ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΘΕΙΑΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ με σχόλια Αγίων

Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

ΜΕ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΣΤΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ & ΣΧΟΛΙΑ

(επιμέλεια αρχιμ. Νικόλαος Πουλάδας)

1) Τα νούμερα παραπέμπουν στο τέλος σε σύντομο σχολιασμό της Λειτουργίας από τον αείμνηστο καθηγητή Λειτουργιολόγο Π.Ν. Τρεμπέλα

2) Με ΜΠΛΕχρώμα η μετάφραση. Με ΠΡΑΣΙΝΟχρώμα ο σχολιασμός από Πατέρες κλπ. κάποιων σημείων.

3) Στο τέλος παρατίθεται σχεδιάγραμμα της ιστορικής εξέλιξης της Θ. Λειτουργίας ανά τους αιώνες

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

ΣΤΗΡΙΞΤΕ ΤΟ ΣΥΣΣΙΤΙΟ ΤΟΥ ΝΑΟΥ!

ΣΤΗΡΙΞΤΕ ΤΟ ΣΥΣΣΙΤΙΟ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΜΑΣ!  ΘΥΜΗΘΕΙΤΕ ΤΟΥΣ ΠΤΩΧΟΥΣ…

¨Ρίχνοντας¨ τ’ όποιο χρηματικό ποσό στο Κυτίο στην είσοδο του Ναού… ή/και…
¨Δίνοντάς¨ το, στους υπευθύνους(1) του ΕΦΤ(Ενορ.Φιλόπτ.Ταμείο)
Προσκομίζοντας ΤΡΟΦΙΜΑ στο Συσσίτιο(3) (ή στο Ναό) προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για την παρασκευή του (ή να διανεμηθούν [σε περίπτωση δυνατότητας] σε όσους τα χρειάζονται)… ή/και…
Αγοράζοντας από καταστήματα τροφίμων ΔΩΡΟΕΠΙΤΑΓΕΣ και προσφέροντας τες στο ΕΦΤ, προκειμένου να δοθούν σ’ όσους τις έχουν ανάγκη… ή/και…
Αναθέτοντας τήν αγορά των ΥΛΙΚΩΝ για το συσσίτιο, στους υπευθύνους(2) του … ή/και…
Αναλαμβάνοντας τα έξοδα (όλου ή μέρους) συγκεκριμένου γεύματος (Όσπρια >200 ευρώ, Μακαρόνια κιμά >230, Κοτόπουλο >330), «Υπέρ Αναπαύσεως» αγαπημένου σας προσώπου, σε συνεννόηση με τους υπευθύνους του (2)… ή/και…
Συμμετέχοντας στους κατά καιρούς περιφερόμενους Δίσκους του Ναού...ή/και
Καταθέτοντας στον Τραπεζικό Λογαριασμό του ΕΦΤ:
Τράπεζα Πειραιώς IBANGR 66 0172 0380 0050 3807 5349 683
και επικοινωνώντας έγκαιρα μαζί μας για την έκδοση της νόμιμης απόδειξης.
(1)Υπεύθυνος ΕΦΤ:π.Ιωάννης (τηλ. Ναού 210 9335 460)
(2)Συσσίτιο:κα Μαντώ (τηλ. Συσσιτίου 210 93 50 151,Τρίτη και Πέμπτη πρωί:8.00 με 12.00)
(3)Θέση Συσσιτίου: Θεόγνιδος 10, στο ημιυπόγειο της πολυκατοικίας, πίσω από το Ιερό τού Ναού).

Κείμενα (blog) - Ιερός Ναός Αγίου Σώστη Νέας Σμύρνης

Αν Το Έμβρυο Είχε Επιλογή;
Στο κρεβάτι της ΜΕΘ εδώ και λίγες μέρες νοσηλεύεται ένας ασθενής με βαριά λοίμωξη του αναπνευστικού, που χρειάστηκε σε κάποια φάση της να αντιμετωπιστεί με διασωλήνωση και μηχανικό αερισμό του πάσχοντα. Ο ασθενής, γύρω στα σαράντα με ιστορικό μεσογειακής αναιμίας, που χρειάζεται κάθε περίπου τριάντα ημέρες μετάγγιση αίματος.

Η μεσογειακή αναιμία είναι μια γενετική νόσος, που οφείλεται στην αδυναμία παραγωγής αλυσίδων β, απαραίτητων για την κατασκευή της αιμοσφαιρίνης που μεταφέρει το οξυγόνο στον οργανισμό, λόγω ελαττωματικών γονιδίων κληρονομημένων και από τους δύο γονείς.
Τα παιδιά που γεννιούνται με τη νόσο αυτή χρειάζεται, αφού δεν μπορούν τα ίδια να παράγουν φυσιολογική αιμοσφαιρίνη, να την παίρνουν μέσω μεταγγίσεων ανάλογα με τη βαρύτητα του προβλήματος περίπου κάθε μήνα. Και όχι μόνο αυτό, αλλά επειδή με τις μεταγγίσεις αυξάνεται ο σίδηρος του οργανισμού και κινδυνεύει να καταστρέψει τα διάφορα όργανα εναποτιθέμενος σε αυτά, σε καθημερινή βάση σχεδόν, πρέπει να γίνεται η λεγόμενη αποσιδήρωση μέσω υποδόριας έγχυσης κάποιας σιδηροδεσμευτικής ουσίας. Αν όλα γίνουν σωστά, τα παιδιά αυτά έχουν ένα φυσιολογικό προσδόκιμο επιβίωσης, αν και είναι πιο ευαίσθητα σε λοιμώξεις και άλλες εξωτερικές επιδράσεις.
Ο συγκεκριμένος λοιπόν ασθενής, στο πλαίσιο αυτής της ευαισθησίας του οργανισμού του, προσβλήθηκε από κάποιον ιό και χρειάστηκε η νοσηλεία του στη ΜΕΘ για να τον ξεπεράσει. Ήταν όμως ήδη πολύ καλά και ετοιμαζόταν η έξοδός του, που σε λίγες ημέρες θα τον οδηγούσε και πάλι πίσω στις επαγγελματικές του δραστηριότητες. Εκείνο που έκανε ιδιαίτερη εντύπωση σε όλο το προσωπικό της ΜΕΘ ήταν το πόσο συνειδητά συνεργάστικε κατά τη διάρκεια δύσκολων φάσεων της νοσηλείας του και πόσο πολύ πάλεψε για την αποκατάσταση της υγείας του και τη ζωή του.
Τέτοια ήταν η εντύπωση που είχε προκληθεί, ώστε ο ιατρός της ΜΕΘ και με το θάρρος του κοινού αγώνα που τόσες μέρες έδιναν, τον ρώτησε: «Δε σου πέρασε από το μυαλό να εγκαταλείψεις τον αγώνα; Δεν κουράστηκες τόσα χρόνια με τον τρόπο που ζεις και τους περιορισμούς της ασθένειάς σου;». Η απάντηση ήρθε άμεση και χωρίς δεύτερη σκέψη, έτσι ώστε φάνηκε ότι δεν ήταν παρόρμηση της στιγμής αλλά ώριμη σκέψη ετών:
«Ούτε μια στιγμή δε σκέφτηκα ότι θα ήταν προτιμότερο να πεθάνω. Και ξέρεις γιατί; Γιατί είμαι ευτυχισμένος που ζω. Και θεωρώ ότι το πρόβλημα της υγείας μου έχει συμβάλει στο να ωριμάσω νωρίτερα και να δω τη ζωή με πιο ουσιαστική ματιά. Από μικρός έμαθα να εκτιμώ την αξία της ζωής, βίωσα έμπρακτα την αγάπη και τη στοργή της οικογένειάς μου, έβαλα στόχους στη ζωή που δεν αφορούσαν το άτομό μου αλλά το κοινωνικό σύνολο.

Η ασθένειά μου με έκανε να δω με θετική ματιά τον κόσμο και να θελήσω να συμβάλω κι εγώ στο να γίνει καλύτερος, θέλησα να γίνω δάσκαλος για να βοηθώ τα παιδιά στη ζωή τους. Έμαθα όντας ‘διαφορετικός' να σέβομαι τη διαφορετικότητα και να αντιμετωπίζω τους άλλους όπως ήθελα να με αντιμετωπίζουν κι εκείνοι. Θα σου φανεί πολύ παράξενο, αλλά αντιμετωπίζοντας συχνά τον κίνδυνο του θανάτου, έμαθα να εκτιμώ τη ζωή. Έμαθα να ευχαριστώ τον Θεό γιατί επέτρεψε τη δοκιμασία που με έκανε καλύτερο».

