(ένα συγκλονιστικό περιστατικό από την Ιστορία της Εκκλησίας μας γύρω στο 389 μ.Χ.)

Ο δήμος της Θεσσαλονίκης, ζητών την αποφυλάκισιν ηνίοχου τινός του ιπποδρόμου, φυλακισθέντος δι’ αισχρόν έγκλημα, μη εισακουσθείς δε, κατήντησεν εις μανιακόν διάβημα, μαρτυρούν πόσον ανάγωγοι και συρφετώδεις ήσαν οι όχλοι των καιρών εκείνων. Προβάς δηλαδή εις στάσιν, εφόνευσε τον αρχιστράτηγον του εν Ιλλυρία στρατού  Βουθερίκον και πολλούς άλλους αξιωματικούς· προσθέτων δε εις την κακουργίαν κτηνώδη ύβριν, έσυρε τα σώματά των εις τας οδούς.
Η είδησις φυσικά εξώργισε τον Θεοδόσιον, όστις εις το βαρύτατον έγκλημα ηθέλησε να επιβάλη παραδειγματικήν ποινήν.
Ο άγιος Αμβρόσιος, επίσκοπος Μεδιολάνων (Μιλάνου) τον παρακάλεσε να μη σπεύση εν τόσει εξάψει, να προσέξη δε προ παντός, όπως μη τιμωρήση αθώους μετά των ενόχων. Ο αυτοκράτωρ, όστις ενδιεφέρετο δια την δικαιοσύνην, υπεσχέθη· αλλ’ οι περί αυτόν άρχοντες του παρέστησαν πάλιν ότι εις τοιούτο έγκλημα, πραχθέν υπό χιλιάδων, η λεπτομερής ανάκρισις θα ανέβαλλεν επ’ αόριστον την τιμωρίαν και θα την εματαίωνε, πράγμα το οποίον θα εθράσυνε τους απανταχού της αυτοκρατορίας όχλους και θα διεκύβευε την δημοσίαν τάξιν.


Ο δε Θεοδόσιος παραπεισθείς εκ των παρατηρήσεων τούτων, φοβηθείς προσέτι μη ελαφροτέρα τιμωρία δεν θεωρηθή ικανοποιητική εκ του στρατού, εξαφθείς σφοδρότερον εκ νέων πληροφοριών περί των τολμηθέντων υπό του έκφρονος συρφετού, απέστειλε διάταγμα σφαγής κατά του λαού της Θεσσαλονίκης εν τω ιπποδρόμω εκείνω, η υπέρ του οποίου μανία επέφερε την σφαγή του Βουθερίκου και των αξιωματικών.

Προσεκλήθη λοιπόν ο λαός εις τον ιππόδρομον δήθεν δι’ αγώνας ότε δε επληρώθη ολόκληρος από συνωστιζόμενα πλήθη, οι στρατιώται, εφορμήσαντες με γυμνά ξίφη και πλήττοντες αδιακρίτως, εθανάτωσαν εις διάστημα τριών ωρών επτά χιλιάδας.
Η είδησις, φθάσασα εις Μεδιόλανα, κατελύπησε τον Αμβρόσιον. Και να μεταβή μεν προσωπικώς προς τον θεοδόσιον δεν έκρινε πρέπον και σκόπιμον· αφ’ ενός, διότι εφοβείτο μήπως εν τη συνδιαλέξει δοθή αφορμή σφοδροτέρων λόγων· αφ’ ετέρου, διότι δεν ήθελε να επικοινωνήση προς τον δώσαντα διαταγήν τόσης σφαγής. Μετέβη λοιπόν εις εξοχήν, αφήκε να παραδοθούν ημέραι τινές, και έπειτα έγραψεν επιστολήν προς τον αυτοκράτορα παριστώσαν πόσον τρομερόν υπήρξε το διαπραχθέν έγκλημα. Προσθέτετε δε:

«το αμάρτημα δεν εξαλείφεται ειμή δια δακρύων και μετάνοιας· ούτε άγγελοι ούτε αρχάγγελοι δύνανται να συγχωρήσουν αυτό άλλως.

Αυτός ο Κύριος δεν παρέχει την άφεσιν ειμή εις μόνους τους μετανοούντας. Σας συμβουλεύω· σε παρακαλώ· σε προτρέπω· σε παραινώ. Δεν τολμώ να επιτελέσω την αγίαν προσφοράν, εάν θελήσης να παρευρεθής εις αυτήν.

Ό,τι δεν είνε συγχωρημένον μετά το χυθέν αίμα ενός μόνου αθώου, είνε δυνατόν να συγχωρηθή, αφού δια σε εξεχύθη αίμα χιλιάδων;"
Ο Θεοδόσιος εταράχθη. Τι όμως έπρεπε να πράξη; εκκλησιαζόμενος τακτικά, εθεώρει βαρείαν στέρησιν την απουσίαν έστω και μιαν μόνην Κυριακήν εκ του ναού.

Έπειτα, φρονών ότι, διατάξας ως διέταξεν, υπέκυπτεν εις απαραίτητον ανάγκην του κράτους και εξασφάλισιν της δημοσίας τάξεως, άνευ της οποίας παντοία και αθεράπευτα θα εξαπελύοντο κακά, δεν εύρισκεν ορθάς κατά πάντα τας παρατηρήσεις του επισκόπου.
Μετέβη λοιπόν κατά το σύνηθες εις τον ναόν. Αλλ’ ο Αμβρόσιος επέβλεπε· πληροφορηθείς ότι ο αυτοκράτωρ έρχεται, σπεύδει, τον συναντά έξω από τα πρόθυρα, και του εμποδίζει την είσοδον· αιτιολογεί δε το διάβημά του.
«Ουκ οίσθα (είπεν), ως έοικεν, ω βασιλεύ, της ειργασμένης μιαιφονίας το μέγεθος, ουδέ μετά την του θυμού παύλαν ο λογισμός επέγνω το τολμηθέν· ουκ εά γαρ ίσως της βασιλείας η δύναμις επιγνώναι την αμαρτίαν, αλλ’ επιπροσθεί η εξουσία τω λογισμώ. Χρή μέντοι ειδέναι την φύσιν και το ταύτης θνητόν τε και διαρρέον, και τον πρόγονον χουν, εξ ου γεγόναμεν και εις ον απορρέομεν· και μη, τω άνθει της αλουργίδος αποβουκολούμενον, αγνοείν του καλυπτομένου σώματος την ασθένειαν. Ομοφυών άρχεις, ω βασιλεύ, και μεν δη και ομοδούλων. Εις γαρ απάντων δεσπότης και βασιλεύς, ο των απάντων δημιουργός. Ποίοις τοίνυν οφθαλμοίς όψει τον του κοινού δεσπότου ναόν; Ποίοις δε ποσί το δάπεδον εκείνο πατήσεις το άγιον; Πως δε τας χείρας εκτενείς, αποσταζούσας έτι του αδίκου φόνου το αίμα; Πως δε τοιαύταις υποδέξη χερσί του δεσπότου το πανάγιον σώμα; Πως δε τοις στόμασι προσοίσεις το αίμα το τίμιον, τοσούτον δια τον του θυμού λόγον εκχέας παρανόμως αίμα; Άπιθι τοίνυν, και μη πειρώ  τοις δευτέροις την προτέραν αύξειν παρανομίαν,  και δέχου  τον δεσμόν, ω ο Θεός, ο των όλων δεσπότης, άνωθεν γίνεται σύμψηφος· ιατρικός δε ούτος και πρόξενος υγείας»
(μετάφραση=Δεν κατάλαβες, όπως φαίνεται, βασιλιά μου, το μέγεθος  της δολοφονίας που διαπράχθηκε, ούτε μετά το τέλος του θυμού συνειδητοποίησε ο λογισμός αυτό που τολμήθηκε·

διότι δεν αφήνει ίσως η δύναμη της βασιλείας να καταλάβεις την αμαρτία, αλλά η εξουσία συσκοτίζει το λογισμό.

Πρέπει όμως να καταλάβεις τη φύση σου και την θνητότητα και προσωρινότητά της και το προγονικό χώμα από το οποίο γίναμε και στο οποίο διαλυόμαστε· και να μην παραπλανηθείς από το άνθος της βασιλικής αλουργίδας και αγνοήσεις την ασθένεια του σώματος που αυτή καλύπτει.

Εξουσιάζεις, βασιλιά, αυτούς που έχουν την ίδια φύση με εσένα και είναι μάλιστα ομόδουλοι. Διότι ένας είναι δεσπότης και βασιλιάς όλων, ο δημιουργός των όλων.

Με ποιά λοιπόν μάτια θα δεις το ναό του κοινού δεσπότη;

Με ποιά πόδια θα πατήσεις το άγιο εκείνο δάπεδο;

Πώς θα απλώσεις στον ουρανό τα χέρια, τη στιγμή που στάζουν ακόμα από το αίμα του άδικου φόνου;

Πώς με τέτοια χέρια θα υποδεχτείς το πανάγιο σώμα του δεσπότη;

Πώς θα φέρεις το τίμιο αίμα στο στόμα, αφού με τα λόγια του θυμού σου έχυσες παράνομα τόσο αίμα;

Φύγε λοιπόν και μην επιχειρήσεις με τη δεύτερη αυτή συμπεριφορά σου να αυξήσεις την προηγούμενη παρανομία·

και να δεχτείς τον δεσμό (του επιτιμίου), για τον οποίο από τον ουρανό συμφωνεί ο Θεός, ο των όλων δεσπότης· αυτός ο δεσμός είναι ιατρικός και πρόξενος υγείας).
Ο Θεοδόσιος εις την περίστασιν εκείνην εδείχθη άξιος εαυτού. Ενώ, μεταχειρισμένος την δύναμίν του, είχε το μέσον να αναστηλώση κοσμικώς το ταπεινούμενον βασιλικόν μεγαλείον του, δεν ωργίσθη δια την τόλμην του επισκόπου, δεν παρωξύνθη δια την δημοσία γενομένην προς αυτόν επιτίμησιν, αλλ’ υπενθύμισε μόνον προς τον Αμβρόσιον ότι ο Δαβίδ και εις μοιχείαν και εις ανθρωποκτονίαν υπέπεσεν.
Ο επίσκοπος έδραξε φιλοστόργως και ετοίμως την ευκαιρίαν.

