Αυξομείωση μεγέθους γραμμάτων.
Κείμενα (blog) - Ιερός Ναός Αγίου Σώστη Νέας Σμύρνης

‹‹Ένας γέροντας πεσμένος στο κρεβάτι του θανάτου, έλεγε σε μερικούς φίλους του, που είχαν έρθει να τον δουν:
            Σήμερα με επισκέφθηκαν τρείς επισκέπτες.
            Πρώτη με επισκέφθηκε η Πίστη.
Έρχομαι μου είπε, να σε αποχαιρετήσω, δεν με έχεις πια ανάγκη. Στη ζωή σου εδώ στη γη σε βοήθησα να ακολουθήσεις τον Κύριό σου και να μείνεις πιστός σε Αυτόν. Τώρα θα Τον δεις ΄΄πρόσωπον προς πρόσωπον΄΄ (Α΄Κορ. 13, 12) και η πίστη σου θα μεταβληθεί σε όψη.
            Δεύτερη με επισκέφθηκε η Ελπίδα.
            Έως τώρα, μου είπε, ήμουν ο πιο καλός σύντροφός σου. Σε ενθάρρυνα στις δυσκολίες σου, σε παρηγορούσα στις θλίψεις σου, σε χαροποιούσα στη σκέψη ότι μια μέρα θα συναντήσεις τον Κύριό σου. Η υπηρεσία μου έληξε. Στον κόσμο στον οποίο πηγαίνεις δεν υπάρχουν πόνοι και θλίψεις, αλλά φως και χαρά.
            Τελευταία με επισκέφθηκε η Αγάπη.
            Εμείς δεν θα αποχωρισθούμε ποτέ, μου είπε. Στη ζωή αυτή, σου αποκάλυπτα το χαρακτήρα του Κυρίου σου και την αγάπη Του για σένα, σου έδινα τα δύναμη να Τον αγαπάς και σε ενέπνεα σε υπηρεσία προς τους συνανθρώπους σου. Όσο ο καιρός περνούσε, συνδεόμασταν όλο και πιότερο. Όλα αυτά, όμως, δεν ήταν παρά ο πρόλογος. Εκεί πάνω θα είμαστε πάντα μαζί. Εγώ θα σου κινώ την καρδιά σε αίνο και δοξολογία αιώνια προς τον Κύριό σου.
            Θα είμαι το άρμα, πάνω στο οποίο θα ταξιδεύεις σε ολόκληρη την αιωνιότητα.
            "Τώρα δε μένει πίστις, ελπίς, αγάπη, τα τρία ταύτα. μείζων δε τούτων η αγάπη"(Α΄Κορ. 13, 13) ›› (ΑΓ. 5)
(αρχ. Ιωάννου Κωστώφ, Καλοί λιμένες, Σταμάτα 2016, σελ. 236-7)

 

Πόσο ωραία, πόσο ευχάριστη, πόσο χαριτωμένη είναι η εικόνα εκείνου που ελπίζει στον Θεό που σώζει, στον Θεό των οικτιρμών, τον Θεό του ελέους, τον αγαθό και φιλάν­θρωπο Θεό.

 

Αληθινά μακάριος είναι ο άνθρωπος που ελπίζει στον Θεό! Ο Θεός είναι πάντα βοηθός του και δεν φοβάται ό,τι κακό κι αν του προξενήσει άνθρωπος. Ελπίζει στον Κύριο και πράττει τα αγαθά! Κάθε του ελπίδα την έχει εναποθέσει σ’ Αυτόν, και σ’ Αυτόν εξομολογείται με όλη του την καρδιά. Είναι το καύχημά του, είναι ο Θεός του και Τον επικαλείται μέρα και νύχτα. Το στόμα του ωραίο, αναπέμπει αίνους στον Θεό, τα χείλη του, πιο γλυκά από μέλι και κερί σαν ανοίγουν για να ψάλλουν στον Θεό· η δε γλώσ­σα του γεμάτη χάρη, κινείται προς δοξολογία Θεού.

Η καρδιά του είναι έτοιμη να Τον επικαλεσθεί, η διάνοια του έτοιμη να ανυψωθεί προς Αυτόν, η ψυχή του είναι προ­σηλωμένη στον Θεό και «η δεξιά του Κυρίου αντελάβετο αυτού». «Εν τω Κυρίω επαινεθήσεται η ψυχή αυτού». Ζητά και λαμβάνει από τον Θεό αυτό που ζητά η καρδιά του. Ζητά και βρίσκει όσα ποθεί. Κρούει και του ανοίγονται οι θύρες του ελέους.

Αυτός που ελπίζει στον Κύριο επαναπαύεται σε ήσυχα νερά. Ο δε Κύριος του δίνει πλούσια τα ελέη του. Η δεξιά του Κυρίου κατευθύνει την πορεία του και δάκτυλος Κυρί­ου τον καθοδηγεί στους δρόμους του.

Αυτός που ελπίζει στον Κύριο δεν αστοχεί. Η ελπί­δα του δεν πεθαίνει ποτέ. Ο Θεός είναι η προσδοκία του, η ακρότατη επιθυμία της καρδιάς του. Προς Αυτόν στε­νάζει η καρδιά του όλη την ημέρα: «Κύριε μην αργήσεις, σήκω, κάνε γρήγορα, έλα και απομάκρυνε από την ψυχή μου κάθε ανάγκη, εξάγαγε εκ φυλακής την ψυχή μου! Θα σε δοξολογήσω με όλη μου την καρδιά Κύριε. Σε Σένα θα απευθύνεται κάθε λόγος που θα βγαίνει απ’ το στόμα μου».

Αυτός που ελπίζει στον Κύριο, ευλογεί τον Ύψιστο, τον λυτρωτή του και αγιάζει «το όνομα το άγιον αυτού». Ελπί­ζει και από τα βάθη της καρδιάς του κραυγάζει προς τον Θεό: «Κύριε πότε ήξω και οφθήσομαι τω προσώπω σου;».

Αυτός που ελπίζει στον Κύριο, θα επικαλεσθεί τον Ύψιστο για να εισέλθει στο αγιαστήριό Του, για να δει και να χαρεί τα θαυμάσια Του· και ο Κύριος θα ακούσει τη φωνή της δέησής του.

