Ας πάρουμε την εξής περίπτωση των ημερών μας. Γνωρίζετε ότι έχουν βρεθεί πρόσφατα τα λείψανα του οσίου Σεραφείμ του Σάρωφ.

Πριν από ενάμιση αιώνα ο Όσιος προσευχόταν στην έρημο επάνω σε μία πέτρα, και μέχρι σήμερα ενεργεί η προσευχή του. Έτσι γεννιέται με φυσικό τρόπο το ερώτημα: Πού πηγαίνει η κάθε σκέψη μας; Ποιά όρια εγγίζει;

ο Κύριος λέει στο Ευαγγέλιο: «ο ουρανός και η γη παρελεύσονται, οι δε λόγοι μου ου μη παρέλθωσιν» . Βλέπετε το παράδειγμα του οσίου Σεραφείμ του Σάρωφ.

Έκραζε προς τον Θεό μόνο για τον εαυτό του: «ο Θεός, ίλεως γενού μοι τω αμαρτωλώ!», αλλά από τις συνέπειες βλέπουμε ότι η προσευχή του έχει κοσμικές επιδράσεις σε όλη την ιστορία του ανθρωπίνου είναι. Επί εκατόν πενήντα χρόνια και περισσότερο συνεχίζει να ενεργεί και να διεγείρει σε εκατομμύρια ψυχές τη χαρά της Αναστάσεως.
Πού πηγαίνουν όμως οι λογισμοί μας; Για παράδειγμα, στον Γκόγκολ υπάρχει η διήγηση για τους γαιοκτήμονες παλαιού τύπου, των οποίων η σκέψη δεν μπορούσε να προχωρήσει πέρα από τα όρια του κτήματός τους.

Η δική μας άραγε σκέψη περνά τα όρια της Μονής μας; Ή μήπως προχωρεί πέρα από τα όρια αυτά και ακόμη ως το άπειρο; Αν συνειδητοποιήσουμε τη σπουδαιότητα που έχει η ενέργεια της σκέψεώς μας, θα περάσουμε τη μοναχική μας ζωή ασφαλώς με περισσότερη προσοχή.

Η προσευχή του οσίου Σεραφείμ: “Ο Θεός, ίλεως γενού μοι τω αμαρτωλώ!”, συγκλονίζει τον κόσμο ενάμιση αιώνα ήδη. Πόσοι άνθρωποι θέλουν να φέρουν το ονομά του!

(Σωφρονίου Σαχάρωφ,Οικοδομώντας το ναό του Θεού, τόμος Β, σελ. 314)

π. Ανδρέας Κονάνος. 

Ο Αγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης στην «Κλίμακα» λέει: Οταν ακουμπάς ένα φυσικό σώμα, σου μεταδίδει την ψυχρότητα ή τη θερμότητά του. Ακουμπάς, ας πούμε, ένα κρύο τζάμι και αισθάνεσαι ότι κρυώνεις κι εσύ. Παίρνεις από την ψυχρότητά του. Ακουμπάς ένα ζεστό σώμα, ένα ζεστό καλοριφέρ. Και ζεσταίνεσαι κι εσύ.

Οταν, λοιπόν, λες «ακουμπάω τον Θεό» -διότι αυτό είναι η προσευχή, είναι άγγιγμα του Θεού-, δεν είναι δυνατόν να Τον ακουμπάς και να συνεχίζεις να είσαι ίδιος! Δεν είναι παράξενο; Ακούμπησες Αυτόν που είναι ειρήνη, τον Θεό. Κι όμως εσύ δεν έχεις ειρήνη. Ακούμπησες την αγάπη, μα εσύ δεν έχεις αγάπη. Συνεχίζεις να εκδικείσαι. Θυμώνεις, αντιπαθείς ανθρώπους. Ζηλεύεις, φθονείς, μισείς, βγαίνουν από μέσα σου κακίες. Και, ζώντας σε ένα διαρκές κλίμα εμπάθειας, λέμε ότι μιλάμε στον Θεό. Η αληθινή προσευχή έχει αποδείξεις. Αποδείξεις της είναι η ευτυχία μας, η μακαριότητά μας, η λαμπρότητα του προσώπου μας, η ανάπαυση της καρδιάς μας. Δεν μπορεί να λες ότι προσεύχεσαι και να συνεχίζεις να 'σαι τόσο ταραγμένος. Κάτι δεν πάει καλά εδώ. Τα παιδιά λένε αλήθειες:

«Η μάνα μου πάει εκκλησία και λέει ότι προσεύχεται, μα εγώ δεν βλέπω αλλαγή στη ζωή της. Ούτε μεταμόρφωση στη συμπεριφορά της. Ούτε ηρεμία στο βλέμμα της».

Αγγιγμα Χριστού! Αυτό είναι η προσευχή. Το άγγιγμα που μεταμορφώνει. Είναι ταξίδι σε χώρους υπερατλαντικούς, υπεργήινους και υπεργαλαξιακούς. Δηλαδή, ξεπερνάς, όπως λέει ο Αγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, τα όρια αυτού του κόσμου. Πας πέρα απ' τα αστέρια, τους γαλαξίες, όλα τα στρώματα, τη στρατόσφαιρα κι όλα τα ουράνια επίπεδα. Και αγγίζεις τον Θεό. Και έπειτα επιστρέφεις στον κόσμο αυτό, στην καθημερινότητα και στις δουλειές σου, στην επαφή σου με τους ανθρώπους, φέρνοντας πλέον κάτι διαφορετικό. Οπως ο Χριστός μας όταν βγήκε από το Ορος των Ελαιών. Πώς ήταν; Μεταμορφωμένος. Διότι τόση ώρα προσευχόταν.

