Η Εκκλησία είναι καθολική σε κάθε ένα από τα μέλη της, διότι ένα καθολικό όλο δεν μπορεί να οικοδομηθή ή να συντεθή αλλοιώτικα παρά μέσω της καθολικότητας των μελών του. Κανένα πλήθος, καμμιά μάζα, κάθε μέλος της οποίας είναι αδιαπέραστο και απομονωμένο, δεν μπορεί να γίνη αδελφότης. Η ένωσις μπορεί να γίνη δυνατή, μόνο με την αμοιβαία αδελφική αγάπη του κάθε αδελφού χωριστά.

Η γνωστή εικόνα της Εκκλησίας, που την παριστάνει σαν πύργο που κτίζεται, εκφράζει τη σκέψι αυτή πολύ ζωντανά (Πρβλ. Ποιμένα του Ερμά). Οι διάφορες πέτρες, με τις οποίες χτίζεται ο Πύργος αυτός, εικονίζουν τους πιστούς· είναι οι «ζώντες λίθοι». Καθώς προχωράει το χτίσιμο, τους βάζουν τον ένα πάνω στον άλλο κι αυτοί στέκονται περίφημα, γιατί είναι λείοι και εφαρμόζουν καλά ο ένας πάνω στον άλλο. Ενώνονται μάλιστα τόσο σφιχτά μεταξύ τους, που οι ακμές τους δεν φαίνονται πια και ο πύργος φαντάζει σαν να είναι φτιαγμένος από μια πέτρα.

Σύμβολο ωραίο ενότητος και ολότητος η εικόνα· αλλά προσέξτε, μόνο πέτρες λείες και τετράγωνες μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για το χτίσιμο αυτό. Υπήρχαν κι άλλοι, μάλιστα λαμπροί λίθοι, μόνο που ήσαν στρογγυλοί και έτσι δεν ωφελούσαν καθόλου στο χτίσιμο, ήσαν ακατάλληλοι για τη δουλειά αυτή. Δεν εφάρμοζαν ο ένας πάνω στον άλλο (μη αρμόζοντες) και για τούτο έπρεπε ν’ αποτεθούν κάπου κοντά στους τοίχους. Στο συμβολισμό των αρχαίων «στρογγυλότης» εσήμαινε αυτάρκεια, απομόνωσι, αυτοϊκανοποίησι. Και είναι ακριβώς η αυτάρκεια αυτή, που εμποδίζει την είσοδό μας στην Εκκλησία. Ο λίθος πρέπει κατ’ αρχήν να είναι λείος, ώστε να μπορή να εφαρμόση μέσα στον τοίχο της Εκκλησίας.

Πρέπει ν’ απαρνηθούμε τους εαυτούς μας, για να κατασταθούμε ικανοί να εισέλθουμε στην καθολικότητα της Εκκλησίας, πρέπει, μ’ ένα καθολικό πνεύμα, να κυριαρχήσουμε πάνω στον αυτοερωτισμό μας. Και στην πληρότητα της κοινωνίας της Εκκλησίας, η καθολική μεταμόρφωσις της προσωπικότητος τελειούται και συντελείται πλήρως.
    Αλλ’ η άρνησις του ιδίου μας του εαυτού δεν σημαίνει ότι η προσωπικότης πρέπει να σβησθή, να εξοντωθή, να διαλυθή μέσα στη μάζα. Η καθολικότης δεν είναι συλλογικότης. Αντίθετα, η αυταπάρνησις πλαταίνει το εύρος της προσωπικότητός μας· περικλείουμε τους πολλούς μέσα στο δικό μας εγώ. Εδώ κείται η ομοιότης με τη Θεία ενότητα της Αγίας Τριάδος.

(π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, Θέματα Ορθοδόξου Θεολογίας, εκδ. Αρτος ζωής, σελ. 196-197)

‹‹Υπάρχει μια παλαιά γιαπωνέζικη ιστορία, για ένα γεγονός το οποίο συνέβη με ένα παλιρροιακό κύμα πριν από πολλά χρόνια. Ένας γέροντας ζούσε πάνω στην κορυφή ενός λόφου κοντά στον απέραντο ωκεανό. Ένα βράδυ παρατήρησε ένα πανύψηλο τείχος νερού, βαθιά μέσα στη θάλασσα, που ερχόταν γρήγορα προς την ακτή.

Αμέσως η σκέψη του πήγε στους χωρικούς που βρίσκονταν αμέριμνοι κάτω στις καλύβες τους, στους πρόποδες του λόφου. Αν δεν μπορούσε να τους ειδοποιήσει σίγουρα θα χάνονταν – και δεν του απέμεινε καιρός να κατεβεί κάτω και να τους πει για τον κίνδυνο. Προσπάθησε να φωνάξει, αλλά η απόσταση ήταν πολύ μεγάλη. η ασθενική φωνή του δεν μπορούσε να τους φθάσει.

Χωρίς τον παραμικρό δισταγμό τότε, έβαλε φωτιά στο σπίτι του, δηλαδή σε όλη την περιουσία του σε αυτό τον κόσμο, γνωρίζοντας πως όλοι θα έτρεχαν να σβήσουν τη φωτιά! Και πράγματι! Έτρεξαν όλοι και έτσι γλύτωσαν από εκείνο το ολέθριο τείχος του νερού που θα τους σκέπαζε. Ο γέρος αυτός "δεν ήρεσεν εις ευατόν (=δεν έγινε αρεστός στον εαυτό του[Ρωμαίους 15,3])" αλλά έκανε το καθήκον του προς τους άλλους.›› (Σ2. 98)
(αρχ. Ιωάννου Κωστώφ, Καλοί λιμένες, Σταμάτα 2016, σελ. 184-5)

