Το παράδειγμα. 
«Ίνα επακολουθήσετε τοις ίχνεσιν αυτών». Μια νεαρή Κινέζα πολύ πρόσεχε έναν ιεροκήρυκα που από καιρό είχε έλθει στο χωριό της.

Της έκανε ιδιαίτερη εντύπωσι η αγάπη του για τους ασθενείς και τους πτωχούς, οι καλοί του τρόποι και πόσο ακούραστα πάντα προσπαθούσε να κάνη το καλό. Μια ημέρα έτυχε η μικρή Κινέζα να συναντηθή σ’ ένα χωριό με μια ιεραπόστολο η οποία άρχισε να της διηγήται για κάποιον που χε έλθει να υπηρετήση τους άλλους, να περιθάλψη τους πτωχούς, να δώση το φώς στους τυφλούς κλπ.».
Αφού τέλειωσε την αφήγησί της ρώτησε την Κινεζοπούλα.
-«Ξέρεις ποιός είναι αυτός;»
«Μάλιστα, απάντησε αφελέστατα, τον ξέρω, είναι ο Ιεραπόστολος του χωρίου μας».
Η ζωή του Ιεραποστόλου αυτού ταίριαζε τόσο πολύ με την περιγραφή του Ιησού.
Σήμερα ο κόσμος έχει ανάγκη από ανθρώπους που να ζουν τη ζωή του Χριστού.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο163)

Η ζωντανή «Μίμησις»
Ένας άγιος ιερεύς, ονόματι Φρανσουά Μπιγιόν, βρισκόταν στη φυλακή της Βαστίλλης κατά τη Γαλλική Επανάσταση, μαζί με τον κόμητα ντε Λουζέν που ήταν πρώτα άπιστος κι άσωτος, αλλά είχε μετανοήσει χάρι στον συγκρατούμενό του κληρικό.
Μια μέρα κάποιος γνωστός του ιερέως ήρθε στη φυλακή και τον ρώτησε τι ήθελε να του φέρη απ' έξω.
— Μια «Μίμηση του Χριστού», αποκρίθηκε ο ιερεύς.
— Και σείς, κύριε, τι θέλατε, ρώτησε ο επισκέπτης τον κόμητα ντε Λουζέν.
— Εγώ; Τίποτε, είπε εκείνος.
Και προσβλέποντας προς τον ιερέα, πρόσθεσε:
— Έχω τη «Μίμηση του Χριστού» ζωντανή μπροστά μου. Έχω τον ιερέα Φρανσουά Μπιγιόν.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973 Νο284)

 

 

Η διαφορά. 
Ένας ιεροκήρυξ ετελείωσε το υπαίθριον κήρυγμά του, και το ακροατήριον ητοιμάζετο να διαλυθή, όταν αυτός τους φωνάζη:

«Μια στιγμή, κυττάξτε εκεί στο δρόμο!

Περνούσαν δύο, με δεμένα τα χέρια με την αλυσσίδα, και δύο αστυφύλακες τους είχαν στη μέση !! Όλοι γύρισαν να τους ιδούν.

«Λοιπόν, λέγει ο ιεροκήρυξ, μεταξύ εμού και αυτών δεν υπάρχει καμμιά διαφορά!! Εάν εγώ είμαι εδώ και σας κηρύττω και αυτοί εκεί αλυσσοδεμένοι, την διαφοράν την κάνει η χάρις του Θεού, που εδέχθηκα εγώ στην καρδιά μου, ενώ εκείνοι ευρέθηκαν εις άλλο περιβάλλον, δεν άκουσαν περί Θεού, ή αδιαφόρησαν και περιφρόνησαν την αγάπην του Θεού, και βρίσκονται σήμερα στη λυπηρά αυτή θέση.

Η φύσις μας είναι η ίδια, αμαρτωλή. Σ' αυτούς εξελίχθη χωρίς το χαλινάρι του Θεού, από μια κακή σκέψη, σ’ ένα κακό λόγο, και τέλος σε μια κακή πράξη, που τους έφερε στο λυπηρόν αυτό κατάντημα».

Η χάρις του Θεού η σωτήριος, προσφέρεται σήμερον και στον καθένα από σας, δωρεάν, δια του Χριστού».
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο104)

Ένας άθεος προσεύχεται! 

Στις φοβερές μάχες του Στάλινγκραντ, το 1942—43, ένας Ρώσος στρατιώτης, ο Μίτια, αναφέρει το εξής περιστατικό:

Οι Γερμανοί μας κτυπούσαν σκληρά. Σε μια στιγμή είδα ένα Γερμανό να έρχεται επάνω μου, και αμέσως άλλον.. άλλον.. μια ολόκληρη σειρά. Άρπαξα το πολυβόλο μου και οι σφαίρες έφευγαν βροχή.

