Αυξομείωση μεγέθους γραμμάτων.
18 Ιαν

Πώς τελούνταν η Θεία Λειτουργία στην πρώτη Εκκλησία (B')!

Γράφτηκε από τον 

(απόσπασμα από την Εκκλησιαστική Ιστορία, Βλασίου Φειδά,
οι υπογραμμίσεις δικές μας και κάποια ελαφρά απόδοση στα νέα ελληνικά)

Οι Πράξεις των Αποστόλων (2,46) υπονοούν καθημερινή «κλάσιν του άρτου», αλλά πρέπει να θεωρηθή βέβαιο ότι αυτή ετελείτο οπωσδήποτε τουλάχιστον κατά τη νύκτα του Σαββάτου προς την Κυριακή (Πραξ. 20,7), ως ανάμνηση του μεσσιανικού δείπνου του Κυρίου. Ταυτιζόταν με το μυστήριο της θ. ευχαριστίας, είχε σαφή λειτουργική έννοια και περιλάμβανε διδαχή, προσευχή, ευλογία, κοινωνία και δείπνο.

Τα σχετικά με την κλάση του άρτου χωρία της Κ. Διαθήκης (Ματθ. 26,26-29. Μάρκ.14,22-25. Λουκά 22,14-20. Ιω.6,48-51. Πράξ. 2,41-42,46-47. 20,7-11. Α΄ Κορινθ. 11,20-29 κ.α) παρουσιάζουν βεβαίως ορισμένη ασάφεια.

Κατά τον H. Lietzmann (Messe und Herrenmahl,Bonn1926,238-263) πρέπει να γίνη διάκριση του κυριακού δείπνου σε δύο τύπους, εκ των οποίων ο ένας δείπνος ήταν δείπνος συναδελφώσεως και ενότητας των χριστιανών μεταξύ τους και προς τον Κύριο (Πράξ.2,41-42,46-47.20,7-11),ο δε άλλος ήταν μυστηριακός δείπνος σε ανάμνηση της θυσίας του Κυρίου. Ο πρώτος δείπνος συνδέεται, κατά τον Lietzmann, προς τη συνεστίαση του Κυρίου με τους μαθητές του και ετελείτο από την πρώτη χριστιανική κοινότητα της Παλαιστίνης, ενώ ο δεύτερος δείπνος συνδέεται προς την τέλεση υπό του Κυρίου του μυστικού δείπνου και ετελείτο από τις χριστιανικές κοινότητες των ελληνιστών.

Βεβαίως, δεν δυνάμεθα να αποκλείσουμε τις συνεστιάσεις και τη σύναξη για την «κλάσιν του άρτου», αλλά δεν είναι δυνατόν να ταυτίσουμε την απλή συνεστίαση προς την «κλάσιν του άρτου» των μαρτυριών των Πράξεων. Δεν είναι δυνατόν επίσης να γίνη δεκτή και η άλλη υπόθεση του H. Lietzmann (KG.,I,1932,124), κατά την οποία ο απόστολος Παύλος προσπάθησε να ενισχύση αυθαιρέτως τον μυστηριακό χαρακτήρα της θ. ευχαριστίας (Β. Στεφανίδου, Εκκλ. Ιστορία.Αθήναι 1954,51,υποσημ.8). Είναι ευνόητο ότι μία τέτοια καινοτομία θα μνημονευόταν από τον απόστολο Παύλο ή τουλάχιστον θα υπήρχε μαρτυρία περί αυτής στις Πράξεις Αποστόλων, αφού ο Λουκάς προέβαλε κυρίως την δραστηριότητα των ελληνιστών χριστιανών.

Η σιγή του Λουκά στις Πράξεις ερμηνεύεται μόνο με την κοινή συνείδηση της αποστολικής εκκλησίας, ότι ο μυστηριακός χαρακτήρας της «κλάσεως του άρτου» έπρεπε να θεωρείται αυτονόητος. Ο όρος «κλάσις του άρτου» δήλωνε το σύνολο του κυριακού δείπνου, δηλαδή τόσο την απλή συνεστίαση, όσο και τη μυστηριακή κλάση του άρτου.

Ώς προς το διαμφισβητούμενο ζήτημα, εάν δηλαδή η συνεστίαση λάμβανε χώρα προ της μυστηριακής κλάσεως του άρτου ή ακολουθούσε μετά από αυτήν, δεν υπάρχουν σαφείς ειδήσεις. Οπωσδήποτε όμως επικράτησε η πρόταξη της κλάσεως του άρτου, κατά την οποία προηγείτο η ευλογία του ποτηρίου.

Η απλή συνεστίαση, η οποία γινόταν μετά την «κλάσιν»  του άρτου δεν πρέπει βεβαίως να ταυτίζεται πάντοτε προς τις «αγάπες», οι οποίες μαρτυρούνται κυρίως κατά τον Β΄ αιώνα. Ο πυρήνας αυτός εξελίχθηκε, όπως θα δούμε, προοδευτικώς σε νέες λειτουργικές μορφές, χωρίς όμως να αλλοιωθή ο θεμελιώδης χαρακτήρας της θυσίας και το κύριο περιεχόμενο του….

 

… Αμέσως μετά το βάπτισμα και το χρίσμα ακολουθούσε η θεία ευχαριστία, η οποία ετελείτο, όπως είδαμε, πρό της κοινής εστιάσεως, συμμετείχαν δέ σε αυτή μόνο όσοι ήσαν βαπτισμένοι: «Περί δέ της ευχαριστίας, ούτως ευχαριστήσατε... μηδείς δέ φαγέτω, μηδέ πιέτω από της ευχαριστίας υμών, αλλ’ οι βαπτισθέντες είς όνομα Κυρίου...» (Διδαχή Αποστόλων,ΙΧ,1-5).

