Αυξομείωση μεγέθους γραμμάτων.
23 Μαρ

Οι ιερές εικόνες και η Εικονομαχία!

Γράφτηκε από τον 

(Εκκλησιαστική Ιστορία τόμος Α΄, Βλασίου Φειδά σελ. 764-767 & 769-773 οι υπογραμμίσεις δικές μας όπως και μία ελαφρά μεταγλώττιση του κειμένου)
 
Α. Η περί των ιερών εικόνων παράδοση της εκκλησίας
Ο Χριστιανισμός υπό την επίδραση του Ιουδαϊσμού και των διατάξεων της Παλαιάς Διαθήκης, οι οποίες απαγορεύουν την εξεικόνιση του θείου, δεν θεώρησε κατ’ αρχάς αναγκαία τη δημιουργία εικονικής ή γλυπτικής χριστιανικής τέχνης. Περιορίσθηκε μόνο σε απλά σύμβολα και συμβολικές παραστάσεις, τα οποία συνεδέοντο αναγωγικά με θεμελιώδεις διδασκαλίες της χριστιανικής πίστεως. Είναι χαρακτηριστικό ότι και αυτές ακόμη οι απλές παραστάσεις από την Παλαιά ή την Καινή Διαθήκη είχαν διδακτικό και οπωσδήποτε συμβολικό χαρακτήρα. Οι πρώτοι, οι οποίοι χρησιμοποίησαν εικόνες του Χριστού, ήσαν οι Γνωστικοί και ειδικότερα οι Καρποκρατιανοί (Ειρηναίου, Κατά αιρέσεων,I,25,6).Τη μαρτυρία αυτή επαναλαμβάνει και ο Επιφάνιος Κωνσταντίας,ο οποίος τις χαρακτηρίζει «εικόνας ενζωγράφους δια χρωμάτων»,αλλά και «εκ χρυσού και αργύρου και λοιπής ύλης». Οι γνωστικοί προέβαλλαν τις εικόνες αυτές ως αντικείμενο προσκυνήσεως μαζί με τις εικόνες των φιλοσόφων Πυθαγόρα,Πλάτωνα,Αριστοτέλη κ.α.(PG 41,373).

Eν τούτοις και παρά την πολεμική, η οποία ασκήθηκε από τους μοντανιστές εναντίον των γνωστικών εικόνων, η Εκκλησία είχε ήδη αρχίσει από τον Γ’ αιώνα να υιοθετεί την ιδέα της εξεικονίσεως του προσώπου του Χριστού. Η χριστιανική όμως εικονογραφία συνδέθηκε κατ’ αρχάς μόνο με τις ακμάζουσες μεγάλες τοπικές εκκλησίες και δεν επεκτάθηκε στις επαρχίες. Υπό το πνεύμα αυτό εξηγείται προφανώς και η απαγόρευση της εισαγωγής εικόνων στους ναούς από τη σύνοδο της Ελβίρας (305). Κατά τον Δ΄ αιώνα διαδόθηκε ευρέως η διακόσμηση των ναών με εικόνες, παρά τις μεμονωμένες αντιδράσεις.

Ο εκκλ. ιστορικός Ευσέβιος αναφέρει ότι υπήρχαν σε ορισμένες εκκλησίες εικόνες του Ιησού Χριστού και των αποστόλων «εθνική συνηθεία» (Εκκλ. Ιστορία,VII,18). Ο Καισαρείας Ευσέβιος υπήρξε βεβαίως πολέμιος της παραστάσεως του Ιησού Χριστού σε εικόνες, γιατί θεωρούσε αφ’ ενός μεν αδύνατη την εξεικόνιση της θείας δόξας με νεκρά και άψυχα σώματα, αφ’ ετέρου δε αξιολογούσε τις εικόνες του Ιησού Χριστού ως ξένες προς την εκκλησιαστική παράδοση (PG 20,1545-1548). H θέση του Ευσεβίου είναι σπουδαιότατη, αφού χρησιμοποιήθηκε από τους εικονομάχους για την ιστορική θεμελίωση της εχθρικής του διαθέσεως έναντι των εικόνων, γι’ αυτό και πολεμήθηκε με σφοδρότητα από τους εικονοφίλους.

Είναι όμως χαρακτηριστικό οτι ο πατριάρχης Κπόλεως Νικηφόρος προσπάθησε να εξουδετερώσει τη μαρτυρία αυτή με την ειδικότερη αναφορά στα αιρετικά φρονήματα του Ευσεβίου, τα οποία υποδηλώνονται ακόμη και στη διατύπωση της ανωτέρω θέσεως (PG 100,848). Άλλωστε, παρεμφερείς τάσεις αποδόθηκαν και στον Επιφάνιο Κωνσταντίας της Κύπρου.