Ξαφνικά το πολυβόλο σταμάτησε. Οι σφαίρες είχαν τελειώσει! Οι Γερμανοί έφθασαν πολύ κοντά μου. Ένα σύγκρυο με έπιασε από τον τρόμο.

Στο φόβο μου, χωρίς να το νοιώσω, έβαλα μια φωνή:

«Θεέ μου, βοήθησέ με!...»

και έτρεχα να φθάσω στο πρόχωμα. Όσο έτρεχα, τόσο προσευχόμουνα. Σε λίγο ο κίνδυνος είχε φύγει, και εγώ αναρωτιόμουνα:

“Εγώ, κομμουνιστής, μέλος της Κομσομόλ, αρχηγός Μαχητικών Αθέων προσευχήθηκα!"

Μάλιστα, στον κίνδυνο και οι άθεοι προσεύχονται!

(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973 Νο278)

Είπεν ο άφρων... Ουκ έστι Θεός

Ένας Θεολόγος στην Γερμανία, μπήκε σε μια ταβέρνα. Ένας από τους θαμώνες είπε δυνατά για να τον ακούση ο Θεολόγος:

—  Δεν υπάρχει Θεός!

Ο Θεολόγος τον πλησίασε και του είπε ήρεμα:

—  Φίλε μου, αυτό που είπες δεν είναι καθόλου καινούργιο. Η Αγία Γραφή το λέει τώρα και χιλιάδες χρόνια.

Ο άνθρωπος παραξενεύθηκε. Και ο Θεολόγος επανέλαβε τα λόγια του Ψαλμωδού: «Είπεν ο άφρων εν τη καρδία αυτού, ουκ έστιν Θεός» (Ψαλμ. ιγ' 1). 

—  Αλλά, φίλε μου, συνέχισε ο Θεολόγος, υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα σ' εσένα και στον άφρονα. Εκείνος μόνο το σκέφθηκε, ενώ εσύ το διαλαλείς στις ταβέρνες.

(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο567)

Θεοποίησις του εγώ

Κατηγορούσαν κάποτε μπροστά στον διάσημο Άγγλο φιλόσοφο Τζων Ράσσελ (1795-1878) κάποιον ορθολογιστή ως άθεο.

Κι ο Ράσσελ απάντησε:

— Αυτό είναι ψέμμα. Δεν πρόκειται καθόλου για άθεο. Κανείς στον κόσμο δεν είναι πραγματικά άθεος.

Ο άνθρωπος, για τον όποιο μου μιλάτε, πιστεύει απόλυτα στην ύπαρξη ανωτέρου Όντος, με τη διαφορά ότι αυτό το Όν είναι ο ίδιος ο εαυτός του.

Εκεί που ξερριζώνεται ο Θεός, λατρεύεται το Εγώ.

(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973 Νο380)


Ο διαπρεπής χειρούργος Μπουντόν εκλήθη από τον Ντυμουά, πρωθυπουργόν της Γαλλίας, να του κάμη μιαν σπουδαίαν εγχείρησιν.

Ο πρωθυπουργός, όταν είδε τον χειρούργον να μπαίνη εις το δωμάτιόν του, του είπε:
—  Δεν φαντάζομαι να με μεταχειρισθήτε με τον ίδιο τραχύν τρόπον, με τον οποίον μεταχειρίζεσθε τους πτωχούς και αθλίους αρρώστους εις το νοσοκομείον σας.
—  Εξοχώτατε, απήντησε με πολλήν αξιοπρέπειαν ο Μπουντόν, καθένας από τους αθλίους αυτούς αρρώστους, όπως ευαρεστείται η εξοχότης σας να τους ονομάζη, είναι δι’ εμέ και ένας πρωθυπουργός.


(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973 Νο331)

Είναι ανάγκη να εξετάσουμε τον εαυτό μας " εφ' όλης της ύλης ", όπως λέμε στο σχολείο.
Όλοι οι άνθρωποι,δεν έχουν τις ίδιες αδυναμίες και τα ίδια πάθη. Επίσης, ο καθένας μας
δεν είναι επιρρεπής σε όλα μαζί τα πάθη. Συνεπώς, πρέπει να ερευνήσουμε τη συνείδησή μας
με το φως του ευαγγελίου του Χριστού,για να δούμε τις δικές μας αμαρτίες και ιδιαιτέρως
τις χρόνιες αμαρτωλές μας συνήθειες,τα πάθη μας. Και στην κατανίκησή τους να εστιάσουμε
τον αγώνα μας με την καθοδήγηση έμπειρου ιερέα - πνευματικού πατέρα.
Το παρακάτω περιστατικό δείχνει χαρακτηριστικά τι σημαίνει ότι πρέπει να είμαστε...
διαβασμένοι εφ' όλης της ύλης:

" Ένα ζευγάρι πήρε τη χαρτοσακκούλα με τα φαγητά που παρήγγειλε σε κατάστημα φαστ-φουντ
επί της εθνικής οδού.
Στην συνέχεια, πηγαίνοντας λίγο παραπέρα, σταμάτησαν να φάνε. Ξετυλίγοντας το πακέτο της σακκούλας
οι άνθρωποι σοκαρίστηκαν! Αντί για τα φαγητά τους, είδαν δεσμίδες με χαρτονομίσματα.
Αμέσως γύρισαν πίσω, για να επιστρέψουν τα χρήματα. Είπαν: "Δεν είναι δυνατόν να κλέψουμε τον κόπο
τόσων ανθρώπων, έστω και αν δεν μας πήρε κανείς είδηση".
Φθάνοντας στο κατάστημα, είδαν περιπολικά της αστυνομίας και ένα συνεργείο τηλεόρασης.
Όλοι νόμιζαν πως επρόκειτο για ληστεία! Ο διευθυντής του καταστήματος μόλις έμαθε τι πραγματικά συνέβη,
χαρούμενος αλλά και έκπληκτος για το γεγονός, είπε στο ζεύγος:
-Απόψε, θα είστε πρώτο θέμα στο δελτίο ειδήσεων, για την τιμιότητά σας. Θα βροντοφωνάξω σε όλους
ότι ακόμη υπάρχουν έντιμοι και ενάρετοι άνθρωποι στον κόσμο, για να γίνετε παράδειγμα προς μίμηση!
-Σας παρακαλώ, όχι δημοσιότητα. Το χρέος μας κάναμε, απάντησε ταραγμένος ο άνδρας.
-Μα τι λέτε; Επιστρέψατε τόσο πολλά χρήματα, και, τουλάχιστον να μην σας επαινέσουμε δημοσίως;
Σε κατάσταση πανικού, ο άνδρας είπε:
-Σας ικετεύω, όχι δημοσιότητα . Η κυρία που συνοδεύω δεν είναι σύζυγός μου!..."

Ένα ακόμη κωμικοτραγικό παράδειγμα του πως εννοούμε το καλό και το κακό στην ζωή μας.Ο άνθρωπος
της ιστορίας μας θεωρούσε κλοπή το να κρατήσει μεγάλο χρηματικό ποσό που του έπεσε στα χέρια,
ενώ θα μπορούσε να το κάνει χωρίς καν τον κίνδυνο να τον συλλάβουν! Ταυτόχρονα, όμως με άνεση,
απατούσε την γυναίκα του!
Πόσο αληθινά είναι τα λόγια του αποστόλου Ιακώβου: " Όποιος τηρήσει όλες τις διατάξεις του νόμου
και παραβεί μία, θεωρείται ένοχος παράβασης όλου του νόμου".(Ιακ.2,10).
Παράβαση του νόμου του Χριστού είναι η κάθε αμαρτία. Και κάθε αμαρτία σημαίνει χωρισμό από τον Χριστό.

Από το βιβλίο του Αρχ. Νίκωνος Κουστίδη: "Από το Άγχος στην Αναψυχή".


(από το βιβλίο της Νίνα Πάβλοβα "Η ημέρα του αρχαγγέλου Μιχαήλ").

Ένα αγοράκι από το οικοτροφείο εγκαταλελειμμένων παιδιών έμεινε ένα βράδυ στο σπίτι μου και μου έλεγε:
- Σ'εμάς στο οικοτροφείο,η οικονόμος όταν πίνει αρχίζει αμέσως να βρίζει τις μητέρες μας που εγκατέλειψαν
τα παιδιά τους!
- Εσύ την κρίνεις την μητέρα σου;
- Όχι.Εγώ αγαπώ τόσο πολύ τον Ιησού Χριστό,που έχω εμπιστοσύνη σε όλα τα λόγια Του.
Ο Κύριος δεν μας είπε να αγαπάμε μόνο τις καλές μαμάδες,ενώ εάν μας εγκαταλείψουν να τις περιφρονούμε.
Μπορεί η μαμά να είχε μια ζωή τόσο δύσκολη,που θα πρέπει να την λυπάμαι!
Το παιδάκι σώπασε για αρκετή ώρα και ξάφνου είπε:
- Εγώ οπωσδήποτε θα συναντηθώ με την μαμά.
Όλοι θα μαζευτούμε κοντά στον Ιησού Χριστό και θα γνωρίσουμε ο ένας τον άλλον.
Θα την πλησιάσω και θα της πω: " Μαμά,εγώ είμαι.Πως έζησες στη γη μανούλα μου; "

Αν ένα μικρό παιδί,αγαπώντας τον Χριστό,βρήκε την δύναμη να συγχωρήσει την μητέρα που το πέταξε,
τότε κανείς δεν δικαιολογείται να μην μπορεί να φτάσει σε τέτοιες και παρόμοιες κορυφές αγιότητας!

Απόσπασμα από το βιβλίο του Αρχιμ.Νίκωνα Κουτσίδη (Από το Άγχος στην Αναψυχή).

