Αυξομείωση μεγέθους γραμμάτων.
Κείμενα (blog) - Ιερός Ναός Αγίου Σώστη Νέας Σμύρνης

Την Πεντηκοστή εξεχύθη η χάρις του Θεού όχι μόνο στους αποστόλους, αλλά και σ’ όλο τον κόσμο που βρισκόταν γύρω τους. Επηρέασε πιστούς και απίστους. Πώς το λένε οι Πράξεις;…
Ενώ ο Απόστολος Πέτρος μιλούσε τη δική του γλώσσα, η γλώσσα του μεταποιούνταν εκείνη την ώρα στο νου των ακροατών. Με τρόπο μυστικό το Άγιο Πνεύμα τούς έκανε να καταλαβαίνουν τα λόγια του στη γλώσσα τους, μυστικά, χωρίς να φαίνεται. Αυτά τα θαυμαστά γίνονται με την επενέργεια του Αγίου Πνεύματος.

Παραδείγματος χάριν, η λέξη «σπίτι» σ’ αυτόν που ήξερε γαλλικά θα ακουγόταν «la maison». Ήταν ένα είδος διοράσεως· άκουγαν την ίδια τους τη γλώσσα. Ο ήχος χτυπούσε στο αυτί, αλλά εσωτερικά, με τη φώτιση του Θεού, τα λόγια ακούγονταν στη γλώσσα τους.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας αυτή την ερμηνεία της Πεντηκοστής δεν την αποκαλύπτουν πολύ φανερά, φοβούνται τη διαστρέβλωση. Το ίδιο συμβαίνει και με την Αποκάλυψη του Ιωάννου. Οι αμύητοι δεν μπορούν να καταλάβουν το νόημα του μυστηρίου του Θεού.
Παρακάτω λέει. «εγένετο δε πάση ψυχή φόβος…» (Πράξ. 2,43), δηλαδή κατέλαβε φόβος την κάθε ψυχή. Αυτός ο «φόβος» δεν ήταν φόβος. Ήταν κάτι άλλο, κάτι ξένο, κάτι ακατανόητο, κάτι, κάτι που δεν μπορούμε να το πούμε.

Ήταν το δέος, ήταν το γέμισμα, ήταν η χάρις. Ήταν το γέμισμα υπό της θείας χάριτος. Στην Πεντηκοστή, οι άνθρωποι βρέθηκαν ξαφνικά σε μία τέτοια κατάσταση θεώσεως, που τα χάσανε.

Έτσι, όταν η θεία χάρις τους επεσκίαζε, τους ετρέλαινε όλους -με την καλή έννοια- τους ενθουσίαζε. Αυτό μου έχει κάνει μεγάλη εντύπωση. Ήτανε αυτό που λέγω καμιά φορά «κατάστασις». Ενθουσιασμός ήταν. Κατάσταση τρέλλας πνευματικής.


(Γέροντος Πορφυρίου, Βίος και Λόγοι, εκδ. Ι.Μ. Χρυσοπηγής, σελ. 207-209)

ΕΙΝΑΙ συγκινητικά όσα διαβάζομε για το μακάριο τέλος των άγιων ψυχών που σαν φωτεινά μετέωρα πέρασαν από το γήινο κόσμο, για ν' αφήσουν σ' αυτόν την λάμψι του είναι τους, και να πέσουν ύστερα ορμητικά στην απεραντοσύνη της αιωνιότητος.

Σαν έμαθαν οι πολυάριθμοι ασκηταί στο βουνό του Μεγάλου Αντωνίου πως ο Αββάς Σισώης ήταν στα τελευταία του μαζεύτηκαν στην καλύβα του να πάρουν την ευχή του. Η εκτίμησί τους γι' αυτόν δεν είχε όρια. Τον έλεγαν «διαμάντι της Ερήμου» και πολύ δίκαια. Όλη του η μακρόχρονη ζωή ήταν ένας αγώνας για την αγιότητα και τώρα στο θάνατό του έλαμψε σ' όλη της την πληρότητα.

Στην σεβάσμια μορφή του είχε χαραχτή μια έκφρασι ήρεμης ευτυχίας. Σαν ένοιωσε γύρω του τους συνασκητάς του, τους αδελφούς του, τους συντρόφους του στον «καλόν αγώνα», που τώρα αυτός νικητής άγγιζε στο τέρμα του, τα χείλη του αργοσάλεψαν, κάτι θέλησε να ειπή. Εκείνοι, Γέροντες και νεώτεροι, σεβάσμιοι Πατέρες κι αρχάριοι υποτακτικοί, όλοι τους δακρυσμένοι από βαθειά συγκίνησι, στέκονταν μ' ευλάβεια μπροστά σ' αυτή τη μυσταγωγία. Απόλυτη σιγή είχε απλωθή γύρω. Περίμεναν ν' ακούσουν τα τελευταία λόγια ενός μεγάλου Αγίου, να τα φυλάξουν σαν παρακαταθήκη ιερή. Μα εκείνος είχε μεταρσιωθή, δεν έβλεπε πια παρά μόνο τα ούρανια.

— Έρχεται ο Αββάς μου, τον άκουσαν να ψιθυρίζη.

Ρίγος πέρασε από τα λιπόσαρκα σώματα των ασκητών.

Είδαν για μια στιγμή, με τα μάτια της ψυχής τους, τη μεγάλη μορφή του «Καθηγητού των Μοναστών», τον Όσιο Αντώνιο ν' απλώνη το ευλογημένο χέρι του για να πάρη κοντά του τον πιο εκλεκτό από τους μαθητάς του, εκείνον που αντέγραψε και τις πιο μικρές λεπτομέρειες της παράδοξης ζωής του.

— Να ο χορός των Αποστόλων και των προφητών!

