Ο γάμος, του οποίου ορατό σημείο είναι η συναίνεση των συζευγνυμένων να προσέλθουν σε γαμική συζυγία και η ευχή της Εκκλησίας, είναι δεσμός φύσει αδιάλυτος. Έτσι τον θέλησε ο Δημιουργός. Με την πτώση όμως του ανθρώπου τα πράγματα άλλαξαν. Τον ένα και αδιάλυτα θεσμό διαδέχθηκαν η πολυγαμία και η ευχερής διάλυση! Τα κακά αυτά διορθώνων ο Σωτήρας επανέφερε το γάμο στη φυσική του ενότητα και σταθερότητα. Η μαρτυρία της Γραφής είναι σαφής: «Ο ούν ο Θεός συνέζευξεν, άνθρωπος μη χωριζέτω»· «Μωυσής προς την σκληροκαρδίαν υμών επέτρεψεν υμίν απολύσαι τας γυναίκας ύμών, απ' αρχής δε ου γέγονεν ούτως». (Ανδρέου Θεοδώρου «Απαντήσεις…
Είναι το ιερό εκείνο μυστήριο στο οποίο δύο άνθρωποι (άνδρας και γυναίκα) προσερχόμενοι με τη συναίνεση και την ελεύθερή τους συγκατάθεση λαμβάνουν από τον ιερέα τη θεία χάρη, που εξυψώνει και αγιάζει το φυσικό του γάμου δεσμό, βοηθώντας τους να ζήσουν βίο θεοφιλή και ενάρετο εν αμοιβαιότητι αγάπης και να φέρουν στον κόσμο χριστιανούς απογόνους. Ο γάμος είναι πρωταρχικά πράξη της φύσεως, την οποία έτσι έπλασε ο δημιουργός (διαμόρφωσε τα φύλα), ώστε να είναι δι’ αυτής δυνατή η μετάδοση του ανθρώπινου γένους. Είναι χαρακτηριστικά όσα είπε ο Αδάμ, μόλις είδε την Εύα, που του έδωσε σαν σύντροφο ο Θεός, η…
Αν εξαιρέσουμε τους Αγγλικανούς οι οποίοι δέχονται την ιερωσύνη ως μυστήριο, οι υπόλοιποι Προτεστάντες αρνούνται το μυστηριακό χαρακτήρα της. Αυτοί, αποκόψαντες κάθε εξωτερικό δεσμό μετά της Εκκλησίας την οποία αντιλαμβανονται ως κοινωνία πνευματική και αόρατη, συναρνούμενοι δε και την ευχαριστία ως ιλαστική θυσία (ώστε να υπάρχει ανάγκη ιερέων), τους δε πιστούς όλους δεχόμενοι ως «βασίλειον ιεράτευμα» (Α' Πέτρ. 2,5), ήταν φυσικό να απορρίψουν την ιερωσύνη ως μυστήριο, της θείας χάριτος παρεκτικό. Η ιερωσύνη δεν μπορεί να είναι εν κυριολεξία μυστήριο, αλλά διάταξη ωφέλιμη του Θεού, αποσκοπούσα στο κήρυγμα του λόγου του Θεού και την τέλεση των μυστηρίων (βαπτίσματος και θείας…
Κατ’ ουδένα τρόπο. Αποτελεί βαρύτατο παράπτωμα, το οποίο τιμωρείται αυστηρά από τους ιερούς κανόνες της Εκκλησίας. Δεν μπορούν δηλαδή οι κληρικοί, κυρίως οι άγαμοι, για πολλούς και διαφόρους λόγους, είτε γιατί δεν αντέχουν το πύρωμα της αγαμίας είτε από ανθρωπαρέσκεια ή επιδίωξη άλλων κοσμικών σκοπών, να καταπατούν τον όρκο τους και, αποβάλλοντας το ιερατικό σχήμα τους, να συνάπτουν γάμο ή να ζουν σαν ανίεροι στην κοινωνία. Θα μου πείτε, βέβαια, στις περιπτώσεις που δεν μπορεί ένας άγαμος κληρικός να υποφέρει το πύρωμα της σάρκας του, δεν θα ήταν προτιμότερο ν’ αποβάλει το σχήμα του και να λάβει νόμιμη σύζυγο, παρά…
Είναι η εξωτερική πιστοποίηση της αυθεντικότητας του ιερατείου της Εκκλησίας, ότι δηλαδή αυτό έχει την αρχή του στους Αποστόλους (εξ ου και αποστολική), τους πρώτους χειροτονήσαντες. Η διαδοχή δε αυτή αναφέρεται στον ιερό βαθμό του επισκόπου, από τον οποίο πηγάζει η αρχή και του υπόλοιπου ιερατείου. Η αναγωγή του επισκοπικού βαθμού στους αποστόλους γίνεται δια της επισκοπικής χειροτονίας. Οι Απόστολοι κατά διάταξη του Κυρίου, χειροτόνησαν σας κατά τόπους Εκκλησίες τους διαδόχους των επισκόπους, αυτοί δε με τη σειρά τους χειροτόνησαν τους δικούς τους διαδόχους και αυτοί άλλους κ.ο.κ., ώστε καμία περίοδος της ζωής της Εκκλησίας της διεσπαρμένης στα πέρατα του…
