Το κήρυγμα κι η... αισθητική. 

Ο βασιλεύς Λουδοβίκος 14ος ρώτησε μια μέρα τον διάσημο ιεροκήρυκα Μπουρνταλού τι γνώμη είχε για τα κηρύγματα ενός ιερέως, που ήταν πολύ αδέξιος ως ρήτωρ, αλλά άγιος στη ζωή του.

— Μεγαλειότατε, αποκρίθηκε ταπεινά ο Μπουρνταλού, ο ιερεύς αυτός κάνει μεγάλη ζημιά στην αισθητική, αλλά ωφελεί ανυπολόγιστα τις καρδιές.

Μετά τα κηρύγματά του, οι πορτοφολάδες επιστρέφουν τα κλοπιμαία, που είχαν βουτήξει στο συνωστισμό των… δικών μου κηρυγμάτων.

(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο572)

Και το κακό παράδειγμα διδάσκει

Κάποτε ένας νεαρός κληρικός πήγε στον όσιο Εφραίμ τον Σύρο και τον ρώτησε τι έπρεπε να κάνη, ώστε να κηρύττη τον λόγο του Θεού μ’ επιτυχία, προκειμένου ν’ αφιερωθή στη διακονία του άμβωνος. Κι ο όσιος του είπε;

— Έχεις υπ’ όψη σου τον επίσκοπο της Καισαρείας Βασίλειο, που όλοι τον ονομάζουν Μέγα;

— Ναι, αποκρίθηκε ο κληρικός.

— Έχεις υπ’ όψη σου τον πρεσβύτερο Ολύμπιο, που είναι στην Τύρο; τον ξαναρώτησε ο όσιος.

— Ναι, του αποκρίθηκε πάλι ο συνομιλητής του. Λένε, ότι είναι ένας πολύ αδέξιος ρήτωρ.

— Λοιπόν, να τώρα η συμβουλή μου, του είπε ο άγιος. Πήγαινε ν’ ακούσης τον Βασίλειο και τον Ολύμπιο. Από τον πρώτο θα μάθης τι να λες. Από τον άλλο, τι να μη λες.

(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο472)

Κήρυγμα χωρίς σύμφωνη ζωή

Ένας ιεροκήρυξ, στην Αμερική, είχε μεγάλη επιτυχία στις ομιλίες του. Κήρυττε με ευφράδεια και συναρπαστικότητα, πήγαιναν δε να τον ακούσουν και άνθρωποι του κόσμου από περιέργεια.

Ο βίος του, όμως, δεν ήταν και πολύ σύμφωνος με όσα κήρυττε. Ένας κοσμικός, λοιπόν, άνθρωπος, του είπε κάποτε, μετά από μερικά θαυμάσια κηρύγματα που άκουσε:

-Αγαπητέ μου, οι ομιλίες σου με τρομάζουν. Η ζωή σου, όμως, με καθησυχάζει.

(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο516)


