Αυξομείωση μεγέθους γραμμάτων.
Κείμενα (blog) - Ιερός Ναός Αγίου Σώστη Νέας Σμύρνης

Τρεις είναι οι καταστάσεις των ανθρώπων .
Ο ένας αφήνει ελεύθερο το πάθος του να εκδηλώνεται,
ο άλλος δεν το αφήνει να εκδηλωθεί
και ο τρίτος το ξεριζώνει.
Αυτός που το αφήνει να εκδηλωθεί, ενεργεί όπως του υπαγορεύει το πάθος, σαν αυτό να ήταν δικαίωμά του.

Αυτός που δεν επιτρέπει στο πάθος να εκδηλωθεί, ούτε το αφήνει ελεύθερο ούτε και το κόβει, αντίθετα το εξετάζει και το ξεπερνάει τη δύσκολη στιγμή, αλλά δεν παύει να το έχει.

Και αυτός που ξεριζώνει το πάθος είναι όποιος αγωνίζεται και κάνει τα αντίθετα από αυτά που του υπαγορεύει το πάθος του.

Από έπαρση δε σηκώνει κανείς μια κουβέντα από τον αδελφό του. Μπορεί κάποιος να ακούσει μια κουβέντα και να ταραχθεί και να πει πέντε κουβέντες ή και δέκα για τη μια που άκουσε.
Μετά μαλώνει και ταράζει τον άλλο. Και, όταν τελειώσει ο καβγάς, συνεχίζει να κάνει κακές σκέψεις για τον άνθρωπο που του είπε αυτή την κουβέντα και τη θυμάται με εμπάθεια και λυπάται που δεν του είπε ακόμα περισσότερα. Ετοιμάζει μάλιστα μέσα του λόγια ακόμα χειρότερα να πει στον άλλο, και όλο σκέφτεται: «Γιατί να μην του πω αυτό; Μπορώ να του πω και το άλλο». Και είναι συνέχεια θυμωμένος.

Να μια κατάσταση. Εδώ το κακό έχει γίνει συνήθεια. Ο Θεός να μας φυλάξει από τέτοια κατάσταση. Αυτή η κατάσταση οδηγεί στην κόλαση. Γιατί κάθε αμαρτία που δεν διορθώνεται μας οδηγεί στον εσωτερικό θάνατο. Αλλά κι αν ακόμα θελήσει ένας τέτοιος άνθρωπος να μετανοήσει, δεν μπορεί μόνος του να νικήσει το πάθος του, παρά μόνο αν έχει τη βοήθεια πνευματικών οδηγών, όπως είπαν οι Πατέρες της Εκκλησίας.

Γι’ αυτό σας λέω πάντα, να φροντίσετε να κόψετε τα πάθη σας πριν σας γίνουν συνήθεια.

Αββάς Δωρόθεος

Στο βίο του αγίου Μαρτίνου, Επισκόπου Φραγκιάς,

ευρίσκομε την έξης παράξενη διήγησι:
Ο άγιος Μαρτίνος ήταν πολύ ελεήμων. Τόσο, ώστε στρατιώτης ακόμα είχε δώσει τη μοναδική του χλαίνη σ' ένα φτωχό.

Παρά ταύτα, κάθε φορά που τον έβλεπαν μερικοί ζητιάνοι κουτσοί και μισοπαράλυτοι, το έβαζαν στα πόδια.

Και ξέρετε γιατί; Επειδή έβλεπαν, πως ο άγιος Μαρτίνος έκανε εκτός από ελεημοσύνες και πολλά θαύματα.

Ναι, βλέποντας τα θαύματα του οι άνθρωποι εκείνοι, εφοβήθηκαν μήπως τους κάνη κάποια στιγμή και αυτούς καλά!