«Καθώς λοιπόν εμιμήθης του Δαβίδ την αμαρτίαν, είπεν, ούτω μιμήθητι και αυτού την μετάνοιαν».

Ο βασιλεύς εύρεν την νουθεσίαν ορθοτάτην.
Ο πανίσχυρος αυτός σκηπτούχος έστρεψε το βήμα του ως ο έσχατος των υπηκόων του, εξέχυσε δε πικρά δάκρυα μετανοίας, και μόνον μετά μήνας οκτώ, την εορτήν των Χριστουγέννων, δημοσία εξομολογηθείς το αμάρτημά του, πρηνής δε, εζήτησε συγχώρησιν.

Ο Αμβρόσιος τότε τον εδέχθη εις την θείαν κοινωνίαν.

(Οι Βίοι των Αγίων, Μιχαήλ Γαλανού, τόμος 4, Δεκέμβριος σελ. 46-48)

άγιος Αμβρόσιος επίσκοπος Μεδιολάνων (Μιλάνου) τα έτη 373-397 μ.Χ. αντιδρά στην απαίτηση της Ιουστίνας, μητέρας του αυτοκράτορα της Δύσεως Ουαλεντινιανού και του ιδίου του αυτοκράτορα, να παραδώσει τον ορθόδοξο ναό στους αιρετικούς αρειανούς).
Η Ιουστίνη τότε εζήτησεν εν ονόματι του δευτεροτόκου υιού της και ήδη βασιλέως Ουαλεντινιανού του Β’ να παραχωρήση ο Αμβρόσιος την έξω της πόλεως Πορτιανήν λεγόμενην εκκλησίαν, δια να πανηγυρίση εκεί ομού με τους ευαριθμοτάτους αρειανούς των Μεδιολάνων την εορτή του Πάσχα. Ο Αμβρόσιος απεποιήθη· ευλόγως δε. Παραχωρών τον ορθόδοξον ναόν προς σκοπόν τοιούτον, θα καθίστατο ένοχος επί αναγνωρίσει του αρειανισμού.

Αλλ’ η Ιουστίνη πληγείσα εις τον εγωϊσμό της, προέβαλε νέαν ακόμη θρασυτέραν αξίωσιν. Απήτησε δηλαδή να τη παραχωρηθή μεγαλύτερος ναός, ο της Νέας Βασιλικής, ο οποίος εκείνο εντός αυτής της πόλεως. Ο Αμβρόσιος ηρνήθη και πάλιν. Τότε η βασιλομήτωρ την Κυριακή των Βαΐων, ενώ ο επίσκοπος ελειτούργει εν τη νέα Βασιλική, έστειλε κρυφά στρατιώτας με εντολήν να καταλάβουν την Πορτιανήν και εγκαταστήσουν εν αυτή τον αρειανόν ιερέα Κάστουλον.

Η είδησις διεδόθη αμέσως, εν τη πόλει, πλήθος δε δραμόν εξεδίωξε τον αρειανόν λειτουργόν. Αλλ’ ο γενικός κοχλασμός ηρκείτο εις τούτο μόνον. Η έξαψις των ορθοδόξων υπήρχε τόση κατά της Ιουστίνης, ώστε ηπειλείτο στάσις. Και μόλις προελήφθη η έκρηξίς της δια των παρακλήσεων και των συμβούλων ιερέων και διακόνων, τους οποίους απέστειλεν ο Αμβρόσιος.
Η αγία και μεγάλη Τετάρτη εφώτισε σκηνήν δραματικωτάτην. Ήδη αυτός ο βασιλεύς Ουαλεντινιανός ο Β’, παρακινούμενος υπό της μητρός του, διέταξε στρατιώτας να κυκλώσουν την Νεάν Βασιλικήν. Οι Ορθόδοξοι εξηγέρθησαν· αλλ’ ο μέγας επίσκοπός των έβλεπεν ότι ηδύνατο να συμβή αιματοχυσία, την οποίαν απετροπιάζετο η ευγενής και φιλάνθρωπος ψυχή του. Διέταξε λοιπόν να μη γείνη καμμία αντίστασις ουδ’ επίθεσις κατά των στρατιωτών, απειλήσας δι’ αφορισμού εκείνους, οίτινες ήθελαν τυχόν παρακούσει.

Και συνέβη τότε παράδοξόν τι, το οποίον εμαρτύρει την μεγάλην και ακαταμάχητον επιρροήν του Αμβροσίου. Εξ’ αυτών των στρατιωτών,των σταλέντων να καταλάβουν την Νεάν Βασιλικήν, πολλοί αφήσαντες αυτήν, έσπευσαν εις την Παλαιάν Βασιλικήν, ένθα επληροφορήθησαν ότι ευρίσκετο ο επίσκοπός των. Τον εύρον δε εκφωνούντα λόγον εξ αφορμής περικοπής τινός εκ του βιβλίου του Ιώβ. Και ομιλών περί πειρασμών, μεταφέρων δε την ομιλίαν εις τον εαυτόν του και εις τα τότε συμβαίνοντα, είπε με την χαρακτηρίζουσαν την ψυχήν του δύναμιν και ελευθερίαν

«Με προστάττουσι να παραδώσω την Βασιλικήν· εγώ αποκρίνομαι:

Ούτε εις εμέ είνε θεμιτόν να παραδώσω, ούτε είς σε, αυτοκράτωρ, συμφέρον να παραλάβης αυτήν· τον οίκον του ιδιώτου ανθρώπου δεν έχεις εξουσίαν να αφαρπάσης, και νομίζεις, ότι θέλεις τολμήσει να αφαιρέσης τον οίκον του Θεού ;

-Εις τον αυτοκράτορα, λέγουν, πάντα είνε θεμιτά, πάντα ανήκουν εις αυτόν. Εγώ δε αποκρίνομαι:

μη ματαίως νόμιζε ότι ως αυτοκράτωρ έχεις και δίκαιόν τι επί των θείων πραγμάτων· μη επαίρου, αλλ’ εάν θέλης ίνα ο Θεός προστατεύη την ζωήν και την βασιλείαν σου, υποτάγηθι εις αυτόν. Η Γραφή λέγει: τα του  Θεού τω Θεώ, και τα Καίσαρος Καίσαρι. Εις τον Καίσαρα τα παλάτια εις τον ιερέα η Εκκλησία.

- Αλλά λέγουν, ως από μέρους του αυτοκράτορος: «και εγώ πρέπει να έχω εκκλησίαν. Εγώ δε αποκρίνομαι:

«τι κοινόν έχεις συ προς την μοιχαλίδα, τουτέστι προς την εκκλησίαν των αρειανών;»
Έμεινε δε όλην την ημέραν και την νύκτα εκείνην εντός του ναού ο Αμβρόσιος, και ομού μ’ αυτόν πλήθος λαού, εν ύμνοις και ψαλμοίς. Εν τω μεταξύ ο Ουαλεντινιανός ο Β’ συνήλθεν. Αναμετρήσας τα συμβάντα, εννοήσας δε ότι άνευ της συνέσεως του επισκόπου η στάσις θα εξερρηγνύετο, διέταξε τους στρατιώτας να αποχωρήσουν εκ της Νέας Βασιλικής. Η είδησις έφερε μεγάλην χαράν εις όλον τον λαόν, και οι στρατιώται δε, προστρέχοντες εις τα ορθόδοξα θυσιαστήρια, τα κατησπάζοντο.
Αλλά το επόμενον έτος, 386, νέος ενέσκηψε αγών. Η Ιουστίνη ηννόει να εκδικηθή τον Αμβρόσιον και να ικανοποιήση τας αρειανάς της συμπαθείας. Έπεισε λοιπόν τον αυτοκράτορα υιόν της να εκδώση νόμον επιτρέποντα εις τους Αρειανούς να εκκλησιάζωνται, τιμωρούντα δε δια θανάτου τους Ορθόδοξους, οίτινες θ’ ανθίσταντο εις τούτο. Και τότε εζητήθη από τον Αμβρόσιον και πάλιν να παραδώση εις τους Αρειανούς την Εκκλησίαν της Πορτιανής. Αλλ’ η βασιλική αυθαιρεσία εύρεν αντιμέτωπιν την αυτήν επισκοπικήν άρνησιν. Και ο σθεναρός ποιμενάρχης αναφώνησε:

«Ο Ναβουθαί δεν ηθέλησε να παραδώση εις τον βασιλέα Αχαάβ, τον αμπελώνα, τον οποίον είχε παρά των πατέρων αυτού κληρονομίαν· και πρέπει εγώ να παραδώσω την κληρονομίαν του Χριστού; Ο Θεός φυλάξοι με του να παραδώσω την κληρονομιά των πατέρων μου, την κληρονομίαν του Αγίου Διονυσίου, του αποθανόντος εν τη εξορία υπέρ της πίστεως, την κληρονομίαν του ομολογητού Ευστοργίου, την κληρονομίαν του Αγίου Μυροκλέους, και τοσούτων άλλων αγίων επισκόπων προκατόχων μου».
Ο αυτοκράτωρ, μη αναμένων την τόσην τόλμην, παρωξύνθη δεινώς· μη αναμετρών δε τας συνεπείας, απεφάσισε να συλλάβη και να εξορίση τον Αμβρόσιον.