Η θεία ευχαριστία ετελείτο συνήθως σε ιδιωτικές κατοικίες, τις «κατ΄ οίκον» εκκλησίες, όπως εχαρακτηρίζοντο (Πράξ. 1212,17.21,18. Ρωμ. 16,5,23. Α΄ Κορινθ. 16,19. Κολ. 4,15 κ.α.).Στη θεία ευχαριστία συμμετείχαν όλοι οι πιστοί της τοπικής εκκλησίας, αλλά ορισμένες ιουδαιοχριστιανικές κοινότητες, ιδιαίτερα στη Μ.Ασία, δεν τελούσαν τη θεία ευχαριστία μαζί με τις τοπικές κοινότητες των εξ΄ εθνών χριστιανών. Πολλές από τις ιουδαιοχριστιανικές αυτές κοινότητες τελικώς εξελίχθηκαν σε ζηλωτικές αιρετικές ομάδες (Ναζωραίοι,Εβιωνίτες,Ελκεσαϊτες),ιδιαίτερα μετά την καταστροφή των Ιεροσολύμων (70 μ.Χ.)….

…. Η θεία Ευχαριστία αποτελούσε το κέντρο τής όλης λατρευτικής ζωής των χριστιανών, με αυτή δε συνεδέοντο όλες οι λατρευτικές και οι πνευματικές εκδηλώσεις τής τοπικής εκκλησίας. Κατά την αποστολική εποχή η θεία Ευχαριστία ετελείτο προφανώς κάθε ημέρα την εσπέρα και συνδεόταν με κοινή συνεστίαση των πιστών («αγάπαι»), αλλά ήδη από τόν Α΄ αιώνα διακρινόταν η θ. ευχαριστία, η οποία ετελείτο κατά την ημέρα τής Κυριακής.

Η θ. ευχαριστία περιείχε, εκτός από την κλάση τού άρτου, την ευλογία τού ποτηρίου και τού κυριακού δείπνου, διδαχή, προσευχή, ύμνους, αναγνώσματα, γλωσσολαλιές, προφητείες κ.α., χωρίσθηκε δε πρό των μέσων τού Β΄ αιώνα από τις κοινές εστιάσεις («αγάπες»), ένεκα κυρίως των παρατηρουμένων καταχρήσεων.

Παραλλήλως προς την εσπερινή ευχαριστιακή σύναξη κατά την εσπέρα τής Κυριακής, υπήρχε και εωθινή (=πρωινή) σύναξη κατά την οποία δεν ετελείτο μεν η θ. ευχαριστία, αλλά αυτή περιελάμβανε μόνο διδαχή, προσευχή και υμνωδία.

O Πλίνιος ο Νεώτερος παρέχει πληροφορίες περί των συνάξεων κατά την Κυριακή (stato die). Aπό αυτές, η μεν μία ελάμβανε χώρα πρό τής ανατολής τού ηλίου (ante lucem convenire), η δε άλλη κατά την εσπέρα. Κατά την πρώτη σύναξη οι χριστιανοί ανέπεμπαν ύμνους προς τον Χριστό ως Θεό (carmenque quasi Deo dicere), κατά δε τη δεύτερη τελούσαν τη θ. ευχαριστία και την κοινή εστίαση («αγάπη»).Η θεώρηση της Εκκλησίας από τον Πλίνιο ως απαγορευμένης «εταιρείας» ερμηνεύθηκε συνήθως ως η κύρια αιτία για τη μετάθεση τής τελέσεως τού μυστηρίου τής θ. ευχαριστίας κατά την πρωία τής Κυριακής. Η μετάθεση αυτή η οποία είναι γενική περί τα μέσα τού Β΄ αιώνα, δεν δύναται βεβαίως να εξηγηθή μόνο από τον τοπικό διωγμό τού Πλινίου στη Βιθυνία, ή τουλάχιστον δεν δύναται να θεμελιωθή ιστορικώς μόνο στην επιστολή του.

Η δήλωση των χριστιανών ότι δεν μετείχαν πλέον στις ευχαριστιακές συνάξεις, τις οποίες απαγόρευε το διάταγμα τού Πλινίου (quod ipsum facere decisse post edictum meum), δεν συνδέεται βεβαίως προς κάποια απόφασή τους να μην τελούν εφεξής τη θ. ευχαριστία κατά την εσπέρα, επειδή μετέθεσαν την τέλεση τής την πρωία. Αναφέρεται προφανώς στη δήλωση ορισμένων χριστιανών για οριστική ρήξη των δεσμών τους προς τις χριστιανικές συνάξεις, ήτοι σήμαινε την άρνηση τής χριστιανικής τους ιδιότητας. Άλλωστε, απλή μετάθεση τής θ. ευχαριστίας από την εσπέρα στην πρωία τής Κυριακής όχι μόνο δεν ικανοποιούσε τη ρωμαϊκή εξουσία, η οποία εδίωκε κυρίως την ιδιότητα του χριστιανού, αλλά και δεν απάλλασσε τους χριστιανούς από τις υποψίες, αφού συνέχισαν να τελούν τις συνεστιάσεις τους («αγάπες») κατά την εσπέρα. Η διάκριση της θ. ευχαριστίας και της κοινής συνεστιάσεως («αγάπης») για τον ρωμαίο έπαρχο ήταν δυσχερής ή και αδιάφορη.

Συνεπώς, η μετάθεση της θ. ευχαριστίας από την εσπέρα στην πρωία της Κυριακής δεν πρέπει να συνδεθεί προς την απαγόρευση των μυστικών εταιρειών από τον Πλίνιο, αλλά μάλλον προς την προτίμηση των χριστιανών για την εωθινή (=πρωινή) σύναξη, για να μη παρατείνεται μέχρι της εσπερινής συνάξεως η ολοτελής νηστεία από κάθε φαγητό (statio). Οπωσδήποτε όμως κατά τα μέσα του Β΄ αιώνα η μετάθεση αυτή είχε ήδη συντελεσθή.