Το ανέκδοτο.

Κάποιος Εβραίος βρήκε ένα Χριστιανό και του λέει: «Είσαι καλός Χριστιανός;». Λέει, «προσπαθώ». Του αστράφτει ένα χαστούκι.

Λέει: «Αν είσαι καλός Χριστιανός, στρέψε και το άλλο μάγουλο». Του έστρεψε και το άλλο. Του έδωσε άλλο χαστούκι. «Στρέψε πάλι». Του έδωσε άλλο. Έφαγε καμιά δεκαριά χαστούκια από τον Εβραίο και μάλιστα δυνατά. Του λέει τότε. «Τώρα παραδέχομαι ότι είσαι καλός Χριστιανός».

«Όχι», του λέει, «ακόμη είμαι μισός Χριστιανός. Τώρα θα γίνω ολόκληρος». Τον παίρνει τον Εβραίο, του δίνει ένα γερό ξύλο και του λέει˙ «“Δωρεάν ελάβετε, δωρεάν δότε” (Μθ 10, 8), λέει το Ευαγγέλιο. Τώρα», του λέει, «το τήρησα και στις δυο πλευρές το Ευαγγέλιο. Μέχρι πριν ήμουνα μισός, τώρα είμαι ολόκληρος».

Διότι εκεί πράγματι του χρειαζότανε και είχε αποτελέσματα˙ πολύ καλά του έκανε. (π. Επιφάνιος Θειδωρόπουλος)

Η σοβαρή ερμηνεία
Ματθαίου 5,39 Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν μὴ ἀντιστῆναι τῷ πονηρῷ(1)· ἀλλ᾿ ὅστις(2) σε ῥαπίσει(3) ἐπὶ τὴν δεξιὰν(4) σιαγόνα, στρέψον αὐτῷ καὶ τὴν ἄλλην(5)·
(3) «Όπως ακριβώς όταν λέει ότι αυτός που αποκαλεί τον αδελφό του ανόητο θα είναι ένοχος στη γέεννα, δεν το λέει μόνο για αυτήν την λέξη, αλλά και για κάθε κοροϊδία, έτσι λοιπόν και εδώ, δεν νομοθετεί αν μας ραπίζουν να το υποφέρουμε με γενναιότητα, αλλά και οτιδήποτε τυχόν πάσχουμε, να μην αναστατωνόμαστε. Για αυτό και εκεί επέλεξε την χειρότερη βρισιά, και εδώ το πιο ατιμωτικό θεωρούμενο χτύπημα, το χτύπημα στο σαγόνι, που είναι και το πιο υβριστικό» (Χρυσόστομος).
(4) Ή, το δεξί σαγόνι αναφέρεται ως πιο ευγενές μέλος, παρόλο που πιο φυσικό είναι να χτυπηθεί από το δεξί χέρι αυτού που χτυπά το αριστερό μάγουλο αυτού που χτυπιέται (L).
Ή, εννοείται εδώ το δεξί χέρι που χτυπά με το εξωτερικό χέρι το δεξί μάγουλο και έπειτα το αριστερό μάγουλο με την παλάμη (δ). Και οι δύο εκδοχές σοβαρές.
(5) «Διατάζει όχι μόνο να μην αμυνόμαστε, αλλά και περισσότερο να παραδίδουμε τον εαυτό μας σε αυτόν που χτυπά και να τον συγκρατούμε με την ανεξικακία και μεγαλοψυχία μας» (Ζιγαβηνός Ευθύμιος). Πρέπει αυτός που χαστουκίζεται να είναι διατεθειμένος να υπομείνει και άλλες ύβρεις, χωρίς να εκδικηθεί (L).
Καθόλου όμως δεν αποκλείει και τη χρήση του λόγου προς αυτόν που φέρεται έτσι άτοπα, αλλά μάλιστα προϋποθέτει ότι αυτή ακολουθεί μαζί με την μη αντίσταση και εξηγεί τους λόγους και τα αίτια της υποχώρησης, ότι δηλαδή αυτή δεν γίνεται από φόβο, αλλά από αγάπη. Για αυτό και ο Σωτήρας τον δούλο του αρχιερέα που τον χαστούκισε από τυφλό ζήλο, αμέσως τον νουθέτησε (δ).

