Ο πίνακας και το σπίτι.
Ένας πλούσιος παράγγειλε στο Λεονάρντο ντα Βίντσι κάποιον πίνακα.

Αφού του έδωσε την παραγγελία, τον κάλεσε κατόπιν στο σπίτι του για να του δείξη το δωμάτιο όπου θα κρεμούσε το κάδρο.
— Βλέποντας το περιβάλλον εκεί μέσα, του είπε, θα κανονίσετε τί χρώματα θα βάλετε στον πίνακα, ώστε να είναι ταιριαστός σ' αυτό.
Κι ο Λεονάρτο ντα Βίντσι του αποκρίθηκε:
— Κατάλαβα... Αλλά μάλλον κάτι άλλο πρέπει να γίνη. Άφησέ με να φτιάξω τον πίνακα και κατόπιν χτίσε γύρω του εσύ ένα σπίτι που να του ταιριάζη.
Πόσοι και πόσοι, αλλοίμονο, δεν έχουν το χριστιανισμό σαν στόλισμα προσαρμοσμένο στη ζωή τους, ενώ θάπρεπε να προσαρμόσουν τη ζωή τους σ’ αυτόν!
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο184)

Μόνο με τα μάτια. 
Κάποτε ένας πλούσιος άνθρωπος κάλεσε στο μέγαρό του τον μεγάλο φιλόσοφο της αρχαίας Κίνας Λάο-Τσε και του έδειξε τη συλλογή των πανάκριβων κοσμημάτων που είχε.
— Ευχαριστώ, του είπε κατόπιν ο φιλόσοφος, που είχες την καλωσύνη να μοιραστής μαζί μου τα πολύτιμα αυτά αντικείμενα.
-Πώς; αναφώνησε ο πλούσιος. Αλλά εγώ δεν είπα ότι τα μοιράζομαι μαζί σου.
-Μα δεν μου επιτρέψατε να τα δω, αποκρίθηκε ο Λάο-Τσε. Και συ, φίλε μου, αυτό μονάχα δεν κάνεις;
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973 Νο322)

Μεταθανάτιοι ματαιότητες
Ο Διογένης έλεγεν εις ερωτώντας «Που θέλης να σε θάψωμεν» να με πετάξετε εις τον δρόμον.
— Μα θα σε φάνε τα σκυλιά.
—Τότε βάλτε μου ένα ραβδί στο πλάϊ, δια να τα διώχνω.
—Αλλ’ αφού θα είσαι νεκρός και δεν θα αισθάνεσαι πως θα τα διώχνης;
Αλλά αφού δεν θα αισθάνομαι, ω βέλτιστοι, τι σημασίαν θα έχη αν θα με θάψετε εις μεγαλοπρεπές μνημείον ή με πετάξετε στους δρόμους;
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο919)

... Τι ευαισθησία είχε αυτός ο άνθρωπος (ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης)!

Αυτό φαίνεται καθαρά στην αναφορά που κάνω όταν περιγράφω την επίσκεψη του π. Διαδόχου, όπου έλαβε χώρα μία συζήτηση πάρα πολύ ένδιαφέρουσα άνάμεσα σε έναν από τους πνευματικούς πατέρες του μοναστηριού και τον Σιλουανό.

Ο πνευματικός αυτός πατέρας, έχοντας διαβάσει κάποια πράγματα από μία έφημερίδα, απευθυνόμενος στον Σιλουανό τον ρώτησε:
-  Τι νομίζετε γι’ αυτό το θέμα, πάτερ Σιλουανέ;
-  Πάτερ, γνωρίζετε ότι δεν μου αρέσει να διαβάζω εφημερίδες.
-  Γιατί;
-  Διότι δεν επιφέρουν παρά μόνο ταραχή στην πνευματική μου κατάσταση.
-  Σε μένα συμβαίνει το αντίθετο! Εδώ στην έρημο που είμαστε εμείς λησμονούμε τον κόσμο, λοιπόν, όταν διαβάζω εφημερίδες. Θυμάμαι τον κόσμο και προσεύχομαι γι’ αυτόν στη Λειτουργία, στην προσευχή μου, στό κελί κλπ.
Και ο Σιλουανός απάντησε:
-  Αλλά όταν κάποιος προσεύχεται τη νύχτα για τον κόσμο, το αισθάνεται αυτό καλύτερα παρά από τις εφημερίδες. Με την προσευχή γνωρίζει κανείς και την κατάσταση του κόσμου και τις ανάγκες του.
Ο Γέροντας λέει ότι ο νους ενός πνευματικού είναι όπως ένας άετός που από ψηλά βλέπει τον κόσμο μέσα στο σκοτάδι της νύχτας.

