Όταν οι άνθρωποι πάσχουν από κάποια ψυχική ασθένεια ή από γεροντική άνοια, πολύ συχνά εγκαταλείπονται στην τύχη τους και η κατάστασή τους επειδεινώνεται, διότι παύουν πια να χρησιμοποιούν ό,τι τους έχει απομείνει από τη ζωτικότητα τους, τις νοητικές τους δυνάμεις, την αντίληψή τους. Έτσι χειροτερεύουν προκαταβολικά, ενω δεν θα ήταν απαραίτητο να συμβεί αυτό.
Όταν, λοιπόν, κάποιος αρχίζει σταδιακά και χάνει τη μνήμη του, την οξύτητα του πνεύματος του κ.λ.π., πρέπει αυτό ακριβώς να κάνουμε: να καθίσουμε και να του μιλάμε, να επικοινωνούμε όσο το δυνατόν περισσότερο, στο βαθμό των ικανοτήτων που του έχουν απομείνει. Όχι προσπαθώντας να επαναφέρουμε τον ασθενή σε μια κατάσταση που δεν μπορεί να επανέλθει, όχι προσπαθώντας να τον πιέσουμε πέρα από τις δυνατότητές του, διότι αυτό φέρνει απελπισία, αλλά να μείνουμε στο δικό του επίπεδο και να χρησιμοποιήσουμε όλες τις δυνατότητες που υπάρχουν για συζήτηση, επαφή, οπτικά ερεθίσματα.
Αυτό είναι το ένα θέμα. Όσο για τους σχιζοφρενείς ή τους ψυχικά πάσχοντες γενικότερα, έχω δύο παραδείγματα που μου είχαν κάνει μεγάλη εντύπωση. Όταν εργαζόμουν σε ένα γαλλικό ψυχιατρείο, συνάντησα μια Αμερικανίδα ψυχίατρο με την οποία είχα την ευκαιρία να συζητήσω πάνω στο θέμα της ψυχικής ασθένειας. Και μου είπε την εξής ιστορία: Την εποχή που έκανε την ειδικότητά της είχαν ένα ασθενή, σχιζοφρενή, που τον είχαν βάλει σε απομόνωση. Ο καθηγητής είπε σε έναν από τους ειδικευόμενους φοιτητές:

“Πήγαινε να καθίσεις με αυτό τον άνθρωπο όσο αντέχουν τα νεύρα σου”.

Ο νέος ρώτησε: “Για πόσες ώρες;”. “Τέσσερις, πέντε ώρες την ημέρα”. “Μα, προς τι;”. “Απλώς κάτσε”.

Και ο νεαρός φοιτητής κάθισε για λίγο, αλλά δεν το άντεξε. Βγήκε και είπε στον καθηγητή του: “Δεν μπορώ”.

Και ο καθηγητής του απάντησε: “Αυτή είναι η μόνη θεραπεία που μπορώ να προσφέρω στον άνθρωπο αυτόν, κι εσύ την αρνείσαι”.

Δοκίμασε λοιπόν ξανά ο φοιτητής, κάθισε για περίπου τρεις εβδομάδες και στο τέλος αυτός ο άνθρωπος που ήταν εντελώς κλεισμένος στον εαυτό του γύρισε και του μίλησε.
Είχα κι εγω την ίδια εμπειρία, πάλι στη Γαλλία, με κάποιον ασθενή που βρισκόταν για αρκετές βδομάδες στο νοσοκομείο χωρίς να ανταποκρίνεται σε τίποτε, ερωτήσεις, προτροπές κ.λ.π. Παρέμενε βουβός. Και είπα στον επικεφαλή:

“Θα σε πειραζε αν απλώς καθόμουν μαζί του;”. Σήκωσε τους ώμους αδιάφορα, θα το έκανα την ημέρα της αργίας μου κι έτσι δεν τον ένοιαζε. Κάθισα, λοιπόν, και τον κοίταζα αυτόν τον άνδρα, κι αυτός καθόταν επίσης και κοιταζόμασταν. Έκατσα εκεί κάπου 10 ώρες -είμαι, ξέρετε, υπομονετικός άνθρωπος!- και μετά, στο τέλος της δέκατης ώρας, ξαφνικά είπε:

“Και γιατί κάθεσαι εδώ;”.

Του είπα: “Γιατί μου αρέσει να κάθομαι μαζί σου”. “Και γιατί;”, ρώτησε, και συνέχισε, κι αυτό ήταν η αρχή της θεραπείας του.
Δεν θέλω να πω ότι μπορεί κανείς να θεραπεύσει τους σχιζοφρενείς καθισμένος με τις ώρες δίπλα τους, δεν είμαι τόσο αφελής. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι ίσως να επιβραδυνόταν η πνευματική και συναισθηματική κατάπτωση πάρα πολλών ανθρώπων, αν καθόταν κάποιος μαζί τους, αντί να θεωρόυμε ότι, εφόσον έχουν τροφή, καθαριότητα και τις βασικές φροντίδες, έχουν και όλα όσα χρειάζονται. Όχι! Χρειάζονται ανθρώπινη επαφή, χρειάζονται ανθρωπισμό.
Κι έτσι είναι. Όταν ένας άνθρωπος δεν φαίνεται ότι μπορει να επικοινωνήσει καθόλου, αν καθίσεις και τους κρατήσεις το χέρι, θα του έχεις προσφέρει κάτι. Τα άτομα αυτά δεν μπορού να σου πουν αν τους αρέσει ή όχι. Αλλά θα υπάρξει μια στιγμή που θα αντιδράσουν και τότε θα ξέρεις ότι δεν έχασες τον χρόνο σου με το να κάθεσαι κοντά τους.

Κι αν αναλογιστούμε τον χρόνο που σπαταλούμε έτσι κι αλλιώς, γιατί να μην τον σπαταλήσουμε με θετικό τρόπο, γιατί να μην κάνουμε τις άχρηστες σκέψεις ή και τις χρήσιμες σκέψεις μας καθισμένοι δίπλα σε κάποιον που χρειάζεται τη φυσική μας παρουσία, παρά να κάνουμε το ίδιο σε μια πολυθρόνα, κοιτώντας μια συσκευή τηλεόρασης την οποία ούτε καν προσέχουμε;
“Dementia and mental Illness”
(Transcribed from an audio tape)
(Μητροπολίτης Αντώνιος του Σουρόζ, Ο ΕΑΥΤΟΣ ΜΑΣ και Ο ΑΛΛΟΣ, στοχασμοί για τις ανθρώπινες σχέσεις, εκδ. Πορφύρα, σελ. 36-39)

Όποιος μετά προσοχής λέγει αυτή την προσευχή , αυθόρμητα φθάνει στο φόβο και τον τρόμο από τη συνείδηση της αναξιότητάς του να δεχθεί στη μολυσμένη ψυχή του το Άγιο Πνεύμα.