Ο γιατρός απομακρύνθηκε βιαστικά για να μη δει ο ασθενής δύο δάκρυα στα μάτια του.
Αυτός είναι ένας ακόμη άνθρωπος που η φυσική επιλογή θα τον είχε οδηγήσει μετά από προγεννητικό έλεγχο στα σκουπίδια κάποιας κλινικής. Έχει συμβεί πολλές φορές καλοπροαίρετα πρόσωπα και μάλιστα σχετιζόμενα με τον Θεό να επιμένουν ότι είναι καλό να μη γεννιούνται παιδιά με προβλήματα υγείας και ότι είναι θεάρεστη κίνηση να τα απαλλάσσουμε από τον πόνο που θα τα συνοδεύει μια ολόκληρη ζωή.

Είναι η κλασική κοσμική αντίληψη ότι ο πόνος είναι κάτι κακό, η θυσία ανεπιθύμητη και πρέπει να αποφεύγεται με κάθε τρόπο. Είναι η λογική της αποφυγής του Σταυρού, που όμως, σύμφωνα με τον Κύριο, είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τη σωτηρία.

(Νικόλαος Κ. Παναγιωτόπουλος, 20 χρόνια στην Εντατική, Νέα Σμύρνη 2017, σελ. 93-95)


Λιώσαμε, ρέψαμε, μύριους θανάτους πεθάναμε˙ και αυτά είναι σε θέση να τα πουν πιο αναλυτικά εκείνοι που μεταφέρουν τα γράμματα, αν και λίγο έζησαν κοντά μας, προς τους οποίους ούτε λίγο να μιλήσουμε δεν μπορέσαμε, καταβεβλημένοι από τους συνεχείς πυρετούς, τους οποίους έχοντας νύχτα μέρα ήμουν αναγκασμένος να βαδίζω και επί πλέον να πολιορκούμαι από τη ζέστη, να λιώνω από την αγρυπνία, να χάνομαι από την έλλειψη των αναγκαίων και από εκείνους που θα με βοηθούσαν. Χειρότερα έχουμε πάθει και υποφέρουμε από αυτούς που δουλεύουν στα μεταλλεία και από αυτούς που κρατούνται στις φυλακές.
Όταν δε ύστερα από πολλά πάτησα στην Καισάρεια, ήλθα σαν από τρικυμία σε γαλήνη και σε λιμάνι. Αλλ’ ούτε αυτό το λιμάνι κατάφερε να γιατρέψη τη συμφορά˙ τόσο μεγάλο κακό πάθαμε τον περασμένο χρόνο.

Εν τούτοις, όταν ήλθα στην Καισάρεια ανακουφίσθηκα λιγάκι, γιατί ήπια νερό καθαρό, γιατί δεν έφαγα ούτε βρώμικο ούτε κατάξερο ψωμί, γιατί δεν λουζόμουν ακόμη μέσα σε σπασμένα πιθάρια αλλά βρήκα οπωσδήποτε ένα λουτρό, γιατί έχω την άδεια, για την ώρα, να ξαπλώσω σε κρεβάτι.
Μπορούσα ακόμη περισσότερα από αυτά να πω, αλλά για να μη φέρω σύγχυση σ’ αυτά που έμαθες, σταματώ εδώ τον λόγο, προσθέτοντας εκείνο, ότι δηλαδή να μη σταματήσης να ελέγχης όσους μας «αγαπούν», γιατί αν και έχουμε τόσους πιστούς φίλους, με τόσο μεγάλη δύναμη, δεν καταφέραμε αυτό που καταφέρνουν οι κατάδικοι, να μείνουμε σε πιο καλό, σε πιο κοντινό τόπο˙ έτσι, αν και το σώμα μας είναι σε απελπιστική κατάσταση και ο φόβος των Ισαύρων πολιορκεί τα πάντα, δεν καταφέραμε αυτή τη μικρή και τιποτένια χάρη.
Δόξα τω Θεώ και γι' αυτό! Διότι δεν σταματούμε να τον δοξάζουμε για όλα. Είη το όνομα αυτού ευλογημένον εις τους αιώνας!
Πολύ όμως απόρησα και με το δικό σου, γιατί τέταρτη είναι ή και πέμπτη αυτή η επιστολή που έχω στείλει στην αγάπη σου και στην κοσμιότητά σου, και δέχθηκα μία μονάχα. Αν και τούτο δεν ήταν δύσκολο, να γράφης πιο συχνά. Και αυτά δεν σου τα λέγω κατηγορώντας σε˙ γιατί η αγάπη δεν βγαίνει από την πίεση, αλλά από την διάθεση.

Πάρα πολύ όμως στεναχωρούμαι, που τόσο γρήγορα μας έβγαλες από το μυαλό σου και μας έστειλες ύστερα από τόσο καιρό ένα γράμμα.
Αν λοιπόν δεν ζητούμε τίποτε το φορτικό ή το δύσκολο, να μας δίνης αυτό που εξουσιάζεις, που είναι στο χέρι σου. Γιατί για τα άλλα δεν ενοχλούμε, για να μην κουράζεσαι μάταια και σου φανούμε φορτικοί και βαρετοί. (120η επιστολή του. Προς Θεοδώρα, Migne 52,674-675)

(αρχιμ. Χρυσοστόμου Αβαγιανού, Αyτοβιογραφικές σελίδες και απάνθισμα κειμένων, εκδ. Αποστολ. Διακονία, σελ. 103-104)


Σεμενὼφ-Τιὰν-Σάνσκυ Ἀλέξανδρος (Ἐπίσκοπος)

Πολλές ἀπό τίς θαυματουργικές θεραπεῖες τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κρονστάνδης (1829­-1908), τοῦ σύγχρονου κοσμαγάπητου ἁγίου τοῦ ρωσικοῦ βορρᾶ, ἔγιναν μέ τή θεία μετάληψη. Ἡ ἰαματική του δύναμη ἐκδηλωνόταν κυρίως τήν ὥρα τῆς μεταδόσεως τῶν ἀχράντων Μυστηρίων. Μέ τή βαθειά πίστη πού ἐνέπνεε, οἱ ἀσθενεῖς κοινωνοῦσαν πραγματικά «εἰς ἴασιν ψυχῆς τε καί σώματος». Ὁ ἱερέας Βασίλειος Σοῦστιν διηγεῖται πώς, ὅταν ἦταν πολύ νέος ἀκόμα, ὁ πατέρας του ἀρρώστησε βαριά ἀπό φυματίωση τοῦ λάρυγγα.

Ὁ καθηγητής Σιμανόφσκυ δήλωσε πώς ὁ ἀσθενής ἔχει ζωή μόνο γιά δέκα μέρες. Ὁ π. Ἰωάννης βρισκόταν τότε στήν Κρονστάνδη. Τοῦ ἔστειλαν τηλεγράφημα. Σέ πέντε μέρες ἔφτασε. -Γιατί δέν μέ πληροφορήσατε πὼς ἀρρώστησε τόσο βαριά; Θά ἔφερνα μαζί μου τή θεία Κοινωνία. Καί, γυρίζοντας στόν ἄρρωστο, ρώτησε: «Πιστεύεις πὼς μέ τή δύναμη τοῦ Χριστοῦ μπορῶ νά σέ βοηθήσω;». Ἐκεῖνος ἔγνεψε καταφατικά. Τότε ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ φύσηξε στό στόμα του τρεῖς φορές σέ σχῆμα σταυροῦ. Ὕστερα χτύπησε μέ τό χέρι τό τραπεζάκι πού εἶχε τά γιατρικά καί εἶπε: «Πετάξτε τα αὐτά. Εἶναι ἄχρηστα. Ἔλα ὅμως στήν Κρονστάνδη νά σέ κοινωνήσω τά ἄχραντα Μυστήρια. Θά σέ περιμένω…».

Ὅταν τό ἔμαθε ὁ γιατρός, εἶπε πώς ὁ ἄρρωστος θά πέθαινε στό δρόμο. Ἐκεῖνος ὅμως πῆγε τελικά στήν Κρονστάνδη, ὅπου ὁ ἅγιος τόν κοινώνησε. Παρέμεινε ἐκεῖ δυό μέρες. Ὅλες οἱ πληγές του ἔκλεισαν καί μόνο ἡ φωνή του ἦταν ἀκόμη ἀδύνατη. Ὅταν γύρισε στό σπίτι, ὁ γιατρός ἀπόρησε.