(Σωφρονίου Σαχάρωφ,Οικοδομώντας το ναό του Θεού, τόμος Α, σελ. 211)

Ίνα ώσιν εν. 

Οι μαθηταί χωρίς τον Ιησού! Στη σκέψι αυτή ο Ιησούς αγωνιά. Τί θα γίνη όταν εγώ φύγω από κοντά τους;

«Ουκέτι ειμί εν τω κόσμω και ούτοι εν τω κόσμω εισί και εγώ προς σε έρχομαι...».

Και η αγωνία αυτή του Ιησού δικαιώθηκε από τα πράγματα. Οι χρι­στιανοί διαιρέθηκαν και έχασαν την αγάπη και την ενότητα μεταξύ τους... Και διερωτάται κανείς: Γιατί αυτή η διάσπασις; Μήπως δεν ήταν αρκετή η παρουσία του Αγίου Πνεύματος στην Εκκλησία για ν’ αποτρέψη την διαίρεσι; Αν ο Ιησούς ήταν πάντα κοντά στους χριστιανούς δεν θα απεφεύγετο ο χωρισμός;

Όχι δυστυχώς! Και ο Ιησούς να ήταν σωματικά παρών μπορούμε να πούμε ότι η ίδια εξέλιξις θα υπήρχε στην πορεία του Χριστιανισμού. Διότι και όταν ζούσε σωματικά ο Ιησούς ανάμεσα στους μαθητάς του «απώλετο ο υιός της απωλείας». Έγινε ο πρώτος τριγμός στη συνοχή του χριστιανικού σκά­φους. Μαζί με τον καλό σπόρο φύτρωσε και το ζιζάνιο.

Έτσι αργότερα τα ζιζάνια αυξήθηκαν μαζί με τον καλό σπόρο των πιστών. Δεν ήταν η σωματική παρουσία του Ιησού που θ’ απέτρεπε τη διαίρεσι του Χρι­στιανισμού. Άλλωστε ο Ιησούς δεν έπαυσε ούτε στιγμή να είναι παρών στην Εκκλησία του.

Η αιτία της διαιρέσεως δεν βρίσκεται -άπαγε- στον Ιησού, αλλά στους ανθρώπους οπαδούς του. Στα ζιζάνια, που φυ­τρώνουν στον κόσμο αυτό μαζί με τον καλό σπόρο.

Ο Ιησούς, αν και υπήρχε σωματικά παρών, θα γινόταν -τί φοβερό!- μάρτυς της διασπάσεως του Χριστιανισμού και θ’ αγωνιζόταν για την ανάκτησι της ενότητος και της αγάπης.

Ό,τι ακριβώς κάνει και σήμερα αοράτως. Το νόημα της συνεχιζομένης ιστορίας δεν είναι άλλο παρά μία πίστωσις χρόνου στον αγωνιζόμενο Ιησού και τους ιδικούς του για να μπο­ρέσουν να επισυνάξουν εις εν τα διεσκορπισμένα τέκνα του Θεού (Ιωάν. Ια' 52)

«Η ενότης των Χριστιανών είναι αναγκαία για να φανερώνεται στον κόσμο η αγάπη του Πατρός, που διακηρύχθηκε με τη δωρεά του μονο­γενούς υιού του, ώστε να γίνουν όλοι οι άνθρωποι ένα εν Χριστώ και να πραγματοποιηθή έτοι η επιθυμία του Ιησού:

«Πάτερ... ίνα ώσιν εν καθώς ημείς εν έσμεν» (Vocabulaire, 1086).