Ήταν κουτσοί και παράλυτοι. Όμως με τις ελεημοσύνες που έπαιρναν, εζούσαν καλά. Χωρίς δουλειά και χωρίς κόπο. Ενώ σαν υγιείς θα έπρεπε να δουλεύουν. Και μάλιστα σκληρά. Το σκέφτηκαν καλά και προτίμησαν την αρρώστεια τους! Έτσι, κάθε φορά που έβλεπαν τον άγιο Μαρτίνο, το έβαζαν στα πόδια, για να μην τυχόν τους προλάβη και τους θεραπεύση και χάσουν τα όβολα!

Άραγε θα βρεθεί άνθρωπος να αποδεχθή την τακτική τους; Υπάρχει χειρότερο κατάντημα;

Και όμως! Πόσοι δεν τους μιμούνται. Πόσοι δεν αποφεύγουν συστηματικά να πλησιάζουν τους ιερείς και να διαβάζουν το λόγο του Θεού, από φόβο μην ανοίξουν τα μάτια τους και υποχρεωθούν να αλλάξουν τρόπο ζωής και χάσουν έτσι τις ευχαριστήσεις που έχουν! Δεν είναι οι άνθρωποι άξιοι να τους λυπάται κανείς;

Για την μετάνοια την μοναδική λύση στα αδιέξοδα μας, Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη"

Έφυγα μακριά. 
Έφυγα μακριά Φίλε του ανθρώπου,
είχα τη σκηνή μου στην έρημο,
από Σένα, έφυγα και κρύφτηκα,
κάτω απ τη νύχτα χώθηκα της αγωνίας να επιβιώσω.
από κει γέμισα πολλές δαγκωματιές και τραύματα.
Γύρισα, ήρθα σε Σένα,
στην ψυχή μου όμως πολλές οι πληγές…
Το έλεος της χάρης Σου στάλαξε, Θεέ μου,
τις πληγές μου άλειψε, εξάλειψε τα έλκη,
τα μέλη μου συνάρμοσε και σύσφιξε…
παράλυσαν…
αφάνισε τις ουλές, μη μείνει ούτε μία, Σωτήρα,
τέλεια γιάτρεψέ με ολόκληρο, κάνε με όπως πρίν,
όταν δεν είχα μολυσμό ούτε μώλωπα
ούτε πληγή να αιμορραγεί, ούτε κηλίδα, Θεέ μου,
είχα γαλήνη, χαρά, ειρήνη και πραότητα,
την άγια ταπείνωση και μακροθυμία,
τον φωτισμό της υπομονής και πράξεις όμορφες,
σε όλα υπομονή και δύναμη ανίκητη...
Χάζεψα, Κύριε, αποβλακώθηκα, σε μένα ελπίζοντας,
με πλάκωσε και μ έσυρε η αγωνία για τα υλικά
η μέριμνα για τα βιωτικά,
ο ταλαίπωρος, καταξέπεσα,
ψυχράθηκα σαν το σίδερο κι έγινα μαύρος
πολύ καιρό, ώσπου έπιασα σκουριά.
Κι έτσι φωνάζω πάλι εσένα,
Φιλάνθρωπε, θέλω να καθαρίσω
να υψωθώ στην πρώτη μου Ομορφιά
το Φώς Σου τέλεια ν απολαύσω
Τώρα κι αδιάκοπα σέ όλους τους αιώνες.

"Ύμνοι Θείων Ερώτων” του Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου

(Ύμνος ΜΙΆ, στ. 1-5, 11-21, 41-49)


Ο π. ΕΠΙΦΑΝΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ
Νόστιμο φαγητό με λίγο … υδροκυάνιο!