Οταν ρώτησε τους στρατιώτες που Τον έψαχναν «ποιον ζητάτε;», εκείνοι απάντησαν «τον Ιησού». Τότε ο Χριστός τούς είπε: «Εγώ είμαι». Και οι στρατιώτες έπεσαν κάτω! Γιατί; Γιατί ο Χριστός μας ήταν όλος μες στην προσευχή. Ηταν όλος μέσα στην παράδοση και την εμπιστοσύνη στον Ουράνιο Πατέρα Του. Και στο όρος της Μεταμόρφωσης, στο Θαβώρ, ακριβώς μια τέτοια ώρα έγινε η μεταμόρφωση: Την ώρα που ο Χριστός προσευχόταν. Λέει στην Αγία Γραφή: «Ἐγένετο δὲ αὐτοῦ προσευχομένου καὶ μετεμορφώθη ἔμπροσθεν αὐτῶν». Προσευχόταν και μεταμορφώθηκε. Στην πραγματικότητα, εκείνοι που μεταμορφώθηκαν ήταν οι μαθητές! Και είδαν τη λαμπρότητα του προσώπου Του, μα και τη δική τους ομορφιά. Προσευχή... (Κλείσε τα μάτια σου τώρα μόνο για ένα λεπτό και νιώσε ότι αναπνέεις την αγάπη του Θεού. Και συνέχισε το διάβασμα...)

Η ατμόσφαιρα της προσευχής αλλάζει την όλη κατάσταση του ανθρώπου. Διότι είναι επαφή με τον πυρήνα της ύπαρξής μας! Εκεί που είναι η Χάρη του Θεού και η σφραγίδα του Αγίου Πνεύματος, και η εικόνα του Χριστού. Λέμε ότι είμαστε πλασμένοι «κατ' εἰκόνα καὶ καθ' ὁμοίωσιν Θεοῦ». Αυτή η θεϊκή εικόνα και η γαλήνη είναι στον πυρήνα της ψυχής μας. Στο βάθος του είναι μας. Οταν προσεύχεσαι, τι κάνεις; Φεύγεις από τα γύρω. Σταματάς κάθε επαφή με τις φασαρίες αυτού του κόσμου: θορύβους, τηλεόραση, μουσική, εφημερίδες, ακούσματα. Βρίσκεις κάποια ήσυχη ώρα και κάνεις την προσευχούλα σου.

Από το βιβλίο του π. Ανδρέα Κονάνου «Ολα του γάμου δύσκολα...» των εκδόσεων Αθως

(π. Ανδρέας Κονάνος). 

ΑΝ ΔΕΝ ΞΕΡΕΙΣ ΑΠΟ ΕΡΩΤΑ, ΑΣΤΟ ΚΑΛΥΤΕΡΑ…
Και τι να λέω, πάτερ, όταν προσεύχομαι;
Τίποτε, καλή μου!
Κοίτα Τον, όπως κοίταζες τον πρώτο σου έρωτα στα μάτια
τις πρώτες μέρες της αγάπης σας.
Απλά κοίταζες.
Και χόρταινες, και έλιωνες, και μούδιαζες.
Μα δεν έχω ερωτευτεί, πάτερ.
Εμ, αυτό είναι το πρόβλημά σου.
Δεν νιώθεις έναν έρωτα με το Χριστό;
Τότε είναι αναμενόμενο
να Τον πλησιάζεις έτσι στεγνά και τυπικά.
Τι είναι για σένα ο Χριστός;..
Δεν Τον αγαπάς βιωματικά.
Και δεν έχεις ούτε μια προσλαμβάνουσα παράσταση,
έστω εκ του κόσμου τούτου.
Την προσευχή, την νιώθουν και την κάνουν καλά,
βασικά,
οι ερωτευμένοι.

Αν δεν ξέρεις από έρωτα,
άστο καλύτερα.

Θα μείνεις μόνο στα απ’ έξω.
Η αγωνία σου θα είναι,
¨πώς να τα πω σωστά,
να διαβάσω όλες τις φράσεις,
να μην παραλείψω αυτό ή το άλλο¨.
Όλα επιδερμικά και τυπικά.
Χωρίς πάθος και μεράκι, χωρίς καημό και κάψα.
Όταν προσεύχεσαι, τα μάγουλά σου,
κανονικά, πρέπει να ανάβουν.
Το κορμί σου όλο να καίει,
και η ψυχή να δροσίζεται.
Τα μάτια να κλείνουν,
η καρδιά να φωτίζεται,
και να λιώνει σα βούτυρο πάνω σ’ αναμμένο μάτι.
Οι σφυγμοί άλλοτε τρελοί,
κι άλλοτε αργοί και ήσυχοι,
σα μωρού παιδιού,που κοιμάται βαθιά,
με ανάσα ήρεμη.
Ένα μούδιασμα είναι αυτή η πράξη.
Και μια διαύγεια του νου απίστευτη.
Και μια οξύτητα κι αντίληψη των πάντων.
Και πόθος και πάθος, χωρίς πάθος.
Και δόσιμο.
Και ταξίδι. Και στάση.
Και χαμάμ χαλάρωσης, κι ορειβασία περιπετειώδης,
και εξερεύνεση του Ειρηνικού ωκεανού ταυτόχρονα.
Και μεγάλη κατανόηση.
Κι ενότητα με όλους και όλα.
Και κατάργηση όλων των ¨γιατί¨,
αφού βλέπεις το ¨διότι¨ μιας άλλης τάξης πραγμάτων.
Και αισθάνεσαι μια αλήθεια ανείπωτη,
τέτοια που δεν θες να μιλήσεις ή να πείσεις κανέναν.
Διότι κείνη την ώρα γίνεσαι κι εσύ αλήθεια.
Και ξέρεις ότι αυτό αρκεί.
Διότι ακτινοβολεί μυστικά.
Και δεν σε νοιάζει τίποτε,
διότι νιώθεις ότι όλα είναι λυμένα
και ότι δεν υπάρχει πρόβλημα,
αφού είσαι πλέον μπροστά στο θεϊκό πεδίο
που όλα είναι διάφανα, ξεκάθαρα και σαφή.