‹‹Ήταν ένα χωράφι, που ανήκε σε δύο αδελφούς, από τους οποίους ο ένας τους ήταν παντρεμένος και είχε μεγάλη οικογένεια. Ένα βράδυ όταν ο θερισμός είχε τελειώσει και το στάρι είχε χωρισθεί σε δύο ίσους σωρούς, ένα για τον κάθε αδελφό, ο μεγαλύτερος είπε στη γυναίκα του:
- Ο αδελφός μου είναι φανερό ότι κουράσθηκε αυτή τη χρονιά πολύ περισσότερο από μένα. Η μοιρασιά όπως έγινε δεν είναι δίκαιη. Θα σηκωθώ και θα προσθέσω στο μερίδιό του μερικά δεμάτια από το δικό μας μερίδιο, χωρίς να με καταλάβει.
Αλλά και ο μικρότερος, πλημμυρισμένος από τα ίδια ευλογημένα αδελφικά αισθήματα, σκέφθηκε :
- Ο αδελφός μου έχει ολόκληρη οικογένεια να συντηρήσει. δεν είναι, λοιπόν, δίκαιο να πάρω εγώ ίσο μερίδιο με αυτόν. Θα σηκωθώ και χωρίς να με καταλάβει θα βάλω στο μερίδιό του μερικά από τα δικά μου δεμάτια.
Την άλλη μέρα με έκπληξη ο κάθε αδελφός είδε το σωρό του ανέπαφο, σαν να μην είχε αφαιρεθεί τίποτε.

Και αποφάσισαν, χωρίς βέβαια ο ένας να ξέρει τι κάνει ο άλλος, να ξανακάνουν το άλλο βράδυ τα ίδια. Το αποτέλεσμα και πάλι δεν διέφερε. Έτσι αποφάσισαν την τρίτη νύχτα να ξανακτίσουν στο χωράφι, για να λύσουν το μυστήριο.
Πόσο συγκινητική όμως ήταν η σκηνή, όταν κάποια ώρα, κατά την οποία ανύποπτοι με τα δεμάτια στα χέρια προχωρούσαν καθένας για το σωρό του άλλου, συναντήθηκαν στη μέση του χωραφιού ! Τα δεμάτια έπεσαν απ΄τα χέρια τους και τα δύο αδέλφια σφιχταγκαλιάσθηκαν, με δάκρυα ανείπωτης χαράς και ευτυχίας›› (ΑΓ. 4).

(αρχ. Ιωάννου Κωστώφ, Καλοί λιμένες, Σταμάτα 2016, σελ. 234-5)


ΜΕ ΠΟΙΟΝ μοιάζει o χριστιανός, πού σηκώνει τις θλίψεις της επίγειας ζωής με αληθινή πνευματική σύνεση; Μ’ έναν οδοιπόρο, που στέκεται στην ακροθαλασσιά σε ώρα τρικυμίας.

Τα αγριεμένα άσπρα κύματα πλησιάζουν τον οδοιπόρο και, αφού σπάσουν στην άμμο, διαλύονται πάνω στα πόδια του σε αναρίθμητες μικρές σταγόνες. Η θάλασσα, φιλονικώντας με τον άνεμο, βρυχιέται, υψώνει κύματα σαν βουνά, βράζει, παφλάζει. Το ένα κύμα γεννά και στη συνέχεια καταβροχθίζει το άλλο. Οι κορυφές τους είναι στεφανωμένες με κάτασπρο αφρό. Όλη η θάλασσα είναι καλυμμένη απ’ αυτά τα κύματα, που μοιάζουν με τερά¬στιο λάρυγγα φοβερού τέρατος δίχως δόντια.

Ο οδοιπόρος παρατηρεί το φοβερό θέαμα με ήρεμο λογισμό. Τα μάτια του είναι στη θάλασσα. Πού είναι, όμως, η σκέψη του; Και πού η καρδιά του; Η σκέψη του είναι στις πύλες του θανάτου. Και η καρδιά του στην κρί¬ση του Θεού. Εκεί είναι ήδη με τον νου του• εκεί είναι με το αίσθημά του - εκεί είναι οι φροντίδες του· εκεί είναι ο φόβος του.

Από τον φόβο τούτο φεύγει μακριά ο φόβος των επίγειων πειρασμών, θα κοπάσουν οι άνεμοι, θα γαληνέψει η θάλασσα. Εκεί που πρώτα μάνιαζαν τα τεράστια οργισμένα κύματα, δεν θα βλέπει κανείς παρά μιαν επίπεδη επιφάνεια από νερά ακίνητα, νερά κουρασμένα από τη θύελλα. Μετά τη μεγάλη θαλασσοταραχή, τα νερά θα καταπέσουν σε μια νεκρική ακινησία. Στον διάφανο καθρέφτη τους θα αντανακλά ο βραδινός ήλιος, όταν θα σταθεί πάνω από την Κρονστάνδη, θα σκορπίσει τις ακτίνες του σ’ όλον τον Φιννικό Κόλπο και θα συναντήσει τον ποταμό Νιεβα προς την Πετρούπολη. Θέαμα σαν ζωγράφημα, γνωστό στους κατοίκους της ερήμου του Αγίου Σεργίου. Αυτόν τον ουρανό, αυτή την ακροθαλασσιά, αυτά τα κτίρια πόσοι τα είδαν; Πόσοι είδαν τα αφροστεφανωμένα, τα περήφανα, τα άγρια κύματα; Πάρα πολλοί. Και όλοι αυτοί έφυγαν, όλοι βρίσκονται τώρα στην ησυχία του τάφου. Εκεί θα βρεθούν και όσοι σήμερα τα αντικρίζουν.

Πόσο άστατα, πόσο φευγαλέα είναι τα επίγεια -όσο των κυμάτων τα αφροστέφανα!