Κατά τον Δ’ αιώνα οι ι. εικόνες εισήχθησαν όχι μόνο στους ναούς, αλλά και στις οικίες πολλών χριστιανών, επιβλήθηκαν δε τελικώς στην εκκλησιαστική συνείδηση.

Ο Μ. Βασίλειος ομολογεί στην επιστολή του προς τον Ιουλιανό τον Παραβάτη (361-363) ότι τις εικόνες («χαρακτήρες») των αποστόλων, των προφητών και των αγίων «τιμώ και προσκυνώ, κατ’ εξαίρετων τούτων παραδεδομένων εκ των αγίων αποστόλων και ούκ απηγορευμένων, αλλ’ εν πάσαις εκκλησίαις ημών τούτων ανιστορουμένων» (PG 32,1100). Είναι σαφές ότι εικόνες αγίων κοσμούσαν πλέον τους ναούς και τους αποδιδόταν ιδιαίτερη τιμή. Ο αναντίρρητος διδακτικός χαρακτήρας των εικόνων τονίσθηκε κατά τον Ε΄ αιώνα από τον άγιο Νείλο, ο οποίος θεωρούσε ως αναγκαία την εξεικόνιση σκηνών από την Π. Και την Κ. Διαθήκη στους ναούς, «όπως άν οι μη ειδότες γράμματα, μηδέ δυνάμενοι τας θείας αναγινώσκειν γραφάς, τη θεωρία της ζωγραφίας μνήμην τε λαμβάνωσι της των γνησίως τω αληθινώ Θεώ δεδουλευκότων ανδραγαθίας και προς άμιλλαν διεγείρωνται των ευκλέων και αοιδίμων αριστευμάτων, δι’ ών της γής τον ουρανόν αντηλλάξαντο, των βλεπομένων τα μη ορώμενα προτιμήσαντες» (PG 79,577).Την έναντι των ι. εικόνων θέση της Εκκλησίας ανέπτυξε και ο επίσκοπος Νεαπόλεως της Κύπρου Λεόντιος σε λόγο του «Υπέρ της χριστιανών απολογίας, κατά Ιουδαίων και περί των αγίων εικόνων» (PG 94,1597-1609).O Λεόντιος αντικρούει τις κατηγορίες των Ιουδαίων, ότι δηλαδή οι εικόνες απαγορεύονται από την Αγ.Γραφή και ότι οδηγούν τους χριστιανούς στη ειδωλολατρία. Τις θέσεις του Λεοντίου αξιοποίησε ο Ιωάννης Δαμασκηνός, ο οποίος αναδείχθηκε υπέρμαχος της τιμής των ι. εικόνων.

 

Με την επίλυση του δογματικού ζητήματος της ενώσεως των δύο εν Χριστώ φύσεων θεμελιώθηκε σαφέστερα η θεολογία των ι. εικόνων και η προβολή της δυνατότητας ακτινοβολίας του θείου επι των δημιουργημάτων.

Η ενανθρώπηση του Ιησού Χριστού καθιστούσε δυνατή τη θεώρηση καθιερωμένων υλικών αντικειμένων ως συμβόλων, τα οποία ανακλούσαν τη θεία δύναμη. Τόσο η θεολογική, όσο και η παιδαγωγική ερμηνεία της ι. εικόνας ευνόησαν την πλήρη σύνδεση τους με τη χριστιανική ευσέβεια, παρά την εναντίον τους πολεμική των αιρετικών Παυλικιανών, των Ιουδαίων και των Αράβων. Η ευσέβεια αυτή των πιστών ενισχύετο συνήθως από τους μοναχούς, οι δε ι. εικόνες δεν περιορίσθηκαν μόνο στη διακόσμηση των ναών, αλλά συνδέθηκαν και με διάφορα μικρά φορητά αντικείμενα χρυσά, αργυρά, χάλκινα, μεταλλικά, ξύλινα κ.α. Τα χρησιμοποιούσαν οι πιστοί ώς φυλακτά, καίτοι πολλές φορές οδηγούντο σε απαράδεκτες υπερβολές.

Στη Δύση ο πάπας Γρηγόριος Α΄ ο Μέγας (590-604) επέπληξε τον επίσκοπο Μασσαλίας Σηρήνο, ο οποίος διέταξε την καταστροφή εικόνων ένεκα της κακοτεχνίας ή και της αποδιδόμενης σε αυτές υπερβολικής τιμής από τους πιστούς. Υπήρχαν λοιπόν και στη Ν. Γαλλία εικονομαχικές τάσεις ήδη κατά τον ΣΤ’ αιώνα, οι οποίες δεν πρέπει να θεωρηθούν άσχετες και προς την απήχηση της αρειανικής αιρέσεως των Βησιγότθων της Ισπανίας. Ο πάπας Γρηγόριος υπεραμύνθηκε της τιμής των ι. εικόνων για παιδαγωγικούς κυρίως λόγους.

