Για αυτό βέβαια και γίνεται στα ευαγγέλια πολύς λόγος για τιμωρία και πολύ περισσότερος από ό,τι για βασιλεία.

Επειδή δηλαδή τους αναισθητότερους δεν τους προσελκύει προς την αρετή και δεν τους απομακρύνει από την κακία, τόσο πολύ η υπόσχεση των αγαθών, όσο ο φόβος των λυπηρών, για αυτό λοιπόν ασχολείται περισσότερο με τα λυπηρά και αυτά αναφέρει συνεχώς. Ας μη λυπούμαστε λοιπόν ακούγοντας λόγια δυσάρεστα διότι περιέχουν πολύ κέρδος……….
Άλλοι πάλι τον μεν Κύριο ομολογούν αρνούνται όμως την περί κρίσεως και κολάσεως διδασκαλία, εξαγοράζοντας με σύντομη ευχαρίστηση μεγάλη κόλαση και θέλοντας να παρηγορούν τους εαυτούς τους με το να μη θυμούνται τη γέεννα, ρίχνουν τους εαυτούς τους, χωρίς να το καταλαβαίνουν, στο βάραθρο της απώλειας.

Για αυτό παρακαλώ και να θυμάστε τη γέεννα και να συζητάτε για αυτήν· έτσι στόλιζε με ομορφιά την ψυχή σου.

Διότι είναι μεγάλη η χρησιμότητα που προέρχεται από αυτά τα λόγια. Διότι δεν έδωσε ο Θεός αυτήν την απειλή έτσι τυχαία και την έκανε φανερή από την εδώ ήδη ζωή, αλλά για να μας κάνει με το φόβο καλύτερους. Για αυτό και ο Διάβολος κάνει τα πάντα και μηχανεύεται, θέλοντας να βγάλει αυτήν από τη σκέψη μας.

Μην την απομακρύνεις λοιπόν από τη σκέψη σου, ούτε να λες, «γιατί να στενοχωρώ τον εαυτό μου παράκαιρα»; Στενοχωριέσαι παράκαιρα; Εκείνη είναι η παράκαιρη στενοχώρια, όταν θα υποφέρεις μέσα στη γέεννα……..
Και γνωρίζω βέβαια ότι με τα λόγια αυτά γίνομαι φορτικός και ότι σας στενοχωρώ. Τι να γίνει όμως; Βέβαια δεν θα ήθελα να τα λέω όλα αυτά, αλλά θα ήθελα να έβλεπα ενάρετο τόσο τον εαυτό μου όσο όλους εσάς……..
Και ακριβώς για αυτό σας παρακαλώ να νιώθουμε κατάνυξη ακούγοντας τους περί κολάσεως λόγους.

Άλλωστε δεν υπάρχει τίποτα άλλο πιο γλυκό από την ομιλία αυτή, επειδή κανένα άλλο πράγμα δεν είναι πικρότερο από αυτήν.

Και πώς είναι ευχάριστο, θα πει κάποιος, το να ακούει κανείς ομιλία για κόλαση; Επειδή είναι πολύ τρομερό να πέσουμε στη γέεννα, πράγμα που αποφεύγεται με τους λόγους που μας φαίνονται φορτικοί, και οι οποίοι πριν από αυτό μας παρέχουν και άλλη ευχαρίστηση· συγκρατούν δηλαδή τις ψυχές μας και τις κάνουν ευλαβέστερες, εξυψώνουν τη διάνοιά μας και αναπτερώνουν το λογισμό μας, μας ελευθερώνουν από την πονηρή πολιορκία των επιθυμιών και γενικώς συντελούν στη θεραπεία της ψυχής……

Και ξέρω βέβαια, ότι τίποτε δεν είναι για σας περισσότερο αηδιαστικό από τα λόγια αυτά, αλλά σε μένα τίποτε δεν είναι πιο ευχάριστο από αυτά. Και μακάρι να μπορούσαμε και όταν προγευματίζουμε και όταν δειπνούμε και όταν λουζόμαστε και παντού να μιλούμε για τη γέεννα….
Συνέχεια λοιπόν ας σκεφτόμαστε τους λόγους για αυτά, γιατί δεν μας αφήνει να πέσουμε στη γέεννα το να θυμόμαστε τη γέεννα… και να συζητούμε συνεχώς για αυτήν και έτσι δεν θα αμαρτάνουμε εύκολα. Διότι η μνημόνευση των λόγων αυτών θα μπορέσει, σαν κάποιο πικρό φάρμακο, να καθαρίσει κάθε κακία και να παραμείνει για πάντα μέσα στην ψυχή μας…
Εάν ο φόβος της μελλοντικής κολάσεως έμενε στην ψυχή, θα εξαφάνιζε κάθε ανθρώπινο φόβο. Επομένως εάν κανείς φροντίζει να θυμάται διαρκώς τη γέεννα, θα περιφρονήσει κάθε είδος θανάτου· και αυτό δεν θα τον απαλλάξει μόνο από την παρούσα αγωνία, αλλά και από τη φλόγα της γέενας θα τον απαλλάξει.

Διότι εκείνος που φοβάται συνεχώς την γέενναν του πυρός, ουδέποτε θα πέσει μέσα στη φωτιά της γέεννας εκείνης, διότι θα σωφρονίζεται με τον συνεχή αυτόν φόβο…..
Και αν ακόμη δυσανασχετείτε αναρίθμητες φορές για αυτά τα λόγια, εγώ δεν θα σταματήσω να τα λέω….
Και γνωρίζω μεν, ότι πολλοί ακούνε τα λόγια αυτά με πολλή δυσαρέσκεια, αλλά ποιο το κέρδος εάν σιωπήσω; Διότι εάν σιωπήσω και δεν σας ενοχλήσω καθόλου με τα λόγια μου, είναι αδύνατον να σας απαλλάξω από την κόλαση με τη σιωπή μου αυτήν, αλλά το αποτέλεσμα που θα προκύψει από αυτό θα είναι εντελώς το αντίθετο, διότι έτσι γίνεται μεγαλύτερη η τιμωρία, όχι μόνο για σας, αλλά και σε μένα η σιωπή μου αυτή θα γίνει πρόξενος τιμωρίας.

Ποιο το όφελος από τα ευχάριστα λόγια, όταν δεν βοηθούν στα έργα, αλλά αντιθέτως και βλάπτουν; Ποιο το κέρδος, να σας ευχαριστήσω με τα λόγια και να σας λυπήσω στην πραγματικότητα; Να ευχαριστήσω την ακοή σας και να βλάψω την ψυχή σας; Ακριβώς για αυτό είναι ανάγκη να σας στενοχωρώ εδώ, για να μην τιμωρηθούμε εκεί.


Νεκροθάπτης έλεγε κάποτε σε ιεροκήρυκα:
- Κανένας δεν μπορεί να κηρύξει καλύτερα από εμένα.
- Τι θέμα μπορείς συ, αγράμματος, να αναπτύξεις; Τι λες; ρωτά με απορία ο ιεροκήρυξ.
- Όταν δω πολύ κόσμο στο κοιμητήριο λέω:
«Βλέπετε, χριστιανοί, εκείνα τα μνήματα; Τα άνοιξα για σας.

Δεν θα περάσουν πολλά χρόνια και θα σας φέρουν και εσάς εδώ.