(Στυλιανού Παπαδοπούλου, στο: Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος τόμος Β, εκδ. Αποστολική Διακονία,σελ. 60-65).
Το σχίσμα και η διαίρεση στην Εκκλησία
«... του εις αίρεσιν εμπεσείν το την Εκκλησίαν σχίσαι ουκ έλαττόν εστι κακόν (=από το να πέσει κάποιος σε αίρεση, το να σχίσει την Εκκλησία δεν είναι μικρότερο κακό)» (Εις Εφεσ., Ομιλ. ΙΑ' 5: PG 62, 87).
Συχνά προσάπτεται στον Χρυσόστομο ότι απέφυγε να μιλήσει για το αντιοχειανό σχίσμα, που συγκλόνισε όχι μόνο την τοπική εκείνη Εκκλησία αλλά και όλη την καθολική Εκκλησία. Είδαμε όμως και στην παράγραφο περί των χριστολογικών αντιλήψεών του, ότι δεν κατονόμασε τον δάσκαλό του Διόδωρο Ταρσού και τον συμμαθητή και φίλο του Θεόδωρο Μοψουεστίας, αλλά με κάθε ευκαιρία διατύπωνε τις θέσεις του, που σαφώς ανέτρεπαν ανάλογες θέσεις των παραπάνω επιφανών αντιοχέων.
Των αναλογιών τηρουμένων την τακτική αυτή εφαρμόζει ο Χρυσόστομος προκειμένου και περί του αντιοχειανού σχίσματος. Αν εξαιρέσει κανείς τις αποσχίσεις ένεκα τηρήσεως ιουδαϊκών εθίμων, δεν κατονόμαζε σχισματικούς και υπεύθυνους διαιρέσεων, αλλά επέμενε, από την εποχή του 386/387, ότι δεν υπάρχει φοβερότερη πράξη από την διάσπαση της Εκκλησίας, που ήδη ταλαιπωρείται από τις αιρέσεις. Το γεγονός αποτελεί σχίσιμο του χιτώνα του Κυρίου.
«...ουδέν χείρον φιλονεικίας και μάχης και του την Εκκλησίαν διασπάν και τον χιτώνα, ον ουκ ετόλμησαν οι λησταί διαρρήξαι, τούτον εις πολλά κατατεμείν μέρη. Ουκ αρκούσιν αι λοιπαί αιρέσεις, αλλά και ημείς εαυτούς κατατέμωμεν»; (=τίποτα χειρότερο δεν υπάρχει από φιλονεικία και μάχη και από το να διασπά κάποιος την Εκκλησία, και τον χιτώνα, τον οποίο δεν τόλμησαν οι ληστές να σχίσουν, αυτόν να τον κατακόβει σε πολλά μέρη. Δεν αρκούν οι υπόλοιπες αιρέσεις, αλλά και εμείς κατακόβουμε τους εαυτούς μας;)(Κατά Ιουδαίων Γ’ 1: PG 48, 863).
Το σχίσμα στην Εκκλησία αποτελεί σφαγή, ξέσκισμα, του ίδιου του Χριστού, γεγονός για το οποίο πρέπει ο υπεύθυνός του να φρίττει, γιατί θ’ αντιμετωπίσει φοβερότατη τιμωρία.
«... ο τον Χριστόν σφάττων και διαξαίνων κατά μέλος, ποίας γεέννης ουκ έσται άξιος; ...Τον Δεσπότην σου σπαράττεις και ου φρίττεις; τα μέλη τα δεσποτικά διαξαίνεις και ου τρέμεις; Οίκος εστιν η Εκκλησία πατρικός» (=εκείνος ο οποίος σφάζει και διαμελίζει το Χριστό, ποιάς κόλασης δεν θα είναι άξιος;… Τον Δεσπότη σου κατασπαράζεις και δεν φρίττεις; Τα μέλη τα δεσποτικά ξεσκίζεις και δεν τρέμεις; Σπίτι πατρικό είναι η Εκκλησία)(Εις Εφεσ., Ομιλ. ΙΑ' 5-6: PG 62, 87).
Οι όροι με τους οποίους ο Χρυσόστομος χαρακτηρίζει το σχίσμα είναι το ουσιαστικό διαίρεσις και το ρήμα σχίζω. Διαίρεση σημαίνει χωρισμό από το «εκκλησιαστικό σώμα» και αυτοαπομάκρυνση από το «πλήρωμα» της Εκκλησίας. Το ρήμα σχίζω σημαίνει πάλι διαίρεση και σχίσιμο σε πολλά μέρη της Εκκλησίας. Η αυτοαπομάκρυνση από το εκκλησιαστικό σώμα είναι δύο ειδών. Εκείνη που οφείλεται στην έλλειψη αγάπης, άρα στην αδιαφορία για την Εκκλησία, και εκείνη που οφείλεται σε πράξεις που πληγώνουν το σώμα της Εκκλησίας.
«Δύο γάρ εισί διαιρέσεις από του σώματος του εκκλησιαστικού. Μία μεν όταν ψύξωμεν την αγάπην˙ δευτέρα δε όταν ανάξια του τελείν εις εκείνο το σώμα τολμήσωμεν. Εκατέρως γαρ χωρίζομεν εαυτούς του πληρώματος» (=Διότι δύο διαιρέσεις υπάρχουν από το εκκλησιαστικό σώμα. Η μία μεν όταν παγώσουμε την αγάπη. Η άλλη πάλι όταν τολμήσουμε πράγματα που είναι ανάξια να γίνονται σε εκείνο το σώμα. Διότι και με τους δύο αυτούς τρόπους χωρίζουμε τους εαυτούς μας από το πλήρωμα της Εκκλησίας)(Στο ίδιο: PG 62, 85. Βλ. και PG 62, 322).
Αιτία όμως γενικότερη της διαιρέσεως της Εκκλησίας θεωρεί ο Χρυσόστομος την φιλαρχία, που είναι τόσο ταπεινή ώστε να οργίζει («παροξύνει») τον Θεό περισσότερο από κάθε τι.
«Ουδέν ούτως Εκκλησίαν δυνήσεται διαιρείν, ως φιλαρχία. Ουδέν ούτω παροξύνει τον Θεόν, ως το Εκκλησίαν διαιρεθήναι» (=Τίποτα δεν θα μπορέσει να διαιρεί τόσο την Εκκλησία όσο η φιλαρχία. Τίποτα δεν εξοργίζει τόσο πολύ το Θεό όσο το να διαιρεθεί η Εκκλησία) (Αυτόθι).
Και αναμφίβολα αιτία είναι η φιλαρχία και η αλαζονεία,
«φιλαρχίας εστίν η νόσος» (=η νόσος προέρχεται από φιλαρχία) (PG 62, 86)
«ουδέν ούτως αποσχίζει σώμα Εκκλησίας ως αλαζονεία» (=τίποτα δεν σχίζει τόσο πολύ το σώμα της Εκκλησίας όσο η αλαζονεία)(PG 60, 610)
εφόσον η διαφορά των σχιζομένων δεν οφείλεται στην δογματική διδασκαλία. Εάν είχαν «δόγματα εναντία», θα υπήρχε δικαιολογία της διαιρέσεως. Αλλά οι σχισματικοί «τα αυτά φρονούσι» προς το σώμα το εκκλησιαστικό (αυτόθι). Η μόνη δηλαδή νόμιμη θεολογικά αιτία για απόσχιση από την Εκκλησία είναι η αιρετική διδασκαλία κάποιων που προΐστανται της Εκκλησίας.
«Ει τα αυτά δόγματα, ει τα αυτά μυστήρια, τίνος ένεκεν έτερος άρχων ετέρα Εκκλησία επιπηδά;» (=αν υπάρχουν τα ίδια δόγματα, αν υπάρχουν τα ίδια μυστήρια, για ποιο λόγο να επιπηδά σε άλλη Εκκλησία άλλος επίσκοπος;) (PG 62, 86).
Οι σχισματικές μάλιστα καταστάσεις και οι διαιρέσεις αποβαίνουν αιτία να κατηγορούν οι εθνικοί τους χριστιανούς για κενοδοξία και φιλαρχία και να τους γελοιοποιούν ανάλογα.
«Οράτε, φησίν (= οι εθνικοί), ότι πάντα κενοδοξίας πεπλήρωται τα χριστιανών και φιλαρχία παρ’ αυτοίς και απάτη» (=Βλέπετε, λένε, ότι τα πάντα στους Χριστιανούς είναι γεμάτα από κενοδοξία και σε αυτούς υπάρχει φιλαρχία και απάτη;)(Αυτόθι).
Προσπαθώντας ο Χρυσόστομος να δείξει το μέγεθος του κακού που δημιουργεί το σχίσμα, καταφεύγει σε ρήση άγιου άνδρα, του οποίου όμως δεν αναφέρει το όνομα. Είναι τόσο βαρύ και σκληρό αυτό που θέλει ο Χρυσόστομος να πει για το σχίσμα, ώστε προτιμάει, για να γίνει ευκολότερα δεκτός ο βαρύς του λόγος, να προβάλλει ό,τι σεβάσμιος άγιος είχε σχετικά διατυπώσει˙ την αμαρτία του σχίσματος δεν εξαλείφει ούτε ο μαρτυρικός θάνατος.
«Ανήρ δε τις άγιος είπε τι δοκούν είναι τολμηρόν, πλην αλλ’ όμως εφθέγξατο. Τί δη τούτο εστιν; "Ουδέ μαρτυρίου αίμα ταύτην δύνασθαι εξαλείφειν την αμαρτίαν” έφησε» (=Κάποιος άγιος άνδρας είπε κάτι που φαίνεται τολμηρό, αλλά όμως το είπε. Ποιο είναι αυτό λοιπόν; Είπε ότι «ούτε το αίμα του μαρτυρίου δεν μπορεί να εξαλείψει αυτήν την αμαρτία»)(Στο ίδιο, PG 62, 85).
Η εξήγηση που δίνει για την απόλυτη και φρικτή καταδίκη του υπευθύνου σχίσματος, είναι ότι αυτός με τις διαιρετικές - σχισματικές του πράξεις πολεμάει την Εκκλησία, για την οποία σταυρώθηκε ο Χριστός. Τι νόημα έχει να μαρτυράει κανείς για του Χριστού την δόξα, εάν με τις πράξεις του αμαυρώνει την δόξα αυτή. Εφόσον άρα μένει κάποιος στο σχίσμα, η αξία του τυχόν μαρτυρίου του μηδενίζεται. Το σχίσμα δεν είναι κατώτερο του διωγμού της Εκκλησίας, αφού μάλιστα με τους διωγμούς η Εκκλησία έδειξε την λαμπρότητά της, ενώ με τις διαιρέσεις πάντα «καταισχύνεται» (Αυτόθι).
Η βλάβη του σχίσματος την Εκκλησίαν «παρά τοις εχθροίς καταισχύνει, όταν υπό των ιδίων τέκνων πολεμήται» (=την ντροπιάζει στους εχθρούς, όταν πολεμιέται από τα ίδια της τα παιδιά)(Αυτόθι).
Τέλος, παρατηρούμε ότι παρ’ όλα όσα σκληρά διατυπώνει ο Χρυσόστομος, δεν φαίνεται να θεωρεί μη Εκκλησία τους σχισματικούς, αυτούς που «χώρισαν εαυτούς του πληρώματος του εκκλησιαστικού». Γι’ αυτό άλλωστε συγκεκριμενοποιεί τις τιμωρίες που τους αναμένουν και τους ονομάζει «ίδια τέκνα» της Εκκλησίας, που όμως την πολεμούν. Επισημαίνει επίσης ότι ο Παύλος «αδελφούς ονομάζει» (PG 61, 23) και αυτούς που διήρεσαν την Εκκλησία της Κορίνθου (Α’ Κορ. 1,10). Και η απόλυτη φράση του, την όποια παραθέσαμε στην αρχή της παραγράφου (ότι το σχίσμα δεν είναι μικρότερο κακό από την αίρεση), αναφέρεται, νομίζουμε, στην τιμωρία των υπευθύνων του σχίσματος, ενώ θέλει και να καυτηριάσει και να προλάβει αυτούς που ελαφρά τη καρδία και χωρίς περίσκεψη ακολουθούν αυτούς που σχίζουν - διαιρούν την Εκκλησία.
«Ταύτα μοι ειρήσθω προς τους αδιαφόρως δίδοντας εαυτούς τοις σχίζουσι την Εκκλησίαν» (=αυτά τα λέω για αυτούς που χωρίς να νοιάζονται παραδίνουν τους εαυτούς τους σε αυτούς που σχίζουν την Εκκλησία)(PG 62, 86).
Δεν φαίνεται, λοιπόν, να θεωρεί τους σχισματικούς μη Εκκλησία, αλλ’ αυτό δεν σημαίνει ότι αδιαφορεί για ζητήματα ζωτικά των σχισματικών, όπως είναι η έγκυρη - αληθινή χειροτονία, που συνιστά Μυστήριο. Δεν αρκεί να ομολογεί κανείς ορθή πίστη. Οφείλει ο πιστός ν’ αγωνίζεται για την έγκυρη χειροτονία όσο και για τα δόγματα.
«Αρκείν τούτο ηγείσθε, ειπέ μοι, το λέγειν ότι ορθόδοξοι εισι, τα της χειροτονίας δε οίχεται και απόλωλε; Και τι το όφελος των άλλων, ταύτης ουκ ηκριβωμένης; (=πες μου, νομίζεις ότι αρκεί αυτό, το να λες ότι είναι ορθόδοξοι, τα σχετικά όμως με τη χειροτονία έφυγαν και χάθηκαν; Και ποιο το όφελος των άλλων αν αυτή δεν είναι εξακριβωμένη;)
Ώσπερ γαρ υπέρ της πίστεως, ούτω και υπέρ ταύτης μάχεσθαι χρή» (=διότι όπως ακριβώς πρέπει να μαχόμαστε για την πίστη, έτσι και για αυτήν)(Αυτόθι).
Πάντως, έμμεσα έστω, προϋποθέτει ο Χρυσόστομος τα σχίσματα και τις διαιρέσεις «ιάσιμα» φαινόμενα, όπως τα χαρακτήριζε ο Μέγας Βασίλειος (Κανόνας A' από την Επιστολή του 125, 1: ΒΕΠΕΣ 55, 151).
Στο ζήτημα τούτο επιχειρεί βαθύτερη τομή ο Χρυσόστομος κι εξηγεί ότι τα σχίσματα δεν οφείλονται σε διαφορά στην πίστη, αλλά σε διάσταση «γνώμης», διαθέσεως, ένεκα «φιλονεικίας» από ανθρώπινη αδυναμία.
«Ουδέ γαρ από του διεστάναι κατά την πίστιν τα σχίσματα εγίνετο, αλλά από του την γνώμην διηρήσθαι κατά ανθρωπίνην φιλονεικίαν» (=διότι τα σχίσματα δεν έγιναν από διαφορά στην πίστη, αλλά από διαίρεση της γνώμης λόγω ανθρώπινης φιλονεικίας) (Εις Α' Κορ., Ομιλ. Γ 1: PG 61, 23).
Και πρόκειται για ανθρώπινη αδυναμία, διότι διακρίνει την συμφωνία στα νοήματα από την «γνώμη».
«Έστι δε και τοις νοήμασι συμφωνούντα (= τον άνθρωπον), μηδέπω και τη γνώμη συμφωνείν» (Αυτόθι). Η θεωρητική συμφωνία στην διδασκαλία δεν εξασφαλίζει την ταυτότητα διαθέσεως ή ενεργειών και άρα την ομόνοια.
«Επειδή γαρ είπεν “ίνα το αυτό λέγητε” (Α' Κορ. 1, 10), μη νομίσητε, φησίν, ότι μέχρι ρημάτων είπον είναι την ομόνοιαν· την γαρ από διανοίας συμφωνίαν επιζητώ» (=επειδή δηλαδή είπε (ο Παύλος) ¨να λέτε το ίδιο¨, μη νομίσετε, λέει, ότι είπα ότι η ομόνοια πρέπει να είναι μέχρι τα λόγια· διότι επιζητώ τη συμφωνία από τη διάνοια) (Εις Α' Κορ., Ομιλ. Γ' 1: PG 61, 23).

