Αυξομείωση μεγέθους γραμμάτων.
23 Ιουλ

Ερμηνεία του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου.Ερμηνεία-ανάλυση όλου του Κ΄κεφαλαίου

Γράφτηκε από τον 

Ιω. 20,1 Τῇ δὲ μιᾷ τῶν σαββάτων(1) Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ(2) ἔρχεται(3) πρωΐ σκοτίας ἔτι οὔσης(4) εἰς τὸ μνημεῖον, καὶ βλέπει τὸν λίθον ἠρμένον ἐκ τοῦ μνημείου.
1Την πρώτη μέρα μετά το Σάββατο, το πρωί, κι ενώ ήταν ακόμη σκοτεινά, έρχεται η Μαρία η Μαγδαληνή στο μνήμα και βλέπει την πέτρα μετατοπισμένη από την είσοδο του μνήματος.
(1) Η φράση «μιᾷ τῶν σαββάτων» μπορεί να εμηνευτεί η πρώτη ημέρα μετά από το σάββατο (σαββάτων= η ημέρα του Σαββάτου). Αλλά το Λουκά ιη 12 αποδεικνύει, ότι σάββατο ή σάββατα σημαίνει επίσης και ολόκληρη την εβδομάδα, επειδή αποτελεί το μεταξύ δύο σαββάτων διάστημα. Προτιμότερο λοιπόν να ερμηνεύσουμε μία=η πρώτη της εβδομάδας (g).
«Είναι η ημέρα, την οποία η χριστιανική πράξη ονομάζει τώρα ημέρα του Κυρίου (Κυριακή) λόγω της ανάστασης του Κυρίου» (Αυ). «Αυτήν που εμείς τώρα λέμε Κυριακή ονομάζει… Μία λοιπόν είναι η πρώτη ημέρα… Την πρώτη των Σαββάτων το οποίο σημαίνει την πρώτη από τις ημέρες του Σαββάτου και της εβδομάδας» (Θφ).
(2) Μαγδαληνή από την κωμόπολη Μάγδαλα δηλαδή πιθανώς την σημερινή Ελ Μεγντζίλ, η οποία απέχει δύο λεύγες βορείως της Τιβεριάδας, και βρίσκεται στις όχθες της λίμνης. Όσο μεγαλύτερη υπήρξε η θεραπεία, την οποία η Μαρία ώφειλε στον Ιησού (Λουκ. η 2, Μάρκ. ιστ 9), τόσο θερμότερη ήταν και η ευγνωμοσύνη της, τόσο ζωηρότερη ήταν και η προς το πρόσωπό του αφοσίωσή της. Ο Ιωάννης δεν μιλά για τον σκοπό, για τον οποίο η Μαρία ήλθε στον τάφο, δηλώνεται όμως αυτός από τους συνοπτικούς. Και ήταν αυτός να αλειφθεί με αρώματα το σώμα του Ιησού (g).
(3) Ο Ιωάννης δεν αποκλείει τις άλλες μυροφόρες. Περιορίζεται να αναφέρει εδώ εκείνην, η οποία πρόκειται να παίξει τον πρωτεύοντα ρόλο (F). Ο πληθυντικός οἴδαμεν (ξέρουμε) του στίχου 2 υπαινίσσεται, ότι δεν ήταν μόνη η Μαρία και ότι την απορία της για το τι έγινε το σώμα του Ιησού συμμερίζονταν και άλλοι. Είναι άλλωστε απίθανο, ότι διακινδύνευσε μία γυναίκα να βγει μόνη από τα τείχη της πόλης ενώ ήταν ακόμη σκοτάδι (β).
(4) «Επειδή αγαπούσε με πολύ μεγάλη στοργή τον διδάσκαλο, αφού πέρασε το σάββατο έτρεξε επειδή ήθελε να βρει κάποια παρηγοριά από τον τόπο» (Σχ). Όσοι αγαπούν τον Ιησού, αρπάζουν την πρώτη ευκαιρία, για να εκδηλώσουν τον προς αυτόν σεβασμό τους. Ήλθε ενώ ήταν ακόμη σκοτάδι. Όσοι θα ήθελαν να βρουν τον Ιησού, πρέπει από τη νύχτα ορθρίζοντας να ζητούν αυτόν. Να τον ζητούν με πόθο, ικανό και τον ύπνο τους ακόμη να διακόψει. Υπάρχει μία ελαφρά χρονολογική διαφορά ανάμεσα στον Ιωάννη, Ματθαίο και Λουκά που λένε «όρθρου βαθέος», «Ὀψὲ δὲ σαββάτων, τῇ ἐπιφωσκούσῃ εἰς μίαν σαββάτων», και στον Μάρκο που λέει «λίαν πρωΐ… ἀνατείλαντος τοῦ ἡλίου». Πρέπει να έχουμε υπ’ όψη ότι «ο μεν Μάρκος διηγείται από το τέλος (της νύχτας), ενώ ο Ματθαίος από την αρχή και φτάνει σε αυτό το μέσο της νύχτας» (αμ). «Διότι είναι διάφορες οι ελεύσεις προς το μνημείο, και άλλοτε μεν έρχεται η Μαρία μαζί με τις υπόλοιπες γυναίκες, άλλοτε πάλι μόνη αυτή. Για αυτό οι ευαγγελιστές επειδή λένε άλλος άλλη από τις διάφορες ελεύσεις, δίνουν την εντύπωση ότι διαφωνούν» (Θφ)

Ιω. 20,2 τρέχει(1) οὖν(2) καὶ ἔρχεται πρὸς(3) Σίμωνα Πέτρον(4) καὶ πρὸς(3) τὸν ἄλλον μαθητὴν(4) ὃν ἐφίλει(5) ὁ Ἰησοῦς, καὶ λέγει αὐτοῖς(6)· ἦραν(7) τὸν Κύριον(8) ἐκ τοῦ μνημείου, καὶ οὐκ οἴδαμεν ποῦ ἔθηκαν(7) αὐτόν(9).
2Τρέχει, λοιπόν, και πηγαίνει στο Σίμωνα Πέτρο και στον άλλο μαθητή που ο Ιησούς τον αγαπούσε, και τους λέει: «Πήραν τον Κύριο από το μνήμα και δεν ξέρουμε πού τον έβαλαν».
(1) «Όταν είδε… την πέτρα σηκωμένη δεν μπήκε ούτε έσκυψε να δει, αλλά έτρεξε στους μαθητές από πολύ πόθο· διότι αυτό την ενδιέφερε, να μάθει δηλαδή πολύ γρήγορα τι έγινε το σώμα» (Χ).
(2) «Είδε την πέτρα αποκυλισμένη από το στόμιο του μνημείου» (Κ).
(3) Από την επανάληψη της πρόθεσης μπροστά από κάθε όνομα μπορούμε να συμπεράνουμε, ότι οι δύο μαθητές δεν έμεναν μαζί. Βγήκαν όμως μαζί. Μετά την έξοδο ο ένας αναζήτησε τον άλλον. Δεν λέγεται ότι η Μαγδαληνή ανήγγειλε την είδηση και στη μητέρα του Ιησού. Η τελευταία ήταν περιορισμένη στο σπίτι (b), και αποφεύχθηκε άλλωστε να γνωστοποιηθεί γεγονός, το οποίο εφόσον εξηγήθηκε αρχικά ως κλοπή του σώματος, θα συγκινούσε την Θεοτόκο βαθύτατα.
(4) «Με τον Πέτρο και τον Ιωάννη συζητά η Μαγδαληνή· με τον μεν Πέτρο ως κορυφαίο, ενώ με τον Ιωάννη ως αγαπημένο και επειδή οι δυο τους αγαπούσαν τον Κύριο περισσότερο από τους άλλους· διότι μόνοι αυτοί τον ακολούθησαν, όταν οδηγούνταν δέσμιος στον Αννα και τον Καϊάφα» (Ζ).
(5) Το ρήμα έχει μέσα του κάτι το πιο οικείο από το αγαπούσε (g).
(6) «Παρασύρεται σε εύλογες υποψίες και επειδή κατάλαβε τον ασταμάτητο φθόνο των Ιουδαίων, νομίζει ότι μεταφέρθηκε ο Ιησούς, αποδίδοντας μαζί με τα άλλα και αυτή τη δυσσέβεια στην εξαχρείωση εκείνων» (Κ).
(7) Το υποκείμενο είναι αόριστο. Η Μαρία και οι σύντροφοί της αγνοούσαν ποιοί έπραξαν αυτό. Το άγγελμα της Μαρίας είναι όχι ό,τι είχε δει, αλλά ό,τι είχε συμπεράνει μόνη από όσα είδε (τ).
(8) «Επειδή είχε στερεωμένη και κατά κάποιο τρόπο απόρθητη την πίστη δεν οδηγήθηκε σε καταφρόνηση εξαιτίας των παθών πάνω στο σταυρό, αλλά συνήθως τον αποκαλεί Κύριο αν και είναι πεθαμένος ο Χριστός· διότι τέτοια είναι όντως η φιλόθεη συνήθεια» (Κ). Με την αγάπη της ταυτίζει τον Κύριο και το σώμα του (τ).
(9) «Βλέπεις πώς δεν γνώριζε ακόμη τίποτα σαφές για ανάσταση, αλλά νόμιζε ότι έγινε μεταφορά του σώματος και με ειλικρίνεια τα αναγγέλλει όλα στους μαθητές;» (Χ). Δεν έρχεται καν στο νου της ότι ο Κύριος αναστήθηκε. Παρόλ’ αυτά ο Κύριος είχε προείπει ότι θα θανατωνόταν και η προφητεία του επαληθεύτηκε. Αλλά στην προφητεία του αυτή πρόσθεσε και την προφητεία ότι θα ανασταινόταν την τρίτη ημέρα. Όταν λοιπόν η Μαρία βρήκε τον τάφο κενό, θα ανέμενε κάποιος, ότι θα θυμούνταν αυτή την προφητεία του Διδασκάλου. Αυτή όμως ταράσσεται από την ιδέα, ότι «πήραν τον Κύριο από το μνημείο». Όσοι έχουν ασθενή την πίστη, συχνά λαμβάνουν αφορμή να θλίβονται και να παραπονούνται από εκείνο ακριβώς το οποίο είναι θεμέλιο ελπίδας και υπόθεση χαράς.

Ιω. 20,3 ἐξῆλθεν(1) οὖν(2) ὁ Πέτρος καὶ ὁ ἄλλος μαθητὴς καὶ ἤρχοντο(3) εἰς τὸ μνημεῖον.
3Βγήκαν τότε έξω ο Πέτρος κι ο άλλος μαθητής κι έρχονταν στο μνήμα.
(1) Το βγήκε (αντίθετα με το έρχονταν που ακολουθεί) είναι σε ενικό και αναφέρεται στον Πέτρο μόνο, επειδή ήταν μεγαλύτερος και επειδή ανέλαβε την αρχηγία. Το ίδιο ρήμα πρέπει να υπονοηθεί και ως προς το υποκείμενο που ακολουθεί. Η σύνταξη δηλώνει τη βιασύνη, με την οποία ο Πέτρος σηκώθηκε και βγήκε, ακολουθούμενος μετά την έξοδο και από τον Ιωάννη (ο). «Δεν είπαν τίποτα σε κανέναν μεν από τους άλλους, και περιφρόνησαν και τους Ιουδαίους και τους φύλακες εξ αιτίας της θερμότητάς τους» (Ζ).
(2) Ως συνέπεια του παράδοξου αυτού μηνύματος. Ο Πέτρος παρά την άρνησή του σπεύδει. Αυτό δηλώνει, πόσο ειλικρινής υπήρξε η μετάνοιά του.
(3) Ο παρατατικός αυτός της διαρκείας απηχεί το αίσθημα της ανείπωτης προσδοκίας, από την οποία έπαλλαν οι καρδιές των μαθητών κατά τη διάρκεια της πορείας αυτής (g).

Ιω. 20,4 ἔτρεχον δὲ οἱ δύο ὁμοῦ(1)· καὶ ὁ ἄλλος μαθητὴς προέδραμε τάχιον τοῦ Πέτρου(2) καὶ ἦλθε πρῶτος εἰς τὸ μνημεῖον,
4Έτρεχαν κι οι δυο μαζί. Ο άλλος μαθητής όμως έτρεξε γρηγορότερα από τον Πέτρο κι έφτασε πρώτος στο μνήμα.
(1) «Συναγωνίζονταν μεταξύ τους με την ίδια θερμότητα» (Ζ).
(2) «Επειδή ήταν πιο ακμαίος στη δύναμη του σώματος» (Ζ). Εδώ μπορούν με πολύ ευχάριστο τρόπο να παρατηρηθούν τα χαρακτηριστικά που ξεχωρίζουν τους δύο· η πίστη στον Πέτρο, η αγάπη στον Ιωάννη. Μεγαλύτερη ταχύτητα ταιριάζει στον Ιωάννη ως νεώτερο· μεγαλύτερη αταραξία ταιριάζει στον Πέτρο ως μεγαλύτερο (b). Δες την επαινετή άμιλλα μεταξύ των δύο μαθητών σε εκείνο, το οποίο ήταν καλό. Δεν παραβίαζε τους τρόπους της καλής συμπεριφοράς ο Ιωάννης προτρέχοντας του Πέτρου και προλαβαίνοντάς τον στην άφιξη στο μνημείο. Οφείλουμε να πράττουμε το καλύτερο που μπορούμε, χωρίς να φθονούμε εκείνους, οι οποίοι στη διάπραξη του καλού υπερτερούν από μας και χωρίς να περιφρονούμε εκείνους, οι οποίοι υπολείπονται από εμάς, αν και έρχονται μαζί μας. Ο Ιωάννης, ως αγαπημένος από τον Ιησού, αγαπά και αυτός αυτόν θερμά. Και από την αγάπη ωθούμενος επιταχύνει ανυπόμονα τα βήματά του. Η αίσθηση ότι ο Χριστός μάς αγαπά, πρέπει να ανάβει αγάπη προς αυτόν και στα δικά μας στήθη και να μας ωθεί ώστε να εξέχουμε στην αρετή. Η αγάπη του Χριστού μάς κυριεύει και πάνω από κάθετί άλλο μάς αναγκάζει να πλεονάζουμε στην επιτέλεση των προς αυτόν καθηκόντων μας.

Ιω. 20,5 καὶ παρακύψας(1) βλέπει κείμενα(2) τὰ ὀθόνια, οὐ μέντοι εἰσῆλθεν(3).
5Σκύβει μέσα για να δει και βλέπει τις πάνινες λουρίδες στο έδαφος, δεν μπήκε όμως μέσα.
(1) Παρακύπτω= σκύβω προς κάτι, το οποίο εξετάζω· παρατηρώ με γυρμένο μπροστά το κεφάλι· βλέπω μέσα με σκυμμένο σώμα· Λουκ. κδ 12, Ιω. κ 5, 11 (G).
(2) Μπαίνει μπροστά με έμφαση. Εξέπληξε τον μαθητή ότι είδε τους επιδέσμους να είναι στο έδαφος. «Διότι, αν κάποιος τον μετέφερε, δεν θα τον γύμνωνε… αλλά έτσι θα μετέφερε το σώμα, όπως ακριβώς ήταν» (Ζ).
«Διότι για αυτό προλαβαίνοντας ο Ιωάννης λέει ότι ενταφιάστηκε με σμύρνα πολλή, η οποία κολλάει τους επιδέσμους στο σώμα όχι λιγότερο από μόλυβδο, έτσι ώστε, όταν ακούσεις ότι τα σουδάρια ήταν τοποθετημένα σε ιδιαίτερο τόπο, να μην ανεχτείς αυτούς που λένε ότι κλάπηκε. Διότι δεν θα ήταν ανόητος ο κλέφτης, ώστε να καταναλώσει τόση φροντίδα σε πράγμα περιττό. Διότι για ποιό λόγο θα άφηνε τα σουδάρια; Και πώς θα διεύφευγε την προσοχή κάνοντας αυτό; Διότι εύλογα θα κατανάλωνε πολύ χρόνο, και θα συλλαμβανόταν επ’ αυτοφώρω, αφού θα καθυστερούσε και θα αργούσε» (Χ).
«Διότι πώς δεν θα ήταν δύσκολο στους κλέφτες το να λύσουν τους επιδέσμους και να απογυμνώσουν το σώμα από τα οθόνια, αφού ήταν κολλημένα και δύσκολο να αποσπαστούν και σχισμένα πριν το ξεντύσουν; Διότι κόλλησαν με το μίγμα της αλόης και της σμύρνας, το οποίο έφερε ο Νικόδημος» (Γν).
(3) «Επειδή ένιωσε φρίκη, ή επειδή τού ήταν αρκετά αυτά που είδε» (Ζ). Η συγκίνησή του είναι τόσο ισχυρή, ώστε σταματά δειλά στην είσοδο του τάφου (g).
Ή, και από σεβασμό και από λεπτότητα αισθημάτων, και λιγότερο πιθανώς και από φόβο μήπως τελετουργικά μολυνθεί από την άμεση επαφή με τον τάφο (μ). Ιερός φόβος προς τον τόπο της ταφής του Κυρίου κρατά αυτόν έξω από το μνήμα (τ). Η λεπτομέρεια αυτή υποδηλώνει τον αυτόπτη. Και γενικώς και για όλο το κεφάλαιο και ριζοσπαστικοί κριτικοί βρήκαν σε αυτό πολλά, τα οποία προϋποθέτουν αναμνήσεις αυτόπτου. Η αφήγηση εκτίθεται τόσο απλά και τόσο λεπτομερώς, ώστε να μην μπορεί κάποιος να αμφισβητήσει ότι προέρχεται από την αυθεντία ενός από τους αποστόλους (μ).

Ιω. 20,6 ἔρχεται οὖν Σίμων Πέτρος ἀκολουθῶν αὐτῷ, καὶ εἰσῆλθεν(1) εἰς τὸ μνημεῖον καὶ θεωρεῖ(2) τὰ ὀθόνια(3) κείμενα(4),
6Έφτασε μετά κι ο Σίμων Πέτρος, που ερχόταν πίσω του, και μπήκε μέσα στο μνήμα. Εκεί βλέπει στο έδαφος τις πάνινες λουρίδες κάτω,
(1) «Χωρίς να δειλιάσει… Και οι δύο λοιπόν νίκησαν ο ένας τον άλλον, ο Ιωάννης μεν με το να τρέξει πιο γρήγορα, ενώ ο Πέτρος με το να μπει στο μνημείο» (Ζ).
«Πρόσεξε, σε παρακαλώ, την έλλειψη υπερηφάνειας του Ευαγγελιστού, πώς την ακρίβεια της έρευνας την απονέμει στον Πέτρο» (Θφ).
Όσοι με πόθο ζητούν τον Κύριο, δεν πρέπει να αφήνουν την καρδιά τους να ταράζεται από φαντάσματα της διάνοιάς τους. Οι καλοί χριστιανοί δεν πρέπει να τρομάζουν μπροστά στον τάφο, αφού και ο Χριστός μπήκε σε τάφο και έκανε αυτόν πηγή ζωής. Ο τάφος έπαυσε πλέον να είναι τόπος καταστροφής και τα σκουλήκια του δεν είναι πλέον αθάνατα και δεν τρώνε για πάντα. Ας μην κυριευόμαστε λοιπόν από φόβο μπροστά στη θέα νεκρού σώματος, αλλά ας νικούμε αυτόν, με απάθεια περπατώντας ανάμεσα στους τάφους, αφού για λίγο, σαν σε κοιμητήριο, πρόκειται να μείνουμε σε αυτούς.
(2) Σε χρόνο ενεστώτα αντίθετα με το εἰσῆλθεν (αόριστος) που προηγήθηκε. Η διαφορά αυτή προέρχεται από την αντίθεση ανάμεσα στην είσοδο που απαίτησε κάποιες λίγες στιγμές και την διαρκέστερη εξέταση η οποία επακολουθεί. Το ίδιο ισχύει και για τα «ήλθε» του στίχου 4 και «βλέπει» του στίχου 5 (g). Ο Πέτρος «που ήταν θερμός, μπαίνοντας στο εσωτερικό του μνημείου τα εξέτασε όλα με ακρίβεια» (Χ). Όχι απλώς είδε, αλλά με επιμέλεια παρατήρησε αυτά (τ).
(3) Η λέξη μπαίνει μπροστά στο χωρίο αυτό σε αντίθεση με το σουδάριο (b).
(4) Η ίδια μετοχή χρησιμοποιούμενη τρεις φορές δηλώνει, ότι αυτά δεν ήταν αποσπασμένα με τρόπο άτακτο και εσπευσμένο. Οι άγγελοι αναμφίβολα διακόνησαν Αυτόν κατά την ανάστασή του· και ένας από αυτούς τακτοποίησε τους επιδέσμους, ενώ άλλος το σουδάριο. Δες τον στίχο 12 «ένα στο μέρος του κεφαλιού και ένα στο μέρος των ποδιών». Διότι είναι απίθανο, ότι οι άγγελοι ήταν ήδη εκεί, παρόλο που ο Πέτρος και ο Ιωάννης δεν είδαν αυτούς (b). Ο σιναϊτικός κώδικας αποσιωπά το τέλος του στίχου 5 (οὐ μέντοι εἰσῆλθεν) και ολόκληρο το στίχο 6 από σύγχυση των δύο «τὰ ὀθόνια κείμενα».

