Αυξομείωση μεγέθους γραμμάτων.
19 Σεπ

Λόγος περί Θείας Κοινωνίας! (οσίου Συμεών του Νέου Θεολόγου)

Γράφτηκε από τον 

    «Η καθημερινή του δε δίαιτα (διατροφή), αφού είχε καθαρθή ολοσχερώς, ήταν ο ζωοποιός άρτος και το τίμιο αίμα του Χριστού, καθώς επίσης και φαγώσιμα λάχανα και σπόρια» (ΕΠΕ ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ ΤΟΜΟΣ 19Α, σελ. 75)
    «(συμβουλεύει νέο Ηγούμενο) Μαζί με όλα να τηρείς ακρίβεια και κατά την εξέταση των λογισμών του καθενός, για να μάθεις ποιοι από αυτούς χρειάζονται την συμπαράταξη (=ίδια θέση στο ναό την ώρα της Λειτουργίας) με τους προσευχομένους και κοινωνούντας, και ποιοι χρειάζονται αφορισμό και τοποθέτησι μαζί με τους μετανοούντας, έτσι ώστε να μη καταστήσης, εν γνώσει ή εν άγνοια, την εκκλησία του Θεού αντί ναού αγίου σπήλαιο ληστών ή πορνείο, και να μη κατορθώσης να εκφύγης το φοβερό γι' αυτό κρίμα της οργής του Θεού» (19Α, 141)
    «Τρώγοντας όμως την παναμώμητη σάρκα του, δηλαδή τα θεία μυστήρια, γινόμαστε πραγματικά εξ ολοκλήρου σύσσωμοι και συγγενείς του, σύμφωνα και μ’ αυτά που λέγει ο θείος Παύλος ότι δηλαδή «είμαστε οστούν από τα οστά του και σάρκα από την σάρκα του», και πάλι «από το πλήρωμα της θεότητάς του, εμείς», δηλαδή όλοι, «ελάβαμε χάρη αντί χάριτος» . Έτσι λοιπόν γινόμαστε, και εξομοιωνόμαστε με τον ίδιο τον φιλάνθρωπο Θεό και Δεσπότη μας κατά χάριν, ανακαινισμένοι και ανανεωμένοι στην ψυχή, άφθαρτοι και αναστημένοι ως εκ νεκρών ζωντανοί βλέπομε αυτόν που αξιωθήκαμε να γίνομε όμοιοί του, όπως κάποιος θα μπορούσε να δει το πρόσωπο του φίλου του από μακριά και να διαλεχθεί μαζί του και να μιλήσει και ν’ ακούσει την φωνή του» (19Β, 129)
    «Όπως η Εύα κατασκευάσθηκε από την σάρκα και τα οστά του Αδάμ και ευρίσκονται οι δύο σε μία σάρκα, έτσι έγινε και με τον Χριστό· μας έδωσε τον εαυτό του σε μετάληψη από την σάρκα και τα οστά του και αυτά έδειξε στους αποστόλους μετά την εκ νεκρών ανάστασή του, λέγοντας «ψηλαφίσατέ με και ίδετε ότι το πνεύμα δεν έχει σάρκα και οστά, όπως βλέπετε εμένα που έχω» . Από εκείνα τα ίδια μας δίδει να τρώγομε και μας κάνει ένα μαζί του με την κοινωνία αυτή» (19Β,157)
      «Έτσι λοιπόν, πιστεύοντας ολόψυχα και μετανοώντας θερμά, συλλαμβάνουμε… στις καρδιές μας τον Λόγο του Θεού, όπως η Παρθένος, με το να διατηρούμε δηλαδή τις ψυχές μας παρθένες και αγνές. Κι όπως εκείνη, επειδή ήταν υπεράμωμη, δεν την έφλεξε το πυρ της θεότητας, έτσι ούτε εμάς μας καταφλέγει, όταν διατηρούμε αγνές και καθαρές τις καρδιές· αλλά γίνεται δροσιά από τον ουρανό και πηγή ύδατος και αθάνατης ζωής, που ρέει μέσα μας… Αφού όμως ο Λόγος του Θεού σαρκώθηκε μία φορά από την Παρθένο και γεννήθηκε σωματικώς από αυτήν ανεκφράστως και υπέρ λόγον, δεν μπορεί όμως αυτός να σαρκωθεί ή να γεννηθεί σωματικώς και πάλι από τον καθένα μας, τι κάνει; Από εκείνη την άχραντη σάρκα του, την οποία προσέλαβε από τις αγνές λαγόνες της πανάχραντης και Θεοτόκου Μαρίας, δια της οποίας γεννήθηκε σωματικώς, από αυτήν την σάρκα μας μεταδίδει για βρώση και τρώγοντάς την, έχουμε μέσα μας όλον τον σαρκωμένο Θεό και Κύριό μας Ιησού τον Χριστό, αυτόν τον Υιό του Θεού και υιό της παρθένου και πανάμωμης Μαρίας, τον καθισμένο δεξιά του Θεού και Πατρός, ο καθένας από μας τους πιστούς τρώγοντας αυτή την σάρκα του, τον έχομε μέσα μας, κατά το λεγόμενο από τον ίδιο· «εκείνος που τρώγει την σάρκα μου και πίνει το αίμα μου μένει μέσα μου κι εγώ μέσα σ’ αυτόν», χωρίς να προέρχεται ή να γεννάται σωματικώς και να χωρίζεται από εμάς. Πράγματι, δεν γνωρίζεται όντας κατά σάρκα σ’ εμάς ως βρέφος αλλά ευρίσκεται ασωμάτως σε σώμα, αναμιγνυόμενος κατά τρόπο ανέκφραστο με τις ουσίες και φύσεις και θεοποιώντας μας ως συσσώμους του και ως όντες σάρκα από την σάρκα του και οστούν από τα οστά του . Αυτό είναι μέσα μας το θαυμαστό της ανέκφραστης οικονομίας αυτού κι επάνω από λόγο συγκαταβάσεως, αυτό το μυστήριο το γεμάτο από μεγάλη φρίκη, αυτό που ανέβαλλα να το γράψω κι έτρεμα να το επιχειρήσω…