Η ορθή αξιολόγηση των προδρομικών αυτών εικονομαχικών τάσεων οδηγεί στο γενικότερο συμπέρασμα, ότι η οποιαδήποτε εκτροπή από την εκκλησιαστική ερμηνεία του μυστηρίου της εν Χριστώ θείας οικονομίας, ειδικότερα δέ στο χριστολογικό δόγμα, συνεπαγόταν την αρνητική στάση και έναντι της τιμής των ι. εικόνων. Υπό την έννοια αυτή εικονομάχοι υπήρξαν εκπρόσωποι των μεγάλων αιρέσεων (Αρειανισμού,Απολιναρισμού,Νεστοριανισμού και Μονοφυσιτισμού).

Πράγματι, ο Αρειανισμός δεν δεχόταν την πληρότητα της ανθρωπίνης φύσεως του Χριστού («άψυχον σώμα») και απέρριπτε τη δυνατότητα εξεικονίσεως του, όπως άλλωστε και ο Απολιναρισμός. Ο Νεστοριανισμός απέρριπτε την πραγματική ένωση των δύο φύσεων του Χριστού και απέκλειε την εξεικόνιση του, ενώ ο Μονοφυσιτισμός δεχόταν την απορρόφηση της ανθρώπινης από τη θεία φύση και αποσυνδέθηκε από την ισχυρή εικονογραφική παράδοση της εκκλησίας της Αλεξάνδρειας, όπως τούτο επιβεβαιώνεται από τις εικονομαχικές ιδέες και των μετριοπαθών ακόμη εκπροσώπων του Μονοφυσιτισμού (Φιλόξενος Ιεραπόλεως, Σεβήρος Αντιοχείας κ.α).
 
Β΄. Αίτια της εικονομαχίας

Τα αίτια των εικονομαχικών ερίδων, οι οποίες συντάραξαν την εκκλησία και την αυτοκρατορία επί ένα και πλέον αιώνα (727-843), δεν είναι σαφή, γι’ αυτό και διατυπώθηκαν ποικίλες υποθέσεις, οι οποίες υποπίπτουν πολλές φορές σε μία σύγχυση αιτίων και συνεπειών. Η σύγχυση αυτή οφείλεται σαφώς στην πενιχρότητα των εικονομαχικών πηγών.

Ορισμένοι είδαν στην εικονομαχία τάσεις κοινωνικής μεταρρυθμίσεως και αποκάλεσαν τον εισηγητή της αυτοκράτορα Λέοντα Γ’ τον Ίσαυρο (717-741) φιλελεύθερο και τολμηρό οραματιστή μιας θρησκευτικής και πολιτικής αναμορφώσεως ή και Λούθηρο του Η’ αιώνα.

Άλλοι υποστήριξαν τη γνώμη ότι η εικονομαχία αποτελούσε μία απλή αναζήτηση πνευματικότερης εκφράσεως της λατρευτικής ζωής των χριστιανών με την καταπολέμηση κάθε παγανιστικής τάσεως.

Άλλοι υποστήριξαν με προφανή ιδεολογικά κριτήρια ότι η εικονομαχία υποκρύπτει ταξικό αγώνα, ένεκα των τάσεων των ισχυρών της εποχής να σφετερισθούν την εκκλησιαστική περιουσία.

Άλλοι συνέδεσαν την εικονομαχία προς την τάση μιας ριζικής αναθεωρήσεως των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας με κριτήριο τις θεοκρατικές αντιλήψεις του Λέοντα Γ’, οι οποίες διακηρύχθηκαν με την επίσημη δήλωση του προς τον πάπα Γρηγόριο Β’ ότι ήταν φορέας τόσο της βασιλικής, όσο και της ιερατικής εξουσίας («Βασιλεύς ειμί και ιερεύς»). Άλλοι περιορίζουν τις τάσεις αυτές σε μια απλή αγροτική μεταρρύθμιση, η οποία έπληττε κυρίως τη μοναστηριακή περιουσία, χαρακτηρίζουν δε την εικονομαχία ώς μια μορφή «Μοναχομαχίας».

Άλλοι υποστήριξαν την άποψη ότι η σταθερή απόφαση του αυτοκράτορα Λέοντα Γ’ για την αναδιοργάνωση του κρατικού μηχανισμού επεκτάθηκε απλώς και στην Εκκλησία.

Άλλοι διείδαν στην εικονομαχία  μια προσπάθεια περιορισμού των θρησκειακών αντιθέσεων ή μια τάση συνδιαλλαγής μεταξύ των τριών μεγάλων βιβλικών θρησκειών, ήτοι του Χριστιανισμού, του Ιουδαϊσμού και του Ισλαμισμού.

Άλλοι θεώρησαν την εικονομαχία ως μια προσπάθεια βίαιου εξανατολισμού του ελληνοχριστιανικού Βυζαντίου με την υποβάθμιση της εκκλησιαστικής παραδόσεως, η οποία είχε διαμορφωθεί κυρίως επί τη βάσει του ελληνικού πνεύματος.