Ιω. 20,7 καὶ τὸ σουδάριον(1), ὃ ἦν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ, οὐ μετὰ τῶν ὀθονίων κείμενον(2), ἀλλὰ χωρὶς ἐντετυλιγμένον(3) εἰς ἕνα τόπον.
7και το σουδάριο με το οποίο είχαν δέσει το κεφάλι του Ιησού να μην είναι μαζί με τις λουρίδες, αλλά σε μια μεριά τυλιγμένο χωριστά.
(1) «Ήταν ένα μικρό φακιόλιο (κεφαλόδεσμος), τέτοιο σαν αυτό με το οποίο ήταν δεμένο το πρόσωπο και του πεθαμένου Λαζάρου» (Ζ).
(2) Τα οθόνια ήταν εμποτισμένα με τα αρώματα και για αυτό το σουδάριο δεμένο γύρω από το κεφάλι και σχετικά καθαρό, είχε τοποθετηθεί με επιμέλεια χωριστά, ώστε να διατηρήσει την καθαρότητά του (ο). Αξιόλογη και η παρατήρηση. Ο Κύριος αφού αναστήθηκε φαίνεται, ότι διαπέρασε μέσα από τα οθόνια, τα οποία τον περιέβαλλαν, ώστε αυτά έμειναν επί τόπου, ενώ το σουδάριο που κάλυπτε το κεφάλι έπεσε όπου βρισκόταν το κεφάλι του και έμεινε και αυτό εκεί χωριστά διότι και κατά την ταφή χωριζόταν με τον τράχηλο από τα οθόνια, τα οποία κάλυπταν το σώμα (τ).
(3) «Για ποιό λόγο τέλος πάντων είναι τοποθετημένα χωριστά τα οθόνια και χωριστά το σουδάριο τυλιγμένο; Για να μάθεις ότι αυτό το πράγμα δεν έγινε από κάποιους που βιάζονταν ούτε που ήταν ταραγμένοι, το ότι δηλαδή τοποθέτησαν και τύλιξαν χωριστά μεν εκείνα και χωριστά αυτά» (Χ).
Προ παντός το σουδάριο με φροντίδα τυλιγμένο και τοποθετημένο κατά μέρος μαρτυρούσε όχι βιαστικό σήκωμα του σώματος, αλλά ήρεμο ξύπνημα (g).
«Διότι από πού θα είχαν άνεση χρόνου οι κλέφτες και τέτοια αφοβία, ώστε και το κάλυμμα του κεφαλιού να το τυλίξουν με τάξη και να το τοποθετήσουν χωριστά; Επομένως και αυτό δείχνει σαφώς την αλήθεια της ανάστασης» (Γν).
Το αναστημένο σώμα χωρίς να τοποθετήσει σε αταξία τα εντάφια σπάργανα άφησε αυτά κάτω στη γη στην αρχική τους θέση. Ο Ιωάννης επιμένει στις λεπτομέρειες αυτές, επειδή αποδεικνύουν το αβίαστο και αυτόματο της ανάστασης. Η όλη γλώσσα της αφήγησης φαίνεται ότι με φροντίδα διαλέχτηκε, για να υποδηλώσει ότι το φυσικό σώμα του Ιησού άλλαξε σε πνευματικό και δοξασμένο σώμα (μ).

Ιω. 20,8 τότε οὖν εἰσῆλθε καὶ ὁ ἄλλος μαθητὴς(1) ὁ ἐλθὼν πρῶτος εἰς τὸ μνημεῖον, καὶ εἶδε καὶ ἐπίστευσεν(2)·
8Εκείνη τη στιγμή, μπήκε μέσα κι ο άλλος μαθητής, που είχε έρθει πρώτος στο μνήμα, τα είδε αυτά και πίστεψε.
(1) «Ίσως θα πουν κάποιοι, πώς ενώ η κουστωδία φύλασσε τον τάφο έρχονται τρέχοντας ο Πέτρος και ο Ιωάννης και μπήκαν στο μνημείο; Θα πούμε ότι όταν έγινε ο σεισμός της ανάστασης, αναχώρησαν οι στρατιώτες να αναγγείλουν στους αρχιερείς όλα όσα έγιναν» (Ε).
Ενθαρρύνθηκε ο Ιωάννης από το παράδειγμα του Πέτρου. Ο δισταγμός της δυσκολίας και του κινδύνου αποβάλλεται όταν βλέπουμε την απόφαση και το θάρρος των άλλων. Ίσως του Ιωάννη η βιασύνη έκανε τον Πέτρο να επιταχύνει τα βήματά του, όπως και η ορμή του Πέτρου ώθησε τον Ιωάννη να μπει και αυτός στο μνημείο. «Αδελφός που βοηθιέται από αδελφό είναι σαν πόλη οχυρή».
(2) «Αφού είδε σημάδια της ανάστασης αναμφίβολα» (Ζ). Ο ενικός είδε και πίστεψε είναι αξιοσημείωτοι. Μέχρι τώρα μιλούσε σε πληθυντικό για τους δύο μαθητές. Ομοίως και στον επόμενο στίχο («δεν γνώριζαν ακόμη»). Ο ενικός λοιπόν εδώ δεν μπορεί να μπήκε άσκοπα. Ο συγγραφέας θέλει προφανώς να μιλήσει για προσωπική του πείρα. Δεν μπορεί να μαρτυρήσει για τον άλλο μαθητή, μαρτυρεί όμως για τον εαυτό του. Πράγματι η στιγμή αυτή υπήρξε μία από τις πλέον ανεξάλειπτες της ζωής του. Μας μυεί σε ασύγκριτη προσωπική ανάμνηση, που αναφέρεται στον τρόπο, με τον οποίο οδηγήθηκε να πιστέψει στο γεγονός της ανάστασης (g).
Ίσως ο μαθητής ο οποίος με την καρδιά του βρισκόταν πολύ κοντά στον Κύριο, είχε κάποιο ένστικτο κατανόησης, το οποίο τον έκανε ικανό να εξηγήσει σωστά ό,τι είδε και να συλλάβει την αλήθεια. Οπωσδήποτε ο μαθητής, τον οποίο αγαπούσε ο Ιησούς, πρώτος πίστεψε στην ανάστασή του (τ). Διάνοια κατάλληλη για ενόραση και πνευματική θεωρία (όπως αυτή του Ιωάννη) μπορεί ίσως ταχύτερα να προσλαμβάνει την αντίληψη της αλήθειας παρά διάνοια κατάλληλη για ενέργεια και πράξη (όπως αυτή του Πέτρου).
Κάποιοι μικρογράμματοι κώδικες και η Συριακή του Σινά έχουν την γραφή: επίστευσαν. = «Οι σοφότατοι μαθητές αφού μάζεψαν επαρκέστατη πλέον την πληροφορία για την ανάσταση του Σωτήρα μας, αφού γεννήθηκε μεσα τους στερεωμένη λοιπόν και ασάλευτη πίστη… γύρισαν πάλι σπίτι και βιάζονταν να αναγγείλουν το θαύμα στους δικούς τους συλλειτουργούς (συμμαθητές)» (Κ). Η γραφή αυτή αποτελεί λανθασμένη διόρθωση που οφείλεται σε επιθυμία, να περιληφθεί και ο Πέτρος στο «επίστευσε». Αλλά ο Πέτρος φαίνεται μάλλον, ότι πίστεψε μετά την εμφάνιση του Ιησού σε αυτόν (Λουκ. κδ 34, Α΄ Κορ. ιε 5) και όχι μετά την επίσκεψη του τάφου, μετά την οποία σύμφωνα με το Λουκά κδ 12 «έφυγε θαυμάζοντας μέσα του το γεγονός» (β).
Ή, λιγότερο πιθανώς «Τι ακριβώς δηλαδή είδε; Τι πίστεψε; Τι άλλο παρά είδε τον τάφο κενό και πίστεψε ό,τι η γυναίκα είχε πει, ότι δηλαδή πήραν τον Κύριο από το μνημείο» (Αυ). Αλλά το γεγονός αυτό ήταν αντικείμενο θέας και όχι πίστης (g).


Ιω. 20,9 οὐδέπω γὰρ(1) ᾔδεισαν(2) τὴν γραφὴν(3) ὅτι δεῖ(4) αὐτὸν ἐκ νεκρῶν ἀναστῆναι.
9Γιατί, ως τότε δεν είχαν καταλάβει τη Γραφή, που λέει ότι σύμφωνα με το σχέδιο του Θεού ο Μεσσίας θ’ ανασταινόταν από τους νεκρούς.
(1) Η πρόταση αυτή εξηγεί το γιατί δεν πίστεψαν στην ανάσταση μέχρις ότου έλαβαν απόδειξη του γεγονότος με αυτοψία (ο). «Απολογείται πώς δεν πίστεψαν πιο πριν» (Ζ). Τόσο ο Ιωάννης (ιστ 16) όσο και οι Συνοπτικοί (Μάρκ. η 31,θ 9, 31, ι 34 και τα παράλληλα χωρία) συμφωνούν στο ότι ο Ιησούς σε διάφορες περιστάσεις είχε βεβαιώσει τους μαθητές του, ότι θα ανασταινόταν από τον τάφο και θα τον ξανάβλεπαν. Αλλά αυτοί δεν είχαν καταλάβει τα λόγια αυτά (β). Η πίστη του αγαπημένου μαθητή δεν προήλθε από τα παλαιά προφητικά κείμενα. Ο κενός τάφος διαφώτισε αυτόν για την αληθινή έννοια της Γραφής (Ψαλμ. ιε 10, δες και Λουκά κδ 25-27, και Πράξεις β 24-27,ιγ 35) και των προφητειών του Κυρίου (χ). Δεν ήξεραν έως τότε να εφαρμόσουν στον Κύριό τους την μεγάλη διακήρυξη του ψαλμωδού «δεν θα εγκαταλείψεις την ψυχή μου στον Άδη ούτε ο όσιός σου θα δει διαφθορά» (Ψαλμός ιε 10, Πράξεις β 27) (τ). Αναγνωρίζει ως σφάλμα του ο ευαγγελιστής, ότι δεν γνώριζε ακόμη την έννοια της Γραφής, με βάση τις προφητείες της οποίας έπρεπε να είχε ήδη πιστέψει πριν ακόμη δει τον τάφο κενό. Δεν λέει: Δεν φανέρωσε ακόμη ο Ιησούς τον εαυτό του για να δείξει σε αυτούς τα χέρια και την πλευρά του. Αλλά δεν διάνοιξε ακόμη το νου τους να καταλάβουν τις Γραφές ( Λουκά κδ 44, 45). Ο λόγος των προφητειών είναι ο κατεξοχήν βέβαιος και πειστικός.
(2) «Δεν καταλάβαιναν ακόμη» (Ζ), όπως στο Μάρκ. ιβ 24.
Ή, «Και όμως γνώριζαν, αφού πολλές φορές ο Σωτήρας τους είχε προείπει ότι θα αναστηθεί. Αλλά δεν είχαν πειστεί από την Γραφή και από τις εκεί λεγόμενες προφητείες (οι οποίες ήταν αδύνατον να μην εκπληρωθούν), αλλά ακόμη κάμπτονται οσον αφορά την πίστη» (Γν).
(3) «Την Γραφή που δίδασκε για την ανάστασή του· και είναι σε διάφορα σημεία αυτή, κατασπαρμένη σε διάφορους ψαλμούς του Δαβίδ και σε λόγια προφητικά» (Ζ). Τέτοια χωρία ίναι τα Ψαλμός ιε 10, Ησαΐου νγ 10 κλπ. Δες και Λουκά κδ 25-27 και 45 (g).
(4) Πρέπει, είναι αναγκαίο. Η ανάγκη βασιζόταν στον αμετάθετο λόγο και την υπόσχεση του Θεού, τα οποία καθόριζαν την πορεία της δημόσιας δράσης του Χριστού, το πάθος και την ανάσταση. Και ότι η γραφή πρέπει να εκπληρωθεί είναι θεμελιώδες στη σκέψη του Ιωάννη (β). Από τις λεπτομέρειες αυτές εμφανίζεται πόσο λίγο ήταν διατεθειμένοι οι μαθητές στο να πιστέψουν στην ανάσταση. Δεν ήταν εύπιστοι, ώστε ανεξέταστα να δεχτούν κάθε είδηση. Δεν ήταν μόνο τίμιοι και ειλικρινείς άνδρες, υποκείμενοι όμως σε πλάνη, αλλά και επιφυλακτικοί και σοβαροί μέχρις ότου βεβαιωθούν πλήρως για αυτά που τους μήνυαν.

Ιω. 20,10 ἀπῆλθον οὖν(1) πάλιν πρὸς ἑαυτοὺς(2) οἱ μαθηταί.
10Οι μαθητές έφυγαν τότε και γύρισαν πάλι στο σπίτι τους.
(1) Εφ όσον ολοκλήρωσαν την εξέταση του τάφου (χ) και πείστηκαν, ότι περίττευε πλέον κάθε έρευνα για το σώμα (μ).
(2) «Στο σπίτι τους» (Ζ). Στο κατάλυμά του ο καθένας, «όπου έμεναν και από όπου έτρεξαν προς το μνημείο» (Αυ). Ο Ιωάννης είχε οδηγήσει την Παρθένο Μητέρα στο σπίτι του και τίποτα πιο πιθανό από το ότι θα έσπευσε να μεταφέρει σε αυτήν χωρίς καθυστέρηση την χαρμόσυνη είδηση (β).

Ιω. 20,11 Μαρία δὲ(1) εἱστήκει(2) πρὸς τῷ μνημείῳ κλαίουσα(3) ἔξω. ὡς οὖν ἔκλαιε, παρέκυψεν εἰς τὸ μνημεῖον(4),
11Η Μαρία όμως στεκόταν έξω κοντά στον τάφο κι έκλαιγε. 12Εκεί που έκλαιγε, σκύβει να δει μέσα στο μνήμα,
(1) Το «δε» είναι ελαφρώς αντιθετικό. = «Αυτοί μεν έφυγαν, εκείνη όμως στεκόταν στο μέρος αυτό» (Χ).
(2) «Παραμένει κοντά στον τάφο πιο τολμηρά» (Κ), στεκόταν με μεγαλύτερη επιμονή (b).
«Την ώρα που οι άνδρες επέστρεφαν, το ασθενέστερο φύλο προσηλωνόταν στον τόπο από ισχυρότερη αγάπη» (Αυ). Παρουσιάζεται σαν σε ορισμένη και ακίνητη στάση όπως αυτός που τον βαραίνει πάρα πολύ η θλίψη (ο).
(3) «Διότι το γυναικείο γένος είναι πολύ συναισθηματικό και αγαπά τα δάκρυα» (Θφ), «και είναι πιο επιρρεπές στον οίκτο» (Χ).
«Τα μάτια, τα οποία ζήτησαν τον Κύριο και δεν τον βρήκαν, τίποτα άλλο δεν είχαν να πράξουν παρά να κλαίνε» (Αυ).
«Αχόρταγα βγάζει το δάκρυ από τα μάτια της, θρηνώντας όχι μόνο επειδή πέθανε, αλλά επειδή νόμισε ότι μεταφέρθηκε ο Κύριος από το μνήμα» (Κ).
Έκλαιγε ενθυμούμενη το πάθημά του· έκλαιγε για το θάνατό του και για την μεγάλη απώλεια, την οποία υπέστησαν αυτή και οι μαθητές από τον θάνατο αυτόν· έκλαιγε και γιατί τώρα δεν βρήκε το σώμα του Διδασκάλου.
(4) Και αυτή φοβόταν να μπει σε αυτό. «Ήταν μεγάλη παρηγοριά το να φαίνεται το μνήμα. Βλέπεις λοιπόν αυτήν, που σκύβει και θέλει να δει τον τόπο, στον οποίο βρισκόταν το σώμα, προκειμένου να παρηγορηθεί πιο πολύ;» (Χ). Όπως πράττουν αυτοί που αναζητούν ανώφελα κάποιο πολύτιμο αντικείμενο, παρατηρεί πάντοτε ξανά εκεί, όπου νομίζει, ότι πρέπει να είναι το σώμα του Ιησού (g).

Ιω. 20,12 καὶ θεωρεῖ(1) δύο ἀγγέλους(2) ἐν λευκοῖς(3) καθεζομένους, ἕνα πρὸς τῇ κεφαλῇ καὶ ἕνα πρὸς τοῖς ποσίν(4), ὅπου ἔκειτο τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ.
12 και βλέπει δυο αγγέλους ντυμένους στα λευκά, να κάθονται εκεί που βρισκόταν πριν το σώμα του Ιησού, ο ένας προς το μέρος του κεφαλιού κι ο άλλος προς το μέρος των ποδιών.
(1) Ή , λιγότερο πιθανώς «επειδή δεν ήταν υψηλή η διάνοια της γυναίκας, ώστε από τα σουδάρια να συμπεράνει την ανάσταση, γίνεται κάτι περισσότερο, ώστε κατ’ αρχήν να ανακουφιστεί από τη λύπη της με αυτό και να παρηγορηθεί» (Χ).
«Δεν φάνηκαν όμως αυτοί οι άγγελοι στον Πέτρο και τον Ιωάννη, επειδή σε εκείνους επρόκειτο να αρκούν για πίστη, αυτά που είδαν, επειδή ήταν πιο συνετοί» (Ζ).
Ή, πιο σωστά «να, επειδή παραμένει κοντά στο μνήμα η Μαρία και με πόθο μεν φιλόθεο λιώνει τα σπλάχνα της, και διατηρεί γνήσιο το φρόνημά της για το Δεσπότη, ο Σωτήρας της χαρίζει την γνώση του μυστηρίου σχετικά με το πρόσωπό του, με φωνή αγίων αγγέλων» (Κ).
(2) Ο σιναϊτικός κώδικας αποσιωπά το «δύο». Η εμφάνιση των δύο αγγέλων δεν αντιλέγει προς την προηγούμενη εμφάνιση ενός αγγέλου στις γυναίκες, οι οποίες είχαν επισκεφτεί προηγουμένως τον τάφο. Οι άγγελοι δεν είναι ακίνητοι και ορατοί σαν λίθινα αγάλματα (g). Η εμφάνιση αυτή δεν είναι η ίδια με αυτήν στα Ματθ. κη 2-4, Μάρκ. ιστ 5-7. Λουκ. κδ 4, αλλά μία που έγινε πιο μετά από αυτήν και είναι ξεχωριστή από εκείνην (ο).
«Ο Ματθαίος μεν και ο Μάρκος εξιστορούν έναν άγγελο, ο Λουκάς όμως και ο Ιωάννης δύο, τα οποία δεν ήταν αντίθετα. Διότι οι μεν που έγραψαν τον ένα, εννοούν αυτόν που αποκύλισε το λίθο από το μνημείο, ενώ οι άλλοι που έγραψαν τους δύο, εννοούν αυτούς που εμφανίστηκαν με στολή αστραφτερή στις γυναίκες που πήγαν στον τάφο ή αυτούς που είδαν μέσα στον τάφο να κάθονται με λευκά» (Ω).
Άγγελοι από τον ουρανό στάλθηκαν στη μεγάλη αυτή περίπτωση μηνύοντας το μεγάλο γεγονός, για να τιμήσουν τον Υιό και να προσδώσουν ιδιαίτερη επισημότητα στην ανάστασή του, ακόμη επίσης και να παρηγορήσουν τους αγίους, λέγοντας προς αυτούς λόγους παρηγοριάς στη θλίψη τους. Ήταν δύο και όχι στρατιά ολόκληρη που υμνούσε το γεγονός, διότι στάλθηκαν, για να μαρτυρήσουν για το υπερφυσικό συμβάν. «Στο στόμα δύο μαρτύρων θα σταθεί κάθε λόγος».
(3) Υπονοείται η λέξη ρούχα, «η στολή των ρούχων φανέρωνε την ατόφια ομορφιά της αγγελικής καθαρότητας» (Κ).
Ή, λιγότερο πιθανώς, περιβάλλονταν από το λευκό χρώμα του θριάμβου και της χαράς (F). Οι άριστοι των ανθρώπων, στεκόμενοι μπροστά στους αγγέλους και συγκρινόμενοι με αυτούς, παρουσιάζονται ντυμένοι με ρούχα βρώμικα (Ζαχαριου γ 3). Αλλά οι άγγελοι είναι ακηλίδωτοι. Και οι δοξασμένοι άγιοι, όταν θα γίνουν όπως οι άγγελοι, θα περπατάνε μαζί με το Χριστό στα λευκά. Αυτός θα κάνει λευκή τη στολή τους. Επιπλέον η λευκότητα των ρούχων των αγγέλων, που δήλωνε και τη δόξα τους, παρίστανε τη λαμπρότητα της κατάστασης, στην οποία είχε ήδη μπει ο Χριστός.
(4) «Σχεδόν και με αυτό φανερώνουν στη γυναίκα, που νόμιζε ότι μεταφέρθηκε ο Κύριος, ότι δεν θα ήταν δυνατόν να βλάψει κάποιος το άγιο σώμα, τη στιγμή που παράστεκαν άγγελοι» (Κ).
Ή, «ο τρόπος που κάθονταν την οδηγούσε στο να ρωτήσει· διότι έδειχναν ότι γνώριζαν το γεγονός» (Χ). Κάθονταν ο ένας απέναντι στον άλλον. Αυτή η στάση τους μπορούσε να υπενθυμίσει και τα δύο χερουβίμ δόξης που ήταν τοποθετημένα πάνω στο ιλαστήριο αντικριστά το ένα με το άλλο σύμφωνα με το Εξόδ. κε 18. Ο Χριστός αφού σταυρώθηκε έγινε το μέγα εξιλαστήριο, και στο κεφάλι και στα πόδια του ήταν τα δύο αυτά χερουβείμ όχι με σπαθιά φλογερά, για να απομακρύνουν εμάς από αυτόν, αλλά σαν καλωσυνάτοι αγγελειοφόροι, που μας οδηγούν στην οδό της ζωής.