Αλλ’ ούτος μετά του περί αυτόν κλήρου έμεινεν αρκετάς ήμερας και νύκτας εντός του ναού, ενώ ο λαός των Μεδιολάνων εφρούρει έσω και έξω, έτοιμος να θυσιασθή υπέρ του επισκόπου.

Ο αυτοκράτωρ μη θεωρών ακίνδυνον την βίαν, απεπειράθη να επιτύχη δια δόλου. Δια του δημάρχου δηλαδή Δαλματίου εκάλεσε τον Αμβρόσιον, να προσέλθη εις τα ανάκτορα δια να συζητήση επί παρουσία διακεκριμένων αρχόντων μετά του επισκόπου των Αρειανών Αυξεντίου. Αλλ’ η επιβουλή δεν ετελεσφόρησεν.

Ο Αμβρόσιος απήντησεν, ότι εις τα ζητήματα της πίστεως και της εκκλησιαστικής διδασκαλίας κριταί δύνανται να γείνουν επίσκοποι μόνον. Βασιλεύς τότε και βασιλομήτωρ κατείδον ότι ενυπήρχε πολύς κίνδυνος εις το πολεμείν προς τοιούτον ήρωα της Εκκλησίας και τον αφήκαν ήσυχον.
(Ο  Βίοι των αγίων, Μιχαήλ Γαλανού, εκδ. Αποστολικής Διακονίας,τόμος 4, σελ.42-44 στο μήνα Δεκέμβριο)


Ευρισκόμενος ο Άγιος Διονύσιος Ζακύνθου (1547-17 Δεκεμβρίου 1622) εις την χώραν, έτυχε να ανοίξουν τάφον τινά εις τον ναόν του Αγίου Νικολάου των ξένων (ούτω καλούμενον, διότι εκεί ενταφιάζονται οι ξένοι, όστις είναι και η Επισκοπή της αυτής χώρας), δια να ενταφιάσουν άλλο λείψανον και και εκεί εύρον εν σώμα γυναικός, ήτις ήτο προ καιρού αποθαμμένη και ήτο άλυτον με τα ιμάτιά του, διότι απέθανε με δεσμόν αφορισμού η ταλαίπωρος.

Ήλθον όθεν οι συγγενείς της και προσέπεσον εις τους πόδας του Αγίου, παρακαλούντες αυτόν με δάκρυα να υπάγη εις τον άνωθεν ναόν, να αναγνώση ευχήν συγχωρητικήν εις εκείνο το δεδεμένον σώμα, ίσως και ο Κύριος ήθελεν εισακούσει την δέησίν του.

Ευσπλαγχνισθείς ο Άγιος τα δάκρυά των επήγεν εις αυτόν τον ναόν νύκτα βαθείαν, έχων εις την συνοδείαν του τον ρηθέντα διάκονον και τον εφημέριον του αυτού ναού και θεωρών το πτώμα εκείνο, προστάσσει να το εκβάλουν έξω από τον τάφον και να το στήσουν ορθόν εις εν στασίδιον της εκκλησίας.

Τότε φορών το επιτραχήλιόν του και το ωμοφόριον, κλίνας τα γόνατα και προσευχόμενος ώραν ικανήν, εδέετο  του Θεού με θερμά δάκρυα να λύση από τον δεσμό του αφορισμού το άλυτον εκείνο σώμα, αναγινώσκων αυτώ την συγχωρητικήν ευχήν.

Και (ω του θαύματος!) ως να ήτο εμψυχον το άπνουν εκείνο σώμα, κλίναν την κεφαλήν με κάποιον σχήμα προσκυνήσεως προς τον Άγιον, τάχα δια ευχαριστίαν της μεγάλης χάριτος, την οποίαν έλαβεν, έπεσε κατά γης και διελύθη παντελώς εις χώμα και οστά.

Ο δε Άγιος, ως ταπεινόφρων, έβαλε και εις τούτο επιτίμιον προς τους εκεί παρεστώτας, να μην το φανερώσουν ζώντος αυτού εις τινα.

Παρόμοιον θαύμα έκαμε και εις άλλου ανδρός αφωρισμένον λείψανον, εις το χωρίον Καταστάριον.
(Μέγας Συναξαριστής,Βίκτωρος Ματθαίου, τόμος ΙΒ΄,σελ. 440-441)

(Μιλάει ο όσιος γέρων Πορφύριος).

Ακούστε ένα σχετικό παράδειγμα.
Κάποτε ένας παπάς είχε πάει σε μία ομιλία με μορφωμένους· τον είχε πάρει μαζί του ένας εξάδελφός του. Ο ομιλητής είπε πολλά πάνω σ’ ένα θέμα μαρξιστικό. Οι ακροατές του ενθουσιάστηκαν και τον εχειροκρότησαν στο τέλος. Αλλά, όπως ήταν ακόμη πάνω στην έδρα, είδε τον παπά και είπε:
- Έχομε κι έναν παπά στην ομιλία μας. Αν μπορεί, να μας έλεγε το θέμα από θρησκευτικής και φιλοσοφικής πλευράς.
Το είπε ειρωνικά νομίζοντας ότι θα τον ταπεινώσει και θα εξευτελίσει την Εκκλησία. Ο παπάς σηκώθηκε και είπε:
- Τι να σου πω εγώ, παιδί μου, δεν ξέρω, αλλά έχω ακούσει· ο τάδε σοφός λέει έτσι κι έτσι στην τάδε σελίδα, ο τάδε λέει έτσι κι έτσι στην τάδε σελίδα, ο τάδε λέει έτσι κι έτσι στην τάδε σελίδα, ο τάδε… κ.λ.π., κ.λ.π. Ο Μωυσής λέει έτσι κι έτσι στην τάδε σελίδα, ο Ησαΐας, ο Δαβίδ, ο Χριστός.

Συνέχισε λέγοντας αυτό το χωρίο από τον Απόστολο Παύλο: «…που σοφός; που γραμματεύς; που συζητητής του αιώνος τούτου;… τα μωρά του κόσμου εξελέξατο ο Θεός, ίνα τους σοφούς καταισχύνη… όπως μη καυχήσηται πάσα σάρξ ενώπιον του Θεού».
Έκλεισε το στόμα ο «σοφός», ο ομιλητής. Το σπουδαίο είναι ότι ο παπάς τα είπε με πραότητα και χωρίς εγωισμό. Ήταν δεσπότης του Πατριαρχείου. Όταν τελείωσε, είπε:
-    Εγώ δεν ξέρω τίποτα. Εσείς κρίνετε ποιο είναι το σωστό.
Είπε στο τέλος ο ομιλητής ντροπιασμένος:
-    Πολύ καλά μας τα είπε ο παπάς! Τ’ αναίρεσε όλα τα δικά μου.
Είναι σπουδαίο πράγμα η κατάρτιση, όταν συνδυάζεται με την πραότητα, την καλοσύνη και την αγάπη. Αυτά ισχύουν για όλες τις περιπτώσεις. Να μιλάτε, όταν έχετε σχετική κατάρτιση στο θέμα. Αν δεν έχετε, να μιλάτε με το παράδειγμά σας.
Στις συζητήσεις λίγα λόγια για τη θρησκεία και θα νικήσετε. Αφήστε εκείνον που έχει άλλη γνώμη να ξεσπάσει, να πει, να πει… Να αισθανθεί ότι έχει να κάνει μ’ έναν ήρεμο άνθρωπο. Να επιδράσετε με την καλοσύνη σας και την προσευχή σας κι έπειτα του μιλάτε λίγο.

(Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος και Λόγοι,Ιερά Μονή Χρυσοπηγής, σελ. 396-396)

“Καλώς την κ. Θεώνη”,

είπε ο παπάς βλέποντάς την...
Την ήξερε καλά τη Θεώνη ο πνευματικός. Ήταν από τις περιπτώσεις που υποκλίνεσαι μπροστά τους. Άνθρωπος του Θεού, με γνήσια αγάπη απέναντί Του, με καλή και ευσεβή πολύτεκνη οικογένεια, με διάθεση ελεήμονα, τόσο που δεν υπήρχε άνθρωπος να κτυπήσει τη θύρα της και να μη βρεί μια ανοιχτή αγκαλιά, ένα πιάτο φαΐ, την παρηγοριά και τη στοργή. Γι' αυτό και παραξενεύτηκε για την περασμένη ώρα, αλλά και από τη θέα του προσώπου της φαινόταν συντετριμμένη.
“Πάτερ, δεν θα σας απασχολήσω πολύ. Δεν ξέρω κάν αν είναι κανονική εξομολόγηση αυτό που θέλω. Νιώθω όμως την καρδιά μου πολύ βαριά από κάτι που συνέβη, και αισθάνομαι την ανάγκη να σας το πώ, για να με καθοδηγήσετε. Δεν ξέρω αν είναι αμαρτία αυτό που έκανα. Δημιουργήθηκε όμως μεγάλη ένταση στην οικογένεια”.
...
“Λοιπόν, πάτερ. Πριν λίγες ημέρες βρεθήκαμε στο εξοχικό που έχουμε στην Κόρινθο. Θα έχετε υπόψη σας – έχετε έλθει άλλωστε και το έχετε δεί – ότι πολύ κοντά στο σπίτι μας εκεί, υπάρχει ένα παλιό ξωκκλήσι. Αφιερωμένο στον Άγιο Γεώργιο το μεγαλομάρτυρα – μεγάλη η χάρη Του! Κόντευε μεσημέρι, όταν φτάσαμε, κι ήμασταν όλοι μαζί. Ξέρετε την αγάπη που τρέφει όλη η οικογένεια για τον άγιο, και γι' αυτό θεώρησα υποχρέωση μου, πριν κάνω οτιδήποτε άλλο στο σπίτι, να πάω να προσκυνήσω. Τα παιδιά βέβαια ήταν πεινασμένα κι έπρεπε να μαγειρέψω. Πετάχτηκα λοιπόν στον άγιο, προσκύνησα, μα σαν είδα τη σκόνη, τις αράχνες, την εγκατάλειψη..., θέλησα λίγο να συγυρίσω. Μου φάνηκε ότι ήταν ιεροσυλία να αφήσω τον οίκο του Θεού και τον άγιο χωρίς φροντίδα. Πίστεψα ότι αυτό ήταν το θέλημα του Θεού. Πρώτα δεν πάει η αγάπη στον Θεό και έπειτα στους ανθρώπους; Άρχισα λοιπόν το συγίρισμα και το καθάρισμα. Τα παιδιά ήλθαν να με βρούνε. Φωνάζανε γιατί πείναγαν. Τους εξήγησα ότι σε λίγο θα έλθω, αλλά προηγείται ο άγιος. Προηγείται ο Θεός. Συνέχισα να καθαρίζω, άναψα τα καντήλια, έκαψα και λίγο λιβάνι να μυρίσει ουρανό, και με ικανοποίηση στην καρδιά, έφτασα στο σπίτι”.
Ο ιερέας είχε σκύψει το κεφάλι και άκουγε. Ζούσε την όλη εικόνα που περιέγραφε η Θεώνη και είχε καταλάβει το τι είχε τελικά διαδραματιστεί.
“Κι όταν γυρίσατε, θα έγινε...χαμός, απ' ότι καταλαβαίνω, κ. Θεώνη”.
“Η λέξη χαμός δεν λέει τίποτε, πάτερ. Σαν να είχε έλθει ο εξαποδώ στο σπίτι μας. Φωνές, φασαρίες, χαλασμός. Πέσανε επάνω μου όλα τα παιδιά να με... φάνε. Με κατηγορούσαν ότι τους είχα παρατήσει, ότι δεν τους νοιάζομαι, ότι δεν τους αγαπώ. Ο σύζυγός μου προσπάθησε βέβαια να πάρει το μέρος μου, να καθησυχάσει τα παιδιά – κι είναι έφηβοι, πάτερ, τα ξέρετε – αλλά και αυτός φαινόταν ότι συμμερίζεται στο βάθος τις αντιδράσεις τους. Με πήρε κι εκείνος κάποια στιγμή παράμερα και τα 'κουσα κι από εκείνον. Ο πειρασμός με συνεπήρε. Αναψοκοκκίνησα, μάλωσα μαζί του, φώναξα έντονα και στα παιδιά.
-Ντροπή σας, τους είπα. Τον άγιο πήγα να καθαρίσω. Εκείνος είναι ο προστάτης μας. Έπρεπε κι εσείς κανονικά να έλθετε να βοηθήσετε.
Τελος πάντων, πάτερ, υπήρξε μεγάλη ένταση και πέρασε αρκετή ώρα μέχρις ότου τα πράγματα ησυχάσουν. Και το φαγητό που έφτιαξα, με πόνο και πίκρα το έφτιαξα. Και με μούτρα το έφαγαν. Φύγανε όλοι αμέσως μετά, ο καθένας στον χώρο του, και έμεινα μόνη, μ' ένα τεράστιο “γιατί;” στα χείλη, με καταχνιά και μ' ασήκωτο βάρος στο στήθος...”.
“Κι ήρθατε να με βρείτε”, είπε ο παπάς.
“Πάτερ, πείτε μου. Δεν είχα δίκιο που θέλησα να ετοιμάσω πρώτα τον άγιο; Δεν προηγείται ο ναός και έπειτα όλα τα άλλα;” Η Θεώνη έσκυψε το κεφάλι και τα δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια της.
Ο ιερέας δεν απάντησε αμέσως. Έστρεψε το βλέμμα νοερά στον Κύριο, στην Κυρία Θεοτόκο, και επικαλέστηκε τη βοήθειά τους. Έπρεπε να προσέξει πώς θα απαντήσει. Η κ. Θεώνη ήταν μια ευαίσθητη καρδιά.
“Κυρία Θεώνη”, είπε στο τέλος αργά. “Καταλαβαίνω την αγάπη σας στον Θεό και στους αγίους μας. Και πράγματι η πρώτη και μεγάλη εντολή του Θεού είναι να αγαπάμε Εκείνον με όλη την καρδιά μας, την ψυχή μας, τη διάνοιά μας, τη δύναμή μας. Αλλά, δεν θα συμφωνήσω μαζί σας”.
Η κ. Θεώνη ανασήκωσε το κεφάλι της.
“Δεν θα συμφωνήσω, κ. Θεώνη, γιατί δεν είναι τυχαίο πώς η σπουδαιότερη αρετή για  την Εκκλησία μας, εκείνη που δίνει τον τόνο σε όλες τις άλλες, είναι η διάκριση. Τη συγκεκριμένη ώρα δηλαδή, μεσημέρι, ώρα συνεπώς φαγητού, και έχοντας μάλιστα παιδιά μαζί σας, η προτεραιότητα είναι εκείνα. Το φαγητό έπρεπε πρώτα να ετοιμάσετε, να καθίσετε να φάτε, και έπειτα να πάτε να φροντίσετε το εκκλησάκι του αγίου. Έχω την εντύπωση ότι και τον άγιο να είχαμε τώρα μαζί μας, θα συμφωνούσε μ' αυτό που σας λέω. Και ξέρετε γιατί; Διότι ο Θεός και οι άγιοι ικανοποιούνται και χαίρονται, όταν βρισκόμαστε πρώτα από όλα στη διακονία και στην υπηρεσία των συνανθρώπων μας. Και πρώτοι συνάνθρωποί μας είναι οι δικοί μας, η οικογένειά μας. Δεν θυμάσαστε, κ. Θεώνη μου, αυτό που λέει ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος, ότι γνωρίζουμε πώς αγαπούμε τον Θεό από το πώς αγαπούμε τον συνάνθρωπό μας; Η αγάπη μας στον συνάνθρωπο φανερώνει την αγάπη μας στον Θεό. Αν ήσασταν μόνη σας, τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά. Μα δεν ήσασταν... Λοιπόν κ. Θεώνη, στην προκειμένη περίπτωση πέσατε... “θύμα” της αγάπης σας στον Θεό, ας το πούμε έτσι. Που θα πεί: όταν θέλουμε να εκφράσουμε την αγάπη μας σ' Εκείνον, Εκείνος μας στρέφει στον συνάνθρωπό μας”.
Η κ. Θεώνη δεν μιλόυσε. Με σκυμμένο το κεφάλι τώρα άκουγε τον ιερέα. Μέσα της έκλαιγε για την αδιακρισία της.
“Πάτερ, αμάρτησα. Καταλαβαίνω ότι πρέπει αμέσως να σπεύσω και να ζητήσω συγγνώμη από όλους τους. Τους έκανα να εξοργιστούν και να βρεθούν σε πειρασμό. Τους έκανα να αμαρτήσουν...”
“Ναι, μα όλα τα σβήνει η μετάνοια, κ. Θεώνη. Η συγγνώμη που θα πείτε, στον Κύριο και στους δικούς σας, θα είναι το σφουγγάρι που θα σβήσει την όποια αμαρτία σας. Να πάτε στην ευχή του Θεού!”
π. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΟΡΜΠΑΡΑΚΗΣ, …δι’εμού του αμαρτωλού…, εκδ. ακολουθείν, σελ. 85-92


Στιγμὲς ὀρθρινῆς ἤ ἑσπερινῆς ἀκολουθίας· στρέφεσαι καὶ εὐλογεῖς μὲ τὸ «εἰρήνη πᾶσι» καὶ συνειδητοποεῖς ὅτι κοιτάζεις ἕναν ἄδειο ἄπὸ ἀνθρώπινη παρουσία ναὸ, ποὺ ὰποδέχεται τὸν ἑσπερινὸ ὕμνο καὶ ἀναπνέει παράλληλα τὸ εὐῶδες θυμίαμα.