«Βασιλεύ Ουράνιε, Παράκλητε, το Πνεύμα της αληθείας…». Αυτά τα λόγια σαν να ενθαρρύνουν την ψυχή, λέγουν ότι το Άγιο Πνεύμα που είναι Θεός, ένα πρόσωπο της αχωρίστου Αγίας Τριάδος, επιβλέπει σε όλους όσους ζουν στην γη και επικαλούνται το άγιο όνομα Του και είναι έτοιμο να βοηθήσει κάθε ψυχή και να προσφέρει παρηγοριά και ενίσχυση.
Βασιλεύ Ουράνιε! Εσύ βλέπεις πόσο άσχημα είμαι! Η ψυχή μου είναι αιχμάλωτη στα πάθη και τα ελαττώματα και δεν έχω δυνάμεις να πολεμήσω εναντίον τους. Νιώθω αδύναμος κάτω από το βάρος των αμαρτιών μου. Ποιος μπορεί να με σώσει και να με παρηγορήσει στην απελπιστική μου κατάσταση εκτός από Σένα Παράκλητε, το Πνεύμα της αληθείας;

«Ο πανταχού παρών και τα πάντα πληρών». Με τα λόγια αυτά δυναμώνει στην ψυχή η ελπίδα ,αυξάνεται η χαρά που δίνει η πίστη ότι το Άγιο Πνεύμα είναι παντού, γύρω μας, μας αγκαλιάζει εξωτερικά και εισέρχεται και στον εσωτερικό ναό μας, στην ψυχή μας. Οποιαδήποτε στιγμή κάλεσε το Άγιο Πνεύμα και Αυτό δεν θα καθυστερήσει να δώσει την αγαθή Του βοήθεια, να προσφέρει και να πληρώσει τα πάντα.
Βασιλεύ Ουράνιε ! Συ είσαι η δύναμή μου και το στερέωμά μου! Δια σου ζωοποιούνται τα πάντα. Είσαι παντού και πληροίς τα πάντα. Πλήρωσε με χαρά και ευθυμία την ψυχή μου, με ελπίδα στη δική Σου Θεία βοήθεια.

«Ο θησαυρός των αγαθών και ζωής χορηγός». Κάθε αγαθό και καλό συντελείται με τη βοήθεια του Αγίου Πνεύματος. Όποιος με πίστη, ελπίδα και αγάπη, με όλη την καρδιά και την ψυχή του αναπνέει τον Θεό, παραμένει αδιάλειπτα στην προσευχή, στην ψυχή του ανθρώπου κατοικεί το Άγιο Πνεύμα, διότι Αυτός, ο θησαυρός των αγαθών, δίνει σε όλους ζωήν αιώνιον.
Βασιλεύ Ουράνιε! Δώσε μου ό,τι είναι απαραίτητο για τη σωτηρία μου: σταθερή πίστη, ελπίδα, αγάπη, αληθινή μετάνοια, ταπείνωση, υπακοή, υπομονή. Δίδαξέ μου κάθε αγαθό και άγιο. Δίδαξέ με να προσεύχομαι και εσύ ο Ίδιος προσευχήσου εντός μου.

«Ελθέ και σκήνωσον εν ημίν και καθάρισον ημάς από πάσης κηλίδος». Η ψυχή που συναισθάνεται τη μηδαμινότητά της ενώπιον του Θεού, με βαθειά θλίψη και δάκρυα παρακαλεί στην προσευχή της: «Πνεύμα Άγιο, μη με αποστραφείς, μην απομακρυνθείς από μένα, μη βδελυχθείς την ακάθαρτη και δυσώδη καρδιά μου, αλλά έλα σε μένα και κατοίκησε μέσα μου, καθάρισέ με από κάθε κηλίδα και γλύτωσέ με από το βάρος των παθών».
Βασιλεύ Ουράνιε! Εκ των Θείων ομμάτων Σου τίποτε δεν μένει κρυφό. Εσύ βλέπεις όλα τα μυστικά της ψυχής μου και όλες τις κηλίδες της. Εσύ βλέπεις την αδυναμία μου στην πάλη κατά της αμαρτίας. Εσύ ο Ίδιος , το Πνεύμα το Άγιο, με την παντοδύναμή Σου χάρη καθάρισέ με από κάθε ακαθαρσία σαρκός και πνεύματος.

«Και σώσον , Αγαθέ, τας ψυχάς ημών». Με τα λόγια αυτά μια ακτίνα ελπίδας τρεμοσβήνει στη θλιμμένη ψυχή κι αυτή με την παρρησία της πίστεως και την ελπίδα στην ευσπλαχνία του Θεού παρακαλεί: «Σώσε με, Αγαθέ, Πνεύμα Άγιο, μη απορρίψεις εμέ το απολωλός πρόβατο της ποίμνης του Χριστού. Σώσε τον πνευματικό μου πατέρα με όλα τα πνευματικά του τέκνα και όλους τους ορθοδόξους χριστιανούς. Δώσε μου τη χάρη, Κύριε, πάντοτε να αγαπώ τον κάθε πλησίον μου, όπως τον εαυτό μου και έχοντας αυτή την αγάπη ποτέ να μη νιώσω πικρία γι’ αυτούς και κάνω έργα του Διαβόλου.
Δώσε μου τη δύναμη, Πνεύμα Άγιο, να σταυρώσω τη φιλαυτία μου, την υπερηφάνειά μου, την φιλοκτημοσύνη μου, την ολιγοπιστία και τα υπόλοιπα πάθη. Ένα ας με χαρακτηρίζει: Η εις αλλήλους Αγάπη».

Από το βιβλίο: «ΣΤΑΡΕΤΣ ΣΑΒΒΑΣ Ο ΠΑΡΗΓΟΡΗΤΗΣ» ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΘΩΣ

Ὕστερα, στὴν ἐφηβεία, ποὺ εἶναι ἡ πιὸ δύσκολη ἡλικία, ἡ ἀγωνία τῶν γονέων εἶναι μεγαλύτερη γιὰ τὰ παιδιά τους, μέχρι νὰ τὰ μορφώσουν καὶ νὰ τὰ ἀποκαταστήσουν.

Οἱ γονεῖς τότε ἂς κάνουν ὅ,τι μποροῦν, γιὰ νὰ τὰ βοηθήσουν, καὶ ὅ,τι δὲν μποροῦν νὰ κάνουν, γιατὶ ξεπερνάει τὶς δυνάμεις τους, ἂς τὸ ἀναθέτουν στὸν Παντοδύναμο Θεό. Ὅταν ἐμπιστευθοῦν τὰ παιδιά τους στὸν Θεό, τότε ὁ Θεὸς εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ βοηθήση γιὰ πράγματα ποὺ δὲν γίνονται ἀνθρωπίνως.