Για όλα αυτά, δεν υπάρχει καλούπι,
κανόνας,
κάτι σίγουρο και σταθερό.

«Πώς να πολεμούμε εναντίον των κακών λογισμών»; δεν μου είναι δύσκολο να σας πω το πώς, διότι η απάντηση βρίσκεται στα γραπτά του Γέροντος Σιλουανού.

Εξαρτάται από εμάς να αλλάξουμε μια σκέψη, αν συγκεντρώσουμε τον νου μας σε κάτι άλλο.

Αν σκέφτομαι ότι κάποιος από τους αδελφούς μου με πλήγωσε με τον λόγο του, αντί να ζήσω οδυνηρά αυτή την πληγή, σκέφτομαι κάτι άλλο και δεν επιτρέπω στον νού μου να «κολλήσει» σε αυτό που συνέβη.

Αν είμαστε πραγματικά ενωμένοι εδώ στο μοναστήρι μας, αυτό που γράφει ο Σιλουανός είναι πολύ απλό:

«Σκέφτομαι κάτι άλλο».

Και έτσι απομακρύνουμε αυτό τον πόνο που συνδέεται με τον λόγο του αδελφού, και ζούμε μια άλλη πραγματικότητα. Αυτό εξαρτάται από μας. Αν δεν θέλουμε να αλλάξουμε τη σκέψη μας και αν δεν θέλουμε να προσευχηθούμε για τον αδελφό μας, κανένας δεν μπορεί να μας πιέσει να το κάνουμε. Ακόμη και ο Θεός δεν θα το κάνει. Αλλά αν εκδηλώσουμε τη θέλησή μας να άλλάξουμε, ο Θεός, το Πνεύμα το Άγιο, μπορεί να έρθει για να μας βοηθήσει.
Σήμερα ήθελα να σας πω ότι δεν εκπλήττομαι που υποφέρετε. Σκεφθείτε αυτό που σας λέω, όταν είστε μόνοι σας. Αν προσανατολίσουμε τον νου μας με αρνητικό τρόπο, κινδυνεύουμε να χάσουμε και τη ζωή μας και τη σωτηρία μας.

Όταν είστε αδύνατοι πνευματικά, να προσεύχεστε σαν για κάτι που δεν είναι παρά η συνέπεια των παθών μας. Να λέτε αυτή την προσευχή που σας συνέστησα πολλές φορές:

«Κύριε, θεράπευσε την καρδιά μου από αυτό τον πονηρό λογισμό,

Κύριε, θεράπευσε τον νου μου, να μη σκέφτεται αυτό που είναι εναντίον του νόμου της αγάπης του Πατρός Σου.

Κύριε, θεράπευσε όλο μου το είναι, για να μπορέσω να πορευθώ με αυτό τον άγιο πόνο πίσω από τα βήματά Σου».

Αν προσεύχεσθε έτσι, θα εκπλαγείτε για την ευκολία της νίκης.

(Σωφρονίου Σαχάρωφ,Οικοδομώντας το ναό του Θεού, τόμος Β, σελ. 342-343)

... Τι ευαισθησία είχε αυτός ο άνθρωπος (ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης)!

Αυτό φαίνεται καθαρά στην αναφορά που κάνω όταν περιγράφω την επίσκεψη του π. Διαδόχου, όπου έλαβε χώρα μία συζήτηση πάρα πολύ ένδιαφέρουσα άνάμεσα σε έναν από τους πνευματικούς πατέρες του μοναστηριού και τον Σιλουανό.

Ο πνευματικός αυτός πατέρας, έχοντας διαβάσει κάποια πράγματα από μία έφημερίδα, απευθυνόμενος στον Σιλουανό τον ρώτησε:
-  Τι νομίζετε γι’ αυτό το θέμα, πάτερ Σιλουανέ;
-  Πάτερ, γνωρίζετε ότι δεν μου αρέσει να διαβάζω εφημερίδες.
-  Γιατί;
-  Διότι δεν επιφέρουν παρά μόνο ταραχή στην πνευματική μου κατάσταση.
-  Σε μένα συμβαίνει το αντίθετο! Εδώ στην έρημο που είμαστε εμείς λησμονούμε τον κόσμο, λοιπόν, όταν διαβάζω εφημερίδες. Θυμάμαι τον κόσμο και προσεύχομαι γι’ αυτόν στη Λειτουργία, στην προσευχή μου, στό κελί κλπ.
Και ο Σιλουανός απάντησε:
-  Αλλά όταν κάποιος προσεύχεται τη νύχτα για τον κόσμο, το αισθάνεται αυτό καλύτερα παρά από τις εφημερίδες. Με την προσευχή γνωρίζει κανείς και την κατάσταση του κόσμου και τις ανάγκες του.
Ο Γέροντας λέει ότι ο νους ενός πνευματικού είναι όπως ένας άετός που από ψηλά βλέπει τον κόσμο μέσα στο σκοτάδι της νύχτας.

(Σωφρονίου Σαχάρωφ,Οικοδομώντας το ναό του Θεού, τόμος Α, σελ. 211)

Ας πάρουμε μια ιδιαίτερη περίπτωση και ο Θεός να μου συγχωρήσει κάποια τολμηρά λόγια που θα πω. Τα προφέρω με φόβο.