- Αὐτό, δήλωσε μπροστά σέ ὅλους, εἶναι πρωτοφανές. Εἶναι ἕνα ὁλοφάνερο θαῦμα! Ὁ «ἑτοιμοθάνατος» πατέρας ἔζησε ἀκόμα 25 χρόνια! Σέ παλιές βιογραφίες τοῦ ἁγίου ἀναφέρεται καί ἡ ἀκόλουθη περίπτωση θεραπείας μίας ἡλικιωμένης γυναίκας, μετά ἀπό τή θεία μετάληψη. «Νά κοινωνήσετε, συνιστοῦσε ὁ π. Ἰωάννης, καί ὁ Κύριος θά σᾶς κάνει καλά. -Εἶμαι πολύ ἡλικιωμένη, ἔλεγε ἡ ἄρρωστη, καί γι’ αὐτό δέν θά μπορέσω νά γιατρευτῶ. -Δέν εἶναι δική μας δουλειά νά γνωρίζουμε τούς καιρούς καί τίς προθεσμίες τοῦ Θεοῦ, ἀπάντησε ἐκεῖνος. -Κοινώνησε στό παρελθόν•, συμπλήρωσαν οἱ συγγενεῖς της.

- Οἱ πρῶτοι χριστιανοί, δήλωσε τότε ὁ ἅγιος, κοινωνοῦσαν καθημερινά, κι ἐσεῖς δέν θέλετε νά τήν κοινωνήσετε τώρα, ποὺ ἔχει τόση ἀνάγκη; Τελικά ἡ ἄρρωστη κοινώνησε καί πολύ σύντομα γιατρεύτηκε». Χαρακτηριστική εἶναι καί ἡ θαυμαστή θεραπεία τῆς πριγκίπισσας Ζ.Ν. Γιουσούποβα, πού ἔπαθε μόλυνση τοῦ αἵματος ὕστερα ἀπό ἕνα πρόωρο τοκετό. Τήν ἐπισκέφθηκε ὁ ἅγιος, ὅπως διηγεῖται ἡ ἴδια, κάθησε στό κρεβάτι της καί τῆς εἶπε: «Ἄν θά ζήσετε ἤ ὄχι, εἶναι ὑπόθεση τοῦ Θεοῦ. Ἐσεῖς ὅμως πρέπει νά προετοιμασθεῖτε γιά μία νέα ζωή μέ τή μετάληψη τῶν ἀχράντων Μυστηρίων. -Ἐγώ, πάτερ, ἑτοιμάζομαι γιά νά κοινωνήσω πρίν τό Πάσχα. -Ἄν καί τό Πάσχα εἶναι κοντά, ἐπέμεινε τότε ἐκεῖνος, δέν πρέπει νά ἀναβάλετε. Εἶμαι ἕτοιμος νά φέρω ἀμέσως τά τίμια Δῶρα. Στήν ἐπιμονή τοῦ δέχτηκε, κι ἀφοῦ κοινώνησε μέ συναίσθηση καί χαρά, κοιμήθηκε γιά ἕξι ὧρες. Ὅταν ξύπνησε, ἦταν ἐντελῶς ὑγιής!».

Ὁ καθηγητής Μπότκιν, πού τήν παρακολουθοῦσε, βλέποντας τέτοια ἀλλαγή, ἔμεινε γιά πολλή ὥρα σιωπηλός. Δύο δάκρυα κύλησαν στό πρόσωπό του. Ὕστερα ψιθύρισε σκεφτικός: -Δέν κατορθώσαμε ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι τή θεραπεία αὐτή.

Ὁ ἴδιος ὁ ἅγιος διηγεῖται καί τά ἀκόλουθα παρόμοια γεγονότα: «Ἕνας ἄρρωστος ἔπασχε ἀπό θανάσιμο ἕλκος στομάχου. Ὑπέφερε γιά ἐννιά μέρες, χωρίς τήν παραμικρή ἀνακούφιση ἀπό τούς γιατρούς. Προσευχήθηκα θερμά γι’ αὐτόν λέγοντας: Κύριε, εἶσαι ἡ ζωή μας! Ὅσο εὔκολα μπορῶ ἐγώ νά σκεφτῶ τή θεραπεία, τόσο εὔκολα μπορεῖς Ἐσύ νά τή χαρίσεις. Γιάτρεψε λοιπόν τό δοῦλο σου Βασίλειο ἀπό τή φοβερή του πάθηση. Ὕστερα τόν κοινώνησα, ἀλλά κι ἐκεῖνος δέχτηκε τή θεία Μετάληψη μέ σταθερή πίστη. Τό ἀπόγευμα τῆς ἴδιας ἡμέρας ἔγινε καλά, καί τό βράδυ σηκώθηκε ἀπό τό κρεβάτι. Ὁ Δεσπότης Χριστός τόν εἶχε ἐλεήσει καί τοῦ εἶχε χαρίσει τήν ὑγεία…

Ἐκπλήσσομαι μέ τή ζωογόνο δύναμη τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων!». -Μία γριούλα πάλι εἶχε αἱμοπτύσεις. Ἦταν πολύ ἀδύνατη καί δέν ἔτρωγε σχεδόν τίποτα. Μόλις ὅμως τήν κοινώνησα, ἄρχισε νά συνέρχεται. -Κάποια κοπέλα εἶχε φτάσει στά πρόθυρα τοῦ θανάτου. Τή θεράπευσε κι αὐτὴ ἡ θεία Μετάληψη. Δόξα στά ζωοποιά Σου Μυστήρια, Κύριε! Δέν παραλείπει, τέλος, ὁ ζηλωτής τῶν ἀχράντων Μυστηρίων νά διακηρύσσει τή θαυματουργική τους δύναμη μέ τήν ἀκόλουθη προτροπή: «Νά προσκαλεῖτε στό σπίτι σας τόν ἱερέα μέ τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Νά πιστεύετε, ὅπως πίστευε ὁ Ἰάειρος, ὅτι θά ἐκπληρωθοῦν οἱ ἐπιθυμίες σας.

Στήν ἱερατική μου διακονία ἔχω πολλά παραδείγματα ἀσθενῶν, πού σύντομα ἔγιναν καλά μέ τή βαθειά πίστη, τή μετάνοια καί τή θεία Κοινωνία».

ΠΗΓΗ www.agiazoni.gr

Γεωργίου Μαντζαρίδη, ομοτίμου καθηγητή Θεολογικής Σχολής Αριστοτελείου Πανεπ. Θεσσαλονικης.

«Απροϋπόθετη ενανθρώπηση»
Ορισμένοι δυτικοί θεολόγοι του Μεσαίωνα, αλλά και νεότεροι ορθόδοξοι θεολόγοι, επικαλούμενοι κυρίως τον Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, υποστήριξαν ότι η ενανθρώπηση του Λόγου του Θεού ανήκει στο αρχικό σχέδιο της δημιουργίας και είναι ανεξάρτητη από την πτώση του ανθρώπου.

Ισχυρίσθηκαν δηλαδή ότι ο Λόγος του θεού θα γινόταν άνθρωπος, ακόμα και αν ο άνθρωπος δεν αμάρτανε και δεν είχε ανάγκη σωτηρίας (απροϋπόθετη ενανθρώπιση).

Η άποψη όμως αυτή, που δεν συμφωνεί με την παράδοση της Εκκλησίας, ούτε με τον ίδιο τον Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, ενέχει σοβαρές θεολογικές συνέπειες. Έτσι μπορεί η δημιουργία του ανθρώπου να εκληφθεί ως προκαταρκτικό έργο για την ενανθρώπηση του Θεού, και η ενανθρώπηση του Θεού ως το τελικό στάδιο κάποιας θεογονικής εξελίξεως (53).

Ο σκοπός της θείας ενανθρωπήσεως δεν είναι άλλος, παρά η σωτηρία και ανακαίνιση του ανθρώπου. Αν δεν υπήρχε ανάγκη να σωθεί ο άνθρωπος, δεν θα γινόταν ο Θεός άνθρωπος. Προηγείται η ανάγκη της σωτηρίας του ανθρώπου και έπεται η οικονομία της θείας ενανθρωπήσεως (54). Ή όπως επιγραμματικά σημειώνει ο ιερός Χρυσόστομος, δεν υπάρχει «άλλη τις αιτία της οικονομίας», παρά μόνο η σωτηρία του ανθρώπου (55).