Παρ’ όλα τα πλούτη σας, παρ’ όλη την ομορφιά σας, παρ’ όλη τη δύναμή σας εδώ θα καταλήξετε.

Θα έρθετε εδώ για να σας σκεπάσω εγώ με το χώμα και να κοιμηθείτε εν ειρήνη».
Κανείς δεν φεύγει ασυγκίνητος από τα λόγια μου, ενώ εσείς με την ευγλωττία σας και τα επιχειρήματά σας, πόσους πείθετε;


(Θησαυρός γνώσεων και ευσεβείας, Υακίνθου Γρατιανουπόλεως, σελ. 678)

Σας αγαπώ!
Τίποτε δεν μου είναι πιο ποθητό από σας, ούτε τούτο το φως!

Γιατί μυριάκις θα ευχόμουν ο ίδιος να τυφλωθώ, αν ήταν δυνατό με αυτό να σώσω τις ψυχές σας˙

ναι! έτσι, ειλικρινά, από το ίδιο το φως πιο γλυκειά μου είναι η σωτηρία σας!
Διότι, τι θα με ωφελήσουν οι ακτίνες του ήλιου, όταν ο πόνος μου για σας απλώνη πάνω στα μάτια μου το σκοτάδι;

Πράγματι! Το φως τότε είναι ωραίο, όταν γίνεται μέσα στη χαρά, αφού στην θλιμμένη ψυχή αντίθετα φαίνεται ενοχλητικό.
Ότι δε δεν σας λέγω ψέματα, ο Θεός να μη δώση να το επιβεβαιώσετε.

Αλλά, αν κάποτε συμβή κάποιος από σας να αμαρτήση, ελάτε να με δήτε εκεί που κοιμάμαι˙ να χαθώ, αν δεν μοιάζω με τους παράλυτους, αν δε κάνω σαν τρελλός, αν, σύμφωνα με τον Προφήτη, «και το φως των οφθαλμών μου και αυτό ούκ έστι μετ’ εμού» (Ψαλμ. 37,11).
Τι να ελπίζουμε, αν σεις δεν προοδεύετε; Ποιά άλλη η δική μας στενοχώρια, αν σεις δεν ευδοκιμείτε;

Μου φαίνεται σαν να πετώ όταν ακούσω κάτι καλό για σας!
«Πληρώσατέ μου την χαράν» (Φιλιπ. 2,2)!

Τόσο μόνο παρακαλώ, όσο και η επιθυμία μου για την προκοπή σας. Εκείνο δε που συναγωνίζομαι με όλους είναι τούτο, ότι σας αγαπώ, ότι σας έχω σφιχταγκαλιάσει, ότι εσείς μου είστε το πάν, και πατέρας και μητέρα και αδέλφια και παιδιά!
Μη, σας παρακαλώ, μη νομίσετε ότι κάτι που λέγω, το λέγω από κακία, από αποστροφή. Όχι! το λέγω για διόρθωση.

Γιατί λέγει η Γραφή «αδελφός υπό αδελφού βοηθούμενος, ως πόλις οχυρά» (Παροιμ. 18,19).
Μη περιφρονήσετε τον λόγο μου! Ούτε εγώ περιφρονώ τον δικό σας!

Αντίθετα θα ήθελα να διορθώνομαι από σας, θα ήθελα να μαθαίνω! Όλοι εμείς είμαστε αδέλφια, ένας είναι ο Καθηγητής μας!

Πλην όμως είναι δυνατόν ανάμεσα στ’ αδέλφια ένας να διατάζη και οι άλλοι να υπακούουν!
Μη, λοιπόν, μη περιφρονείτε, αλλά όλα ας τα κάνουμε προς δόξαν Θεού, ότι αυτώ η δόξα εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.


(Από τη Γ Ομιλία στις Πράξεις των Αποστόλων, Α.Α.Π. 76,268, στο Αρχιμ. Χρυσοστόμου Αβαγιανού, Αυτοβιογραφικές σελίδες..., εκδ. Αποστολική Διακονία, σελ. 60-61)

 