…όλοι οι άγιοι βέβαια τον συνέλαβαν και τον έχουν κατά χάρη και δωρεά. Από την πανάμωμη μητέρα του δανείσθηκε την παναμώμητη σάρκα του, και αντί αυτής της δώρησε την θεότητα -τι παράξενη και καινή συναλλαγή!- ενώ από τους αγίους δεν λαμβάνει βέβαια σάρκα, μεταδίδει όμως σ’ αυτούς την θεωμένη σάρκα του. Και πρόσεχε, σε παρακαλώ, το βάθος του μυστηρίου. Η χάρις του Πνεύματος λοιπόν, δηλαδή το πυρ της θεότητας, είναι του Σωτήρος μας και Θεού από την φύση και την ουσία του, το σώμα του όμως δεν είναι από εκεί, αλλά από την πάναγνη και άγια σάρκα της Θεοτόκου και από τα πανάχραντα αίματά της, και από αυτήν την ανέλαβε και την ιδιοποιήθηκε, κατά το ιερό λόγιο, «και ο Λόγος έγινε σάρκα». Αυτήν λοιπόν μεταδίδει στους αγίους ο Υιός του Θεού και της άχραντης Παρθένου· από την φύση και την ουσία του συναϊδίου Πατρός του μεταδίδει, όπως λέχθηκε, την χάρη του Πνεύματος, δηλαδή την θεότητα, όπως λέγει δια του προφήτου «και θα συμβεί στις έσχατες ημέρες να διαχύσω από το Πνεύμα μου επάνω σε κάθε σάρκα», που επίστευσε δηλαδή· από την φύση και την ουσία όμως εκείνης που τον γέννησε κυρίως και αληθώς μεταδίδει την σάρκα την οποία ανέλαβε από αυτήν. Κι όπως ακριβώς όλοι εμείς ελάβαμε από το πλήρωμά του, έτσι όλοι μεταλαμβάνομε από την αμώμητη σάρκα της παναγίας Μητέρας του, την οποία ανέλαβε από αυτήν· κι όπως ο Χριστός και Θεός μας έγινε Υιός της και Θεός, ενώ διετέλεσε αδελφός μας, έτσι κι εμείς -πω πω ανέκφραστη φιλανθρωπία!- θα γίνομε υιοί της Θεοτόκου μητέρας του και αδελφοί του ίδιου του Χριστού… Η Μητέρα του Θεού λοιπόν είναι δέσποινα και βασίλισσα, κυρία και μητέρα όλων των αγίων, ενώ οι άγιοι είναι αφ’ ενός μεν όλοι δούλοι της, επειδή είναι Μητέρα του Θεού, και αφ’ ετέρου υιοί αυτής, εφόσον μεταλαμβάνουν από την πανάχραντη σάρκα του Υιού της (ο λόγος είναι πιστός, διότι η σάρκα του Κυρίου, είναι σάρκα της Θεοτόκου), και μεταλαμβάνοντας από αυτήν την θεωθείσα σάρκα του Κυρίου, ομολογούμε και πιστεύομε ότι μεταλαμβάνουμε αιώνια ζωή, εάν βέβαια δεν την τρώμε αναξίως και μάλλον σε κρίμα των εαυτών μας. Συγγενείς πάλι αυτής (της Παναγίας) είναι τριπλώς οι άγιοι· κατά έναν τρόπο εφ΄ όσον προέρχονται από τον ίδιο πηλό και την ίδια πνοή, δηλαδή έχουν ψυχής συγγένεια· δεύτερον, εφ΄ όσον προσέλαβαν από την σάρκα της ευρίσκονται μαζί της σε κοινωνία και σε μετουσία· και τρίτον, εφ΄ όσον αυτοί αγιάσθηκαν κατά Πνεύμα δι’ αυτής ο καθένας μέσα του μπορεί να συλλαμβάνει ομοίως τον Θεό των όλων, όπως κι εκείνη είχε αυτόν μέσα της. Διότι, παρ’ όλο που τον εγέννησε σωματικώς, όλον αυτόν τον είχε μέσα της πάντοτε και πνευματικώς και ομοίως τον έχει αχώριστο τώρα και πάντοτε» (19Β, 177-9, 183,185-7)
     «Η άγια του σάρκα διαιρείται σε πολλά και η κάθε μία μερίδα από αυτόν είναι πάλι όλος εκείνος· κι είναι τόσο πολύ δυνατός, διότι και τους εχθρούς εκείνων που τον λαμβάνουν τους αποτρέπει όλους και σ’ εκείνους δίνει δύναμη, ώστε να νικήσουν τον κόσμο και να μπορέσουν να γίνουν κι αυτοί υιοί του θεού» (19Β,189)
     «τα αιώνια αγαθά, «τα οποία οφθαλμός δεν είδε και αυτί δεν άκουσε και σε καρδιά ανθρώπου δεν ανέβηκαν, αυτά που ο Θεός ετοίμασε για εκείνους που τον αγαπούν», δεν περιέχονται σε ύψος, ούτε περιορίζονται σε τόπο, ούτε κρύβονται κάπου σε βάθος, ούτε κατέχονται σε βαθειά γη ή θάλασσα, αλλ’ ευρίσκονται μπροστά σου και προ των οφθαλμών σου. Ποια είναι αυτά λοιπόν; Μαζί με τα αγαθά που ευρίσκονται στους ουρανούς, είναι τούτο το σώμα και αίμα τού Κυρίου μας Ιησού Χριστού, τα οποία καθημερινώς βλέπουμε και τρώμε και πίνουμε· αυτά ομολογουμένως είναι εκείνα τα αγαθά. Εκτός από αυτά που λέχθηκαν πουθενά δεν θα μπορέσεις να εύρεις ούτε ένα άλλο, κι αν ακόμη διασχίσεις όλη την κτίση. Εάν επιθυμείς να γνωρίσεις ότι τα λεγόμενα είναι αληθή, γίνε με την εργασία των εντολών του Θεού άγιος κι έτσι μετάλαβε των άγιων· και θα γνωρίσεις τότε ακριβώς την δύναμη αυτών που σου λέγονται» (19Β, 335-7)