Aν παραμέναμε αυτό που ήμασταν και τηρούσαμε την εντολή, παρατηρεί ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, θα γινόμασταν αυτό που δεν ήμασταν, δηλαδή αθάνατοι, και θα πλησιάζαμε τον Θεό. Επειδή όμως με τον φθόνο του διαβόλου εισήλθε στον κόσμο ο θάνατος και παρέσυρε τον άνθρωπο, έγινε ο Θεός άνθρωπος και πάσχει μαζί μας και πτωχεύει με τη σάρκωσή του, για να πλουταίνουμε εμείς με τη δική του πτωχεία (56). Αν δεν είχε προηγηθεί δηλαδή η πτώση του ανθρώπου, δεν θα υπήρχε λόγος να πραγματοποιηθεί η ενανθρώπηση του Θεού και στη συνέχεια η σταύρωσή του.
Ο σκοπός της ενανθρωπήσεως
Με τη θεωρία της απροϋπόθετης ενανθρωπήσεως κινδυνεύει να εκληφθεί το μυστήριο της θείας οικονομίας ως προσποιητή διαδικασία. ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο, για να τελειωθεί «καθ’ ομοίωσίν» του. Παράλληλα προνόησε, ώστε και μετά την παράβαση της εντολής, στην οποία θα προέβαινε ο άνθρωπος, να μη ματαιωθεί ο σκοπός της δημιουργίας, αλλά να καταστεί δυνατή η πραγμάτωσή του με την ενανθρώπηση. Αυτό δηλαδή που δεν κατόρθωσε ο άνθρωπος, επειδή απατήθηκε από τον διάβολο και αθέτησε την εντολή, το προσφέρει ο Θεός με την ενανθρώπησή του. Ο σκοπός της θείας ενανθρωπήσεως δεν βρίσκεται στον Χριστό αλλά στον άνθρωπο. Και γίνεται ο Θεός άνθρωπος, επειδή εξαρχής ο σκοπός της δημιουργίας του ανθρώπου ήταν να ομοιάσει προς τον Θεό.
Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής γράφει ότι η ενανθρώπηση του Χριστού είναι το «προεπινοούμενον τέλος, ου ένεκα μεν πάντα, αυτό δε ουδενός ένεκα» (57) . Kάτι παρόμοιο παρατηρεί και ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς (58) , όπως και άλλοι Πατέρες της Εκκλησίας. Αυτά όμως λέγονται με το δεδομένο της πτώσεως του ανθρώπου, που προγνώριζε ο Θεός. Και με το δεδομένο αυτό τα πάντα κορυφώνονται στην ενανθρώπηση του Θεού, που συμπίπτει με τη θέωση του ανθρώπου.
Η πατερική μεθοδολογία
Οι Πατέρες της Εκκλησίας θεολογούν στηριζόμενοι στα γεγονότα της θείας οικονομίας και της ανθρώπινης ιστορίας. Δεν πιθανολογούν για υποθετικές περιπτώσεις, όπως έκαναν αργότερα οι σχολαστικοί. Και μέσα στο πλαίσιο της θείας οικονομίας η ενανθρώπηση του Θεού αποτελεί ασφαλώς τον ύψιστο και τελικό σκοπό. Όταν όμως σε άλλες περιπτώσεις οι ίδιοι οι Πατέρες αναφέρονται στην αιτία της θείας ενανθρωπήσεως, την συνδέουν αμέσως με την σωτηρία του εκπεσόντος ανθρώπου(59) .

Και ο ίδιος ο άγιος Μάξιμος στη συνέχεια του κειμένου που παραθέσαμε σημειώνει ότι το έργο που «προεπενοήθη» και πραγματοποιήθηκε με την έλευση του Χριστού αποτελεί εκπλήρωση της προγνώσεως του Θεού (60). Ο άχρονος Θεός κρίνει με την πρόγνωση, χωρίς να χρειάζεται να αναμείνει την έκβαση των πραγμάτων. Προγνωρίζει τα πάντα, αλλά δεν προκαθορίζει τα πάντα (61). Άλλωστε και σε άλλα κείμενά του ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής αναφέρει σαφώς ως προϋπόθεση της ενανθρωπήσεως την πτώση του ανθρώπου και την ανάγκη σωτηρίας της φύσεώς του (62).

Χαρακτηριστικός μάλιστα είναι και ο τρόπος με τον οποίο απαντά ο άγιος Μάξιμος στο ερώτημα μοναχού σχετικά με τον σκοπό της θείας ενανθρωπήσεως. Απορώ, λέει, πως με ρωτάς για το θέμα αυτό, ενώ καθημερινά ακούς το Σύμβολο της πίστεως, όπου υπάρχει η απάντηση(63) . Τέλος πρέπει να σημειωθεί ότι η θεωρία της απροϋπόθετης ενανθρωπήσεως ακυρώνει το περιεχόμενο του ονόματος «Ιησούς-Σωτήρ»(64) , που έλαβε ο Λόγος του Θεού κατά την ενανθρώπησή του.

(53)  «Η σάρκωσις του Θεού Λόγου δεν δύναται να είναι το τελικόν στάδιον Θεογονικής πορείας, τουτέστι τελείωσις εξελίξεως εν τη Ιδία τη Θεότητι, και άρα αναγκαία δια τον Ίδιον τον Θεόν προς ολοκλήρωσιν του Είναι Αυτού». Αρχιμ. Σωφρονίου, Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, σ. 202. Πρβλ. και Περί προσευχής, σ. 138.
(54)  «Προηγείται γαρ του γενέσθαι αυτόν άνθρωπον η των ανθρώπων χρεία, ης άνευ ουκ αν ενεδύσατο σάρκα». Μ. Αθανασίου, Κατά Αρειανών 2,54, PG 26, 261B.
(55)  Βλ. Ιω. Χρυσοστόμου, Ομιλία εις Γένεσιν 3,3, PG 53,36.
(56)  Βλ. Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος 44,4, PG36,612B. Πρβλ. και Γρηγορίου Νύσσης, Κατά Ευνομίου 3, PG 45,584AB. «Της γαρ οδού της πρώτης καταφθαρείσης, έδει πάλιν εγκαινισθήναι τοις πλανωμένοις οδόν πρόσφατόν τε και ζώσαν, αυτόν εμέ, ος ειμι οδός».
(57)  Μαξίμου Ομολογητού, Προς Θαλάσσιον 60,PG 90,621A.
(58)  «Και η απ’ αρχής γαρ καταβολή του κόσμου προς τούτον έβλεπε, τον κάτω μεν ως Υιόν ανθρώπου βαπτιζόμενον, άνωθεν δε Υιόν αγαπητόν μόνον μαρτυρούμενον Θεού, δι’ον τα πάντα και δι’ου τα πάντα καθάπερ ο Απόστολος φησιν. Ουκούν και η απ’αρχής παραγωγή του ανθρώπου δι’ αυτόν, κατ’ εικόνα πλασθέντος του Θεού, ίνα δυνηθή ποτε χωρήσαι το αρχέτυπον… προς τούτο τείνειν απ’ αρχής το τέλος, την θεανδρικήν οικονομίαν λέγω, ή και απ’αρχής άχρι τέλους διηκόνησαν». Γρηγορίου Παλαμά, Ομιλία 60,12, έκδ. Σ. Οικονόμου, σ. 259.
(59)  «Μάνθανε, ότι δια τούτο Θεός εν σαρκί, επειδή έδει την καταρασθείσαν σάρκα ταύτην αγιασθήναι, την ασθενήσασαν ενδυναμωθήναι, την αλλοτριωθείσαν Θεού, ταύτην οικειωθήναι αυτώ, την εκπεσούσαν του παραδείσου ταύτην εις ουρανούς αναχθήναι». Μ. Βασιλείου, Εις την αγίαν του Χριστού γέννησιν 3,PG 31,1464A. Πρβλ. και Γρηγορίου Παλαμά, Ομιλία 21,PG 151,277ΑΒ: «Ο γέγονε, δι’ ημάς γέγονεν ο Κύριος… και ον έζησε βίον, δι’ ημάς έζησε… και άπερ έπαθε τη σαρκί, δι’ ημάς έπαθε, τα ημών εξιώμενος πάθη».
(60)  «Ένωσις γαρ προεπενοήθη των αιώνων… ήτις εν Χριστώ επ’ εσχάτων των χρόνων φανερωθέντι γέγονε· πλήρωσιν δούσα τη προγνώσει του Θεού δι’ εαυτής». Μαξίμου Ομολογητού, Προς Θαλάσσιον 60,PG90,621BC.
(61)  «Χρή γινώσκειν, ως πάντα μεν προγινώσκει ο Θεός, ου πάντα δε προορίζει». Ιω. Δαμασκηνού, Έκδοσις ακριβής της ορθοδόξου πίστεως 2,30 (44), PG 94,969D-72A.
(62)  Βλ. Μαξίμου Ομολογητού, Προς Θαλάσσιον 63, PG 90,692B. Περί αποριών, PG 91,1040B, 1097CD και 1304D-1308C.
(63)  «Αδελφός ηρώτησε γέροντα λέγων· παρακαλώ σε, πάτερ, ειπείν μοι, τις ο σκοπός της του Κυρίου ενανθρωπήσεως. Και ο γέρων αποκριθείς είπε· θαυμάζω σε, αδελφέ, ότι καθ’ ημέραν του συμβόλου ακούων της πίστεως, περί τούτου με ερωτάς. Πλήν λέγω σοι, ότι ο σκοπός της του Κυρίου ενανθρωπήσεως, η ημετέρα ην σωτηρία. Και ο Αδελφός είπε· πως λέγεις, Πάτερ; Και απεκρίθη ο γέρων· επειδή γαρ ο άνθρωπος απ’ αρχής γεγονώς υπό του Θεού, και εν τω παραδείσω τεθείς, την εντολήν παραβάς, τη φθορά και τω θανάτω υπέπεσεν· είτα τη ποικίλη του Θεού προνοία κατά
πάσαν γενεάν και γενεάν κυβερνώμενος, επέμενεν επί το χείρον προκόπτων, υπό των ποικίλων της σαρκός παθημάτων αγόμενος τω απελπισμώ της ζωής· τούτου χάριν ο μονογενής του Θεού Υιός, ο προαιώνιος Λόγος ο εκ Θεού Πατρός, η πηγή της ζωής και της αθανασίας, επέφανεν ημίν τοις εν σκότει και σκιά θανάτου καθημένοις». Μαξίμου Ομολογητού, Λόγος ασκητικού, PG 90,912AB.
(64) «Και καλέσεις το όνομα αυτού Ιησούν· αυτός γαρ σώσει τον λαόν αυτού από των αμαρτιών αυτού». Ματθ. 1,21. Βλ. Αρχιμ. Σωφρονίου, Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, σ. 201-2.

