ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΘΕΙΑΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ με σχόλια Αγίων

Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

ΜΕ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΣΤΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ & ΣΧΟΛΙΑ

(επιμέλεια αρχιμ. Νικόλαος Πουλάδας)

1) Τα νούμερα παραπέμπουν στο τέλος σε σύντομο σχολιασμό της Λειτουργίας από τον αείμνηστο καθηγητή Λειτουργιολόγο Π.Ν. Τρεμπέλα

2) Με ΜΠΛΕχρώμα η μετάφραση. Με ΠΡΑΣΙΝΟχρώμα ο σχολιασμός από Πατέρες κλπ. κάποιων σημείων.

3) Στο τέλος παρατίθεται σχεδιάγραμμα της ιστορικής εξέλιξης της Θ. Λειτουργίας ανά τους αιώνες

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

ΣΤΗΡΙΞΤΕ ΤΟ ΣΥΣΣΙΤΙΟ ΤΟΥ ΝΑΟΥ!

ΣΤΗΡΙΞΤΕ ΤΟ ΣΥΣΣΙΤΙΟ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΜΑΣ!  ΘΥΜΗΘΕΙΤΕ ΤΟΥΣ ΠΤΩΧΟΥΣ…

¨Ρίχνοντας¨ τ’ όποιο χρηματικό ποσό στο Κυτίο στην είσοδο του Ναού… ή/και…
¨Δίνοντάς¨ το, στους υπευθύνους(1) του ΕΦΤ(Ενορ.Φιλόπτ.Ταμείο)
Προσκομίζοντας ΤΡΟΦΙΜΑ στο Συσσίτιο(3) (ή στο Ναό) προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για την παρασκευή του (ή να διανεμηθούν [σε περίπτωση δυνατότητας] σε όσους τα χρειάζονται)… ή/και…
Αγοράζοντας από καταστήματα τροφίμων ΔΩΡΟΕΠΙΤΑΓΕΣ και προσφέροντας τες στο ΕΦΤ, προκειμένου να δοθούν σ’ όσους τις έχουν ανάγκη… ή/και…
Αναθέτοντας τήν αγορά των ΥΛΙΚΩΝ για το συσσίτιο, στους υπευθύνους(2) του … ή/και…
Αναλαμβάνοντας τα έξοδα (όλου ή μέρους) συγκεκριμένου γεύματος (Όσπρια >200 ευρώ, Μακαρόνια κιμά >230, Κοτόπουλο >330), «Υπέρ Αναπαύσεως» αγαπημένου σας προσώπου, σε συνεννόηση με τους υπευθύνους του (2)… ή/και…
Συμμετέχοντας στους κατά καιρούς περιφερόμενους Δίσκους του Ναού...ή/και
Καταθέτοντας στον Τραπεζικό Λογαριασμό του ΕΦΤ:
Τράπεζα Πειραιώς IBANGR 66 0172 0380 0050 3807 5349 683
και επικοινωνώντας έγκαιρα μαζί μας για την έκδοση της νόμιμης απόδειξης.
(1)Υπεύθυνος ΕΦΤ:π.Ιωάννης (τηλ. Ναού 210 9335 460)
(2)Συσσίτιο:κα Μαντώ (τηλ. Συσσιτίου 210 93 50 151,Τρίτη και Πέμπτη πρωί:8.00 με 12.00)
(3)Θέση Συσσιτίου: Θεόγνιδος 10, στο ημιυπόγειο της πολυκατοικίας, πίσω από το Ιερό τού Ναού).

Κείμενα (blog) - Ιερός Ναός Αγίου Σώστη Νέας Σμύρνης

Βεβαίως πρέπει, γιατί και αυτά είναι κανονικά μέλη της Εκκλησίας και έχουν ανάγκη, όπως και οι ενήλικες, της θείας ευχαριστίας για να έχουν μέσα τους ζωή, σύμφωνα με τους λόγους του Κυρίου: «Εάν μη φάγητε την σάρκα του υιού του ανθρώπου, και πίητε αυτού το αίμα, ουκ έχετε ζωήν εν εαυτοίς».

Την πράξη αυτή της αρχαίας Εκκλησίας την αναγόμενη στους αποστολικούς χρόνους, όπως και ο νηπιοβαπτισμός, αθέτησαν η Ρωμαϊκή Εκκλησία και μαζί μ αυτήν και οι Προτεστάντες, απαγορεύοντες τη θεία μετάληψη στα βαπτισθέντα νήπια, με το αιτιολογικό ότι αυτά επειδή δεν έχουν, λόγω της ηλικίας τους, ανεπτυγμένη τη συνείδησή τους δεν μπορούν, κατά τους λόγους του Παύλου, να διακρίνουν το σώμα του Κυρίου από τον κοινό άρτο. Οι λόγοι όμως αυτοί του Παύλου, αναφερόμενοι προφανώς στους ενήλικες, δεν έχουν σχέση με τα άωρα νήπια, τα οποία ακριβώς επειδή στερούνται κρίσεως και λόγου, δεν μπορούν να κοινωνήσουν αναξίως, πράγμα που αποτελεί το κέντρο της σκέψεως του Αποστόλου.

Δεν βλέπουμε άλλωστε το λόγο γιατί η έλλειψη κρίσεως και λόγου να εμποδίζει τα νήπια να δέχονται τη θεία ευχαριστία (όπως και το χρίσμα) και να μην τα εμποδίζει να δέχονται τη χάρη του ιερού βαπτίσματος.

