρόμου με την πρόφαση ότι κουράστηκε και έχει ανάγκη ανάπαυσης. Προχώρησε χωρίς διακοπή και μολονότι ήταν και αδύνατος και κουρασμένος έφερε σε τέλειο πέρας ό,τι είχε αποφασίσει.
(2) Η επανάληψη του αναστάς προσδίδει σοβαρή σημασία στο ρήμα (L).
(3) «Αντί να πει ερχόταν» (Ζ).
(4) Παλαιότερη γραφή: εαυτού. Κάθε λέξη σε όσα ακολουθούν είναι γεμάτη έλεος και συμπάθεια. Σημείωσε ειδικά το εαυτού (=του δικού του πατέρα), το μακράν απέχοντος, το εσπλαχνίσθη, το δραμών, το επέπεσε, το κατεφίλησε (p).
(5) Μπορεί κάποιος από αυτό να εικάσει, ότι ο πατέρας του ασώτου κάθε μέρα ανέβαινε σε κάποιο ύψωμα ή έπαιρνε τέτοια στάση ώστε να μπορεί και σε μακρινή απόσταση να ερευνά, μήπως φαίνεται κάπου ο γιος του να επιστρέφει. Παρόλο όμως που κάθε μέρα διαψευδόταν αυτή η ελπίδα και προσδοκία του, ο πατέρας δεν έπαυε να παρατηρεί (ο). «Τι διαπεραστικό βλέμμα γεμάτο συμπάθεια! Με το που σκέφτηκε κάποιος να μετανοήσει, αμέσως τον είδε αυτός, ο οποίος είναι έτοιμος πάντα για υποδοχή αυτών που επιστρέφουν, και αμέσως από την αρχή της μετάνοιας, τούς βοηθάει» (Ζ). «Διότι δεν ανέμενε τον γιο να έλθει μέχρις αυτόν, αλλά προφταίνει και τον αγκαλιάζει» (Θφ). «Πρόλαβε η ευεργεσία την μετάνοια» (Σχ.). Ο Θεός διακρίνει και τον ασθενέστερο στεναγμό της παραπλανημένης καρδιάς και αμέσως μόλις η καρδιά αυτή κάνει ένα βήμα προς αυτόν, κάνει και αυτός 10 βήματα για συνάντησή της (g).
(6) Που γύρναγε πειναλέος και γυμνός (b). Ο πατέρας δεν έπαυσε να αναμένει τον γιο του. Για αυτό και τώρα διακρίνει αυτόν από μακριά (g).
(7) «Διότι ήταν πατέρας και όχι μόνο αυτό, αλλά και Θεός ελέους» (Ζ).
(8) Έξω από το σπίτι. Οι πατέρες κάτω από τις συνηθισμένες περιστάσεις δεν είναι διατεθειμένοι να τρέξουν για προϋπάντηση των παιδιών (b). Τώρα όμως μολονότι ο γιος δεν είχε πει τίποτα ακόμη και ο πατέρας δεν γνώριζε με ποιες διαθέσεις επέστρεφε αυτός, τρέχει προς αυτόν, θεωρώντας αρκετό το ότι επέστρεψε (p). «Από την υπερβολική χαρά, δεν τον περίμενε να έλθει, αλλά τον προϋπάντησε, και όχι με απλό τρόπο, αλλά τρέχοντας, για να φανεί η σφοδρότητα της αγάπης» (Ζ)
(9) Η πρόθεση κατά=φίλησε αυτόν θερμά «σαν γιο ποθητό, αυτόν που μέχρι να μετανοήσει ήταν μιαρός και σιχαμερός» (Ζ). Έχουμε λοιπόν εδώ μάτια ελέους και ευσπλαχνίας. Ο πατέρας είδε τον γιο, την ώρα που αυτός ήταν ακόμη πολύ μακριά. Σαν από κάποιον ψηλό πύργο περιέστρεφε διαρκώς τα μάτια ο πατέρας αναζητώντας στο βάθος του δρόμου, τον οποίο είχε ακολουθήσει ο άσωτος φεύγοντας από το πατρικό σπίτι, μήπως ξαναφανεί και πάλι αυτός να επιστρέφει. Υποδηλώνει αυτό τον πόθο του ουράνιου Πατέρα να επιστρέψουν οι αμαρτωλοί και την προθυμία του να δεχτεί αυτούς. Έχουμε ακόμη σπλάχνα συμπάθειας και ελέους. Ο πατέρας βλέποντας την αθλιότητα του γιου του δεν εξοργίζεται εναντίον του, αλλά τον σπλαχνίζεται. Δεν έρχεται στο νου του, πόσο το οικογενειακό του όνομα εξευτελίστηκε από την ανάξια συμπεριφορά του κουρελιάρη ήδη γιου του που κατάντησε σε έσχατη αθλιότητα. Η πατρική του στοργή συγκινεί ολόκληρη την καρδιά του και «τον είδε ο πατέρας και τον σπλαχνίστηκε». Έχουμε επιπλέον και πόδια σπλαχνικά, εξαιτίας των οποίων παρουσιάζεται ο πατέρας «να τρέχει» προς τον γιο του, το οποίο υποδηλώνει, πόσο γρήγορος είναι ο Θεός στο να εκδηλώνει το έλεός του. Ο άσωτος ερχόταν αργά κάτω από το βάρος της ντροπής και του φόβου. Αλλά ο στοργικός πατέρας σπεύδει σε συνάντησή του για να δώσει θάρρος σε αυτόν. Έχουμε ακόμη και αγκαλιά και χέρια σπλαχνικά. Ανοίγουν και απλώνονται αυτά για να σφίξουν με θερμότητα τον γιο που γύρισε. «Έπεσε ο πατέρας στον τράχηλό του». Παρόλο που ήταν ένοχος και θα περίμενε για αυτό μαλώματα, παρόλο που ήταν βρώμικος ακόμη και ακάθαρτος, διότι πρόσφατα είχε φύγει από τον τόπο της χοιροβοσκής. Οποιοσδήποτε άλλος θα σιχαινόταν να τον αγγίξει και μόνο η πατρική στοργή παραβλέπει τα πάντα και ωθεί τον πατέρα να σφίξει θερμά στην αγκαλιά του τον γιο του που έφτασε σε τέτοια αθλιότητα. Αλλά έχουμε και χείλια ελέους και ευσπλαχνίας. Τα χείλια που στάζουν μέλι και ανέκφραστη γλυκύτητα εναποθέτουν φίλημα στοργικό στον τράχηλο του ασώτου. Το φίλημα όχι μόνο βεβαίωσε τον άσωτο ότι με χαρά και ευφροσύνη χαιρετιζόταν η επάνοδός του, αλλά και τον πληροφόρησε ότι όλα τα περασμένα συγχωρέθηκαν σε αυτόν και λησμονήθηκαν από τον πατέρα του.

15.21 εἶπεν δὲ αὐτῷ ὁ υἱὸς, Πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου, οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι(1) υἱός σου(2).
21 Τότε ο γιος του τού είπε: “πατέρα, αμάρτησα στο Θεό και σ’ εσένα και δεν αξίζω να λέγομαι παιδί σου”.
(1) «Αυτά που σχεδίασε να πει, αυτά λέει τώρα με όλη την καρδιά του, ώστε από εδώ να μάθουμε ότι πρέπει και μετά την συμφιλίωση ολοκάρδια να ομολογούμε ότι αμαρτήσαμε και να καταδικάζουμε τους εαυτούς μας» (Ζ). Ο γιος δεν κάνει κατάχρηση της γενναιοφροσύνης και αγαθότητας του πατέρα, ώστε να εμποδιστεί να πει ό,τι είχε πρόθεση (b). Και αυτοί που πήραν την άφεση των αμαρτιών τους και δοκίμασαν την εσωτερική ειρήνη των μέχρι πριν λίγο ταραγμένων καρδιών τους, πρέπει να διατηρούν την ειλικρινή συντριβή για τον περασμένο άτακτο βίο και να εξομολογούνται και με το στόμα ακόμη και τις αμαρτίες εκείνες, για τις οποίες έχουν λόγους να ελπίζουν ότι συγχωρέθηκαν. Ο Δαβίδ συνέταξε τον 50ό ψαλμό της μετανοίας, όταν ο Νάθαν είχε πει σε αυτόν: «Και ο Κύριος συγχώρεσε το αμάρτημά σου· δεν θα πεθάνεις» (Β΄Βασ. ιβ 13). Όσο βλέπουμε το Θεό περισσότερο γρήγορο στο να μας συγχωρέσει, τόσο περισσότερο οφείλουμε και εμείς να γινόμαστε δυσκολότεροι στο να συγχωρούμε τους εαυτούς μας.
(2) Δεν προστίθεται παρ’ όλα αυτά και το «κάνε με σαν έναν από τους μισθωτούς σου». Ή, διότι όταν μακριά από τον πατέρα σχεδίαζε να πει αυτό, δεν υπολόγιζε στην αγάπη του πατέρα, αλλά τον φανταζόταν εξοργισμένο και τώρα η συγκίνηση την οποία δοκιμάζει από την πατρική στοργή τον εμποδίζει να κάνει αυτού του είδους την πρόταση (p). Ή, διότι ο φιλανθρωπότατος Πατέρας δεν άφησε αυτόν να τελειώσει την πρόταση, αρκούμενος στην βαθιά συναίσθηση της αμαρτίας που εκδηλώθηκε, για αυτό και διέκοψε αυτόν στο «υιός σου» (δ). Η δεύτερη εκδοχή πιο πιθανή. Είναι απίθανο ότι ο γιος λησμόνησε τι είχε αποφασίσει να πει· και ακόμη πιο απίθανο ότι άλλαξε γνώμη και απέφυγε να προσθέσει και τη φράση: Κάνε με σαν έναν από τους μισθωτούς σου. Πιθανότερο είναι να δεχτούμε ότι ο πατέρας διακόπτοντας τον γιο είναι σαν να του έλεγε: Σταμάτα, γιε μου, να μιλάς πλέον για την αναξιότητά σου. Έγινες δεκτός εγκάρδια και μολονότι δεν είσαι άξιος να ονομαστείς γιος, θα φερθώ σε σένα σαν σε γιο αγαπητό και γνήσιο.

15.22 εἶπε δὲ ὁ πατὴρ πρὸς τοὺς δούλους αὐτοῦ, ἐξενέγκατε(1) την στολὴν(2) την πρώτην(3) καὶ ἐνδύσατε(4) αὐτόν, καὶ δότε δακτύλιον(5) εἰς τὴν χεῖρα αὐτοῦ καὶ ὑποδήματα(6) εἰς τοὺς πόδας(7),
22 Ο πατέρας όμως γύρισε στους δούλους του και τους διέταξε: “βγάλτε γρήγορα την καλύτερη στολή και ντύστε τον· φορέστε του δαχτυλίδι στο χέρι και δώστε του υποδήματα.
(1) Υπάρχει και η γραφή: ταχύ εξενέγκατε στολήν την πρώτην=Γρήγορα φέρτε έξω από την ιματιοθήκη.
(2) Η στολή ήταν μία μακριά και μεγαλοπρεπής εσθήτα, όπως την ήθελαν οι γραμματείς, για να περπατούν ντυμένοι με αυτήν (Λουκ. κ 46), που ονομαζόταν talar. Δες Μαρκ. ιβ 38,ιστ 5, Αποκ. στ 11,ζ 9,13,Εσθήρ στ 8,11,Α Μακ. ι 21,ιδ 9 (p).
(3) «Την πιο τίμια» (Ζ), την καλύτερη από όσες έχουμε στο σπίτι (p). Αξιόλογη και η: την οποία είχε πριν την απομάκρυνση και πτώση (δ), «την οποία φορούσε πριν αμαρτήσει» (Θφ). Την δεύτερη αυτή εκδοχή κάνει λιγότερο πιθανή η έλλειψη του «αυτού» (=την στολή του την πρώτη») (p).
(4) Μόνος του θα ντραπεί να την φορέσει, βλέποντας τι άθλια ενδυμασία φορά τώρα και σε ποια κατάσταση ήλθε. Αλλά φορέστε του την εσείς. «Ντύστε εσείς αυτόν που έγδυσε τον εαυτό του» (Σχ.).
(5) Λέξη που λέγεται μοναδική φορά. Πιθανώς δαχτυλίδι που έχει και σφραγίδα, από το οποίο θα δηλωνόταν, ότι ήταν πρόσωπο περιωπής και ίσως εξουσίας στο σπίτι (Εσθήρ γ 10,η 2,Γεν. μα 42) (p). Το δόσιμο λοιπόν δαχτυλιδιού στον άσωτο γιο είναι γεμάτο σημασία και έδειχνε ότι αποκαθίστατο εκείνη τη στιγμή στις τιμές και τα προνόμια του γνήσιου γιου, από τα οποία αποξενώθηκε με τον άσωτο και αχαλίνωτο βίο του (ο). Ο νεότερος γιος ασφαλώς είχε πουλήσει το πρώτο δαχτυλίδι του (g).
(6) Τα υποδήματα ήταν σημάδι ελεύθερων ανδρών, διότι οι δούλοι περπατούσαν ανυπόδητοι.
(7) Έχουμε στα λόγια του πατέρα κλιμακωτό σχήμα: Πρώτον στολή σε αντίθεση με την γυμνότητα του γιου που επέστρεψε· έπειτα δαχτυλίδι και τέλος υποδήματα, των οποίων στερούνταν ο νεότερος που έφτασε σε κατάσταση δούλου (g). Τίποτα από τα 3 αυτά δεν ήταν από τα απαραίτητα αναγκαία όπως είναι το ψωμί. Ο πατέρας προμηθεύει όχι απλώς καθετί το αναγκαίο στο γιο, που γύρισε με άθλια και πενιχρή περιβολή, αλλά τον τιμά (p). Στα τιμητικά λοιπόν αυτά εμβλήματα πρέπει γενικώς να διακρίνουμε την τέλεια αποκατάσταση του αμαρτωλού στη θέση του γιου (g), χωρίς να αναζητούμε στη στολή, το δαχτυλίδι και τα υποδήματα συγκεκριμένες και ξεχωριστές μεταξύ τους πνευματικές δωρεές (p). Είναι αξιοσημείωτο, ότι ο Ιερώνυμος εισηγήθηκε ότι η μεν στολή σημαίνει την δικαιοσύνη του Θεού, ενώ το δαχτυλίδι την σφραγίδα του Πνεύματος και τα υποδήματα την ικανότητα να πορεύεται κάποιος στους δρόμους του Θεού (g). Ή στολή «είναι η κάθαρση ή η χάρη που φρουρεί» (Ζ), «δαχτυλίδι θα μπορούσες να εννοήσεις τον αρραβώνα του Πνεύματος… και υποδήματα στα πόδια, για να φυλάγονται από τους σκορπιούς, τα μικρά… αμαρτήματα και κρυφά» (Θφ). Όλα αυτά δεν είναι ακατάλληλα για την πρακτική ερμηνεία (δ). Και πλατύτερα: Η δικαιοσύνη του Χριστού είναι η στολή, η λαμπρή και κύρια ενδυμασία, την οποία ενδύονται αυτοί που επιστρέφουν με τη μετάνοια. Ενδύονται τον Ιησού Χριστό, διότι και η μετάνοια δεύτερο βάπτισμα είναι και στο βάπτισμα ντυνόμαστε τον Ιησού Χριστό, τον ήλιο της δικαιοσύνης που αστράπτει. Καινούργια κτίση, νέα φύση παρέχεται σε μας και με τη μετάνοια, όπως και με το βάπτισμα και η στολή αυτή είναι «ιμάτιο σωτηρίας και χιτώνας ευφροσύνης», με τα οποία «σαν νύφη στολίζει» ο Κύριος αυτούς που επιστρέφουν σε αυτόν (Ησ. κα 10). Ο αρραβώνας του Πνεύματος, «με τον οποίο σφραγιστήκαμε την ημέρα της απολύτρωσής μας (βάπτισμα) είναι το δαχτυλίδι του χεριού. Όσοι αγιάστηκαν στολίζονται και αξιοποιούνται. Δίνεται σε αυτούς εξουσία και δύναμη όπως άλλοτε στον Ιωσήφ έδωσε ο Φαραώ δίνοντάς του δαχτυλίδι. Και υποδήματα στα πόδια όχι μόνο ώστε αυτός να περπατά ανεμπόδιστα στην οδό της αρετής, αλλά και για να καθοδηγεί και άλλους σε αυτήν με την ετοιμασία του ευαγγελίου της ειρήνης (Εφεσ. στ 15) με το να γίνεται παράδειγμα ενθάρρυνσης και επιστροφής και στους άλλους. Αυτούς που μετανοούν και αληθινά επιστρέφουν χρησιμοποιεί ο Θεός και για διδασκαλία άλλων. Ο Δαβίδ όταν συγχωρέθηκε «διδάσκει τους παράνομους τους δρόμους» του Κυρίου «και ασεβείς μέσω αυτού θα επιστρέψουν» ενώ ο Πέτρος όταν επέστρεψε στήριξε τους αδελφούς του.

15.23 καὶ ενέγκαντες(1) τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν(2), θύσατε(3) καὶ φαγόντες εὐφρανθῶμεν,
23 Φέρτε το σιτευτό μοσχάρι και σφάξτε το να φάμε και να ευφρανθούμε,
(1) Υπάρχει και η γραφή: και φέρετε…
(2) Δεν λέει: φέρτε ένα μοσχάρι, αλλά το μοσχάρι, το οποίο τρέφουν και παχαίνουν, για να το έχουν έτοιμο για κάποιο χαρμόσυνο και πανηγυρικό γεγονός του σπιτιού (g). Σαν να έλεγε: Καμία άλλη περίσταση δεν μπορεί να είναι περισσότερο χαρμόσυνη από την παρούσα. Δες Α Βασ. κη 24, Κριτ. στ 25,Ιερεμ. κστ 21 (p).
(3) Με την έννοια του σφάξτε για φαγητό. Δες Πράξ. ι 13,ια 7,Ιω ι 10. Αξιόλογη και η αλληγορική ερμηνεία: «Αλλά ποιο είναι το μοσχάρι το σιτευτό, αν όχι οπωσδήποτε ο Χριστός, το ακηλίδωτο σφάγιο, αυτός που κουβαλά την αμαρτία του κόσμου, αυτός που θυσιάζεται και τρώγεται; Διότι, εφόσον ντύθηκε τη σάρκα που από τη φύση της δεν έχει λογική και είναι κτηνώδης, έστω και αν την γέμισε αυτήν με την δική του δόξα, θεωρείται μοσχάρι, που δεν έχει, από τη μία, πείρα του ζυγού του νόμου της αμαρτίας, και είναι σιτευτό, από την άλλη, διότι το μυστήριο του Χριστού είχε προοριστεί πριν δημιουργηθεί ο κόσμος, η φρικώδης και μεγάλη δηλαδή θυσία, στην οποία θέλει να μετέχουν αυτοί που επιστρέφουν από την αμαρτία» (Κ). «Καθένας λοιπόν… που καθαρίζεται από την αμαρτία, κοινωνεί αυτό το μοσχάρι το σιτευτό και γίνεται αίτιος ευφροσύνης και στον Πατέρα και στους δούλους του» (Θφ). Ο ίδιος ο Χριστός είπε, ότι είναι ο άρτος της ζωής και ότι η σάρκα του είναι αληθινά τροφή και το αίμα του αληθινά ποτό. Κοντά στο Χριστό υπάρχει δείπνο για τις ψυχές, δείπνο πλούσιο.

15.24 ὅτι(1) οὗτος ὁ υἱός μου νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησεν, καὶ ἀπολωλὼς(2) ἦν καὶ εὑρέθη(3). καὶ ἤρξαντο εὐφραίνεσθαι(4).
24 γιατί αυτός ο γιος μου ήταν νεκρός και αναστήθηκε, ήταν χαμένος και βρέθηκε”. Έτσι άρχισαν να ευφραίνονται.
(1) Είναι σ. θριαμβευτικός και ύμνος, που έχει μέσα του κάποιο ρυθμό και φαίνεται να επαναλήφθηκε κάποιες φορές στο γεύμα ως επωδός (δες σ. 32), με συνοδεία με μουσική συμφωνία (σ. 25). Οι αρχαίοι χρησιμοποιούσαν τραγούδι, όταν ήταν βαθιά συγκινημένοι. Δες Γεν. λζ 33, Α΄ Παρ. ιβ 18, όπου οι στίχοι παρουσιάζουν τον παραλληλισμό της εβραϊκής ποίησης (b).
(2) «Νέκρωση μεν και χάσιμο εννοεί αυτήν που προέρχεται από την αμαρτία, ενώ ανάσταση και εύρεση, αυτήν που προέρχεται από την μετάνοια» (Ζ). Η κατάσταση αυτού που ζει στην αμαρτία, είναι κατάσταση θανάτου, διότι η αμαρτία νεκρώνει στην ψυχή στην οποία κυριαρχεί, κάθε πνευματική ζωή. Ένωση με το Χριστό δεν υπάρχει· οι πνευματικές αισθήσεις με τις οποίες εισδύει το φως της αλήθειας στην ψυχή, ολοένα αμβλύνονται, μέχρις ότου έλθει και η πλήρης τύφλωση και πώρωση της ψυχής· καμία ζωή για το Θεό και για δόξα του Θεού. Νέκρωση λοιπόν και λήθαργος βαθύς, προμήνυμα του αιώνιου θανάτου.
(3) Το «χαμένος είναι πιο μέτριο από το νεκρός» (Θφ). Γιατί λοιπόν να προστεθεί, αφού η εικόνα και λιγότερο ισχυρή από αυτήν του νεκρού είναι και όχι εξ’ ολοκλήρου ακριβής, αφού ο πατέρας δεν ζήτησε τον χαμένο; (L). Διότι το μεν νεκρός αναφέρεται στην προσωπική αθλιότητα του αμαρτωλού (αντίστοιχο με το χαμένο πρόβατο), ενώ το χαμένος αναφέρεται στην απώλειά του για τον ίδιο το Θεό (αντίστοιχο είναι η χαμένη δραχμή). Η παραβολή του ασώτου συνενώνει τις δύο αυτές οπτικές: Ο γιος χάθηκε για τον εαυτό του και ο πατέρας έχασε επίσης αυτόν (g).
(4) Η επιστροφή μιας ψυχής από την αμαρτία προς το Θεό, είναι ανάστασή της από το θάνατο και επάνοδός της στη ζωή, συγχρόνως όμως και ανεύρεση του χαμένου. Είναι λοιπόν μεγάλη, θαυμάσια, ταυτόχρονα υπερφυσική και χαρμόσυνη μεταβολή. Μοιάζει από κάποια άποψη με την μεταβολή, την οποία παρουσιάζει η όψη της γης, όταν επιστρέφει η άνοιξη. Είναι όμως και υπόθεση χαράς στο Θεό και σε όλο το σπίτι του. Εδώ ο πατέρας προτρέπει τους πάντες να χαρούν και να ευφρανθούν, δίνοντας ο ίδιος το σύνθημα για αυτό.

15.25 Ἦν δὲ(1) ὁ υἱὸς αὐτοῦ ὁ πρεσβύτερος ἐν ἀγρῷ(2)· καὶ ὡς ἐρχόμενος ἤγγισε τῇ οἰκίᾳ, ἤκουσεν συμφωνίας καὶ χορῶν(3),
25 »Ο μεγαλύτερος γιος του βρισκόταν στο χωράφι· και καθώς ερχόταν και πλησίαζε στο σπίτι, άκουσε μουσικές και χορούς.
(1) Το δεύτερο τμήμα (σ. 25-32) περιλαμβάνει την συνομιλία του μεγαλύτερου γιου με τον δούλο (σ. 25-28) και την συνομιλία του με τον πατέρα του (σ. 28-32). «Εδώ είναι το πολυθρύλητο ζήτημα. Πώς ο γιος φαίνεται φθονερός, ο οποίος έζησε ευάρεστα, κατά τα άλλα, και είχε δουλέψει στον πατέρα; Το οποίο θα λυθεί, αν βεβαίως κάποιος αναλογιστεί την παραβολή, για ποιο λόγο ειπώθηκε· οπωσδήποτε δηλαδή ειπώθηκε επειδή γόγγυζαν οι καθαροί και που δικαίωναν τους εαυτούς τους Φαρισαίοι στον Κύριο, που δεχόταν πόρνες και τελώνες… Με την παραβολή λοιπόν αυτή ο Κύριος διδάσκει ως προς αυτή τη γνώμη των Φαρισαίων, ότι ακόμη και αν ήταν δίκαιοι οι ίδιοι… να μην δυσανασχετούν με το ότι γίνονται δεκτοί οι αμαρτωλοί» (Θφ).
(2) Ήταν στον αγρό πράττοντας το καθήκον του, αλλά όχι με πνεύμα αγάπης. Αυτό εξηγεί, γιατί δεν ήταν παρών, όταν ο αδελφός του επέστρεφε (p).
(3) Συμφωνία σύμφωνα με τον Πλάτωνα είναι η αρμονία στην ωδή· ομοίως λοιπόν και σε ωδή και σε όργανο (αυλό κλπ.) ή όργανα, όπως εδώ, όπου η συμφωνία ήταν αυτή των μουσικών οργάνων, στον ήχο των οποίων χόρευαν, όπως συνηθιζόταν στα μεγάλα και επίσημα συμπόσια (δ).

15.26 καὶ προσκαλεσάμενος ἕνα τῶν παίδων(1) ἐπυνθάνετο τί εἴη(2) ταῦτα.
26 Φώναξε, λοιπόν, έναν από τους υπηρέτες και ρώτησε να μάθει τι συμβαίνει.
(1) «Παίδες λέει τώρα τους δούλους» (Ζ). Χρησιμοποιούνται στην παραβολή 3 όροι για να δηλώσουν το υπηρετικό προσωπικό, «μίσθιοι, δούλοι, παίδες» το οποίο υποδηλώνει τα πλούτη του πατέρα (ο). Δεν μπαίνει αμέσως στο σπίτι και δεν παίρνει ως δεδομένο ότι εκείνο που έκανε ο πατέρας, ήταν ορθό. Ίσως λοιπόν αυτό υποδηλώνει κακή διάθεση αυτού του γιου. Παρ’ όλα αυτά το να πληροφορηθεί τι συνέβαινε, ήταν φυσικό και για τις ζητούμενες αυτές πληροφορίες δεν θα ήταν ίσως επικριτέος (p).
(2) Υπάρχει και η γραφή τι αν είη. Ό,τι γινόταν εκείνη τη στιγμή ήταν κάτι έκτακτο, που δεν γινόταν κάθε μέρα. Εάν λοιπόν είχαν γίνει προσκλήσεις, ο μεγαλύτερος θα το γνώριζε. Βρίσκεται λοιπόν μπροστά σε απρόοπτο και για αυτό ρωτά «τι τάχα ήταν αυτά» (L)=σαν τι να είναι αυτά· τι σήμαιναν αυτά.

15.27 ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ ὅτι ῾Ο ἀδελφός σου ἥκει(1), καὶ ἔθυσεν ὁ πατήρ σου τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν(2), ὅτι ὑγιαίνοντα αὐτὸν ἀπέλαβεν(3).
27 Εκείνος του είπε: “γύρισε ο αδερφός σου, κι ο πατέρας σου έσφαξε το σιτευτό μοσχάρι, γιατί του ήρθε πίσω γερός”.
(1) =έχει έλθει (δ).
(2) Κανείς λόγος δεν γίνεται για την στολή, το δαχτυλίδι και τα υποδήματα, αλλά μόνο για το μοσχάρι το σιτευτό και αυτό, διότι τα άσματα και οι χοροί, για τα οποία ο μεγαλύτερος ρωτά, γίνονταν τη στιγμή που τρωγόταν το μοσχάρι (ο).
(3) Ο δούλος στην απάντησή του αντικαθιστά τις λέξεις του πατέρα: νεκρός ην… και απολωλός…με την τελείως απλή αυτή φράση, η οποία και μόνη άρμοζε στα χείλη του δούλου: επειδή τον πήρε πίσω υγιή (g). Το υγιή πιο σωστό είναι να μην το πάρουμε με ηθική έννοια (= «απέβαλε την νόσο με την μετάνοια» Ζ), διότι για αυτό ο δούλος δεν θα ήταν σε θέση να εκφέρει γνώμη, αλλά με τη σημασία της σωματικής υγείας. Όλοι στο σπίτι γνώριζαν, πόσο ο πατέρας ενδιαφερόταν και αγωνιούσε για την ασφάλεια και υγεία του γιου του (p).

15.28 ὠργίσθη δὲ καὶ οὐκ ἤθελεν(1) εἰσελθεῖν. ὁ ουν πατὴρ αὐτοῦ ἐξελθὼν(2) παρεκάλει(3) αὐτόν.
28 Αυτός τότε θύμωσε και δεν ήθελε να μπει μέσα. Ο πατέρας του βγήκε και τον παρακαλούσε,
(1) Είναι αξιοσημείωτη η αλλαγή των χρόνων στα δύο αυτά ρήματα. Δεν ήθελε με επιμονή να μπει. Ο παρατατικός σημαίνει πεισματική και συνεχιζόμενη κατάσταση (p). Η άρνηση αυτή ζωγραφίζει θαυμάσια την δυσαρέσκεια των Φαρισαίων, οι οποίοι δεν ήθελαν να έχουν καμία σχέση με τους αμαρτωλούς, ούτε κάποιο μέρος στη χαρά για την σωτηρία τους με την μετάνοια (g).
(2) «Ο φιλάνθρωπος πατέρας όμως βγαίνει και τον παρακαλεί και του εξηγεί πάλι την αιτία της ευφροσύνης» (Θφ). «Σαν φιλότεκνος και σοφός που είναι και αυτόν που επέστρεψε τιμά και αυτόν που έμεινε έξω παρακαλεί» (Ζ). Δείχνει και στους δύο γιους την ίδια τρυφερότητα. Το «βγήκε» εδώ είναι παράλληλο με το «έτρεξε» του σ. 20 (p). Θα μπορούσε να πει δίκαια: «Εάν δεν θέλει να έλθει, αφήστε τον να στέκεται έξω· κλείστε του την πόρτα και ας πάει να περάσει τη νύχτα του όπου του αρέσει. Δεν μπορώ να κάνω ό,τι θέλω στο σπίτι μου; Και δεν ήταν δικό μου το μοσχάρι το σιτευτό»; Αλλά όχι· ο πατέρας δεν στέλνει στον μεγαλύτερο κάποιον δούλο, αλλά βγαίνει ο ίδιος και παρακαλεί τον γιο του. Δείχνεται έτσι η αγαθότητα και συγκατάβαση του Θεού. Πόσο μειλίχιος και μακρόθυμος και ανεκτικός δείχνεται ο ουράνιος Πατέρας και στους ανθρώπους που τον προκαλούν. Πώς μιλά στον Κάιν και πώς ζητά να τον πείσει ότι άδικα λυπήθηκε, επειδή δεν έγιναν δεκτές οι θυσίες του (Γεν. δ 6). Και πώς «για σαράντα χρόνια υπέμεινε την διαγωγή τους στην έρημο» (Πράξ. ιγ 18). Και ειδικότερα πόσο μειλίχια συζητά με τον Ιωνά και με συλλογισμούς ζητά με το παράδειγμα της κολοκύθας να πείσει αυτόν, ότι δίκαια λυπήθηκε το λαό της Νινευΐ.
(3) Παρατατικός όπως και το προηγούμενο «δεν ήθελε». Συνεχώς και αυτός παρακαλούσε αυτόν να μπει (p). Το διάβημα αυτό του πατέρα, ο οποίος βγήκε και προσκαλούσε τον γιο του να μπει, πραγματοποιούνταν στη συνομιλία αυτή ανάμεσα στον Ιησού και τους ακροατές του Φαρισαίους (g).

15.29 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπε τῷ πατρὶ, ᾽Ιδοὺ τοσαῦτα ἔτη(1) δουλεύω σοι(2) καὶ οὐδέποτε ἐντολήν σου παρῆλθον(3), καὶ ἐμοὶ οὐδέποτε ἔδωκας ἔριφον(4) ἵνα μετὰ τῶν φίλων μου(5) εὐφρανθῶ(6)·
29 εκείνος όμως του αποκρίθηκε: “εγώ τόσα χρόνια σού δουλεύω και ποτέ δεν παράκουσα καμιά εντολή σου· κι όμως σ’ εμένα δεν έδωσες ποτέ ένα κατσίκι για να ευφρανθώ με τους φίλους μου.
(1) Σε αντίθεση με το «ότε (όταν)» του σ. 30 (b). Τα λόγια με τα οποία απαντά ο μεγαλύτερος γιος στις προσκλήσεις του πατέρα του, γράφονται εδώ για διδασκαλία εκείνων, οι οποίοι με τη χάρη του Θεού διαφυλάχτηκαν από σοβαρά αμαρτήματα και τηρήθηκαν στην οδό της σωφροσύνης και αρετής. Διδάσκονται, ότι υπόκεινται και αυτοί σε αμαρτίες, οι οποίες δεν είναι όμοιες με τις σκανδαλώδεις αμαρτίες του ασώτου γιου, είναι όμως ικανές να αποκλείσουν αυτούς από το πατρικό σπίτι.
(2) Ομολογία του δουλικού πνεύματος, από το οποίο κυριαρχούνταν. Δεν προσθέτει με πνεύμα γιου το «Πατέρα» (b).
(3) Για την χρήση του παρέρχομαι με τη σημασία του αμελώ ή παραβαίνω, δες και Λουκ. ια 42 (p). Η φράση ζωγραφίζει ζωηρά την αφελή και τυφλή αυταρέσκεια των Φαρισαίων για την δικαιοσύνη τους (g). Ο μεγαλύτερος γιος υπερτιμά τις αρετές του και την υπακοή του προς τον πατέρα. Διότι θα μπορούσε κάποιος να υποπτευθεί ότι δεν υπήρξε τόσο ακριβής η συμπεριφορά του, ώστε να μπορεί τώρα να καυχηθεί προς τον πατέρα του, ότι «ποτέ δεν παρέβην εντολή σου». Εάν πράγματι η υπακοή προς τον πατέρα του υπήρξε τέτοια, πώς τώρα με τόσο πείσμα αντιστέκεται στις πατρικές προτροπές και προσκλήσεις; Ω! πόσο οι αγαθοί έχουν ανάγκη να προφυλάσσουν τους εαυτούς τους από το πνεύμα της αλαζονείας, η οποία αποτελεί διαφθορά που φυτρώνει στην στάχτη άλλων διαφθορών της ψυχής που νεκρώθηκαν με την χάρη του Θεού. Εκείνοι οι οποίοι για πολύ δούλεψαν στο Θεό, έχουν ανάγκη με ευγνωμοσύνη να ταπεινώνονται μπροστά του για αυτό και να μην καυχιούνται ποτέ για αυτό.
(4) Πολύ λιγότερο το μοσχάρι το σιτευτό (b). «Εμείς όμως δεν πρέπει να εξετάζουμε με περιέργεια, ποιο είναι το ερίφιο και ποιοι οι φίλοι. Διότι δεν είναι ασφαλές το να λεπτολογούμε πάνω σε αυτά, όπως σε πολλά σημεία των παραβολών ισχυριστήκαμε» (Ζ). Ολοφάνερα όμως ο μεγαλύτερος γιος λέει αυτό μέσα στο χάσιμο του ελέγχου του. Διότι πότε ζήτησε στο παρελθόν από τον πατέρα του κάποιο ερίφιο; Και εάν ζητούσε αυτό, πώς προεξοφλεί ότι ο πατέρας του δεν θα του το έδινε; Υπάρχει κάθε βεβαιότητα, ότι στην πρώτη κουβέντα του μεγαλύτερου γιου, ο πατέρας ευχάριστα θα ανταποκρινόταν στην επιθυμία του. Διότι τόσο χρόνο συνέζησε αυτός αρμονικά με τον πατέρα και είχε τόσα δείγματα της στοργής του προς αυτόν. Αλλά τώρα κυριεύεται από σκοτάδι τόσο πολύ, ώστε να λησμονεί όλα αυτά και να θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από τον πατέρα. Όσοι φρονούν υψηλά για τον εαυτό τους και υπερτιμούν την αρετή τους, εύκολα στην πρώτη δοκιμασία λησμονούν τις τόσες προς αυτούς ευεργεσίες του Θεού και παραπονούνται σαν αδικημένοι από την Πρόνοιά του.
(5) Σε αντίθεση με το «με πόρνες» του σ. 30 (b).
(6) Δεν αντιλαμβάνεται, ότι εκδηλώνει το ίδιο πνεύμα, το οποίο οδήγησε τον αδελφό του στην ασωτία. Αξιώνει να έχει την περιουσία του πατέρα, για να απολαμβάνει αυτήν χωριστά από αυτόν (p). Οι χαρές των παιδιών του Θεού γίνονται μέσα στο σπίτι του Πατέρα τους, μαζί με αυτόν και τα άλλα παιδιά του, με κοινωνία με το Θεό και τους αγίους του, και όχι με κάποιους φίλους έξω από το σπίτι.

15.30 ὅτε δὲ ὁ υἱός σου οὗτος(1) ὁ καταφαγών σου τὸν βίον(2) μετὰ πορνῶν ἦλθεν(3), ἔθυσας αὐτῷ(4) τὸν μόσχον τον σιτευτὸν.
30 Όταν όμως ήρθε αυτός ο γιος σου, που κατασπατάλησε την περιουσία σου με πόρνες, έσφαξες για χάρη του το σιτευτό μοσχάρι”.
(1) Δεν ονομάζει αυτόν αδελφό, αλλά περιφρονητικά «ο γιος σου αυτός» (δ)· σαν να τον δείχνει όπως ο Φαρισαίος τον τελώνη στη γνωστή παραβολή. Ο γιος σου αυτός=Ο προκομμένος αυτός γιος σου. Τονίζει έτσι και την μεροληψία του πατέρα (=ο γιος σου) και την προς τον αδελφό αποστροφή του (g).
(2) Εκδηλώνεται πικρία και με τη φράση «σου τον βίον». Εφόσον ο πατέρας αυτοπροαίρετα μοίρασε σε αυτούς την περιουσία, θε έπρεπε ο μεγαλύτερος να πει «την περιουσία του (του ασώτου)» (p).
(3) Έξυπνη η παρατήρηση: Λέει ήλθε σαν για κάποιον ξένο, και όχι επανήλθε (b). Ολοφάνερα λοιπόν εξογκώνει τις παρεκτροπές του αδελφού του για να αντιτάξει αυτές στην κατ’ αυτόν αδικαιολόγητη συμπεριφορά του πατέρα προς τον άσωτο που επανήλθε. Το ότι ο άσωτος κατέφαγε την περιουσία του με πόρνες ούτε λέγεται στην παραβολή, ούτε μπορούσε να το γνωρίζει ο μεγαλύτερος.
(4) Δοτική χαριστική (b).

15.31 ὁ δὲ εἶπεν(1) αὐτῷ, Τέκνον(2), σὺ(3) πάντοτε μετ᾽ ἐμοῦ(4) εἶ, καὶ πάντα τὰ ἐμὰ σά(5) ἐστιν·
31 Κι ο πατέρας του τού απάντησε: “παιδί μου, εσύ είσαι πάντοτε μαζί μου κι ό,τι είναι δικό μου είναι και δικό σου.
(1) Κάνει διπλή απάντηση στο διπλό παράπονο του μεγαλύτερου αδελφού (b).
(2) Η λέξη τέκνον έχει κάτι το τρυφερότερο από τη λέξη γιος (g), και χρησιμοποιεί τώρα αυτή ο πατέρας, μολονότι ο μεγαλύτερος δεν τον αποκάλεσε Πατέρα (p).
(3) Η αντωνυμία μπαίνει μπροστά με έμφαση σε αντίθεση με τον νεότερο που απουσίασε για πολύ, ίσως επίσης και με το «εμοί» του σ. 29 (p).
(4) Είναι καλύτερα να ευφραίνεται κάποιος μαζί με τον πατέρα του παρά με τους φίλους του (b). Του δείχνει τι θα μπορούσε να είναι η ζωή του στο πατρικό σπίτι, αρκούσε και αυτός να ανταποκρινόταν στην στοργή του πατέρα με καρδιά παιδιού. Θα ήταν ευφρόσυνη γιορτή όχι μίας μόνο ημέρας, αλλά συνεχής και ασταμάτητη, εφόσον η περιουσία του Πατέρα του ήταν και δική του περιουσία (g). Είναι ανείπωτη ευτυχία όλων των παιδιών του Θεού να παραμένουν στο σπίτι του πατέρα και να βρίσκονται σε αδιάσπαστη κοινωνία και ένωση μαζί του. Και στον μεν παρόντα βίο η επικοινωνία και ένωση αυτή θα πραγματοποιείται με την πίστη. Στο μελλοντικό όμως βίο η μακάρια ζωή του ουράνιου πατέρα θα μεταδοθεί πλήρως και σε μας, ώστε όλα τα δικά του θα είναι και δικά μας. Διότι αν είμαστε «παιδιά, θα είμαστε και κληρονόμοι» (Ρωμ. η 17).
(5) Διότι ο νεότερος γιος είχε ήδη λάβει το μερίδιό του και ο, πρωτότοκος είχε την προτεραιότητα στην κληρονομιά των αγαθών του πατέρα (b). Η υποδοχή την οποία έκανα στον αδελφό σου, δεν συνεπάγεται αποδοκιμασία ή απόρριψη και αποξένωση δική σου από τη στοργή μου. Ό,τι έκανα για τον αδελφό σου δεν μειώνει σε τίποτα ό,τι έχω πρόθεση πάντοτε για σένα.

15.32 εὐφρανθῆναι δὲ καὶ χαρῆναι(1) ἔδει(2), ὅτι ὁ ἀδελφός σου οὗτος(3) νεκρὸς ἦν καὶ ανέζησεν, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη(4).
32 Έπρεπε όμως να ευφρανθούμε και να χαρούμε, γιατί ο αδερφός σου αυτός ήταν νεκρός κι αναστήθηκε, ήταν χαμένος και βρέθηκε”».
(1) Δεν υπάρχει τώρα ζήτημα αμοιβής αλλά χαράς. Και το μεν να ευφρανθείς μπαίνει για να δηλώσει την εξωτερική εκδήλωση της χαράς, ενώ το να χαρείς για να δηλώσει το εσωτερικό συναίσθημα (p).
(2) «Δείχνει ότι είναι αναγκαία η ευφροσύνη και η χαρά. Διότι ποιος αν δει νεκρό να ξαναζεί δεν ευφραίνεται; Και ποιος βρίσκοντας το χαμένο, δεν χαίρεται;» (Ζ). Ο παρατατικός αυτός έχει ίσως μέσα του μία ευγενική μομφή (p).
(3) Η αντικατάσταση του «ο γιος σου» με το «ο αδελφός σου» και η επανάληψη του «αυτός» σαφώς εμπερικλείουν μάλωμα.=Αυτός ο αδελφός σου, για τον οποίο τόσο αυστηρά κρίνεις· εάν εγώ πήρα πίσω έναν γιο και συ πήρες πίσω έναν αδελφό (p). «Όταν πρέπει να σωθεί ο χαμένος, λέει, δεν είναι καιρός δικαστηρίων ούτε ακριβούς εξέτασης, αλλά φιλανθρωπίας και συγγνώμης μόνο… Αλλά και αν έπρεπε και να τιμωρηθεί αυτός, τιμωρήθηκε αρκετά με την ζωή στην ξένη χώρα» (Χ). Με τη λέξη ο αδελφός σου εκδηλώνεται αμετάθετη η απόφαση του πατέρα, ο άσωτος που γύρισε να ανακτήσει πλήρη τα δικαιώματά του στο πατρικό σπίτι (ο).
(4) Όχι λιγότερο επιτυχημένο και τεχνικό το τέλος της παραβολής. Δεν μας λέει αν ο μεγαλύτερος αδελφός μπήκε τελικά, για να μετέχει στη χαρά, ούτε πώς ο νεότερος συμπεριφέρθηκε μετά από αυτά. Και τα δύο αυτά ήταν ζητήματα του μέλλοντος και οι δύο γιοι αφέθηκαν ελεύθεροι, μόνοι τους να κανονίσουν την συμπεριφορά τους (p).

Κεφάλαιο 16

Στίχ. 1-13. Η παραβολή του άδικου οικονόμου και σχετική διδασκαλία.
16.1 ῎Ελεγεν δὲ καὶ πρὸς τοὺς μαθητάς(1) αυτού, ῎Ανθρωπός τις ἦν πλούσιος ὃς εἶχεν οἰκονόμον(2), καὶ οὗτος διεβλήθη(3) αὐτῷ ὡς(4) διασκορπίζων τὰ ὑπάρχοντα αὐτοῦ(5).
1 Ο Ιησούς έλεγε στους μαθητές του: «Κάποιος πλούσιος είχε έναν διαχειριστή που του τον κατηγόρησαν ότι σπαταλά την περιουσία του.
Χρησιμοποιεί ο Κύριος δύο παραβολές για να διδάξει, πώς πρέπει να διαχειρίζεται ο καθένας τον επίγειο πλούτο. Η πρώτη από αυτές απευθύνθηκε προς τους μαθητές, αισθάνθηκαν όμως οι Φαρισαίοι (σ. 14), ότι εφαρμοζόταν και σε αυτούς. Η δεύτερη φαίνεται να απευθύνθηκε κατ’ ευθείαν προς τους Φαρισαίους. Και οι δύο πάντως διδάσκουν ότι τα πλούτη συνεπάγουν ευθύνες και κινδύνους. Είναι μάλλον παρακαταθήκη που την εμπιστεύτηκε ο Θεός στους πλουσίους, παρά ιδιοκτησία τους· και η χρήση του πλούτου στον κόσμο αυτόν επιδρά τα μέγιστα στην στον μέλλοντα βίο κατάσταση αυτού που απέκτησε τον πλούτο (p). Στην παραβολή αυτή, όπως και στις άλλες, ο Κύριος χρησιμοποιεί το παράδειγμα των αδίκων για να κεντρίσει τον ζήλο των πιστών. Πράγματι εν μέσω μιας συμπεριφοράς ηθικά αξιοκατάκριτης, οι κακοί αναπτύσσουν συχνά ικανότητες δραστηριότητας, συνέσεως και επιμονής, οι οποίες παρουσιάζονται κατάλληλες στο να ταπεινώσουν και να ενθαρρύνουν τους δικαίους. Η παραβολή του άδικου οικονόμου είναι το αριστούργημα του είδους αυτού της διδασκαλίας (g). Η παραβολή αυτή προκάλεσε πολλές δυσκολίες στους ερμηνευτές. Το μεγάλο σημείο της δυσκολίας είναι κυρίως το ότι ο Κύριός μας φαίνεται να επαινεί και να προβάλλει σε μίμηση την ολοφάνερα απατηλή συμπεριφορά καταχραστή διαχειριστή, ο οποίος επρόκειτο να αντικατασταθεί. Η δυσκολία όμως αυτή προέρχεται από πλάνη. Και μάλιστα πρώτον από την παραγνώριση ή παρερμηνεία του γενικού σκοπού της παραβολής, ο οποίος είναι να τονιστεί η αναγκαιότητα δραστηριότητας και ετοιμότητας και ταχύτητας ενέργειας για να επιτύχει κάποιος τις ευλογίες της σωτηρίας. Ασθενείς προσπάθειες, διστακτικές αποφάσεις και χλιαρές ενέργειες, αυτά είναι που αποδοκιμάζονται από την παραβολή. Έπειτα υποτέθηκε, ότι στην παραβολή επιδοκιμάζονται οι καταχρήσεις του απατεώνα οικονόμου· ενώ επαινούνται απλώς το επινοητικό, η ταχύτητα της ενέργειας και η δραστηριότητα στην εξασφάλιση των μέσων για την συντήρησή του στο μέλλον (ο). Έγιναν απόπειρες για σύνδεση των 2 αυτών παραβολών με τις προηγούμενες 3 και με τις ακόλουθες άλλες 3. Σύνδεση πραγματική με τις προηγούμενες δεν φαίνεται πιθανή. Μάλλον υποδηλώνεται εδώ, ότι πρόκειται για νέα έναρξη. Ιδεατά όμως μπορεί να βρεθεί σύνδεση. Οι δύο αυτές παραβολές δηλαδή, όπως και οι 3 που προηγήθηκαν αναφέρονται σε ειδικά ελαττώματα των Φαρισαίων. Οι 3 πρώτες στιγμάτιζαν την αποκλειστικότητα, την αυταρέσκεια και την εναντίον των άλλων περιφρόνησή τους, ενώ με τις δύο αυτές κατακρίνεται η εγωιστική και τρυφηλή χρήση του πλούτου τους. Πιο δύσκολη παρουσιάζεται η σύνδεση των 2 αυτών παραβολών με τις άλλες 3 που τις ακολουθούν. Θα μπορούσαν παρ’ όλα αυτά να συνδεθούν με την έννοια της δικαιοσύνης. Έτσι οι 5 αυτές παραβολές θα μπορούσαν να τιτλοφορηθούν ως εξής: ο άδικος κριτής, ο αυτοδικαιούμενος Φαρισαίος και ο αυτοδικαιούμενος δούλος (p). Πώς θα εξηγήσουμε τις λεπτομέρειες της παραβολής; Ή, άνθρωπο πλούσιο θα δεχτούμε τον κύριο του κόσμου, τον ιδιοκτήτη του σύμπαντος τον οποίο ο Ιησούς αντιπροσώπευσε εδώ (g)· «τον φιλάνθρωπο Θεό που δεν έχει καμία ανάγκη» (Ζ), ο οποίος αφαιρεί την διαχείριση του πλούτου κατά τον χρόνο κοντά στην ώρα του θανάτου, με τη σκέψη του οποίου ωθείται σε σκέψεις συνετές αυτός που διαχειρίστηκε κακώς τον πλούτο (g)· «διότι μετά θάνατον δεν μπορεί κάποιος να εργαστεί» (Ζ). Ή, πιο σωστά, πρέπει και εδώ να λάβουμε υπ’ όψιν, ότι «δεν πρέπει όλα τα μέρη των παραβολών να τα πολυεξετάζουμε με λεπτομέρεια» (Θφ), «έτσι ώστε ο λόγος να μην λυπήσει με το περιττό αυτούς που αγαπούν την ακρόαση, βαδίζοντας πέρα από το μέτρο» (Κ) και «καταστήσουμε τον λόγο σκοτεινό με το να δώσουμε ίσως εξηγήσεις άξιες για γέλια λόγω της ανάγκης του ερμηνευτικού αδιεξόδου» (Θφ). «Διότι αν θα ήθελε κάποιος να εξηγήσει με σαφήνεια, ποιος θα μπορούσε να εννοηθεί ο άνθρωπος που έχει τον άξιο κατηγορίας οικονόμο ή και ποιος ίσως είναι αυτός που τον κατηγόρησε και ποιοι είναι αυτοί που είναι ένοχοι για οφειλές και που κάνουν τις μειώσεις των χρεών και για ποια αιτία ο μεν λέγεται ότι χρωστά λάδι, ο δε στάρι, θα καταστήσει τον λόγο σκοτεινό ταυτόχρονα και περιττό. Επομένως δεν είναι παντού και οπωσδήποτε όλα τα μέρη της παραβολής χρήσιμα να εξηγήσουν αυτά που δηλώθηκαν, αλλά πρέπει να τα πάρουμε ως εικόνα αναγκαίου πράγματος, η οποία αμυδρά υποδηλώνει αυτό που αποσκοπεί στην ωφέλεια των ακροατών» (Κ). Μπορούμε λοιπόν να παραμερίσουμε όλες τις λεπτομέρειες της παραβολής, θωρώντας ότι δεν υπονοούν κάποιο ωφέλιμο νόημα, αλλά ότι παίρνονται μόνο για συμπλήρωση της εικόνας, ή για βαθύτερη εντύπωση της παραβολής στη μνήμη των ακροατών. Θα έπρεπε όμως να σημειωθεί, ότι ο οικονόμος προνοεί για το μέλλον του με αγαθά και χρήματα, τα οποία δεν είναι δικά του, αλλά μόνο του τα εμπιστεύθηκαν στην οικονομία και διαχείρισή του. Αλλά και ο πλούτος, από τον οποίο καλείται ο Χριστιανός να θησαυρίσει στους ουρανούς, δεν είναι δικός του, αλλά αποτελεί παρακαταθήκη που του εμπιστεύτηκε ο Θεός. Η μέθοδος της παραβολής είναι ομοιότατη με αυτήν του άδικου κριτή (ιη 2). Και στις δύο έχουμε επιχείρημα από το ισχυρότερο. Σε εκείνη το επιχείρημα είναι: Εάν ένας άδικος κριτής θα υποχωρήσει στις άκαιρες και επίμονες ενοχλήσεις μίας ξένης και άγνωστης σε αυτόν, πόσο μάλλον ο δίκαιος και στοργικός Πατέρας θα εισακούσει τις θερμές προσευχές των παιδιών του; Εδώ το επιχείρημα είναι: Εάν ένας άδικος οικονόμος επαινέθηκε από τον επίγειο κύριό του για την σύνεση, την οποία έδειξε εξασφαλίζοντας μελλοντική περίθαλψη στον εαυτό του με εκμετάλλευση των ξένων χρημάτων που διαχειριζόταν, πόσο μάλλον ένας δίκαιος δούλος θα επαινεθεί από τον ουράνιο Κύριό του για την προνοητικότητα και σύνεσή του, χάρις στην οποία εξασφάλισε στον εαυτό του πλούτο αιώνιο και ουράνιο με την καλή χρήση του επίγειου πλούτου που του εμπιστεύτηκε; (p).
(1) Οι μαθητές αυτοί δεν ήταν οι 12, οι οποίοι άφησαν τα πάντα και θα μπορούσαν συνεπώς να συγκαταριθμηθούν με αυτούς που έπιασαν φίλους από τον μαμωνά (b), αλλά κάποιος ευρύτερος κύκλος από τους ακροατές του.
(2) «Λέγονται οικο-νόμοι από το ότι νέμουν (μοιράζουν) στον καθένα τα δικά του» (Κ). Ο οικονόμος αυτός, διαχειριστής ξένης περιουσίας, μπορούσε να είναι και ένας δούλος. Εδώ πρόκειται μάλλον για ελεύθερο (p). Ο,τιδήποτε και αν έχουμε, ανήκει στο Θεό και είναι εξ΄ ολοκλήρου δικό του. Εμείς έχουμε μόνο τη χρήση του, η οποία πρέπει πάντοτε να είναι σύμφωνη με τις οδηγίες του μεγάλου μας Κυρίου και για δόξα του. Είμαστε διαχειριστές της δικής του ιδιοκτησίας και μία ημέρα θα κληθούμε να λογοδοτήσουμε για τη διαχείρισή μας.
(3) Η χρήση του διαβάλλω με την έννοια εχθρικής πληροφορίας, υποθετικά αληθινής, δεν είναι συνηθισμένη στους κλασσικούς. Το ρήμα υπονοεί κατηγορώ εν απουσία του κατηγορουμένου (Δαν. γ 8,στ 24,Β Μακ. γ 11,Δ Μακ. δ 1 (p).
(4) Το «ως» δεν αποκλείει ότι η κατηγορία ήταν αληθινή. Άλλωστε ο ίδιος ο οικονόμος δεν αρνήθηκε ούτε ανασκεύασε αυτήν (p).
(5) «Αυτό πρώτα μαθαίνουμε, ότι δεν είμαστε κύριοι χρημάτων· διότι τίποτα δικό μας δεν έχουμε· αλλά είμαστε οικονόμοι ξένων που μας τα εμπιστεύτηκε ο δεσπότης, για να τα διαχειριστούμε καλά» (Θφ). «Διαχειρίζονται λοιπόν όχι σωστά, σκορπίζοντας κατά κάποιο τρόπο αυτά που τους έδωσε ο δεσπότης , όσοι τα δαπανούν μόνο για τις δικές τους απολαύσεις και δεν νοιάζονται καθόλου να σπλαχνιστούν τους αδελφούς, αλλά φροντίζουν μόνο για τη δική τους αλαζονεία» (Κ).