Έχοντας αρχίσει την εν Χριστώ ζωή μου, έβλεπα σε κάθε βήμα μου, ημέρα και νύχτα, ότι παρ’ όλη τη θεωρητική μου αγάπη γι’ αυτό που ο Κύριος μας ζητά, δεν έφθανα να ζήσω όπως το παραγγέλλει στις εντολές Του.

Περιέργως, είχα την εντύπωση ότι μια κατάρα βάραινε πάνω μου:

«Γιατί ό,τι αγαπώ μου γίνεται ξαφνικά τόσο δύσκολο, ακόμη και απρόσιτο»;

Θα ήταν φυσικό, αφού αγαπώ τόσο την εντολή του Χριστού, να την εφαρμόζω κιόλας. Αλλά να, δεν φθάνω σε αυτό».

Αυτή η ανικανότητα να βρίσκομαι στην κατάσταση που απαιτεί η εντολή με βύθιζε σε μεγάλη θλίψη και σε βαθειά στενοχώρια:

«Είμαι καταραμένος! Κάποια κατάρα βαραίνει πάνω μου».

και όταν σκεφτόμουν τη σωτηρία μου -μιλώ τώρα για το παρελθόν μου- έλεγα στον εαυτό μου ότι ήμουν έντελώς ανίκανος.
Και τι αποτέλεσμα είχε αυτό; Άρχισα να προσεύχομαι στον Θεό για όλο τον κόσμο... Συγχωρήστε με που εξομολογούμαι σήμερα αυτό το ενδόμυχο πράγμα... Αλλά έλεγα στον Θεό:

«Πρέπει Εσύ να σώσεις όλο τον κόσμο, χωρίς εξαίρεση. Και τότε θα σωθώ και εγώ».

Δηλαδή, ότι έπρεπε να σωθούν όλοι, και τελευταίος εγώ.
Ο «λογισμός» τον οποίο έμαθε ο Μέγας Αντώνιος από τον σπουδαίο υποδηματοποιό της Αλεξάνδρειας, «όλοι θα σωθούν, εγώ μόνο θα χαθώ», αυτός ο λογισμός διατηρείται και αναπτύσσεται στην ψυχή μου.

Γιατί; Διότι δεν καταφέρνω να βρίσκομαι συνεχώς στην κατάσταση για την οποία ομιλεί ο Σιλουανός. Όπως το γράφει, δεν φθάνουμε στην πληρότητα της εντολής. Ίσως μας δοθεί να την πλησιάσουμε για κάποια στιγμή.

Αλλά να παραμένουμε πάνω στη γη μέσα στην κατάσταση αυτή και να είμαστε σε θέση να ενεργούμε σύμφωνα με αυτήν, δεν είναι δυνατόν.

(Σωφρονίου Σαχάρωφ,Οικοδομώντας το ναό του Θεού, τόμος Γ, σελ. 210-211)

Ας ξαναγυρίσουμε στο θέμα της ανέγερσης ενός νέου ναού, αυτή τη φορά ενός παραδοσιακού ναού.

Είμαστε ευγνώμονες στον Θεό γι’ αυτό τον ναό του αγίου Σιλουανού, στον οποίο βρισκόμαστε αυτή τη στιγμή, αλλά αυτό δεν είναι παρά ένα παρεκκλήσιο.

Πρέπει τώρα να κτίσουμε έναν πραγματικά ορθόδοξο ναό παραδοσιακού ρυθμού. Ρώτησα κάποιον:

«Τί λείπει από τον ναό μας αυτό;».

Μου απάντησε αμέσως:

«Γωνιές όπου μπορεί κανείς να κρυφτεί!».

Αυτό ακριβώς είναι! Μια συμβουλή πολύ συνετή: Θα πρέπει να κτίσουμε τον ναό με τέτοιον τρόπο, ώστε οι άνθρωποι που είναι συντετριμμένοι και έχουν κλάμα να μπορούν να κρύβονται. Μιλώντας γι’ αυτό το παρεκκλήσι, είπα κάποτε ότι ήταν «το μεγαλύτερο από τα μικρότερα»˙ μόνο ένα δωμάτιο, αλλά υπάρχουν όλα τα απαραίτητα για τη Λειτουργία.

Δεν λείπουν παρά οι γωνιές, για να μπορεί κάνεις να κρυφθεί».

(Σωφρονίου Σαχάρωφ,Οικοδομώντας το ναό του Θεού, τόμος Γ, σελ. 275-276)

Κάθε σκέψη, αρνητική ή θετική -ακόμη και όταν είμαστε μόνοι στο κελί μας-, είναι ενέργεια και δύναμη που αντανακλάται στη ζωή όλου του μοναστηριού.

Όταν ο λογισμός είναι θετικός, όταν είναι θερμή η προσευχή του ενός για τον άλλο και του καθενός για όλους και όλων για τον καθένα, τότε ενισχύονται τα τείχη της Μονής.

Αλλά και αντιθέτως, όταν οι λογισμοί μας παίρνουν αρνητική πορεία και αντί να αγαπάμε κατακρίνουμε τον αδελφό μας, τότε προκαλούνται ρωγμές στα τείχη της Μονής και όλα γκρεμίζονται.
Έτσι προσευχόμαστε «Καταξίωσον, Κύριε, εν τη ημέρα ταύτη αναμαρτήτους φυλαχθήναι ημάς», δηλαδή να μην έχουμε ούτε έναν αμαρτωλό λογισμό .... 