Ιω. 20,13 καὶ λέγουσιν αὐτῇ ἐκεῖνοι· γύναι, τί κλαίεις(1); λέγει αὐτοῖς(2)· ὅτι ἦραν τὸν Κύριόν μου(3), καὶ οὐκ οἶδα ποῦ ἔθηκαν αὐτόν(4).
13Της λένε τότε εκείνοι: «Γυναίκα, γιατί κλαις;» «Πήραν τον Κύριό μου», τους λέει αυτή, «και δεν ξέρω πού τον έβαλαν».
(1) Ή, λιγότερο πιθανώς «Σταματώντας την από το θρήνο, λένε: Γυναίκα, γιατί κλαις; Διότι δεν έχουν την αξίωση βεβαίως να μάθουν την αιτία του χυσίματος των δακρύων· διότι ήξεραν και αν ακόμη δεν τους έλεγε τυχόν η γυναίκα… αλλά μάλλον την συμβουλεύουν να περιορίσει τα δάκρυα» (Κ).
«Σαν να της έλεγαν· Αυτά τα δάκρυα είναι γυναικεία και δεν δείχνουν συνετό νου» (Γν). «Σαν να της έλεγαν· Μην κλαις» (Αυ).
Ή, πιο σωστά «Με όλα αυτά, σαν ακριβώς να άνοιγε μια πόρτα, οδηγούνταν σιγα σιγά στο λόγο για την ανάσταση… Και με την ερώτηση και με τον τρόπο που κάθονταν οδηγούν αυτήν στη συζήτηση» (Χ).
«Και το να πουν όμως, Γιατί κλαις, είναι γεμάτο με πολλή συμπάθεια» (Θφ).
Δείχνεται με αυτό και πόσο οι άγγελοι ενδιαφέρονται για τις λύπες των αγίων, έχοντας ως διακονία να ενισχύουν αυτούς στις θλίψεις τους και να τους παρηγορούν. Και οι χριστιανοί λοιπόν οφείλουν να συμπαθούν ο ένας τον άλλον. Με την ερώτησή τους αυτή οι άγγελοι παίρνουν αφορμή να την πληροφορήσουν, ότι θα έπρεπε να αλλάξει τον θρήνο της σε χαρά.
(2) Η Μαρία απαντά στο ερώτημα των ουράνιων απεσταλμένων τόσο απλά, σαν να μιλούσε με ανθρώπους. Τόσο είναι προκατειλημμένη από μία και μόνη ιδέα, του να ξαναβρεί τον διδάσκαλό της (g). Αλλά η Μαρία πάσχει τώρα εξαιτίας της ολιγοπιστίας της. Εάν είχε πίστη σαν κόκκο σιναπιού το βουνό, το οποίο τώρα πιέζει την καρδιά της, θα έφευγε αμέσως. Και εμείς συχνά μπλεκόμαστε σε φανταστικές δυσκολίες, τις οποίες η πίστη θα φανέρωνε σε εμάς σαν πραγματικά πλεονεκτήματα. Παραπονιόμαστε για τα νέφη και το σκοτάδι, τα οποία μας καλύπτουν και τα οποία δεν είναι τίποτα άλλο παρά οι απαραίτητες μέθοδοι της χάριτος, με τις οποίες ταπεινώνονται οι ψυχές μας, νεκρώνονται οι αμαρτίες τους και γίνονται αγαπητές στο Χριστό.
(3) Απαντά «με θέρμη και συγχρόνως με φιλοστοργία» (Χ). Οι λέξεις τον Κύριόν μου είναι γεμάτες άγια τρυφερότητα (F).
(4) Αυτό ισοδυναμεί με το: Εάν ξέρετε εσείς, πείτε μου (F). Δεν «ξέρω» όχι δεν ξέρουμε όπως στο στίχο 2, διότι τώρα η Μαρία είναι μόνη.

Ιω. 20,14 καὶ ταῦτα εἰποῦσα ἐστράφη εἰς τὰ ὀπίσω(1), καὶ θεωρεῖ τὸν Ἰησοῦν ἑστῶτα(2), καὶ οὐκ ᾔδει ὅτι Ἰησοῦς ἐστι(3).
14Αφού τα είπε αυτά, γύρισε προς τα πίσω και βλέπει τον Ιησού να στέκεται όρθιος, δεν κατάλαβε όμως πως ήταν ο Ιησούς.
(1) Η Μαρία σκυμμένη όντας προς τον τάφο, σηκώνεται και γυρνά, σαν να προσπαθούσε να βρει εκείνον, τον οποίο ζητούσε. Ίσως άκουσε κάποιο θόρυβο πίσω της (g). Αξιολογότατη η ερμηνεία: «Και πώς συνέβη αυτό που ακολούθησε, ενώ συνομιλούσε δηλαδή με τους αγγέλους και ακόμη δεν άκουσε τίποτα από αυτούς, να στρέψει το βλέμμα της προς τα πίσω; Εγώ νομίζω, ενώ έλεγε αυτή αυτά, ξαφνικά αφού εμφανίστηκε ο Χριστός πίσω της, εξέπληξε τους αγγέλους, και εκείνοι μόλις είδαν τον Δεσπότη, και με τη μορφή τους και με το βλέμμα τους και με τις κινήσεις τους έδειξαν αμέσως ότι είδαν τον Κύριο· και αυτό το πρόσεξε η γυναίκα και την έκανε να στρέψει προς τα πίσω το βλέμμα της» (Χ).
(2) Είχε πλησιάσει ο Ιησούς και στεκόταν ήδη έτοιμος να μιλήσει σε αυτήν, όταν αυτή θα τον πρόσεχε (ο). Ο Κύριος είναι «κοντά σε αυτούς που έχει συντριβεί η καρδιά τους» (Ψαλμ. λγ 18), πιο κοντά από ό,τι αυτοί θα φαντάζονταν. Εκείνοι οι οποίοι ζητούν τον Κύριο, αν και δεν βλέπουν αυτόν, μπορούν όμως να είναι βέβαιοι, ότι δεν είναι μακριά τους.
(3) Διάφορες προτάθηκαν εξηγήσεις της μη αναγνώρισης του Ιησού από τη Μαρία.
Ή, «επειδή ήταν ακόμη σκοτάδι και δεν είχε περάσει τελείως η νύχτα, βλέπει τον Ιησού που μόλις ήλθε, και ποιος μεν είναι το αγνοεί, μη μπορώντας να διακρίνει την εικόνα του σώματος και τον χαρακτήρα του προσώπου» (Κ). Εναντίον της εκδοχής αυτής θα μπορούσε να προβληθεί, ότι η από τον τάφο αναχώρηση της Μαρίας, η από αυτήν συνάντηση των αποστόλων για μετάδοση της είδησης και η επιστροφή της σε αυτό, απαίτησαν χρόνο, ώστε ήδη να είχε λάμψει το φως της ημέρας. Ή, «στη γυναίκα… για να μην την εκπλήξει με την πρώτη εμφάνιση (φάνηκε)… με πιο ταπεινή και κοινή ενδυμασία» (Χ).
Ή, η δυσκολία της αναγνώρισης προερχόταν από δύο αιτίες· παρά το ότι το σώμα του Ιησού ήταν και τώρα το ίδιο, είχε όμως συντελεστεί κάποια μεταβολή σε όλο το πρόσωπό του με την είσοδό του σε ζωή νέα. Εμφανιζόταν με άλλη μορφή (Μάρκ. ιστ 12). Οι δικοί του ξαναβλέποντάς τον δοκίμαζαν κάτι παρόμοιο με ό,τι μάς συμβαίνει, όταν μετά μακρό χωρισμό συναντούμε κάποιο φίλο. Μας χρειάζεται κάποιος χρόνος, περισσότερο ή λιγότερο μακρός, για να αναγνωρίσουμε αυτόν· έπειτα ξαφνικά αρκεί η απλούστερη φανέρωση, για να ρίξει το κάλυμμα των ματιών μας. Υπήρχε όμως και μια εσωτερική αιτία εδώ. Η ανεπαρκής πίστη της Μαρίας στις υποσχέσεις του Ιησού καθιστούσε την ιδέα της επιστροφής του στη ζωή τελείως ξένη στη σκέψη της Μαρίας (g). Κατά τη στιγμή αυτή η Μαρία δεν ανέμενε να δει τον Ιησού (ο).

Ιω. 20,15 λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· γύναι, τί κλαίεις; τίνα ζητεῖς; ἐκείνη δοκοῦσα ὅτι ὁ κηπουρός ἐστι(1), λέγει αὐτῷ· κύριε(2), εἰ σὺ ἐβάστασας(3) αὐτόν, εἰπέ μοι ποῦ ἔθηκας αὐτόν, κἀγὼ(4) αὐτὸν(5) ἀρῶ(6).
15Της λέει τότε εκείνος: «Γυναίκα, γιατί κλαις; Ποιον ζητάς;» Εκείνη νόμισε πως ήταν ο κηπουρός και του λέει: «Κύριε, αν τον πήρες εσύ, πες μου πού τον έβαλες, κι εγώ θα τον πάρω από ’κει».
(1) Βλέποντας τόσο νωρίς κάποιον άνθρωπο στον κήπο υπέθεσε, πάντοτε ταραγμένη και ανήσυχη, ότι ήταν ο κηπουρός (F). Με άρθρο. Το άρθρο, ότι ο κήπος ήταν μεγάλος, τέτοιος ώστε δεν μπορούσε να φυλαχτεί χωρίς κηπουρό (b). Η λέξη κηπουρός δεν συναντιέται πάλι στην Ελληνική Βίβλο, είναι όμως λέξη συνηθισμένη στους παπύρους (β). Αυτό δείχνει ότι η ενδυμασία του Ιησού υπήρξε αυτή των προσώπων της κοινής τάξης. Θα ήταν ανόητη και ανωφελής η έρευνα πού ή πώς προμηθεύτηκε τα ρούχα αυτά. Το καταπληκτικό θαύμα της ανάστασής του περιέλαβε και όλες τις μικρότερες λεπτομέρειες και επεισόδια, τα συνδεδεμένα με αυτό (ο).
Αξιοσημείωτη και η αλληγορία: «Και ίσως όχι έξω του πρέποντος θεώρησε ότι ο Ιησους είναι κηπουρός. Διότι πράγματι, αυτός ήταν ο γεωργός του παραδείσου, ο αληθινός και αθάνατος, ο οποίος στον κήπο του τάφου, όπως ακριβώς στον παράδεισο, διόρθωσε την γυναίκα και αυτήν (την Εύα) που απάτησε τον πρώτο κηπουρό, τον Αδάμ, εξαιτίας της απληστίας του» (Γν).
Ο άνθρωπος άρχισε την επίγεια ζωή του στον κήπο της Εδέμ και ο Ιησούς, ο Λόγος από τον οποίο έγιναν τα πάντα, ήταν και ο δημιουργός του πρόσκαιρου και επίγειου αυτού παραδείσου. Και από την άποψη αυτή μπορεί να θεωρηθεί κηπουρός. Αλλά και κατά την ένδοξή του ανάσταση από τους νεκρούς θα μπορούσε να αποκληθεί κηπουρός, διότι με τη δύναμη της ανάστασής του αυτής θα αναστήσει και τα νεκρά μας σώματα. Θα μεταβάλλει όλους τους τάφους μας σε πεδίο κήπου. Ο Ιησούς τέλος ως κηπουρός ποτίζει και καλλιεργεί την άμπελο την οποία φύτεψε το δεξί του χέρι παρέχοντας τις ουράνιες χάρες σε απάντηση των προσευχών των κλημάτων του (Norton).
(2) Τον ρωτά με πολλή ευγένεια (F). «Αλλά τού μιλά, σαν να ξέρει αυτός το πρόσωπο για το οποίο ρωτά» (Σχ). Η διάνοιά της έχει γεμίσει τόσο από εκείνο, το οποίο ζητά, ώστε δεν απαντά στην ερώτηση Ποιόν ζητάς; Νομίζει, ότι ο καθένας πρέπει να γνωρίζει, ποιός είναι ο από αυτήν ζητούμενος (β).
(3) «Δηλαδή, Εάν εσύ έκλεψες. Και δεν λέει τον Ιησού, αλλά αυτόν, σαν να μιλά σε κάποιον που ξέρει» (Θφ). Ο σιναϊτικός κώδικας γράφει: Ει συ ει ο βαστάσας.
(4) Δεν σκέφτεται, εάν θα είχε τη δύναμη μόνη της να μεταφέρει το σώμα σε κατάλληλο τόπο (β). Η αγάπη της πείθει αυτήν, ότι θα είναι ικανή για όλα, αρκεί μόνο να ξαναβρισκόταν το σώμα του Κυρίου της (F). Ούτε θα περίμενε να συμβουλευτεί τους αποστόλους ή τις φίλες της για το τι έπρεπε να γίνει για το σώμα. Αναλαμβάνει όλη την ευθύνη πάνω της (ο).
(5) Η τριπλή επανάληψη της αντωνυμίας στην απάντηση της Μαρίας, χωρίς να αναφερθεί το όνομα του Ιησού από αυτήν, προσδίδει μεγάλη τρυφερότητα στη συγκινητική επίκλησή της (ο).
(6) Από τον κήπο. Ήταν έτοιμη να αναζητήσει νέο τάφο (b). «Θα τον μεταφέρω σε άλλο τόπο… Διότι ίσως φοβόταν μήπως οι Ιουδαίοι και το νεκρό σώμα το εξυβρίσουν και για αυτό ήθελε να μεταφέρει αυτό σε άλλο τόπο άγνωστο» (Θφ).

Ιω. 20,16 λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Μαρία(1). στραφεῖσα ἐκείνη(2) λέγει αὐτῷ· ῥαββουνί(3), ὃ λέγεται, διδάσκαλε.
16Της λέει ο Ιησούς: «Μαρία!» Γυρίζει εκείνη και του λέει: «Ραββουνί!» –που σημαίνει «Διδάσκαλε».
(1) «Με τη φωνή έκανε τον εαυτό του φανερό· διότι όταν την ονόμασε Μαρία, τότε τον αναγνώρισε. Έτσι η αναγνώριση δεν έγινε από την όψη του, αλλά από τη φωνή του» (Χ). Ο ήχος της φωνής είναι μία από τις προσωπικότερες εκδηλώσεις του ανθρώπου. Και με το μέσο αυτό ο Ιησούς φανερώνει τον εαυτό του στη Μαρία. Ο τόνος τον οποίο παίρνει το όνομα Μαρία στο στόμα του εκφράζει κάθετί που αυτή είναι για αυτόν, κάθετί που αυτός είναι για εκείνην (g).
(2) «Εμένα μου φαίνεται ότι αφού είπε αυτή» τα όσα είπε στον νομιζόμενο κηπουρό «στράφηκε προς τους αγγέλους… έπειτα όταν ο Χριστός την κάλεσε ξαναγύρισε σε αυτόν από εκείνους» (Χ). Την ώρα που έδινε την απάντηση στον προηγούμενο στίχο στράφηκε προς το μέρος του τάφου. Για αυτό τώρα είναι αναγκασμένη να στραφεί πάλι. Εφ’ όσον τον νόμιζε κηπουρό, στράφηκε προς τους αγγέλους. Αλλά όταν τον αναγνώρισε, στρέφεται πάλι αμέσως προς αυτόν. Είναι πρέπον να αποσύρουμε τα βλέμματά μας από τα δημιουργήματα, οσοδήποτε υπέροχα και ένδοξα και αν είναι αυτά, για να στηρίξουμε αυτά προσηλωμένα προς τον Χριστό, από τον οποίο τίποτα δεν πρέπει να μας ελκύει ούτε πρέπει κάτι άλλο οτιδήποτε να προτιμούμε από αυτόν. Τον αναγνωρίζει από τη φωνή. Το μέσο με το οποίο ο Χριστός γίνεται γνωστός στο λαό του, είναι ο λόγος του, που εισχωρεί στις καρδιές τους και μιλά στα βάθη τους. Τα πρόβατα του Χριστού «ακούνε τη φωνή του». Ο ένας και μόνος αυτός λόγος του Κυρίου έμοιαζε με το λόγο, τον οποίο απηύθυνε κατά την τρικυμία προς τους φοβισμένους μαθητές, προς τους οποίους είπε: Εγώ είμαι.
(3) Δες και Μάρκ. ι 51. Είναι αραμαϊκό μάλλον παρά εβραϊκό. Εκφράζει μεγαλύτερο σεβασμό από το απλό Ραββί (μ). Είναι επαυξημένη μορφή της λέξης ραββί (rabban) και σημαίνει διδάσκαλέ μου (F). Κατά τη Γαλιλαϊκή όπως φαίνεται προφορά (G).
«Είναι φανερό από το ότι είπε ο Ιησούς, Μη με αγγίζεις» ότι η Μαρία ταυτόχρονα με την προσφώνηση Ραββουνί «τον άγγιξε και έπεσε μπροστά του» (Χ).
Για αυτό σαν ερμηνευτική γλώσσα παρεμβλήθηκε σε κάποια κείμενα και η φράση «και προσέδραμε άψασθαι αυτου (και έτρεξε να τον αγγίξει). Η γραφή αυτή δεν μαρτυρείται επαρκώς.