Το πρόσωπο του ετοιμοθάνατου έλαμψε από φως ουράνιο, καθώς σιγοψιθύριζε αυτά τα λόγια. Τα χείλη του αργοσάλευαν ακόμη, λες και κουβέντιαζε με όντα που μόνο εκείνος έβλεπε.

— Με ποιόν συνομιλείς, Πάτερ; ρώτησαν οι γεροντότεροι από τους συνασκητάς του.

— Ο Άγιοι Άγγελοι θέλουν να με πάρουν και τους παρακαλώ να με αφήσουν ακόμη να μετανοήσω, είπε με κόπο και δυό δάκρυα κύλισαν πίσω από τα πεσμένα βλέφαρά του.

— Δεν έχεις πια ανάγκη από μετάνοια, μακάριε Σισώη. Συ μετανοούσες σ' όλη σου τη ζωή, του αποκρίθηκαν οι Πατέρες θαυμάζοντας την ταπεινοφροσύνη του.

— Δεν ξεύρω, Αδελφοί μου, να έχω βάλει ακόμη αρχή.

Καθώς έλεγε αυτά, άστραψε ξαφνικά το πρόσωπό του, λες κι έβλεπε σ' αυτό τον ίδιο τον ήλιο. Οι γύρω έμειναν εκστατικοί από θαυμασμό μαζί και φόβο.

— Ο Κύριος μου και ο Θεός μου! Δόξα σοι!

Ήταν τα τελευταία του λόγια. Μ' αυτά πέταξε η ψυχή του στα ουράνια. Είχε ιδεί τον Ιησού που λάτρευε από τα βάθη της καρδιάς του; Κανείς δεν μπορούσε να ειπή, μα όλα το εβεβαίωναν. Το παράδοξο φως που έβλεπαν στην μορφή του, ή υπερκόσμια γαλήνη που είχε χυθή στην ταπεινή καλύβα, η άρρητη ευωδιά, όλα μαρτυρούσαν την επίσκεψι του Ουρανίου Βασιλέως στον εκλεκτό φίλο Του.

(Γεροντικόν, μοναχής Θεοδώρας Χαμπάκη, εκδ. Λυδία)

Εις έναν Προηγούμενο ονόματι Νεόφυτον, Δοχειαρίτην το έτος 1880 εις το ησυχαστήριόν του «οι Αρχάγγελοι» της μικράς αγίας Άννης εφάνη ότι είδεν όνειρον τον μέγαν Βασίλειον. Τον παρεκίνησε μάλιστα να προσκυνήση το δάκτυλον του ποδιού του.

            Το όνειρον αυτό ήτο ικανόν να δημιουργήση μιαν οίησιν και ένα εγωιστικόν τύφον εις την ψυχήν του Προηγουμένου ότι βλέπει και προσκυνά αγίους. Ο λογισμός του ησχολείτο συνεχώς και αδιακόπως με το όνειρον τούτο και μάλιστα εις βάρος της προσευχής και του «κανόνος»του.

            Παρήλθεν καιρός και τον εφώτισεν ο Πανάγαθος Θεός να επισκεφθή τον ονομαστόν Πνευματικόν παπα-Γρηγόρην, ο οποίος ησκήτευεν εν τελεία ακτημοσύνη και πτωχεία ολίγον πιο επάνω, εις την ιδίαν Σκήτην.

            - Αδελφέ μου Προηγούμενε, μεγάλον διάβολον προσεκύνησες και όχι τον άγιον Βασίλειον, του είπεν απεριφράστως. Σε παρακαλώ εις το εξής να μη δίδης σημασίαν εις τα όνειρα από τα οποία και με τα οποία ο διάβολος ως πονηρός απατά τους ανθρώπους.

(Αθωνικό Γεροντικό, αρχ. Ιωαννικίου Κοτσώνη, σελ.369-370)

Ήταν ένας εργάτης, δασοφύλακας στη Φιλοθέου, που είχε σκοτώσει άνθρωπο. Ύστερα ήρθε στο Άγιο Όρος. Με βοηθούσε πολλές φορές. Μου ΄φερε απ΄ το Μοναστήρι μια τσέργα, πιρούνι, κουτάλι αλλά όταν μιλούσαμε για πεθαμένους, αμέσως άλλαζε κουβέντα.
- Άστα, άστα αυτά έλεγε, δεν υπάρχουν αυτοί.
Πέθανε ο άνθρωπος, πάει τέλειωσε. Δώσε, του λέω, τα ονόματα απ΄ τα πεθαμένα να στα μνημονεύω στο εκκλησάκι των Αρχαγγέλων. Εκεί ήμουν τότε. Αυτός τίποτα, δε μου τα έδωσε.
Ύστερα από καιρό, μαθαίνω, πέθανε. Δεν το πίστεψα στην αρχή. Πάω στη Φιλοθέου, βλέπω φρέσκο μνήμα. Ε, λέω, πέθανε. Ύστερα από είκοσι μέρες, μαθαίνω, μ΄ έψαχνε ένα πρόσωπο απ΄ τη Φιλοθέου. Έρχεται αναστατωμένος, ήταν κι επίτροπος στο μοναστήρι του.
- Πάτερ, μου λέει, ήρθε ο κυρ Θανάσης, ο πεθαμένος, και μου παραπονέθηκε πολλές φορές πως τον ξέχασα και δεν έκανα τίποτα γι΄ αυτόν. Και πραγματικά έχω είκοσι μέρες να τον μνημονεύσω στην προσευχή μου και ήρθε. Και πραγματικά, ανέλαβα προϊστάμενος και ταχτοποιώ το γραφείο, έχει πολλή δουλειά, τί να κάνω τώρα ξέχασα και το κανόνα μου.
- Ε, τώρα να κάνεις λίγο παραπάνω.