Ο απολογητής Ιουστίνος (110-165 μ.Χ, γράφει περί το 150 και 155 κατά τον Στυλιανό Παπαδόπουλο,Πατρολογία Α) περιγράφει την πρωινή ευχαριστιακή σύναξη ώς ακολούθως:

«Καί τη του ηλίου λεγομένη ημέρα (=Κυριακή) πάντων, κατά πόλεις η αγρούς μενόντων, επί το αυτό συνέλευσις γίνεται και τα απομνημονεύματα τών αποστόλων ή τα συγγράμματα των προφητών αναγινώσκεται μέχρις εγχωρεί. Είτα, παυσαμένου του αναγινώσκοντος, ο προεστώς διά λόγου την νουθεσίαν καί πρόκλησιν της των καλών τούτων μιμήσεως ποιείται. Είτα ανιστάμεθα κοινή πάντες και ευχάς πέμπομεν και, ώς προέφημεν, παυσαμένων ημών τής ευχής, άρτος προσφέρεται και οίνος και ύδωρ και ο προεστώς ευχάς ομοίως και ευχαριστίας, όση δύναμις αυτώ, αναπέμπει και ο λαός επευφημεί λέγων αμήν και η διάδοσις και η μετάληψις απο των ευχαριστηθέντων εκάστω γίνεται και τοίς  ού παρούσι διά των διακόνων πέμπεται» (Α΄ Απολογία,67,3-5).

{«Και κατά την λεγόμενη ημέρα του ηλίου –Κυριακή- γίνεται συγκέντρωση όλων, όσοι κατοικούν στις πόλεις ή τους αγρούς, και διαβάζονται τα απομνημονεύματα των αποστόλων ή τα συγγράμματα των προφητών, μέχρις ότου είναι δυνατό. Έπειτα, όταν σταματήσει εκείνος που διαβάζει, ο προϊστάμενος με ομιλία απευθύνει την νουθεσία και την πρόσκληση για την μίμηση τούτων των καλών. Έπειτα σηκωνόμαστε όλοι μαζί και απευθύνουμε προσευχές και όπως προαναφέραμε όταν σταματήσουμε την προσευχή, προσφέρεται ψωμί και κρασί με νερό και ο προϊστάμενος ομοίως απευθύνει προσευχές και ευχαριστίες με όση δύναμη έχει, και ο λαός συμμετέχει λέγοντας το Αμήν και γίνεται στον καθένα η διάδοση και η μετάληψη αυτών για τα οποία ευχαριστήσαμε και σε αυτούς που δεν ήταν παρόντες στέλνονται μέσω των διακόνων»}
    

Ο μυστηριακός χαρακτήρας της θ. ευχαριστίας παρέμεινε αναλλοίωτος στην εκκλησιαστική συνείδηση και πράξη. Ο άρτος και ο οίνος με την ευλογία τους κατά την τέλεση του μυστηρίου της θ. ευχαριστίας μετεβάλλοντο σε σώμα και αίμα του Κυρίου. Όσοι δε μετελάμβαναν από αυτά ελάμβαναν «φάρμακον αθανασίας, αντίδοτον του μή αποθανείν, αλλά ζήν εν Χριστώ Ιησού διά παντός» (Ιγνατίου, Φιλαδ., IV,1 κεξ.).

Ο Ιγνάτιος (+ γυρω στο 115 μ.Χ) ομολογεί «την ευχαριστίαν σάρκα είναι του σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, την υπέρ των αμαρτιών παθούσαν, ην τη χρηστότητι ο Πατήρ ήγειρε» (Σμυρν.,VII,1), προτιμά δε από την τροφή της φθοράς και των ηδονών του βίου τον «άρτον Θεού, ο εστί σάρξ Ιησού Χριστού... και το αίμα αυτού, ο εστίν αγάπη άφθαρτος» (Ρωμ. VII,3).

Εκτενέστερα εκφράζει τη συνείδηση αυτή της εκκλησίας για τη θ. ευχαριστία ο Ιουστίνος (110-165): «Και η τροφή αυτή καλείται παρ΄ ημίν ευχαριστία... ού γάρ ώς κοινόν άρτον, ουδέ κοινόν πόμα ταύτα λαμβάνομεν... αλλ΄ όν τρόπον διά λόγου θεού σαρκοποιηθείς Ιησούς Χριστός, ο σωτήρ ημών και σάρκα και αίμα υπέρ σωτηρίας ημών έσχεν, ούτως και την δι΄ ευχής λόγου του παρ’ αυτού ευχαριστηθείσαν τροφήν, εξ ης αίμα και σάρκες κατά μεταβολήν τρέφονται ημών, εκείνου του σαρκοποιηθέντος Ιησού και σάρκα και αίμα εδιδάχθημεν είναι»

{Και η τροφή αυτή ονομάζεται σε εμάς ευχαριστία…Διότι δεν λαμβάνουμε αυτά ως κοινό άρτο και ως κοινό ποτό, αλλά με τον τρόπο με τον οποίο ο Ιησούς Χριστός ο Σωτήρας μας αφού σαρκώθηκε με το λόγο του Θεού πήρε και σάρκα και αίμα για τη σωτηρία μας, με τον ίδιο τρόπο διδαχτήκαμε ότι, και η τροφή η οποία αγιάστηκε με την ευχή του λόγου που προέρχεται από αυτόν, από την οποία το αίμα και οι σάρκες μας τρέφονται κατά μετουσίωση (μεταβολή), είναι σάρκα και αίμα αυτού του Ιησού που σαρκώθηκε}.  (Α΄ Απολογία, 66).