Αυτός που ελπίζει στον Κύριο, απολαμβάνει άκρα ειρή­νη· γαλήνη επικρατεί στην καρδιά του και στην ψυχή του βασιλεύει πλήρης αταραξία. Όταν έχει βοηθό του τον Θεό, από τί να φοβηθεί; Από τί να δειλιάσει; Αν ξεσηκωθεί ενα­ντίον του πόλεμος, δεν πτοείται, γιατί ελπίζει στον Κύριο. Αν τον καταδιώξουν πονηροί δεν φοβάται, γιατί ξέρει ότι όλα είναι υπό τον έλεγχο του Κυρίου. Δεν ελπίζει στο τόξο του ούτε στη φαρέτρα του· ούτε εξαρτά τη σωτηρία του από τη ρομφαία, αλλά από τον Κύριο και Θεό του, που μπορεί να τον γλιτώσει από τα χέρια αυτών που τον πολεμούν, από την παγίδα του αμαρτωλού και από την καταιγίδα. Είναι πεπεισμένος για τη δύναμη του Κυρίου και «επί τον βραχί­ονα τον υψηλόν αυτού και ο Κύριος σώσει αυτόν».

Αυτός που ελπίζει στον Κύριο, βαδίζει ήρεμος στον αγώνα της ζωής του και διανύει τον δρόμο αυτό δίχως το άγχος των μερίμνων. Εργάζεται ακατάπαυστα το αγαθό, το ευάρεστο και τέλειο, τα δε έργα του τα ευλογεί ο Θεός. Σπέρνει ευλογημένα και λαμβάνει πλούσιους τους καρπούς των κόπων του. Έχει θάρρος στον Κύριο και δεν παρεκτρέπεται από τους πειρασμούς που τον κυκλώνουν. Στις δοκιμασίες της ζωής δεν παραιτείται, αλλά ελπίζει, δι­ότι εκεί που τα πράγματα φαίνονται αδύνατα, ο Θεός φα­νερώνει τη διέξοδο. Μέσω της πίστης προσδοκά και την ελπίδα της δικαιοσύνης.

Αυτός που ελπίζει στον Κύριο δεν ελπίζει σε χρήματα, ούτε στο μέγεθος της δύναμής του, αλλά επαναπαύεται στη βοήθεια που θα του παράσχει ο Θεός.

Αυτός που ελπίζει στον Κύριο, είναι γεμάτος πίστη και αγάπη προς τον Θεό, ζει έχοντας θάρρος στην αγαθή του συνείδηση, εμφανίζεται με την παρρησία γιου απέναντι στον ουράνιο Πατέρα του και Τον επικαλείται για να έλθει η βασιλεία Του στη γη και το θέλημά Του να πραγματώνε­ται στη γη όπως και στον ουρανό.

Αυτός που ελπίζει στον Κύριο, είναι αφοσιωμένος ολο­κληρωτικά σ’ Εκείνον και υψώνει την καρδιά του στον αγαθό και αθάνατο Θεό. Ζητά απ’ Αυτόν το ύψιστο αγαθό και την αθανασία στη βασιλεία των Ουρανών, και ο Θεός τον εισακούει.

Μακάριος ο άνθρωπος που ελπίζει στον Κύριο!

 

(Αγίου Νεκταρίου, Το γνώθι σαυτόν, εκδ. Άθως, σ.101-104)

Με ποιόν μοιάζει ο χριστιανός, που σηκώνει τις θλίψεις της επίγειας ζωής με αληθινή πνευματική σύνεση;
Μ' έναν οδοιπόρο, που στέκεται στην ακροθαλασσιά σε ώρα τρικυ­μίας.

Τα αγριεμένα άσπρα κύματα πλησιάζουν τον οδοιπόρο και, αφού σπάσουν στην άμμο, διαλύονται πάνω στα πό­δια του σε αναρίθμητες μικρές σταγόνες. Η θάλασσα, φιλονικώντας με τον άνεμο, βρυχιέται, υψώνει κύματα σαν βουνά, βράζει, παφλάζει. Το ένα κύμα γεννά και στη συνέχεια καταβροχθίζει το άλλο. Οι κορυφές τους είναι στεφανωμένες με κάτασπρο αφρό. Όλη η θάλασσα είναι καλυμμένη απ' αυτά τα κύματα, που μοιάζουν με τερά­στιο λάρυγγα φοβερού τέρατος δίχως δόντια.

Ο οδοιπόρος παρατηρεί το φοβερό θέαμα με ήρεμο λογισμό. Τα μάτια του είναι στη θάλασσα. Πού είναι, όμως, η σκέψη του; Και πού η καρδιά του; Η σκέψη του είναι στις πύλες του θανάτου. Και η καρδιά του στην κρί­ση του Θεού. Εκεί είναι ήδη με τον νου του· εκεί είναι με το αίσθημά του· εκεί είναι οι φροντίδες του· εκεί είναι ο φόβος του.

Από τον φόβο τούτο φεύγει μακριά ο φόβος των επίγειων πειρασμών, θα κοπάσουν οι άνεμοι, θα γαληνέψει η θάλασσα. Εκεί που πρώτα μάνιαζαν τα τεράστια οργισμένα κύματα, δεν θα βλέπει κανείς παρά μιαν επίπεδη επιφάνεια από νερά ακίνητα, νερά κουρασμένα από τη θύελλα. Μετά τη μεγάλη θαλασσοταραχή, τα νερά θα καταπέσουν σε μια νεκρική ακινησία. Στον διάφανο κα­θρέφτη τους θα αντανακλά ο βραδινός ήλιος, όταν θα σταθεί πάνω από την Κρονστάνδη, θα σκορπίσει τις ακτί­νες του σ' όλον τον Φιννικό Κόλπο και θα συναντήσει τον ποταμό Νιέβα προς την Πετρούπολη. Θέαμα σαν ζωγράφημα, γνωστό στους κατοίκους της ερήμου του Αγίου Σεργίου. Αυτόν τον ουρανό, αυτή την ακροθαλασσιά, αυτά τα κτίρια πόσοι τα είδαν; Πόσοι είδαν τα αφροστεφανωμένα, τα περήφανα, τα άγρια κύματα; Πάρα πολλοί. Και όλοι αυτοί έφυγαν. Όλοι βρίσκονται τώρα στην ησυχία του τάφου. Εκεί θα βρεθούν και όσοι σήμερα τα αντικρίζουν. Πόσο άστατα, πόσο φευγαλέα είναι τα επίγεια -όσο των κυμάτων τα αφροστέφανα!