Κοιτάζοντας από τον ήσυχο αρσανά τη θάλασσα του βί¬ου να φουσκώνει από τα κύματα των παθών, Σε ευγνω¬μονώ, Βασιλιά και Θεέ μου! Μ’ έφερες σ’ ετούτη την άγια μονή. Μ’ έκρυψες «στο απόκρυφο καταφύγιο της θείας Σου παρουσίας από τις άδικες επιθέσεις των ανθρώπων» και με φύλαξες «από συκοφαντικές γλώσσες»(Ψαλμ. 30,21). Για τούτο μόνο πονάει η ψυχή μου, για τούτο συνταράζεται το άγνωστο: Θα περάσω, άραγε, από δω, από την ακροθαλασσιά του άστατου και ψεύτικου βίου, «στον τόπο της σκηνής της θαυμαστής, στον οίκο του Θεού, με φωνές χαράς και δοξολογίας, μέσα σε ήχους γιορτινούς»(Ψαλμ. 41, 5); Θα κατοικήσω, άραγε, εκεί αιώνια; Τι κι αν έχω θλίψεις στον κόσμο; «Εγώ στήριξα τις ελπίδες μου στον Θεό, κι έτσι δεν έχω να φοβηθώ ότι κι αν μου κάνει άνθρωπος»(Ψαλμ. 55,12).

Έρημος Άγιου Σεργίου, 1843
πηγή: Αγίου Ιγνατίου Μπριαντσανίνωφ, Ασκητικές Εμπειρίες,  εκδ. Ι.Μ. Παρακλήτου.

Μα την Αγία Αγελάδα!

Το 1978 το αυτοκίνητό μου χρειάστηκε κάποιες επισκευές που δεν μπορούσα να κάνω μόνος μου. Καθώς το συνεργείο όπου το πήγαινα συνήθως είχε κλείσει, έπρεπε να βρω έναν καλό και τίμιο μηχανικό αυτοκινήτων. Ανησυχούσα, μια και υπήρχε η –αστήρικτη ίσως- φήμη ότι οι μηχανικοί είναι ατσίδες στην εκμετάλλευση. Ευτυχώς ο φίλος μου, ο Ντέιβ μου σύστησε το συνεργείο του Ντι.
    Ανακάλυψα με ευχαρίστηση ότι ο ιδιοκτήτης του συνεργείου ήταν ένας μηχανικός που πριν από αρκετά χρόνια είχε ξαναφτιάξει το αυτοκίνητό μου. Εκείνη την εποχή εργαζόταν σ’ ένα βενζινάδικο κοντά στο σπίτι μου. Δεν είχαμε πολλές κουβέντες τότε, αλλά ήξερα ότι έκανε καλή δουλειά.
    Συμπλήρωσα τα χαρτιά για την επισκευή και περίμενα, ενώ ο Ντι μιλούσε στο τηλέφωνο μ’ έναν άλλον πελάτη. Έριξα μια ματιά στο μικρό του γραφείο, θέλοντας έτσι να απασχοληθώ με κάτι. Ένα κορνιζαρισμένο άρθρο από εφημερίδα μου τράβηξε την προσοχή.

Η επικεφαλίδα έλεγε: "Κτηνοτρόφος της Περιοχής Σκοτώνει Ολόκληρο Κοπάδι".

Το άρθρο αναφερόταν στην εποχή που είχε προκληθεί πανικός στο Μίσιγκαν με την υπόθεση του μολυσμένου γάλακτος και μιλούσε για τις πράξεις ενός κτηνοτρόφου. Προφανώς, οι αγελάδες είχαν προσβληθεί τότε από κάποια ασθένεια που είχε επιπτώσεις στην παραγωγή γάλακτος. Η κατάσταση είχε γίνει σοβαρή και οι αρχές της Πολιτείας αποφάσισαν να ελέγξουν  όλες τις αγελάδες του Μίσιγκαν. Οι παραγωγοί γαλακτοκομικών προϊόντων διαμαρτυρήθηκαν και οι αρχές της Πολιτείας εισηγήθηκαν περιοριστική εντολή. Ήταν σίγουρο ότι θα χρειάζονταν μήνες δικαστικών ελιγμών, πριν βρεθεί μια συμβιβαστική λύση. Εν τω μεταξύ οι κτηνοτρόφοι συνέχιζαν να πουλάνε γάλα και κρέας. Ο συγκεκριμένος όμως κτηνοτρόφος αποφάσισε ότι κάτι τέτοιο δεν του ταίριαζε και επέλεξε άλλη οδό. Προσέλαβε ειδικούς για να εξετάσουν τις αγελάδες του. Από ολόκληρο το κοπάδι, μόνο λίγες βρέθηκαν μολυσμένες.

Επειδή όμως κανείς δεν μπορούσε να του εγγυηθεί ότι οι υπόλοιπες αγελάδες ήταν υγιείς, αποφάσισε να θανατώσει το κοπάδι και να το θάψει με τέτοιο τρόπο που δεν θα έβλαπτε το περιβάλλον ούτε τα αποθέματα νερού. Η ασφαλιστική εταιρεία του κτηνοτρόφου δεν κάλυψε τη ζημιά, επειδή δεν υπήρχε εντολή από το κράτος για να θανατωθεί το κοπάδι. Όταν ρωτήθηκε γιατί το έκανε, ο κτηνοτρόφος απάντησε, "Γιατί αυτό ήταν το σωστό".
    Ρώτησα το Ντι γιατί είχε βάλει το άρθρο στον τοίχο. Φαντάστηκα ότι θα είχε κάποια σχέση ή συγγένεια με τον κτηνοτρόφο. Μου είπε ότι δεν τον είχε δει ποτέ στη ζωή του, αλλά ότι αυτός ο κτηνοτρόφος αποτελούσε πηγή έμπνευσης γι’ αυτόν, γιατί ήταν πρότυπο ακεραιότητας, αξιοπιστίας και τιμιότητας. Επίσης μου είπε ότι έτσι συμπεριφερόταν και ο ίδιος στην επιχείρησή του και ότι θα ήθελε ο κόσμος να μιλά γι’ αυτόν, όπως μίλαγε εκείνος για τον κτηνοτρόφο.
     Είχα εντυπωσιαστεί πολύ και με τον κτηνοτρόφο και με τον Ντι. Μετά από ένα χρόνο, με δική μου παραίνεση, ο γιος μου πήγε ως μαθητευόμενος μηχανικός στο συνεργείο αυτοκινήτων του Ντι. Ήθελα ο γιος μου να μαθητεύσει κοντά στον Ντι, γιατί όχι μόνο ήταν καλός μηχανικός, αλλά κυρίως γιατί ήταν τίμιος άνθρωπος με μεγάλη ακεραιότητα. Μακάρι να ειπωθεί αυτό και για μένα κάποια μέρα.