Ο Ειρηναίος (130/140-202 μ.Χ) συμπληρώνει την ευχαριστιακή αυτή θεολογία με τον χαρακτηριστικό παραλληλισμό: «ώς γάρ ο από της γής άρτος, προσλαβόμενος την επίκλησιν του Θεού, ουκέτι κοινός άρτος εστίν, αλλ΄ ευχαριστία εκ δύο πραγμάτων συνεστηκυία, επιγείου τε και ουρανίου, ούτως και τα σώματα ημών, μεταλαμβάνοντα της ευχαριστίας, μηκέτι είναι φθαρτά, την ελπίδα της εις αιώνα αναστάσεως έχοντα» (Κατά αιρέσεων,ΙV,18 γράφτηκε περί το 185 κατά τον Στυλιανό Παπαδόπουλο ο.π.).

{Όπως δηλαδή ο άρτος από τη γη, αφού δεχτεί την επίκληση του Θεού, δεν είναι πλέον κοινός (συνηθισμένος) άρτος, αλλά ευχαριστία που περιλαμβάνει δύο πράγματα, το επίγειο και το ουράνιο, έτσι και τα σώματά μας, αφού μεταλάβουν την ευχαριστία, δεν είναι πλέον φθαρτά, αφού έχουν την ελπίδα της αιώνιας ανάστασης}

Ο Τερτυλλιανός [(150/60-225/240 έγραψε μεταξύ 196-212,Πατρολογία Στυλιανού Παπαδοπούλου)] χρησιμοποιεί την ασαφή φράση ότι ο άρτος της ευχαριστίας «παριστά (repraesentant) το ίδιον το σώμα» του Χριστού (Adv. Marcionem,I,14) για να δηλώσει την πραγματική παρουσία του Χριστού στο μυστήριο.

Κλήμης ο Αλεξανδρεύς (150-215 μ.Χ) τονίζει με την ίδια σαφήνεια την κοινή αυτή συνείδηση της εκκλησίας: «τουτ΄ εστι πιείν το αίμα του Ιησού, της Κυριακής μεταλαβείν αφθαρσίας...»

{δηλαδή το να πιει το αίμα του Ιησού, το να μεταλάβει της αφθαρσίας του Κυρίου} (Παιδαγ.,II,2).

Υπό την έννοια αυτή ο Κλήμης παρατηρεί ότι όποιος γεύεται τον άρτο της ευχαριστίας ουδέποτε «πείραν θανάτου λαμβάνει», αφού λαμβάνει «πόμα...αθανασίας» (Τίς ο σωζόμενος πλούσιος,ΒΕΠ,8,363). Πράγματι, «η αμφοιν αύθις κράσις ποτού τε και λόγου ευχαριστία κέκληται, χάρις επαινουμένη και καλή, ης οι κατά πίστιν μεταλαμβάνοντες αγιάζονται και σώμα και ψυχήν» (Παιδαγ.,II,2).

H θ. ευχαριστία ήταν λοιπόν το κέντρο όχι μόνο τής λατρευτικής, αλλά και της καθ΄ όλου πνευματικής ζωής των πιστών. Παρά τη σπουδαιότητα όμως της θ. ευχαριστίας, ελάχιστες πληροφορίες διασώθηκαν για το τρόπο τελέσεως της. Πράγματι, είναι δυσχερέστατη, αν όχι αδύνατη, η πλήρης και βέβαιη αναπαράσταση του ακριβούς τρόπου τελέσεως της θ. Λειτουργίας. Πέρα των γνωστών ειδήσεων των ευαγγελίων, ήτοι

α) για τη σύσταση του μυστηρίου της θ. ευχαριστίας από τον Κύριο κατά τον Μυστικό Δείπνο (Ματθ.26,26-29.Μάρκ. 14, 22-25. Λουκ. 22, 15-20),

β) των σποραδικών μαρτυρίων των Πράξεων (1,12-14. 2, 1, 42, 46-47. 3,1,5,12,42. 6,1-7.10,10. 20,7-11),και

γ) των επιστολών του απ. Παύλου (Α΄ Κορ.10,16. 11.18 κεξ. 14,16-19,23-24 κ.α. Εφεσ. 5,19. Α΄ Τιμ. 2,1 κεξ), δεν έχουμε άλλες λεπτομερείς ειδήσεις περί των μεταβολών η προσθηκών, οι οποίες επήλθαν στην τέλεση του μυστηρίου της θ. ευχαριστίας κατά τη μεταποστολική εποχή. Αναμφιβόλως ο πυρήνας της αποστολικής ευχαριστιακής τελετουργίας δεν πρέπει να υπέστη μετά ταύτα ουσιώδεις διαφοροποιήσεις, αφού κέντρο της παρέμειναν πάντοτε οι ιδρυτικοί λόγοι του Κυρίου, η επίκληση του αγ. Πνεύματος, η διδαχή, τα αναγνώσματα, οι ύμνοι και η εκδήλωση των ελευθέρων χαρισμάτων (γλωσσολαλία, προφητεία κ.α). Προσθήκες ή τροποποιήσεις πρέπει ίσως να επήλθαν στη διάταξη των στοιχείων, στην προσθήκη νέων ευχών ή ύμνων και στον σταδιακό περιορισμό των εκδηλώσεων των ελευθέρων χαρισμάτων κατά την ευχαριστιακή σύναξη.