Ἂν λ.χ. τὰ παιδιὰ δὲν ἀκοῦν, νὰ τὰ ἐμπιστευθοῦν στὸν Θεό, καὶ ὄχι νὰ βρίσκουν διάφορους τρόπους νὰ τὰ ζορίζουν. Νὰ πῆ ἡ μητέρα στὸν Θεό:

«Θεέ μου, δὲν μ᾿ ἀκοῦν τὰ παιδιά μου. Ἐγὼ δὲν μπορῶ νὰ κάνω τίποτε. Φρόντισέ τα Ἐσύ».

Μοῦ ἔκανε ἐντύπωση προχθὲς στὴν ἀγρυπνία μιὰ μητέρα ποὺ τὴν γνώριζα ἀπὸ παλιά. Ἦρθε νὰ μὲ χαιρετήση. Βλέπω, εἶχε μαζί της μόνον τὰ μεγαλύτερα παιδιά.

«Ποῦ εἶναι τὰ μικρά;», τὴν ρωτάω.

«Στὸ σπίτι, Γέροντα, μοῦ λέει. Τέτοια μέρα θέλαμε νὰ ᾿ρθοῦμε στὴν ἀγρυπνία καὶ εἴπαμε μὲ τὸν σύζυγο: "Ἀφοῦ σὲ ἀγρυπνία πᾶμε, δὲν πᾶμε κάπου γιὰ διασκέδαση, ὁ Θεὸς θὰ διαθέση ἕναν Ἄγγελο νὰ φυλάξη τὰ μικρά μας"».

Σπάνια συναντᾶς σήμερα τέτοια ἐμπιστοσύνη, γιατὶ τώρα, ὅπως ἔλειψε ἡ ἐμπιστοσύνη τῶν παιδιῶν στοὺς γονεῖς, ἔλειψε καὶ ἡ ἐμπιστοσύνη τῶν γονέων στὸν Θεό. Καὶ ἀκοῦς συχνὰ πολλοὺς γονεῖς νὰ λένε: «Γιατί τὸ δικό μας παιδὶ νὰ πάρη κακὸ δρόμο; Ἐμεῖς ἐκκλησιαζόμαστε». Δὲν δίνουν τὸ κατσαβίδι στὸν Χριστὸ νὰ σφίξη στὰ παιδιὰ λίγο καμμιὰ ...βίδα· θέλουν νὰ τὰ κάνουν ὅλα μόνοι τους.

Καὶ ἐνῶ ὑπάρχει ὁ Θεός, ποὺ προστατεύει τὰ παιδιά, καὶ ὁ Φύλακας Ἄγγελος εἶναι συνέχεια κοντά τους καὶ τὰ προστατεύει καὶ αὐτός, αὐτοὶ ἀγωνιοῦν, μέχρι ποὺ ἀρρωσταίνουν. Καὶ παρόλο ποὺ εἶναι πιστοὶ ἄνθρωποι, φέρονται σὰν νὰ μὴν ὑπάρχη Θεός, σὰν νὰ μὴν ὑπάρχη Φύλακας Ἄγγελος, ὁπότε ἐμποδίζουν τὴν θεία ἐπέμβαση. Ἐνῶ πρέπει νὰ ταπεινώνωνται καὶ νὰ ζητοῦν βοήθεια ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ ὁ Καλὸς Θεὸς θὰ προστατέψη τὰ παιδιά.

(Γέροντος Παϊσίου Λόγοι Δ, σελ. 92-93)

Προσηλώνομαι στην εικόνα Σου Κύριε και σιωπώ...

Το φως των οφθαλμών Σου, το φως της αγάπης Σου με διαπερνά και μου μιλά ικετευτικά...
Σου ζητώ..: "Κύριε, να γινόταν να με αγγίξεις, να μπορούσα ν’ αγγίξω την άκρη του χιτώνα Σου ώστε να νιώσω την απόλυτη αγάπη..."
Μου απαντάς: "Μα όλο το ταξίδι εδώ είναι μια διαδρομή αγάπης... ¨Ένα μονοπάτι στο οποίο μαζεύεις, γεμίζεις αγάπη μέχρι να φτάσεις τελικά στην απόλυτη αγάπη.. στην δική Μου αγάπη.."
    Όταν έχεις αγάπη, όταν καίγεται η καρδιά σου από την αγάπη Του, τότε απλά τα έχεις όλα.. Δεν φοβάσαι τίποτα.. Έχεις απόλυτη εμπιστοσύνη στο πρόσωπο του Κυρίου και βαδίζεις το μονοπάτι σου με χαρά, με ελπίδα, με δύναμη, με αισιοδοξία και σιγουριά ότι καθετί που σου συμβαίνει είναι για κάποιο λόγο.

Για κάποιο λόγο που εσύ τώρα ίσως δεν μπορείς να δεις και τον οποίο θα καταλάβεις στη συνέχεια της διαδρομής...

Όμως δεν ανησυχείς... Ακόμα και στις δυσκολότερες στιγμές σου, δεν απελπίζεσαι, δεν συντρίβεσαι γιατί  μέσα σου καίει η φλόγα της αγάπης Του...
Έχεις παραδοθεί και παραδίνεσαι κάθε στιγμή στο θέλημά Του...
Η αγάπη Του, σου επιτρέπει, σου χαρίζει να ζεις τη ζωή σου με ΕΙΡΗΝΗ και ΜΕΤΑΝΟΙΑ...

Σκέψου… Αν ζεις έτσι, είναι δυνατόν να σου λείπει κάτι...;

...κατοπιν προσευχης... Δ.Α.Π.

Ένας υποτακτικός πήγε κάποτε στο γέροντα και του είπε:
- Δάσκαλε, θέλω να βρω το Θεό!
Ο γέροντας χαμογέλασε και, επειδή έκανε πολύ ζέστη, κάλεσε το νεαρό να πάει μαζί του για να κάνουν μπάνιο στο  ποτάμι. Βούτηξε λοιπόν ο νέος, βούτηξε και ο δάσκαλός του, ο οποίος τον άρπαξε και τον κράτησε με το ζόρι κάτω από το νερό.
Ο νέος επάλαιψε για μερικές στιγμές, μέχρις ότου ο γέροντας τον άφησε να βγει στην επιφάνεια. Έπειτα τον ρώτησε τι πράγμα αναζητούσε περισσότερο όταν ήταν μέσα στο νερό.
- Τον αέρα, απάντησε ο υποτακτικός.
- Επιθυμείς το Θεό με τον ίδιο τρόπο; Τον ρώτησε ο δάσκαλος. Εάν τον αναζητάς έτσι, θα τον βρεις οπωσδήποτε, εάν όμως δεν έχεις μέσα σου αυτό το φλογερό πόθο, σε απολύτως τίποτε δε θα σε ωφελήσουν οι προσπάθειες και τα βιβλία σου. Δε θα μπορέσεις να βρεις την πίστη εάν δεν την αναζητάς όπως τον αέρα για να αναπνέεις.