Κοιτάζοντας από τον ήσυχο αρσανά τη θάλασσα του βί­ου να φουσκώνει από τα κύματα των παθών, Σε ευγνω­μονώ, Βασιλιά και Θεέ μου! Μ' έφερες σ' ετούτη την αγία μονή. Μ' έκρυψες «στο απόκρυφο καταφύγιο της θείας Σου παρουσίας από τις άδικες επιθέσεις των ανθρώπων» και με φύλαξες «από συκοφαντικές γλώσσες» [1]. Για τούτο μόνο πονάει η ψυχή μου, για τούτο συνταράζεται το άγνω­στο: Θα περάσω, άραγε, από δω, από την ακροθαλασσιά του άστατου και ψεύτικου βίου, «στον τόπο της σκηνής της θαυμαστής, στον οίκο του Θεού, με φωνές χαράς και δοξολογίας, μέσα σε ήχους γιορτινούς» [2]; Θα κατοικήσω, άραγε, εκεί αιώνια; Τι κι αν έχω θλίψεις στον κόσμο; «Εγώ στήριξα τις ελπίδες μου στον Θεό, κι έτσι δεν έχω να φοβηθώ ότι κι αν μου κάνει άνθρωπος» [3].

Έρημος Αγίου Σεργίου, 1843
_________________

1. Ψαλμ. 30:21
2. Ψαλμ. 41:5
3. Ψαλμ. 55:12

(Πηγή: «ΑΣΚΗΤΙΚΕΣ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ» τ. Α',  ΑΓΙΟΥ ΙΓΝΑΤΙΟΥ ΜΠΡΙΑΝΤΣΑΝΙΝΩΦ, Ι. Μ. ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ)

Άκουσε Κύριε! Νύχτα. Θα Σου πω,
χωρίς τραγούδι απόψε και σκοπό,
απλά δυο λόγια μεσ’ απ’ την καρδιά μου,
στη νύχτα που σωπαίνει ολόγυρά μου.
Τ’ ορνίθι λάλησε, μα εγώ δεν κλείνω μάτι.
Είν’ η ψυχή μου προσευχή γεμάτη.
Θέλω Π α τ έ ρ α να Σε πω ξανά,
χωρίς κυμβάλων ήχους κι ωσαννά.
Πατέρα, σαν παιδί Σου, να Σε κράξω,
και μόνο απλά κι αθώα να Σε κοιτάξω.

Ο πόθος μου δε σού μεινε κρυφός.
Τον έστησα μπροστά Σου μεσ’ στο φως.
Κι ουδέ τα λάθη μου έμειναν κρυμμένα,
σε Σένα τα φανέρωσα ένα- ένα.
Το κάθε δάκρυ που έσταξε καυτό,
δεν έλεε πως γοργά θα γιατρευτώ;;
Πατέρα μου, τ’ αλέτρι Σου έχει οργώσει
βαθιά, με τ’ ατσαλένιο του γυνί.
Ας στάξουν χάρης δρόσο οι ουρανοί,
καρπούς γλυκούς κι αμέτρητους να δώσει!

Τακ- τακ μετρούν οι χτύποι της καρδιάς
τον πόνο της αμίλητης βραδιάς.
Και πένθιμες αργά περνούν οι ώρες,
σφιγμένες στην οδύνη μυροφόρες.
Νεκρούς αγαπημένους κλαιν εδώ,
και σκύβω μεσ’ στα στήθη μου να δω…
Καλές προθέσεις πού σβησαν νωρίς,
και πόθοι αγνοί που μού μελλε να πέσουν
σαν άνθη, κι ω ψυχή δεν καρτερείς
στην ώρα τους να φτάσουν και να δέσουν!

Γιατί ‘ναι τούτη νύχτα μελανή
και πιότερο απ’ τις άλλες βουρκωμένη;;
Τα στήθια μου πλακώσαν οι ουρανοί
κι αγγίζουν ως τη γη μαυροντυμένοι.
Μπουρίνι θα ξεσπάσει;; Ποιος το ξέρει;
Μα ποιος μπορεί να πει για την αυγή,
σαν τι παρηγοριές θε να μου φέρει;;
Ας έρθει κι η βροχή και το χαλάζι,
κι ας σπάσουν οι ουρανοί μ’ ορμή στη γη.
Εσένα έχω Πατέρα!!! Τι με νοιάζει;;

Και τούτο θέλω πάλι να Σου πω,
χωρίς τραγούδι απόψε και σκοπό…

Γ. Βερίτης

Η ΑΚΟΛΟΥΘΗ διήγησις είναι παρμένη από τη ζωή του Οσίου Θεοδοσίου του Κοινοβιάρχου.

Όταν πρωτοϊδρύθηκε το Κοινόβιο του Οσίου Θεοδοσίου στην Παλαιστίνη, ήταν τόσο φτωχό που συχνά δεν υπήρχαν ούτε τα απολύτως αναγκαία για την συντήρησι των Μοναχών.

Ήτο Μέγα Σαββάτο απόγευμα.

Περίμεναν να εορτάσουν το Άγιο Πάσχα. Οι Αδελφοί έψαχναν απελπισμένοι ολόκληρο το μοναστήρι. Δεν ζητούσαν μεγάλα πράγματα. Για τίποτε φαγώσιμο, ούτε συζήτησι πια δεν γινόταν. Μια μικρή προσφορά εκύτταζαν να βρούν, ξεχασμένη από άλλη φορά, για να μη στερηθούν τη Θεία Κοινωνία. Αδύνατον ν' ανακαλύψουν. Κι εδώ στέρησις, συλλογίζονταν. Το είπαν στο Γέροντά τους, στον Όσιο Θεοδόσιο. Τους άκουσε με απόλυτη ηρεμία σαν να συνέβαιναν όλα αυτά σε ξένη περιοχή. Ούτε την ανησυχία τους φαινόταν να συμμερίζεται ο ουράνιος εκείνος άνθρωπος και διαταγή έδωσε να είναι έτοιμο για τη νυκτερινή Λειτουργία το Άγιο Βήμα, ακόμη κι η τράπεζα για το πασχαλινό γεύμα.

— Μάταιη παρηγοριά, ψιθύρισαν μερικοί.

Ο Όσιος έκανε πως δεν άκουσε.

— Μήπως έγινε ασθενέστερος στη δύναμι η ατονώτερος στο να χορηγή και σήμερα Εκείνος που έθρεψε με το μάννα ολόκληρο λαό στην έρημο και χόρτασε τόσο πλήθος με πέντε ψωμιά;

Εθαύμαζαν οι Μοναχοί την πεποίθησι του Ηγουμένου τους, μα δε κατώρθωσαν να τη συμμερισθούν.

Βασίλευε ο ήλιος όταν κτύπησε την πόρτα του Μοναστηριού κάποιος άγνωστος. Μαζί του έφερνε δύο καμήλες φορτωμένες.