     «Να μη υποπτευθείς τίποτε σωματικό ούτε να εννοήσεις κάτι γήινο· αλλά κι αυτόν τον μικρό άρτο, την μικρή μερίδα, την βλέπεις με τους νοερούς οφθαλμούς να είναι θεοποιημένη και να έχει γίνει όλη όμοια με τον άρτο που κατεβαίνει από τον ουρανό, ο οποίος είναι Θεός αληθινός και άρτος και πόμα αθάνατης ζωής· ώστε μη τυχόν εναπομένοντας με όλες τις αισθήσεις στην απιστία και στον ορατό μόνον άρτο δεν φάγεις τον ουράνιο, αλλά μόνο τον επίγειο, και στερηθείς την ζωή, επειδή δεν έφαγες πνευματικώς τον ουράνιο άρτο, όπως λέγει και ο ίδιος ο Χριστός «το πνεύμα είναι που ζωοποιεί, η σάρκα δεν ωφελεί σε τίποτε» (19Β, 343)
     «Συμβαίνει ό,τι και μ’ έναν φιλόστοργο πατέρα, ο οποίος συντρώγει βέβαια με τους υιούς του, όταν όμως δεί να αμελούν για τα μαθήματά τους και να αεροβατούν σε ανώφελα πράγματα, τους διώχνει από το τραπέζι του και προστάζει στους δούλους του να μη τους δώσουν τροφή, μαθαίνοντάς τους να μην είναι καταφρονητές και αμελείς. Τέτοιες λοιπόν διαθέσεις δείχνει και ο καλός μας Δεσπότης και Θεός στους δούλους και κατά φιλανθρωπία και χάρη υιούς του. Προσφέρει τον εαυτό του σ’ αυτούς, «ο άρτος που κατεβαίνει από τον ουρανό και δίδει ζωή στον κόσμο», και τρέφονται αιωνίως χορταστικά από αυτόν και μαζί μ’ αυτόν και προσαρμόζονται με την μέθεξη προς ζωή αιώνια, καθαγιάζοντας ψυχή και σώμα. Όταν όμως παραμελήσουν τις εντολές και θελήσουν να διατεθούν απέναντι στο αυτεξούσιο με ραθυμία και καταφρόνηση και ασχοληθούν με κάτι από τα πράγματα του κόσμου, αποκλίνοντας σε ανώφελα και ανάρμοστα στη θεοσέβεια πράγματα, τότε, ο τροφός του παντός τούς αποστερεί τον εαυτό του. Αλλ’ όμως όταν έλθουν σε συναίσθηση του αγαθού του οποίου στερήθηκαν, επιστρέφουν αμέσως και αφού κατά συνήθεια τον ζητήσουν και δεν τον εύρουν, χτυπιούνται, κλαίουν και οδύρονται, προκαλώντας στους εαυτούς τους κάθε κακοπάθεια και θλίψη, και επιποθώντας κάθε πειρασμό και ατιμία, για να δεί ο φιλάνθρωπος Πατέρας τους τις θλίψεις και την εκούσια κάκωσή τους και, αφού τους ελεήσει, να επιστρέψει και αμέσως να τους δοθεί· πράγμα που γίνεται. Έτσι με μεγάλη παρρησία αποκαθίστανται στην προηγούμενη οικειότητα και δόξα και στην απόλαυση των αγαθών «τα οποία οφθαλμός δεν είδε και αυτί δεν άκουσε και σε καρδιά ανθρώπου δεν ανέβηκαν», δείχνοντας περισσότερη ευλάβεια από πριν στον Πατέρα τους και τρέμοντάς τον ως Δεσπότη, ώστε να μη παραπέσουν και πάλι από απροσεξία στα ίδια κακά και απορριφθούν από τον πανάγαθο Πατέρα» (19Β, 377-9)
     «Ούτε η άφεση των αμαρτιών και η μετουσία της ζωής δίδεται μόνο με τον άρτο και τον οίνο της μεταλήψεως, αλλά και με την θεότητα που ακολουθεί και είναι αναμιγμένη κατά τρόπο μυστικό και ασύγχυτο με αυτά. Και λέγεται μυστικώς για τον λόγο ότι η θεότης δεν αποκαλύπτεται σε όλους, αλλά στους άξιους της αιώνιας ζωής, και τους καθιστά υιούς του φωτός και υιούς της ήμερας αυτούς που την βλέπουν» (19Γ, 127)
     «Το ότι για τη σωτηρία δεν μας αρκεί μόνο το βάπτισμα, αλλά και ότι μας είναι αναγκαιότερη η μετάληψη της σαρκός του Ιησού και Θεού και του τιμίου του αίματος, άκουσε τα εξής «και ο Λόγος έγινε σάρκα και κατασκήνωσε μέσα μας». Και ότι αυτά τα δηλώνει γι’ αυτά, άκουσε τον Κύριο που λέγει τα εξής «όποιος τρώγει τη σάρκα μου και πίνει το αίμα μου μένει μέσα σ’ εμένα, κι’ εγώ μέσα σ’ αυτόν». Όταν έγινε αυτό και βαπτισθήκαμε πνευματικώς δια του παναγίου Πνεύματος και γίναμε τέκνα του Θεού και ο σαρκωθείς Λόγος δια της μεταλήψεως του αχράντου σώματος και αίματος σκήνωσε μέσα μας σαν φως, τότε θεωρήσαμε τη δόξα του» (19Γ, 143)
     «Αν και εκείνοι που τρώγουν την σάρκα του και πίνουν το αίμα του έχουν ζωή αιώνια, κατά το θείο λόγιό του, εμείς όμως τρώγοντας αυτά δεν αισθανόμαστε να γίνεται μέσα μας τίποτε περισσότερο από την αισθητή τροφή ούτε λαμβάνομε γνώση άλλης ζωής, άρα μεταλάβαμε μόνο απλό άρτο, όχι και Θεό. Πράγματι, αν ο Χριστός είναι Θεός και άνθρωπος και η άγια σάρκα του δεν είναι μόνο σάρκα, αλλά σάρκα και Θεός αχωρίστως, αλλά και ασυγχύτως, όντας ορατός με τη σάρκα, δηλαδή κατά τον άρτο με τους αισθητούς οφθαλμούς, και αόρατος κατά τη θεότητα με τους αισθητούς, καθορώμενος όμως με τα μάτια της ψυχής» (19Γ, 163)