«Εἰρήνη πᾶσι»... Τὸ λὲς μὲ συναίσθηση καὶ δέος. Ὅμως, ποιοὶ τὸ ἀκοῦνε ἄραγε, σὲ ποιοὺς καὶ γιατὶ ἀπευθύνεται αὐτὴ ἡ εὐλογία; Φυσικὰ ἐσὺ τὸ λές, ἐσὺ τὸ ἀκοῦς καὶ μόνος σου διερωτᾶσαι, καθὼς γυρίζεις καὶ βλέπεις τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ στὸ τέμπλο νὰ φωτίζεται ἀπὸ τὸ ταπεινὸ καὶ ἰλαρὸ φῶς τοῦ λαδοκάντηλου, ἐνῶ σκέφτεσαι: ποιὰ σημασία ἔχει νἀ λέγεται, λοιπὸν, ἡ εἰρήνευση αὐτὴ, χωρὶς νὰ ὐπάρχει οὔτε ἔνας πιστὸς στὸ ναὸ;

Κάπου ἀπέξω ἀκούγονται φωνὲς καὶ βηματισμοὶ. Στ᾿ ἀντικρυνὰ τὰ σπίτια ἀνάβουν τὰ φῶτα, καθὼς σιμώνει ἡ νύχτα, ἐνῶ κάποιες θύρες ἀνοιγοκλείνουν. Ὁ κόσμος τῆς ἐνορίας εἶν᾿ αὐτὸς λοιπὸν, ποὺ δὲν ἔρχεται τὶς καθημερινὲς στὸν ἑσπερινὸ καὶ μόνο στὶς Κυριακάτικες λειτουργίες ἀκούει, τὶς περισσότερες φορὲς ἀδιάφορα, αὐτὴ τὴν εὐλογία. «Εἰρήνη πᾶσι». Κι ἐσὺ τὸ ξέρεις, τὸ καταλαβαίνεις καὶ σιωπᾶς πάντα, γιατὶ ὅ,τι καὶ νὰ πεῖς δὲ γίνεσαι κατανοητὸς. Γιατὶ, ἄραγε;

Ὡστόσο στὸ περιθώριο τῶν ὄσων βιώνεις τὴν κάθε μέρα, σημειώνεις μὲ βεβαιότητα καὶ ὑπομονὴ κάποιες ταπεινὲς σκέψεις/προσευχὲς, τὶς ὀποῖες καὶ προσφέρεις, κάθε βράδυ μὲ τὸ ἑσπερινὸ θυμίαμα καὶ κυρίως, γιὰ νὰ ἔχεις τὴ δυνατότητα ν᾿ ἀποδράσεις ἀπὸ τὴν ἀπόγνωση καὶ τὴν ἀθυμία.

 Γι᾿ αὐτὸ, ὅταν λές «Εἰρηνη πᾶσι», ἐκείνη τὴ στιγμὴ βιώνεις καὶ συνειδητοποιεῖς, πὼς ἐσὺ ἔκαμες τὸ χρέος σου: ἔστειλες δηλαδὴ τὴν εἰρήνη καὶ τὴν εὐλογία Ἐκείνου, ὄχι μονάχα στοὺς ἄδειους χώρους τοῦ ναοῦ, μὰ πέρα καὶ ἔξω ἀπ᾿ αὐτοὺς. Γιατὶ ἡ εἰρήνη πρέπει, ἀφοῦ ξεπεράσει τὰ ὄρια τοῦ ναοῦ, νὰ εἰσοδεύσει στὸ σπίτι τοῦ ἄρρωστου ποὺ πασχίζει νὰ βρεῖ τὴν ἰσορροπία του, στὸν κουρασμένο καὶ ἀποκαμωμένο ἀπὸ τὸ ἄγχος τῆς καθημερινότητας ἐνορίτη, στὸ μαθητὴ ποὺ συλλαβίζει τὴ ζωὴ μέσα στὰ βιβλία του, στὸ ζεῦγος τῶν νέων παιδιῶν ποὺ πασχίζουν νὰ βιώσουν τὸ βαθὺ μυστήριο τῆς συζυγίας, ἀλλὰ καὶ στὸ ζεῦγος ἐκεῖνο ποὺ μὲ ποικίλους τρόπους πασχίζει νὰ ἀποτινάξει καὶ νὰ διαλύσει τὸ ζυγὸ τῆς συμβιώσεως, στὸ γέροντα καὶ τὴ γερόντισσα ποὺ κοιτάζουν νὰ βροῦν μιὰ σταγόνα ὑπομονῆς καὶ στοργῆς ἀπ᾿ τοὺς ἄλλους, στὸ νέο ἤ τὴ νέα ποὺ σκοτινιάζουν τὸ νοῦ καὶ τὴν ψυχὴ τους μὲ οὐσίες ἐφήμερης ἤ στιγμιαίας εὐτυχίας, στὸ κάθε πιστὸ, στὸν κάθε κληρικὸ, στὸν κάθε ἀγωνιζόμενο μοναχὸ, στὸν κάθε ἄνθρωπο. Αὐτὴ τὴν εἰρήνη στέλνει πρωΐ καὶ βράδυ ἡ Ἐκκλησία, ἄσχετα ἄν δὲν τὴν ἀφουγκράζεται ἤ δὲν τὴ συνειδητοποιεῖ ὁ κόσμος.

Ἡ Εἰρήνη, ἡ εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ (πρβλ. Ἰω. 14, 27) στέλνεται καθημερινὰ στὸν κόσμο, ὅπως στέλνεται τὸ φῶς, ἡ βροχὴ, ὁ ἄνεμος καὶ συνδράμουν τὴ γῆ καὶ τοὺς ἀνθρώπους. Τὸ ζητούμνο εἶναι πόσοι καὶ γιατὶ δὲν τὴ δέχονται. Ἕνα ζήτημα ποὺ διαφαίνεται ἀπὸ τὰ πρῶτα τῆς Δημιουργίας χρόνια, ὅπου ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ ἦταν πάντα τὸ χάδι, ἡ στοργὴ, ἡ ἀνάπαυση γιὰ τοὺς πρωτόπλαστους. Μέχρι ποὺ εἰσῆλθε ὁ ἔχθρὸς ὅλων αὐτῶν τῶν ἀγαθῶν,ποὺ δόθηκαν ὠς δωρεὰ ἀπὸ τὸν Δημιουργὸ γιὰ τὴν εὐτυχία καὶ εὐλογία τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων, κατέλυσε μὲ πονηρία καὶ θράσος τὴν εἰρήνη μεταξὺ τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἀνθρώπων καὶ τὴν ἀντικατέστησε μὲ τὴν ἐγωπάθεια, τὴν ἰσχυρογνωμία καὶ τὸν σκληρὸ ἀρνητισμὸ.

Ἀφουγκράζεσαι, λοιπὸν ἐδῶ, στὴν ἡσυχία τῆς ἑσπερινῆς ἀκολουθίας τοὺς καημοὺς καὶ τὰ βάσανα τῶν ἀνθρώπων. Καημοὺς καὶ βάσανα δηλαδὴ ποὺ, καθὼς ἀνεβαίνεις καθημερινὰ γιὰ τὸ ναὸ τὰ μαζεύεις, ἀφοῦ καταλαβαίνεις, βλέπεις κι ἀκοῦς ὅταν περνᾶς μπροστὰ ἀπὸ τὰ σπίτια τῶν ἐνοριτῶν σου καὶ ξέρεις, τὸ γιατὶ φωνάζει ἡ μιὰ γειτόνισσα στὴν ἄλλη, γιατὶ μαλώνει ὁ πατέρας του τὸ Νίκο κι ἀκόμα γιατὶ, ἀφοῦ διασταυρώθηκαν οἱ δύο πρώην φιλενάδες δὲ χαιρέτισε ἡ μιὰ τὴν ἄλλη κι ἄλλα πολλὰ... Καὶ σκέφτεσαι καὶ παρακαλᾶς τὸ Θεὸ νὰ εὐδοκήσει νὰ βιώσουν τὴν πάντιμο εἰρήνη Του ποὺ τοὺς στέλνει, γιὰ νὰ ἡρεμήσει ἡ ψυχὴ τους, νὰ χαμογελάσει τὸ στόμα τους, νὰ βρεθοῦν κοινοὶ τόποι συνεργασίας, φιλίας, ἀλληλοβοηθείας, φιλαδελφίας καὶ φιλοτιμίας...

Στέκεις σκεφτικὸς μετὰ τὸν Ἑσπερινὸ καὶ διερωτᾶσαι, ἄν πρέπει νὰ πεῖς δυὸ λόγια μεθαύριο τὴν Κυριακὴ σ᾿ ὅλους αὐτοὺς ποὺ θἄρθουν, μὴ καὶ καταλάβουν κάτι. Μόνο ποὺ κάποτε διστάζεις, γιατὶ φοβᾶσαι ὅτι κι ἐσὺ ὁ ἴδιος ἀκόμα δὲ βίωσες ἰκανὰ τὴν Εἰρήνη Του. Μὲ λίγα λόγια δὲν ἔφτασες στὸ ὕψος τὸ πνευματικὸ τῶν μοναχῶν ἐκείνων τοῦ φιλόθεου Γεροντικοῦ, ποὺ προσπάθησαν νὰ δημιουργήσουν μιὰ «τεχνητὴ» φιλονικία κι ὅμως ἠ ταπείνωση καὶ ἡ ἀληθινὴ φιλία (πρβλ. τὸ: «Ὁ Χριστὸς ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν» τοῦ ἱερατικοῦ συλλείτουργου) δὲν τοὺς τὸ ἐπέτρεψε.

«Εἰρήνη πᾶσι»· «καὶ πρῶτα στὸν ἐαυτὸ μου, Κύριε», ψυθιρίζεις καὶ κάνεις τὸ σταυρὸ σου καθὼς ἀναχωρεῖς ἀπ᾿ τὸ ναὸ κι ἀπόψε…

π. Κων. Ν. Καλλιανὸς

Οι ψεύτες!