Ντένις Τ. ΜακΚόλι

(από το βιβλίο: Βάλσαμο για την Ψυχή στο χώρο της δουλειάς, εκδ. Διόπτρα σελ. 95-96)
  


Αρχίστε από τον εαυτό σας.

Τα παρακάτω λόγια γράφτηκαν στον τάφο ενός Αγγλικανού Επισκόπου, στις κρύπτες του Αββαείου του Ουεστμινστερ:

Όταν ήμουν νέος κι ελεύθερος
κι η φαντασία μου δεν είχε όρια,
ονειρευόμουν ν’ αλλάξω τον κόσμο.
Καθώς μεγάλωνα κάπως
κι αποκτούσα περισσότερη γνώση,
ανακάλυψα πως ο κόσμος δεν αλλάζει, έτσι περιόρισα κάπως το στόχο μου
κι αποφάσισα να αλλάξω μόνο την πατρίδα μου.
Αλλά κι αυτή φαινόταν αμετακίνητη.
Φτάνοντας στη δύση της ζωής μου,
σε μία τελευταία απέλπιδα προσπάθεια, αρκέστηκα στην προσπάθεια
να σώσω μόνο την οικογένειά μου,
αυτούς που ήταν πιο κοντά μου
αλλά, δυστυχώς, δεν ήθελαν ούτε ν’ ακούσουν.
Και τώρα, ξαπλωμένος καθώς είμαι
στο κρεβάτι του θανάτου,
ξαφνικά συνειδητοποιώ:
αν άλλαζα πρώτα μόνο τον εαυτό μου,
θα άλλαζα και την οικογένειά μου
με το παράδειγμά μου.
Με τη δική τους έμπνευση και ενθάρρυνση,
ίσως κατάφερνα τότε να κάνω καλύτερη τη χώρα μου και,
ποιος ξέρει, ίσως άλλαζα ακόμα και τον κόσμο.


(από το βιβλίο: Βάλσαμο για την ψυχή, εκδ. Διόπτρα, σελ. 79-80)

Κάποιος άρχοντας ρώτησε τον Ιησού τι να κάνει ώστε να κληρονομήσει την αιώνια ζωή.
Η απάντηση του Χριστού δεν αφήνει κανένα αναπάντητο ερώτημα: “μοίρασε τα πλούτη σου στους φτωχούς κι ακολούθησέ με”.
Ο άρχοντας, όπως φαίνεται, ρωτά σ’ ένα πλαίσιο δούναι και λαβείν: “τι να κάνω ώστε ν’ αποκτήσω την αιωνιότητα;”
Η απάντηση του Χριστού, ξεπερνά τον απλό κατάλογο των “καλών πράξεων” που ακόμα κι εμείς έχουμε στο νου μας. “Μοίρασε τους θησαυρούς σου στους φτωχούς κι ακολούθησέ με!”. Για τον πλούσιο τούτο σημαίνει “άλλαξε ζωή γιατί η ζωή που κάνεις σε κλείνει στον κόσμο σου, σ’ απομακρύνει απ’ τους αδελφούς σου, σου στερεί τον Χριστό”. Ο άρχοντας λυπήθηκε, αδυνατούσε να το πράξει. Ήταν σφιχτά δεμένος με την ύλη κι αδιανόητη γι’ αυτόν η πρόσκληση του Χριστού.

Ο καθένας είναι δεμένος και ξέρει καλά, αν ψάξει μέσα του, με τι είναι δεμένος. Ξέρει τι τονε κρατά δεμένο και τον εμποδίζει ν’ ακολουθήσει τον Χριστό. Ο Χριστός μας προσκαλεί στην αληθινή ζωή και στη ζωή απαντά κανείς μονάχα με ζωή κι όχι με μιαν αφηρημένη αποδοχή. “Ακολουθώ τον Χριστό” δεν είναι μια σύμβαση. Η πρόσκληση του Χριστού δεν είναι απλώς μια άλλη μια πραγματικότητα. Είναι η μοναδική πραγματικότητα που αγκαλιάζει όλες αυτές που εμείς θεωρούμε ότι υπάρχουν, μεταμορφώνοντάς αυτές σε μία και μοναδική.
Δε μπορώ να λέω ότι είμαι του Χριστού κι ν' αναζητώ ευκαιρίες για τσακωμούς ώστε να επιβεβαιώνομαι καθημερινά.
Δε μπορώ να λέω ότι είμαι του Χριστού και να κρατώ κακίες μέσα μου καλά φυλαγμένες.
Δε μπορώ να λέω ότι είμαι του Χριστού κι οι επιλογές μου να είναι τόσο γήινες.
Δε μπορώ να λέω ότι είμαι του Χριστού μα ξεχνάω να χαμογελάω, να βλέπω τα πάντα μαύρα και χωρίς προοπτική…
Δε μπορώ να λέω ότι είμαι του Χριστού και να μην αγωνίζομαι ν' αγαπώ τους άλλους (κι αυτό αγώνα θέλει)