(Ανδρέου Θεοδώρου «Απαντήσεις σε ερωτήματα συμβολικά», εκδόσεις Αποστολική Διακονία, σελ. 261-262)

«Ούτε θα μείνει ποτέ αργός (ο πιστός), ή θα καταφρονήσει κάτι, έστω ευτελέστατο και ελάχιστο· αντιθέτως, κάνοντας και πράττοντας τα πάντα θεαρέστως, θα μείνει αμέριμνος για όλα και σ’ όλον τον βίο. Υπάρχει μέριμνα άπρακτη και πράξη αμέριμνη, όπως και αντιστρόφως υπάρχει αμεριμνησία έμπρακτη και αργία περίφροντις. Αυτές τις καταστάσεις δήλωσε και ο Κύριος με τους λόγους του· την μεν μία στο χωρίο, «ο πατήρ μου εργάζεται έως τώρα και εγώ επίσης εργάζομαι», και πάλι, «να εργάζεσθε όχι για την φθειρομένη βρώση, αλλά για την διατηρουμένη στην αιώνια ζωή», θέλοντας με αυτά όχι να απαγορεύσει την εργασία αλλά να μας διδάξει την εργασία χωρίς μέριμνα. Την άλλη δε δήλωσε με το ότι είπε πάλι, «ποιος με την φροντίδα του μπορεί να προσθέσει ένα πήχυ στο ανάστημά του;» αναιρώντας την άπρακτη, την χωρίς αποτέλεσμα μέριμνα. Για την έμπρακτη δε αμεριμνησία είπε, «και για ένδυμα και τροφή τι μεριμνάτε; Δεν βλέπετε τα κρίνα του αγρού και τα πετεινά του ουρανού, πώς τα πρώτα αυξάνονται και τα δεύτερα διατρέφονται;». Έτσι, αναιρώντας την μία και επικυρώνοντας την άλλη, ο Κύριος μας διδάσκει πώς πρέπει να εργαζόμαστε αμερίμνως χωρίς να μεριμνούμε και πώς όντας αμέριμνοι να απέχουμε της αταίριαστης εργασίας» (τ. 19Α, σελ. 443-5).

«Διότι ο Αδάμ έλαβε εντολή να εργάζεται στον παράδεισο και να τον φυλάγει, και μέσα μας υπάρχει κάποια φυσική κίνηση της εργασίας προς τα καλά. Όσοι παρέδωσαν τους εαυτούς τους στην αργία και ραθυμία, έστω και αν ακόμη είναι πνευματικοί και άγιοι, επιρρίπτουν τους εαυτούς τους στην παρά φύση εμπάθεια. Διότι, όπως ακριβώς η πηγή που αναβλύζει συνεχώς το νερό, εάν για λίγο παύσει ν’ αναβλύζει, αφανίζεται και δεν είναι πηγή, αλλά μετατρέπεται σε λάκκο, έτσι και εκείνος που πάντοτε καθαρίζει τον εαυτό του με την εργασία των εντολών και καθαρίζεται από τον Θεό και αγιάζεται, εάν για λίγο εκπέσει από την εργασία, κατά αναλογία εκπίπτει από την αγιότητα» (τ. 19Δ, σ. 69).

«[συμβουλή σε μοναχό]. Εάν διατάχτηκες να διακονείς, παραστάσου σαν στο Χριστό και όχι σε ανθρώπους, διακονώντας τους όλους με ειλικρινή διάθεση και αγάπη, σαν να διακονείς αγίους, ή καλύτερα όπως είπαμε, τον ίδιο τον Χριστό, αγκαλιάζοντας τον καθένα τους με την ψυχή και παρέχοντάς τους με την αγάπη όλο σου τον εαυτό εκ προθέσεως, έχοντας τη βεβαιότητα ότι με τη διακονία σου προς αυτούς θα καρπωθείς αγιασμό» (τ. 19Δ, σελ. 321-323).

(ΕΠΕ, ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ, Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου)

(Η συλλογή των κειμένων έγινε από τον π. Νικόλαο Πουλάδα)

Ο όρος σημαίνει συνακολουθία. Προέρχεται από τη σχολαστική θεολογία (από το θωμά τον Ακινάτη) και σκοπό Έχει να θεμελιώσει θεολογικά την πράξη της Λατινικής Εκκλησίας ν’ αρνείται να μεταδώσει το αίμα του Κυρίου στους λαϊκούς.

Κατά τη θεωρία αυτή όπου υπάρχει σώμα, εκεί πρέπει να υπάρχει και το αίμα το εμπεριεχόμενο θ΄ αυτό. Το οποίο σώμα χωρίς το αίμα του είναι αδιανόητο. Συνεπώς στον άρτο της θείας ευχαριστίας είναι παρών ολόκληρος ο Χριστός με το σώμα και το αίμα του. Άρα κοινωνώντας κανείς του άρτου, κοινωνεί και του συνημμένου αίματος, άσχετα αν εσθίοντας την όστια δεν έχει την αίσθηση ότι κοινωνεί και του αίματος του Κυρίου!