Αποφθέγματα των Πατέρων της ερήμου La morale de la favola, σελ. 208
(Στοχασμοί και αποφθέγματα, π.Rosario Scognamiglio,εκδ. Κ.Ε.Ο. σελ. 40)

Αναφέρει ο π. Στεφ. Αναγνωστόπουλος: «Πριν από χρόνια, όταν ήμουν εφημέριος στον ιερό Ναό του αγίου Βασιλείου Πειραιώς, με κάλεσαν να εξομολογήσω εκτάκτως, κατόπιν δικής του επιθυμίας, ένα νέο άνδρα, 42 ετών, του οποίου το όνομα, ήταν Ξενοφών.

Όταν πήγα, ήταν σε κακή κατάστασι. Ο καρκίνος με τις ραγδαίες μεταστάσεις τον είχε προσβάλει και στο κεφάλι. Οι μέρες του μετρημένες. Ήταν μόνος στο θάλαμο, το διπλανό κρεβάτι ήταν άδειο, κι έτσι βρεθήκαμε μόνοι μας. Και μου είπε τα εξής, για το πώς πίστευσε, αφού υπήρξε, όπως το τόνισε, “σκληρός άθεος” και άπιστος.

Ήλθα εδώ πριν από 35 περίπου μέρες, σ’ αυτό το δωμάτιο των δύο κλινών. Δίπλα μου ήταν ήδη κάποιος άλλος άρρωστος, μεγάλος στην ηλικία, 80 περίπου ετών. Αυτός ο άρρωστος, πάτερ μου, παρά τους φοβερούς πόνους τους οποίους είχε στα κόκκαλα –εκεί τον είχε προσβάλει ο καρκίνος- συνεχώς αναφωνούσε ‘Δόξα Σοι, ο Θεός! Δόξα Σοι, ο Θεός!...’. Στη συνέχεια έλεγε και πολλές άλλες προσευχές, τις οποίες εγώ ο ανεκκλησίαστος και άθεος τις άκουγα για πρώτη φορά. Και όμως, πολλές φορές μετά απ’ τις προσευχές του ηρεμούσε –και εγώ δεν ξέρω με ποιο τρόπο- και τον έπαιρνε γλυκύτατος ύπνος. Ύστερα από δυο-τρεις ώρες ξυπνούσε απ’ τους αφόρητους πόνους, για να ξαναρχίση και πάλι ‘Ω Χριστέ μου, Σε ευχαριστώ! Δόξα στο όνομά Σου!... Δόξα Σοι, ο Θεός!... Δόξα Σοι, ο Θεός!...’.

Εγώ μούγκριζα απ’ τους πόνους, κι αυτός ο συνασθενής μου, με τους αφόρητους πόνους, δοξολογούσε το Θεό. Εγώ βλασφημούσα το Χριστό και την Παναγία, και αυτός μακάριζε το Θεό. Τον ευχαριστούσε για τον καρκίνο τον οποίο του έδωσε και τους πόνους τους οποίους είχε. Τότε εγώ αγανακτούσα όχι μόνο απ’ τους φρικτούς πόνους τους οποίους είχα, αλλά και γιατί έβλεπα αυτό, το συνασθενή μου, να δοξολογή συνεχώς το Θεό. Αυτός έπαιρνε σχεδόν κάθε μέρα ‘τη Θεία Μεταλαβιά’ κι εγώ ο άθλιος ξερνούσα από αηδία.

- Σκάσε, επιτέλους. Σκάσε επιτέλους να λες συνεχώς ‘Δόξα Σοι, ο Θεός! Δεν βλέπεις πως Αυτός ο Θεός, τον Οποίο εσύ δοξολογείς, Αυτός μας βασανίζει τόσο σκληρά; Θεός είναι αυτός; Δεν υπάρχει. Όχι! Δεν υπάρχει…

Κι αυτός με γλυκύτητα απαντούσε:

- Υπάρχει, παιδί μου, υπάρχει και είναι στοργικός Πατέρας, διότι με την αρρώστια και τους πόνους μας καθαρίζει απ’ τις πολλές μας αμαρτίες. Όπως αν ήσουν απασχολημένος με καμμιά σκληρή δουλειά, όπου τα ρούχα σου και το σώμα σου θα βρωμούσαν κυριολεκτικώς, θα χρειαζόσουν μια σκληρή βούρτσα για να καθαρισθής καλά, κι εσύ και το σώμα σου και τα ρούχα σου, κατά τον ίδιο τρόπο και ο Θεός χρησιμοποιεί την αρρώστια σαν ευεργετικό καθαρισμό της ψυχής, για να την προετοιμάση για τη Βασιλεία των ουρανών.

Οι απαντήσεις του με εκνεύριζαν ακόμη περισσότερο και βλασφημούσα θεούς και δαίμονες. Δυστυχώς οι αντιδράσεις μου ήταν αρνητικές, με το να φωνάζω:

- Δεν υπάρχει Θεός… Δεν πιστεύω σε τίποτε… Ούτε στο Θεό ούτε σ’ αυτά τα ‘κολοκύθια’ τα οποία μου λες περί Βασιλείας του Θεού σου…

Θυμάμαι τις τελευταίες του λέξεις:

- Περίμενε και θα δης με τα μάτια σου πως χωρίζεται η ψυχή απ’ το σώμα ενός χριστιανού που πιστεύει. Είμαι αμαρτωλός, αλλά το έλεός Του θα με σώση. Περίμενε, θα δης και θα πιστεύσης!!!

Και η μέρα αυτή έφθασε. Από το νοσοκομείο θέλησαν να βάλουν ένα ‘παραβάν’, όπως ήταν καθήκον τους, αλλά εγώ διαμαρτυρήθηκα. Τους είπα ‘όχι, γιατί θέλω να δω πως αυτός ο γέρος θα πεθάνη!!!’.

Τον έβλεπα, λοιπόν, να δοξολογή συνεχώς το Θεό. Πότε έλεγε κάποια ‘Χαίρε’ για την Παναγία, τα οποία αργότερα έμαθα ότι λέγονται ‘Χαιρετισμοί’. Κατόπιν σιγοέψαλλε το ‘Θεοτόκε Παρθένε’, το ‘Από των πολλών μου αμαρτιών…’, το ‘Άξιον εστι’, κάνοντας συγχρόνως και πολλές φορές το σημείο του σταυρού.

Σήκωσε κάποια στιγμή τα χέρια του και είπε: ‘Καλώς τον Άγγελο μου! Σε ευχαριστώ, που ήρθες με τόση λαμπρή συνοδεία να παραλάβης την ψυχή μου. Σε ευχαριστώ!... Σε ευχαριστώ!...’. Ανασηκώθηκε λίγο, ξανασήκωσε τα χέρια του ψηλά, έκανε το σημείο του σταυρού, σταύρωσε τα χεράκια του στο στήθος του και κοιμήθηκε!!!

