Κουραστήκαμε από την ακατάσχετη πολυλογία, προχειρολογία και φθηνολογία.

Το κόστος τους είναι βαρύ, αλλοιώνουν την ουσία, τα πρώτα, τα σημαντικά, τα καίρια και ιερά...

Έχουμε ανάγκη από την ανάπαυση στη χρυσή σιωπή, την πολύτιμη ακοή, τη βιωματικότητα των απαραίτητων λόγων.

Χρειάζεται μια αντίσταση στους πρόχειρους κι εύκολους λόγους...

Αξίζει να καταλαγιάσουμε, να ησυχάσουμε, να ξαποστάσουμε για ν’ ακούσουμε μέσα στην ησυχία τη χαμηλή φωνή του Θεού, της συνειδήσεως μας, τη διδακτική φωνή του ιερού παρελθόντος, για να μετανοήσουμε ειλικρινά.... 

Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου


Οι δυο ταξιδιώτες
Λένε οι ιστορίες των παλιών πως μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας γεωργός. Μια μέρα κίνησε να πάει στο χωράφι του, παρέα με το βόδι του. Φτάνει στο χωράφι, ζεύει το βόδι στο αλέτρι κι αρχίζει να οργώνει το χώμα. Πήγαινε κι ερχότανε, πήγαινε κι ερχότανε πίσω από το αλέτρι, που η μύτη του έσκιζε στα δυο τη γης κι ανακάτευε για τα καλά το χώμα. Κι όλο πήγαινε, κι όλο ερχόταν και ζύμωνε τούτος ο άνθρωπος τη γη με τον ίδρο του και την πότιζε με το αίμα του.
Την ώρα που όργωνε το χωράφι του, φάνηκε να έρχεται από μακριά ένας ταξιδιώτης. Είχε λένε αυτός ένα δισάκι στον ώμο και μια σκούφια φορεμένη στο κεφάλι, τα παπούτσια του ήταν πνιγμένα στο χώμα του δρόμου και το κεφάλι κοίταζε τη γης. Σιμώνει αυτός καμιά φορά το χωράφι του γεωργού και στάθηκε να τον χαιρετίσει. Ο γεωργός πάλι, άλλο που δεν ήθελε να πάρει μιαν ανάσα, αφήνει στην άκρη το αλέτρι, και τεντώνει το κορμί του, για να ξεπιαστεί κομματάκι από τη δουλειά.
Ο ταξιδιώτης τότε γυρίζει και του λέει:

«Καλημέρα, πατριώτη. Πηγαίνω κατά την πολιτεία που είναι πίσω απ' τα βουνά. Μήπως ξέρεις του λόγου σου, μήπως έχεις ακούσει τι λογής άνθρωποι μένουν εκεί πέρα;»

Ο γεωργός άκουσε τα λόγια του ταξιδιώτη και τον ρωτάει:

«Για πες μου, εσύ, αδελφέ, τι λογής ανθρώπους είχε ο τόπος που άφησες πίσω σου; Μήπως ξέρεις;»

Ο ταξιδιώτης παίρνει μιαν ανάσα και αποκρίνεται.

«Πού να στα λέω, πατριώτη! Ανοιχτή πληγή, ήτανε σου λέω! Από κακία άλλο τίποτα! Όλο σε καβγάδες έμπλεκαν κι από δουλειά ούτε κουβέντα. Ήταν γεμάτοι εγωισμό και μονάχα να γκρινιάζουν ήξεραν. Για όλα είχανε να πουν την κουβέντα την κακή, κι έναν καλό λόγο δεν είχαν για κανένα… Σαν και αυτούς άλλος στον κόσμο δεν ξαναπέρασε. Δεν μπορείς να φανταστείς τι χαρά που έχω που έφυγα από κείνον τον τόπο και δε θα ξαναδώ τα μούτρα τους!»

Ο γεωργός τον ακούει και αποκρίνεται:

«Ώστε έτσι ε; Τότε φοβάμαι, πως θα συναντήσεις τέτοιους ανθρώπους και στην πολιτεία που είναι πίσω απ' τα βουνά…»
Ο ταξιδιώτης στράβωσε τα μούτρα του, μουρμούρισε δυο βρισιές κι έσυρε τα πόδια του πάνω στον σκονισμένο δρόμο, τραβώντας προς τα κει που ήτανε, λέει, η πολιτεία. Σε λίγο χάθηκε μέσα στον ορίζοντα η σκιά του.
Κάμποσες ώρες αργότερα, έτυχε να περνάει από τον ίδιο τόπο ένας άλλος ταξιδιώτης. Ερχότανε του λόγου του από τον ίδιο δρόμο, και είχε ένα χαμόγελο στα χείλη. Βλέπει από μακριά τον γεωργό, τον σιμώνει, τον χαιρετάει και του λέει:

«Αδερφέ, για πες μου, εσύ που ξέρεις τούτον τον τόπο, μήπως έχεις ακούσει τι άνθρωποι ζούνε πέρα απ' τα βουνά, στην πολιτεία;»

Ο γεωργός που ήθελε να πιάσει την κουβέντα, γυρίζει και του αποκρίνεται:

«Για πες μου, πατριώτη, τι ανθρώπους έχει η πολιτεία που άφησες πίσω στον τόπο σου;»

Ο ταξιδιώτης τότε του απαντάει:

«Αχ! Αυτή η πολιτεία! Μη μου ξύνεις τέτοια ώρα τις πληγές! Πού να στα λέω! Τέτοιους ανθρώπους δεν βρίσκεις εύκολα, πατριώτη! Ήταν αυτοί άνθρωποι της δουλειάς, ποτέ δεν κορόιδεψαν κανέναν. Ήταν τίμιοι, και με την καρδιά τους ανοιχτή σαν περιβόλι. Με έναν καλό λόγο για τον καθένα. Στο τραπέζι τους μια καρέκλα πάντα για τον περαστικό, η πόρτα του σπιτιού τους ανοιχτή για τον ξένο, πάντα να σε ακούσουν και να σε στηρίξουν. Δε μπορείς να φανταστείς πόσο στενοχωρήθηκα που αναγκάστηκα να τους αφήσω.
Ο γεωργός τότε, του λέει:

«Μη φοβάσαι, αδερφέ. Θα συναντήσεις τέτοιους ανθρώπους, τους, ίδιους, και στην πολιτεία που θα βρεις μπροστά σου. Καλό σου ταξίδι».