Σ’ αυτό το συμπέρασμα καταλήγει κανείς, όταν προσπαθεί να συλλάβει και να εξηγήσει τις αλήθειες της πίστεως με βάση λογικά τεχνάσματα και ανθρώπινα φιλοσοφικά κατασκευάσματα. Άσχετα όμως με αυτό, να γνώριζε ο Θωμάς ο Ακινάτης περισσότερα από τον Κύριο, ο οποίος ιδρύοντας το θείο μυστήριο, καμιά δεν άφησε αμφιβολία περί της υπ΄ άμφότερα τα είδη (του άρτου και του οίνου) κοινωνίας αυτού υπό των πιστών; («Λάβετε φάγετε... πίετε εξ αυτού πάντες»).

(Ανδρέου Θεοδώρου «Απαντήσεις σε ερωτήματα συμβολικά», εκδόσεις Αποστολική Διακονία, σελ. 260-261)

«Ο Θεόδουλος, μου διηγήθηκε κάτι τέτοιο. Κάποτε, λέγει, ο άγιος μου δώρησε έναν από τους χιτωνίσκους του, εγώ δε, αφού τον δέχθηκα με πίστι, αμέσως εκδυόμενος τα ενδύματά μου και αποθέτοντας τον δικό μου χιτώνα, τον ενδύθηκα κατάσαρκα. Όταν λοιπόν ήλθα να πέσω στην κλίνη μου και να δοθώ στον ύπνο, τόσην ευωδία αισθανόμουν σαν από πολύτιμο μύρο, ώστε από το άνοιγμά του να φέρω μέσα σ’ αυτό την κεφαλή μου, για ν’ απολαύω της ευωδίας και να μη χορταίνω από την ευφροσύνη που αναδιδόταν από εκεί. Ενώ δε τον έπλυνα και τον εκαθάρισα πολλές φορές, διατήρησε την ίδια ευωδία, έως ότου με την παλαίωσή του κατακόπηκε και σχίσθηκε σε λεπτά κομμάτια» (τ. 19Α, σελ. 275-7).

«Όταν όμως η ψυχή βγει και χωριστεί από το σώμα, αμέσως κι αυτά (τα σώματα) παραδίδονται στην φθορά και διαλύονται με το παραμικρό. Μερικά όμως διαμένουν για πολλούς χρόνους ούτε εντελώς άφθαρτα, ούτε πάλι τελείως φθειρόμενα, αλλά διασώζουν μέσα τους τα γνωρίσματα της αφθαρσίας και της φθοράς, με σκοπό ν’ αφθαρτωθούν τελείως και ν’ ανακαινισθούν στην τελευταία ανάσταση» (τ. 19Β, σ. 131).

«Και τα σώματα όπως είπαμε επίσης, φθείρονται και σαπίζουνε και των αγίων αλλά τέτοια σηκώνονται που έχουν σπαρεί, σιτάρι καθαρό, σιτάρι αγιασμένο, του Πνεύματος του αγίου άγια σκεύη. Επειδή ολοκάθαρα είχαν ζήσει ξανά τώρα σηκώνονται γεμάτα δόξα και λάμπουνε κι αστράφτουν σαν το φως το θείο. Σ’ αυτά μέσα οι ψυχές των αγίων κατοικώντας θα λάμψουν τότε πέρα από ό,τι ο ήλιος κι όμοιοι θα γίνουνε με το Δεσπότη, εκείνου που φυλάξανε τους θείους τους νόμους. Σηκώνονται και των αμαρτωλών τα σώματα τέτοια κι αυτά που είχαν σπαρεί στη γη γεμάτα βόρβορο και δυσοσμία και σήψη, βέβηλα σκεύη ακάθαρτα, κακίας ζιζάνια, ζόφο γεμάτα, της κακίας καθώς τα έργα έχουνε πράξει κι όργανα όλων των κακών του πονηρού σπορέα έχουν χρηματίσει, και σηκώνονται αθάνατα και τούτα κι ενώ από πνεύμα είναι μοιάζουν με το σκότος. Με τούτα οι άθλιες ψυχές σαν ενωθούν, ζοφερές κι αυτές κι ακάθαρτες ως είναι θα γίνουν με το διάβολο όμοιες, αφού έχουν μιμηθεί τα έργα εκείνου» (τ. 19ΣΤ, σ. 321).

(ΕΠΕ, ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ, Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου)

(Η συλλογή των κειμένων έγινε από τον π. Νικόλαο Πουλάδα)

"Ο Γερμανός άφησε την κοπέλα μπροστά στον ιερέα με τα υψωμένα χέρια"