ΕΚΕΙΝΟΣ”, ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΑΧΕΛΩΟΥ Ευθυμίου Στυλίου, εκδόσεις Γρηγόρη, σελ. 266


Όταν ο βασιλεύς του μεσαίωνος Κλόβις (465-511) φωτίσθηκε στην αληθινή πίστη, ο Επίσκοπος, καθώς ο Κλόβις κατέβαινε στ’ αγιασμένα νερά του βαπτίσματος, του είπε:
-Σκύψε τον αυχένα, περήφανε πολεμιστή. Από εδώ και πέρα θα προσκυνάς ό,τι έκαψες και θα καίς ό,τι προσκυνούσες.
Ο Κλόβις ήταν πρώτα θανάσιμος διώκτης του Χριστιανισμού κι είχε κάψει πολλές Εκκλησίες, ενώ παράλληλα απ’ όπου περνούσε έστηνε από ένα ξύλινο άγαλμά του για να το προσκυνά ο όχλος.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο806)

Θα σε αφήσει ο κόσμος
«Φαίνεσθε ως φωστήρες εν κόσμω». (Φιλιπ. β' 15)
Ο νεόφυτος εξομολογούμενος λέγει στον πνευματικό του:
—Τώρα που γνώρισα το Χριστό πρέπει να εγκαταλείψω τον κόσμο και να φύγω στην έρημο.

—Όχι, του απαντά ο πεπειραμένος πνευματικός, δεν είναι ανάγκη να παρατήσης εσύ τον κόσμο. Γρήγορα θα παρατήση ο κόσμος εσένα. Ιδιοτρόπησε θα πουν για σένα οι μεν. Έγινε θρησκόληπτος, θα πουν οι άλλοι. Μ’ αυτό τον καλόγερο θα κάνουμε παρέα; θα πουν οι υπόλοιποι.
Σκώμματα και ειρωνείες και εμπαιγμούς πέταξε στο πρόσωπο των άγιων ο κόσμος. Λίγο πριν τους τιμούσε, όταν τους έμαθε ότι είναι χριστιανοί τους κατεδίκασε σε μαρτύρια εμπαιγμών.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973 Νο303)


Ο Κανάρης κι η πολυθρόνα. 
Όταν ο ένδοξος πυρπολητής του 21 Κωνσταντίνος Κανάρης έγινε υπουργός Ναυτικών, μπαίνοντας για πρώτη φορά στο υπουργείο, είδε πίσω από το γραφείο του μια πολυτελή κι αναπαυτική πολυθρόνα.
Στο αντίκρυσμά της θύμωσε και φώναξε:
— Τι θέλει αυτή η πολυθρόνα εκεί; Βγάλτε την γρήγορα από εδώ μέσα, γιατί αλλοιώς θα την πετάξω από το παράθυρο. Φέρτε μου μια κοινή καρέκλα. Δεν ήρθα εδώ για να αναπαυθώ.
Δυστυχώς, πολλοί είναι εκείνοι που στα αξιώματα βλέπουν μονάχα τις απολαυές κι όχι τις θυσίες.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο564)

«Έχασα μια ημέρα»
Διηγούνται πως ο αυτοκράτωρ Τίτος, κατά τη διάρκεια κάποιου επισήμου γεύματος, θυμήθηκε πως εκείνη την ημέρα δεν είχε κάμει καλό σε κανένα άνθρωπο. Διέκοψε το φαγητό του και τινάχτηκε από τη θέση του αφίνοντας ένα ξεφωνητό: Diem perdidi. Δηλαδή: έχασα μια ημέρα.
Πόσες τάχα ημέρες να έχωμεν χάσει εμείς, χωρίς τον παραμικρό έλεγχο. Και όμως ευωχούμεθα στο τραπέζι της ζωής χωρίς τον παραμικρό έλεγχο.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973 Νο314)

Οι μαρμαρένιοι επίσκοποι
«Όχι για τους τοίχους, αλλά για τις ψυχές ήρθε εδώ κάτω ο Βασιλεύς των ουρανών. Επί της εποχής των Αποστόλων, όταν η Εκκλησία εκοσμείτο με χαρίσματα πνευματικά, ανέβλυζε δε το άρωμα της αγίας πολιτείας της, δεν υπήρχαν επισκοπικά μέγαρα. Επί των ημερών μας όμως τα επισκοπικά μέγαρα μαρμαροστολίζονται, η δε Εκκλησία παραμελείται.
Τότε είχαμε ξυλίνους επισκοπικούς οίκους, αλλά κατοικούσαν μαρμαρένιοι επίσκοποι μέσα σ’ αυτούς. Τώρα έχουμε μαρμαρένιες επισκοπές, που στεγάζουν ξύλινους επισκόπους».
( Από κείμενο του αγίου Ισιδώρου του Πηλουσιώτου)
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο488)

Ο περισσότερος κόσμος της εποχής μας είναι μορφωμένος κοσμικά και τρέχει με την κοσμική μεγάλη ταχύτητα.