- Γέροντα, ο Καζαντζάκης εκτός από τα τόσα στραβά που λέει, έχει και κάποια καλά. Γιατί τον πετάμε εξ ολο­κλήρου και δεν τον αξιολογούμε, να πούμε αυτό είναι καλό, εκείνο κακό;

– Αν κάποιος φτιάξη ένα ωραίο φαγητό με ακριβά υλικά και πολλή τέχνη και το κάνη πεντανόστιμο, αλλ’ ύστερα ρίξη καμμιά δεκαπενταριά σταγόνες υδροκυανί­ου, θα φάη κανείς αυτό το φαγητό; Σάς ερωτώ. Μα είναι νόστιμο, μα έχει καλά υλικά, μα… Ναι, αλλά έπεσε δηλη­τήριο επάνω. Ποιος θα τολμήση, έστω να δοκιμάση, ένα φαγητό, που έχει μέσα υδροκυάνιο, που όχι άνθρωπο, αλλά ελέφαντα σκοτώνει;

Αυτό έχει κάνει και ο Καζαντζάκης. Κι αν κάπου – κά­που έχη και κάποια σελίδα της προκοπής, λίγο πιο πέρα, στην άλλη, ρίχνει υδροκυάνιο μέσα. Γιατί να συστήσου­με να τον διαβάσουν οι νέοι μας; Θα οικοδομηθούν, θα ωφεληθούν; Τι να πάρουν από τον Καζαντζάκη, που κά­θε λίγο και λιγάκι λέγει αθλιότητες και αισχρότητες; Δεν ξέρεις σε ποια σελίδα θα σου πη κάτι καλό και σε ποια σελίδα θα σου πη τις αχρειότητές του.

Και επί τέλους γιατί είναι τόσο αναγκαίο να διαβάσω τον Καζαντζάκη; Χάθηκαν οι άλλοι λογοτέχνες; Ή μή­πως πρόκειται για αναντικατάστατα επιστημονικά συγ­γράμματα; Αν κάποιος μεγάλος εφευρέτης, ένας επι­στήμονας (δεν τα κάνουν αυτά οι εφευρέτες) σ’ ένα βι­βλίο επιστημονικό γράφη και μερικές σελίδες τέτοιες, θα πη κανείς, τι να κάνω, πρέπει να το διαβάσω, διότι έχει μέσα π.χ. ιατρικά θέματα και πρέπει να τα μάθω. Στη λογοτεχνία όμως δεν ισχύει αυτό. Γιατί, λοιπόν να διαβάσω τον Καζαντζάκη; Για να αντιμετωπίζω σε κάθε σελίδα την κόπρο που προσφέρει;

Στο «Φτωχούλη του Θεού» λέει ο Καζαντζάκης, ότι το καλλίτερο κήρυγμα περί Θεού το βρήκε στην άνθησι της αμυγδαλιάς. Και μέσα στο ίδιο βιβλίο έχει σελίδες παν­άθλιες και υβριστικές. Και μετά απ’ όλα αυτά δεν έχει «την των τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν», όπως έλεγαν για την αρχαία ελληνική τραγωδία.

Καζαντζάκης και Μέγας Βασίλειος

- Γέροντα, κάτι ανάλογο δεν μπορούμε να πούμε για τον Καζαντζάκη, όπως ο Μ. Βασίλειος για τους αρχαίους συγγραφείς; Δηλαδή να παίρνουμε το τριαντάφυλ­λο και να παραμερίζουμε τα αγκάθια;

- Υπάρχει μεγάλη διαφορά. Ο Μέγας Βασίλειος δεν παρότρυνε στη μελέτη των ειδωλολατρών συγγραφέων. Τι έκανε; Έγραψε την πραγματεία «Προς τους νέους όπως αν εξ ελληνικών ωφελοίντο λόγων» για τους ανεψι­ούς του, οι οποίοι θα ήρχοντο στην Αθήνα να σπουδά­σουν την αρχαία ελληνική φιλοσοφία. Και τους λέγει: «Προσέξτε, οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι έχουν και με­ρικά σημεία σωστά, αλλά έχουν και πολλά στραβά κι ανάποδα. Ό,τι, λοιπόν, κάνετε με το τριαντάφυλλο που κό­βετε το λουλούδι και αφήνετε τα αγκάθια να μη σάς κεν­τήσουν, μη σάς τρυπήσουν και σάς ματώσουν, έτσι να κά­νετε και με τους αρχαίους. Ό,τι καλό βρήτε στους αρχαί­ους, πάρτε το, προσέξτε, όμως, μη παρασυρθήτε από τα κακά».