Κάποια μέρα, στον καιρό της Κατοχής, ο Γέρων Πορφύριος περπατούσε
προς την περιοχή του Λυκαβηττού. Εκεί που βάδιζε, αντικρίζει ένα δυσάρεστο θέαμα.
Ένας Γερμανός στρατιώτης σκοπός είχε στριμώξει κοντά στο υπόστεγο ενός σπιτιού
μία κοπέλα και ήθελε να την ατιμάσει. Εκείνη έμοιαζε με όρνιθα,
που είχε πέσει στα χέρια γερακιού. Στο πρόσωπό της και στις κινήσεις της
ήταν ζωγραφισμένη η οδύνη. Άφηνε να βγαίνουν από το στόμα της κάποιες αδύναμες
φωνές αγωνίας και πόνου. Ο Γερμανός προσπαθούσε με διάφορα γλυκόλογα
να την ηρεμήσει. Στο μεταξύ η γειτονιά πήρε είδηση το γεγονός και όλοι
από τα παράθυρα και από τις πόρτες κοιτούσαν τι θα απογίνει.
Έβλεπαν στο μεταξύ και έναν ιερέα να βαδίζει προς τα εκεί.
Ο πατήρ Πορφύριος μόλις βρέθηκε απέναντι στη συγκλονιστική αυτή σκηνή,
δοκίμασε μεγάλο ψυχικό πόνο. Έπρεπε να βρεθεί τρόπος να σώσει την κόρη.
Αψηφώντας τον κίνδυνο που διέτρεχε από το σκληρό Γερμανό,
κατευθύνει τα βήματά του κοντά του. Μέσα του προσευχόταν έντονα να εκδηλωθεί
η θεϊκή δύναμη. Μόλις πλησίασε αρκετά κοντά, σήκωσε τα χέρια ψηλά
και έμοιαζε ή σαν να εκλιπαρούσε το Γερμανό ή σαν να αναζητούσε το Θεό
να δείξει το έλεος του. Και το θέαμα ενός ιερέα με τα χέρια υψωμένα,
η φωτεινή μορφή του προσώπου του και πιο πολύ η θεϊκή δύναμη,
που έκρυβε μέσα του αυτός ο ιερέας, έκαναν το θαύμα τους.
Ο Γερμανός μαλάκωσε. Παραιτήθηκε από το σκοπό του και άφησε ελεύθερη την κοπέλα.
Καθώς ο πατήρ Πορφύριος συνέχισε το δρόμο του, οι άνθρωποι,
που από τα σπίτια τους παρακολουθούσαν τα συμβάντα, έδειχναν πως ήθελαν
να επευφημήσουν. Και το έκαναν όσο μπορούσαν και όσο επέτρεπε η δύσκολη εκείνη εποχή.
[Ί 84π.]

("Ανθολόγιο Συμβουλών", Άγιος Πορφύριος, εκδ. Ι. Μονή Μεταμορφώσεως, Μήλεσι, σελ. 224-225)

Θάνατος παιδιών
-Μια μάνα, Γέροντα, που το παιδί της πέθανε πριν από εννέα χρόνια,
σάς παρακαλεί να κάνετε προσευχή να το δη έστω στον ύπνο της, για να παρηγορηθή.
-Πόσων χρονών ήταν το παιδί; ήταν μικρό; Είναι σημαντικό αυτό.
Αμα το παιδί ήταν μικρό και η μητέρα είναι σε κατάσταση πού,
αν της παρουσιασθή, δεν θα αναστατωθή, θα παρουσιασθή.
Αιτία είναι η μητέρα που δεν παρουσιάζεται το παιδί.
-Μπορεί, Γέροντα, αντί να παρουσιασθή το παιδί στην μητέρα που το ζητάει,
να παρουσιασθή σε κάποιον άλλον;
-Πώς δεν μπορεί! Κανονίζει ανάλογα ο Θεός. Όταν ακούω για τον θάνατο κάποιου νέου,
λυπάμαι, αλλά λυπάμαι ανθρωπίνως. Γιατί, αν εξετάσουμε τα πράγματα πιο βαθιά,
θα δούμε ότι, όσο μεγαλώνει κανείς, και περισσότερο αγώνα πρέπει να κάνη,
αλλά και περισσότερες αμαρτίες προσθέτει. Ιδίως όταν είναι κοσμικός,
όσο περνούν τα χρόνια, αντί να βελτιώση την πνευματική του κατάσταση,
την χειροτερεύει με τις μέριμνες, με τις αδικίες κ.λπ.
Γι’ αυτό είναι πιο κερδισμένος, όταν τον παίρνη ο Θεός νέο.
-Γέροντα, γιατί ο Θεός επιτρέπει να πεθαίνουν τόσοι νέοι άνθρωποι;