Από το βιβλίο«Διηγήσεις του π.Παϊσίου περί παλαιών Αθωνιτών πατέρων»

«Ο ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΚΟΣ ΑΔΕΛΦΟΣ» Εἰς τόν βίον τοῦ ὁσίου Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ

ἀπό τό βιβλίο «ΧΑΡΙΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΧΑΡΙΣΜΑΤΟΥΧΟΙ» ΤΟΜΟΣ ΠΡΩΤΟΣ

Κάποιος μοναχός τῆς μονῆς τοῦ Σάρωφ κυριεύθηκε ἀπό μελαγχολία. Μιά φορά μάλιστα πού ἔνιωσε νά φθάνη στήν ἀπόγνωσι, ζήτησε τήν συμπαράστασι ἑνός ἀδελφοῦ.
Βγῆκαν καί οἱ δύο ἔξω ἀπό τήν μονή μετά τόν ἑσπερινό καί ἄρχισαν νά περιπατοῦν στόν κῆπο καί νά παρηγοροῦνται μέ τήν συζήτησι. Πλησίασαν στόν σταῦλο τῆς μονῆς. Ἐκεῖ κοντά ἄρχιζε τό δρομάκι πού ὡδηγοῦσε στήν πηγή τοῦ ὁσίου Σεραφείμ.
Ὁ ἄρρωστος ἀδελφός θέλησε ν᾿ ἀλλάξη κατεύθυνσι, γιά νά μή συναντηθῆ μέ τόν στάρετς σ᾿ αὐτήν τήν ψυχική κατάστασι. Πρίν ὅμως προφθάσουν ν᾿ ἀπομακρυνθοῦν, τόν βλέπουν νά ἔρχεται πρός τό μέρος τους.
Οἱ δύο μοναχοί ἔπεσαν μέ σεβασμό στά πόδια του. Ἐκεῖνος τούς εὐλόγησε καί τούς μίλησε μέ ἀσυνήθιστη καλωσύνη. Σάν στοργικός πατέρας! Κατόπιν ἄρχισε νά ψάλλη ἕνα τροπάριο τῆς ἐνάτης ὠδῆς τοῦ μικροῦ παρακλητικοῦ κανόνος τῆς Θεοτόκου, πού ψάλλεται σέ κάθε θλίψι καί δοκιμασία:

«Χαρᾶς μου τήν καρδίαν
πλήρωσον, Παρθένε,
ἡ τῆς χαρᾶς δεξαμένη
τό πλήρωμα,
τῆς ἁμαρίας τήν λύπην
ἐξαφανίσασα».

Ὕστερα χτύπησε τό πόδι του στήν γῆ καί εἶπε:
- Δέν μᾶς ἐπιτρέπεται νά μελαγχολοῦμε. Ὁ Χριστός νίκησε τά πάντα! Ἀνάστησε τόν Ἀδάμ! Ἐλευθέρωσε τήν Εὔα! Θανάτωσε τόν θάνατο!
Ἡ ψυχική κατάστασις τοῦ στάρετς μεταδόθηκε στήν ψυχή τῶν ἀδελφῶν. Ζωογονημένοι τώρα μέ τήν χαρά του, ἐπέστρεψαν στήν μονή εἰρηνικοί!

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗ

Ό Αγιος διασώζει αυτούς που ταξίδευαν στή θάλασσα
ΚΗ. Τό όνομα, λοιπόν, τού άγιου Νικολάου, ό όποιος ήταν πιστός θεράπων τού Θεού, μεγαλυνόταν μέ τά θαυμαστά έργα πού έκανε ό Θεός. Έτσι ή φήμη τού Άγιου πήρε φτερά, πέταξε στά ύψη, έτρεχε παντού και περιλάμβανε τά πάντα, διέβαινε τό πέλαγος, περιφερόταν σέ ολόκληρη τή θάλασσα και δέν άφηνε κανέναν τόπο πού νά μήν άκούει γιά τά μεγάλα θαύματά του.
Κάποτε ναύτες συνάντησαν στή θάλασσα φοβερή φουρτούνα και έχασαν κάθε έλπιδα σωτηρίας άπό τις δικές τους δυνάμεις. Επειδή όμως ήξεραν, άπό τις φήμες πού κυκλοφορούσαν, ότι ό μέγας Νικόλαος προσέφερε, άνέλπιστα, άποτελεσματική βοήθεια οέ κινδυνεύοντες, όλοι στήριξαν σ’ αυτόν τήν έλπιδα τους γιά σωτήρια. Επικαλούνταν, λοιπόν, νοερά τή βοήθειά του νά σωθούν άπό τή φουρτούνα, άπλωναν ολόψυχα προς αυτόν τά χέρια τους, σάν νά ήταν δίπλα τους, και άπό αυτόν έξαρτούοαν τη μοναδική βοήθεια. Και ό Άγιος, χωρίς να χάσει καθόλου καιρό, ανέβηκε γρήγορα πάνω στο πλοίο και παρουσιάστηκε μπροστά στά μάτια τους.
«Νά, τούς είπε, με έχετε καλέσει και ήρθα νά σάς βοηθήσω».
Έπειτα, άφού τούς προέτρεψε νά έχουν θάρρος, πήρε τό πηδάλιο στά χέρια του, κάτω από τή θέα όλων, και έτσι σαφώς φαινόταν νά κατευθύνει τό πλοίο. Επιπλέον ό "Αγιος, άφού έπιτίμηοε τή θάλασσα, κατεύνασε προς χάρη των ναυτών τις τρικυμίες, τούς άνεμοστρόβιλους και τά άλλα άσχημα φαινόμενα τής κακοκαιρίας, όπως άλλωστε είχε πράξει παλαιότερα και ό Χριστός μας. Έτσι ό Άγιος, μέ τό θαύμα του, χάρισε γιά τούς ναύτες αυτούς ένα ήρεμο και γαλήνιο ταξίδι.
Όταν, λοιπόν, οι ναύτες, πλέοντες μέ άπαλό άεράκι, έφτασαν στή στεριά, κατεβαίνοντας άπό τό πλοίο, βιάζονταν νά προφτάσουν αυτόν πού τούς διέσωσε άπό τον κίνδυνο. Άφού έμαθαν ότι αύτός πήγε στο Ναό, έσπευσαν εκεί. Εκείνος άνακατεύτηκε μέ τούς άλλους κληρικούς και είχε σταθεί άνάμεσά τους, χωρίς νά ξεχωρίζει. Οι ναύτες, μόλις έριξαν σ’ αυτόν τά βλέμματά τους, ένώ ούδέποτε στο παρελθόν τον είχαν γνωρίσει, τον άναγνώρισαν άπό τήν έμφάνισή του στο πέλαγος και σ’ έκείνον άμέσως μίλησαν. Στή συνέχεια έτρεξαν και έπεσαν στά πόδια του και τά φιλούσαν, ένώ συγχρόνως εξέφραζαν μέ λόγια τις εύχαριστίες τους. Επίσης, ενθυμούμενοι τό φοβερό κίνδυνο πού διέτρεξαν, εξηγούσαν μέ δάκρυα και άπερίγραπτη χαρά πώς σώθηκαν. Έπειτα διηγούνταν μέ κάθε λεπτομέρεια και στούς παρευρισκομένους τό δράμα τους στή θάλασσα και τή θαυματουργική διάσωσή τους.