Όταν ένας μοναχός τον πίεσε πολύ, να του πει για τις εμπειρίες αυτές, πέρα από τα μισόλογα και τα υπονοούμενα, που κάποτε-κάποτε άφηνε, του είπε με ταπεινή αγαλλίαση:
- Απόψε, παιδί μου, βρισκόμουνα και συλλειτουργούσα με αγίους και αγγέλους! Σε θυσιαστήρια που δεν περιγράφονται.
Και το πρόσωπό του γινότανε φως. Ο μοναχός με αφέλεια ρώτησε «πώς γίνεται αυτό»; Και ο μακαριστός γέροντας:
- Πάτερ μου, μη ρωτάς, αυτά είναι πνευματικά θέματα.
Επέμενε όμως ο μοναχός και ο γέροντας υποχώρησε μ’ έναν όρο
- Πάτερ μου, να μην ειπείς τίποτα. Όταν πεθάνω καμμιά φορά, θα πεις ότι «κάποιος γέροντας μου είπε: ότι λειτουργούσε τις νύχτες, ότι συζούσε και συλλειτουργούσε με την Αγία Τριάδα καθημερινώς». (Αίσθηση δηλ. θείας παρουσίας).
- Είδες, πάτερ μου, τι ευτυχία έχουμε εμείς οι μοναχοί και ιδιαιτέρως οι κληρικοί;
Μ’ αυτά καταλαβαίνει κανείς, γιατί δε φοβότανε το θάνατο. Αντίθετα, τον περίμενε κάθε μέρα, κάθε ώρα και κάθε στιγμή. Παραξενεύονταν μερικοί, που τον άκουγαν πολύ συχνά να ψέλνει τη νεκρώσιμη Ακολουθία σε ώρες που έκανε διάφορες δουλειές. Συνήθιζε μάλιστα και κάτι άλλο, για να εξοικειωθεί με το θάνατο. Ξάπλωνε καταγής, σταύρωνε τα χέρια και άρχισε τη νεκρώσιμη Ακολουθία. Καμμιά φορά, θέλοντας να οικοδομήσει, έλεγε σε κάποιον:
- Έλα να σου πω ένα τραγουδάκι!
κι έψελνε τροπάρια της νεκρώσιμης Ακολουθίας.
Συγκλονιστικές και οι εμπειρίες του στο ναό, στη διάρκεια της θείας Λειτουργίας. Άρρητα κι εξαίσια όσα έβλεπε και ζούσε. Έκανε Προσκομιδή και συχνά έβλεπε την πνευματική κατάσταση των κεκοιμημένων που μνημόνευε. Από τη μισάνοιχτη μικρή θύρα του Ιερού, τον είδανε μπροστά στην Προσκομιδή να στέκει ψηλά, να μην πατάει στο δάπεδο. Λησμόνησε εκείνη τη φορά να μνημονεύσει τη μητέρα του και του εμφανίστηκε με παράπονο:
- Ιακωβάκι μου, σ’ όλους έδωσες τα δώρα σου, εμένα σήμερα δε μου έδωσες!
Διηγότανε ότι το ίδιο το συνέβη με τον Κύπρου Μακάριο. Τελειώνοντας την Προσκομιδή και στρεφόμενος να πάει στην αγία Τράπεζα, τον βλέπει να στέκει δεξιά του, με τις χούφτες τη μία μέσα στην άλλη, όπως όταν κοινωνεί ο ιερέας το σώμα του Κυρίου. Στη μνημόνευση και στην προσευχή για τους «τεθνεώτες» ήτανε σχολαστικός. Μνημόνευε πάρα πολλούς. Και το μοναχό Άνθιμο, που τόσο τον ταλαιπώρησε. Κάποτε μάλιστα, παρακάλεσε το Θεό να του δείξει που πήγε μετά το θάνατό του ο Άνθιμος. Τον είδε μια νύχτα σε άθλιο σκοτεινό υπόγειο και πολύν θλιμμένον. Τον χαιρέτισε και ο Άνθιμος του είπε:
- Εδώ είμαι… όταν με μνημονεύεις περνάει μια ηλιαχτίδα και κάτι βλέπω.
Όλα γινόσανε με τρόπο απλό και εναργή. Την ώρα του Χερουβικού, πολλές φορές δε βρισκότανε στο Ιερό μόνος του ο μακαριστός λειτουργός. Άγγελοι, παρόντες, δοξολογούσανε το Θεό, χαροποιούσανε την ατμόσφαιρα, συνεργούσανε με το λειτουργό, τα φτερά τους αγγίζανε το λειτουργό, έβλεπε τη νεανική μορφή τους… Βγαίνει, κάνει τη Μεγάλη Είσοδο. Μια παριστάμενη μοναχή τον βλέπει να κινείται στον αέρα, να εισέρχεται στο Ιερό χωρίς να πατάει το δάπεδο. Θαύμασε κι έκανε το Σταυρό της, τα είχε χαμένα, πρώτη φορά έβλεπε θαύμα. Όταν τελείωσε η Λειτουργία και πήγε η μοναχή να πάρει την ευχή του να φύγει, της λέει αφελώς:
- Σήμερα η Λειτουργία ήτανε αλλιώς.
Εκείνη πήρε θάρρος και άνοιξε το στόμα της να περιγράψει πως τον είδε στη Μεγάλη Είσοδο. Πρόλαβε όμως ο γέροντας και της είπε να σιωπήσει, να μην ειπεί πουθενά τίποτα.
Εξηγούσε αργότερα τα διακονικά καθήκοντα. Για να κάνει προσεκτικό το διάκονο, του μίλησε για τις εμπειρίες και τις οπτασίες του με βαθιά κατάνυξη:
- Αχ, πάτερ μου, να βλέπατε τι γίνεται την ώρα του Χερουβικού, που ο ιερέας διαβάζει την Ευχή, θα φεύγατε όλοι… Αοράτως ανεβοκατεβαίνουν άγγελοι και πολλές φορές αισθάνομαι τις φτερούγες τους να χτυπούν στους ώμους μου!
Την ώρα της Λειτουργίας, του Χερουβικού και μάλιστα της Αναφοράς, έλαμπε και ακτινοβολούσε καθαρότητα, μακαριότητα και μεγαλοπρέπεια. Ναι, αυτός ο εξουθενωμένος ιερομόναχος, που από το 1960 κι έπειτα ζούσε και εργαζότανε πάντα με κάποια δύσκολη αρρώστια˙ αυτός, έκανε κινήσεις μεγαλόπρεπες, αλλά όχι προκλητικές. Είχε τελετουργικότητα βασιλική. Και ο καθένας ένιωθε ότι η μεγαλοπρέπεια τούτη βγαίνει από τον απέραντο σεβασμό, που είχε στο μυστήριο της Ευχαριστίας. Ακόμη περισσότερο: του επιβαλλότανε φυσικά από την παρουσία «επισήμων» αγγέλων και αρχαγγέλων και Αγίων στο ιερό. Είχε πει ότι στην Αγία Τράπεζα είναι πολλές φορές:
- Άγγελοι και αρχάγγελοι, παιδί μου, κρατούν το σώμα του Κυρίου!


(Ιάκωβος Τσαλίκης, Στυλιανού Παπαδοπούλου,Αθήνα 1994, σελ. 90-93)


Θεολόγος είσαι; Να μας μιλήσεις.
 Επείσθην και εγώ και, πράγματι, την επόμενη Κυριακή (δε θυμούμαι τώρα ακριβώς την ημερομηνία, ήταν Σεπτέμβριος) πήγα πρωί πρωί στον Άγιο Γεράσιμο. Ο Γέροντας βρισκόταν στην Αγία Πρόθεση και έκανε την προετοιμασία για τη Θεία Λειτουργία στην Πρόθεση.
Εγώ, επειδή συνήθιζα να πηγαίνω στο Ιερό, μπήκα στο Ιερό. Ο Γέροντας ήταν αφοσιωμένος στην Αγία Πρόθεση. Περίμενα κάποια στιγμή να τελειώσει, να τον χαιρετήσω, να του ασπασθώ το χέρι και να έρθω σε μια πρώτη επαφή.
Όντως, μετά από κάμποση ώρα, όταν κάλυψε την Αγιά Πρόθεση, στράφηκε προς το μέρος μου και εγώ του έβαλα μετάνοια και του φίλησα το χέρι.
Ο Γέροντας με καλωσόρισε με τούτα τα λόγια:
-    Καλώς  τονε, Θεολόγος είσαι;
-     Ναι, Γέροντα.
-    Αφού βρέθηκες εδώ, να μας μιλήσεις.
-    Άμα έχω την ευλογία σας…
 Αφού συλλογίστηκα λίγο, γιατί δεν είχα σκεφτεί και την ευαγγελική περικοπή, που θα ανεγινώσκετο εκείνη τη μέρα, του λέω:
-    Γέροντα, αν είναι δυνατό να δω λίγο την ευαγγελική περικοπή, αν και δεν πρέπει να γίνεται έτσι πρόχειρα το κήρυγμα. Θα πρέπει κανείς να προετοιμάζεται, αλλά εφόσον εσείς το προτείνετε, το δέχομαι.
-    Μου έδωσε πράγματι το Ευαγγέλιο, διάβασα την περικοπή και μετά το τέλος, έρχεται ξανά και μου λέει:
-    Που θα μιλήσεις; Μετά την ανάγνωση του Ευαγγελίου ή στο κοινωνικό, που έρχονται οι περισσότεροι, για να ωφελήσουμε περισσότερους ανθρώπους; [Ι 155π.]

(Ανθολόγιο Συμβουλών,Γέροντος Πορφυρίου, εκδ. Η Μεταμόρφωση του Σωτήρος, σελ. 236-237)

(ένα συγκλονιστικό περιστατικό από την Ιστορία της Εκκλησίας μας γύρω στο 389 μ.Χ.)