Πώς θα ζήσω την Αγάπη του Θεού στη μέλλουσα ζωή, αν δεν τηνε ζήσουμε από τα τώρα;
Πώς μπορώ να θέλω ελευθερία και μέσα μου να μην είμαι λεύτερος; Βλέπεις γύρω σου τα πάντα κερματισμένα. Ο καθένας ψάχνει μιαν επιβεβαίωση, απ’ τις ανθρώπινες σχέσεις ως τις πολιτικές των κρατών. Παρουσιάζουμε αλήθειες μισές -όπως μας συμφέρουν. Κι η ενότητα μεταξύ μας; Χίλια κομμάτια…
Αν θέλουμε να λέμε ότι είμαστε του Χριστού, πρέπει να το πάρουμε απόφαση. Να μπούμε πραγματικά μες την Εκκλησία, να γίνουμ’ ένα Σώμα… Εμείς απ’ την άλλη, αναζητάμε τις περισσότερες φορές ανθρώπινες ενώσεις με ημερομηνία λήξης, ενώσεις που μπολιάζονται με το κοινό πάθος κι επιδιώξεις κοινές. Στ’ αλήθεια, λοιπόν, “η αγάπη, η φιλία και ο σεβασμός δεν ενώνουν τους ανθρώπους τόσο, όσο το κοινό μίσος σε κάτι” (Άντον Τσέχωφ). Κι αυτό φαίνεται παντού γύρω μας, μα κυρίως εκεί που διαιρούμαστε. Ειλικρινά, δε γίνεται κανείς να δουλεύει για δυο κυρίους: ή Χριστό ή πλούτο. Ο Κύριος είναι σαφής.

Πίσω από τον πλούτο -του άρχοντα και του καθενός- βρίσκεται το κάθε πάθος. Αυτό απομακρύνει απ’ τον Χριστό! Κι όταν μαθαίνεις στην απομάκρυνση, τότε είναι που τηνε συνηθίζεις. Δε ζεις τίποτε, παρά μόνο πόλεμο κι ο πόλεμος πάντα πόλεμο φέρνει. Μόν’ ο Χριστός ενώνει γιατί η Αγάπη Του δεν έχει διεκδικήσεις.

Κάθε επανάσταση κοσμική, γεννιέται συχνά με αγαθά κριτήρια κι έπειτα ναυαγεί γιατί χάνεται ο στόχος στα τερτίπια του εγωισμού των πάλαι αγωνιστών -και των παιδιών τους…
Απ’ την άλλη, οι χριστιανοί μετανοούμε: αυτό μας έμαθε ο Χριστός. Τότε γίνεται η ζωή μας αγώνας απαλλαγής απ’ ό, τι στερεί την άνευ όρων Αγάπη που τίποτε δεν διεκδικεί. Η επανάσταση των Χριστιανών είναι η συνεχής μετάνοια. Όταν λέω λοιπόν ότι είμαι του Χριστού, αυτό δεν είναι μια αποδοχή αλλά στάση, στάση ζωής: “άσε ό, τι σε δένει με τη γη κι ακολούθησέ με!”.

Ιάσων Ιερομ.


Με ρωτάς, άνθρωπε του Θεού από που προέρχεται η σημερινή κρίση, και τι σημαίνει αυτή. Ποιος είμαι εγώ για να με ρωτάς για ένα τόσο μεγάλο μυστικό;
”Μίλα όταν έχεις κάτι καλύτερο από τη σιωπή”, λέγει ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος. Όμως παρόλο που θεωρώ, ότι η σιωπή είναι ώρα καλύτερη από κάθε ομιλία, και όμως λόγω αγάπης προς εσένα , θα σου εκθέσω εκείνα που σκέπτομαι περί αυτού που ρώτησες.

Η κρίση είναι ελληνική λέξη , και σημαίνει δίκη. Στην Αγία Γραφή αυτή η λέξη χρησιμοποιείται πολλές φορές . Έτσι ο ψαλμωδός λέει : “διά τούτο ουκ αναστήσονται ασεβείς εν κρίσει ” (Ψαλμ. 1,5). Σε άλλο μέρος πάλι λέει : ” έλεος και κρίσιν άσομαι σοι , Κύριε ” (Ψαλμ. 100,1) . Αντικατάστησε τη λέξη “κρίση” με τη λέξη “δίκη” και διάβασε : “διά τούτο ουκ αναστήσονται ασεβείς εν δίκη “.

Εώς τώρα οι ευρωπαϊκοί λαοί χρησιμοποιούσαν τη λέξη “δίκη” αντι για τη λέξη “κρίση” όποτε και να τους έβρισκε κάποια συμφορά. Τώρα η καινούρια λέξη αντικατέστησε την παλιά , και το κατανοητό έγινε ακατανόητο . Όταν γινόταν ξηρασία , πλημμύρα , πόλεμος , ή έπεφτε επιδημία , όταν έριχνε χαλάζι , γίνονταν σεισμοί , πνιγμοί και άλλες συμφορές , λέγανε «Θεία δίκη!» .

Και αυτό σημαίνει: κρίση μέσα από ξηρασίες , κρίση μέσα από πλημμύρες , μέσα από πολέμους , μέσα από επιδημίες κ.λπ. Και τη σημερινή χρηματο-οικονομική δυσκολία ο λαός την θεωρεί ως Θεία δίκη , όμως δεν λέει η δίκη αλλά η κρίση.

Έτσι ώστε η δυσκολία να πολλαπλασιάζεται με το να γίνεται ακατανόητη! Εφόσον όσο ονομαζόταν με την κατανοητή λέξη «δίκη» , ήταν γνωστή και η αιτία , λόγω της οποίας ήρθε η δυσκολία , ήταν γνωστός και ο Δικαστής , ο Οποίος επέτρεψε την δυσκολία , ήταν γνωστός και ο σκοπός της επιτρεπόμενης δυσκολίας. Μόλις όμως χρησιμοποιήθηκε η λέξη «κρίση» , λέξη ακαταλαβίστικη σε όλους , κανείς δεν ξέρει πια να εξηγήσει ούτε για ποιο λόγο, ούτε από Ποιον , ούτε ως προς τι ; Μόνο σ’αυτό διαφέρει η τωρινή κρίση από τις κρίσεις που προέρχονται από την ξηρασία ή την πλημμύρα ή τον πόλεμο ή την επιδημία ή τους πνιγμούς ή κάποιους άλλους πειρασμούς.