Ένας ιεροκήρυκας κάποτε θέλησε να δοκιμάσει τους ακροατές του αν παρακολουθούν με προσοχή τα κηρύγματά του και να τηρούν όσα τους λέει. Τους ανήγγειλε λοιπόν:
- Χριστιανοί μου, την άλλη Κυριακή θέλω να σας μιλήσω για το ψέμμα. Θέλω όμως να προετοιμαστείτε κατάλληλα κι εσείς, για να εμπεδώσουμε καλύτερα τις αλήθειες του ευαγγελίου. Γι’ αυτό μέχρι τότε σας παρακαλώ να διαβάσετε καλά το κεφάλαιο 27 του κατά Μάρκον Ευαγγελίου.
 Την άλλη Κυριακή ο ιεροκήρυκας ξεκινάει να κάνει το κήρυγμά του και λέει:
- Ποιοι από σας διάβασαν το κεφάλαιο 27 του κατά Μάρκον Ευαγγελίου;
Άρχισαν να σηκώνονται δειλά δειλά κάποια χέρια και σε λίγο οι περισσότεροι είχαν σηκώσει το χέρι τους.
- Βλέπετε, λοιπόν; συνεχίζει ο ιεροκήρυκας. Διαπιστώνετε μόνοι σας πόσο απαραίτητο είναι το κήρυγμα για το ψέμμα, αφού κεφάλαιο 27 δεν υπάρχει στο κατά Μάρκον Ευαγγέλιο! (Ως γνωστό, το κατά Μάρκον Ευαγγέλιο έχει μόνο 16 κεφάλαια).
Κι οι ακροατές έσκυψαν το κεφάλι τους ντροπιασμένοι.

(Πέτρου Μπότση, Αποφθέγματα και ανέκδοτα, Αθήνα 2002, σελ. 130)

Παρακολούθηση της θείας λειτουργίας.
Ο άγιος Ιωάννης ο Ελεήμων τα δέκα τελευταία χρόνια της ζωής του ήταν αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας.
Την εποχή εκείνη μερικοί χριστιανοί είχαν την κακή συνήθεια μετά την ανάγνωση του Αποστόλου και του Ευαγγελίου, την ώρα που στην εκκλησία γινόταν το κήρυγμα, να βγαίνουν έξω από το ναό και να το ρίχνουν στην κουβέντα. Μόλις τελείωνε το κήρυγμα κι οι ψαλτάδες άρχιζαν να ψάλλουν το χερουβικό ύμνο, ξανάμπαιναν μέσα.
Ο άγιος Ιωάννης το είχε προσέξει αυτό και το είχε αναφέρει μερικές φορές στις ομιλίες του σαν φαινόμενο απαράδεκτο. Εκείνοι όμως δεν τον άκουγαν. Βλέποντας λοιπόν πως η κατάσταση δε διορθωνόταν, μια Κυριακή βγήκε κι αυτός μαζί τους έξω, όπως ήταν ντυμένος με τα άμφιά του, κι έπιασε κουβέντα μαζί τους. Εκείνοι μόλις τον είδαν τα ‘χασαν. Κι ο Άγιος βρήκε την ευκαιρία να τους πει:
- Γιατί ξαφνιάζεστε; Όπου είναι τα πρόβατα, εκεί πρέπει να είναι κι ο ποιμένας. Ή θα πάμε όλοι μαζί μέσα, για να συνεχίσουμε τη θεία λειτουργία, ή κάθομαι κι εγώ μαζί σας και σας διδάσκω εδώ έξω το λόγο του Θεού.
Εκείνοι χωρίς να πουν λέξη άρχισαν ένας ένας να μπαίνουν στην εκκλησία κι από τότε έκοψαν την κακή εκείνη συνήθεια.

(Πέτρου Μπότση, Αποφθέγματα και ανέκδοτα, Αθήνα 2002, σελ. 12-13)

«Σοι προσφέρομεν κατά πάντα και δια πάντα».

    Προσφέρουμε στο Θεό και Πατέρα τη θυσία της Θείας Ευχαριστίας «κατά πάντα και δια πάντα». Ποια είναι η έννοια της τελευταίας αυτής φράσεως;
    Τι εκφράζει το «δια πάντα», δεν είναι δύσκολο να το καταλάβει κανείς. Για όλα όσα έχουν γίνει από σένα για χάρη μας· για όλες τις φανερές και αφανείς, τις δυσεξαρίθμητες και πολλαπλές ευεργεσίες σου σε μας. Για όλα όσα έκανες και κάνεις για χάρη μας, φροντίζοντας για τη συντήρηση και διατήρηση της σωματικής ζωής την οποία εσύ μας έδωσες. Αλλά και προπαντός για όσα έκανες, οικονομώντας όλα όσα εξασφαλίζουν την πνευματική μας αναγέννηση και σωτηρία.
    Το «κατά πάντα» όμως ποια σημασία έχει; Πρόχειρη εξήγηση είναι να πούμε «κατά πάντα» τα στοιχεία της· ως προς όλα τα συστατικά των δώρων αυτών που σου προσφέρουμε. Μου φαίνεται όμως, αδελφέ μου,  ότι οι δύο αυτές λέξεις εκφράζουν νόημα πολύ βαθύτερο και σπουδαιότερο. Νόημα το οποίο δεν είναι άσχετο με μια προφητεία που προδιακήρυξε ο προφήτης Μαλαχίας. Με την προφητεία που αναφερόταν στην αληθινή και μοναδική ευάρεστη στο Θεό θυσία, η οποία θα αντικαθιστούσε όλες γενικά τις ζωοθυσίες του Ισραήλ, που οριστικά θα καταργούνταν.
    Τι δηλαδή προφητεύει ο Μαλαχίας; «Ουκ εστι μου θέλημα εν υμίν και θυσίαν ου προσδέξομαι εκ των χειρών υμών», λέει ο Μαλαχίας στους Ισραηλίτες εκ μέρους του παντοκράτορα Κυρίου. Δεν σας θέλω· δεν μου είστε αρεστοί· δεν με ευχαριστείτε. Και δεν θα δεχθώ καμία θυσία που προσφέρεται από τα χέρια σας. Θα κλεισθούν οριστικά και για πάντα οι θύρες του ναού σας και δεν θα αναφθεί πλέον φωτιά στο θυσιαστήριό σας. Και αν εσείς επιμένετε να το ανάβετε, καμία ωφέλεια δεν θα προέρχεται από αυτά που προσφέρονται σ’ αυτό και καίγονται τελείως. «Συγκλεισθήσονται θύραι, και ουκ ανάψεται το θυσιαστήριόν μου δωρεάν, λέγει Κύριος Παντοκράτωρ» (Μαλ. α’ 10).    
    Αλλά τότε θα πάψει πλέον μια για πάντα να προσφέρεται στο Θεό θυσία; Όχι, διακηρύττει στη συνέχεια ο Προφήτης. Καταργεί τις θυσίες του Ισραήλ ο Κύριος και κλείνει το ναό του στην Ιερουσαλήμ καταλύοντας και το εκεί θυσιαστήριο, «διότι από ανατολών ηλίου έως δυσμών το όνομα αυτού δεδόξασται εν τοις έθνεσι, και εν παντί τόπω θυμίαμα προσάγεται τω ονόματι αυτού και θυσία καθαρά» (Μαλ. α’ 11). Τις κάθε είδους θυσίες που προσφέρονταν αποκλειστικά σε έναν και μόνο τόπο, στην πόλη της Ιερουσαλήμ δηλαδή και μόνο εκεί, θα αντικαθιστούσε μια άλλη θυσία. Αυτή θα είναι καθαρή και κατά πάντα,  προς όλα της τα στοιχεία, αρεστή στο Θεό, και ως θυμίαμα ευωδιαστό θα προσάγεται στο όνομα του Θεού «εν παντί τόπω». Σε κάθε τόπο.
    Ποια είναι η θυσία αυτή; Ήδη από τη γενιά ακόμη η οποία διαδέχτηκε τους Αποστόλους, έχουμε μαρτυρίες που ξεκινούν από τους Αποστολικούς Πατέρες και Απολογητές και βεβαιώνουν ότι η θυσία αυτή είναι η Θεία Ευχαριστία. Έτσι, το βιβλίο της Διδαχής, που ανάγεται στις αρχές του δεύτερου αιώνα, βεβαιώνει στο 14ο κεφάλαιό του ότι η Θεία Ευχαριστία είναι η θυσία που με το στόμα του Μαλαχία προφητεύθηκε. Είναι η «ρηθείσα υπό Κυρίου», θυσία για την οποία ο Κύριος είπε: «Εν παντί τόπω και χρόνω προσφέρειν μοι θυσίαν καθαράν». Αλλά και ο Ιουστίνος ο φιλόσοφος και μάρτυς βεβαιώνει ότι όλες αυτές οι θυσίες για τις οποίες ο παραπάνω Προφήτης προφήτευσε ότι θα είναι «εν παντί τόπω υφ’ ημών των εθνών προσφερόμεναι» στο Θεό, είναι ουσιαστικά η μία και μοναδική θυσία της Θείας Ευχαριστίας (Διάλογος 41, παρ. 1 και 3). Και συνεχίζει: «ας παρέδωκεν Ιησούς ο Χριστός γίνεσθαι, τουτ’ έστιν επί τη ευχαριστία του άρτου και του ποτηρίου, τας εν παντί τόπω γινομένας υπό των Χριστιανών». Την ίδια μαρτυρία δίνει και ο Ειρηναίος στα τέλη του δεύτερου αιώνα. Αυτός βεβαιώνει ότι η προσφορά της Εκκλησίας η οποία ζήτησε ο Κύριος να προσφέρεται σε ολόκληρο τον κόσμο, αυτή και μόνο ως καθαρή θυσία πρέπει να λογίζεται ως κατεξοχήν ευάρεστη και δεκτή από τον Θεό (Κατά αιρέσεων ΙV, 17, 5 και εξής).
    Δεν φαίνεται λοιπόν και σ’ εσένα, αδελφέ μου, ότι το «κατά πάντα» της εκφωνήσεως αυτής του λειτουργού ακριβέστερο είναι να σχετισθεί με την προφητεία του Μαλαχία και να εκληφθεί ότι σημαίνει «κατά πάντα τόπον»;

«Σοι προσφέροντες… Σε υμνούμεν…».