Ό Άγιος αποκαλύπτει τή μοχθηρία των ναυτικών καί τούς δίνει συμβουλές
ΚΘ. Ό θαυμαστός όμως Νικόλαος γνώριζε πολύ καλά ότι ύπήρχε άνάγκη νά σώσει τούς ναυτικούς και άπό τούς κινδύνους πού άπειλούσαν τήν ψυχή τους, ή όποια μάλιστα άξιζε για περισσότερη φροντίδα. Επειδή, λοιπόν, ό "Αγιος είχε διορατικό χάρισμα, δώρο τού Αγιου Πνεύματος, έβλεπε ότι οι άνθρωποι αυτοί είχαν μοχθηρία στην ψυχή τους, ή όποια τούς άπομάκρυνε άπό τό Θεό και τις εντολές του. Για τό λόγο αυτό, με υψωμένο τον τόνο τής φωνής του, τούς είπε τά έξής λόγια: «Σάς παρακαλώ, παιδιά μου, εξετάστε, έξετάστε στο βάθος τον έαυτό σας, τι πραγματικά άνθρωποι είστε, και στρέψτε τις καρδιές σας, τις σκέψεις σας και τά διανοήματά σας οέ ευαρέστηση τού Θεού. Γιατί και άν μπορούμε νά κρύβουμε άπό τούς άλλους άνθρώπους τήν άποψή μας, ότι τό πάν βρίσκεται στο νά κάνει κανείς φαύλες πράξεις, και φαινόμαστε καλοί άνθρωποι, όμως δέν είναι δυνατόν καμιά πράξη μας νά διαφεύγει άπό τό βλέμμα τού Θεού. Ή Αγια Γραφή, σχετικά μέ τό θέμα, λέγει’ ‘ό άνθρωπος βλέπει τό πρόσωπο [26], δηλαδή έξωτερικά και έπιφανειακά, ενώ ό Θεός βλέπει τήν καρδιά, δηλαδή τό βάθος τής ψυχής τού άνθρώπου’. Επίσης ή Γραφή λέγει και τό έξής' ‘μήν κάνετε κακές πράξεις και, έτσι, δέ θά σάς βρει κακό στή ζωή σας’ [27 ] Μάθετε έπιμόνως νά πράττετε τό καλό στους συνανθρώπους σας και νά έπιδιώκετε μέ όλη σας τήν καλή πρόθεση τον άγιασμό τού σώματός σας, γιατί, όπως λέγει ό θειος Παύλος, ‘είμαστε Ναός τού Θεού και εκείνον πού καταστρέφει τό Ναό τού Θεού θά τον καταστρέψει ό Θεός’ [ 28 ]. Έτσι νά κάνετε στή ζωή σας, και θά έχετε τό Θεό βοηθό άκαταμάχητο».
26. Β' Κορινθίους, κεφ. ι', στ. 7.
27. Σοφία Σειράχ, κεφ. ζ', στίχ. 1.
28. Α' Κορινθίους, κεφ. γ', στίχ. 16-17.
(ΣΥΜΕΩΝ, ΛΟΓΟΘΕΤΟΥ, ΤΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΟΥ ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΚΑΙ ΜΕΡΙΚΗ ΘΑΥΜΑΤΩΝ ΔΙΗΓΗΣΙΣ ΤΟΥ ΕΝΘΑΥΜΑΣΙ ΠΕΡΙΩΝΥΜΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΜΥΡΩΝ ΤΗΣ ΛΥΚΙΩΝ ΕΠΑΡΧΙΑΣ
(Απόδοση στη νεοελληνική γλώσσα) Εισαγωγή - Μετάφραση - Σχόλια Πραγματολογικά στοιχεία - Παραπομπές Επιλογή ύμνων άπό την άσματική 'Ακολουθία Γεωργίου Δ. Παπαδημητρόπουλου θεολόγον. Φιλολόγου - Λυκειάρχου, έκδοση Αποστολικής Διακονίας)