Το μυστήριο της ιεροσύνης τελούμενο δι’ επιθέσεως των χειρών (εξ ου και χειροτονία) μαρτυρείται επαρκώς στην Αγία Γραφή. Έτσι όσοι καθίσταντο σ’ έναν από τους τρεις ιερατικούς βαθμούς το πετύχαιναν δια της επιθέσεως των χειρών των Αποστόλων και κατόπιν προσευχής. Για τον ιερατικό βαθμό των διακόνων λέγεται, ότι οι Απόστολοι «προσευξάμενοι επέθηκαν αυτοίς τας χείρας». Πρεσβυτέρους δε διώριζαν δια χειροτονίας στις κατά τόπους Εκκλησίες ο Παύλος και ο Βαρνάβας. Ομοίως και οι Απόστολοι κατέλιπον δια χειροθεσίας διαδόχους αυτών στο επισκοπικό αξίωμα, όπως ο Παύλος τον Τιμόθεο στην Έφεσο και τον Τίτο στην Κρήτη. Τέλος και οι επτά άγγελοι των Εκκλησιών…
Η ίδρυση του μυστηρίου της ιερωσύνης από τον Κύριο απέβλεπε να καλύψει μια βαθιά ανάγκη της ζωής και της υπόστασης της Εκκλησίας. Ώς γνωρίζουμε, η Εκκλησία δεν είναι μόνο θείος οργανισμός αλλά και ανθρώπινος, δηλαδή θεανθρώπινος. Τη θεία της πλευρά απαρτίζει ο Χριστός, ο Θεάνθρωπος ιδρυτής της, και το Πνεύμα το Άγιο αποτελεί τη ζωογόνο πνοή και την αγιαστική της αρχή. Από τη θεία της πλευρά εξεταζόμενη η Εκκλησία αποτελεί καθίδρυμα πνευματικό και αόρατο, προσιτό στον άνθρωπο μόνο δια της πίστεως, ενώ από την ανθρώπινή της πλευρά παρουσιάζεται ως καθίδρυμα ιστορικό και καταστηματικό, του οποίου μέλη είναι άνθρωποι συγκεκριμένοι και…
Σύμφωνα με τις βασικές αντιλήψεις τους περί δικαιώσεως και εκκλησιαστικού ιερατείου, οι Διαμαρτυρόμενοι δεν δέχονται την μετάνοια ως μυστήριο, της οποίας απορρίπτουν τα βασικά στοιχεία, την εσωτερική από αγάπη και πίστη συντριβή της ψυχής για τα αμαρτήματά της και την εξώτερη εξομολόγηση στο λειτουργό της Εκκλησίας. Κατ’ αυτούς στο μυστήριο του ιερού βαπτίσματος σφυρηλατείται ακατάλυτος δεσμός μεταξύ Θεού και ανθρώπων, ώστε οποιαδήποτε αμαρτία μετά το βάπτισμα, μικρή ή μεγάλη, να μην μπορεί να διαλύσει το δεσμό αυτό και να τον αφανίσει. Βεβαίως οι μετά το βάπτισμα αμαρτάνοντες έχουν ανάγκη μετάνοιας· όμως η μετάνοιά τους αυτή, ως επάνοδος στη δια του…
Μόνο γενική και απώτερη αναλογία έχουν, γιατί και τα δύο αναφέρονται στη μετά θάνατο τύχη των κεκοιμημένων. Στην ουσία όμως διαφέρουν σημαντικά. Κατά την ορθόδοξη πίστη τα μνημόσυνα είναι απλές ευχές της Εκκλησίας προς το Θεό για την ανάπαυση των ψυχών των μελών της που τα απέσπασε ο θάνατος. Οι άνθρωποι που πεθαίνουν δεν κουβαλάνε όλοι μαζί τους την ίδια πνευματική κατάσταση. Άλλοι είναι δίκαιοι, άλλοι μεγάλοι αμαρτωλοί που δεν μετάνιωσαν για τ’ αμαρτήματά τους και άλλοι, μετανοημένοι μεν, χωρίς όμως να αξιοποιήσουν, από αδιαφορία και αμέλεια, τη μετάνοιά τους. Ο θάνατος τους βρήκε με κηλίδες αμαρτίας, οι οποίες τους…
Ως προς την ουσία του μυστηρίου δεν υπάρχουν διαφορές. Υπάρχουν όμως σχετικά με τη φύση των επιτιμίων και άλλων αντιλήψεων σχετιζομένων με αυτά, τα οποία κατά διαφορετικό τρόπο εκδέχεται η κάθε μία Εκκλησία.Ενώ κατά την Ορθόδοξη πίστη τα επιτίμια είναι όπως ήδη παρατηρήσαμε παιδαγωγίες και φάρμακα πνευματικά αποβλέποντα στη διασφάλιση της μετάνοιας αμαρτωλών και στη στερέωσή τους στο νέο βίο τον αρξάμενο με την μετάνοια, η Ρωμαϊκή Εκκλησία τα θεωρεί ως μέσα κατευναστικά και ικανοποιητικά της θείας δικαιοσύνης. Το ρωμαιοκαθολικό αυτό δίδαγμα στηρίζεται στην περί ποινών ιδιαίτερη αντίληψη της δυτικής θεολογίας. Κατ’ αυτήν οι ποινές οι οφειλόμενες στα αμαρτήματα —κυρίως…
Σελίδα 1 από 20