Ιωάννου 18,22 ταῦτα δὲ αὐτοῦ εἰπόντος εἷς τῶν ὑπηρετῶν παρεστηκὼς ἔδωκε ῥάπισμα τῷ Ἰησοῦ εἰπών· οὕτως ἀποκρίνῃ τῷ ἀρχιερεῖ;
Ιωάννου 18,23 ἀπεκρίθη αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς(1)· εἰ(2) κακῶς ἐλάλησα(3), μαρτύρησον περὶ τοῦ κακοῦ(4)· εἰ δὲ καλῶς, τί με δέρεις(5);

(1) «Ρωτάνε λοιπόν κάποιοι, πώς δεν γύρισε και το άλλο μάγουλο ο Χριστός σε αυτόν που τον χαστούκισε…; Λέμε λοιπόν εμείς, ότι και η εντολή εκείνη εισηγήθηκε το να μην αμυνόμαστε, λόγω των ερίδων που προκαλούνται από αυτό. Και τώρα λοιπόν ο Χριστός δεν αμύνθηκε εναντίον αυτού που τον ράπισε· αλλά μάλλον χωρίς να τον σπρώξει ούτε να φύγει από αυτόν, ήταν έτοιμος και για άλλες πληγές· δικαιολογήθηκε όμως, για να μην δώσει την εντύπωση με τη σιωπή του ότι είναι αυθάδης, πράγμα για το οποίο και κατηγορήθηκε πριν» (Ζιγαβηνός Ευθύμιος).
«Δεν απαντά αληθινά και με πραότητα και δίκαια και ταυτόχρονα δεν προσφέρει όχι μόνο και το άλλο μάγουλο σε αυτόν που τον ράπισε, αλλά όλο το σώμα του να καρφωθεί στο ξύλο; Από εδώ έδειξε μάλλον, ό,τι χρειαζόταν να δειχτεί, δηλαδή ότι τα μεγάλα εκείνα παραγγέλματά του πρέπει να εκπληρώνονται όχι με σωματική επίδειξη, αλλά με προετοιμασία της καρδιάς. Διότι είναι δυνατόν και οργισμένος κάποιος ορατά να προβάλλει και το άλλο του μάγουλο. Αλλά πόσο καλύτερο είναι, όταν κάποιος εσωτερικά όντας ειρηνικός δίνει αληθινή απάντηση και με ήρεμη διάνοια φυλάει τον εαυτό του έτοιμο, για να υπομείνει επερχόμενα βαρύτερα παθήματα;» (Αυγουστίνος).
Ο Κύριος αποκρίνεται με πραότητα και ειρηνικά, ανακαλώντας τον υπηρέτη, όπως προηγουμένως και τον αρχιερέα στον τρόπο και την μέθοδο που άρμοζε στη νόμιμη έρευνα (τ)...
(Υπομνήματα Π.Ν. Τρεμπέλα στο κατά Ματθαίον & κατά Ιωάννην,μετάφραση π. Νικόλαος Πουλάδας)

Κουραστήκαμε από την ακατάσχετη πολυλογία, προχειρολογία και φθηνολογία.

Το κόστος τους είναι βαρύ, αλλοιώνουν την ουσία, τα πρώτα, τα σημαντικά, τα καίρια και ιερά...

Έχουμε ανάγκη από την ανάπαυση στη χρυσή σιωπή, την πολύτιμη ακοή, τη βιωματικότητα των απαραίτητων λόγων.

Χρειάζεται μια αντίσταση στους πρόχειρους κι εύκολους λόγους...

Αξίζει να καταλαγιάσουμε, να ησυχάσουμε, να ξαποστάσουμε για ν’ ακούσουμε μέσα στην ησυχία τη χαμηλή φωνή του Θεού, της συνειδήσεως μας, τη διδακτική φωνή του ιερού παρελθόντος, για να μετανοήσουμε ειλικρινά.... 

Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου


Οι δυο ταξιδιώτες
Λένε οι ιστορίες των παλιών πως μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας γεωργός. Μια μέρα κίνησε να πάει στο χωράφι του, παρέα με το βόδι του. Φτάνει στο χωράφι, ζεύει το βόδι στο αλέτρι κι αρχίζει να οργώνει το χώμα. Πήγαινε κι ερχότανε, πήγαινε κι ερχότανε πίσω από το αλέτρι, που η μύτη του έσκιζε στα δυο τη γης κι ανακάτευε για τα καλά το χώμα. Κι όλο πήγαινε, κι όλο ερχόταν και ζύμωνε τούτος ο άνθρωπος τη γη με τον ίδρο του και την πότιζε με το αίμα του.
Την ώρα που όργωνε το χωράφι του, φάνηκε να έρχεται από μακριά ένας ταξιδιώτης. Είχε λένε αυτός ένα δισάκι στον ώμο και μια σκούφια φορεμένη στο κεφάλι, τα παπούτσια του ήταν πνιγμένα στο χώμα του δρόμου και το κεφάλι κοίταζε τη γης. Σιμώνει αυτός καμιά φορά το χωράφι του γεωργού και στάθηκε να τον χαιρετίσει. Ο γεωργός πάλι, άλλο που δεν ήθελε να πάρει μιαν ανάσα, αφήνει στην άκρη το αλέτρι, και τεντώνει το κορμί του, για να ξεπιαστεί κομματάκι από τη δουλειά.
Ο ταξιδιώτης τότε γυρίζει και του λέει:

«Καλημέρα, πατριώτη. Πηγαίνω κατά την πολιτεία που είναι πίσω απ' τα βουνά. Μήπως ξέρεις του λόγου σου, μήπως έχεις ακούσει τι λογής άνθρωποι μένουν εκεί πέρα;»

Ο γεωργός άκουσε τα λόγια του ταξιδιώτη και τον ρωτάει:

«Για πες μου, εσύ, αδελφέ, τι λογής ανθρώπους είχε ο τόπος που άφησες πίσω σου; Μήπως ξέρεις;»

Ο ταξιδιώτης παίρνει μιαν ανάσα και αποκρίνεται.