Τέλος, άλλοι, για να περιορισθούμε στις κυριότερες μόνο απόψεις, τόνισαν τον ακραιφνή θεολογικό χαρακτήρα της εικονομαχικής ερίδας.

Όλες όμως οι υποθέσεις αυτές δεν δύνανται να εξηγήσουν επαρκώς την αιφνίδια κήρυξη της εικονομαχίας από τον Λέοντα Γ’, ούτε να ερμηνεύσουν μεμονωμένως τους επιθυμητούς στόχους, αφού όλες οι ανωτέρω τάσεις συνδέθηκαν πράγματι με την εικονομαχία, αλλά δεν υπήρξαν και τα πρωταρχικά ή τα γενεσιουργά αίτια της αιφνίδιας εκρήξεως της.

Νομίζουμε ότι στην αναζήτηση των αιτίων της εικονομαχίας πρέπει να απομονωθεί η προσωπικότητα του εισηγητή της εικονομαχίας αυτοκράτορα Λέοντα Γ΄ και να αναζητηθούν μόνο τα αίτια των πρώτων αποφάσεων του εναντίον των ι. εικόνων. Μετά τις διακρίσεις αυτές είναι δυνατόν να αναζητηθούν και τα αίτια, ένεκα των οποίων οι εικονομαχικές ιδέες βρήκαν ταχεία απήχηση σε σημαντικές εκκλησιαστικές και κοινωνικές ομάδες.

Ο Λέων Γ΄ γεννήθηκε στη Γερμανίκεια της Συρίας, αλλά καταγόταν από την Ισαυρία και είχε χρηματίσει στρατηγός του θέματος των Ανατολικών. Τα σχετικά γεγονότα υποδηλώνουν ότι ο Λέων Γ΄ ήταν οπωσδήποτε γνώστης των οξυτάτων αντιπαραθέσεων μεταξύ της εκκλησίας και των αιρετικών Παυλικιανών στη Σύρια και στη Μ. Ασία για το ζήτημα  της τιμής των ι. εικόνων. Οι Παυλικιανοί, διασκορπισμένοι από την Αρμενία μέχρι την Αλβανία του Καυκάσου, όχι μόνο δεν απέκρυπταν τις εικονομαχικές ιδέες τους, αλλά και επιδίωκαν τις δημόσιες συζητήσεις. Η διαλεκτική αυτή για τις ι. εικόνες δεν προσέκρουε στην εκκλησιαστική παράδοση, οι δέ Παυλικιανοί θα χρησιμοποιούσαν αναμφιβόλως υπέρ των θέσεων τους και τις καινοτομίες, οι οποίες είχαν εισαχθή στην τιμή των ι. εικόνων. Θα επικαλούντο πιθανότατα και τις γνωστές μαρτυρίες της πράξεως των πρώτων αιώνων ,όπως του Ευσεβίου Καισαρείας, του Επιφανίου Κωνσταντίας κ.α. Βεβαίως, οι Παυλικιανοί δεν ήσαν κατ’ εξοχήν εικονομάχοι, αλλά οπωσδήποτε ηρνούντο την τιμή των ι. εικόνων και των αγίων. Παραλλήλως είχαν ταχθεί εναντίον των ι. εικόνων στις ανατολικές επαρχίες και οι πολυπληθείς αιρετικοί Νεστοριανοί και Μονοφυσίτες, οι οποίοι οπωσδήποτε θεμελίωναν τις θέσεις τους σε συγκεκριμένα στοιχεία της σχετικής εκκλησιαστικής παραδόσεως του Δ’ αιώνα.

Οι βυζαντινοί χρονογράφοι είχαν σαφή συνείδηση της αφετηριακής συνδέσεως της εικονομαχίας προς τα κηρύγματα των Παυλικιανών και των άλλων αιρετικών παραφυάδων των ανατολικών επαρχιών.