Αγωνισθείτε εναντίον κάθε πάθους που υπαγορεύει στον νου αρνητικές κριτικές για τον οποιονδήποτε. Αγωνισθείτε εναντίον αυτού.

Μη δέχεσθε την ιδέα που σας υποβάλλει ο εχθρός, ότι ο αδελφός σας ή η αδελφή σας είναι άδικη απέναντί σας. Μη δέχεσθε την ιδέα αυτή.

Να γνωρίζετε καλά ότι οποιαδήποτε αρνητική σκέψη που έχετε μέσα σας, ακόμη και όταν είστε μόνοι σας στο κελί ή όταν είστε όλοι μαζί με τους άλλους, κάθε αρνητική κριτική προκαλεί μια ρωγμή στον τοίχο του πνευματικού οχυρού μας. Το αναφέραμε και άλλοτε.

Δεν υπάρχουν λογισμοί που περνούν αδιάφορα. Όταν έχετε καλούς λογισμούς, θα συναντάτε το κάθε μέλος της αδελφότητος ως ένα πρόσωπο αγαπητό σε σας, αλλά αν σκέφτεσθε αρνητικά για κάποιον, το πρόσωπό σας, η ψυχική οσμή σας θα μολύνουν την ατμόσφαιρα και όλα θα άλλάξουν.

Όταν είναι η χάρη μαζί μας, δεν βλέπουμε τα λάθη των άλλων, βλέπουμε μόνο τις θλίψεις και την αγάπη των αδελφών μας και δεν έχουμε αυτή τη διάθεση να κρίνουμε αρνητικά

(Σωφρονίου Σαχάρωφ,Οικοδομώντας το ναό του Θεού, τόμος Β, σελ. 313 και 151)

 

Επειδή μονάχα η κατάνυξη και τα δάκρυα δεν είναι αρκετά για να πείσουν τον Θεό να μας δώσει αυτά που του ζητούμε στις προσευχές μας, πρέπει να προσθέσουμε και κάποια άλλα στοιχεία που χρειάζονται ακόμη, για να έχουν θετικό αποτέλεσμα οι προσευχές μας. Ιδού μερικές από αυτές τις προϋποθέσεις στη συνέχεια, έξι τον αριθμό.

α) Όποιος θέλει να πάρει θετική απάντηση στο πρώτο του αίτημα, που είναι η συγχώρηση των αμαρτημάτων του, πρέπει κι αυτός ο ίδιος, όταν προσεύχεται, να συγχωρεί τ’ αμαρτήματα που διέπραξαν εις βάρος του οι άλλοι, καθώς μας δίδαξε ο Κύριος: «όταν στέκεστε σε προσευχή, ν’ αφήνετε ό,τι διαφορές έχετε με κάποιον, συγχωρώντας τον, κ’ έτσι να συγχωρήσει και ο Πατέρας μας ο ουράνιος και τα δικά σας παραπτώματα» (Μαρκ. ια’ 25).
β) Όποιος ζητάει να λάβει κάτι από τον Θεό, πρέπει να το ζητάει χωρίς διψυχία και δισταγμό, αλλά με στερεή και αδίσταχτη πίστη, όπως μας λέει πρώτα ο ίδιος ο Κύριος μας: «όλα όσα ζητάτε στην προσευχή σας με πίστη, θα τα λάβετε» (Ματθ. κα’ 22) και, κατόπιν, ο αδελφόθεος Ιάκωβος: «κι αν κάποιος από σας υστερεί σε σοφία, ας τη ζητήσει από τον Θεό, που τη χαρίζει με απλότητα σε όλους, χωρίς να περιφρονεί κανέναν αλλά που να τη ζητάει με πίστη, δίχως αμφιβολία, διότι όποιος έχει αμφιβολίες ομοιάζει με το κύμα της θάλασσας, που ο άνεμος το παρασέρνει και το πηγαίνει πότε εδώ και πότε εκεί· να μην ελπίζει ποτέ πως θα πάρει κάτι από τον Κύριο ένας τέτοιος άνθρωπος δίγνωμος και άστατος σ’ όλους τους τρόπους της ζωής του» (Ιακ. α΄ 5-7).
γ) Όποιος ζητάει, πρέπει να μην παρακαλεί για ζητήματα που δεν τον συμφέρουν πνευματικά, δηλαδή για κοσμικά πράγματα που προξενούν τις ηδονές του, αλλά να ικετεύει για ζητήματα κατά Θεόν, δηλαδή που συμφέρουν κ’ ενδιαφέρουν τη σωτηρία της ψυχής του. Ακούστε και τον ονειδισμό εκ μέρους του αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου, που λέει: «ζητάτε κάτι και δεν το λαμβάνετε, διότι το ζητάτε με κακό σκοπό, δηλαδή το ζητάτε για να το κατασπαταλήσετε για τις ηδονές σας» (Ιακ. δ’ 3)
δ) Όποιος θέλει να λάβει όσα συμφέροντα για την ψυχή του ζητάει από το Θεό, πρέπει κι αυτός να εργάζεται και να κάνει όλα όσα δύναται και μπορεί, σύμφωνα και με την κοινή παροιμία, που λέει «συν Αθηνά και χείρα κίνει»· πρέπει δηλαδή να μην αμελεί και να μην παραδίνει θεληματικά τον εαυτό του πρώτα στα πάθη, και τις επιθυμίες, κ’ έπειτα ζητάει τη θεία βοήθεια, διότι δεν θα τη λάβει ποτέ, σύμφωνα και με τον λόγο του Μεγάλου Βασιλείου: πρέπει, λοιπόν, πρώτα να προσφέρει κάνεις όλα όσα μπορεί μόνος του, και υστέρα να παρακαλεί τον Θεό να έρθει βοηθός και σύμμαχος του- διότι, όταν κάποιος παραδώσει τον εαυτό του με νωθρότητα στις επιθυμίες και παραδοθεί έτσι μόνος του στους εχθρούς, αυτόν ο Θεός δεν τον βοηθάει ούτε εισακούει τις δεήσεις του, διότι πρόλαβε ο ίδιος και με την αμαρτία του αποξενώθηκε από τον Θεό· γιατί, βέβαια, όποιος επιθυμεί να έχει τη βοήθεια του Θεού, δεν προδίδει το πρέπον και το αρμόζον· κι αυτός που δεν προδίδει το πρέπον και το αρμόζον, δεν προδίδεται και δεν εγκαταλείπεται ποτέ από τη θεία πρόνοια και βοήθεια» (Ασκητικαί Διατά­ξεις, κεφ. α’).