Ιω. 20,17 λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· μή μου ἅπτου(1)· οὔπω γὰρ ἀναβέβηκα πρὸς τὸν πατέρα μου· πορεύου δὲ πρὸς τοὺς ἀδελφούς μου(2) καὶ εἰπὲ αὐτοῖς· ἀναβαίνω(3) πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ πατέρα ὑμῶν, καὶ Θεόν μου καὶ Θεὸν ὑμῶν(4).
17«Μη μ’ αγγίζεις», της λέει ο Ιησούς, «γιατί δεν ανέβηκα ακόμα προς τον Πατέρα μου· πήγαινε όμως στους αδερφούς μου και πες τους: “ανεβαίνω σ’ εκείνον που είναι δικός μου και δικός σας Πατέρας, δικός μου και δικός σας Θεός”».
(1) Προξένησε δυσκολίες στους ερμηνευτές το χωρίο αυτό. Η δυσκολία συνίσταται στην αιτιολογία της απαγόρευσης: «διότι δεν ανέβηκα ακόμη…».
«Διότι βεβαίως, πριν ακόμη αναληφθεί, παρουσίασε τον εαυτό του για ψηλάφηση των μαθητών, όταν είπε σύμφωνα με τη μαρτυρία του ευαγγελιστή Λουκά: «ψηλαφήστε με και δείτε, ότι ένα πνεύμα δεν έχει σάρκα και οστά, όπως βλέπετε εμένα να έχω» (Λουκά κδ 39) ή όταν είπε στο Θωμά «φέρε το δάχτυλό σου εδώ…». Διαβάζουμε επίσης ότι και οι γυναίκες, μετά την ανάστασή του και πριν την ανάληψή του… όπως αναφέρει ο Ματθαίος… «κράτησαν τα πόδια του»» (Αυ).
Διάφορες ερμηνείες προτάθηκαν. Οι σοβαρότερες:
Ή, αρκετά επιτυχημένα, το άπτομαι (=αγγίζω) ερμηνεύεται με την έννοια του κρατώ. Ο Ιησούς απαντά εδώ στα ενδόμυχα αισθήματα της καρδιάς, η οποία φαινόταν να θέλει, να κρατήσει τον Ιησού για πάντα πάνω στη γη, για να κατέχει αυτόν. Αλλά τον Χριστό μπορούμε να τον κατέχουμε και να τον καταστήσουμε κτήμα μας, μόνο όταν θα ανέβαινε στον ουρανό. Τής λέει λοιπόν· Μη με κρατάς, διότι ακόμη δεν ανέβηκα προς τον Πατέρα μου (F).
Ή, λιγότερο πιθανώς, το άπτομαι με την έννοια του λατρεύω, ικετεύω («ακουμπώ τα γόνατα»). Δεν δοξάστηκα ακόμη με την ανάληψη· δεν είναι λοιπόν ακόμη καιρός να με λατρεύσεις (Lucke).
Ή, πιο σωστά, μην αγκαλιάζεις τα πόδια μου· δεν ήλθα για να ανανεώσω τις παλιές επίγειες σχέσεις. Η αληθινή καινούργια συνάντηση, την οποία σας υποσχέθηκα, δεν είναι αυτή. Για να επανέλθω κατά τρόπο μόνιμο και πραγματικό πρέπει πρώτα να ανέβω στον Πατέρα μου. Η στιγμή αυτή δεν ήλθε ακόμη (g).
Σχετική με αυτήν ερμηνεία και η: «Νομίζω ότι αυτή ακόμη θέλει την συναναστροφή με αυτόν, όπως ακριβώς τότε, και από τη χαρά της δεν σκέφτηκε τίποτα το ανώτερο πνευματικά, αν και ο Κύριος έγινε ως προς τη σάρκα πολύ πιο ανώτερος. Απομακρύνοντας λοιπόν από αυτήν αυτή τη σκέψη και το να συνομιλεί μαζί του με πολύ αφοβία (διότι ούτε με τους μαθητές του φαίνεται πλέον να έχει τέτοια συναναστροφή), υψώνει τη σκέψη της, ώστε να τον προσέχει με μεγαλύτερη ευλάβεια. Το να πει μεν δηλαδή, «Μη με πλησιάζεις, όπως ακριβώς και προηγουμένως, διότι τα πράγματα δεν είναι όπως πρώτα, ούτε πρόκειται να σας συναναστρέφομαι πλέον με όμοιο τρόπο», θα δημιουργούσε κάποια δυσαρέσκεια και θα περιείχε κομπασμό, ενώ το να πει, «Δεν ανέβηκα ακόμη στον Πατέρα μου», αν και δεν ήταν δυσάρεστο, δήλωνε όμως το ίδιο. Διότι με τα λόγια του «δεν ανέβηκα ακόμη», δείχνει ότι εκεί σπεύδει και βιάζεται να φθάσει. Εκείνον όμως που πρόκειται να πάει εκεί… δεν έπρεπε να τον βλέπουν με την ίδια σκέψη, με την οποία τον έβλεπαν και πρώτα» (Χ).
«Δεν θα είναι πλέον τέτοιο το σώμα μου, σαν να είναι δηλαδή οικείο με το γήινο τρόπο ζωής, αλλά θα είναι οικείο με τον ουρανό και τα υψηλά» (Θφ).
Επιτυχέστερα το «δεν ανέβηκα ακόμη…» το ερμηνεύει ο Λέων ο μέγας: «Σε ανεβάζω σε κάτι υψηλότερο· σου ετοιμάζω κάτι μεγαλύτερο. Όταν θα έχω ανεβεί στον Πατέρα μου, εκεί θα ακουμπάς εμένα με αληθέστερο και τελειότερο τρόπο, όταν θα κρατήσεις ό,τι δεν αγγίζεις και θα πιστεύεις ό,τι δεν βλέπεις» (Serm. 72,4). Στα κεφάλαια ιγ-ιζ ο Κύριος κατέστησε γνωστό στους μαθητές του, ότι η νέα τάξη του Πνεύματος, η οποία θα εγκαινίαζε ανανεωμένη και στενότερη σχέση με αυτόν, θα επακολουθούσε στην επάνοδο προς τον Πατέρα του (Ιω. ιδ 12-18, ιστ 5 και εξής). Διακηρύττει τώρα στη Μαρία και μέσω αυτής στους μαθητές, ότι έφτασε ο καιρός για αυτόν να ανεβεί προς τον Πατέρα του και συνεπώς να εγκαινιαστεί η νέα τάξη. Η παραγγελία να μην τον αγγίξει η Μαρία αναφέρεται στην περίοδο μεταξύ της ανάστασης και της ανάληψης. Τόσο στενή και ενδοξότερη θα είναι η νέα σχέση με τον Ιησού, ώστε και αυτή και οι μαθητές θα ενωθούν σε ένα σώμα με αυτόν (χ).
Η Μαρία υποθέτοντας ότι ο Ιησούς αναστήθηκε όπως ο Λάζαρος, για να ζει μαζί τους σωματικά και να συναναστρέφεται με αυτούς όπως πριν, σπεύδει να αγκαλιάσει ευλαβικά τα πόδια του. Την πλάνη της αυτή επανορθώνει ο Διδάσκαλος λέγοντας: Μη με αγγίζεις. Δηλαδή· παύσε να νομίζεις, ότι μπορείς να με πιάσεις και να με κρατήσεις σε αυτόν τον κόσμο. Μην περιμένεις να εξακολουθήσει η μεταξύ σας σωματική μου παρουσία. Νέα πνευματική σχέση και κοινωνία θα μας συνδέει στο εξής, η οποία θα αρχίσει, όταν με την ανάληψή μου ανέβω προς τον Πατέρα μου.
Είναι άξιο να σημειωθεί εδώ, ότι αν και ο Κύριος δεν επέτρεψε στη Μαγδαληνή να τον αγγίξει, παρόλ’ αυτά κάποιες μέρες ύστερα προσκάλεσε το Θωμά να ψηλαφήσει αυτόν. Η διαφορετική αυτή ενέργεια του Κυρίου εξηγείται από τις διαφορετικές προθέσεις και διαθέσεις, από τις οποίες κυριαρχούνταν η Μαγδαληνή από τη μία και ο Θωμάς από την άλλη. Η Μαρία δεν αμφέβαλλε για το ότι αυτός που της μιλούσε είναι ο Κύριος που από τον τάφο επανήλθε στη ζωή. Αλλά πλανιόταν νομίζοντας, ότι ο Κύριος θα εξακολουθούσε να συζεί μαζί με τους μαθητές κάτω από τους ίδιους όρους της ταπείνωσης και της εξομοίωσης με εμάς, με τους οποίους ζούσε και πριν το θάνατό του και την ανάστασή του.
Ο Θωμάς από την άλλη απιστούσε στο ότι ο Κύριος αναστήθηκε και ζητούσε να πειστεί για το ότι η εμφάνιση του Κυρίου ήταν απτή πραγματικότητα και όχι πλάνη της φαντασίας. Το σφάλμα του Θωμά τελείωνε εκεί όπου άρχιζε το σφάλμα της Μαρίας. Για αυτό ο Κύριος ως προς μεν τη Μαρία ζητά να ανυψώσει αυτήν από ταπεινότερη σε υψηλότερη αγάπη· από σωματική σε πνευματική επαφή και κοινωνία· της παραγγέλλει να μην απλώσει τα χέρια της, αλλά να ανυψωσει την καρδιά της ψηλά· να μην ζητά να κρατήσει τον Διδάσκαλο στη γη, αλλά να ανυψώσει τον εαυτό της στον ουρανό. Ως προς το Θωμά όμως που δεν πειθόταν, ότι ο Κύριος αναστήθηκε και αξίωνε να ψηλαφήσει αυτόν, συγκαταβαίνει στην ασθένειά του, για να ανορθώσει τον μαθητή από την απιστία στην πίστη.
(2) Η παραγγελία, την οποία ο Ιησούς αναθέτει στη Μαρία, για τους δικούς του σημαίνει: Δεν μπήκα ακόμη στην κατάσταση της δόξας· αλλά όταν μπω, τότε θα με συντροφεύουν σε αυτήν και δεν θα παρεμβάλλεται τίποτα ανάμεσα σε μένα και σε σας. Για αυτό και οι φράσεις «αδελφούς μου», «Πατέρα μου και Πατέρα σας». Υπάρχει σε αυτές κατά κάποιο τρόπο μία πρόγευση της μελλοντικής κοινωνίας. Οι φράσεις αυτές υποδηλώνουν την αδιάλυτη αλληλεγγύη, η οποία θα ενώσει τους μαθητές με αυτόν στην ένδοξη κατάσταση, στην οποία μπαίνει ήδη. Δεν τους είχε ονομάσει ακόμη αδελφούς του. Τους ονομάζει τώρα επειδή μετέχουν στη θεία υιοθεσία την οποία τους πρόσφερε (g). Με την ονομασία αδελφούς μου υπαινίσσεται τα προς αυτούς ευνοϊκά του συναισθήματα, παρόλο που με τη φυγή και άρνησή τους είχαν γίνει ανάξιοι όλης της προηγούμενής τους θέσης, και προσφέρει σε αυτούς όλους τους καρπούς της ανάστασής του (b).
Αν και ήδη εισήλθε στην κατάσταση της δόξας, αναγνωρίζει τους μαθητές του ως αδελφούς του και εκδηλώνει μεγαλύτερη αγάπη και οικειότητα με αυτούς παρά προηγουμένως. Τους είχε ονομάσει φίλους, αλλά ουδέποτε έως τώρα αδελφούς. Αν και ο Χριστός έχει ήδη ανυψωθεί, δεν έγινε αλαζόνας και υπερήφανος. Παρά την ένδοξη ανύψωσή του δεν λησμονεί τους άσημους φίλους του, τους οποίους «δεν ντρέπεται να τους ονομάζει αδελφούς».
(3) «Το ανεβαίνω δηλώνει και το Θέλω να ανέβω, και μπορούμε να το επεκτείνουμε σε περισσότερο καιρό» (Ζ).
«Διότι δεν επρόκειτο να το κάνει αυτό αμέσως, αλλά μετά σαράντα ημέρες. Πώς λοιπόν λέει αυτό; Επειδή ήθελε να εξυψώσει τη διάνοιά της και να την πείσει ότι πηγαίνει στους ουρανούς» (Χ).
Με άλλα λόγια. Είμαι ζωντανός. Αλλά δεν θα μένω πάντοτε μαζί σας όπως κατά το παρελθόν, αλλά προσεχώς αναλαμβάνομαι (F). Ανεβαίνω ως Παράκλητος και μεσίτης σας προς τον Πατέρα. Ανεβαίνω, για να λάβω τις τιμές και εξουσίες εκείνες, οι οποίες θα είναι η ανταμοιβή της ταπείνωσής μου. Και πρέπει να χαρούν οι μαθητές μου για αυτό. Διότι αυτό θα είναι και δικός τους θρίαμβος. Ανεβαίνω ως νικητής και κατακτητής, ο οποίος, «αιχμαλώτισε αιχμαλωσία» για να δώσει «δωρήματα στους ανθρώπους». Ανεβαίνω ως πρόδρομος αυτών, για να «ετοιμάσω τόπο» στους ουρανούς και για αυτούς. Ο Πατέρας μου θα γίνει Πατέρας και αυτών που πιστεύουν σε μένα. Και θα γίνουν και αυτοί «κοινωνοί θείας φύσεως», όπως και ο Κύριος έγινε κοινωνός ανθρώπινης φύσης, για αυτό και ο Πατέρας του έγινε και Θεός του. Μη με περιμένουν λοιπόν να συνεχίσω πάνω στη γη τη σωματική μου παρουσία, ούτε να ιδρύσω πάνω στη γη την πρόσκαιρη και εγκόσμια βασιλεία σύμφωνα με τις παχυλές ελπίδες των Ιουδαίων για τον Μεσσία. Θα αναστηθούν και αυτοί σε νέα πνευματική ζωή, ζωοποιούμενοι μαζί με εμένα, για να καθίσουν μαζί μου στα επουράνια (Εφεσίους β 5, 6). Ας μη θεωρούν πλέον τη γη ως πατρίδα τους και ως τόπο της δόξας και ανάπαυσής τους. Θα αναγεννηθούν από ψηλά από τον ουρανό, και θα συνδεθούν με τον ουρανό. Ο Πατέρας μου θα γίνει και Πατέρας τους. Τα βλέμματά τους λοιπόν πρέπει να είναι στραμμένα ατενώς προς τον ουρανό και οι καρδιές τους πρέπει να πάλλουν προς τα εκεί, όπου μετά από λίγο θα ανέβω. «Τα άνω να φρονείτε· τα άνω να ζητάτε· όχι τα γήινα».
(4) «Δεν λέει προς τον πατέρα μας. Με άλλη έννοια λοιπόν είναι Πατέρας μου και με άλλη πατέρας σας· πατέρας δικός μου εκ φύσεως, πατέρας δικός σας εκ χάριτος. Ούτε λέει Θεό μας. Είναι λοιπόν με άλλη έννοια Θεός μου και με άλλη Θεός σας. Είναι Θεός μου, κάτω από τον οποίο είμαι και εγώ ως άνθρωπος· είναι Θεός σας ανάμεσα στον οποίο και σε σας είμαι μεσίτης» (Αυ).
«Επειδή δηλαδή είπε: Πες στους αδελφούς, για να μην φανταστούν από αυτό κάποια ισότητα, δείχνει την διαφορά που έχουν» (Χ).
«Με άλλο τρόπο είπε τον πατέρα πατέρα δικό του και με άλλο των μαθητών· δικός του μεν είναι από τη φύση του μιας και είναι ομοούσιος» (Ζ),
«δικός μας όμως Πατέρας δεν είναι από τη φύση του, αλλά (από τη φύση του) είναι μάλλον Θεός μας ως δημιουργός και Κύριος. Αλλά επειδή ανέμιξε κατά κάποιο τρόπο τον εαυτό του με εμάς ο Υιός, το μεν αξίωμα που υπάρχει κατά τρόπο κύριο και προσωπικό σε αυτόν, το χαρίζει στη δική μας φύση, ονομάζοντας Πατέρα κοινό αυτόν που τον γέννησε» (Κ).
«Ονομάζει και Θεό και του εαυτού του και των μαθητών μιας και είναι άνθρωποι» (Ζ),
«κάνοντας δικά του τα ανθρώπινα λόγω της ομοίωσής του με εμάς… Διότι, όπως ακριβώς εμείς ανεβαίνουμε στο πάνω από τη φύση μας αξίωμα με την ομοίωσή μας με αυτόν… έτσι και αυτός επειδή ακριβώς δέχτηκε τη δική μας μορφή… έχει το Θεό Θεό του, παρόλο που αυτός είναι Θεός από Θεό κατά φύση και αληθινός» (Κ).
«Και πώς δεν είπε απλώς Και Θεό μας, αλλά και εδώ διαχώρισε τον εαυτό του; Διότι, αν και έγινε άνθρωπος και αδελφός τους όσον αφορά τη φύση την ανθρώπινη, αλλά διέφερε πολύ από αυτούς ως προς την τιμή, και επειδή ήταν ενωμένος με τη θεότητα και επειδή ήταν αναμάρτητος» (Ζ).
«Με αυτά που είπε, ανακεφαλαιώνει όλο το σκοπό του θείου σχεδίου για τον άνθρωπο… Θα πορευτώ να κάνω μέσω του εαυτού μου Πατέρα σας τον αληθινό Πατέρα από τον οποίο χωριστήκατε· και να κάνω μέσω του εαυτού μου Θεό σας τον αληθινό Θεό από τον οποίο απομακρυνθήκατε· διότι με την ανθρώπινη φύση την οποία σαν πρώτο καρπό και αρχή δική σας πήρα θα προσφέρω στο Θεό και Πατέρα μέσω του εαυτού μου, όλο το ανθρώπινο γένος» (Γν).
Ο σύνδεσμος, ο οποίος θα υφίσταται για πάντα ανάμεσα σε μένα, τον αναστημένο σωτήρα και σε σας, τους πιστούς μου, θα είναι ότι ο Πατέρας στον οποίο ανεβαίνω είναι Πατέρας σας, διότι είναι Πατέρας μου, και Θεός μου διότι είναι Θεός σας (ο).


Ιω. 20,18 ἔρχεται Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ ἀπαγγέλλουσα(1) τοῖς μαθηταῖς ὅτι ἑώρακε τὸν Κύριον(2), καὶ ταῦτα εἶπεν αὐτῇ.
18Πηγαίνει τότε η Μαρία η Μαγδαληνή στους μαθητές και τους αναγγέλλει: «Είδα τον Κύριο!» Και διηγήθηκε αυτά που της είχε πει.
(1) Υπάρχει και η γραφή αγγέλλουσα.
(2) Υπάρχει και η γραφή Εώρακα τον Κύριον. Αυτές υπήρξαν οι πρώτες λέξεις τις οποίες γεμάτη χαρά ανήγγειλε η Μαρία. «Ανήγγειλε και την εμφάνιση και τα λόγια του, τα οποία ήταν ικανά να τους παρηγορήσουν» (Χ). Όταν ο Θεός μας παρηγορεί, κάνει αυτό με σκοπό και εμείς να παρηγορούμε και τους άλλους.

Ιω. 20,19 Οὔσης οὖν(1) ὀψίας(2) τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ τῇ μιᾷ τῶν σαββάτων(3), καὶ τῶν θυρῶν(4) κεκλεισμένων ὅπου ἦσαν οἱ μαθηταὶ(5) συνηγμένοι διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων(6), ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς(7) καὶ ἔστη εἰς τὸ μέσον(8), καὶ λέγει αὐτοῖς· εἰρήνη ὑμῖν(9).
19Την ίδια εκείνη μέρα, δηλαδή την πρώτη μέρα μετά το Σάββατο, όταν βράδιασε κι ενώ οι μαθητές ήταν συγκεντρωμένοι κάπου με κλειστές τις πόρτες, επειδή φοβούνταν τις ιουδαϊκές αρχές, ήρθε ο Ιησούς, στάθηκε στη μέση και τους λέει: «Ειρήνη σ’ εσάς».
(1) = σε συμφωνία με το γεγονός που εξιστορήθηκε της ανάστασης και εμφάνισης στη Μαγδαληνή (ο). «Επειδή ήταν λογικό οι μαθητές, ακούγοντας αυτά, ή να μην πιστέψουν στη γυναίκα, ή εάν πίστευαν να λυπούνται που δεν καταξίωσε αυτούς της εμφάνισής του… δεν άφησε ούτε μία ημέρα να περάσει, αλλά αφού έβαλε σε αυτούς την επιθυμία και με το ότι γνώριζαν πλέον ότι αναστήθηκε και με το ότι άκουσαν αυτό από τη γυναίκα να διψούν να τον δουν» (Χ),
«εμφανίζεται την ίδια ημέρα και σε αυτούς. Διότι πρώτα μεν γύμνασε τον πόθο τους και έπειτα παρέδωσε πιο ποθητό τον εαυτό του σε αυτούς» (Ζ).
«Θα μπορούσε όμως κάποιος εύλογα να έχει την εξής απορία, πώς δηλαδή ο Σωτήρας ενώ υποσχέθηκε στους μαθητές, από τη μία μέσω των αγγέλων, από την άλλη και με τη δική του φωνή, ότι φθάνοντας στη Γαλιλαία θα φανερωθεί, προλαβαίνει την υπόσχεση και στην Ιερουσαλήμ… την ίδια την ημέρα της ανάστασης… Αλλά αυτό φανερώνει τον πλούτο της φιλάνθρωπης διάθεσής του, και δεν μπορεί να κατηγορηθεί για ψεύδος. Διότι δεν είπε ότι μόνο στη Γαλιλαία θα τον δουν, ούτε πάλι βεβαίως εμφανιζόμενος στην Ιερουσαλήμ δεν εμφανίστηκε και στη Γαλιλαία όπως υποσχέθηκε» (Σβ).
Άλλη απορία: «Πώς ενώ, σύμφωνα με το Λουκά και τον Ιωάννη, τόσες φορές φανερώθηκε ο Ιησούς στους μαθητές στην ίδια την Ιερουσαλήμ, σύμφωνα με το Μάρκο και το Ματθαίο διατάζονται οι ίδιοι μέσω των γυναικών να πάνε στη Γαλιλαία, διότι εκεί θα τον δουν, αλλά δεν επρόκειτο να τον δουν στην Ιερουσαλήμ; Και λέμε, ότι οι μεν άλλοι δύο ευαγγελιστές συμπλήρωναν την ομάδα των δώδεκα και είπαν ότι φανερώθηκε σε αυτούς στην Ιερουσαλήμ ενώ ήταν κρυμμένοι, ενώ οι άλλοι δύο, ο Ματθαίος και ο Μάρκος λένε ότι φάνηκε στη Γαλιλαία όχι στους δώδεκα μόνο, αλλά στους εβδομήντα… Ηταν λοιπόν πολλές και διαφορετικές οι οπτασίες που έγιναν στους μαθητές μετά την ανάσταση, και οι μεν γράφουν αυτές, οι άλλοι τις άλλες» (Ε).
«Εμένα όμως μου φαίνεται ότι έχει πολλή έμφαση αυτό που ειπώθηκε από τον Ματθαίο για τους μαθητές, το «να πάνε στη Γαλιλαία και εκεί θα με δουν». Διότι αν και επρόκειτο να συμβούν σε αυτούς πολλές εμφανίσεις, αποβλέπει όμως σε μία πιο εξαιρετική από τις άλλες, αυτήν της υπόσχεσης, κατά την οποία επρόκειτο να φανεί σε αυτούς στο βουνό. Διότι τότε αφού τον πλησίασαν και τον προσκύνησαν αυτοί που αμφέβαλλαν, με εξουσία είπε με τρόπο που αρμόζει σε Θεό: Μου δόθηκε όλη η εξουσία και τα υπόλοιπα» (Σβ).
(2) Η εμφάνιση αυτή εξιστορείται και στο Λουκά κδ 36 ότι έγινε μετά από την από Εμμαούς επιστροφή των δύο μαθητών, στους οποίους φανερώθηκε ο Ιησούς κατά το δείπνο, το οποίο έγινε όταν «πέρασε η ημέρα». Οψία λοιπόν εδώ πρέπει να ορίσουμε ώρα προχωρημένη του απογεύματος, ίσως στις 8 μ.μ. (β,ο). «Δεν παρουσιάστηκε κατά τη διάρκεια της ημέρας, ώστε να συγκεντρωθούν όλοι μαζί» (Χ).
(3) Τονίζεται με έμφαση η χρονολογία, διότι η ημέρα αυτή είναι η πρώτη χριστιανική Κυριακή (μ). Είναι αυτή το χριστιανικό Σάββατο, που θα τηρείται από δω και στο εξής από τους μαθητές. Αν και αναφέρθηκε ξεκάθαρα εδώ (στο στίχο 1) ότι ο Κύριος αναστήθηκε τη μία των σαββάτων δηλαδή την πρώτη ημέρα της εβδομάδας, και μπορούσε εδώ ο ευαγγελιστής να πει: «την ίδια ημέρα όταν βράδυασε» παρόλ’ αυτά, για να τιμηθεί ιδιαιτέρως η ημέρα, επαναλαμβάνει και πάλι «τῇ μιᾷ τῶν σαββάτων». Η επανάληψη αυτή γίνεται, όχι διότι οι απόστολοι αποσκοπούσαν να τιμήσουν την ημέρα, (διότι αυτοί αμφέβαλλαν ακόμη για την ανάσταση), αλλά διότι ο Θεός ήθελε να τιμήσει την ημέρα οικονομώντας τα πράγματα έτσι, ώστε να είναι οι μαθητές μαζεμένοι, για να δεχτούν την πρώτη επίσκεψη του αναστημένου Κυρίου. Έτσι ο Θεός ευλόγησε και αγίασε την ημέρα αυτή, διότι σε αυτήν ο Λυτρωτής αναστήθηκε.
(4) Ο πληθυντικός δηλώνει πόρτα που αποτελείται από δύο φύλλα (g).
(5) Αν και στο Ιω. β 2 ο όρος μαθητές έχει και γενικότερη έννοια, στα τελευταία όμως κεφάλαια του ευαγγελίου χρησιμοποιείται για να δηλώσει τους ένδεκα και η εμφάνιση σε αυτούς ως ιδιαιτέρως σοβαρή αναφέρεται και στο Α΄ Κορ. ιε 5. Αυτό όμως δεν αποκλείει να ήταν και άλλοι παρόντες, πιθανώς μάλιστα ήταν όπως φαίνεται από το Λουκά κδ 33 (β). Αρκετοί μεγαλογράμματοι αποσιωπούν το συνηγμένοι.
(6) Η φήμη, ότι ο τάφος βρέθηκε κενός είχε διασπαρεί, όπως φαίνεται από το Ματθ. κη 11 και οι άρχοντες των Ιουδαίων υποπτεύονταν αναμφίβολα κάθε συνάθροιση των μαθητών του Ιησού (β). Από την άλλη οι απόστολοι φοβισμένοι εξ’ αιτίας των συμβάντων των τελευταίων ημερών φοβόντουσαν, μήπως αναζητηθούν και διωχθούν ως μαθητές του Ιησού (F). Μολονότι φοβόντουσαν, ήταν μαζεμένοι. Οι μαθητές του Χριστού και σε δύσκολους καιρούς δεν πρέπει να «εγκαταλείπουν τη σύναξή τους» (Εβρ. ι 25). Τα πρόβατα της ποίμνης του Χριστού διασκορπίστηκαν, όταν χτυπήθηκε ο ποιμένας. Συγκεντρώνονται όμως πάλι στο ίδιο μέρος για να ενισχυθούν μεταξύ τους.
(7) «Μπήκε μέσα ανεμπόδιστα, παρόλο που οι πόρτες ήταν κλεισμένες» (Κ).
Ως προς την εξήγηση αυτής της εισόδου· ή, λιγότερο πιθανώς «στάθηκε στο μέσο ο Χριστός απροσδόκητα, ενώ ήταν κλειστές οι πόρτες, χάρις σε κάποια ανείπωτη και θεϊκή δύναμη… Διότι έπρεπε, έπρεπε αφού ήταν Θεός από τη φύση του και αληθινός να μην είναι υποταγμένος στις φυσικές συνέπειες των πραγμάτων» (Κ).
«Αλλά το κλείσιμο των πορτών κανένα εμπόδιο δεν προξένησε στην ύλη του σώματός Του, στο οποίο κατοικούσε η θεότητα. Μπορούσε πράγματι να μπει χωρίς να ανοίξουν οι πόρτες, όπως και από τη γέννησή του παρέμεινε απαραβίαστη η παρθενία της μητέρας του» (Αυ).
Ή, πιο σωστά, η αιφνίδια εμφάνιση του Ιησού ανάμεσα στους μαθητές δεν μπορεί να εξηγηθεί παρά μόνο από το γεγονός, ότι το σώμα του Ιησού υποτασσόταν ήδη στη δύναμη του πνεύματος. Αληθινά το σώμα αυτό ήταν ακόμη εκείνο, το οποίο είχε χρησιμεύσει σε αυτόν ως όργανο κατά τη ζωή του. Αλλά εφόσον ήδη πριν το θάνατό του το σώμα αυτό υποτασσόταν στη δύναμη της θέλησης (Ιω. στ 16-21), τώρα με τη μεταμόρφωση της ανάστασης είχε προσεγγίσει ακόμη περισσότερο προς την κατάσταση του δοξασμένου και πνευματικού σώματος, δες Α΄ Κορ. ιε 44 (g), του αναστημένου σώματος, του λεπτού και ανάλαφρου και αμόλυντου, όπως ο Ζ ονομάζει αυτό, του όχι πλέον σαρκικού, αλλά πνευματικού και μέσω του σαρκικού και αυτού που κατά την ημέρα της ανάληψης έγινε ορατό (δ).
(8) «Για να είναι ορατός σε όλους» (Ζ). Ο Ιουστίνος (Διάλογος προς Τρύφωνα 106) βρίσκει στη στάση αυτή του Ιησού ανάμεσα στους αδελφούς του εκπλήρωση του Ψαλμού κα 23 (β).
(9) Ο ίδιος χαιρετισμός και στο Λουκά κδ 36. «ήταν πολλή η έκπληξη. Διότι ούτε την πόρτα χτύπησε, αλλά στάθηκε στο μέσο τελείως αθόρυβα… Συγχρόνως όμως και με τη φωνή του καθησύχασε την ταλαντευόμενη σκέψη τους, λέγοντας: Ειρήνη σε σας, δηλαδή μη θορυβείστε. Και τους υπενθύμισε τον λόγο εκείνο που τους είπε πριν το σταυρό, «σας αφήνω τη δική μου ειρήνη»» (Χ).
«Στις μεν μαθήτριες έδωσε τη χαρά πριν από κάθε λόγο. Διότι το γένος εκείνο είχε καταδικαστεί στη λύπη» (Ζ).
«Διότι καταράστηκαν να γεννούν με λύπες. Στους άνδρες όμως έδωσε το να ειρηνεύουν λόγω των πολέμων που θα είχαν εξ’ αιτίας του κηρύγματος. Ταυτόχρονα όμως φανερώνει και τα κατορθώματα του σταυρού· και αυτά ήταν η ειρήνη» (Θφ).
Το Ειρήνη σε σας είναι συνηθισμένος ανατολικός χαιρετισμός κατά την είσοδο στο σπίτι και ως τέτοιος χρησιμοποιείται εδώ. Αλλά στο στίχο 21 επαναλαμβάνεται επίσημα πριν ακόμη οι απόστολοι λάβουν την εντολή τους, και μπορεί να αποτελεί υπαινιγμό στην αποχαιρετιστήρια δωρεά της ειρήνης στο Ιω. ιδ 27 (β).
Ο χαιρετισμός, μολονότι συνηθισμένος, κρύβει πάντως εδώ και ιδιαίτερη έννοια. Προσφέρονται με αυτόν οι ευλογημένοι καρποί και τα σωτήρια αποτελέσματα του θανάτου και της ανάστασής του. Ειρήνη σε σας. Ειρήνη με το Θεό, ειρήνη στις δικές σας συνειδήσεις, ειρήνη μεταξύ σας. Όλη η ειρήνη αυτή ας είναι μαζί σας. Όχι ειρήνη με τον κόσμο, αλλά ειρήνη εν Χριστώ. Η αιφνίδια εμφάνισή του ανάμεσά τους, όταν αυτοί αμφέβαλλαν ακόμη για την ανάστασή του, αλλά και ήταν φοβισμένοι για τους εαυτούς τους, δεν ήταν δυνατόν παρά να προκαλέσει κάποιο θόρυβο και ταραχή σε αυτούς. Και κατασιγάζει αυτόν με τις λέξεις Ειρήνη σε σας. Σε οποιοδήποτε σπίτι μπαίνει ο Κύριος, οι πρώτοι λόγοι, τους οποίους απευθύνει σε αυτούς που είναι σε αυτό είναι Ειρήνη σε σας. Σε οποιαδήποτε καρδιά εμφανίζει τον εαυτό του, με αυτόν τον σωτήριο χαιρετισμό ζητά να κερδίσει αυτήν, για να μένει μέσα σε αυτήν σκορπίζοντας στα βάθη της την ανάπαυση και τη χαρά. Ο Κύριος έρχεται τώρα ανάμεσα στο λαό του, για να ευλογήσει αυτούς και για να τους μεταδώσει ειρήνη. Δεν έρχεται για να ελέγξει τα σφάλματά τους και για να καλέσει αυτούς σε κρίση. Έρχεται να τους χαροποιήσει. Ειρήνη σε σας, είπε στους μαθητές, χωρίς ούτε καν να υπενθυμίσει σε αυτούς τον διασκορπισμό τους στο πάθος του, τον φόβο, τον οποίο τώρα δοκίμαζαν για την ολιγοπιστία τους, ούτε ακόμη στον Πέτρο την τριπλή άρνησή του.