Σχίσματα με αφορμή την νηστεία
Περισσότερο συγκεκριμένα συνδέει ο Χρυσόστομος τα σχίσματα και τις διαιρέσεις με θέματα πρακτικά, όπως η νηστεία, η διαφορά στην οποία οδηγούσε κάποιους αντιοχειανούς, που ακολουθούσαν ιουδαϊκά έθιμα, σε απόσχιση από το πλήρωμα της Εκκλησίας και σε ακοινωνησία. Ο χρόνος και ο τρόπος νηστείας δεν πρέπει να σχίζουν την Εκκλησία.
«Μη τοίνυν φιλονεικώμεν, μηδέ εκείνο λέγωμεν "τοσούτον ενήστευσα χρόνον και νυν μεταθήσομαι;” ...Αισχύνη γαρ εστιν ου το μεταβάλλεσθαι προς το βέλτιον, αλλά το μένειν επί της ακαίρου φιλονεικίας» (= Ας μη φιλονεικούμε λοιπόν, ούτε να λέμε εκείνο το «τόσο χρόνο νήστεψα και τώρα θα αλλάξω;» … Διότι ντροπή δεν είναι το να μεταβληθούμε προς το καλύτερο, αλλά το να επιμένουμε στην άκαιρη φιλονεικία) (Κατά ιουδαίων Γ 5: PG 48, 869).
Οι για τέτοιους λόγους φιλονεικίες και αποσχίσεις χαρακτήριζαν τους ιουδαίους και ουσιαστικά είναι σκιαμαχίες, που αποβαίνουν εις βάρος των όντως μεγάλων και σπουδαίων ζητημάτων της πίστεως. Και ενώ δεν είναι «έγκλημα» ο διαφορετικός χρόνος της νηστείας, γίνεται ασυγχώρητο σφάλμα το σχίσμα, που προκαλείται με τέτοια αφορμή. Το σχίσμα τούτο είναι ασυγχώρητο και πολύ τιμωρητέο, διότι οδηγεί σε ακοινωνησία, σε μη μετοχή στην λειτουργική ζωή της Καθολικής Εκκλησίας και άρα στην δημιουργία παρεκκλησιαστικής σχισματικής ομάδας.
«Μη τοίνυν σκιομαχώμεν, μηδέ των τυχόντων φιλονεικούντες, εν τοις μεγάλοις εαυτούς καταβλάπτωμεν. Το μεν γαρ τώδε ή τώδε χρόνω νηστεύσαι ουκ έγκλημα, το δε σχίσαι Εκκλησίαν και φιλονείκως διατεθήναι και διχοστασίας εμποιείν και της συνόδου διηνεκώς εαυτόν αποστερείν ασύγγνωστον και κατηγορίας άξιον και πολλήν έχει τιμωρίαν» (=Ας μη σκιαμαχούμε λοιπόν και ας μη βλάπτουμε τους εαυτούς μας στα μεγάλα πράγματα, φιλονεικώντας για τα ανάξια λόγου. Γιατί δεν αποτελεί έγκλημα το να νηστεύουμε αυτήν ή την άλλη περίοδο, αλλά έγκλημα, και μάλιστα ασυγχώρητο και άξιο καταδίκης και πρόξενο μεγάλης τιμωρίας, είναι η διαίρεση της Εκκλησίας, ο διαπληκτισμός, η σπορά της διχόνοιας, και η συνεχής αποστέρηση του εαυτού μας από τις συνάξεις των πιστών) (Κατά Ιουδαίων Γ' 5: PG 48, 872).
Η Εκκλησία, επιμένει ο Χρυσόστομος με αφορμή την από μέρους χριστιανών τήρηση εθίμων ιουδαϊκών, ποτέ δεν θεώρησε πρωτεύον και θεμελιώδες τον χρόνο της νηστείας. Ο ορισμός της νυν περιόδου νηστείας έγινε μόνο χάριν της ομόνοιας.
«Ουδέ γαρ η Εκκλησία χρόνων ακρίβειαν οίδεν. Αλλ ’ επειδή παρά την αρχήν πάσιν έδοξε τοις πατράσι διηρημένοις ομού συνελθείν και ταύτην ορίσαι την συμφωνίαν αγαπώσα, κατεδέξατο το επιταχθέν» (=ούτε και η Εκκλησία αναγνωρίζει την υποχρεωτική και ακριβή τήρηση των καιρών. Αλλά επειδή από την αρχή φάνηκε καλό στους πατέρες, που ήταν διασκορπισμένοι παντού, να μαζευτούν και να ορίσουν την ημέρα αυτή, η Εκκλησία αγαπώντας τη συμφωνία αποδέχτηκε την απόφαση) (Αυτόθι).
Θέματα μη δογματικά δεν πρέπει να οδηγούν σε σχίσμα, ακόμα και αν η Εκκλησία σφάλλει. Ακραία περίπτωση, βέβαια, συγγνωστή όμως για τον Χρυσόστομο.
«Ει γαρ και εσφάλλετο η Εκκλησία, ου τοσούτον κατόρθωμα από της των χρόνων ακριβείας ην, όσον έγκλημα από της διαιρέσεως και του σχίσματος τούτου» (= Διότι και αν ακόμη η Εκκλησία έσφαλλε, δεν θα ήταν το κατόρθωμα από την ακριβή τήρηση των χρόνων τόσο μεγάλο, όσο είναι το έγκλημα που προέρχεται από τη διαίρεση και το σχίσμα αυτό) (Στο ίδιο: PG 48, 870).

 Του καθηγητή Ιωάννου Φουντούλη.

Ποίου χρώματος άμφια πρέπει να φέρη ο ιερεύς και με τί χρώματος καλύμματα θα έχουν επιστρωθή η αγία πρόθεσις και η αγία τράπεζα κατά την τέλεσιν των μυστηρίων της Ορθοδόξου Εκκλησίας, ως και κατά την περίοδον της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και τας λοιπάς εορτάς του έτους και κατά την τέλεσιν κηδείας ή μνημοσύνου;

Θα πρέπει κατ’ αρχήν να τονίσωμε ότι το χρώμα έχει τον λόγο του στην θεία λατρεία. Η αρμονία του βοηθεί αισθητικά τον παριστάμενο να συγκεντρωθή καλλίτερα και να αφοσιωθή στην τέλεσι του μυστηρίου, ενώ η έλλειψις αρμονίας διασπά την προσοχή και δεν γεννά στην ψυχή το αίσθημα της ουρανίου τάξεως που εικονίζεται στην θεία λατρεία. Είναι βεβαιωμένη από την ψυχολογία η επίδρασις που ασκούν ωρισμένα χρώματα στην ψυχική διάθεσι του ανθρώπου. Τα σεμνά και αισθητικώς ωραία χρώματα προκαλούν ανάλογα συναισθήματα. Έξ άλλου κάθε χρώμα κρύβει και ένα συμβολισμό, όχι μόνο στην θεία λατρεία, αλλά και στην καθημερινή ζωή. Το μαύρο δεν σημαίνει το πένθος και την συντριβή; Το λευκό την χαρά και την αγνότητα; Το κόκκινο δεν είναι το χρώμα που θυμίζει το αίμα και την θυσία; Όλα αυτά οφείλει να τα χρησιμοποιήση η Εκκλησία για να επιτύχη καλλίτερα ο σκοπός των ιερών ακολουθιών. Όλες οι αισθήσεις όρασις, ακοή, όσφρησις, αφή, ακόμη και η γεύσις συνεργάζονται στην δοξολογία του Θεού και στον εξαγνισμό του ανθρώπου.

Το ζήτημα του χρώματος των αμφίων δεν έχει ιστορικά μελετηθή και δεν γνωρίζομε αν υπήρχαν σχετικές παραδόσεις και ποιές ήσαν αυτές κατά την βυζαντινή έποχή. Ούτε πάλι αν υπήρχε ενιαία παράδοσις ή αν κατά τύπους επικρατούσαν διάφορα έθιμα.

Μόνο από σπάνιες μαρτυρίες εκκλησιαστικών συγγραφέων ή μαρτυρίες λειτουργικών χειρογράφων μπορούμε να βγάλωμε μερικά συμπεράσματα. Όσο όμως φαίνεται ότι δεν υπήρχαν αυστηροί κανόνες που να καθορίζουν το χρώμα των άμφιων, όπως μεταγενέστερα στην Δύσι, άλλο τόσο φαίνεται ότι υπήρχε μια σχετική παράδοσις χρωμάτων.

Έτσι κατά την τέλεσι του βαπτίσματος ο επίσκοπος ή οι ιερείς έφεραν λευκά άμφια. Κατά την περίοδο πάλι της Τεσσαρακοστής φορούσαν άμφια με σκούρα χρώματα. Ωρισμένα έξ άλλου άμφια είχαν ωρισμένο χρώμα, όπως το στιχάριο των διακόνων, που ήταν λευκό, το στιχάριο των επισκόπων, που ήταν κόκκινο ή λευκό με ερυθρούς ποταμούς κλπ.

Στην Δυτική Εκκλησία υπάρχουν τυπικές διατάξεις, που καθορίζουν επακριβώς το χρώμα των αμφίων του ιερέως ανάλογα με τον συμβολισμό του κάθε χρώματος, που συνδυάζεται με τον χαρακτήρα κάθε μιας εορτής. Έτσι λευκά άμφια φορούν στις εορτές του Χριστού, της Θεοτόκου και αγίων μη μαρτύρων, κόκκινα στις εορτές των παθών του Κυρίου, του αγίου Πνεύματος, των αποστόλων και των μαρτύρων, πράσινα στις Κυριακές προ των Χριστουγέννων και μετά τα Φώτα, μωβ κατά τις νηστείες και τις λιτανείες και μαύρα κατά την Μεγάλη Τεσσαρακοστή, τις κηδείες και τα μνημόσυνα.