(Χριστιανική Ηθική, τόμος 2, εκδ. Πουρναρα, σελ. 54-58)

Διάφορες απόπειρες έγιναν, για να ταυτιστεί ο αστέρας της αφήγησης με κάποιο εξαιρετικό ουράνιο φαινόμενο και να καθοριστεί η σύμπτωσή του με αστρονομικό υπολογισμό.

Η πιο περίφημη από αυτές είναι αυτή του Κέπλερ (1605), ο οποίος νόμισε, ότι επρόκειτο για πάρα πολύ κοντινή σύνοδο των πλανητών Δία και Κρόνου και τους αστερισμού των Ιχθύων –μιας συνόδου σπανιότατης, που σημειώνεται ανά 800 έτη.

Αλλά το αστέρι του χωρίου μας αναφέρεται αναμφίβολα σε ένα ιδιαίτερο αστέρι, το οποίο δεν σημείωσε κάποια καταπληκτική εμφάνιση στη φύση. Πράγματι, η άγνοια, την οποία εκδηλώνουν ο Ηρώδης και οι Ιεροσολυμίτες ως προς τη φύση του αστεριού μάλλον υποδηλώνει, ότι η εμφάνισή του δεν προκάλεσε την προσοχή κάποιου άλλου παρά μόνο των αστρολόγων (W.F. Slater).
Ως προς τη φύση του αστεριού διατυπώθηκαν διάφορες γνώμες.

Ο Χρυσόστομος, ο Ευθύμιος Ζιγαβηνός και ο Διόδωρος ο Ταρσού θεώρησαν ότι «δεν ήταν ένα από τα πολλά αυτό το αστέρι, ή μάλλον δεν ήταν καν αστέρι, αλλά μία αόρατη δύναμη που μετασχηματίστηκε σε αυτήν τη μορφή» (Χρυσόστομος).

Ο Ωριγένης «το αστέρι που φάνηκε στην ανατολή, νομίζουμε ότι είναι καινούργιο και δεν είναι παραπλήσιο με κανένα από τα συνηθισμένα, ούτε με αυτά που είναι στην απλανή περιοχή (που δεν μετακινούνται), ούτε με όσα είναι στις κατώτερες σφαίρες, αλλά έγινε στο είδος τέτοιο, όπως κατά καιρούς γίνονται οι κομήτες ή δοκίδες (=είδος μετεώρου με σχήμα δοκού) ή πωγωνίες (=κομήτης με πώγωνα (γένι)».
Πιο σωστή η εκδοχή που συνδυάζει και τις δύο γνώμες, σύμφωνα με την οποία το αστέρι για το οποίο γίνεται λόγος, ήταν στην αρχή αληθινό αστέρι, όταν δηλαδή φάνηκε ταυτόχρονα με τη γέννηση του Σωτήρα. Όταν όμως βγήκαν από τα Ιεροσόλυμα είδαν πάλι το αστέρι το οποίο είχαν δει στην πατρίδα τους, αλλά όχι πλέον το αληθινό εκείνο, αλλά υπερφυσικό αντίτυπο αυτού, το οποίο τους οδηγούσε στη Βηθλεέμ και τέλος αφού ήλθε στάθηκε επάνω από όπου ήταν το παιδί (Δαμαλάς).
Και ότι το αστέρι που φάνηκε στους μάγους κατά την πορεία τους από Ιεροσόλυμα στη Βηθλεέμ ήταν υπερφυσικό, φαίνεται πρώτον μεν

«από την λαμπρότητα. Διότι κανένα αστέρι δεν φαίνεται την ημέρα, λόγω της υπερβολικής ηλιακής λαμπρότητας, αυτό μόνο φαινόταν την ημέρα και δεν μπορούσε ο ήλιος να το κρύψει»· και επίσης και «από το ότι βάδιζε το αστέρι πολύ κοντά στη γη. Διότι δεν θα έδειχνε το σπήλαιο, αν βρισκόταν ψηλά παραπλήσια με τα άλλα αστέρια. Αυτό όμως αφού ήλθε σταμάτησε πάνω από όπου ήταν το παιδί» (Ζιγαβηνός Ευθύμιος).
«Ότι ήταν αγγελική δύναμη το αστέρι είναι φανερό… από το ότι κινούνταν μεν, όταν κινούνταν οι μάγοι, ενώ στεκόταν όταν αναπαύονταν» (Θεοφύλακτος)


(Υπόμνημα στο κατά Ματθαίον, Π.Ν. Τρεμπέλα, εκδ. Σωτήρ, μετάφραση στα νέα ελληνικα. Δες στην ανάρτηση Η Γέννηση στο κατά Ματθαίον)

Την ακόλουθη ιστορία μας την διηγείται ο Επίσκοπος Ελενουπόλεως Παλλάδιος.