Ιω. 20,20 καὶ τοῦτο εἰπὼν ἔδειξεν αὐτοῖς τὰς χεῖρας καὶ τὴν πλευρὰν αὐτοῦ(1). ἐχάρησαν(2) οὖν οἱ μαθηταὶ ἰδόντες τὸν Κύριον(3).
20Κι όταν το είπε αυτό, τους έδειξε τα χέρια και την πλευρά του. Οι μαθητές χάρηκαν που είδαν τον Κύριο.
(1) Το γεγονός ότι δεν έδειξε σε αυτούς και τα πόδια του δεν μπορεί να αποδείξει κάτι υπέρ της υπόθεσης, ότι πάνω στο σταυρό τα πόδια δεν είχαν καρφωθεί. Τα χέρια και η πλευρά αρκούσαν, για να αποδείξουν την ταυτότητά του. Άλλωστε στο Λουκά κδ 40 αναφέρονται και τα πόδια (g).
«Με το να γυμνώσει τελείως και την ίδια την πλευρά του σώματος και με το να δείξει τα σημάδια από τα καρφιά, τους πληροφόρησε ολοφάνερα, ότι ανέστησε το ναό (σώμα του) που πάνω στο σταυρό κρεμάστηκε και αυτό ακριβώς το σώμα που φόρεσε, αυτό πάλι ανέστησε… Τώρα όμως σε τέτοιο βαθμό γίνεται ορατό… ώστε, αν και ο καιρός τον καλεί τώρα να μεταμορφώνει το σώμα του σε κάποια δόξα ανείπωτη και υπερφυσική, επέτρεψε από συγκατάβαση να φαίνεται πάλι όπως ακριβώς ήταν (πριν την ανάσταση), για να μην νομίζεται ότι έχει άλλο σώμα από εκείνο με το οποίο και έπαθε το σταυρικό θάνατο. Διότι το ότι δεν θα μπορούσε να γίνει ανεχτή στα δικά μας μάτια η δόξα του αγίου σώματος, εάν βεβαίως ήθελε ο Χριστός να την αφήσει να απλωθεί και πριν ανέβει προς τον Πατέρα, θα το καταλάβεις εύκολα, αν θυμηθείς τον μετασχηματισμό του σώματος που δείχτηκε κάποτε στους αγίους μαθητές στο όρος της Μεταμόρφωσης… Με πολλή συγκατάβαση λοιπόν ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, χωρίς να μεταμορφώσει ακόμη τον ναό του στη δόξα που χρωστούνταν σε αυτόν και του έπρεπε, φαινόταν με τα πρώτα ακόμη χαρακτηριστικά» (Κ).
«Διότι για να βεβαιωθούν δείχνονται αυτά, και όχι από ανάγκη και νόμο του σώματος» και «αυτά που φαγώθηκαν» μετά την ανάσταση από τον Κύριο «επειδή τα πήρε μόνο για βεβαίωση της ανάστασης, καταναλώνονταν με κάποια θεία και αόρατη δύναμη» (Θφ).
(2) «Βλέπεις που τα λόγια γίνονται έργα; Διότι αυτό που έλεγε πριν το Σταυρό, ότι «πάλι θα σας δω και θα χαρεί η καρδιά σας, και τη χαρά σας κανείς δεν θα την πάρει από εσάς (Ιω. ιστ 22)», αυτό τώρα το πραγματοποίησε» (Χ).
(3) Είναι η πρώτη φορά, κατά την οποία ο Ιωάννης στην άμεση εξιστόρηση χρησιμοποιεί την ονομασία ο Κύριος, αντί για τη συνηθισμένη ο Ιησούς. Ο ευαγγελιστής σκέφτεται ήδη για το Διδάσκαλό του όχι όπως κινούνταν κατά τη διάρκεια της επίγειας δημόσιας δράσης του, αλλά σαν για κάποιον που αναστήθηκε και θα αναληφθεί μετά από λίγο στη δόξα του (β).

Ιω. 20,21 εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς πάλιν· εἰρήνη ὑμῖν(1). καθὼς ἀπέσταλκέ με ὁ πατήρ, κἀγὼ πέμπω ὑμᾶς(2).
21Ο Ιησούς τους είπε πάλι: «Ειρήνη σ’ εσάς! Όπως ο Πατέρας έστειλε εμένα, έτσι στέλνω κι εγώ εσάς».
(1) «Και χαιρετά πάλι λέγοντας εκείνο το συνηθισμένο, δηλαδή Ειρήνη σε σας, θεσπίζοντας και με αυτό κάποιο νόμο κατά κάποιο τρόπο στα παιδιά της εκκλησίας… Διότι το να ειρηνεύουμε και μεταξύ μας και με το Θεό, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι είναι πηγή κατά κάποιο τρόπο και αρχή κάθε καλού» (Κ).
Παρόλ’ αυτά τη φορά αυτή το Ειρήνη σε σας, χρησιμεύει ως εισαγωγή στην αποστολή, την οποία ο Ιησούς ήθελε να εμπιστευτεί στους αποστόλους του (F). Θέλει να δώσει σε αυτούς την ειρήνη του όχι πλέον σαν σε πιστούς απλώς, αλλά εν όψει της μελλοντικής κλήσης τους. Η ειρήνη είναι το θεμέλιο του αποστολικού έργου. Το μήνυμα αυτό της συμφιλίωσης, το οποίο ο Ιησούς φέρνει σε αυτούς, θα έχουν ως έργο να κηρύττουν αυτό στον κόσμο. Δες Β΄ Κορ. ε 20 (g).
Ο πρώτος χαιρετισμός της ειρήνης απέβλεπε στο να κατασιγάσει την ταραχή τους, ώστε ήρεμοι να προσέξουν στις αποδείξεις της ανάστασης. Ο δεύτερος χαιρετισμός απέβλεπε στο να ενθαρρύνει αυτούς να αναλάβουν την ανατιθέμενη αποστολή, της οποίας τα βάρη και οι ευθύνες και οι άλλες δυσκολίες της διεξαγωγής επόμενο ήταν ξανά να θορυβήσουν αυτούς. Ο Γεδεών έλαβε την εντολή της αποστολής με το Ειρήνη… (Κριτών στ 22,23). Ο Χριστός είναι η ειρήνη μας. Και αν ο Χριστός είναι μαζί μας, είναι η ειρήνη μαζί μας. Ο Χριστός τώρα στέλνει τους αποστόλους να μεταφέρουν την ειρήνη στον κόσμο (Ησαΐου νβ 7). Και ο Χριστός τώρα παρέχει σε αυτούς την ειρήνη, όχι μόνο για δική τους ικανοποίηση, αλλά και για να μπορούν να μεταδίδουν αυτήν σε όλους «τους υιούς της ειρήνης» (Λουκά ι 5,6).
(2) «Ο Χριστός είναι ο απόστολος του Πατέρα (Εβρ. γ 1), ο Πέτρος και οι άλλοι είναι οι απόστολοι του Χριστού (b). Είχε σταλεί και ο ίδιος, για να δοξάσει το Θεό και να σώσει τους ανθρώπους. Για τον ίδιο σκοπό στέλνει τώρα και τους αποστόλους του στον κόσμο (F).
«Εξύψωσε λοιπόν τις ψυχές τους αναθέτοντας σε αυτούς το δικό του έργο και κάνοντάς τους διαδόχους του» (Ζ).
«Τους οποίους λοιπόν λέει, ότι θα τους στείλει, όπως ακριβώς έστειλε αυτόν ο Πατέρας, δείχνοντας ταυτόχρονα μεν το αξίωμα της αποστολής και την ασύγκριτη δόξα της εξουσίας που τους δόθηκε· την ίδια ώρα όμως, όπως είναι λογικό, υποδηλώνει και τον δρόμο για τον τρόπο με τον οποίο θα εκτελούσαν το έργο τους οι απόστολοι. Διότι εάν θεωρούσε αυτός ότι έτσι έπρεπε να στέλνει τους μαθητές του, όπως ακριβώς τον έστειλε ο Πατέρας, πώς δεν θα ήταν αναγκαίο να δουν αυτοί, οι οποίοι βεβαίως επρόκειτο να γίνουν μιμητές των ίσων, τι λοιπόν έστειλε ο Πατέρας τον Υιό να πράξει;» (Κ).
«Διότι, λέει, το δικό μου έργο αναλαμβάνετε» (Θφ).
Ο Ιησούς μιλώντας για τον εαυτό του χρησιμοποιεί το πιο εμφαντικό ρήμα «ἀπέσταλκεν» = είναι πρέσβυς· ενώ για τους μαθητές χρησιμοποιεί το απλό «πέμπω» = είναι απεσταλμένοι (g).
«Και δες την αυθεντία· δεν είπε θα Παρακαλέσω τον Πατέρα μου και θα σας στείλει, αλλά Εγώ στέλνω εσάς» (Θφ).
Ως προς την αποστολή αυτή κανείς δεν μπορεί να εξισωθεί με το Χριστό. Διότι η αποστολή του Χριστού είναι από τον Πατέρα άμεσα χωρίς άλλον ενδιάμεσο· η αποστολή των αποστόλων και των υπόλοιπων λειτουργών της εκκλησίας είναι από τον Πατέρα, διαμέσου του Χριστού όμως (τ). Με την εξουσία με την οποία ο Πατέρας με έστειλε, σας στέλνω και εγώ. Και την ίδια εξουσία δίνω και εγώ σε εσάς. Αυτό αποδεικνύει τη θεότητα του Χριστού. Τα δικαιώματα, τα οποία δίνει στους μαθητές του είναι της ίδιας εξουσίας με εκείνα, τα οποία ο Πατέρας έδωσε σε αυτόν και αποβλέπουν στον ίδιο σκοπό και εξυπηρετούν το ίδιο έργο. Με τη δύναμη της εξουσίας που του δόθηκε ως Μεσίτη και Λυτρωτή, έδωσε εξουσία σε αυτούς ως λειτουργούς του να ενεργούν για αυτόν και εξ’ ονόματός του, έτσι ώστε αυτοί που δέχονται ή δεν δέχονται αυτούς, δέχονται ή διώχνουν αυτόν τον ίδιο και εκείνον, ο οποίος τον έστειλε (Ιω. ιγ 20).
Κατά δεύτερο λόγο τα λόγια αυτά απευθύνθηκαν και σε όλους του πιστούς, οι οποίοι αισθάνονται χαρά για την σε αυτούς πνευματική παρουσία και εμφάνιση του Κυρίου. Όλοι οι πιστοί αυτοί στέλνονται να εργαστούν το έργο του στη γη. Όπως αυτός ήλθε να εργαστεί το έργο του Πατέρα του έτσι και όλοι, οι οποίοι έγιναν μέτοχοι της σωτηρίας του και της κατά χάριν υιοθεσίας, στέλνονται από αυτόν να εργαστούν το ίδιο έργο, ο καθένας αναλόγως της κλήσης του, του επαγγέλματός του, της θέσης του και των χαρισμάτων τα οποία έχει λάβει. Σε όλους αυτούς ο Χριστός δίνει την ίδια παραγγελία και εντολή. Στέλνει αυτούς να εργαστούν το έργο του Θεού, ως τέκνα του Θεού, με το ειρηνικό συναίσθημα ότι έχουν ήδη συμφιλιωθεί με το Θεό και έχουν συμπεριληφθεί στην οικογένειά του. Στέλνει αυτούς να δρέψουν την μεγάλη και υπέροχη ευχαρίστηση, την οποία παρέχει η εργασία σε αυτό το έργο, στην οποία κανείς άλλος καταναγκασμός δεν παρακινεί αυτούς εκτός από τον καταναγκασμό της αγάπης.

Ιω. 20,22 καὶ τοῦτο εἰπὼν(1) ἐνεφύσησε(2) καὶ λέγει αὐτοῖς· λάβετε(3) Πνεῦμα Ἅγιον(4)·
22Έπειτα από τα λόγια αυτά, φύσηξε στα πρόσωπά τους και τους λέει: «Λάβετε Πνεύμα Άγιο.
(1) Οι λέξεις αυτές χρησιμεύουν για να συνδέσουν αμέσως την ακόλουθη πράξη της εμφυσήσεως με τα προηγούμενα λόγια για την αποστολή (g).
«Αφού τους κατέστησε λαμπρούς με το μεγάλο αξίωμα της αποστολής… και αφού τους ανέδειξε οικονόμους και ιερουργούς, τούς αγιάζει αμέσως δίνοντας σε αυτούς με φανερό εμφύσημα το δικό του Πνεύμα… Έδειξε λοιπόν ότι σε αυτούς που αυτός εκλέγει για θεια αποστολή, αναγκαστικά ακολουθεί το δόσιμο του Πνεύματος» (Κ).
Εκείνους, τους οποίους ο Χριστός στέλνει, τους ντύνει με το Πνεύμα του και χορηγεί σε αυτούς όλες τις αναγκαίες δυνάμεις.
(2) Χύνοντας μέσα σε αυτούς νέα δύναμη ζωής (b).
«Ανακαινίζοντας τον άνθρωπο ο Κύριος και την χάρη που έχασε από το φύσημα του Θεού (κατά τη δημιουργία του Αδάμ), αυτήν πάλι την δίνει πίσω, φυσώντας στο πρόσωπο των μαθητών» (Β).
Το εμφυσώ λέγεται μία φορά· αλλά είναι το ρήμα που χρησιμοποιείται στο Γένεση β 7 (δες Σοφία Σολομ. ιε 11) για το Θεό που φύσηξε στο πρόσωπο του Αδάμ πνοή ζωής (β).
«Φύσηξε μεν λοιπόν επειδή αυτός είναι η πηγή των χαρισμάτων, και για να μάθουμε και από εδώ, ότι αυτός είναι ο οποίος φύσηξε και το πρώτο και ζωτικό φύσημα στον Αδάμ» (Ζ)·
«ώστε και εμείς όπως αρμόζει να πιστεύουμε, ότι το Αγιο Πνεύμα δεν είναι ξένο με τον Υιό, αλλά είναι ομοούσιο με αυτόν και μέσω αυτού (δι’ αὐτοῦ) του Υιού έρχεται προς τον κόσμο αυτό που προέρχεται (ἐκ) από τον Πατέρα» (Κ)·
«για να μάθεις ότι του Πατέρα και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος είναι μία η δωρεά και η εξουσία· διότι αυτά που φαίνονται ότι είναι ιδιαίτερα γνωρίσματα του Πατέρα, αυτά φαίνονται ότι είναι και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος» (Χ).
Ο Θεός φύσηξε στο πρόσωπο του Αδάμ «πνοή ζωής» και μετέδωσε σε αυτόν όχι μόνο την κοινή με τα άλλα ζώα ζωή, αλλά και τα θεία χαρίσματα, με τα οποία ο άνθρωπος διακρίνεται από τα κτήνη. Έτσι και ο Χριστός τώρα μεταδίδει ως δημιουργός της καινούργιας κτίσης το δικό του θείο ζωοποιό πνεύμα (μ).
(3) Η δωρεά προσφέρεται πλουσιοπάροχα, αλλά πρέπει να ληφθεί και αυτό απαιτεί να ανταποκριθεί με προσπάθεια αυτός στον οποίο αυτή προσφέρεται (β). Και λέει· όπως παίρνετε το φύσημα από το στόμα μου, έτσι πάρτε και το Αγιο Πνεύμα από το πλήρωμά μου (b). Το πάρτε υπονοεί, ότι αυτοί που παίρνουν δεν είναι απλά παθητικά όργανα, αλλά πρέπει να γίνουν μέτοχοι της νέας ζωής και με προσωπική τους ενέργεια πίστης (μ).
(4) Η απουσία του άρθρου δείχνει ότι δεν πρόκειται ακόμη για την αποστολή του Παρακλήτου, την οποία υποσχέθηκε στα κεφ. ιδ-ιστ (g). Αυτό υπήρξε αρραβώνας της Πεντηκοστής (b). Υπήρξε πρόδρομος και εγγύηση εκείνου, το οποίο γρήγορα επρόκειτο να πραγματοποιηθεί με όλη την άφθονη πληρότητα και τον πλούτο του (ο).
«Σαν ακριβώς κάποιους αρραβώνες του γενικού πράγματος που προσδοκιόταν να γίνει σε όλους, έπραττε τα μερικά και πριν τον καιρό που έπρεπε, ώστε να πιστεύεται χωρίς ενδοιασμούς… Επομένως, δέχονται μεν την μέθεξη (=μετέχουν, κοινωνούν) του Αγίου Πνεύματος όταν φύσηξε σε αυτούς λέγοντας: Πάρτε Πνεύμα Άγιο· διότι ούτε ήταν δυνατόν να διαψευστεί ο Χριστός σε ό,τι έλεγε, ούτε θα έλεγε Πάρτε, χωρίς να δώσει· στις μέρες όμως της αγίας Πεντηκοστής, όταν έκανε ο Θεός εμφανέστερη την ανακήρυξη της χάρης και την φανέρωση του αγίου Πνεύματος που κατοίκησε μέσα τους, φάνηκαν οι γλώσσες με φωτιά, χωρίς να φανερώνουν ότι τότε άρχισε η δωρεά σε αυτούς» (Κ). «Είναι λοιπόν αυτή όχι αρραβώνας μόνο ούτε κάποια ενδιάμεση δωρεά Αγίου Πνεύματος μεταξύ της πλήρης χάρης της Πεντηκοστής και της προηγούμενης απλής υπόσχεσης… αλλά χάρη και δύναμη για εκπλήρωση των τακτικών ποιμαντικών έργων της αποστολικής διακονίας και μάλιστα της εξουσίας του να δένουν και να λύνουν, η οποία είναι ο πυρήνας και το κέντρο της ποιμαντικής εξουσίας (δ).
Ή, λιγότερο πιθανώς «κάποιοι όμως λένε, ότι δεν έδωσε το Πνεύμα, αλλά με το φύσημα τους έκανε κατάλληλους στο να το υποδεχτούν» (Χ).
«Λέει λοιπον Πάρτε Πνεύμα Άγιο όχι τότε, αλλά όταν θα κατέβει» (Ζ).
«Δεν θα έσφαλλε κάποιος αν έλεγε ότι και τότε πήραν αυτοί κάποια εξουσία και χάρη πνευματική… ώστε να συγχωρούν αμαρτήματα. Διότι είναι διάφορα τα χαρίσματα του Πνεύματος» (Χ).
Ως προς το ζήτημα: «θα βρούμε λοιπόν στα επόμενα να γράφεται ότι ο Θωμάς… δεν ήταν με τους μαθητές όταν ήλθε ο Ιησούς. Πώς λοιπόν… αναδείχτηκε αληθινά μέτοχος του Αγίου Πνεύματος…; Λέμε λοιπόν ότι η δύναμη του Πνεύματος ερχόταν στον καθένα που πήρε τη χάρη και εκπλήρωνε το σκοπό αυτού που έδινε. Και έδωσε ο Χριστός όχι σε κάποιους σε κάποιο μέρος, αλλά σε όλους τους μαθητές… Επομένως, αν και απουσίασε ο Θωμάς δεν εξέπεσε από το να λάβει, αφού το Πνεύμα έτρεχε στον καθένα που όφειλε να το λάβει και ήταν ενταγμένος στον αριθμό των τιμημένων μαθητών» (Κ).
Δες και το Αρ. ια 17,26 προηγούμενο, όπου ο Ελδάδ και ο Μωδάδ, αν και όχι παρόντες, έλαβαν το ίδιο χάρισμα. «Κάποιοι πάλι λένε, ότι ύστερα αφού είδε τα χέρια και την πλευρά του Σωτήρα και πίστεψε για την ανάσταση, πήρε και αυτός αυτήν τη χάρη» (Ζ).