Ο δήμος της Θεσσαλονίκης, ζητών την αποφυλάκισιν ηνίοχου τινός του ιπποδρόμου, φυλακισθέντος δι’ αισχρόν έγκλημα, μη εισακουσθείς δε, κατήντησεν εις μανιακόν διάβημα, μαρτυρούν πόσον ανάγωγοι και συρφετώδεις ήσαν οι όχλοι των καιρών εκείνων. Προβάς δηλαδή εις στάσιν, εφόνευσε τον αρχιστράτηγον του εν Ιλλυρία στρατού  Βουθερίκον και πολλούς άλλους αξιωματικούς· προσθέτων δε εις την κακουργίαν κτηνώδη ύβριν, έσυρε τα σώματά των εις τας οδούς.
Η είδησις φυσικά εξώργισε τον Θεοδόσιον, όστις εις το βαρύτατον έγκλημα ηθέλησε να επιβάλη παραδειγματικήν ποινήν.
Ο άγιος Αμβρόσιος, επίσκοπος Μεδιολάνων (Μιλάνου) τον παρακάλεσε να μη σπεύση εν τόσει εξάψει, να προσέξη δε προ παντός, όπως μη τιμωρήση αθώους μετά των ενόχων. Ο αυτοκράτωρ, όστις ενδιεφέρετο δια την δικαιοσύνην, υπεσχέθη· αλλ’ οι περί αυτόν άρχοντες του παρέστησαν πάλιν ότι εις τοιούτο έγκλημα, πραχθέν υπό χιλιάδων, η λεπτομερής ανάκρισις θα ανέβαλλεν επ’ αόριστον την τιμωρίαν και θα την εματαίωνε, πράγμα το οποίον θα εθράσυνε τους απανταχού της αυτοκρατορίας όχλους και θα διεκύβευε την δημοσίαν τάξιν.


Ο δε Θεοδόσιος παραπεισθείς εκ των παρατηρήσεων τούτων, φοβηθείς προσέτι μη ελαφροτέρα τιμωρία δεν θεωρηθή ικανοποιητική εκ του στρατού, εξαφθείς σφοδρότερον εκ νέων πληροφοριών περί των τολμηθέντων υπό του έκφρονος συρφετού, απέστειλε διάταγμα σφαγής κατά του λαού της Θεσσαλονίκης εν τω ιπποδρόμω εκείνω, η υπέρ του οποίου μανία επέφερε την σφαγή του Βουθερίκου και των αξιωματικών.

Προσεκλήθη λοιπόν ο λαός εις τον ιππόδρομον δήθεν δι’ αγώνας ότε δε επληρώθη ολόκληρος από συνωστιζόμενα πλήθη, οι στρατιώται, εφορμήσαντες με γυμνά ξίφη και πλήττοντες αδιακρίτως, εθανάτωσαν εις διάστημα τριών ωρών επτά χιλιάδας.
Η είδησις, φθάσασα εις Μεδιόλανα, κατελύπησε τον Αμβρόσιον. Και να μεταβή μεν προσωπικώς προς τον θεοδόσιον δεν έκρινε πρέπον και σκόπιμον· αφ’ ενός, διότι εφοβείτο μήπως εν τη συνδιαλέξει δοθή αφορμή σφοδροτέρων λόγων· αφ’ ετέρου, διότι δεν ήθελε να επικοινωνήση προς τον δώσαντα διαταγήν τόσης σφαγής. Μετέβη λοιπόν εις εξοχήν, αφήκε να παραδοθούν ημέραι τινές, και έπειτα έγραψεν επιστολήν προς τον αυτοκράτορα παριστώσαν πόσον τρομερόν υπήρξε το διαπραχθέν έγκλημα. Προσθέτετε δε:

«το αμάρτημα δεν εξαλείφεται ειμή δια δακρύων και μετάνοιας· ούτε άγγελοι ούτε αρχάγγελοι δύνανται να συγχωρήσουν αυτό άλλως.

Αυτός ο Κύριος δεν παρέχει την άφεσιν ειμή εις μόνους τους μετανοούντας. Σας συμβουλεύω· σε παρακαλώ· σε προτρέπω· σε παραινώ. Δεν τολμώ να επιτελέσω την αγίαν προσφοράν, εάν θελήσης να παρευρεθής εις αυτήν.

Ό,τι δεν είνε συγχωρημένον μετά το χυθέν αίμα ενός μόνου αθώου, είνε δυνατόν να συγχωρηθή, αφού δια σε εξεχύθη αίμα χιλιάδων;"
Ο Θεοδόσιος εταράχθη. Τι όμως έπρεπε να πράξη; εκκλησιαζόμενος τακτικά, εθεώρει βαρείαν στέρησιν την απουσίαν έστω και μιαν μόνην Κυριακήν εκ του ναού.

Έπειτα, φρονών ότι, διατάξας ως διέταξεν, υπέκυπτεν εις απαραίτητον ανάγκην του κράτους και εξασφάλισιν της δημοσίας τάξεως, άνευ της οποίας παντοία και αθεράπευτα θα εξαπελύοντο κακά, δεν εύρισκεν ορθάς κατά πάντα τας παρατηρήσεις του επισκόπου.
Μετέβη λοιπόν κατά το σύνηθες εις τον ναόν. Αλλ’ ο Αμβρόσιος επέβλεπε· πληροφορηθείς ότι ο αυτοκράτωρ έρχεται, σπεύδει, τον συναντά έξω από τα πρόθυρα, και του εμποδίζει την είσοδον· αιτιολογεί δε το διάβημά του.
«Ουκ οίσθα (είπεν), ως έοικεν, ω βασιλεύ, της ειργασμένης μιαιφονίας το μέγεθος, ουδέ μετά την του θυμού παύλαν ο λογισμός επέγνω το τολμηθέν· ουκ εά γαρ ίσως της βασιλείας η δύναμις επιγνώναι την αμαρτίαν, αλλ’ επιπροσθεί η εξουσία τω λογισμώ. Χρή μέντοι ειδέναι την φύσιν και το ταύτης θνητόν τε και διαρρέον, και τον πρόγονον χουν, εξ ου γεγόναμεν και εις ον απορρέομεν· και μη, τω άνθει της αλουργίδος αποβουκολούμενον, αγνοείν του καλυπτομένου σώματος την ασθένειαν. Ομοφυών άρχεις, ω βασιλεύ, και μεν δη και ομοδούλων. Εις γαρ απάντων δεσπότης και βασιλεύς, ο των απάντων δημιουργός. Ποίοις τοίνυν οφθαλμοίς όψει τον του κοινού δεσπότου ναόν; Ποίοις δε ποσί το δάπεδον εκείνο πατήσεις το άγιον; Πως δε τας χείρας εκτενείς, αποσταζούσας έτι του αδίκου φόνου το αίμα; Πως δε τοιαύταις υποδέξη χερσί του δεσπότου το πανάγιον σώμα; Πως δε τοις στόμασι προσοίσεις το αίμα το τίμιον, τοσούτον δια τον του θυμού λόγον εκχέας παρανόμως αίμα; Άπιθι τοίνυν, και μη πειρώ  τοις δευτέροις την προτέραν αύξειν παρανομίαν,  και δέχου  τον δεσμόν, ω ο Θεός, ο των όλων δεσπότης, άνωθεν γίνεται σύμψηφος· ιατρικός δε ούτος και πρόξενος υγείας»
(μετάφραση=Δεν κατάλαβες, όπως φαίνεται, βασιλιά μου, το μέγεθος  της δολοφονίας που διαπράχθηκε, ούτε μετά το τέλος του θυμού συνειδητοποίησε ο λογισμός αυτό που τολμήθηκε·

διότι δεν αφήνει ίσως η δύναμη της βασιλείας να καταλάβεις την αμαρτία, αλλά η εξουσία συσκοτίζει το λογισμό.