Ο Σεραπίων ήταν Αιγύπτιος Ασκητής τελείως ακτήμων καί πολύ ελεήμων. Πολλές φορές τόν είχαν ίδει νά γυρίζη μ’ ένα σεντόνι τυλιγμένο γύρω από τό γυμνό του σώμα, γιατί τα ενδύματά του τα είχε δώσει ελεημοσύνη. ’Έτσι του έμεινε καί το όνομα Σινδόνιος.
Κάποτε πουλήθηκε σάν δούλος σ’ ένα ειδωλολάτρη ήθοποιό γιά είκοσι νομίσματα. ’Άρχισε με μεγάλη προθυμία νά υπηρετή τόν κύριόν του και όλη του την οικογένεια. ’Εργαζόταν αδιάκοπα χωρίς απαιτήσεις. Τό φαγητό του άποτελείτο μόνο από ψωμί καί νερό. Ένώ τά χέρια του δούλευαν, ό νους του ήτο απασχολημένος μέ τήν προσευχή. Τά λόγια τής Γραφής δέν έλειπαν ποτέ άπό τά χείλη του. Σκοπός του ήτο νά μεταδώση τό φως τού Χριστού στούς κυρίους του καί δέν άργησε νά τό έπιτύχη. Τούς προσείλκυσε στήν πίστι, πρώτα από όλα μέ τό παράδειγμα του χριστιανικού βίου του καί ύστερα με τή διδασκαλία του Εύαγγελίου, πού πέφτει σαν βάλσαμο παρηγοριάς στίς ταλαιπωρημένες από τήν κοσμική ματαιότητα ψυχές.
Όταν ό μίμος -έτσι έλεγαν τότε τούς ήθοποιούς -, ή σύζυγος καί τά παιδιά του έπήραν τή χάρι του Αγίου Βαπτίσματος, άφησαν τό επάγγελμά τους πού δέ συμφωνούσε πιά μέ τή νέα ζωή καί έγιναν ενεργά μέλη τής ’Εκκλησίας. Μιά μέρα πήρε ιδιαιτέρως τόν Σινδόνιο ό κύριός του καί του είπε:
— Είναι καιρός, Αδελφέ, να σου άνταποδώσω τήν εύεργεσία πού μου έκανες νά έλευθερώσης καί μένα καί τήν οικογένειά μου από τό σκοτάδι τής είδωλολατρείας. Πάρε καί σύ γιά αντάλλαγμα τήν ελευθερία σου.
Τότε ό Σινδόνιος κατάλαβε πώς είχε έλθει ή ώρα νά του
αποκάλυψη τήν αλήθεια. Του είπε λοιπόν πώς δέν ήτο δούλος καί πώς μέ τήν θέλησί του πουλήθηκε σ’ αυτόν, γιά νά τόν όδηγήση στόν Χριστό.
— Αφού έπλήρωσε ό Θεός τήν επιθυμία μου, άς πάω τώρα νά βοηθήσω κι’ άλλους.
Έπέστρεψε τά είκοσι νομίσματα στόν κύριό του καί έφυγε για άλλη χώρα. Εκεί πουλήθηκε σέ οικογένεια αιρετικών. Μέ τόν ίδιο τρόπο έφερε κι’ αύτήν πολύ γρήγορα στους κόλπους τής Εκκλησίας.
Μέχρι τέλους τής ζωής του ο Σινδόνιος υπηρετούσε σωματικά καί ψυχικά τούς συνανθρώπους του.


(Γεροντικόν, Θεοδώρας Χαμπάκη, εκδ. Λυδία, σελ. 17-19)


"Θέλω ν’ ανοίξω το στόμα μου, αδελφοί, και να ομιλήσω περί του υψηλού θέματος της ταπεινοφροσύνης, αλλά κατέχομαι από φόβο, σαν άνθρωπος που γνωρίζει ότι πρόκειται να ομιλήση περί Θεού με την μέθοδο των λογισμών του.

Διότι η ταπεινοφροσύνη είναι στολή της θεότητος.

Πράγματι ο ενανθρωπήσας Λόγος αυτήν ενδύθηκε Και δι’ αυτής ενώθηκε μ’ εμάς στο σώμα μας. Όποιος την εφόρεσε αφωμοιώθηκε αληθινά με εκείνον που κατέβηκε από το ύψος του και εκάλυψε την αρετή της μεγαλωσύνης του και εσκέπασε την δόξα του με την ταπεινοφροσύνη, για να μη καταφλεχθή η κτίσις με τη θέα του.

Διότι η κτίσις δεν θα μπορούσε να τον θεωρήση, αν δεν ελάμβανε μέρος απ’ αυτήν, ώστε έτσι να κοινωνήση με αυτήν, ούτε θα μπορούσε ν’ ακούση τα λόγια από το στόμα του πρόσωπο προς πρόσωπο. Άλλωστε ούτε οι υιοί του Ισραήλ δεν εμπόρεσαν ν’ ακούσουν τη φωνή του, όταν τους ωμίλησε από την νεφέλη, έως ότου είπαν προς τον Μωυσή, «ας ομιλήση ο Θεός μαζί σου, και συ μετάφερε σ’ εμάς τους λόγους του˙ ας μη ομιλήση μ’ εμάς ο Θεός, για να μην αποθάνωμε»(Έξοδος 20,19).

Πώς θα μπορούσε λοιπόν η κτίσις να δεχθή φανερά την θέα του; Ήταν τόσο φοβερό το όραμα του Θεού, ώστε ο προφήτης να ειπή, «είμαι φοβισμένος και τρομαγμένος»(Έξοδος 3,3-6). Πράγματι επάνω στο όρος εμφανίσθηκε η ίδια η αρετή της δόξας του. Και το όρος ήταν καπνισμένο και έντρομο από τον φόβο της αποκαλύψεως που επρόκειτο να γίνη σ’ αυτό, ώστε και τα θηρία που επλησίαζαν στα κατώτερα μέρη του να πεθαίνουν. Και ετοιμάσθηκαν και παρασκευάσθηκαν οι υιοί του Ισραήλ, διατηρούμενοι αγνοί επί τρεις ημέρες, σύμφωνα με την εντολή του Μωϋσέως, ώστε να γίνουν άξιοι ν’ ακούσουν την φωνή του Θεού και να δεχθούν την θέα της αποκαλύψεώς του. Και όταν έφθασε ο καιρός, δεν εμπόρεσαν να δεχθούν την θέα του φωτός του και την σφοδρότητα του ήχου των βροντών του (Έξοδος 19,15-16 & 20,18-21).

Αλλά τώρα που εσκόρπισε την χάρι του στον κόσμο με την παρουσία του, δεν κατήλθε με σεισμό ούτε με πυρ ούτε με φωνή φοβερή και δυνατή, αλλά σαν βροχή επάνω στο ποκάρι (Ψαλμ. 71,6) και σαν σταγόνα που στάζει απαλά επάνω στη γη, και παρουσιάσθηκε να μας ομιλή με άλλον τρόπο.

Τούτο συνέβηκε, αφού εσκέπασε την μεγαλωσύνη του με το σκέπασμα της σαρκός σαν θησαυρό και μέσα μας ωμιλούσε μ’ εμάς δι’ εκείνου το οποίο του κατασκεύασε το Πνεύμα του από τον κόλπο της Παρθένου και Θεοτόκου Μαρίας, ώστε, βλέποντας αυτόν που ήταν από το γένος μας να επικοινωνή μαζί μας, να μην ανησυχήσωμε από τη θέα του.

Γι’ αυτό οποιοσδήποτε εφόρεσε την στολή, με την οποία εμφανίσθηκε σ’ εκείνο το σώμα που ενδύθηκε ο Κτίστης, ενεδύθηκε τον ίδιο τον Χριστό (Ρωμ. 13,14).

(Ισαάκ του Σύρου, Φιλοκαλία, εκδ. ΕΠΕ, τόμος 8Α, σελ. 311-313)


Υπάρχουν ζητήματα μέσα στον κύκλο των θεμάτων της άμωμήτου πίστεώς μας, τα όποια σου προκαλούν δέος καί μυστικό φόβο, όταν θελήσεις να τα προσεγγίσεις.