Ιω. 20,23 ἄν τινων ἀφῆτε τὰς ἁμαρτίας(1), ἀφίενται(2) αὐτοῖς, ἄν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται(2).
23Σε όποιους συγχωρήσετε τις αμαρτίες, θα τους είναι συγχωρημένες· σε όποιους τις κρατήσετε ασυγχώρητες, θα κρατηθούν έτσι».
(1) «Τα πρόσθεσε αυτά δείχνοντας ποιό είδος ενέργειας δίνει» (Χ).
«Αυτοί που έχουν το Πνεύμα συγχωρούν ή κρατούν αμαρτίες με δύο τρόπους, κατά τη δική μου τουλάχιστον σκέψη. Ή δηλαδή καλούν στο βάπτισμα αυτούς που τυχόν ήδη τους οφείλεται να τύχουν αυτού λόγω της σεμνότητας της ζωής τους και το δοκιμασμένο της πίστης τους, ή εμποδίζουν κάποιους και τους αποκλείουν από τη θεία χάρη, επειδή δεν έγιναν ακόμη άξιοι. Ή, και με άλλο τρόπο συγχωρούν και κρατούν αμαρτίες, όταν επιτιμούν μεν όταν αμαρτάνουν τα τέκνα της εκκλησίας, και όταν συγχωρούν από την άλλη όταν μετανοούν, όπως έκανε όντως και ο Παύλος με αυτόν που πόρνευσε στην Κόρινθο» (Κ).
Η εξουσία αυτή, την οποία άσκησε πρωτίστως ο Υιός του ανθρώπου συγχωρώντας τις αμαρτίες (Ματθ. θ 6) ή κρατώντας αυτές (Ιω. θ 41, ιε 22,24), από δω και στο εξής, χάρις στο Πνεύμα που τους συνοδεύει, μεταβιβάζεται στους μαθητές. Οι εκφράσεις τις οποίες μεταχειρίζεται ο Ιησούς, δείχνουν κάτι περισσότερο από την απλή προσφορά συγγνώμης ή την απειλή καταδίκης· ακόμη και κάτι περισσότερο από την διακήρυξη της σωτηρίας ή της απώλειας δια μέσου του ευαγγελικού κηρύγματος. Ο Ιησούς μιλά για λόγο που συνοδεύεται από αποτελεσματικότητα είτε για άρση της ενοχής από τον ένοχο είτε για δέσμευση αυτής αιώνια. Εκείνος, ο οποίος είναι αληθινά το όργανο του Πνεύματος δεν λέει μόνο Σώθηκες, αλλά σώζει με το λόγο του· ούτε λέει απλώς χάθηκες, αλλά καταδικάζει πράγματι. Και αυτό διότι, τη στιγμή που απαγγέλει τον λόγο αυτόν μέσω του Πνεύματος, ο Θεός επικυρώνει αυτόν (g).
Σύμφωνα με αυτά η εξουσία αυτή του να δένουν και να λύνουν δεν αναφέρεται ειδικώς και μόνο στη συγχώρηση ή μη των αμαρτιών στο μυστήριο της εξομολόγησης, την οποία μπορεί να εξαγγείλει ο ιερέας που εξομολογεί, χωρίς να επικυρωθεί από το Θεό, εφ’ όσον ο ένοχος δεν μετάνιωσε ειλικρινά. Αυτοί που θεώρησαν το χωρίο ότι αναφέρεται αποκλειστικά στην άφεση ή μη άφεση που παρέχεται στο μυστήριο της εξομολόγησης, αναγκάστηκαν να αναφερθούν στο ότι «μεταξύ των χαρισμάτων του Πνεύματος υπήρξε και το χάρισμα της διάκρισης πνευμάτων (Α΄ Κορ. ιβ 10 και Ιω. ιστ 8)» (β) «και στην ιδιότητα αυτή του να διακρίνουν τις καρδιές των ανθρώπων, την οποία κατέχουν όλοι οι ευλαβείς λειτουργοί της εκκλησίας… κατά το μέτρο, με το οποίο θα είναι ο καθένας γεμάτος από το Πνεύμα της σοφίας αναφέρονται τα λόγια αυτά» (Alford).
«Επομένως και οι απόστολοι και αυτοί που είναι όμοιοι στους αποστόλους, επειδή είναι ιερείς σύμφωνα με τον μέγα αρχιερέα, επειδή πήραν την επιστήμη της θεραπείας του Θεού, γνωρίζουν διδασκόμενοι από το πνεύμα, για ποιους πρέπει να προσφέρουν θυσίες αμαρτημάτων, και πότε και με ποιο τρόπο και ξέρουν για ποιους πρέπει να κάνουν αυτό» (Ω).
Ως προς το ζήτημα, εάν οι λόγοι αυτοί αναφέρονται σε ειδική εξουσία, που χορηγήθηκε σε μόνους τους αποστόλους προσωποπαγώς και όχι στην όλη εκκλησία, πρέπει να έχουμε υπ όψη, ότι όπως φαίνεται από το Ματθ. κη 19,20 η εντολή που δίνεται ήδη από τον Ιησού θα ίσχυε «μέχρι τη συντέλεια του αιώνος». Σύμφωνα με τον Κλήμεντα Ρώμης οι απόστολοι «όταν κήρυτταν κατά πόλεις και χώρες εγκαθιστούσαν τις απαρχές τους… σε επισκόπους και διακόνους αυτών που επρόκειτο να πιστεύουν» (κεφ. 42). Ήδη μάλιστα και επί των ημερών του Ωριγένη, (Υπόμνημα στο Ματθ. ΧΙΙ 14) οι επίσκοποι θεωρούνταν ότι διαδέχτηκαν τους αποστόλους στην εξουσία του να δένουν και να λύνουν (β).
Τίποτα άλλωστε δεν παρέχει εδώ το δικαίωμα, να νομιστεί, ότι πρόκειται για ειδική εξουσία που δόθηκε σε μόνους τους αποστόλους, ως τέτοιους. Δεν πρόκειται για δικαίωμα, αλλά για δύναμη, της οποίας η αρχή είναι το Πνεύμα. Οι μαθητές των στίχων 18 και 19 είναι βεβαίως όλοι οι μαζεμένοι πιστοί. Οι δύο μαθητές των Εμμαούς ήταν παρόντες και πολλοί άλλοι εκτός των αποστόλων σύμφωνα με το Λουκά κδ 33. Βεβαίως οι απόστολοι είχαν και ειδική εξουσία. Αλλά οι δυνάμεις του Πνεύματος δόθηκαν σε όλους τους τότε παρόντες (g), σε όλη την εκκλησία. Τη στιγμή άλλωστε που ο Κύριος παρείχε την εξουσία αυτή η χριστιανική κοινότητα ήταν κοινότητα αποστόλων (χ).
Η όλη εκκλησία ως κοινωνία οργανωμένη για διδασκαλία, αδελφική επικοινωνία και διοίκηση, έλαβε εξουσία, που ξεπήγασε άμεσα από τον Ιδρυτή της, να εξαγγείλει την υπόσχεση και τους όρους της συγχώρεσης (μ), και ως ταμιούχος της χάρης να παρέχει ή να παίρνει αυτήν.
(2) Το πρώτο είναι ενεστώτας, το δεύτερο παρακείμενος. Ο κόσμος είναι στην αμαρτία (b). Η μετάβαση από την αμαρτία στην κατάσταση της χάρης γίνεται σε μία στιγμή και είναι γεγονός παρόν. Για αυτό ο ενεστώτας. Ενώ το κεκράτηνται αναφέρεται σε κατάσταση, η οποία μένει πάγια για πάντα (g). Κάποιοι μεγαλογράμματοι κώδικες γράφουν αφέωνται. Ο σιναϊτικός γράφει αφεθήσεται.

Ιω. 20,24 Θωμᾶς δὲ(1) εἷς ἐκ τῶν δώδεκα(2), ὁ λεγόμενος Δίδυμος(3), οὐκ ἦν μετ᾿ αὐτῶν(4) ὅτε ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς.
24Ο Θωμάς όμως, ένας από τους δώδεκα μαθητές, που λεγόταν Δίδυμος, δεν ήταν μαζί τους όταν ήρθε ο Ιησούς.
(1) Μεταβατικός σύνδεσμος αλλά και με κάποια αντιθετική έννοια, όπου η αντίθεση είναι ανάμεσα στην απαλλαγμένη από κάθε αμφιβολία πεποίθηση των συμμαθητών και στην από το Θωμά εκδηλούμενη απιστία (ο).
(2) Ο αποστολικός κύκλος σημαίνεται με το «οι δώδεκα», παρόλο που ο Ιούδας ήδη εξέπεσε και χωρίστηκε από αυτούς. Οι δώδεκα παρέμεινε πρόσφορος τίτλος για να δηλώσει το στενότερο κύκλο των μαθητών. Δες Α΄ Κορ. ιε 5 (β).
(3) Δες για αυτό ια 16. Μεταξύ των Ελλήνων ο Θωμάς ήταν γνωστότερος με το Ελληνικό του όνομα Δίδυμος (b).
(4) Ή, λιγότερο πιθανώς, διότι ίσως η κατοικία του βρισκόταν σε μεγαλύτερη απόσταση και άκουσε αργά το μήνυμα της ανάστασης (b).
Ή, πιο πιθανό, «είναι εύλογο ότι αυτός, αφού διασκορπίστηκαν οι μαθητές και άφησαν τον διδάσκαλο και έφυγαν, δεν ήλθε πλέον μαζί τους» (Ζ). Για το χαρακτήρα του Θωμά πληροφορηθήκαμε ήδη από τα Ιω. ια 16 και ιδ 5. Η εντύπωση που παράχθηκε σε αυτόν από το θάνατο του διδασκάλου του πρέπει να ήταν αυτή της βαθύτατης αποθάρρυνσης: «Του το είχα πει», θα επαναλάμβανε αναμφίβολα μέσα του. Η απουσία του κατά την πρώτη αυτή ημέρα μπορούσε να μην είναι άσχετη με το πικρό αυτό συναίσθημα (g).

Ιω. 20,25 ἔλεγον οὖν αὐτῷ οἱ ἄλλοι μαθηταί· ἑωράκαμεν τὸν Κύριον(1). ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· ἐὰν μὴ(2) ἴδω(3) ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ τὸν τύπον τῶν ἥλων(4), καὶ βάλω(3) τὸν δάκτυλόν μου εἰς τὸν τύπον τῶν ἥλων, καὶ βάλω τὴν χεῖρά μου εἰς τὴν πλευρὰν αὐτοῦ(5), οὐ μὴ πιστεύσω.
25Του έλεγαν λοιπόν οι άλλοι μαθητές: «Είδαμε τον Κύριο με τα μάτια μας». Αυτός όμως τους είπε: «Εγώ αν δεν δω στα χέρια του τα σημάδια από τα καρφιά, κι αν δε βάλω το δάχτυλό μου στα σημάδια από τα καρφιά, και δε βάλω το χέρι μου στη λογχισμένη πλευρά του, δε θα πιστέψω».
(1) Αναμφίβολα μίλησαν σε αυτόν και για τα σημάδια στα χέρια και την πλευρά του Κυρίου (b). Δες εδώ, ότι οι μαθητές του Χριστού προνοούσαν να οικοδομούν ο ένας τον άλλον στην πίστη, τόσο επαναλαμβάνοντας στον απόντα συμμαθητή όσα είχαν ακούσει, όσο και καθιστώντας αυτόν κοινωνό της πείρας τους. Όλοι όσοι έχουν δει τον Κύριο μέσω της πίστης και γεύτηκαν, ότι «είναι αγαθός ο Κύριος» οφείλουν να αφηγούνται και στους άλλους ό,τι ο Θεός έκανε για αυτούς. Μόνο κάθε καύχηση αλαζονική πρέπει να αποφεύγεται.
(2) Κηρυγμένη και ομολογημένη απιστία (b). Κρύβεται ισχυρογνωμοσύνη και σε αυτή τη μορφή των λόγων του και προπαντός στην επανάληψη των ίδιων λέξεων (g).
«Για αυτό ο Θωμάς κατηγορείται. Διότι στους συμμαθητές που είναι αξιόπιστοι και δίνουν διαβεβαιώσεις, δεν πίστεψε» (Ζ). Είχαν και οι υπόλοιποι απόστολοι απιστήσει στις μυροφόρες, αλλά η απιστία του Θωμά ήταν λιγότερο δικαιολογημένη, εφόσον είχε και την πρόσθετη μαρτυρία των δέκα αποστόλων (ο).
«Νομίζω όμως… ότι η ολιγοπιστία για λίγο καιρό του μαθητή έγινε πάρα πολύ κατάλληλα κατά το θείο σχέδιο, έτσι ώστε μέσω της δικής του πληροφορίας και εμείς οι μετά από αυτόν, να πιστεύουμε χωρίς ενδοιασμούς, ότι την σάρκα που κρεμάστηκε στο ξύλο και έπαθε τον θάνατο, την ζωοποίησε ο Πατέρας μέσω του Υιού» (Κ).
«Και πρόσεξε, σε παρακαλώ, την φιλαλήθεια των αποστόλων, πώς δεν κρύβουν τα ελαττώματα, ούτε τα δικά τους, ούτε των άλλων, αλλά τα γράφουν με πολλή την αλήθεια» (Χ).
(3) «Ζητά ο ίδιος να τον δει· και όχι μόνο αυτό, αλλά και το σημάδι των καρφιών· και δεν σταματά την περιέργεια μέχρι αυτά, αλλά και να βάλει το δάχτυλο στο σημάδι των καρφιών και το χέρι στην πλευρά του» (Ζ).
«Ζητούσε να πιστέψει με την πιο χονδροειδή αίσθηση, και ούτε με τα μάτια δεν πίστευε. Διότι δεν είπε Αν δεν δω, αλλά εάν δεν ψηλαφήσω… μήπως ήταν φαντασία αυτό που έβλεπε» (Χ).
Ο Θωμάς ζητά να πληροφορηθεί με τις δικές του αισθήσεις. Δεν θυμάται τις προφητείες του Χριστού, που αναφέρονταν στο πάθος του, αλλά και στην ανάστασή του. Ούτε προσέχει στις βεβαιώσεις των συμμαθητών του. Λησμονεί ακόμη ο Θωμάς, ότι ο Κύριος είχε αναστήσει μπροστά του τον μονογενή γιο της χήρας στη Ναΐν και τον τετραήμερο Λάζαρο. Όταν λοιπόν οι συμμαθητές του μαρτυρούσαν, ότι είδαν αναστημένο τον Κύριο, έπρεπε με βάση και τα προηγούμενα αυτά να πειστεί. Αλλά αυτός ζητά να δει με τα ίδια του τα μάτια και με το χέρι να ψηλαφήσει τις ουλές των πληγών του πανάχραντου σώματος.
Αυτού του είδους όμως η αξίωσή του, δεν το καταλαβαίνει ο Θωμάς, υπονομεύει τα ίδια τα θεμέλια του Χριστιανισμού. Εάν ο καθένας είχε την αξίωση με τις δικές του αισθήσεις πρώτα να πληροφορηθεί και έπειτα να πιστέψει, τότε η από τα θαύματα απόδειξη έπρεπε συνεχώς δια μέσου των αιτίων, αλλά και ατομικά μπροστά στα μάτια του καθενός να επαναλαμβάνεται. Αλλά το θαύμα τότε θα έχανε την αξία και την ισχύ του, διότι θα καταντούσε συνηθισμένο και κοινό γεγονός, εντασσόμενο στην τάξη αυτών των φυσικών φαινομένων. Αλλά και η πίστη θα έπαυε πλέον να είναι αξιόμισθη. Εάν ήταν δυνατόν με τα μάτια μου να δω και με τα χέρια μου να ψηλαφήσω, ότι ο Υιός του Θεού πέθανε και αναστήθηκε και αναλήφθηκε στους ουρανούς ως αιώνιος αρχιερέας, και δεν απέμενε τίποτα ώστε να δείξω την ταπεινή υποταγή του λογικού μου στην μέσω τω Γραφών μαρτυρία του Θεού, πού θα συνίστατο πλέον η ηθική αξία της πίστης και πώς μετά τη γνώση αυτή και πληροφορία των αισθήσεων η πίστη θα παρέμενε πίστη;
(4) «Δηλαδή τα τραύματα που έγιναν στη σάρκα» (Κ). «Έμαθε ο Θωμάς, όπως φαίνεται, από τους συμμαθητές, ότι έδειξε σε αυτούς τα χέρια και την πλευρά του» (Ζ).
(5) «Από πού όμως γνώριζε ότι και η πλευρά άνοιξε; Το άκουσε από τους μαθητές. Πώς λοιπόν το μεν το πίστεψε, ενώ το άλλο όχι; Επειδή ήταν πολύ παράδοξο και θαυμαστό» (Χ)