Στην δική μας Εκκλησία δεν υπάρχουν σήμερα ωρισμένοι κανόνες, που να καθορίζουν το χρώμα των αμφίων.

Στο σημείο αυτό μπορεί να ειπή κανείς πως μάλλον μας διακρίνει μία αναρχία, που επιτείνεται στα συλλείτουργα, κατά τα οποία κάθε ιερεύς φορεί ό,τι χρώμα του άρέσει. Έτσι γινόμαστε μάρτυρες των πιο απιθάνων πολλές φορές πολυχρωμιών, χωρίς κανένα συνδυασμό ή χωρίς ίχνος αρμονίας. Άλλο χρώμα έχουν τα άμφια της αγίας τραπέζης, αλλο της προθέσεως, άλλο τα καλύμματα των τιμίων δώρων, άλλο τα άμφια του αρχιερέως, άλλο τα άμφια καθ’ ένός από τους ιερείς και άλλο των διακόνων. Αφήνω πως πολλές φορές η ίδια η ιερατική στολή αποτελείται από ένα μωσαϊκό χρωμάτων και αποχρώσεων. Ασφαλώς θα προβληθούν λόγοι οικονομικοί, που εμποδίζουν τους ιερείς μας να έχουν πολλές στολές διαφόρων χρωμάτων, και τους αναγκάζουν να ντύνονται, στα φτωχά ιδίως μέρη, όπως - όπως. Χωρίς να θέλη κανείς να παραβλέψη την ορθότητα της αντιρρήσεως αυτής δεν μπορεί να μη παραδεχθή ότι τις περισσότερες φορές είμαστε ένοχοι αμελείας μάλλον και ελλείψεως προσοχής παρά θύματα τής φτώχειας μας. Μας βαρύνει και η κληρονομιά της δουλείας, που τα ίχνη της μένουν ακόμη σε πολλές εκδηλώσεις της θείας λατρείας μας.

Οφείλομε βέβαια να ομολογήσωμε ότι η κατάστασις έχει κάπως βελτιωθή. Στους μεγάλους ιδία ναούς γίνεται από πολλούς ιερείς προσπάθεια να υπάρχουν πολλές ομοιόμορφες ιερατικές και διακονικές στολές, που να βρίσκωνται σε αρμονία με τα καλύμματα της αγίας τραπέζης και οι νέοι ιερείς αποφεύγουν την πολυχρωμία και κατασκευάζουν τις στολές των με περισσότερο γούστο από τους παλαιοτέρους.

Παρ' όλα αυτά υπάρχει και σήμερα μία σχετική παράδοσις, που καθορίζει το χρώμα των αμφίων και που, ως φαίνεται, έχει τις ρίζες της στην παλαιά πράξι της Εκκλησίας μας.

Κατά την τέλεσι, επί παραδείγματι, του βαπτίσματος διασώζεται κατά το πλείστον η παλαιά πράξις και πολλοί ιερείς ενδύονται λευκά άμφια.

Τα λευκά πάλι επικρατούν και κατά την περίοδο του Πάσχα, ενώ κατά τις καθημερινές τής Τεσσαρακοστής σ' όλα τα μέρη χρησιμοποιούνται μαύρες στολές. Μαύρα επίσης ή λευκά έπιτραχήλια και φελώνια φέρουν οι ιερεις και κατά τις νεκρώσιμες ακολουθίες, ανάλογα με την τοπική παράδοσι ή την ηλικία των κηδευομένων. Στο Άγιον Όρος, που με μεγάλη ευλάβεια διαφυλάχθηκαν οι αρχαίες παραδόσεις, λευκά φορούν οι ιερείς κατά την ανάγνωσι του αναστασίμου εωθινού εύαγγελίου των Κυριακών και κόκκινα κατά τις θεομητορικές εορτές. Κατά την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και του Πάσχα η ενδυτή της αγίας τραπέζης και τα καλύμματα της ιεράς προθέσεως ακολουθούν τα χρώματα των αμφίων των ιερέων, είναι δηλαδή μαύρα ή λευκά άντιστοίχως.

Για τας άλλας μεγάλας εορτάς και τας άλλας περιόδους του λειτουργικού έτους δεν υπάρχει παράδοσις, που να καθορίζη το χρώμα των αμφίων. Ούτε κατά την τέλεσι μυστηρίων ή άλλων άκολουθιών αλλάζει το χρώμα των αμφίων του θυσιαστηρίου. Μόνον οι ιερείς φέρουν ανάλογα με την περίστασι λαμπρά ή πένθιμα άμφια. Το ίδιο ισχύει και για την τέλεσι νεκρωσίμων ακολουθιών ή μνημοσυνών.

Ουδέποτε πρέπει να διακοσμήται με πένθιμα χρώματα ο ναός και το θυσιαστήριο, όσο σπουδαίος κατά κόσμον και αν ήτο ο αποθανών. Τέτοιες διακρίσεις δεν πρέπει να γίνωνται μέσα στον χριστιανικό ναό, όχι μόνο γιατί είναι αντίθετες προς το ευαγγελικό πνεύμα της ισότητος, αλλά και γιατί το υπερβολικό πένθος δεν είναι σύμφωνο προς το νόημα που δίνει ο χριστιανισνός στον θάνατο, που τον θεωρεί “κοίμησι”, “έξοδο” και “μετάστασιν εκ των λυπηροτέρων επί τα χρηστότερα και θυμηδέστερα και ανάπαυσιν και χαράν” (ευχή της γονυκλισίας της Πεντηκοστής). Από τον ναό οι πενθούντες έρχονται να αντλήσουν παρηγοριά και ελπίδα και όχι πένθος και απελπισία.

(Απαντήσεις εις λειτουργικάς απορίας, τόμος Α, εκδ. Αποστολική Διακονία, 1991, σελ. 56-60)

Στεναγμούς αλαλήτους. 
Ο μέγας θεολόγος της αρχαίας Εκκλησίας Ωριγένης, ανέβηκε κάποτε στον άμβωνα για να κηρύξη.

Το πολυπληθές ακροατήριο, με συγκρατημένη την αναπνοή, περίμενε ν’ ακούση το διάσημο ομιλητή. Ο Ωριγένης άνοιξε, κατά τη συνήθειά του, την Αγία Γραφή, για να κηρύξη εντελώς αυτοσχέδια, επί του πρώτου γραφικού χωρίου, που θα συναντούσε.

Τα μάτια του έπεσαν στα λόγια του Προφήτου:

«Και είπεν ο Θεός τω αμαρτωλώ˙ ίνα τί συ εκδιηγεί τα δικαιώματά μου και αναλαμβάνεις την διαθήκην μου δια στόματός σου;» Πώς εσύ ο αμαρτωλός εξαγγέλλεις τα προστάγματά μου και πιάνεις τις εντολές μου στο στόμα σου;

Οι λόγοι αυτοί σαν βέλος ξέσχισαν την καρδιά του ομιλητού... Μέσα από τις γραμμές αυτές, αναδύθηκε έξαφνα ένα μεγάλο κάτοπτρο, στο οποίον κατοπτρίστηκε ο γίγας εκείνος της αρετής και είδε ολόκληρη την αμαρτωλότητά του.

Προσπάθησε ν’ αρχίση το λόγο. Μάταια όμως. Ένας κόμπος του έπνιγε το λαιμό. Ξέσπασε σε δάκρυα και κατέβηκε από τον άμβωνα, χωρίς να κηρύξη.

Το ακροατήριο παρακολουθούσε έκπληκτο τα συμβαίνοντα. Και επήρε το μεγάλο μάθημα του βωβού εκείνου κηρύγματος. Χωρίς λόγια και ρητορικά άνθη, το κήρυγμα εκείνο του Ωριγένους, που έγινε «στεναγμοίς αλαλήτοις», υπήρξε το πιο καρποφόρο κήρυγμα του μεγάλου Θεολόγου.

Η ίδια κατάνυξη, που κατέλαβε τον ομιλητή σαν άνοιξαν μπροστά του τον καθρέφτη της αγιότητος τα λόγια του Προφήτη, συνεκλόνισε και τις ψυχές των ακροατών μπροστά στην αγιότητα του Ομιλητού, που την απεκάλυπτε η ασυγκράτητη συγκίνησή του.


Από το βιβλίο «Ύδωρ εκ Πέτρας»
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973 Νο 482)


Ένα συγκλονιστικό κείμενο-μνημείο! (Ομιλία ΙΑ στην προς Εφεσίους Επιστολή).
Εάν λοιπόν θέλωμεν να απολαμβάνωμεν το Πνεύμα το όποιον έρχεται από την κεφαλήν, ας είμεθα στενά συνδεδεμένοι μεταξύ μας.

Διότι δύο τρόποι αποκοπής από το σώμα της Εκκλησίας υπάρχουν· ο ένας, όταν ψυχράνωμεν την αγάπην, ο δεύτερος δε, όταν τολμήσωμεν πράγματα που είναι ανάξια να γίνωνται εις εκείνο το σώμα˙ διότι και με τους δύο αυτούς τρόπους χωρίζομεν τους εαυτούς μας από το πλήρωμα της Εκκλησίας. Εάν δε εμείς, που έχομεν ταχθή να οικοδομώμεν και άλλους εις αυτό, πρώτοι γινώμεθα εμείς αίτιοι διά ν’ αποσχίζωνται από αυτήν, τί δεν θα πάθωμεν;

Τίποτε δεν θα ημπορέση να διαιρέση τόσον εύκολα την Εκκλησίαν, όσον η φιλαρχία˙ τίποτε δεν παροξύνει τόσον τον Θεόν, όσον το να διαιρεθή η Εκκλησία. Και αν ακόμη έχωμεν πράξει άπειρα καλά, δεν θα καταδικασθώμεν ολιγώτερον από αυτούς οι οποίοι διεμέλισαν το σώμα του, εμείς οι οποίοι διαιρούμεν το εκκλησιαστικόν πλήρωμα.