Αισθάνεσαι ότι ακούς να επαναλαμβάνεται εκείνη ή φοβερή φωνή, πού άκουσε κάποτε ό θεόπτης Μωυσής μέσα από τη "φλεγόμενη καί μη κατακαιομένη βάτο του Χωρήβ: «Μη έγγίσης ώδε- λύσαι το υπόδημα εκ των ποδών σου ό γαρ τόπος, εν ω συ έστηκας, γη αγία έστι» ("Εξοδ. 3,5).
Τέτοιο είναι καί το θέμα, πού μας δίνει για μελέτη πνευματική το σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα. Γι' αυτό καί οι γραμμές πού θα ακολουθήσουν δεν θα 'ναι καρπός της ταπεινής μας διανοίας, αλλά αγίου, ενδόξου και πανευφήμου άνδρα, πού είχε την πίστη καί την αγάπη του Μωυσή, του χρυσού στη γλώσσα, χρυσού καί οτήν καρδιά, του άγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Εκείνου τη Θεία Λειτουργία δεν τελέσαμε καί σήμερα; Υπάρχει, λοιπόν, πιο αρμόδιος να μας μιλήσει για το Μυστήριο της θ. Ευχαριστίας;

Ή απροσδόκητη τιμή

Βέβαια περιεχόμενο της σημερινής ευαγγελικής περικοπής είναι ή παραβολή του μεγάλου δείπνου. Οϊ γνωστές εικόνες, πού μας προβάλλει, είναι του αγαθού καί μεγαλόδωρου οικοδεσπότη, των αγενών προσκεκλημένων, των δούλων των πειθαρχικών καί του εσμού των τελευταίων προσκεκλημένων με την πολυώνυμη δυστυχία, πτωχών, αναπήρων κ.λπ.
Το κεντρικό νόημα της παραβολής υποδηλώνεται με την εικόνα του μεγάλου, του πλούσιου δείπνου, πού δεν είναι άλλο από τα αγαθά της αιώνιας Βασιλείας του Ιησού Χριστού, πού δόθηκαν στους ανθρώπους. Αγαθά ύψιστα, ατίμητα καί αιώνια. Δηλαδή, «αμαρτιών άπόθεσις, Πνεύματος Αγίου μέθεξις, υιοθεσίας λαμπρότης» (Κύριλλος Αλεξανδρείας).
'Αλλά που θα βρούμε τα αγαθά αυτά; Πώς θα γίνουμε παιδιά του Θεού, πώς θ' απολαύσουμε τη χάρη του Αγ. Πνεύματος, πού θα πλύνουμε την ψυχή μας από το ρύπο της αμαρτίας; Πού άλλου, παρά στην Εκκλησία του Χριστού, το θεοΐδρυτο καί αιώνιο οργανισμό της σωτηρίας μας. Πού άλλου,παρά στα Μυστήρια της Εκκλησίας μας, καί κυρίως ατό θεμέλιο της θείας Λατρείας μας, τη θεία Ευχαριστία.

Γι' αυτό, κάπως αναγωγικά, ή σημερινή ευαγγελική περικοπή προσανατολίζει τη σκέψη μας στο μεγάλο Δείπνο της Θείας Κοινωνίας. Εκεί βρίσκεται το μεγαλύτερο αγαθό, πού μπορούσε ό πανάγαθος Θεός να προσφέρει στα πλάσματα του, τους ανθρώπους. Καί το μεγαλύτερο αγαθό του Θεού είναι το πιο πολύτιμο πού είχε. Καί το πιο πολύτιμο πού είχε ό ύψιστος Θεός δεν ήταν άλλο από τον Υιό του τον Μονογενή, τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό.
Αυτόν μας έδωσε! Καί όχι μόνο! «Ουκ έδωκεν μόνον, αλλά καί μετά το δούναι τράπεζαν ήμϊν αυτόν παρέθηκεν» (Ι.Χρυσόστομος). Φρικτόν ειπείν! Μας τον παρέθεσε τραπέζι, «εις βρώσιν καί πόσιν!
Ώ! της άπειρης αγάπης του Θεού! Πώς να την παρομοιάσουμε; Με τη βαθειά άβυσσο, με ωκεανό απέραντο; Εδώ σταματά ό νους του ανθρώπου. «Ίλιγγιά δε νους καί ύπερκόσμιος...».

Αδιαφορία καί δικαιολογίες
Παρά ταύτα, όμως,παρά την απροσδόκητη καί ασύλληπτη τιμή του Θεού, ό άνθρωπος παρέμεινε ασυγκίνητος. Με ρεαλισμό μας περιέγραψε ό Κύριος το δράμα του ανθρώπου, να δείχνει δηλαδή τέτοια περιφρόνηση στις δωρεές της θείας αγάπης. Με συγκαλημμένη αποστροφή καί κακία αποποιήθηκαν την τιμή οι προσκεκλημένοι: «άγρόν ήγόρασα», θα δικαιολογηθεί ό πρώτος- «ζεύγη βοών ήγόρασα πέντε», ό δεύτερος, «γυναίκα έγημα», ό τρίτος, «έχε με παρητημένον». Οι άσύστατες δικαιολογίες προκαλούν την οργή του οίκοδεσπότου, ό όποιος καλεί άλλους στη θέση τους. «Άμεταμέλητα γαρ τα χαρίσματα καί ή κλήσις του Θεοϋ» (Ρωμ. 11,29).
Άλλα μήπως καί στο μεγάλο Δείπνο της Θ. Ευχαριστίας ή συμπεριφορά μας είναι καλύτερη; «Αυτή ή τράπεζα —ή Αγία Τράπεζα- θα μας τονίσει ό ί. Χρυσόστομος, της ψυχής ημών τα νεύρα, της διανοίας ό σύνδεσμος, της παρρησίας ή ύπόθεσις, ή έλπίς, ή σωτηρία, το φως, ή ζωή». Πόσα αγαθά έχουμε να αποκομίσουμε για την ψυχή καί για το σώμα μας! Καί εν τούτοις με πόσες δικαιολογίες καί ασυγχώρητη αδιαφορία, μένουμε μακριά της.
Προτιμούμε απερίσκεπτα την τράπεζα του κόσμου παρά την Αγία Τράπεζα. Να εντρυφά ή ψυχή μας στίς εφήμερες ηδονές, στα χρήματα, στίς μέριμνες, στη σάρκα, ώστε μολυσμένη να μη μπορεί να πλησιάσει τα Τίμια Δώρα του Θεού. Άλλα ποιο αγαθό αυτής της γης μπορεί να συγκριθεί με τη Θεία Κοινωνία, «τον άρτο της ζωής» (Ίω. 6,48), όταν την δεχόμαστε όπως πρέπει; Δικαιολογείται ή περιφρόνηση της, όσες θυσίες και αν απαιτεί;

«Μετά φόβου Θεού...»
Είναι αλήθεια ότι οί περισσότεροι χριστιανοί, ελάχιστες φορές στη ζωή προσέρχονται στο μεγάλο Δείπνο. Συνήθειες, όχι τόσο ευαγγελικές, έχουν εισχωρήσει καί σταθεροποιηθεί στη ζωή των χριστιανών, όπως ή σχετική με τη Θ. Κοινωνία. Να κοινωνούν δηλαδή δύο ή τρεις φορές το χρόνο.
Από ευλάβεια, άραγε; "Αν ναί, όχι πάντως καλή καί θεάρεστη. «Σατανική» την ονομάζει ό Ι. Χρυσόστομος, ερωτώντας, πώς πριν τα Χριστούγεννα ή πρίν το Πάσχα ξαφνικά γίνεσαι άξιος να κοινωνήσεις, ενώ όλο το χρόνο θεωρείς τον εαυτό σου ανάξιο να μεταλάβει Σώμα και Αίμα Χριστού του Θεού;
Φανερό, λοιπόν, είναι, ότι οδηγούμαστε προς τη φρικτή Τράπεζα από συνήθεια μάλλον παρά από ευλάβεια καί ιερό πόθο. Καί πολλές φορές με έλλειπέστατη προετοιμασία. Προσερχόμαστε στη Δεσποτική φιλοξενία καί στην αθάνατη Τράπεζα χωρίς το ανάλογο ένδυμα. Δεν φθάνει μόνο ή νηστεία λίγων ήμερων. «Εννόησον —συμβουλεύει ό ί. Χρυσόστομος— εννόησον ώ άνθρωπε, ποίας μέλλεις άπτεσθαι θυσίας, ποία προσέρχεσαι τραπέζη...». Σκέψου, συ το χώμα καί ή στάχτη πώς μεταλαμβάνεις Αίμα και Σώμα Χρίστου του Θεού.
Απαραίτητη, λοιπόν, είναι ή ψυχική προετοιμασία μας πριν τη Θεία Μετάληψη. Αδιαφορούμε ασυγχώρητα, όταν δεν προσερχόμαστε συχνά στο μεγάλο Δείπνο. Τουλάχιστον ας μην υποτιμούμε την ασύλληπτη τιμή του, όταν το πλησιάζουμε. "Ας προσερχόμαστε «ψυχαίς καθαραϊς και άρρυπώτοις χείλεσι...», «μετά φόβου Θεού, πίστεως καί αγάπης». Αμήν.

Αρχ.Χ.Π.Α.''''Φωνή Κυρίου'''13 Δεκεμβρίου 1992''

Γράμμα του ιδίου του π. Ιακώβου

Εν Ιερά Μονή Γέροντος, τη 10η Μαρτίου 1958. 