— Πήγαινα μια μικρή δωρεά σε κάποια σκήτη λίγο πιο πέρα από το Μοναστήρι σας, εξήγησε στους Αδελφούς. Μα μόλις έφθασα εδώ, τα ζώα μου σταμάτησαν και με κανένα τρόπο δεν μπορούσα να τα κάνω να προχωρήσουν βήμα. Λέγω μήπως θέλει ο Θεός ν' αφήσω σε σας αυτά τα λίγα τρόφιμα;

Λίγα τρόφιμα! Αυτά έφθασαν ως την Πεντηκοστή και πέρα ακόμη. Ούτε προσφορές έλειπαν για τη Θεία Λειτουργία από την ανέλπιστη δωρεά.

— Πολύ μεγάλη η ελπίδα! έλεγαν μεταξύ των οι καλόγεροι του Οσίου Θεοδοσίου κι ευλαβούντο τον Άγιο Γέροντά τους που τον στόλιζε κι αυτή.

* * *

Ο ΑΒΒΑΣ Μωϋσής κάποτε αποφάσισε να κατοικήση σε μια απρόσιτη σπηλιά, στη ρίζα μιας απότομης προεξοχής του βουνού. Ανέβαινε και συλλογιζόταν:

— Καλά όλα τ' άλλα, μα που θα βρίσκω νερό σε τούτο τον ξερότοπο;

Τό λεγε και το ξανάλεγε κι άρχισε να κλονίζεται. Τότε άκουσε φωνή να του λέγη:

— Προχώρει αμέριμνος και άφησε αυτή τη φροντίδα σε μένα.

Πήρε θάρρος κι έκανε κατοικία του το σπήλαιο. Ύστερα από λίγο καιρό πήγαν να τον ιδούν δύο συνασκηταί του από τη σκήτη. Δεν του βρισκόταν παρά ένα μικρό σταμνί νερό που το ξόδεψε να βράση λίγες φακές για να τους φιλοξενήση. Άρχισε τότε να στενοχωριέται και με φανερή αδημονία έμπαινε κι έβγαινε στο σπήλαιο και παρακαλούσε τον Θεό για νερό.

Ξαφνικά εκεί που δεν το περίμενε κανείς, ένα σύννεφο παρασυρμένο από τον άνεμο πήγε κι εστάθηκε πάνω από τη σπηλιά κι έρριξε τόση βροχή, όση χρειάστηκε να γεμίση όλα του τα σταμνιά ο Μωϋσής.

Οι Γέροντες, που δεν τους διέφυγε η αδημονία του, τον ρώτησαν ύστερα από το φαγητό:

— Τι είχες πάθει το πρωί και πηγαινοερχόσουν με τόση ανησυχία;

— Έκανα δικαστήριο με τον Θεόν, αποκρίθηκε με αφέλεια ο Αιθίοψ. Του υπενθύμιζα πως είχε αναλάβει τη φροντίδα μου και έπρεπε οπωσδήποτε να μου έβρισκε νερό να πιούν οι δούλοι Του. Και να που ο Αγαθός Δεσπότης αναγκάστηκε να στείλη.

* * *

ΚΑΠΟΙΟΣ φιλομόναχος χριστιανός επισκεπτόταν τακτικά τους Γέροντας στην έρημο για να ωφελήται από τη διδασκαλία των. Κάποτε ανακάλυψε ένα πολύ γέρο και άρρωστο Ερημίτη. Τον λυπήθηκε και θέλησε να του αφήση όσα χρήματα είχε μαζί του, για τις ανάγκες του.

— Κράτησέ τα, Αββά, του έλεγε παρακαλεστικά. Είσαι γέρος κι άρρωστος. Δεν μπορείς πια να εργάζεσαι.

— Εξήντα ολόκληρα χρόνια υποφέρω από τούτη την αρρώστια και με του Θεού τη βοήθεια δε μου έλειψε ποτέ τίποτε. Εκείνος που έχει τη φροντίδα μου αδιάκοπα μου στέλνει πάντα τα αναγκαία. Θέλεις λοιπόν τώρα εσύ, Αδελφέ, να διώξης τον Τροφέα μου; είπε ο γέρων Ερημίτης και με κανένα τρόπο δε δέχτηκε τα χρήματα.

* * *

(Γεροντικόν, μοναχής Θεοδώρας Χαμπάκη, εκδ Λυδία)

ΕΝΑΣ νέος αξιωματικός που πριν από λίγο είχε οδηγηθή στο δρόμο του Θεού κι ακόμα πάλευε με τη συνείδησί του, ρώτησε τον εξομολόγο του, αν πραγματικά, όπως του έλεγαν, δεχόταν ο Θεός τόσο εύκολα την μετανοια του ανθρώπου.

— Αν κατά τύχη σκιστή κάπου ο μανδύας σου, παιδί μου, του είπε εκείνος, τον βγάζεις αμέσως και τον πετάς, σαν άχρηστο;

— Όχι, δα, έκανε εκείνος. Τον ράβω και τον επιδιορθώνω, όσο βέβαια δέχεται επιδιόρθωσι.

— Αν λοιπόν εσύ λυπάσαι το φόρεμα σου κι εύκολα δεν το πετάς, πως δε θα λυπηθή ο Θεός το πλάσμα Του και δε θα κάνη ό,τι είναι δυνατόν για να το διορθώση; είπε ο καλός Γέροντας κι ανάπαυσε το νέο.

* * *

ΕΝΑΣ αρχάριος Μοναχός πήγε στενοχωρημένος στον Όσιο Ποιμένα.

— Έπεσα σε μεγάλο σφάλμα, Αββά, του εξωμολογήθηκε, και θέλω τουλάχιστον τρία χρόνια για να μετανοήσω.

— Είναι πολλά, του είπε ο Όσιος.

— Είναι αρκετοί τρείς μήνες, τότε;

— Και τόσο είναι πολύ, αποκρίθηκε ο Όσιος. Εγώ σου λέγω πως, αν ειλικρινά μετανοήσης και πάρης σταθερή απόφασι να μην επαναλάβης ποτέ το ίδιο σφάλμα, σε τρεις μέρες σε δέχεται η αγαθότης του Θεού.

* * *

ΑΛΛΟΣ Αδελφός ρώτησε τον ίδιο Γέροντα, αν ο Θεός εύκολα συγχωρή τις αμαρτίες του ανθρώπου.

— Πώς είναι δυνατόν να μη συγχωρή, τέκνον μου, Εκείνος που δίδαξε τη μακροθυμία στους ανθρώπους; Δεν παραγγέλλει στον Πέτρο να συγχωρή εκείνον που του σφάλλει «έως εβδομηκοντάκις επτά» δηλαδή επάπειρον; αποκρίθηκε ο Γέρων.