Ο Λέων Γ’ γνώριζε τις εικονομαχικές αυτές ιδέες από την περίοδο της διαμονής του στις επαρχίες της Ανατολής, όταν αγωνιζόταν με εξαιρετική επιτυχία εναντίον των Αράβων. Άλλωστε, δεν πρέπει να θεωρηθεί συμπτωματικό το γεγονός, ότι όλοι οι εικονομάχοι αυτοκράτορες προήρχοντο από τις ανατολικές επαρχίες, ενώ οι αυτοκράτειρες, οι οποίες αποκατέστησαν την τιμή των ι. εικόνων, κατήγοντο αντίστοιχα από την Αθήνα και την Παφλαγονία της Μ. Ασίας.
Η θέση όμως του Λέοντα Γ΄ είναι ιδιάζουσα έναντι των άλλων εικονομάχων αυτοκρατόρων, αφού αυτός υπήρξε ο πρώτος εισηγητής και ο θεμελιωτής της εικονομαχίας. Ο χρονογράφος Θεοφάνης κατηγόρησε τον Λέοντα Γ΄ ως «σαρακηνόφρονα»,υποστηρίζοντας την εξάρτηση του από την κατά των χριστιανικών εικόνων πολεμική του χαλίφη Ιζίδ (Υazid B’ 720-724). Οι μουσουλμάνοι υπό την επίδραση του Κορανίου θεωρούσαν τις εικόνες σατανική βδελυγμία και ειδωλολατρία, αλλά η θέση του Λέοντα έναντι των εικόνων δεν είναι δυνατόν να συνδεθή άμεσα ή έμμεσα προς τη θέση των άσπονδων εχθρών της αυτοκρατορίας.

Άλλωστε, ο ίδιος ο Λέων Γ’ κατά την πρώτη δεκαετία της βασιλείας του ήταν εικονόφιλος και οπωσδήποτε δεν υπήρξε πολέμιος των ι. εικόνων. Στην Κπολη όμως του δόθηκε η ευκαιρία να αξιολογήσει με διαφορετικά κριτήρια τις γνωστές αντιθέσεις μεταξύ των αιρετικών και των ορθοδόξων των ανατολικών επαρχιών της αυτοκρατορίας. Η τιμή των ι. εικόνων είχε εκτραπεί σε υπερβολές, οι οποίες εφαίνοντο πλέον οξύτερες στον γνώστη των αντιθέσεων της Ανατολής. Την κριτική αυτή διάθεση είχαν ή δέχθηκαν και οι συνεργάτες του στρατιωτικοί αξιωματούχοι, πολλοί από τους οποίους συνεδέοντο με τον Λέοντα Γ΄πρίν από την άνοδο του στον αυτοκρατορικό θρόνο και είχαν συνυπηρετήσει μαζί του στις ανατολικές επαρχίες. Αυτό προφανώς απηχεί και η πολεμική εναντίον των ι. εικόνων του πατρικίου Βίσηρα κ.α.

Πράγματι, οι υπερβολές των πιστών της Κπόλεως δημιουργούσαν ιδιαίτερη και αναμφιβόλως όχι θετική εντύπωση στον κύκλο αυτό των ισχυρών της αυτοκρατορίας, οι οποίοι είχαν αποκτήσει μια εντελώς άλλη εμπειρία στις ανατολικές επαρχίες, όπου η εκκλησία θα πρέπει να ήταν περισσότερο εφεκτική ή τουλάχιστον περισσότερο προσεκτική έναντι των τυχόν υπερβολικών εκδηλώσεων της λαϊκής ευσέβειας. Είναι προφανές στις πηγές ότι πολλές φορές η τιμή των ι. εικόνων από τους πιστούς δεν διέβαινε «επί το πρωτότυπον», αλλά γινόταν προσκύνηση ή και λατρεία της ίδιας εικόνας, ιδιαίτερα μάλιστα εκείνων των εικόνων, οι οποίες εθεωρούντο από τη λαϊκή ευσέβεια ή την παράδοση ώς «αχειροποίητες». Είναι γνωστό ότι πολλοί πιστοί χρησιμοποιούσαν τις εικόνες ακόμη και ως αναδόχους κατά τη βάπτιση των τέκνων τους, ενώ άλλοι μετεχειρίζοντο τα χρώματα των εικόνων ως φάρμακα. Ορισμένοι μάλιστα τοποθετούσαν τον άρτο της θ. Ευχαριστίας στις ι. εικόνες και κοινωνούσαν, ενώ ακόμη και ορισμένοι πρεσβύτεροι αναμίγνυαν τα χρώματα της εικόνας με τα τίμια δώρα για να ενισχύσουν τη δύναμη της θ. ευχαριστίας.

Έτσι εξηγούνται οι συνήθεις υπερβολικές κατηγορίες των εικονομάχων εναντίον των εικονοφίλων για ειδωλολατρία.

Πράγματι, ο πάπας Ρώμης Γρηγόριος Β΄ (715-731) στην επιστολή του προς τον αυτοκράτορα Λέοντα Γ αποκρούει τις επίσημες κατηγορίες του βυζαντινού αυτοκράτορα, ότι δηλαδή οι ι. εικόνες «ειδώλων τύπον αναπληρούσι και οτι οι προσκυνούντες αυτάς ειδωλολάτραι» (Μansi,XII,959)
Εν τούτοις, ο Λέων Γ΄ δεν αποφάσισε να επέμβη στο ζήτημα των ι. εικόνων χωρίς προηγούμενη ενημέρωση, διεπίστωσε δέ ότι τις αντιρρήσεις του συνεμερίζοντο όχι μόνο οι έμπιστοι του αξιωματούχοι της αυτοκρατορίας, αλλά και ορισμένοι αρχιερείς και κληρικοί. Τρείς επίσκοποι της Μ. Ασίας, οι Νακωλείας της Φρυγίας Κωνσταντίνος, Εφέσου Θεοδόσιος και Κλαυδιουπόλεως Θωμάς, εκδηλώθηκαν ανεπιφυλάκτως υπέρ των εικονομαχικών θέσεων του Λέοντα Γ΄, τις ενίσχυσαν δε προφανώς και με θεολογικά επιχειρήματα. Οι τρείς αυτοί αρχιερείς εκπροσωπούσαν αναμφιβόλως μια μετριοπαθέστατη, αλλά οπωσδήποτε ευρύτερη εκκλησιαστική τάση.