Τούτο υπαινίσσονται οι διασωθείσες μαρτυρίες μέχρι τα μέσα του Β΄ αιώνα, οι οποίες διαφυλάσσουν και την παράδοση της μεταποστολικής εποχής, όπως λ.χ η Α΄ Κλήμεντος προς την εκκλησία της Κορίνθου (34, 40-41. 59-61), η Διδαχή (9-10, 14), οι επιστολές του Ιγνατίου Αντιοχείας (Σμυρν.,7-8.Φιλαδ.,4. Εφεσ.,1,5,20.Ρωμ.,7.Μαγν.,6,9), τα έργα των λοιπών αποστολικών Πατέρων και ιδιαίτερα oι ειδήσεις του απολογητή Ιουστίνου (Α΄ Απολογία,13. 61, 65-67.Διάλογος πρός Τρύφωνα,40-41), του Ειρηναίου (Κατά αιρέσεων,I,13. IV, 18. V,2), του Τερτυλλιανού (De praescr. Hacreticorum,36. De oration,6. 19. 28. De idololatria,7 κ.α.), του Ιππολύτου (Τraditio Apostolica και κανόνες). Από τις ειδήσεις αυτές δεν δυνάμεθα βεβαίως να αποκαταστήσουμε την πλήρη διάταξη της θ. Λειτουργίας αφ΄ ενός μεν γιατί οι ειδήσεις αυτές αναφέρονται μόνο στα κυριότερα λειτουργικά στοιχεία, αφ΄ ετέρου δε γιατί η διάταξη της θ. Λειτουργίας εποίκιλλε κατά τόπους και δεν αναπτύχθηκε παντού ομοιόμορφα.

Άλλωστε, η «απορρήτου πειθαρχία» (disciplina arcani) περιέβαλλε με πέπλο μυστικότητας και σιγής τα κύρια μυστηριακά στοιχεία τόσο της θ. ευχαριστίας, όσο και των άλλων μυστηρίων της εκκλησίας, γι΄ αυτό και οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς απέφευγαν να εκθέτουν λεπτομερώς το μυστηριακό μέρος της θ. Λειτουργίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι και αυτοί ακόμη οι κατηχούμενοι έπρεπε να αποχωρήσουν από τον ναό μετά το πέρας του διδακτικού μέρους της θ. Λειτουργίας.

Η διάκριση του διδακτικού και του μυστηριακού μέρους της θ. Λειτουργίας τονίσθηκε κυρίως κατά το δεύτερο ήμισυ του Β΄ αιώνα, οπότε παρατάθηκε η καθιερωμένη κατήχηση και αυξήθηκε αισθητά σε αριθμό η τάξη των κατηχουμένων. Γενικότερα όμως επικράτησε από τις αρχές του Γ΄ αιώνα. Τα κύρια στοιχεία του πρώτου, ήτοι του διδακτικού μέρους της θ. Λειτουργίας, ήσαν τα αναγνώσματα από την Παλαιά και την Καινή διαθήκη, το κήρυγμα του προεστώτος της ευχαριστιακής συνάξεως και οι κοινές ευχές κλήρου και λαού.

α) Τα αναγνώσματα, ως επαγωγικό στοιχείο στη λατρευτική εκδήλωση, παρατείνοντο κατ΄ αρχάς μέχρι της προσελεύσεως όλων των πιστών και προήρχοντο αφ΄ ενός μεν από τα προφητικά βιβλία της Π. Διαθήκης ή τους Ψαλμούς ή και από τη Γένεση, αφ΄ ετέρου δε από τα βιβλία της Καινής Διαθήκης. Οι περικοπές επιλέγοντο από τον επίσκοπο ή και από άλλο πρόσωπο, το οποίο υποδείκνυε ο επίσκοπος. Προοδευτικώς η έκταση και ο αριθμός των αναγνωσμάτων περιορίσθηκε σε ένα ή δύο από την Παλαιά και σε δύο από την Καινή Διαθήκη.

β) Το Κήρυγμα του προεστώτος κατ΄ αρχάς έπρεπε να διακρίνεται για τον εποικοδομητικό χαρακτήρα του (όπως το περιεχόμενο της λεγόμενης Β΄ επιστολής Κλήμεντος, του αρχαιότερου ίσως διασωθέντος κηρύγματος), αργότερα δε, και μάλιστα από τα μέσα του Β΄ αιώνα, προσέλαβε πολλές φορές και δογματικό χαρακτήρα για την απόκρουση των κινδύνων της κοινότητας από τη δράση των γνωστικών και των άλλων αιρετικών.

γ) Οι Ευχές, το περιεχόμενο και ο αριθμός των οποίων δεν προσδιορίζεται από τον Ιουστίνο. Ο προεστώς όμως της ευχαριστιακής συνάξεως είχε τη διακριτική ευχέρεια («όση δύναμις αυτώ») να καθορίζη το περιεχόμενο και τον αριθμό των ευχών, γι΄ αυτό και ποίκιλλαν κατά τόπους και κατά εποχές. Δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα, αν στο διδακτικό μέρος της θ. Λειτουργίας εψάλλοντο ψαλμοί και ύμνοι, αλλά δεν δυνάμεθα και να το αποκλείσουμε (Τερτυλλιανού,De anima,9).

Kατά τον Ιππόλυτο (170-235 μ.Χ), οι κατηχούμενοι μετέβαιναν ενωρίτερα στον χώρο της συνάξεως, δηλαδή προ της αφίξεως των πιστών και προ της ενάρξεως των αναγνωσμάτων από τους αναγνώστες, εδιδάσκοντο δε την κατήχηση από τους «Διδασκάλους».

Σαφέστερα περιγράφει το πρώτο μέρος της θ. Λειτουργίας ο Τερτυλλιανός, ο οποίος αναφέρει ότι ο αναγνώστης, ιστάμενος σε υψηλότερο βήμα (in loco altiori),αναγίνωσκε περικοπές εκ του Νόμου, των προφητών, των ευαγγελίων και των επιστολών των αποστόλων. Μετά το καθιερωμένο κήρυγμα (allocutio) ακολουθούσε μακρά κοινή ευχή κλήρου και πιστών, οι οποίοι απήγγελλαν την ευχή εστραμμένοι προς ανατολάς (ad orientis regionem) και με «ανατεταμένας τάς χείρας» (De monogamia,12. De praescr. haereticorum,38,51 κ.α).

Ο Κυπριανός [μεταξύ 200/210 – 258 μ.Χ., Πατρολογια Στυλιανού Παπαδοπούλου] αναφέρει μόνο τα αναγνώσματα εκ της Καινής Διαθήκης (Εpist.,29,38,39), το απλό και χωρίς ρητορική επιτήδευση κήρυγμα (Epist.,1) και τις εκκλησιαστικές ευχές.