* * *

ΚΑΠΟΙΟΣ άλλος πάλι ζήτησε να του εξηγήση τι ακριβως είναι μετάνοια.

— Η μη επανάληψις της ιδίας αμαρτίας, αποκρίθηκε ο Όσιος Ποιμην.

* * *      

ΕΝΑΣ Αδελφός εξωμολογήθηκε στον Αββά Σισώη:

— Έπεσα, Πάτερ. Τι να κάνω τώρα;

— Σήκω, του είπε με τη χαρακτηριστική του απλότητα ο Άγιος Γέροντας.

— Σηκώθηκα, Αββά, μα πάλι έπεσα στην καταραμένη αμαρτία, ωμολόγησε με θλίψι ο Αδελφός.

— Και τι σ' εμποδίζει να ξανασηκωθής;

— Ως πότε; ρώτησε ο Αδελφός.

— Έως ότου σε βρή ο θάνατος ή στην πτώσι ή στην έγερσι. Δεν είναι γραμμένο «όπου εύρω σε εκεί και κρινώ σε»; εξήγησε ο Γέροντας. Μόνο εύχου στον Θεό να βρεθής την τελαυταία σου στιγμή σηκωμένος με την άγια μετάνοια.

* * *

ΚΑΠΟΙΟΣ άλλος νέος παραστράτησε, μα τόσο μετανόησε, όταν η θεία Χάρις τον επεσκέφθηκε στο άκουσμα ενός μόνο κηρύγματος, που άφησε τον κόσμο και έγινε καλόγερος. Έφτιαξε μια καλύβα στην έρημο κι έκλαιε κάθε μέρα με πολύ πόνο τις αμαρτίες του. Με τίποτε δε μπορούσε να παρηγορηθή.

Μια νύχτα, παρουσιάστηκε στον ύπνο του ο Ιησούς, περιτριγυρισμένος από φως ουράνιο. Πήγε κοντά του με καλωσύνη:

— Τι έχεις, άνθρωπε, και κλαις με τόσο πόνο; τον ρώτησε με τη γλυκειά φωνή Του.

— Κλαίω Κύριε, γιατί έπεσα, είπε με απελπισία ο αμαρτωλός.

— Ω, τότε σήκω.

— Δε μπορώ μόνος, Κύριε.

Άπλωσε τότε το θεϊκό Του χέρι ο Βασιλιάς της αγάπης και τον βοήθησε να σηκωθή. Εκείνος όμως δεν σταμάτησε να κλαίη.

— Τώρα γιατί κλαις;

Πονώ, Χριστέ μου, γιατί σε λύπησα. Ξώδεψα τον πλούτο των χαρισμάτων Σου σε ασωτίες.

Έβαλε τότε με στοργή το χέρι Του ο φιλάνθρωπος Δεσπότης στο κεφάλι του πονεμένου αμαρτωλού και του είπε με ιλαρότητα:

— Αφού για μένα πονάς τόσο πολύ, εγώ έπαυσα πια να λυπάμαι για τα περασμένα.

Ο νέος σήκωσε το βλέμμα του να ευχαριστήση το Σωτήρα του, μα Εκείνος δεν ήτο πια εκεί. Στη θέσι που πατούσε είχε σχηματισθή ένας πελώριος ολόφωτος σταυρός. Λυτρωμένος πια από το βάρος της αμαρτίας, έπεσε και τον προσκύνησε.

Μ' ευγνωμοσύνη στην ψυχή, ύστερα από το όραμα εκείνο, κατέβηκε πάλι στην πολιτεία ο νέος για να γίνη πιο θερμός κήρυκας της μετανοίας και να οδηγήση στον Χριστό πολλούς άλλους παραστρατημένους.


(Γεροντικόν, μοναχής Θεοδώρας Χαμπάκη, εκδ. Λυδία)

ΚΑΠΟΙΟΣ Αδελφός εννιά ολόκληρα χρόνια βασανιζόταν από ένα κακό λογισμό. Κάθε μέρα έκλαιγε κι έλεγε κατακρίνοντας τον εαυτό του:

— Είμαι αίτιος γι' αυτόν. Θα χάσω την ψυχή μου.

Αγωνιζόταν σκληρά. Του κάκου όμως. Ήταν αδύνατον ν' απαλλαγή. Στο τέλος κάμφθηκε η αντιστασίς του. Έπεσε σ' απόγνωσι.

— Έχασα πια την ψυχή μου, συλλογίστηκε. Γιατί να μένω άσκοπα στην έρημο; Ας γυρίσω στον κόσμο.

Έτσι πήρε το δρόμο για την πολιτεία. Μα καθως περπατούσε με βαρειά καρδιά, άκουσε πίσω του φωνή:

— Δυστυχισμένε, έτσι ποδοπατάς τ' αμάραντο στεφάνι που εννιά χρόνια με την υπομονή σου έπλεκες; Γύρισε πίσω να το αποτελειώσης.

Βάλσαμο παρηγοριάς χύθηκε στη θλιμμένη καρδιά του Αδελφού. Με σταθερό βήμα τώρα ξαναπήρε το δρόμο για την έρημο. Μα κι ο Αγαθός Θεός αφάνισε το λογισμό του.

* * *

ΕΝΑΣ ΝΕΟΣ, παρασυρμένος από την τρομερή δύναμι της κακής συνήθειας, έπεφτε συχνά σε βαρύ αμάρτημα. Δεν άφηνε όμως τον αγώνα. Ύστερα από κάθε κατρακύλισμα έχυνε πύρινα δάκρυα και προσευχόταν στον Θεό μ' αυτά τα πονεμένα λόγια: «Κύριε, σώσε με, είτε θέλω είτε δε θέλω. Εγώ σαν χωματένιος, που είμαι, τραβιέμαι εύκολα από την λάσπη της αμαρτίας. Συ όμως έχεις τη δύναμι να μ' εμποδίσης. Δεν είναι θαυμαστό, Θεέ μου, αν ελεήσης τον δίκαιο, ούτε αν σώσης τον ενάρετο, γιατί αυτοί είναι άξιοι να γευθούν την αγαθότητά σου. Σε μένα τον αμαρτωλό δείξε, Κύριε, το έλεος και τη φιλανθρωπία Σου, και σώσε με με θαυματουργικό τρόπο, γιατί μ' όλη την αθλιότητά μου σε Σε μόνο καταφεύγω ο δυστυχής».