Επειδή όμως του λείπει ο φόβος του Θεού – «αρχή σοφίας φόβος Κυρίου» (Ψαλμ. 110, 10) –, λείπει το φρένο, και με ταχύτητα, χωρίς φρένο, καταλήγει σε γκρεμό. Οι άνθρωποι είναι πολύ προβληματισμένοι και οι περισσότεροι πολύ ζαλισμένοι. Έχουν χάσει τον προσανατολισμό τους. Σιγά‐σιγά κατευθύνονται προς το να μην μπορούν να ελέγχουν τον εαυτό τους.

Αν αυτοί που έρχονται στο Άγιον Όρος είναι τόσο πολύ συγχυσμένοι, τόσο μπερδεμένοι, με τόσο άγχος , σκεφθήτε οι άλλοι που είναι μακριά από τον Θεό, από την Εκκλησία, πώς θα είναι! Και βλέπεις σε όλα τα κράτη φουρτούνα, ζάλη μεγάλη! Ο καημένος ο κόσμος – ο Θεός να βάλει το χέρι Του! – βράζει σαν την χύτρα ταχύτητος. Και οι μεγάλοι πώς τα φέρνουν! Μαγειρεύουν‐μαγειρεύουν, τα ρίχνουν όλα στην χύτρα ταχύτητος και σφυρίζει τώρα η χύτρα! Θα πεταχθή σε λίγο η βαλβίδα! Είπα σε κάποιον που είχε μία μεγάλη θέση:

«Γιατί μερικά πράγματα δεν τα προσέχετε; Τί θα γίνει;».

«Πάτερ μου, μου λέει, λίγο χιόνι ήταν πρώτα το κακό, τώρα έχει γίνει ολόκληρη χιονοστιβάδα. Μόνο ένα θαύμα μπορεί να βοηθήση».

Αλλά και με τον τρόπο που πηγαίνουν μερικοί να βοηθήσουν την κατάσταση, κάνουν μεγαλύτερη την χιονοστιβάδα του κακού. Αντί να λάβουν ορισμένα μέτρα για την παιδεία κ .λπ., κάνουν χειρότερα. Δεν κοιτάζουν πώς να διαλύσουναυτήν την χιονοστιβάδα, αλλά την κάνουν μεγαλύτερη. Βλέπεις, το χιονάκι είναι λίγο στην αρχή. Αν κυλήση στον κατήφορο , γίνεται ένας σβώλος . Ο σβώλος, καθώς μαζεύει και άλλο χιόνι , ξύλα , πέτρες κ .λπ., γίνεται σιγά‐σιγά μεγαλύτερος‐μεγαλύτερος, και τελικά γίνεται ολόκληρη χιονοστιβάδα . Έτσι και το κακό λίγο‐λίγο έχει γίνει πια χιονοστιβάδα και κυλάει, τώρα θέλει βόμβα για να σπάση.

– Αγωνιάτε, Γέροντα;

– Άχ , τί άσπρισαν τα γένια μου πρόωρα; Εγώ πονάω δυο φορές , μία , όταν προβλέπω μία κατάσταση και φωνάζω, για να προλάβουμε ένα κακό που πρόκειται να γίνη, και μία , όταν δεν δίνουν σημασία – ίσως όχι από περιφρόνηση –, και συμβαίνη μετά το κακό και μου ζητούν τότε την συμπαράστασή μου.