Ο μακαριστός γέροντας Ιάκωβος αγρύπνησε αποβραδίς με προσευχή. Μα ο εξουθενωμένος δε λησμόνησε και τους πονεμένους. Διάβασε τα τελευταία γράμματα και απάντησε περίπου σε δεκαπέντε. Παρηγόρησε, συμβούλεψε κατά περίπτωση.
21 του Νοέμβρη. Ξημερώνοντας θα γιόρταζε τα Εισόδια της Θεοτόκου. Ετοιμαζόταν όλη τη νύχτα, θα κατέβαινε. Κανονικά δε θα ‘πρεπε, μα το ήθελε πολύ. Τόσο πολύ που τίποτα δεν μπορούσε να τον αποκλείσει από την τελευταία του θεία Κοινωνία. Με κόπο κατέβηκε, σκοτάδι ακόμα, στην Ακολουθία.
Μερικοί μοναχοί πρόσεξαν μιαν άλλη διάθεση στο πρόσωπο του Γέροντα. Ιλαρότητα υπέρμετρη, αγάπη ξεχείλιζε ολόκληρος, το αγγελικό του χαμόγελο ατέλειωτο. Έγινε η Ακολουθία. Έψαλε γονατιστός τόσο άνετα και αναστάσιμα, λες και δεν ήταν άρρωστος.

Η θεία φωνή του γέμιζε το ναό, εξαίσια μελωδία, λες και ψέλνανε πολλοί άγγελοι μαζί.
Στις 10 η ώρα εξομολόγησε τον αγιορείτη διάκονο Γεννάδιο, στον οποίο ευχάριστα μα σταθερά είπε μεταξύ άλλων:
- Καλά που ήρθες, να είσαι που θα με αλλάξετε, μη φεύγεις.
Ο διάκος διαμαρτυρήθηκε με διάφορα λόγια για τα περί θανάτου του Γέροντα, μα εκείνος επέμενε.
Τελειώνοντας την εξομολόγηση έδειχνε κουρασμένος, αλλά διατηρούσε χαρμόσυνη διάθεση. Σηκώθηκε, πήρε από το χέρι το διάκο και βγήκανε από το εκκλησάκι. Προχώρησαν, κατεβήκανε τα σκαλιά και μπήκανε στο ναό. Έκανε την προσευχή του, ασπάστηκε όλες τις εικόνες, ευχαρίστησε και δοξολόγησε. Μα πλέον ζούσε άλλες καταστάσεις. Μέσα του κι έξω του αυγαζόταν από θείο φως - γι' αυτό η ευφροσύνη και ιλαρότητα του προσώπου του.

Τη θαυμαστή κατάσταση τούτη αξιώθηκε να δει μόνο ένας μοναχός, ο Εφραίμ. Καθάριζε τα μανουάλια του ναού και είδε το μακαριστό Γέροντα να μπαίνει μεταμορφωμένος. Έλαμπε ολόκληρος και ακτινοβολούσε χαρά και αγαλλίαση. Στάθηκε ακίνητος και τον παρατηρούσε πλημμυρισμένος και ο ίδιος ο Εφραίμ από αγαλλίαση και έκπληξη.

Βγήκε από το ναό και με το διάκο φέρανε γύρω γύρω τη Μονή εσωτερικά. Έβλεπε όλους τους χώρους, όλους τους μοναχούς, τους ευλογούσε ειρηνικά και τους μετέδιδε αγαλλίαση, που διαχυνόταν άφθονη από το αγγελικό του πρόσωπο. Αφού τελείωσε ο γύρος αυτός, ήθελε να βγουν έξω από τη Μονή. Βγήκανε από τη νότια πόρτα. Προχώρησε σιγά σιγά δεξιά. Σταμάτησε στο εργαστήριο κι ευλόγησε με άπειρη αγάπη τους εκεί μοναχούς. Πάλι προς τα δεξιά, ενώ σταματούσε στα εκκλησάκια και σταυροκοπιότανε πολλές φορές. Ανέβηκε ακόμα ψηλότερα, βορειοδυτικά. Ζήτησε να τον βοηθήσει ο διάκος ν’ ανεβούνε ακόμα λίγο. Από κει το μοναστήρι φαινότανε όλο. Σαν από αεροπλάνο. Ήταν ωραίο, ανακαινισμένο, φροντισμένο...και το 'χε βρει ερείπιο, διαλυμένο, ξεχαρβαλωμένο και πολύ μικρότερο. Τώρα και ανακαινισμένο και γεμάτο με καλούς μοναχούς.
Το κοίταζε από κει ψηλά και δεν το χόρταινε. Το βλέμμα του είχε τόση αγάπη για το μοναστήρι.
- Έλα, παιδί μου. πάμε.
Γυρίσανε από την άλλη μεριά. Σχεδόν μεσημέρι.