     «Αντί πλούσιας από αφθονία εδεσμάτων τράπεζας, ας είναι για σένα μόνον ο ζών άρτος, όχι μόνον ο αισθητός και ορατός, αλλ’ αυτός που είναι στον αισθητό και δι’ αυτού ως αισθητός γίνεται και δίνεται σε σένα, ο ίδιος ο άρτος που κατεβαίνει από τον ουρανό και δίνει ζωή στον κόσμο , τον οποίο όσοι τον τρώγουν όχι μόνο τρέφονται, αλλά και ζωοποιούνται και ζώντας ανασταίνονται ως εκ νεκρών. Αυτό ας είναι για σένα απόλαυση και τρυφή ακόρεστη και αδάπανη. Οίνος πάλι ας είναι, όχι αυτός που βλέπεται, αλλ’ εκείνος βέβαια που φαίνεται ως οίνος, αλλά νοείται ως αίμα Θεού, ανέκφραστο φως, ανείπωτος γλυκασμός, αιώνια ευφροσύνη· αυτόν εάν τον πίνεις αξίως, δεν θα διψάσεις στον αιώνα, αρκεί μόνο να γίνεται με αίσθηση της ψυχής, με ετοιμασία ειρήνης των δυνάμεών της. Και πρόσεχε, παρακαλώ, από εδώ την έννοια των λόγων. Εάν συμμετέχεις σ’ αυτά αισθητικώς και γνωστικώς, τότε συμμετέχεις αξίως· εάν όχι, τρώγεις και πίνεις αναξίως. Εάν μετέλαβες με καθαρή θεωρία εκείνο που μετέλαβες, να λοιπόν έγινες άξιος αυτής της τράπεζας· εάν δεν γίνεις άξιος, δεν θα προσκολληθείς, καθόλου δεν θα ενωθείς με τον Θεό. Ας μη φαντασθούν λοιπόν εκείνοι που μετέχουν αναξίως στα θεία μυστήρια ότι δι’ αυτών έτσι απλώς προσκολλώνται και ενώνονται με τον αόρατο Θεό· διότι αυτό δεν συμβαίνει σ’ αυτούς καθόλου, ούτε θα συμβεί ποτέ. Πράγματι, μόνον όσοι με την μετουσία της θείας σαρκός του Κυρίου αξιώνονται να δουν και να φάγουν την αποκάλυψη της αόρατης θεότητας κατά την νοερή επαφή με το νοερό βλέμμα και στόμα, γνωρίζουν ότι ο Κύριος είναι χρηστός. Αυτοί, τρώγοντας και πίνοντας όχι μόνον αισθητώς αισθητό άρτο, αλλά συγχρόνως και Θεόν νοητώς, τρέφονται με διπλές αισθήσεις τον ένα ορατώς και τον άλλο αοράτως, και ενώνονται και κατά τα δύο με τον διπλό στις φύσεις Χριστό, γενόμενοι σύσσωμοι μ’ αυτόν και συγκοινωνοί της δόξας και της θεότητας. Έτσι λοιπόν ενώνονται με τον Θεό όσοι τρώγουν αξίως και κατά γνώση και θεωρία του μυστηρίου τον άρτο αυτό και με ευαίσθητη ψυχή και καρδιά πίνουν από το ποτήρι αυτό. 'Όσοι όμως το κάνουν αυτό αναξίως είναι κενοί της δωρεάς του αγίου Πνεύματος, διότι τρέφουν μόνο το σώμα και όχι και την ψυχή τους. Αλλά μη θορυβηθείς, αγαπητέ, ακούοντας να σου λέμε την αλήθεια. Διότι, εάν ομολογείς ότι η σάρκα του Κυρίου είναι άρτος ζωής και ότι δίνει ζωή, και εάν γνωρίζεις ότι το αίμα του δίνει ζωή σ’ εκείνους που μετέχουν και ότι σ’ εκείνον που το πίνει γίνεται ως πηγή ύδατος που αναβλύζει ζωή αιώνια, πες μου, πώς, εσύ που μετέχεις σ’ αυτά, δεν προσθέτεις τίποτε πλέον ψυχικώς, αλλά κι αν αισθανθείς ίσως κάποια μικρή χαρά, μένεις πάλι έπειτα από λίγο όπως ήσουν και πριν χωρίς καμία προσθήκη ζωής μέσα σου, χωρίς αναβλύζουσα πηγή, χωρίς να βλέπεις αυτό το φως; Διότι ο άρτος αυτός αισθητώς βέβαια φαίνεται ψωμί γι’ αυτούς που δεν ξεπέρασαν την αίσθηση, νοερώς όμως είναι φως αχώρητο και απρόσιτο· έτσι και ο οίνος είναι κι αυτός ομοίως φως, ζωή, πυρ και ύδωρ ζών. Εάν λοιπόν, τρώγοντας και πίνοντας τον θείο άρτο και τον οίνο της ευφροσύνης, δεν γνωρίζεις εάν έζησες την ανώλεθρη ζωή, εάν δέχθηκες, όπως ο προφήτης , φωτοειδή ή πύρινο τον άρτο, εάν ήπιες ως ύδωρ αναβλύζον το δεσποτικό αίμα, εάν δεν έφθασες καθόλου σε θεωρία και μέθεξη κανενός από αυτά, πώς νομίζεις ότι έγινες κοινωνός της ζωής; Πώς νομίζεις ότι άγγιξες το απρόσιτο πυρ, ή πώς πιστεύεις γενικά ότι μετέλαβες τελείως το αΐδιο φως; Ασφαλώς καθόλου δεν έχει συμβεί αυτό σ’ εσένα που δε έχεις συνειδητή αντίληψη γι’ αυτά· αλλά το φως, ενώ είσαι τυφλός, σε καταλάμπει, το πυρ σε θερμαίνει, χωρίς όμως να σ’ έγγισε, η ζωή σε επισκίασε, αλλά δεν ενώθηκε μαζί σου, το ζών ύδωρ πέρασε από την ψυχή σου σαν από ρυάκι, επειδή δεν ευρήκε υποδοχή άξιά του. Λαμβάνοντας λοιπόν και εγγίζοντας έτσι τα άψαυστα και νομίζοντας ότι τα τρώγεις, μένεις χωρίς να τα λαμβάνεις ούτε να τα τρώγεις, χωρίς να έχεις τίποτε τελείως μέσα σου. Διότι ο απρόσιτος Λόγος, ο άρτος που κατεβαίνει από τον ουρανό, δεν περιλαμβάνεται αισθητώς, αλλά μάλλον αυτός συμπεριλαμβάνει και εγγίζει και ενώνεται με εκείνους που είναι άξιοι και καλώς ευτρεπισμένοι προς υποδοχή του. Εάν λοιπόν εορτάζεις έτσι και έτσι μεταλαμβάνεις τα θεία μυστήρια, όλη σου η ζωή θα είναι μία εορτή, και ούτε εορτή, αλλά αφορμή εορτής και ένα Πάσχα, η μετάβαση και αναχώρηση από τα ορατά προς τα νοητά» (19Γ, 279-283)