Ξαφνικά το δωμάτιο πλημμύρισε από φως, λες και μπήκαν μέσα δέκα ήλιοι και περισσότεροι, τόσο πολύ φωτίσθηκε το δωμάτιο! Ναι, εγώ ο άπιστος, ο άθεος, ο υλιστής, ο ‘ξιπασμένος’, ομολογώ ότι όχι μόνο έλαμψε το δωμάτιο αλλά και μια ωραιότατη μυρωδιά απλώθηκε σ’ αυτό, ακόμη και σε ολόκληρο το διάδρομο, και μάλιστα όσοι ήταν ξυπνητοί και μπορούσαν, έτρεχαν εδώ και εκεί, για να διαπιστώσουν από πού ερχόταν η παράξενη αυτή μυρωδιά.

Έτσι, πάτερ μου, πίστευσα, γι’ αυτό και φώναξα για Εξομολόγο ύστερα από τρεις μέρες. Την άλλη μέρα, όμως, τα ‘βαλα με τους δικούς μου, τη μάνα μου και τον πατέρα μου, ύστερα με τα δύο μεγαλύτερα αδέλφια μου, με τη γυναίκα μου, με τους συγγενείς και τους φίλους, και τους φώναζα και τους έλεγα:

- Γιατί δεν μου μιλήσατε ποτέ για το Θεό, την Παναγία και τους Αγίους; Γιατί δεν με οδηγήσατε ποτέ στην Εκκλησία; Γιατί δεν μου είπατε ότι υπάρχει Θεός και υπάρχει και θάνατος και κάποτε αυτή η ψυχή θα χωρισθή απ’ το σώμα για να δώση το λόγο της; Γιατί με σπρώξατε με τη συμπεριφορά σας στην αθεΐα και στο μαρξισμό; Εσείς με μάθατε να βλασφημώ, να κλέβω, να απατώ, να πορνεύω… Εσείς με μάθατε να είμαι πονηρός, καχύποπτος, ζηλιάρης, λαίμαργος, φιλάργυρος και κακός. Γιατί δεν μου διδάξατε την αρετή; Γιατί δεν μου διδάξατε την αγάπη; Γιατί δεν μου μιλήσατε ποτέ για το Χριστό; Γιατί;… Απ’ αυτή τη στιγμή μέχρι που να πεθάνω, θα μου μιλάτε μόνο για το Θεό, το Χριστό, την Παναγία, τους Αγγέλους, τους Αγίους. Για τίποτε άλλο.

Έρχονταν οι δικοί μου, οι συγγενείς, φίλοι, γνωστοί, και τους ρωτούσα τον καθένα χωριστά ή όλους μαζί:

- Έχετε να μου πήτε κάτι σημαντικό για το Θεό; Διότι Αυτόν θα συναντήσω! Λέγετε. Αν δεν ξέρετε, να μάθετε. Οι μέρες περνάνε κι εγώ θα φύγω.

Και σ’ ένα-δυο επισκέπτες:

- Αν δεν ξέρης ή αν δεν πιστεύης, να φύγης!...

Τώρα πιστεύω με όλη μου την καρδιά, και θέλω να εξομολογηθώ όλες τις αμαρτίες μου από μικρό παιδί…”»(ΟΠ, 42). Έφυγε μετανοημένος.

(Αρχ. Ιωάννου Κωστώφ, Καλοί λιμένες, Σταμάτα 2016, σελ. 187-191)

Δεν θέλουν μετάνοια.

«Κάποια φορά ο βασιλιάς της Γαλλίας Λουδοβίκος ο 11ος (γύρω στο 1300 μ.Χ.) αρρώστησε. Φώναξε, λοιπόν, ένα παπά να κάνη δέησι για την υγεία του, για να γίνη καλά. Ο παπάς άρχισε τότε να εύχεται “υπέρ ελέους, ζωής, ειρήνης, υγείας, σωτηρίας, συγχωρήσεως και αφέσεως των αμαρτιών του δούλου του Θεού Λουδοβίκου…”.

Ο Λουδοβίκος, όμως, δεν ήταν και τόσο καλός χριστιανός. Ήταν λιγάκι παλιοχαρακτήρας. Και ζούσε ζωή άσχημη και ακατάστατη. Και όταν άκουσε τον ιερέα να εύχεται και “υπέρ σωτηρίας, συγχωρήσεως και αφέσεως των αμαρτιών” ταράχθηκε. Και σκέφθηκε μέσα του: “Πολύ τα ανακατεύει ο παπάς. Αν ο Θεός τώρα τα ακούση και αυτά τα περί σωτηρίας και συγχωρήσεως των αμαρτιών, πολύ φοβάμαι πως δεν θα με κάνη καλά. Γιατί θα σκεφθή ότι είναι καλύτερα να μείνω άρρωστος, παρά να γίνω καλά και να συνεχίσω τις αμαρτίες τις οποίες κάνω”.

Φώναξε, λοιπόν, νευριασμένος τον παπά:

- Παπούλη, μην τα ανακατεύεις πολύ τα πράγματα. Μην ζητάς πολλά. Ένα-ένα. Αυτή την στιγμή μόνο για την υγεία πες. Τα άλλα άστα. Την υγεία να μου δώση ο Θεός και για τα άλλα βλέπουμε….!» (ΛΝ, φ. 44, 1)

«Αν ζητάμε συγχώρησι από το Θέο, πρέπει να ζητάμε συγχώρησι και για την ανειλικρίνια της αιτήσεώς μας!»(SMu, 39).

Αυτό μας θυμίζει την περίπτωση του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη που σ’ ένα ωραιότατο διήγημά του περιγράφει την πορεία του στο σεληνόφως προς ένα εξωκκλήσι για να ζητήση από την εκεί Αγία να τον θεραπεύση από ένα πάθος του. Στην πραγματικότητα, όμως, δεν ήθελε να θεραπευθή από αυτό, γι’ αυτό τελειώνει με τα λόγια: «Σ’ ευχαριστώ Αγία μου, που δεν με άκουσες».

(αρχ. Ιωάννου Κωστώφ, Η Εξομολόγηση... Αθήνα 2012, σελ. 211-213)

Το έτος 1925 ήλθεν εις την ιεράν Μονήν Διονυσίου ένας δαιμονισμένος. Μετά το απόδειπνον ευρισκόμενος εις το δωμάτιόν του ήρχιζε να τραγουδά μεγαλοφώνως και να χορεύη μανιωδώς, κτυπών με θόρυβον τα πόδια του εις το πάτωμα, μέχρις εξαντλήσεως. Οι πατέρες και οι αδελφοί ηναγκάζοντο να του δένουν χέρια και πόδια, προς αναγκαστικήν, ούτως ειπείν, ανάπαυσιν. Αλλά ελύνετο, ωσάν να τον είχαν δέσει με μίαν κλωστήν. Μιαν ημέραν ένας έμπειρος αδελφός τον έδεσε με καινούριο σχοινί. Κατά την ώραν εκείνην το δαιμόνιον, που κατοικούσε μέσα του, εφώναζε: «Δέσε με, καλόγερε, και θα δης που θα πάνε τα σχοινιά». Όντως, μετά από δύο ώρας ευρέθη λυμένος και το σχοινί ήτο πεταγμένον εις τον κήπον. Μιαν ημέραν, μετά τον εξαντλητικόν χορόν, έτρεξεν ο γέρων Βησσαρίων να του δώση ένα κανάτι μερό να πιή, εις το οποίον έρριψαν αγιασμόν.