Τα κύρια στοιχεία του δευτέρου, ήτοι του μυστηριακού μέρους της θ. Λειτουργίας, ήσαν, κατά τον Ιουστίνο (110-165 μ.Χ), ο ασπασμός της ειρήνης, η προσφορά των τιμίων δώρων, η υπό του προεστώτος απαγγελλόμενη ευχαριστήρια και τελεστική ευχή του μυστηρίου , η οποία επισφραγιζόταν με το «Αμήν» του λαού, η κοινωνία, η εμμελής ψαλμωδία και υμνωδία («αίνος και δόξα»), ως και λογία (=έρανος) υπέρ των πτωχών. Κατά τον Ιουστίνο και τον Ιππόλυτο, μετά το πέρας του διδακτικού μέρους της θ. Λειτουργίας, οι διάκονοι έφεραν άρτο και ποτήριο οίνου, «κεκραμένου μεθ΄ ύδατος (αναμιγμένου με νερό)», στον προεστώτα της ευχαριστιακής συνάξεως επίσκοπο ή πρεσβύτερο.

Ο Ιππόλυτος (170-235 μ.Χ), αναφέρει και τον αρχαιότατο εισαγωγικό διάλογο μεταξύ του τελετουργού και των πιστών, ο οποίος ελάμβανε χώρα μετά τον ασπασμό:

«Ο Κύριος μεθ΄ υμών». – «Και μετά του πνεύματος σου». – «Άνω τάς καρδίας». – «΄Εχομεν πρός τον Κύριον». – «Έυχαριστήσωμεν τω Κυρίω». – «Άξιον και δίκαιον».

Παραθέτει επίσης και τη σπουδαιότατη ευχαριστήρια ευχή του προεστώτος, η οποία περιέχει την «Ανάμνηση», την «Επίκληση» του αγ. Πνεύματος, τη «Δοξολογία», την «Κοινωνία» από τα καθαγιασθέντα δώρα κ.α.

Η κοινωνία των καθαγιασμένων δώρων, του άρτου και του οίνου (σώμα και αίμα Χριστού), από τους πιστούς γινόταν πριν ακόμη αναμιχθούν τα στοιχεία. Ο τελετουργός επίσκοπος ή πρεσβύτερος προσέφερε στο δεξί χέρι των πιστών τον άρτο (σώμα) και ο διάκονος προσέφερε τον οίνο (αίμα) με το άγιο ποτήριο (Τερτυλλιανού,De corona,3.Mαρτύριον Περπετούης,4,).

Ο Τερτυλλιανός κατακρίνει τους ζηλωτές χριστιανούς, οι οποίοι δεν διέκοπταν τη νηστεία για να λάβουν την ευχαριστία και τους συνιστά να λαμβάνουν στα χέρια τους το σώμα του Κυρίου και να το τρώγουν μετά το πέρας της νηστείας (Ad uxorem,II,5). Μπορούσαν δηλαδή οι πιστοί να φυλάσσουν το σώμα του Χριστού, όπως μπορούσαν να το λαμβάνουν και οι μη δυνάμενοι να παραστούν στην ευχαριστιακή σύναξη.

Ο Ιουστίνος αναφέρει ότι «ευχαριστήσαντος του προεστώτος και επευφημήσαντος παντός τού λαού, οι καλούμενοι παρ΄ ημίν διάκονοι, εκάστω των παρόντων μεταλαβείν απο του ευχαριστηθέντος άρτου και οίνου και ύδατος, και τοίς ου παρούσιν αποφέρουσιν» (Α΄ Απολογία,66).

Η κράση (=ανάμιξη) του οίνου με ύδωρ αναφέρεται και από τον Κλημέντα τον Αλεξανδρέα (150-215 μ.Χ): «αναλόγως...κίρναται ο μέν οίνος τω ύδατι» (Παιδαγωγός,II,20). Στους απόντες για εύλογες αιτίες κληρικούς ή και λαϊκούς ή θ. ευχαριστία αποστελλόταν υπό τη μορφή τεμαχίου καθαγιασμένου άρτου, στο οποίο είχε επισταχθή καθαγιασμένος οίνος. Κατά τη μετάδοση των τιμίων δώρων ο ιερουργός, ο οποίος τα προσέφερε στους πιστούς, χρησιμοποιούσε προφανώς τις φράσεις «Σώμα Χριστού», «Αίμα Χριστού», ενώ ο πιστός απαντούσε «Αμήν» (Τερτυλλιανού, De spectaculis,25. Αποστολικαί Διαταγαί,XIII).

Oι πιστοί ελάμβαναν με ευλάβεια τον άγιο άρτο της ευχαριστίας και πρόσεχαν να μη πέσουν ψυχία (=ψίχουλα) από τα χέρια τους για να μην βεβηλωθούν (De corona,3).

H ψαλμωδία ήταν απλή και εμμελής ανάγνωση, ως μια αντιφωνία μεταξύ του τελετουργού και των μελών της κοινότητας ή και ως μια απλή «υπακοή» των μετεχόντων στη σύναξη των πιστών, οι οποίοι απήγγελλαν συνήθως με ρυθμό τις τελευταίες λέξεις (ακροστίχια ή ακροτελεύτια) των απαγγελόμενων ύμνων ή ψαλμών (υποψάλλειν,υπηχείν,υπακούειν) από τον τελετουργό. Η αντιφωνία δύο χορών επικράτησε αργότερα.

Από τα θεμελιώδη αυτά στοιχεία της θ. Λειτουργίας διαμορφώθηκαν προοδευτικώς με ορισμένες τροποποιήσεις ή και προσθήκες διάφοροι κύκλοι λειτουργικών τύπων (συριακός, αιγυπτιακός. παλαιστινιακός, ρωμαϊκός, αφρικανικός κ.α), χωρίς όμως να διαφοροποιηθή και ο βασικός πυρήνας της θ. Ευχαριστίας.