Τώρα καταλαβαίνω τί τραβούσαν οι Προφήτες. Μεγαλύτεροι Μάρτυρες ήταν οι Προφήτες! Πιό μεγάλοι Μάρτυρες από όλους τους Μάρτυρες, παρʹ όλου που δεν πέθαναν όλοι με μαρτυρικό θάνατο. Γιατί οι Μάρτυρες για λίγο υπέφεραν, ενώ οι Προφήτες έβλεπαν μία κατάσταση και υπέφεραν συνέχεια. Φώναζαν‐φώναζαν, και οι άλλοι τον χαβά τους. Και όταν έφθανε η ώρα και ερχόταν η οργή του Θεού εξ αιτίας τους, βασανίζονταν και εκείνοι μαζί τους . Τουλάχιστον όμως τότε τόσο έφθανε το μυαλό των ανθρώπων. Άφηναν τον Θεό και προσκυνούσαν τα είδωλα. Σήμερα που καταλαβαίνουν, είναι η μεγαλύτερη ειδωλολατρία.
Δεν έχουμε συνειδητοποιήσει ότι ο διάβολος βάλθηκε να καταστρέψη τα πλάσματα του Θεού. Έχει κάνει παγοινιά (Παγοινιά ή παγγεν(ε)ία (πάντες από κοινού, πάν το κοινόν): εργασία την οποία αναλαμβάνουν όλοι μαζί οι αδελφοί μίας Μονής ή μίας Σκήτης.) , να καταστρέψη τον κόσμο.

Λύσσαξε, γιατί άρχισε να μπαίνη στον κόσμο η καλή ανησυχία. Είναι πολύ αγριεμένος, γιατί γνωρίζει ότι είναι λίγη η δράση του (Βλ. Αποκ. 12, 12). Τώρα κάνει όπως ένας εγκληματίας πού, όταν τον κυκλώνουν, λέει: «Δεν έχω σωτηρία! Θα με πιάσουν!». και τα κάνει όλα γυαλιά‐καρφιά. Ή όπως οι στρατιώτες, που εν καιρώ πολέμου, όταν τελειώσουν τα πυρομαχικά, βγάζουν την λόγχη ή το σπαθί και ρίχνονται και ό,τι γίνει. Σού λέει: «Έτσι κι αλλιώς χαμένοι είμαστε, ας σκοτώσουμε όσο πιο πολλούς μπορούμε».

Ο κόσμος καίγεται! Το καταλαβαίνετε; Έπεσε πολύς πειρασμός. Τέτοια πυρκαγιά έχει βάλει ο διάβολος, που ούτε όλοι οι πυροσβέστες αν μαζευθούν, δεν μπορούν να κάνουν τίποτε, αναγκάζονται οι άνθρωποι να στραφούν στον Θεό και να Τον παρακαλέσουν να ρίξη μία βροχή γερή, για να σβήση. Έτσι και για την πνευματική πυρκαγιά που άναψε ο διάβολος, μόνον προσευχή χρειάζεται, για να βοηθήση ο Θεός.
Όλος ο κόσμος πάει να γίνη μία περίπτωση. Γενικό ξεχαρβάλωμα! Δεν είναι να πής: «Σʹ ένα σπίτι χάλασε λίγο το παράθυρο ή κάτι άλλο, ας το διορθώσω». Όλο το σπίτι είναι ξεχαρβαλωμένο. Έχει γίνει χαλασμένο χωριό. Δεν ελέγχεται πια η κατάσταση. Μόνον από πάνω, ό,τι κάνει ο Θεός. Τώρα είναι να δουλεύη ο Θεός με το κατσαβίδι, με χάδια, με σκαμπίλια, να το διορθώση. Μία πληγή έχει ο κόσμος που κιτρίνισε και θέλει σπάσιμο, αλλά ακόμη δεν ωρίμασε καλά. Πάει να ωριμάση το κακό, όπως τότε στην Ιεριχώ (Βλ. Ι. Ναυή 6, 24) που ήταν για απολύμανση.
Αγ. Παϊσίου Αγιορείτου: ΛΟΓΟΙ Α’ «Με Πόνο και Αγάπη» ‐ σ.14