Και, ακριβώς, γι’ αυτούς λέγει ο Θεός με το στόμα του προφήτου Ησαΐα: «με αναζητούν την κάθε ημερα, κ’ επιθυμούν να γνωρίσουν τις εντολές μου, ωσάν λαός που έπραξε το δίκαιο και που δεν εγκατέλειψε την κρίση του Θεού» (Ησ. νη’ 2). Και, για να το πούμε με δυο λόγια, όποιος θέλει να εισακούσει ο Θεός τη δέησή του και να λάβει θετική απάντηση στο ζήτημά του, πρέπει να βιάζει τον εαυτό του, όσο μπορεί, για να φυλάγει τις εντολές του Θεού, ώστε να φτάσει στο σημείο να μην τον κατηγορεί η συνείδησή του ότι καταφρόνησε ή αμέλησε κάποιο πράγμα, που μπορούσε να το κάμει και δεν το έκαμε. Διότι, όπως λέει ο αγαπημένος μαθητής του Κυρίου, ο ευαγγελιστής Ιωάννης, «όταν η καρδιά μας παύει να μας κατηγορεί, τότε αποκτούμε θάρρος εμπρός στον Θεό, κι Εκείνος μας δίνει ό,τι Του ζητούμε, γιατί εκτελούμε τις εντολές Του, και κάνουμε όλα όσα είναι αρεστά σ’ Εκείνον» (Α’ Ιωάν. γ’ 21-22).

Και ο μέγας Βασίλειος προσθέτει: «Είναι, λοιπόν, απαραίτητο να μη μας κατηγορεί σε τίποτε η συνείδησή μας, και τότε μονάχα μπορούμε να επικαλούμαστε τη θεία βοήθεια» (Ασκητ. Διατ., ο.π.) Και όχι μονάχα, όταν κάποιος προσεύχεται για τον εαυτό του, πρέπει να κάνει τα καθήκοντά του όσο μπορεί καλύτερα, αλλά και στην περίπτωση που κάποιος άλλος προσεύχεται για κείνον, πρέπει κι αυτός να συνεργεί προσωπικά για να καρποφορήσει η προσευχή που γίνεται για λόγου του. Αυτό ακριβώς σημαίνει ο λόγος του Αδελφοθέου, «πολύ ισχύει δέησις δικαίου ενεργούμενη» (Ιακ. ε’ 16), τον οποίο ερμηνεύοντας ο θείος Μάξιμος ο Ομολογητής λέγ­ει:

«Πράγματι, πολύ ισχύει η δέηση του δικαίου, είτε χάρη στον δίκαιο που την κάνει, είτε και χάρη σ’ εκείνον που ζητάει από τον δίκαιο να την πραγματοποιήσει· διότι, από μεν την πλευρά του δικαίου που γίνεται η δέηση, αυτή δίνει θάρρος να παρουσιαστεί και να ζητήσει από Κείνον που μπορεί να εισακούσει τα αιτήματα των δικαίων, ενώ από την πλευρά εκείνου που ζητάει από τον δίκαιο να κάμει γι’ αυτόν τη δέηση, του δίνει την ευκαιρία ν’ απομακρυνθεί από την κακία και να εγκολπωθεί πάλι την διάθεση για ενάρετο βίο» (Ε’ εκατ. περί θεολογίας, κεφ. πδ’). Και ο ίδιος πάλι, σε άλλο σημείο, λέει: «Είναι πράγματι δείγμα μεγάλης νωθρότητας, για να μην πω παραφροσύνης, να επιζητεί κανείς τη σωτηρία του με τις δεήσεις των δικαίων, ενώ η διάθεσή του στρέφεται προς τις τέρψεις, και να ζητάει τη συγχώρεση εκείνων των αμαρτημάτων, για τα οποία σπιλώνεται με δική του διάθεση και ενέργεια. Πρέπει, λοιπόν, να μην αφήνει ανενεργή και ακίνητη τη δέηση του δικαίου…, αλλά να την ενεργοποιεί και να την ισχυροποιεί, δίνοντάς της φτερά με τις δικές του αρετές».
ε) Όποιος θέλει να εισακούσει ο Κύριος το αίτημά του, πρέπει να μην λιποψυχάει, ούτε να θλίβεται και να στενοχωριέται όταν προσεύχεται, αλλά να προσμένει με υπομονή και μακροθυμία, κι ας περνάει αρκετός καιρός αναμονής. Έτσι και ο Κύριος, για να μας διδάξει να προσμένουμε υπομένοντας και προσκαρτερώντας στην προσευχή, χωρίς να στενοχωριόμαστε καθόλου, μας αναφέρει στο κατά Λουκάν ευαγγέλιο την παραβολή της χήρας, η οποία με την επιμονή και την υπομονή της, έπεισε στο τέλος τον άδικο δικαστή να της αποδώσει το δίκιο της. «Και τους έλεγε και την παραβολή αυτή, για το ότι πρέπει πάντοτε να προσεύχονται και να μην αποκάμουν» (Λουκ. ιη’ 1).