Η ανάμιξη όμως πολιτειακών και εκκλησιαστικών κινήτρων καθιστά δυσχερή τη σαφή διάκριση των αντιστοίχων στόχων, γιατί ήταν πράγματι δυνατόν στο ζήτημα των καταχρήσεων των μοναχών να συνέπιπταν ορισμένες ετερογενείς δυσφορίες, επιφυλάξεις και ανησυχίες του Λέοντα Γ’ και πολλών των επισκόπων έναντι των υπερβολών του μοναχισμού, αλλά όχι και στη γενικότερη καταδίκη της τιμής των ι. εικόνων. Είναι γεγονός ότι κατά την περίοδο αυτή η ανάπτυξη της συνειδήσεως της αυτοτέλειας των διαφόρων μοναστικών κέντρων, ένεκα κυρίως της αυξήσεως του αριθμού των μοναχών και της μεγάλης επιρροής τους στη λαική ευσέβεια, συνοδευόταν από μία συνεχώς αύξουσα οικονομική ανθηρότητα ή και από μία προοδευτική χαλάρωση του μοναχικού ιδεώδους. Πολλοί επίσκοποι θεωρούσαν προκλητική την οικονομική δραστηριότητα των μοναχών, ο δέ αυτοκράτορας, ο οποίος αγωνιζόταν να διευθετήση την οικονομική κρίση της αυτοκρατορίας με αντιδημοτικά φορολογικά μέτρα («δικέρατον»), δεν μπορούσε να παραθεωρήση το φαινόμενο αυτό.

Οπωσδήποτε όμως τα πολιτικά και τα κοινωνικά κίνητρα αναφάνηκαν μετά την κήρυξη της εικονομαχίας, η οποία κατ’ αρχήν υπήρξες μια απλή θρησκευτική έριδα, καίτοι εξελίχθηκε αργότερα σε θεολογική διαμάχη και τελικά συνδέθηκε με πολιτικές, κοινωνικές και γενικότερες εκκλησιαστικές τάσεις, ώστε να μεταβληθεί σε προσπάθεια ολοκληρωτικής κυριαρχίας του πνεύματος της Ανατολής στην ελληνοχριστιανική παράδοση της βυζαντινής αυτοκρατορίας.

Είναι γεγονός ότι όλες οι ερμηνευτικές προσεγγίσεις των αιτιών της εικονομαχίας έχουν ορισμένα ισχυρά επιχειρήματα για τη θεμελίωση τους.

Τα κίνητρα όμως αυτά δεν υπήρχαν βεβαίως στη μονοσήμαντη αφετηριακή σκέψη του στρατιωτικού αυτοκράτορα Λέοντα Γ΄.

Νομίζουμε ότι ο αυτοκράτορας επιθυμούσε αρχικώς να περιορίση τις ακραίες εκδηλώσεις της λαϊκής ευσεβείας, η οποία μετέθετε τη λύση όλων των προβλημάτων στη θαυματουργική επέμβαση των ι. εικόνων. Υπό την έννοια αυτή ο Λέων επιχείρησε κατ’ αρχήν να απομακρύνει τους πιστούς από τις εικόνες και όχι να επιβάλλει μια γενική απαγόρευση της τιμής των ι. εικόνων. Η απογοήτευση από τη μαζική αντίδραση του λαού ερέθισε τη στρατιωτική του ευαισθησία και τον οδήγησε στην απόφαση να απομακρύνει πλέον τις εικόνες από τους πιστούς, δηλαδή να αφαιρέση τις εικόνες από τους ναούς.