16.2 καὶ φωνήσας αὐτὸν εἶπεν αὐτῷ(1), Τί τοῦτο ἀκούω περὶ σοῦ(2); ἀπόδος τὸν λόγον τῆς οἰκονομίας σου(3), οὐ γὰρ δύνῃ(4) ἔτι οἰκονομεῖν.
2 Τον φώναξε λοιπόν και του είπε: “τι είναι αυτά που ακούω για σένα; Δώσε λογαριασμό και παράδωσε τη διαχείρισή σου, γιατί δεν μπορείς πια να είσαι διαχειριστής”.
(1) Ο πλούσιος μιλά σαν για συμβάν απροσδόκητο (b). Σύμφωνα με αυτούς που δέχονται ότι άνθρωπος εδώ είναι ο Θεός, το «είπε σε αυτόν» πρέπει να εξηγηθεί: Ή «είπε σε αυτόν αυτά, μέσω των θείων Γραφών, οι οποίες διδάσκουν για τη μέλλουσα κρίση και λογοδοσία» (Ζ). Ή, στην καθαίρεση αυτή του ένοχου οικονόμου ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα το γεγονός, με το οποίο ο Θεός αφαιρεί από εμάς την ελεύθερη διάθεση των αγαθών, τα οποία μας εμπιστεύτηκε. Με τη φωνή: Θα πεθάνεις, όταν κυριεύεται από τη σκέψη του προσεχούς θανάτου του και η συνείδησή του θίγεται σοβαρά από αυτήν, ειδοποιείται από το Θεό ο κακός οικονόμος για αυτό που τον αναμένει (g).
(2) Τι είναι αυτό που ακούω για σένα; (δ). Περίμενα καλύτερα από σένα. Μιλά δηλαδή ο κύριος με θλίψη, σαν να μην θέλει να απολύσει τον οικονόμο του, αλλά σαν αναγκασμένος να πράξει αυτό, εφόσον ο οικονόμος δεν αποκρούει τις εναντίον του κατηγορίες, αλλά με την σιωπή του δεν αρνείται αυτές.
(3) Δώσε τον οφειλόμενο σε μένα ως κύριό σου λογαριασμό της διαχείρισής σου· σε ποια δηλαδή κατάσταση βρήκες, τι ενήργησες και πώς αφήνεις την περιουσία μου (δ). Και από εμάς θα αφαιρεθεί η διαχείριση των αγαθών αυτού του κόσμου και δεν είναι δυνατόν πάντοτε να απολαμβάνουμε αυτά. Θα έλθει ο θάνατος, ο οποίος θα αφαιρέσει από εμάς την διαχείριση, αφαιρώντας από εμάς και την δυνατότητα, την οποία είχαμε, όταν ζούσαμε, του να πράττουμε το αγαθό στους ομοίους μας με τα αγαθά αυτά. Όταν όμως η διαχείριση αφαιρεθεί από εμάς, θα κληθούμε από το Θεό να δώσουμε λόγο για το ποιοι οικονόμοι υπήρξαμε και πώς διαχειριστήκαμε τα αγαθά που μας εμπιστεύτηκε.
(4) Β΄ πρόσωπο οριστικής του ενεστώτα=δύνασαι. Υπάρχει και η γραφή: ου δυνήση.

16.3 εἶπεν δὲ ἐν ἑαυτῷ(1) ὁ οἰκονόμος, Τί ποιήσω, ὅτι ὁ κύριός μου ἀφαιρεῖται τὴν οἰκονομίαν ἀπ᾽ ἐμοῦ(2); σκάπτειν οὐκ ἰσχύω(3), ἐπαιτεῖν(4) αἰσχύνομαι.
3 Ο διαχειριστής είπε μέσα του: “τι να κάνω τώρα που μου αφαιρεί τη διαχείριση ο κύριός μου; Να σκάβω δεν μπορώ, να ζητιανεύω ντρέπομαι.
(1) Είπε μέσα του όχι τότε και εκεί, αλλά όταν σκέφτηκε την υπόθεση μετέπειτα και κατ’ ιδίαν. Δες Λουκ. ζ 39, ιη 4,Ματθ. θ 3 (p). Βεβαίως έπρεπε πρωτύτερα ο οικονόμος να σκεφτεί συνετά, ώστε να μην βρεθεί ήδη στην δύσκολη αυτή θέση. Αλλά επιτέλους. Κάλλιο αργά παρά ποτέ. Έστω και κατόπιν εορτής, ο οικονόμος αρχίζει να σκέφτεται συνετά.
(2) Από αυτό φαίνεται ότι ο οικονόμος δεν είχε σχηματίσει προσωπική περιουσία εις βάρος του κυρίου του, αλλά αποδείχτηκε κακός είτε για αμέλεια και ολιγωρία στη διαχείριση, είτε για δαπάνες και καταχρήσεις που έγιναν από αυτόν για να του αρκούν σε βίο τρυφηλό και φιλήδονο (ο).
(3) Δυνάμεις για εργασία βάναυση δεν είχε (δ). Οφειλόταν αυτό στο ότι είχε κακομάθει. Δεν είχε ποτέ σκάψει μέχρι τότε. Ούτε ανάπηρος ήταν, ούτε γέρος. Ήταν μαλθακός και ράθυμος. Το «ουκ ισχύω» προερχόταν κυρίως από το «δεν θέλω». Εάν ο κύριός του όταν αφαίρεσε από αυτόν την οικονομία, τον διατηρούσε στην υπηρεσία του και κάτω από τις διαταγές και την επίβλεψη εργοδηγού τον έστελνε στους αγρούς, θα μπορούσε τότε και θα μάθαινε να σκάβει.
(4) Ύστερα από τέτοια θέση, την οποία έως τώρα είχε, το να καταντήσει ζητιάνος, έφερνε ντροπή σε αυτόν. Η γλώσσα αυτή προδίδει την υπερηφάνειά του, όπως και το προηγούμενο «ουκ ισχύω» δείχνει την μαλθακότητα και οκνηρία του. Εκείνοι τους οποίους ο Θεός στην πρόνοιά του έκανε ανίκανους να υπηρετούν τον εαυτό τους, δεν πρέπει να ντρέπονται να ζητούν την βοήθεια των άλλων. Ο οικονόμος αυτός είχε περισσότερους λόγους να ντρέπεται διότι είχε καταχραστεί τον κύριό του, παρά διότι θα ζητούσε από τους άλλους ψωμί.

16.4 ἔγνων(1) τί ποιήσω, ἵνα ὅταν μετασταθῶ ἐκ τῆς οἰκονομίας δέξωνταί με εἰς τοὺς οἴκους ἑαυτῶν(2).
4 Ξέρω όμως τι θα κάνω, για να με δέχονται οι άνθρωποι στα σπίτια τους τώρα που θα πάψω να είμαι διαχειριστής”.
(1) Το ασύνδετο σχήμα και ο αόριστος εκφράζουν το αιφνίδιο της απόφασης (p). Αιφνίδια συνέλαβε σχέδιο και πήρε απόφαση (b).
(2) «Αυτοί, για τους οποίους γνωρίζω, δηλαδή αυτοί για τους οποίους πρόκειται να πει» (Ζ), να με δεχτούν και με φιλοξενήσουν στα σπίτια τους (δ). Υποκείμενο λοιπόν του δέξωνται είναι οι οφειλέτες που θα αναφερθούν αμέσως (p). Σε αυτό απέβλεπε το σχέδιό του. Πρέπει όμως να ομολογηθεί ότι όσο και αν είναι αξιοκατάκριτο το σχέδιο αυτό για τις απάτες και τις καταχρήσεις, στις οποίες στηρίζεται, αποδεικνύει όμως συνετή προνοητικότητα που συνδυάζεται με αποφασιστικότητα και ταχύτητα ενέργειας, για να εξασφαλιστεί για τον πονηρό οικονόμο εκείνο, το οποίο θεωρούσε αυτός υπέρτατο αγαθό (ο).

16.5 καὶ προσκαλεσάμενος ἕνα ἕκαστον(1) τῶν χρεοφειλετῶν(2) τοῦ κυρίου ἑαυτοῦ ἔλεγεν τῷ πρώτῳ, Πόσον ὀφείλεις συ τῷ κυρίῳ μου(3);
5 Κάλεσε λοιπόν έναν έναν τους χρεοφειλέτες του κυρίου του, και είπε στον πρώτο: “πόσα χρωστάς εσύ στον κύριό μου;”
(1) Τον καθένα χωριστά.
(2) Οι χρεωφειλέτες αυτοί είναι έμποροι, οι οποίοι είχαν προμηθευτεί με πίστωση προϊόντα (στάρι, λάδι) των αγρών του πλουσίου, με την υποχρέωση όταν θα πουλούσαν αυτά να εξοφλήσουν τα χρεωστικά γραμμάτιά τους.
(3) «Ποιος μεν είναι ο χρεώστης του λαδιού και ποιος ο του σταριού και γιατί όφειλαν ανά εκατό και ποιο είναι το γράμμα του χρέους και γιατί ο μεν έγραψε πενήντα, ο άλλος ογδόντα και τα παρόμοια της παρούσας παραβολής, είναι περιττό να τα εξετάζουμε. Διότι για κανέναν άλλο λόγο δεν επινοήθηκαν, παρά μόνο για να δειχτεί ότι ο οικονόμος όσο είχε τον χρόνο της διαχείρισης, χρησιμοποίησε συνετά τα πράγματα του δεσπότη για το δικό του συμφέρον… ώστε από εδώ να μάθουν αυτοί που έχουν πλούτο, ότι πρέπει αυτοί αφού γίνουν οικονόμοι, όσο έχουν καιρό ζωής, με σύνεση να αξιοποιήσουν τα πράγματα του Θεού για το συμφέρον τους» (Ζ)

16.6 ὁ δὲ εἶπεν, Ἑκατὸν βάτους(1) ἐλαίου. και εἶπεν αὐτῷ, Δέξαι σου το γράμμα(2) καὶ καθίσας ταχέως(3) γράψον πεντήκοντα.
6 Εκείνος του απάντησε: “εκατό βαρέλια λάδι”. “Πάρε το γραμμάτιο”, του λέει ο διαχειριστής, “και κάθισε και γράψε γρήγορα πενήντα”.
(1) «Βάτος ήταν μέτρο λαδιού» (Ζ). Μέτρο των υγρών, ο αττικός μετρητής, ισοδύναμος με 26 και 2/3 της οκάς. 100 βάτοι=2666 οκάδες (δ).
(2) Το χρεωστικό γραμμάτιο ή ομόλογο. Ο οικονόμος για όσο χρόνο απολάμβανε της εμπιστοσύνης του κυρίου του, είχε όλα τα χρεωστικά του ομόλογα. Τώρα λοιπόν δίνει το ομόλογο του λαδιού στον χρεωφειλέτη και παραγγέλλει να κάτσει αμέσως και να γράψει το μισό μόνο του οφειλόμενου (δ). Υπάρχει και η γραφή: τα γράμματα.
(3) Πρέπει να συνδεθεί με το γράψε=γράψε γρήγορα, διότι ήταν δυνατόν από στιγμή σε στιγμή να καταφθάσει ο κύριος (L). Ο οικονόμος ενεργεί με αποφασιστικότητα και βιασύνη (ο).

16.7 ἔπειτα ἑτέρῳ εἶπεν, Σὺ δὲ πόσον ὀφείλεις; ὁ δὲ εἶπεν, Ἑκατὸν κόρους(1) σίτου. και λέγει αὐτῷ, Δέξαι σου το γράμμα καὶ γράψον ὀγδοήκοντα(2).
7 Μετά είπε στον άλλο: “εσύ πόσα χρωστάς;” “εκατό σακιά σιτάρι”, του απαντάει εκείνος. “Πάρε το γραμμάτιο”, του λέει, “και γράψε ογδόντα”.
(1) «Κόρος είναι μέτρο με το οποίο μετράμε το στάρι» (Ζ). Το κόρος όπως και το βάτος, είναι λέξη εβραϊκή, που δηλώνει το μέτρο των ξηρών τροφών, που ισοδυναμούσε με 10 μεδίμνες αττικές (=οκκάδες 36)(δ). Όμως υπάρχει μεγάλη αβεβαιότητα ως προς τα εβραϊκά μέτρα, διότι τα δεδομένα για αυτά είναι αόριστα και όχι πάντοτε σταθερά (p).
(2) Δεν συνεχίζεται η απαρίθμηση, αλλά είναι σαφές, ότι οι δύο αυτές περιπτώσεις δεν αποτελούν παρά μόνο 2 δείγματα της τακτικής, την οποία ο άδικος οικονόμος ακολούθησε (L).

16.8 καὶ ἐπῄνεσεν ὁ κύριος(1) τὸν οἰκονόμον τῆς ἀδικίας(2) ὅτι φρονίμως ἐποίησεν· ὅτι(3) οἱ υἱοὶ τοῦ αἰῶνος τούτου(4) φρονιμώτεροι(5) ὑπὲρ τοὺς υἱοὺς τοῦ φωτὸς εἰς τὴν γενεὰν(6) τὴν ἑαυτῶν εἰσιν.
8 Το αφεντικό εξέφρασε το θαυμασμό του για τον άδικο εκείνο διαχειριστή, επειδή ενήργησε έξυπνα· γιατί οι σκοτεινοί άνθρωποι αυτού του κόσμου στις σχέσεις με τους ομοίους τους είναι εξυπνότεροι από τα τέκνα του φωτός.
(1) Ο κύριος είναι όχι ο Ιησούς, αλλά ο κύριος του οικονόμου. Διότι ο Ιησούς εισάγεται στη σκηνή με το «Και εγώ σας λέω» του σ. 9 (L). Ο κύριος του οικονόμου, πλούσιος αυτού του αιώνα, θέλοντας αυτός να ζει καλά και τους άλλους να τους αφήνει να ζουν, σύμφωνα με τις σαρκικές του αρχές επαίνεσε αυτόν ως συνετό άνθρωπο και που ξέρει πάντοτε να βρίσκει κάθε είδους μέσα (δ). Από αυτό φαίνεται, ότι ο κύριος του οικονόμου έμαθε στο μεταξύ αυτούς τους συνδυασμούς και τις καταχρήσεις στις οποίες ο οικονόμος προέβη. Πιθανώς κάποιος από τους οφειλέτες του, πιο ευσυνείδητος από τους άλλους, αρνήθηκε να γίνει συνένοχος αυτών των καταχρήσεων και κατήγγειλε αυτές στον κύριο. Ή, ενδέχεται άλλοι να μην συμφώνησαν στο ποσό που εξέπιπτε από αυτούς και εκδικούμενοι έσπευσαν να διαμηνύσουν τα γινόμενα στον κύριο (ο).
(2) Οι λέξεις οικονόμον της αδικίας πρέπει να παρθούν μαζί, όπως δείχνει και το μαμωνά της αδικίας. Η γενική αδικίας χαρακτηρίζει τη λέξη οικονόμον (p). Ο κύριος του οικονόμου περιορίζει τον έπαινο στην δεξιότητα και το έξυπνο της μεθόδου, την οποία ο οικονόμος χρησιμοποίησε. Μέμφεται όμως την μέθοδο αυτή από άποψη ηθική, όπως συμπεραίνουμε αυτό από τη φράση: οικονόμον της αδικίας. Ο έπαινος αυτός του κυρίου θα μπορούσε με άλλα λόγια να εκφραστεί ως εξής: Ήταν πράγματι έξυπνος άνθρωπος. Κρίμα που την εξυπνάδα του αυτήν δεν την χρησιμοποίησε στο καλό (g). Δεν καθορίζεται εδώ ο χρόνος, στον οποίο έγινε ο έπαινος του οικονόμου. Ίσως έγινε αυτός μετά το διώξιμο αυτού του διαχειριστή, οπότε ο Κύριος είχε ξεχάσει πλέον τη ζημιά, την οποία υπέστη από τις καταχρήσεις του απολυμένου υπαλλήλου του, και μπορούσε ψυχραιμότερα να μιλά για τις πράξεις του (ο).
(3) Προσθέτει τώρα ο Κύριος Ιησούς δική του παρατήρηση (δ). Αυτό το «ότι» αναφέρεται στο προηγούμενο φρονίμως=έπραξε φρόνημα, διότι πράγματι η φρόνηση και ευφυΐα χαρακτηρίζει συνήθως τα παιδιά αυτού του αιώνα (g). Ή, παραθέτω το παράδειγμα αυτό της φρόνησης, διότι οι γιοι κλπ. Αυτό είναι το ηθικό συμπέρασμα της όλης παραβολής (p).
(4) «Γιους αυτού του αιώνα, ονομάζει τους προσκολλημένους στον κόσμο» (Ζ). Εκείνους οι οποίοι καθιστούν τον κόσμο αυτόν, τον καλυμμένο με πυκνό σκοτάδι και τα αγαθά του κόσμου αυτού, κύριο σκοπό της ζωής τους (b). «Γιους φωτός από την άλλη, ονομάζει αυτούς που απομάκρυναν τον εαυτό τους από τον κόσμο» (Ζ), οι οποίοι αν και ζουν στον κόσμο αυτόν, ζητούν τα φωτεινά εκείνα αγαθά, τα οποία ο Πατέρας των φώτων παρέχει (b). Για την φράση υιοί φωτός δες Ιω. ιβ 36,Α Θεσ. ε 5 και τέκνα φωτός Εφεσ. ε 8 (p). Φως είναι το πεδίο της ανώτερης ζωής, στο οποίο ο Ιησούς εισάγει τους μαθητές του και όπου λάμπει η αποκάλυψη της θείας αλήθειας (g).
(5) Είναι πιο συνετοί ως προς την επίγεια και σαρκική φρόνηση (πανουργία) περισσότερο από την πνευματική φρόνηση των γιων του φωτός. Η σύγκριση γίνεται κατά τον βαθμό και την ποσότητα και όχι κατά την ποιότητα της φρόνησης· δηλαδή οι πονηροί έχουν πολύ περισσότερη σαρκική πανουργία, από όση οι αγαθοί πνευματική σοφία και σύνεση (δ). «Έτσι και η συνήθεια ονομάζει φρόνιμους αυτούς που διακρίνουν στα πράγματα του βίου το ωφέλιμο και βλαβερό· όπως έχει ειπωθεί και στο ευαγγέλιο· Ότι οι γιοι αυτού του αιώνα είναι φρονιμότεροι πιο πολύ από τους γιους του φωτός στη γενιά τους. Όχι απλώς φρονιμότεροι, αλλά στην διεξαγωγή της ζωής αυτής της σωματικής. Αυτοί λοιπόν λέγονται και οικονόμοι αδικίας λόγω της φρονιμάδας που δείχνουν στη διαχείριση της ζωής τους. Ως προς αυτή τη σημασία, φρόνιμα (συνετά) είναι και τα φίδια, που ετοιμάζουν για τον εαυτό τους κρύπτες και στους κινδύνους με κάθε τρόπο αποφεύγουν τα χτυπήματα στο κεφάλι» (Β). Την σύνεση και φρονιμάδα των ανθρώπων του κόσμου, την οποία δείχνουν σε σχέση με τον κόσμο αυτόν, πρέπει να μιμηθούμε εμείς σε σχέση με τις ψυχές μας. Εκείνοι επωφελούνται από τις ευκαιρίες και πράττουν ό,τι επιβάλλει η στιγμή και η περίσταση ως αναγκαίο και ωφέλιμο σε αυτούς. Μακάρι και εμείς να είμασταν τόσο φρόνιμοι και προσεκτικοί για τα πνευματικά μας συμφέροντα, όσο αυτοί δείχνονται στις υλικές και κοσμικές τους υποθέσεις.
(6) Γενιά είναι το σύνολο των συγχρόνων που εμπνέονται από τα ίδια αισθήματα. Δες θ 41,ια 29 κλπ. (L). Οι δύο σφαίρες (ο αιώνας αυτός και το φως) έχει η καθεμιά τον δικό της πληθυσμό, έτσι ώστε κάθε κάτοικος είτε της μίας είτε της άλλης σφαίρας να ζει περικυκλωμένος από κάποιον αριθμό συγχρόνων, ηθικά όμοιων με αυτόν και που αποτελούν τη γενιά του. Το «εις» αναφέρεται στη συμπεριφορά και διαγωγή του καθενός με την τάξη των προσώπων στην οποία ανήκει (g). Οι άνθρωποι του κόσμου στη συμπεριφορά τους με ανθρώπους όμοιούς τους είναι συνετότεροι παρά οι γιοι του φωτός στις σχέσεις τους μεταξύ τους (p). Εκείνοι είναι προνοητικοί και γνωρίζουν να επωφελούνται τα πάντα προς το συμφέρον τους· ενώ οι γιοι του φωτός είναι διατεθειμένοι να παραμελούν τον τρόπο αυτόν της ενέργειας, τον γεμάτο προνοητικότητα και πρόβλεψη (g). Είναι αδιαμφισβήτητο ότι υπηρετούμε το Θεό μας με λιγότερο ζήλο, με λιγότερη αγάπη και εγκαρδιότητα, με λιγότερη προθυμία και ειλικρίνεια, από όσο υπηρετούν τον μαμωνά οι άνθρωποι των επιχειρήσεων και του εμπορίου ή τον Βελίαρ των απολαύσεων οι τρυφηλοί και φιλήδονοι. Εφόσον πιστεύουμε στο Χριστό, εφόσον ποθούμε και ελπίζουμε τον ουρανό, ας λάβουμε μαθήματα από τον εχθρό μας και ας διδαχτούμε την φρόνηση από το φίδι. Ας μιμηθούμε τον ζήλο, την επιμονή, την σύνεση, το θάρρος, την ακούραστη δραστηριότητα, την οποία δείχνουν οι γιοι του αιώνα αυτού στην επιδίωξη των μάταιων και φθαρτών σκοπών τους.

16.9 Καγὼ(1) ὑμῖν λέγω, ἑαυτοῖς ποιήσατε φίλους ἐκ τοῦ μαμωνᾶ τῆς ἀδικίας(2), ἵνα ὅταν ἐκλίπῃτε(3) δέξωνται(4) ὑμᾶς εἰς τὰς αἰωνίους(5) σκηνάς(6).
9 »Και σας συμβουλεύω να κάνετε φίλους σας ακόμη κι από τα χρήματα της αδικίας, ώστε όταν έρθει το τέλος σας, να σας δεχτούν στις αιώνιες κατοικίες.
(1) Το καγώ ανταποκρίνεται στο εγκώμιο στο στίχο 8 για τον οικονόμο της αδικίας (g). Όπως ο πλούσιος εκείνος επαίνεσε την πανούργο πράξη της απόκτησης φίλων από την περιουσία του από τον άδικο οικονόμο, έτσι και εγώ σας προτρέπω να κάνετε φίλους (δ).
(2) Για τη λέξη μαμωνά δες Ματθ. στ 24. «Δεν έβαλε τυχαία αυτήν την προσθήκη, αλλά επειδή από πολλούς πλουσίους ο πλούτος συγκεντρώθηκε από αρπαγή και πλεονεξία, κακώς μεν, λέει, και δεν έπρεπε έτσι να μαζέψεις τα χρήματα· αλλά όμως επειδή τα μάζεψες, σταμάτα την αρπαγή και την πλεονεξία και χρησιμοποίησε όπως πρέπει τα χρήματα. Δεν λέω να ελεείς αφού αρπάζεις πρώτα, αλλά αφού απομακρυνθείς από την πλεονεξία, να αξιοποιήσεις τον πλούτο για ελεημοσύνη και φιλανθρωπία» (Χ). «Χρήματα αδικίας εκείνα ονομάζονται, όσα ο μεν Κύριος τα έδωσε για να ξοδεύονται στις ανάγκες των αδελφών που είναι δούλοι σαν και εμάς, εμείς όμως τα κρατάμε για τον εαυτό μας… Βρισκόμαστε λοιπόν να είμαστε οικονόμοι αδικίας, αφού άδικα κατέχουμε αυτά που έχουν προοριστεί για άλλους (τους φτωχούς)… Αν λοιπόν ο πλούτος από δίκαιους δήθεν πόρους, όταν δεν διαχειριστεί σωστά και δεν δοθεί στους φτωχούς, θεωρείται αδικία και μαμωνάς, πόσο μάλλον ο πλούτος από αδικία;» (Θφ). Αξιόλογη και η παρατήρηση: Ονομάζεται μαμωνάς της αδικίας, διότι αδικεί αυτούς που δουλεύουν σε αυτόν. Όσοι στηρίζουν την ευτυχία και εμπιστοσύνη τους στον πλούτο, ασφαλώς θα βρεθούν στο τέλος απατημένοι. Διότι τα πλούτη είναι αγαθά που φθείρονται και χάνονται και διαψεύδουν και απογοητεύουν στο τέλος εκείνους, οι οποίοι όλες τις προσδοκίες και ελπίδες τους βασίζουν σε αυτά. Από τον μαμωνά, όχι μόνο με την επανόρθωση και απόδοση αυτών που άδικα αποκτήθηκαν και αφαιρέθηκαν από τον πλησίον, αλλά και με ευεργεσίες και αγαθοεργίες και ελεημοσύνες, όπως ο Ιώβ έπραξε, κεφ. λα 20 (b). «Αυτό δηλαδή που λέει σημαίνει το εξής: Απέκτησες με κακό τρόπο; Ξόδεψε με καλό. Μάζεψες άδικα; Σκόρπισε δίκαια» (Χ). «Επειδή, λέει, μέχρι τώρα κάνατε κακή διαχείριση και αυτά που σας εμπιστεύτηκα τα κάνατε μαμωνά της αδικίας, έστω λοιπόν και αργά, κάντε για το καλό σας φίλους, από αυτόν τον μαμωνά, τους φτωχούς» (Ζ). «Πρέπει εδώ στην παρούσα ζωή να κάνετε φίλους, δίνοντας χρήματα, ξοδεύοντας την περιουσία σε όσους έχουν ανάγκη. Τίποτα λοιπόν άλλο δεν υπαινίσσεται εδώ, παρά άφθονη ελεημοσύνη. Διότι εάν πας εκεί, χωρίς να έχεις πράξει τίποτα από αυτά, κανείς δεν θα σε υπερασπιστεί. Διότι ούτε η φιλία εκείνων θα μας προφυλάξει, αλλά το ότι έγιναν φίλοι με την καλή χρήση του πλούτου. Για αυτό πρόσθεσε, φίλους από τον μαμωνά, για να μάθεις, ότι αυτά τα έργα σου θα σου χαρίσουν έλεος, η ελεημοσύνη, η φιλανθρωπία, η γενναιόδωρη προσφορά σε εκείνους που έχουν ανάγκη» (Χ). Αξιόλογη η παρατήρηση: Κάντε με την ελεημοσύνη και αγαθοεργία φίλους τον Θεό και το Χριστό και τους αγαθούς αγγέλους και αγίους και τους φτωχούς που ελεούνται από εσάς.
(3) «Έτσι ώστε όταν φύγετε μέσω του θανάτου» (Ζ). Υπάρχει και η γραφή: όταν εκλίπη, του οποίου υποκείμενο είναι ο μαμωνάς=όταν ο πλούτος λάβει τέλος (p). Κατά την ώρα του θανάτου μας παραδίδουμε την διαχείρισή μας, όπως και ο πονηρός οικονόμος αναγκάστηκε να παραδώσει αυτήν.
(4) Το ρήμα μπορούμε να το πάρουμε απρόσωπα όπως στο Λουκ. ιβ 20 το αιτούσι. Αλλά ίσως πρέπει να υπονοηθεί ως υποκείμενο το φίλοι (p)=Κάντε φίλους για να σας δεχτούν αυτοί. Αυτοί που μετείχαν στα επίγεια αγαθά σας, αυτοί σας εισάγουν στις αιώνιες σκηνές (Αυγουστίνου Quaest Evang. ΙΙ 34). Οι φτωχοί άγιοι, που εκδήμησαν πριν από εσάς στην αιώνια δόξα, θα σας υποδεχτούν εκεί. Ο Χριστός, του οποίου αυτοί που ελεείτε είναι αδελφοί, μπήκε στον ουρανό πριν από εσάς και αναμένει να σας υποδεχτεί. Οι κόλποι του Αβραάμ είναι ανοιχτοί για να σας δεχτούν και όταν ένας φύλακας άγγελος σας οδηγήσει εκεί, στρατιά ολόκληρη αγγέλων πρόκειται να σας υποδεχτεί. «Για να σας προσφέρουν τόπο στις αιώνιες κατοικίες, αφού σας προξένησαν αυτό» (Ζ). Στην ουσία όμως «δεν είναι αυτοί που μας δέχονται, αλλά το έργο το δικό μας. Διότι, το ότι δεν μπορεί να σώσει το γεγονός ότι αυτοί είναι απλώς φίλοι μας, είναι δυνατόν να το μάθουμε από την προσθήκη που έκανε. Γιατί δηλαδή δεν είπε, κάντε για σας φίλους, για να σας δεχτούν στις αιώνιες κατοικίες τους, αλλά πρόσθεσε και τον τρόπο; Διότι λέγοντας «από τον μαμωνά της αδικίας», έδειξε ότι από τα χρήματα αρμόζει να κάνουμε αυτούς τους φίλους, φανερώνοντας ότι δεν θα μας υπερασπίσει απλώς η φιλία, εάν δεν έχουμε έργα αγαθά» (Χ).
(5) Αντιτίθεται στο εκλίπητε (b). Ή, πιο σωστή ερμηνεία, αντιτίθεται στα σπίτια που εξασφάλισε για τον εαυτό του ο άδικος οικονόμος, ώστε να τον δεχτούν (στίχος 4). Ο άδικος οικονόμος εξασφάλισε στον εαυτό του την περίθαλψη σπιτιών πρόσκαιρων. Αλλά η συνετή χρήση του μαμωνά μπορεί να εξασφαλίσει αιώνιο σπίτι (p). Η φράση «αιώνιες σκηνές» είναι ποιητική, δανεισμένη από την πατριαρχική ιστορία. Οι σκηνές του Αβραάμ και Ισαάκ κάτω από τη δρυ Μαμβρή, στη γη Χαναάν, μεταφέρθηκαν νοερά στην μέλλουσα ζωή, την Χαναάν την ουράνια και δοξασμένη (g).
(6) Έτσι με τον στίχο αυτόν ο Κύριος έδειξε με σαφήνεια, ότι δεν συνιστά την μη τίμια διαχείριση του οικονόμου, αλλά ως παράδειγμα προβάλλεται η σύνεσή του στη χρησιμοποίηση ευκαιριών του παρόντος για εξασφάλιση του μέλλοντος (p).

16.10 ὁ πιστὸς(1) ἐν ἐλαχίστῳ καὶ ἐν πολλῷ πιστός ἐστιν(2), καὶ ὁ ἐν ἐλαχίστῳ ἄδικος καὶ ἐν πολλῷ ἄδικός ἐστιν(3).
10 Όποιος είναι αξιόπιστος στα λίγα, είναι αξιόπιστος και στα πολλά· κι όποιος είναι άδικος στα λίγα, είναι άδικος και στα πολλά.
(1) Έχουμε εδώ σκέψεις γενικές, που αποτελούν συνέχεια της παραβολής. Για να καταλάβουμε τη σχέση της διδασκαλίας αυτής που ακολουθεί με την προηγούμενη παραβολή, αρκεί να θυμηθούμε, ότι εκείνο το οποίο στην παραβολή παρουσιάστηκε ως απιστία και κατάχρηση του άδικου οικονόμου, δεν αξίζει έτσι να ονομαστεί και στη σχέση του ανθρώπου με το Θεό. Πράγματι διανέμοντας ο άνθρωπος στους αδελφούς του τα αγαθά, τα οποία ο Θεός του εμπιστεύτηκε, δεν ενεργεί όπως ο άδικος οικονόμος, παρά την θέληση και τα συμφέροντα του κυρίου του. Αντιθέτως όταν δίνει σε αγαθοεργίες από εκείνα, τα οποία του εμπιστεύτηκε ο Θεός, βρίσκεται σε πλήρη συμφωνία με τις προθέσεις και το θέλημα του θείου αυτού ιδιοκτήτη. Δίνει και αυτός από τα ξένα, που ανήκουν στον Κύριό του· αλλά η φαινομενική αυτή απιστία, στην πραγματικότητα μεταβάλλεται σε πιστότητα. Πάνω στην αληθινή αυτή πλευρά και σε αυτό το πρίσμα επανατοποθετεί τώρα ο Κύριος τα λεγόμενα, εγκαταλείποντας τον τρόπο της έκφρασης, τον οποίο χρησιμοποίησε στην παραβολή (g). Έτσι λοιπόν «πάλι διδάσκει ότι πρέπει να διαχειριζόμαστε τον πλούτο όπως θέλει ο Θεός» (Θφ).
(2) «Ο πιστός στο ελάχιστο, δηλαδή αυτός που διαχειρίστηκε καλά τον πλούτο που του εμπιστεύτηκε ο Θεός σε αυτόν τον κόσμο, θα είναι πιστός και στο πολύ, δηλαδή και στον μέλλοντα αιώνα θα είναι άξιος του αληθινού πλούτου. Ελάχιστο λοιπόν ονομάζει τον γήινο πλούτο, διότι είναι όντως μικρός, ή μάλλον δεν είναι τίποτα, επειδή ακριβώς είναι ρευστός· ενώ πολύ ονομάζει τον ουράνιο, διότι μένει πάντοτε και προστίθεται» (Θφ). Δεν θα ήταν ακριβές αν λεγόταν, ο πιστός στα μεγάλα, θα είναι πιστός και στα ελάχιστα. Για αυτό ο Κύριος με κάθε αλήθεια βεβαιώνει το αντίθετο (g). Ο Κύριος και Πατέρας του σπιτιού δοκιμάζει εμάς τα παιδιά και τους δούλους του, για όσο βρισκόμαστε στη ζωή αυτή, με τα μικρά πράγματα του κόσμου και μας καλεί να δείξουμε, εάν είμαστε άξιοι να μας εμπιστευτεί και τα μεγάλα αγαθά του μελλοντικού κόσμου. Η ζωή η παρούσα είναι τόπος εκπαίδευσης για μας· είναι σχολείο μας, όπου διανύουμε την μαθητεία μας. Τα φαινομενικά λοιπόν μικρά και ασήμαντα και παροδικά, στα οποία ο Κύριος μας χρησιμοποιεί τώρα, είναι για μας από άλλη άποψη μεγάλα και αιώνια, διότι με αυτά και με τη συμπεριφορά την οποία θα δείξουμε σε αυτά, ετοιμαζόμαστε για τα αιώνια και μεγάλα αγαθά του ουρανού. Εξάλλου δεν θα απείχε κάποιος από την αλήθεια, εάν βεβαίωνε, ότι η αληθινή πιστότητα δεν γνωρίζει διάκριση μεταξύ μεγάλων και μικρών καθηκόντων. Η αξία και ποιότητα μιας πράξης εξαρτάται από μόνα τα ελατήρια. Τίποτα δεν είναι μικρό, το οποίο ενεργούν οι δυνάμεις της ψυχής μας που εμπνέονται από το Πνεύμα του Θεού. Τίποτα δεν είναι μικρό, το οποίο γίνεται από ελατήριο ισχυρό. Μεγάλο ή μικρό είναι λέξεις ξένες με το λεξιλόγιο της συνείδησης. Η συνείδηση γνωρίζει μόνο τις λέξεις δίκαιο και άδικο, ορθό και άτοπο. Υπάρχουν μάλιστα περιστάσεις, κατά τις οποίες τα φαινομενικά μικρότερα καθήκοντά μας, λόγω του ότι δεν μας προκαλούν την δέουσα προσοχή ή λόγω του ότι είναι συνηθισμένα και τα αντιμετωπίζουμε συχνότατα, γίνονται πιο δύσκολα κατορθωτά από τα μεγάλα και σπουδαιότερα καθήκοντά μας.
(3) «Αυτός που φάνηκε άδικος σε αυτό το γήινο και σφετερίστηκε αυτά που του δόθηκαν για την κοινή ανάγκη των αδελφών, δεν θα βρεθεί άξιος ούτε για εκείνο το πολύ, αλλά θα αποβληθεί ως άδικος» (Θφ). Ή, «αυτός που αποδείχτηκε άδικος σε αυτόν τον πλούτο, αφού τον συντηρούσε, εννοείται, μόνο για τον εαυτό του, θα βρεθεί άδικος και στα θεία χαρίσματα» (Σχ.). Η πρώτη ερμηνεία πιο σοβαρή.

16.11 εἰ οὖν ἐν τῷ ἀδίκῳ μαμωνᾷ(1) πιστοὶ οὐκ ἐγένεσθε(2), τὸ ἀληθινὸν(3) τίς(4) ὑμῖν πιστεύσει;
11 Αν, λοιπόν, δε φανήκατε αξιόπιστοι ως προς τον άδικο πλούτο, ποιος θα σας εμπιστευτεί τον αληθινό;
(1) Σημαίνει ό,τι και το μαμωνάς της αδικίας=ο πλούτος, ο οποίος συνήθως είναι παγίδα και τείνει πάντοτε στην πρόκληση αδικίας (p). «Άδικο μαμωνά ονόμασε τον πλούτο που υπάρχει επιπλέον σε μας. Διότι αν δεν ήταν άδικος, δεν θα υπήρχε σε πλεόνασμα. Τώρα όμως επειδή προστίθεται σε μας επιπλέον, είναι φανερό ότι είναι άδικος, αφού τον κρατάμε για μας και δεν τον διαδίδουμε στους φτωχούς» (Θφ), «και επειδή μερικές φορές μαζεύτηκε από αρπαγή και πλεονεξία» (Κ).
(2) «Αφού διαχειρίζεστε με κακό τρόπο» (Ζ).
(3) «Τον αληθινό πλούτο της βασιλείας του Θεού» (Ζ). Η λέξη σημαίνει το αγαθό, το ουσιώδες και πραγματικό, που παραμένει αμετάβλητο και αυτό είναι ο ίδιος ο Θεός και τα αγαθά τα ουράνια, τα οποία προετοιμάζει για την ανθρώπινη ψυχή (g). Ας πειστούμε λοιπόν για αυτό, ότι εκείνα είναι τα πραγματικά και αληθινά μεγάλα πλούτη, τα οποία είναι πλούτη πνευματικά από πίστη, πλούτη για το Θεό, πλούτη για το Χριστό, πλούτη στον ουρανό.
(4) Ούτε εγώ ούτε ο Πατέρας μου θα εμπιστευτεί αυτά σε σας (b). Τα αληθινά πλούτη που μας δίνονται με το έλεος του Χριστού ως ανταμοιβή της πιστότητάς μας ως αγαθών οικονόμων, είναι η άδυτη εκείνη δόξα και χαρά του ουρανού, για την οποία έχει γραφτεί, ότι ο Κύριος ενώ είναι πλούσιος σε αυτήν εκούσια πτώχευσε για μας, έτσι ώστε με την πτωχεία του να πλουτήσουμε και εμείς.

16.12 καὶ εἰ ἐν τῷ ἀλλοτρίῳ(1) πιστοὶ οὐκ ἐγένεσθε, τὸ ὑμέτερον(2) τίς δώσει(3) ὑμῖν;
12 Κι αν δε φανήκατε αξιόπιστοι σ’ αυτό που είναι ξένο, ποιος θα σας δώσει αυτό που ανήκει σ’ εσάς;
(1) «Ξένο ονομάζει τον γήινο πλούτο, διότι δεν παραμένει σε αυτόν που τον κατέχει» (Ζ)· επιπλέον όμως «λέμε ότι είναι ξένη η περιουσία των χρημάτων… αφενός επειδή τίποτα δεν φέραμε στον κόσμο» (Κ), «διότι δεν έχουμε γεννηθεί με πλούτο, αλλά γυμνοί μάλλον» (Σχ.) και «έχουμε τα επίγεια αγαθά «όχι από τη φύση, αλλά είναι σε μας επίκτητα» (σχ.)· «αφετέρου, επειδή είναι των φτωχών» (Κ) και «έχει προοριστεί ο πλούτος αυτός για τους φτωχούς» (Θφ). Τίποτα στον παρόντα βίο δεν μπορεί να λεχθεί ως πράγματι δικό μας. Μας έχει δανειστεί προς καιρόν, ακριβώς για να διαπιστωθεί πώς θα το χρησιμοποιήσουμε. Πώς μπορούμε να χαρακτηρίσουμε αυτό ως δικό μας, αφού ούτως ή άλλως θα χωριστεί αυτό από εμάς; Μπορούμε να ονομάζουμε αυτά δικά μας, όπως τα μικρά παιδιά ονομάζουν δικά τους μερικά πράγματα, που δίνονται στα χέρια τους ως παιχνίδια για ορισμένο χρόνο.
(2) «Δικό μας ονομάζει τον ουράνιο πλούτο, επειδή παραμένει σε αυτόν που τον αξιώθηκε» (Ζ). «Διότι εκεί είναι η πολιτεία μας· οπότε τα χρήματα και τα κτήματα είναι ξένα για τον άνθρωπο που δημιουργήθηκε κατ’ εικόνα Θεού» (Θφ). Και πάλι η αντίθεση είναι μεταξύ των επίγειων αγαθών, τα οποία ανήκουν στο Θεό και των πνευματικών αγαθών, τα οποία του Θεού είναι και αυτά, είναι όμως και δικά μας, διότι ανταποκρίνονται στην αληθινή φύση μας, στην πνευματική ουσία μας και επειδή ετοιμάστηκαν σε μας από την δημιουργία του κόσμου (Ματθ. κε 34)(g). Εάν κάνουμε το Χριστό δικό μας και τις υποσχέσεις του δικές μας και τον ουρανό δικό μας ουρανό, τότε έχουμε στα χέρια μας εκείνο, το οποίο θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε ως πράγματι δικό μας, αφού κανείς δεν μπορεί πλέον να μας το αφαιρέσει.
(3) Ο Θεός είναι όμοιος με πλούσιο πατέρα, ο οποίος πριν παραδώσει στο γιο του την πολυτιμότερη κληρονομιά, την οποία του επιφυλάσσει, δοκιμάζει αυτόν, εμπιστευόμενος σε αυτόν ένα τμήμα της μικρότερης αξίας. Από τη χρήση λοιπόν και την πιστότητα, την οποία θα δείξουμε στη διαχείριση των επίγειων αγαθών, θα κριθεί εάν αξίζει να γίνουμε κάτοχοι και του αιώνιου πλούτου. Εκτίθεται λοιπόν εδώ θαυμάσια αντίληψη του σκοπού της επίγειας ζωής και της ύπαρξης της ύλης (g).

16.13 Οὐδεὶς(1) οἰκέτης δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν· ἢ γὰρ τὸν ἕνα μισήσει καὶ τὸν ἕτερον ἀγαπήσει(2), ἢ ἑνὸς ἀνθέξεται καὶ τοῦ ἑτέρου καταφρονήσει. οὐ δύνασθε θεῷ δουλεύειν καὶ μαμωνᾷ(3).
13 Κανένας δεν μπορεί να είναι δούλος σε δύο κυρίους, γιατί ή θα μισήσει τον ένα και θ’ αγαπήσει τον άλλο ή θα προσκολληθεί στον ένα και θα περιφρονήσει τον άλλον. Δεν μπορείτε να είστε δούλοι και στο Θεό και στο χρήμα».
(1) Δες και Ματθ. στ 24 και τις εκεί σημειώσεις. Η σύνδεση με τα προηγούμενα: Ή, αναφέρεται κυρίως στο «δεν γίνατε πιστοί» του προηγούμενου στίχου=Εάν δεν δειχτήκατε πιστοί στο Θεό κατά την διαχείριση των επίγειων αγαθών, αυτό οφείλεται στο ότι υπήρξατε δούλοι αυτών και για αυτό δεν μπορούσατε να υπηρετείτε συγχρόνως και το Θεό, διότι κανείς δεν μπορεί να υπηρετεί συγχρόνως δύο κυρίους (L). Ή, ο σ. συνδέεται στενά με την εικόνα της παραβολής. Ο οικονόμος είχε δύο κυρίους, των οποίων η υπηρεσία ήταν ασυμβίβαστη· δηλαδή τον κύριο ο οποίος του είχε εμπιστευτεί την διαχείριση και τον μαμωνά, του οποίου ήταν λάτρης. Η αγάπη του δεύτερου, τού ενέπνεε μίσος για τον πρώτο (g). Και οι δύο εκδοχές σοβαρές.
(2) «Αν κάποιος γίνει τυχόν, λέει, υπηρέτης δύο κυρίων, που είναι διαχωρισμένοι στις θελήσεις ώστε να είναι αυτές αντίθετες και που έχουν την γνώμη αταίριαστη μεταξύ τους, πώς θα μπορούσε αυτός να αρέσει και στους δύο; Διότι αν μοιράζεται σε αυτό που αρέσει στον καθένα, έρχεται σε αντίθεση και με τα δύο θελήματα. Διότι είναι τελείως αναγκαστικό, να φαίνεται ο ίδιος άνθρωπος και πονηρός και αγαθός. Επομένως αν θα διάλεγε να είναι γνήσιος με τον ένα, θα μισήσει τον άλλον» (Κ).
(3) «Είναι αδύνατον αυτός που είναι προσηλωμένος στον πλούτο και κρατά κάτι για τον εαυτό του με προσκόλληση, να είναι δούλος Θεού· επομένως αν πρόκειται να διαχειρίζεσαι με πιστότητα τον πλούτο, μην γίνεις δούλος του» (Θφ).

Στίχ. 14-18. Επιτίμηση των Φαρισαίων.
16.14 ῎Ηκουον δὲ(1) ταῦτα πάντα και(2) οἱ Φαρισαῖοι φιλάργυροι ὑπάρχοντες(3), καὶ ἐξεμυκτήριζον(4) αὐτόν.
14 Όλα αυτά τα άκουγαν οι Φαρισαίοι, που ήταν φιλάργυροι, και τον χλεύαζαν.
(1) Οι σ. 14-18 αποτελούν εισαγωγή στην ακόλουθη παραβολή του πλουσίου και του Λαζάρου (p). Εκ πρώτης όψεως τα λόγια σε αυτούς τους σ. φαίνονται άσχετα μεταξύ τους. Κατά βάθος όμως στην εισαγωγή αυτή υπάρχουν δύο ιδέες: η καταδίκη των Φαρισαίων και το αιώνιο κύρος του νόμου. Στην ακόλουθη λοιπόν παραβολή οι δύο αυτές ιδέες παρουσιάζονται. Η μία στην καταδίκη του πλουσίου, πιστού Φαρισαίου («πάτερ Αβραάμ» σ. 24,27,30), η άλλη στα λόγια του Αβραάμ που τονίζει το κύρος του νόμου («Έχουν τον Μωϋσή και τους προφήτες…»). Η σχέση μεταξύ των δύο αυτών ιδεών μπορεί να διατυπωθεί σύμφωνα με το Ιω. ε 45: «ο Μωϋσής στον οποίο εσείς ελπίσατε» αυτός «είναι που σας κατηγορεί» (g).
(2) Τα προηγούμενα λόγια απευθύνονταν προς τους μαθητές (ιστ 1). Τα άκουγαν όμως και οι Φαρισαίοι (g).
(3) Τα τελευταία αυτά λόγια του Ιησού για το ασυμβίβαστο της δουλείας του Θεού και του μαμωνά έπεφταν αμέσως εναντίον των Φαρισαίων· διότι οι φαινομενικοί αυτοί δούλοι του Ιεχωβά ήταν οι περισσότεροι λάτρεις του μαμωνά (g).
(4) Με σύσφιξη της μύτης (g) χλεύαζαν το Χριστό και εξέφραζαν περιφρόνηση προς αυτόν. Η φιλαργυρία τους δικαιολογούνταν από τους ίδιους με την ιδέα, ότι ο πλούτος δινόταν σε αυτούς ως ευλογία για την από αυτούς επιμελή τήρηση του νόμου (p). Βασίζονταν στο ότι ο μωσαϊκός νόμος υποσχόταν επίγεια αγαθά σε αυτούς που τον τηρούσαν και εφόσον είχαν την ιδέα ότι αυτοί τηρούσαν το νόμο, θεωρούσαν τα πλούτη ως ανταμοιβή που παρεχόταν από το Θεό (L). Πιθανότατα οι σαρκασμοί των Φαρισαίων κατευθύνονταν και προς την φτώχια του Ιησού και των μαθητών του=Είναι εύκολο να μιλάς εσύ με περιφρόνηση για τα χρήματα, αφού δεν έχεις τίποτα και είσαι φτωχός και εσύ και οι μαθητές σου (g). Όσοι δεν είναι διατεθειμένοι να συμμορφωθούν με το λόγο του Θεού και να καταστήσουν αυτόν κανόνα και ρυθμιστή της ζωής τους, καταλήγουν στο να επικρίνουν και να χλευάζουν αυτόν. Αυτός, ο οποίος μίλησε όπως κανείς ποτέ δεν μίλησε, χλευάζεται και εμπαίζεται. Όχι διότι τα λόγια του έπαψαν να είναι λόγια ζωής, αλλά διότι η αμαρτία και η διαφθορά κάνει κουφούς και αναίσθητους τους επικριτές του.

16.15 καὶ εἶπεν αὐτοῖς, ῾Υμεῖς ἐστε οἱ δικαιοῦντες ἑαυτοὺς ἐνώπιον τῶν ἀνθρώπων(1), ὁ δὲ θεὸς γινώσκει τὰς καρδίας ὑμῶν(2)· ὅτι(3) τὸ ἐν ἀνθρώποις ὑψηλὸν(4) βδέλυγμα(5) ἐνώπιον τοῦ θεοῦ.
15 Ο Ιησούς τους είπε: «Εσείς θέλετε να παριστάνετε τον δίκαιο μπροστά στους ανθρώπους, ο Θεός όμως γνωρίζει τι κρύβετε στις καρδιές σας· γιατί αυτό που τιμούν οι άνθρωποι το σιχαίνεται ο Θεός.
(1) Αυτοί που παριστάνουν τους εαυτούς τους ως δίκαιους μπροστά στους ανθρώπους (δ)· αυτοί που επιτυγχάνουν τον τίτλο του κατεξοχήν δίκαιου (g).
(2) Η καρδιά είναι η έδρα της δικαιοσύνης και της αδικίας (b). Και «αν θα μπορούσαν κάπως να διαφύγουν της προσοχής οι υποκριτές και να αρπάξουν τις τιμές από τους ανθρώπους» (Κ), ο Θεός όμως ξέρει τις καρδιές σας, «ότι είναι αμαρτωλές και απαίσιες» (Ζ).
(3) Πρέπει να υπονοήσουμε κάτι μπροστά από το ότι=και Εκείνος βλέπει όχι όπως βλέπουν οι άνθρωποι, διότι…(p). Ή, ο Θεός γνωρίζει τις καρδιές σας και σας αποστρέφεται διότι… (g).
(4) Που τιμάται υψηλά από τους ανθρώπους. Οι άνθρωποι όχι μόνο θεωρούσαν τους Φαρισαίους απαλλαγμένους από κάθε μομφή, αλλά και επιδοκίμαζαν αυτούς και τους σέβονταν όχι απλώς ως αγαθούς ανθρώπους, αλλά ως τους άριστους των ανθρώπων. Τα λόγια τους θεωρούνταν από τους ανθρώπους ως χρησμοί και οι συμβουλές τους ως νόμοι. «Η ανθρωπαρέσκεια λοιπόν είναι η ρίζα και η αρχή και η γένεση της μισητής από το Θεό… υπεροψίας» (Κ). Αποδεχόμενοι και επιδιώκοντας τις τιμές και τον θαυμασμό των ανθρώπων γίνεστε αντικείμενο αποστροφής (g). «Έπρεπε, Φαρισαίοι, να μην ζείτε για τη γνώμη των ανθρώπων για σας, διότι «ο Θεός διασκόρπισε τα οστά των ανθρωπάρεσκων»· αλλά έπρεπε μάλλον να θέλετε να δικαιώνεστε μπροστά στο Θεό» (Θφ).
(5) =αντικείμενο αποστροφής μπροστά στο Θεό (δ) λέξη των Ο΄ που σημαίνει πράγμα που προκαλεί απαρέσκεια και αηδία (L). Στην Κ.Δ. μόνο εδώ υπάρχει με τέτοια γενική έννοια. Αλλού (Ματθ. κδ 15,Μάρκ. ιγ 14,Αποκ. ιζ 4,5,κα 27) με την ειδική έννοια των βδελυγμάτων από την ειδωλολατρία (p). Πόσο μη ασφαλές παρουσιάζεται πολλές φορές να κρίνουμε σύμφωνα με τις γνώμες και υπολήψεις των ανθρώπων. Πολλές φορές εκείνοι τους οποίους οι άνθρωποι τιμούν, είναι βδέλυγμα για το Θεό και εκείνοι τους οποίους οι άνθρωποι περιφρονούν, είναι άξιοι για το Θεό. «Διότι δεν είναι άξιος αυτός που συστήνει τον εαυτό του, αλλά αυτός που ο Κύριος συστήνει» (Β΄Κορ. ι 18).