Έχουμε, από την άλλη πλευρά, και τον λόγο του μεγάλου Βασιλείου, που λέει ότι, μπορεί στη δέησή σου πολλές φορές να ζητήσεις τα πνευματικώς συμφέροντα, όμως δεν επέμεινες αρκετά. Διότι, όπως είναι γραμμένο, «με την υπομονή σας θα σώσετε τις ψυχές σας» (Λουκ. κα’ 19). Και, «όποιος υπομείνει ως το τέλος, αυτός θα σωθεί» (Ματθ. ι’ 22). Έχουμε γι’ αυτό το θέμα παράδειγμα τον Αβραάμ, ο οποίος, αν και ήταν νέος όταν προσεκλήθη από την Ασσυρία να πάει στην Παλαιστίνη, και είχε λάβει μάλιστα και υπόσχεση από το Θεό, πως θα πληθυνθεί το σπέρμα της γενιάς του όπως τ’ αστέρια τ’ ουρανού, είδε να πραγματοποιείται η παραπάνω υπόσχεση του Θεού μόλις στα εκατό χρόνια της ηλικίας του! Επίσης, και το παράδειγμα του Ισαάκ, ο οποίος παρακαλούσε τον Θεό να του χαρίσει τέκνα, αλλά η δέησή του εισακούστηκε μόλις ύστερα’ από είκοσι χρόνια!

Ο μέγας Βασίλειος σε συμβουλεύει: «μιμήσου, λοιπόν, και σύ, αδελφέ μου, αυτούς τους Πατριάρχες και την πίστη τους· και αν περάσει κ’ ένας χρόνος, τρίτος ή τέταρτος ή περισσότερα χρόνια δίχως να λάβεις το αίτημά σου, μην αφήνεις την προσευχή, αλλά να επιμένεις με πίστη, εργαζόμενος πάντα το αγαθό». Και ο αββάς Μακάριος προσθέτει: «όποιος δεν βλέπει να εισακούεται γρήγορα η δέησή του, αλλά ν’ αναβάλλεται από το Θεό, αυτός αισθάνεται πιο φλογερή την επιθυμία της προσευχής· και όσο πιο πολύ μακροθυμεί ο Θεός, δοκιμάζοντάς μας στον πόνο, τόσο πιο πολύ έντονα οφείλει ο προσευχόμενος να επιμένει, ζητώντας την δωρεά τού Θεού» (Σειρά στο Κατά Ματθαίον, κεφ. ζ’).
ς) και τελευταίον· όποιος θέλει να επιτύχει το αίτημα της προσευχής του, πρέπει πάντοτε να ευχαριστεί τον Θεό, είτε λάβει γρήγορα εκείνο που ζητά, είτε και αργότερα. Γι’ αυτό και ο απόστολος Παύλος μας λέγει: «τα αιτήματά σας να τ’ απευθύνετε στο Θεό με προσευχή και δέηση, που θα συνοδεύονται από ευχαριστία» (Φιλιπ. δ’ 6). Επειδή, πολλές φορές, ο Θεός δεν μας δίνει γρήγορα εκείνο που του ζητούμε, ή γιατί ξέρει πως θα χάσουμε αυτό που θα μας χαρίσει και, γι’ αυτόν το λόγο, θα τιμωρηθούμε περισσότερο, αφού αθετήσαμε το χάρισμά του και τη δωρεά του· ή, γιατί, γνωρίζοντας πως μόλις λάβουμε το αίτημά μας θα πάψουμε να προσευχόμαστε. Γι’ αυτό αναβάλλει το ζήτημα μας και δεν το πραγματοποιεί, θέλοντας και προνοώντας να τον παρακαλούμε πάντοτε και να βρισκόμαστε κοντά του με την προσευχή· ή, ακόμη, για να φανεί η πίστη και η αγάπη μας προς τον Θεό, ή και για άλλους λόγους που έχει ο Θεός, ακατανόητους βέβαια σ’ εμάς, αλλά δίκαιους, που αποβλέπουν πάντοτε προς το πνευματικό συμφέρον μας.

Τα βεβαιώνει όλα αυτά και ο βαθύς θεολόγος και πράγματι μέγας Βασίλειος, με όσα γράφει στο α’ κεφάλαιο των Ασκητικών του Διατάξεων, οπού συμπερασματικά μας λέγει: «Γνωρίζοντας, λοιπόν, όλα αυτά, είτε πιο γρήγορα εισακουστούμε και λάβουμε, είτε πιο αργά, ας παραμείνουμε πάντοτε με ευχαριστίες στον Κύριο, διότι όλα όσα κάνει ο Δεσπότης τα κάνει πάντοτε οικονομώντας τη δική μας σωτηρία· και να μην λιποψυχούμε, σταματώντας τις προσευχές και τις δεήσεις». Και τί λέω; είτε λάβουμε απ’ το Θεό, είτε δεν λάβουμε τα αιτήματά μας, εμείς πρέπει να τον ευχαριστούμε πάντοτε και να επιμένουμε κρούοντας τη θύρα του Θεού και ζητώντας πάλι και πάλι με την προσευχή μας· διότι μας αρκεί και τούτο το μέγα χάρισμα που λαβαίνουμε, δηλαδή το ότι αξιωνόμαστε να συνομιλούμε με τον ίδιο το Θεό και να παραμένουμε ενωμένοι μ’ Εκείνον όταν προσευχόμαστε.