Με ρωτάς για την αιτία της τωρινής κρίσης , ή της τωρινής Θείας δίκης ! Η αιτία είναι πάντα η ίδια . Η αιτία για τις ξηρασίες , τις πλημμύρες , τις επιδημίες και άλλα μαστιγώματα της γενιάς των ανθρώπων , είναι η αιτία και για την τωρινή κρίση. Η αποστασία των ανθρώπων από τον Θεό . Με την αμαρτία της Θεό-αποστασίας οι άνθρωποι προκάλεσαν αυτή την κρίση , και ο Θεός την επέτρεψε , ώστε να ξυπνήσει τους ανθρώπους , να τους κάνει ευσυνείδητους , πνευματικούς και να τους γυρίσει προς Εκείνον . Στις μοντέρνες αμαρτίες -μοντέρνα και η κρίση. Και όντως ο Θεός χρησιμοποιήσε μοντέρνα μέσα ώστε να το συνειδητοποιήσουν οι μοντέρνοι άνθρωποι: χτύπησε τις τράπεζες, τα χρηματιστηρία, τις οικονομίες, το συνάλλαγμα των χρημάτων. Ανακάτωσε τα τραπέζια στις συναλλαγές σ’όλο τον κόσμο, όπως κάποτε στον ναό των Ιεροσολύμων. Προξένησε πρωτόγνωρο πανικό μεταξύ εμπόρων και αυτών που ανταλλάσσουν το χρήμα. Προκάλεσε σύγχυση και φόβο.

Όλα αυτά τα έκανε για να ξυπνήσουν τα υπερήφανα κεφαλάκια των σοφών της Ευρώπης και της Αμερικής , για να έλθουν εις εαυτούς και να πνευματικοποιηθούν. Και από την άνεση και το αγκυροβόλημα στα λιμάνια της υλικής σιγουριάς να θυμηθούμε τις ψυχές μας, να αναγνωρίσουμε τις ανομίες μας και να προσκυνήσουμε τον ύψιστο Θεό , τον ζωντανό Θεό.

Μέχρι πότε θα διαρκέσει η κρίση ; Όσο το πνεύμα των ανθρώπων μένει δίχως αλλαγή. Ώσπου οι υπερήφανοι υπαίτιοι αυτής της κρίσης να παραιτηθούν μπροστά στον Παντοδύναμο . Ώσπου οι άνθρωποι και οι λαοί να θυμηθούν , την ακαταλαβίστικη λέξη «κρίση», να την μεταφράσουν στην γλώσσα τους , ώστε με αναστεναγμό και μετάνοια να φωνάξουν : «Θεία δίκη!».

Πες και εσύ τίμιε πατέρα , η Θεία δίκη , αντί η κρίση , και όλα θα σου γίνουν ξεκάθαρα.

Χαιρετισμούς και Ειρήνη.
Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς από το βιβλίο “Δρόμος δίχως Θεό δεν αντέχεται – Ιεραποστολικές Επιστολές Α’.

Στο κέντρο της Θεσσαλονίκης.Αυτοκίνητα έρχονται και φεύγουν.
Μηχανάκια κάνουν μανούβρες μέσα στην κίνηση της πόλης προσπαθώντας να φτάσουν γρήγορα στον προορισμό τους.
Τα λεωφορεία της πόλης γεμάτα κόσμο. Άνθρωποι διαφόρων ηλικιών που δουλεύουν, που ψάχνουν για δουλειά, που πάνε για ψώνια, για καφέ, για σπουδές...
Και ο ήχος της πόλης συνθέτεται από κορναρίσματα, εξατμίσεις, ομιλίες ανθρώπων που συζητούν μεταξύ τους, από κινητά που χτυπούν σε ήχους περίεργους και επίμονους.
Το φανάρι είναι κόκκινο.
Το παράθυρο του αυτοκινήτου ενός νεαρού είναι ανοιχτό. Απολαμβάνει αυτήν την αρμονική βαβούρα της πόλης του. Το ραδιόφωνό του παίζει απαλά. Ακούει βυζαντινούς ψαλμούς. Λόγια που υμνούν τον Κύριο, που ζητούν έλεος, που δοξολογούν. Είναι και ο ίδιος ψάλτης σε ναό της πόλης.
Το φανάρι είναι κόκκινο.

Έρχεται δίπλα του ένα ταξί. Το παράθυρό του ανοιχτό. Δεν υπάρχει επιβάτης, μόνο ο ταξιτζής. Μεσήλικας. Πιάνει το τιμόνι απαλά. Το ένα του χέρι σαν να δείχνει προς τον ουρανό.
Τα μάτια του κοιτούν ψηλά. Όχι, δεν κοιτά το φανάρι.Το στόμα του κινείται. Κάτι λέει. Όχι δεν μιλά στο κινητό.Προσπαθεί ο νεαρός ν’αφουγκραστεί τα λόγια του.
Το φανάρι γίνεται πράσινο. Κορνάρουν οι από πίσω του.Πρέπει να φύγει.
Μα το επόμενο φανάρι τους ξαναβρίσκει δίπλα δίπλα.
Με ανοιχτά παράθυρα να αναπνέουν τον ίδιο αέρα, να ακούν τους ίδιους ήχους.
Μα τί λέει αυτός ο ταξιτζής;
Τα μάτια του προσπαθούν να ακούσουν τα λόγια του. Κλείνει βιαστικά το ραδιόφωνο που έπαιζε τους ψαλμούς.
Τώρα μπορεί να τον ακούσει καθαρά.

Ο ταξιτζής με φωνή χωρίς ντροπή λέγει την ευχή. «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με τον αμαρτωλό».
Ξανά και ξανά. Κάποιες φορές την λέγει μεγαλόφωνα, κάποιες σιγανά.
Το φανάρι γίνεται πράσινο. Φεύγουν. Μα και πάλι δίπλα στο επόμενο.
Ο ταξιτζής έχει χαθεί στην ευχή. Δεν κοιτά αριστερά ή δεξιά. Δεν ψάχνει πελάτες.
Το μόνο που κάνει είναι να λέγει την ευχή.Ένα μικρό κομποσχοίνι ξεπροβάλει στο χέρι του.
Και είναι σαν να έφυγε μέσα από την πόλη κι ας βρίσκεται στο κέντρο της.