16.16 ῾Ο(1) νόμος καὶ οἱ προφῆται έως ᾽Ιωάννου(2)· ἀπὸ τότε ἡ βασιλεία τοῦ θεοῦ(3) εὐαγγελίζεται(4) καὶ πᾶς εἰς αὐτὴν βιάζεται(5).
16 Ο νόμος και οι προφήτες προφήτεψαν ως τον Ιωάννη το Βαπτιστή. Από τότε το χαρμόσυνο μήνυμα για τη βασιλεία του Θεού κηρύττεται, κι ο καθένας σπεύδει να μπει σ’ αυτήν.
(1) Για τη σύνδεση των σ. 16-18 με τα συμφραζόμενα, προβλήθηκαν διάφορες εκδοχές. «Φαίνονται δηλαδή αυτά ότι είναι αυτοτελή στο νόημα και δεν έχουν καμία σχέση με τα προηγούμενα που λέχθηκαν, αλλά σε αυτόν που προσέχει δεν θα φαινόντουσαν ότι είναι ανακόλουθα, αλλά πολύ σχετικά με τα προηγούμενα» (Θφ). Ή «κρύβει με την ασάφεια το λυπηρό και κάνει κάπως έμμεση την προαναγγελία αυτών που θα συμβούν σε αυτούς που διάλεξαν να μην τον υπακούνε. Ο Μωϋσής δηλαδή… και ο νόμος, λέει, έδειχναν με σκιές και τύπους, ότι θα υπομείνω τον θάνατο του σώματος… Δεν είναι καθόλου παράξενο λοιπόν… όταν δείξετε ανυπακοή στα λόγια μου· διότι μέχρι τον Ιωάννη τον Βαπτιστή εκτείνεται ο λόγος της προφητείας σχετικά με μένα και με εσάς» (Κ). Ή «επειδή αυτός μεν εισηγήθηκε την ακτημοσύνη με όσα είπε παραπάνω… για να μην του πει κάποιος χλευάζοντάς τον, όπως ακριβώς οι Φαρισαίοι, Τι λες εσύ; Αντίθετα με τον νόμο; Εκείνος και στον πλούτο ευλογεί και εσύ διδάσκεις ακτημοσύνη; Για αυτό λέει· Ο νόμος και οι προφήτες είχαν τον καιρό τους μέχρι τον Ιωάννη… Από τη στιγμή όμως που ο Ιωάννης… ήλθε στον κόσμο… δεν είναι πλέον ο καιρός των αγαθών της γης, αλλά κηρύττεται η βασιλεία των ουρανών» (Θφ). Πιο σωστή ίσως η επόμενη ερμηνεία. Αντί να δικαιώνεστε μπροστά στους ανθρώπους, προσπαθήστε να δικαιωθείτε μπροστά στο Θεό. Το να δικαιωθεί κάποιος μπροστά στο Θεό είναι απαραίτητο και κατεξοχήν επείγον τώρα, που η βασιλεία του Θεού ιδρύθηκε μεταξύ των ανθρώπων. Οι τύποι του νόμου ήδη εκπληρώθηκαν και η αποκλειστικότητά του καταργήθηκε. Όχι μόνο οι Ιουδαίοι, αλλά ο καθένας τώρα μπορεί να βιάσει τον εαυτό του για να πετύχει τη σωτηρία του. Οι ηθικές όμως εντολές του νόμου διατηρούν αιώνιο το κύρος τους και κανείς δεν μπορεί να το καταργήσει. Τα συχνά λοιπόν διαζύγιά σας παραβιάζουν το πνεύμα του νόμου (p).
(2) Δες Ματθ. ια 12 και τις εκεί σημειώσεις. Ο νόμος και οι προφήτες παραχώρησαν τη θέση τους στην κλήση της θείας χάρης, η οποία προσκαλεί όλους τους αμαρτωλούς να μπουν στη νέα κατάσταση της βασιλείας (g).
(3) «Εδώ βασιλεία ουρανών ονομάζει την δικαίωση μεσώ της πίστης, το ξέπλυμα της αμαρτίας… τον αγιασμό μέσω του Πνεύματος… το χάρισμα της υιοθεσίας, την ελπίδα της δόξας που πρόκειται να δοθεί στους αγίους» (Κ).
(4) «Δεν προφητεύεται πλέον με σκοτεινό τρόπο, αλλά φανερά καταγγέλλεται» (Ζ), «αφού ήλθε στο προσκήνιο ο Βαπτιστής και λέει, Ετοιμάστε τον δρόμο του Κυρίου, και παρουσιάζει ήδη παρόντα τον Αμνό του Θεού που σηκώνει την αμαρτία του κόσμου» (Κ).
(5) Στο μεν Ματθ. ια 12 είναι με παθητική έννοια, ενώ εδώ με μέση όπως το χρησιμοποιούν οι κλασικοί συγγραφείς. Και το «καθένας» πρέπει να το πάρουμε με την έννοια, ότι ο Ιουδαίος δεν έχει πλέον αποκλειστικά δικαιώματα (p). «Κάθε συνετός σε αυτήν βιάζει τον εαυτό του» (Ζ). «Καθένας που έγινε ακροατής και εραστής των ιερών κηρυγμάτων, βιάζει τον εαυτό του για να μπει· δηλαδή αφού χρησιμοποιήσει κάθε προθυμία και όλη τη δύναμη, επιθυμεί να μπει μέσα σε αυτήν την ελπίδα» (Κ). Αυτοί που θέλουν να κατακτήσουν τον ουρανό πρέπει να κοπιάσουν, πρέπει να αγωνιστούν εναντίον του ρεύματος των δικών τους παθών και επιθυμιών και των πειρασμών και ωθήσεων από τον κόσμο.

16.17 Εὐκοπώτερον(1) δέ(2) ἐστιν τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν παρελθεῖν(3) ἢ τοῦ νόμου(4) μίαν κεραίαν πεσεῖν(5).
17 Είναι πιο εύκολο να εξαφανιστεί ο ουρανός και η γη, παρά να μείνει απραγματοποίητος κι ο πιο ασήμαντος λόγος του νόμου.
(1) Δες Ματθ. ε 18 και τις εκεί σημειώσεις.
(2) Το δε είναι αντιθετικό=Παρ’ όλα αυτά όμως ο νόμος και το κύρος του δεν καταργήθηκε (g). «Επειδή είπε ότι ο νόμος και οι προφήτες ήταν μέχρι τον Ιωάννη, για να μην θεωρήσει κάποιος ότι έχουν απορριφθεί και καταργηθεί, για αυτό πρόσθεσε, ότι δεν θα πέσει από το νόμο» ούτε κόμμα (Κ).
(3) «Πιο εύκολα θα αφανιστούν ο ουρανός και η γη, παρά θα πέσει το ελάχιστο από όσα είναι στην Γραφή» (Ζ). Πιο εύκολο είναι, λέει, να φύγει ο ουρανός και η γη, χωρίς να έχει ακόμη προστάξει ο Θεός να γίνει αυτό, παρά να πέσει ένα κόμμα από το νόμο» (Κ). Παρόλο που τα θεμέλια της γης και οι στύλοι του ουρανού είναι στερεά και αδιάσειστα στηριγμένα, όμως και η γη και ο ουρανός θα φύγουν μία ημέρα. Προκειμένου όμως για το νόμο ούτε το ελάχιστό του δεν θα φύγει. Ο ηθικός νόμος επιβεβαιώθηκε και επικυρώθηκε και από το Χριστό και τα καθήκοντα που ορίζει θα παραμείνουν ως καθήκοντά μας αιωνίως και οι αμαρτίες που απαγορεύονται από αυτόν, θα είναι αιωνίως αμαρτίες. Ο τελετουργικός από την άλλη νόμος τελειοποιήθηκε με το ευαγγέλιο και οι σκιές του εκπληρώθηκαν με τα χρώματα του ευαγγελίου.
(4) «Μερικές φορές νόμο εννοεί όλη γενικά τη θεόπνευστη Γραφή, δηλαδή τα βιβλία του Μωϋσή και των προφητών» (Κ).
(5) Ο λόγος αυτός του Κυρίου παρουσιάζεται πολύ περισσότερο να ισχύει προκειμένου για την όλη Γραφή, ως βιβλίο θεόπνευστο. Από τότε που ο Ιωάννης έγραψε την Αποκάλυψή του στο σπήλαιο της Πάτμου και ο Παύλος κήρυξε στο μισθωμένο στη Ρώμη διαμέρισμα το ευαγγέλιο, ο κόσμος ανατράπηκε· παλαιά πέρασαν και όλα στη γη άλλαξαν εκτός από ένα. Ο χρόνος ο οποίος εξασθενίζει και οδηγεί στα γηρατειά τα πάντα, ενίσχυσε και δυνάμωσε περισσότερο το κύρος της Βίβλου. Και όπως από χρόνο σε χρόνο τα δέντρα προσθέτουν στους κορμούς τους και από έναν νέο δακτύλιο, έτσι και κάθε γενιά πρόσθεσε μέχρι τώρα και θα προσθέσει και στο μέλλον την μαρτυρία της για αυτήν την αλήθεια: «Ξεράθηκε το χορτάρι και το άνθος του έπεσε· ο λόγος όμως του Κυρίου μένει στον αιώνα» (Α΄Πέτρ. α 24,25).

16.18 Πᾶς(1) ὁ ἀπολύων τὴν γυναῖκα αὐτοῦ καὶ γαμῶν ἑτέραν μοιχεύει, καὶ ὁ ἀπολελυμένην ἀπὸ ἀνδρὸς γαμῶν μοιχεύει.
18 »Όποιος διώχνει τη γυναίκα του και παντρεύεται άλλη γίνεται μοιχός· κι όποιος παντρεύεται χωρισμένη από τον άντρα της είναι το ίδιο μοιχός».
(1) Δες Ματθ. ε 32 και ιθ 9 και τις εκεί σημειώσεις. Η σύνδεση με τα παραπάνω: Εισάγεται παράδειγμα για το διαρκές κύρος του νόμου, παρά τις παραβιάσεις του από τους ανθρώπους. Η μοιχεία παραμένει μοιχεία, και όταν ακόμη νομιμοποιείται από τους ανθρώπους· νομιμοποιείται λοιπόν από εκείνους οι οποίοι με ζήλο τηρούσαν το γράμμα του νόμου, με τα διαζύγιά τους όμως αθετούσαν χωρίς συστολή (ντροπή) τον νόμο και καταργούσαν την ιερότητα του γάμου (p). Στη νέα οικονομία (περίοδο) της χάρης, ο νόμος θα εφαρμοστεί αυστηρότερα από όσο στην παλαιά. Και ως παράδειγμα της μεγαλύτερης αυτής αυστηρότητας φέρνεται ο νόμος του διαζυγίου (g). Η αλληγορική έννοια που έδωσαν κάποιοι από τους νεότερους ερμηνευτές στον παρόντα στίχο και η αλληγορική ερμηνεία σε αυτόν, παρουσιάζεται εξόχως βιαστική [ή και «τραβηγμένη]. Είναι λοιπόν αυτή η εξής: Το, Αυτός που χωρίζει τη γυναίκα του και παντρεύεται άλλη, θα σήμαινε: Εκείνος ο οποίος λόγω της νέας μορφής της βασιλείας του Θεού απορρίπτει πλήρως την ισχύ και το κύρος του νόμου. Και το, «αυτός που παντρεύεται χωρισμένη», θα σήμαινε: Εκείνος ο οποίος αφού ο νόμος αντικαταστάθηκε από το ευαγγέλιο, εμμένει σε αυτόν και συνεχίζει τις σχέσεις του με την παλαιά οικονομία (κατάσταση της Π.Δ.). Με άλλα λόγια: Είναι πνευματική μοιχεία να απορρίπτει κάποιος όλες τις εντολές του νόμου, όπως και το να υποστηρίζει και αυτές τις τυπικές διατάξεις του νόμου που καταργήθηκαν από το ευαγγέλιο.

Στίχ. 19-31. Η παραβολή του πλουσίου και του Λαζάρου.
16.19 ῎Ανθρωπος(1) δέ(2) τις ἦν πλούσιος(3), καὶ ἐνεδιδύσκετο πορφύραν καὶ βύσσον(4) εὐφραινόμενος καθ᾽ ἡμέραν(5) λαμπρῶς(6).
19 «Κάποιος άνθρωπος ήταν πλούσιος, φορούσε πολυτελή ρούχα και το τραπέζι του κάθε μέρα ήταν λαμπρό.
(1) Η παραβολή του πλουσίου και του Λαζάρου αποτελεί συνέχεια του μαθήματος που αναφέρεται στην καλή χρήση των επίγειων κτήσεων και αγαθών. Ο άδικος οικονόμος έδειξε ποια αγαθά αποτελέσματα μπορούν να ακολουθήσουν στη συνετή χρήση παρόντων πλεονεκτημάτων. Ο πλούσιος δείχνει πόσο ολέθριες είναι οι συνέπειες της μη καλής χρήσης του πλούτου. Και στη δεύτερη αυτή παραβολή διασαφηνίζονται εμφανώς μερικά από τα λόγια που λέχθηκαν προηγουμένως. «Το υψηλό στους ανθρώπους» ζωγραφίζεται στον πλούσιο, που ντύνεται πολυτελώς και ευφραίνεται λαμπρά. «Το βδέλυγμα μπροστά στο Θεό» εμφανίζεται με την αθλιότητά του στον άδη. Και το «πιο εύκολο είναι να φύγει ο ουρανός και η γη παρά να πέσει ένα κόμμα από το νόμο» επικυρώνεται από τον διάλογο του Αβραάμ και του πλουσίου που καταλήγει στην διακήρυξη: Αν δεν ακούνε τον Μωϋσή και τους προφήτες ούτε εάν κάποιος αναστηθεί από τους νεκρούς θα πειστούν. Στην παραβολή επιπλέον δεν υπονοείται, ότι ο πλούσιος ώφειλε να απαρνηθεί τα πλούτη του, προτιμώντας την εκούσια φτώχια, αλλά όφειλε μόνο να μην θεωρεί ως ύψιστό του αγαθό αυτά. Όφειλε να κάνει αυτά μέσα για επιτυχία για κάτι υψηλότερο και μονιμότερο. Από αυτόν τον μαμωνά μπορούσε να έχει κάνει φίλους του τον Λάζαρο και άλλους και μέσω αυτών να έχει εξασφαλίσει στον εαυτό του διαμονή στις αιώνιες σκηνές. Τα πλούτη του υπήρξαν για αυτόν τα μόνα αγαθά, τα οποία αποκλειστικά εκτίμησε και γνώρισε. Και όταν έχασε αυτά, έχασε το παν (p). «Σχετίζονται λοιπόν αυτά με όσα ειπώθηκαν πιο πριν. Επειδή δηλαδή προηγουμένως δίδαξε για την καλή διαχείριση του πλούτου, εύλογα προσθέτει μαζί και αυτήν την παραβολή, που οδηγεί σε αυτό το ίδιο, με το υπόδειγμα του πλουσίου» (Θφ). Και σε αυτήν «σαν σε εικόνα έχει γραφτεί ένας πλούσιος που ζει στην τρυφή και είναι άσπλαχνος και ένας φτωχός μέσα στην αρρώστια· για να μάθουν, όσοι έχουν τον επίγειο πλούτο, ότι αν δεν θελήσουν να είναι καλοί και να δίνουν εύκολα και να είναι μεταδοτικοί και αν δεν προτιμήσουν να βοηθούν στις ανάγκες των φτωχών, θα πέσουν σε φοβερή και αναπόφευκτη τιμωρία» (Κ). Δύο σκηνές έχουμε στην παραβολή, την μία που διεξάγεται στη γη (στίχ. 19-22), την άλλη στον άδη (στίχ. 23-31). Η επίγεια σκηνή περιλαμβάνει 4 εικόνες: την ζωή του πλουσίου (σ. 19) και τη ζωή του φτωχού (σ. 20,21), τον θάνατο του πρώτου (σ. 22β) και τον θάνατο του δεύτερου (σ. 22α).
(2) Σύνδεσμος μεταβατικός μάλλον παρά αντιθετικός (L).
(3) Μάλλον είναι επιθετικός προσδιορισμός παρά κατηγορούμενο και χωρίζεται από το ουσιαστικό του, για να τονιστεί αυτό περισσότερο (g)=Υπήρχε κάποιος πλούσιος άνθρωπος και όχι κάποιος άνθρωπος ήταν πλούσιος (p). «Και που είναι το όνομα του πλουσίου; Πουθενά. Διότι είναι ανώνυμος. Πόσος πλούτος; Και δεν βρίσκεται όνομα σε αυτόν. Τι πλούτος είναι αυτός; Δέντρο που στα φύλλα μεν θάλλει, καρπό όμως στερείται, βελανιδιά πανύψηλη που παρέχει τα βελανίδια για τροφή στα ζώα, άνθρωπος που δεν έχει καρπό ανθρώπου… Υπήρχε κάποιος πλούσιος που ντυνόταν κάθε μέρα με πορφύρα, ενώ η ψυχή του ήτα γεμάτη με αράχνες, μύριζε μύρο, αλλά ήταν γεμάτος από δυσωδία… πάχαινε την δούλη σάρκα, ενώ την βασίλισσα ψυχή την άφηνε να καταστρέφεται από την πείνα» (Χ). «Τον μεν πλούσιο λοιπόν, τον έβαλε στην παραβολή ανώνυμα, επειδή δεν ήταν άξιος να ονομάζεται από το Θεό» (Θφ). «Διότι έχει γραφτεί για τους πονηρούς: Δεν θα θυμηθώ τα ονόματά τους στα χείλη μου» (Ψαλμ. ιε 4)… Λένε όμως κάποιοι από παράδοση Εβραίων, ότι κατά τους καιρούς εκείνους και ο πλούσιος εκείνος ονομαζόταν Νινευΐς» (Ζ). Δες την σαϊδική μετάφραση και ένα ελληνικό σχόλιο. Άλλοι όμως (Πρισκιλλιανός tract. IX και ο ψευδοκυπριανός de pascha computus, 17) ονόμασαν αυτόν Φινεές (L). «Αυτό όμως είναι παραβολή και δεν είναι γεγονός που ήδη συνέβη, όπως θα μπορούσαν κάποιοι ανόητα να θεωρήσουν» (Θφ).
(4) Την πορφύρα την φορούσε ως εξωτερικό και τον βύσσο ως εσωτερικό ένδυμα. Και τα δύο πολυτελή και ακριβά. Πορφύρα σημαίνει πρώτα το όστρακο πορφύρα και έπειτα την βαφή που κατασκευάζεται από αυτό (Α΄Μακ. δ 23) και έπειτα το μάλλινο ύφασμα που βάφεται με αυτήν (Μάρκ. ιε 17,20). Βύσσος σημαίνει πρώτον το αιγυπτιακό λινάριο και έπειτα το λεπτό λινό ύφασμα που κατασκευάζεται από αυτό (Εξ. κστ 1,31,36,Ιεζεκ. ιστ 10,κζ 7) (p).
(5) «Και όχι μόνο ντυνόταν με πορφύρα και βύσσο, αλλά και απολάμβανε και όλη την άλλη τρυφή, διασκεδάζοντας… όχι τώρα μεν ναι, άλλοτε όμως όχι, αλλά κάθε μέρα και όχι μέτρια αλλά λαμπρά» (Θφ).
(6) Λέξη που λέγεται μοναδική φορά= «άσωτα και με πολυτέλεια» (Θφ). Δεν μας λέγεται στην παραβολή ότι ο πλούσιος απέκτησε τον πλούτο του με δόλο και απάτη ή με καταπιέσεις και τοκογλυφίες, ούτε ότι ήταν μέθυσος ή παρέσυρε τους άλλους στην μέθη. Ο Κύριος με την παραβολή θέλησε να διδάξει ότι είναι δυνατόν να έχει κάποιος πλούτη που δεν αποκτήθηκαν από αδικία και να αποκλειστεί από την βασιλεία των ουρανών. Η περίσσεια του πλούτου και η απόλαυση είναι πολύ επικίνδυνος πειρασμός, σε πολλούς μάλιστα και ολέθριος, που ωθεί τον άνθρωπο σε πολυτέλεια και την δουλεία στη σάρκα, συγχρόνως όμως και σε πλήρη λησμοσύνη του Θεού και του άλλου κόσμου. Είναι αλήθεια, ότι το να τρώει κάποιος καλά και να ντύνεται καλά σε κάποιο βαθμό είναι νόμιμα. Αλλά είναι επίσης αλήθεια, ότι αυτά τρέφουν και υποθάλπουν την αλαζονεία, την επιδεικτική πολυτέλεια, την κοιλιοδουλία και έτσι γίνονται για εμάς αμαρτωλά. Εξάλλου το να τρώμε με τους φίλους μας πλούσια, την ώρα που υπάρχουν φτωχοί που στερούνται το ψωμί, για τους οποίους αδιαφορούμε, αποτελεί ασπλαχνία που προκαλεί την οργή του Θεού. Η αμαρτία αυτού του πλούσιου δεν ήταν τόσο το ρούχο του ή η διατροφή του, όσο το ότι φρόντιζε μόνο για τον εαυτό του, βλέποντας με αδιαφορία και ασπλαχνία τον φτωχό Λάζαρο.

16.20 πτωχὸς δέ τις(1) ὀνόματι Λάζαρος(2) ος ἐβέβλητο(3) πρὸς τὸν πυλῶνα(4) αὐτοῦ ηλκωμένος(5)
20 Κάποιος φτωχός όμως, που τον έλεγαν Λάζαρο, ήταν πεσμένος κοντά στην πόρτα του σπιτιού του πλουσίου, γεμάτος πληγές,
(1) Τα αλεξανδρινά χειρόγραφα αποσιωπούν το «τις» και το «ος».
(2) Σε καμία άλλη παραβολή του ο Κύριος δεν αναφέρει όνομα για οποιονδήποτε χαρακτήρα που χρησιμοποιείται σε αυτές (p). Εδώ όμως «αναφέρει ονομαστικά τον φτωχό· διότι των δικαίων τα ονόματα καταγράφονται και στο βιβλίο της ζωής» (Θφ). Ήταν ιστορικό πρόσωπο ο Λάζαρος; «Γίνεται λόγος, στην Εβραϊκή παράδοση, ότι υπήρχε κάποιος Λάζαρος στα Ιεροσόλυμα εκείνον τον καιρό που αντιμετώπιζε έσχατη φτώχια και αρρώστια, τον οποίο ανέφερε ο Κύριος βάζοντάς τον σε παραβολή» (Θφ). Πιο σωστή η εκδοχή, ότι δεν πρόκειται για ιστορικό πρόσωπο. Προτιμήθηκε πάντως το όνομα Λάζαρος αναμφίβολα λόγω της έννοιάς του. Παραγόμενο από συντόμευση του ονόματος Ελεάζαρ, το οποίο στο Ταλμούδ γράφεται Λεάζαρ, σημαίνει όπως και αυτό, ο Θεός είναι βοηθός μου. Ο Κύριος λοιπόν παίρνει τον φτωχό αυτόν ως εκπρόσωπο των φτωχών και ευσεβών Ιουδαίων, οι οποίοι υπέμεναν την δυστυχία τους με γαλήνια εμπιστοσύνη στο Θεό, τον μόνο υποστηρικτή τους (g).
(3) Είχε ριχτεί· είχε πεταχτεί εκεί σαν φορτίο από το οποίο έσπευδαν να απαλλαχτούν (g). Αυτό έβαζε σε δοκιμασία τον χαρακτήρα του πλούσιου και παρείχε σε αυτόν σπάνια ευκαιρία ώστε μέσω του μαμωνά της αδικίας να αποκτήσει φίλους (ο). Δεν μπορούσε να μεταβεί εκεί μόνος του και για αυτό άλλοι τον μετέφεραν εκεί. Όσοι δεν έχουν τα μέσα, να βοηθήσουν τον φτωχό με χρήματα, μπορούν και οφείλουν να βοηθήσουν αυτόν υποβαλλόμενοι σε κόπους για αυτόν. Όσοι δεν μπορούν να δώσουν σε αυτόν οβολό, ας απλώνουν σε αυτόν το χέρι.
(4) Η λέξη σημαίνει ευρεία στοά που αποτελεί ή μη μέρος του σπιτιού. Δες Πράξ. ι 17,ιβ 14, Ματθ. κστ 71. Φανερώνει το μέγεθος του σπιτιού του πλουσίου (p).
(5) Λέξη που λέγεται μοναδική φορά. Συνηθισμένη λέξη σε γιατρούς (p). Υπάρχει και η γραφή ειλκωμένος, από παραφθορά από το έλκω. «Ο Λάζαρος ήταν και φτωχός και άρρωστος και μάλιστα φοβερά· διότι ήταν, λέει, πληγιασμένος. Επειδή είναι δυνατόν να είναι κάποιος άρρωστος, αλλά να μην έχει πληγές» (Θφ). Το να είναι κάποιος ασθενής και αδύνατος στο σώμα, αποτελεί μεγάλη θλίψη. Αλλά οι πληγές στον άρρωστο είναι οδυνηρότερες και προκαλούν την αηδία σε όσους τον πλησιάζουν.

16.21 καὶ ἐπιθυμῶν(1) χορτασθῆναι ἀπὸ των ψιχίων τῶν πιπτόντων(2) ἀπὸ τῆς τραπέζης τοῦ πλουσίου· ἀλλὰ καὶ(3) οἱ κύνες ἐρχόμενοι ἐπέλειχον τὰ ἕλκη αὐτοῦ(4).
21 και προσπαθούσε να χορτάσει από τα ψίχουλα που έπεφταν από το τραπέζι του πλουσίου. Έρχονταν και τα σκυλιά και του έγλειφαν τις πληγές.
(1) Αντίθετα με το «ευφραινόταν λαμπρά» του πλουσίου, προβάλλεται η έλλειψη τροφής και τα ψίχουλα που επιθυμούνται. Το επιθυμούσε δεν σημαίνει ότι στερούνταν τελείως, διότι πώς θα ζούσε; (g). Το ότι του επέτρεπαν να μένει εκεί μάλλον υποδηλώνει ότι δεν τον εγκατέλειψαν τελείως (p). Πάντοτε όμως τα ψίχουλα από το τραπέζι δεν τον χόρταιναν και έμενε εν μέρει ανικανοποίητη η πείνα του (g). Το «επιθυμούσε» λοιπόν σημαίνει κατάσταση παρατεινόμενη (ο). «Άλλο βάσανο ήταν το ότι έβλεπε άλλους να απολαμβάνουν υπερβολικά, ενώ αυτός λιμοκτονούσε. Διότι επιθυμούσε να χορτάσει όχι με φαγητά πολυτελή, αλλά και με αυτά τα ψίχουλα» (Θφ).
(2) Το «ψίχουλα» μπαίνει σε προφανή αντίθεση με το προηγούμενο «ευφραινόταν κάθε μέρα λαμπρά» (ο). Η έκφραση υποδηλώνει ότι στο σπίτι εκείνο δεν συνήθιζαν να μοιράζουν στους φτωχούς τα υπολείμματα του τραπεζιού. Ίσως έριχναν αυτά στο δρόμο και για αυτό προσελκύονταν εκεί και σκυλιά.
(3) Το «αλλά και» δεν επιτρέπει να δούμε στην λεπτομέρεια αυτή ανακούφιση των δεινών του Λαζάρου (g). Λιγότερο πιθανή λοιπόν η ερμηνεία: το «αλλά και» σημαίνει: αλλά και τα ίδια τα σκυλιά τον συμπαθούσαν για την κατάστασή του και έδειχναν αυτήν γλύφοντας τις πληγές του (δ). «Έγλυφαν τις πληγές του όχι για να του χειροτερέψουν την κατάσταση, αλλά κατά κάποιο τρόπο συμπονούσαν και θεράπευαν με την γλώσσα και αφαιρούσαν με το γλείψιμο αυτό που προκαλούσε πόνο και με συμπάθεια άλειφαν με σάλιο εκεί γύρω τα σημεία, με σκοπό και με αυτό να δειχτεί ότι ο πλούσιος ήταν και από τα ζώα αγριότερος» (Σχ.). Πιο σωστά: «Αλλά ήταν και έρημος από αυτούς που θα τον φρόντιζαν· διότι τα σκυλιά έγλυφαν τις πληγές του, αφού δεν υπήρχε κανείς να τα εμποδίσει» (Θφ). «Τόσο πολύ δηλαδή είχε παραλύσει το σώμα, ώστε να μην μπορεί ούτε τα σκυλιά να εμποδίσει» (Ζ). Στο «ντυνόταν με πορφύρα και βύσσο» αντιτίθεται η γυμνότητα αυτού. Αποκορυφώνεται εδώ η αντίθεση μεταξύ των δύο προσώπων της παραβολής. Ο ένας ντυνόταν βασιλικά ενδύματα, ο άλλος ως μόνο ρούχο του είχε την γυμνότητά του και τις πληγές του. Ο πλούσιος ξάπλωνε στα μαλακά και πολυτελή μαξιλάρια του τραπεζιού του· ο φτωχός ήταν πεταμένος στο έδαφος στον πυλώνα του πλουσίου. Ο πλούσιος ευφραινόταν κάθε μέρα λαμπρά, ο Λάζαρος επιθυμούσε να χορτάσει από τα ψίχουλα. Ο πλούσιος περικυκλωνόταν από σμήνη ομοτράπεζων που τον κολάκευαν, ο Λάζαρος μόνη συντροφιά είχε τα σκυλιά (ο).
(4) Η σε όλη την παραβολή σιωπή του Λαζάρου προκαλεί βαθιά εντύπωση. «Άραγε λοιπόν ενώ ήταν ο Λάζαρος μέσα σε τόσα δεινά, βλασφήμησε; Ή κορόιδεψε την πολυτέλεια του πλουσίου; Ή κατέκρινε την απανθρωπιά; Ή κατηγόρησε την θεία πρόνοια; Τίποτα από αυτά δεν σκέφτηκε, αλλά με πολλή φιλοσοφία καρτερούσε» (Θφ). «Ω, πόσο πολλή ανδρεία και υπομονή! Διότι ενώ ο πλούσιος ήταν έτσι, αυτός ενώ ήταν σε αυτήν την κατάσταση, δεν βλασφήμησε ούτε γόγγυσε. Και πάλι, ω πόσο πολλή ωμότητα και ασπλαχνία του πλουσίου! Αφού αυτόν που ήταν σε τόσα κακά, αυτός που ήταν σε τόσα καλά τον παρέβλεπε και μάλιστα ενώ ήταν ριγμένος μπροστά στον πυλώνα του» (Ζ). Αυτός ο τόσο άθλιος και φτωχός άνθρωπος ήταν αγαθός και αγαπητός στο Θεό, όπως δείχνεται από τη συνέχεια. Σημείωσε ότι κλήρος μερικών από τους πιο αγαπητούς στο Θεό αγίους και δούλους, είναι συρροή θλίψεων βαρύτατων, την ώρα που πολλοί ασεβείς και αμαρτωλοί «δεν θα υποστούν μάστιγες μαζί με τους ανθρώπους και δεν υφίστανται τους κόπους των ανθρώπων» (Ψαλμ. οβ 5).

16.22 ἐγένετο δὲ ἀποθανεῖν τὸν πτωχὸν(1) καὶ ἀπενεχθῆναι(2) αὐτὸν(3) ὑπὸ τῶν ἀγγέλων(4) εἰς τὸν κόλπον ᾽Αβραάμ(5)· ἀπέθανεν δὲ καὶ ὁ πλούσιος καὶ ἐτάφη(6).
22 Κάποτε πέθανε ο φτωχός, και οι άγγελοι τον πήγαν κοντά στον Αβραάμ. Πέθανε κι ο πλούσιος και τον έθαψαν.
(1) Πέθανε πρώτος εξαντλημένος από τις στερήσεις και τα παθήματα (g). Ο Θεός συχνά παίρνει από τον κόσμο αυτόν τους αγαθούς, την ώρα που αφήνει τους κακούς να δοξάζονται σε αυτόν. Όμως για τον Λάζαρο υπήρξε πλεονέκτημα και ευεργεσία, το ότι γρήγορο τέλος μπήκε στην αθλιότητα της παρούσας ζωής του, για να αναπαυτεί από τους κόπους του στη μελλοντική ζωή. «Μην ζηλεύεις λοιπόν τους πονηρούς, ούτε αυτούς που εργάζονται την ανομία» «Η σωτηρία των δικαίων είναι από τον Κύριο και αυτός είναι υπερασπιστής τους σε καιρό θλίψης» (Ψαλμ. λστ 1,39).
(2) Μεταφέρθηκε από τον τόπο τον ξένο σε αυτόν, στον οποίο έμενε ως ξένος, στην αληθινή του πατρίδα (b). «Και από αυτήν εδώ την παραβολή είναι φανερό ότι, όταν οι ψυχές βγουν από το σώμα, δεν παραμένουν εδώ, αλλά αμέσως μεταφέρονται. Και άκου πως. Διότι συνέβη, λέει, αυτός να πεθάνει και να μεταφερθεί από τους αγγέλους. Όχι όμως μόνο οι ψυχές των δικαίων, αλλά και αυτών που ζουν με πονηρία μεταφέρονται εκεί· και αυτό πάλι είναι φανερό από άλλον πλούσιο. «Ανόητε, αυτήν τη νύχτα απαιτούν από σένα την ψυχή σου». Και πρόσεξε· εδώ λέει «οδηγήθηκε από τους αγγέλους», εκεί «απαιτούν»· και τον έναν τον έβγαζαν σαν αιχμάλωτο, ενώ τον άλλον τον περιστοίχιζαν συνοδευτικά σαν νικητή» (Χ).
(3) Δηλαδή η ψυχή του, παρόλο που γίνεται λόγος για τον κόλπο του Αβραάμ και για δάχτυλο του Λαζάρου και για γλώσσα του πλουσίου (b). Εφόσον είπε ότι συνέβη να πεθάνει, με τον θάνατο επήλθε χωρισμός της ψυχής από το σώμα (p). Χρησιμοποιεί όμως στη συνέχεια τέτοιες λέξεις και εικόνες «για αυτά που μέλλουν ακόμη να γίνουν, που τα διηγείται σαν να έγιναν ήδη· διότι δεν έχει γίνει ακόμη η ανταπόδοση όσων ζήσαμε, αφού δεν έγινε ακόμη η κρίση· και ολοκάθαρα παρουσιάζει ποιες τιμωρίες, από τη μία, θα διαδεχτούν τους άσπλαχνους πλουσίους μετά θάνατον, ποιες ανέσεις, από την άλλη, θα διαδεχτούν τους φτωχούς που υπέμειναν τους κόπους» (Ζ). Κύριος σκοπός της παραβολής δεν είναι να μας δώσει πληροφορίες για τον αόρατο κόσμο. Η γενική αρχή που διδάσκεται και υποστηρίζεται από την παραβολή είναι, ότι η ευτυχία και η αθλιότητα μετά το θάνατο καθορίζονται από την διαγωγή την οποία έδειξε ο άνθρωπος πριν το θάνατο. Οι λεπτομέρειες λοιπόν της εικόνας έχουν παρθεί από τις ιουδαϊκές δοξασίες σχετικά με τον άδη και την κατάσταση των ψυχών σε αυτόν, όπως και οι ιδιότητες των σωμάτων αποδίδονται στις ψυχές, για να καταστεί σε μας έτσι ζωηρή και όσο το δυνατόν περισσότερο αντιληπτή η εικόνα (p).
(4) Η μεταφορά του ήταν άκοπη και ευτυχής. Μία παράφραση αραμαϊκή στο Άσμα δ 12 λέει ότι οι ψυχές των δικαίων μεταφέρονται στον παράδεισο από τους αγγέλους. Δες την φράση «λειτουργικά πνεύματα» (Εβρ. α 14) (p). Οι άγγελοι φρόντισαν για τον φτωχό Λάζαρο. Είναι αυτοί λειτουργικά πνεύματα για αυτούς που μέλλον να κληρονομήσουν σωτηρία, όχι μόνο όταν αυτοί βρίσκονται στην παρούσα ζωή, αλλά και όταν πεθάνουν. Και έχουν εντολή να σηκώνουν αυτούς στα χέρια τους όχι μόνο όταν κινδυνεύουν στα ταξίδια και τις μετακινήσεις τους στη γη, αλλά και όταν κάνουν το μεγάλο ταξίδι τους στους ουρανούς. Ένας άγγελος θα ήταν υπεραρκετός για να συνοδεύσει τον Λάζαρο με ασφάλεια στους κόλπους του Αβραάμ. Αλλά εδώ αναφέρονται άγγελοι πολλοί. Αποτελούν αυτοί τιμητική συνοδεία του Λαζάρου. Ο Άμασις, ο βασιλιάς της Αιγύπτου, καθόταν σε άρμα που συρόταν από βασιλιάδες. Τι ήταν η τιμητική εκείνη συνοδεία μπροστά σε αυτήν με την οποία τιμάται ο Λάζαρος;
(5) Φράση που χρησιμοποιείται και από τους ραβίνους και φανερώνει την στενή κοινωνία και σχέση (g). Ο Λάζαρος εκεί αναπαύεται με το κεφάλι του στο στήθος του Αβραάμ, σαν παιδί στην αγκαλιά του πατέρα και συμμετέχει στην ευτυχία του. Η φράση δεν έχει την ίδια σημασία με τον παράδεισο, αλλά η ανάπαυση στον κόλπο του Αβραάμ υπονοεί και τον παράδεισο, διότι ο Αβραάμ είναι εκεί (p). Ο Αβραάμ υπήρξε μέγας πλούσιος. Παρ’ όλα αυτά στον ουρανό δεν απαξίωσε να δεχτεί τον φτωχό Λάζαρο στους κόλπους του. Άγιοι πλούσιοι και φτωχοί, συναντιούνται στους ουρανούς. Και ο φτωχός αυτός Λάζαρος, ο οποίος δεν ήταν ανεκτός και δεκτός σε τόπο πλησιέστερο από τον πυλώνα του πλούσιου στη γη, στον ουρανό οδηγήθηκε αμέσως στην ίδια την ουράνια αίθουσα του αιώνιου δείπνου, παίρνοντας τιμητική θέση στο τραπέζι κοντά στον Αβραάμ.
(6) «Για τον φτωχό μεν δεν είπε ότι ενταφιάστηκε, επειδή είναι τελείως αφρόντιστη η ταφή των φτωχών. Στον πλούσιο όμως και με το παραπάνω, λόγω της πολυτέλειας της ταφής των πλουσίων» (Ζ). Είναι αξιόλογη και η εκδοχή, σύμφωνα με την οποία η αντίθεση είναι εδώ κυρίως ανάμεσα στη μεγαλοπρεπή ταφή του πλούσιου από τους ανθρώπους και στην μεταφορά του φτωχού από τους αγγέλους (p). Ο πλούσιος έτυχε πομπώδους κηδείας, με αυλητές και θρηνωδούς που συνόδευαν αυτόν μέχρι τον τάφο, ο οποίος είχε προετοιμαστεί σε μνημείο πολυτελές και μεγαλοπρεπές. Πιθανώς θα εκφωνήθηκε και επιτάφιος λόγος, που θα τόνιζε τα προσόντα του πλουσίου και την γενναιοδωρία και άνεσή του στις υποδοχές των φίλων και στα συμπόσια που τους παρέθετε. Αλλά πόσο ξένη μπορεί να είναι η τελετή της κηδείας με την ευτυχία αυτού που κηδεύεται. Στον αόρατο κόσμο ο πλούσιος αντικρύζει κατάσταση αθλιότητας και δυστυχίας. «Τον Λάζαρο άγγελοι τότε τον οδήγησαν, ενώ εκείνου την ψυχή την απαιτούσαν κάποιες φοβερές δυνάμεις που στάλθηκαν ίσως για αυτόν τον σκοπό. Διότι δεν αναχωρεί μόνη της η ψυχή για εκείνη τη ζωή, επειδή αυτό δεν είναι δυνατόν. Διότι εάν, όταν μεταβαίνουμε από πόλη σε πόλη, έχουμε ανάγκη από οδηγό, πολύ περισσότερο η ψυχή όταν αποσπαστεί από το σώμα και μεταφέρεται στην μέλλουσα ζωή, έχει ανάγκη αυτούς που θα την οδηγήσουν» (Χ).

16.23 καὶ(1) ἐν τῷ ᾅδῃ(1) ἐπάρας τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ(3), ὑπάρχων(4) ἐν βασάνοις(5), ὁρᾷ(6) τον ᾽Αβραὰμ ἀπὸ μακρόθεν καὶ Λάζαρον ἐν τοῖς κόλποις(7) αὐτοῦ.
23 Στον άδη που ήταν και βασανιζόταν, σήκωσε τα μάτια του και είδε από μακριά τον Αβραάμ και κοντά του το Λάζαρο.
(1) Οι δύο συνομιλίες, από τις οποίες συντίθεται αυτή η σκηνή, αναφέρονται η μεν πρώτη στην τύχη του πλουσίου (σ. 23-26), ενώ η δεύτερη σε αυτήν των αδελφών του (σ. 27-31)(g).
(2) Άδη λέει τον τόπο, στον οποίο διαμένουν οι νεκροί, χωρίς διάκριση των διάφορων πεδίων ή διαμερισμάτων, τα οποία μπορεί αυτός να περικλείει μέσα του, μόνο για να αντιθέσει αυτόν με τη γη των ζωντανών (g). Όλοι όσοι απέρχονται από την ζωή αυτή, μεταβαίνουν εκεί μέχρι την τελική κρίση, περιλαμβάνει όμως ο Άδης και τον παράδεισο και την γέεννα (κόλαση). Ότι ο Άδης δεν σημαίνει πάντοτε τη φωτιά της γέεννας και τόπο τιμωρίας, γίνεται ολοφάνερο από το Πράξ. β 27,31,Γεν. λζ 35,μβ 38,μδ 29,Ιώβ ιδ 13,ιζ 13 κλπ. Ότι επίσης ο Άδης περικλείει μέσα του και τόπο τιμωρίας, είναι εξίσου σαφές από το παρόν χωρίο (p). Όπως οι ψυχές των πιστών, αμέσως μόλις ελευθερωθούν από το φορτίο της σάρκας, εισέρχονται σε κατάσταση χαράς και ευτυχίας, έτσι και οι πονηρές και στερούμενες από τον αγιασμό ψυχές, αμέσως μόλις αποσπαστούν από τις ηδονές της σάρκας με τον θάνατο, ρίχνονται σε κατάσταση δυστυχίας ασταμάτητης και διαρκούς, η οποία θα αυξηθεί πολύ περισσότερο κατά την γενική ανάσταση. Ο πλούσιος είχε εξ’ ολοκλήρου απορροφηθεί από τις απολαύσεις των αισθήσεων και για αυτό κατέστησε τον εαυτό του ακατάλληλο για τις ανώτερες απολαύσεις του πνευματικού κόσμου. Η σαρκική διάνοιά του και η υλόφρονη ψυχή του παρέμειναν τελείως ξένες με αυτές και καμία ανακούφιση δεν ήταν δυνατόν να δοκιμάσουν από αυτές. Επειδή μάλιστα υπήρξε και σκληρόκαρδος απέναντι στη δυστυχία του φτωχού τώρα αντιμετωπίζει και χωρίς έλεος την κρίση, αφού δεν έδειξε έλεος.
(3) Ο πλούσιος υψώνει τα μάτια του όχι για να πετύχει βοήθεια, αλλά για να μάθει την φύση της κατάστασής του που μεταβλήθηκε (p). Αξιοθρήνητο θέαμα παρουσιάζει αυτός από την άβυσσο (b).
(4) Πιο έντονο από το «ήταν».
(5) Έφυγε δηλαδή «από απόλαυση σε κόλαση, από δόξα σε ατιμία, από φως σε σκοτάδι» (Κ).
(6) «Άλλοι Πατέρες λένε ότι ούτε οι δίκαιοι βλέπονται από τους αμαρτωλούς, ούτε οι αμαρτωλοί από τους δίκαιους· διότι οι μεν είναι στο φως, ενώ οι άλλοι στο σκοτάδι· απέχουν όμως πολύ μεταξύ τους το φως από το σκοτάδι… Η παραβολή όμως το βάζει υποθετικά, λόγω της αυτονομίας που έχουν στη διήγηση οι παραβολές και για να γίνει ο λόγος πιο φοβερός και πειστικός» (Ζ).
(7) Ο πληθυντικός εκφράζει την έκταση από το στήθος μέχρι τα γόνατα (b). Αντί για τον ενικό του σ. 22, βάζει πληθυντικό για να σημάνει την πληρότητα (g). Αξιοσημείωτα και τα επόμενα: «Όπως ακριβώς στον Λάζαρο πριν, όταν βρισκόταν σε τόσα κακά, ήταν προσθήκη συμφορών το να βλέπει τον πλούσιο σε τόσα αγαθά· έτσι και για τον πλούσιο τώρα, που είναι σε τόσα δεινά, είναι προσθήκη τιμωριών το να βλέπει τον Αβραάμ σε τόσα αγαθά» (Ζ). «Διότι εγώ νομίζω, ότι βλέποντας αυτήν την τόσο απότομη μεταβολή των πραγμάτων και αυτόν μεν που ήταν πεταμένος στον πυλώνα και ξαπλωμένος μπροστά στις γλώσσες των σκυλιών, να απολαμβάνει τόση παρρησία και να ζει στην αγκαλιά του πατριάρχη, ενώ τον εαυτό του περιτριγυρισμένο από τόση ντροπή και μαζί με αυτήν να κατατηγανίζεται από τη φωτιά, τότε ένιωθε μεγαλύτερο τον πόνο» (Χ). Είδε τον Λάζαρο «έτσι ώστε αυτό ακριβώς που έπαθε ο φτωχός, αυτό να πάθει και ο πλούσιος τώρα με μεγαλύτερη την υπερβολή. Διότι όπως ακριβώς σε εκείνον έκανε χειρότερο το βάσανο το να είναι πεσμένος στον πυλώνα του πλουσίου και να βλέπει τα ξένα αγαθά, έτσι λοιπόν και σε αυτόν έκανε χειρότερη την τιμωρία τώρα το να βρίσκεται στη γέεννα και να βλέπει την απόλαυση του Λαζάρου, έτσι ώστε να έχει πιο αφόρητη την τιμωρία, όχι μόνο εξαιτίας του είδους των βασάνων, αλλά και εξαιτίας της τιμής που αξιώθηκε εκείνος» (Χ).

16.24 καὶ αὐτὸς(1) φωνήσας(2) εἶπεν, Πάτερ ᾽Αβραάμ(3), ἐλέησόν(4) με καὶ πέμψον Λάζαρον(5) ἵνα βάψῃ τὸ ἄκρον τοῦ δακτύλου αὐτοῦ ὕδατος(6) καὶ καταψύξῃ(7) τὴν γλῶσσάν μου, ὅτι ὀδυνῶμαι ἐν τῇ φλογὶ ταύτῃ(8).
24 Τότε φώναξε ο πλούσιος και είπε: “πατέρα μου Αβραάμ, σπλαχνίσου με και στείλε το Λάζαρο να βρέξει με νερό την άκρη του δάχτυλού του και να μου δροσίσει τη γλώσσα, γιατί υποφέρω μέσα σ’ αυτή τη φωτιά”.
(1) Δεν απολαμβάνει πλέον τη φροντίδα των δούλων, αλλά είναι και αυτός ικέτης που ζητιανεύει (b).
(2) Σχετίζεται με το «από μακριά» (g). «Ύψωσε την φωνή του», το οποίο συμφωνεί με το «από μακριά» (p).
(3) Κάνει έκκληση στη συγγένειά τους και στην πατρική του συμπάθεια. Δεν θα σπλαχνιστεί ο Αβραάμ τα παιδιά του; (p). «Τι ονομάζεις πατέρα τον Αβραάμ, του οποίου την ζωή δεν μιμήθηκες; Εκείνος κάθε άνθρωπο τον φιλοξενούσε στο σπίτι του, εσύ όμως δεν φρόντισες έναν φτωχό» (Χ). Δύο πράγματα συμπεραίνουμε από την επίκληση αυτή· πρώτον ότι οι πεθαμένοι μπορούν στην άλλη ζωή να αναγνωρίσουν ο ένας τον άλλον· και δεύτερον ότι και ο πλούσιος ήταν Ιουδαίος (ο). Τίποτα δεν έθιγε πιο πολύ τους Φαρισαίους, οι οποίοι την καταγωγή από τον Αβραάμ θεωρούσαν ως τον όρο της σωτηρίας, από την επίκληση αυτή από το στόμα αυτού που βασανιζόταν στον άδη. Όποιος έχει κάνει περιτομή είναι σωσμένος, έλεγαν οι ραβίνοι. Το να έχει κάνει όμως περιτομή σήμαινε ότι είναι τέκνο του Αβραάμ (g).
(4) Έλεος ζητά. Το περιφρονούσε άλλοτε, όταν ήταν καιρός να το ζητήσει. Τώρα που πέρασε ο καιρός του ελέους, ζητά αυτό μάταια. Αυτός ο οποίος κανένα έλεος δεν έδειξε στο Λάζαρο, περιμένει τώρα μέσω του Λαζάρου να του σταλεί αυτό. Όταν και οι δύο ζούσαν στη γη, δεν καταδεχόταν ο πλούσιος ούτε καν ένα βλέμμα να ρίξει στον Λάζαρο. Τώρα τον φωνάζει ονομαστικά και ζητά την βοήθειά του. Ω! ναι· θα έλθει ασφαλώς ημέρα, κατά την οποία εκείνοι, οι οποίοι μισούν και περιφρονούν τον λαό του Θεού, με πολλή βιασύνη και προθυμία θα επιζητούν την συμπάθειά του.
(5) «Πρόσεξε, πόσο το βασανιστήριο τον σωφρόνισε» (Ζ). Στον άδη ταπεινώθηκε τόσο πολύ από τις οδύνες του, ώστε θέλει έστω και μικρή ανακούφιση από οποιονδήποτε, ακόμη και από αυτόν τον Λάζαρο (p). «Αυτός που πριν από αυτό ούτε που γύριζε, ούτε να δει δεν ανεχόταν τον Λάζαρο… τώρα ικετεύει τον πατριάρχη… Στείλε, λέει, τον Λάζαρο εκείνον, τον φτωχό, τον οποίο πριν από αυτό σιχαινόμουν, στον οποίο δεν έδινα ούτε τα ψίχουλα· εκείνον χρειάζομαι τώρα, και το δάχτυλο εκείνου ζητώ… Είδες πως τον μαλάκωσε η τιμωρία. Και δεν κάνει προς τον Λάζαρο την ικεσία, αλλά προς τον πατριάρχη. Λογικό· διότι δεν τολμούσε ούτε να δει τον φτωχό. Διότι σκεφτόταν, νομίζω, συλλογιζόμενος την απανθρωπιά και ασπλαχνία του, την οποία έδειξε προς αυτόν, και υποπτευόταν ίσως ότι δεν θα τον αξίωνε ούτε απάντησης» (Χ).
(6) Να βουτήξει αυτό στο νερό, ώστε μόλις μία σταγόνα να στάξει από αυτό (g). Και η ελάχιστη δηλαδή ανακούφιση θα είναι ευπρόσδεκτη (p). Ζητά ένα ψίχουλο μόνο ανακούφισης μέσα στην ανυπόφορη οδύνη του (ο).
(7) Λέγεται μία φορά η λέξη. Και το καταψύχω και το οδυνώμαι που ακολουθεί είναι όροι που χρησιμοποιούνται από τους γιατρούς (L).
(8) Είμαι σε αγωνία μέσα στη φλόγα αυτή των ακόρεστων επιθυμιών και των τύψεων, οι οποίες αποτελούν την εισαγωγή της γέεννας της φωτιάς (p). Οι σαρκικές επιθυμίες που φούντωσαν και τράφηκαν στη ζωή αυτή, με αχαλίνωτη ικανοποίηση, μεταβάλλονται εκεί σε βάσανο για την ψυχή, εφόσον αυτή είναι στερημένη και από τα εξωτερικά αντικείμενα, που τις ικανοποιούν και από το σώμα με το οποίο απολάμβανε αυτές (g). Δεν υπάρχει τίποτα οδυνηρότερο για τα σώματα από το να βασανίζονται με φωτιά. Με αυτό λοιπόν παριστάνονται οι αγωνίες και αθλιότητες των καταδικασμένων ψυχών.