Πρέπει όμως να καταλάβεις τη φύση σου και την θνητότητα και προσωρινότητά της και το προγονικό χώμα από το οποίο γίναμε και στο οποίο διαλυόμαστε· και να μην παραπλανηθείς από το άνθος της βασιλικής αλουργίδας και αγνοήσεις την ασθένεια του σώματος που αυτή καλύπτει.

Εξουσιάζεις, βασιλιά, αυτούς που έχουν την ίδια φύση με εσένα και είναι μάλιστα ομόδουλοι. Διότι ένας είναι δεσπότης και βασιλιάς όλων, ο δημιουργός των όλων.

Με ποιά λοιπόν μάτια θα δεις το ναό του κοινού δεσπότη;

Με ποιά πόδια θα πατήσεις το άγιο εκείνο δάπεδο;

Πώς θα απλώσεις στον ουρανό τα χέρια, τη στιγμή που στάζουν ακόμα από το αίμα του άδικου φόνου;

Πώς με τέτοια χέρια θα υποδεχτείς το πανάγιο σώμα του δεσπότη;

Πώς θα φέρεις το τίμιο αίμα στο στόμα, αφού με τα λόγια του θυμού σου έχυσες παράνομα τόσο αίμα;

Φύγε λοιπόν και μην επιχειρήσεις με τη δεύτερη αυτή συμπεριφορά σου να αυξήσεις την προηγούμενη παρανομία·

και να δεχτείς τον δεσμό (του επιτιμίου), για τον οποίο από τον ουρανό συμφωνεί ο Θεός, ο των όλων δεσπότης· αυτός ο δεσμός είναι ιατρικός και πρόξενος υγείας).
Ο Θεοδόσιος εις την περίστασιν εκείνην εδείχθη άξιος εαυτού. Ενώ, μεταχειρισμένος την δύναμίν του, είχε το μέσον να αναστηλώση κοσμικώς το ταπεινούμενον βασιλικόν μεγαλείον του, δεν ωργίσθη δια την τόλμην του επισκόπου, δεν παρωξύνθη δια την δημοσία γενομένην προς αυτόν επιτίμησιν, αλλ’ υπενθύμισε μόνον προς τον Αμβρόσιον ότι ο Δαβίδ και εις μοιχείαν και εις ανθρωποκτονίαν υπέπεσεν.
Ο επίσκοπος έδραξε φιλοστόργως και ετοίμως την ευκαιρίαν.

«Καθώς λοιπόν εμιμήθης του Δαβίδ την αμαρτίαν, είπεν, ούτω μιμήθητι και αυτού την μετάνοιαν».

Ο βασιλεύς εύρεν την νουθεσίαν ορθοτάτην.
Ο πανίσχυρος αυτός σκηπτούχος έστρεψε το βήμα του ως ο έσχατος των υπηκόων του, εξέχυσε δε πικρά δάκρυα μετανοίας, και μόνον μετά μήνας οκτώ, την εορτήν των Χριστουγέννων, δημοσία εξομολογηθείς το αμάρτημά του, πρηνής δε, εζήτησε συγχώρησιν.

Ο Αμβρόσιος τότε τον εδέχθη εις την θείαν κοινωνίαν.

(Οι Βίοι των Αγίων, Μιχαήλ Γαλανού, τόμος 4, Δεκέμβριος σελ. 46-48)

άγιος Αμβρόσιος επίσκοπος Μεδιολάνων (Μιλάνου) τα έτη 373-397 μ.Χ. αντιδρά στην απαίτηση της Ιουστίνας, μητέρας του αυτοκράτορα της Δύσεως Ουαλεντινιανού και του ιδίου του αυτοκράτορα, να παραδώσει τον ορθόδοξο ναό στους αιρετικούς αρειανούς).
Η Ιουστίνη τότε εζήτησεν εν ονόματι του δευτεροτόκου υιού της και ήδη βασιλέως Ουαλεντινιανού του Β’ να παραχωρήση ο Αμβρόσιος την έξω της πόλεως Πορτιανήν λεγόμενην εκκλησίαν, δια να πανηγυρίση εκεί ομού με τους ευαριθμοτάτους αρειανούς των Μεδιολάνων την εορτή του Πάσχα. Ο Αμβρόσιος απεποιήθη· ευλόγως δε. Παραχωρών τον ορθόδοξον ναόν προς σκοπόν τοιούτον, θα καθίστατο ένοχος επί αναγνωρίσει του αρειανισμού.

Αλλ’ η Ιουστίνη πληγείσα εις τον εγωϊσμό της, προέβαλε νέαν ακόμη θρασυτέραν αξίωσιν. Απήτησε δηλαδή να τη παραχωρηθή μεγαλύτερος ναός, ο της Νέας Βασιλικής, ο οποίος εκείνο εντός αυτής της πόλεως. Ο Αμβρόσιος ηρνήθη και πάλιν. Τότε η βασιλομήτωρ την Κυριακή των Βαΐων, ενώ ο επίσκοπος ελειτούργει εν τη νέα Βασιλική, έστειλε κρυφά στρατιώτας με εντολήν να καταλάβουν την Πορτιανήν και εγκαταστήσουν εν αυτή τον αρειανόν ιερέα Κάστουλον.

Η είδησις διεδόθη αμέσως, εν τη πόλει, πλήθος δε δραμόν εξεδίωξε τον αρειανόν λειτουργόν. Αλλ’ ο γενικός κοχλασμός ηρκείτο εις τούτο μόνον. Η έξαψις των ορθοδόξων υπήρχε τόση κατά της Ιουστίνης, ώστε ηπειλείτο στάσις. Και μόλις προελήφθη η έκρηξίς της δια των παρακλήσεων και των συμβούλων ιερέων και διακόνων, τους οποίους απέστειλεν ο Αμβρόσιος.
Η αγία και μεγάλη Τετάρτη εφώτισε σκηνήν δραματικωτάτην. Ήδη αυτός ο βασιλεύς Ουαλεντινιανός ο Β’, παρακινούμενος υπό της μητρός του, διέταξε στρατιώτας να κυκλώσουν την Νεάν Βασιλικήν. Οι Ορθόδοξοι εξηγέρθησαν· αλλ’ ο μέγας επίσκοπός των έβλεπεν ότι ηδύνατο να συμβή αιματοχυσία, την οποίαν απετροπιάζετο η ευγενής και φιλάνθρωπος ψυχή του. Διέταξε λοιπόν να μη γείνη καμμία αντίστασις ουδ’ επίθεσις κατά των στρατιωτών, απειλήσας δι’ αφορισμού εκείνους, οίτινες ήθελαν τυχόν παρακούσει.