«Πού να στα λέω, πατριώτη! Ανοιχτή πληγή, ήτανε σου λέω! Από κακία άλλο τίποτα! Όλο σε καβγάδες έμπλεκαν κι από δουλειά ούτε κουβέντα. Ήταν γεμάτοι εγωισμό και μονάχα να γκρινιάζουν ήξεραν. Για όλα είχανε να πουν την κουβέντα την κακή, κι έναν καλό λόγο δεν είχαν για κανένα… Σαν και αυτούς άλλος στον κόσμο δεν ξαναπέρασε. Δεν μπορείς να φανταστείς τι χαρά που έχω που έφυγα από κείνον τον τόπο και δε θα ξαναδώ τα μούτρα τους!»

Ο γεωργός τον ακούει και αποκρίνεται:

«Ώστε έτσι ε; Τότε φοβάμαι, πως θα συναντήσεις τέτοιους ανθρώπους και στην πολιτεία που είναι πίσω απ' τα βουνά…»
Ο ταξιδιώτης στράβωσε τα μούτρα του, μουρμούρισε δυο βρισιές κι έσυρε τα πόδια του πάνω στον σκονισμένο δρόμο, τραβώντας προς τα κει που ήτανε, λέει, η πολιτεία. Σε λίγο χάθηκε μέσα στον ορίζοντα η σκιά του.
Κάμποσες ώρες αργότερα, έτυχε να περνάει από τον ίδιο τόπο ένας άλλος ταξιδιώτης. Ερχότανε του λόγου του από τον ίδιο δρόμο, και είχε ένα χαμόγελο στα χείλη. Βλέπει από μακριά τον γεωργό, τον σιμώνει, τον χαιρετάει και του λέει:

«Αδερφέ, για πες μου, εσύ που ξέρεις τούτον τον τόπο, μήπως έχεις ακούσει τι άνθρωποι ζούνε πέρα απ' τα βουνά, στην πολιτεία;»

Ο γεωργός που ήθελε να πιάσει την κουβέντα, γυρίζει και του αποκρίνεται:

«Για πες μου, πατριώτη, τι ανθρώπους έχει η πολιτεία που άφησες πίσω στον τόπο σου;»

Ο ταξιδιώτης τότε του απαντάει:

«Αχ! Αυτή η πολιτεία! Μη μου ξύνεις τέτοια ώρα τις πληγές! Πού να στα λέω! Τέτοιους ανθρώπους δεν βρίσκεις εύκολα, πατριώτη! Ήταν αυτοί άνθρωποι της δουλειάς, ποτέ δεν κορόιδεψαν κανέναν. Ήταν τίμιοι, και με την καρδιά τους ανοιχτή σαν περιβόλι. Με έναν καλό λόγο για τον καθένα. Στο τραπέζι τους μια καρέκλα πάντα για τον περαστικό, η πόρτα του σπιτιού τους ανοιχτή για τον ξένο, πάντα να σε ακούσουν και να σε στηρίξουν. Δε μπορείς να φανταστείς πόσο στενοχωρήθηκα που αναγκάστηκα να τους αφήσω.
Ο γεωργός τότε, του λέει:

«Μη φοβάσαι, αδερφέ. Θα συναντήσεις τέτοιους ανθρώπους, τους, ίδιους, και στην πολιτεία που θα βρεις μπροστά σου. Καλό σου ταξίδι».