Αυτά έλεγε με συντριβή ο νέος και όταν κυριευόταν από το πάθος και όταν ακόμη ήτο ήρεμος. Κάποια φορά, που πάλι νικήθηκε ύστερα από αγωνιώδη αντίστασι, γονάτισε παρευθύς κι επανέλαβε τα ίδια λόγια, χύνοντας ποταμούς δακρύων. Η ακατανίκητη ελπίδα του στη θεία ευσπλαγχνία ερέθισε τον διάβολο. Παρουσιάστηκε μπροστά του όλος μανία και του φώναξε:

— Άθλιε, δεν νοιώθεις λίγη ντροπή, όταν με τέτοια χάλια τολμάς να προσεύχεσαι και να παίρνεις στο στόμα σου του Θεού το όνομα; Μάθε μια για πάντα πως για σένα δεν υπάρχει σωτηρία.

Ο γενναίος αγωνιστής δε φοβήθηκε, ούτε την ελπίδα του έχασε, όπως περίμενε ο διάβολος.

— Μαθε κι εσύ, του αποκρίθηκε θαρρετά, πως το δωμάτιο αυτό είναι σιδηρουργείο. Μια σφυριά δίνεις και μια παίρνεις. Δε θα πάψω να σε πολεμώ με τη μετάνοια και την προσευχή, ώσπου να βαρεθής να με πολεμάς κι εσύ με την αμαρτία.

— Έτσι λοιπόν; φώναξε ο διάβολος με κακία. Από δω κι εμπρός παύω να σε πολεμώ, για να μην αυξηθούν τα βραβεία της υπομονής σου. Κι έγινε άφαντος.

Από τη στιγμή εκείνη έπαψε ο πόλεμος του νέου. Εκείνος όμως ούτε μια στιγμή δεν έπαυσε να προσέχη τον εαυτό του και έκλαιε συχνά σαν θυμόταν τα σφάλματά του.

— Εύγε σου! Έχεις κατάνυξι, του ψιθύριζε καμμιά φορά στo λογισμό του ο εχθρός για να τον ρίξη τώρα στην υψηλοφροσύνη.

— Ανάθεμά σε τούτο το καλό, αποκρινόταν με περιφρόνησι ο νέος. Μήπως αρέσει στο Θεό να χάση ο άνθρωπος την καθαρότητα της ψυχής του με ρυπαρές πράξεις κι ύστερα να κάθεται να κλαίη;

* * *

(Γεροντικόν, Θεοδώρας Χαμπάκη εκδ. Λυδία)

Αλήθεια πόσοι από μας έχουν βιώσει ανάλογα περιστατικά "της κατάλληλης στιγμής" και τα αποδίδουμε στην τύχη; Αλήθεια πόσες φορές ακούμε ανθρώπους,  στο άκουσμα  της έκφρασης "έχει ο Θεός" να απαντούν "ο Θεός έχει, έμεις δεν έχουμε".

Ο  Θεός έχει για όλους μας, αρκεί να τον αγάπαμε και να του εμπιστευόμαστε την ζωή μας. Ο Ίδιος μας αποκάλεσε φίλους του. Κι ως φίλους του μας νοιάζεται και μας αγαπά.  Το πιο κάτω περιστατικό αναφέρεται στο βιβλίο: ΥΠΟΘΗΚΕΣ ΖΩΗΣ από την ζωή και την διδασκαλία του π. Επιφανίου (Ιερό ησυχαστήριο Κεχαριτωμένης Θεοτόκου)

Παραμονές των Χριστουγέννων του 1968 διαπίστωσε ευρισκόμενος στο εξομολογητήριο ότι του είχαν μείνει μόνο 50 δρχ. για τους φτωχούς. Τότε διέκοψε για λίγο την εξομολόγηση και είπε προσευχόμενος: Κύριε, αν έλθουν για εξομολόγηση κι άλλοι άνθρωποι που έχουν ανάγκη χρημάτων, πως να τους αφήσω να φύγουν με άδεια χέρια; Στείλε μου, Σε παρακαλώ, χρήματα.. Μετά την προσευχή αυτή συνέχισε την εξομολόγηση. Ύστερα από λίγο ένα παιδί χτύπησε την πόρτα και παρέδωσε στον Γέροντα ένα φάκελλο λέγοντας:

Ένας κύριος που βιαζόταν, μου έδωσε για σας, π. Επιφάνιε, αυτό το φάκελλο.

Ο Γέροντας άνοιξε το φάκελλο και βρήκε μέσα 20.000 δρχ και ένα σημείωμα με τα λόγια: "Για του φτωχούς σας".


«Ο Αβραάμ Λίνκολν δεν παραιτήθηκε»
Η αίσθηση της υποχρέωσης να συνεχίσουμε
υπάρχει σε όλους μας.
Το καθήκον για αγώνα είναι καθήκον όλων μας.
Αισθάνθηκα μια φωνή
να με καλεί σ' αυτό το καθήκον.
Αβραάμ Λίνκολν