Ιω. 20,26 Καὶ μεθ᾿ ἡμέρας ὀκτὼ(1) πάλιν ἦσαν ἔσω(2) οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ καὶ Θωμᾶς μετ᾿ αὐτῶν. ἔρχεται ὁ Ἰησοῦς(3) τῶν θυρῶν κεκλεισμένων(4), καὶ ἔστη εἰς τὸ μέσον καὶ εἶπεν(5)· εἰρήνη ὑμῖν(6).
26Οχτώ μέρες αργότερα οι μαθητές ήταν πάλι μέσα στο σπίτι, μαζί τους κι ο Θωμάς. Έρχεται λοιπόν ο Ιησούς, ενώ οι πόρτες ήταν κλειστές, στάθηκε στη μέση και είπε: «Ειρήνη σ’ εσάς».
(1) Δεν έγινε λοιπόν άλλη εμφάνιση κατά τις ενδιάμεσες ημέρες (b).
«Εμφανίζεται… την όγδοη ημέρα… δηλαδή την Κυριακή… Διότι δεν τα είπε αυτά για να θεωρήσουμε ότι επειδή είπε μετά από οχτώ ημέρες ότι εννοούσε αυτός την ένατη, αλλά συμπεριέλαβε στον αριθμό και τη ίδια την όγδοη, κατά την οποία εμφανίστηκε» (Κ).
Ο Κύριός μας τίμησε και πάλι κατά την ίδια ημέρα της εβδομάδας με την προσωπική του παρουσία την συνάθροιση αυτή και έτσι έθεσε το θεμέλιο για την τιμή και τον αγιασμό της πρώτης ημέρας της εβδομάδας (ο).
«Και για ποιό λόγο δεν του εμφανίζεται αμέσως, αλλά μετά από οχτώ ημέρες; Για να κυριευτεί από μεγαλύτερο πόθο και να γίνει μελλοντικά πιστότερος κατηχούμενος από τους μαθητές στο μεταξύ και ακούγοντας τα ίδια λόγια από αυτούς» (Χ).
Αξιόλογη και η επόμενη: Ανέβαλε τη νέα εμφάνισή του για κάποιες ημέρες, για να δείξει στους μαθητές του, ότι δεν αναστήθηκε για να ζει τέτοια ζωή, όπως είχε ζήσει μέχρι τώρα, αλλά ανήκε ήδη σε άλλο κόσμο και επισκεπτόταν αυτούς, όπως οι άγγελοι όταν τύχει ευκαιρία επισκέπτονται τους ανθρώπους.
(2) «Μέσα στο σπίτι τους, όπου μαζεύονταν» (Ζ). Ο Ιησούς είχε παραγγείλει στους μαθητές, να πάνε στη Γαλιλαία (Ματθ. κη 7. Μάρκ. ιστ 7). Πώς παραμένουν στην Ιουδαία ακόμη και κατά την όγδοη από την ανάσταση ημέρα; Λιγότερο πιθανώς: Μπορούμε να υποθέσουμε ότι τους συγκράτησε ο φόβος μήπως αφήνοντας μόνο το Θωμά στην ψυχική κατάσταση στην οποία βρισκόταν, τον χάσουν (g).
Ή, πιο σωστά, οι μαθητές φαίνεται να περίμεναν να περάσει ολόκληρο το οκταήμερο του Πάσχα είτε διότι έτσι είχαν αποφασίσει πριν την έναρξη της γιορτής είτε διότι είχαν κάποιο λόγο να πιστέψουν, ότι ο Ιησούς θα εμφανιζόταν και πάλι σε αυτούς (β). Αφού συμπληρώθηκε το οκταήμερο το Σάββατο απέφυγαν να ταξιδέψουν για την Γαλιλαία την πρώτη μέρα της εβδομάδας η οποία ήταν το χριστιανικό Σάββατο.
(3) Το ασύνδετο σχήμα προσδίδει ζωηρότητα στην αφήγηση (ο).
«Εσύ όμως, όταν δεις τον μαθητή να απιστεί, κατάλαβε τη φιλανθρωπία του Δεσπότου, πώς και για μία ψυχή δείχνει τον εαυτό του να έχει τραύματα, και έρχεται για να διασώσει και τον ένα» (Χ). Ερχεται ο Ιησούς παρόντων ήδη όλων των μαθητών, ώστε όλοι οι μαθητές να είναι μάρτυρες των προς τον Θωμά επιτιμήσεων του Κυρίου και της στοργικής φροντίδας την οποία έλαβε για αυτόν.
(4) «Μπήκε μέσα από τις πόρτες και εμφανίζεται απροσδόκητα στη μέση του σπιτιού, δίνοντας, όπως φαίνεται, τον ίδιο τρόπο του θαύματος και στον μακάριο Θωμά. Διότι χρειαζόταν, χρειαζόταν φάρμακο για αυτόν που κατεξοχήν έπασχε και είχε πιο μικρή την πίστη» (Κ).
(5) «Όπως ακριβώς και πριν. Διότι κάνει όλα, όσα έκανε και όταν ήταν απών» (Ζ). Δες την συγκατάβαση του Κυρίου. Οι πύλες του ουρανού ήταν ανοιχτές σε αυτόν και μπορούσε να στέκεται ανάμεσα στους αγγέλους λατρευόμενος από το πλήθος αυτών. Για ευεργεσία όμως της εκκλησίας του χρονοτριβεί πάνω στη γη και αναβάλλει την ένδοξη ανάληψή του στους ουρανούς, και επισκέπτεται την μικρή ιδιωτική συνάθροιση των φτωχών μαθητών του και βρίσκεται ήδη και πάλι ανάμεσά τους.
(6) Στο χαιρετισμό του περιλαμβάνει και το Θωμά· ειδικά μάλιστα σε αυτόν απευθύνεται· διότι είναι ο μόνος, ο οποίος δεν απολαμβάνει ακόμη την ειρήνη, την οποία δίνει η πίστη (g).

Ιω. 20,27 εἶτα λέγει τῷ Θωμᾷ(1)· φέρε τὸν δάκτυλόν σου ὧδε(2) καὶ ἴδε(3) τὰς χεῖράς μου, καὶ φέρε τὴν χεῖρά σου καὶ βάλε εἰς τὴν πλευράν μου(4), καὶ μὴ γίνου ἄπιστος, ἀλλὰ πιστός(5).
27Έπειτα λέει στο Θωμά: «Φέρε εσύ το δάχτυλό σου εδώ και δες τα χέρια μου, φέρε και το χέρι σου και βάλ’ το στην πλευρά μου. Μην αμφιβάλλεις και πίστεψε».
(1) «Εμφανίζεται πάλι ο Ιησούς και δεν περιμένει να του θέσει εκείνος την αξίωση, ούτε να ακούσει κάτι τέτοιο, αλλά χωρίς να πει τίποτα ο Θωμάς, προλαβαίνοντας αυτός, εκπληρώνει όσα ακριβώς επιθυμούσε» (Χ).
Ο Κύριος συγκαταβαίνοντας εκπληρώνει τους όρους που υπαγορεύτηκαν από την απιστία του Θωμά, για να μην παραμείνει αυτός σε αυτήν. Σαν καλός ποιμένας ζητά το χαμένο και το επαναφέρει στην ποίμνη, από την οποία κινδυνεύει να αποπλανηθεί. Η συγκατάβαση και ανοχή του Κυρίου, αλλά και η τρυφερότητα αυτού προς τον μαθητή που απίστησε είναι μοναδική και ασύγκριτη. Ο θριαμβευτής κατά του θανάτου Κύριος απευθύνεται σε αυτόν που υπαγόρευσε αλαζονικά τους όρους, με τους οποίους θα παραχωρούσε την πίστη του, με συμπάθεια και αγάπη. Έλα λοιπόν να δεις· έλα και να ψηλαφήσεις. Τι παράδειγμα και για μας, που μας πείθει, ώστε με πραότητα και συμπάθεια να ελέγχουμε αυτούς που αντιτίθενται σε εμάς. Χωρίς φανατισμό, χωρίς οργή και χωρίς ξεσπάσματα, με ανοχή και μακροθυμία, με υπομονή απέναντι στις ειρωνείες τους και τους χλευασμούς τους, ακόμη δε και στις αδικίες και στους διωγμούς τους. Γνωρίζεις εάν την πεισματική τώρα απιστία τους, μαλάξει με το φωτισμό του ο Θεός, ο οποίος θέλει όλοι να σωθούν και να έλθουν σε επίγνωση της αλήθειας, και σημειωθεί και ως προς αυτούς το θαύμα της επιστροφής;
(2) Δείχνει «ότι και όταν έλεγε αυτά ο Θωμάς προς τους μαθητές, ήταν παρών» (Χ), «και άκουγε ως Θεός. Διότι χρησιμοποίησε και τα ίδια λόγια» (Ζ). Δείχνει στο Θωμά, ότι γνωρίζει αυτά που είναι στη διάνοιά του και πώς εξέφρασε αυτά. Και με τα λόγια του αποκαλύπτοντας, ότι αυτός είναι που εξετάζει καρδιές (Ιω. β 25) παρείχε αποδείξεις ικανές να εξαλείψουν κάθε αμφιβολία από τη διάνοια του άπιστου μαθητή του (β). Επιπλέον η σχεδόν κατά λέξη επανάληψη και από τον Κύριο των αγέρωχων λόγων του Θωμά αποσκοπούν στο να προκαλέσουν σε αυτόν το κοκκίνισμα της ντροπής για το χονδροειδές αυτής της αξίωσης (g). Δεν υπάρχει λόγος απιστίας στις γλώσσες μας ούτε σκέψη δισταγμού στις διάνοιές μας, τα οποία να παραμένουν καλυμμένα και άγνωστα στον Κύριό μας Ιησού.
(3) Με άλλα λόγια: Εξέτασε τα χέρια μου τόσο με την αφή όσο και με την όραση (ο).
(4) Σαν η πρόσκληση να ήταν να βάλει το χέρι του κάτω από τα ρούχα του Ιησού και να βεβαιωθεί εξετάζοντας με την αφή την ουλή στην πλευρά (β, g).
«Είναι όμως άξιο απορίας, πώς σώμα άφθαρτο έδειχνε τα αποτυπώματα των καρφιών και μπορούσε να το αγγίξει θνητό χέρι; Αλλά μη θορυβηθείς· διότι αυτό συνέβη κατά συγκατάβαση. Διότι το τόσο λεπτό και ελαφρό σώμα, που μπήκε ενώ οι πόρτες ήταν κλειστές, ήταν απαλλαγμένο από κάθε παχύτητα. Αλλά δείχνεται αυτό για να πιστευτεί η ανάσταση και για να μάθουν ότι αυτός ήταν που σταυρώθηκε, και δεν αναστήθηκε άλλος αντί για αυτόν… Όπως ακριβώς λοιπόν βλέποντάς τον πριν το σταυρό να περπατά πάνω στα κύματα, δεν λέμε ότι το σώμα εκείνο ήταν άλλης φύσης, αλλά της δικής μας, έτσι, βλέποντας αυτόν μετά την ανάσταση να έχει τα αποτυπώματα του σταυρού, δεν θα πούμε πλέον ότι αυτός είναι φθαρτός· διότι αυτά τα έδειχνε για το μαθητή» (Χ).
«Επειδή και αυτό που έφαγε, δεν το έφαγε από ανάγκη σωματική, αλλά για να βεβαιώσει την ανάσταση… και με κάποια δύναμη αόρατη και θεία καταναλώνονταν αυτά που φαγώθηκαν διότι τα πήρε μόνο για απόδειξη της ανάστασης» (Θφ).
(5) «Χρησιμοποίησε τα ίδια λόγια και κατά τρόπο πάρα πολύ επιτιμητικό και στη συνέχεια με τρόπο διδακτικό. Διότι αφού είπε φέρε το δάχτυλό σου… πρόσθεσε. Και μη γίνεσαι άπιστος αλλά πιστός» (Χ).
«Από όπου είναι φανερό, ότι από απιστία ήταν η αμφιβολία. Διότι να, ο Κύριος τον αποκαλεί άπιστο» (Θφ).
Μη γίνεσαι. Ο Θωμάς δεν ήταν άπιστος αλλά βρισκόταν σε κατάσταση διάνοιας τέτοια, η οποία τον οδηγούσε στην απιστία (β). Δεν ήταν άπιστος με την έννοια, ότι δυσπιστούσε στο Διδάσκαλό του, αλλά βρισκόταν στην οδό της απιστίας, όταν αρνούνταν να δεχτεί τη νέα αποκάλυψη, την οποία έκανε στους μαθητές του ο Κύριος (τ). Με το ρήμα «μη γίνου» ζητά ο Ιησούς να αισθανθεί ο Θωμάς σε ποια κρίσιμη θέση βρίσκεται ήδη. Βρίσκεται στο σημείο όπου χωρίζονται οι δύο δρόμοι: αυτός της τέλειας πίστης και αυτός της τέλειας απιστίας. Ένα μόνο σημείο της αλήθειας, ένα μόνο γεγονός της ιστορίας το οποίο θα αρνούνταν κάποιος πεισματικά να δεχτεί, μπορεί να αποβεί για αυτόν σημείο αφετηρίας για πλήρη απιστία (g).

Ιω. 20,28 καὶ ἀπεκρίθη Θωμᾶς(1) καὶ εἶπεν αὐτῷ(2)· ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου(3).
28Ο Θωμάς τότε του αποκρίθηκε: «Είσαι ο Κύριός μου και ο Θεός μου».
(1) Η γλώσσα (την οποία χρησιμοποιεί ο Θωμάς) είναι απότομη λόγω του αιφνιδίου του αισθήματος, το οποίο διεγέρθηκε σε αυτόν (b). Βαθειά εντύπωση προκλήθηκε σε αυτόν όχι μόνο από την πραγματικότητα της ανάστασης, για την οποία τον πληροφορούν οι αισθήσεις του, αλλά και από την παντογνωσία του Κυρίου, η οποία αποδεικνυόταν από την επανάληψη των λόγων, τους οποίους είχε πει ο Θωμάς. Η σκηνή αυτή υπενθυμίζει αυτήν του Ναθαναήλ (g). Είναι πιθανότατο, ότι ο Θωμάς δεν άπλωσε το χέρι του να αγγίξει με το δάχτυλό του το σώμα του Κυρίου. Η θέα του Κυρίου και τα λόγια του παρήγαγαν σε αυτόν στιγμιαία ακράδαντη πεποίθηση, ότι ο Κύριος αναστήθηκε (ο). «Αφού είδε… αμέσως πίστεψε, χωρίς να περιμένει να ψηλαφήσει» (Ζ).
(2) Οι Σωκινιανοί και κάποιοι άλλοι επεχείρησαν να εφαρμόσουν τα ακόλουθα λόγια στο Θεό και όχι στον Ιησού, θεωρώντας αυτά ως κραυγή λατρείας του Θωμά και δεχόμενοι αυτά είτε σαν λόγο δοξολογίας είτε σαν αναφώνηση τιμής προς τον Θεό (g). Αλλά εάν τέτοια ήταν η πρόθεση του Θωμά ο ευαγγελιστής δεν θα προσέθετε «Είπε σε αυτόν». Τον Ιησού λοιπόν ονόμασε Κύριο και Θεό· το οποίο είναι σύμφωνο και με αυτά που αναφέρονται στο στίχο 17· ούτε αποτελούν τα λόγια αυτά («ο Κύριός μου και ο Θεός μου») μορφή απλής αναφώνησης. Οι μαθητές ήδη είχαν δει τον Κύριο (στίχος 25). Τώρα ο Θωμάς επιστρέφοντας στην πίστη δεν αναγνωρίζει απλώς τον Ιησού ως Κύριο… αλλά ομολογεί και την θεότητά του με υψηλότερη έννοια, όπως κανείς μέχρι τώρα δεν είχε ομολογήσει αυτήν (b).
(3) Πιστεύω και αναγνωρίζω, ότι είσαι ο Κύριός μου και ο Θεός μου (b).
«Ο μακάριος Θωμάς έκανε σωστότατη την ομολογία για αυτόν λέγοντας: ο Κύριός μου και ο Θεός μου. Διότι σε αυτόν που είναι από τη φύση του Κύριος και εξουσιάζει τα πάντα, αληθινά θα συνεπαγόταν και το ότι είναι Θεός, όπως ακριβώς βεβαίως και σε αυτόν που είναι από τη φύση του Θεός, θα φαινόταν να συνυπάρχει πλήρως και το να μπορεί να εξουσιάζει τα πάντα και το να κατέχει την δόξα της κυριότητας. Πρέπει όμως να προσέξουμε ότι κατά τρόπο μοναδικό και με άρθρο λέει Ο Κύριός μου και ο Θεός μου. Διότι δεν είπε απλώς Κύριός μου και Θεός μου, για να μην νομίσει κάποιος ότι τον είπε κύριο και Θεό με τρόπο που μοιάζει με τον δικό μας ή των αγίων αγγέλων… αλλά έναν Κύριο κατά τρόπο ειδικό και Θεό επειδή γεννήθηκε από τον κατά φύση Κύριο και Θεό Πατέρα» (Κ).
Η ομολογία του Θωμά υπερβαίνει την ομολογία του Ναθαναήλ (α 49) και εκφράζει την πιο βαθειά από τις χριστιανικές αλήθειες, την οποία ο Ιωάννης έβαλε ως προμετωπίδα του ευαγγελίου του «και ήταν Θεός ο Λόγος» (β). Η απιστία του Θωμά που νικήθηκε τελείως με τη νέα αυτή εμφάνιση του Κυρίου, μας υποβοηθεί στο να στηριχτούμε στην προς αυτόν πίστη μας. Διότι δείχνει, ότι η μαρτυρία για την ανάστασή του δεν προέρχεται από χείλη ευπίστων ανθρώπων, αλλά από μάρτυρες, οι οποίοι παρέμεναν δύσπιστοι μέχρι τη στιγμή, κατά την οποία παρασχέθηκαν σε αυτούς όλες οι αποδείξεις, τις οποίες αξίωναν. Ο Θωμάς πίστεψε στο Χριστό ως τον Κύριο και Θεό του. Και εμείς λοιπόν οφείλουμε να πιστεύουμε στο Χριστό όχι σαν σε άνθρωπο που έγινε Θεός, αλλά σαν σε Θεό που έγινε άνθρωπος, όπως και ο ευαγγελιστής λέει: «Και ο Λόγος έγινε σάρκα».

Ιω. 20,29 λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς(1)· ὅτι ἑώρακάς με(2), πεπίστευκας(3)· μακάριοι(4) οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες(5).
29Του λέει τότε ο Ιησούς: «Πείστηκες επειδή με είδες με τα μάτια σου· μακάριοι εκείνοι που πιστεύουν χωρίς να μ’ έχουν δει!»
(1) «Άκουσε ο Σωτήρας αυτό που είπε ο μαθητής του, ο οποίος είναι διατεθειμένος και πίστεψε ότι αληθινά είναι αυτός ο Κύριος και ο Θεός, αλλά δεν θεωρούσε ότι πρέπει να τον μαλώσει. Για αυτό λοιπόν τον επαινούσε που πίστεψε και πολύ σωστά» (Κ). Ο Κύριος δεν απαντά όπως ο άγγελος της Αποκάλυψης «το Θεό προσκύνησε» (Αποκ. κβ 9), αλλά απαντά αντίθετα «πίστεψες» και δέχεται έτσι την ομολογία του Θωμά (g).
(2) Με τη θέα και όχι με το άγγιγμα πίστεψε ο Θωμάς. Για αυτό και ο Ιησούς δεν λέει σε αυτόν Πίστεψες διότι με ψηλάφησες (β).
(3) Ο παρακείμενος σημαίνει ότι στο εξής θα κατέχεις την πίστη (g). Δεν είναι άστοχη και η στίξη με ερωτηματικό. Διότι κρύβεται κάποια σκιά μομφής στη όλη φράση. Όχι διότι ο Θωμάς υποχώρησε τόσο γρήγορα στην απόδειξη της ανάστασης του διδασκάλου του -για αυτό ήταν αξιέπαινος μάλλον- αλλά διότι με επιμονή αρνήθηκε να δεχτεί την μαρτυρία των συμμαθητών του (ο).
(4) «Διακηρύττει ότι είναι μακάριοι αυτοί που πιστεύουν και χωρίς να δουν· διότι είναι όντως θαυμάσιοι. Και για ποιά αιτία; Διότι σε αυτά μεν που βρίσκονται μπροστά στα μάτια μας δεν οφείλεται καθόλου αμφιλεγόμενη πίστη. Διότι τίποτα δεν πείθει καθόλου στο να έχει κάποιος ενδοιασμούς. Αυτό όμως που δεν το έχει δει κάποιος, αν το παραδεχτεί, τίμησε με αξιολογότατη πίστη αυτόν που το κήρυξε. Θα ακολουθήσει λοιπόν ο μακαρισμός καθέναν που πιστεύει μέσω της φωνής των αγίων αποστόλων» (Κ).
«Δεν είπε αυτό, αποστερώντας το Θωμά από τον μακαρισμό, αλλά για να παρηγορήσει αυτούς που δεν είδαν» (Θφ).
Ο Κύριος σημειώνει και αντιθέτει δύο βαθμούς πίστης· τον ένα κατώτερο, που βασίζεται στην πείρα των αισθήσεων και των υλικών αποδείξεων («επειδή με είδες»)· τον άλλον ανώτερο, που στηρίζεται στη μαρτυρία («αυτοί που δεν είδαν») (F). To «μακάριος» λοιπόν με την αντίθεση παίρνει την έννοια του μακαριότεροι (ο). Η μακαριότητα και του Θωμά δεν αποκλείεται, αλλά ο πλούσια ευνοημένος κλήρος αυτών που πιστεύουν χωρίς να δουν τονίζεται ειδικά (b).
«Αυτό είναι περισσότερο μακάριο, το να πιστέψει κάποιος χωρίς να δει» (Θφ).
(5) «Διότι αυτό είναι γνώρισμα πίστης, το να δεχτεί δηλαδή κανείς αυτά που δεν βλέπει. Διότι είναι η πίστη… έλεγχος πραγμάτων που δεν βλέπονται» (Χ).
«Και συμπεριλαμβάνει ο μακαρισμός αυτούς που πιστεύουν μέσω του κηρύγματος» (Ζ).
Ο αόριστος «ἰδόντες» αναφέρεται σε πράξη προηγούμενη σε σχέση με την πίστη (g). Θα αποδιδόταν με επιτυχία ως εξής: παρόλο που δεν είδαν (ο). Ο αόριστος «πιστεύσαντες» λέγεται από τη άποψη της ανάπτυξης της Εκκλησίας που θεωρείται ως ολοκληρωμένη (g). Πρόκειται για γεγονός που προληπτικά λέγεται για όλους τους πιστούς σε όλες τις γενεές που θα ακολουθήσουν (ο).