     «Έγραψε (ο Συμεών ο Ευλαβής, πνευματικός του οσίου Συμεών) και δίδαξε λέγοντας ‘Αδελφέ, ποτέ μη κοινωνήσεις χωρίς δάκρυα’. Αυτό όταν το άκουσαν οι ακροατές (διότι ήταν πολλοί όχι μόνον λαϊκοί, αλλά και μοναχοί από τους ονομαστούς και ξακουστούς για την αρετή) θαύμασαν για τον λόγο και αφού κοιτάχθηκαν μεταξύ τους, όλοι μαζί με μια φωνή είπαν χαμογελώντας ‘Λοιπόν εμείς ποτέ δεν θα κοινωνήσομε, αλλά θα μείνομε όλοι ακοινώνητοι!’ Αυτά όταν τα άκουσα εγώ ο άθλιος και ταλαίπωρος και θυμήθηκα κατ’ ιδίαν αυτούς που τα είπαν αυτά καθώς και τα ίδια τους τα λόγια και κυριεύθηκα από ταραχή, έκλαυσα πικρώς και με πόνο της καρδιάς μου είπα στον εαυτό μου τα εξής ‘Άραγε έτσι στ’ αλήθεια αντιμετωπίζουν το πράγμα αυτό και είπαν αυτά που είπαν επειδή σκέφθηκαν από την ψυχή τους ότι αυτό είναι αδύνατο;’» (19Γ, 367)
     «Ενώ αυτός που τα κάμνει όλα αυτά και περνά τον βίο του με στεναγμούς και δάκρυα, και πολύ άξιος είναι να μετέχει στα θεία μυστήρια όχι μόνο όταν είναι εορτή, αλλά και κάθε ημέρα από αυτήν, εάν είναι τολμηρό να πω, την αρχή της μετάνοιας και επιστροφής του. Διότι ο άνθρωπος αυτός είναι άξιος συγχωρήσεως επειδή πρόκειται να επιμένει μέχρι τέλους σ’ αυτά και τα τέτοια έργα, βαδίζοντας με ταπείνωση και συντριμμένη καρδιά. Διότι ενεργώντας έτσι και ευρισκόμενος σε τέτοια κατάσταση φωτίζεται η ψυχή του καθημερινά, βοηθούμενος από την μετάληψη των αγίων, και πολύ σύντομα φθάνει σε τελεία κάθαρση και αγιότητα… Εάν αυτός που δεν επέδειξε άξιους τους καρπούς της μετανοίας, εξελέγχεται από όλη την θεόπνευστη Γραφή ότι είναι ανάξιος, πώς, πες μου εσύ, δίχως δάκρυα θα μπορέσει ποτέ κανείς να καθαρισθεί και, όσο εξαρτάται από αυτόν, να μεταλάβει αξίως των μυστηρίων; Διότι πρώτος καρπός της μετανοίας είναι αυτά 9τα δάκρυα)» (19Γ, 407-9)
     «(συμβουλεύει νέο ηγούμενο) Να είσαι προσεκτικός προς όλους και στην εξέταση των λογισμών του καθενός, ώστε να μπορείς να γνωρίζεις ποιοι απ’ αυτούς πρέπει ν’ ανήκουν στη θέση των ευχομένων και κοινωνούντων, και ποιοι χρειάζονται αποχωρισμό και μετάνοια με δάκρυα και στάση στη θέση των μετανοούντων (στο Ναό), ώστε από κάποια συμπάθεια προς κάποιους να μη καταστήσεις την Εκκλησία του Θεού, αντί ναό άγιο, σπήλαιο ληστών ή πορνείο εν άγνοια ή εν γνώσει σου, πράγμα για το οποίο δεν θ’ αποφύγεις το φοβερό κρίμα της οργής του Θεού» (19Δ,203)
     «Στάσου (στη Θ.Λειτουργία) γεμάτος τρόμο, σαν να βλέπεις τον Υιό του Θεού να θυσιάζεται για σένα. Και εάν είσαι άξιος και πάρεις άδεια γι’ αυτό, πήγαινε με φόβο και χαρά να κοινωνήσεις τα απόρρητα αγαθά» (19Δ, 321)
     «Πώς μέλος του σώματός σου μ’ αξίωσες να γίνω, τον ακάθαρτο έμενα, τον άσωτο, τον πόρνο; Πώς μου φόρεσες ολόλαμπρη στολή, που ακτινοβολεί αίγλη αθανασίας και κάνει φως όλα τα μέλη μου; Το σώμα το δικό σου, το άχραντο και θείο, αστράφτει ακέραιο με τη φλόγα της θεότητάς σου ανακραμένο και σμιγμένο ανέκφραστα. Το σώμα αυτό δώρισες και σε μένα, Θεέ μου. Γιατί το ρυπαρό και φθαρτό τούτο σκήνος με το πανάχραντο ενωμένο σώμα σου και το αίμα σου με το δικό μου ως έσμιξε, ξέρω, με τη θεότητά σου ενώθηκα και το δικό σου καθαρότατο σώμα έγινα, μέλος που αστράφτει, μέλος άγιο αληθινά, φωτίζει ως πέρα κι ακτινοβολεί και λάμπει» (19Ε, 67)
     «Μετέχοντας λοιπόν τη σάρκα σου μετέχω αλήθεια τη φύση σου κι αλήθεια την ουσία σου κοινωνώ, συγκοινωνώ τη θεότητα και με το σώμα την κληρονομώ και γίνομαι πιστεύω ανώτερος απ’ τους ασώματους, γίνομαι του Θεού γιός, όπως είπες, όχι στους αγγέλους αλλά σ’ εμάς, αποκαλώντας μας θεούς. Εγώ είπα· «Είστε όλοι γιοι του Θεού του Υψίστου(Ψαλμ 81,6)» (19Ε, 97)