Διότι εκείνο μεν έγινε προς όφελος της οικουμένης, αν και δεν το έκαναν από αυτόν τον σκοπόν˙ αυτό όμως εις τίποτε πουθενά δεν χρησιμεύει, αλλ’ είναι μεγάλη η βλάβη.
Αυτά δεν λέγονται μόνον προς τους άρχοντας, αλλά και προς τους αρχομένους.

Κάποιος δε άγιος άνδρας είπε κάτι το οποίον φαίνεται ότι είναι τολμηρόν, πλην όμως το είπε. Ποιο είναι δε αυτό; Ούτε το αίμα του μαρτυρίου ημπορεί να εξαλείψη αυτήν την αμαρτίαν.

Διότι, ειπέ μου, διατί μαρτυρείς; δεν το κάνεις αυτό διά την δόξαν του Χριστού; Συ λοιπόν ο οποίος θυσιάζεις την ζωήν σου υπέρ του Χριστού, πώς εξολοθρεύεις την Εκκλησίαν, υπέρ της οποίας πρώτος εθυσιάσθη ο Χριστός;

Άκουσε τον Παύλον ο οποίος λέγει˙ «Δεν είμαι άξιος να ονομάζωμαι απόστολος, διότι κατεδίωξα την Εκκλησίαν του Θεού». Δεν είναι μικρά αυτή η βλάβη από τους εχθρούς, αλλά πολύ μεγάλη. Διότι εκείνη μεν αναδεικνύει αυτήν και λαμπροτέραν, ενώ αυτή καταισχύνει αυτήν και ενώπιον των εχθρών της, όταν δηλαδή πολεμήται υπό τα ίδια τα τέκνα της. Διότι είναι μεγάλη απόδειξις απάτης το να μεταβάλλωνται έξαφνα και να διάκεινται ως εχθροί αυτοί οι οποίοι εγεννήθησαν και ανετράφησαν μέσα εις την εκκλησίαν και έχουν γνωρίσει με ακρίβειαν τα απόρρητα της πίστεως.

Αυτά δι’ εκείνους οι οποίοι με αδιαφορίαν ακλουθούν εκείνους οι οποίοι διαιρούν την Εκκλησίαν. Διότι και αν ακόμη έχουν αντίθετον προς την Εκκλησίαν πίστιν, και δι’ αυτόν τον λόγον δεν αρμόζει εις εκείνους ν’ αναμιγνύωνται˙ εάν όμως έχουν την ιδίαν πίστιν, τότε πολύ περισσότερον δεν πρέπει να αναμιγνύωνται. Διατί άραγε; Διότι η νόσος προέρχεται από φιλαρχίαν.
Δεν γνωρίζετε τί έπαθον οι περί τους Κορέ και Δαθάν και Αβειρών; και μήπως μόνον αυτοί και όχι και οι μετά από αυτούς;

Τί λέγεις; Η ιδία πίστις είναι, ορθόδοξοι είναι και εκείνοι. Διατί λοιπόν δεν είναι μαζί με εμάς; «Ένας Κύριος, μία πίστις, ένα βάπτισμα». Εάν δε αυτά που κάνουν αυτοί είναι ορθά, τότε τα ιδικά μας είναι λανθασμένα˙ εάν δε τα ιδικά μας είναι ορθά, τότε τα ιδικά των είναι λανθασμένα. «Ώστε να μη είμεθα πλέον νήπιοι, κλονιζόμενοι και παρασυρόμενοι από κάθε άνεμον διδασκαλίας».

Ειπέ μου, νομίζεις ότι αρκεί αυτό, το να λέγης δηλαδή ότι είναι ορθόδοξοι; τα δε της χειροτονίας έφυγαν και εχάθησαν; Και ποιον το όφελος εάν αυτή δεν έγινε κατά τρόπον κανονικόν; Όπως ακριβώς λοιπόν διά την πίστιν, έτσι πρέπει να αγωνιζώμεθα και δι’ αυτήν. Διότι, εάν εις τον καθένα είναι δυνατόν να χειροτονή, όπως οι παλαιοί, και έτσι να γίνωνται ιερείς, ας γνωρίζουν όλοι, ότι εις μάτην έχει οικοδομηθή αυτό το θυσιαστήριον, εις μάτην το πλήρωμα της Εκκλησίας και το πλήθος των ιερέων˙ ας τα καταργήσωμεν αυτά και ας τα καταστρέψωμεν.
Μη γένοιτο, λέγει. Σεις τα κάνετε αυτά και λέγετε μη γένοιτο; Πως λέγεις, μη γένοιτο, την στιγμήν που έχουν γίνει ήδη; Εγώ το λέγω και το επιβεβαιώνω αποσκοπών όχι εις ιδικόν μου συμφέρον, αλλ’ εις την ιδικήν σας σωτηρίαν˙ εάν δε κάποιος αδιαφορή, αυτός θα κριθή˙ εάν δε αυτά δεν ενδιαφέρουν εις κάποιον, εμάς όμως μας ενδιαφέρουν. «Εγώ εφύτευσα», λέγει, «ο Απολλώς επότισεν, αλλ’ ο Θεός έδιδε την αύξησιν».

Πώς θα υποφέρωμεν την ειρωνείαν και τον γέλωτα των ειδωλολατρών; Διότι εάν μας κατηγορούν διά τας αιρέσεις, τί θα είπουν δι’ αυτά; Εάν η αυτή πίστις υπάρχη παντού, εάν τα ίδια μυστήρια, διατί να επιπηδά εις άλλην Εκκλησίαν κάποιος άλλος επίσκοπος; Βλέπετε, λέγει, ότι όλα τα των Χριστιανών έχουν γεμίσει από κενοδοξίαν; Και ότι υπάρχει εις αυτούς φιλαρχία και απάτη; Απογύμνωσέ τους από το πλήθος, λέγει, και δεν θα είναι τίποτε. Κτύπησε και εξολόθρευσε την νόσον, η οποία διαφθείρει τον όχλον.
5. Θέλετε να είπω αυτά τα οποία λέγουν διά την πόλιν μας; με πόσην ευκολίαν ημπορούν να μας κατηγορούν; Είναι δυνατόν, λέγει, εις όποιον θέλει να εύρη οπαδούς και δεν θα λείψουν ποτέ αυτοί. Ω, πόσον αξιογέλαστον πράγμα! πόσης εντροπής άξια είναι αυτά; Αλλά και τα άλλο είναι αξιογέλαστον και το άλλο είναι εντροπή. Αν μερικοί από εμάς κυριευθέντες από τα πιο φοβερά πράγματα, πρόκειται να υποστούν κάποιο επιτίμιον, είναι πολύς ο τρόμος και ο φόβος παντού μήπως κανείς αποσκιρτήση, λέγει, μήπως αποστατήση εις εκείνους. Χιλιάδες φορές είναι προτιμώτερον ν’ αποσκιρτήση αυτός ο οποίος είναι τέτοιος, και να είναι μαζί με εκείνους˙ δεν λέγω δι’ όσους έχουν πλανηθή, αλλ’ εάν κάποιος χωρίς να παρασυρθή ευρίσκεται εις αυτήν την κατάστασιν και θέλει να προσχωρήση εις τους αιρετικούς, ας τα κάνη. Διότι πονώ βέβαια και θρηνώ και οδύρομαι και καίγονται τα σπλάχνα μου, ωσάν να στερούμαι ιδικόν μου μέλος, όμως δεν πονώ τόσον, όσον φοβούμαι μήπως αναγκασθώ από αυτό να κάνω τίποτε που δεν πρέπει.
Δεν είμεθα κυρίαρχοι της πίστεώς μας, αγαπητοί, ούτε παραγγέλλομεν αυτά κατά τρόπον δεσποτικόν˙ έχομεν ορισθή διά την διδασκαλίαν του λόγου και όχι διά εξουσίαν ούτε διά δεσποτισμόν˙ έχομεν θέσιν συμβούλων, οι όποιοι συμβουλεύουν. Εκείνος ο οποίος συμβουλεύει λέγει την γνώμην του, χωρίς να εξαναγκάζη τον ακροατήν, αλλ’ αφήνει αυτόν ελεύθερον να προτιμήση τα λεγάμενα˙ εις τούτο μόνον είναι υπεύθυνος, αν δεν είπη αυτά τα οποία πρέπει να διδάξη. Διά τούτο και εμείς τα λέγομεν αυτά και τα διδάσκομεν, διά να μη είναι δυνατόν εις κανένα από σας την ημέραν της κρίσεως να είπη, 'Κανείς δεν μας είπεν τίποτε, κανείς δεν μας εσυμβούλευσε, δεν τα εγνωρίζαμεν, ενομίζαμεν ότι είναι μηδαμινόν το αμάρτημα’.
Διά τούτο τα λέγω και σας παρακαλώ με επιμονήν, ότι το να δημιουργήση κανείς σχίσμα εις την Εκκλησίαν δεν είναι μικρότερον κακόν από το να πέση εις αίρεσιν. Ειπέ μου, εάν κάποιος υπηρετεί υπό τας διαταγάς κάποιου βασιλέως, και δεν επήγαινε μεν με το μέρος άλλου, ούτε προσεχώρει εις άλλον βασιλέα, αλλ’ έπαιρνε το πορφυρούν ένδυμά του και το εξήπλωνε καταγής, και ολόκληρον διά περόνης το εξέσχιζεν εις πολλά τεμάχια, άραγε θα ετιμωρείτο ολιγώτερον από εκείνους οι οποίοι προσεχώρησαν εις άλλον; Τί δε, εάν μαζί με αυτό, τον ίδιον τον βασιλέα, κρατών από τον λαιμόν, τον έσφαζε και εξέσχιζεν εις κάθε μέλος το σώμα του, ποία καταδίκη θα ήτο αξία των έργων του; Εάν δε κάμνων αυτά εις τον βασιλέα ο οποίος είναι σύνδουλος, θα ετιμωρείσο με την πιο μεγάλην τιμωρίαν, εκείνος ο οποίος σφάζει και διαμελίζει τον Χριστόν, ποίας κολάσεως δεν θα είναι άξιος; Άραγε αυτής με την οποίαν απειλείται; Δεν νομίζω, αλλά άλλης πολύ πιο φοβεράς.
Να το ειπήτε αυτό όσαι παρευρίσκεσθε — διότι κυρίως αι γυναίκες έχουν αυτό το ελάττωμα — να διηγηθήτε εις όσας απουσιάζουν αυτό το παράδειγμα, να τας φοβήσετε.