"Τις ημάς χωρίσει από της αγάπης του Χριστού;

Σεβαστέ μου και πολύ αγαπητέ μου Πατέρα Θεόδωρε σε προσκυνώ. Ασπάζομαι την δεξιάν σου μετά πολλής ευλαβείας και σεβασμού.

Έλαβον την σεπτήν σου και αγίαν επιστολήν, ευχαριστώ θερμότατα δι’ όλα τα παρήγορα λόγια σου, που χύνουν βάλσαμο στην πονεμένη ψυχή μου, ευχαριστώ δια τας προσευχάς σου δια την αδελφήν μου, ομοίως και εγώ, σεβαστέ μου πάτερ, αναπέμπω δεήσεις, δι’ όλους που έφυγαν από την πρόσκαιρη αυτή ζωή, ιδιαιτέρως για τον αξέχαστον Παπαδημήτρη (=παπα-Δημήτρη) που τόσο αγαπούσα από παιδιόθεν.

Πατέρα Θεόδωρε ελυπήθην ως άνθρωπος για την αδελφήν μου, αλλά το χαρμόσυνον είναι ότι ηξιώθη η ταπεινή Τασία, να ευφραίνετε εις τα σκηνώματα τα αγαπητά του οσίου Ιωάννου του Ρώσσου. Πάτερ μου, εν αποκαλύψει και εν οπτασία είδον την αδελφήν μου εις ουρανίαν Μονήν Ιωάννου του Ρώσσου. Πάτερ μου, τρέμω όλως μ’ αυτά που σου γράφω, δεν είδε δυσκολίαν εις την άνοδον, ούτε και εις το κριτήριον, παραστάται ήτο ο όσιος Δαβίδ και ο Ιωάννης ο Ρώσσος, ζη κύριος ο Θεός.

Τώρα δεν λυπούμε διότι παρήγγηλεν εις εμένα να μη κλαίω πλέον αλλά να χαίρωμαι δι’ αυτήν, όπου ηξιώθη ουρανίων θαλάμων, οι άγιοι πατέρες υποβάλλουν τα σέβη των, η χάρις του οσίου Δαβίδ πάντα να σε επισκιάζη, και να σε ενισχύη.

Τα σέβη μου εις την Πρεσβυτέραν και Δημητράκη, ιδιαιτέρως εις την Γερόντισσαν. Πατέρα Θεόδωρε ο Χριστιανός φεύγει από την ματαιότητα της παρούσης ζωής και εισέρχεται εις τον ουράνιον λιμένα, όπου κανείς κλυδωνισμός δεν τον ενοχλεί και κανέν ναυάγιον δεν λαμβάνει χώραν. Εχθροί εκεί και διωγμοί δεν υπάρχουν, θλίψεις, πόνοι, και περιπέτειαι δεν εισχωρούν, συναντώμενος εκεί με πρόσωπα προσφιλή και εξαίρετα, απολαμβάνει εκ του πλησίον το πρόσωπον του Λυτρωτού, και συγκατοικεί εις την αιωνίαν πατρίδα του και εις τον πανένδοξον οίκον του πατρός του.

Σαν άνθρωποι βέβαια θα λυπηθούμε, διότι από κοντά μας έφυγε ένα προσφιλές πρόσωπον. Εφ’ όσον και ο Κύριος εδάκρυσε όταν αντίκρυσε τον Λάζαρο, θα κάμω υπομονήν δια την αγάπην του Κυρίου μου και του οσίου Δαβίδ.
Να με συγχωρέσης δια τα αστειχίωτα γραφόμενά μου, αλλά γνωρίζω τον Σεβαστόν μου πατέρα Θεόδωρον, πόσον με αγαπά και δεν θα με παραξιγήση, σας κούρασα πάτερ μου, αλλά είναι ζωντανή η πίστις και όλα είναι άγια. Μετά πολλής της αγάπης, ευλαβείας και σεβασμού ασπάζωμαι την αγίαν σου κορυφήν εν φιλίματι αγίω,
ο ταπεινός δούλος του Κυρίου Ιάκωβος".


("Ο μακαριστός Ιάκωβος Τσαλίκης", Στυλιανού Παπαδόπουλου, σελ. 85-86)

«Αυτά είναι του Θεού πράγματα»!
Επειδή ο π. Ιάκωβος ήτανε κι εφημέριος στα τρία χωριουδάκια, έπρεπε να πηγαινοέρχεται τις Κυριακές και μερικές ακόμα φορές, όταν το καλούσε η ανάγκη. Κι έπρεπε να πηγαίνει με το ζώο με κρύο, με χιόνι, με πάγους, με λιοπύρι… Δεν ήτανε λίγες οι φορές που παλιά το μουλάρι του, η Χάϊδω, τον ταλαιπωρούσε, γιατί κλώτσαγε και ήτανε νευρικό. Μια φορά μάλιστα, χειμώνα καιρό, με χιόνι πρόγκηξε στο δάσος το ζώο, πέταξε κάτω τον π. Ιάκωβο, που χτύπησε άσχημα κι έχασε και κάτι μάλλινα χοντρά γάντια, που του’ χε στείλει για τέτοιες περιστάσεις η Ζώη. Επειδή πάντα ήταν εξαντλημένος από την άσκηση, κρύωνε πολύ, ξυλιάζανε τα χέρια του και δυσκολευότανε να λειτουργήσει.
Πολλές φορές πήγαινε στα χωριά για διάφορους λόγους, χωρίς να παίρνει το μουλάρι. Έτσι, επέστρεφε από τα Δαμνιά και μάλιστα ήτανε φορτωμένος με αρκετά κιλά. Δύο περίπου χιλιόμετρα πριν φτάσει στο μοναστήρι, πέρασε ταξί με πελάτη, που γνώρισε τον π. ιάκωβο και πρότεινε στον οδηγό να τον πάρουνε κι αυτόν. Ο οδηγός απάντησε:
- Ας τους, οι καλόγεροι δεν έχουν ανάγκη.
Συνεχίσανε και μόλις φτάσανε στη Μονή χτυπήσανε και τους άνοιξε ο ίδιος ο π. Ιάκωβος. Ταξιτζής και πελάτης τα χάσανε. Ο πρώτος ζήτησε συγνώμη.
Τέτοια ήτανε πολύ συνήθη, μα καταγράφουμε ακόμα μία περίπτωση. Μητέρα είχε άρρωστο παιδάκι και έφερνε τα ρουχαλάκια του να τα «διαβάσει» ο π. Ιάκωβος. Τα ‘φερνε, το 1970 με το ταξί του Αθ. Βαρβούζου. Χειμώνας, λάσπες, δεν είχε γίνει ο καινούργιος δρόμος και το ταξί κόλλησε στις λάσπες ακριβώς στη διασταύρωση εκεί που στρίβει ο δρόμος για το Ασκητήριο του Οσίου Δαβίδ. Κατεβήκανε και θα συνέχιζαν με τα πόδια, όταν πέρασε με μουλάρι ο π. Ιάκωβος πηγαίνοντας να κοινωνήσει στα Δαμνιά κάποιον ετοιμοθάνατο, απόσταση τουλάχιστον 6 με 7 χιλιόμετρα από τη Μονή. Η μητέρα ζήτησε να μιλήσει στον π. Ιάκωβο μα κείνος τις έδειξε «τα Άγια» (τη Θεία Κοινωνία), της είπε να κάνει το Σταυρό της και να πάει στη Μονή, όπου θα επιστρέψει και ο ίδιος. Μητέρα και ταξιτζής περπατήσανε δέκα με δεκαπέντε λεπτά και φτάσανε. Μπήκανε στο ναό, προσκυνήσανε κι έκπληκτοι βλέπουνε τον π. Ιάκωβο να βγαίνει από το Ιερό!
- Πάτερ Ιάκωβε, δε σε είδαμε πριν λίγο στο δρόμο;
- Ναι, παιδί μου.
- Δεν πήγαινες στα Δαμνιά να κοινωνήσεις ετοιμοθάνατο;
- Ναι, παιδί μου.
- Και πώς πηγές και γύρισες τόσο γρήγορα;
- Αυτά, παιδί μου, είναι του Θεού πράγματα!
( Το διηγήθηκε ο ταξιτζής ενώπιον του επισκόπου).


(Ιάκωβος Τσαλίκης, Στυλιανού Παπαδοπούλου, Αθήνα 1994, σελ. 104-105)

katafigioti

lifecoaching