-Κανείς δεν έχει κάνει συμφωνία με τον Θεό πότε θα πεθάνη.
Ο Θεός τον κάθε άνθρωπο τον παίρνει στην καλύτερη στιγμή της ζωής του,
με έναν ειδικό τρόπο, για να σώση την ψυχή του. Εάν δη ότι κάποιος θα γίνη καλύτερος,
τον αφήνει να ζήση. Εάν δη όμως ότι θα γίνη χειρότερος, τον παίρνει, για να τον σώση.
Μερικούς πάλι που έχουν αμαρτωλή ζωή, αλλά έχουν την διάθεση να κάνουν το καλό,
τους παίρνει κοντά Του, πριν προλάβουν να το κάνουν, επειδή ξέρει ότι θα έκαναν το καλό,
μόλις τους δινόταν η ευκαιρία. Είναι δηλαδή σαν να τους λέη: «Μήν κουράζεσθε•
αρκεί η καλή διάθεση που έχετε». Αλλον, επειδή είναι πολύ καλός, τον διαλέγει
και τον παίρνει κοντά Του, γιατί ο Παράδεισος χρειάζεται μπουμπούκια.
Φυσικά οι γονείς και οι συγγενείς είναι λίγο δύσκολο να το καταλάβουν αυτό.
Βλέπεις, πεθαίνει ένα παιδάκι, το παίρνει αγγελούδι ο Χριστός,
και κλαίνε και οδύρονται οι γονείς, ενώ έπρεπε να χαίρωνται,
γιατί που ξέρουν τί θα γινόταν, αν μεγάλωνε; Θα μπορούσε άραγε να σωθή;
Όταν το 1924 φεύγαμε από την Μικρά Ασία με το καράβι, για να έρθουμε στην Ελλάδα,
εγώ ήμουν βρέφος. Το καράβι ήταν γεμάτο πρόσφυγες καί, όπως με είχε η μητέρα μου
μέσα στις φασκιές, ένας ναύτης πάτησε επάνω μου. Η μάνα μου νόμισε ότι πέθανα
και άρχισε να κλαίη. Μια συγχωριανή μας άνοιξε τις φασκιές και διαπίστωσε
ότι δεν είχα πάθει τίποτε. Αν πέθαινα τότε, σίγουρα θα πήγαινα στον Παράδεισο.
Τώρα που είμαι τόσων χρονών και έχω κάνει τόση άσκηση, δεν είμαι σίγουρος
αν πάω στον Παράδεισο.
Αλλά και τους γονείς βοηθάει ο θάνατος των παιδιών. Πρέπει να ξέρουν ότι
από εκείνη την στιγμή έχουν έναν πρεσβευτή στον Παράδεισο.
Όταν πεθάνουν, θα ’ρθούν τα παιδιά τους με εξαπτέρυγα στην πόρτα του Παραδείσου
να υποδεχθούν την ψυχή τους. Δεν είναι μικρό πράγμα αυτό!
Στα παιδάκια πάλι που ταλαιπωρήθηκαν εδώ από αρρώστιες ή από κάποια αναπηρία
ο Χριστός θα πή: «Ελάτε στον Παράδεισο και διαλέξτε το καλύτερο μέρος».
Και τότε εκείνα θα Του πουν: «Ωραία είναι εδώ, Χριστέ μας, αλλά θέλουμε
και την μανούλα μας κοντά μας». Και ο Χριστός θα τα ακούση και θα σώση
με κάποιον τρόπο και την μητέρα.
Βέβαια δεν πρέπει να φθάνουν οι μητέρες και στο άλλο άκρο.
Μερικές μανάδες πιστεύουν ότι το παιδί τους που πέθανε αγίασε και πέφτουν σε πλάνη.
Μια μητέρα ήθελε να μου δώση κάτι από τον γιό της που είχε πεθάνει, για ευλογία,
γιατί πίστευε ότι αγίασε. «Έχει ευλογία, με ρώτησε, να δίνω από τα πράγματά του;».
«Όχι, της είπα, καλύτερα να μη δίνης». Μια άλλη είχε κολλήσει την Μεγάλη Πέμπτη
το βράδυ στον Εσταυρωμένο την φωτογραφία του παιδιού της που το είχαν σκοτώσει
οι Γερμανοί και έλεγε: «Και το παιδί μου σαν τον Χριστό έπαθε».
Οι γυναίκες που κάθονταν και ξενυχτούσαν στον Εσταυρωμένο την άφησαν,
για να μην την πληγώσουν. Τί να έλεγαν; Πληγωμένη ήταν.