Εάν μερικοί νομίζουν ότι μάς θλίβουν και μάς εκδικούνται με αυτό, ας γνωρίζουν καλώς, ότι άσκοπα τα κάνουν αυτά. Διότι εάν θέλης να μάς εκδικηθής, εγώ σου δίδω τρόπον, με τον όποιον θα ημπορέσης να εκδικηθής χωρίς να ζημιωθής˙ μάλλον δε δεν είναι δυνατόν να εκδηκηθής χωρίς να βλαβής, αλλά με μικροτέραν βλάβην˙ κτύπησέ με, πτύσε με δημοσίως όταν με συναντήσης, πλήγωσέ με. Φρίττεις εις την ακοήν αυτών των πραγμάτων; Εάν φρίττης που σου λέγω να κτυπήσης εμένα, δεν φρίττεις όταν κατασπαράσσης τον Κύριόν σου; τα μέλη του Κυρίου ξεσχίζεις και δεν τρέμεις; Οικία πατρική είναι η Εκκλησία˙ ένα σώμα και ένα Πνεύμα. Αλλά θέλεις να με πολεμήσης. Μέχρι εμένα σταμάτησε. Διατί αντί δι’ εμένα πολεμείς τον Χριστόν; μάλλον δε διατί κτυπάς επάνω εις τας πληγάς του; Βέβαια εις καμμίαν περίπτωσιν δεν είναι καλή η εκδίκησις˙ αλλά το να υβρίζης άλλον από εκείνον ο οποίος σε αδικεί είναι πολύ χειρότερον.
Από εμάς ηδικήθης; Διατί λυπείς εκείνον ο οποίος δεν σε ηδίκησεν; αυτό είναι δείγμα μεγίστης παραφροσύνης. Δεν θα το ειπώ ειρωνευόμενος αυτό το όποιον πρόκειται να είπω, ούτε τυχαίως, αλλ’ όπως το σκέπτομαι και όπως το αισθάνομαι. Διά τον καθένα από σας οι οποίοι θλίβεσθε από εμένα και εξ αιτίας αυτής της λύπης βλάπτετε τους εαυτούς σας και πορεύεσθε αλλού, θα ήθελον να πληγώσω το πρόσωπόν μου ή και να απογυμνώσω το σώμα μου διά να βασανισθή διά ράβδου, είτε δικαίως είτε αδίκως με κατηγορείτε, και εις εμένα ας επιτρέψη την οργήν να πέση, παρά να τολμούν αυτά τα οποία τολμούν. Εαν ημπορούσε να γίνη αυτό, τίποτε δεν θα ήτο, το να πάσχη τέτοια ένας μηδαμινός και ανάξιος λόγου άνθρωπος. Άλλωστε θα ημπορούσα να παρακαλέσω εγώ, ο οποίος ηδικήθην και εξυβρίσθην, τον Θεόν, και θα συνεχώρει τας αμαρτίας σας˙ όχι διότι εισακούομαι τόσον πολύ ως να είμαι άγιος, αλλ’ επειδή ο ηδικημένος, όταν παρακαλή υπέρ εκείνου ο οποίος τον ηδίκησεν, εισακούεται πολύ. «Αν αμαρτήση άνθρωπος εναντίον ανθρώπου», λέγει, «ο Θεός θα δεχθή μεσιτείαν δι’ αυτόν». Εάν δε δεν ημπορούσα να το κάνω εγώ, θα ημπορούσα να ζητήσω και να παρακαλέσω αγίους ανθρώπους και θα το έκαμνον. Τώρα όμως ποίον να παρακαλέσωμεν, αφού υβρίζομεν τον Θεόν;
Πρόσεχε ανωμαλίαν. Διότι από όσους ανήκουν εις αυτήν την εκκλησίαν, άλλοι μεν ουδέποτε προσέρχονται ή μίαν φοράν κατ’ έτος, και τότε όπως τύχη˙ άλλοι δε τακτικώτερον μεν, αλλά και αυτοί όπως τύχη, ομιλούντες και αστειευόμενοι διά το τίποτε˙ άλλοι δε, οι οποίοι φαίνονται ότι δήθεν ενδιαφέρονται, αυτοί είναι εκείνοι οι οποίοι προκαλούν αυτήν την συμφοράν. Εάν λοιπόν ενδιαφέρεσθε και φροντίζετε δι’ αυτά, καλύτερον να ταχθήτε και σεις μαζί με τους αδιαφόρους˙ μάλλον δε το καλύτερον είναι ούτε εκείνοι να είναι αμελείς, ούτε σεις τέτοιοι˙ δεν λέγω δι’ εσάς που παρευρίσκεσθε εδώ, αλλά δι’ εκείνους οι οποίοι αποσκιρτούν. Μοιχεία είναι αυτό το πράγμα. Εάν δε δεν ανέχεσαι να ακούς αυτά δι’ εκείνους, λοιπόν να μη ανέχεσαι ούτε δι’ εμάς˙ διότι το ένα από τα δύο κατ’ ανάγκην γίνεται παρανόμως. Αν μεν λοιπόν υποπτεύεσθε αυτά δι’ εμέ, είμαι έτοιμος να παραχωρήσω το αξίωμα εις όποιον θέλετε˙ μόνον η εκκλησία να είναι μία˙ εάν δε εγώ έγινα νομίμως, πείθετε εκείνους οι οποίοι έχουν αναβή παρανόμως εις τον θρόνον να αποθέσουν ό,τι δεν τους ανήκει.
Αυτά τα είπον, όχι ως προστάσσων, αλλά διά να στερεώσω και να διαφυλάξω εσάς. Επειδή ο καθένας έχει ηλικίαν και ευθύνεται διά τας πράξεις του, παρακαλώ να μη νομίζετε ανευθύνους τους εαυτούς σας, ρίπτοντες το πάν εις εμάς, διά να μη καταστρέφετε τους εαυτούς σας αυταπατώμενοι εις μάτην. Διότι θα δώσωμεν λόγον διά τας ψυχάς σας, αλλ’ όταν εμείς δεν τας επιμελούμεθα πλήρως, όταν δεν παρακαλέσωμεν, όταν δεν νουθετήσωμεν, όταν δεν ικετεύσωμεν. Μετά δε από αυτά, επιτρέψατε και εις εμέ να είπω, «είμαι αθώος από το αίμα όλων σας», και˙ «ο Θεός θα σώση την ψυχήν μου».

Είπατε ό,τι θέλετε και αναφέρατε δικαιολογημένην αιτίαν διά την οποίαν έχετε αποχωρήσει, και θα απολογηθώ. Αλλά δεν έχετε τίποτε να είπητε. Διά τούτο και παρακαλώ έστω και σάς να σταθήτε με γενναιότητα και να επαναφέρετε όσους επλανήθησαν και απεχώρησαν, διά να αναπέμψωμεν μαζί ευχαριστίαν εις τον Θεόν, διότι εις αυτόν ανήκει η δόξα εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
(εκδόσεις ΕΠΕ, τόμος 20, σελ. 705-715)

Μια μαρτυρία του γέροντος Φιλοθέου Ζερβάκου σχετικά με την ταπείνωση του π. Ευσεβίου Ματθόπουλου είναι πολύ εύγλωττη:

«Αδελφός τις μοί διηγήθη λέγων. Επήγα ποτέ εις επίσκεψιν του π. Ευσεβίου και δια να τον ερωτήσω διά τινας απορίας που είχον. Και ενώ συζητούσαμε, θαυμάσας την σύνεσιν, την σοφίαν και διάκρισίν του και ενθουσιασθείς δια την ορθήν και συνετήν λύσιν των αποριών μου, τω είπον:

“Πάτερ Ευσέβιε, είσθε Άγιος”.

Μόλις ήκουσε την λέξιν “Άγιος”, εταράχθη και όλως τεταραγμένως μοι είπεν:

“Εγώ Άγιος; Επλανήθης, εψεύσθης, άνθρωπε. Να τι είμαι”.

Και άρχισε να πτύη τον εαυτό του, τα ενδύματά του, τας χείρας του, και να χρίη το πρόσωπόν του με πτύσματα και να λέγη:

“Όχι, δεν είμαι άγιος, είμαι κατάπτυστος”.