Η πρώτη επιλογή του είχε πρακτικό κυρίως χαρακτήρα και ήταν κατά βάση ορθή, αλλά η δεύτερη επιλογή του ήταν θεολογικά εσφαλμένη, γιατί αφαιρούσε ουσιαστικό στοιχείο του λατρευτικού βίου της Εκκλησίας. Ο Λέων δεν κατανοούσε βεβαίως με την πρακτική σκέψη του την τεράστια διαφορά των δύο διαδοχικών επιλογών του, γι’ αυτό και δεν μπορούσε να ερμηνεύσει του λόγους της εκρηκτικής αντιδράσεως της Εκκλησίας ή του λαού. Η διαφορά όμως ήταν περισσότερο κατανοητή στην εκλησιαστική συνείδηση, η οποία ομόφωνα απέκρουσε τα εικονομαχικά μέτρα του Λέοντα. Υπό το πνεύμα αυτό χαρακτηρίσαμε ήδη την έκρηξη της εικονομαχίας ως ένα «ιστορικό ατύχημα», οι συνέπειες του οποίου δεν είχαν προβλεφθεί από τους εισηγητές της και οπωσδήποτε διαπιστώθηκαν στις ανεξέλεγκτες συνέπειες της έριδας. Πράγματι, κατά την εξέλιξη της ήταν αναπόφευκτες ορισμένες ευνόητες πολιτικές,κοινωνικές,θεσμικές,εκκλησιαστικές,θεολογικές και άλλες συνέπειες της εικονομαχίας, οι οποίες δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν και ως αίτια για την κήρυξη της.

(Εκκλησιαστική Ιστορία τόμος Α΄, Βλασίου Φειδά σελ. 764-767 & 769-773 οι υπογραμμίσεις δικές μας όπως και μία ελαφρά μεταγλώττιση του κειμένο

Εύρεση

Δημοφιλή Θέματα (Α-Ω)