16.25 εἶπεν δὲ ᾽Αβραάμ, Τέκνον(1), μνήσθητι(2) ὅτι ἀπέλαβες(3) συ τὰ ἀγαθά σου(4) ἐν τῇ ζωῇ σου, καὶ Λάζαρος ὁμοίως τὰ κακά(4)· νῦν δὲ ὧδε(5) παρακαλεῖται σὺ δὲ ὀδυνᾶσαι(6).
25 Ο Αβραάμ όμως του απάντησε: “παιδί μου, θυμήσου ότι εσύ απόλαυσες την ευτυχία στη ζωή σου, όπως κι ο Λάζαρος τη δυστυχία. Τώρα λοιπόν αυτός χαίρεται εδώ, κι εσύ υποφέρεις.
(1) Η προσφώνηση Παιδί μου στο στόμα του Αβραάμ, φέρνει περισσότερο πλήγμα, παρά η Πάτερ Αβραάμ στο στόμα του πλουσίου. Ο Αβραάμ αναγνωρίζει την πραγματικότητα της σαρκικής συγγένειας, αλλά όχι λιγότερο ο απόγονός του αυτός παραμένει λεία της φλόγας του Άδη (g). Η προσφώνηση τέκνον κάνει βαρύτερη την άρνηση. Ήταν γιος, ανυπάκουος όμως και τώρα εγκαταλείφθηκε και αποκληρώθηκε από τον Αβραάμ ως ανάξιος απόγονος. Αξιοσημείωτη και η επόμενη: «Δεν είπε· Απάνθρωπε και ωμέ, δεν ντρέπεσαι;… Αλλά πώς μίλησε; Παιδί μου. Δες συμπαθή και αγία ψυχή… Παιδί μου, λέει, υπαινισσόμενος με αυτό ότι, μέχρις εδώ σταματά η εξουσία του, να τον ονομάσει δηλαδή έτσι με γλυκύτητα, παραπέρα όμως δεν εξουσιάζει τίποτα. Αυτό που έχω, αυτό σου μεταδίδω, φωνή συμπαθητική» (Θφ). «Δεν είπε απάνθρωπε και ωμέ και παμπόνηρε, ενώ άφησες σε τόσο μεγάλα κακά τον άνθρωπο, θυμάσαι τώρα τη φιλανθρωπία και το έλεος και τη συγγνώμη; Αλλά τι; Παιδί μου, λέει, πήρες τα αγαθά σου. Διότι λέει το ρητό «ψυχή ταλαιπωρημένη μην την ταράξεις παραπάνω»(Σοφ. Σειρ. 4,3)» (Χ).
(2) Οι νεκροί διατηρούν την ανάμνηση των γεγονότων της επίγειας ζωής. Δες και σ. 27 (b). Η ανάμνηση την οποία θα διατηρούν οι καταδικασμένες ψυχές, θα είναι ο βασανιστής τους. Ήδη στην παρούσα ζωή καλούνται οι αμαρτωλοί να θυμούνται, αλλά το αποφεύγουν και πεισματικά θέλουν να λησμονούν. Γιε μου, να θυμάσαι τον Δημιουργό σου, τον Λυτρωτή σου, τα τέλη της ζωής σου. Τώρα τα λησμονούν. Τότε η πρόσκληση αυτή θα αντηχεί διαρκώς στα αυτιά τους για να τους βασανίζει. Η μνήμη στον άλλο κόσμο είναι απαραίτητη για την χαρά των δικαίων και θα συντελεί σοβαρά στην θλίψη των χαμένων. Η μνήμη μας εκεί θα ενισχυθεί τόσο, ώστε να θυμόμαστε όλο τον βίο μας στη γη. Πιθανότατα μάλιστα θα κινείται τόσο αστραπιαία, ώστε αυτοστιγμεί να περιλαμβάνει με ένα βλέμμα ολόκληρη την περασμένη ζωή. Από το υψηλό όρος της αιωνιότητας θα βλέπουμε προς τα κάτω και θα διακρίνουμε ολόκληρη την πεδιάδα της ζωής μας στη γη, η οποία θα απλώνεται μπροστά μας. Και θα συνοδεύεται η ανάμνηση του παρελθόντος με τέλεια και ακριβή γνώση των συνεπειών και πλήρη αίσθηση της συνείδησης ως προς το ένοχο και τις βαριές ευθύνες του παρελθόντος.
(3) Η πρόθεση «από»=αρκετά πήρες, όπως και το απέχω του Ματθ. στ 2 (δ). Πλήρως και εξ’ ολοκλήρου πήρες, ώστε να μην επιφυλαχτεί τίποτα για το μέλλον (p). Λιγότερο πιθανή ερμηνεία: «Συνηθίζουμε να λέμε το «απέλαβες» για αυτά που δέχεται κάποιος τα οποία του τα χρωστούσαν» (Θφ). «Και φανερώνεται οπωσδήποτε από εδώ, ότι και ο πλούσιος, αν και ήταν αμαρτωλός, όμως είχε κάποια αρετή, χάριν της οποίας πήρε πίσω, όσο ζούσε ακόμη, τα οφειλόμενα αγαθά· και ο Λάζαρος, αν και ήταν δίκαιος, όμως είχε κάποια κακία, λόγω της οποίας και αυτός πήρε, όσο ζούσε, τα οφειλόμενα κακά· διότι από τους ανθρώπους κανείς δεν στερείται αρετής, ούτε ο πάρα πολύ πονηρός· και κανείς δεν στερείται κακίας, ούτε ο πάρα πολύ αγαθός» (Ζ). Από μόνη της η ερμηνεία είναι σωστή, αλλά εδώ είναι λιγότερο πετυχημένη.
(4) Σε αυτό συνίστατο η τραγική πλάνη του. Δεν είχε καν ιδέα ότι υπήρχαν και άλλα αγαθά και φύλαξε αυτά εγωιστικά για τον εαυτό του. Είναι αξιοσημείωτο το «σου», ενώ για τον Λάζαρο γράφεται απλώς «τα κακά» χωρίς το «του». Τα κακά του Λαζάρου δεν ήταν δικά του, αλλά δέχτηκε αυτά ως δοκιμασία από το Θεό· ενώ ο πλούσιος θεωρούσε τα αγαθά ως δικά του αποκλειστικά, χωρίς να πρόκειται κάποτε να δώσει λογαριασμό για αυτά (p). Διάλεξε τα φθαρτά αγαθά ως τα άριστα, με τα οποία ήταν πλήρως ικανοποιημένος και ήταν για αυτό το μόνο μερίδιο που διάλεξε. Στα φαγητά και τα ποτά, στα πλουσιότατα ρούχα τοποθέτησε την όλη ευτυχία του. Αυτά υπήρξαν η παρηγοριά του και η αμοιβή του και δεν του ήλθε ποτέ στο νου, ότι υπάρχουν και άλλα αγαθά καλύτερα. Τα τελευταία αυτά δεν είχε λόγο ποτέ να τα περιμένει. Και συνεπώς τώρα και την ελάχιστη ακόμη ανακούφιση στα δεινά, την αρνείται σε αυτόν ο Αβραάμ.
(5) Αντίθεση χρόνου και τόπου=Τώρα εδώ (p).
(6) Εάν υποφέρει χωρίς κάποια ανακούφιση, δεν οφείλεται αυτό απλώς στο ότι υπήρξε πλούσιος, αλλά διότι έκανε τον πλούτο εγωιστικά δικό του, χωρίς να κάνει συμμέτοχό του και τον φτωχό (g). Η απάντηση του Αβραάμ πρέπει να εννοηθεί σε στενή σχέση με το αίτημα του πλούσιου. Ο πλούσιος δεν ζήτησε να απαλλαχτεί τελείως από την τιμωρία του. Δέχτηκε αυτήν ως δίκαιη. Ζήτησε μόνο ελαφριά ανακούφιση και με τρόπο που προϋπέθετε την για κάποια ώρα διακοπή της ανάπαυσης του Λαζάρου. Ο Αβραάμ απαντά ότι κάτι τέτοιο είναι παράλογο και αδύνατο. Ο πλούσιος είχε αδιάκοπη και συνεχή ζωή απόλαυσης και ευφροσύνης και ο Λάζαρος αδιάκοπα δεινά στην επίγεια ζωή. Τώρα καμία διακοπή δεν μπορεί να γίνει ούτε στην οδύνη του πλούσιου, ούτε στην ανάπαυση του Λαζάρου (p).

16.26 καὶ ἐπί πᾶσι(1) τούτοις μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν χάσμα(2) μέγα ἐστήρικται(3), ὅπως οἱ θέλοντες διαβῆναι ἔνθεν πρὸς ὑμᾶς μὴ δύνωνται, μηδὲ ἐκεῖθεν πρὸς ἡμᾶς διαπερῶσιν(4).
26 Κι εκτός απ’ όλα αυτά, υπάρχει ανάμεσά μας μεγάλο χάσμα, ώστε αυτοί που θέλουν να διαβούν από ’δω σ’ εσάς να μην μπορούν· ούτε οι από ’κει μπορούν να περάσουν σ’ εμάς”.
(1) Υπάρχει και η γραφή ἐν πᾶσι. Το επί πᾶσιν συγκεντρώνει νέους λόγους απόρριψης του αιτήματος του πλουσίου (b)=Και αν ακόμη υποτεθεί ότι η αγάπη θα ήταν διατεθειμένη σε κάποια παραχώρηση, υπάρχει και άλλος λόγος που αποκλείει αυτήν, το αδύνατον (g).
(2) =Βάραθρο μεγάλο και αξεπέραστο (δ). «Χάσμα μέγα ονομάζει το ακαταμάχητο πρόσταγμα του Θεού, που σαν χάσμα εμποδίζει την ανάμιξη αυτών και εκείνων» (Ζ). Έξυπνα χρησιμοποιείται στην εικόνα αυτή το χάσμα και όχι τα τείχη, διότι τα τείχη θα εμπόδιζαν αυτούς που συνομιλούν να βλέπονται μεταξύ τους από το ένα μέρος στο άλλο (g). Δόξα τω Θεώ! Στην παρούσα ζωή δεν υπάρχει χάσμα ανάμεσα στην κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε εκ φύσεως και κληρονομικότητας, από τη μία, και στη χάρη του Θεού, από την άλλη. Οποιοιδήποτε και αν είμαστε, από οπουδήποτε και αν καταγόμαστε, μπορούμε να μεταπηδήσουμε από την αμαρτία στο Θεό. Αλλά αν πεθάνουμε μέσα στις αμαρτίες μας, εάν ρίξουμε τους εαυτούς μας στο χάσμα του ολέθρου, δεν υπάρχει πλέον ελπίδα από εκεί να βγούμε. Η κατάσταση των καταδικασμένων αμαρτωλών είναι πλέον οριστικά καθορισμένη από αμετάκλητη και αναλλοίωτη απόφαση του Θεού. Είναι πλέον αργά για οποιαδήποτε μεταβολή της κατάστασής τους ή για οποιαδήποτε ανακούφισή τους. Είναι εγκαταλελειμμένοι πλέον στην απελπισία.
(3) Είναι στερεωμένο (δ). Είναι αμετακίνητα στηριγμένο. Σύμβολο άκαμπτης απόφασης του Θεού για τον χωρισμό (g).
(4) «Δείχνει την απόσταση και διαφορά των δίκαιων με τους αμαρτωλούς. Όπως ακριβώς δηλαδή και οι διαθέσεις τους ήταν διαφορετικές, έτσι και οι τόποι διαμονής έχουν πολλή την απόσταση, αφού ο καθένας απολαμβάνει τα κατάλληλα ανάλογα με τη διάθεση και τον βίο του» (Θφ). Οι πιο πονόψυχοι από τους αγίους στους ουρανούς δεν μπορούν να επισκεφτούν τους κατάδικους στον άδη, για να ανακουφίσουν αυτούς που υπήρξαν ίσως φίλοι τους στην επίγεια ζωή. Δεν μπορούν να απομακρυνθούν από τη θεά του λαμπρού προσώπου του Πατέρα τους, ούτε να διακόψουν το έργο τους κοντά στο θρόνο του για να μεταφέρουν νερό σε αυτούς που έχουν απορριφθεί στον άδη.

16.27 εἶπεν δέ(1), ᾽Ερωτῶ(2) οὖν(3) σε, πάτερ, ἵνα πέμψῃς αὐτὸν(4) εἰς τὸν οἶκον τοῦ πατρός μου,
27 Είπε πάλι ο πλούσιος: “τότε σε παρακαλώ, πατέρα, στείλε τον στο σπίτι του πατέρα μου,
(1) Ο πλούσιος απευθύνει άλλη παράκληση, η οποία φαίνεται μεν λιγότερο ιδιοτελής από την πρώτη, είναι όμως και λιγότερο ταπεινή. Διότι υπονοεί, ότι δεν έτυχε στη γη σε ευνοϊκές περιστάσεις. Εάν ο Θεός τον ειδοποιούσε επαρκώς και έγκαιρα, δεν θα βρισκόταν τώρα στον τόπο αυτόν της βασάνου (p). Όχι λιγότερο όμως ο πλούσιος σιωπά για τον εαυτό του και δεν έχει τι να απαντήσει στην άρνηση που αντέταξε ο Αβραάμ. Το στόμα του φράχτηκε. Οι καταδικασμένοι λοιπόν αμαρτωλοί θα καταστούν αναπολόγητοι, μη βρίσκοντας ποια δικαιολογία να αντιτάξουν στην εναντίον τους απόφαση. Θα αντιληφθούν επιπλέον ότι με καμία ένσταση δεν θα μπορέσουν να ελαφρώσουν τη θέση τους και τιμωρία τους. Και με το κεφάλι τους προς τα κάτω και το στόμα τους κλειστό θα δεχτούν του δίκαιου κριτή την ετυμηγορία.
(2) «Σε παρακαλώ» (Ζ).
(3) Αφού είναι αδύνατον εδώ λόγω του χάσματος να περάσει κάποιος προς τα εδώ, δεν είναι όμως αδύνατη και η διάβαση από το μέρος το δικό σας στη γη, σε παρακαλώ λοιπόν… (L).
(4) Να στείλεις «όχι απλώς έναν από τους νεκρούς, αλλά τον Λάζαρο, για να τον δουν στεφανωμένο και με δόξα και με υγεία, αυτοί που τον είδαν σε αρρώστια και αυτοί που έγιναν μάρτυρες της φτώχιας του, αυτοί να γίνουν θεατές και της δόξας του. Διότι είναι προφανές ότι με δόξα επρόκειτο να τους εμφανιστεί, αν βεβαίως έπρεπε να είναι αυτός αξιόπιστος κήρυκας» (Θφ). Πάντως ο Λάζαρος ήταν γνωστός στο σπίτι του πλουσίου και ήταν γνωστός και ο θάνατός του. Και συνεπώς η μαρτυρία του θα έκανε εντύπωση στους αδελφούς του πλουσίου.

16.28 ἔχω γὰρ πέντε ἀδελφούς(1), ὅπως διαμαρτύρηται(2) αὐτοῖς, ἵνα μὴ καὶ αὐτοὶ ἔλθωσιν εἰς τὸν τόπον τοῦτον τῆς βασάνου(3).
28 να προειδοποιήσει τους πέντε αδερφούς μου, ώστε να μην έρθουν κι εκείνοι σ’ αυτόν εδώ τον τόπο των βασάνων”.
(1) «Παρακαλεί για τους αδελφούς, φανερώνοντας ότι, όπως ακριβώς αυτός πριν πεθάνει, έτσι και αυτοί, θεωρούν ανοησία τις απειλές της Γραφής για τις κολάσεις του μελλοντικού αιώνα και για αυτό επιδιώκουν μόνη τη φιληδονία» (Ζ). Ο πλούσιος δεν είναι ακόμη αποστερημένος από κάθε φυσική αγάπη. Οι 5 αδελφοί του πλούσιου δεν μπορούν να εκπροσωπούν παρά τους πλούσιους φαρισαίους, οι οποίοι ζούσαν τότε στη γη στην προνομιούχο και λαμπρή θέση, την οποία απολάμβανε άλλοτε ο πλούσιος. Είναι σαν να έλεγε σε αυτούς ο Κύριος: Να ποια θα είναι μετά από λίγο η θέση σας, εάν δεν μεταβληθείτε (g).
(2) Το να διαμαρτυρηθεί δεν σημαίνει απλώς να διακηρύξει, αλλά να μαρτυρήσει έντονα, ώστε η αλήθεια να εισχωρήσει διαμέσου (δια) των καλυμμάτων συνείδησης σκληρυμένης. Ο Ιησούς υπαινίσσεται εδώ την επίμονη αξίωση των αντιπάλων του, να δώσει κάποιο θαύμα σε αυτούς, την οποία αρνούνταν να ικανοποιήσει (g).
(3) Είναι προφανές, ότι ο Κύριος προϋποθέτει εδώ, ότι η κρίση του πλουσίου έγινε αμέσως με τον θάνατό του και όσο ζούσαν ακόμη οι αδελφοί του. Αυτό είναι απόδειξη ότι ο Κύριος δέχεται μία προσωρινή κρίση αμέσως μετά τον θάνατο του καθενός, η οποία διακρίνεται από την τελική και παγκόσμια κρίση (g).

16.29 λέγει αυτώ ᾽Αβραάμ(1), ῎Εχουσι Μωϋσέα καὶ τοὺς προφήτας(2)· ἀκουσάτωσαν αὐτῶν(3).
29 Ο Αβραάμ του λέει: “έχουν τα λόγια του Μωυσή και των προφητών· ας υπακούσουν σ’ αυτά”.
(1) Ο Αβραάμ δεν απαντά ως προς το αν ο Λάζαρος ήταν δυνατόν να σταλεί στους αδελφούς του πλούσιου. Αναμφίβολα δεν υπάρχει μεταξύ γης και παραδείσου τόσο χάσμα, όσο μεταξύ παραδείσου και άδη (b).
(2) Προσωποποίηση του νόμου και των συγγραμμάτων των προφητών, που έξυπνα χρησιμοποιείται εδώ σε αντίθεση με τον Λάζαρο. Διαβάζοντας τον νόμο και τις προφητείες, είναι σαν να έχουν τον Μωϋσή και τους προφήτες πρόσωπο προς πρόσωπο να τους μιλούν (b). «Δεν νοιάζεσαι, λέει, τόσο εσύ για τους αδελφούς όσο ο Θεός που τους έπλασε· διότι τοποθέτησε για χάρη τους αμέτρητους δασκάλους» (Θφ). Από αυτό φαίνεται καθαρά, ότι υπάρχουν αρκετά τεκμήρια και αποδείξεις στην Π.Δ., στον Μωϋσή και τους προφήτες, μέσω των οποίων οι απροκατάληπτοι και ειλικρινείς αναζητητές της αλήθειας θα μπορούσαν να πληροφορηθούν, ότι υπάρχει και άλλη ζωή πέραν του τάφου, όπως και αμοιβές ή ποινές για τους αγαθούς ή πονηρούς ανθρώπους.
(3) Κανείς δεν αναγκάζεται. Με την ακρόαση με πίστη του νόμου σωζόμαστε και όχι με τις εμφανίσεις από τους νεκρούς. Ο Ηρώδης, ο οποίος δεν είχε διάθεση να ακούσει, δεν αξιώθηκε να δει κανένα θαύμα (b).

16.30 ὁ δὲ εἶπεν, Οὐχί(1), πάτερ ᾽Αβραάμ, ἀλλ᾽ ἐάν τις ἀπὸ νεκρῶν(2) πορευθῇ πρὸς αὐτοὺς μετανοήσουσιν(3).
30 “Όχι, πατέρα μου Αβραάμ”, του λέει εκείνος, “δεν αρκεί· αλλά αν κάποιος από τους νεκρούς πάει σ’ αυτούς, θα μετανοήσουν”.
(1) «Στα μεν βιβλία απιστούν, διότι γράφτηκαν από ζωντανούς, που δεν έχουν δει ακόμη τα σχετικά με τον μέλλοντα αιώνα· εάν όμως κάποιος από τους νεκρούς πορευτεί προς αυτούς, θα τον πιστέψουν, αφού ξέρει τα πάντα» (Ζ). «Τέτοιοι είναι και τώρα αυτοί που λένε· Ποιος ξέρει τα σχετικά με τον άδη; Ποιος αφού ήλθε από εκεί μας τα ανήγγειλε;» (Θφ). Ο πλούσιος κάνει ένσταση. Θα έλεγε κάποιος, ότι θέλει να μαλακώσει τον Αβραάμ προσφωνώντας τον με οικειότητα με την επανάληψη του Πάτερ Αβραάμ. Η αίτησή του είναι συγκινητική. Δεν μπορεί κάποιος όμως να μην αντιληφθεί, ότι εμπερικλείει ένα είδος προσωπικής δικαιολογίας. Ο πλούσιος σκέφτεται για τους αδελφούς του ό,τι και για τον εαυτό του (L). Εάν δεν μετανόησε έγκαιρα αυτό οφείλεται στο ότι ο Θεός δεν μεταχειρίστηκε τα μέτρα που έπρεπε (g).
(2) Που βγήκε από τους νεκρούς· η «από» δείχνει το μέρος, στο οποίο είναι οι νεκροί, δηλαδή από τον άδη (δ).
(3) Ο πλούσιος ομολογεί ότι αιτία της απώλειάς του δεν υπήρξαν κυρίως τα πλούτη, αλλά η αμετανοησία, από την οποία συνοδεύονταν αυτά (g).

16.31 εἶπεν δὲ αὐτῷ, Εἰ Μωϋσέως καὶ τῶν προφητῶν οὐκ ἀκούουσιν, οὐδ᾽ ἐάν τις ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ πεισθήσονται(1).
31 Του λέει τότε ο Αβραάμ: “αν δεν υπακούνε στα λόγια του Μωυσή και των προφητών, ακόμη κι αν αναστηθεί κάποιος από τους νεκρούς, δεν πρόκειται να πεισθούν”».
(1) Μόνο ανόητοι άνθρωποι είναι δυνατόν να φανταστούν, ότι υπάρχουν μέθοδοι και τρόποι πειθούς καλύτεροι από εκείνους τους οποίους διάλεξε και χρησιμοποιεί ο Θεός. Και μόνο ανόητοι και τυφλοί μπορούν να ισχυριστούν, ότι βρίσκουν αυτοί μέσα σωτηρίας, δραστικότερα από εκείνα, τα οποία μεταχειρίζεται ο Θεός. «Αν δεν ακούμε τις Γραφές, δεν θα πιστέψουμε ούτε αυτούς που έρχονται από τον άδη. Και αυτό το έκαναν φανερό οι Ιουδαίοι, οι οποίοι, επειδή τις Γραφές δεν τις άκουγαν, ούτε νεκρούς αναστημένους που είδαν πίστεψαν, αλλά και τον Λάζαρο (στο κατά Ιωάννην) επιχειρούσαν να τον φονεύσουν» (Θφ), αν και «αναστήθηκε από τους νεκρούς» (Ζ). Και ο Κύριος που είπε αυτήν την παραβολή διακηρύχτηκε με αυθεντικές αποδείξεις ότι αναστήθηκε εκ νεκρών. Και όμως, την ώρα που το μεγάλο αυτό γεγονός του ευαγγελίου διακηρύχτηκε και βεβαιώθηκε από ζωντανούς αυτόπτες, το ιουδαϊκό έθνος ως σύνολο ενέμεινε στην απιστία του (ο). Εκείνος, του οποίου η συνείδηση δεν αφυπνίστηκε από τον νόμο, θα έμενε αδιόρθωτος και μπροστά σε νεκρό αναστημένο. Μόνη η φαντασία του θα δεχόταν πλήγμα από αυτό. Μετά την πρώτη όμως συγκίνηση της έκπληξης και της φρίκης, θα αφυπνιζόταν η κριτική, η οποία θα έλεγε· Φαντασιοπληξία και ψευδαίσθηση· πλάνη της ακοής και της όρασης (g). Έτσι με το συμπέρασμα αυτό ο Κύριος ακόμη μία φορά αποδοκιμάζει την αίτηση θαύματος. Αυτοί που ζητούν αυτό έχουν καθετί που θα χρειάζονταν για να πειστούν για την αλήθεια. Και αν παρεχόταν σε αυτούς το θαύμα, δεν θα πείθονταν από αυτό περισσότερο (p). Τα θαύματα είναι χρήσιμα και ωφέλιμα σε όσους έχουν καλή διάθεση, των οποίων η καρδιά είναι διατεθειμένη να πιστέψει στην αγαθότητα και τη δύναμη του Θεού (L). Εκείνος ο οποίος θα έλθει από τους νεκρούς για να μιλήσει για τα εκεί, δεν θα μπορούσε να μας πει περισσότερα από εκείνα, τα οποία μας λένε οι Γραφές. Ούτε θα μπορούσε να μας μιλήσει με το ίδιο κύρος, το οποίο περιβάλλει τις Γραφές. Ο Θεός εξάλλου μίλησε στους ανθρώπους όχι με αγγέλους η άλλους απεσταλμένους από τον ουρανό, αλλά με ανθρώπους, με τον Μωϋσή και τους προφήτες. Και οι Ισραηλίτες όμως στο Σινά προτίμησαν την επικοινωνία με το Θεό μέσω του Μωϋσή, διότι δεν μπορούσαν να υπομείνουν τον τρόμο, ο οποίος προκαλούνταν σε αυτούς από την άμεση επικοινωνία του Θεού με αυτούς. Τέλος η εμφάνιση μάρτυρα από τους νεκρούς μπορεί μεν κατ’ αρχήν να προκαλέσει κάποιο τρόμο σε αμαρτωλούς και κάτω από το κράτος του τρόμου να σημειώσουν αυτοί κάποια βήματα μετάνοιας, αλλά όταν ο τρόμος αυτός περάσει, επόμενο είναι να επιστρέψουν αυτοί στην προηγούμενη σκληρότητά τους.

Κεφάλαιο 17

Στίχ. 1-10. Διάφορες διδασκαλίες.
17.1 Εἶπεν δὲ και πρὸς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ(1), ᾽Ανένδεκτόν(2) ἐστιν τοῦ μὴ ἐλθεῖν(3) τα σκάνδαλα, οὐαὶ δε δι᾽ οὗ ἔρχεται(4)·
1 Ο Ιησούς είπε και στους μαθητές του: «Είναι αδύνατο να μην έρθουν τα σκάνδαλα· αλίμονο όμως σ’ εκείνον που τα προκαλεί.
Ποια η σχέση των λόγων αυτών με τα προηγούμενα; Ή, με την παραβολή μεν του πλουσίου έδειξε στους Φαρισαίους «ποια κόλαση θα τους περιμένει εξαιτίας της αγάπης για τον πλούτο. Λέει λοιπόν στους μαθητές και για αυτούς του Φαρισαίους, δείχνοντας ότι προκαλούν σκάνδαλο και εμποδίζουν το θείο δρόμο και για αυτό τούς λέει τα «ουαί»» (Θφ). Ή, πιο σωστά, οι παραγγελίες που δίνονται στην περικοπή αυτή, δεν συνδέονται στενά ούτε μεταξύ τους, ούτε με τα προηγούμενα, ούτε με τα επόμενα (L). Μερικές από αυτές αναφέρονται και από τους άλλους δύο συνοπτικούς μέσα σε άλλα συμφραζόμενα. Αλλά το ότι ο Λουκάς εδώ παραλείπει να αναφέρει τις περιστάσεις, κάτω από τις οποίες λέχθηκαν τα λόγια αυτά, αποδεικνύει ότι βρίσκονταν με την μορφή αυτή αποσπασμένα και μεμονωμένα στην πηγή, από την οποία αντλούσε ο ιερός ευαγγελιστής. Και πήρε αυτά από εκεί, όπως ήταν, χωρίς να επιτρέψει στον εαυτό του, να επινοήσει πλαίσιο γεγονότων που να δικαιολογούν αυτά, πράγμα το οποίο αποδεικνύει την αυθεντικότητα των περιστατικών, τα οποία σε τόσες άλλες περιπτώσεις αναφέρει μαζί με τα λόγια του Κυρίου ο Λουκάς (g).
(1) Οι δύο πρώτοι στίχοι αναφέρονται στα σκάνδαλα. Δες Ματθ. ιη 6,7 και Μάρκ. θ 42 και τις εκεί ερμην. σημειώσεις.
(2) Λέξη που λέγεται μοναδική φορά και σπάνια συναντιέται και αλλού. Στο ιγ 33 συναντιέται το ενδέχεται, από το οποίο παράγεται το ανένδεκτο (p), από το στερητικό α και το ενδέχεσθαι (=μπορεί να συμβεί) και σημαίνει αδύνατο (δ)· «δηλαδή είναι αδύνατο να μην έλθουν τα σκάνδαλα, δηλαδή τα εμπόδια για τον αγαθό και αγαπητό στο Θεό τρόπο ζωής» (Θφ).
(3) «Είναι ανάγκη να έλθουν» (Ζ). «Η ανάγκη αυτή, βεβαίως, έχει την αρχή της στην ελεύθερη διάθεση· εννοώ δηλαδή το εξής, ο Κύριος βλέποντας την πονηρία των ανθρώπων… είπε, ότι σε σχέση με την ακολουθία αυτών που βλέπουμε, είναι ανάγκη να έλθουν τα σκάνδαλα» (Θφ). «Δεν φέρνει λοιπόν τα σκάνδαλα η προφητεία του… Ούτε επειδή προείπε, για αυτό γίνεται. Αλλά επειδή οπωσδήποτε επρόκειτο να γίνουν, για αυτό τα προείπε» (Χ). Και μας βεβαιώνει εκ των προτέρων για αυτό που θα συμβεί, διότι όταν είμαστε βέβαιοι για το ότι υπάρχει κίνδυνος, τότε και θα οπλιστούμε καλύτερα, για να τον αποτρέψουμε. Αν λάβουμε υπ’ όψιν την πανουργία και κακία του σατανά, την ασθένεια και διαφθορά των ανθρώπινων καρδιών και την ανοησία που επικρατεί στον κόσμο είναι αδύνατον ηθικά να μην συμβούν τα σκάνδαλα. Και ο Θεός επιτρέπει αυτά, «ώστε να γίνουν φανεροί οι άξιοι» (Ά Κορ. ια 19).
(4) Παρόλο που ο Θεός κατευθύνει έτσι τα πράγματα, ώστε οι αμαρτίες των αμαρτωλών να εξυπηρετούν τους σκοπούς του, αυτό δεν εξασφαλίζει αυτούς από την οργή του. «Η μεν πονηρία λοιπόν, την οποία εξασκούν οι άνθρωποι, προέρχεται από την ελεύθερη διάθεσή τους, οπότε η διάπραξη των σκανδάλων αναγκαστικά ακολούθησε λόγω της πονηρίας. Επομένως, για αυτό και είναι άξιοι τιμωρίας οι εργάτες των σκανδάλων. Όπως, λόγου χάριν, για να φέρουμε παράδειγμα, ένας γιατρός που βλέποντας κάποιον να κάνει κακή διατροφή και να είναι άπληστος, θα μπορούσε να πει· αυτός αναγκαστικά θα αρρωστήσει. Άραγε λοιπόν η αρρώστια είναι αναγκαστική; Ναι, όσον αφορά τη συνέπεια της κακής διατροφής» (Θφ). Αλίμονο στους διώκτες, οι οποίοι με λόγο ή έργο σκανδαλίζουν τους πιστούς αποθαρρύνοντας ή και κλονίζοντας αυτούς από το να δουλεύουν στο Θεό και να πράττουν το καθήκον τους. Αλίμονο στους πλάνους, οι οποίοι διαστρέφουν τις αλήθειες του Χριστού και ταράζουν τις διάνοιες των μαθητών. Αλίμονο σε εκείνους οι οποίοι κάτω από το ένδυμα του χριστιανικού ονόματος ζουν σκανδαλωδώς και δίνουν κακό παράδειγμα στους ασθενέστερους και γίνονται αιτία να βλασφημείται το όνομα του Χριστού.

17.2 λυσιτελεῖ(1) αὐτῷ εἰ λίθος μυλικὸς(2) περίκειται περὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ ἔρριπται εἰς τὴν θάλασσαν ἢ ἵνα σκανδαλίσῃ ἕνα τῶν μικρῶν τούτων(3).
2 Είναι προτιμότερο γι’ αυτόν να κρεμάσει μια μυλόπετρα στο λαιμό του και να πάει να πέσει στη θάλασσα, παρά να κλονίσει την πίστη ενός απ’ αυτούς εδώ τους μικρούς.
(1) Λέγεται μοναδική φορά εδώ, συναντιέται όμως και στους κλασικούς και στους Ο΄. Κατά λέξη (από το λύω τα τέλη) σημαίνει πληρώνω τους φόρους (p). Εδώ=είναι προτιμότερο. Κάνει σύγκριση ο Λουκάς με το λυσιτελεί… ει… περίκειται και έρριπται… ή ίνα σκανδαλίση=Καλύτερα να πεθάνει παρά να σκανδαλίσει (δ).
(2) Ο Ματθαίος λέει μύλος ονικός (πέτρα μύλου που κινείται από μουλάρι)· εδώ λίθος μυλικός· είναι λίθος μύλου μικρότερων διαστάσεων που κινείται από το χέρι (g).
(3) Εφόσον τα λόγια αυτά απευθύνονταν στους μαθητές, είναι απίθανο στη φράση αυτή («των μικρών τούτων») να περιλάμβανε ο Ιησούς ολόκληρο τον κύκλο των μαθητών. Πιο φυσικό είναι να εννοήσουμε ότι αναφερόταν αυτό στους πιο άσημους μεταξύ τους ή σε κάποιους που πρόσφατα επέστρεψαν και πίστεψαν, ή ίσως και σε κάποια παιδιά που ήταν εκεί τριγύρω (p). Οι λειτουργοί και διάκονοι της εκκλησίας, αλλά και αυτοί που είναι περιβεβλημένοι με οποιοδήποτε κύρος οφείλουν να προσέχουν πολύ, ώστε με λόγο ή με κακό παράδειγμα να μην αποθαρρύνουν ή με οποιοδήποτε τρόπο να γίνουν αφορμή αμαρτίας σε κάποιον ασθενή αδελφό.

17.3 προσέχετε ἑαυτοῖς(1). ἐὰν δε ἁμάρτῃ(2) εις σε(3) ὁ ἀδελφός σου ἐπιτίμησον(4) αὐτῷ, καὶ ἐὰν μετανοήσῃ ἄφες αὐτῷ(5)·
3 Προσέχετε τη συμπεριφορά σας. Αν ο αδερφός σου σού κάνει κακό, επιτίμησέ τον, κι αν μετανοήσει συγχώρησέ τον.
(1) Η φράση αυτή κακώς χωρίστηκε από τον προηγούμενο σ.= «Προσέξτε μήπως σκανδαλίσετε κάποιους ή σκανδαλιστείτε από κάποιους» (Ζ). «Να, λέει, προλέγω σε σας, ότι θα έλθουν τα κακά· είστε αναπολόγητοι. Διότι είναι μεν ανάγκη να έλθουν εκείνα, δεν είναι όμως ανάγκη εσείς να χαθείτε, αν βεβαίως ασφαλίζετε τους εαυτούς σας και τους οπλίζετε. Είναι δηλαδή ανάγκη μεν να έλθει ο λύκος, αλλά αν ξαγρυπνά ο βοσκός, δεν είναι ανάγκη να φονευτούν τα πρόβατα, αλλά ο λύκος αφού μάταια ανοίγει το στόμα, φεύγει» (Θφ).
(2) Από αυτούς που συνδέουν τους σ. 3,4 με τους προηγούμενους, προτάθηκαν διάφορες συνδέσεις από διάφορους. Έτσι «φαίνεται κάπως ότι θυμήθηκε εκείνα τα σκάνδαλα, τα οποία συμβαίνουν πολλές φορές από ανθρώπινη μικροψυχία μεταξύ φίλων και αδελφών… Ποια λοιπόν είναι αυτά τα σκάνδαλα; Ίσως κάποιες μικροψυχίες και λύπες, δίκαιοι και άδικοι θυμοί, κοροϊδίες, κατακρίσεις πολλές φορές και τα συγγενικά και όμοιου είδους με αυτά πταίσματα… Διατάζει λοιπόν να δείχνουμε ανεξικακία σε αυτούς που προκαλούν αυτά» (Κ). Ή, διαφορετική ερμηνεία· «αφού είπε για αυτούς που σκανδαλίζουν και βλάπτουν… επειδή υπάρχουν πολλές διαφορές σε αυτούς, διότι άλλοι μεν είναι αθεράπευτοι, όπως οι Φαρισαίοι, άλλοι όμως θεραπεύσιμοι… για αυτό λέει· Εάν αμαρτήσει σε σένα…» (Θφ). Δες Ματθ. ιη 15,21,22 και τις εκεί ερμην. σημειώσεις.
(3) Τα αλεξανδρινά χειρόγραφα παραλείπουν αυτό. Από τα συμφραζόμενα όμως φαίνεται, ότι πρόκειται για αμαρτήματα που αναφέρονται σε αυτόν που προτρέπεται να συγχωρεί.
(4) «Κάνε επίπληξη με τρόπο αδελφικό και για διόρθωση» (Ζ). Η αγάπη και η επιείκεια δεν πρέπει να καταντάει ασθένεια και αδυναμία (p).
(5) «Διότι η μετάνοια είναι άξια συγγνώμης» (Ζ). Άστον, συγχώρεσέ τον. Μην σκέφτεσαι πλέον την αδικία που σου έκανε. Πολύ περισσότερο μην μαλώνεις πλέον αυτόν για αυτήν. Αλλά και αν ακόμη δεν μετανοήσει, δεν πρέπει να τρέφεις κακία εναντίον του ή να μελετάς εκδίκηση εναντίον του. Δεν είσαι όμως υποχρεωμένος να διατηρείς τις προηγούμενες σχέσεις οικειότητας μαζί του.

17.4 καὶ ἐὰν ἑπτάκις(1) τῆς ἡμέρας ἁμάρτη εἰς σὲ καὶ ἑπτάκις της ημέρας ἐπιστρέψῃ πρὸς σὲ λέγων, Μετανοῶ, ἀφήσεις αὐτῷ(2).
4 Αν σου κάνει κακό πολλές φορές την ημέρα κι έρθει άλλες τόσες και σου πει “μετανοώ”, να τον συγχωρήσεις».
(1) «Το «επτά φορές» βεβαίως εδώ, σημαίνει το «πολλές φορές»· δηλαδή, όσες φορές την ημέρα, αφού αμάρτησε, μετανοήσει, τόσες φορές συγχώρεσέ τον» (Ζ). «Ότι βεβαίως αυτό εννοεί, είναι φανερό από τον Ματθαίο. Διότι εκεί αφού ο Πέτρος είπε· Άραγε, έως επτά φορές να τον συγχωρήσω; Είπε ο Κύριος· Όχι, αλλά εβδομήντα φορές το επτά, υποδηλώνοντας με αυτό το αναρίθμητο» (Θφ).
(2) «Εάν επιστρέφει, λέει, αυτός που αμάρτησε σε σένα και κατηγορεί τον εαυτό του, θα τον συγχωρέσεις· και όχι μία φορά, αλλά πολλές. Διότι αν κάποιος ασθενεί και μάλιστα συχνά, δεν πρέπει να δειχνόμαστε λόγω αυτού ότι έχουμε έλλειψη αγάπης μεταξύ μας και ότι ολιγωρούμε στο να δείξουμε μακροθυμία· αλλά πρέπει μάλλον να αγαπάμε να μιμούμαστε τους γιατρούς των ασθενειών τους σώματος, οι οποίοι δεν θεραπεύουν τον άρρωστο μία ή δύο φορές, αλλά μάλλον τόσες φορές, όσες συμβεί αυτός να αρρωστήσει. Διότι καταλαβαίνουμε ότι και εμείς είμαστε ασθενείς και μας νικούν τα πάθη· όταν όμως παθαίνουμε αυτό, ευχόμαστε να είναι καλοί και αμνησίκακοι προς εμάς αυτοί που οφείλουν να μαλώνουν και έχουν την εξουσία να πρέπει να τιμωρούν» (Κ).

17.5 Καὶ εἶπαν οἱ ἀπόστολοι(1) τῷ κυρίῳ, Πρόσθες ἡμῖν πίστιν(2).
5 Οι απόστολοι είπαν στον Κύριο: «Αύξησε την πίστη μας».
(1) Όσοι συνδέουν τα λόγια αυτά με τα προηγούμενα, παρατηρούν: Ή «επειδή ήλθαν σε συναίσθηση της αδυναμίας τους και άκουσαν τον Κύριο που τους είπε για κάποια μεγάλα πράγματα και για τον κίνδυνο από τα σκάνδαλα, παρακαλούν να έχουν σε πλεόνασμα την δύναμη της πίστης, με την οποία θα μπορέσουν να κατορθώσουν και τα σχετικά με την ακτημοσύνη. Διότι τίποτα δεν κατορθώνει την ακτημοσύνη τόσο, όσο το να πιστέψει κάποιος και να έχει θάρρος στο Θεό… Επιπλέον και στα σκάνδαλα μέσω της πίστης θα μπορέσουν να αντισταθούν» (Θφ). Ή, ζητούν προσθήκη πίστης οι απόστολοι, για να ασκήσουν ευκολότερα την συγχώρηση των λαθών του πλησίον (Knabenbauer). Πιθανότερο φαίνεται, ότι «οι απόστολοι» ζητούν αυτό σε σχέση με την εκπλήρωση του αποστολικού τους έργου, παίρνοντας αφορμή ίσως από κάποια έκτακτη εκδήλωση της δύναμης του Ιησού σε θαύμα που τους κατέπληξε (g). Οι ίδιοι οι απόστολοι, που έγιναν πρώτοι διάκονοι της βασιλείας των ουρανών, αυτοί που άφησαν τα πάντα, για να ακολουθήσουν το Χριστό, αναγνωρίζουν, ότι η πίστη τους είναι ελλιπής και αισθάνονται την ανάγκη να ζητήσουν από τον Κύριο την ενίσχυση και αύξησή της. Πόσο μάλλον εμείς έχουμε ανάγκη ενίσχυσης της πίστης μας! Είναι αναγκαίο να ενισχυθεί και αυξηθεί η πίστη μας, διότι όσο η πίστη μας αυξάνει, τόσο συναυξάνουν μαζί της και οι υπόλοιπες αρετές και τόσο περισσότερο προκόβουμε στην κατά Χριστόν ζωή.
(2) «Πρόσθεσε, σε αυτήν που έχουμε, αυτήν που λείπει, δηλαδή κάνε τέλεια την πίστη μας σε σένα» (Ζ) «ανάδειξέ μας τελειότερους και σταθερότερους στην πίστη» (Θφ). «Διότι από την πίστη, ένα μεν μέρος εξαρτάται από εμάς, ενώ το άλλο δίνεται σύμφωνα με θεία χάρη. Σε μας δηλαδή ανήκει το προκαταρκτικό μέρος» (Κ)· «ενώ η πίστη που προστίθεται από το Θεό, είναι τελειοποίηση και σταθεροποίηση της πίστης που εμείς βάλαμε από την αρχή» (Ζ). Όπως οι μαθητές έτσι και εμείς με θερμή προς τον Κύριο προσευχή ας εκφράζουμε ολόθερμο τον πόθο να αυξηθεί η πίστη μας. Θερμή προσευχή με την οποία συνεχώς και ασταμάτητα θα ζητάμε από το Θεό την αύξηση της πίστης μας, θα συντελέσει πολύ σε αυτό. Προφύλαξή μας από τους δρόμους στους οποίους μπορεί να κλονιστεί η πίστη, είναι άλλο μέσο για αύξηση της πίστης μας. Φύλαγε τον εαυτό σου από τη συντροφιά με άπιστους. Τέτοιες συντροφιές είναι αδύνατον να σε ωφελήσουν, ενώ υπάρχει μεγάλος κίνδυνος να σε βλάψουν. Φύλαγε ακόμη τον εαυτό σου από την αμαρτία. Προπαντός να φοβάσαι τις μικρές παραβάσεις. Πολλές φορές και μικρά πταίσματα μπορούν να προκαλέσουν μεγάλες καταστροφές στην ψυχή σου. Αστοχίες όσον αφορά την αγαθή συνείδηση προκαλούν ναυάγιο και στην πίστη.

17.6 εἶπεν δὲ ὁ κύριος(1), Εἰ ἔχετε(2) πίστιν ὡς κόκκον σινάπεως(3), ἐλέγετε ἂν τῇ συκαμίνῳ(4) ταύτῃ, ᾽Εκριζώθητι καὶ φυτεύθητι ἐν τῇ θαλάσσῃ(5)· καὶ ὑπήκουσεν ἂν(6) ὑμῖν.
6 Κι εκείνος τους είπε: «Αν είχατε πίστη σαν κόκκο σιναπιού, θα λέγατε σ’ αυτή τη μουριά: “ξεριζώσου και πήγαινε να φυτρώσεις στη θάλασσα” κι εκείνη θα σας υπάκουε.
(1) Δες Ματθ. ιζ 20 και τις εκεί σημειώσεις.
(2) Το «Εἰ ἔχετε… ἐλέγετε ἂν» είναι ανώμαλη σύνταξη. Για αυτό και υπάρχει και η διαφορετική γραφή «ει είχετε» που προήλθε από διόρθωση (p).
(3) «Τόσο έντονη και δυνατή και θερμή σαν κόκκο σιναπιού· διότι τέτοια ποιότητα έχει αυτός» (Ζ). Δεν είναι ζήτημα προσθήκης απλής πίστης, αλλά γνήσιας και θερμής πίστης (p), πίστης ενεργητικής, όχι νεκρής αλλά ζωντανής, όχι αδρανούς και χλιαρής. Αυτή η πίστη έχει δύναμη και δέντρα ολόκληρα με έναν λόγο να μεταφυτέψει από την ξηρά στη θάλασσα. Και έχει τη δύναμη αυτή όχι από μόνη της, αλλά χάρις στη θεία δύναμη, η οποία σύμφωνα με θεία υπόσχεση παρέχεται πλούσια στους πιστούς.
(4) Και τώρα στην Παλαιστίνη είναι συνηθισμένες τόσο οι λευκές όσο και οι σκούρες μουριές. Και στη νεότερη Ελλάδα το δέντρο ονομάζεται ακόμη συκαμινέα. Είναι αβέβαιο εάν η σικάμινος ταυτίζεται με την συκομορέα στου Λουκ. ιθ 4. Δύο ενδείξεις μπορούν να προβληθούν για την ταύτιση των 2 δέντρων. Δηλαδή· στη μετάφραση των Ο΄ οπουδήποτε το εβραϊκό πρωτότυπο έχει την λέξη σίμιν, μεταφράζεται στο ελληνικό σικάμινος, παρόλο που με τη λέξη σημαίνεται η συκιά και όχι η συκαμινέα· και επιπλέον σήμερα ακόμη δείχνεται η συκαμινέα ως από τότε γνωστή στην Παλαιστίνη. Πάντως και τα δύο δέντρα είναι διαφορετικά από την αγγλική συκομόρο, η οποία είναι είδος πλατανιού (p).
(5) «Δύο λοιπόν ταυτόχρονα είναι τα μεγάλα, και το να μετακινηθεί αυτό που είναι ριζωμένο στη γη και το να φυτευτεί στη θάλασσα. Διότι τι θα μπορούσε να φυτευτεί στο νερό; Είναι φανερό λοιπόν ότι με το να πει αυτά, δείχνει την δύναμη της πίστης» (Θφ). «Αν δηλαδή αυτό που έχει μπηχτεί έτσι και είναι ριζωμένο στη γη, θα μπορούσε να το μετακινήσει η δύναμη της πίστης, θα μπορούσε κάποιος συνολικά να πει, ότι δεν υπάρχει τίποτα τόσο ακίνητο που δεν θα μπορούσε να το σαλεύσει η πίστη» (Σχ.).
(6) Ο αόριστος είναι αξιοσημείωτος=Το πράγμα με το που θα λεγόταν, αμέσως θα βρισκόταν συντελεσμένο (g).

17.7 Τίς δὲ(1) ἐξ ὑμῶν δοῦλον(2) ἔχων ἀροτριῶντα ἢ ποιμαίνοντα(3), ὃς εἰσελθόντι ἐκ τοῦ ἀγροῦ ἐρεῖ, Εὐθέως(4) παρελθὼν ἀνάπεσε(5),
7 »Ποιος από σας, όταν ο δούλος του, που τον έχει για να οργώνει τα χωράφια ή να βόσκει τα πρόβατα, έρθει στο σπίτι από το χωράφι, θα του πει: “έλα αμέσως και κάθισε να φας”;
(1) Η παραβολή του αχρείου δούλου στους σ. 7-10 είναι μόνο στον Λουκά. Έγιναν απόπειρες σύνδεσης με τα προηγούμενα. Τέτοια σύνδεση είναι και η επόμενη: «Επειδή η πίστη κατορθώνει πολλά… και στολίζει αυτόν που την έχει και με θαυματουργίες, αλλά από αυτά είναι λογικό ο άνθρωπος πολλές φορές να πέσει σε υψηλοφροσύνη, ασφαλίζει τους αποστόλους ώστε να μην υπερηφανεύονται για τα κατορθώματα» (Θφ). Κανείς λοιπόν άλλος λογικός σύνδεσμος με τα προηγούμενα δεν απομένει, παρά μόνο ότι η χάρη των θαυμάτων, που χορηγήθηκε στους αποστόλους, έκανε επίκαιρη την πρόσκληση αυτή σε ταπεινοφροσύνη (L). Και αν ακόμη κατορθώσετε θαύματα στο όνομά μου, δεν πρέπει να υποθέσετε ότι είστε άξιοι αμοιβής για αυτά. Παρ’ όλα αυτά, πιο πιθανό φαίνεται, ότι καμία σχέση δεν υπάρχει με τα προηγούμενα, εφόσον σε εκείνα μεν γίνεται λόγος για θαύματα, ενώ εδώ για αυτά τα οποία διαταχτήκαμε (σ. 10), τα οποία είναι τα συνηθισμένα καθήκοντα της χριστιανικής ζωής (p), ενώ τα θαύματα δεν είναι δυνατόν να συγκαταλεχθούν στην κατηγορία αυτών που διαταχτήκαμε (g).
(2) Δεν πρόκειται εδώ για εργάτη που εργάζεται για ημερομίσθιο, αλλά για δούλο. Ανάμεσα σε αυτόν και τον κύριο καμία συμφωνία δεν έχει συναφθεί, αλλά αυτό δεν σημαίνει, ότι ο κύριος δεν είναι υποχρεωμένος να φροντίζει για τη διατροφή και ανάπαυση του δούλου του (L).
(3) Που εργάζεται έξω από το σπίτι (δ). Ο δούλος σύμφωνα με τα όσα τότε επικρατούσαν επέστρεφε το απόγευμα στο σπίτι του κυρίου, αφού είχε εργαστεί ολόκληρη την ημέρα στην εξοχή είτε καλλιεργώντας τον αγρό, είτε φυλάγοντας το ποίμνιο (g). Με το οργώνει και το βόσκει σήμανε κάθε είδος εργασίας, από την πιο κουραστική (οργώνει) μέχρι την ελαφρότερη (βόσκει) (ο). Ο Ιησούς για αυτά που τότε επικρατούσαν δεν εκφράζει γνώμη. Ούτε επιδοκιμάζει ούτε αποδοκιμάζει αυτά. Χρησιμοποιεί μόνο αυτά για σύγκριση. Δεν προϋποθέτει παρ’ όλα αυτά, ότι ο δούλος επιστρέφει εξαντλημένος από τον κόπο, αλλά μάλλον φαίνεται ότι εξοικονόμησε τις δυνάμεις του με βάση την πρόβλεψη ότι μετά την επιστροφή στο σπίτι μένει σε αυτόν και άλλο έργο (L).
(4) Το «ευθέως (αμέσως)» πρέπει να συνδεθεί μάλλον με το «παρελθών (πέρασε)» και όχι με το «ἐρεῖ (θα πει)», όπως φαίνεται από το «μετά ταύτα» που ακολουθεί στο σ. 8, το οποίο αντισταθμίζει το ευθέως
(5) Πλησίασε και πάρε θέση στο τραπέζι· κάθισε να φας (p).

17.8 ἀλλ᾽ οὐχὶ ἐρεῖ αὐτῷ(1), Ἑτοίμασον(2) τί δειπνήσω, καὶ περιζωσάμενος(3) διακόνει μοι ἕως φάγω καὶ πίω, καὶ μετὰ ταῦτα φάγεσαι καὶ πίεσαι(4) σύ;
8 Δε θα του πει μάλλον: “ετοίμασε να δειπνήσω, ζώσου την ποδιά κι υπηρέτησέ με ώσπου να φάω και να πιω, και μετά θα φας και θα πιεις κι εσύ”;
(1) Ο Κύριος υποθέτει ότι έναν μόνο δούλο έχει ο κύριος εκείνος, τον οποίο στέλνει την ημέρα στον αγρό και το απόγευμα τον έχει να υπηρετεί στο σπίτι (δ). Δεν είναι δηλαδή από τους πλούσιους οικοδεσπότες που έχουν στη διάθεσή τους περισσότερους δούλους.
(2) Ο αόριστος χρησιμοποιείται, διότι δεν πρόκειται για φαγητό που μαγειρεύεται εκείνη την ώρα, αλλά για παράθεση των έτοιμων φαγητών, μετά από το οποίο ο δούλος θα στεκόταν όρθιος. Εφόσον είμαστε δούλοι του Χριστού οφείλουμε όλο το χρόνο μας να τον διαθέτουμε σε αυτόν. Όπως ο δούλος της παρούσας παραβολής από το έργο στον αγρό κλήθηκε να υπηρετήσει τον κύριό του στη συνέχεια σε άλλο έργο, έτσι και ο καθένας μας οφείλει χωρίς διακοπή να υπηρετεί τον Κύριο κάνοντας το τέλος του ενός καθήκοντος αφετηρία και αρχή επιτέλεσης άλλης υποχρέωσης προς τον Χριστό. Το ότι διακονήσαμε στις υποχρεώσεις μίας θρησκευτικής συζήτησης ή διδασκαλίας, δεν μας δικαιολογεί να παραλείψουμε στη συνέχεια το καθήκον της προσευχής και της λατρείας. Όταν τελειώσαμε το ένα καθήκον, πρέπει με την ίδια πρόθυμη διάθεση να περιμένουμε από τον Κύριο νέες διαταγές. Για αυτό το «διακόνει» είναι σε ενεστώτα (L).
(3) Ζώσου με την ποδιά ή την πετσέτα (δ).
(4) Το ρήμα είναι από την κοινή γλώσσα σύμφωνα με το οδυνάσαι (ιστ 25) και δύνασαι (Ματθ. ε 6). Δεν είναι όμως σταθερή η χρήση τους. Διότι έχουμε στο Μάρκ. θ 22 «δύνη» (p). Για το φάγεσαι πρέπει να σημειώσουμε, ότι ο μέλλοντας είναι φάγομαι αντί για το έδομαι (ιδ 15) (L).