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε σ' έναν τόπο ένας άρχοντας. Ήταν που λέτε, αυτός πολύ πλούσιος κι είχε σπίτια, κτήματα και ζώα που τα έχανες στο μέτρημα. Είχε ανθρώπους πολλούς στη δούλεψή του μα είχε και μια στενοχώρια ακόμα μεγαλύτερη. Λένε πως είχε ένα γιο μονάκριβο, που ήταν αυτός μεγάλος τεμπέλης κι αχαΐρευτος και έγνοια άλλη δεν είχε στο μυαλό του παρά μονάχα πώς να πηγαίνει από γλέντι σε γλέντι και να σκορπάει τα λεφτά του. Πού τον έχανες πού τον έβρισκες, πότε στα καπηλειά και στις ταβέρνες να τρώει και να πίνει, και στα ξενύχτια και σε γιορτές να ξοδεύει τον κόπο αλλωνών. Κι ήταν αυτός κεφάλι αγύριστο, που δεν έπαιρνε μήτε από λόγια μήτε από συμβουλές. Το κατάλαβε ο πατέρας του πως σαν πεθάνει, ο γιος του δεν θα αφήσει ούτε λεφτά ούτε κτήματα που να μην τους βάλει χέρι, και θα γίνουν όλα καπνός και θα χαθούν. Κάθισε και σκέφτηκε τι να κάνει, για να μην βρεθεί στο δρόμο και πεινάσει το παιδί του και πάρει το βιος του ο αέρας.
Μια μέρα ο άρχοντας φωνάζει τον γιο του. Είχε πια γεράσει για τα καλά κι ο χρόνος θόλωσε τα μάτια του και βάρυναν τα χρόνια πάνω στο κορμί του. Κατάλαβε πως ήταν η ώρα του να φύγει. Παίρνουν την άμαξα και πηγαίνουν σ' ένα απ' τα πολλά σπίτια που είχε ο άρχοντας. Μα αυτό δεν ήταν σαν τα άλλα. Φαίνονταν άδειο κι ερημωμένο, με τα πατώματα να τρίζουν και τους τοίχους έτοιμους να πέσουν. Κατέβηκαν από την άμαξα και μπήκαν μέσα στο σπίτι. Πήγαν σε μια κάμαρα που απ' το ταβάνι της κρεμόταν μια κρικέλα. Ο πατέρας τότε μίλησε και λέει: «Γιε μου, εγώ σε λίγο καιρό θα πεθάνω, γέρασα πια, τα 'φαγά τα ψωμιά μου. Με τα μυαλά όμως που κουβαλάς, το βλέπω πως πολύ γρήγορα δεν θα σου μείνει δεκάρα τσακιστή. Όταν θα τα 'χεις χάσει όλα, περιουσία κι ελπίδα, όταν θα πιάσεις πάτο στο κατήφορο και δεν θα σου έχει απομείνει τίποτα άλλο, να έρθεις σ' αυτό το σπίτι. Άκου καλά! Να περάσεις ένα σκοινί απ' την κρικέλα που βλέπεις στο ταβάνι και να κρεμαστείς, για να γλιτώσεις εσύ απ' τα βάσανα κι ο κόσμος απ' τα κρίματα που κουβαλάς!». Ο γιος του, λένε, δεν έδωσε σημασία, γιατί είχε το νου του να πάει να βρει τις παρέες του να γλεντήσει.
Πέρασαν λίγες βδομάδες κι ο άρχοντας σφάλισε τα μάτια του για πάντα. Ο γιος του από την ίδια κιόλας μέρα άρχισε να ροκανίζει όλα αυτά που απόμειναν δικά του. Απόχτησε πιότερους φίλους, κι οι παρέες του, λένε, έρχονταν στο αρχοντικό και έτρωγαν κι έπιναν και γλεντούσαν. Τώρα τα ξενύχτια κυλούσαν το ένα μετά το άλλο. Κουβαλήθηκαν κι άλλοι φίλοι, καινούργιες βδέλλες, που μυρίστηκαν παράδες. Τον καλόπιαναν με κολακείες και του έπαιρναν λεφτά με τις ψευτιές. Τραπέζια ολοένα στρώνονταν γιομάτα μ' όλων των ειδών τα καλά, και να οι μουσικές κι οι χοροί. Περνούσε ο καιρός και οι σπατάλες άδειασαν τα σεντούκια. Ύστερα το άδειασμα των σεντουκιών ακολούθησε κι εκείνο των αποθηκών με τα γεννήματα, και λίγο μετά ήρθε το ξεπούλημα των κτημάτων και των κοπαδιών. Πούλησε αυτός τα χωράφια και τα περιβόλια που έφερναν σοδειές και όταν τέλεψαν κι αυτά, άρχισε να πουλάει τα σπίτια που του άφησε ο πατέρας του. Στο τέλος βρέθηκε να πουλάει και το μεγάλο αρχοντικό κι απόμεινε στο δρόμο με όλα κι όλα τρία γρόσια στο χέρι.
Οι φίλοι κι οι παρέες είχαν αρχίσει να αραιώνουν από καιρό και στο τέλος τον άφησαν ολομόναχο να γυρνάει στους δρόμους εδώ κι εκεί. Όταν δεν του απόμεινε παρά μόνο η απελπισιά, έφερε στο νου του κείνο το παλιό σπίτι, που τον είχε πάει ο πατέρας του. «Εκεί θα περάσω τη νύχτα μου...» μουρμούρισε και πήγε. Στο δρόμο αγόρασε με τα τελευταία λεφτά λίγο ψωμί και χαλούμι. Φτάνει καμιά φορά στο σπίτι που με δυσκολία στεκόταν όρθιο. Μπαίνει στην καμάρα και κοιτάζει το ταβάνι με την κρικέλα. «Αύριο θα κρεμαστώ να μη βασανίζομαι άλλο» είπε και έφερε στο νου του τα λόγια του πατέρα του. Τη νύχτα, την ώρα που αυτός κοιμόταν σε μια γωνιά, βγήκαν τα ποντίκια και του έφαγαν το ψωμί και το τυρί και δεν έμεινε μήτε ψίχουλο.
Το πρωί ξυπνάει και βλέπει τι έγινε. Αντί να κρεμαστεί όμως, πηγαίνει στους παλιούς του φίλους να τους ζητήσει να του δώσουν να φάει κατιτί, μην φύγει απ' αυτόν τον κόσμο πεινασμένος. Τους βρήκε στον καφενέ να περνάνε την ώρα τους. Τους είπε τι έγινε τη νύχτα στο παλιό σπίτι με τα ποντίκια και τους ζήτησε να του δώσουν να φάει. Εκείνοι ξέχασαν πολύ γρήγορα τα τραπέζια που τους έκανε τον παλιό καλό καιρό και γέλασαν μαζί του. Του είπαν πως τα ποντίκια δεν τρώνε ψωμί και τυρί και πως τους λέει ψέματα. Γυρίζει τότε εκείνος στο παλιόσπιτο. Ρίχνει ένα σκοινί, το περνάει απ' την κρικέλα και το δένει στο λαιμό του. Την ώρα που το τράβηξε να κρεμαστεί, «γκραπ!» κάνει μια και γκρεμίζεται το ταβάνι και πέφτει μια στάμνα γιομάτη με λίρες και λαμποκόπησε όλη η κάμαρα απ’ το χρυσάφι. Τα μάτια του αστράψανε. «Σίγουρα τούτη είναι δουλειά του πατέρα μου. Κατάλαβε τι θα πάθω με το μυαλό που κουβαλάω και φρόντισε για μένα μπας και καταλάβω το λάθος μου». Ύστερα για κάμποσο απόμεινε σκεφτικός.
Από κείνη τη μέρα έγινε άλλος άνθρωπος. Δούλεψε σκληρά και λένε πως κατάφερε τα πάρει ένα χωράφι κι ένα περιβόλι πίσω. Η σοδειά τους και η δική του φροντίδα τού έφερε σιγά σιγά το βιος του και πάλι. Αγόρασε περισσότερα χτήματα που του έδωσαν πιο πολλά γεννήματα. Οι φίλοι του άρχισαν να έρχονται ξανά κοντά του γιατί θυμούνταν τα παλιά τα γλέντια και την καλοπέραση που είχαν μαζί του. Αλλά τώρα αυτός είχε το νου του γιατί κατάλαβε...
Μια μέρα πήγαν να τον χαιρετίσουν τάχα και να αρχίσουν τα καλοπιάσματα και τις κολακείες, μα τον βρήκαν μαραζωμένο και σε μεγάλη στενοχώρια. «Τι έχεις, άρχοντα, καλέ μας φίλε;» τον ρώτησαν, τάχα μου όλο νοιάξιμο. Εκείνος τότε τους αποκρίθηκε: «Αφήστε, πού να σας τα λέω! Είχα αγοράσει κρικέλες, καρφιά και κλειδαριές για τις πόρτες του σπιτιού μου, μα τη νύχτα βγήκαν τα ποντίκια και μου τα φάγανε». Οι παλιοί φίλοι στην αρχή παραξενεύτηκαν: «Μα τι λες, άρχοντα, τι μας ξεστομίζεις; Τρώνε τα ποντίκια σίντερο;» τον ρώτησαν, αλλά σε λίγη ώρα άλλαξαν τις κουβέντες τους αφού κοιτάχτηκαν με νόημα μεταξύ τους: «Μα βέβαια, κι οι ποντικοί τρώνε σίντερο, έχεις δίκιο άρχοντα!» του αποκρίθηκαν. Τότε ο άρχοντας θυμήθηκε το πάθημα του, θυμώνει και τους λέει: «Όταν ήμουνα φτωχός και κουρελής, σας είπα πως οι ποντικοί μού φάγανε το ψωμί και το χαλούμι, μα εσείς κάνατε τάχα πως δεν με πιστεύατε και με κοροϊδέψατε. Τώρα που ξανάγινα πλούσιος και δυνατός, σας λέω πως οι ποντικοί μού φάγανε τα σίδερα, και για να με κολακέψετε πιστεύετε τις κουβέντες μου! Φύγετε από μπροστά μου παλιάνθρωποι, δεν σας θέλω για φίλους!».
Γι' αυτό λένε στην Κύπρο: «Πιστεύουνε τον άρχοντα και ψέματα αν λαλεί και περιπαίζουν τον φτωχό αλήθεια άμα πει...»