Έτσι μας λέει και ο χρυσός κάλαμος του αγίου Ιωάννου, με κομψότητα και γλαφυρότητα, γράφοντας τα παρακάτω: «μεγάλο αγαθό η προσευχή, όταν γίνεται με διάνοια καθαρή και χαρούμενη, κι όταν μάθουμε τους εαυτούς μας να ευχαριστούν το Θεό πάντοτε: όχι μονάχα όταν λαβαίνουμε τα αιτήματα της προσευχής, μα κι όταν δεν τα λαβαίνουμε. Διότι, άλλοτε μεν μας δίνει κι άλλοτε δεν μας δίνει· ωστόσο, και στις δύο περιπτώσεις είσαι κερδισμένος, αφού είτε λάβεις είτε δεν λάβεις, ήδη έχεις λάβει και μη λαμβάνοντας· κι όταν επιτύχεις το ζητούμενο κι όταν δεν το πετύχεις· ήσουν τυχερός κι όταν δεν το πέτυχες, επειδή μερικές φορές το να μη λάβεις το αίτημά σου είναι επωφελέστερο· διότι, αν δεν ήταν προς το συμφέρον μας το να μην το λάβουμε, ο Θεός θα μας το έδινε οπωσδήποτε. Και το να μην πετυχαίνουμε κάτι, όταν καταλήγει προς το συμφέρον μας, είναι όντως επιτυχία» (Εις Ανδριάντας, λόγ. α΄· και Περί ευχής, τ. ζ’). Ανάλογα έγραψε και ο άγιος Ιωάννης, που μας παρέδωκε την ουράνια Κλίμακα: «να μη λες, πως περνάς πολλή ώρα στην προσευχή, δίχως να κατορθώσεις τίποτε, γιατί ήδη έχεις κάτι κατορθώσει· διότι, ποιό άλλο αγαθό θα μπορούσε να βρεθεί καλύτερο απ’ το να βρίσκεσαι κοντά στον Κύριο και να είσαι με την προσευχή εκεί, αδιαλείπτως περιμένοντας την ένωση μ’ Εκείνον;»
Αν, λοιπόν, αδελφοί και πατέρες, συμφωνείτε με όλα όσα είπαμε πιο πάνω, και προσφέρετε στον άγιο Θεό τις προσευχές που περιέχονται σε τούτο το βιβλίο εδώ, εγώ σας πληροφορώ πως θα πλουτίσετε τις ψυχές σας με πίστη ακλόνητη, με βέβαιη ελπίδα, με αγάπη ανόθευτη, με συγχώρεση των αμαρτημάτων, και θα έχετε την απαλλαγή των ορατών και των αοράτων κακών, την απόλαυση των αιτημάτων σας, τη λύτρωση από τους πειρασμούς των δαιμόνων και την επικοινωνία και ένωση με τον Θεό και τους Αγγέλους του· επειδή, κατά τον χαριτώνυμο και χρυσόστομο κήρυκα της προσευχής: «όταν αληθινά συνομιλούμε στην προσευχή με τον Θεό, τότε γινόμαστε ένα με τους Αγγέλους» (Λόγος Περί Προσευχής). Και μ’ ένα λόγο, θέλω να σας πω, ότι με τις θείες τούτες προσευχές θ’ απολαύσετε ένα σωρό αγαθά, μια απέραντη θάλασσα από θησαυρούς, πλήθος από καλά, ολόκληρη θημωνιά από αρετές, ατελείωτη σειρά χαρισμάτων και ώριμους καρπούς πνευματικής ωφελείας.
(Πηγή: fdathanasiou.wordpress.com)

…Στην αρχή η ευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με» σε κάνει να τους βλέπεις όλους καλούς.

Σου μιλά όλη η κτίση και χαίρεσαι πολύ. Όσο πιο πολύ την λες, είναι σαν να φυτεύεις μία ρίζα μέσα σου και σιγά σιγά θα βλαστήσει και θα γίνει δένδρο.

Όταν θα βγαίνεις από το κελλί σου να βάλεις ένα όρο, ένα σημάδι. Θα λες: Από εδώ μέχρι εκεί θα λέω κάθε μέρα την ευχούλα.

Από τα σκαλοπάτια μέχρι την Εκκλησία θα λέω: «Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον με», και έτσι θα γίνει και θα μείνει καλή συνήθεια.

Στο διακόνημά σου πάλι να λες την ευχή. Το βράδυ να κάνεις και πνευματική μελέτη.

Στην αρχή, όταν θα την λες, θα αισθάνεσαι κόπωση στο μυαλό, αλλά μετά θα έρθουν τα δάκρυα. Φροντίστε για τα δάκρυα…
Η ευχή θα σας φέρει σε μία κατάσταση, που θα βλέπετε όλη την φύση σε μια ανείπωτη ομορφιά. Η φύση η ίδια θα σας συνομιλεί, θα σας χαμογελάει.

Όχι ότι αλλοιούται, και πότε είναι άγρια και πότε ήμερη, αλλά από τον ευδιάθετο τρόπο της ψυχής σας φέρεται και αυτή.

Όταν η ψυχή σας πάρει αυτόν τον αγιασμό λέγοντας την ευχούλα , θα βλέπετε την φύση βουτηγμένη σε μία ανέκφραστη χαρά.

Όταν προβιβασθείτε με την ευχή σε ανώτερο επίπεδο θα δείτε την φύση σε ανώτερη πνευματική κατάσταση. Όλη η φύση θα συμπροσεύχεται με σας.


Γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης (από το βιβλίο του Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού, Ο χαρισματούχος υποτακτικός Γέροντας Εφραίμ ο Κατουνακιώτης, Ιερά Μονή Βατοπαιδίου).

Σελίδα 1 από 16