(Λόγοι Παϊσίου, τόμος Δ΄, Οικογενειακή Ζωή, Εκδ. Ιερού Ησυχαστηρίου "Ευαγγελιστής Ιωάννης
ο Θεολόγος", σελ. 265-267)

ΥΠΟΜΝΗΜΑ -Στο κατά Λουκάν Ευαγγέλιο-

Ερμηνεία πατερική & θεολογική του Ευαγγελίου του Λουκά
Το ερμηνευτικό Υπόμνημα του Π.Ν. Τρεμπέλα μεταφρασμένο στη νεοελληνική γλώσσα

Μετάφραση αρχιμ. Νικόλαος Πουλάδας

Κεφάλαιο 13
Στίχ. 22-30. Πόσοι θα σωθούν. Η στενή πύλη.
13.24 ᾽Αγωνίζεσθε εἰσελθεῖν διὰ τῆς στενῆς πύλης(1), ὅτι πολλοί,
λέγω ὑμῖν, ζητήσουσιν(2) εἰσελθεῖν καὶ οὐκ ἰσχύσουσιν.
24 «Εσείς αγωνιστείτε να μπείτε από τη στενή πύλη, γιατί σας βεβαιώνω
πως πολλοί θα θελήσουν να μπουν και δε θα μπορέσουν.
(1) Αυθεντική γραφή: θύρας. Στο Ματθ. ζ 13 γράφει «εισέλθετε δια της στενής πύλης».
Τα συμφραζόμενα όμως είναι τελείως διαφορετικά. Διότι εκεί πρόκειται για πύλη,
από την οποία βγαίνει κάποιος για να οδεύσει τον στενό δρόμο, ενώ εδώ πρόκειται
για πόρτα που εισάγει κατ’ ευθείαν μέσα στο σπίτι, αλλά η οποία είναι τόσο στενή,
ώστε μόνο αυτοί που ασκούν βία να μπορούν να περάσουν από αυτήν (p).
H μεσσιακή βασιλεία συγκρίνεται με σπίτι, όπου πολλοί επιθυμούν να μπουν,
για να παραστούν στην εκεί διεξαγόμενη γιορτή. Αλλά μόνο εκείνοι που καταβάλλουν
προσπάθειες και χρησιμοποιούν όλη τη δραστηριότητά τους, κατορθώνουν να μπουν (g).
Η επιστροφή και η αναγέννηση είναι η πύλη μέσω της οποίας κάποιος μπαίνει.
Απαιτείται καρδιά καινούργια και πνεύμα καινούργιο για να μπει κάποιος.
Πρέπει τα αρχαία να περάσουν και να γίνουν όλα καινούργια. Οι κλίσεις της ψυχής
πρέπει να μεταβληθούν και οι διεφθαρμένες συνήθειες και τα πάθη να εξαλειφθούν.
Πρέπει να βαδίσουμε εναντίον του ρεύματος, το οποίο μας ωθεί μακριά από την πύλη.
Πρέπει να αγωνιστούμε εναντίον της αντίστασης, η οποία προβάλλεται σε μας από έξω
και από μέσα. Είναι βεβαίως πολύ δυσκολότερο να αντιταχθεί κάποιος εναντίον
του εαυτού του από όσο είναι δύσκολο να παλέψει εναντίον του κόσμου.
Και οι δύο όμως αυτοί εχθροί πρέπει να κατανικηθούν. Για αυτό χρειάζεται αγώνας.
Να αγωνίζεστε, λέει ο Κύριος, όπως αγωνίζονται αυτοί που τρέχουν στα επίγεια στάδια,
για να λάβουν το βραβείο.
(2) Αξιοσημείωτη η αλλαγή του ρήματος. Αντί για το αγωνίζεσθε, βάζει τώρα το «θα ζητήσουν».
Το απλό «ζητώ» είναι τελείως διαφορετικό από το αγωνίζομαι (p).
Δείχνει απλή επιθυμία, την οποία γενικά έχει ο καθένας, για να μπει στη βασιλεία των ουρανών,
όχι όμως και θέληση με απόφαση ισχυρή, για να επιδοθεί στην δραστήρια εργασία
για επίτευξη αυτής (g). Ζητούν χωρίς να αγωνίζονται και να προσπαθούν.
Αυτοί που αγωνίζονται και προσπαθούν επιτυγχάνουν (p). Επιθυμούν την μακαριότητα
και εκτιμούν την αγιότητα και κάνουν κάποια βήματα για απόκτησή τους,
αλλά οι πεποιθήσεις τους είναι ασθενείς και μετά τις πρώτες προσπάθειες αποκάμνουν
και ψυχραίνονται.

«Επάλαισε (ο Συμεών) με πολλούς πειρασμούς για την δικαιοσύνη και διαφύλαξε έως το τέλος αήττητο το μαρτύριο της συνειδήσεώς του» (τ.19Α, σ. 105).

«Ο μακάριος λοιπόν Συμεών, που αποδείχθηκε εθελούσιος μάρτυς και χωρίς διωγμό τόσο κατά το μαρτύριο της συνειδήσεως όσο και κατά την υπομονή των πειρασμών που τον ευρήκαν χάριν της εντολής του Θεού, εξήλθε από το πατριαρχείο χαρούμενος» (τ. 19Α, σ. 225).

«Και σεις οι ίδιοι, αν θέλετε, πάσχοντας και τιμωρούμενοι υπέρ του Χριστού, μπορείτε να μαρτυρήσετε σαν εκείνους καθημερινώς, όχι μόνο ημέρα αλλά και νύκτα και κάθε ώρα. Και πώς θα γίνει αυτό; Αν και σεις παραταχθείτε εναντίον των ολεθρίων δαιμόνων, αν αντιστέκεστε πάντοτε κατά της αμαρτίας και του θελήματός σας. Πράγματι εκείνοι αγωνίζονταν προς τυράννους, ενώ εμείς έχουμε αγώνα προς τους δαίμονες και τα ολέθρια πάθη της σάρκας, τα οποία επιτίθενται τυραννικώς στις ψυχές μας κάθε ημέρα και νύκτα και ώρα και μας εκβιάζουν να πράξουμε πράγματα που δεν αρμόζουν στην θεοσέβεια και παροργίζουν τον Θεό. Αν λοιπόν σταθούμε απέναντι σ’ αυτά και δεν γονατίσουμε στη Βάαλ και δεν πεισθούμε στις συστάσεις των πονηρών δαιμόνων ούτε υπηρετήσομε τη σάρκα φροντίζοντας για τις επιθυμίες της, τότε εύλογα κι’ εμείς θα είμαστε μάρτυρες, αγωνιζόμενοι προς την αμαρτία, έχοντας δηλαδή στη μνήμη μας τους μάρτυρες και τα αφόρητα κτυπήματα που υπέστησαν και πολεμώντας γι’ αυτό κατά του διαβόλου· αλλ’ επίσης αποβλέποντας, και προς τους πόνους εκείνων και σκεπτόμενοι πόσο υστερούμε εμείς από την άθληση εκείνων και στενάζοντας από ψυχή, θ’ αξιωθούμε τα ίδια στεφάνια μ’ εκείνους, αν όχι κατά την ποσότητα, τουλάχιστο κατά την ποιότητα, σύμφωνα με την άνωθεν αγαθότητα του Θεού προς εμάς, και θα είμαστε αν όχι ίσοι κατά την παρρησία προς εκείνους, αλλά πάντως ίσοι στην υπομονή και την ευχαριστία για τα δεινά των πόνων. Εκείνοι σώθηκαν από τα έργα και τους πόνους της αθλήσεως, εμείς ελπίζουμε να σωθούμε από έργα και πόνους ασκήσεως και γενικά από τη φιλανθρωπία και χάρη του Δεσπότη· εκείνοι από ιδρώτες και αγώνες μαρτυρικούς, εμείς από δάκρυα και αγώνες ασκητικούς· εκείνοι από τη χύση του αίματός των, εμείς από την εκκοπή του θελήματός μας, με το να επιμένουμε πάντοτε και να έχουμε μέσα μας την θανατική καταδίκη και να δεχόμαστε κάθε ώρα το θάνατο, εκτείνοντας το λαιμό μας πρόθυμα για να πεθάνουμε για κάθε εντολή του Δεσπότη μας Θεού αντί να δεχθούμε να την παραβούμε έστω και μ’ ένα απλό λόγο» (τ. 19Γ, σελ. 151-3).