(Παραμύθια λαϊκά ενάντια σε δύσκολους καιρούς, Δημήτρης Β. Προυσάλης, εκδ. Εύμαρος

Προγεννητικός Έλεγχος. 
Ο ασθενής είχε υποβληθεί σε καρδιοχειρουργική επέμβαση, που είχε όμως παρουσιάσει σοβαρές επιπλοκές μετεγχειρητικά. Για τον λόγο αυτό, η νοσηλεία του στη ΜΕΘ συνεχίστηκε για περισσότερες ημέρες και μάλιστα μετά από 15 ημέρες παρέμενε διασωληνωμένος και με ισχυρή φαρμακευτική υποστήριξη. Κάθε ημέρα στο επισκεπτήριο ερχόταν η σύζυγός του, μια πολύ σοβαρή και μετρημένη στα λόγια της κυρία, η οποία με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον ρωτούσε και ενημερωνόταν για την πορεία της υγείας του συζύγου της.
Ένα απόγευμα, την ώρα του επισκεπτηρίου ο ιατρός της ΜΕΘ παρατήρησε ένα περίεργο θέαμα. Κάποιος μπήκε μαζί με τη σύζυγο, έτρεξε στο κρεβάτι που ήταν ο ασθενής, έπεσε πάνω του και άρχισε να τον καταφιλά και να τον αγκαλιάζει Αυτό βέβαια ήταν αντίθετο με τους κανονισμούς της ΜΕΘ, που απαιτούν να μην έρχονται σε σωματική επαφή οι επισκέπτες με τους ασθενείς για την αποφυγή ατυχημάτων, αφού οι δεύτεροι είναι συνδεδεμένοι με πολλές γραμμές, αλλά και την πρόληψη μεταφοράς μικροβίων εκατέρωθεν.
Ο ιατρός ζήτησε από τον νοσηλευτή με ένα νεύμα, να πει στη σύζυγο να πλησιάσει και αυτή ήρθε με ύφος απολογητικό: «Σας ζητώ συγγνώμη, γιατρέ μου, αλλά είναι ο γιος μας. Πάσχει από σύνδρομο Down και έχει ιδιαίτερη αδυναμία στον πατέρα του. Από την ημέρα που έφυγε για την επέμβαση, δεν μπορεί να ησυχάσει. Πηγαίνει στο κρεβάτι μας και το αγκαλιάζει και κλαίει. Δεν του είχαμε πει για το νοσοκομείο, αλλά αναγκάστηκα να το κάνω χθες, γιατί δε μπορούσα να τον ηρεμήσω. Κι έτσι σήμερα αναγκάστηκα να τον φέρω εδώ και, όπως βλέπετε, είναι ασυγκράτητος. Είναι καλό παιδί, ευαίσθητο, πηγαίνει σε ειδικό σχολείο και προχωρά καλά. Του αρέσει πολύ η μουσική και μας αγαπάει, κι εμείς τον αγαπάμε υπερβολικά».
Η τυπική περιγραφή ενός παιδιού με σύνδρομο Down. Μιας γενετικής ανωμαλίας που οφείλεται σε ένα πρόσθετο χρωμόσωμα που κάνει ένα ζευγάρι χρωμοσωμάτων να αποτελείται τελικά από τρία. Κάποιοι αποδίδουν την ανωμαλία στην ηλικία των ωαρίων της μητέρας αλλά αυτό δεν είναι απόλυτο γιατί εμφανίζεται και σε νέα ζευγάρια. Τα παιδιά αυτά έχουν χαρακτηριστική όψη (λέγεται και μογγολοειδής ιδιωτεία η νόσος λόγω του χαρακτηριστικού προσωπείου), διανοητική καθυστέρηση που ποικίλει από τα κατώτερα όρια του φυσιολογικού έως βαρύτερη, αλλά είναι παιδιά κοινωνικά, ευχάριστα, εκπαιδεύσιμα, με ιδιαίτερη αγάπη στη μουσική. Τα παιδιά αυτά είναι ανεπιθύμητα στις σύγχρονες κοινωνίες και έτσι οι γονείς προσπαθούν να τα αποφύγουν, προχωρώντας στον λεγόμενο προγεννητικό έλεγχο.
Τι είναι ο προγεννητικός έλεγχος; Όπως λέει και το όνομά του, είναι ο έλεγχος που γίνεται στο έμβρυο, μέχρι τον τρίτο μήνα της εγκυμοσύνης μέσω ειδικών υπερήχων αλλά κυρίως μέσω ελέγχου των χρωμοσωμάτων (του καρυότυπου όπως λέγεται) για τυχόν ανωμαλίες, σε κύτταρα που λαμβάνονται με παρακέντηση και αναρρόφηση του υγρού που πλέει το έμβρυο μέσα στη μήτρα και λέγεται αμνιακό υγρό (αμνιοπαρακέντηση). Οι εξετάσεις γίνονται εγκαίρως, ώστε σε περίπτωση που υπάρχει γενετική ανωμαλία, να υπάρχει δυνατότητα με έκτρωση να θανατωθεί το ανεπιθύμητο έμβρυο.