Κατάκοπος, μετά το μεσημέρι, αποσύρθηκε για λίγο στο κελί του. Έφτασε όμως ο π. Αλέξιος, που έπρεπε για πρώτη φορά να κάνει κηδεία. Νέος ιερέας και δεν ήξερε το τυπικό και πως ψάλλεται. Με υπομονή ο μακαριστός γέροντας του είπε πως θα κάνει τούτο, πως εκείνο. Κι έπιασε να του ψέλνει τροπάρια της νεκρώσιμης Ακολουθίας. Έψελνε και ο Αλέξιος, μα ο Γέροντας έψελνε πολύ ωραία. Έκπαγλα και χαιρότανε όλο και περισσότερο. Σε κάποια στιγμή ο Αλέξιος νόμισε ότι έμαθε να ψέλνει τη νεκρώσιμη Ακολουθία και ήθελε να φύγει, ευχαριστώντας και παίρνοντας την ευχή του Γέροντα. Εκείνος όμως επέμενε να την ψάλουνε όλη από την αρχή. Έτσι κι έγινε. Την ψάλανε ολόκληρη, και ο γέροντας ήτανε όλο χαρά κι ευφροσύνη.
Έφυγε μετά τις 2 η ώρα ο π. Αλέξιος κι έμεινε μόνος ο γέροντας. Στις 3.15 του χτύπησαν την πόρτα για καφέ και του είπαν ότι ήρθε η Γερασιμία. Κι ενώ δύσκολα δεχότανε στο κελί. είπε μόνος του:
-Να έρθει. Αυτό το παιδί έχει ανάγκη, πρέπει να το δω!
Αργότερα δέχτηκε τη Γερασιμία, για εξομολόγηση. Έβαλε το πετραχήλι του, έκατσε στην άκρη του κρεβατιού, βλέποντας τον Εσταυρωμένο, και άρχισε. Την άκουσε προσεχτικά, τη συμβούλεψε, της έδωσε κουράγιο...και ξαφνικά με αλλοιωμένη όψη της λέει:
-Εδώ, παιδί μου, είναι ο όσιος Δαβίδ...Και ο άγιος Ιάκωβος ο Αδελφόθεος...ψάλε το Απολυτίκιο τους...

-Παιδί μου, άνοιξε την πόρτα, ήρθαν οι πατέρες.
Πράγματι, έφταναν στην πόρτα οι πατέρες. Τη στιγμή που στράφηκε στην πόρτα η Γερασιμία, δοκίμασε ο γέροντας να σηκωθεί, να σταθεί στα πόδια του...Μα την ίδια στιγμή είπε «ζαλίζομαι, ζαλίζομαι...» κι έγειρε, χάνοντας την ευστάθεια του. Πρόλαβε η κοπέλα κι έπιασε λίγο το γέροντα και τον βοήθησε να μη χτυπήσει πολύ, πέφτοντας στο πάτωμα. Η αναπνοή του ήτανε πολύ δύσκολη και προσπαθούσε. Συγχρόνως έμπαιναν και οι πατέρες με πρώτο τον π. Ιλαρίωνα. Αμέσως σύγχυση, φόβος, πανικός, κλάματα...Γονάτισε δίπλα του ο π. Κύριλλος, πήρε να του τρίψει τα χέρια...άλλοι μοναχοί τρέξανε στον Άγιο Χαράλαμπο και κλαίγοντας κάνανε Παράκληση. Άλλος έτρεξε να τηλεφωνήσει σε γιατρό. Ο σφυγμός του μεγάλου ασκητή φάνηκε νηματοειδής, ανεπαίσθητος...Το πρόσωπο του πήρε λίγο κοκκινωπό χρώμα...έμεινε ήρεμο, χωρίς αγωνία...και μια στιγμή έκανε με τα σεπτά χείλη του ένα μικρό φύσημα...
Αυτό ήταν, σαν πουλάκι παρέδωσε το πνεύμα. Στις 4.17 το απόγευμα, ο μακαριστός γέροντας άφησε το φθαρτό κόσμο του πόνου. Μπήκε σε μακάρια μονή του Τριαδικού Θεού.

(Ο ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ ΤΣΑΛΙΚΗΣ Καθ. Στυλιανός Γ. Παπαδόπουλος ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΚΡΙΤΑΣ)


Μας αφηγείται σήμερα ένας ιερέας του Βελιγραδίου το ασυνήθιστο γεγονός με μία εκδιδόμενη γυναίκα στους δρόμους του Βελιγραδίου.

Μία μέρα λίγο πριν βραδιάσει βάδιζε στους δρόμους για τη «δουλειά» της. Καθώς περνούσε δίπλα σ’ έναν κήπο βλέπει έναν άνθρωπο να ετοιμάζεται να απαγχονιστεί. Έδεσε το σχοινί στο κλαδί του δέντρου και με μιας το έβαλε γύρω από το λαιμό του.
Ή γυναίκα σβέλτα πήδησε πάνω από την περίφραξη, τράβηξε το μικρό της μαχαίρι από την τσέπη κι έκοψε το σχοινί, οπότε ό άνθρωπος έπεσε στο χώμα λιπόθυμος. Του έκανε μαλάξεις ώσπου συνήλθε.
Τότε της είπε ο αυτόχειρας:
«Γιατί το ’κανες; Εγώ δεν μπορώ να ζήσω, δεν έχω στον ήλιο μοίρα. Εξαιτίας της φτώχειας μου, ήθελα να τελειώσω μ’ αυτή τη μίζερη ζωή».
Ή γυναίκα έβγαλε όσα χρήματα είχε μαζί της και του τα έδωσε, υποσχόμενη ότι θα τον βοηθά κι άλλο ώσπου να βρει δουλειά. Και συνέχισε ή γυναίκα τη δική της άπρεπη δουλειά και μέρος από τα κέρδη της απ’ αυτή τη δουλειά, πήγαινε σ’ εκείνον φτωχό και του έδινε για να συντηρηθεί. Όμως μετά από έξι βδομάδες ή γυναίκα έπεσε στο κρεβάτι βαριά άρρωστη. Της κάλεσαν τον ιερέα. Στην παρουσία του ιερέα εκείνη, ήδη ετοιμοθάνατη, άρχισε να λέει:
«Ω, άγγελοι του Θεού, γιατί ήρθατε σ’ εμένα; Μα δεν ξέρετε, πόσο βρώμικη και αμαρτωλή γυναίκα είμαι εγώ;».