Ζητιάνος βασιλιάς. 
Ο Μέγας Πέτρος της Ρωσίας για να αντιληφθή αν ο λαός του ήταν φιλόξενος, ντύθηκε κάποτε ζητιάνος και επεσκέφθη ένα χωριό. Οι χωρικοί δεν του έδωσαν σημασία. Βράδυασε στο χωριό χωρίς κανείς να τον πλησιάση, οπότε ένας φτωχός χωρικός τον λυπήθηκε, τον πήρε στο σπίτι και του έδωσε από το φτωχό του φαγητό.
Το πρωί ο ζητιάνος ευχαρίστησε και έφυγε. Το άλλο πρωί στην πλατεία του χωριού στάθηκε ένα αμάξι αυτοκρατορικό. Ένας αυλικός εζήτησε το φιλόξενο χωρικό και με το λαμπρό αμάξι, τον ωδήγησε στα ανάκτορα της Πετρουπόλεως, όπου ο βασιλιάς, για να τον τιμήση, τον εγκατέστησε εκεί με όλη του την οικογένεια. Όταν αυτό το έμαθαν οι συγχωριανοί του, μετάνοιωσαν για τη διαγωγή τους.
Η φιλοξενία είναι πατριαρχική αρετή, που σαν επίγραμμα πρέπει να κοσμή την αυλόπορτα του φτωχού και του πλουσίου.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973 Νο346)

535 Ένα ποσόν ιερό!

Ένα τυφλό κορίτσι έφερε στον εφημέριο της Εκκλησίας του μια δωρεά για το ιεραποστολικό έργο της Εκκλησίας. Ο Εφημέριος άνοιξε το φάκελλο και βρήκε μέσα 500 δραχμές. Έκπληκτος για το μεγάλο ποσόν, είπε στο κορίτσι:

— Αυτά είναι πολλά για σένα. Είσαι ένα φτωχό και τυφλό κορίτσι και με κόπο κερδίζεις κάθε δραχμή. Δεν μπορείς να δώσης τόσα πολλά. Κράτησε λίγα από αυτά.
Αλλά το κορίτσι αρνήθηκε.
— Ακριβώς επειδή είμαι τυφλή, είπε, μπορώ να εξοικονομήσω αυτό το ποσόν. Πλέκω καλάθια. Άλλοι χρειάζονται φως το βράδυ για την δουλειά τους, ενώ εγώ δεν το χρειάζομαι. Έτσι βάζω κάθε βράδυ στον κουμπαρά μου τα λεπτά που θα χρειαζόμουν για φωτισμό, αν δεν ήμουν τυφλή. Είναι τα λεφτά των ματιών μου!
Συγκινημένος ο Εφημέριος δέχτηκε το ποσόν.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο535)

Το κιβώτιον της αγάπης
«Ένας πρακτικώτατος τρόπος είναι να κάνωμε ένα ειδικό κιβώτιο (κουμπαρά) για τους φτωχούς, που θα είναι τοποθετημένο στο μέρος όπου καθένας προσεύχεται. Έτσι κάθε φορά που θα μπης εκεί, για να προσευχηθής, πρώτα να καταθέτης την ελεημοσύνη σου στο «κιβώτιον πενήτων» και τότε ν’ απευθύνης την προσευχή σου στο Θεό. Και πρέπει να ξέρης πώς το να βρίσκεται δίπλα στο κρεβάτι σου όπου προσεύχεσαι, το κιβώτιο της ελεημοσύνης, δεν είναι κατώτερο από το να έχης κρεμάσει εκεί το ιερό Ευαγγέλιο. Γιατί αν σαν φυλαχτό, κρεμάσης το ιερό Ευαγγέλιο, χωρίς να κάνης τίποτε απ’ όσα λέγει (όπως είναι και η ελεημοσύνη) δεν θα ωφεληθής τόσο, όσο από το κιβώτιον πενήτων. Δίπλα σ’ αυτό το ιερό κιβώτιον να βρίσκεται και το κρεβάτι σου, και η νύχτα θα περνά χωρίς κακά όνειρα, αρκεί μόνον να μη μπή εκεί τίποτε που προέρχεται από αδικία.
(Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος)
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973 Νο255)


Κάποιος συγγραφεύς υποστηρίζει ότι υπάρχουν τρεις τρόποι με τους οποίους οι άνθρωποι νοιώθουν τη ζωή.

Πολλοί την βλέπουν σαν ένα αναπαυτικό κρεββάτι, επάνω στον οποίον ξαπλώνονται και ζητούν να υπηρετούνται απ’ όλους τους άλλους.

Είναι οι οπαδοί του ηδονισμού και της απολαύσεως. Γρήγορα όμως καταντούν οι άνθρωποι αυτοί δυστυχείς, γιατί το κρεββάτι της ζωής δεν είναι τόσο αναπαυτικό όσο το φαντάζονται.