Θυμόμαστε όλοι από τα μαθητικά μας χρόνια τον περιβόητο Καιάδα, τον γκρεμό όπου στην αρχαία Σπάρτη πετούσαν τα ανάπηρα και ανεπιθύμητα στην κουλτούρα ενός πολεμικού λαού, παιδιά. Σε έναν σύγχρονο Καιάδα οδηγεί συνήθως και ο προγεννητικός έλεγχος, μόνο που στην περίπτωσή μας, η σύγχρονη τεχνολογία και η επιστήμη επιτρέπουν το έγκλημα να συντελεστεί πριν τη γέννηση. Και η δική μας νοοτροπία, αποφυγής κάθε κόπου και θυσίας, η φρίκη που μας καταλαμβάνει στη σκέψη του σταυρού που συνεπάγεται η αναπηρία του παιδιού μας, οδηγεί στην απόφαση να «ξεμπερδεύουμε» πριν δει το φως του ήλιου.
Χιλιάδες αγέννητα παιδιά οδηγούνται στον θάνατο με τη δικαιολογία μιας γενετικής νόσου. Όσο μάλιστα διεισδύουμε στο βάθος του κυτταρικού πυρήνα και αναλύουμε το γονιδίωμα (τους συνδυασμούς του DNA που είναι υπεύθυνοι για τα χαρακτηριστικά του ανθρώπου) τόσο ανακαλύπτουμε νέες προδιαθέσεις νόσων που θα μπορούσαν να εξαλειφθούν με τη θανάτωση των οργανισμών. Παραπέμποντας στις καθάρσεις από Εβραίους, ομοφυλόφιλους, αρρώστους, εγκληματίες, αθίγγανους, που έγιναν στον 20ο αιώνα από τους διαφόρους «ισμούς», με αποκορύφωμα τον ναζισμό του Χίτλερ, θα διαπιστώναμε ότι μόνο οι μέθοδοι αλλάζουν, το σκεπτικό παραμένει το ίδιο. Επιχειρήματα πολλά: Οι οικονομίες δεν μπορούν να αντέξουν τις δαπάνες περίθαλψης και στήριξης των ανάπηρων παιδιών και των οικογενειών τους, οι ίδιες οι οικογένειες αποδιοργανώνονται από την παρουσία ενός προβληματικού παιδιού.
Αλλά το σκεπτικό επεκτείνεται και σε διάφορες προδιαθέσεις νόσων. Ένα άτομο που στην ενήλικη ζωή του θα παρουσιάσει εκδηλώσεις μιας γενετικά εξαρτημένης νόσου, που μπορεί να επηρεάσει έντονα τη σωματική ή ψυχική του κατάσταση μήπως θα ήταν σωστότερο να μη γεννηθεί καθόλου; Ήδη παρά την αντίθετη νομοθεσία, οι ασφαλιστικές εταιρείες προσπαθούν να ανιχνεύσουν τέτοια νοσήματα, ώστε να αποφύγουν την ασφάλιση των ανθρώπων που μπορεί μελλοντικά με αυξημένη πιθανότητα να νοσήσουν.
«Όλες αυτές οι πρακτικές (27), αν δεν είναι πάντοτε σαφώς ευγονικές στην έκφρασή τους, είναι ευγονικές στην αντίληψή τους. Δεν καταφέρνουν να αποτρέψουν την εμφάνιση αναπηρίας, αλλά συνήθως εξαφανίζουν τον ανάπηρο. Όσο δεν ξεχωρίζει η πάθηση από τον πάσχοντα, ο μόνος τρόπος αντιμετώπισής της φαίνεται να είναι ο θάνατος του πάσχοντος στην πιο αδύναμη, ιερή και ευαίσθητη φάση και έκφραση της ζωής του. Η καταστροφή του παθολογικού εμβρύου εμφανίζεται ως η προτεινόμενη "θεραπεία"» (28).
Πάντως το παιδί του περιστατικού που προαναφέραμε, θα ήταν ένα βέβαιο θύμα του προγεννητικού ελέγχου και μάλιστα με το ατράνταχτο και κατευναστικό για τη συνείδηση επιχείρημα ότι ο κύριος λόγος θανάτωσης του εμβρύου είναι η φιλάνθρωπη διάθεση προς αυτό. «Γιατί να έρθει στον κόσμο και να ταλαιπωρείται ένα τέτοιο παιδί;», ακούμε συχνά να λέγεται. Μια ενεργητική ευθανασία λοιπόν σε ένα παιδί που δεν μπορεί να εκφράσει τη γνώμη του. Αν όμως μπορούσε; 
27 Σ.τ.Σ: π.χ. προγεννητικός έλεγχος.
28 Επίσημα Κείμενα Βιοηθικής σελ 71.

(Νικόλαος Κ. Παναγιωτόπουλος, 20 χρόνια στην Εντατική, Νέα Σμύρνη 2017, σελ. 89-92)

"Όταν λακτἰζεις σαν ὀνος,

και πηδἀς ὀπως ο ταὐρος

και χρεμετἰζεις για τις γυναἰκες ὀπως ο ἰππος

καἰ εἰσαι λαἰμαργος ὀπως η αρκοὐδα

καἰ παχαἰνεις το σὠμα σου ὀπως ο ημἰονος

καἰ μνησικακεἰς σαν καμήλα

και αρπἀζεις ὀπως ο λὐκος,

και οργἰζεσαι ὀπως το φἰδι,

και δαγκὠνεις ὀπως ο σκορπιὀς,

και εἰσαι ὐπουλος ὀπως η αλεποὐ,

και ἐχεις μἐσα στην ψυχἠ σου δηλητἠριο ὀπως η κὀμπρα και η ἐχιδνα

καἰ διεξἀγεις πὀλεμο κατἀ των αδελφὠν σου ὀπως ο πονηρὀς εκεἰνος διἀβολος,

πὠς εἰναι δυνατὀν να σε υπολογἰσω μεταξὐ των ανθρὠπων,αφου βλἐπω να ἐχεις αυτοὐ του εἰδους τα χαρακτηριστικἀ;

Νἀ σε ονομἀσω θηρἰο; Τα θηρἰα ἐχουν ἐνα απὀ αυτἀ τἀ ελαττὠματα.