Ελυπήθην, μοι είπεν ο αδελφός, ότι έγινα αιτία να στεναχωρηθή τόσον πολύ, και ιδών ότι εξηκολούθει να υβρίζη και να κατηγορή εαυτόν, τω είπον:

“Συγχώρησόν μοι, πάτερ Ευσέβιε, δεν είσαι άγιος”.

Ευθύς ησύχασε και με ιλαρότητα και ημερότητα μοι λέγει:

“Τώρα είπες την αλήθειαν, να είσαι συγχωρημένος, αλλά εις το εξής να μη λέγης ψεύματα”».

(Όλος ιερωμένος Θεω, εκδ. "ο Σωτήρ", 2007, σελ. 30-31)


Για αυτό βέβαια και γίνεται στα ευαγγέλια πολύς λόγος για τιμωρία και πολύ περισσότερος από ό,τι για βασιλεία.

Επειδή δηλαδή τους αναισθητότερους δεν τους προσελκύει προς την αρετή και δεν τους απομακρύνει από την κακία, τόσο πολύ η υπόσχεση των αγαθών, όσο ο φόβος των λυπηρών, για αυτό λοιπόν ασχολείται περισσότερο με τα λυπηρά και αυτά αναφέρει συνεχώς. Ας μη λυπούμαστε λοιπόν ακούγοντας λόγια δυσάρεστα διότι περιέχουν πολύ κέρδος……….
Άλλοι πάλι τον μεν Κύριο ομολογούν αρνούνται όμως την περί κρίσεως και κολάσεως διδασκαλία, εξαγοράζοντας με σύντομη ευχαρίστηση μεγάλη κόλαση και θέλοντας να παρηγορούν τους εαυτούς τους με το να μη θυμούνται τη γέεννα, ρίχνουν τους εαυτούς τους, χωρίς να το καταλαβαίνουν, στο βάραθρο της απώλειας.

Για αυτό παρακαλώ και να θυμάστε τη γέεννα και να συζητάτε για αυτήν· έτσι στόλιζε με ομορφιά την ψυχή σου.

Διότι είναι μεγάλη η χρησιμότητα που προέρχεται από αυτά τα λόγια. Διότι δεν έδωσε ο Θεός αυτήν την απειλή έτσι τυχαία και την έκανε φανερή από την εδώ ήδη ζωή, αλλά για να μας κάνει με το φόβο καλύτερους. Για αυτό και ο Διάβολος κάνει τα πάντα και μηχανεύεται, θέλοντας να βγάλει αυτήν από τη σκέψη μας.

Μην την απομακρύνεις λοιπόν από τη σκέψη σου, ούτε να λες, «γιατί να στενοχωρώ τον εαυτό μου παράκαιρα»; Στενοχωριέσαι παράκαιρα; Εκείνη είναι η παράκαιρη στενοχώρια, όταν θα υποφέρεις μέσα στη γέεννα……..
Και γνωρίζω βέβαια ότι με τα λόγια αυτά γίνομαι φορτικός και ότι σας στενοχωρώ. Τι να γίνει όμως; Βέβαια δεν θα ήθελα να τα λέω όλα αυτά, αλλά θα ήθελα να έβλεπα ενάρετο τόσο τον εαυτό μου όσο όλους εσάς……..
Και ακριβώς για αυτό σας παρακαλώ να νιώθουμε κατάνυξη ακούγοντας τους περί κολάσεως λόγους.

Άλλωστε δεν υπάρχει τίποτα άλλο πιο γλυκό από την ομιλία αυτή, επειδή κανένα άλλο πράγμα δεν είναι πικρότερο από αυτήν.

Και πώς είναι ευχάριστο, θα πει κάποιος, το να ακούει κανείς ομιλία για κόλαση; Επειδή είναι πολύ τρομερό να πέσουμε στη γέεννα, πράγμα που αποφεύγεται με τους λόγους που μας φαίνονται φορτικοί, και οι οποίοι πριν από αυτό μας παρέχουν και άλλη ευχαρίστηση· συγκρατούν δηλαδή τις ψυχές μας και τις κάνουν ευλαβέστερες, εξυψώνουν τη διάνοιά μας και αναπτερώνουν το λογισμό μας, μας ελευθερώνουν από την πονηρή πολιορκία των επιθυμιών και γενικώς συντελούν στη θεραπεία της ψυχής……

Και ξέρω βέβαια, ότι τίποτε δεν είναι για σας περισσότερο αηδιαστικό από τα λόγια αυτά, αλλά σε μένα τίποτε δεν είναι πιο ευχάριστο από αυτά. Και μακάρι να μπορούσαμε και όταν προγευματίζουμε και όταν δειπνούμε και όταν λουζόμαστε και παντού να μιλούμε για τη γέεννα….
Συνέχεια λοιπόν ας σκεφτόμαστε τους λόγους για αυτά, γιατί δεν μας αφήνει να πέσουμε στη γέεννα το να θυμόμαστε τη γέεννα… και να συζητούμε συνεχώς για αυτήν και έτσι δεν θα αμαρτάνουμε εύκολα. Διότι η μνημόνευση των λόγων αυτών θα μπορέσει, σαν κάποιο πικρό φάρμακο, να καθαρίσει κάθε κακία και να παραμείνει για πάντα μέσα στην ψυχή μας…
Εάν ο φόβος της μελλοντικής κολάσεως έμενε στην ψυχή, θα εξαφάνιζε κάθε ανθρώπινο φόβο. Επομένως εάν κανείς φροντίζει να θυμάται διαρκώς τη γέεννα, θα περιφρονήσει κάθε είδος θανάτου· και αυτό δεν θα τον απαλλάξει μόνο από την παρούσα αγωνία, αλλά και από τη φλόγα της γέενας θα τον απαλλάξει.

Διότι εκείνος που φοβάται συνεχώς την γέενναν του πυρός, ουδέποτε θα πέσει μέσα στη φωτιά της γέεννας εκείνης, διότι θα σωφρονίζεται με τον συνεχή αυτόν φόβο…..
Και αν ακόμη δυσανασχετείτε αναρίθμητες φορές για αυτά τα λόγια, εγώ δεν θα σταματήσω να τα λέω….
Και γνωρίζω μεν, ότι πολλοί ακούνε τα λόγια αυτά με πολλή δυσαρέσκεια, αλλά ποιο το κέρδος εάν σιωπήσω; Διότι εάν σιωπήσω και δεν σας ενοχλήσω καθόλου με τα λόγια μου, είναι αδύνατον να σας απαλλάξω από την κόλαση με τη σιωπή μου αυτήν, αλλά το αποτέλεσμα που θα προκύψει από αυτό θα είναι εντελώς το αντίθετο, διότι έτσι γίνεται μεγαλύτερη η τιμωρία, όχι μόνο για σας, αλλά και σε μένα η σιωπή μου αυτή θα γίνει πρόξενος τιμωρίας.

Ποιο το όφελος από τα ευχάριστα λόγια, όταν δεν βοηθούν στα έργα, αλλά αντιθέτως και βλάπτουν; Ποιο το κέρδος, να σας ευχαριστήσω με τα λόγια και να σας λυπήσω στην πραγματικότητα; Να ευχαριστήσω την ακοή σας και να βλάψω την ψυχή σας; Ακριβώς για αυτό είναι ανάγκη να σας στενοχωρώ εδώ, για να μην τιμωρηθούμε εκεί.


Νεκροθάπτης έλεγε κάποτε σε ιεροκήρυκα:
- Κανένας δεν μπορεί να κηρύξει καλύτερα από εμένα.
- Τι θέμα μπορείς συ, αγράμματος, να αναπτύξεις; Τι λες; ρωτά με απορία ο ιεροκήρυξ.
- Όταν δω πολύ κόσμο στο κοιμητήριο λέω:
«Βλέπετε, χριστιανοί, εκείνα τα μνήματα; Τα άνοιξα για σας.

Δεν θα περάσουν πολλά χρόνια και θα σας φέρουν και εσάς εδώ.

Παρ’ όλα τα πλούτη σας, παρ’ όλη την ομορφιά σας, παρ’ όλη τη δύναμή σας εδώ θα καταλήξετε.

Θα έρθετε εδώ για να σας σκεπάσω εγώ με το χώμα και να κοιμηθείτε εν ειρήνη».
Κανείς δεν φεύγει ασυγκίνητος από τα λόγια μου, ενώ εσείς με την ευγλωττία σας και τα επιχειρήματά σας, πόσους πείθετε;


(Θησαυρός γνώσεων και ευσεβείας, Υακίνθου Γρατιανουπόλεως, σελ. 678)

Σας αγαπώ!
Τίποτε δεν μου είναι πιο ποθητό από σας, ούτε τούτο το φως!

Γιατί μυριάκις θα ευχόμουν ο ίδιος να τυφλωθώ, αν ήταν δυνατό με αυτό να σώσω τις ψυχές σας˙

ναι! έτσι, ειλικρινά, από το ίδιο το φως πιο γλυκειά μου είναι η σωτηρία σας!
Διότι, τι θα με ωφελήσουν οι ακτίνες του ήλιου, όταν ο πόνος μου για σας απλώνη πάνω στα μάτια μου το σκοτάδι;

Πράγματι! Το φως τότε είναι ωραίο, όταν γίνεται μέσα στη χαρά, αφού στην θλιμμένη ψυχή αντίθετα φαίνεται ενοχλητικό.
Ότι δε δεν σας λέγω ψέματα, ο Θεός να μη δώση να το επιβεβαιώσετε.