Οι κοινές εστιάσεις («αγάπαι») σταδιακά αποχωρίσθηκαν από τη θ. λειτουργία, διατήρησαν όμως μόνο ορισμένα εξωτερικά στοιχεία της θ. λειτουργίας (κλάση του άρτου και ευλογία του ποτηρίου).Ετελούντο συνήθως κατά την εσπέρα της Κυριακής ή και σε άλλες ημέρες της εβδομάδας στον ναό ή σε ιδιωτική οικία, παρόντος κατά κανόνα του επισκόπου ή άλλου κληρικού, ο οποίος ευλογούσε τον άρτο και τον οίνο. Ο Τερτυλλιανός αναφέρεται λεπτομερώς στις «αγάπες»,οι οποίες ετελούντο στη Β. Αφρική και τις εξυμνεί αφ΄ ενός μεν για την τόνωση της ευσέβειας αυτών που συμμετείχαν, αφ΄ ετέρου δε γιατί με αυτές ενισχύοντο οι πτωχοί. Η συνεστίαση άρχιζε με την κοινή προσευχή, η δέ συμμετοχή στα προσφερόμενα εδέσματα ήταν μεμετρημένη, αφού οι συνδαιτημόνες πιστοί είχαν την έντονη αίσθηση της παρουσίας του Θεού.Προ της λήξης της συνεστίασης κάθε συνδαιτημόνας απήγγειλε κάποιον ύμνο από την αγία Γραφή ή και δικής του συνθέσεως, η δ αγάπη τελείωνε μ κοινή προσευχή (Apologeticum,39).

Όμως η πνευματική αυτή ατμόσφαιρα δεν επικρατούσε παντού, όπου γίνονταν «αγάπες». Πράγματι Κλήμης ο Αλεξανδρευς παρουσιάζει εντελώς αντίθετη εικόνα των «αγαπών» από εκείνη την οποία αναφέρει ο Τερτυλλιανός. Σημειώνει ότι οι «αγάπες» στην Αλεξάνδρεια είχαν εκφυλιστεί σε «δειπνάρια τινα κνίσσης και ζωμών αποπνέοντα, το καλόν και σωτήριον έργον του Λόγου, την αγάπην την ηγιασμένην κυθιδρίοις και ζωμού ρύσει καθυβρίζοντα» (Παιδαγωγός,ΙΙ 1).

Όπου οι «αγάπες» συνδέθηκαν με την οργανωμένη μέριμνα της κοινότητας υπέρ των πτωχών και γενικότερα με τη φιλανθρωπία, επιβίωσαν ως υγιής εκκλησιαστική εκδήλωση, ενώ, όπου κατέληξαν σε αυτοσκοπό, έχασαν την αυστηρή πνευματική βάση τους και με την πάροδο του χρόνου καταργήθηκαν.

Στην Εκκλησία μέχρι σήμερα οι «αγάπες» επιβίωσαν μερικώς στην «Αρτοκλασία».

(Βλασίου Φειδά, Εκκλησιαστική Ιστορία τομος Α σελ. 36-37,51…,264-270, οι υπογραμμίσεις δικές μας και οι μεταφράσεις επίσης των αρχαίων κειμένων)

Εύρεση

Δημοφιλή Θέματα (Α-Ω)