Και συνέβη τότε παράδοξόν τι, το οποίον εμαρτύρει την μεγάλην και ακαταμάχητον επιρροήν του Αμβροσίου. Εξ’ αυτών των στρατιωτών,των σταλέντων να καταλάβουν την Νεάν Βασιλικήν, πολλοί αφήσαντες αυτήν, έσπευσαν εις την Παλαιάν Βασιλικήν, ένθα επληροφορήθησαν ότι ευρίσκετο ο επίσκοπός των. Τον εύρον δε εκφωνούντα λόγον εξ αφορμής περικοπής τινός εκ του βιβλίου του Ιώβ. Και ομιλών περί πειρασμών, μεταφέρων δε την ομιλίαν εις τον εαυτόν του και εις τα τότε συμβαίνοντα, είπε με την χαρακτηρίζουσαν την ψυχήν του δύναμιν και ελευθερίαν

«Με προστάττουσι να παραδώσω την Βασιλικήν· εγώ αποκρίνομαι:

Ούτε εις εμέ είνε θεμιτόν να παραδώσω, ούτε είς σε, αυτοκράτωρ, συμφέρον να παραλάβης αυτήν· τον οίκον του ιδιώτου ανθρώπου δεν έχεις εξουσίαν να αφαρπάσης, και νομίζεις, ότι θέλεις τολμήσει να αφαιρέσης τον οίκον του Θεού ;

-Εις τον αυτοκράτορα, λέγουν, πάντα είνε θεμιτά, πάντα ανήκουν εις αυτόν. Εγώ δε αποκρίνομαι:

μη ματαίως νόμιζε ότι ως αυτοκράτωρ έχεις και δίκαιόν τι επί των θείων πραγμάτων· μη επαίρου, αλλ’ εάν θέλης ίνα ο Θεός προστατεύη την ζωήν και την βασιλείαν σου, υποτάγηθι εις αυτόν. Η Γραφή λέγει: τα του  Θεού τω Θεώ, και τα Καίσαρος Καίσαρι. Εις τον Καίσαρα τα παλάτια εις τον ιερέα η Εκκλησία.

- Αλλά λέγουν, ως από μέρους του αυτοκράτορος: «και εγώ πρέπει να έχω εκκλησίαν. Εγώ δε αποκρίνομαι:

«τι κοινόν έχεις συ προς την μοιχαλίδα, τουτέστι προς την εκκλησίαν των αρειανών;»
Έμεινε δε όλην την ημέραν και την νύκτα εκείνην εντός του ναού ο Αμβρόσιος, και ομού μ’ αυτόν πλήθος λαού, εν ύμνοις και ψαλμοίς. Εν τω μεταξύ ο Ουαλεντινιανός ο Β’ συνήλθεν. Αναμετρήσας τα συμβάντα, εννοήσας δε ότι άνευ της συνέσεως του επισκόπου η στάσις θα εξερρηγνύετο, διέταξε τους στρατιώτας να αποχωρήσουν εκ της Νέας Βασιλικής. Η είδησις έφερε μεγάλην χαράν εις όλον τον λαόν, και οι στρατιώται δε, προστρέχοντες εις τα ορθόδοξα θυσιαστήρια, τα κατησπάζοντο.
Αλλά το επόμενον έτος, 386, νέος ενέσκηψε αγών. Η Ιουστίνη ηννόει να εκδικηθή τον Αμβρόσιον και να ικανοποιήση τας αρειανάς της συμπαθείας. Έπεισε λοιπόν τον αυτοκράτορα υιόν της να εκδώση νόμον επιτρέποντα εις τους Αρειανούς να εκκλησιάζωνται, τιμωρούντα δε δια θανάτου τους Ορθόδοξους, οίτινες θ’ ανθίσταντο εις τούτο. Και τότε εζητήθη από τον Αμβρόσιον και πάλιν να παραδώση εις τους Αρειανούς την Εκκλησίαν της Πορτιανής. Αλλ’ η βασιλική αυθαιρεσία εύρεν αντιμέτωπιν την αυτήν επισκοπικήν άρνησιν. Και ο σθεναρός ποιμενάρχης αναφώνησε:

«Ο Ναβουθαί δεν ηθέλησε να παραδώση εις τον βασιλέα Αχαάβ, τον αμπελώνα, τον οποίον είχε παρά των πατέρων αυτού κληρονομίαν· και πρέπει εγώ να παραδώσω την κληρονομίαν του Χριστού; Ο Θεός φυλάξοι με του να παραδώσω την κληρονομιά των πατέρων μου, την κληρονομίαν του Αγίου Διονυσίου, του αποθανόντος εν τη εξορία υπέρ της πίστεως, την κληρονομίαν του ομολογητού Ευστοργίου, την κληρονομίαν του Αγίου Μυροκλέους, και τοσούτων άλλων αγίων επισκόπων προκατόχων μου».
Ο αυτοκράτωρ, μη αναμένων την τόσην τόλμην, παρωξύνθη δεινώς· μη αναμετρών δε τας συνεπείας, απεφάσισε να συλλάβη και να εξορίση τον Αμβρόσιον.

Αλλ’ ούτος μετά του περί αυτόν κλήρου έμεινεν αρκετάς ήμερας και νύκτας εντός του ναού, ενώ ο λαός των Μεδιολάνων εφρούρει έσω και έξω, έτοιμος να θυσιασθή υπέρ του επισκόπου.

Ο αυτοκράτωρ μη θεωρών ακίνδυνον την βίαν, απεπειράθη να επιτύχη δια δόλου. Δια του δημάρχου δηλαδή Δαλματίου εκάλεσε τον Αμβρόσιον, να προσέλθη εις τα ανάκτορα δια να συζητήση επί παρουσία διακεκριμένων αρχόντων μετά του επισκόπου των Αρειανών Αυξεντίου. Αλλ’ η επιβουλή δεν ετελεσφόρησεν.

Ο Αμβρόσιος απήντησεν, ότι εις τα ζητήματα της πίστεως και της εκκλησιαστικής διδασκαλίας κριταί δύνανται να γείνουν επίσκοποι μόνον. Βασιλεύς τότε και βασιλομήτωρ κατείδον ότι ενυπήρχε πολύς κίνδυνος εις το πολεμείν προς τοιούτον ήρωα της Εκκλησίας και τον αφήκαν ήσυχον.
(Ο  Βίοι των αγίων, Μιχαήλ Γαλανού, εκδ. Αποστολικής Διακονίας,τόμος 4, σελ.42-44 στο μήνα Δεκέμβριο)


Ευρισκόμενος ο Άγιος Διονύσιος Ζακύνθου (1547-17 Δεκεμβρίου 1622) εις την χώραν, έτυχε να ανοίξουν τάφον τινά εις τον ναόν του Αγίου Νικολάου των ξένων (ούτω καλούμενον, διότι εκεί ενταφιάζονται οι ξένοι, όστις είναι και η Επισκοπή της αυτής χώρας), δια να ενταφιάσουν άλλο λείψανον και και εκεί εύρον εν σώμα γυναικός, ήτις ήτο προ καιρού αποθαμμένη και ήτο άλυτον με τα ιμάτιά του, διότι απέθανε με δεσμόν αφορισμού η ταλαίπωρος.

Ήλθον όθεν οι συγγενείς της και προσέπεσον εις τους πόδας του Αγίου, παρακαλούντες αυτόν με δάκρυα να υπάγη εις τον άνωθεν ναόν, να αναγνώση ευχήν συγχωρητικήν εις εκείνο το δεδεμένον σώμα, ίσως και ο Κύριος ήθελεν εισακούσει την δέησίν του.

Ευσπλαγχνισθείς ο Άγιος τα δάκρυά των επήγεν εις αυτόν τον ναόν νύκτα βαθείαν, έχων εις την συνοδείαν του τον ρηθέντα διάκονον και τον εφημέριον του αυτού ναού και θεωρών το πτώμα εκείνο, προστάσσει να το εκβάλουν έξω από τον τάφον και να το στήσουν ορθόν εις εν στασίδιον της εκκλησίας.