Αλλά, αν κάποτε συμβή κάποιος από σας να αμαρτήση, ελάτε να με δήτε εκεί που κοιμάμαι˙ να χαθώ, αν δεν μοιάζω με τους παράλυτους, αν δε κάνω σαν τρελλός, αν, σύμφωνα με τον Προφήτη, «και το φως των οφθαλμών μου και αυτό ούκ έστι μετ’ εμού» (Ψαλμ. 37,11).
Τι να ελπίζουμε, αν σεις δεν προοδεύετε; Ποιά άλλη η δική μας στενοχώρια, αν σεις δεν ευδοκιμείτε;

Μου φαίνεται σαν να πετώ όταν ακούσω κάτι καλό για σας!
«Πληρώσατέ μου την χαράν» (Φιλιπ. 2,2)!

Τόσο μόνο παρακαλώ, όσο και η επιθυμία μου για την προκοπή σας. Εκείνο δε που συναγωνίζομαι με όλους είναι τούτο, ότι σας αγαπώ, ότι σας έχω σφιχταγκαλιάσει, ότι εσείς μου είστε το πάν, και πατέρας και μητέρα και αδέλφια και παιδιά!
Μη, σας παρακαλώ, μη νομίσετε ότι κάτι που λέγω, το λέγω από κακία, από αποστροφή. Όχι! το λέγω για διόρθωση.

Γιατί λέγει η Γραφή «αδελφός υπό αδελφού βοηθούμενος, ως πόλις οχυρά» (Παροιμ. 18,19).
Μη περιφρονήσετε τον λόγο μου! Ούτε εγώ περιφρονώ τον δικό σας!

Αντίθετα θα ήθελα να διορθώνομαι από σας, θα ήθελα να μαθαίνω! Όλοι εμείς είμαστε αδέλφια, ένας είναι ο Καθηγητής μας!

Πλην όμως είναι δυνατόν ανάμεσα στ’ αδέλφια ένας να διατάζη και οι άλλοι να υπακούουν!
Μη, λοιπόν, μη περιφρονείτε, αλλά όλα ας τα κάνουμε προς δόξαν Θεού, ότι αυτώ η δόξα εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.


(Από τη Γ Ομιλία στις Πράξεις των Αποστόλων, Α.Α.Π. 76,268, στο Αρχιμ. Χρυσοστόμου Αβαγιανού, Αυτοβιογραφικές σελίδες..., εκδ. Αποστολική Διακονία, σελ. 60-61)

 

Όταν ένας μοναχός τον πίεσε πολύ, να του πει για τις εμπειρίες αυτές, πέρα από τα μισόλογα και τα υπονοούμενα, που κάποτε-κάποτε άφηνε, του είπε με ταπεινή αγαλλίαση:
- Απόψε, παιδί μου, βρισκόμουνα και συλλειτουργούσα με αγίους και αγγέλους! Σε θυσιαστήρια που δεν περιγράφονται.
Και το πρόσωπό του γινότανε φως. Ο μοναχός με αφέλεια ρώτησε «πώς γίνεται αυτό»; Και ο μακαριστός γέροντας:
- Πάτερ μου, μη ρωτάς, αυτά είναι πνευματικά θέματα.
Επέμενε όμως ο μοναχός και ο γέροντας υποχώρησε μ’ έναν όρο
- Πάτερ μου, να μην ειπείς τίποτα. Όταν πεθάνω καμμιά φορά, θα πεις ότι «κάποιος γέροντας μου είπε: ότι λειτουργούσε τις νύχτες, ότι συζούσε και συλλειτουργούσε με την Αγία Τριάδα καθημερινώς». (Αίσθηση δηλ. θείας παρουσίας).
- Είδες, πάτερ μου, τι ευτυχία έχουμε εμείς οι μοναχοί και ιδιαιτέρως οι κληρικοί;
Μ’ αυτά καταλαβαίνει κανείς, γιατί δε φοβότανε το θάνατο. Αντίθετα, τον περίμενε κάθε μέρα, κάθε ώρα και κάθε στιγμή. Παραξενεύονταν μερικοί, που τον άκουγαν πολύ συχνά να ψέλνει τη νεκρώσιμη Ακολουθία σε ώρες που έκανε διάφορες δουλειές. Συνήθιζε μάλιστα και κάτι άλλο, για να εξοικειωθεί με το θάνατο. Ξάπλωνε καταγής, σταύρωνε τα χέρια και άρχισε τη νεκρώσιμη Ακολουθία. Καμμιά φορά, θέλοντας να οικοδομήσει, έλεγε σε κάποιον:
- Έλα να σου πω ένα τραγουδάκι!
κι έψελνε τροπάρια της νεκρώσιμης Ακολουθίας.
Συγκλονιστικές και οι εμπειρίες του στο ναό, στη διάρκεια της θείας Λειτουργίας. Άρρητα κι εξαίσια όσα έβλεπε και ζούσε. Έκανε Προσκομιδή και συχνά έβλεπε την πνευματική κατάσταση των κεκοιμημένων που μνημόνευε. Από τη μισάνοιχτη μικρή θύρα του Ιερού, τον είδανε μπροστά στην Προσκομιδή να στέκει ψηλά, να μην πατάει στο δάπεδο. Λησμόνησε εκείνη τη φορά να μνημονεύσει τη μητέρα του και του εμφανίστηκε με παράπονο:
- Ιακωβάκι μου, σ’ όλους έδωσες τα δώρα σου, εμένα σήμερα δε μου έδωσες!
Διηγότανε ότι το ίδιο το συνέβη με τον Κύπρου Μακάριο. Τελειώνοντας την Προσκομιδή και στρεφόμενος να πάει στην αγία Τράπεζα, τον βλέπει να στέκει δεξιά του, με τις χούφτες τη μία μέσα στην άλλη, όπως όταν κοινωνεί ο ιερέας το σώμα του Κυρίου. Στη μνημόνευση και στην προσευχή για τους «τεθνεώτες» ήτανε σχολαστικός. Μνημόνευε πάρα πολλούς. Και το μοναχό Άνθιμο, που τόσο τον ταλαιπώρησε. Κάποτε μάλιστα, παρακάλεσε το Θεό να του δείξει που πήγε μετά το θάνατό του ο Άνθιμος. Τον είδε μια νύχτα σε άθλιο σκοτεινό υπόγειο και πολύν θλιμμένον. Τον χαιρέτισε και ο Άνθιμος του είπε:
- Εδώ είμαι… όταν με μνημονεύεις περνάει μια ηλιαχτίδα και κάτι βλέπω.
Όλα γινόσανε με τρόπο απλό και εναργή. Την ώρα του Χερουβικού, πολλές φορές δε βρισκότανε στο Ιερό μόνος του ο μακαριστός λειτουργός. Άγγελοι, παρόντες, δοξολογούσανε το Θεό, χαροποιούσανε την ατμόσφαιρα, συνεργούσανε με το λειτουργό, τα φτερά τους αγγίζανε το λειτουργό, έβλεπε τη νεανική μορφή τους… Βγαίνει, κάνει τη Μεγάλη Είσοδο. Μια παριστάμενη μοναχή τον βλέπει να κινείται στον αέρα, να εισέρχεται στο Ιερό χωρίς να πατάει το δάπεδο. Θαύμασε κι έκανε το Σταυρό της, τα είχε χαμένα, πρώτη φορά έβλεπε θαύμα. Όταν τελείωσε η Λειτουργία και πήγε η μοναχή να πάρει την ευχή του να φύγει, της λέει αφελώς:
- Σήμερα η Λειτουργία ήτανε αλλιώς.
Εκείνη πήρε θάρρος και άνοιξε το στόμα της να περιγράψει πως τον είδε στη Μεγάλη Είσοδο. Πρόλαβε όμως ο γέροντας και της είπε να σιωπήσει, να μην ειπεί πουθενά τίποτα.
Εξηγούσε αργότερα τα διακονικά καθήκοντα. Για να κάνει προσεκτικό το διάκονο, του μίλησε για τις εμπειρίες και τις οπτασίες του με βαθιά κατάνυξη:
- Αχ, πάτερ μου, να βλέπατε τι γίνεται την ώρα του Χερουβικού, που ο ιερέας διαβάζει την Ευχή, θα φεύγατε όλοι… Αοράτως ανεβοκατεβαίνουν άγγελοι και πολλές φορές αισθάνομαι τις φτερούγες τους να χτυπούν στους ώμους μου!
Την ώρα της Λειτουργίας, του Χερουβικού και μάλιστα της Αναφοράς, έλαμπε και ακτινοβολούσε καθαρότητα, μακαριότητα και μεγαλοπρέπεια. Ναι, αυτός ο εξουθενωμένος ιερομόναχος, που από το 1960 κι έπειτα ζούσε και εργαζότανε πάντα με κάποια δύσκολη αρρώστια˙ αυτός, έκανε κινήσεις μεγαλόπρεπες, αλλά όχι προκλητικές. Είχε τελετουργικότητα βασιλική. Και ο καθένας ένιωθε ότι η μεγαλοπρέπεια τούτη βγαίνει από τον απέραντο σεβασμό, που είχε στο μυστήριο της Ευχαριστίας. Ακόμη περισσότερο: του επιβαλλότανε φυσικά από την παρουσία «επισήμων» αγγέλων και αρχαγγέλων και Αγίων στο ιερό. Είχε πει ότι στην Αγία Τράπεζα είναι πολλές φορές:
- Άγγελοι και αρχάγγελοι, παιδί μου, κρατούν το σώμα του Κυρίου!


(Ιάκωβος Τσαλίκης, Στυλιανού Παπαδοπούλου,Αθήνα 1994, σελ. 90-93)

Σελίδα 1 από 6