αγάπη (278) Αγάπη Θεού (83) αγάπη σε Θεό (44) αγάπη σε Χριστό (65) άγγελοι (11) Αγγλικανισμός (1) Αγία Γραφή (69) Αγιασμός (1) Άγιο Πνεύμα (18) άγιοι (45) άγιος (102) αγνότητα (12) άγχος (24) αγώνας (81) αγώνας πνευματικός (64) Αθανάσιος ο Μέγας (1) αθεΐα (111) αιρέσεις (108) αλήθεια (49) αμαρτία (93) Αμβρόσιος άγιος (1) άμφια (1) Αμφιλόχιος της Πάτμου (1) Ανάληψη Χριστού (2) Ανάσταση (87) ανασταση νεκρών (10) ανθρώπινες σχέσεις (184) άνθρωπος (30) αντίχριστος (7) αξιώματα (10) απιστία (7) αποκάλυψη (4) απόκρυφα (15) Απολογητικά Θέματα (1) αρετή (99) ασθένεια (28) άσκηση (10) αστρολογία (2) Αυγουστίνος άγιος (1) αυτογνωσία (77) αυτοθυσἰα (5) Β Παρουσία (10) Β' Παρουσία (10) βάπτιση (6) βάπτισμα (13) Βαρβάρα αγία (1) Βαρσανουφίου Οσίου (24) Βασίλειος ο Μέγας (15) βία (2) βιβλίο (18) βιοηθική (10) Βουδδισμός (4) γάμος (67) Γένεση (4) Γεροντικόν (85) γηρατειά (3) γιόγκα (1) γλώσσα (49) γνώση (8) γονείς (61) Γρηγόριος ο Θεολόγος (7) Γρηγόριος ο Παλαμάς όσιος (2) γυναίκα (12) δάκρυα (16) δάσκαλος (17) Δεύτερη Παρουσία (8) Δημιουργία (47) διάβολος (87) Διάδοχος Φωτικής όσιος (13) διάκριση (83) διάλογος (5) δικαιοσύνη (14) Δογματικα Θέματα (5) Δογματική Τρεμπέλα (1) δύναμη (10) Δωρόθεος αββάς (6) εγωισμός (159) εικόνες (19) Ειρηναίος Λουγδούνου άγιος (3) ειρήνη (9) εκκλησία (87) Εκκλησιαστική Ιστορία (23) Εκκλησιαστική περιουσία (2) έκτρωση (1) ελεημοσύνη (32) ελευθερία (21) Ελλάδα (16) ελπίδα (18) Εξαήμερος (2) εξέλιξης θεωρία (15) Εξομολόγηση (87) εξωγήινοι (2) εξωσωματική γονιμοποίηση (5) επάγγελμα (10) επιμονἠ (6) επιστήμη (75) εργασία (42) Ερμηνεία Αγίας Γραφής (52) έρωτας (9) έρωτας θείος (2) Ευαγγέλια (68) Ευαγγέλιο Ιωάννη Ερμηνεία (33) ευγένεια (7) ευγνωμοσὐνη (2) ευσπλαχνία (14) ευτυχία (36) ευχαριστία (12) Εφραίμ ο Σύρος όσιος (1) εχεμύθεια (1) ζήλεια (3) ζώα (19) ηθική (11) ησυχία (12) θάνατος (130) θάρρος (25) θαύμα (81) θέατρο (1) Θεία Κοινωνία (62) Θεία Λειτουργία (56) θεία Πρόνοια (4) θἐλημα (2) θέληση (11) Θεόδωρος Στουδίτης όσιος (36) θεολογία (19) Θεός (22) Θεοφάνεια (2) θλίψεις (163) θρησκείες (32) θυμός (59) Ιάκωβος Τσαλίκης Όσιος (5) ιατρική (10) Ιγνάτιος Θεοφόρος (8) ιεραποστολή (37) ιερέας (75) ιερωσύνη (3) Ινδουισμός (9) Ιουδαίοι (1) Ιουστίνος άγιος (1) Ισαάκ ο Σύρος (1) Ισίδωρος Πηλουσιώτης όσιος (33) Ισλάμ (7) Ιστορία Ελληνική (7) Ιστορία Παγκόσμια (12) Ιστορικότης Χριστού (1) Ιωάννης Κροστάνδης (19) Ιωάννης Χρυσόστομος (48) Καινή Διαθήκη Ερμηνεία (23) Καινή Διαθήκη κριτικό κείμενο NestleAland (5) Κανόνες Εκκλησίας (1) καρδιά (19) Κασσιανός Όσιος (4) κατάκριση (62) καταναλωτισμός (4) Κατηχητικό (1) καύση νεκρών (1) κήρυγμα (18) Κλίμακα (4) κλοπή (1) Κοίμησις Θεοτόκου (13) κοινωνία (135) κόλαση (22) Κουάκεροι (1) ΚράτοςΕκκλησία (1) Κρίσις Μέλλουσα (12) Κύριλλος Άγιος (1) Λατρεία Θεία (58) λείψανα (7) λογισμοί (47) λύπη (4) μαγεία (11) Μάξιμος Ομολογητής (1) μάρτυρες (12) Μεθοδιστές (1) μελέτη (26) μετά θάνατον (28) μετά θάνατον ζωή (42) Μεταμόρφωση (3) Μεταμόρφωσις (4) μετάνοια (108) Μετενσάρκωση (2) μητέρα (16) μίσος (1) ΜΜΕ (2) μνημόσυνα (6) μοναξιά (12) μοναχισμός (34) Μορμόνοι (1) μόρφωση (18) μουσική (3) Ναός (6) ναρκωτικά (1) νέοι (12) νεοπαγανισμός (5) νηστεία (29) Νικόλαος Άγιος (3) νους (18) οικονομία (2) Οικουμενισμός (3) ομορφιά (13) όνειρα (27) οράματα (7) Ορθοδοξία (65) όρκος (1) πάθη (66) πάθος (4) παιδεία (12) παιδιά (30) Παΐσιος Όσιος (82) Παλαιά Διαθήκη (3) Παλαιά Διαθήκη Ερμηνεία (8) παλαιοημερολογίτες (8) Παναγία (94) Παπαδόπουλος Στυλιανός (3) παράδειγμα (22) Παράδεισος (58) Παράδοση Ιερά (5) Πάσχα (13) πατρίδα (5) Πατρολογία (8) Πεντηκοστή (9) πίστη (184) πλούτος (27) Πνευματικές Νουθεσίες (45) πνευματική ζωή (115) πνευματικός πατέρας (39) πνευματισμός (8) ποίηση (14) πόλεμος (20) πολιτική (21) πολιτισμός (6) Πόποβιτς Ιουστίνος άγιος (2) Πορφύριος Όσιος (53) προθυμἰα (3) Πρόνοια (5) Πρόνοια Θεία (61) προορισμός (6) προσευχή (210) προσοχή (8) προσπἀθεια (6) προτεσταντισμός (25) προφητείες (2) ραθυμία (6) Ρωμαιοκαθολικισμός (32) Σαρακοστή (4) σεβασμός (4) σοφία (25) Σταυρός (36) Σταυροφορίες (4) Σταύρωση (23) συγχώρηση (16) συμπὀνια (2) συνείδηση (4) σχίσμα (11) σώμα (11) Σωφρόνιος του Έσσεξ (24) τάματα (1) ταπεινοφροσύνη (109) ταπείνωση (6) Τέλος Κόσμου (1) Τεσσαρακοστή Μεγάλη (2) τέχνη (1) Τριάδα Αγία (6) τύχη (2) υγεία (1) υλικά αγαθά (9) υπακοή (20) υπαρξιακά (57) υποκρισία (7) υπομονή (61) φανατισμός (3) φαντασία (2) φαντάσματα (2) φιλία (15) φιλοσοφία (16) Φλωρόφσκυ Γεώργιος (3) φόβος (31) φως (3) χαρά (45) χάρις θεία (18) χαρίσματα (7) Χειρόγραφα Καινής Διαθήκης (1) Χριστιανισμός (10) χριστιανός (41) Χριστός (23) Χριστούγεννα (38) χρόνος (23) ψεύδος (13) ψυχαγωγία (4) ψυχή (96) ψυχολογία (19)