Ο νεαρός τον παρατηρεί άφωνος, άπνους, σαν να βλέπει κάποιον ασκητή που η έρημος τον ξέβρασε στην πόλη.Τα παράθυρά τους ανοιχτά. Ακούς την ευχή να λέγεται καθαρά.
Ένα μηχανάκι πλευρίζει το ταξί. Το κράνος του αναβάτη δεν είναι εμπόδιο για να ακούσει και αυτός την προσευχή. Γυρνά και τον βλέπει. Τον κοιτά επίμονα.
Σαν να κοιτάς έναν τρελό μέσα στην τρέλα του. Ο μηχανόβιος σαν να τον κοροϊδεύει. Τον βρίζει και φεύγει.
Εκείνος κοιτά μόνο μπροστά. Κλείνει τα μάτια του. Ακούει τα πάντα, μα δεν τα ακούει.
Περιμένει το κορνάρισμα των αυτοκινήτων για ν’ ανοίξει τα βλέφαρά του. «Κύριε ελέησόν με...».
Το φανάρι ανάβει πράσινο.Τα αυτοκίνητα κορνάρουν.Το ταξί παραμένει ακίνητο.
Σαν παρεκκλήσι που δεν μετακινείται παρα μόνο μετακινεί τους προσκυνητές του στον ουρανό.
Και ο νεαρός δίπλα του και αυτός.Δεν φεύγει εάν δεν φύγει το ταξί.Οι δυο τους στο κέντρο της πόλης.Ο ένας να προσεύχεται αδιάλειπτα.Ο άλλος να γίνεται κοινωνός της Χάρης που δέχεται ο πρώτος, μόνο με την όραση του θεάματος.

Τα μάτια του ταξιτζή ανοίγουν. Βάζει πρώτη ταχύτητα μα πριν πατήσει το γκάζι γυρίζει το κεφάλι του προς τον νεαρό που τον κοιτά συγκινημένος.
Τα μάτια τους επιτέλους συναντιούνται.Τα παράθυρά τους ανοιχτά.Οι καρδιές τους ανοιχτές.
Μέσα στην βουή της πόλης.
Μέσα στις βρισιές για την καθυστέρηση, τα κορναρίσματα των βιαστικών, τις εξατμίσεις των μηχανών, τον ήχο των κινητών, τους χλευασμούς των διπλανών· σταματά να λέγει την ευχή.
Σταμάτησε για να πει κάτι στον νεαρό πριν τον χάσει για πάντα.
«Σ’ευχαριστώ που ήσουν μαζί μου, έστω γι’ αυτά τα φανάρια...».
Του χαμογελά σαν να τον αγκαλιάζει.Το γκάζι πατήθηκε. Ο δρόμος πλέον είναι χωρίς κίνηση.
Το ταξί χάθηκε.Ο νεαρός όμως έμεινε εκεί.
Το φανάρι ξανακοκκίνησε.
Πλέον είναι μόνος του. Με ανοιχτό παράθυρο.
Δίπλα του ήρθε ένα άλλο αυτοκίνητο. Δύο κοπέλες ακούν δυνατά λαϊκή μουσική. Τις είδε. Τον είδαν. Μα καμία κοινωνία. Γύρισε το βλέμμα του μπροστά. Έκλεισε τα μάτια του.
Μα τί άνθρωποι υπάρχουν; αναρωτήθηκε.
Άνθρωποι του μεροκάματου που προσεύχονται ως ασκητές. Άνθρωποι των πόλεων που ζούνε ως ερημίτες.
Άνθρωποι καθημερινοί που ζούνε υπερκόσμιες καταστάσεις μέσα στο ταξί τους, μέσα στο μαγαζί τους, στην εργασία τους, στο σπίτι τους...
Πλέον η πόλη στα μάτια του πήρε άλλη μορφή.
Πλέον μοιάζει σαν ένα κρησφύγετο αγίων, σαν μια πνευματική παλαίστρα.
Πλέον αναπνέει άλλον αέρα. Είναι γεμάτο οξυγόνο Θείο.
«Κύριε, ελέησόν με τον αμαρτωλό», άρχισε να λέγει και αυτός.
Και το φανάρι έγινε πράσινο...

αρχιμ.Παύλος Παπαδόπουλος
[Στηρίζεται σε πραγματικό γεγονός που μου διηγήθηκαν σήμερα το πρωί].

Μία ώρα πριν. Οδηγώ στη μποτιλιαρισμένη, λόγω αγώνα δρόμου, Μιχαλακοπούλου όταν έρχεται μήνυμα από τον ιερέα μας. Πρώτη συνάντηση νέων σήμερα. Θέμα: Πώς παίρνω τις σωστές αποφάσεις. Ωραίο θέμα, σκέφτομαι. Έχει πολύ ζουμί! Έτσι, για λίγα δευτερόλεπτα αρχίζω να κλωθογυρίζω στο μυαλό μου κάποιες πιθανές απαντήσεις. Χωρίς καθυστερήσεις και αμφιβολίες μού έρχεται αβίαστα κάτι που με ικανοποιεί απόλυτα. Είναι εξάλλου ένα θέμα που μ’ έχει απασχολήσει από πολύ νέο. «Ο κανόνας του Καλού και του Κακού». Έτσι το είχα ονομάσει κάποτε, δίνοντας έναν σύντομο τίτλο σε μια βαθειά φιλοσοφική στάση που συνειδητά επιθυμούσα να καθορίζει τις επιλογές μου. Η βάση αυτού του κανόνα δεν είναι ασφαλώς δική μου. Θα τη βρεις στον Σωκράτη, στο Ευαγγέλιο, στον Καντ αλλά και σε πλήθος ακόμη αγίων και φιλοσόφων. Τι λέει λοιπόν αυτός ο κανόνας; Πάντοτε, για οποιαδήποτε απόφαση που καλούμαστε να λάβουμε, για οποιαδήποτε κατεύθυνση που καλούμαστε να ακολουθήσουμε, γνωρίζουμε ήδη τη ταυτότητα τής επιλογής μας. Γνωρίζουμε αν αυτό που θα κάνουμε υπηρετεί το Καλό ή το Κακό.