Λίγο μετά πάλι φώναξε: «Ώ, Κύριε Χριστέ, μα κι ΕΣΥ ήρθες σ’ εμέ να την αμαρτωλή; Για ποιο λόγο το αξιώθηκα αυτό; Μα μόνο με το ότι έσωσα εκείνον το φτωχό απ’ το θάνατο; Αλίμονο σ’ έμενα την ανάξια! Ώ πόσο είναι μεγάλο το έλεος του Θεού!». Λέγοντας αυτό άφησε την ψυχή της, και το πρόσωπό της έλαμψε σα να φωτιζόταν με κερί. Να, τί σημαίνει να σώσεις την ψυχή ενός ανθρώπου. Να, πως μία πράξη ελέους προς τον πλησίον σκεπάζει πολλές αμαρτίες!

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ. ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ . ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΧΡΟΕΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΕΠΤΑΛΟΦΟΣ ΑΒΕΕ
eptalofos
Αναρτήθηκε από π.Γεώργιος ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΗΣ

πατηρ Δημητριος

Γράφει στό ἡμερολόγιό του, ὁ στάρετς Νίκων:
Χθές (15 Νοεμβρίου 1908), βρισκόμουνα στό κελλί τοῦ γέροντα καί τακτοποιοῦσα τήν ἀλληλογραφία του.
Ὁ π. Βαρσανούφιος διάβαζε τήν ἐπιστολή μιᾶς νεαρῆς κοπέλλας, γιά τήν ὁποία μοῦ εἶπε: -Ἡ κοπέλλα αὐτή, ξέρει πολύ καλή κλασσική μουσική.
Τήν ρωτάω:
-Ποιανοῦ μουσικοῦ σοῦ ἀρέσει καλλίτερα ἡ μουσική;
-Τοῦ Μπετόβεν καί τοῦ Χάϊντν, μοῦ λέει ἐκείνη.
-Μά ὑπάρχει καί καλλίτερη, τῆς εἶπα.
-Ποιανοῦ; τοῦ Μότσαρτ;
-Ἀκόμη καλλίτερη.
-Τοῦ Μπάχ μήπως;
-Ὄχι! Ὄχι!
-Ποιανοῦ τότε;
Καί τί εἴδους μουσική εἶναι αὐτή, πού λές ὅτι εἶναι καλλίτερη;
-Τῆς ψυχῆς, τῆς λέω.
-Τῆς ψυχῆς;
Καί ὑπάρχει τέτοια μουσική;
-Καί βέβαια ὑπάρχει.
-Πρώτη φορά τό ἀκούω.
Καί τί εἶναι αὐτή ἡ μουσική;
-Ἡ ψυχική γαλήνη. Γι᾿ αὐτήν μιλάει τό ἅγιο Εὐαγγέλιο: «Ἄρατε τόν ζυγόν μου ἐφ᾿ ὑμᾶς καί μάθετε ἀπ᾿ ἐμοῦ, ὅτι πρᾷος εἰμί καί ταπεινός τῇ καρδίᾳ, καί εὑρήσετε ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν» (Ματθ. 11,29). Σπούδασες μαθηματικά. Ξέρεις τί εἶναι τό σημεῖον «ἴσον» (=); Ἔ, λοιπόν νά! Ἡ ἀνάπαυση τῆς ψυχῆς «ἰσοῦται» μέ μιά μακαριότητα· μιά μουσική· μιά ἁρμονία ὅλων τῶν δυνάμεων τῆς ψυχῆς... Αὐτή εἶναι ἡ καλλίτερη μουσική!

(Ἀπό τό βιβλίο-ἔκδοσή μας: Στάρετς Νίκωνος, Ρήματα Ζωῆς, Πρέβεζα 2006, σελ. 60-61)


Μια μέρα ο μαθητής αποφάσισε να προκαλέσει τον δάσκαλό του. Έτσι σκέφτηκε να του στήσει μια παγίδα. Έπιασε μια πεταλούδα και την κράτησε στη χούφτα του...
Όταν θα πήγαινε στο δάσκαλο θα τον ρώταγε τι είχε στο χέρι του. Κι αν ο δάσκαλος το έβρισκε, τότε θα τον ρωτούσε εάν η πεταλούδα ήταν ζωντανή ή νεκρή. Στην περίπτωση που απαντούσε ότι η πεταλούδα ήταν ζωντανή, τότε θα έσφιγγε το χέρι του και θα τη σκότωνε και το αντίστροφο.
Όταν είχαν μάθημα λοιπόν, πλησίασε τον δάσκαλο, μπροστά σε όλους τους υπόλοιπους μαθητές, έτεινε το χέρι προς το μέρος του και τον ρώτησε:
"Δάσκαλε, τι έχω στο χέρι μου;"
"Την ψυχή σου έχεις παιδί μου", απάντησε ατάραχος ο δάσκαλος.
Ο μαθητής προβληματίστηκε για λίγο σκεπτόμενος την απάντηση. Κατέληξε ότι ο δάσκαλος είχε δίκιο. Η πεταλούδα ήταν μια ψυχή που θα μπορούσε να είναι και δική του. Ωστόσο, συνέχισε: "Και είναι ζωντανή η ψυχή μου δάσκαλε ή όχι;"
Ο δάσκαλος τον κοίταξε με καλοσύνη στα μάτια και του είπε χαμογελαστά "από το χέρι σου εξαρτάται"
Πολλά μπορεί να συμβαίνουν έξω, στον κόσμο μας και στην ζωή μας.. Τίποτα απ’ όλα αυτά όμως δεν μπορεί να επηρεάσει την ψυχή μας παρά μόνο εάν το επιτρέψουμε οι ίδιοι!!