17.9 μὴ(1) χάριν ἔχει(2) τῷ δούλῳ εκείνω ὅτι ἐποίησεν τὰ διαταχθέντα; ου δοκώ(3).
9 Πρέπει μήπως να χρωστάει χάρη στο δούλο, επειδή έκανε αυτό που τον διέταξε; Δεν νομίζω.
(1) Προϋποθέτει αρνητική απάντηση (L).
(2) Μήπως οφείλει ευγνωμοσύνη στον δούλο; (δ).
(3) Παραλείπεται από τα αλεξανδρινά χειρόγραφα=Δεν νομίζω ότι οφείλει ευγνωμοσύνη. «Διότι ο δούλος είναι αναγκασμένος να εκπληρώνει τις εντολές του κυρίου και δεν οφείλει να το θεωρεί αυτό για τον εαυτό του ως κατόρθωμα. Διότι αν δεν εργαστεί, πρέπει να είναι άξιος τιμωριών. Επειδή όμως εργάστηκε, ας αρκείται στο ότι ξέφυγε τις τιμωρίες, αλλά όχι ότι οφείλει αναγκαστικά και να ζητά τιμή για αυτό» (Θφ). Οποιοδήποτε αγαθό έργο και αν πράξουμε δεν καθιστούμε το Θεό οφειλέτη σε μας για αυτό. Αυτός με τις υποσχέσεις του τις οποίες μας έδωσε, καθιστά τον εαυτό του οφειλέτη προς εμάς από άκρα αγαθότητα και για τη δόξα του. Εάν όμως οι άγιοι απόστολοι, οι οποίοι άφησαν τα πάντα για να ακολουθήσουν το Χριστό, όφειλαν να φρονούν ότι δεν είχαν αυτόν οφειλέτη και χρεώστη τους, πόσο ταπεινά πρέπει εμείς να φρονούμε για τους εαυτούς μας; Είμαστε όλοι δούλοι του και μας εξαγόρασε με το αίμα του. Ως δούλοι του όμως είμαστε υποχρεωμένοι να πράττουμε τα πάντα για τη δόξα του και σύμφωνα με τις διαταγές του. Όλες οι δυνάμεις μας και όλος ο χρόνος της ζωής μας πρέπει να χρησιμοποιούνται για αυτόν, διότι «δεν ανήκουμε στον εαυτό μας», αλλά σε αυτόν.

17.10 οὕτω καὶ ὑμεῖς(1), ὅταν ποιήσητε πάντα(2) τὰ διαταχθέντα ὑμῖν, λέγετε ὅτι Δοῦλοι ἀχρεῖοί(3) ἐσμεν(4), ότι ὃ ὠφείλομεν ποιῆσαι πεποιήκαμεν(5).
10 Δεν το νομίζω. Έτσι κι εσείς, όταν κάνετε όλα όσα σας προστάζει ο Θεός, να λέτε: “είμαστε ανάξιοι δούλοι· κάναμε αυτό που οφείλαμε να κάνουμε”».
(1) «Όπως ακριβώς κανείς τον δούλο του που οργώνει και βόσκει και μπήκε στο σπίτι από τον αγρό, δεν τον αξιώνει τιμής για αυτού του είδους τον κόπο, αλλά πάλι τον διατάζει και απαιτεί την δουλεία που και επιπλέον του οφείλει αυτός και ούτε έτσι δεν του χρωστά ευγνωμοσύνη· με τον ίδιο άρα τρόπο» (Ζ) και εσείς απέναντι στο Θεό· «δεν απονέμετε χαριστικά σε αυτόν την δουλεία, αλλά καταθέτετε την υποταγή σαν χρέος που πρέπει στους δούλους» (Κ).
(2) Καθαρά υποθετική περίπτωση (p). Διότι, αλίμονο, σε πολλά βρισκόμαστε ελλιπείς και ασυνεπείς και ουδέποτε επιτελούμε έργα αξιομισθίας που περισσεύει. Ίσως κάποιοι δείχνονται θερμότεροι από άλλους στην υπηρεσία και υπακοή του Κυρίου. Εν τούτοις και αυτοί δεν πράττουν κάτι περισσότερο από εκείνο, το οποίο είχαν καθήκον και υποχρέωση να πράξουν.
(3) «Αν λοιπόν πέτυχες και έχεις τηρήσει τις θείες εντολές και υπάκουσες τον Δεσπότη, μην απαιτείς από το Θεό σαν χρέος τις τιμές» (Κ). «Διότι σύμφωνα με την λογική της δικαιοσύνης, σε όσους, από τη μία, δεν εκπληρώνουν αυτά που προστάχτηκαν, τους περιμένει κίνδυνος· σε όσους, από την άλλη, εκπληρώνουν αυτά, δεν τους οφείλεται καμία ευγνωμοσύνη» (Ζ). Από τα συμφραζόμενα συμπεραίνουμε ότι η έννοια του αχρείοι είναι ότι εμείς ως δούλοι του Θεού τίποτα άξιο εξαιρετικής αμοιβής δεν πράξαμε (g). Εδώ δεν τονίζεται κυρίως η αλήθεια, ότι ο Θεός δεν έχει ανάγκη τις υπηρεσίες του ανθρώπου. Αλλά ούτε και γίνεται λόγος για τις αμοιβές, τις οποίες ο Θεός παρέχει σε ανταπόδοση για την υποταγή του ανθρώπου σε αυτόν. Το τονιζόμενο σημείο είναι ότι ο άνθρωπος δεν δικαιούται να διατυπώσει κάποια αξίωση σαν να επιτέλεσε περισσότερο από εκείνο, το οποίο όφειλε να πράξει (p). Τίποτα το έκτακτο δεν κατόρθωσε, αλλά τα κοινά και συνηθισμένα στους δούλους (δ). Άθλιος είναι εκείνος, τον οποίο ο Κύριος αποκαλεί δούλο αχρείο (Ματθ. κε 30)· μακάριος όμως εκείνος, ο οποίος ομολογεί τον εαυτό του αχρείο (b). «Και δεν είπε, όταν όλα τα κάνετε, είστε αχρείοι, αλλά εσείς να λέτε ότι είμαστε αχρείοι. Πες το, μη φοβηθείς, δεν θα αποφασίσω εγώ από τη δική σου κρίση. Διότι αν εσύ πεις τον εαυτό σου αχρείο, εγώ θα σε στεφανώσω ως χρήσιμο» (Χ). Παρόλο που αυτοί δεν είναι δούλοι αχρείοι, όπως αυτός που έκρυψε και έχωσε βαθιά το τάλαντο, όμως ο Χριστός και ο Θεός τίποτα δεν κερδίζει από τις υπηρεσίες τους και συνεπώς δεν μπορούν αυτοί με αξιώσεις να επικαλεστούν το Θεό ως οφειλέτη τους. Ο Θεός είναι αυτάρκης και μακάριος και δεν έχει ανάγκη εμάς, ούτε είναι δυνατόν οι υπηρεσίες μας να προσθέσουν κάτι στις τελειότητές του. Μας αρμόζει λοιπόν να αποκαλούμε τους εαυτούς μας αχρείους δούλους, πρέπει όμως τις προς τον Θεόν υπηρεσίες να αποκαλούμε ωφέλιμες και χρήσιμες υπηρεσίες, διότι αυτές είναι ωφέλιμες σε εμάς τους ίδιους. Εάν όμως ο Θεός δεν έχει την ανάγκη μας και είναι μακάριος και χωρίς εμάς, εμείς όμως για κανέναν λόγο δεν μπορούμε να κάνουμε χωρίς το Θεό.
(4) «Αν όμως και όταν όλες τις εντολές εφαρμόσουμε, ούτε τότε δεν οφείλουμε να φανταστούμε κάτι μεγάλο για μας, τι θα γίνουμε, όταν ενώ δεν κατορθώνουμε ούτε το πολλοστό μέρος των εντολών του Θεού, ακόμη υπερηφανευόμαστε» (Θφ).
(5) «Ο Θεός απαιτεί μεν από εμάς την δουλεία, χρησιμοποιώντας την δεσποτεία του. Επειδή όμως είναι αγαθός και φιλότιμος, υπόσχεται και έπαθλα σε αυτούς που κοπιάζουν» (Κ), «και προσφέρει στους δούλους σαν να είναι μισθωτοί και την δουλεία τους την αμείβει με μισθό και την οφειλόμενη λατρεία την δέχεται ως κατόρθωμα… Διότι νικά η αγαθότητά του την δικαιοσύνη» (Ζ).

Στίχ. 11-19. Η θεραπεία των δέκα λεπρών.
17.11 Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ πορεύεσθαι εἰς ᾽Ιερουσαλὴμ(1) καὶ αὐτὸς(2) διήρχετο διὰ μέσου(3) Σαμαρείας καὶ Γαλιλαίας.
11 Πηγαίνοντας ο Ιησούς προς την Ιερουσαλήμ, περνούσε ανάμεσα από τη Σαμάρεια και τη Γαλιλαία.
(1) Εδώ αρχίζει το τελευταίο μέρος του μεγάλου τμήματος (θ 51-ιθ 28), το οποίο ως επί το πλείστον είναι αποκλειστικό στον Λουκά, το οποίο ονομάστηκε η προς Ιερουσαλήμ πορεία. Για τρίτη φορά (θ 51,52,ιγ 22) ο Λουκάς μας λέει ότι τέρμα της πορείας αυτής θα ήταν η Ιερουσαλήμ, δεν μπορούμε όμως να καθορίσουμε, εάν με την τρίτη αυτή αναφορά σημαίνεται μία τρίτη πορεία, που διακρίνεται από τις άλλες δύο. Το τελευταίο αυτό μέρος οπωσδήποτε μας φέρνει ακόμη μία φορά (ι 38) στην Βηθανία και στον χρόνο της θριαμβευτικής εισόδου στην Ιερουσαλήμ (p).
(2) Η σύνταξη είναι εβραϊκή και υπενθυμίζει αυτήν του θ 51. Το «και αυτός» φαίνεται να έχει εδώ, όπως και εκεί, έναν ιδιάζοντα τόνο. Ο Ιησούς δεν ακολουθεί μία από τις συνηθισμένες οδούς, είτε αυτήν μέσω της Σαμάρειας είτε την μέσω Περαίας, μέσω των οποίων οι Γαλιλαίοι μετέβαιναν στα Ιεροσόλυμα. Προτιμά έναν δικό του δρόμο, τον οποίο ακολουθεί με δικό του πρόγραμμα (g).
(3) Σύμφωνα με τα αλεξανδρινά χειρόγραφα «δια μέσον»=τη λέξη μέσον την παίρνουμε με επιρρηματική έννοια (Weiss). Το δια μέσου ή δια μέσον σημαίνει μ ε τ α ξ ύ της Σαμάρειας και Γαλιλαίας. Δεν διέσχιζε την Σαμάρεια και την Γαλιλαία. Εφόσον βάδιζε προς Ιεροσόλυμα, μία τέτοια κατεύθυνση θα τον απομάκρυνε από το τέρμα του ταξιδιού του. Διερχόταν μεταξύ των ορίων Σαμάρειας και Γαλιλαίας, δια μέσου της χώρας, όπου οι δύο αυτές επαρχίες συνορεύουν. Κατευθυνόταν από δυτικά προς ανατολικά, προς τον Ιορδάνη, τον οποίο θα διέβαινε για να μπει στην Περαία. Το οποίο συμφωνεί με το Ματθ. ιθ 1,Μάρκ. ι 1 και Ιω. ι 40-42 (g).

17.12 καὶ εἰσερχομένου αὐτοῦ εἴς τινα κώμην ἀπήντησαν αὐτῷ δέκα λεπροὶ(1) ἄνδρες, οἳ ἔστησαν πόρρωθεν(2),
12 Καθώς έμπαινε σ’ ένα χωριό, τον συνάντησαν δέκα λεπροί· στάθηκαν λοιπόν από μακριά
(1) Ο αριθμός ανθρώπων που κατέχονται από τέτοια νόσο είναι ασυνήθιστος. «Η συμμετοχή στην ίδια ασθένεια τους μάζεψε μαζί» (Ζ). Ήταν μεν αποκλεισμένοι από την επικοινωνία με υγιείς, ήταν όμως ελεύθεροι να επικοινωνούν μεταξύ τους, το οποίο παρείχε κάποια ενίσχυση και παρηγοριά σε αυτούς, διότι τους έδινε ευκαιρία να ανταλλάσσουν σκέψεις και να εκδηλώνουν συμπάθεια ο ένας στον άλλον. Για αυτό πήραν στη συντροφιά τους και τον Σαμαρείτη, επειδή ήταν κοινωνός και συμμέτοχος της ίδιας αθλιότητας και δυστυχίας. «Τον συνάντησαν όμως έξω από την πόλη. Διότι δεν επιτρεπόταν σε αυτούς, μιας και θεωρούνταν ακάθαρτοι, να ζουν μέσα στην πόλη» (Θφ). Τον συνάντησαν, την ώρα που επρόκειτο να μπει στην κωμόπολη, μετά την πορεία που είχε κάνει και εξαιτίας της οποίας ήταν κουρασμένος. Παρ’ όλα αυτά δεν ανέβαλλε την θεραπεία τους, αλλά παρά τον κόπο του, τούς δέχτηκε με συμπάθεια.
(2) «Ως ακάθαρτοι» (Ζ). Στάθηκαν μακριά σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου. Δες Λευϊτ. ιγ 45,46 (L). Η ορισμένη απόσταση, την οποία έπρεπε να τηρούν οι λεπροί απέναντι στους υγιείς, δεν καθοριζόταν από το νόμο, αλλά από την παράδοση (p). Εφόσον και εμείς συναισθανόμαστε την πνευματική μας λέπρα, θα κυριευόμαστε από ταπεινές διαθέσεις προκειμένου να πλησιάσουμε με την προσευχή τον Χριστό. Ποιοι είμαστε εμείς για να πλησιάσουμε εκείνον, ο οποίος είναι ο απολύτως καθαρός;

17.13 καὶ αὐτοὶ ἦραν φωνὴν(1) λέγοντες, ᾽Ιησοῦ ἐπιστάτα(2), ἐλέησον ἡμᾶς(3).
13 και του φώναζαν δυνατά: «Ιησού, αφέντη, ελέησέ μας!»
(1) Το ἦραν φωνὴν συμφωνεί με το πόρρωθεν (p). Έβγαλαν όλοι μαζί κραυγή ικανή να προσελκύσει την προσοχή του (g). Και «ως προς τον τόπο, από τη μία, στέκονταν μακριά, ως προς την ικεσία, από την άλλη, ήλθαν κοντά. Διότι είναι κοντά και σε όλους όσους τον επικαλούνται αληθινά» (Θφ).
(2) «Δηλαδή κύριε, διδάσκαλε» (Ζ). Μόνο ο Λουκάς στην Κ.Δ. χρησιμοποιεί την λέξη, για έκτη και τελευταία φορά εδώ (L). Όσοι ζητούν βοήθεια από τον Ιησού, πρέπει να πιστεύουν αυτόν ως κύριο και διδάσκαλό τους. Μόνο εάν είναι επιστάτης και Κύριος ο Ιησούς, μόνο τότε είναι και Σωτήρας και Λυτρωτής.
(3) Είναι αξιοσημείωτο ότι δεν του ζητούν να τους θεραπεύσει από τη λέπρα τους, αλλά λένε το: «Ελέησέ μας». Είναι αρκετό να αναθέτουμε και να εμπιστευόμαστε τους εαυτούς μας στο έλεος του Χριστού, διότι δεν υπάρχει φόβος να αποτύχουμε.

17.14 καὶ ἰδὼν εἶπεν αὐτοῖς, Πορευθέντες ἐπιδείξατε ἑαυτοὺς(1) τοῖς ἱερεῦσιν(2). καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ὑπάγειν αὐτοὺς ἐκαθαρίσθησαν(3).
14 Βλέποντάς τους εκείνος τους είπε: «Πηγαίνετε να σας εξετάσουν οι ιερείς». Και καθώς πήγαιναν, καθαρίστηκαν από τη λέπρα.
(1) «Χωρίς να τους έχει ακόμη καθαρίσει, τους στέλνει να εμφανιστούν στους ιερείς… Αυτό βεβαίως το έκανε, δοκιμάζοντας την πίστη τους· αυτοί λοιπόν, αφού πίστεψαν ότι μπορεί καθώς πορεύονται να τους καθαρίσει, βάδιζαν αδίστακτα» (Ζ).
(2) «Διότι οι ιερείς εξέταζαν τους λεπρούς και από εκείνους δέχονταν την απόφαση για το αν είναι καθαροί από τη λέπρα ή όχι. Διότι είχαν σημάδια οι ιερείς, με τα οποία χαρακτήριζαν την ανίατη λέπρα… Και προσφερόταν δώρο (από τους θεραπευμένους) αυτό που διέταξε ο νόμος» (Θφ). Ο πληθυντικός στους ιερείς=καθένας από τους 10 θα πορευόταν στον ιερέα, τον κοντινό στο σπίτι του. Στο κεφ. ε 14 λέει «στον ιερέα» διότι ήταν ένας μόνο λεπρός. Επιπλέον ο Σαμαρείτης θα πορευόταν στον ιερέα στο όρος Γαριζείν (p). Εφόσον ο τελετουργικός νόμος ήταν ακόμη σε ισχύ, ο Χριστός φρόντιζε πάντα να τηρείται αυτός. Ίσως όμως εδώ να είχε και κάτι άλλο στο νου του. Η από τους ιερείς διαπίστωση της πλήρους θεραπείας των λεπρών ήταν ενδεχόμενο να αφυπνίσει τους ιερείς και κάποιους άλλους μαζί τους να αναζητήσουν τον γιατρό, που έχει τέτοια δύναμη απέναντι στις σωματικές ασθένειες και γνωρίζοντας αυτόν να σωθούν μέσω της πίστης σε αυτόν.
(3) Η πίστη τους δείχτηκε με την υπακοή τους στο παράγγελμα που τους έδωσε ο Κύριος, για αυτό και στο δρόμο θεραπεύτηκαν (p). Μέχρι ποια απόσταση προχώρησαν, δεν καθορίζεται. Πάντως όμως η απόσταση υπήρξε αρκετή για να δοκιμαστεί η πίστη τους, αλλά όχι και τόσο μεγάλη, ώστε να καθίσταται αδύνατη η επιστροφή τους προς τον Κύριο (ο). Δεν είπε ο Κύριος ξεκάθαρα σε αυτούς: Καθαριστείτε από την λέπρα σας. Αλλά δοκιμάζοντας την πίστη και υπακοή τους, όπως άλλοτε ο Ελισαίος τον Νεεμάν, τους έστειλε αθεράπευτους ακόμη στους ιερείς. Όσοι αναμένουν τις χάρες και εύνοιες του Χριστού, πρέπει να παίρνουν αυτές συμμορφούμενοι με τους τρόπους και τις μεθόδους με τις οποίες ο Χριστός ευαρεστείται να δώσει αυτές σε αυτούς και να μην αξιώνουν ο Χριστός να συμμορφωθεί με ό,τι αυτοί αναμένουν ή θεωρούν καλύτερο.

17.15 εἷς δὲ ἐξ αὐτῶν, ἰδὼν ὅτι ἰάθη, ὑπέστρεψε(1) μετὰ φωνῆς μεγάλης(2) δοξάζων τὸν θεόν(3),
15 Ένας απ’ αυτούς, όταν είδε ότι θεραπεύτηκε, γύρισε δοξάζοντας με δυνατή φωνή το Θεό,
(1) Εφόσον πλέον οι δέκα λεπροί δεν ήταν συμμέτοχοι στη θλίψη και αθλιότητα, οι 9 από αυτούς, που ήταν Ιουδαίοι, θα ευχαριστήθηκαν, όταν ο Σαμαρείτης γυρίζοντας τους εγκατέλειψε (p). Για αυτό και δεν ενδιαφέρθηκαν να πληροφορηθούν που μετέβαινε αυτός. «Παρόλο όμως που ήταν Ισραηλίτες, φάνηκαν αχάριστοι, ενώ ο Σαμαρείτης… επέστρεψε και άφηνε να βγει η φωνή της ευγνωμοσύνης» (Θφ).
(2) Εκφράζοντας έτσι όχι μόνο τη χαρά, αλλά και την ζωηρότατη ευγνωμοσύνη του προς αυτόν που τον θεράπευσε.
(3) «Διότι πίστευαν ότι ο Χριστός είναι μεν κάποιος μεγάλος και μεγαλοδύναμος, δεν πίστευαν όμως ακόμη ότι είναι και από τη φύση του Θεός» (Ζ). Όταν πρόκειται για το Θεό χρησιμοποιείται το ρήμα δοξάζω, το οποίο μπορεί να συνυπονοήσει και λατρευτικές εκδηλώσεις, ενώ στον επόμενο στίχο χρησιμοποιείται το ευχαριστώ, με το οποίο δηλώνεται η ευγνωμοσύνη (g).

17.16 καὶ ἔπεσεν ἐπὶ πρόσωπον(1) παρὰ τοὺς πόδας αὐτοῦ(2) εὐχαριστῶν αὐτῷ· καὶ αὐτὸς(3) ἦν Σαμαρίτης.
16 έπεσε με το πρόσωπο στα πόδια του Ιησού και τον ευχαριστούσε. Κι αυτός ήταν Σαμαρείτης.
(1) Το πέσιμο μέχρι του να ακουμπά το πρόσωπο στο έδαφος, ήταν σημάδι βαθύτατου σεβασμού. Εκτός από το Λουκ. ε 12 (για λεπρό πάλι), το σημάδι αυτό στην Κ.Δ. δεν γίνεται παρά μόνο ενώπιον του Θεού (Ματθ. κστ 39,Α Κορ. ιδ 25,Αποκ. ζ 11,ια 16)(L). Αρμόζει να εκδηλώνουμε ταπείνωση και στις ευχαριστίες μας, όπως ταπεινωνόμαστε και στις δεήσεις μας.
(2) «Αφού καθαρίστηκε δηλαδή, πλησίασε» (Ζ).
(3) Μπαίνει μπροστά με έμφαση=και ο ένας και μόνος αυτός, ο οποίος εκδήλωσε την ευγνωμοσύνη του, ήταν ένας περιφρονημένος σχισματικός (p), έτσι ώστε δεν θα ανέμενε κάποιος να δειχτεί ευγνώμων, αφού οι 9 Ισραηλίτες έδειξαν τέτοια αγνωμοσύνη (ο).

17.17 ἀποκριθεὶς δὲ ὁ ᾽Ιησοῦς εἶπεν(1), Οὐχὶ οἱ δέκα ἐκαθαρίσθησαν(2); οἱ δὲ ἐννέα ποῦ(3);
17 Τότε ο Ιησούς είπε: «Δε θεραπεύτηκαν και οι δέκα; Οι άλλοι εννιά πού είναι;
(1) Η αποσιώπηση του «(είπε) σε αυτόν», έγινε σκόπιμα (g). Η απάντηση αυτή του Κυρίου έγινε στους παρισταμένους και αποτελεί κρίση για το όλο επεισόδιο μάλλον, παρά απάντηση στον Σαμαρείτη (p).
(2) Πόσο πλούσιος είναι ο Χριστός στο να ευεργετεί. Θεραπεύτηκαν και οι 10 αφού καθαρίστηκαν πλήρως. Ολόκληρο νοσοκομείο ασθενών απέκτησε υγεία με ένα μόνο λόγο του Χριστού. Αφθονία θεραπειών που επιβεβαιώνει ότι στον Χριστό βρίσκουν τη θεραπεία τους και οι ψυχές μας. Το αίμα του καθαρίζει και είναι επαρκές για όλους τους ασθενείς, οσοιδήποτε και αν είναι. Εδώ θεραπεύτηκαν 10. Αλλά και περισσότεροι να ήταν, δεν θα ήταν λιγότερη η χάρη του Χριστού και για αυτούς.
(3) Το «πού» μπαίνει στο τέλος με έμφαση (p). Η αχαριστία παρ’ όλα αυτά των 9 δεν εμπόδισε τον Ιησού και τους ανάξιους να ευεργετήσει (δ), ούτε έγινε αφορμή για να ανακαλέσει την δωρεά προς αυτούς. Οι 9 που είναι; Το οποίο υπονοεί, ότι η αχαριστία είναι πολύ συνηθισμένο κακό. Από τους πολλούς οι οποίοι ελεούνται από το Θεό, λίγοι επιστρέφουν να δώσουν δόξα σε αυτόν, μόλις ένας στους 10 στην παρούσα περίπτωση.

17.18 οὐχ εὑρέθησαν(1) ὑποστρέψαντες δοῦναι δόξαν τῷ θεῷ(2) εἰ μὴ ὁ ἀλλογενὴς(3) οὗτος(4);
18 Κανένας τους δε βρέθηκε να γυρίσει να δοξάσει το Θεό παρά μόνο τούτος εδώ ο αλλοεθνής;»
(1) Έχει σχεδόν την ίδια σημασία με το δικό μας «χάθηκαν».
(2) Σημαίνει η πρόταση: δεν είχαν τη συναίσθηση του καθήκοντος της ευγνωμοσύνης; Το «βρέθηκαν» δείχνει, ότι μαζί με την άφιξη του ενός περίμενε ο Κύριος δίκαια, αλλά μάταια την άφιξη και αυτών στο να δώσουν δόξα στο Θεό μπροστά σε αυτόν, μέσω του οποίου ο Θεός θεράπευσε αυτούς (δ).
(3) «Ο Σαμαρείτης ήταν αλλογενής, επειδή καταγόταν από την Ασσυρία» (Κ). Οι Σαμαρείτες ήταν μιγάδας λαός, τόσο στην καταγωγή όσο και στη θρησκεία. Ήταν άλλοτε Ισραηλίτες, οι οποίοι όμως μετέπειτα νικήθηκαν από τους αποίκους, που εγκαταστάθηκαν ανάμεσά τους από τον βασιλιά των Ασσυρίων. Δες Δ Βασ. ιζ 24,30. Οι από τον Χουθά άποικοι ήταν πιθανώς οι πολυπληθέστεροι, διότι οι Ιουδαίοι ονόμαζαν τους Σαμαρείτες Χουθαίους ή Χουθίτες (Ιωσήπου Αρχ. ΙΧ,14,3, ΧΙ,4.4,7,2,ΧΙΙΙ 9.1). Οι ειδωλολάτρες αυτοί άποικοι έφεραν μαζί τους και την ειδωλολατρεία τους, βαθμιαία όμως αναμίχτηκε με αυτήν και η λατρεία του Ιεχωβά (p). Πόσες φορές παρουσιάζονται πολύ ευγνώμονες εκείνοι, από τους οποίους δεν θα περίμενε κάποιος αυτό. Ο Σαμαρείτης εκδηλώνει την ευγνωμοσύνη του και ο Ιουδαίος δείχνεται αχάριστος. Οι περισσότερο φωτισμένοι ντροπιάζονται από μερικούς, οι οποίοι οδηγούνται μόνο από το φωτισμό της συνείδησής τους και του άγραφου νόμου μέσα τους. Αυτό εδώ συντελεί στο να επιβαρύνει την αχαριστία των Ιουδαίων, οι οποίοι ως φωτισμένοι από το νόμο και μάλιστα από τους προφήτες, θα περίμενε κάποιος να δειχτούν περισσότερο ευγνώμονες από τον Σαμαρείτη.
(4) Οι ερωτήσεις αυτές του Κυρίου δεν αποβλέπουν στο να λάβει πληροφορίες για αυτούς που δεν ήλθαν, αλλά στο να τονίσει ζωηρότερα την αχαριστία και αδιαφορία των Ιουδαίων (L). Αμέσως η μελλοντική τύχη του ευαγγελίου του στον κόσμο, παρουσιάστηκε στη σκέψη του (g), «έτσι ώστε κανείς από τους εθνικούς να μην απογοητευτεί και κανείς που κατάγεται από άγιους προγόνους να μην καυχιέται» (Θφ).

17.19 καὶ εἶπεν αὐτῷ, ᾽Αναστὰς πορεύου· ἡ πίστις σου σέσωκέ σε(1).
19 Και σ’ αυτόν είπε: «Σήκω και πήγαινε στο καλό· η πίστη σου σε έσωσε».
(1) Κάποιοι λένε ότι ο λόγος αυτός αναφέρεται σε κάποια πρόσθετη ευεργεσία, την οποία ο Σαμαρείτης πήρε και οι υπόλοιποι 9 στερήθηκαν, και εξηγούν αυτό ότι υπονοεί ηθική και πνευματική σωτηρία (p). Πάντως, εάν ο Ιησούς υπενθυμίζει στον Σαμαρείτη ότι η πίστη του τον έσωσε, πράττει αυτό, για να γίνει αντιληπτό σε αυτόν ποια σημασία και σπουδαιότητα έχει η πίστη και πόσο μπορεί να ωφελήσει αυτόν στον μετέπειτα βίο του. Έτσι με την επάνοδό του ο Σαμαρείτης συνέσφιξε ακόμη περισσότερο τον δεσμό ανάμεσα σε αυτόν και τον Ιησού που δημιουργήθηκε από τη θεραπεία του, ενώ οι άλλοι 9 με την αχαριστία τους, τον έσπασαν εντελώς.

Στίχ. 20-37. Η βασιλεία του Θεού και το καθήκον μας.
17.20 ᾽Επερωτηθεὶς δὲ ὑπὸ τῶν Φαρισαίων(1) πότε ἔρχεται ἡ βασιλεία τοῦ θεοῦ(2) ἀπεκρίθη αὐτοῖς καὶ εἶπεν, Οὐκ ἔρχεται ἡ βασιλεία τοῦ θεοῦ μετὰ παρατηρήσεως(3),
20 Όταν ρωτήθηκε από τους Φαρισαίους ο Ιησούς πότε έρχεται η βασιλεία του Θεού, τούς απάντησε: «Η βασιλεία του Θεού δεν έρχεται με τρόπο φανερό σε όλους.
Το τεμάχιο αυτό περιλαμβάνει 1) ερώτηση των Φαρισαίων για το χρόνο της εμφάνισης της βασιλείας του Θεού και απάντηση του Κυρίου σε αυτήν (σ. 20,211). 2) Διδασκαλία του Κυρίου προς τους μαθητές του για το θέμα αυτό (σ. 22-27) και 3) την παραβολή του άδικου κριτή, η οποία εφαρμόζει πρακτικά στους πιστούς το διαπραγματευμένο θέμα (ιη 1-8)(g)
(1) Είναι γνωστό με ποια ανυπομονησία ανέμεναν οι Φαρισαίοι την εμφάνιση της βασιλείας του Μεσσία. Φυσικό λοιπόν ήταν να θέλουν να μάθουν την γνώμη του Ιησού για αυτό. Αναμφίβολα θα δοκίμαζαν μεγάλη χαρά, εάν τον έφερναν σε δύσκολη θέση με το ερώτημά τους αυτό ή αν του αποσπούσαν πλανημένη ή οπωσδήποτε υποκείμενη σε επίκριση γνώμη (g).
(2) Εφόσον καμία καθορισμένη χρονολογία δεν παρεχόταν στη Γραφή, έπρεπε λοιπόν να παρακολουθούν και να παρατηρούν τα σημεία των καιρών (L). Η ερώτηση που ήδη θέτουν φανερώνει, ότι η βασιλεία αυτή κατά τις ιδέες τους ήταν τελείως εξωτερική και ότι η έλευσή της θα σημειωνόταν με κάποιο μεγάλο και αιφνίδιο θεαματικό χτύπημα (g).
(3) Παρόλο που το ρήμα παρατηρώ δεν είναι σπάνιο ούτε στην Κ.Δ. ούτε στους Ο΄(μετάφραση της Π.Δ. των 70 μεταφραστών), συναντιέται επιπλέον και στους ιατρούς συγγραφείς για παρατήρηση των συμπτωμάτων των νόσων, παρόλ’ αυτά το ουσιαστικό παρατήρηση είναι λέξη που συναντιέται μόνο μία φορά (p). Σημαίνει ή «με δόξα ανθρώπινη» (Ζ) ή ακριβέστερα, με κάποιο γεγονός που πέφτει στις αισθήσεις· με τρόπο ορατό και αισθητό (g), ώστε και με τα μάτια να μπορεί να παρατηρηθεί (Grimm)· με τέτοιο έκτακτο θέαμα, ώστε να μπορεί κάποιος σιγά σιγά και διαδοχικά να παρατηρήσει το πότε και το εδώ, τον χρόνο και τον τόπο (b).
Δεν έχει η βασιλεία του Θεού εξωτερικές επιδείξεις και εμφανίσεις, όπως τα γήινα κοσμικά βασίλεια, οι επεκτάσεις και επαναστάσεις των οποίων γίνονται αισθητές και οι ειδήσεις για αυτά γεμίζουν τις εφημερίδες. Η είσοδος της βασιλείας του Θεού θα είναι σιωπηλή και αθόρυβη και χωρίς κάποια πομπή. Είναι αξιοσημείωτο, ότι ενώ οι Φαρισαίοι ρωτούν: πότε έρχεται η βασιλεία του Θεού, ο Κύριος δεν απαντά αμέσως στο ερώτημά τους αυτό, αλλά ζητά μάλλον να διορθώσει τις πλανημένες αντιλήψεις τους για την βασιλεία αυτή. Εξάλλου οι επισκέψεις του Θεού δια μέσου των αιώνων έγιναν μυστικά και αιφνίδια.
Οι άνθρωποι, οι απορροφημένοι από τις επιδιώξεις της παρούσας ζωής, δεν αντιλαμβάνονται τις προσεγγίσεις ή και τις ελεύσεις τους. Συγχέουν τα μεγάλα γεγονότα με τα μικρά και μετρούν την σοβαρότητά τους σύμφωνα με τα παχυλά ιδανικά τους. Ο Θεός φανερώθηκε με σάρκα. Γεγονός όμοιο του οποίου δεν είδε ποτέ άλλοτε ο κόσμος και το οποίο επισκίασε όλα τα γεγονότα της ιστορίας. Και όμως δεν επέσυρε την προσοχή του κοινού. Οι κάτοικοι της Βηθλεέμ δεν μπόρεσαν να βρουν τόπο για τον Θείο Επισκέπτη στο κατάλυμα, ο οποίος ξάπλωσε στη φάτνη μεταξύ των αλόγων ζώων. Πράγματι τότε η βασιλεία του Θεού είχε έλθει χωρίς παρατήρηση. Και όταν αυτός, ο οποίος είναι η Κεφαλή και ο Ήλιος της Εκκλησίας, σταυρώθηκε και αναστήθηκε και ίδρυσε την βασιλεία του ως δική του εκκλησία, για πολλά χρόνια παρέμενε άγνωστος ή και παραγνωρισμένος μεταξύ των ανθρώπων. Η βασιλεία του Θεού ήλθε ανάμεσά τους όχι με παρατήρηση.

17.21 οὐδὲ ἐροῦσιν, ᾽Ιδοὺ ὧδε· ἤ, ιδού εκεῖ(1)· ἰδοὺ γὰρ(2) ἡ βασιλεία τοῦ θεοῦ ἐντὸς ὑμῶν ἐστιν(3).
21 Δε θα πούνε “να, εδώ είναι” ή “εκεί”, γιατί η βασιλεία του Θεού είναι κιόλας ανάμεσά σας».
(1) Εξηγεί εδώ το όχι με παρατήρηση.=Δεν θα πουν οι άνθρωποι· να εδώ ή να εκεί η προσωποποίηση της βασιλείας αυτής, ο Μεσσίας (δ), «το οποίο κάνουν στους γήινους βασιλιάδες» (Ζ).
Όταν έλθει ο Μεσσίας για να θεμελιώσει την βασιλεία του, δεν θα πουν: Να εδώ είναι ο Μεσσίας ή να είναι εκεί, όπως γίνεται όταν κάποιος επίγειος βασιλιάς περιοδεύει για επίσκεψη των διαμερισμάτων της δικαιοδοσίας του, και σε όλων τα στόματα υπάρχουν οι λέξεις: Εκεί είναι ο βασιλιάς, αυτό το μέρος επισκέπτεται τώρα ο βασιλιάς. Διότι όπου είναι ο βασιλιάς, εκεί είναι και η αυλή του. Αλλά ο Χριστός δεν θα έλθει έτσι, ούτε οι λεγεώνες που αποτελούν την σωματοφυλακή αυτού του βασιλιά θα φανούν εδώ ή εκεί.
(2) Το γαρ σημειώνει τον λόγο για τον οποίο το να εδώ ή να εκεί, δεν μπορεί να γίνει δεκτό (p).
(3) Ή «βρίσκεται μέσα στις δικές σας προαιρέσεις, και είναι στην εξουσία σας να την λάβετε. Γιατί είναι δυνατόν στον κάθε άνθρωπο, που πέτυχε την εκ μέρους του Χριστού δικαίωση, δηλαδή αυτήν που έχει αποκτήσει σαν πλούτο με την πίστη και έχει καταστεί λαμπρός με κάθε αρετή, να επιτύχει τη βασιλεία των ουρανών» (Κ).
«Η βασιλεία των ουρανών είναι μέσα σας. Συνεπώς η αρετή έχει ανάγκη μόνον από τη θέλησή μας. Και αυτό βεβαίως, διότι βρίσκεται μέσα μας και από εμάς τους ίδιους αποκτιέται. Η αρετή δηλαδή αποκτιέται όταν η ψυχή επιθυμεί εκ φύσεως τα πνευματικά» (Α).
Ή, μέσα στις καρδιές σας. Μη θεωρείτε αυτήν ως κάτι εξωτερικό· η βασιλεία είναι στην ουσία πνευματική, είναι μέσα στις καρδιές σας, εάν πράγματι έχετε αυτήν (p). Η βασιλεία του Θεού δεν υπόσχεται κυρίως να μεταβάλλει τις εξωτερικές συνθήκες της ζωής των ανθρώπων, αλλά να ανακαινίσει τις καρδιές τους και την διαγωγή τους. Τότε έρχεται στον καθένα μας, όταν από υπερήφανο και μάταιο, που ήταν στο παρελθόν, μεταβάλλει αυτόν σε ταπεινό, σοβαρό και σώφρονα· όταν αποσπάσει αυτόν από την προσκόλληση στον κόσμο και τις επιθυμίες της σάρκας και στρέψει ολόκληρο το ενδιαφέρον του προς τον ουρανό.
Ο ουρανός, τον οποίο περιμένουμε, είναι α) φως. Αλλά τι ακτινοβολείται από το φως αυτό; Αλήθεια, ειλικρίνεια, δικαιοσύνη. Και αυτό είναι ο ουρανός. Εάν είστε παιδιά του Θεού, θα βασιλεύει στις καρδιές σας ευθύτητα, ακριβής δικαιοσύνη, τέλεια φιλαλήθεια. Η βασιλεία του Θεού είναι μέσα σας. Ο ουρανός είναι β) Αρμονία. Εάν αγαπάτε την ενότητα, εάν μισείτε τις διαστάσεις και διχόνοιες, εάν συντελείτε στην εκκλησιαστική ενότητα, τότε η βασιλεία του Θεού είναι μέσα σας. Ο ουρανός είναι γ) Ταπεινοφροσύνη. Κάθε άγγελος εκεί καλύπτει το πρόσωπο και τα πόδια του με τις φτερούγες του. Όποτε βλέπουμε άνθρωπο να έχει ταπεινή ιδέα για τον εαυτό του, μπορούμε να βεβαιώσουμε ότι η βασιλεία του Θεού είναι μέσα του. δ) σε όλο τον ουρανό είναι εκτάκτως αισθητή η παρουσία του Χριστού, ο οποίος είναι η χαρά και η ευφροσύνη όλων των καρδιών. Αναλόγως λοιπόν του τι είναι ο Χριστός για τον καθένα μας, μπορούμε να πούμε: Η βασιλεία του Θεού είναι μέσα μας.
«Διότι τότε βεβαίως λέγεται ότι βασιλεύει στην πραγματικότητα ο Θεός, όταν δεν βιώνεται τίποτα κοσμικό στις ψυχές μας, αλλά σε όλα ζούμε κατά τρόπο υπερκόσμιο» (Θφ).
Πιο σωστή ερμηνεία: η βασιλεία του Θεού είναι ανάμεσά σας στο πρόσωπο εμού του Χριστού και των μαθητών μου. Και έρχεται τόσο λίγο με παρατήρηση, ώστε ενώ βρίσκεται ήδη ανάμεσά σας, εσείς δεν έχετε αντιληφθεί την έλευσή της (έτσι ερμηνεύουν οι L.δ και όλοι σχεδόν οι νεώτεροι ερμηνευτές).

17.22 Εἶπεν(1) δὲ πρὸς τοὺς μαθητάς(2), ᾽Ελεύσονται ἡμέραι(3) ὅτε ἐπιθυμήσετε μίαν τῶν ἡμερῶν τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου ἰδεῖν(4) καὶ οὐκ ὄψεσθε(5).
22 Είπε τότε στους μαθητές: «Θα έρθει καιρός που θα θελήσετε να δείτε μία από τις ημέρες του Υιού του Ανθρώπου και δε θα τη δείτε.
(1) Δες Ματθ. κδ 23,26 και Μάρκ. ιγ 21, με τα οποία είναι εν μέρει παράλληλο το παρόν τμήμα του Λουκά.
(2) Στους Φαρισαίους ο Κύριος έπρεπε να υπενθυμίσει τον πνευματικό χαρακτήρα της βασιλείας. Παρόλ’ αυτά δεν αποσκοπούσε με όσα είπε να αρνηθεί την ένδοξη και εξωτερική εμφάνιση της βασιλείας αυτής κατά την συντέλεια του κόσμου. Για να αναπτύξει όμως την άλλη αυτή πλευρά της αλήθειας, στρέφεται τώρα προς τους μαθητές του. Η σειρά λοιπόν των ιδεών που αναπτύσσονται έχει ως εξής: Η βασιλεία, με την εξωτερική έννοια, με την οποία δέχονται αυτήν οι Φαρισαίοι, δεν θα έλθει τόσο προσεχώς (στιχ. 22)· και όταν θα έλθει, δεν θα προκληθεί κάποια αβεβαιότητα για την εμφάνισή της (στιχ. 23,24)(g).
(3) «Προειδοποιεί λοιπόν ότι πριν από την άφιξή του από τους ουρανούς, η οποία θα γίνει κατά τη συντέλεια του κόσμου, θα έλθει θλίψη και διωγμός, ώστε θα επιθυμήσουμε να δούμε μία ημέρα αυτού» (Κ).
Στις αρχές βέβαια θα έχετε μεγάλες επιτυχίες. Αλλά μη νομίζετε, ότι πάντοτε θα γίνεται έτσι. Όχι. Αλλά πρόκειται να διωχτείτε και να διασκορπιστείτε, να φυλακιστείτε και να σας επιβάλλουν σιγή. Έτσι ώστε δεν θα έχετε πάντοτε ευκαιρίες να κηρύττετε το ευαγγέλιο άφοβα και χωρίς αντιδράσεις. Εξωτερικοί διωγμοί και εμπόδια θα περιορίζουν τη δράση σας και θα δυσχεραίνουν αυτήν. Μερικές φορές και η μέσα σας παρουσία του Πνεύματος θα γίνεται λιγότερο αισθητή και η από αυτήν παρηγοριά φειδωλή και λιγότερο πλούσια. Ο επουράνιος Πατέρας μάς καταρτίζει, για να μάθουμε στην πράξη, τι αξία έχουν τα ελέη του, πόσο ισχυρή και ανίκητη είναι η αόρατη δύναμή του, πόσο αδύνατοι είμαστε εμείς και πόσο πρέπει να ταπεινωνόμαστε για τις τυχόν επιτυχίες μας αποδίδοντας αυτές στο Θεό.
(4) Ή, ημέρες του υιού του ανθρώπου εννοεί αυτές στη γη, «δηλαδή εκείνη κατά την οποία θα ζούμε ακόμη και θα συμβιώνουμε με το Χριστό» (Κ).
«Διότι παρόλο που ήταν μαζί του, δεν ζούσαν όμως τελείως άκοπα και ακίνδυνα… αλλά συγκρινόμενα με τους μελλοντικούς κινδύνους αυτά που τους συνέβαιναν πριν, θα φαίνονται σαν να ήταν πολύ ακίνδυνα» (Θφ)· «βάζοντας δηλαδή σε αντιπαράθεση τα μεγαλύτερα κακά, είναι οπωσδήποτε προτιμητέα τα μικρότερα» (Κ).
Ή, πιο σωστά· μία από τις ημέρες της ένδοξης φανέρωσης του Θεού και Σωτήρα μας (δ)· μία πρόγευση της μελλοντικής δόξας (p)· μία θεία επίσκεψη και εκδήλωση για ενίσχυση της διωκομένης και κουρασμένης εκκλησίας (g).
(5) Ο στεναγμός και η ευχή: Ω! μία και μόνο ημέρα της δόξας του ουρανού κατά την ώρα αυτή της θλίψης· θα ακουστεί μάταια. Δεν θα δείτε την ημέρα αυτή όχι διότι δεν πρόκειται να έλθει ποτέ, αλλά διότι δεν θα είναι τότε, όταν θα ζητήσετε αυτήν, ο καιρός της έλευσής της (p).

17.23 καὶ ἐροῦσιν ὑμῖν, ᾽Ιδοὺ ὧδε, ᾽Ιδοὺ ἐκεῖ(1)· μὴ ἀπέλθητε μηδὲ διώξητε(2).
23 Θα σας πουν: “να, εκεί είναι” ή “να, εδώ είναι”, αλλά μην πάτε και μην τους ακολουθήσετε.
(1) Η ζωηρή αυτή προσδοκία των πιστών, θα προδιαθέσει τους απλούστερους από αυτούς σε ευπιστία (g). Και τότε στις ημέρες εκείνες των θλίψεων θα σας πουν· να εδώ είναι ο Χριστός, να εκεί ο Χριστός (δ).
Δεν υπάρχει κάποια αντίθεση μεταξύ του στίχου αυτού και του στίχου 21. Διότι ο τελευταίος αυτός στίχος αναφέρεται στα σημάδια της πρώτης έλευσης του Κυρίου. Ενώ ο παρών αναφέρεται στα ψευδή σημάδια της δεύτερης έλευσης και παρουσίας και περιλαμβάνει όλες τις άκαιρες και πρόωρες προαναγγελίες για τη δήθεν προσέγγιση της εσχάτης ημέρας= Κάθε προφητεία καθορισμένων χρονολογιών και κάθε βεβαίωση για τοπικές εμφανίσεις πρέπει με πολλή δυσπιστία να ακούγονται (p). «Κανείς, λέει, να μη σας πείσει, ότι ήλθα εδώ ή εκεί» (Θφ).
(2) Μην πάτε προς αυτόν που λέει τον εαυτό του Μεσσία, ούτε να τον διώξετε, δηλαδή να τον ακολουθήσετε. Το διώκω με την έννοια του έπομαι, ακολουθώ και στους κλασικούς συγγραφείς (δ).

17.24 ὥσπερ(1) γὰρ(2) ἡ ἀστραπὴ ἀστράπτουσα ἐκ τῆς ὑπὸ τὸν οὐρανὸν(3) εἰς τὴν ὑπ᾽ οὐρανὸν λάμπει, οὕτως ἔσται ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου(4) ἐν τῇ ἡμέρᾳ αὐτοῦ(5).
24 Γιατί η παρουσία του Υιού του Ανθρώπου θα είναι τόσο φανερή, όπως η αστραπή, που η λάμψη της διασχίζει τον ορίζοντα από τη μια άκρη ως την άλλη.
(1) Δες Ματθ. κδ 27.
(2) Μην πάτε και μην ακολουθήσετε, διότι η έλευση του υιού του ανθρώπου θα είναι όπως η αστραπή αιφνίδια και γενικώς ορατή (p).
«Δεν θα περιοριστεί σε τόπο η δευτέρα παρουσία μου, η λαμπρότερη και ενδοξότερη. Αλλά όπως η αστραπή δεν διαφεύγει την προσοχή, αλλά φαίνεται από το ένα άκρο της γης στο άλλο, έτσι και η δική μου παρουσία θα είναι λαμπρή και ένδοξη και σε κανέναν δεν θα μείνει κρυφή» (Θφ). Δεν τρέχει κανείς εδώ και εκεί για να δει την αστραπή. Η λάμψη της διαχύνεται παντού (g).
(3) Εξυπακούεται η λέξη χώρας. Μπορεί να συνδεθεί ή με το αστράπτουσα (=αστράπτει κάτω από τον περιοχή του ουρανού δηλαδή από ένα οποιοδήποτε σημείο της ατμόσφαιρας και των νεφών και λάμπει σε όλη την περιοχή της γης και του ορίζοντα κάτω από τα νέφη)(δ) ή μπορεί να συνδεθεί με το λάμπει (p) δηλαδή από το ένα σημείο στο άλλο. Ο Λουκάς αποφεύγει να πει ότι η αστραπή λάμπει από την ανατολή μέχρι τη δύση διότι δεν είναι πάντοτε αυτή η κατεύθυνση της αστραπής (L).
(4) «Έτσι θα είναι και αυτός φανερός σε όλη την οικουμένη» (Ζ).
(5) «Ημέρα του λέει αυτήν της δευτέρας παρουσίας του» (Ζ).

17.25 πρῶτον(1) δὲ(2) δεῖ αὐτὸν πολλὰ παθεῖν καὶ ἀποδοκιμασθῆναι ἀπὸ τῆς γενεᾶς ταύτης(3).
25 Ο Υιός του Ανθρώπου όμως πρέπει πρώτα να πάθει πολλά και να αποδοκιμαστεί από τούτη τη γενιά.
(1) Πριν ακόμη μπει σε εκείνη την δόξα με την οποία πρόκειται να έλθει (b). Νόμιζαν, ότι η βασιλεία του Μεσσία θα ερχόταν με εξωτερική λαμπρότητα. Όχι, λέει, ο Χριστός. Πρέπει μέσω του σταυρού να διαβούμε στον βασιλικό θρόνο.
(2) Αλλά δεν πρέπει να τον περιμένετε τώρα με δόξα. Τα επικείμενα γεγονότα είναι τελείως διαφορετικά (p). Ο σύνδεσμος «δε» είναι αντιθετικός= πριν έλθει όμως αυτός ως Κριτής ένδοξος, είναι ανάγκη πρώτα κατά την ορισμένη βουλή του Θεού και πρόγνωση (δεῖ=πρέπει) να πάθει πολλά (δ). Πολλά· ονειδισμούς, ντροπή, θάνατο, αυτά είναι τα πολλά. Πρέπει να αποδοκιμαστεί από τη γενιά αυτή των απίστων Ιουδαίων, πριν τον εγκολπωθεί άλλη γενιά πιστών εθνικών. Το ευαγγέλιο πρέπει πρώτα να κατανικήσει μέγιστη αντίσταση και πρωτοφανή εμπόδια ώστε και με αυτό να καταφανεί, ότι η δύναμή του είναι από το Θεό και όχι από ανθρώπους.
«Μη λοιπόν θαυμάσετε, αν θα συμβούν σε σας τέτοια επίπονα, τα οποία να σας φέρουν επιθυμία να είστε μαζί μου. Διότι εγώ ο ίδιος, που πρόκειται να φανώ ως αστραπή, πρώτα πρόκειται να πάθω πολλά και να αποδοκιμαστώ και έτσι να έλθω σε αυτήν την δόξα» (Θφ).
(3) «Των πονηρών Ιουδαίων» (Ζ), των συγχρόνων του Κυρίου.

17.26 καὶ(1) καθὼς(2) ἐγένετο ἐν ταῖς ἡμέραις Νῶε, οὕτως ἔσται καὶ ἐν ταῖς ἡμέραις(3) τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου·
26 Όπως έγινε τον καιρό του Νώε, έτσι θα γίνει και με τον ερχομό του Υιού του Ανθρώπου.
(1) Δες Ματθ. κδ 37-39 και τις εκεί σημειώσεις. Στους στίχους 26-30 περιγράφει την κατάσταση του κόσμου, πως θα είναι πριν την έλευσή του. Την ώρα που οι πιστοί θα ποθούν σφοδρά την επάνοδο του Κυρίου, αμεριμνησία και αίσθημα σαρκικής ασφάλειας θα καταπλημμυρίζει την ανθρωπότητα (g).
(2) Το προηγούμενο «ώσπερ(=όπως ακριβώς)» σημαίνει κάτι το ανάλογο. Το «καθώς» όμως που μπαίνει εδώ δηλώνει ακριβώς το όμοιο (p). Όπως συνέβη στις ημέρες του Νώε, έτσι θα συμβεί και τότε (δ).
(3) Εδώ σε πληθυντικό και όχι σε ενικό (όπως στο στίχο 24), διότι προηγήθηκε το «στις ημέρες του Νώε» (L).