Το πιο χαρακτηριστικό, ίσως, παράδειγμα επιμονής είναι ο Αβραάμ Λίνκολν. Αν θέλετε να μελετήσετε μια περίπτωση ανθρώπου που δεν παραιτήθηκε, μην ψάξετε άλλο.
Γεννημένος μέσα στη φτώχεια, ο Λίνκολν αντιμετώπισε την αποτυχία σ' όλη του τη ζωή. Έχασε οκτώ φορές στις εκλογές, απέτυχε δυο φορές ως επιχειρηματίας κι έπαθε νευρικό κλονισμό.
Θα μπορούσε να είχε παραιτηθεί από την προσπάθεια πολλές φορές, αλλά δεν το έκανε. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά κατόρθωσε να γίνει ένας από τους σημαντικότερου προέδρους των Ηνωμένων Πολιτείων της Αμερικής.
Ο Λινκολν υπήρξε πρωταθλητής. Ακολουθεί μια εξιστόρηση της πορείας του προς το Λευκό Οίκο:
1816 Έξωση της οικογένειάς του από το σπίτι τους. Αναγκάζεται να δουλέψει για να τη βοηθήσει.
1818 Θάνατος της μητέρας του.
1831 Αποτυγχάνει ως επιχειρηματίας.
1832 Θέτει υποψηφιότητα για πολιτειακός βουλευτής -χάνει.
1832 Χάνει επίσης τη δουλειά του -ήθελε να πάει στη νομική σχολή, αλλά δεν τα κατάφερε να εισαχθεί.
1833 Δανείζεται χρήματα από ένα φίλο του για να κάνει κάποια επιχείρηρη και μέχρι το τέλος του χρόνου πτωχεύει. Πέρασε τα επόμενα 17 χρόνια της ζωής του πληρώνοντας το χρέος του.
1834 Θέτει πάλι υποψηφιότητα για πολιτειακός βουλευτής -κερδίζει.
1835 Αρραβωνιάζεται αλλά δεν προλαβαίνει να παντρευτεί. Πεθαίνει η μνηστή του, πράγμα που του στοίχισε.
1836 Παθαίνει νευρικό κλονισμό και μένει στο κρεβάτι για έξι μήνες.
1838 Επιδιώκει να γίνει πρόεδρος της Βουλής -αποτυγχάνει
1840 Επιδιώκει να γίνει εκλέκτορας -αποτυγχάνει.
1843 Θέτει υποψηφιότητα για το Κογκρέσο -Χάνει.
1846 Θέτει πάλι υποψηφιότητα -αυτή τη φορά κερδίζει, πάει στην Ουάσινγκτον κι αποδεικνύεται πολύ καλός.
1848 Επιδιώκει επανεκλογή του στο Κογκρέσο -χάνει.
1849 Προσπαθεί να διοριστεί στη θέση διοικητή εθνικού κτηματολογίου στην πολιτεία του -αποτυγχάνει.
1854 Θέτει υποψηφιότητα γερουσιατή -χάνει.
1856 Θέτει υποψηφιότητα αντιπροέδρου στη γενική συνέλευση του κόμματός του -παίρνει λιγότερους από 100 ψήφους.
1858 Θέτει υποψηφιότητα γερουσιαστή και πάλι χάνει.
1860 Εκλέγεται πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών.
"Ο δρόμος ήταν τραχύς και ολισθηρός. Το ένα μου πόδι γλίστρησε κι έσπρωξε το άλλο βγάζοντάς το έξω από το δρόμο, συνήλθα όμως, κι είπα στον εαυτό μου, "Γλίστρημα ήταν, όχι πτώση" ".
Αβραάμ Λίνκολν
Μετά από κάποια αποτυχία
εκλογής του στη γερουσία
(από το βιβλίο Βάλσαμο για την ψυχή, σελ. 189-191)

 

Θα με βοηθήσετε;

Το 1989, ένας σεισμός 8.2 βαθμών ισοπέδωσε σχεδόν την Αρμενία, σκοτώνοντας πάνω από 30.000 άτομα σε λιγότερο από τέσσερα λεπτά.

Μέσα από την ολοκληρωτική καταστροφή και το χάος, ένας πατέρας άφησε τη γυναίκα του στο σπίτι κι έτρεξε στο σχολείο όπου βρισκόταν ο γιος του, όπου ανακάλυψε πως το σχολικό κτίριο ήταν ένας σωρός από ερείπια.

Μετά από το αρχικό τραυματικό σοκ, θυμήθηκε την υπόσχεση που είχε δώσει στο γιο του: «Ότι και να συμβεί θα είμαι πάντα δίπλα σου!» και τα μάτια του άρχισαν να γεμίζουν δάκρυα. Καθώς κοιτούσε το σωρό με τα ερείπια κάθε ελπίδα φαινόταν μάταια, αλλά η υπόσχεση που είχε δώσει στο γιο του εξακολούθησε να τον απασχολεί.

Προσπάθησε να συγκεντρώσει τη σκέψη του στη διαδρομή που ακολούθησε ο γιος του για το σχολείο κάθε πρωί. Καθώς θυμήθηκε ότι η τάξη του βρισκόταν στην πίσω δεξιά γωνία του κτιρίου, έτρεξε προς τα εκεί κι άρχισε να σκάβει.

Στο μεταξύ, άρχισαν να καταφθάνουν κι άλλοι απελπισμένοι γονείς, οι οποίοι φώναζαν: «Ο γιος μου!» «Η κόρη μου!» Κάποιοι γονείς, καλοπροαίρετα, προσπάθησαν να τον τραβήξουν πίσω από τα ερείπια λέγοντας του:

«Τελείωσε πια!» «Έχουν σκοτωθεί!» «Δεν μπορείς να κάνεις τίποτα!» «Πήγαινε στο σπίτι σου!» «Έλα , αντιμετώπισε την αλήθεια, δεν μπορείς να κάνεις τίποτα πια!» «Απλώς θα χειροτερέψεις τα πράγματα!»

Απαντούσε σε όλους στερεότυπα: «Θα με βοηθήσετε τώρα;» και συνέχιζε να σκάβει για να βρει το γιο του, σηκώνοντας μία μία τις πέτρες.

Ο διοικητής της πυροσβεστικής εμφανίστηκε σε κάποια στιγμή και προσπάθησε να τον απομακρύνει από τα ερείπια λέγοντάς του: «Έχουν ξεσπάσει πυρκαγιές, από παντού ακούγονται εκρήξεις. Κινδυνεύεις. Θα το αναλάβουμε εμείς αυτό. Πήγαινε στο σπίτι σου». Και πάλι ο στοργικός πατέρας είπε: «Θα με βοηθήσετε τώρα;»

Μετά, ήρθε η αστυνομία και του είπε: «Είσαι θυμωμένος, απελπισμένος. Αλλά βάζεις άλλους σε κίνδυνο. Πήγαινε στο σπίτι σου. Θα κάνουμε εμείς αυτό που πρέπει να γίνει». Εκείνος αποκρίθηκε: «Θα με βοηθήσετε τώρα;» Κανένας δεν τον βοήθησε.

Με θάρρος συνέχισε μόνος του να σκάβει, θέλοντας να διαπιστώσει αν το παιδί του ήταν ζωντανό ή νεκρό. Έσκαβε οκτώ ώρες... δώδεκα ώρες… είκοσι τέσσερις ώρες… τριάντα έξι ώρες. Στην τριακοστή όγδοη ώρα, σήκωσε μια μεγάλη πέτρα κι άκουσε τη φωνή του γιου του. Φώναξε τ’ όνομα του παιδιού του: «Αρμάντ!» Από κάτω ήρθε η απάντηση: «Πατέρα! Εγώ είμαι πατέρα! Είπα στα άλλα παιδιά να μην ανησυχούν. Τους είπα ότι αν ήσουν ζωντανός, θα με έσωζες και μαζί μ’ εμένα θα έσωζες κι εκείνα. Υποσχέθηκες: «Ό,τι και να συμβεί θα είμαι δίπλα σου!» Το τήρησες, πατέρα»

«Τι γίνεται εκεί μέσα; Πώς είναι η κατάσταση;» ρώτησε ο πατέρας.