Μα τι είναι Καλό ή Κακό; Και πώς το αναγνωρίζουμε; Θα ρωτήσει κάποιος. Εγώ προσωπικώς, αν και είμαι σίγουρος ότι πολλές απαντήσεις θα μπορούσαν να δοθούν, έχω καταλήξει ότι το Καλό και το Κακό είναι συνώνυμα τού «κατά φύσιν» και του «παρά φύσιν». Έτσι, πιστεύω ακράδαντα πως ο άνθρωπος κατά τη φύση του είναι συνυφασμένος με το Καλό, δίνοντας τοιουτοτρόπως στην έννοια μια οντολογική υπόσταση. Τουναντίον, το φαινομενολογικό Κακό, επικάθεται σαν λάσπη επί του καθαρού πυθμένος, ως αποτέλεσμα της λανθασμένης χρήσης τής ελευθερίας τού ανθρωπίνου προσώπου. Ακριβώς όμως επειδή το Κακό είναι επιλογή και όχι φύση, δεν δύναται, όσο ισχυρό κι αν φαντάζει, να αποβάλλει το υπάρχον Καλό. Οπότε, σε οποιαδήποτε κατάσταση, όσο περίπλοκη κι αν δείχνει, κάπου βαθειά μέσα μας θα ακούσουμε μια φωνή, κατά πολλούς τη συνείδηση, να μας προτρέπει προς το αγαθόν.

Τι γίνεται όμως αν η λήψη της απόφασης σχετίζεται με εξαιρετικώς σύνθετα ή διφορούμενα κριτήρια; Τότε, θεωρώ ως σώφρον να εγκαταλείψουμε την αξιολόγηση της κατάστασης αυτής καθ’ εαυτήν και να στραφούμε προς την αξιολόγηση των κινήτρων μας. Όταν φτάσουμε στο αβυσσαλέο βάθος των πραγματικών κινήτρων μας είναι αδύνατο να μην ξεχωρίσουμε το Καλό από το Κακό. Από κει και πέρα βέβαια θα ξεκινήσει ένας ακόμη δυσκολότερος δρόμος. Εκείνος της εφαρμογής του Καλού. Της εφαρμογής του κανόνα του Καλού και του Κακού.

Αυτά σκεφτόμουν λοιπόν, έχοντας φτάσει πια εις το μέσον της Βασιλέως Κωνσταντίνου, βυθισμένος στους στοχασμούς μου και αυτοβαυκαλιζόμενος από τη «σοφία» μου. Τότε, παρατηρώ έξαφνα το προπορευόμενο αυτοκίνητο να κάνει έναν απότομο ελιγμό αποφυγής, αποκαλύπτοντάς μου έτσι, ένα μικρό ξανθόλευκο γατάκι, που σπαρταρούσε επάνω στην πυρωμένη άσφαλτο, με το μισό του κεφαλάκι λιωμένο και πηχτό αίμα να τινάζεται γύρω του μαζί με πολτοποιημένο μέρος του κρανίου του. Αστραπιαία σκέφτηκα να σταματήσω για να δω τι βοήθεια θα μπορούσα να του προσφέρω. Και αστραπιαία όμως, το πόδι μου ΔΕΝ πάτησε το φρένο. Είναι πραγματικά αξιοθαύμαστη η ταχύτητα που η λάσπη του Κακού επικαλύπτει κάθε αγαθή πρόθεση. Είναι μάταιο, σκέφτηκα. Κάνα δυο λεπτά ζωής του μένουν με τέτοιο τραύμα. Κατόπιν, πέρασε από το μυαλό μου πως κάποιος άλλος, πιο ικανός και πιο φιλόζωος από μένα θα σταματήσει να το περιθάλψει. Αρκετός εκνευρισμός υπάρχει στους οδηγούς με τέτοια κίνηση, συνέχισα. Πού να σταματήσω και να κολλήσει η κυκλοφορία, θα με φάνε ζωντανό. Για εκατό επί πλέον μέτρα, υποστήριζα την ολιγωρία μου ταΐζοντας τη συνείδησή μου με κάθε λογής αξιοθρήνητη δικαιολογία. Και θα συνέχιζα να το κάνω ακόμα και τώρα, αν δεν μου καρφωνόταν η σκέψη πως έστω κι αν το γατάκι έζησε για λίγα λεπτά ακόμη, δεν βρέθηκε τυχαία μπροστά μου. Ήρθε για να μου δώσει ένα σκληρό μάθημα, ακριβώς στη κορύφωση της πνευματικής μου αλαζονείας. Ας προσπαθούσα να σταματήσω βρε αδερφέ. Ίσα για να το βγάλω από το δρόμο. Ίσα για να μην πεθάνει μόνο του επάνω στη σκληρή μαύρη άσφαλτο. Σε κανέναν πλάσμα του Θεού δεν αρμόζει να πεθαίνει ολομόναχο. Το όφειλα σ' εκείνη τη ψυχούλα που έφευγε με τόσο τραγικό τρόπο. Το όφειλα όμως και στον εαυτό μου. Στο δώρο της ζωής που εξακολουθούσα να χαίρομαι.

Είχα απομακρυνθεί αρκετά πια. Τα αντίθετο ρεύμα ήταν κλειστό με κορδέλες της αστυνομίας. Δεν μπορούσα να κάνω αναστροφή. (Να, συνεχίζω ακόμη τις δικαιολογίες).
Ερχόμενος τότε σε κάποια συναίσθηση, τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα.

Η αλήθεια είναι πως το λυπήθηκα πολύ, εκείνο το μικρό γατάκι.

Περισσότερο όμως, λυπήθηκα εμένα.

Βαγγέλης Γ. - (Κάποιες σελίδες ημερολογίου)

Σελίδα 1 από 7