Πολλές εκ πρώτης όψεως φαίνονται οι θυσίες που προσφέρονται στο Θεό σε κάθε τόπο και χρόνο δια της Θείας Ευχαριστίας. Και σε πολλές χιλιάδες αριθμούνται σε όλη την οικουμένη τα θυσιαστήρια από τα οποία αναφέρονται και ανεβαίνουν στο Θεό την ίδια ώρα και στιγμή οι θυσίες αυτές. Είναι όμως και φαίνονται πολλές σε μας που είμαστε σε ορισμένο τόπο και χώρο περιορισμένοι. Αλλά για τον Θεό και το υπερουράνιο θυσιαστήριο είναι μια και η αυτή θυσία που αναφέρεται και αναπέμπεται από πολλούς πιστούς και από διαφόρους και πολλούς τόπους. Διότι όλες αυτές οι θυσίες που προσφέρουν οι χριστιανοί από πολλά θυσιαστήρια, συναντιούνται στο ένα υπερουράνιο και νοερό θυσιαστήριο που είναι υψωμένο στα ουράνια δίπλα στο θρόνο του Πατέρα μας. Και αν παρομοιάσουμε την οικουμένη ολόκληρη με έναν απέραντο κύκλο, θα έχουμε από την περιφέρεια του κύκλου αυτού δυσεξαρίθμητες ακτίνες, οι οποίες συναντιούνται και συνενώνονται όλες σε ένα και το αυτό κέντρο, το υπερουράνιο θυσιαστήριο.
Ασφαλώς δεν θα μας ήταν δυνατόν να μετρήσουμε τις ζωογόνες και φωτιστικές ακτίνες που πέφτουν πάνω στη γη ξεκινώντας από τον ήλιο. Αλλά όλες οι ακτίνες αυτές κέντρο έχουν τον ένα ήλιο. Και από εκεί ξεκινούν και εκπέμπονται και σκορπίζονται στον επίγειο κόσμο σαν μια δέσμη που διαρκώς ανανεώνεται από το πάντοτε φωτεινό και θερμαντικό κέντρο της, τον ήλιο. Μια λοιπόν είναι και η θυσία που προσφέρθηκε από τον Μέγα μας Αρχιερέα άπαξ δια παντός, με αιώνια και ανεξάντλητη ισχύ. Και η θυσία αυτή, ως αιώνιος και ανεξάντλητος και μοναδικός ήλιος που δεν σβήνει ούτε δύει ποτέ, βρίσκεται στο υπερουράνιο θυσιαστήριο, όπου πάντοτε και διαρκώς τη βλέπει ο επουράνιος Πατέρας. Και από εκεί, από τον ήλιο αυτό, δεχόμαστε εμείς τις υπερφυσικές ακτίνες δια της Επικλήσεως του Αγίου Πνεύματος. Το Άγιο Πνεύμα μεταβάλλει τον άρτο και τον οίνο που εμείς προσφέρουμε, σε Σώμα και Αίμα Χριστού και συνδέει και συνενώνει το επίγειο θυσιαστήριό μας με το υπερουράνιο. Και με αυτόν τον τρόπο τα πολλά και δυσεξαρίθμητα θυσιαστήρια των πιστών συναντιούνται σε ένα. Και οι πολλές θυσίες που από αυτά ανεβαίνουν γίνονται και αυτές μία.
Να λοιπόν γιατί προσφέροντας τη θυσία μας αυτή υμνούμε, ευλογούμε και ευχαριστούμε τον Θεό και Πατέρα. Σε τι μας καταξιώνει και ποιού μεγάλου Μυστηρίου και ποιάς θυσίας μετόχους και κοινωνούς μας καθιστά ο πανάγαθος Κύριος! Όχι ζωοθυσίες, όχι μοσχάρια και αρνιά και τράγους και αίματα ζώων χωρίς λογικό, αλλά τον ίδιο τον «αίροντα την αμαρτίαν του κόσμου», αψεγάδιαστο και σε όλα άχραντο και πανάγιο Αμνό του Θεού. Αυτόν μας καταξιώνει να του προσφέρουμε. Και μάλιστα χωρίς να είμαστε αναγκασμένοι να υποβληθούμε σε δυσβάστακτες δαπάνες και χρηματικές θυσίες, όπως ο παλαιός Ισραήλ. Χωρίς να υποχρεωθούμε σε μακρινά ταξίδια, όπως άλλοτε οι Ιουδαίοι της διασποράς, που ξεκινούσαν από τις άκρες του κόσμου, όπου ήταν εγκατεστημένοι, για να έλθουν στα Ιεροσόλυμα. Γιατί εκεί και μόνο υπήρχε το μοναδικό, το ένα και μόνο θυσιαστήριο, από το οποίο δεχόταν ο Θεός τις θυσίες που του προσφέρονταν.
Σε υμνούμε λοιπόν για την άπειρη αγαθότητα και σοφία σου, Κύριε. Σε ευλογούμε, που μας καταξιώνεις και εμάς τους ευτελείς να σου προσφέρουμε την ανεκτίμητη αυτή θυσία, την οποία δέχεσαι από τα αμαρτωλά χέρια μας, για να την κάνεις και δική μας θυσία· θυσία που μας αγιάζει και μας ενώνει σε ένα Σώμα με τον Υιό σου, που έγινε άνθρωπος· θυσία που μας καθιστά μέλη του, από τη σάρκα του και από τα οστά του.

(Π.Ν. Τρεμπέλα, Από την ορθόδοξη Λατρεία μας, εκδ. ο Σωτήρ, 2016, σελ. 332-336)

«Τά σά εκ των σων σοι προσφέρομεν».