Πὠς θα σἐ αποκαλὠ ἀνθρωπο,ὀταν ἐχεις περισσὀτερα ελαττὠματα απὀ τἀ θηρἰα και το σατανἀ;"

Λόγος του Ιερού Χρυσοστόμου.

Πώς αναθεώρησα τη προσέγγισή μου στην αγάπη στην «συν Θεώ» ζωή. (σκέψεις μιας ψυχής...).
Πάντα θεωρούσα τον εαυτό μου ένα άνθρωπο που έδινε αγάπη, χωρίς όμως να γίνεται σε μεγάλο βαθμό αυτή η αγάπη αποδεκτή. Προφανώς και υπήρχε κάποιος λάθος στον τρόπο έκφρασης αυτού του συναισθήματος που δεν ξέρω αν ήταν αγάπη , ωστόσο έτσι το έλεγα.
Όταν ξεκίνησα τον πνευματικό αγώνα έκανα μια έντονη ενδοσκόπηση, μια αυτοκριτική βάζοντας στο μικροσκόπιο τον τρόπο που συμπεριφέρομαι. Συνήθιζα να «απαιτώ» σεβασμό από τον διπλανό μου χωρίς ουσιαστικά εγώ η ίδια να έχω βαθιά αυτοπεποίθηση και αγάπη για εκείνον. Απαιτούσα από τους άλλους αυτά που δεν έδινα η ίδια σε μένα. Ουσιαστικά διαπίστωνα μέρα με τη μέρα ότι δεν συμπεριφέρομαι όπως πραγματικά θα ήθελα, σε μεγάλο βαθμό δεν ήμουν ο εαυτός μου αλλά προσπαθούσα να είμαι «κάτι» για να ικανοποιήσω κάποιους, και τελικά όλο αυτό μου δημιουργούσε μια σύγχυση και μια ταραχή.
Νομίζω ότι αυτό ο Θεός το ήξερε και πριν προλάβω προσωπικά να το συνειδητοποιήσω με ευλόγησε να αισθάνομαι βαθιά μέσα στην ψυχή μου την δική Του Αγάπη. Έγινε χωρίς να το επιλέξω, ούτε καν να το ζητήσω, δεν γνώριζα ότι υπάρχει τέτοια κατάσταση.  Αυτό το συναίσθημα ήρθε τόσο έντονα και επίμονα στην ψυχή μου, που άρχισε να ξυπνάει  μέσα μου την ανάγκη για την αγάπη που όφειλα να δώσω στον ίδιο μου τον εαυτό. Φωτίστηκαν σημεία της ψυχής μου που έπρεπε μόνη μου να αποκωδικοποιήσω, να ερμηνεύσω, να αποδεχτώ και να ανασύρω στην επιφάνεια.
Κινήθηκα με άξονα την «αλήθεια μου», την οποία όφειλα να αντικρύσω κατάματα, να αποδεχτώ και να βελτιώσω όπου απαιτούταν.  Αυτό που στην ουσία γινόταν στην πριν «Χριστώ ζωή μου» είναι να φέρομαι σαν κάποιος άλλος , είτε γιατί κάτι έκρυβα, είτε γιατί κάτι δεν με βόλευε και μου χάλαγε την «ωραία» εικόνα που ήθελα να έχω για τη ζωή μου.  
Έτσι ξεκίνησα με τη σχέση μου με μένα, δεδομένης την αγάπης μου για τον θεό που έκαιγε την καρδιά μου.  Η αυτοπεποίθηση είναι μια λέξη που δεν ταιριάζει με τα πνευματικά αλλά για μένα έχει μια πνευματική διάσταση. Στην ουσία μιλώντας για αυτοπεποίθηση εννοώ α) την πεποίθηση  ότι ακόμα και αν δεν έχω τις απαραίτητες ικανότητες να κάνω κάτι, τελικά θα τα καταφέρω, ή τουλάχιστον θα καταφέρω «ότι προορίζεται να καταφέρω», γιατί κάποιος άλλος αποφασίζει, και β) τη θέληση να προχωρήσω και να αγωνιστώ, δηλαδή να μην απογοητευτώ και να μην σταματήσω.
Τα δύο παραπάνω στοιχεία με έκαναν να αποδέχομαι τον εαυτό μου, να εκτιμώ την προσπάθειά του και όχι μόνο να επιδιώκω την επιτυχία του,  να εκτιμώ τον αγώνα ειδικά όταν είναι αποτυχημένος.  
Η καλλιέργεια αυτού του τύπου της «αυτοπεποίθησης» ήταν μιας μορφής ψυχοθεραπεία που ένοιωσα ότι πρέπει  να κάνω ως ένα δώρο σε μια πληγή που κουβαλούσα. Αυτό με οδήγησε σε μια ειρήνευση με τον εαυτό μου και αυτό με τη σειρά του με έκανε να νιώθω μια πληρότητα, επιείκεια, συμβιβασμό για τις συγκεκριμένες ικανότητες που μου έχουν δοθεί και μια αποδοχή για τον συγκεκριμένο αγώνα που είχα να δώσω.
Στην ουσία έμαθα σταδιακά - ή τουλάχιστον προσπαθώ να μάθω  γιατί έχει μεγάλη διαδρομή αυτό – να εμπιστεύομαι τις εξελίξεις,  γιατί πίστεψα ακράδαντα ότι, όλα όσα γίνονται για μένα όχι μόνο τα «επιτρέπει» ο Θεός, τα «επιλέγει» Εκείνος. Υπάρχει μια μεγάλη διαφορά στα δύο ρήματα, και η πίστη μου στο «επιλέγει» μου δημιούργησε την πεποίθηση ότι κάθε βήμα μου είναι προορισμένο, να γίνει με τον τρόπο που γίνεται. Ακόμα και οι προσωρινές απογοητεύσεις από πρόσωπα και καταστάσεις είναι μέρος ενός σχεδίου στο οποίο έχω συγκεκριμένο ρόλο, τον οποίο καλούμαι μόνο να διεκπεραιώσω πλάι Του.