«Εκείνο που δίδεται για να αγορασθούν αυτά (οι αρετές) δεν είναι χρυσός, ούτε αργύριο, αλλά αίμα. Διότι ο καθένας μας που θέλει τα αγοράζει ένα προς ένα με αίμα. Πράγματι, εάν δεν σφαγιασθεί κάποιος αληθινά σαν πρόβατο για μία οποιαδήποτε αρετή και δεν χύσει το αίμα του γι’ αυτήν, δεν θα την αποκτήσει ποτέ διότι ο Θεός οικονόμησε να λαμβάνουμε την αιώνια ζωή με τον κατά πρόθεση θάνατο. Πέθανε και θα ζήσεις. Δεν θέλεις; Τότε είσαι νεκρός. Αλλά ας δούμε ποιες είναι οι μονές και οικίες των αρετών, για τις οποίες οφείλει κανείς να χύσει το αίμα του για να τις αποκτήσει… Πρώτη λοιπόν οικία είναι η μακάρια ταπείνωση. Διότι λέγει, «μακάριοι είναι οι πτωχοί στο πνεύμα, διότι δική τους είναι η βασιλεία των ουρανών». Αυτός λοιπόν που θέλει να εισέλθει σ’ αυτήν την οικία και ν’ αποκτήσει μαζί μ’ αυτήν την βασιλεία των ουρανών, εάν πρώτα δεν παραδώσει τον εαυτό του για σφαγή δεμένον στα χέρια και στα πόδια του, σαν κριό, προ των πυλών της, για όλους εκείνους που θέλουν και δεν θυσιαστεί και δεν πεθάνει τελείως, θανατώνοντας το δικό του θέλημα, δεν θα εισέλθει ποτέ μέσα σ’ αυτήν, αλλ’ ούτε και θα την αποκτήσει· κι αν όχι αυτήν, τότε ούτε καμμιά από τις άλλες. Διότι δεν είναι δυνατό εκείνος που υπερβαίνει αυτήν να ευρεθεί ποτέ σε άλλη· ο Θεός τις έθεσε με τάξη και βαθμό» (τ. 19Γ, σ. 181).

«Κέρδος καλό για σένα το να κόψεις τα θελήματά σου, μάρτυρα συνειδήσεως σ’ αναδείχνει» (τ. 19Ε, σ. 87, στιχ. 10-11).

«Δόξα σ’ εσένα, βασιλιά, δόξα σ’ εσένα, οικτίρμων, που δίχως τύραννους στη γη, μάρτυρες έχεις δείξει, που μαρτυρούν κάθε στιγμή απ’ τον πόθο σου μονάχα. Πάλι ο Πατέρας μέσω Υιού ‘ναι’ είπε και το Πνεύμα πρόσθεσε· Αλήθεια, όσοι το Θεό με την καρδιά αγαπούνε κι υπομονεύουν μοναχοί με τη δική του αγάπη και με δικό τους θέλημα πεθαίνουνε κάθε ώρα, αυτοί και φίλοι γνήσιοι, αυτοί συγκληρονόμοι, αυτοί είναι και μάρτυρες με την προαίρεση μόνο, χωρίς ξεσμούς και σταυρωμούς και λέβητες κι εσχάρες, χωρίς φωτιά που κατατρώει, ξίφη που κομματιάζουν!» (τ. 19ΣΤ, σελ. 201-203, στιχ. 263-273).

(ΕΠΕ, ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ, Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου)

(Η συλλογή των κειμένων έγινε από τον π. Νικόλαο Πουλάδα)