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε σ' έναν τόπο ένας άρχοντας. Ήταν που λέτε, αυτός πολύ πλούσιος κι είχε σπίτια, κτήματα και ζώα που τα έχανες στο μέτρημα. Είχε ανθρώπους πολλούς στη δούλεψή του μα είχε και μια στενοχώρια ακόμα μεγαλύτερη. Λένε πως είχε ένα γιο μονάκριβο, που ήταν αυτός μεγάλος τεμπέλης κι αχαΐρευτος και έγνοια άλλη δεν είχε στο μυαλό του παρά μονάχα πώς να πηγαίνει από γλέντι σε γλέντι και να σκορπάει τα λεφτά του. Πού τον έχανες πού τον έβρισκες, πότε στα καπηλειά και στις ταβέρνες να τρώει και να πίνει, και στα ξενύχτια και σε γιορτές να ξοδεύει τον κόπο αλλωνών. Κι ήταν αυτός κεφάλι αγύριστο, που δεν έπαιρνε μήτε από λόγια μήτε από συμβουλές. Το κατάλαβε ο πατέρας του πως σαν πεθάνει, ο γιος του δεν θα αφήσει ούτε λεφτά ούτε κτήματα που να μην τους βάλει χέρι, και θα γίνουν όλα καπνός και θα χαθούν. Κάθισε και σκέφτηκε τι να κάνει, για να μην βρεθεί στο δρόμο και πεινάσει το παιδί του και πάρει το βιος του ο αέρας.
Μια μέρα ο άρχοντας φωνάζει τον γιο του. Είχε πια γεράσει για τα καλά κι ο χρόνος θόλωσε τα μάτια του και βάρυναν τα χρόνια πάνω στο κορμί του. Κατάλαβε πως ήταν η ώρα του να φύγει. Παίρνουν την άμαξα και πηγαίνουν σ' ένα απ' τα πολλά σπίτια που είχε ο άρχοντας. Μα αυτό δεν ήταν σαν τα άλλα. Φαίνονταν άδειο κι ερημωμένο, με τα πατώματα να τρίζουν και τους τοίχους έτοιμους να πέσουν. Κατέβηκαν από την άμαξα και μπήκαν μέσα στο σπίτι. Πήγαν σε μια κάμαρα που απ' το ταβάνι της κρεμόταν μια κρικέλα. Ο πατέρας τότε μίλησε και λέει: «Γιε μου, εγώ σε λίγο καιρό θα πεθάνω, γέρασα πια, τα 'φαγά τα ψωμιά μου. Με τα μυαλά όμως που κουβαλάς, το βλέπω πως πολύ γρήγορα δεν θα σου μείνει δεκάρα τσακιστή. Όταν θα τα 'χεις χάσει όλα, περιουσία κι ελπίδα, όταν θα πιάσεις πάτο στο κατήφορο και δεν θα σου έχει απομείνει τίποτα άλλο, να έρθεις σ' αυτό το σπίτι. Άκου καλά! Να περάσεις ένα σκοινί απ' την κρικέλα που βλέπεις στο ταβάνι και να κρεμαστείς, για να γλιτώσεις εσύ απ' τα βάσανα κι ο κόσμος απ' τα κρίματα που κουβαλάς!». Ο γιος του, λένε, δεν έδωσε σημασία, γιατί είχε το νου του να πάει να βρει τις παρέες του να γλεντήσει.
Πέρασαν λίγες βδομάδες κι ο άρχοντας σφάλισε τα μάτια του για πάντα. Ο γιος του από την ίδια κιόλας μέρα άρχισε να ροκανίζει όλα αυτά που απόμειναν δικά του. Απόχτησε πιότερους φίλους, κι οι παρέες του, λένε, έρχονταν στο αρχοντικό και έτρωγαν κι έπιναν και γλεντούσαν. Τώρα τα ξενύχτια κυλούσαν το ένα μετά το άλλο. Κουβαλήθηκαν κι άλλοι φίλοι, καινούργιες βδέλλες, που μυρίστηκαν παράδες. Τον καλόπιαναν με κολακείες και του έπαιρναν λεφτά με τις ψευτιές. Τραπέζια ολοένα στρώνονταν γιομάτα μ' όλων των ειδών τα καλά, και να οι μουσικές κι οι χοροί. Περνούσε ο καιρός και οι σπατάλες άδειασαν τα σεντούκια. Ύστερα το άδειασμα των σεντουκιών ακολούθησε κι εκείνο των αποθηκών με τα γεννήματα, και λίγο μετά ήρθε το ξεπούλημα των κτημάτων και των κοπαδιών. Πούλησε αυτός τα χωράφια και τα περιβόλια που έφερναν σοδειές και όταν τέλεψαν κι αυτά, άρχισε να πουλάει τα σπίτια που του άφησε ο πατέρας του. Στο τέλος βρέθηκε να πουλάει και το μεγάλο αρχοντικό κι απόμεινε στο δρόμο με όλα κι όλα τρία γρόσια στο χέρι.