Με τον αυτό τον τρόπο σκέψης άρχισα να βλέπω τον πλησίον μου, ως ένα πλάσμα Θεού, που είναι σε κάποιο βαθμό στις «επιλογές του Θεού» να είναι δίπλα μου. Αυτή η σκέψη με εμπνέει να  βλέπω τους ανθρώπους γύρω μου ως εικόνες Θεού και με αυτή την οπτική ζω και τους συναναστρέφομαι. Άρχισα συμπαθώ, να κατανοώ, να αποδέχομαι, να σέβομαι, να μην τους υποπτεύομαι για τίποτε κακό,  και τελικά να αγαπώ, να συμπονώ και όλα αυτά τα αισθάνομαι διακριτά για τον καθέναν.
Ξεχωρίζω τις κακές στιγμές ως μεμονωμένες, αποσπασμένες περιπτώσεις, και χωρίς να τις γενικεύω τις αποδέχομαι. Συνεχίζω έτσι να αποδέχομαι το συνάνθρωπο ξεχωρίζοντας την πράξη του από την ψυχή του.  
Τελικά τι είναι για μένα αγάπη;
Αγάπη είναι μαθαίνω να «ακούω» τον διπλανό μου προσεκτικά.
Αγάπη είναι να μοιράζομαι με κάποιον την αγωνία μου, να μοιράζεται κάποιος μαζί μου τη δική του,  δείχνει εκτίμηση και εμπιστοσύνη το μοίρασμα.
Αγάπη είναι να αποδέχομαι τη δύσκολη στιγμή κάποιου και να τον συγχωρώ, ως μεμονωμένη δύσκολη στιγμή, αγάπη είναι η συγχώρεση.
Αγάπη είναι να προσέχω τη λεπτομέρεια της στιγμής γιατί κάποιος έχει ανάγκη την προσοχή μου, αγάπη είναι η υπομονή.
Αγάπη είναι να μιλώ με αλήθεια, χωρίς να κρύβω, να είμαι εκεί με ουσία, αγάπη είναι αυθεντικότητα, αγάπη είναι ειλικρίνεια.
Αγάπη είναι «η συνέχεια» .., και όχι για λίγο για να πω ότι «εγώ το έκανα, τι άλλο να κάνω;», αγάπη είναι η επανάληψη στην αγάπη.
Αγάπη είναι να ξεχνώ και να μην πληγώνομαι, να θυμάμαι για να διδάσκομαι, αγάπη σημαίνει δεν φοβάμαι.
Αγάπη είναι τα καλά λόγια κάποιες στιγμές δηλαδή η «κολακεία», όταν γίνεται για ανθρώπους που δεν αγαπούν τον εαυτό τους, για να βοηθηθούν να ξεκινήσουν από αυτό, δεν ξεχνώ ότι και εγώ από εκεί ξεκίνησα.
Αγάπη είναι να επιθυμώ  το καλό για τους άλλους, έναντι του καλού για μένα, γιατί συνειδητοποιώ ότι αυτό κάνει καλό έμμεσα και σε μένα, αρκεί να έχω υπομονή για να το καταλάβω.
Αγάπη είναι να είμαι κοντά στους ανθρώπους με ποσότητα  χρόνου και όχι μόνο ποιοτικά. Δεν προλαβαίνεις τη δύσκολη στιγμή, την κακή σκέψη, τον αρνητικό λογισμό, δεν είναι αυθόρμητο το μοίρασμα όταν γίνεται σε συγκεκριμένο «ποιοτικό» χρόνο. Χρειάζεται διαρκής παρουσία η οποία δημιουργεί μια ζεστασιά και μια θαλπωρή.  Αγάπη είναι η προσφορά, η παρουσία.
Αυθεντική Αγάπη είναι η απροϋπόθετη Αγάπη και αυτή είναι η Αγάπη του Χριστού και έγινε για μένα η αρχή μιας διαδρομής μέσα μου.
Η απροϋπόθετη αυτή Αγάπη του Θεού αιφνιδίασε την ύπαρξή μου, με αφόπλισε και με δίδαξε πολλά. Με δίδαξε (και με διδάσκει) την πραγματική μετάνοια και όχι την προσωρινή μεταμέλεια, την ουσιαστική κριτική για το είναι μου. Αυτή η μετάνοια με τη σειρά της με οδηγεί σε μια εξαιρετικά ελπιδοφόρα κατάσταση, μου δίνει δύναμη στον αγώνα μου, δεν με απογοητεύει στην πτώση μου, με κάνει να σκέφτομαι ότι «κανένας αγώνας δεν είναι μάταιος» και δεν μου επιτρέπει την απογοήτευση. Όλη αυτή η κατάσταση τέλος τροφοδοτεί την Αγάπη μέσα μου για τον εαυτό μου. Έτσι χωρίς να καταλάβω πως, γεννιέται μια μέσα μου «αγάπη» που προέρχεται από εμένα και πρέπει να δώσω στους άλλους. Το τελευταίο βήμα πραγματοποιείται αυθόρμητα και στο σύνολό της όλη αυτή η διαδικασία γίνεται μια κυκλική διαδρομή η οποία επαναλαμβάνεται και βιώνεται με τη Χάρη Του, και όλη αυτή η πορεία έχει μια μαγεία γιατί αυτή η αγάπη – η δική μου αγάπη προς τους άλλους - γίνεται επιτέλους αποδεκτή:
«Αγάπη από το Θεό,
πτώση,
μετάνοια,
ελπίδα,
αγώνας,
Αγάπη-αποδοχή για το εαυτό μου,
Αγάπη για τους άλλους»
όλα υπάρχουν μέσα μου ταυτόχρονα και λειτουργούν με οδηγό την Αγάπη του Θεού – που είναι η πρώτη αγάπη στη σειρά – και «βρήκε μέσα μου χώρο», χωρίς να με ρωτήσει.
Ελπίζω ότι αυτή η αυτή Αγάπη που προέρχεται από αυτή την διαδρομή, θα βρει χώρο στις καρδιές των άλλων και θα τη μεταλαμπαδεύσει μέσα τους, για να κάνουν και οι συνάνθρωποί μου την ίδια ευλογημένη διαδρομή. Το αξίζουν.