«[ο Συμεών αναφέρει στον Πατριάρχη ότι δεν θα υποχωρήσει διότι για αυτόν ήταν θέμα πίστης η τιμή στον όσιο Συμεών τον Ευλαβή, τον Πνευματικό του]· Θέλησε λοιπόν κατά το θείο λόγιο να διδάσκης, ακολουθώντας τους προγενεστέρους αγίους πατέρες, και θα σε δεχθούμε ως ομότροπο των αποστόλων και θα γίνουμε χώμα και στάχτη κάτω από τα άγια πόδια σου, και το να πατούμαστε από σε, όπως έγραψα προηγουμένως, θα το θεωρήσουμε αγιασμό. Όχι μόνο δε αυτό, αλλά θα φυλάξουμε και τις εντολές σου μέχρι θανάτου και συ θα μας υπεραγαπήσης ως δούλους και ευγνώμονες μαθητάς του Χριστού και θα μας υπερεπαινέσης ως λέγοντας καλά». «Εάν όμως δεν θέλης να διδάσκης έτσι, ώστε και να πειθαρχούμε, όπως είπαμε, στα προστάγματά σου, αλλά με υποσχέσεις ότι θα φανώ περίδοξος στην ζωή μεταξύ των ανθρώπων και θα γίνω σύνεδρός σου και όλων των αρχιερέων της Εκκλησίας, μας παρακινής ν’ αθετήσωμε τον πατέρα τον άγιο (τον Πνευματικό του), που μας φώτισε και τώρα πρεσβεύει υπέρ ημών και μας προστατεύει πάντοτε στις περιστάσεις του βίου ως φιλοστοργότατος πατήρ, και με αυτόν τον τρόπο φροντίζεις να προσκρούουμε στον Χριστό που είπε, 'όποιος αθετεί εσάς, αθετεί εμένα, τότε κι εμείς δεν θα πούμε τίποτε άλλο παρά πρέπει να πειθαρχούμε στον Θεό μάλλον παρά σε ανθρώπους'. Εάν πραγματικά, κάνοντας τούτο, έσπευδα να αρέσω στους ανθρώπους, δεν θα ήμουν δούλος του Χριστού. Διότι γνώριζε ότι εγώ από τώρα δεν προτιμώ μοναστήρι ή πλούτο ή δόξα ή κάτι άλλο από όσα επιδιώκουν στη ζωή οι άνθρωποι αντί της εξορίας που μου επιβλήθηκε για την δικαιοσύνη του Θεού. Τίποτε από αυτά, αλλά ούτε θάνατος ούτε ζωή δεν θα με χωρίσουν από την αγάπη του Χριστού μου και αυτού του πνευματικού μου πατρός… Και επειδή χάρι δικαιοσύνης και φυλάξεως της εντολής του ζώντος Θεού εξορίσθηκα από εκεί (τη μονή), δεν επιστρέφω πάλι από εκεί έως ότου ζω, αλλά θα συναποθάνω μαζί με την εντολή του Χριστού μου, χωρίς να τον αθετήσω, και γνωρίζω καλά ότι δεν θα εκπέσω των θεοπνεύστων μακαρισμών του. Διότι είπε 'θα είσθε μακάριοι, όταν σας ονειδίσουν και διώξουν και είπουν εξ αιτίας μου κάθε κακό λόγο εναντίον σας ψευδόμενοι». Καθώς λοιπόν ο πατριάρχης άκουσε αυτά, που δεν τα περίμενε, είπε· «αληθινά είσαι φιλοπατερικός Στουδίτης, κυρ Συμεών, και διαθέτεις την επιμονή εκείνων, που είναι ίσως αξιέπαινη και νόμιμη» (τ.19Α, σελ. 221-225).

(ΕΠΕ, ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ, Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου)

(Η συλλογή των κειμένων έγινε από τον π. Νικόλαο Πουλάδα)

Όχι δεν είναι. Ο Κύριος ημών κατά τη σύσταση του μυστηρίου διέταξε ρητώς: «Πίετε εξ αυτού πάντες». Το «πάντες» εδώ σημαίνει όλους. Τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο. Η ορθόδοξη Ομολογία γράφει σχετικώς: «Η κοινωνία του μυστηρίου τούτου πρέπει να γίνηται και κατά τα δυο είδη του άρτου και του οίνου τόσον από τους πνευματικούς όσον και από τους κοσμικούς».

Από την πράξη αυτή της Ορθόδοξης Εκκλησίας με την οποία συμφωνούν και οι Διαμαρτυρόμενοι, αποκλίνει η Λατινική Εκκλησία, η οποία από τον 12ο αιώνα απαγορεύει την κοινωνία του αίματος του Χρίστου στους λαϊκούς. Υπ΄ άμφότερα τα είδη της ευχαριστίας κοινωνούν μόνο οι λειτουργούντες κληρικοί. Οι επίσκοποι, βέβαια κι ο Πάπας δικαιούνται να επιτρέπουν την κοινωνία του αίματος του Χριστού στους λαϊκούς κυρίως σε όσους προσέρχονται στον Παπισμό, τους Μαρωνίτες και τους Ουνίτες.

Για να δικαιολογήσουν την πράξη τους αυτή οι Λατίνοι προφασίζονται προφάσεις πολλές, κυριότερες των οποίων είναι: Η έλλειψη οίνου σε πολλά μέρη· ο φόβος μήπως κατά την κοινωνία χυθεί το αίμα του Κυρίου· η αδυναμία που έχουν πολλοί να γεύονται του οίνου (της οξύτητας προφανώς)· το αδύνατο να διατηρείται ο οίνος επί μακρό χρονικό διάστημα κ.ά. Ότι οι λόγοι αυτοί είναι ανίσχυροι να δικαιολογήσουν μια τέτοια σημαντική καινοτομία, είναι φανερό για ένα απροκατάληπτο κριτή. Απομένει ως βασικός λόγος η εξύψωση του κλήρου υπέρ τον λαό, πράγμα που ταιριάζει στο πνεύμα και τις τάσεις της Εκκλησίας αυτής.

(Ανδρέου Θεοδώρου «Απαντήσεις σε ερωτήματα συμβολικά», εκδόσεις Αποστολική Διακονία, σελ. 259-260)

katafigioti

lifecoaching