«Είμαστε 14 ζωντανοί από 33, πατέρα. Είμαστε τρομαγμένοι, πεινάμε, διψάμε και χαιρόμαστε που βρίσκεσαι εδώ. Όταν κατέρρευσε το κτίριο, σχηματίστηκε μια σφήνα, ένα τρίγωνο που μας προστάτεψε».

«Έλα βγες έξω αγόρι μου».

«Όχι, πατέρα! Ας βγουν πρώτα τα άλλα παιδιά, εγώ ξέρω πως θα με βγάλεις! Ό,τι και να συμβεί ξέρω πως θα είσαι δίπλα μου!»  Marc V. Hansen

(από το βιβλίο Βάλσαμο για την ψυχή, σελ. 222-224)

Εύρεση

Δημοφιλή Θέματα (Α-Ω)

αγάπη (151) Αγάπη Θεού (36) αγάπη σε Θεό (9) αγάπη σε Χριστό (30) άγγελοι (6) Αγία Γραφή (44) Αγιασμός (1) Άγιο Πνεύμα (7) άγιοι (8) άγιος (65) αγνότητα (3) άγχος (9) αγώνας (51) αγώνας πνευματικός (8) αθεΐα (70) αιρέσεις (58) αλήθεια (16) αμαρτία (47) Ανάσταση (56) ανασταση νεκρών (2) ανθρώπινες σχέσεις (112) άνθρωπος (15) αντίχριστος (6) αξιώματα (3) απιστία (5) αποκάλυψη (4) απόκρυφα (12) αρετή (42) ασθένεια (10) άσκηση (1) αστρολογία (1) αυτογνωσία (39) Β Παρουσία (8) Β' Παρουσία (10) βάπτιση (4) βάπτισμα (8) Βασίλειος ο Μέγας (1) βία (1) βιβλίο (3) βιοηθική (4) γάμος (31) Γένεση (4) Γεροντικόν (42) γλώσσα (25) γνώση (4) γονείς (32) γυναίκα (6) δάκρυα (1) δάσκαλος (9) Δεύτερη Παρουσία (3) Δημιουργία (35) διάβολος (39) διάκριση (35) διάλογος (1) δικαιοσύνη (1) Δογματικα Θέματα (5) Δωρόθεος αββάς (4) εγωισμός (75) εικόνες (15) Ειρηναίος Λουγδούνου άγιος (2) ειρήνη (2) εκκλησία (47) Εκκλησιαστική Ιστορία (7) Εκκλησιαστική περιουσία (1) έκτρωση (1) ελεημοσύνη (6) ελευθερία (11) Ελλάδα (10) ελπίδα (10) Εξαήμερος (2) εξέλιξης θεωρία (15) Εξομολόγηση (57) εξωγήινοι (2) εξωσωματική γονιμοποίηση (3) επάγγελμα (3) επιστήμη (54) εργασία (23) Ερμηνεία Αγίας Γραφής (35) έρωτας (9) έρωτας θείος (1) Ευαγγέλια (48) ευγένεια (2) ευσπλαχνία (4) ευτυχία (15) ευχαριστία (4) ζώα (11) ηθική (2) ησυχία (3) θάνατος (66) θάρρος (7) θαύμα (54) θέατρο (1) Θεία Κοινωνία (37) Θεία Λειτουργία (33) θεία Πρόνοια (2) θέληση (3) θεολογία (1) Θεός (6) Θεοφάνεια (2) θλίψεις (81) θρησκείες (5) θυμός (25) Ιγνάτιος Θεοφόρος (7) ιεραποστολή (12) ιερέας (35) ιερωσύνη (3) Ιουδαίοι (1) Ισλάμ (3) Ιστορία Ελληνική (1) Ιστορία Παγκόσμια (3) Ιωάννης Χρυσόστομος (6) Καινή Διαθήκη Ερμηνεία (15) Καινή Διαθήκη κριτικό κείμενο NestleAland (5) καρδιά (7) Κασσιανός Όσιος (1) κατάκριση (32) καταναλωτισμός (1) κήρυγμα (1) Κοίμησις Θεοτόκου (7) κοινωνία (65) κόλαση (7) Κρίσις Μέλλουσα (2) Κύριλλος Άγιος (1) Λατρεία Θεία (35) λείψανα (1) λογισμοί (19) λύπη (1) μαγεία (5) μάρτυρες (4) μελέτη (4) μετά θάνατον (25) μετά θάνατον ζωή (15) Μεταμόρφωση (2) Μεταμόρφωσις (4) μετάνοια (56) μητέρα (7) μίσος (1) μνημόσυνα (3) μοναξιά (8) μοναχισμός (8) μόρφωση (6) μουσική (2) Ναός (1) νέοι (6) νεοπαγανισμός (3) νηστεία (10) νους (8) οικονομία (1) Οικουμενισμός (1) ομορφιά (5) όνειρα (20) οράματα (1) Ορθοδοξία (41) πάθη (23) πάθος (2) παιδεία (6) παιδιά (14) Παΐσιος Όσιος (2) Παλαιά Διαθήκη (1) Παλαιά Διαθήκη Ερμηνεία (5) παλαιοημερολογίτες (4) Παναγία (45) παράδειγμα (3) Παράδεισος (32) Παράδοση Ιερά (2) Πάσχα (12) πατρίδα (4) Πεντηκοστή (4) πίστη (124) πλούτος (5) πνευματική ζωή (36) πνευματικός πατέρας (10) πνευματισμός (7) ποίηση (11) πόλεμος (7) πολιτική (3) πολιτισμός (2) Πορφύριος Όσιος (20) Πρόνοια (3) Πρόνοια Θεία (30) προορισμός (5) προσε (1) προσευχή (101) προσοχή (2) προτεσταντισμός (15) προφητείες (1) Ρωμαιοκαθολικισμός (10) Σαρακοστή (4) σεβασμός (2) σοφία (16) Σταυρός (20) Σταύρωση (10) συγχώρηση (3) σχίσμα (1) ταπεινοφροσύνη (40) ταπείνωση (1) Τεσσαρακοστή Μεγάλη (2) Τριάδα Αγία (3) τύχη (2) υλικά αγαθά (3) υπακοή (5) υπαρξιακά (20) υποκρισία (1) υπομονή (28) φαντασία (1) φαντάσματα (2) φιλία (8) φιλοσοφία (3) Φλωρόφσκυ Γεώργιος (3) φόβος (12) χαρά (16) χάρις θεία (8) Χειρόγραφα Καινής Διαθήκης (1) Χριστιανισμός (2) χριστιανός (18) Χριστός (9) Χριστούγεννα (31) χρόνος (9) ψεύδος (8) ψυχή (48) ψυχολογία (5)