     «Όπου προσφέρεται ο άρτος και χύνεται ο οίνος στο όνομα, Λόγε, της σάρκας και του αίματός σου, εκεί είσαι ο ίδιος εσύ, ο Θεός μου και Λόγος, κι αυτά γίνονται αληθινά το δικό σου σώμα και αίμα με την κάθοδο του Πνεύματος και τη δύναμη του Υψίστου. Κι έχω την τόλμη ν’ αγγίξω τον απρόσιτο Θεό ή πιο καλά αυτόν που κατοικεί στο φως το απρόσιτο, όχι μόνο σ’ αυτή τη φθαρτή ανθρώπινη φύση αλλά και σ’ όλες τις νοερές στρατιές των αγγέλων. Αυτό λοιπόν το απόρρητο, το πάνω από τη φύση, υπούργημα και έργο που τάχτηκα να τελώ με κάνει να βλέπω μπροστά μου το θάνατο. Γι’ αυτό χωρίς να νιώσω χαρά, κυριεύτηκα από τρόμο, γνωρίζοντας ότι είναι αδύνατο για μένα και για τον καθένα νομίζω, να λειτουργεί (ως ιερέας) επάξια και να έχει ζωή έτσι αγγελική μέσα σε σώμα ή μάλλον ζωή πάνω από αγγέλους, για να γίνει, όπως το έδειξε ο λόγος και είναι η αλήθεια, κοντινότερη από εκείνους κατά το αξίωμα, αφού και με τα χέρια του πιάνει και με το στόμα του τρώει αυτόν που εκείνοι με φρίκη μόνο και τρόμο τον παραστέκονται» (19Ε, 143)
     «Μέλη Χριστού γινόμαστε, μέλη ο Χριστός δικά μας· Χέρι ο Χριστός, πόδι ο Χριστός του πανάθλιου εμένα, κι ο άθλιος εγώ χέρι Χριστού και Χριστού πόδι πάλι· κινώ το χέρι και είναι αυτό ο Χριστός ακέραιος και τη θεότητα ακομμάτιαστη στο νου σου βάλε· κινώ το πόδι μου και να που αστράφτει όπως εκείνος. Μην πεις πως βλαστημώ, μα δέξου ό,τι είπα και το Χριστό προσκύνησε που έτσι σε κάνει. Και συ, αν θελήσεις, μέλος του θα γίνεις κι έτσι τα μέλη όταν του καθένα μας θα γίνουν μέλη του Χριστού ως αυτός δικά μας μέλη κι όλα όσα έχομε άσχημα σε ωραία θα τ’ αλλάξει στολίζοντάς τα με την ομορφιά της θεότητας και τη δόξα, και θεοί θα γίνομε μαζί με το Θεό όντας όλοι μας και καθόλου πια δε θα βλέπουμε άσχημο το σώμα μας, αλλά θα είμαστε όλοι όμοιοι με όλο το σώμα του Χριστού και θα είναι όλος ο Χριστός μέλος μας ένα ένα» (19Ε, 155-7)
     «Σκέφτομαι εγώ κι εκείνος είναι εντός μου, στη δόλια μου καρδιά αστραποβολώντας, με φως του τυλίγοντάς με μ’ αίγλη αθάνατη· με τις ακτίνες του όλα μου φωτίζονται τα μέλη όλος, περιπλεγμένος πάνω μου με πνίγει στα φιλιά του και στον ανάξιο εμένα ακέριος παραδίνεται στην ομορφιά και στην αγάπη του βυθίζομαι και πλημμυρίζω από ηδονή και θεία γλυκύτητα. Το φως του κοινωνώ, τη δόξα του μετέχω, ίδια το πρόσωπό μου λάμπει με του ποθητού μου και φως όλα τα μέλη μου ακτινοβολούνε. Και να ’με εγώ και γίνομαι πιο ωραίος απ’ τους ωραίους πιο πλούσιος απ’ τους πλούσιους κι από τους δυνατούς είμαι απ’ όλους δυνατότερος κι από τους βασιλιάδες τρανότερος, κι απ’ όσα βλέπονται πιο απ’ όλα τιμημένος, όχι απ’ τη γη μονάχα και τα γήινα παρά και τ’ ουρανού κι όλα τα ουράνια, όπως κρατώ τον πλάστη όλων» (19Ε, 167)
     «Εσένα λοιπόν μόνο τον ακατανόητο κι εσέ τον άφραστο, εσένα που στο σύμπαν δεν χωράς και σ’ όλους εισ’ απρόσιτος, πώς άξιος γίνομαι, Χριστέ, να σε κρατώ, να σε φιλώ, να σε κοιτώ και να σε τρώγω και να σ’ έχω στην καρδιά μου, κι ωστόσο να μην καίγομαι» (19Ε, 241)
     «Θάμπωμα με κατέχει κι’ αμηχανία γιατί αυτόν που έχει τα πάντα στην παλάμη του, τον βλέπω να περιέχεται μές στην καρδιά μου. Αλλά γιατί, Χριστέ μου, το παράξενο έλεός σου; Τι είναι, Λόγε, η συγκατάβασή σου η άμετρη; Γιατί προς τη δική μου ήρθες πτωχεία, πώς και σε σπίτι μπήκες κατασκόνιστο, εσύ που κατοικείς, Θεέ μου, στο φως το απρόσιτο; Πώς και κρατάς το σπίτι αυτό απ’ τη φλόγα απείραχτο, ενώ φωτιά είσαι που δεν την αντέχει η θνητή φύση; Τι αντάξιο της δόξας σου να κάνω και τι ισοζύγισμα να βρω στην τόση αγάπη; Σε σένα που με τόση δόξα και τιμή με δόξασες έμενα τον ανάξιο, τι να σου προσφέρω; Εμένα που καταφρονώντας να με δουν δε θέλουν οι άνθρωποι κι ούτε να μου μιλήσουν ούτε και να φαν μαζί μου μ’ εμένα τον πανάθλιο δε θέλουν με κανένα τρόπο, εσύ που κάθε ζωντανή ύπαρξη τρέφεις, εσύ που είσαι απρόσιτος στα Σεραφίμ, ο κτίστης πάντων και ποιητής και Δεσπότης όχι μόνο με βλέπεις, μου μιλάς και με τρέφεις, αλλά και μ’ έχεις αξιώσει πραγματικά τη σάρκα σου στα χέρια να έχω και να τρώγω και το αίμα το πανάγιο σου να πίνω, που για μένα όταν σ’ έσφαξαν ξεχύθη… πώς να σταθώ, Χριστέ, μπροστά σου και πώς στην τράπεζά σου να πλησιάσω; Πώς να κρατήσω τ’ άχραντό σου σώμα με καταλερωμένα μου τα χέρια; Πώς να σε υμνήσω, να παρακαλέσω γι’ άλλους, αφού τη σχέση αγάπης και την παρρησία σ’ εσένα η πίστη μου και τα έργα τα καλά μου δε μου επιτρέπουν, αλλά οφειλέτης είμαι, όπως γνωρίζεις, πολλών ταλάντων και πολλών αμαρτημάτων;» (19Ε,253-255)