Ιω. 20,30 Πολλὰ(1) μὲν(2) οὖν καὶ ἄλλα σημεῖα(3) ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς ἐνώπιον τῶν μαθητῶν αὐτοῦ(4), ἃ οὐκ ἔστι γεγραμμένα ἐν τῷ βιβλίῳ τούτῳ(5)·
30Ο Ιησούς έκανε βέβαια και πολλά άλλα θαύματα μπροστά στους μαθητές του, που δεν είναι γραμμένα σ’ αυτό εδώ το βιβλίο.
(1) «Ανακεφαλαιώνει κατά κάποιο τρόπο την συγγραφή του, και κάνει φανερό στους ακροατές τον σκοπό των ευαγγελικών κηρυγμάτων» (Κ). Οι στίχοι αυτοί σχηματίζουν το συμπέρασμα (clausula σύμφωνα με τον Τερτυλλιανό adv. Prax. 25) του ευαγγελίου, όπως αρχικώς σχεδιαζόταν, αφού το ακόλουθο κεφάλαιο κα είναι συμπλήρωμα που προστέθηκε πριν ακόμη το Ευαγγέλιο μπει σε κυκλοφορία (β). Εάν ο συγγραφέας αποσκοπούσε στο ευαγγέλιό του να αφηγηθεί την ανάπτυξη της πίστης των μαθητών, τότε η γέννηση της πίστης αυτής έπρεπε να είναι η αφετηρία της αφήγησης -και πράγματι είναι όπως φαίνεται από το Ιω. α 19 και εξής- το τελείωμά της έπρεπε να είναι το τέρμα. Και πράγματι το τελείωμα αυτό το βρίσκουμε στην ομολογία του Θωμά (g).
(2) Προετοιμάζει την ακόλουθη αντίθεση. Ο απόστολος ζητά να κάνει σαφές, ότι η σκέψη του δεν υπήρξε να διαγράψει πλήρη την εικόνα για κάθετί που είδε και άκουσε, αλλά ότι από το πλήθος των γεγονότων της ιστορίας του Ιησού έκανε εκλογή κατάλληλη για τον σκοπό τον οποίο είχε σαν πρόθεση (g).
(3) Ή, λιγότερο πιθανώς, «εγώ νομίζω εδώ ότι εννοεί τα θαύματα που έκανε μετά την ανάσταση. Για αυτό λέει Μπροστά στους μαθητές του. Διότι όπως ακριβώς πριν την ανάσταση έπρεπε να γίνουν πολλά για να πιστέψουν ότι είναι Υιός του Θεού, έτσι και μετά την ανάσταση, για να δεχτούν ότι αναστήθηκε. Για αυτό και πρόσθεσε Μπροστά στους μαθητές του, επειδή μόνο με αυτούς συναναστρεφόταν μετά την ανάσταση» (Χ).
Ή, πιο σωστά «είναι κοινός ο λόγος και για τα πριν και για τα μετά την ανάσταση» (Ζ). Έκανε πριν το Πάθος του και μετά την ανάστασή του. Διότι προστίθεται Μπροστά στους μαθητές του. Οι μαθητές είδαν τα θαύματά του περισσότερο από ό,τι οι άλλοι πριν το Πάθος του, αλλά μόνοι αυτοί είδαν αυτά μετά την ανάστασή του (b).
(4) Με τις λέξεις αυτές δηλώνει ο Ιωάννης τον ρόλο των μαθητών στην ίδρυση της εκκλησίας. Ήταν οι αυτόπτες μάρτυρες των έργων του Ιησού, αυτοί που εκλέχτηκαν για να τον συνοδεύσουν με σκοπό όχι μόνο αυτοί να στηριχτούν στην πίστη, αλλά να εγκαθιδρυθεί μέσω αυτών και σε όλο τον κόσμο η πίστη (g). To «αὐτοῦ» αποσιωπάται από πολλούς μεγαλογράμματους και 13 άλλα χειρόγραφα.
(5) Κρύβεται στην αντωνυμία «τούτῳ» μία σιωπηρή αντίθεση με άλλα βιβλία, που αφηγούνται γεγονότα που αποσιωπούνται στο βιβλίο αυτό (g). Δεν έχουν γραφτεί τα άλλα θαύματα, όπως οι θεραπείες λεπρών και δαιμονισμένων, στο βιβλίο αυτό, αν και κάποια από αυτά έχουν γραφτεί σε άλλα βιβλία (β). Ο Ιωάννης προλαβαίνει την εντύπωση, την οποία θα προκαλούσε στον αναγνώστη του ευαγγελίου του η σύγκρισή του με τους Συνοπτικούς ευαγγελιστές (μ).

Ιω. 20,31 ταῦτα δὲ(1) γέγραπται ἵνα(2) πιστεύσητε(3) ὅτι Ἰησοῦς ἐστιν ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ(4), καὶ ἵνα(2) πιστεύοντες ζωὴν ἔχητε(5) ἐν τῷ ὀνόματι αὐτοῦ(6).
31Αυτά όμως γράφτηκαν για να πιστέψετε πως ο Ιησούς είναι ο Χριστός ο Υιός του Θεού, και πιστεύοντας να έχετε δι’ αυτού τη ζωή.
(1) Το «δε» ανταποκρίνεται στο «μεν» του προηγούμενου στίχου.
(2) Ο σκοπός του ευαγγελίου (b). Δεν αποβλέπει ο ευαγγελιστής στη γνώση, αλλά στην πίστη και μέσω της πίστης στη ζωή. Δεν είναι φιλόσοφος, αλλά μάρτυρας. Και το έργο του ως ιστορικού αποτελεί μέρος της αποστολικής του διακονίας (g). Ο σκοπός αυτός είναι θεωρητικός συγχρόνως (πιστέψετε) και πρακτικός (ζωήν έχετε) (F).
«Δεν τα είπαν από φιλοδοξία, αυτά που έγραψαν, αλλά μόνο εξαιτίας της χρησιμότητάς τους. Διότι εκείνοι που παρέλειψαν τα περισσότερα, πώς θα ήταν δυνατόν να τα έγραψαν αυτά από φιλοδοξία; Για ποιο λόγο λοιπόν δεν τα ανέφεραν όλα; Κυρίως μεν εξαιτίας του πλήθους τους, έπειτα πάλι σκέφτονταν και εκείνο, ότι δηλαδή εκείνος που δεν θα πιστέψει στα όσα λέχθηκαν, ούτε τα περισσότερα θα προσέξει, ενώ αυτός που θα δεχτεί αυτά, τίποτα άλλο δεν θα χρειαστεί για να πιστέψει» (Χ).
(3) Ο σιναϊτικός και βατικανός κώδικας γράφουν πιστεύητε. Ο Ιωάννης διάλεξε στο βίο του διδασκάλου του τα γεγονότα και τις μαρτυρίες, τα οποία συντέλεσαν και σε αυτόν στο να σχηματιστεί και να ενισχυθεί η πίστη του. Από την εκλογή αυτή προήλθε το κατά Ιωάννην. Λέγοντας λοιπόν «πιστεύσητε» απευθύνεται ο απόστολος σε ορισμένους χριστιανούς, αλλά οι οποίοι αντιπροσωπεύουν για αυτόν την εκκλησία ολόκληρη. Αυτοί αναμφίβολα και ήδη πιστεύουν. Αλλά η πίστη πρέπει πάντοτε να προοδεύει, και σε κάθε πρόοδο η προηγούμενη πίστη φαίνεται τόσο ανεπαρκής, ώστε να μην αξίζει το όνομα της πίστης (g). Δες και Α΄ Ιω. ε 13, όπου καθορίζεται σχετικός και ο σκοπός της συγγραφής της Α΄ Καθολικής επιστολής. Άλλοι γράφουν βιβλία για να διασκεδάσουν τους εαυτούς τους και τους άλλους και δημοσιεύουν αυτά είτε για να εξασφαλίσουν κέρδη υλικά είτε για να πετύχουν τον έπαινο και την επιδοκιμασία. Άλλοι συγγράφουν για να διδάξουν τους άλλους τέχνες και επιστήμες για πρόσκαιρα οφέλη και πλεονεκτήματα. Αλλά ο ευαγγελιστής δεν απέβλεψε σε επίγεια οφέλη αλλά στο να φέρει τους ανθρώπους στο Χριστό και στον ουρανό πείθοντας αυτούς να πιστέψουν. Και για αυτό χρησιμοποίησε τις πιο κατάλληλες μεθόδους δηλαδή παρέχοντας στον κόσμο θεία αποκάλυψη που υποστηρίζεται από τις αρμόζουσες σε αυτήν αποδείξεις.
(4) Ο Ιωάννης χαρακτηρίζει τον Ιησού με τρόπο που υποδηλώνει τις δύο φάσεις, από τις οποίες πέρασε η προς αυτόν πίστη του ιδίου (του Ιωάννη) κατά την ανάπτυξή της. Κατ’ αρχάς πίστεψε στον Ιησού τον Χριστό, στον οποίο εκπληρώνονταν οι προφητείες και η θεοκρατική ελπίδα, και ακολούθως τον Υιό του Θεού. Ο όρος Χριστός αναφέρεται στο έργο του Ιησού, η ονομασία ο Υιός του Θεού αναφέρεται στο ίδιο το πρόσωπό του. Η ονομασία Χριστός αναφέρεται στη σχέση του Ιησού με τον Ισραήλ και τους ανθρώπους γενικά, η δεύτερη ονομασία στην προσωπική σχέση του με το Θεό (g). «Είναι όχι απλώς υιός, αλλά ο Υιός του Θεού, κατά τρόπο μοναδικό και προσωπικό» (Κ).
Πρώτον ο Ιησούς είναι ο Χριστός, δηλαδή το πρόσωπο, το οποίο με τον τίτλο του Μεσσία ήταν υποσχημένο στην Παλαιά Διαθήκη και αναμενόταν σύμφωνα με τις προφητείες, και το οποίο σύμφωνα και με τη σημασία του ονόματός του είχε χρισθεί από το Θεό ως ο βασιλιάς, ο προφήτης και ο μεσίτης και ο σωτήρας. Δεύτερον ο Ιησούς είναι ο Υιός του Θεού. Όχι μόνο ο μεσίτης, διότι αλλιώς δεν θα ήταν μεγαλύτερος από τον Μωϋσή, ο οποίος υπήρξε προφήτης, μεσίτης και νομοθέτης. Προϋπήρξε της ιδιότητάς του ως μεσίτη και λυτρωτή. Διότι υπήρξε αιωνίως θείο πρόσωπο, έχοντας τη δύναμη και τη δόξα του Θεού, διότι αλλιώς δεν θα ήταν δυνατόν να φέρει σε αίσιο πέρας το έργο του ως Λυτρωτής και Σωτήρας.
Και από εδώ φαίνεται καθαρά ότι ο Χριστός ο Υιός του Θεού είναι το κέντρο της Γραφής. Και το Βιβλίο αυτό το αιώνιο ανεξαρτήτως του σε ποιά εποχή και από ποιόν συγγραφέα γράφτηκαν τα διάφορα τμήματα ή βιβλία από τα οποία αποτελείται, είναι ενιαίο. Χρειάστηκαν αιώνες ολόκληροι για να συντελεστεί. Από την εποχή, κατά την οποία γράφτηκε η Πεντάτευχος μέχρι την εποχή της Αποκάλυψης πέρασαν χιλιετηρίδες. Και όχι ένας αλλά πολλοί κινήθηκαν από το Πνεύμα συγγραφείς στο να απαρτιστεί ο αιώνιος και ουράνιος κώδικας της Βίβλου. Σε όλα όμως τα βιβλία αυτά, που αποτελούν τη Βίβλο, συνυφαίνεται συνεχώς σαν κάποιο χρυσό νήμα που συγκρατεί την όλη υφή είτε με τη μορφή προφητειών είτε με την αφήγηση γεγονότων ιστορικών το όνομα το πάνω από κάθε όνομα, το όνομα του Χριστού του Υιού του Θεού. Και μολονότι διάφοροι και σε διάφορες εποχές μιλούν σε αυτήν απηχούν όλοι μία και την ίδια αρμονική μαρτυρία, όπως το Πνεύμα έδινε στον καθένα να μιλά.
(5) «Ζωή αιώνια» (Ζ), ζωή υπερφυσική και ουράνια (F). Υπάρχει και γραφή ζωήν αιώνιον. Εάν ο Ιωάννης έχει σαν πρόθεση να προσελκύσει τους αναγνώστες του στην πίστη του, αυτό οφείλεται στο ότι από προσωπική του πείρα γνώριζε, ότι η πίστη αυτή παράγει τη ζωή (g). Το κεντρικό λοιπόν μήνυμα του τέταρτου ευαγγελίου είναι ότι η πίστη στον Ιησού Χριστό αποτελεί την οδό προς ζωή. Δες γ 15,16,36, Α΄ Ιω. ε 13. «Σε αυτόν υπήρχε ζωή» διακηρύσσεται στον Πρόλογο του ευαγγελίου και ο σκοπός της έλευσής του στον κόσμο υπήρξε, οι άνθρωποι να έχουν ζωή. Δες ε 40, στ 53, ι 10 (β).
(6) «Δηλαδή μέσω αυτού· διότι αυτός είναι η ζωή» (Χ). Η φράση εξαρτάται από το ἔχητε και όχι από το πιστεύοντες. Με το όνομα του Χριστού επιτυγχάνεται η ζωή· δηλαδή τόσο η πνευματική και καινούργια ζωή, που παρέχεται με την κοινωνία με το Χριστό όσο και η αιώνια ζωή. Η μία είναι συνέχεια της άλλης και οι δύο επιτυγχάνονται με την αξιομισθία και δύναμη του Χριστού και οι δύο εξασφαλίζονται αναπαλλοτρίωτα σε όλους του πιστούς.

Εύρεση

Δημοφιλή Θέματα (Α-Ω)

αγάπη (473) Αγάπη Θεού (157) αγάπη σε Θεό (114) αγάπη σε Χριστό (101) άγγελοι (29) Αγγλικανισμός (1) Αγία Γραφή (84) Αγιασμός (5) Άγιο Πνεύμα (47) άγιοι (110) άγιος (155) αγνότητα (22) άγχος (32) αγώνας (95) αγώνας πνευματικός (141) Αθανάσιος ο Μέγας (2) αθεΐα (122) αιρέσεις (203) ακτημοσὐνη (14) αλήθεια (75) αμαρτία (188) Αμβρόσιος άγιος (3) άμφια (1) Αμφιλόχιος της Πάτμου (1) Ανάληψη Χριστού (3) Ανάσταση (108) ανασταση νεκρών (17) ανθρώπινες σχέσεις (239) άνθρωπος (81) αντίχριστος (9) αξιώματα (14) απἀθεια (2) απιστία (15) αποκάλυψη (5) απόκρυφα (16) Απολογητικά Θέματα (1) αρετή (156) Αρσένιος Όσιος (1) ασθένεια (69) άσκηση (26) αστρολογία (2) Αυγουστίνος άγιος (1) αυταπάρνηση (7) αυτογνωσία (109) αυτοθυσἰα (18) αυτοκτονία (5) Β Παρουσία (10) Β' Παρουσία (11) βάπτιση (10) βάπτισμα (20) Βαρβάρα αγία (1) Βαρσανουφίου Οσίου (30) Βασίλειος ο Μέγας (25) Βελιμίροβιτς Νικόλαος Άγιος (1) βία (4) βιβλίο (28) βιοηθική (10) Βουδδισμός (5) γάμος (108) Γένεση (4) Γεροντικόν (171) γηρατειά (10) γιόγκα (2) γλώσσα (61) γνώση (12) γονείς (116) Γρηγόριος ο Θεολόγος (11) Γρηγόριος ο Παλαμάς όσιος (4) γυναίκα (26) δάκρυα (28) δάσκαλος (22) Δεύτερη Παρουσία (12) Δημιουργία (57) διάβολος (143) Διάδοχος Φωτικής όσιος (13) διάκριση (121) διάλογος (5) δικαιο (2) δικαιοσύνη (21) Διονύσιος Αρεοπαγίτης Άγιος (1) Δογματικα Θέματα (62) Δογματική Τρεμπέλα (1) δύναμη (35) Δωρόθεος αββάς (6) εγκράτεια (1) εγωισμός (215) εικόνες (20) Ειρηναίος Λουγδούνου άγιος (3) ειρήνη (26) εκκλησία (143) Εκκλησιαστική Ιστορία (23) Εκκλησιαστική περιουσία (2) έκτρωση (4) έλεγχος (9) ελεημοσύνη (65) ελευθερία (33) Ελλάδα (18) ελπίδα (33) εμπιστοσὐνη (26) Εξαήμερος (2) εξέλιξης θεωρία (16) Εξομολόγηση (117) εξωγήινοι (2) εξωσωματική γονιμοποίηση (5) επάγγελμα (12) επιμονἠ (26) επιστήμη (101) εργασία (61) Ερμηνεία Αγίας Γραφής (58) έρωτας (12) έρωτας θείος (3) Ευαγγέλια (78) Ευαγγέλιο Ιωάννη Ερμηνεία (33) ευγένεια (10) ευγνωμοσὐνη (15) ευσπλαχνία (25) ευτυχία (54) ευχαριστία (16) Εφραίμ ο Σύρος όσιος (1) εχεμύθεια (1) ζήλεια (11) ζώα (22) ηθική (12) ησυχία (24) θάνατος (184) θάρρος (57) θαύμα (145) θέατρο (1) Θεία Κοινωνία (122) Θεία Λειτουργία (95) θεία Πρόνοια (7) θἐλημα (19) θέληση (17) Θεόδωρος Στουδίτης όσιος (36) θεολογία (25) Θεός (132) Θεοφάνεια (2) θλίψεις (220) θρησκείες (38) θυμός (87) Ιάκωβος Τσαλίκης Όσιος (6) ιατρική (11) Ιγνάτιος Θεοφόρος (9) ιεραποστολή (45) ιερέας (140) ιερωσύνη (7) Ινδουισμός (12) Ιουδαίοι (1) Ιουστίνος άγιος (1) Ισαάκ ο Σύρος (2) Ισίδωρος Πηλουσιώτης όσιος (34) Ισλάμ (11) Ιστορία Ελληνική (8) Ιστορία Παγκόσμια (13) Ιστορικότης Χριστού (1) Ιωάννης Θεολόγος (1) Ιωάννης Κροστάνδης (120) Ιωάννης Χρυσόστομος (183) Καινή Διαθήκη Ερμηνεία (23) Καινή Διαθήκη κριτικό κείμενο NestleAland (5) Κανόνες Εκκλησίας (3) καρδιά (49) Κασσιανός Όσιος (4) κατάκριση (92) καταναλωτισμός (7) Κατηχητικό (2) καύση νεκρών (1) κενοδοξία (3) κήρυγμα (47) Κλίμακα (4) κλοπή (5) Κοίμησις Θεοτόκου (14) κοινωνία (154) κόλαση (26) Κουάκεροι (1) ΚράτοςΕκκλησία (1) Κρίσις Μέλλουσα (17) Κύριλλος Άγιος (1) Λατρεία Θεία (68) λείψανα (7) λογισμοί (65) λύπη (20) μαγεία (12) Μάξιμος Ομολογητής (1) μάρτυρες (18) μεγαλοσὐνη (6) Μεθοδιστές (1) μελέτη (37) μετά θάνατον (29) μετά θάνατον ζωή (49) Μεταμόρφωση (3) Μεταμόρφωσις (4) μετάνοια (190) Μετενσάρκωση (3) μητέρα (42) μίσος (5) ΜΜΕ (2) μνημόσυνα (6) μοναξιά (16) μοναχισμός (82) Μορμόνοι (1) μόρφωση (20) μουσική (4) Ναός (13) ναρκωτικά (3) Νεκτάριος άγιος (5) νέοι (19) νεοπαγανισμός (5) νηστεία (42) Νικόλαος Άγιος (3) νους (21) οικονομία (2) Οικουμενισμός (3) ομορφιά (14) ομοφυλοφιλία (1) όνειρα (30) οραμα (10) οράματα (13) Ορθοδοξία (138) όρκος (1) πάθη (175) πάθος (13) παιδεία (23) παιδιά (105) Παΐσιος Όσιος (202) Παλαιά Διαθήκη (4) Παλαιά Διαθήκη Ερμηνεία (9) παλαιοημερολογίτες (12) Παναγία (174) Παπαδόπουλος Στυλιανός (3) παράδειγμα (33) Παράδεισος (78) Παράδοση Ιερά (6) Πάσχα (17) πατρίδα (9) Πατρολογία (8) Παύλος Απόστολος (1) πειρασμοί (5) Πεντηκοστή (9) πίστη (397) πλησἰον (19) πλούτος (47) Πνευματικές Νουθεσίες (85) πνευματική ζωή (186) πνευματικός πατέρας (80) πνευματισμός (9) ποίηση (15) πόλεμος (25) πολιτική (23) πολιτισμός (7) Πόποβιτς Ιουστίνος άγιος (8) Πορφύριος Όσιος (145) προθυμἰα (6) Πρόνοια (5) Πρόνοια Θεία (73) προορισμός (7) προσευχή (404) προσοχή (23) προσπἀθεια (73) προτεσταντισμός (25) προφητείες (10) ραθυμία (11) Ρωμαιοκαθολικισμός (33) Σαρακοστή (8) σεβασμός (12) σοφία (32) Σταυρός (56) Σταυροφορίες (4) Σταύρωση (36) συγχώρηση (43) συμπὀνια (8) συνείδηση (10) σχίσμα (31) σώμα (21) Σωφρόνιος του Έσσεξ (25) τάματα (2) ταπεινοφροσύνη (187) ταπείνωση (38) Τέλος Κόσμου (3) Τεσσαρακοστή Μεγάλη (2) τέχνη (1) τιμωρία (1) Τριάδα Αγία (22) τύχη (2) υγεία (7) υλικά αγαθά (26) υπακοή (70) υπαρξιακά (69) υπερηφἀνεια (33) υποκρισία (11) υπομονή (138) φανατισμός (5) φαντασία (3) φαντάσματα (2) φιλαργυρἰα (6) φιλαυτἰα (8) φιλία (25) φιλοσοφία (20) Φλωρόφσκυ Γεώργιος (3) φόβος (40) φὀβος Θεοὐ (2) φως (20) χαρά (76) χάρις θεία (54) χαρίσματα (20) Χειρόγραφα Καινής Διαθήκης (1) Χριστιανισμός (15) χριστιανός (66) Χριστός (93) Χριστούγεννα (47) χρόνος (32) ψεύδος (21) ψυχαγωγία (9) ψυχή (158) ψυχολογία (22)