Τότε φορών το επιτραχήλιόν του και το ωμοφόριον, κλίνας τα γόνατα και προσευχόμενος ώραν ικανήν, εδέετο  του Θεού με θερμά δάκρυα να λύση από τον δεσμό του αφορισμού το άλυτον εκείνο σώμα, αναγινώσκων αυτώ την συγχωρητικήν ευχήν.

Και (ω του θαύματος!) ως να ήτο εμψυχον το άπνουν εκείνο σώμα, κλίναν την κεφαλήν με κάποιον σχήμα προσκυνήσεως προς τον Άγιον, τάχα δια ευχαριστίαν της μεγάλης χάριτος, την οποίαν έλαβεν, έπεσε κατά γης και διελύθη παντελώς εις χώμα και οστά.

Ο δε Άγιος, ως ταπεινόφρων, έβαλε και εις τούτο επιτίμιον προς τους εκεί παρεστώτας, να μην το φανερώσουν ζώντος αυτού εις τινα.

Παρόμοιον θαύμα έκαμε και εις άλλου ανδρός αφωρισμένον λείψανον, εις το χωρίον Καταστάριον.
(Μέγας Συναξαριστής,Βίκτωρος Ματθαίου, τόμος ΙΒ΄,σελ. 440-441)

(Μιλάει ο όσιος γέρων Πορφύριος).

Ακούστε ένα σχετικό παράδειγμα.
Κάποτε ένας παπάς είχε πάει σε μία ομιλία με μορφωμένους· τον είχε πάρει μαζί του ένας εξάδελφός του. Ο ομιλητής είπε πολλά πάνω σ’ ένα θέμα μαρξιστικό. Οι ακροατές του ενθουσιάστηκαν και τον εχειροκρότησαν στο τέλος. Αλλά, όπως ήταν ακόμη πάνω στην έδρα, είδε τον παπά και είπε:
- Έχομε κι έναν παπά στην ομιλία μας. Αν μπορεί, να μας έλεγε το θέμα από θρησκευτικής και φιλοσοφικής πλευράς.
Το είπε ειρωνικά νομίζοντας ότι θα τον ταπεινώσει και θα εξευτελίσει την Εκκλησία. Ο παπάς σηκώθηκε και είπε:
- Τι να σου πω εγώ, παιδί μου, δεν ξέρω, αλλά έχω ακούσει· ο τάδε σοφός λέει έτσι κι έτσι στην τάδε σελίδα, ο τάδε λέει έτσι κι έτσι στην τάδε σελίδα, ο τάδε λέει έτσι κι έτσι στην τάδε σελίδα, ο τάδε… κ.λ.π., κ.λ.π. Ο Μωυσής λέει έτσι κι έτσι στην τάδε σελίδα, ο Ησαΐας, ο Δαβίδ, ο Χριστός.

Συνέχισε λέγοντας αυτό το χωρίο από τον Απόστολο Παύλο: «…που σοφός; που γραμματεύς; που συζητητής του αιώνος τούτου;… τα μωρά του κόσμου εξελέξατο ο Θεός, ίνα τους σοφούς καταισχύνη… όπως μη καυχήσηται πάσα σάρξ ενώπιον του Θεού».
Έκλεισε το στόμα ο «σοφός», ο ομιλητής. Το σπουδαίο είναι ότι ο παπάς τα είπε με πραότητα και χωρίς εγωισμό. Ήταν δεσπότης του Πατριαρχείου. Όταν τελείωσε, είπε:
-    Εγώ δεν ξέρω τίποτα. Εσείς κρίνετε ποιο είναι το σωστό.
Είπε στο τέλος ο ομιλητής ντροπιασμένος:
-    Πολύ καλά μας τα είπε ο παπάς! Τ’ αναίρεσε όλα τα δικά μου.
Είναι σπουδαίο πράγμα η κατάρτιση, όταν συνδυάζεται με την πραότητα, την καλοσύνη και την αγάπη. Αυτά ισχύουν για όλες τις περιπτώσεις. Να μιλάτε, όταν έχετε σχετική κατάρτιση στο θέμα. Αν δεν έχετε, να μιλάτε με το παράδειγμά σας.
Στις συζητήσεις λίγα λόγια για τη θρησκεία και θα νικήσετε. Αφήστε εκείνον που έχει άλλη γνώμη να ξεσπάσει, να πει, να πει… Να αισθανθεί ότι έχει να κάνει μ’ έναν ήρεμο άνθρωπο. Να επιδράσετε με την καλοσύνη σας και την προσευχή σας κι έπειτα του μιλάτε λίγο.

(Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος και Λόγοι,Ιερά Μονή Χρυσοπηγής, σελ. 396-396)