Περπατούσα στην παραλία της Θεσσαλονίκης απόγευμα προς βράδυ, όταν ένας τοξικομανής με πλησίασε.

Δε μου ζήτησε λεφτά, αλλά με ρώτησε αν μπορούσα να του αγοράσω μια ρόκα (καλαμπόκι) που έψηνε κάποιος πιο κάτω σε ένα μικρό πάγκο που είχε στήσει.
Τον ρώτησα αν ήθελε και κάτι άλλο. Μου είπε ότι ήθελε να πάω να του την αγοράσω εγώ επειδή χρωστούσε στον καλαμποκιά και ίσως να μη του έδινε! Πήγα και αφού του την έφερα, με ρώτησε αν μπορώ να κάτσω λίγο μαζί του η αν ντρέπομαι! Του απάντησα ότι θα ντραπώ, αν δεν κάτσω.
Τότε μου είπε το εξής εκπληκτικό!
''Φίλε, μακριά από το Χριστό έτσι καταντάς!!! Όμως προσπαθώ εδώ και καιρό να κόψω τα ναρκωτικά για να μην Τον στεναχωρώ!!! Δεν ξέρω αν θα τα καταφέρω, αλλά επειδή μάλλον δε θα ζήσω πολύ, θέλω όταν θα πάω μπροστά Του να έχω να του δείξω τον αγώνα μου μήπως και με λυπηθεί!''
Ήμασταν κάπου κοντά στο ύψος του Ι. Ναού Κυρίλλου και Μεθοδίου.
Μου λέει........ πάω κάθε πρωί απέναντι και με κοιτούν όλοι καλά καλά επειδή νομίζουν ότι θέλω λεφτά. Όμως εγώ πηγαίνω μπροστά στην εικόνα για να ζητήσω βοήθεια να κόψω τα ναρκωτικά. Δεν ανάβω κερί επειδή δεν έχω λεφτά να πάρω!!!!! (ΦΙΛΟΤΙΜΟ). Και κάθε βράδυ πάλι πηγαίνω και λέω...........δεν τα κατάφερα συγγνώμη! Ή λέω .......σήμερα κάπως το πάλεψα, ευχαριστώ!!!
Έζησα στα λόγια αυτού του ανθρώπου στιγμές από τα συναξάρια!!!
Του έδωσα κάτι λεφτά και του είπα από αύριο να πηγαίνει στην εκκλησία και να παίρνει κερί αλλά να προσεύχεται και για τη δικιά μου ψυχή. Με διαβεβαίωσε ότι τα λεφτά δε θα τα χαλάσει και ότι θα τα δώσει όλα μαζεμένα εκεί για να μην μπαίνει στον πειρασμό και τα ξοδέψει, και κάθε μέρα θα παίρνει 2 κεριά.
Του λέω με λένε Νίκο. Μου είπε ότι δεν είναι δύσκολο να με θυμάται αφού κανείς δεν κάθεται μαζί του και έτσι δεν έχει φίλους και γνωστούς.
Δε ρώτησα πολλά γι αυτόν. Δεν ήθελα να νιώσει ότι παραβιάζω την παράξενη ζωή του με την αδιακρισία μου. Την ώρα που έφευγα, μου είπε ότι χάρηκε που έκατσα μαζί του και ότι του έκανε καλό η παρέα.
Ευχαριστώ για όλα παράξενε φίλε.

Πολύ απουσιάζει στους βιαστικούς καιρούς μας η αρετή της υπομονής. Οι υπομονετικοί συνήθως κερδίζουν. Η ανυπομονησία είναι πηγή αρκετών σοβαρών προβλημάτων.

Η υπομονή στις δυσκολίες της ζωής δίνει πνευματική ωρίμανση. Η υπομονή φανερώνει ανδρεία, γενναία και σοφή ψυχή. Οι ανυπόμονοι φοβούνται, δειλιάζουν και χάνουν. Οι ασθενείς, οι τραυματίες, οι ανάπηροι, οι άνεργοι, οι φτωχοί, έχουν μεγάλη την ανάγκη της υπομονής. Δίχως αυτή εύκολα απελπίζονται.

Συχνά λέμε να κάνουν οι άλλοι υπομονή. Δεν είναι πάντοτε τόσο εύκολο. Στο Άγιον Όρος εύχονται «καλές υπομονές!». Συνηθισμένη έκφραση η υπομονή, αλλά δυσκολοκατόρθωτη. Θέλει κόπο, μόχθο, γνώση, ταπείνωση, ανεκτικότητα, επιμέλεια και καλλιέργεια. Η ανυπομονησία συνήθως προέρχεται από τον εγωισμό. Δεν μπορεί κάποιος να αγαπά αληθινά και να μην υπομένει πάντοτε. Όποιος υπομένει, ελπίζει κι έτσι ελευθερώνεται από πικρές περιπέτειες. Οι ελπιδοφόροι είναι αισιόδοξοι, καρτερικοί και θαρραλέοι. Θέτουμε ασφυκτικούς χρόνους στους συνανθρώπους μας, τους θέτουμε αυστηρούς όρους και στεναχωρούμεθα που δεν ανταποκρίνονται. Πόσο διαφορετική θα ήταν η ζωή μας αν ήμασταν πιο καρτερικοί.

Ακόμη και στην πνευματική ζωή μερικές φορές υπάρχει μία προπέτεια. Ο Δίκαιος Ιώβ είναι κλασικό παράδειγμα μεγάλης υπομονής. Τους ανυπόμονους δεν τους εμπιστεύεται ο Θεός. Οι άνθρωποι θέλουν γρήγορες και άμοχθες κατακτήσεις. Τα αγαθά όμως αποκτιούνται με κόπο. Μέσα από τη σωματική ασθένεια μπορεί να έλθει η ψυχική υγεία. Είναι πολλές οι ευκαιρίες στη ζωή που από το πικρό μπορεί να προέλθει το καλό. Τα εμπόδια της ζωής θέλουν να μας αναστήσουν από την οκνηρία, την αμέλεια και τη χαύνωση. Οι ανυπόμονοι δεν έχουν χάρη πνευματική, αφού χαρακτηρίζονται από λύπη, θλίψη, στενοχώρια, κατάθλιψη, μελαγχολία και απογοήτευση.

Σε ένα λαβύρινθο αντιξοοτήτων, σκανδάλων, κοσμικοτήτων, ηδονών, πλεονεξιών και πλανών, ο άνθρωπος παρασύρεται. Όποιος έχει ταπείνωση και υπομονή αντιστέκεται και κερδίζει. Η υπομονή θα τον συνδράμει σε πολλά καλά. Δεν θα λυγίσει στις συμφορές, δεν θα οδηγηθεί στο διαζύγιο, θα περιορίσει το στόμα του, δεν θα τυραννιέται από τα διάφορα αντίξοα γεγονότα της ζωής. Είναι μεγάλη υπόθεση να υπομένει κανείς τα πικρά συμβάντα της ζωής ατάραχα και αδιαμαρτύρητα. Οι πολλές προκλήσεις, περιέργειες, παραξενιές και δυσκολίες δεν αφήνουν κανέναν να υπομείνει. Η σφοδρή επιθυμία όσων έχουν οι άλλοι και λείπουν στους ίδιους τους κάνει να ανυπομονούν.

Στις διαπροσωπικές σχέσεις χρειάζεται οπωσδήποτε μεγάλη υπομονή. Θα πρέπει να παίρνουμε και τη θέση του άλλου, να ακούμε τον πόνο του, να βλέπουμε την δυσκολία του, να του μιλάμε με επιείκεια και καλοσύνη. Δεν μπορούμε να στεκόμαστε απέναντι του άλλου μόνο με παρατηρήσεις. Υπομονή θα πρέπει να κάνουμε και στον εαυτό μας, να τον γνωρίσουμε, να τον αποδεχθούμε, όποιος κι αν είναι. Η υπομονή δεν προέρχεται μόνο από την ελπίδα, αλλά και από την αγάπη. Αγάπη προς Θεό και άνθρωπο. Αγάπη θυσιαστική. Αυτός που υπομένει τον άλλο είναι ανεκτικός, πράος, καλοσυνάτος, αζηλόφθονος, χαμογελαστός και ειρηνικός.