Η εκφώνηση που ακολουθεί μετά την Ανάμνηση θα ήταν καλό να μελετηθεί και ειδικότερα. Υψώνει, όπως είπαμε, ο λειτουργός τα Τίμια Δώρα σαν να θέτει μπροστά στα πόδια του Κυρίου που κάθεται σε θρόνο υψηλό στους ουρανούς, και εκφωνεί «Τά σά εκ των σων Σοί προσφέρομεν κατά πάντα και διά πάντα». Τα δικά σου από τα δικά σου τα πήραμε και σου τα προσφέρουμε σε κάθε τόπο και για όλα όσα έχεις κάνει για μας.
    Στους καιρούς της Παλαιάς Διαθήκης ο προφήτης Δαβίδ εκ μέρους του ίδιου του Θεού απευθυνόταν στους Ισραηλίτες και έλεγε: Δεν θα δεχθώ από το σπίτι σου μοσχάρια να μου τα προσφέρεις θυσία, αλλ’ ούτε και τράγους από τα ποίμνιά σου· «ότι  εμά  εστι πάντα», διότι δικά μου είναι όλα, όχι μόνο «τα θηρία του δρυμού», αλλά και τα ζώα που βοσκούν στα βουνά και τα βόδια (Ψαλμ. μθ’ 9-10). Αλήθεια προφανής και αυταπόδεικτη. Ό, τι έχουμε δεν είναι όλα του Θεού; Δεν τα δημιούργησε αυτός; Και δεν πολλαπλασιάζονται αυτά με τη δύναμη των νόμων τους οποίους αυτός όρισε και που η ισχύς τους βασίζεται στο θέλημά του; Και όσο και αν επιμελούμαστε εμείς ένα ποίμνιο ή ένα κοπάδι, δεν εξαρτάται η προκοπή και η ευδοκίμησή τους από ευνοϊκές συνθήκες τις οποίες οικονομεί η θεία Πρόνοια, που κυβερνά τα πάντα;
    Να λοιπόν γιατί εκφωνεί ο λειτουργός «τα σα εκ των σων…» Εμείς βέβαια τα προσφέρουμε αυτά στον Κύριο. Από πού όμως τα πήραμε; Από τα δικά του. Κι αν εμείς καλλιεργήσαμε τη γη για να πάρουμε από εκεί τον άρτο και τον οίνο, δεν πρέπει για κανένα λόγο να ξεχνάμε ότι τη δύναμη του να δίνει ζωή η γη στο σπόρο που σπέρνεται σ’ αυτήν ή στο αμπέλι που φυτεύεται σ’ αυτήν, ώστε να συγκομίζουμε εμείς τον σίτο και τον οίνο, από τον Θεό την έλαβε. Και στο Θεό οφείλεται «η ευφορία των καρπών της γης και η ευκρασία των αέρων και οι ειρηνικοί καιροί», από τα οποία εξαρτάται η ευδοκίμηση και η επιτυχία της δικής μας καλλιέργειας. Είναι λοιπόν ολοκληρωτικά ακριβές αυτό που λέμε. Ότι δηλαδή από τα δικά του και όχι από τα καθαυτό και κυρίως δικά μας πήραμε τα Τίμια Δώρα που έχουμε τοποθετημένα μπροστά μας στο θείο θυσιαστήριο και τα προσφέρουμε την ιερή αυτή στιγμή στο Θεό που βρίσκεται στους ουρανούς.
    «Τα σα εκ των σων». Από τα δικά σου είναι αυτά, Θεέ και Κύριε. Από τα δικά σου τα πήραμε αυτά, τα οποία είναι δικά σου. Τα δικά σου παρμένα από τα δικά σου. Δηλαδή; Από τα δικά σου τα ξεχωρίσαμε. Και με την προσφορά μας αυτή έγιναν ιδιαίτερα και ειδικά και κατεξοχήν δικά σου. Ξεχωρίσθηκαν από την κοινή χρήση. Προτού ξεχωρισθούν, επιτρεπόταν να παρατεθούν σε οποιοδήποτε τραπέζι και να περιέλθουν σε οποιαδήποτε χέρια και να προσληφθούν από οποιαδήποτε στόματα. Και τα περισσεύματά τους να ριχθούν ακόμα και στα πουλιά του ουρανού. Τώρα όμως είναι δικά σου. Κατεξοχήν δικά σου. Αφιερωμένα σε σένα, τοποθετημένα πάνω στο άγιο θυσιαστήριό σου. Είναι όχι μόνο προσφορά και αφιερώματα δικά σου, αλλά και σύμβολα ιερά και εξαγιασμένα.
    Δεν είπαμε και προηγουμένως ότι τα προσκομιζόμενα δώρα στην ιερά Πρόθεση δεν είναι μόνο αφιερώματα, αλλά είναι και σύμβολα του θανάτου και της ταφής του Μεγάλου μας Αρχιερέως; Και δεν παρουσιάσαμε την τελετή της Προθέσεως ως συμβολική αναπαράσταση της θυσίας του Σταυρού με την οποία ο Χριστός μας εξαγόρασε από την κατάρα του νόμου; Κι ακόμη ως εικονική επανάληψη της νύξεως της πλευράς του Κυρίου από τον Ρωμαίο στρατιώτη, από την οποία εξήλθε αίμα και ύδωρ; Και δεν αναφέραμε ότι ο λειτουργός, ευλογώντας τα Τίμια Δώρα μετά τις συμβολικές αυτές πράξεις, τα καθαγιάζει ως ιερά σύμβολα και ξεχωρισμένα από κάθε κοινή χρήση; Και δεν προσθέσαμε ότι η μεταφορά των ήδη καθαγιασμένων θείων δώρων πάνω στο ιερό θυσιαστήριο κατά την Μεγάλη Είσοδο συμβολίζει την μεταφορά από τον Ιωσήφ και τον Νικόδημο του αποκαθηλωμένου από τον Σταυρό Κυρίου μας για την Ταφή; Να λοιπόν πώς και γιατί αυτά που ξεχωρίσθησαν για τον Θεό από τα δικά του δώρα, έγιναν και άλλη μια φορά δικά του. Γι’ αυτό και ο λειτουργός αναφωνεί: « Τα σα εκ των σων…».

«Τα σα εκ των σων σοί προφέρομεν…»

    Βεβαίως προσφέραμε και αφιερώσαμε ήδη τα Τίμια Δώρα από την αρχή της Λειτουργίας. Ως καθιερωμένο όμως σύμβολο του σταυρικού θανάτου του Κυρίου. Όχι και ως τη θυσία την ίδια την οποία ως Μέγας Αρχιερεύς μας πρόσφερε ο Κύριος πάνω στο Γολγοθά. Τα προσφέρουμε λοιπόν τώρα και ως θυσία. Δηλαδή; Μέχρι τη στιγμή αυτή τα δώρα αυτά είναι βέβαια τίμια και αφιερωμένα ως σύμβολα της Ταφής και του θανάτου του Κυρίου, δεν έχουν όμως μεταβληθεί και σε Σώμα και Αίμα του Κυρίου. Η υπερφυσική αυτή και μυστηριακή μεταβολή θα γίνει τώρα με την Επίκληση του Αγίου Πνεύματος. Με την Επίκληση αυτή, η οποία θα ακολουθήσει ως συνέχεια στην εκφώνηση του λειτουργού, «Τα σα εκ των σων σοι προσφέρομεν…». Κι όταν η μεταβολή αυτή συντελεσθεί, τότε πάνω στην Αγία Τράπεζα δεν θα έχουμε πλέον τοποθετημένα μπροστά μας απλό άρτο και οίνο, ούτε ιερά και καθιερωμένα σύμβολα του σταυρικού θανάτου του Κυρίου. Αλλά θα έχουμε το ίδιο το άχραντο Σώμα του και το ίδιο το τίμιο Αίμα του που θυσιάσθηκε για τη σωτηρία των ανθρώπων. Θα έχουμε λοιπόν πραγματική αναπαράσταση και ζωντανή ανάμνηση και μυστηριακή προέκταση και συνέχεια της θυσίας του Κυρίου πάνω στο Σταυρό, που προσφέρθηκε μια φορά και για πάντα, με αιώνια δύναμη και ισχύ.
    Τώρα λοιπόν προσφέρεται και από εμάς η θυσία του Κυρίου, διότι τώρα συντελείται από το Άγιο Πνεύμα η υπερφυσική μεταβολή. Βέβαια οι ρωμαιοκαθολικοί διατείνονται και επιμένουν στο ότι η μεταβολή αυτή έχει ήδη γίνει, όταν εκφωνήθηκαν οι Λόγοι της Συστάσεως. Γι’ αυτό και στη Λειτουργία τους, όταν κρατώντας στα χέρια του τον Άρτο ο ιερέας πει μυστικά το «Λάβετε, φάγετε, τούτο εστι το Σώμα μου», επειδή πιστεύουν ότι τότε γίνεται και η μεταβολή, υψώνει ευλαβικά τον Άρτο, προβάλλοντάς τον για λατρευτική προσκύνηση του εκκλησιάσματος. Το ίδιο επίσης κάνει στη συνέχεια και με το Ποτήριο.
    Εμείς όμως δεχόμαστε ότι είναι αναγκαίο να εκφωνούνται και οι Λόγοι της Συστάσεως του Μυστηρίου, διότι με την εκφώνηση αυτή συνδέονται τα όσα σήμερα τελούμε εμείς με όσα τελέσθηκαν τότε από τον Κύριο στο υπερώο της Ιερουσαλήμ κατά τον  Μυστικό Δείπνο· αλλά πιστεύουμε ότι η μεταβολή γίνεται με την Επίκληση. Διότι και τότε, όταν ο Κύριος παρέδωσε το Μυστήριο, πώς και πότε είχε γίνει η υπερφυσική μεταβολή; Όταν «λαβών ο Ιησούς άρτον ευλογήσας έκλασε» (Μάρκ. ιδ’ 22). Όταν επομένως διένεμε τον Άρτο στους μαθητές του και έλεγε σ’ αυτούς «Λάβετε, φάγετε», η υπερφυσική μεταβολή είχε ήδη συντελεσθεί. Δεν γινόταν τη στιγμή της εκφωνήσεως του «Λάβετε, φάγετε». Απλώς και μόνο, με τα λόγια αυτά ο Κύριος εφιστούσε την προσοχή των Αποστόλων και τους πληροφορούσε ότι το κομμάτι του Άρτου που τους διένεμε, καθώς και το Ποτήριο που τους παρέδιδε, δεν ήταν πλέον συνηθισμένος άρτος και οίνος. Δεν ήταν δηλαδή αυτό που θα τους πληροφορούσαν τα μάτια τους και η γεύση τους, αλλά το ίδιο το Σώμα του και το Αίμα του.
    Εμείς, σε συμμόρφωση με την εντολή του Κυρίου, επαναλαμβάνουμε πιστά και με μεγάλη ακρίβεια ό, τι και ο ίδιος έκανε. Γι’ αυτό λοιπόν τονίζουμε πρώτιστα με την Ανάμνηση ότι αυτό που επιτελούμε είναι ανάμνηση πραγματική και ζωντανή του Μυστηρίου που επιτέλεσε ο Κύριος. Και έπειτα επικαλούμαστε το Άγιο Πνεύμα να συντελέσει με την κάθοδό του στα Τίμια Δώρα την υπερφυσική μεταβολή. Και στο τέλος, όταν μεταλαμβάνουμε το θείο Μυστήριο, ακούμε τον λειτουργό να μας λέει: «Σώμα Χριστού· Αίμα Χριστού» ή «Σώμα και Αίμα Χριστού εις άφεσίν σου αμαρτιών και εις ζωήν αιώνιον». Δηλαδή; Επαναλαμβάνει περιληπτικά ο ιερέας ό, τι και ο Χριστός είπε στους Αποστόλους καλώντας τους να γίνουν κοινωνοί του Μυστηρίου του: «Τούτο εστι το Σώμα μου, το υπέρ υμών κλώμενον εις άφεσιν αμαρτιών». «Τούτο εστι το Αίμα μου, το υπέρ υμών εκχυνόμενον εις άφεσιν αμαρτιών».

(Π.Ν.Τρεμπέλα, Από την Ορθόδοξη Λατρεία μας, εκδ. Σωτήρ,2016,σελ.328-332)

Σελίδα 1 από 4