“Καλώς την κ. Θεώνη”,

είπε ο παπάς βλέποντάς την...
Την ήξερε καλά τη Θεώνη ο πνευματικός. Ήταν από τις περιπτώσεις που υποκλίνεσαι μπροστά τους. Άνθρωπος του Θεού, με γνήσια αγάπη απέναντί Του, με καλή και ευσεβή πολύτεκνη οικογένεια, με διάθεση ελεήμονα, τόσο που δεν υπήρχε άνθρωπος να κτυπήσει τη θύρα της και να μη βρεί μια ανοιχτή αγκαλιά, ένα πιάτο φαΐ, την παρηγοριά και τη στοργή. Γι' αυτό και παραξενεύτηκε για την περασμένη ώρα, αλλά και από τη θέα του προσώπου της φαινόταν συντετριμμένη.
“Πάτερ, δεν θα σας απασχολήσω πολύ. Δεν ξέρω κάν αν είναι κανονική εξομολόγηση αυτό που θέλω. Νιώθω όμως την καρδιά μου πολύ βαριά από κάτι που συνέβη, και αισθάνομαι την ανάγκη να σας το πώ, για να με καθοδηγήσετε. Δεν ξέρω αν είναι αμαρτία αυτό που έκανα. Δημιουργήθηκε όμως μεγάλη ένταση στην οικογένεια”.
...
“Λοιπόν, πάτερ. Πριν λίγες ημέρες βρεθήκαμε στο εξοχικό που έχουμε στην Κόρινθο. Θα έχετε υπόψη σας – έχετε έλθει άλλωστε και το έχετε δεί – ότι πολύ κοντά στο σπίτι μας εκεί, υπάρχει ένα παλιό ξωκκλήσι. Αφιερωμένο στον Άγιο Γεώργιο το μεγαλομάρτυρα – μεγάλη η χάρη Του! Κόντευε μεσημέρι, όταν φτάσαμε, κι ήμασταν όλοι μαζί. Ξέρετε την αγάπη που τρέφει όλη η οικογένεια για τον άγιο, και γι' αυτό θεώρησα υποχρέωση μου, πριν κάνω οτιδήποτε άλλο στο σπίτι, να πάω να προσκυνήσω. Τα παιδιά βέβαια ήταν πεινασμένα κι έπρεπε να μαγειρέψω. Πετάχτηκα λοιπόν στον άγιο, προσκύνησα, μα σαν είδα τη σκόνη, τις αράχνες, την εγκατάλειψη..., θέλησα λίγο να συγυρίσω. Μου φάνηκε ότι ήταν ιεροσυλία να αφήσω τον οίκο του Θεού και τον άγιο χωρίς φροντίδα. Πίστεψα ότι αυτό ήταν το θέλημα του Θεού. Πρώτα δεν πάει η αγάπη στον Θεό και έπειτα στους ανθρώπους; Άρχισα λοιπόν το συγίρισμα και το καθάρισμα. Τα παιδιά ήλθαν να με βρούνε. Φωνάζανε γιατί πείναγαν. Τους εξήγησα ότι σε λίγο θα έλθω, αλλά προηγείται ο άγιος. Προηγείται ο Θεός. Συνέχισα να καθαρίζω, άναψα τα καντήλια, έκαψα και λίγο λιβάνι να μυρίσει ουρανό, και με ικανοποίηση στην καρδιά, έφτασα στο σπίτι”.
Ο ιερέας είχε σκύψει το κεφάλι και άκουγε. Ζούσε την όλη εικόνα που περιέγραφε η Θεώνη και είχε καταλάβει το τι είχε τελικά διαδραματιστεί.
“Κι όταν γυρίσατε, θα έγινε...χαμός, απ' ότι καταλαβαίνω, κ. Θεώνη”.
“Η λέξη χαμός δεν λέει τίποτε, πάτερ. Σαν να είχε έλθει ο εξαποδώ στο σπίτι μας. Φωνές, φασαρίες, χαλασμός. Πέσανε επάνω μου όλα τα παιδιά να με... φάνε. Με κατηγορούσαν ότι τους είχα παρατήσει, ότι δεν τους νοιάζομαι, ότι δεν τους αγαπώ. Ο σύζυγός μου προσπάθησε βέβαια να πάρει το μέρος μου, να καθησυχάσει τα παιδιά – κι είναι έφηβοι, πάτερ, τα ξέρετε – αλλά και αυτός φαινόταν ότι συμμερίζεται στο βάθος τις αντιδράσεις τους. Με πήρε κι εκείνος κάποια στιγμή παράμερα και τα 'κουσα κι από εκείνον. Ο πειρασμός με συνεπήρε. Αναψοκοκκίνησα, μάλωσα μαζί του, φώναξα έντονα και στα παιδιά.
-Ντροπή σας, τους είπα. Τον άγιο πήγα να καθαρίσω. Εκείνος είναι ο προστάτης μας. Έπρεπε κι εσείς κανονικά να έλθετε να βοηθήσετε.
Τελος πάντων, πάτερ, υπήρξε μεγάλη ένταση και πέρασε αρκετή ώρα μέχρις ότου τα πράγματα ησυχάσουν. Και το φαγητό που έφτιαξα, με πόνο και πίκρα το έφτιαξα. Και με μούτρα το έφαγαν. Φύγανε όλοι αμέσως μετά, ο καθένας στον χώρο του, και έμεινα μόνη, μ' ένα τεράστιο “γιατί;” στα χείλη, με καταχνιά και μ' ασήκωτο βάρος στο στήθος...”.
“Κι ήρθατε να με βρείτε”, είπε ο παπάς.
“Πάτερ, πείτε μου. Δεν είχα δίκιο που θέλησα να ετοιμάσω πρώτα τον άγιο; Δεν προηγείται ο ναός και έπειτα όλα τα άλλα;” Η Θεώνη έσκυψε το κεφάλι και τα δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια της.
Ο ιερέας δεν απάντησε αμέσως. Έστρεψε το βλέμμα νοερά στον Κύριο, στην Κυρία Θεοτόκο, και επικαλέστηκε τη βοήθειά τους. Έπρεπε να προσέξει πώς θα απαντήσει. Η κ. Θεώνη ήταν μια ευαίσθητη καρδιά.
“Κυρία Θεώνη”, είπε στο τέλος αργά. “Καταλαβαίνω την αγάπη σας στον Θεό και στους αγίους μας. Και πράγματι η πρώτη και μεγάλη εντολή του Θεού είναι να αγαπάμε Εκείνον με όλη την καρδιά μας, την ψυχή μας, τη διάνοιά μας, τη δύναμή μας. Αλλά, δεν θα συμφωνήσω μαζί σας”.
Η κ. Θεώνη ανασήκωσε το κεφάλι της.
“Δεν θα συμφωνήσω, κ. Θεώνη, γιατί δεν είναι τυχαίο πώς η σπουδαιότερη αρετή για  την Εκκλησία μας, εκείνη που δίνει τον τόνο σε όλες τις άλλες, είναι η διάκριση. Τη συγκεκριμένη ώρα δηλαδή, μεσημέρι, ώρα συνεπώς φαγητού, και έχοντας μάλιστα παιδιά μαζί σας, η προτεραιότητα είναι εκείνα. Το φαγητό έπρεπε πρώτα να ετοιμάσετε, να καθίσετε να φάτε, και έπειτα να πάτε να φροντίσετε το εκκλησάκι του αγίου. Έχω την εντύπωση ότι και τον άγιο να είχαμε τώρα μαζί μας, θα συμφωνούσε μ' αυτό που σας λέω. Και ξέρετε γιατί; Διότι ο Θεός και οι άγιοι ικανοποιούνται και χαίρονται, όταν βρισκόμαστε πρώτα από όλα στη διακονία και στην υπηρεσία των συνανθρώπων μας. Και πρώτοι συνάνθρωποί μας είναι οι δικοί μας, η οικογένειά μας. Δεν θυμάσαστε, κ. Θεώνη μου, αυτό που λέει ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος, ότι γνωρίζουμε πώς αγαπούμε τον Θεό από το πώς αγαπούμε τον συνάνθρωπό μας; Η αγάπη μας στον συνάνθρωπο φανερώνει την αγάπη μας στον Θεό. Αν ήσασταν μόνη σας, τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά. Μα δεν ήσασταν... Λοιπόν κ. Θεώνη, στην προκειμένη περίπτωση πέσατε... “θύμα” της αγάπης σας στον Θεό, ας το πούμε έτσι. Που θα πεί: όταν θέλουμε να εκφράσουμε την αγάπη μας σ' Εκείνον, Εκείνος μας στρέφει στον συνάνθρωπό μας”.
Η κ. Θεώνη δεν μιλόυσε. Με σκυμμένο το κεφάλι τώρα άκουγε τον ιερέα. Μέσα της έκλαιγε για την αδιακρισία της.
“Πάτερ, αμάρτησα. Καταλαβαίνω ότι πρέπει αμέσως να σπεύσω και να ζητήσω συγγνώμη από όλους τους. Τους έκανα να εξοργιστούν και να βρεθούν σε πειρασμό. Τους έκανα να αμαρτήσουν...”
“Ναι, μα όλα τα σβήνει η μετάνοια, κ. Θεώνη. Η συγγνώμη που θα πείτε, στον Κύριο και στους δικούς σας, θα είναι το σφουγγάρι που θα σβήσει την όποια αμαρτία σας. Να πάτε στην ευχή του Θεού!”
π. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΟΡΜΠΑΡΑΚΗΣ, …δι’εμού του αμαρτωλού…, εκδ. ακολουθείν, σελ. 85-92

Σελίδα 1 από 5