17.27 ἤσθιον(1), ἔπινον, ἐγάμουν, εξεγαμίζοντο(2), ἄχρι ἣς ἡμέρας εἰσῆλθε Νῶε εἰς τὴν κιβωτόν, καὶ ἦλθεν ὁ κατακλυσμὸς καὶ ἀπώλεσεν άπαντας(3).
27 Τότε έτρωγαν κι έπιναν, άντρες και γυναίκες παντρεύονταν και πάντρευαν, ως την ημέρα που ο Νώε μπήκε στην κιβωτό. Ύστερα ήρθε ο κατακλυσμός και τους αφάνισε όλους.
(1) Οι παρατατικοί που μπαίνουν χωρίς σύνδεση κάνουν εκτάκτως ζωηρό το λόγο (p).
(2) Το εξεγαμίζοντο= δίνονταν σε γάμο από τους γονείς τους (g). Δεν τονίζει απλώς το ότι ζούσαν τη συνηθισμένη τους ζωή, αλλά το ότι ήταν εξολοκλήρου απορροφημένοι από τα εξωτερικά πράγματα (p).
Το να τρώμε και να πίνουμε είναι αναγκαίο για διατήρηση της ανθρώπινης ζωής και το κάνουμε γάμο και να δίνουμε σε γάμο απαραίτητο για πολλαπλασιασμό της. Τα νόμιμα και επιτρεπόμενα αυτά έγιναν ολέθρια σε εκείνους λόγω της διάθεσης, με την οποία γίνονταν. Ήταν αυτοί αμέριμνα παραδομένοι στην σαρκική ζωή, ενώ ο κίνδυνος ήταν επί θύραις και για την επικείμενη έλευση του ολέθρου ο Θεός μέσω του Νώε είχε ειδοποιήσει αυτούς. Έτρωγαν, έπιναν και παντρεύονταν, την ώρα που επείγουσα ανάγκη ήταν να νηστεύσουν, να πενθήσουν και να μετανοήσουν. Παρά τις προαναγγελίες του Νώε, παρά τις επανειλημμένες για μετάνοια προσκλήσεις, αυτοί θεωρούσαν τους εαυτούς τους ασφαλείς, διότι απιστούσαν και διότι θεωρούσαν γελοίο το κήρυγμα περί επικειμένης καταστροφής.
(3) «Όπως στα χρόνια του Νώε ξαφνικά ήλθε ο κατακλυσμός και τους πήρε όλους, έτσι θα είναι και η παρουσία του» (Θφ).

17.28 ὁμοίως(1) και ως ἐγένετο(2) ἐν ταῖς ἡμέραις Λώτ· ἤσθιον(3), ἔπινον, ἠγόραζον, ἐπώλουν, ἐφύτευον, ᾠκοδόμουν(4)·
28 Το ίδιο έγινε και τον καιρό του Λωτ. Έτρωγαν κι έπιναν, αγόραζαν και πουλούσαν, φύτευαν κι έχτιζαν.
(1) Ομοίως εξυπακούεται το ρήμα έσται(=θα είναι)= Θα συμβεί στις ημέρες του υιού του ανθρώπου όμοια και όπως έγινε (δ).
(2) Υπάρχει και η γραφή «καθώς εγένετο», η οποία φαίνεται απλούστερη και φυσικότερη (δ).
(3) Το «ομοίως» εξηγείται με τα επόμενα, δηλαδή έτρωγαν, έπιναν κλπ. Ήταν δηλαδή απασχολημένοι με τα συνηθισμένα τους έργα (δ).
(4) Έπρατταν όλα αυτά, διότι με ασφάλεια απέβλεπαν στο μέλλον (L), μολονότι και για αυτούς είχε σταλεί ο Λώτ, όπως πριν ο Νώε κήρυκας δικαιοσύνης σε αυτούς που εξολοθρεύτηκαν από τον κατακλυσμό. «Αλλά όπως ακριβώς αυτούς που στα χρόνια του Νώε και του Λωτ τρυφούσαν και αμεριμνούσαν, τους κατέστρεψε τους μεν ο κατακλυσμός, τους δε η φωτιά και το θειάφι, που κατέβηκαν αιφνίδια από τον ουρανό, έτσι και αυτούς που στη δευτέρα παρουσία θα τρυφούν και θα αμεριμνούν θα τους έλθει αιφνίδιος όλεθρος» (Ζ).

17.29 ᾗ δὲ ἡμέρᾳ ἐξῆλθεν Λὼτ ἀπὸ Σοδόμων(1), ἔβρεξεν(2) πῦρ καὶ θεῖον ἀπ᾽ οὐρανοῦ καὶ ἀπώλεσεν άπαντας(3).
29 Την ημέρα όμως που βγήκε ο Λωτ από τα Σόδομα, έβρεξε φωτιά και θειάφι απ’ τον ουρανό και τους αφάνισε όλους.
(1) Η είσοδος του Νώε στην κιβωτό είναι παράλληλη με την έξοδο του Λωτ για σωτηρία του, η οποία εμπόδιζε την καταστροφή των Σοδόμων, ώστε να μην καταστραφεί μαζί και ο δίκαιος (δ).
(2) Γενικώς θεωρείται ότι είναι σε ενεργητική φωνή= ο Κύριος ή ο Θεός έβρεξε. Δες Γενεσ. ιθ 24 και Ματθ. ε 45. Αλλά με την έννοια αυτή το ακόλουθο «απ’ ουρανού» θα φαινόταν πλεονασμός. Εφόσον λοιπόν το βρέχω στους μεταγενέστερους Έλληνες βρίσκεται και με ουδέτερη έννοια, πιο φυσικό είναι έτσι να πάρουμε αυτό και εδώ. Έτσι ενισχύεται και ο παραλληλισμός μεταξύ των δύο «απώλεσε» (στιχ. 27 και 29) και των δύο υποκειμένων των κατακλυσμός και πυρ και θείον (g).
Ήλθε ο κατακλυσμός και καταστράφηκε ολόκληρος ο παλαιός κόσμος. Έβρεξε φωτιά και θειάφι και κατέκαψε τους αμαρτωλούς των Σοδόμων. Ο Θεός έχει πολλά βέλη στη φαρέτρα του και χρησιμοποιεί από αυτά κατά βούληση και αρέσκεια, όταν πολεμά εναντίον των αποστατών υπηκόων του, κατά των οποίων πάντοτε ενεργεί δραστικά και αδυσώπητα. Εδώ όμως ειδικά αποσκοπείται να δειχτεί το τρομερό και εκπληκτικό της καταστροφής εκείνων, οι οποίοι απορροφημένοι από την σάρκα και ξένοι σε κάθε σκέψη μετανοίας θεωρούν τους εαυτούς τους σε ασφάλεια.
(3) «Υπαινίσσεται λοιπόν με τα παραδείγματα αυτά, και με αυτό των ανθρώπων του κατακλυσμού και με αυτό των Σοδομιτών, ότι όταν έλθει ο αντίχριστος θα αυξηθούν στους ανθρώπους οι παράνομες ηδονές και θα είναι λάγνοι και παραδομένοι στις παράνομες ηδονές, το οποίο βεβαίως και ο απόστολος είπε, ότι στις έσχατες ημέρες θα είναι οι άνθρωποι φιλήδονοι μάλλον παρά φιλόθεοι» (Θφ).

17.30 κατὰ τὰ αὐτὰ ἔσται(1) ᾗ ἡμέρᾳ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἀποκαλύπτεται(2).
30 Τα ίδια θα συμβούν και την ημέρα που θα φανερωθεί ο Υιός του ανθρώπου.
(1) Όμοια με αυτά θα συμβούν… Η ομοιότητα λοιπόν αναφέρεται στην έλλειψη φροντίδας των απίστων και στο αιφνίδιο και απροσδόκητο της φανέρωσης του Σωτήρα (δ).
(2) Τεχνικός όρος που χρησιμοποιείται σε πολλά σημεία της Κ.Δ. για την αποκάλυψη του Κυρίου. Δες Α΄ Κορ. α 7,Β΄ Θεσ. α 7,Α΄ Πέτρ. α 7,13 δ 13 (p). Ο ενεστώτας σημαίνει την εμφάνιση και αποκάλυψη αυτή ως απολύτως βέβαιη και μεταφέρει τον ακροατή με ζωηρότητα στην μεγάλη εκείνη στιγμή. Η λέξη αποκαλύπτεται υπονοεί, ότι ο Ιησούς είναι εκεί, αν και αόρατος, και δεν χρειάζεται παρά να σηκωθεί το παραπέτασμα για να φανερωθεί (g). Μέχρι τη στιγμή εκείνη είναι σκεπασμένος από τα μάτια των ανθρώπων. Τότε όμως με τη μία θα αποκαλυφθεί (p).

17.31 ἐν ἐκείνῃ(1) τῇ ἡμέρᾳ ὃς ἔσται ἐπὶ τοῦ δώματος καὶ τὰ σκεύη αὐτοῦ ἐν τῇ οἰκίᾳ, μὴ καταβάτω ἆραι αὐτά, καὶ ὁ ἐν ἀγρῷ ὁμοίως μὴ ἐπιστρεψάτω εἰς τὰ ὀπίσω(2).
31 Την ημέρα εκείνη όποιος θα βρίσκεται στο λιακωτό και τα πράγματά του θα είναι στο σπίτι, να μην κατεβεί να τα πάρει. Κι όποιος είναι στο χωράφι να μη γυρίσει πίσω.
(1) Δες Ματθ. κδ 17,18 και Μάρκ. ιγ 15,16 και τις εκεί σημειώσεις. Στους δύο αυτούς συνοπτικούς οι λόγοι αυτοί του Κυρίου αναφέρονται σε σχέση με την φυγή στην καταστροφή των Ιεροσολύμων. Εδώ η φυγή αυτή ούτε ξεκάθαρα εκφράζεται, ούτε υπονοείται. Το κύριο νόημα των λόγων αυτών εδώ είναι, ότι πρέπει ο καθένας να είναι αδιάφορος προς όλα τα κοσμικά συμφέροντα, για να είναι έτοιμος για υποδοχή του υιού του ανθρώπου. Η προειδοποίηση για την φυγή από την Ιουδαία αναφέρεται από τον Λουκά αλλού (κα 21). Δεν υπάρχει λοιπόν ανάγκη να συζητήσουμε, εάν οι λόγοι αυτοί λέχθηκαν από τον Κύριο με γραμματική και κυριολεκτική έννοια, όπως βρίσκονται στους Ματθαίο και Μάρκο, ή με πνευματική έννοια, όπως υπάρχουν εδώ. Ο Κύριος είναι δυνατόν να είπε αυτούς και με τις δύο έννοιες (p).
(2) Η δευτέρα παρουσία θα έλθει αιφνίδια. Εκείνος λοιπόν που βρίσκεται στο λιακωτό στη στέγη του σπιτιού του, ας μην κατέβει για να πάρει μαζί του και να σώσει από την καταστροφή τα έπιπλά του, αλλά ας εγκαταλείπει τα πάντα, για να ακολουθήσει αδίστακτα τον Κύριο. Και εκείνος που βρίσκεται στον αγρό, ας μην επιστρέψει πίσω (g), από επιθυμία να δει και να σώσει τα πράγματά του στην πόλη (δ). Ας αναμένει ο καθένας τον Κύριο, ελεύθερος από κάθε προσκόλληση στα γήινα (L).

17.32 μνημονεύετε τῆς γυναικὸς Λώτ(1).
32 Να θυμάστε τη γυναίκα του Λωτ.
(1) «Δηλαδή το πάθημά της. Διότι ενώ ο Θεός μήνυσε στον Λωτ να φύγουν από τα Σόδομα με όλη την οικογένεια, λόγω του θεόσταλτου εμπρησμού που επρόκειτο να πέσει πάνω τους, και ενώ παρήγγειλε να βαδίζουν χωρίς να γυρίσουν πίσω, γύρισε και είδε η γυναίκα του πίσω, και έγινε στήλη άλατος» (Ζ).
Από πόθο των πραγμάτων, τα οποία άφησε στα Σόδομα, στράφηκε να δει τι θα γίνει και μεταβλήθηκε σε στήλη άλατος. Δες Γενεσ. ιθ 26 (δ). Έτσι και κάθε Χριστιανός, του οποίου πρώτη σκέψη κατά την δεύτερη έλευση του υιού του ανθρώπου θα είναι να εξασφαλίσει τα επίγεια αγαθά του, θα αποδειχτεί ανάξιος της βασιλείας του Θεού (p).
Δεν υπήρξε αρκετό για τη γυναίκα του Λωτ, το ότι έφυγε από τα Σόδομα. Ώφειλε να επιμείνει φεύγοντας και να μην στραφεί πίσω. Αυτοί που εγκαταλείπουν τα Σόδομα και τις παλιές συνήθειες, ας βλέπουν μόνο μπροστά και ας προχωρούν διαρκώς μπροστά. Ας μην στρέφονται πίσω, για να μην μπουν στον πειρασμό του να επιστρέψουν πίσω. Ό,τι έπαθε η σύζυγος του Λωτ απετέλεσε διαρκές μνημείο της αποδοκιμασίας του Θεού κατά των αποστατών, οι οποίοι ενώ άρχισαν πνευματικά καταλήγουν στο να εμπνέονται από την σάρκα. Η σύζυγος του Λωτ χάθηκε στην ίδια την οδό της ασφάλειας. «Αυτός που νομίζει ότι στέκεται, ας προσέχει μην πέσει».
Προσοχή από τις κακές αναμνήσεις του αμαρτωλού παρελθόντος, εφόσον επανέρχονται στη μνήμη, όχι για να προκαλέσουν αισθήματα μετανοίας, αλλά για να αναμοχλεύσουν παλαιές πληγές. Αυτά τα βλέμματα προς τα πίσω, τα οποία δεν προκαλούν ντροπή και συντριβή, είναι εξίσου επικίνδυνα με την ολέθρια στροφή της συζύγου του Λωτ. Προσοχή επίσης απέναντι στις δικαιολογίες και τις αμαρτωλές προφάσεις, τις οποίες συνήθως προβάλλουμε για σφάλματα ή παρεκτροπές του παρόντος και του χρόνου μετά την επιστροφή μας στο Χριστό, χωρίς να φροντίζουμε για επανόρθωσή τους. Τίποτα άλλο δεν αποδυναμώνει την φωνή της συνείδησης, όσο οι δικαιολογίες μας αυτές. Προσοχή και απέναντι στους πειρασμούς εκείνους, οι οποίοι μας κατακυρίευσαν κάποτε και οι οποίοι εκμηδένισαν έστω και πρόσκαιρα τις αγαθές αποφάσεις μας.

17.33 ὃς ἐὰν ζητήσῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ σώσαι(1) ἀπολέσει αὐτήν(2), και ως εάν ἀπολέσῃ αυτήν(3), ζῳογονήσει(4) αὐτήν.
33 Όποιος θελήσει να σώσει τη ζωή του θα τη χάσει, κι όποιος τη χάσει θα τη διατηρήσει.
(1) Υπάρχει και η γραφή περιποιήσασθαι= να διασώσει για τον εαυτό του (Πράξ. κ 28,Α΄Τιμοθ. γ 13)(p). Έχει την ίδια σημασία στο Πράξ. κ 28 με το κτήσασθαι=αποκτήσει, κερδίσει (δ).
(2) «Όποιος τυχόν ζητήσει να ελευθερώσει την ψυχή του από τους κινδύνους που θα του έλθουν χάριν της ευσέβειας από τον αντίχριστο, θα παραδώσει αυτήν στην απώλεια της μελλοντικής κόλασης» (Ζ).
«Αυτοί που από άνανδρη ψυχή και θέληση αρνήθηκαν την πίστη και απέφυγαν τον άμεσο θάνατο της σάρκας, αυτοί έγιναν φονευτές της ψυχής τους· γιατί θα οδηγηθούν στον άδη» (Κ). Και ειδικότερα εδώ, αυτός που θέλει να σώσει την ψυχή του από το σωματικό θάνατο που προέρχεται από στέρηση και πείνα (διότι αυτό προφασίζεται η φιλοκτημοσύνη ( =η αγάπη του να μαζεύουμε αγαθά)(δ) και προσκολλάται στα υλικά αγαθά και από αυτά εξαρτά τη ζωή και την ευτυχία του, αυτός θα χάσει αυτήν.
(3) «Αυτό έκαναν οι μακάριοι μάρτυρες, οι οποίοι υπέμειναν τους μέχρι ψυχής και αίματος αγώνες, και έθεσαν τη γνησιότητα της αγάπης τους στο Χριστό, σαν κάποιο στεφάνι πάνω στα κεφάλια τους» (Κ). Και ειδικότερα εδώ εκείνος χάνει τη ζωή του, ο οποίος με άγια αποφασιστικότητα στρέφει αδίστακτα και αυτοστιγμεί τα νώτα από κάθε άλλο, το οποίο δεν είναι ο Κύριος, για να παραδοθεί σε αυτόν ολοκληρωτικά (g).
(4) Δηλαδή θα διατηρήσει στη ζωή αυτήν (δες Πράξ. ζ 19,Εξοδ. α 17). Χρησιμοποιείται από τους Ο΄ για τις μαίες στην Αίγυπτο, οι οποίες ζωογονούσαν δηλαδή διατηρούσαν στη ζωή τα γεννώμενα αρσενικά των Ιουδαίων (δ).

17.34 λέγω ὑμῖν, ταύτῃ τῇ νυκτὶ(1) ἔσονται δύο ἐπὶ κλίνης μιᾶς(2), εἷς παραληφθήσεται καὶ ὁ ἕτερος ἀφεθήσεται(3)·
34 Σας βεβαιώνω πως εκείνη τη νύχτα, απ’ τους δύο που θα κοιμούνται στο ίδιο κρεβάτι, ο ένας θα σωθεί κι ο άλλος θα χαθεί.
(1) Ή, δεν πρέπει να εκβιάσουμε την λέξη, ώστε από αυτήν να βγάλουμε τη σημασία του μεγάλου τρόμου ή της πραγματικής νύχτας, διότι ο Κύριος δεν θέλησε να σημάνει ότι η έλευσή του θα γίνει σε καιρό νύχτας. Η νύχτα εδώ είναι μέρος της εικόνας, την οποία μεταχειρίζεται ο Κύριος διότι κατά τη νύχτα, οι άνθρωποι βρίσκονται στο κρεβάτι (p).
Ή, «νύχτα ονομάζει τον καιρό της κρίσεως, επειδή, όπως εγώ νομίζω, είναι αφανής και απροσδόκητη η παρουσία του» (Κ).
(2) Παίρνει δύο στενότατα συνδεδεμένους κατά σάρκα, είτε δηλαδή πατέρα και γιο, είτε συζύγους, είτε αδελφούς ή οικειότατους που κοιμούνται στο ίδιο κρεβάτι (δ). Όταν η κρίση του Θεού επέλθει καταστρεπτική ο Κύριος θα λάβει πρόνοια να προστατεύσει και να διαφυλάξει τους δικούς του, διαχωρίζοντας και διακρίνοντας αυτούς από άλλους, οι οποίοι θα βρίσκονται τότε πολύ κοντά σε αυτούς. Από το ίδιο κρεβάτι ο ένας θα αρπάζεται για να μεταφερθεί σε τόπο ασφαλή, ενώ ο άλλος θα εγκαταλείπεται για να εξαφανιστεί κάτω από τα ερείπια της κοινής καταστροφής.
(3) Ένας θα παραληφθεί για προϋπάντησή μου, επειδή ανήκει σε μένα, και ο άλλος θα αφεθεί, θα εγκαταλειφθεί στην εξουσία των τιμωρών αγγέλων (δ). Τίποτα εξωτερικά δεν διακρίνει τα πρόσωπα αυτά. Οι εσωτερικές τους όμως διαθέσεις είναι διαφορετικές. Για αυτό και τύχη διαφορετική τους αναμένει. Ό,τι οι άνθρωποι δεν μπορούν να διακρίνουν, ο Θεός το κρίνει σε μια στιγμή. Παραλαμβάνει τον έναν και αποδοκιμάζει τον άλλον (L).
Έξυπνη και η επόμενη ερμηνεία: «με τους δύο πάλι που βρίσκονται πάνω σε ένα κρεβάτι φαίνεται ότι υπαινίσσεται εκείνους που βρίσκονται σε ανάπαυση και πλούτο και είναι ίσοι μεταξύ τους ως προς τις κοσμικές εννοώ απολαύσεις, γιατί το κρεβάτι είναι σύμβολο ανάπαυσης. Όμως ο ένας από αυτούς, λέει, θα παραληφθεί, και ο άλλος αφήνεται. Πώς ή με ποιο τρόπο; Όλοι δηλαδή όσοι έχουν πλούτο και ανάπαυση στην εδώ ζωή δεν έχουν γίνει κακοί και άσπλαχνοι… Εάν κάποιος είναι βέβαια πλούσιος, αλλά καλός και φιλεύσπλαχνος και ορθός στην πίστη, αυτός παραλαμβάνεται» (Κ).

17.35 δύο ἔσονται(1) ἀλήθουσαι(2) ἐπὶ τὸ αὐτό(3), μία παραληφθήσεται και η ἑτέρα ἀφεθήσεται(4).
35 Απ’ τις δύο γυναίκες που θα αλέθουν μαζί, η μία θα σωθεί κι η άλλη θα χαθεί.
(1) Δες Ματθ. κδ 40,41 και τις εκεί σημειώσεις.
(2) Η εικόνα αυτή προϋποθέτει ημέρα μάλλον παρά νύχτα και αναφέρεται σε γεγονός, το οποίο και σήμερα ακόμη λαμβάνει χώρα στην Ανατολή σχεδόν κάθε ημέρα (p). Παρόλ’ αυτά οι γυναίκες των Βεδουίνων συνηθίζουν να αλέθουν στη σκηνή και κατά τη διάρκεια της νύχτας (L). Γενικώς με την εικόνα διακηρύττεται, ότι, είτε κοιμούνται οι άνθρωποι, είτε εργάζονται, όταν ο Κύριος έλθει, όσοι βρεθούν προσκολλημένοι στα επίγεια και φθαρτά, θα εγκαταλειφθούν μη λαμβάνοντας μέρος στη χαρά του Μεσσία (p).
(3) =μαζί, στο ίδιο μέρος (δ). Υπήρχαν σε χρήση στους αρχαίους χειρόμυλοι για το στάρι. Όταν η μυλόπετρα ήταν μεγάλη, κινούσαν αυτήν δύο πρόσωπα μαζί (g). Θα διακριθούν και θα χωριστούν οι εκλεκτοί από αυτούς που ζουν πάρα πολύ κοντά τους. Ο Χριστός θα έλθει αιφνίδια και θα βρει το λαό του απασχολημένο με τα συνήθη του έργα στον αγρό και στον μύλο. Ο ένας ή η μία θα παραληφθεί για συνάντηση του Κυρίου στον αέρα· ο άλλος θα εγκαταλειφθεί στο σατανά και τους αγγέλους του, για να κριθεί μαζί τους. Αυτό θα επιβαρύνει την θέση των αμαρτωλών, διότι ενώ άλλοι από ανάμεσά τους θα παραληφθούν για να δοξαστούν, αυτοί που δεν τους μιμήθηκαν εγκαταλείπονται.
Οι εκλεκτοί είναι ίσως άσημοι και περιφρονημένοι στον κόσμο, ως αγρότες ή ως δούλες που αλέθουν στο μύλο. Παρόλ’ αυτά δεν θα λησμονηθούν κατά την ώρα εκείνη ούτε θα παραβλεφθούν. Οι φτωχοί στον κόσμο, εάν είναι πλούσιοι σε πίστη, είναι κληρονόμοι της βασιλείας. Οι εκλεκτοί ακόμη είναι διασκορπισμένοι σε τόπους, όπου δεν θα περίμενε κάποιος να βρει αυτούς, στον αγρό και στο μύλο. Και όμως οι άγγελοι θα τους βρουν. Είναι και αναμιγμένοι με άλλους, συνδεδεμένοι μαζί τους στα ίδια έργα, στην ίδια κοινωνία, στα ίδια σπίτια. Ο Θεός γνωρίζει να διαχωρίσει τον χρυσό από τη σκουριά, το σιτάρι από το άχυρο, το πολύτιμο από το ευτελές.
(4) Τόσο στην προηγούμενη εικόνα αυτών που κοιμούνται μαζί στο ίδιο κρεβάτι, όσο και στην τωρινή αυτών που συνεργάζονται στον ίδιο χειρόμυλο, υποκρύπτεται η ιδέα, ότι «θα είναι σε αυτούς η εξέταση του τρόπου της ζωής τους πολύ μεγάλη και ακριβής» (Κ) και κανείς ούτε αδελφός, ούτε σύζυγος, ούτε συνεργάτης και φίλος θα μπορέσει να βοηθήσει τον οικείο και αγαπητό του.
Έξυπνη και η εκδοχή: «και με τις γυναίκες που αλέθουν φαίνεται ότι υποδηλώνει αυτούς που ζουν με φτώχεια και πόνους. Αλλά και σε αυτούς τους ίδιους, λέει, υπάρχει μεγάλη διαφορά. Γιατί άλλοι από αυτούς σηκώνοντας το βάρος της φτώχειας με γενναιότητα… αυτοί θα παραληφθούν, επειδή δηλαδή είναι δίκαιοι, ενώ εκείνοι που δεν είναι τέτοιοι, αλλά φοβεροί σε κακουργίες και έργο τους έχουν την κάθε είδους φαυλότητα, θα παραμείνουν για να υποστούν την καταδίκη με τη φωτιά» (Κ).

17.36 δύο ἐν τῷ ἀγρῷ, εἷς παραληφθήσεται καὶ ὁ ἕτερος ἀφεθήσεται(1).
36 Από δύο ανθρώπους που θα βρεθούν στο χωράφι, ο ένας θα σωθεί κι ο άλλος θα χαθεί».
(1) Τον στίχο αυτό παραλείπουν όχι μόνο οι αλεξανδρινοί κώδικες αλλά και πολλοί από τους υπόλοιπους μεγαλογράμματους και πολλοί από τους μικρούς και ο μέγας Βασίλειος, Οπτάτος και άλλοι και φαίνεται να μπήκε στο κείμενο ολόκληρος από το Ματθ. κδ 40 (δ). Δες τις εκεί σημειώσεις.

17.37 καὶ ἀποκριθέντες λέγουσιν αὐτῷ, Ποῦ, κύριε(1); ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς, ῞Οπου τὸ σῶμα, ἐκεῖ ἐπισυναχθήσονται καὶ οἱ ἀετοὶ(2).
37 Τότε τον ρώτησαν: «Πού θα γίνουν αυτά, Κύριε;» Κι εκείνος τους είπε: «Όπου είναι το πτώμα, εκεί θα μαζευτούν και τα όρνεα».
(1) «Επειδή όμως είπε ότι θα παραληφθεί, χρήσιμα και κατ’ ανάγκη ρωτούν οι μαθητές· Πού, Κύριε;» (Κ) δηλαδή «πού παραλαμβάνονται;» (Ζ)·
Ή, οι μαθητές κατάλαβαν μεν το θα παραληφθεί ότι λέγεται για την παραλαβή των πιστών από τους αγγέλους για συνάντηση του Κυρίου, το «θα αφεθεί» όμως που λέγεται στο τέλος δεν το κατάλαβαν. Και για αυτό ρωτούν: Πού, Κύριε, θα αφεθεί; (δ).
(2) Δες Ματθ. κδ 28 και τις εκεί σημειώσεις. Λιγότερο πιθανή η ερμηνεία: «όπως ακριβώς όταν βρίσκεται κάτω σώμα νεκρό, όλα τα σαρκοβόρα όρνεα έρχονται πάνω του, έτσι και στον υιό του ανθρώπου, που για μας νεκρώθηκε και έπεσε κάτω, όταν θα φανεί από τον ουρανό, όλοι οι άγιοι θα μαζευτούν» (Θφ)· «όλοι οι αετοί, δηλαδή αυτοί που πετούν ψηλά και βρίσκονται ψηλότερα από τα επίγεια και κοσμικά πράγματα, θα τρέξουν προς αυτόν» (Κ).
Ατυχής και η επόμενη ερμηνεία: Σώμα είναι το όλο ιουδαϊκό έθνος, συγκεντρωμένο στα Ιεροσόλυμα κατά το Πάσχα. Αετοί είναι οι Ρωμαίοι (στον b). Εδώ όμως πρόκειται όχι για την καταστροφή των Ιεροσολύμων, αλλά για την δευτέρα παρουσία.
Πιο σωστή ερμηνεία: Όπου είναι το νεκρό τμήμα των ανθρώπων του κόσμου που μυρίζει άσχημα, αυτών που προσκλίνουν στα φθαρτά και στα γήινα, εκεί και η κρίση του Θεού θα πέσει (p)· εκεί θα είναι και οι άγγελοι οι τιμωροί να παραλάβουν το σώμα που μυρίζει για τιμωρία (δ). Όταν ένας λαός κάνει τον εαυτό του με τις αμαρτίες του πτώμα που βρωμάει και σαπίζει, τίποτα άλλο δεν πρέπει να αναμένει κάποιος παρά να αποστείλει ο Θεός τους αετούς του ανάμεσα σε αυτό για τιμωρία και όλεθρό του. Οποτεδήποτε και οπουδήποτε και αν υπάρχουν οι πονηροί, οι καταδικασμένοι σε απώλεια, θα βρεθούν από την κρίση του Θεού ασφαλώς και ταχέως, όπως και οποιοδήποτε πτώμα οπουδήποτε και αν βρίσκεται πεταμένο ανακαλύπτεται από την όσφρηση των σαρκοφάγων πτηνών και γίνεται λεία τους.


Κεφάλαιο 18

Στίχ. 1-8 . Ο άδικος κριτής και η χήρα.
18.1 ῎Ελεγεν δὲ και(1) παραβολὴν αὐτοῖς(2) πρὸς τὸ δεῖν(3) πάντοτε προσεύχεσθαι(4) αὐτοὺς καὶ μὴ ἐκκακεῖν(5),
1 Τους έλεγε και μια παραβολή για το πώς πρέπει πάντοτε να προσεύχονται και να μην αποκάμνουν στην προσευχή.
(1) Αναφορικά με όσα έμελλε να συμβούν (b). «Επειδή ανέφερε θλίψεις και κινδύνους, φέρνει και την θεραπεία τους και αυτή είναι η προσευχή… Διότι πρόκειται, λέει, να συμβούν τα πάντα στους τότε, αλλά μεγάλος βοηθός σε αυτά θα είναι η προσευχή, την οποία πρέπει να κάνουμε επίμονα και συνεχώς, σκεπτόμενοι πως λύγισε τον κριτή της αδικίας το ότι η χήρα στεκόταν δίπλα του παρακαλώντας» (Θφ). Ή, κάπως ακριβέστερα· παρόλο που ο χρόνος της επανόδου του Ιησού για απελευθέρωση του λαού του είναι κρυμμένος από αυτούς, όμως αυτοί πρέπει να μην παύουν να προσεύχονται για την απελευθέρωσή τους (p). Το καθήκον επίσης της επίμονης αυτής προσευχής είναι και σε άμεση σχέση με τον κίνδυνο, τον οποίο θα διατρέξει η εκκλησία των εσχάτων καιρών αντιμετωπίζοντας το σαρκικό φρόνημα του κόσμου της εποχής εκείνης, μέσα στον οποίο η θέση της εκκλησίας θα είναι παρόμοια με αυτήν της χήρας της παραβολής, διότι και αυτή δεν θα έχει άλλο όπλο εκτός από την αδιάκοπη προσευχή. Αλίμονο σε αυτήν, εάν ξεφύγει από τα χέρια της το όπλο αυτό! Η ισχυρή συγκέντρωση της προσευχής θα είναι το μόνο μέσο, με το οποίο θα μπορέσει να διατηρήσει την πίστη της και να επιταχύνει το τέλος της ανώμαλης εκείνης κατάστασης (g).
(2) Στους μαθητές δηλαδή, το οποίο συνδέει στενά την παραβολή με τα προηγούμενα (g).
(3) Δηλαδή όσον αφορά το σπουδαιότατο θέμα της προσευχής (b)· αναφορικά με το να προσεύχονται (g).
(4) Η φράση «να προσεύχονται πάντοτε» αντιτίθεται στη ζωή μακριά από το Θεό της ανθρωπότητας που έχει εξ’ ολοκλήρου κυριευτεί από κοσμικά φρονήματα (g). Πάντοτε=διαρκώς και με επιμονή (δ). Δύο παραβολές ασχολούνται εδώ με την προσευχή. Η μία από τον σ. 1 και εξής και η άλλη από τον σ. 9 και εξής. Η πρώτη μας διδάσκει να ξεπερνούμε την ράθυμη αποχαύνωση και η δεύτερη να απομακρυνθούμε από την πεποίθηση στους εαυτούς μας. Δύο άκρα άξια πολλής προσοχής (b). Ο Κύριος μας διδάσκει με αυτήν την παραβολή να είμαστε σταθεροί και επίμονοι στις προσευχές μας, στις οποίες ζητούμε το έλεος του Θεού είτε για μας, είτε για την εκκλησία του. Να επιμένουμε όταν προσευχόμενοι ζητούμε από αυτόν δύναμη εναντίον των πνευματικών μας εχθρών και των επιθυμιών και παθών της σάρκας, τα οποία είναι οι χειρότεροι εχθροί μας. Πρέπει να επιμένουμε διότι ουδέποτε οι προσευχές και δεήσεις μας που γίνονται ενώπιον του Θεού αποβαίνουν μάταιες. Η παραβολή λοιπόν δεν μας διδάσκει να προσευχόμαστε. Δεν θα ήταν ανάγκη για αυτό. Διότι η προσευχή φαίνεται τόσο πολύ να ανταποκρίνεται στο ένστικτο και τη φυσική κλίση της ψυχής, όπως η αναπνοή, το φαγητό, το ποτό είναι φυσικές και ενστικτώδεις ενέργειες του σώματος, για τις οποίες ούτε να μας πει κάποιος ούτε να διδαχτούμε ή να μάθουμε αυτές από κάποιον είναι ανάγκη. Το κύριο σημείο γύρω από το οποίο στρέφεται η παραβολή είναι η θερμότητα, η συχνότητα, η σταθερότητα και η επιμονή στην προσευχή. Πώς μπορούμε να περιμένουμε να μας ακούσει ο Θεός, όταν βλέπει εκείνο, το οποίο και εμείς μπορούμε να δούμε, ότι δηλαδή δεν είμαστε θερμοί στις προσευχές μας; Εάν ήμασταν θερμοί, θα ήμασταν επίμονοι και θα προσευχόμασταν στο σπίτι, στο δρόμο, στο κρεβάτι μας, στην ίδια την εργασία μας με προσευχή σιωπηλή, ήσυχη, αλλά σαν ένα ρεύμα ασταμάτητο που ανεβαίνει από τη γη στον ουρανό.
(5) «Να μην κουράζονται να προσεύχονται» (Ζ). Η γραφή ἐγκακεῖν ή ἐνκακεῖν (=είμαι κακός σε κάτι) προτιμάται από τους νεότερους ερμηνευτές από την γραφή ἐκκακεῖν, διότι δεν υπάρχει τέτοιο ρήμα που να φτιάχνεται δηλαδή μαζί με την πρόθεση εκ. Η έννοια του αποθαρρύνομαι αρμόζει στο ρήμα εδώ (L). Το ἐγκακεῖν σημαίνει αποθαρρύνομαι κατά τη διάρκεια μίας ενέργειας, ενώ το ἐκκακεῖν σημαίνει αποσύρομαι από φόβο και αποφεύγω κάθε ενέργεια (Ellicott).

18.2 λέγων, κριτής τις ἦν ἔν τινι πόλει τὸν θεὸν(1) μὴ φοβούμενος καὶ ἄνθρωπον(1) μὴ ἐντρεπόμενος(2).
2 «Σε κάποια πόλη», τους είπε, «ήταν ένας δικαστής, που ούτε Θεό φοβόταν ούτε άνθρωπο υπολόγιζε.
(1) Το ότι μπαίνει στην αρχή το «Θεόν» και «άνθρωπον» δίνει έμφαση στην όλη φράση (ο).
(2) Φοβόμαστε τους άλλους για τη δύναμή τους· ντρεπόμαστε αυτούς για την εκτίμησή τους προς εμάς (b). Ούτε την από το Θεό τιμωρία φοβόταν (=το πνευματικό ελατήριο που απομακρύνει από την κακία), ούτε την από τους ανθρώπους επίκριση λάμβανε υπ’ όψιν (=το σαρκικό ελατήριο που απομακρύνει από την κακία)(δ). «Πρόσεξε όμως, ότι το να μην ντρέπεται κάποιος ούτε τους ανθρώπους, είναι δείγμα χειρότερης κακίας· διότι τον μεν Θεό πολλοί δεν τον φοβούνται, πλην όμως ντρέπονται τους ανθρώπους, για αυτό και αμαρτάνουν λιγότερο. Όταν όμως και απέναντι στους ανθρώπους δεν ντρέπεται κάποιος, εδώ είναι πλέον η κορυφή της κακίας. Για αυτό και ο Κύριος έβαλε έπειτα το «δεν ντρεπόταν άνθρωπο», σαν να έλεγε το εξής… Είχε το μεγαλύτερο δείγμα της κακίας, ότι δηλαδή δεν ντρεπόταν ούτε άνθρωπο» (Θφ). Δεν είναι παράδοξο εκείνοι που αποτίναξαν τον φόβο του Θεού, να καταλήξουν στο να περιφρονούν και τους όμοιούς τους ανθρώπους. Όπου δεν υπάρχει ο φόβος του Θεού, τίποτα καλό δεν μπορεί να αναμένεται. Τέτοια όμως ασέβεια και αναισχυντία είναι κακή για οποιονδήποτε, προπαντός όμως γίνεται χείριστη για έναν δικαστή, ο οποίος έχει στα χέρια του εξουσία, την οποία πρέπει να διαχειρίζεται σύμφωνα με τις αρχές της θρησκείας και του δικαίου, διότι αλλιώς αντί να γίνεται ευεργετικός με τη δύναμή του, γίνεται επιβλαβής και ολέθριος.

18.3 χήρα(1) δὲ ἦν ἐν τῇ πόλει ἐκείνῃ καὶ ἤρχετο(2) πρὸς αὐτὸν λέγουσα, ᾽Εκδίκησόν με ἀπὸ(3) τοῦ ἀντιδίκου(4) μου.
3 Σ’ αυτή την πόλη κατοικούσε μια χήρα, που ερχόταν στο δικαστή και του έλεγε: “προστάτεψέ με απ’ αυτόν που με κατατρέχει”.
(1) Γυναίκα δηλαδή που εύκολα εκτίθεται σε αδικίες και δύσκολα μπορεί να βρει προστασία μεταξύ των ανθρώπων. Έτσι εμφανίζεται και η εκκλησία απέναντι στον κόσμο (b).
(2) Ο παρατατικός σημαίνει το συνεχές και επίμονο της επανόδου=εξακολουθούσε να έρχεται· ερχόταν συχνά (p).
(3) Εκδίκησόν με από=Δώσε μου απόφαση προστατευτική από· διεκδίκησε το δίκαιό μου και έτσι προστάτεψέ με από. Δες για την «από» τα χωρία Λουκ. ιβ 15,58,ιγ 16,κ 46. Δεν εκφράζει την έννοια της τιμωρίας εναντίον του αντιδίκου, αλλά την προστασία απέναντι σε αυτόν (p). Δεν σημαίνει λοιπόν τιμώρησε τον αντίδικό μου (g). Υποδηλώνει ότι η εκδίκαση της υπόθεσης αναβαλλόταν και δεν εκδιδόταν η απόφαση, η οποία σύμφωνα με το νόμο θα ήταν ευνοϊκή για αυτήν (ο).
(4) Αντίδικος= αυτός που άδικα κατείχε την ιδιοκτησία της χήρας (g).

18.4 καὶ οὐκ ηθέλησεν(1) ἐπὶ χρόνον(2), μετὰ δὲ ταῦτα εἶπεν ἐν ἑαυτῷ, Εἰ καὶ(3) τὸν θεὸν οὐ φοβοῦμαι(4) και(5) ἄνθρωπον ουκ ἐντρέπομαι,
4 Εκείνος για πολύν καιρό αρνιόταν, αλλά ύστερα είπε μέσα του: “παρ’ όλο που δε φοβάμαι το Θεό κι ούτε υπολογίζω άνθρωπο,
(1) Υπάρχει και η γραφή: ουκ ήθελεν, που υποστηρίζεται από πολλούς μεγαλογράμματους κώδικες. Είναι πιο έντονος ο παρατατικός από τον αόριστο ουκ ηθέλησεν=Εξακολουθούσε και αυτός να αρνείται, όπως και εκείνη εξακολουθούσε να έρχεται (p).
(2) Το «επί χρόνον» σημαίνει χρονικό διάστημα αρκετά σημαντικό (L).
(3) Διαφέρει από το «και ει» το οποίο εκφράζει απλή υπόθεση· ενώ το «ει και» πραγματική, υπάρχουσα ήδη κατάσταση (p).
(4) Η φράση δείχνει, ότι πίστευε μεν στο Θεό, αλλά περιφρονούσε αναίσχυντα και ασεβώς το θείο μεγαλείο και την θεία εξουσία (ο).
(5) Υπάρχει και η γραφή «ουδέ», με την οποία σχηματίζεται σκάλα=αλλά και· ακόμα όμως ούτε άνθρωπο… (p).

18.5 διά γε(1) τὸ παρέχειν μοι κόπον(2) τὴν χήραν ταύτην ἐκδικήσω αὐτήν, ἵνα μὴ εἰς τέλος(3) ἐρχομένη ὑπωπιάζῃ(4) με.
5 όμως επειδή τούτη εδώ η χήρα μού έγινε φορτική, θα της δώσω το δίκιο της, για να μην έρχεται συνεχώς και με ταλαιπωρεί”».
(1) Το περιοριστικό γε, σημαίνει· μόνο και μόνο για αυτό· εξαιτίας αυτού και μόνο (g).
(2) «Κόπο εννοεί τώρα την ενόχληση» (Ζ).
(3) Με την έννοια του «συνεχώς» ή του «επί τέλους» (p) οπότε θα συνδεθεί με το ερχομένη (g). Μπορεί όμως να συνδεθεί και με το υποπιάζει με, οπότε θα ερμηνεύσουμε αυτό: στο τέλος· τελευταία· έτσι ώστε να μην στο τέλος…
(4) Περισσότερο μαρτυρημένη γραφή: ὑπωπιάζῃ με. Υπώπια είναι τα μελανά σημάδια που προέρχονται από γροθιές και υπωπιάζω είναι το δίνω γροθιές, χτυπώ δυνατά και ταλαιπωρώ (Α΄Κορ. θ 27). Εδώ λέγεται μεταφορικά με την έννοια του: με γρονθοκοπεί με λόγια (δ)· ενοχλεί πολύ (p). Υπερβολή που αρμόζει στον χαρακτήρα του άδικου και ανυπόμονου κριτή. Παριστάνεται με αυτό ότι η φορτικότητα της χήρας τον ενοχλούσε ολοένα και περισσότερο (b).

18.6 Εἶπεν δὲ ὁ κύριος(1), ᾽Ακούσατε(2) τί ὁ κριτὴς τῆς ἀδικίας λέγει·
6 Κι ο Κύριος πρόσθεσε: «Προσέξτε τι είπε ο άδικος δικαστής.
(1) Είπε, αφού διέκοψε για κάποιες στιγμές, με σκοπό να διεγείρει την προσοχή των ακροατών του (b). Η παραβολή τελείωσε, οπότε αρχίζει η εφαρμογή (δ).
(2) Με την έννοια του: σημειώστε καλά. Είναι παρόμοιο με το «αυτός που έχει αυτιά να ακούει, ας ακούει» (L). Οσοδήποτε αποκρουστική και αν είναι η γλώσσα αυτού του κριτή, ακούστε την όμως και προσέξτε την. Έχετε να αντλήσετε δίδαγμα από αυτήν (g).

18.7 ὁ δὲ θεὸς οὐ μὴ ποιήσῃ(1) τὴν ἐκδίκησιν τῶν ἐκλεκτῶν(2) αὐτοῦ τῶν βοώντων(3) προς αυτόν(4) ἡμέρας καὶ νυκτός, καὶ μακροθυμών ἐπ᾽ αὐτοῖς(5);
7 Θα αναβάλει, λοιπόν, ο Θεός να αποδώσει το δίκιο στους εκλεκτούς του, που του φωνάζουν για βοήθεια μέρα και νύχτα;
(1) «Ρωτάει αυτό, σαν κάτι που είναι αναγκαίο να ομολογήσουν και αυτοί» (Ζ). Τεκμήριο από το ισχυρότερο (p).= «Αν αυτός που δεν τηρούσε το νόμο και ήταν γεμάτος από κάθε κακία, λυπήθηκε από το συνεχόμενο της παράκλησης, πόσο μάλλον ο Θεός, ο αρχηγός κάθε δικαιοσύνης» (Θφ), «που αγαπά την ευσπλαχνία και μισεί το πονηρό, αυτός που απλώνει πάντα το χέρι που σώζει σε αυτούς που τον αγαπούν, δεν θα δεχτεί αυτούς που τον πλησιάζουν μέρα και νύχτα και δεν θα υπερασπιστεί αυτούς αφού τους διάλεξε;» (Κ). «Προσευχόμενη με καρτερία η χήρα, εξιλέωσε τον ωμό και αμείλικτο δικαστή. Αν όμως εκείνη τον άδικο, πολύ περισσότερο εσύ τον ήμερο» (Χ).
(2) Διπλό το τεκμήριο από το ισχυρότερο. Η χήρα ήταν μία. Ενώ αυτοί που φωνάζουν προς τον Θεό πολλοί (ο). Των εκλεκτών=Εκείνων τους οποίους σύμφωνα με την πρόγνωσή του πριν από όλους τους αιώνες διάλεξε και αγάπησε ως δικούς του (g). Υπάρχει λοιπόν στον κόσμο λαός εκλεκτός του Θεού, λαός διαλεγμένος, πάνω στον οποίο ο Θεός έχει στηρίξει το προστατευτικό του βλέμμα. Παρ’ όλα αυτά αντιμετωπίζει ο λαός αυτός πολλές αντιθέσεις και αντιδράσεις και εμπόδια στον κόσμο αυτόν. Υπάρχουν πολλοί οι εχθροί, οι οποίοι αγωνίζονται εναντίον του. Ο σατανάς είναι ο μέγας αντίπαλος και εχθρός. Για αυτό οι εκλεκτοί έχουν ανάγκη την προστασία του Θεού για να διαφυλαχτούν από τις εχθρικές επιβουλές.
(3) Το βοώ σημαίνει την προσευχή με την εντονότερή της μορφή, ως κραυγή συντριβής ψυχής που αισθάνεται τον εαυτό της να εγκαταλείπεται στις δυνάμεις της (g). Οι εκλεκτοί, όπως η ενοχλητική χήρα, κράζουν προς τον Κύριο λέγοντας· Κύριε, νέκρωσε την διαφθορά αυτή της φύσης μας· όπλισέ μας κατά των πειρασμών του κακού. Αλλά και για την καταπιεζόμενη και διωκόμενη εκκλησία παρακαλούν οι εκλεκτοί, ώστε ο Κύριος να αποδώσει δικαιοσύνη και να χαρίσει σε αυτήν ασφάλεια και ειρήνη. Και στις κραυγές τους αυτές είναι θερμοί, ακούραστοι και επίμονοι. Διότι πρέπει να κράζουν μέρα και νύχτα όπως κράζουν εκείνοι, οι οποίοι πιστεύουν ότι η προσευχή τους τελικά θα εισακουστεί.
(4) Το «βοώντων προς αυτόν» σύγκρινέ το με την φωνή των ψυχών των αγίων κάτω από το θυσιαστήριο (Αποκ. στ 9-11)(p). Εάν η χήρα εισακούστηκε από τον άδικο κριτή, πολύ περισσότερο ο Θεός θα κάνει την εκδίκησή των εκλεκτών του. Η χήρα ήταν τελείως ξένη και άγνωστη στον κριτή· ενώ ο λαός που προσεύχεται στο Θεό είναι ο εκλεκτός του, τον οποίο ο Θεός γνωρίζει καλά και αγαπά και ευαρεστείται σε αυτόν. Η χήρα ήταν μία ενώ ο εκλεκτός λαός είναι πολλοί και σε συμφωνία όλοι προσεύχονται προς αυτόν, ώστε οι επί μέρους φωνές του συγκεντρωμένες ακούγονται ως φωνές ανθρώπων που φωνάζουν προς τον Κύριο. Η χήρα ερχόταν σε κριτή ο οποίος της γύρισε την πλάτη από απόσταση, χωρίς να της επιτρέπει να τον πλησιάσει. Ενώ ο εκλεκτός λαός πλησιάζει με θάρρος κράζοντας, Αββά, Πατέρα, χρησιμοποιώντας επίκληση που αρέσει στο Θεό και διδάχτηκε από αυτόν και γνωστοποιήθηκε στον εκλεκτό λαό του. Ο κριτής ήταν άδικος και αναίσχυντος, ενώ ο Θεός είναι «Πατέρας δίκαιος» (Ιω. ιζ 25), θεωρώντας δόξα του να υποστηρίζει τα φτωχά πλάσματά του και ιδιαίτερα τους τελείως απροστάτευτους, όπως οι χήρες και τα ορφανά. Η χήρα ερχόταν για να ζητήσει το δικό της δίκαιο από τον κριτή. Ο εκλεκτός λαός ζητά δίκαιο, για το οποίο ενδιαφέρεται και ο επουράνιος Κριτής, θεωρώντας αυτό και ως δικό του δίκαιο. Η χήρα δεν είχε κανέναν συνήγορο πηγαίνοντας στον άδικο κριτή. Εμείς «έχουμε παράκλητο προς τον Πατέρα» τον Υιό του, ο οποίος «ζει για να προσεύχεται για μας». Η χήρα δεν είχε κάποια υπόσχεση από τον άδικο κριτή, που να την ενθάρρυνε στο να ελπίζει, ότι κάποια ημέρα θα ακουγόταν. Ο εκλεκτός λαός έχει την υπόσχεση: «Αιτείτε και θα σας δοθεί, ζητάτε και θα βρείτε, χτυπάτε και θα σας ανοιχτεί». Η χήρα σε συγκεκριμένες ώρες θα μπορούσε να πλησιάζει τον κριτή. Ο εκλεκτός λαός μπορεί νύχτα και ημέρα να επικαλείται τον Κύριο. Και ενώ ο άδικος κριτής ενοχλούνταν από τις επίμονες παρακλήσεις της χήρας, ο Θεός ευαρεστείται με τις επίμονες προσευχές των παιδιών του.
(5) Ή, λιγότερο πιθανή ερμηνεία, δείχνοντας μακροθυμία απέναντι σε αυτούς που αδικούν· δεν θυμάται τώρα την αδικία τους, αλλά μακροθυμεί, μήπως με την μακροθυμία του τους οδηγήσει σε μετάνοια (Ρωμ. β 4)(δ). Ή, πιο σωστά, το «επ’ αυτοίς», στους εκλεκτούς= «τους παραβλέπει για λίγο, ώστε να δοκιμαστούν» (Ζ), «και φαίνεται ότι δεν ακούει αυτούς που τον παρακαλούν νύχτα και ημέρα» (Θφ). Με την έννοια αυτή προσαρμόζεται περισσότερο η γραφή των αλεξανδρινών χειρογράφων «και μακροθυμεί επ’ αυτοίς». Δεν είναι ανάγκη να πάρουμε το μακροθυμώ με την πολύ συνηθισμένη έννοιά του, το ότι είναι δηλαδή κάποιος αργός στο να οργιστεί· σημαίνει μερικές φορές και αργώ (καθυστερώ)·= Δεν θα ελευθερώσει ο Θεός τους δικούς του, την ώρα που δείχνεται αργός στο να ενεργήσει για προστασία τους; Είναι όμως δυνατόν το μακροθυμώ να έχει την έννοια του «δεν ανυπομονώ» και να εκφράζει το αντίθετο από το «είμαι οξύθυμος» (p). Μολονότι ο Θεός αναβάλλει να πάρει εκδίκηση για τους δικούς του, και αργεί να επέμβει η δικαιοσύνη του για να θέσει τέρμα στα κακά των εκλεκτών του (g).