Γι’ αυτό στριφογυρίζουν με αγωνία και πόνο επάνω σ’ αυτό.

Άλλοι αντιλαμβάνονται τη ζωή σαν ένα μεγάλο καλάθι, που αγωνίζονται να το γεμίσουν οπωσδήποτε. Γνώσεις, χρήμα, χτήματα, φήμη, δόξα είναι το υλικό, με το οποίον προσπαθούν να το πληρώσουν.

Είναι οι οπαδοί του παχυλού υλισμού και της μαμωνολατρείας. Αλλ’ αυτό μένει πάντα άδειο, ενώ εκείνοι τρέχουν έως ότου ο θάνατος θέση τέρμα στην πολύμοχθη εκστρατεία τους.
Υπάρχει όμως και μια μερίδα ανθρώπων, που αντιλαμβάνονται τη ζωή τους σαν ένα λύχνο που καίεται, σαν μια λαμπάδα που λυώνει και φωτίζει το περιβάλλον.

Είναι οι γνήσιοι οπαδοί του Χριστού. Είναι άνθρωποι, που έθεσαν ιδανικό τους όχι να υπηρετηθούν, αλλά να υπηρετήσουν. Είναι οι εργάτες του καλού, ,που θυσιάζονται για να παρηγορήσουν τον πόνο του θλιμμένου, για να περιθάλψουν τον πάσχοντα, για να χύσουν «φώς ιλαρόν» στις τρισκότεινες καρδιές.

Είναι οι λύχνοι, που, τοποθετημένοι «επί την λυχνίαν», λάμπουν «πάσι τοις εν τη οικία».
Από το βιβλίο «Κογχύλια από την Τιβεριάδα»
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973 Νο642)

Το παράδειγμα. 
«Ίνα επακολουθήσετε τοις ίχνεσιν αυτών». Μια νεαρή Κινέζα πολύ πρόσεχε έναν ιεροκήρυκα που από καιρό είχε έλθει στο χωριό της.

Της έκανε ιδιαίτερη εντύπωσι η αγάπη του για τους ασθενείς και τους πτωχούς, οι καλοί του τρόποι και πόσο ακούραστα πάντα προσπαθούσε να κάνη το καλό. Μια ημέρα έτυχε η μικρή Κινέζα να συναντηθή σ’ ένα χωριό με μια ιεραπόστολο η οποία άρχισε να της διηγήται για κάποιον που χε έλθει να υπηρετήση τους άλλους, να περιθάλψη τους πτωχούς, να δώση το φώς στους τυφλούς κλπ.».
Αφού τέλειωσε την αφήγησί της ρώτησε την Κινεζοπούλα.
-«Ξέρεις ποιός είναι αυτός;»
«Μάλιστα, απάντησε αφελέστατα, τον ξέρω, είναι ο Ιεραπόστολος του χωρίου μας».
Η ζωή του Ιεραποστόλου αυτού ταίριαζε τόσο πολύ με την περιγραφή του Ιησού.
Σήμερα ο κόσμος έχει ανάγκη από ανθρώπους που να ζουν τη ζωή του Χριστού.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο163)

Η ζωντανή «Μίμησις»
Ένας άγιος ιερεύς, ονόματι Φρανσουά Μπιγιόν, βρισκόταν στη φυλακή της Βαστίλλης κατά τη Γαλλική Επανάσταση, μαζί με τον κόμητα ντε Λουζέν που ήταν πρώτα άπιστος κι άσωτος, αλλά είχε μετανοήσει χάρι στον συγκρατούμενό του κληρικό.
Μια μέρα κάποιος γνωστός του ιερέως ήρθε στη φυλακή και τον ρώτησε τι ήθελε να του φέρη απ' έξω.
— Μια «Μίμηση του Χριστού», αποκρίθηκε ο ιερεύς.
— Και σείς, κύριε, τι θέλατε, ρώτησε ο επισκέπτης τον κόμητα ντε Λουζέν.
— Εγώ; Τίποτε, είπε εκείνος.
Και προσβλέποντας προς τον ιερέα, πρόσθεσε:
— Έχω τη «Μίμηση του Χριστού» ζωντανή μπροστά μου. Έχω τον ιερέα Φρανσουά Μπιγιόν.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973 Νο284)

 

 

Σελίδα 1 από 10