- Έλα Γιαννάκη, παιδί μου, να πιής κρύο νερό, του είπε.

Αυτός λαχανιασμένος καθώς ήτο, με λαχτάραν ήρχισε να πίνη. Με τας πρώτας σταγόνας, όμως, ησθάνθη, όπως έλεγεν, κάψιμον εις τον λαιμόν.

- Φτου, φτου, μ’ έκαψες καλόγερε, μ’ έκαψες, είπε και το έφτυσεν.

Ω του παραδόξου θαύματος! Όλοι εθαύμασαν την ενέργειαν της Χάριτος, που έχει ο αγιασμός.

Μετά εδοκίμασαν να του δώσουν άλλο νερόν, απλόν, χωρίς αγιασμόν. Το ήπιε με βουλιμίαν… Επί ένα μήνα του εδιάβαζαν τους εξορκισμούς και βελτιωθείς ανεχώρησεν.

Μιαν φορά τον ηρώτησαν:

- Τι φοβάσαι περισσότερον; Τον αγιασμόν, το αντίδωρον ή την Θείαν Κοινωνίαν; Το δαιμόνιον απεκρίθη:

- Εάν εφυλάγετε αυτό που μεταλαμβάνετε εις την Εκκλησίαν, κανένας από εμάς δεν θα μπορούσε να σας βλάψη.

- Γιατί, Γιάννη, την φοβάσαι την Θείαν Μετάληψιν;

- Άφησε τον Γιάννη, μην τον ερωτάς. Μόνο άκουσε εμένα τι σου ομιλώ, είπε. Δεν σου ομιλεί ο Γιάννης. Λύσε με να δώσω μια βουτιά στην θάλασσα και να βρεθώ αμέσως στην Αθήνα!

(Αθωνικό Γεροντικό, αρχ. Ιωαννικίου Κοτσώνη, σελ.208-209)

  Φωνὴ ζωηρῆς ἐπικλήσεως πρὸς τὸν Θεό. Φωνὴ καρδιᾶς συντετριμμένης καὶ ταπεινωμένης μέχρι κά τω στὴ γῆ, στὸ χῶμα. Φωνὴ ἱκεσίας θερμῆς, ἀπὸ τὰ τρίσβαθα ψυχῆς ὀδυνωμένης. Ψυχῆς ποὺ ἀπ’ ὅλους καὶ ὅλα εἰσέπραξε τὴν ἀπόρριψη. Οἱ θλίψεις καὶ δοκιμασίες τῆς ζωῆς σὰν κύματα ἀλλεπάλληλα τὴ βύθισαν στὸ πέλαγος τῆς ἀπογνώσεως, καὶ ἄλλη πιὰ βοήθεια δὲν ἔχει νὰ ἀναμένει ἀπὸ πουθενὰ παρὰ μόνο ἀπὸ Ἐκεῖνον. Ψυχῆς ποὺ ἀνατείνεται ὁρμητικὰ πρὸς τὸν Θεὸ καὶ μὲ πόθο ἰσχυρὸ καὶ ἀπαντοχὴ τελεία καρφώνει τὸ βλέμμα της ἐπάνω του. Ψυχῆς ποὺ βοᾶ, κραυγάζει πρὸς τὸν Θεό!

  –Κύριε, μὴν ἀργήσεις...
Σὰν τὴ φωνὴ νεαρῆς κόρης πρὸς τὸν σύζυγο ποὺ ξενιτεύεται, σὰν τὴ φωνὴ παιδιῶν πρὸς τὸν πατέρα ποὺ μπαρκάρει, σὰν τὴ φωνὴ ἀσθενοῦς πρὸς τὸ γιατρὸ ποὺ φεύγει ἀπὸ κοντά του, ἔτσι ἡ φωνὴ τοῦ Ψαλμωδοῦ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καὶ μαζί της καὶ ὅλες ἀνὰ τοὺς αἰῶνες οἱ φωνὲς ἐκείνων ποὺ Τὸν ἀναζητοῦν: τὸν Πατέρα, τὸν Νυμφίο, τὸν Ἰατρό. Ἐκεῖνον! Καὶ τὰ μάτια τους ἐκεῖ, κολλημένα, ἀκίνητα, ἀπαρασάλευτα.

  Χωρὶς νὰ γυρνοῦν πουθενὰ ἀλλοῦ. Χωρὶς νὰ δέχονται καμιὰ ἄλλη παράκληση. Χωρὶς νὰ τοὺς ἐνδιαφέρει τίποτε ἄλλο. Μόνον αὐτό, πότε θὰ ξανάρθει ὁ Κύριος. Πότε πάλι θὰ τοὺς ἐπισκεφθεῖ. Πότε θά ’ρθεῖ, γιὰ νὰ Τὸν νιώσουν κοντά τους, νὰ αἰσθανθοῦν τὴν παρουσία του δίπλα τους, νὰ παρηγορηθεῖ ἡ καρδιά τους ἀπὸ τὸ βάρος ποὺ τὴν πιέζει, νὰ βαλσαμώσουν οἱ πόνοι της...

  «Κύριε, μὴ χρονίσῃς» (Ψαλ. ξθ΄ [69] 6).
Καὶ ὁ Κύριος ἀκόμα δὲν φαίνεται. Καὶ ἡ ψυχὴ ἀκόμα πιὸ ἐπίπονα τώρα φωνάζει: Ποῦ εἶσαι, Κύριε; Γιατί δὲν μὲ ἀκοῦς; Γιατί δὲν ἔρχεσαι νὰ μὲ συναντήσεις; Πόσο ἀκόμα θὰ ἀντέχω νὰ φωνάζω; Τρέξε, Κύριε, κινδυνεύω νὰ καταποντισθῶ. Τρέξε, Κύριε, νὰ μὲ βοηθήσεις, «εἰς τὸ βοηθῆσαί μοι σπεῦσον» (στίχ. 2), νὰ μὲ γλυτώσεις ἀπὸ τὴ θλίψη μου. Τρέξε, Κύριε, νὰ ἁπαλύνεις τὸν πόνο μου, νὰ ἀνακουφίσεις τὸ βάρος μου. Μὴν καθυστερήσεις ἄλλο, ἱκετεύω.

  «Κύριε, μὴ χρονίσῃς»!
Ἀλλά, ψυχὴ θεοφιλής, σὺ ποὺ ἀκόμα Τὸν ἀναζητεῖς, Τοῦ φωνάζεις, μὴν ἀποκάμνεις. Συνέχισε. Λίγο ἀκόμα. Καὶ λίγο ἀκόμα.