18.8 λέγω ὑμῖν ὅτι ποιήσει τὴν ἐκδίκησιν αὐτῶν ἐν τάχει(1). πλὴν(2) ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου(3) ἐλθὼν(4) ἆρα(5) εὑρήσει τὴν πίστιν(6) ἐπὶ τῆς γῆς(7);
8 Σας βεβαιώνω ότι θα τους αποδώσει το δίκιο τους πολύ γρήγορα. Όταν όμως έρθει ο Υιός του Ανθρώπου, θα βρει τάχα πιστούς ανθρώπους στη γη;»
(1) Λιγότερο πιθανή ερμηνεία: παρόλο που ο Θεός αργεί να ενεργήσει, όμως όταν η στιγμή φτάσει, ενεργεί ραγδαία, όπως στον κατακλυσμό και την καταστροφή των Σοδόμων (g)· όταν έλθει η ώρα, η εκδίκηση θα είναι κεραυνοβόλος (Didon). Πιο σωστά: Παρόλο που φαίνεται να καθυστερεί και στους πιστούς που πάσχουν τα δεινά φαίνεται να αναβάλλει, στην πραγματικότητα ενεργεί γρήγορα (p)· σύμφωνα με τα σχέδια του Θεού η ενέργεια είναι γρήγορη. Όσο και αν φαίνεται ότι η απόδοση δικαίου έρχεται αργά, είναι ακόμη πολύ γρήγορα (L).
(2) Το πλην δείχνει, όπως πάντοτε στον Λουκά, αντίθεση μέτρια= Εκ μέρους του Θεού δεν θα υπάρχει κάποια δυσκολία· αλλά οι άνθρωποι; (L). Η αρνητική βεβαίωση μετριάζεται και με την ερωτηματική μορφή της πρότασης (b).
(3) Στον οποίο η κρίση δόθηκε από τον Πατέρα. Δες Ιω. ε 22,27 (b). Ο υιός του ανθρώπου είναι ο δοξασμένος Μεσσίας και η έλευσή του είναι αυτή, για την οποία έγινε λόγος στο ιζ 22-37 (L). Σοβαρότατη και η επόμενη: Ο Χριστός θα έλθει πάλι μετά την ανάστασή του με 3 διαφορετικές έννοιες: α) Θα έλθει τελικά και με κύρια έννοια κατά τη συντέλεια του κόσμου, όταν θα αναστηθούμε όλοι για να κριθούμε, β) Θα έλθει για τον καθένα από μας κατά την ώρα κατά την οποία με το θάνατο θα μας καλέσει από την παρούσα ζωή, γ) Έρχεται πολλές φορές με ευρύτερη έννοια, όταν φέρνει στη γη, σε περισσότερα ή λιγότερα έθνη, συμφορές και θλίψεις, πατάσσοντας την κακία των ανθρώπων και καθαιρώντας δυνάστες από θρόνους. Με την έννοια αυτή ήλθε λίγες δεκάδες έτη μετά την ανάστασή του, όταν κατέστρεψε την Ιερουσαλήμ και κάποιους αιώνες έπειτα, όταν κατέλυσε το κράτος των Ρωμαίων (T. Arnold).
(4) Σημείωσε την με έμφαση τοποθέτηση πριν το ερωτηματικό μόριο (άρα) των λέξεων: ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐλθὼν (p).
(5) Προσδίδει στην ερώτηση μεγαλύτερο τονισμό (L).
(6) Την αναγκαία πίστη, την πίστη για την οποία γίνεται λόγος, την πίστη στον Ιησού ως Μεσσία και Σωτήρα (p). «Υποδηλώνει ότι θα παγώσει η αγάπη των πολλών και θα τρέξουν κάποιοι, στους έσχατους καιρούς, μακριά από την ορθή και άψογη πίστη, προσέχοντας σε πνεύματα πλάνης και ψευτοδιδασκαλίες ανθρώπων με πωρωμένο το νου» (Κ). Η ελπίδα για έλευση καλύτερων χρόνων ούτε αποκλείεται εδώ, ούτε επιβεβαιώνεται. Οι χειρότεροι από όλους τους χρόνους θα διαδεχτούν τους καλύτερους χρόνους (b). Αυτό λοιπόν φανερώνει εδώ, ότι όταν πλησιάζει ο χρόνος της παρουσίας, θα είναι πολύ σπάνιοι οι πιστοί και θα υπάρξει μεγάλη ασέβεια και απιστία στον κόσμο (δ).
(7) «Με μορφή ερώτησης υποδηλώνει την σπανιότητα αυτών που θα βρεθούν τότε. Διότι τόσο πολύ θα επικρατήσει τότε ο υιός της ανομίας, ώστε να πλανά και τους εκλεκτούς, αν είναι δυνατόν» (Θφ). «Δεν ρωτά αγνοώντας, αλλά δείχνοντας ότι λίγοι πιστοί θα βρεθούν τότε» (Ζ). Η ερώτηση εκφράζει αμφιβολία. Αλλά εφόσον ο Κύριος με την υπερφυσική του γνώση γνώριζε, ότι οι εκλεκτοί θα είχαν την πίστη, η ερώτηση πρέπει να θεωρηθεί ότι προβλήθηκε ρητορικά, για να δηλώσει το πόσο σπάνιο και θείο χάρισμα είναι η ζωντανή αυτή πίστη, που δεν νικιέται από τους κινδύνους και θλίψεις, αλλά που παραμένει πάντοτε ακλόνητη και σταθερή (ο).

Στίχ. 9-14. Η παραβολή του Τελώνου και του Φαρισαίου.
18.9 Εἶπεν δὲ(1) καὶ πρός(2) τινας(3) τοὺς πεποιθότας ἐφ᾽ ἑαυτοῖς(4) ὅτι(5) εἰσὶν δίκαιοι(6) καὶ ἐξουθενοῦντας(7) τοὺς λοιποὺς τὴν παραβολὴν ταύτην·
9 Σε μερικούς που ήταν σίγουροι για την ευσέβειά τους και περιφρονούσαν τους άλλους, είπε την παρακάτω παραβολή:
(1) Η παραβολή δεν συνδέεται ούτε με τα προηγούμενα, ούτε με την ακόλουθη αφήγηση. Οι δύο παραβολές (του άδικου κριτή και του τελώνη και Φαρισαίου) λέχθηκαν προφανώς σε διαφορετικές περιστάσεις και απευθύνθηκαν σε διαφορετικά ακροατήρια. Η μεν πρώτη λέχθηκε σε σαφώς συγκεκριμένη περίσταση, προς τους μαθητές, ενώ η δεύτερη λέχθηκε σε πρόσωπα που χαρακτηρίζονται ότι έχουν πεποίθηση στον εαυτό τους και σε περίσταση που δεν καθορίζεται. Μπαίνουν μαζί ίσως διότι και οι δύο κάνουν λόγο για προσευχή (p). Από την άποψη λοιπόν αυτή είναι αξιοσημείωτα τα επόμενα: «Με την παραβολή μάς διδάσκει ο φιλάνθρωπος Κύριος… με ποιον τρόπο πρέπει να κάνουμε τις προσευχές σε αυτόν, ώστε να μην αποδειχτεί χωρίς μισθό αυτό το πράγμα σε όσους το χρησιμοποιούν, ούτε με αυτά με τα οποία κάποιος νομίζει ότι ωφελείται, με αυτά να παροτρύνει εναντίον του τον Θεό που δίνει τα ουράνια χαρίσματα» (Σχ).
(2) Όχι με την έννοια του: εναντίον κάποιων, όπως στο κ 19, ούτε με την έννοια ότι: αναφερόμενος σε κάποιους, ή όσον αφορά κάποιους όπως στο σ. 1, αλλά με την έννοια του: (είπε) σε μερικούς (p).
(3) Ποιοι ήταν αυτοί; Δύσκολο να ήταν κάποιοι Φαρισαίοι. Διότι ο Κύριος θα εύρισκε άλλη εικόνα για να παραστήσει αυτούς και όχι την εικόνα Φαρισαίου. Μάλλον ήταν μέλη της συνοδείας του Ιησού, που τον ακολουθούσαν, οι οποίοι δεν είχαν ακόμη κηρυχτεί ανεπιφύλακτα υπέρ του και οι οποίοι εκδήλωναν κάποια αγερωχία σε κάποιους αμαρτωλούς, τελώνες ή κάποιους άλλους, που και αυτοί ακολουθούσαν (g).
(4) «Είχαν πεποίθηση στον εαυτό τους και δεν απέδιδαν το παν στο Θεό, αλλά και για αυτό περιφρονούσαν τους άλλους» (Θφ). Είχαν αυτοί μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους και την αρετή τους. Θεωρούσαν τους εαυτούς τους αγίους, αγιότερους από τους πλησίον τους, τέτοιους ώστε να είναι υποδείγματα αρετής σε αυτούς. Είχαν πεποίθηση στους εαυτούς τους και δεν είχαν απλώς υψηλό φρόνημα για την δικαιοσύνη τους, αλλά και βασίζονταν στην αξιομισθία αυτής και θεωρούσαν το Θεό οφειλέτη απέναντί τους και απευθύνονταν σε αυτόν με αξίωση, όχι ικετεύοντας, αλλά απαιτώντας ό,τι ζητούσαν από αυτόν. Περιφρονούσαν μάλιστα συγχρόνως και τους άλλους ως ανάξιους και πολύ μακριά για να συγκριθούν με αυτούς. Είχαν πεποίθηση στον εαυτό τους και όχι στη χάρη του Θεού (b).
(5) Όχι δ ι ό τ ι, αλλά (είχαν πεποίθηση) ό τ ι (L).
(6) Ως τηρητές του νόμου· με την έννοια την οποία έχει το επίθετο στην Π.Δ. (L).
(7) Έντονη λέξη που συναντιέται και στον Λουκά και στον Παύλο=εξωτερικά περιφρονούσαν· δεν θεωρούσαν αυτούς ως άξιους κανενός λόγου (p).

18.10 ῎Ανθρωποι δύο ἀνέβησαν(1) εἰς τὸ ἱερὸν(2) προσεύξασθαι(3), ὁ εἷς Φαρισαῖος καὶ ὁ ἕτερος τελώνης(4).
10 «Δύο άνθρωποι ανέβηκαν στο ναό για να προσευχηθούν. Ο ένας ήταν Φαρισαίος κι ο άλλος τελώνης.
(1) Ανέβηκαν από την κάτω πόλη στο όρος Μορία, όπου είχε κτιστεί ο ναός (p). Το ρήμα ανέβησαν που αντιτίθεται στο κατέβη (σ. 14) δείχνει σαφώς ότι ο ναός βρισκόταν ψηλότερα. Η ίδια αντίθεση και στον Ιώσηπο (Αρχ. ΧΙΙ,4,2). Ήταν πιθανώς ρήματα καθιερωμένα για δήλωση της μετάβασης στο ναό ή της αναχώρησης από αυτόν (L).
(2) Στο ίδιο ιερό με διαφορετικές όμως διαθέσεις. Ο Φαρισαίος ήλθε στο ναό. Διότι ήταν δημόσιος τόπος λατρείας, δημοσιότερος από τις γωνίες των οδών, και συνεπώς πολλά μάτια θα έβλεπαν αυτόν και πολλοί θα επικροτούσαν την ευλάβεια και αφοσίωσή του. Στην υπόνοιά μας αυτή, μάς στηρίζει ο χαρακτηρισμός, τον οποίο για τους Φαρισαίους έκανε ο Χριστός: κάνουν τα πάντα για να τους δουν οι άνθρωποι. Ο τελώνης ήλθε στο ιερό, διότι ήταν ο καθορισμένος τόπος για κοινή λατρεία, ως οίκος προσευχής. Δες Ησ. νστ 7.
(3) Πιθανότατα σε μία από τις συνηθισμένες ώρες της προσευχής (Λουκ. α 10,Πράξ. β 15,γ 1,ι 9)(p).
(4) «Πολύ κατάλληλα έβαλε υποθετικά τον ένα φαρισαίο και τον άλλο τελώνη· διότι οι Φαρισαίοι, από τη μία, δίνουν την εντύπωση των ενάρετων, ενώ οι τελώνες των αμαρτωλών» (Ζ). Σημείωσε, ανάμεσα στους λάτρεις του Θεού στην ορατή εκκλησία υπάρχουν ανάμικτοι αγαθοί και κακοί, ευπρόσδεκτοι στο Θεό και άλλοι που αποδοκιμάζονται από αυτόν. Αυτό όμως συμβαίνει πάντοτε, από τότε που ο Κάιν και ο Άβελ πρόσφεραν τις θυσίες τους στο ίδιο θυσιαστήριο.

18.11 ὁ Φαρισαῖος σταθεὶς(1) πρὸς ἑαυτὸν(2) ταῦτα προσηύχετο, ο Θεός, εὐχαριστῶ σοι(3) ὅτι οὐκ εἰμὶ(4) ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων(5), ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοί(6), ἢ καὶ ὡς οὗτος(7) ὁ τελώνης(8)·
11 Ο Φαρισαίος στάθηκε επιδεικτικά κι έκανε την εξής προσευχή σχετικά με τον εαυτό του: “Θεέ μου, σ’ ευχαριστώ που εγώ δεν είμαι σαν τους άλλους ανθρώπους άρπαγας, άδικος, μοιχός, ή και σαν αυτόν εδώ τον τελώνη.
(1) Το «στάθηκε» ίσως δείχνει το γεγονός ότι πήρε επιτηδευμένη στάση ή θέση, που την έβλεπαν όλοι (p). Όρθιος και με το κεφάλι ψηλά (Lasserse)· αφού πήρε περίοπτη θέση (Reuss). «Επισημαίνει ο Κύριος και με το «στάθηκε» την υψηλοφροσύνη του και το ότι δεν ταπεινωνόταν· διότι σε αυτόν που είναι ταπεινός, και αυτό που φαίνεται προς τα έξω είναι ταπεινό· αυτός όμως και με την εξωτερική στάση επιδείκνυε αλαζονεία» (Θφ).
(2) Πρέπει να συνδεθεί με το «προσευχόταν». Υπέρ αυτού συνηγορεί και η διαφορετική γραφή: ταύτα προς εαυτόν προσηύχετο= από τον εαυτό του· προσευχή νοερή και όχι λειτουργική (L). Αξιόλογη και η επόμενη ερμηνεία: «Προσευχόταν προς τον εαυτό του, όχι προς το Θεό. Γύριζε δηλαδή η προσευχή στον εαυτό του, επειδή ακριβώς γινόταν με την αμαρτία της υπερηφάνειας» (Β). Ήταν ολόκληρος απορροφημένος από τον εαυτό του, τίποτα άλλο δεν έβλεπε παρά μόνο το είδωλο του εαυτού του και αν έριχνε ένα βλέμμα στους άλλους, έκανε αυτό για να καταστήσει το βάθρο του ειδώλου του υψηλότερο με τον εξευτελισμό των άλλων. Και η προσευχή του ήταν έπαινος και θυμίαμα στον εαυτό του και όχι ειλικρινής ευχαριστία προς το Θεό.
(3) «Φαίνονται μεν λοιπόν τα λόγια του Φαρισαίου, στην αρχή μεν να είναι λόγια ανθρώπου που έχει ευγνωμοσύνη. Διότι, λέει, σε ευχαριστώ, Θεέ μου· τα υπόλοιπα όμως είναι γεμάτα από κάθε υπερηφάνεια» (Θφ). Δεν είναι καν προσευχή αυτά, τα οποία λέει ο Φαρισαίος. Δεν ζητά τίποτα από το Θεό, ικανοποιημένος πλήρως από την κατάστασή του. Και μόνο φαινομενικά ευχαριστεί το Θεό, ενώ στην πραγματικότητα συγχαίρει τον εαυτό του (p). Η αληθινή ευχαριστία συνοδεύεται πάντοτε με συναίσθημα ταπείνωσης (g). Κατευθύνει τα βλέμματά του προς το Θεό, αλλά στην πραγματικότητα βλέπει τον εαυτό του. Σχεδόν θα λέγαμε λυπάται το Θεό, ο οποίος στερείται πιστών δούλων, αφού όλοι οι άλλοι άνθρωποι είναι όπως τους περιγράφει αυτός (p).
(4) «Δεν είπε, ότι Με έκανες να απέχω από αδικία, από αρπαγή. Αλλά πώς μιλά; Δεν είμαι. Στον εαυτό του απέδωσε το κατόρθωμα και στη δική του δύναμη» (Θφ). Δεν λέει όπως ο Παύλος· «με τη χάρη του Θεού είμαι ό,τι είμαι», αλλά λέει το «σε ευχαριστώ» ως προεισαγωγικό που διευκολύνει την υπερήφανη, ματαιόδοξη και αλαζονική επίδειξή του.
(5) Αυτός μόνος αποτελεί ξεχωριστή κατηγορία, ενώ όλοι οι άλλοι βρίσκονται σε άλλη κατηγορία κατώτερη από τη δική του (b). «Μα το να κατακρίνει κάποιος τους άλλους, αυτό πώς δείχνει άνθρωπο που ξέρει, ότι από το Θεό έχει όσα έχει; Διότι οπωσδήποτε, αν πίστευε ότι από χάρη έχει τα ξένα αγαθά, δεν θα περιφρονούσε τους άλλους, σκεπτόμενος ότι και ο ίδιος είναι εξίσου γυμνός όσον αφορά τη δική του δύναμη» (Θφ). Μπορούμε και οφείλουμε να ευχαριστούμε το Θεό, διότι μας φύλαξε από την αμαρτία και δεν γίναμε όπως ορισμένοι αμαρτωλοί που έγιναν διαβόητοι και κοινό σκάνδαλο, αλλά το να μιλάμε σαν να είμασταν εμείς οι μόνοι καλοί και ενάρετοι και όλοι οι άλλοι αξιοκατάκριτοι, αποτελεί εωσφορικό εγωισμό.
(6) Ευχαριστεί όχι διότι είναι καλός, αλλά διότι είναι μόνος· όχι τόσο για τα αγαθά που έχει αυτός, αλλά για τα κακά, τα οποία βλέπει στους άλλους (Bernard). Η μεγάλη του πλάνη συνίσταται στο ότι θεωρεί όλους τους άλλους ένοχους των εγκλημάτων που απαριθμεί, ενώ αυτός ήταν τελείως ανένοχος (p).
(7) «Ω τι μανία! Δεν χόρτασε την αλαζονεία του όλη η φύση των ανθρώπων, αλλά και στον τελώνη που στεκόταν κοντά, πήδηξε πάνω του με πολλή μανία» (Χ). Το «αυτός» λέγεται περιφρονητικά (p). Η γλώσσα αυτή έχει την ίδια σημασία με το να δείχνει με το δάχτυλο τον τελώνη που περιφρονεί (b), τον οποίο προβάλλει ως δείγμα των «υπόλοιπων ανθρώπων» (p). Αλλά και αν πράγματι ο τελώνης ήταν τέτοιος, όπως ο φαρισαίος τον φανταζόταν, και πάλι δεν θα έπρεπε ο τελευταίος αυτός να προσευχηθεί για τον τελώνη και την μετάνοιά του και να μην κάνει αυτόν μέρος της καύχησής του και του «σε ευχαριστώ» προς τον Θεό;
(8) Έτσι αποδεικνύεται «ενοχλητικός και ανόητος· διότι θαύμασε ο ίδιος τον εαυτό του, παρόλο που φωνάζει η ιερή Γραφή: Να σε εγκωμιάζει ο διπλανός και όχι το δικό σου στόμα· ξένος και όχι τα δικά σου χείλη (Παροιμ. κζ 2)»(Κ).

18.12 νηστεύω(1) δὶς τοῦ σαββάτου(2), ἀποδεκατῶ(3) πάντα(4) ὅσα κτῶμαι.
12 Εγώ νηστεύω δύο φορές την εβδομάδα και δίνω στο ναό το δέκατο απ’ όλα τα εισοδήματά μου”.
(1) Απαριθμεί τώρα έργα αγαθά, για τα οποία υπερέχει των άλλων. Υπερέχει δηλαδή αυτών όχι μόνο διότι αποφεύγει τα από εκείνους τελούμενα αμαρτήματα, αλλά και για εκείνα τα οποία αυτός επιτελεί. Χαρακτηριστικά λοιπόν αναφέρει εκείνα ακριβώς, για τα οποία οι Φαρισαίοι καυχιόνταν. Δες Ματθ. θ 14 (p). Κανένα λόγο δεν κάνει για το νόμο που αναφέρεται στην «κρίση και τον έλεον», αλλά μεταβαίνει αμέσως σε έργα υπέρτακτα, με τα οποία παρουσιάζει τον εαυτό του μεν ότι κατόρθωσε περισσότερα και από εκείνα τα οποία επέβαλλε ο νόμος, ενώ το Θεό οφειλέτη του (ο).
(2) «Σάββατο εδώ λέει την όλη βδομάδα» (Ζ). Δύο φορές το Σάββατο, την Δευτέρα και Πέμπτη. Ο Μωσαϊκός νόμος επέβαλλε μία μόνη νηστεία τη χρόνο, τη νηστεία της ημέρας του εξιλασμού. Βαθμιαία όμως καθιερώθηκαν και άλλες νηστείες κατά τη διάρκεια του έτους εις ανάμνησιν εθνικών συμφορών (Ζαχ. η 19), ορίζονταν επίσης σε διάφορες περιπτώσεις και νηστείες σε εποχές ανομβριών ή άλλων θεομηνιών, και αυτές οι έκτακτες νηστείες τηρούνταν κατά τις Δευτέρες και Πέμπτες. Αυτοί συνήθως ήταν Φαρισαίοι. Δεν έχουμε όμως απόδειξη ότι όλοι ανεξαιρέτως οι Φαρισαίοι τηρούσαν τη νηστεία αυτή. Ο Φαρισαίος λοιπόν εδώ προβάλλει τη νηστεία του ως έργο αξιομισθίας που περισσεύει. Είναι αξιοσημείωτο ότι καθετί που λέγεται για νηστεία στην Κ.Δ. (Λουκ. ε 33,Ματθ. στ 16,θ 14,Μάρκ. β 18,Πράξ. κζ 9), επιβεβαιώνεται και από την Μίσχνα [μέρος του εβρ. βιβλίου Ταλμούδ](p). Κατά τα χρόνια που ακολούθησαν την αιχμαλωσία της Βαβυλώνας 4 άλλες νηστείες επικράτησαν· μία εις ανάμνησιν της άλωσης της Ιερουσαλήμ, μία δεύτερη εις ανάμνησιν της πυρπόλησης του ναού, τρίτης εις ανάμνησιν του θανάτου του Γοδολίου (Ιερεμ. μη 2) και τέταρτη εις ανάμνησιν της έναρξης της πολιορκίας της Ιερουσαλήμ (ο).
(3) Υπάρχει και η γραφή αποδεκατεύω. Τύπος σπάνιος. Το απλό δεκατεύω είναι συνηθέστερο. Συνηθέστατο όμως το αποδεκατόω.
(4) «Στο άρπαγες και άδικοι αντέταξε το δίνω το ένα δέκατο από όσα αποκτώ. Τόσο πολύ, δηλαδή, λέει, εναντιώνομαι στην αρπαγή και την αδικία, ώστε δίνω επιπλέον και τα δικά μου» (Θφ). Τονίζοντας εδώ το «όλα» φαίνεται να καυχιέται, ότι έπραττε περισσότερο από όσα απαιτούσε ο νόμος. Η δεκάτη επιβαλλόταν από το νόμο (Αριθμ. ιη 21, Δευτ. ιδ 22), όχι όμως και για τα ασήμαντα και μικρά χόρτα του κήπου (Ματθ. κγ 23) (p). Αυτά ο Φαρισαίος τα αναφέρει ως έργα νομικής δικαιοσύνης άξια μισθού, χωρίς να βλέπει ότι στερούνταν την ρίζα των αρετών, την αγάπη (δ).

18.13 και ὁ τελώνης μακρόθεν(1) ἑστὼς(2) οὐκ ἤθελεν οὐδὲ(3) τοὺς ὀφθαλμοὺς(4) εἰς τὸν οὐρανόν ἐπᾶραι, ἀλλ᾽ ἔτυπτεν(5) εις τὸ στῆθος(6) αὐτοῦ λέγων(7), ῾Ο θεός, ἱλάσθητί μοι(8) τῷ ἁμαρτωλῷ.
13 Ο τελώνης, αντίθετα, στεκόταν πολύ πίσω και δεν τολμούσε ούτε τα μάτια του να σηκώσει στον ουρανό. Χτυπούσε το στήθος του και έλεγε: “Θεέ μου, σπλαχνίσου με τον αμαρτωλό”.
(1) Ή, μακριά από τον Φαρισαίο. Τίποτα άλλο δεν υποδηλώνεται. Ή, σε μεγαλύτερη απόσταση από το θυσιαστήριο των ολοκαυτωμάτων (g) «και έπιασε την τελευταία γωνία του ναού» (Σευήρου). Και με τη στάση του σώματος και την κίνηση του χεριού και τα λόγια του, εξέφραζε σοβαρότητα και βαθιά ταπείνωση. «Ο τελώνης είναι όλα τα αντίθετα. Διότι στεκόταν από μακριά και με τη στάση και με τα λόγια και με την κατάνυξη της καρδιάς, απέχει πάρα πολύ από τον Φαρισαίο» (Θφ). «Δεν απέκρουσε τους χλευασμούς του Φαρισαίου, δεν στενοχωρήθηκε για την κατηγορία, αλλά δέχτηκε αυτό που ειπώθηκε με ευγνωμοσύνη. Και έγινε σε αυτόν το βέλος του εχθρού φάρμακο και θεραπεία, και ο χλευασμός εγκώμιο και η κατηγορία στεφάνι. Τόσο πολύ είναι η ταπεινοφροσύνη καλό, τόσο πολύ είναι κέρδος να μην δαγκωνόμαστε από τις κοροϊδίες των άλλων και να μην γινόμαστε θηρία από τις ύβρεις των διπλανών μας. Διότι μπορούμε και από αυτά να καρπωθούμε κάποιο μεγάλο και γενναίο αγαθό, το οποίο ακριβώς λοιπόν συνέβη και με τον τελώνη. Διότι με το να δεχτεί τους χλευασμούς, απέβαλε τα αμαρτήματα» (Χ).
(2) Λιγότερο σημαντικό από το προηγούμενο «αφού στάθηκε», δεν φανερώνει τη στάση του σώματος, αλλά την απομακρυσμένη θέση (L).
(3) Εντείνει την έννοια του προηγούμενου ουκ (ήθελε). Ακόμη ούτε τα μάτια του να υψώσει στον ουρανό (p). Πολύ περισσότερο δεν ήθελε να υψώσει τα χέρια και το πρόσωπό του. Δες Α Τιμ. β 8,Γ Βασ. η 22,Ψαλμ. κζ 2,ξβ 4,ρλγ 2.
(4) Απείχε από τον Φαρισαίο «όχι μόνο ως προς το τοπικό διάστημα. Διότι και τα μάτια ντρεπόταν να τα σηκώσει στον ουρανό, κρίνοντάς τα ανάξια να δουν τα ουράνια» (Θφ) «και με το ντροπαλό βλέμμα, διαμηνύει το πόσο η ψυχή του δεν είχε θάρρος απέναντι στο Θεό» (Κ).
(5) παρατατικός=εξακολουθούσε να χτυπά (p).
(6) Ως έδρα της συνείδησης (b)· «είναι σαν να χτυπά την καρδιά για τα πονηρά της θελήματα και σαν να την ξυπνά ώστε να συναισθανθεί, επειδή κοιμάται» (Θφ). Η καρδιά χτυπιέται ως έδρα της προσωπικής ζωής και αμαρτίας (g).
(7) Η προσευχή του είναι σύντομη. Ο φόβος και η ντροπή τον εμπόδιζαν να πει πολλά· οι στεναγμοί και οι λυγμοί του συνέπνιγαν τα λόγια του. Επαναλάμβανε όμως τις λίγες αυτές λέξεις («λέγοντας» και όχι «αφού είπε») και σε κάθε επανάληψη λέγονταν αυτές με μεγαλύτερη συντριβή και με διαρκή ανανεούμενη ταπείνωση. Παρά την συντομία της όμως η προσευχή αυτή εκφράζει πολλά. Ενώ ο Φαρισαίος αρνείται ότι είναι αμαρτωλός, ο τελώνης ομολογεί τον εαυτό του αμαρτωλό και ένοχο μπροστά στο βήμα του Θεού. Ενώ ο Φαρισαίος στηρίζεται στην αξιομισθία των αγαθών του έργων, ο τελώνης εξαρτά τον εαυτό του από το θείο έλεος. Είναι σαν να έλεγε: Η δικαιοσύνη σου θα με καταδικάσει αλύπητα. Ζητώ το έλεός σου και μόνο το έλεός σου. Επαναλαμβάνει αυτό διαρκώς σαν ένας ζητιάνος που πεινά και κινδυνεύει να πεθάνει από την στέρηση του ψωμιού.
(8) =γίνε ελεήμων, συμπαθής, σπλαχνικός· συγχώρεσέ με τον αμαρτωλό (δ). Δεν σκέφτεται για κανέναν άλλον παρά μόνο για τον εαυτό του (b). «Παρόλο που περιφρονήθηκε από τον φαρισαίο, μάλλον κατέκρινε και άλλο τον εαυτό του» (Ζ). «Τα λόγια υπερίσχυσαν των έργων και οι κουβέντες νίκησαν τις πράξεις. Διότι ο ένας, από τη μία, πρόβαλε δικαιοσύνη και νηστεία και δεκάτες· ενώ αυτός λόγια σκέτα και απέβαλε όλα τα αμαρτήματα. Διότι δεν άκουσε ο Θεός τα λόγια μόνο, αλλά είδε και τη σκέψη με την οποία αυτά προβάλλονταν, και αφού την βρήκε ταπεινωμένη και συντετριμμένη, έδειξε έλεος και φιλανθρωπία» (Χ). Για αυτό «ο λόγος, που μόλις βγήκε από το στόμα, υψωνόταν με φτερούγες υψηλές, ανέβαινε στον ουρανό και… στελνόταν μέσα στην θεία ακοή» (Σευήρου).

18.14 λέγω ὑμῖν(1), κατέβη οὗτος δεδικαιωμένος εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ ή γαρ εκείνος(2)· ὅτι πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται, ὁ δὲ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται(3).
14 Σας βεβαιώνω πως αυτός έφυγε για το σπίτι του αθώος και συμφιλιωμένος με το Θεό, ενώ ο άλλος όχι· γιατί όποιος υψώνει τον εαυτό του θα ταπεινωθεί, κι όποιος τον ταπεινώνει θα υψωθεί».
(1) Η φράση αυτή εισάγει, όπως συνήθως, σοβαρή διακήρυξη που εκφράζεται με κύρος. Δες Λουκ. ζ 26,28,θ 27,ι 12,24,ια 9,51,ιβ 4,5,8,27,37,44,51,ιγ 3 κλπ. Εδώ ο Κύριος ακόμη μία φορά ισχυρίζεται, ότι γνωρίζει τα μυστικά των καρδιών των ανθρώπων και των κρίσεων του Θεού (p).
(2) Υπάρχουν διαφορετικές γραφές. Τα αλεξανδρινά χειρόγραφα γράφουν: παρ’ εκείνον· φράση που δηλώνει σύγκριση και δεν αποκλείει από μόνη της τη δυνατότητα της δικαίωσης σε μικρότερο βαθμό και του Φαρισαίου. Δες Λουκ. ιγ 2,4. Τα συμφραζόμενα όμως αποκλείουν αυτήν. Έτσι σύμφωνα με τον Τερτυλλιανό (Adv. Marc. IV,36) «ο ένας αποδοκιμάστηκε, ο άλλος δικαιώθηκε» (p). Υπάρχει και η γραφή: ή εκείνος. Το ή, εξαρτάται από τη λέξη «μάλλον» που υπονοείται. Η γραφή όμως αυτή δεν έχει υπέρ της παρά μόνο κάποιους μικρογράμματους κώδικες (g). Η γραφή: ή γαρ εκείνος. Ο γαρ είναι βεβαιωτικός σύνδεσμος=ή βεβαίως εκείνος· παρά βεβαίως εκείνος. Ο διαζευκτικός σύνδεσμος (ή) δείχνει την στην σύγκριση ελάττωση αυτού για το οποίο γίνεται λόγος· η σύγκριση λοιπόν εδώ είναι λιτότητα έκφρασης, που ισοδυναμεί με καθαρή άρνηση=και όχι βεβαίως εκείνος (δ). «Ποιος υπήρξε αμαρτωλότερος από τον τελώνη; Αλλά με το να πει μόνο, Θεέ μου συγχώρησέ με τον αμαρτωλό, κατέβηκε δικαιωμένος περισσότερο από τον Φαρισαίο. Παρόλο που πόση δύναμη είχε η λέξη εκείνη; Αλλά δεν τον καθάρισε η λέξη, αλλά η διάθεση με την οποία είπε και την λέξη εκείνη» (Χ). «Δες λοιπόν, πώς διάθεση καρδιάς και λόγος στόματος σε σύντομο χρόνο αφάνισε του ενός, από τη μία, πολλών ετών δικαιοσύνες, του άλλου, από την άλλη, πολλών ετών αδικίες» (Ζ). «Παρόλο βεβαίως που ούτε ταπεινοφροσύνης ήταν τα λόγια εκείνα, αλλά μόνο ευγνωμοσύνης. Διότι ταπεινοφροσύνη μεν είναι, όταν κάποιος, αν και ξέρει για τον εαυτό του ότι έχει πετύχει μεγάλα, δεν φαντάζεται τίποτα μεγάλο για τον εαυτό του· ενώ ευγνωμοσύνη είναι, όταν ενώ είναι αμαρτωλός, ομολογεί αυτό ακριβώς. Αν όμως αυτός που δεν αναγνώρισε κανένα καλό στον εαυτό του, επειδή ομολόγησε αυτό ακριβώς που ήταν, απέσπασε τόση εύνοια από το Θεό, πόση παρρησία θα απολαύσουν αυτοί, που ενώ μπορούν να πουν μεν πολλά κατορθώματα για τον εαυτό τους, ξεχνούν όμως όλα αυτά και αριθμούν τους εαυτούς τους στους τελευταίους;» (Χ). Δες ποια είναι η δύναμη της θείας αγαθότητας, η οποία βγάζει από το πονηρό το αγαθό και μετατρέπει την κακία σε αρετή. Ο τελώνης υπήρξε μέγας αμαρτωλός και από την μεγάλη ενοχή αυτού έβγαλε η θεία αγαθότητα την μεγάλη και παραδειγματική μετάνοια και ταπείνωση. Αντιθέτως ο σατανάς γνωρίζει να μετατρέπει το αγαθό σε πονηρό. Το ότι ο Φαρισαίος δεν ήταν άδικος ή μοιχός, ήταν κάτι αγαθό. Αλλά το αγαθό αυτό μετέτρεψε σε κακό ολέθριο ο σατανάς, βάζοντας στον Φαρισαίο την υπερηφάνεια.
(3) Ως λόγο της κατάκρισης του Φαρισαίου και της δικαίωσης του τελώνη επαναλαμβάνει αυτολεξεί αυτά που ειπώθηκαν και στο Λουκ. ιδ 11. Τίποτα δεν εμποδίζει να δεχτούμε ότι το αξίωμα αυτό λέχθηκε από τον Κύριο σε διάφορες περιστάσεις (g). Υπερήφανοι άνθρωποι που εξυψώνουν τους εαυτούς τους γίνονται ανταγωνιστές του Θεού και συνεπώς θα ταπεινωθούν από αυτόν. Οι ταπεινοί παρουσιάζονται υπάκουοι προς τον Θεό και για αυτό θα υψωθούν. Θα υψωθούν με την αγάπη του Θεού και με την σχέση μαζί του. Θα υψωθούν δοκιμάζοντας πλήρη ικανοποίηση μέσα τους. Θα υψωθούν στον ίδιο τον ουρανό.

Στίχ. 15-17. Ο Κύριος ευλογεί τα μικρά παιδιά.
18.15 Προσέφερον(1) δὲ αὐτῷ καὶ(2) τὰ βρέφη(3) ἵνα αὐτῶν ἅπτηται(4)· και ἰδόντες οἱ μαθηταὶ ἐπετίμησαν(5) αὐτοῖς(6).
15 Κάποιοι έφεραν τότε στον Ιησού και τα μικρά παιδιά, για να τα ευλογήσει. Όταν τα είδαν οι μαθητές, τούς μάλωσαν.
(1) Δες Ματθ. ιθ 13 και Μάρκ. ι 13 και τις εκεί ερμην. σημειώσεις. Εδώ ο Λουκάς ξανασυναντιέται με τους άλλους δύο συνοπτικούς, από την αφήγηση των οποίων είχε χωριστεί η δική του αφήγηση από το κεφ. θ 51. Ο Ιησούς βρίσκεται στην Περαία. Από την διαμονή του στην επαρχία αυτή ο Ματθαίος και ο Μάρκος δεν αφηγήθηκαν παρά μόνο την συζήτησή του με τους Φαρισαίους για το διαζύγιο, την οποία περιληπτικά εξέθεσε ο Λουκάς στο ιστ 17-18 (g). Έξυπνα συνδέεται η αφήγηση αυτή με την προηγούμενη παραβολή ως επιβεβαίωση της αλήθειας, η οποία προβλήθηκε από την παραβολή και σύμφωνα με την οποία, εκείνοι είναι δεκτοί από το Θεό και απολαμβάνουν τις ευλογίες του, οι οποίοι είναι ταπεινοί. Τα παιδιά, τα οποία ο Κύριος αλλού πρόβαλλε ως τύπο ταπείνωσης, ευλογούνται τώρα από αυτόν παρά τα εμπόδια που παρεμβλήθηκαν από τους μαθητές.
(2) Εκτός από τους ασθενείς έφερναν τώρα και τα βρέφη (p). Ασφαλώς ο Λουκάς θέλει να δείξει ότι ο σεβασμός με τον οποίο περιέβαλαν τον Ιησού, είχε φθάσε σε τέτοιο σημείο, ώστε του πρόσφεραν και τα βρέφη (g).
(3) Το άρθρο σημαίνει τα γνωστά βρέφη, τα δικά τους βρέφη. Από το ρήμα φέρβω, βρέφω, τρέφω (δ). Η λέξη αυτή σημαίνει ηλικία πιο τρυφερή από των παιδιών. Εδώ όμως οι δύο αυτές λέξεις έχουν την ίδια σημασία, διότι τα βρέφη αυτά ήταν σε θέση, όταν προσκλήθηκαν, να πλησιάσουν τον Ιησού (L).
(4) Κατά την πρώτη επέτειο της γέννησής τους, φέρνονταν μερικές φορές τα παιδιά των Ιουδαίων στους ραβίνους, για να ευλογηθούν (p).
(5) Υπάρχει και η γραφή επετίμων, που υποδηλώνει ότι η επιτίμηση των μαθητών συνεχιζόταν μέχρι τη στιγμή της παρέμβασης του Κυρίου.
(6) Φαινόταν στους αποστόλους ότι έκαναν κατάχρηση αυτοί της καλοσύνης και του χρόνου του δασκάλου τους (g) και «μάλωναν… εμποδίζοντας, κατά κάποιο τρόπο, τις περιττές ενοχλήσεις» (Κ). Δεν είναι καθόλου παράδοξο αυτοί που πλησιάζουν το Χριστό να συναντούν εμπόδια και αποθάρρυνση, που να προβάλλονται μάλιστα από εκείνους, από τους οποίους θα ανέμεναν ενίσχυση και ενθάρρυνση. Εδώ οι ίδιοι οι μαθητές του Κυρίου εμποδίζουν, όχι από κακή πρόθεση, αλλά από κακή αντίληψη των πραγμάτων, αυτούς που θέλουν να πλησιάσουν τον διδάσκαλο.

18.16 ὁ δὲ ᾽Ιησοῦς προσεκαλέσατο αὐτὰ είπεν(1), ῎Αφετε τὰ παιδία ἔρχεσθαι πρός με καὶ μὴ κωλύετε αὐτά, τῶν γὰρ τοιούτων(2) ἐστὶν ἡ βασιλεία τοῦ θεοῦ.
16 Ο Ιησούς όμως τα κάλεσε κοντά του και είπε: «Αφήστε τα παιδιά να έρθουν σ’ εμένα και μην τα εμποδίζετε, γιατί η βασιλεία του Θεού ανήκει σε ανθρώπους που είναι σαν κι αυτά.
(1) Υπάρχει και η γραφή: προσεκαλέσατο αυτά λέγων, η οποία είναι πιο εκφραστική, διότι με αυτήν προβάλλεται ως το σοβαρό γεγονός η πράξη της πρόσκλησης των διωγμένων παιδιών (g). Με την πρόσκλησή του αυτή ο Κύριος διακηρύττει ότι κανείς σε οποιαδήποτε ηλικία δεν είναι πολύ μικρός, ώστε λόγω της ανωριμότητας της ηλικίας του να μην μπορεί να οδηγηθεί στο Χριστό. Γνωρίζει ο Κύριος να δείχνει την ευαρέσκειά του και σε εκείνους, οι οποίοι λόγω της μη ώριμης ηλικίας τους δεν είναι ακόμη σε θέση να τον υπηρετήσουν.
(2) «Δεν είπε αυτών… αλλά των τέτοιων, δηλαδή αυτών που από ελεύθερη επιλογή τους απέκτησαν την ακακία και μετριοφροσύνη, την οποία από τη φύση τους έχουν τα παιδιά» (Θφ). «Διότι το νεογέννητο παιδί είναι σύμβολο ακακίας· διότι το βρέφος είναι σαν μία νέα κτίση… και επειδή γνωρίζει ή τελείως λίγα ή τίποτα εντελώς, εύλογα θα απαλλασσόταν από την κατηγορία για κακία και πονηρία» (Κ).

18.17 ἀμὴν λέγω ὑμῖν(1), ὃς ἂν μὴ δέξηται τὴν βασιλείαν τοῦ θεοῦ ὡς παιδίον, οὐ μὴ εἰσέλθῃ εἰς αὐτήν(2).
17 Σας βεβαιώνω πως όποιος δε δεχτεί τη βασιλεία του Θεού σαν παιδί, δε θα μπει σ’ αυτήν».
(1) Ο στίχος κατά λέξη είναι ο ίδιος με το Μάρκ. ι 15. Αξιόλογη η παρατήρηση: Τονίζεται σε αυτόν η αλήθεια, ότι εκείνος ο οποίος δεν δέχεται τις ευεργεσίες και τις δωρεές της βασιλείας με ταπείνωση και ευγνωμοσύνη, όχι εγείροντας αξιώσεις και δικαιώματα για αυτές, όπως ο Φαρισαίος, δεν θα μπει σε αυτήν.
(2) Το γεγονός αυτό της ευλογίας των παιδιών δείχνει, ότι ο Ιησούς θεωρούσε ότι οι πνευματικές επιδράσεις μπορούσαν να ασκηθούν στην ανθρώπινη ψυχή από τα πρώτα βήματα της ύπαρξής της (g).

Στίχ. 18-27. Ο πλούσιος νέος.
18.18 Καὶ ἐπηρώτησέν τις(1) αὐτὸν ἄρχων(2) λέγων, Διδάσκαλε ἀγαθέ(3), τί ποιήσας ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσω(4);
18 Κάποιος άρχοντας τον ρώτησε: «Αγαθέ Διδάσκαλε, τι να κάνω για να κληρονομήσω την αιώνια ζωή;»
(1) Δες Ματθ. ιθ 16-30 και Μάρκ. ι 17-31 και τις εκεί σημειώσεις. Και στις 3 αφηγήσεις των συνοπτικών η περικοπή αυτή ακολουθεί την αφήγηση της οδήγησης των παιδιών στο Χριστό (p).
(2) Μόνο ο Λουκάς λέει αυτό και μένουμε με αμφιβολία για το τι να σημαίνει με αυτό (p). Πιθανώς σημαίνει άρχοντας συναγωγής. Δες Ματθ. θ 18 σε συνδυασμό με τα Μάρκ. ε 22 και Λουκ. η 41 (g). ίσως όμως με τη λέξη αυτή θέλησε ο Λουκάς να δηλώσει κάποια κοινωνική θέση (L).
(3) Δεν υπάρχει σε όλο το Ταλμούδ παράδειγμα ραβίνου που να προσφωνήθηκε με το Διδάσκαλε αγαθέ. Ο τίτλος λοιπόν ήταν τελείως άγνωστος στους Ιουδαίους. Η προσφώνηση συνεπώς ήταν έκτακτη, ίσως μάλιστα και καθαρά περιποιητική φιλοφροσύνη. Το Ταλμούδ λέει: Κανένα άλλο αγαθό δεν υπάρχει παρά μόνο ο νόμος (p).
(4) Ερώτημα σοβαρό το οποίο πρέπει να εξετάζεται με ενδιαφέρον από όλους μας, διότι καθένας μας οφείλει να ρωτά: Τι να κάνω για να κληρονομήσω την αιώνια ζωή; Προβαλλόμενο από τον άρχοντα αυτόν προδίδει ότι αυτός είχε πίστη στην αιώνια ζωή, την οποία οι άθεοι και άπιστοι δεν έχουν. Προδίδει ακόμη ενδιαφέρον και φροντίδα, την οποία οι ανόητοι και απερίσκεπτοι του κόσμου αυτού δεν έχουν. Ορθά λοιπόν απευθύνεται προς τον Ιησού, για να λάβει την απάντηση στο σοβαρό αυτό ερώτημα. Πράγματι, πουθενά αλλού δεν μπορούμε με ασφάλεια και αλάνθαστα να πληροφορηθούμε για το δρόμο που οδηγεί στον ουρανό παρά μόνο στην σχολή του Ιησού από εκείνους, οι οποίοι έμαθαν από τον Ιησού αυτόν, ακολούθησαν αυτόν και μπήκαν μέσω αυτού στον ουρανό με το να γίνουν πρωτοπόροι σε σχέση με εκείνους, οι οποίοι δια μέσου των αιώνων ακολουθούν σε κάθε γενιά τα ίχνη τους και παραδίδουν στους διαδόχους τους την εξακολούθηση της ίδιας πορείας πριν ακόμη μπουν εκεί, όπου πρόδρομος για χάρη μας μπήκε ο Ιησούς.

18.19 εἶπεν δὲ αὐτῷ ὁ ᾽Ιησοῦς, Τί με λέγεις ἀγαθόν(1); οὐδεὶς ἀγαθὸς εἰ μὴ εἷς ὁ θεός(2).
19 Ο Ιησούς του απάντησε: «Γιατί με αποκαλείς “αγαθό”; Κανένας δεν είναι αγαθός, παρά μόνο ένας, ο Θεός.
(1) «Με είπες αγαθό, λέει. Γιατί λοιπόν πρόσθεσες το Διδάσκαλε;… Κανείς από τους ανθρώπους δεν είναι με την κύρια έννοια αγαθός, παρά μόνο ένας, ο Θεός. Επομένως αν θες να με λες αγαθό, να με λες αγαθό ως Θεό και να μην με πλησιάζεις ως απλό άνθρωπο. Διότι αν νομίζεις ότι είμαι ένας συνηθισμένος άνθρωπος, μην με αποκαλείς αγαθό. Διότι πράγματι, αγαθός και πηγή αγαθότητας και αρχή της αυτοαγαθότητας είναι ο Θεός. Ενώ οι άνθρωποι, ακόμα και αν είμαστε αγαθοί, δεν είμαστε με την κύρια έννοια, αλλά μετέχουμε στην αγαθότητα του Θεού και έχουμε το αγαθό ανάμικτο και μεταβαλλόμενο» (Θφ).
(2) «Το «ένας» εδώ έχει την ίδια σημασία με το «μόνος»» (Β). «Διότι είναι από τη φύση του αγαθός ο Θεός και το ότι είναι αγαθός, είναι κάτι που είναι γνώρισμά του και υπάρχει μέσα στην ίδια την ουσία του και είναι εξαιρετικό αξίωμά του, ενώ εμείς και οι άγγελοι μετέχουμε σε αυτήν την αγαθότητα» (Κ). Αυτοί που έρχονται στο Χριστό σαν σε διδάσκαλό τους πρέπει να πιστεύουν όχι μόνο στη θεία αποστολή του, αλλά και στη θεία φύση και αγαθότητά του.

18.20 τὰς ἐντολὰς οἶδας(1)· Μὴ μοιχεύσῃς, Μὴ φονεύσῃς, Μὴ κλέψῃς, Μὴ ψευδομαρτυρήσῃς(2), Τίμα τὸν πατέρα σου καὶ τὴν μητέρα σου(3).
20 Ξέρεις τις εντολές: μη μοιχεύσεις, μη σκοτώσεις, μην κλέψεις, μην ψευδομαρτυρήσεις, τίμα τον πατέρα σου και τη μητέρα σου».
(1) Τίποτα το έκτακτο και μη γενικώς γνωστό δεν ζητείται για σωτηρία· η τήρηση των σε όλους γνωστών εντολών θα αρκέσει για αυτό (p). Ο Κύριος δεν ήλθε να ακυρώσει και να καταργήσει την ισχύ του νόμου και των προφητών, αλλά ήλθε να επιβεβαιώσει και να στηρίξει αυτά. Ο Κύριος δεν άλλαξε τον δρόμο προς τον ουρανό, αλλά αυτόν που και πριν ήταν γνωστός, τον έκανε ευδιάκριτο και ευκολότερο.
(2) Και εδώ ο Λουκάς συμφωνεί με τον Μάρκο, με εξαίρεση μόνο του ότι θέτει την έβδομη εντολή πριν την έκτη και αποσιωπά όπως και ο Ματθαίος το «μη αποστερήσης» (p). Έξυπνη η παρατήρηση: «Πρώτα ο νόμος διορθώνει αυτά στα οποία ευκολότερα γλιστράμε, έπειτα αυτά στα οποία όχι πολλοί ούτε πολλές φορές. Για παράδειγμα η μοιχεία, επειδή η φωτιά είναι και φυσική μέσα μας, ο φόνος, επειδή είναι μεγάλο θηρίο ο θυμός. Ενώ η κλοπή είναι ελαφρότερο και στην ψευδομαρτυρία σπάνια πέφτει κάποιος. Για αυτό εκείνα μεν πρώτα διορθώνει, επειδή εύκολα γλιστράμε σε εκείνα και τα οποία είναι βαρύτερα· ενώ αυτά, την κλοπή εννοώ και την ψευδομαρτυρία, τα βάζει δεύτερα, επειδή και σπανιότερα συναντιούνται και ελαφρότερα είναι» (Θφ). Οφείλουμε όλες αυτές τις απαγορευτικές εντολές να τηρούμε επακριβώς και μάλιστα όπως αυτές επεξηγήθηκαν και συμπληρώθηκαν από τον Κύριο στην επί του όρους ομιλία του και να μην πλανάμε τους εαυτούς μας νομίζοντας ότι οποιαδήποτε παράβαση αυτών είναι δυνατόν να μας συγχωρεθεί με μόνη την εξωτερική τήρηση τύπων λατρείας ή νηστειών κα επίσκεψης ναών και συμμετοχής σε μακρές ακολουθίες, εφόσον με μετάνοια ειλικρινή δεν αποκηρύσσουμε την παράβασή μας και δεν επανερχόμαστε στην πιστή τήρηση των θείων εντολών.
(3) Παρόλο που είσαι άρχοντας (b).

18.21 ὁ δὲ εἶπε, Ταῦτα πάντα ἐφύλαξα ἐκ νεότητός μου(1).
21 Κι εκείνος του είπε: «Όλα αυτά τα τηρώ από τα νιάτα μου».
(1) Τα λέει αυτά ο άρχοντας όχι τόσο καυχησιολογώντας, όσο εκφράζοντας έκπληξη. Δεν ικανοποιήθηκε από την απαίτηση του Κυρίου. Είναι σαν να είπε: Περίμενα να ακούσω κάτι ειδικό και ανώτερο· και μου υπενθυμίζονται καθήκοντα, τα οποία σε όλη μου τη ζωή φύλαξα. Η απάντηση αυτή φανερώνει μεγάλη έλλειψη αυτογνωσίας και άγνοια του καθήκοντος, είναι όμως σε όλα ειλικρινής (p). Εάν ο άνθρωπος αυτός γνώριζε την έκταση και την πνευματική φύση του θείου νόμου και είχε ζήσει αυτόν, εάν είχε διατελέσει για κάποιο χρόνο μαθητής του Χριστού και διδασκόταν από αυτόν, θα έλεγε τα τελείως αντίθετα. Θα έλεγε: όλα αυτά τα παράβηκα με λόγια, έργα και με τη διάνοια από αυτήν την μικρή μου ηλικία.

18.22 ἀκούσας δὲ ὁ ᾽Ιησοῦς εἶπεν αὐτῷ, ῎Ετι ἕν σοι λείπει(1)· πάντα(2) ὅσα ἔχεις πώλησον καὶ διάδος πτωχοῖς(3), καὶ ἕξεις θησαυρὸν ἐν οὐρανώ(4), καὶ δεῦρο ἀκολούθει μοι(5).
22 Όταν τ’ άκουσε ο Ιησούς του είπε: «Ένα ακόμη σου λείπει: πούλησε όλα όσα έχεις και δώσε τα χρήματα στους φτωχούς, κι έτσι θα έχεις θησαυρό κοντά στο Θεό· κι έλα να με ακολουθήσεις».
(1) Πρέπει να συμπληρωθεί με το: για να κληρονομήσεις ζωή αιώνια (δ).
(2) «Όλα όσα έχεις, λέει, πούλησέ τα. Διότι αν κάτι απομείνει, είσαι δούλος εκείνου» (Θφ).
(3) «Και μοίρασε όχι σε συγγενείς πλούσιους, αλλά σε φτωχούς. Νομίζω, λοιπόν, ότι και το «μοίρασε» φανερώνει το να σκορπίσει τα χρήματα με σωστή εξέταση και όχι τυχαία» (Θφ).
(4) «Επειδή ήταν φιλοχρήματος, του υποσχέθηκε τον ουράνιο θησαυρό» (Θφ).
(5) «Επειδή λοιπόν μαζί με την ακτημοσύνη πρέπει να συνυπάρχει στον άνθρωπο και όλη η άλλη αρετή, για αυτό είπε· Και έλα να με ακολουθήσεις, δηλαδή· και σε όλα τα άλλα να είσαι μαθητής μου. Και πάντα να ακολουθείς, όχι σήμερα μεν ναι, ενώ αύριο όχι» (Θφ). Κανείς δεν μπορεί να μπει στην αιώνια ζωή εάν δεν ταυτίσει την τύχη του με τον Κύριο Ιησού, ακολουθώντας το αρνί όπου πάει. Πρέπει με άλλα λόγια να αγαπήσει τον Χριστό προτιμώντας αυτόν ως πολύτιμο μαργαριτάρι από κάθε άλλο αγαθό και θυσιάζοντας τα πάντα για αυτόν. Εν ονόματι του Χριστού και για τον Χριστό οφείλει να αγαπά και τους αδελφούς του Χριστού, οπότε χωρίς δυσκολία θα μοιράσει σε αυτούς για ανακούφισή τους «όλα όσα έχει» παρακινούμενος και από την αλήθεια, ότι «αυτός που ελεεί φτωχό, δανείζει τον Θεό» και συνεπώς αποκτά θησαυρό στον ουρανό. Εάν λοιπόν πράγματι φρονεί υψηλά για τον άλλο κόσμο, δεν θα επιθυμεί κάτι άλλο παρά να αποκτήσει θησαυρό στον ουρανό και θα θεωρεί αυτό υπερπλεονάζουσα αμοιβή για καθετί που άφησε ή έχασε στον κόσμο αυτόν για το Θεό. Εκείνο λοιπόν, με το οποίο μπορούμε να δοκιμάσουμε σε ποιο σημείο βρίσκεται η πνευματική μας κατάσταση, είναι το να εξετάσουμε στα πράγματα ποιες είναι οι διαθέσεις μας προς τον Χριστό και προς τους αδελφούς μας και που ελκύεται περισσότερο η καρδιά μας, στον κόσμο τον παρόντα ή στον μελλοντικό.