     «Σαν με κάθαρε η μετάνοια και τα δάκρυά μου ποτάμια, θεωμένο κοινωνώντας 470 σώμα, Θεού σώμα που ήταν, γίνομαι κι εγώ θεός με την άφραστη ένωσή μου. Κοίτα το μυστήριο τώρα!» (19ΣΤ, 87)
     «Αυτό τώρα γυρεύομε και σε παρακαλούμε, Σωτήρα, σου προσπέφτουμε και δώστο μας για πάντα και τώρα να έχομε τροφή, πανεύσπλαχνε, από τούτον τον άρτο που απ’ τον ουρανό νοητά κατεβαίνει και σ’ όλους που τον κοινωνούν ζωή τους μεταδίνει και φεύγοντας και προς εσέ βαδίζοντας, Θεέ μου, συνοδοιπόρο να ’χουμε, βοηθό μας και σωτήρα, μαζί και με τη χάρη του σ’ εσέ να οδηγηθούμε κι έτσι στην κρίση τη φρικτή εκείνο να σκεπάσει τις αμαρτίες μας, Δέσποτα, να μη ξεσκεπαστούνε κι ούτε σε όλους να φανούν αγγέλους και ανθρώπους, αλλά και ιμάτιο για μας αστραφτερό να γίνει και δόξα και διάδημα στους αιώνες των αιώνων» (19ΣΤ, 299)
     «Μα η σάρκα του Δεσπότη μου που είναι θεωμένη κι είναι μεστή από ζωή, συμμέτοχούς της όλους κάνει, όλους τούτους που την τρών’ και τους αθανατίζει και τους περνά διασχίζοντας όχι πέλαγος μέγα ούτε κι από την Αίγυπτο τους φέρνει σ’ άλλη χώρα, παρέχοντας φθαρτούς καρπούς και πάλι στους ανθρώπους, ούτε σαράντα ολόκληρα χρόνια να περπατάμε έδωσεν ορισμό σ’ εμάς ο λυτρωτής του κόσμου, ώστε στη γη να φτάσομε όπου μας επαγγέλθη, αλλά με πίστη ακλόνητη μετά το βάπτισμά μας και το αίμα και τη σάρκα του έχοντας μεταλάβει από το θάνατο στη ζωή, στο φως απ’ το σκοτάδι κι από τη γη στον ουρανό μας ανυψώνει αμέσως. Μ’ απάλλαξε από τη φθορά και το θάνατο πρώτα κι ελεύθερο στην αίσθηση μ’ έκανε και στη γνώση και το από όλα πιο φρικτό, νέον ουρανό με δείχνει και μέσα μου κατοίκησε ο δημιουργός των όλων, που δεν αξιώθηκε κανείς απ’ τους αρχαίους αγίους. Μιλούσε και πρωτύτερα με το άγιο του το Πνεύμα και έκανε τα θαύματα με την ενέργειά του, μα δεν ενώθη ο Θεός ποτέ με κάποιον κατ’ ουσίαν προτού να γίνει άνθρωπος ο Χριστός και Θεός μου. Έλαβε σώμα κι έδωσε το θείο του το Πνεύμα και κατ’ ουσίαν με τους πιστούς μέσον του ενώνεται όλη και γίνεται αδιάσπαστη η ένωση με τούτους» (19ΣΤ, 333)
     «(μιλά ο Χριστός) Και τα φρικτά μυστήριά μου άγνωστά τους, που άρτο θαρρούν κρατούν, φωτιά ενώ είμαι, και με περιφρονούν ως απλόν άρτο και θαρρούν πώς ψωμί βλέπουν και τρώνε, μη βλέποντας την αόρατή μου δόξα» (19ΣΤ, 407)

(η επιλογή των κειμένων έγινε από τον π. Νικόλαο Πουλάδα)

Εύρεση

Δημοφιλή Θέματα (Α-Ω)

αγάπη (541) Αγάπη Θεού (250) αγάπη σε Θεό (179) αγάπη σε Χριστό (130) άγγελοι (44) Αγγλικανισμός (1) Αγία Γραφή (108) Αγιασμός (6) Άγιο Πνεύμα (77) άγιοι (143) άγιος (181) αγνότητα (26) άγχος (35) αγώνας (105) αγώνας πνευματικός (209) Αθανασία (5) Αθανάσιος ο Μέγας (3) αθεΐα (126) αιρέσει (1) αιρέσεις (325) ακτημοσὐνη (14) αλήθεια (89) αμαρτία (247) Αμβρόσιος άγιος (3) άμφια (1) Αμφιλόχιος της Πάτμου (4) Ανάληψη Χριστού (4) Ανάσταση (126) ανασταση νεκρών (24) ανθρώπινες σχέσεις (279) άνθρωπος (173) αντίχριστος (10) αξιώματα (15) απἀθεια (5) απελπισία (2) απιστία (17) απληστία (2) απλότητα (8) αποκάλυψη (8) απόκρυφα (16) Απολογητικά Θέματα (1) αργολογία (3) αρετή (183) Αρσένιος Όσιος (3) ασθένεια (101) άσκηση (42) αστρολογία (2) Αυγουστίνος άγιος (1) αυταπάρνηση (23) αυτεξούσιο (1) αυτογνωσία (126) αυτοθυσἰα (22) αυτοκτονία (6) αχαριστία (2) Β Παρουσία (10) Β' Παρουσία (11) βάπτιση (15) βάπτισμα (26) Βαρβάρα αγία (1) Βαρσανουφίου Οσίου (31) Βασιλεία Θεού (7) Βασίλειος ο Μέγας (25) Βελιμίροβιτς Νικόλαος Άγιος (9) βία (4) βιβλίο (29) βιοηθική (10) Βουδδισμός (5) γάμος (114) Γένεση (5) Γέννηση Κυρίου (4) Γεροντικόν (194) Γερόντισσα Γαβριηλία (1) γηρατειά (10) γιόγκα (2) γλώσσα (64) γνώση (21) γονείς (132) Γρηγόριος ο Θεολόγος (14) Γρηγόριος ο Παλαμάς όσιος (6) γυναίκα (32) δάκρυα (40) δάσκαλος (23) Δεύτερη Παρουσία (15) Δημιουργία (59) διάβολος (184) Διάδοχος Φωτικής όσιος (13) διακονία (1) διάκριση (133) διάλογος (5) δικαιο (3) δικαιοσύνη (27) Διονύσιος Αρεοπαγίτης Άγιος (1) Δογματικα Θέματα (182) Δογματική Τρεμπέλα (1) δύναμη (57) Δωρόθεος αββάς (8) εγκράτεια (11) εγωισμός (232) εικόνες (26) Ειρηναίος Λουγδούνου άγιος (3) ειρήνη (43) εκκλησία (202) Εκκλησιαστική Ιστορία (24) Εκκλησιαστική περιουσία (3) έκτρωση (5) έλεγχος (15) ελεημοσύνη (93) ελευθερία (46) Ελλάδα (19) ελπίδα (48) εμπιστοσὐνη (45) εντολές (8) Εξαήμερος (2) εξέλιξης θεωρία (16) Εξομολόγηση (139) εξωγήινοι (2) εξωσωματική γονιμοποίηση (5) Εορτή (1) επάγγελμα (16) επιμονἠ (31) επιστήμη (107) εργασία (74) Ερμηνεία Αγίας Γραφής (73) έρωτας (17) έρωτας θείος (5) εσωστρέφεια (1) Ευαγγέλια (83) Ευαγγέλιο Ιωάννη Ερμηνεία (33) Ευαγγελισμός (1) ευγένεια (12) ευγνωμοσὐνη (30) ευσπλαχνία (28) ευτυχία (59) ευχαριστία (36) Εφραίμ ο Σύρος όσιος (2) εχεμύθεια (1) ζήλεια (13) ζώα (38) ζωή (14) ηθική (13) ησυχία (29) θάνατος (242) θάρρος (81) θαύμα (193) θέατρο (2) Θεία Κοινωνία (151) Θεία Λειτουργία (114) θεία Πρόνοια (10) θἐλημα (35) θέληση (28) Θεόδωρος Στουδίτης όσιος (36) θεολογία (27) Θεός (195) Θεοφάνεια (5) θέωση (4) θλίψεις (260) θρησκείες (40) θυμός (94) Ιάκωβος Τσαλίκης Όσιος (7) ιατρική (13) Ιγνάτιος Θεοφόρος (9) ιεραποστολή (47) ιερέας (167) ιερωσύνη (12) Ινδουισμός (12) Ιουδαίοι (1) Ιουστίνος άγιος (2) Ιουστίνος Πόποβιτς Άγιος (1) Ισαάκ ο Σύρος (3) Ισίδωρος Πηλουσιώτης όσιος (34) Ισλάμ (11) Ιστορία Ελληνική (8) Ιστορία Παγκόσμια (14) Ιστορικότης Χριστού (1) Ιωάννης Θεολόγος (1) Ιωάννης Κροστάνδης (212) Ιωάννης Χρυσόστομος (271) Ιωσήφ Ησυχαστής Άγιος (2) Καινή Διαθήκη Ερμηνεία (30) Καινή Διαθήκη κριτικό κείμενο NestleAland (5) Κανόνες Εκκλησίας (4) καρδιά (74) Κασσιανός Όσιος (4) κατάκριση (112) καταναλωτισμός (8) Κατηχητικό (3) καύση νεκρών (1) κενοδοξία (9) κήρυγμα (49) Κίνητρα (2) Κλίμακα (5) κλοπή (5) Κοίμησις Θεοτόκου (15) κοινωνία (165) κόλαση (31) Κουάκεροι (1) ΚράτοςΕκκλησία (1) Κρίσις Μέλλουσα (25) Κύριλλος Άγιος (1) Λατρεία Θεία (73) λείψανα (8) λογισμοί (88) λόγος Θεού (7) Λουκάς Κριμαίας Άγιος (1) λύπη (51) μαγεία (12) Μάξιμος Ομολογητής (2) μάρτυρες (24) μεγαλοσὐνη (7) Μεθοδιστές (1) μελέτη (48) μετά θάνατον (36) μετά θάνατον ζωή (71) Μεταμόρφωση (5) Μεταμόρφωσις (5) μετάνοια (276) Μετενσάρκωση (3) μητέρα (49) μίσος (9) ΜΜΕ (4) μνημόσυνα (7) μοναξιά (19) μοναχισμός (93) Μορμόνοι (1) μόρφωση (20) μουσική (4) Ναός (15) ναρκωτικά (4) Νεκτάριος άγιος (13) νέοι (26) νεοπαγανισμός (5) νηστεία (55) Νικόλαος Άγιος (3) νους (29) οικονομία (2) Οικουμενισμός (3) ομολογία (3) ομορφιά (16) ομοφυλοφιλία (1) όνειρα (31) οραμα (18) οράματα (17) Ορθοδοξία (261) όρκος (1) πάθη (231) πάθος (28) παιδεία (23) παιδιά (131) Παΐσιος Όσιος (259) Παλαιά Διαθήκη (5) Παλαιά Διαθήκη Ερμηνεία (9) παλαιοημερολογίτες (13) Παναγία (226) Παπαδόπουλος Στυλιανός (3) παράδειγμα (36) Παράδεισος (92) Παράδοση Ιερά (6) Παρθένιος ο Χίος Όσιος (1) Πάσχα (20) πατήρ Νικόλαος Πουλάδας (17) πατρίδα (9) Πατρολογία (8) Παύλος Απόστολος (4) πειρασμοί (18) Πεντηκοστή (10) περιέργεια (2) Πέτρος Απόστολος (1) πίστη (467) πλησἰον (47) πλούτος (56) Πνευματικές Νουθεσίες (87) πνευματική ζωή (236) πνευματικός πατέρας (100) πνευματισμός (9) ποίηση (17) πόλεμος (26) πολιτική (25) πολιτισμός (8) Πόποβιτς Ιουστίνος άγιος (17) Πορφύριος Όσιος (242) πραότητα (1) προθυμἰα (9) Πρόνοια (5) Πρόνοια Θεία (83) προορισμός (10) προσευχή (563) προσοχή (30) προσπἀθεια (78) προτεσταντισμός (26) προφητείες (13) ραθυμία (14) Ρωμαιοκαθολικισμός (33) Σαρακοστή (10) σεβασμός (20) Σεραφείμ του Σαρώφ Όσιος (4) σιωπή (7) σοφία (42) Σπυρίδων Άγιος (1) σταθερότητα (1) Σταυρός (70) Σταυροφορίες (4) Σταύρωση (46) συγχώρηση (66) συκοφαντία (1) Συμεών Νέος Θεολόγος όσιος (83) συμπὀνια (15) συνείδηση (18) σχίσμα (33) σώμα (34) σωτηρία (12) Σωφρόνιος του Έσσεξ (26) τάματα (2) ταπεινοφροσύνη (231) ταπείνωση (109) Τέλος Κόσμου (3) Τεσσαρακοστή Μεγάλη (4) τέχνη (1) τιμωρία (11) Τριάδα Αγία (29) τύχη (2) υγεία (9) υλικά αγαθά (37) υπακοή (97) Υπαπαντή (1) υπαρξιακά (73) υπερηφἀνεια (47) υποκρισία (20) υπομονή (195) φανατισμός (5) φαντασία (3) φαντάσματα (2) φιλαργυρἰα (6) φιλαυτἰα (10) φιλία (26) φιλοσοφία (23) Φλωρόφσκυ Γεώργιος (3) φόβος (50) φὀβος Θεοὐ (16) φως (29) χαρά (94) Χαράλαμπος Άγιος (1) χάρις θεία (84) χαρίσματα (30) Χειρόγραφα Καινής Διαθήκης (1) Χριστιανισμός (19) χριστιανός (78) Χριστός (187) Χριστούγεννα (59) χρόνος (34) ψεύδος (22) ψυχαγωγία (9) ψυχή (214) ψυχολογία (24)