Οι φίλοι κι οι παρέες είχαν αρχίσει να αραιώνουν από καιρό και στο τέλος τον άφησαν ολομόναχο να γυρνάει στους δρόμους εδώ κι εκεί. Όταν δεν του απόμεινε παρά μόνο η απελπισιά, έφερε στο νου του κείνο το παλιό σπίτι, που τον είχε πάει ο πατέρας του. «Εκεί θα περάσω τη νύχτα μου...» μουρμούρισε και πήγε. Στο δρόμο αγόρασε με τα τελευταία λεφτά λίγο ψωμί και χαλούμι. Φτάνει καμιά φορά στο σπίτι που με δυσκολία στεκόταν όρθιο. Μπαίνει στην καμάρα και κοιτάζει το ταβάνι με την κρικέλα. «Αύριο θα κρεμαστώ να μη βασανίζομαι άλλο» είπε και έφερε στο νου του τα λόγια του πατέρα του. Τη νύχτα, την ώρα που αυτός κοιμόταν σε μια γωνιά, βγήκαν τα ποντίκια και του έφαγαν το ψωμί και το τυρί και δεν έμεινε μήτε ψίχουλο.
Το πρωί ξυπνάει και βλέπει τι έγινε. Αντί να κρεμαστεί όμως, πηγαίνει στους παλιούς του φίλους να τους ζητήσει να του δώσουν να φάει κατιτί, μην φύγει απ' αυτόν τον κόσμο πεινασμένος. Τους βρήκε στον καφενέ να περνάνε την ώρα τους. Τους είπε τι έγινε τη νύχτα στο παλιό σπίτι με τα ποντίκια και τους ζήτησε να του δώσουν να φάει. Εκείνοι ξέχασαν πολύ γρήγορα τα τραπέζια που τους έκανε τον παλιό καλό καιρό και γέλασαν μαζί του. Του είπαν πως τα ποντίκια δεν τρώνε ψωμί και τυρί και πως τους λέει ψέματα. Γυρίζει τότε εκείνος στο παλιόσπιτο. Ρίχνει ένα σκοινί, το περνάει απ' την κρικέλα και το δένει στο λαιμό του. Την ώρα που το τράβηξε να κρεμαστεί, «γκραπ!» κάνει μια και γκρεμίζεται το ταβάνι και πέφτει μια στάμνα γιομάτη με λίρες και λαμποκόπησε όλη η κάμαρα απ’ το χρυσάφι. Τα μάτια του αστράψανε. «Σίγουρα τούτη είναι δουλειά του πατέρα μου. Κατάλαβε τι θα πάθω με το μυαλό που κουβαλάω και φρόντισε για μένα μπας και καταλάβω το λάθος μου». Ύστερα για κάμποσο απόμεινε σκεφτικός.
Από κείνη τη μέρα έγινε άλλος άνθρωπος. Δούλεψε σκληρά και λένε πως κατάφερε τα πάρει ένα χωράφι κι ένα περιβόλι πίσω. Η σοδειά τους και η δική του φροντίδα τού έφερε σιγά σιγά το βιος του και πάλι. Αγόρασε περισσότερα χτήματα που του έδωσαν πιο πολλά γεννήματα. Οι φίλοι του άρχισαν να έρχονται ξανά κοντά του γιατί θυμούνταν τα παλιά τα γλέντια και την καλοπέραση που είχαν μαζί του. Αλλά τώρα αυτός είχε το νου του γιατί κατάλαβε...
Μια μέρα πήγαν να τον χαιρετίσουν τάχα και να αρχίσουν τα καλοπιάσματα και τις κολακείες, μα τον βρήκαν μαραζωμένο και σε μεγάλη στενοχώρια. «Τι έχεις, άρχοντα, καλέ μας φίλε;» τον ρώτησαν, τάχα μου όλο νοιάξιμο. Εκείνος τότε τους αποκρίθηκε: «Αφήστε, πού να σας τα λέω! Είχα αγοράσει κρικέλες, καρφιά και κλειδαριές για τις πόρτες του σπιτιού μου, μα τη νύχτα βγήκαν τα ποντίκια και μου τα φάγανε». Οι παλιοί φίλοι στην αρχή παραξενεύτηκαν: «Μα τι λες, άρχοντα, τι μας ξεστομίζεις; Τρώνε τα ποντίκια σίντερο;» τον ρώτησαν, αλλά σε λίγη ώρα άλλαξαν τις κουβέντες τους αφού κοιτάχτηκαν με νόημα μεταξύ τους: «Μα βέβαια, κι οι ποντικοί τρώνε σίντερο, έχεις δίκιο άρχοντα!» του αποκρίθηκαν. Τότε ο άρχοντας θυμήθηκε το πάθημα του, θυμώνει και τους λέει: «Όταν ήμουνα φτωχός και κουρελής, σας είπα πως οι ποντικοί μού φάγανε το ψωμί και το χαλούμι, μα εσείς κάνατε τάχα πως δεν με πιστεύατε και με κοροϊδέψατε. Τώρα που ξανάγινα πλούσιος και δυνατός, σας λέω πως οι ποντικοί μού φάγανε τα σίδερα, και για να με κολακέψετε πιστεύετε τις κουβέντες μου! Φύγετε από μπροστά μου παλιάνθρωποι, δεν σας θέλω για φίλους!».
Γι' αυτό λένε στην Κύπρο: «Πιστεύουνε τον άρχοντα και ψέματα αν λαλεί και περιπαίζουν τον φτωχό αλήθεια άμα πει...»

(Παραμύθια λαϊκά ενάντια σε δύσκολους καιρούς, Δημήτρης Β. Προυσάλης, εκδ. Εύμαρος

Σελίδα 1 από 9