Σελίδα 1 από 5

Εύρεση

Δημοφιλή Θέματα (Α-Ω)

αγάπη (150) Αγάπη Θεού (35) αγάπη σε Θεό (9) αγάπη σε Χριστό (29) άγγελοι (6) Αγία Γραφή (44) Αγιασμός (1) Άγιο Πνεύμα (7) άγιοι (8) άγιος (65) αγνότητα (3) άγχος (9) αγώνας (51) αγώνας πνευματικός (8) αθεΐα (70) αιρέσεις (57) αλήθεια (16) αμαρτία (47) Ανάσταση (56) ανασταση νεκρών (2) ανθρώπινες σχέσεις (112) άνθρωπος (15) αντίχριστος (6) αξιώματα (3) απιστία (5) αποκάλυψη (4) απόκρυφα (12) αρετή (42) ασθένεια (10) άσκηση (1) αστρολογία (1) αυτογνωσία (39) Β Παρουσία (8) Β' Παρουσία (10) βάπτιση (4) βάπτισμα (7) βία (1) βιβλίο (3) βιοηθική (4) γάμος (31) Γένεση (4) Γεροντικόν (42) γλώσσα (25) γνώση (4) γονείς (32) γυναίκα (6) δάκρυα (1) δάσκαλος (9) Δεύτερη Παρουσία (3) Δημιουργία (35) διάβολος (39) διάκριση (35) διάλογος (1) δικαιοσύνη (1) Δογματικα Θέματα (5) Δωρόθεος αββάς (4) εγωισμός (75) εικόνες (15) Ειρηναίος Λουγδούνου άγιος (2) ειρήνη (2) εκκλησία (47) Εκκλησιαστική Ιστορία (7) Εκκλησιαστική περιουσία (1) έκτρωση (1) ελεημοσύνη (6) ελευθερία (11) Ελλάδα (10) ελπίδα (10) Εξαήμερος (2) εξέλιξης θεωρία (15) Εξομολόγηση (57) εξωγήινοι (2) εξωσωματική γονιμοποίηση (3) επάγγελμα (3) επιστήμη (54) εργασία (23) Ερμηνεία Αγίας Γραφής (34) έρωτας (9) έρωτας θείος (1) Ευαγγέλια (47) ευγένεια (2) ευσπλαχνία (4) ευτυχία (15) ευχαριστία (4) ζώα (11) ηθική (2) ησυχία (3) θάνατος (66) θάρρος (7) θαύμα (54) θέατρο (1) Θεία Κοινωνία (37) Θεία Λειτουργία (32) θεία Πρόνοια (2) θέληση (3) θεολογία (1) Θεός (6) Θεοφάνεια (2) θλίψεις (81) θρησκείες (5) θυμός (25) Ιγνάτιος Θεοφόρος (7) ιεραποστολή (12) ιερέας (35) ιερωσύνη (3) Ιουδαίοι (1) Ισλάμ (3) Ιστορία Ελληνική (1) Ιστορία Παγκόσμια (3) Ιωάννης Χρυσόστομος (6) Καινή Διαθήκη Ερμηνεία (14) Καινή Διαθήκη κριτικό κείμενο NestleAland (5) καρδιά (7) Κασσιανός Όσιος (1) κατάκριση (32) καταναλωτισμός (1) κήρυγμα (1) Κοίμησις Θεοτόκου (7) κοινωνία (65) κόλαση (7) Κρίσις Μέλλουσα (2) Κύριλλος Άγιος (1) Λατρεία Θεία (34) λείψανα (1) λογισμοί (19) λύπη (1) μαγεία (5) μάρτυρες (4) μελέτη (4) μετά θάνατον (25) μετά θάνατον ζωή (15) Μεταμόρφωση (2) Μεταμόρφωσις (4) μετάνοια (56) μητέρα (7) μίσος (1) μνημόσυνα (3) μοναξιά (8) μοναχισμός (8) μόρφωση (6) μουσική (2) Ναός (1) νέοι (6) νεοπαγανισμός (3) νηστεία (10) νους (8) οικονομία (1) Οικουμενισμός (1) ομορφιά (5) όνειρα (20) οράματα (1) Ορθοδοξία (40) πάθη (23) πάθος (2) παιδεία (6) παιδιά (14) Παΐσιος Όσιος (2) Παλαιά Διαθήκη (1) Παλαιά Διαθήκη Ερμηνεία (5) παλαιοημερολογίτες (4) Παναγία (45) παράδειγμα (3) Παράδεισος (32) Παράδοση Ιερά (1) Πάσχα (12) πατρίδα (4) Πεντηκοστή (4) πίστη (124) πλούτος (5) πνευματική ζωή (35) πνευματικός πατέρας (10) πνευματισμός (7) ποίηση (11) πόλεμος (7) πολιτική (3) πολιτισμός (2) Πορφύριος Όσιος (20) Πρόνοια (3) Πρόνοια Θεία (30) προορισμός (5) προσε (1) προσευχή (101) προσοχή (2) προτεσταντισμός (14) προφητείες (1) Ρωμαιοκαθολικισμός (10) Σαρακοστή (4) σεβασμός (2) σοφία (16) Σταυρός (19) Σταύρωση (10) συγχώρηση (3) σχίσμα (1) ταπεινοφροσύνη (40) ταπείνωση (1) Τεσσαρακοστή Μεγάλη (2) Τριάδα Αγία (3) τύχη (2) υλικά αγαθά (3) υπακοή (4) υπαρξιακά (20) υποκρισία (1) υπομονή (28) φαντασία (1) φαντάσματα (2) φιλία (8) φιλοσοφία (3) Φλωρόφσκυ Γεώργιος (3) φόβος (12) χαρά (16) χάρις θεία (8) Χειρόγραφα Καινής Διαθήκης (1) Χριστιανισμός (2) χριστιανός (18) Χριστός (9) Χριστούγεννα (31) χρόνος (9) ψεύδος (8) ψυχή (48) ψυχολογία (5)