Η υπομονή έχει πολλά καλά να προσφέρει στην δύσκολη σύγχρονη ζωή. Είμαστε υποχρεωμένοι να υπομένουμε την αταξία των καιρών, τα προβλήματα των άλλων, τις δυσκολίες του εαυτού μας. Μακάριοι οι υπομένοντες έως τέλους.

+ Μοναχός Μωυσής, Αγιορείτης

Σε ένα χωριό της Γαλλίας υπήρχε ένα άγαλμα του Χριστού που καταστράφηκε εξαιτίας βομβαρδισμού.
Όταν ο πόλεμος τελείωσε, οι χωρικοί αποφάσισαν να ξαναφτιάξουν το άγαλμα ενώνοντας όλα τα σπασμένα κομμάτια.
Βρήκαν πράγματι όλα τα κομμάτια, εκτός από τα δύο χέρια του Χριστού.
«Πώς μπορούμε να ξαναφτιάξουμε το άγαλμα του Χριστού, αφού δεν βρίσκουμε τα χέρια;» - σκέφτηκαν.
Ήταν έτοιμοι να τα παρατήσουν, όταν ένας από τους χωρικούς υπέβαλε μία καινούργια ιδέα.

Ενθουσισμένοι τότε όλοι, ξανάφτιαξαν το άγαλμα στην εντέλεια, εκτός από τα δύο χέρια και χάραξαν στη βάση του αγάλματος τη σκέψη, που τους υπέβαλε ο συγχωριανός τους.
«Δεν έχω χέρια παρά μονάχα τα δικά σου»

(Κωνσταντίνου Κούρκουλα, Στάχυα τόμος Β, σελ.318)


Ο Χριστός βαδίζει αργά μέσα στην ιστορία. Αργά σαν το βαθύ ποτάμι που κάποιο παιδί θα το νόμιζε ακίνητο, αλλά που ο άνθρωπος δεν θα μπορούσε να του φτιάξει φράγμα. Αργά σαν το σιτάρι που το σπέρνεις το φθινόπωρο και το χειμώνα νομίζεις ότι είναι νεκρό. Ακόμα δεν ήρθε η άνοιξη για τον σπόρο του Χριστού.
Ο δρόμος Του είναι δύσκολος, γι΄αυτό βαδίζει αργά. Πορεύεται μέσα από λακκούβες αίματος μέσα από το σκοτάδι των αμαρτιών, και μέσα από τα αγκάθια των ληστών. Είναι στενός ο δρόμος Του και πολλοί οι πεσμένοι αμαρτωλοί βρίσκονται στον γκρεμό και στις δυο πλευρές του δρόμου Του. Εκείνος πρέπει να σκύβει στις δυο πλευρές, να τους σηκώνει και να τους τραβά πίσω Του και να περπατά προς τα εμπρός. Γι΄αυτό βαδίζει αργά.
Βαδίζει αργά γιατί το πλήρωμά Του είναι μακριά. Το πλήρωμά Του επεκτείνεται στα πέρατα της ιστορίας και η θέση Του είναι στα έσχατα…
(από την εισαγωγή του π. Αλεξάνδρου Σμέμαν)

Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς
Αργά βαδίζει ο Χριστός… Προσέχει που θα σταθεί το άγιο πόδι Του, γιατί δεν θέλει να σταθεί στο αίμα. Επιλέγει στενά σοκάκια στη γη, στενόχωρα, γιατί δεν μπορεί να περπατά στην πλατιά ιδιοκτησία της αμαρτίας. Ξεγλιστρά ανάμεσα στους ληστές, διαγκωνιζόμενος διαρκώς, γιατί πρέπει να περάσει μπροστά.
Έρχεται, φερ΄ ειπείν ο Χριστός σε εμάς σαν φιλοξενούμενος και μας ρωτά:
«Δείξτε μου δρόμο χωρίς αίμα, χωρίς αμαρτία και ληστές!»
Ποια απάντηση θα μπορούσαμε να Του δώσουμε; Πού θα βρίσκαμε δρόμο άξιο του βαδίσματός Του; Εάν κόχλαζε όλο το ξεραμένο αίμα από τη γη, η γη θα παρουσίαζε έναν ωκεανό αίματος. Εάν άναβε φωτιά σε κάθε μέρος ατιμασμένο από την αμαρτία, η γη θα είχε μεταμορφωθεί σε μία φλεγόμενη κόλαση. Εάν είχαν αναστηθεί όλοι οι νεκροί ληστές και παρέλαυναν στη γη μαζί με τους ζωντανούς, η γη θα ήταν ένα αδιάβαστο δάσος ανθρωπίνων σωμάτων.

Ω, Κύριε, μεγάλη είναι η αισιοδοξία Σου! Όταν εμάς πονέσει το μικρό μας δαχτυλάκι, γινόμαστε απαισιόδοξοι. Ενώ η δική Σου πίστη στην νίκη του καλού δεν αποδυναμώνεται ακόμα και όταν όλοι μας καρφώνουμε από ένα αγκάθι στο σώμα Σου.
Είναι μικροί και κοντινοί οι στόχοι μας, γι΄ αυτό τους προφταίνουμε τρέχοντας. Ενώ ο δικός Σου στόχος είναι μεγάλος και μακρύς, και Εσύ περπατάς βήμα βήμα.
Κύριε, κατεύθυνέ μας προς το στόχο Σου. Άπλωσε έστω μια σκιά του Πνεύματός Σου στο λόγο μας και εμείς θα γίνουμε αρκετά λογικοί’ άπλωσε έστω μια σκιά από την ευγένειά Σου στην καρδιά μας και η καρδιά μας θα καθαρίσει. Και εμείς θα δούμε τον Θεό όπως Τον έβλεπες Εσύ, όταν περπατούσες στη γη, κάτω από τον σταυρό και το αγκαθωτό Σου στεφάνι’ και θα ζήσουμε μαζί με τον Θεό, όπως ζούσες και Εσύ μαζί Του.
Στην ένωση με τον Θεό θα πράττουμε θαύματα μεγάλα, όπως μεγάλα ήταν και τα δικά Σου. Είναι πλέον καιρός να ωριμάσει ο κόσμος. Φώτισέ μας με το Φως Σου, γιατί στον ίσκιο δεν ωριμάζει τίποτα. Κάτω από τις ακτίνες Σου το λογικό Σου θα ωριμάσει και η ψυχή μας θα μεγαλώσει πολύ. Και εμείς θα γίνουμε ένα μαζί Σου, όπως είσαι Εσύ, Κύριε, ένα με τον Ουράνιο Πατέρα. Αμήν.
από το βιβλίο: Αργά βαδίζει ο Χριστός,
Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς, εκδόσεις Εν Πλω

Σελίδα 1 από 9