 «Ἔτι μικρὸν ὅσον ὅσον, ὁ ἐρχόμενος ἥξει καὶ οὐ χρονιεῖ» (Ἑβρ. ι΄ 37).
Θά ’ρθεῖ ὁ Κύριος στὴ ζωή σου, ὅπως τὸ θέλησες, ὅπως τὸ πόθησε ἡ καρδιά σου. Θά ’ρθεῖ· δὲν θὰ καθυστερήσει. Θά ’ρθεῖ καὶ θὰ σοῦ δώσει ὅ,τι Τοῦ ζήτησες. Ὅ,τι γνωρίζει ὅτι ἔχεις ἀνάγκη. «Οὐ χρονιεῖ». Δὲν θὰ καθυστερήσει. Τὸ ὑποσχέθηκε ὁ Ἴδιος. Τὸ ἀκούσαμε ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ νὰ τὸ λέει: «Ὁ δὲ Θεὸς οὐ μὴ ποιήσῃ τὴν ἐκδίκησιν τῶν ἐκλεκτῶν αὐτοῦ τῶν βοώντων πρὸς αὐτὸν ἡμέρας καὶ νυκτός, καὶ μακροθυμῶν ἐπ’ αὐτοῖς; λέγω ὑμῖν ὅτι ποιήσει τὴν ἐκδίκησιν αὐτῶν ἐν τάχει» (Λουκ. ιη΄ 7-8).

 Ὁ Θεὸς λοιπὸν δὲν θὰ ἀποδώσει τὸ δίκαιο αἴτημα τῶν ἐκλεκτῶν του, ποὺ μέρα - νύχτα φωνάζουν πρὸς Αὐτὸν μὲ τὶς προσευχές τους καὶ Ἐκεῖνος ἀναβάλλει νὰ τοὺς τὸ δώσει; Σᾶς διαβεβαιώνω ὅτι γρήγορα θὰ τοὺς ἱκανοποιήσει. Ἔτσι μᾶς εἶπε ὁ Κύριος. Τώρα ποὺ βρίσκεσαι στὴ δίνη τοῦ πειρασμοῦ, τῆς θλίψεως, τῆς δοκιμασίας, σοῦ φαίνεται πὼς καθυστερεῖ ὁ Θεός. Πὼς φωνάζεις καὶ δὲν σὲ ἀκούει. Ὅταν ὅμως ἔλθει στὴ ζωή σου καὶ σοῦ χαρίσει τὸ ἔλεός του καὶ σὲ βγάλει ἀπὸ τὸ ἀδιέξοδο ὅπου βρίσκεσαι, τότε καὶ σὺ θὰ ὁμολογήσεις ὅτι «ἐν τάχει» ἐνήργησε ὁ Κύριος. Τότε ἀποβλέποντας στὸ παρελθὸν σου θὰ λές, πότε τέλειωσαν ὅλα αὐτὰ καὶ ἤδη ἀπολαμβάνω τὸν ἥλιο στὴ ζωή μου; Τότε ὅλα θὰ ἔχουν ξεχαστεῖ πιὰ καὶ οὔτε ποὺ θὰ γυρνᾶ τὸ μυαλό σου στὰ περασμένα.

  Γι’ αὐτὸ τώρα συνέχισε νὰ Τοῦ φωνάζεις. Μὲ τὸν ἴδιο αὐτὸ λόγο.
«Κύριε, μὴ χρονίσῃς»!
Σήκωσε τὰ χέρια σου, προσήλωσε τὸ βλέμμα σου ἐπάνω στὴν ἁγία μορφή του, ἱκέτευσέ Τον μὲ ὅλο τὸν πόθο, τὴν ἀπαντοχή, τὸ δόσιμο τῆς ψυχῆς σου. Καὶ ἐπιπλέον, πτώχευσε μπροστά του. Γίνε «πτωχὸς καὶ πένης» (στίχ. 6). Παραδέξου ὅτι ἐπάνω σου δὲν ὑπάρχει κανένας πλοῦτος, καμιὰ ἱκανότητα, τίποτε ποὺ νὰ σὲ στηρίζει, νὰ σὲ δικαιώνει μπροστὰ στὸν Θεό. Κι ὅταν αὐτὸ σοῦ γίνει ἐσωτερικὸ φρόνημα, μόνιμη διάθεση μέσα σου, τότε θὰ δεῖς τὸν Κύριο νὰ ἔρχεται στὴ ζωή σου καὶ νὰ σὲ σηκώνει, νὰ σὲ ἀνεβάζει, νὰ σὲ δοξάζει.
Διότι μόνος Αὐτὸς εἶναι «ταχὺς εἰς βοήθειαν».

Πηγή:www.osotir.org

«Το 1907, αρχίζει ο π. Λεβάσωφ, έτυχε να επισκεφτώ για πρώτη φορά το μοναστήρι της Όπτινα, αν κι είχα προγραμματίσει πολλές φορές να το κάνω. Είχα ακούσει νωρίτερα μερικά πράγματα για τους γέροντες, αλλά δεν τους είχα δει. Το πρώτο πράγμα που έκανα μόλις έφτασα στο μοναστήρι, ήταν να πάω να κοιμηθώ, αφού είχα περάσει μια νύχτα στο τραίνο χωρίς ύπνο. Με ξύπνησε η καμπάνα για τον εσπερινό. Οι προσκυνητές πήγαν στην εκκλησία κι εγώ έτρεξα στη σκήτη, για να προλάβω να μιλήσω με το Γέροντα, την ώρα κείνη που ήταν λιγότεροι επισκέπτες. Ζήτησα να μου δείξουν το δρόμο για τη σκήτη και το κελλί του και σε λίγο βρισκόμουν στο δωμάτιο υποδοχής. Το δωμάτιο ήταν μικρό και η επίπλωσή του απλή. Στους τοίχους κρέμονταν κάδρα με μορφές αγίων ασκητών και ρητά των αγίων πατέρων. Όταν έφτασα εγώ υπήρχε μόνο ένας επισκέπτης, κάποιος επίσημος από την Πετρούπολη. Σύντομα ο υποτακτικός του Γέροντα κάλεσε τον επίσημο να περάσει μέσα και μου είπε: «Περιμένει πολύ ώρα». Ο επίσημος μπήκε μέσα για τρία λεπτά περίπου και μετά βγήκε. Γύρω από το κεφάλι του είδα ακτίνες από ‘να παράξενο φως. Δακρυσμένος και με συγκίνηση μου είπε πως αυτός μαζί με άλλους παραβρέθηκαν το πρωί στην άφιξη από τη σκήτη της θαυματουργής εικόνας της Παναγίας της Καλούγκα. Ο γέροντας Ιωσήφ βγήκε από το κελλί του για να προσευχηθεί κι όλοι τους είδαν το πρόσωπό του να λάμπει και να βγάζει ακτίνες από θείο φως.