18.23 ὁ δὲ ἀκούσας ταῦτα περίλυπος(1) εγένετο, ἦν γὰρ πλούσιος σφόδρα.
23 Μόλις εκείνος τ’ άκουσε αυτά, πολύ στενοχωρήθηκε, γιατί ήταν πάμπλουτος.
(1) Είναι λέξη πιο έντονη από το λυπούμενος που χρησιμοποιούν οι άλλοι δύο συνοπτικοί. «Και το ότι λυπήθηκε βεβαίως αυτός, υποδηλώνει ότι είχε ευγνώμονα διάθεση και δεν ήταν πονηρός. Κανείς βεβαίως από τους Φαρισαίους δεν λυπήθηκε ποτέ, αλλά μάλλον αγρίευαν» (Θφ). «Αυτός όμως φεύγει λυπημένος, το οποίο δεν είναι μικρό σημάδι ότι δεν τον πλησίασε με πονηρή διάθεση, αλλά με ασθενέστερη και επιθυμούσε μεν τη ζωή, αλλά ήταν κυριευμένος από άλλο πάθος πάρα πολύ κακό» (Σχ.). Είναι αξιοσημείωτο ότι ο πλούσιος χάνει την ουράνια βασιλεία όχι για κάποια παράβαση του νόμου, αλλά διότι παρέλειψε να ενεργήσει και θετικά το αγαθό. Δεν είχε βλάψει σε κάτι τον πλησίον, αλλά και δεν υπήρξε ευεργετικός προς αυτόν. Ενώ λοιπόν αρχικά φαίνεται πρόθυμος να συμμορφωθεί με τις οδηγίες του Χριστού, όταν τέθηκε ζήτημα προτίμησης ανάμεσα στο να συνδεθεί με τον Χριστό ή να μείνει προσκολλημένος στα πλούτη του, έδωσε την απάντηση: «σε παρακαλώ θεώρησέ με δικαιολογημένο».

18.24 ᾽Ιδὼν δὲ αὐτὸν ὁ ᾽Ιησοῦς περίλυπον γενόμενον εἶπεν(1), Πῶς δυσκόλως(2) οἱ τὰ χρήματα ἔχοντες εισελεύσονται(3) εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ θεοῦ!
24 Όταν ο Ιησούς τον είδε τόσο στενοχωρημένον, είπε: «Πόσο δύσκολα θα μπουν στη βασιλεία του Θεού αυτοί που έχουν τα χρήματα!
(1) «Λέει ο Κύριος με τρόπο θαυμαστικό» (Θφ).
(2) Η θαυμαστική αυτή έκφραση λέγεται αντί για το «πολύ δύσκολα» (δ). Πόσο είναι δύσκολο (g). «Δεν είπε ότι είναι αδύνατο να μπουν, αλλά δύσκολο. Διότι δεν είναι αδύνατον να σωθούνε αυτοί… Είναι όμως δύσκολο αυτό· διότι τα χρήματα είναι πιο κολλητικά από κάθε κόλλα και δύσκολα αποσπάται αυτός που σχετίστηκε με αυτά» (Θφ).
(3) Υπάρχει και η γραφή: έχοντες εις την βασιλείαν του Θεού εισπορεύονται. Ο ενεστώτας στην γραφή αυτή υποδηλώνει ότι η βασιλεία του Θεού υφίσταται ήδη (Λουκ. ια 20,ιζ 21) και ο Ιησούς πρότεινε στον πλούσιο να μπει σε αυτήν, βιάζοντας τον εαυτό του (Λουκ. ιστ 16) (L).

18.25 εὐκοπώτερον γάρ ἐστιν κάμηλον(1) διὰ τρυμαλιάς ραφίδος(2) εισελθεῖν ἢ πλούσιον εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ θεοῦ εἰσελθεῖν(3).
25 Ευκολότερο είναι να περάσει καμήλα μέσα από βελονότρυπα, παρά να μπει πλούσιος στη βασιλεία του Θεού».
(1) Υπάρχει και η γραφή κάμιλον που συναντιέται σε κάποια μεταγενέστερα χειρόγραφα= «Κάμιλος δεν είναι το ζώο, αλλά το παχύ σχοινί στα πλοία» (Κ). Η λέξη κάμιλος συναντιέται μόνο στο λεξικό του Σουΐδα και σε κάποιον σχολιαστή του Αριστοφάνη (p).
(2) Παλαιότερη γραφή: δια τρήματος βελόνης. Το βελόνης λέγεται μοναδική φορά. Και οι δύο λέξεις (βελόνη και τρήμα) σύμφωνα με τον Hobart είναι ιατρικές (p) και κλασικές.
(3) «Αν λοιπόν είναι πιο εύκολο μία καμήλα να χωρέσει από την τρύπα βελόνας,… αυτό όμως είναι αδύνατον, άρα είναι αδυνατότερο το να σωθεί πλούσιος» (Θφ). Πρέπει να σημειωθεί ιδιαίτερα ότι αυτός ο λόγος που είναι σκληρός για τους υλόφρονες συναντιέται και στα τρία συνοπτικά ευαγγέλια και όχι στο ένα από αυτά, το οποίο κάποιοι από τους νεότερους ορθολογιστές θα χαρακτήριζαν ότι έχει μέσα του εβιωνιτικό τόνο (p).

18.26 εἶπον δὲ οἱ ἀκούσαντες(1), Καὶ τίς(2) δύναται σωθῆναι;
26 Όσοι τον άκουσαν είπαν: «Τότε ποιος μπορεί να σωθεί;»
(1) Σύμφωνα με τον Λουκά όχι μόνο οι μαθητές, αλλά και οι ακροατές του Σωτήρα εξέφρασαν την απορία τους για τον λόγο αυτόν (δ).
(2) Όχι ποιος πλούσιος, αλλά ποιος άνθρωπος (p). Το να αποκλείει τους πλούσιους από τη σωτηρία, φαινόταν το ίδιο με το να αποκλείει από αυτήν κάθε άνθρωπο. Διότι, εάν οι περισσότερο ευλογημένοι από το Θεό άνθρωποι πολύ δύσκολα θα σώζονταν, τι λοιπόν θα γινόταν για τους άλλους; Τέτοια φαίνεται να είναι η σύνδεση μεταξύ των στίχων 25 και 26 (g). Είναι αξιοσημείωτη και μία άλλη εκδοχή· όλος ο κόσμος είτε έχει πλούτη είτε επιθυμεί αυτά και προσπαθεί να αποκτήσει τέτοια. Αφού λοιπόν όλοι επιθυμούν τα πλούτη, ποιος θα σωθεί; (p). Υπάρχει στις καρδιές σχεδόν όλων των ανθρώπων τέτοια προσκόλληση και αγάπη προς τον κόσμο και τα αγαθά του κόσμου, ώστε, αφού ο Χριστός ζήτησε ως αναγκαίο για σωτηρία να αποκοπεί κάθε δεσμός με τον κόσμο αυτόν, γίνεται αδύνατον στον καθένα να σωθεί.

18.27 ὁ δὲ εἶπεν, Τὰ ἀδύνατα(1) παρὰ ἀνθρώποις(2) δυνατὰ(3) παρὰ τῷ θεῷ ἐστιν.
27 Κι εκείνος τους απάντησε: «Αυτά που για τους ανθρώπους είναι αδύνατα, για το Θεό είναι δυνατά».
(1) Με αυτό δηλώνεται ότι ο σ. 25 σημαίνει, ότι πράγματι είναι αδύνατον και όχι απλώς δύσκολο ή πάρα πολύ απίθανο, πλούσιος να μπει στη βασιλεία των ουρανών. Είναι θαύμα της χάρης αυτοί που έχουν πλούτη να μην προσκολληθούν και να μην στηρίξουν την πεποίθησή τους σε αυτά (p).
(2) Το «παρά ανθρώποις» και «παρά τω Θεώ» δεν σημαίνει κατά την κρίση των ανθρώπων και κατά την κρίση του Θεού, αλλά αναφέρονται σε ό,τι οι άνθρωποι και ο Θεός μπορούν να κατορθώσουν. Ο άνθρωπος αδυνατεί. Ο Θεός όμως μπορεί να διαρρήξει την γοητεία, την οποία ο πλούτος ασκεί πάνω στον πλούσιο (p). «Για αυτούς μεν που έχουν ανθρώπινο φρόνημα, δηλαδή σέρνονται κάτω και επιθυμούν τα γήινα, είναι αδύνατον να σωθεί· για το Θεό όμως είναι δυνατόν, δηλαδή όταν κάποιος έχει σύμβουλο το Θεό και τις εντολές του… και επικαλείται την από εκείνον βοήθεια, θα είναι αυτό δυνατόν. Διότι από εμάς εξαρτάται το να θελήσουμε το αγαθό, ενώ από το Θεό να το τελειοποιήσει» (Θφ). Υπάρχουν άλλωστε και τόσες άλλες δυσκολίες στην οδό της σωτηρίας μας, ώστε κανείς δεν θα μπορούσε να ξεπεράσει αυτές χωρίς τη χάρη του Θεού, ο οποίος είναι πάνω από κάθε άλλη δύναμη και όχι μόνο με την παντοδυναμία, αλλά και με τη σοφία του μπορεί να εκμηδενίσει κάθε αντίσταση από όπου και αν προέρχεται, αρκεί μόνο να συνεργήσει σε αυτό η αγαθή διάθεση του ανθρώπου. Η ζωή του χριστιανού είναι ζωή υπερφυσική. Το να στραφεί λοιπόν η καρδιά του ανθρώπου από τον κόσμο και την σάρκα προς τον Θεό και τα ουράνια, αποτελεί στο πνευματικό πεδίο θαύμα χάρης ανάλογο με εκείνο, το οποίο άλλοτε στο φυσικό πεδίο έστρεψε πίσω το ρεύμα του Ιορδάνη ή διαίρεσε στα δύο σαν άλλο τείχος την Ερυθρά θάλασσα. Εκείνος ο οποίος έκανε χωρίς κάποια δυσκολία τα θαύματα αυτά στη φύση, ο ίδιος με τη χάρη του μπορεί να επιδράσει και στην ανθρώπινη ψυχή και να ελκύσει αυτήν προς τον εαυτό του.
(3) Παράδειγμα που επιβεβαιώνει αυτό το δυνατόν, έχουμε τον Ζακχαίο, κεφ. ιθ 2,9 (b).

Στίχ. 28-30. Οι αμοιβές όσων αφήσουν τα πάντα για τον Χριστό.
18.28 Εἶπεν δὲ ὁ Πέτρος(1), ᾽Ιδοὺ ἡμεῖς ἀφήκαμεν πάντα(2) και ἠκολουθήσαμέν σοι(3).
28 Τότε ο Πέτρος του λέει: «Να, εμείς εδώ αφήσαμε τα πάντα και σε ακολουθήσαμε».
(1) Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Πέτρος έλαβε τον λόγο και εδώ. Δεν μιλά όμως με πνεύμα καύχησης. Μάλλον η ελπίδα που προκλήθηκε μέσα του από τα λόγια του Κυρίου, ωθεί αυτόν. Θέλει να βεβαιωθεί αν η δύναμη του Θεού έκανε το θαύμα της και για αυτούς και αν μπορούν να ελπίζουν, ότι θα μπουν στη βασιλεία των ουρανών (p).
(2) Υπάρχει και η γραφή: αφέντες τα ίδια=Εάν ο Πέτρος αντικαθιστά το «πάντα» του σ. 22 με το «τα ίδια», οφείλεται αυτό στο ότι σε σύγκριση με όσα θα άφηνε ο πλούσιος, εκείνα τα οποία άφησε ο Πέτρος ήταν πολύ πενιχρά και θα ήταν πολύ να πει και για τον εαυτό του αυτός, ότι αφήσαμε τα πάντα (L).
(3) Μπήκε και στους μαθητές το δίλημμα, το οποίο ήδη μπήκε στον πλούσιο. Και αυτοί αποφάσισαν να ακολουθήσουν το Χριστό. Τι λοιπόν θα καρπώνονταν από αυτό; Ο Πέτρος ρωτά με αφέλεια εξ’ ονόματος όλων (g). «Είναι πρέπον, ο πλούσιος, από τη μία, εφόσον περιφρόνησε πολλά, να περιμένει τις αμοιβές. Αυτός όμως, από την άλλη, που κατέχει λίγα», όπως ο Πέτρος και όσοι ήταν μαζί του, «έπειτα απομακρυνθεί από αυτά, τι θα μπορεί να ελπίζει, πώς δεν θα έπρεπε να το μάθει αυτό;… Είναι αναγκαίο να πούμε και το εξής· το να απομακρυνθεί κάποιος από πολλά ή από λίγα θα μπορούσε να είναι ίσο πάθημα, σύμφωνα με την ορθή λογική. Οπότε όσον αφορά την υπακοή και την πρόθεση θα λογαριαστούν στην ίδια κατηγορία με αυτούς που έχουν πολλά, αυτοί που δεν έχουν πολλά και έπειτα δείχνουν την ίδια προθυμία και υπομένουν θεληματικά την αποβολή των υπαρχόντων» (Σχ.).

18.29 ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς(1), ᾽Αμὴν λέγω ὑμῖν(2) ὅτι οὐδείς ἐστιν(3) ὃς ἀφῆκεν οἰκίαν ἢ γυναῖκα ἢ ἀδελφοὺς ἢ γονεῖς ἢ τέκνα(4) ἕνεκεν τῆς βασιλείας τοῦ θεοῦ,
29 Κι ο Ιησούς του είπε: «Σας βεβαιώνω πως όποιος άφησε σπίτι ή γονείς ή αδέρφια ή γυναίκα ή παιδιά για χάρη της βασιλείας του Θεού,
(1) Δες Ματθ. ιθ 28,29 και Μάρκ. ι 29 και τις εκεί σημειώσεις.
(2) «Κάνει ένορκη την υπόσχεση, βάζοντας πριν από το λόγο το «αμήν», που παίζει το ρόλο του όρκου» (Κ).
(3) Με την έκφραση «κανείς δεν υπάρχει που» φανερώνεται η πρόθεση να δοθεί στην υπόσχεση αυτή η όσο το δυνατόν ευρύτερη εφαρμογή (g). Δεν υποσχέθηκε και δεν πραγματοποίησε αυτό ο Θεός μόνο για τους 12, αλλά και για κάθε άλλον, ο οποίος θα είχε την χάρη να υποβληθεί σε αυτές τις θυσίες (p).
(4) «Ποιοι θα μπορούσαν να είναι αυτοί που άφησαν πατέρα ή μητέρα, γυναίκα και αδέλφια και σπίτια;.. Καθώς ο Κύριος ελκύει με το κήρυγμα την υφήλιο στη δική του πίστη, θέλουν μεν να προσέλθουν προς αυτό κάποιοι, αλλά βλέπουν ίσως τους πατέρες ή τις μητέρες που είναι άπιστοι και πονηροί· αλλά πολλές φορές και οι πατέρες δεν ανέχονταν να λυπήσουν τα παιδιά τους με την προσέλευσή τους στην πίστη. Το ίδιο θα μπορούσε να ειπωθεί και για αδέλφια προς αδέλφια και για νύφη σε πεθερά και εκείνην προς αυτήν. Αλλά βεβαίως οι εδραίοι στην πίστη δεν βάζουν τίποτα μπροστά από την αγάπη του Χριστού και δεν υπολογίζουν καθόλου την σαρκική συγγένεια» (Κ).

18.30 ὃς οὐ μὴ ἀπολάβῃ πολλαπλασίονα(1) ἐν τῷ καιρῷ τούτῳ(2) καὶ ἐν τῷ αἰῶνι τῷ ἐρχομένῳ ζωὴν αἰώνιον.
30 θα κερδίσει πολύ περισσότερα τώρα, στα χρόνια που ζούμε, και στο μελλοντικό κόσμο την αιώνια ζωή».
(1) Του Ιώβ η οικογένεια αποκαταστάθηκε στο ακέραιο και τα χαμένα αγαθά του, αποδόθηκαν σε αυτόν διπλάσια. Οι αμοιβές της Π.Δ. ξεπεράστηκαν κατά πολύ από τις ηθικές και πνευματικές ανταποδόσεις του ευαγγελίου. Ό,τι θυσίασαν οι πιστοί για το Χριστό ως προς την οικογένεια ανταποδόθηκε σε αυτούς πολλαπλό με το Χριστό και με την εκκλησία. Ειδικά η υπόσχεση αυτή πραγματοποιήθηκε στους από τα έθνη προσήλυτους, οι οποίοι βρήκαν στοργικούς πατέρες και αδελφούς που αντικατέστησαν τους σκληρούς συγγενείς τους, τους οποίους για το Χριστό απαρνήθηκαν (p). Κάθε αληθινός πιστός αποκτά στην ανώτερη ζωή, στην οποία εισάγεται από τον Χριστό, αδελφούς αγαπητούς, παιδιά για ανατροφή, γονείς σεβαστούς και στοργικούς, τελείως νέα πνευματική συγγένεια, την οποία πλουτίζει με την αγάπη του, αλλά και απολαμβάνει και αυτός με ποικίλες μορφές την στοργή και συμπάθειά τους. Εξάλλου η κοινωνία της χριστιανικής αγάπης χορηγεί σε κάθε πιστό την απόλαυση αγαθών κάθε φύσης που ανήκουν στους αδελφούς τους (g). Επιπλέον «αυτός που εγκατέλειψε τα σαρκικά και πρόσκαιρα, θα πάρει τα πολύ καλύτερα, και κατά κάποιο τρόπο πολλαπλάσια αυτών που καταφρόνησε… Και αν κάποιος αφήσει σπίτι, θα λάβει τις ουράνιες κατοικίες· και αν εγκαταλείψει πατέρα, έχει τον ουράνιο Πατέρα· και αν απομακρυνθεί από αδελφούς, αλλά θα τον πάρει ο Χριστός σε κοινωνία με αδελφούς· όταν αφήσει γυναίκα με την οποία έμενε μαζί, θα βρει την ουράνια και από το Θεό σοφία, από την οποία θα τεκνοποιήσει ωραίους καρπούς· και αν αφήσει μητέρα, θα βρει την άνω Ιερουσαλήμ, η οποία είναι ελεύθερη και μητέρα μας» (Κ).
(2) Κατά το χρόνο της παρούσας ζωής, ανεξάρτητα από όσα αναφέρθηκαν ήδη, αυτός που ακολούθησε το Χριστό θα λάβει πολλαπλάσια και με τις δωρεές και παρηγοριές του Πνεύματος του Θεού, όπως και με τα θέλγητρα από τη σχέση με το Θεό και από την αγαθή συνείδηση, όλα λοιπόν αυτά είναι αγαθά, τα οποία για αυτούς που γνωρίζουν να εκτιμούν αυτά, ισοφαρίζουν και με το παραπάνω όλες τις τυχόν για το Χριστό θυσίες και απώλειές τους.

Στίχ. 31-34. Τρίτη προαναγγελία του Πάθους.
18.31 Παραλαβὼν(1) δὲ τοὺς δώδεκα εἶπε πρὸς αὐτούς(2), ᾽Ιδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς ᾽Ιερουσαλήμ, καὶ τελειωθήσεται(3) πάντα τὰ γεγραμμένα διὰ τῶν προφητῶν(4) τῷ υἱῷ τοῦ ἀνθρώπου(4)·
31 Ο Ιησούς πήρε κοντά του τους δώδεκα μαθητές και τους είπε: «Ακούστε· τώρα που ανεβαίνουμε στην Ιερουσαλήμ, όλα όσα έγραψαν οι προφήτες για τον Υιό του Ανθρώπου θα εκπληρωθούν.
(1) Δες Ματθ. κ 17-19 και Μάρκ. ι 32-34 και τις εκεί σημειώσεις. Παραλαβών=πήρε κοντά του. Η έννοια του παίρνω κατά μέρος και ιδιαιτέρως, μακριά από το πλήθος, υποδηλώνεται μεν αλλά δεν τονίζεται. Στους κλασικούς το ρήμα χρησιμοποιείται για το παίρνω σύζυγο, σύντροφο, σύμμαχο ή υιοθετώ κάποιον (p).
(2) Είναι η τρίτη προαναγγελία του Πάθους. Για τις άλλες δύο που έγιναν αμέσως πριν τη Μεταμόρφωση και αμέσως μετά από αυτήν, δες θ 22,44 (p). Στους αποστόλους μίλησε συχνότερα και ολοένα πιο ξεκάθαρα για το Πάθος, για να είναι μετέπειτα μάρτυρες της πρόγνωσής του (Grotius). «Προλέγει σε αυτούς τα σχετικά με το Πάθος, για να κατορθώσει τα εξής δύο· ένα μεν, το να δείξει ότι σταυρώνεται όχι χωρίς τη θέλησή του, ούτε σαν απλός άνθρωπος αγνοώντας τον θάνατο, αλλά και προγνώριζε και με τη θέλησή του πάσχει. Διότι αν ήθελε να μην πάθει, θα ξέφευγε, επειδή ακριβώς το προγνώριζε. Διότι αυτοί που δεν προγνωρίζουν συλλαμβάνονται. Δεύτερο, για να τους πείσει να υπομένουν με ευκολία αυτά που θα συμβούν, μιας και θα τα είχαν ακούσει από πριν, και δεν θα έπεφταν πάνω τους αιφνιδιαστικά» (Θφ).
(3) Υπάρχει και η γραφή που μαρτυρείται γενικότερα στα χειρόγραφα από πιο παλιά: τελεσθήσεται. Το Πνεύμα το Άγιο στους προφήτες της Π.Δ. μαρτύρησε από πριν «τα παθήματα του Χριστού και τις δόξες μετά από αυτά» (Α΄Πέτρ. α 11). Αυτό αποδεικνύει και ότι οι Γραφές που περιέχουν αυτά που αποκαλύφθηκαν στους προφήτες, είναι λόγος Θεού, διότι αυτός επαληθεύτηκε ακριβώς και πλήρως, αλλά και ότι ο Χριστός στάλθηκε από το Θεό, διότι σε αυτόν επαληθεύτηκε και εκπληρώθηκε αυτός ο λόγος. Ο Χριστός ήταν ο ερχόμενος, διότι καθετί που προφητεύτηκε για τον Μεσσία, βρήκε την επαλήθευσή του στο Χριστό.
(4) Δια μέσου των προφητών. Ο προφήτης δεν είναι ο αρχικός παράγοντας, αλλά όργανο. Είναι το μόνο χωρίο στο οποίο συναντιέται η φράση στον Λουκά, ο οποίος στους από τα έθνη αναγνώστες του λέει λίγα για την εκπλήρωση των προφητειών (p).
(5) Μπορεί να συνδεθεί ή με το τελεσθήσεται (δοτική αντιπεριποιητική=εναντίον του υιού του ανθρώπου)(δ) ή με το γεγραμμένον (=για τον υιό του ανθρώπου)(p.g).

18.32 παραδοθήσεται γὰρ τοῖς ἔθνεσιν καὶ ἐμπαιχθήσεται καὶ ὑβρισθήσεται καὶ ἐμπτυσθήσεται,
32 Δηλαδή, θα παραδοθεί στους εθνικούς, θα τον περιγελάσουν, θα τον βρίσουν και θα τον φτύσουν.
18.33 καὶ μαστιγώσαντες ἀποκτενοῦσιν αὐτόν(1), καὶ τῇ ἡμέρᾳ τῇ τρίτῃ ἀναστήσεται(2).
33 Ύστερα θα τον μαστιγώσουν και θα τον σκοτώσουν, αλλά την τρίτη μέρα αυτός θ’ αναστηθεί».
(1) Το είδος του θανάτου δεν δηλώνεται στον Λουκά και στον Μάρκο τόσο ξεκάθαρα όσο στον Ματθαίο (σταυρώσαι). Όχι λιγότερο όμως οι λεπτομέρειες στην τρίτη αυτή προαναγγελία είναι περισσότερο καθορισμένες και δραματικές παρά στις προηγούμενες (g). Ειπώθηκε από τους ορθολογιστές ότι η προφητεία αυτή κατασκευάστηκε μετά τα γεγονότα. Αλλά σε αυτήν την περίπτωση γιατί δεν υπήρξε το ίδιο λεπτομερής και συγκεκριμένη και σύμφωνα με τις άλλες δύο προηγούμενες; Ότι ο Χριστός θα προέβαινε βαθμιαία σε αποκαλύψεις περισσότερων λεπτομερειών, παρουσιάζεται πολύ πιθανόν (p).
(2) Ενώ η προφητεία του παθήματος θα μπορούσε να κλονίσει την πίστη των μαθητών, η προφητεία της ανάστασής του έγινε για να στηρίξει αυτήν (p).

18.34 καὶ αὐτοὶ οὐδὲν τούτων συνῆκαν(1), καὶ ἦν τὸ ῥῆμα(2) τοῦτο κεκρυμμένον(3) ἀπ᾽ αὐτῶν, καὶ οὐκ ἐγίνωσκον τὰ λεγόμενα(4).
34 Εκείνοι όμως τίποτε απ’ αυτά δεν κατάλαβαν. Αυτά τα λόγια τούς ήταν αινιγματικά, και δεν τα εννοούσαν.
(1) Δες και θ 45. Η από τον Λουκά επανάληψη της ιδέας αυτής, με λέξεις μάλιστα τις ίδιες ή με την ίδια σημασία, δείχνει πόσο οι απόστολοι εκπλήσσονταν αργότερα με την έντονη αυτή δυσκολία τους να εννοήσουν και να καταλάβουν (g). Ο Λουκάς αναφέρει μόνο ότι δεν κατάλαβαν τίποτα από αυτά. Αλλά οι άλλοι δύο συνοπτικοί διασαφηνίζουν αυτό στην πράξη με το αίτημα των γιων του Ζεβεδαίου για τις ξεχωριστές θέσεις στη βασιλεία, το οποίο ο Λουκάς αποσιωπά (p). Ήταν τόσο ισχυρές οι προκαταλήψεις τους και τόσο πολύ αντιτίθεντο τα όσα προέλεγε ο Κύριος, με τις παχυλές αντιλήψεις τους για τον Μεσσία, ώστε δεν μπορούσαν να αντιληφθούν την πραγματική έννοια αυτών των προφητειών.
(2) Το «ρήμα» δηλαδή το γεγονός του Πάθους και της ανάστασης που προαναγγέλλεται με λόγο (g).
(3) Η βραδύνοια αυτή ήταν σύμφωνη και με σχέδιο της θείας Πρόνοιας, διότι απετέλεσε ασφαλή εγγύηση για την αλήθεια του γεγονότος της ανάστασης. Οι απόστολοι δεν πίστεψαν στην ανάσταση, επειδή την περίμεναν, διότι ο «λόγος» αυτός ήταν κρυμμένος από αυτούς (p). Τα όσα έλεγε σε αυτούς ο Κύριος, τα θεωρούσαν ως τελείως ασυμβίβαστα με την δόξα και την τιμή, με την οποία θα περιβαλλόταν ο Μεσσίας. Είχαν διαβάσει ή άκουσαν να διαβάζεται στις συναγωγές την Π.Δ. πολλές φορές, αλλά πρόσεχαν περισσότερο τις προφητείες για τη δόξα του Μεσσία, παρατρέχοντας τελείως και τις προφητείες για τα παθήματά του. Και για αυτό παρέμενε μυστηριώδης για αυτούς ο λόγος του Κυρίου για σταυρό και παθήματα. Να γιατί, όταν διαβάζουμε την Γραφή-και πρέπει αυτή να είναι παντοτινό εντρύφημά μας- ενδείκνυται να παρακαλούμε το Θεό να ανοίγει το νου μας για πλήρη και ακριβή κατανόηση αυτής.
(4) «Αλλά θα μπορούσες να πεις· Αφού δεν καταλάβαιναν, γιατί λοιπόν τους τα προέλεγε αυτά;… Δεν ωφελούνταν λίγο διότι μετέπειτα θα θυμούνταν, ότι αυτά ήταν τα οποία, όταν πρόσφατα τα είχε προείπει ο Κύριος, δεν τα κατάλαβαν. Και αυτό είναι φανερό από πολλά, και μάλιστα από όσα ο Ιωάννης λέει· «αυτά δεν τα κατάλαβαν οι μαθητές του, ύστερα όμως τα θυμήθηκαν, ότι αυτά ήταν γραμμένα για αυτόν». Και ο παράκλητος όμως, με το να τους τα θυμίσει όλα, τοποθέτησε μέσα τους πιο αξιόπιστη την μαρτυρία για το Χριστό» (Θφ).

Στίχ. 35-43. Η θεραπεία του τυφλού στην Ιεριχώ.
18.35 ᾽Εγένετο δὲ(1) ἐν τῷ ἐγγίζειν(2) αὐτὸν εἰς ᾽Ιεριχὼ(3) τυφλός τις ἐκάθητο παρὰ τὴν ὁδὸν(4) προσαιτῶν(5).
35 Καθώς ο Ιησούς πλησίαζε στην Ιεριχώ, ένας τυφλός καθόταν στην άκρη του δρόμου και ζητιάνευε.
(1) Δες Ματθ. κ 29-34, Μάρκ. ι 46-52 και τις εκεί σημειώσεις.
(2) Σύμφωνα με τον Μάρκο και τον Ματθαίο η θεραπεία έγινε, όταν ο Κύριος έβγαινε από την πόλη. Μολονότι θα μπορούσε κάποιος να πει μαζί με τον Brassac, ότι «επειδή οι ευαγγελιστές φροντίζουν λίγο για τον καθορισμό των ασήμαντων λεπτομερειών, τοποθετούν χωρίς να ενδιαφέρονται την θεραπεία είτε πριν την είσοδο στην Ιεριχώ, είτε κατά την έξοδο από αυτήν» (L), μπορούμε και να δεχτούμε είτε, ότι από τους δύο αναφερόμενους από τον Ματθαίο τυφλούς, ο ένας, του οποίου η θεραπεία υπήρξε και η πιο σημαντική, θεραπεύτηκε, όταν ο Χριστός έμπαινε στην πόλη, ενώ όταν έβγαινε θεραπεύτηκε ο δεύτερος (Αυγουστίνος Quaest. Evang. ΙΙ 48) και ο Ματθαίος συνδυάζει και τις δύο (Neander)· είτε ότι εφόσον σύμφωνα με τους Ιώσηπο και Ευσέβιο, υπήρχαν δύο Ιεριχώ, η παλαιά και η νέα πόλη, η θεραπεία μπορούσε να γίνει κατά την έξοδο από τη μία και την είσοδο στην άλλη (g).
(3) Η εξόχως ακριβής αφήγηση του τετάρτου ευαγγελιστή, συμπληρώνει την συνοπτική αφήγηση. Η διαμονή του Κυρίου στην Περαία διακόπηκε από την πρόσκλησή του στη Βηθανία για τον Λάζαρο, τον οποίο ανέστησε (Ιω. ια). Από τη Βηθανία ήλθε στην Εφραΐμ (Ιω. ια 54) και κατά την εποχή αυτή συμπίπτει και η τρίτη προαναγγελία του πάθους. Ενώ πλησίαζε ήδη το Πάσχα, ο Κύριος αφού διέσχισε την κοιλάδα του Ιορδάνη συναντιέται στην Ιεριχώ με τα καραβάνια των προσκυνητών, τα οποία κατέφθαναν από την Περαία και ανεβαίνει μαζί με αυτά στα Ιεροσόλυμα (g).
(4) Πρέπει να ανακουφίζονται και να βοηθιούνται με την εκδήλωση της αγάπης μας εκείνοι, οι οποίοι λόγω των κρίσεων της θείας Πρόνοιας, έγιναν ανίκανοι να προμηθευτούν το ψωμί τους με την δική τους εργασία και καθισμένοι στους δρόμους ζητούν την βοήθειά μας. Μην προσπερνάμε αυτούς, αφού και ο Χριστός έριξε βλέμμα συμπάθειας στον τυφλό στην Ιεριχώ. Και υπάρχουν μεν μεταξύ αυτών και απατεώνες, μη λησμονούμε όμως ότι δεν είναι όλοι τέτοιοι.
(5) Υπάρχει και η γραφή επαιτών. Ήταν όχι μόνο τυφλός, αλλά και φτωχός. Δηλαδή ήταν τότε το καταλληλότερο σύμβολο, που συμβολίζει την ανθρωπότητα, την οποία ο Χριστός ήλθε να θεραπεύσει και να σώσει και η οποία ηθικά και πνευματικά ήταν τυφλή και φτωχή.

18.36 ἀκούσας δὲ ὄχλου διαπορευομένου(1) ἐπυνθάνετο τί εἴη τοῦτα(2)·
36 Όταν άκουσε το πλήθος που περνούσε, ρώτησε να μάθει τι συνέβαινε.
(1) Τα καραβάνια των προσκυνητών, όταν βρέθηκε ο Κύριος στο δρόμο προς Ιεροσόλυμα συγκεντρώθηκαν γύρω του και βάδιζαν μαζί του.
(2) Υπάρχει και η γραφή «τούτο», δηλαδή η συρροή αυτή του πλήθους (b), την οποία πρόδιδε ο θόρυβος. Εκείνοι οι οποίοι στερούνται την όρασή τους, ενδείκνυται να χρησιμοποιούν την ακοή τους και εφόσον δεν μπορούν να δουν με τα δικά τους μάτια, κάνοντας ερωτήσεις στους γύρω τους, επωφελούνται από τα μάτια των άλλων. Έτσι ο τυφλός αυτός, με τις ερωτήσεις του πληροφορήθηκε, ότι ο Ιησούς ο Ναζωραίος περνούσε από εκεί, όπως με το ίδιο μέσο άνοιξαν και τα μάτια της ψυχής του για να δει, ποιος ήταν αυτός ο Ιησούς και τι μπορούσε να περιμένει από αυτόν.

18.37 ἀπήγγειλαν δὲ αὐτῷ ὅτι ᾽Ιησοῦς ὁ Ναζωραῖος παρέρχεται(1).
37 Του είπαν ότι περνάει ο Ιησούς ο Ναζωραίος.
(1) Για μεν το απήγγειλαν δες Λουκ. η 20, για δε το Ναζωραίος δες Λουκ. δ 34. Ο Μάρκος έχει αντί για αυτό Ναζαρηνός και ο Ματθαίος αποσιωπά αυτό. Για το παρέρχεται, δες Λουκ. ια 42 (p).

18.38 καὶ ἐβόησεν λέγων, ᾽Ιησοῦ, υἱὲ Δαυίδ(1), ἐλέησόν με(2).
38 Τότε εκείνος άρχισε να φωνάζει δυνατά: «Ιησού, Υιέ του Δαβίδ, σπλαχνίσου με!»
(1) Ο τίτλος χαρακτηρίζει τον Ιησού ως κληρονόμο του ισραηλιτικού θρόνου (g) και παρουσιάζει τον τυφλό να αναγνωρίζει ότι ο Ιησούς είναι ο Μεσσίας (Ματθ. θ 27,ιβ 23,ιε 22,κα 9,15) (p). «Ο τυφλός λοιπόν, αφού πίστεψε ότι αυτός είναι ο ελπιζόμενος Χριστός, ήταν λογικό να μην αγνοεί» (Θφ), «τα προφητευμένα για αυτόν από το νόμο και τους αγίους προφήτες, και ότι καταγόταν από τη γενιά του Δαβίδ σωματικά» (Κ), «φωνάζει με μεγάλη φωνή· Υιέ Δαβίδ, ελέησέ με» (Θφ),
(2) «Και με το να πει «Ελέησέ με», φανερώνει ότι είχε μία πιο θεία ιδέα για αυτόν και δεν τον θεωρούσε απλό άνθρωπο» (Θφ).

18.39 καὶ οἱ προάγοντες(1) ἐπετίμων αὐτῷ ἵνα σιωπήσῃ(2)· αὐτὸς δὲ πολλῷ μᾶλλον ἔκραζεν(3), Υἱὲ Δαυίδ, ἐλέησόν με.
39 Αυτοί που προπορεύονταν τον μάλωναν να σωπάσει, εκείνος όμως φώναζε ακόμη πιο πολύ: «Υιέ του Δαβίδ, σπλαχνίσου με!»
(1) Είναι σύμφωνο με το προηγούμενο «ἐν τῷ ἐγγίζειν αὐτὸν εἰς ᾽Ιεριχὼ (σ. 35)»(L).
(2) Υπάρχει και η γραφή σιγήση, ρήμα χαρακτηριστικό του Λουκά (Λουκ. θ 36,κ 26,Πράξ. ιβ 17,ιε 12,13) και μόνο στο Ρωμ. ιστ 25 (ή ιδ 24) και Α΄Κορ. ιδ 28,30,34 συναντιέται αλλού στην Κ.Δ. (p). Η επιτίμηση που απευθύνουν στον τυφλό, δεν οφείλεται στο ότι αυτός χρησιμοποίησε αυτόν τον τίτλο για τον Κύριο, αλλά διότι νομίζουν αυθάδη την αξίωση του τυφλού και ζητιάνου να σταματήσει στην πορεία του ένα τόσο υψηλό πρόσωπο (g). «Δεν τον άφηναν να μιλήσει, για να μην ενοχλεί τον διδάσκαλο» (Ζ). Εξάλλου τον θεώρησαν έναν συνηθισμένο ζητιάνο, που ζητούσε από τον Ιησού χρηματική ελεημοσύνη. Ίσως επίσης ο Κύριος και να δίδασκε καθώς προχωρούσε (p).
(3) Σημείωσε την αλλαγή του ρήματος και του χρόνου. Αντί για το εβόησε (=ισχυρή φωνή για βοήθεια, που βγαίνει εσκεμμένα και με επίγνωση) μπαίνει το κράζω (=φωνή ισχυρή και οξεία που βγαίνει από ένστικτο και προδίδει βαθιά συγκίνηση) και σε παρατατικό, που δηλώνει το συνεχές της κραυγής (p). «Θαύμασε, σε παρακαλώ, και την ένταση της ομολογίας του, πώς παρόλο που πολλοί τον μάλωναν, δεν σιώπησε, αλλά έκραζε περισσότερο. Διότι ήταν η θερμότητα αυτό που τον παρακινούσε εσωτερικά» (Θφ). Η αφήγηση αυτή, που μπαίνει στο τέλος αυτού του κεφαλαίου, μιλά για το ίδιο, για το οποίο και η παραβολή στην αρχή του κεφαλαίου, ότι δηλαδή οι άνθρωποι οφείλουν «πάντοτε να προσεύχονται και να μην αποκάμνουν». Ο τυφλός επιμένει και για αυτό ακούγεται.

18.40 σταθεὶς δὲ ὁ ᾽Ιησοῦς(1) ἐκέλευσεν αὐτὸν ἀχθῆναι πρὸς αὐτόν(2). ἐγγίσαντος δὲ αὐτοῦ ἐπηρώτησεν αὐτόν λέγων,
40 Τότε ο Ιησούς στάθηκε κι έδωσε εντολή να τον φέρουν κοντά του. Αυτός πλησίασε κι εκείνος τον ρώτησε:
(1) «Σταματά τον Κύριο η φωνή αυτού που με πίστη τον επικαλείται» (Κ). Ο Κύριος είναι περισσότερο συμπαθητικός και σπλαχνικός από όλους όσους τον ακολουθούν. Παρόλο που οδοιπορούσε, διέκοψε την πορεία του και σταμάτησε.
(2) «Ο Ιησούς τον προσκαλεί, επειδή ήταν πραγματικά άξιος να τον πλησιάσει» (Θφ). «Και τιμήθηκε εύλογα από τον Χριστό ο τυφλός. Διότι τον κάλεσε ο Χριστός και τον διέταξε να έλθει κοντά, έτσι ώστε αυτός που τον πλησίασε με την πίστη πρώτα, να τον πλησιάσει και με το σώμα» (Κ).

18.41 Τί σοι θέλεις ποιήσω(1); ὁ δὲ εἶπεν, Κύριε, ἵνα ἀναβλέψω(2).
41 «Τι θέλεις να σου κάνω;» «Κύριε, θέλω ν’ αποκτήσω το φως μου», αποκρίθηκε.
(1) «Ρωτά όχι επειδή αγνοεί, αλλά για να μην δοθεί η εντύπωση στους παρόντες, ότι ενώ άλλα ζητά εκείνος, άλλα δίνει αυτός και ότι εκείνος μεν ζητά χρήματα, ενώ αυτός επειδή τάχα του αρέσει να επιδεικνύεται, θεραπεύει την τύφλωση» (Θφ). Ο Κύριος με την ερώτηση κάνει σαφές στα πλήθη, ότι δεν επρόκειτο για συνηθισμένο ζητιάνο, αλλά για άνθρωπο που είχε πίστη, για την οποία και ζητούσε να θεραπευτεί (p). Παρόλο που ο Κύριος γνωρίζει όλες τις ανάγκες μας, θέλει να μάθει αυτές και από το δικό μας στόμα. Εκθέτοντας τις ανάγκες μας στον Κύριο διδάσκουμε τους εαυτούς μας να εκτιμούμε το έλεος το οποίο του ζητάμε. Και είναι ανάγκη πρώτα να εκτιμήσουμε όπως αξίζει αυτό το έλεος, διότι αλλιώς είμαστε ανάξιοι να το λάβουμε.
(2) Ο τυφλός θα είχε ακούσει να μιλούν για πολυάριθμες θεραπείες που έγιναν από τον Ιησού, όπως και για την ανάσταση του Λαζάρου, η οποία είχε συντελεστεί λίγα στάδια μακριά από την Ιεριχώ. Έτσι εξηγείται η πίστη του που με τόση απλότητα εκφράζεται στην απάντησή του αυτή (g).

18.42 καὶ ὁ ᾽Ιησοῦς εἶπεν αὐτῷ, ᾽Ανάβλεψον(1)· ἡ πίστις σου σέσωκέν σε(2).
42 Κι ο Ιησούς του είπε: «Ν’ αποκτήσεις το φως σου! Η πίστη σου σε έσωσε».
(1) «Δες την εξουσία. «Απόκτησε το φως σου». Διότι ποιος από τους προφήτες θεράπευσε έτσι, με τέτοια εξουσία εννοώ; Για αυτό και έγινε φως για τον άρρωστο η φωνή, επειδή ανέβλυσε από το φως το αληθινό» (Θφ).
(2) «Δεν απαίτησε από αυτόν πίστη, διότι η επίμονη κραυγή ήταν απόδειξη πίστης» (Ζ). «Η πίστη σου έσωσε. Διότι πίστεψες ότι είμαι εκείνος ο κηρυττόμενος γιος του Δαβίδ, ο Χριστός, και έδειξες τόσο μεγάλη θερμότητα, ώστε παρόλο που σε μάλωναν, εσύ να μην σιωπάς» (Θφ). Το πλήθος αποκάλεσε αυτόν Ιησού Ναζωραίο. Εκείνος όμως τον αποκαλούσε επίμονα υιό Δαβίδ (p).

18.43 καὶ παραχρῆμα(1) ἀνέβλεψεν, καὶ ἠκολούθει αὐτῷ(2) δοξάζων(3) τὸν θεόν. καὶ πᾶς ὁ λαὸς ἰδὼν(4) ἔδωκεν αἶνον(5) τῷ θεῷ.
43 Αμέσως ο τυφλός βρήκε το φως του κι ακολουθούσε τον Ιησού δοξάζοντας το Θεό. Και όλος ο κόσμος, όταν τον είδε, δοξολογούσε το Θεό.
(1) Εκτός από τα χωρία Ματθ. κα 19,20, μόνο ο Λουκάς χρησιμοποιεί την λέξη (L).
(2) Ο Ιησούς επιτρέπει στον τυφλό τώρα να εκδηλώνει δημόσια την ευγνωμοσύνη του και στο πλήθος να εκφράζει ζωηρά τον θαυμασμό και τη χαρά του, διότι ο χρόνος των επιφυλάξεων πέρασε ήδη, και σε λίγο ο Χριστός θα αντιμετωπίσει το πάθος του (g).
(3) «Με δύο τρόπους ελευθερώθηκε από την τυφλότητα, και από τη σωματική και από αυτήν του νου και της καρδιάς· διότι δεν θα τον δόξαζε ως Θεό αν δεν έβλεπε όντως. Έγινε όμως και σε άλλους αφορμή για να δοξάζουν» (Κ). Το «δοξάζω» αναφέρεται μάλλον στη δύναμη του Θεού, ενώ ο «αίνος» στην αγαθότητά του (Λουκ. β 20) (g). Ο Χριστός είχε καταστήσει έργο του το να δοξάζεται ο Πατέρας του. Και εκείνοι τους οποίους θεράπευσε, τον ευχαριστούσαν υπερβολικά, όταν δοξολογούσαν το Θεό. Όπως και εκείνοι, οι οποίοι δοξολογούν το Χριστό, αρέσουν εξαιρετικά στο Θεό και αποδίδουν με την δοξολογία τους στο Χριστό τιμή και στον ίδιο το Θεό.
(4) Βλέποντας το θαύμα που επιτέλεσε ο Ιησούς, όπως και την άγια χαρά του άνδρα, στον οποίο δόθηκε πίσω η όραση (b).
(5) Ποιητική λέξη σπάνια στους Ο΄, ενώ στην Κ.Δ. μόνο εδώ και στο Ματθ. κα 16 σε παράθεση από το Ψαλμ. η 2 (p). Πρέπει να δοξολογούμε το Θεό όχι μόνο για τα ελέη του προς εμάς αλλά και για τα ελέη του προς τους άλλους.

Εύρεση

Δημοφιλή Θέματα (Α-Ω)

αγάπη (494) Αγάπη Θεού (170) αγάπη σε Θεό (122) αγάπη σε Χριστό (112) άγγελοι (32) Αγγλικανισμός (1) Αγία Γραφή (88) Αγιασμός (5) Άγιο Πνεύμα (56) άγιοι (121) άγιος (163) αγνότητα (22) άγχος (34) αγώνας (99) αγώνας πνευματικός (156) Αθανασία (1) Αθανάσιος ο Μέγας (2) αθεΐα (124) αιρέσεις (239) ακτημοσὐνη (14) αλήθεια (78) αμαρτία (211) Αμβρόσιος άγιος (3) άμφια (1) Αμφιλόχιος της Πάτμου (1) Ανάληψη Χριστού (3) Ανάσταση (110) ανασταση νεκρών (19) ανθρώπινες σχέσεις (252) άνθρωπος (106) αντίχριστος (9) αξιώματα (14) απἀθεια (2) απιστία (16) απλότητα (3) αποκάλυψη (6) απόκρυφα (16) Απολογητικά Θέματα (1) αρετή (158) Αρσένιος Όσιος (2) ασθένεια (73) άσκηση (29) αστρολογία (2) Αυγουστίνος άγιος (1) αυταπάρνηση (7) αυτογνωσία (111) αυτοθυσἰα (18) αυτοκτονία (5) Β Παρουσία (10) Β' Παρουσία (11) βάπτιση (12) βάπτισμα (22) Βαρβάρα αγία (1) Βαρσανουφίου Οσίου (30) Βασίλειος ο Μέγας (25) Βελιμίροβιτς Νικόλαος Άγιος (1) βία (4) βιβλίο (28) βιοηθική (10) Βουδδισμός (5) γάμος (110) Γένεση (4) Γεροντικόν (187) γηρατειά (10) γιόγκα (2) γλώσσα (61) γνώση (14) γονείς (121) Γρηγόριος ο Θεολόγος (12) Γρηγόριος ο Παλαμάς όσιος (6) γυναίκα (28) δάκρυα (30) δάσκαλος (22) Δεύτερη Παρουσία (12) Δημιουργία (58) διάβολος (157) Διάδοχος Φωτικής όσιος (13) διάκριση (126) διάλογος (5) δικαιο (3) δικαιοσύνη (21) Διονύσιος Αρεοπαγίτης Άγιος (1) Δογματικα Θέματα (98) Δογματική Τρεμπέλα (1) δύναμη (38) Δωρόθεος αββάς (6) εγκράτεια (3) εγωισμός (221) εικόνες (20) Ειρηναίος Λουγδούνου άγιος (3) ειρήνη (31) εκκλησία (157) Εκκλησιαστική Ιστορία (24) Εκκλησιαστική περιουσία (2) έκτρωση (4) έλεγχος (9) ελεημοσύνη (70) ελευθερία (38) Ελλάδα (18) ελπίδα (34) εμπιστοσὐνη (29) Εξαήμερος (2) εξέλιξης θεωρία (16) Εξομολόγηση (125) εξωγήινοι (2) εξωσωματική γονιμοποίηση (5) επάγγελμα (15) επιμονἠ (27) επιστήμη (103) εργασία (65) Ερμηνεία Αγίας Γραφής (58) έρωτας (12) έρωτας θείος (4) Ευαγγέλια (79) Ευαγγέλιο Ιωάννη Ερμηνεία (33) ευγένεια (11) ευγνωμοσὐνη (16) ευσπλαχνία (25) ευτυχία (57) ευχαριστία (19) Εφραίμ ο Σύρος όσιος (1) εχεμύθεια (1) ζήλεια (11) ζώα (31) ζωή (2) ηθική (12) ησυχία (24) θάνατος (194) θάρρος (62) θαύμα (159) θέατρο (1) Θεία Κοινωνία (132) Θεία Λειτουργία (99) θεία Πρόνοια (7) θἐλημα (23) θέληση (18) Θεόδωρος Στουδίτης όσιος (36) θεολογία (27) Θεός (146) Θεοφάνεια (5) θλίψεις (227) θρησκείες (39) θυμός (87) Ιάκωβος Τσαλίκης Όσιος (6) ιατρική (11) Ιγνάτιος Θεοφόρος (9) ιεραποστολή (45) ιερέας (150) ιερωσύνη (9) Ινδουισμός (12) Ιουδαίοι (1) Ιουστίνος άγιος (2) Ιουστίνος Πόποβιτς Άγιος (1) Ισαάκ ο Σύρος (2) Ισίδωρος Πηλουσιώτης όσιος (34) Ισλάμ (11) Ιστορία Ελληνική (8) Ιστορία Παγκόσμια (14) Ιστορικότης Χριστού (1) Ιωάννης Θεολόγος (1) Ιωάννης Κροστάνδης (143) Ιωάννης Χρυσόστομος (204) Καινή Διαθήκη Ερμηνεία (23) Καινή Διαθήκη κριτικό κείμενο NestleAland (5) Κανόνες Εκκλησίας (3) καρδιά (51) Κασσιανός Όσιος (4) κατάκριση (100) καταναλωτισμός (8) Κατηχητικό (3) καύση νεκρών (1) κενοδοξία (5) κήρυγμα (47) Κλίμακα (4) κλοπή (5) Κοίμησις Θεοτόκου (14) κοινωνία (158) κόλαση (28) Κουάκεροι (1) ΚράτοςΕκκλησία (1) Κρίσις Μέλλουσα (17) Κύριλλος Άγιος (1) Λατρεία Θεία (69) λείψανα (7) λογισμοί (66) λύπη (21) μαγεία (12) Μάξιμος Ομολογητής (1) μάρτυρες (20) μεγαλοσὐνη (6) Μεθοδιστές (1) μελέτη (41) μετά θάνατον (29) μετά θάνατον ζωή (49) Μεταμόρφωση (3) Μεταμόρφωσις (4) μετάνοια (200) Μετενσάρκωση (3) μητέρα (44) μίσος (6) ΜΜΕ (2) μνημόσυνα (6) μοναξιά (17) μοναχισμός (84) Μορμόνοι (1) μόρφωση (20) μουσική (4) Ναός (13) ναρκωτικά (3) Νεκτάριος άγιος (6) νέοι (20) νεοπαγανισμός (5) νηστεία (44) Νικόλαος Άγιος (3) νους (23) οικονομία (2) Οικουμενισμός (3) ομολογία (1) ομορφιά (15) ομοφυλοφιλία (1) όνειρα (30) οραμα (12) οράματα (14) Ορθοδοξία (174) όρκος (1) πάθη (195) πάθος (20) παιδεία (23) παιδιά (113) Παΐσιος Όσιος (215) Παλαιά Διαθήκη (4) Παλαιά Διαθήκη Ερμηνεία (9) παλαιοημερολογίτες (12) Παναγία (187) Παπαδόπουλος Στυλιανός (3) παράδειγμα (33) Παράδεισος (81) Παράδοση Ιερά (6) Πάσχα (17) πατρίδα (9) Πατρολογία (8) Παύλος Απόστολος (3) πειρασμοί (11) Πεντηκοστή (9) Πέτρος Απόστολος (1) πίστη (411) πλησἰον (24) πλούτος (49) Πνευματικές Νουθεσίες (85) πνευματική ζωή (202) πνευματικός πατέρας (83) πνευματισμός (9) ποίηση (15) πόλεμος (25) πολιτική (24) πολιτισμός (7) Πόποβιτς Ιουστίνος άγιος (8) Πορφύριος Όσιος (167) προθυμἰα (7) Πρόνοια (5) Πρόνοια Θεία (76) προορισμός (9) προσευχή (438) προσοχή (25) προσπἀθεια (74) προτεσταντισμός (26) προφητείες (11) ραθυμία (12) Ρωμαιοκαθολικισμός (33) Σαρακοστή (8) σεβασμός (15) Σεραφείμ του Σαρώφ Όσιος (3) σοφία (33) Σπυρίδων Άγιος (1) Σταυρός (57) Σταυροφορίες (4) Σταύρωση (36) συγχώρηση (48) συμπὀνια (11) συνείδηση (13) σχίσμα (31) σώμα (23) Σωφρόνιος του Έσσεξ (25) τάματα (2) ταπεινοφροσύνη (194) ταπείνωση (52) Τέλος Κόσμου (3) Τεσσαρακοστή Μεγάλη (2) τέχνη (1) τιμωρία (2) Τριάδα Αγία (22) τύχη (2) υγεία (7) υλικά αγαθά (31) υπακοή (73) υπαρξιακά (72) υπερηφἀνεια (36) υποκρισία (11) υπομονή (149) φανατισμός (5) φαντασία (3) φαντάσματα (2) φιλαργυρἰα (6) φιλαυτἰα (8) φιλία (25) φιλοσοφία (22) Φλωρόφσκυ Γεώργιος (3) φόβος (42) φὀβος Θεοὐ (4) φως (22) χαρά (79) χάρις θεία (56) χαρίσματα (23) Χειρόγραφα Καινής Διαθήκης (1) Χριστιανισμός (15) χριστιανός (68) Χριστός (114) Χριστούγεννα (54) χρόνος (33) ψεύδος (21) ψυχαγωγία (9) ψυχή (171) ψυχολογία (23)