αγάπη (272) Αγάπη Θεού (81) αγάπη σε Θεό (42) αγάπη σε Χριστό (63) άγγελοι (11) Αγγλικανισμός (1) Αγία Γραφή (69) Αγιασμός (1) Άγιο Πνεύμα (18) άγιοι (45) άγιος (102) αγνότητα (12) άγχος (24) αγώνας (80) αγώνας πνευματικός (61) Αθανάσιος ο Μέγας (1) αθεΐα (111) αιρέσεις (107) αλήθεια (48) αμαρτία (93) Αμβρόσιος άγιος (1) άμφια (1) Αμφιλόχιος της Πάτμου (1) Ανάληψη Χριστού (2) Ανάσταση (87) ανασταση νεκρών (10) ανθρώπινες σχέσεις (182) άνθρωπος (30) αντίχριστος (7) αξιώματα (10) απιστία (7) αποκάλυψη (4) απόκρυφα (15) Απολογητικά Θέματα (1) αρετή (99) ασθένεια (28) άσκηση (10) αστρολογία (2) Αυγουστίνος άγιος (1) αυτογνωσία (77) αυτοθυσἰα (4) Β Παρουσία (10) Β' Παρουσία (10) βάπτιση (6) βάπτισμα (13) Βαρβάρα αγία (1) Βαρσανουφίου Οσίου (20) Βασίλειος ο Μέγας (15) βία (2) βιβλίο (18) βιοηθική (10) Βουδδισμός (4) γάμος (65) Γένεση (4) Γεροντικόν (84) γηρατειά (3) γιόγκα (1) γλώσσα (48) γνώση (8) γονείς (61) Γρηγόριος ο Θεολόγος (7) Γρηγόριος ο Παλαμάς όσιος (2) γυναίκα (12) δάκρυα (16) δάσκαλος (17) Δεύτερη Παρουσία (8) Δημιουργία (47) διάβολος (85) Διάδοχος Φωτικής όσιος (13) διάκριση (81) διάλογος (5) δικαιοσύνη (14) Δογματικα Θέματα (5) Δογματική Τρεμπέλα (1) δύναμη (10) Δωρόθεος αββάς (6) εγωισμός (157) εικόνες (19) Ειρηναίος Λουγδούνου άγιος (3) ειρήνη (9) εκκλησία (87) Εκκλησιαστική Ιστορία (23) Εκκλησιαστική περιουσία (2) έκτρωση (1) ελεημοσύνη (31) ελευθερία (21) Ελλάδα (16) ελπίδα (18) Εξαήμερος (2) εξέλιξης θεωρία (15) Εξομολόγηση (87) εξωγήινοι (2) εξωσωματική γονιμοποίηση (5) επάγγελμα (10) επιμονἠ (5) επιστήμη (75) εργασία (42) Ερμηνεία Αγίας Γραφής (52) έρωτας (9) έρωτας θείος (2) Ευαγγέλια (68) Ευαγγέλιο Ιωάννη Ερμηνεία (33) ευγένεια (7) ευγνωμοσὐνη (2) ευσπλαχνία (13) ευτυχία (36) ευχαριστία (12) Εφραίμ ο Σύρος όσιος (1) εχεμύθεια (1) ζήλεια (3) ζώα (19) ηθική (11) ησυχία (12) θάνατος (128) θάρρος (24) θαύμα (80) θέατρο (1) Θεία Κοινωνία (62) Θεία Λειτουργία (54) θεία Πρόνοια (4) θἐλημα (2) θέληση (11) Θεόδωρος Στουδίτης όσιος (36) θεολογία (19) Θεός (21) Θεοφάνεια (2) θλίψεις (162) θρησκείες (31) θυμός (58) Ιάκωβος Τσαλίκης Όσιος (5) ιατρική (10) Ιγνάτιος Θεοφόρος (8) ιεραποστολή (36) ιερέας (73) ιερωσύνη (3) Ινδουισμός (9) Ιουδαίοι (1) Ιουστίνος άγιος (1) Ισαάκ ο Σύρος (1) Ισίδωρος Πηλουσιώτης όσιος (33) Ισλάμ (7) Ιστορία Ελληνική (7) Ιστορία Παγκόσμια (12) Ιστορικότης Χριστού (1) Ιωάννης Κροστάνδης (19) Ιωάννης Χρυσόστομος (47) Καινή Διαθήκη Ερμηνεία (23) Καινή Διαθήκη κριτικό κείμενο NestleAland (5) Κανόνες Εκκλησίας (1) καρδιά (19) Κασσιανός Όσιος (4) κατάκριση (62) καταναλωτισμός (4) Κατηχητικό (1) καύση νεκρών (1) κήρυγμα (17) Κλίμακα (4) κλοπή (1) Κοίμησις Θεοτόκου (13) κοινωνία (134) κόλαση (22) Κουάκεροι (1) ΚράτοςΕκκλησία (1) Κρίσις Μέλλουσα (11) Κύριλλος Άγιος (1) Λατρεία Θεία (57) λείψανα (7) λογισμοί (46) λύπη (4) μαγεία (11) Μάξιμος Ομολογητής (1) μάρτυρες (12) Μεθοδιστές (1) μελέτη (26) μετά θάνατον (28) μετά θάνατον ζωή (41) Μεταμόρφωση (3) Μεταμόρφωσις (4) μετάνοια (108) Μετενσάρκωση (2) μητέρα (16) μίσος (1) ΜΜΕ (2) μνημόσυνα (6) μοναξιά (12) μοναχισμός (32) Μορμόνοι (1) μόρφωση (18) μουσική (3) Ναός (6) ναρκωτικά (1) νέοι (11) νεοπαγανισμός (5) νηστεία (29) Νικόλαος Άγιος (3) νους (18) οικονομία (2) Οικουμενισμός (3) ομορφιά (13) όνειρα (27) οράματα (6) Ορθοδοξία (64) όρκος (1) πάθη (66) πάθος (4) παιδεία (12) παιδιά (30) Παΐσιος Όσιος (80) Παλαιά Διαθήκη (3) Παλαιά Διαθήκη Ερμηνεία (8) παλαιοημερολογίτες (8) Παναγία (94) Παπαδόπουλος Στυλιανός (3) παράδειγμα (22) Παράδεισος (58) Παράδοση Ιερά (5) Πάσχα (13) πατρίδα (5) Πατρολογία (8) Πεντηκοστή (9) πίστη (182) πλούτος (27) Πνευματικές Νουθεσίες (44) πνευματική ζωή (113) πνευματικός πατέρας (39) πνευματισμός (8) ποίηση (14) πόλεμος (20) πολιτική (21) πολιτισμός (6) Πόποβιτς Ιουστίνος άγιος (2) Πορφύριος Όσιος (51) προθυμἰα (3) Πρόνοια (5) Πρόνοια Θεία (61) προορισμός (6) προσευχή (209) προσοχή (8) προσπἀθεια (4) προτεσταντισμός (25) προφητείες (2) ραθυμία (6) Ρωμαιοκαθολικισμός (32) Σαρακοστή (4) σεβασμός (4) σοφία (25) Σταυρός (36) Σταυροφορίες (4) Σταύρωση (23) συγχώρηση (16) συμπὀνια (2) συνείδηση (4) σχίσμα (11) σώμα (10) Σωφρόνιος του Έσσεξ (24) τάματα (1) ταπεινοφροσύνη (108) ταπείνωση (4) Τέλος Κόσμου (1) Τεσσαρακοστή Μεγάλη (2) τέχνη (1) Τριάδα Αγία (6) τύχη (2) υγεία (1) υλικά αγαθά (9) υπακοή (20) υπαρξιακά (57) υποκρισία (7) υπομονή (60) φανατισμός (3) φαντασία (2) φαντάσματα (2) φιλία (15) φιλοσοφία (16) Φλωρόφσκυ Γεώργιος (3) φόβος (31) φως (3) χαρά (45) χάρις θεία (18) χαρίσματα (7) Χειρόγραφα Καινής Διαθήκης (1) Χριστιανισμός (10) χριστιανός (41) Χριστός (23) Χριστούγεννα (38) χρόνος (23) ψεύδος (13) ψυχαγωγία (4) ψυχή (93) ψυχολογία (19)