Σε λίγα λεπτά μου είπαν να περάσω στο Γέροντα. Μπήκα μέσα στο ταπεινό κελλί του που είχε φτηνά, ξύλινα έπιπλα και φωτιζόταν αμυδρά. Τότε είδα τον ηλικιωμένο Γέροντα, ταλαιπωρημένο από τους διαρκείς ασκητικούς αγώνες και τη νηστεία. Μόλις που μπορούσε να σηκωθεί από το κρεββάτι του. Ήταν άρρωστος εκείνη την εποχή. Χαιρετιστήκαμε. Μετά είδα ένα περίεργο φως γύρω από το κεφάλι του, όπως επίσης και μια φαρδιά ακτίνα να πέφτει πάνω του από ψηλά, σα να’ χε ανοίξει το ταβάνι του κελλιού του. Η ακτίνα έπεφτε από τον ουρανό κι ήταν ίδια με το φως που περιέβαλλε το πρόσωπό του. Η όψη του φωτίστηκε και φάνηκε ένα χαμόγελο. Ήμουν απροετοίμαστος να δω αυτό το θέαμα και τα ‘χασα. Ξέχασα όλες τις ερωτήσεις που τριγύριζαν στο κεφάλι μου και για τις οποίες γύρευα να βρω απαντήσεις από κάποιο γέροντα έμπειρο στην πνευματική ζωή. Με πολλή βαθιά χριστιανική ταπείνωση και πραότητα (τα χαρακτηριστικά του Γέροντα) στεκόταν και περίμενε υπομονητικά να μιλήσω. Εγώ έμενα σαστισμένος. Δεν μπορούσα να τραβήξω τα μάτια μου από το θέαμα αυτό, που μου ήταν τελείως πρωτόγνωρο. Τελικά κατάφερα να θυμηθώ αόριστα τι ήθελα να εξομολογηθώ κι άρχισα να ψελλίζω: «Μπάτιουσκα, είμαι πολύ αμαρτωλός». Μόλις μπόρεσα ν’ αρθρώσω τα λόγια αυτά, το πρόσωπό του έγινε σοβαρό και το φως που έπεφτε πάνω του, όπως κι εκείνο που τον περιέβαλλε, εξαφανίστηκε. Μπροστά μου στεκόταν πάλι ο οικείος γέροντας που είχα δει όταν μπήκα στο κελλί. Αλλά δεν έμεινε για πολύ έτσι. Σε μια στιγμή άρχισε πάλι να τον τυλίγει το φως και να πέφτει πάνω του η ακτίνα. Μερικές φορές το φως ήταν πιο λαμπρό και πιο εκτυφλωτικό. Επειδή ήταν άρρωστος, αρνήθηκε να μ’ εξομολογήσει. Ζήτησα τη συμβουλή του για τη δημιουργία μιας επιτροπής στην ενορία μου και τον παρακάλεσα να προσευχηθεί για μένα. Δεν μπορούσα ν’ αποχωριστώ εύκολα αυτό το ουράνιο θέαμα. Πρέπει να χαιρέτησα το Γέροντα τουλάχιστο δέκα φορές. Παρατηρούσα συνέχεια αυτό το χαριτόβρυτο πρόσωπο που είχε ένα αγγελικό χαμόγελο κι έλαμπε ολόκληρο μ’ αυτό το θείο φως, που εξακολουθούσε να τον φωτίζει καθώς έβγαινα από το κελλί του. Μετά από τρία χρόνια ξαναπήγα στο μοναστήρι της Όπτινα κι είδα τον μπάτιουσκα Ιωσήφ πολλές φορές. Ποτέ όμως δεν τον ξανά ‘δα σε τέτοια δόξα.

» Το φως που είδα πάνω στο Γέροντα δεν μπορεί να παρομοιαστεί με κανένα επίγειο φως, όπως για παράδειγμα το φως του ήλιου, ή του φωσφόρου ή το ηλεκτρικό, του φεγγαριού κ.λ.π. Δεν έχω ξαναδεί παρόμοιο φως.

» Πιστεύω πως το όραμα αυτό ήταν αποτέλεσμα της κατάστασης της έντασης και της προσευχής στην οποία βρισκόταν ο Γέροντας και προκάλεσε τη Χάρη του Θεού να επισκεφτεί τον εκλεκτό Του. Τώρα γιατί αξιώθηκα εγώ να δω τέτοιο όραμα, δεν μπορώ να το εξηγήσω. Γνωρίζω πως είμαι αμαρτωλός κι ότι το μόνο για το οποίο μπορώ να καυχηθώ, είναι οι αδυναμίες μου. Ίσως ο Κύριος να κάλεσε κι εμένα τον αμαρτωλό στο δρόμο της μετάνοιας μ’ αυτό τον τρόπο, δείχνοντάς μου με ορατό τρόπο τι χάρη αξιώνονται οι εκλεκτοί του Θεού απ’ αυτήν ακόμα την κοιλάδα του κλαυθμώνος.

» Η ιστορία μου είναι αληθινή. Μετά το όραμα αυτό ένιωσα ανεκλάλητη χαρά κι ένα δυνατό θρησκευτικό ζήλο, παρά το γεγονός πως προτού επισκεφτώ το Γέροντα δεν αισθανόμουν τίποτα.

» Από τότε έχουν περάσει τέσσερα χρόνια. Και μόνο που το θυμάμαι απλά τώρα, ξαναζώ τη συντριβή και τη μαγεία εκείνη. Η ιστορία μου μπορεί να είναι «Ιουδαίοις μέν σκάνδαλον, Έλλησι δε μωρία» (Α’ Κορ. α’ 23). Στους ολιγόπιστους και σε κείνους που αμφιταλαντεύονται ανάμεσα στην αμφιβολία και την πίστη, μπορεί να φανεί μια αυτοσχέδια ιστορία, μια φαντασία ή παραίσθηση. Στους καιρούς της απιστίας και της θρησκευτικής παρακμής που ζούμε σήμερα, τέτοιες διηγήσεις προκαλούν ειρωνικά χαμόγελα. Τι πρέπει να κάνουμε εμείς οι υπηρέτες της αλήθειας; Να σιγήσουμε; Σίγουρα όχι. Ο αλησμόνητος γέροντας Ιωσήφ είναι πραγματικά ένα φωτεινό και λαμπρό αστέρι. Δεν πρέπει να κρύβουμε το λυχνάρι κάτω από το μόδιο, αλλά να το βάζουμε στο λυχνοστάτη, για να τους φωτίζει όλους μέσα στην αληθινή εκκλησία του Χριστού. Παρακαλώ όλους τους πιστούς χριστιανούς να προσεύχονται σ’ αυτόν, για να εύχεται κι αυτός για μας μπροστά στο θρόνο του Θεού.

» Όλα όσα ανάφερα παραπάνω είναι απόλυτα αληθινά. Δεν υπάρχει ίχνος υπερβολής. Και τα βεβαιώνω στο όνομα του Θεού, με την ιερατική μου συνείδηση».

(Στάρετς Ιωσήφ της Όπτινα, Πέτρου Μπότση, σελ. 174-178)

 

Σελίδα 1 από 11