Άλλο είναι να πης σ’ ένα νέο, που πάει να σπουδάση ελληνική φιλοσοφία, «Κοίτα, παιδί μου, μη παρασυρθής από τα στραβά και τ’ ανάποδα, αλλά να δεχθής τα ωφέ­λιμα», και άλλο να του λες, «Παιδί μου, θα ωφεληθής πολύ, πάρα πολύ, είναι απαραίτητο να διαβάσης την αρχαία ελληνική φιλοσοφία». Δεν είπε τέτοια πράγματα ο Μέγας Βασίλειος.

Και όχι μόνο δεν είπε κάτι τέτοιο, αλλά σε επιστολή του προς τον Ευστάθιον Σεβαστείας εξομολογούμενος λέγει: «Εγώ πολύν χρόνον προσαναλώσας τη ματαιότητι και πάσαν σχεδόν την εμαυτού νεότητα εναφανήσας τη ματαιοπονία, ην είχον προσδιατρίβων τη αναλήψει των μαθημάτων της παρά Θεού μωρανθείσης σοφίας, εξ ύπνου βαθέος διαναστάς, απέβλεψα μεν προς το θαυμαστόν φως της αλήθειας του Ευαγγελίου, κατείδον δε το άχρηστον της σοφίας των αρχόντων του αιώνος τούτου των καταργουμένων. Πολλά την ελεεινήν μου ζωήν αποκλαύσας, ηυχόμην δοθήναί μοι χειραγωγίαν προς την εισαγωγήν των δογμάτων της ευσεβείας. Και προ γε πάν­των επιμελές ην μοι διόρθωσίν τινα του ήθους ποιήσασθαι πολύν χρόνον εν ταις προς τους φαύλους ομιλίαις διαστραφέντος»[1].

Δηλαδή: Σπατάλησα την ζωή μου στη ματαιότητα (ονομάζει ματαιοπονία τον κόπο, που διέθε­σε για την μελέτη της ελληνικής φιλοσοφίας). Όταν ξύ­πνησα, σαν από βαθύ ύπνο, και απέβλεψα προς το θαυ­μαστό φως της σοφίας του Ευαγγελίου, ευχόμουν, ζήτη­σα από τον Θεό, να μου δώση κάποιον που θα με χειραγωγήση «εις την εισαγωγήν των δογμάτων της ευσεβείας», στη χριστιανική διδασκαλία. Και πριν από όλα ήθε­λα να κάνω κάποια διόρθωσι του ήθους μου, διότι και αυτό είχε διαστραφή, είχε χαλάσει κάπως ο χαρακτήρας μου, από την πολλή επαφή που είχα με τους φαύλους.

Δεν είχε πορνεύσει ο Μέγας Βασίλειος, δεν είχε μοιχεύσει, δεν είχε ψευδορκήσει, δεν είχε πλαστογραφήσει. τους αρχαίους Έλληνες διάβαζε, και αποκλαίει την ζωή του και την ονομάζει ελεεινή· τόσο πολύ οικτείρει τον εαυτό του διότι έχασε χρόνο πολύτιμο μελετώντας την ελληνική φιλοσοφία. Σκεφθήτε, τι θα πούμε εμείς τώρα για τους νέους μας; Να τους παραπέμψουμε να διαβά­σουν ένα «χριστιανό» βαπτισμένο (τον Καζαντζάκη), που καθυβρίζει καπηλικώτατα τον Κύριο; Πόσο θα βλαβή το ήθος τους από την σχέσι μ’ αυτό τον άνθρωπο;

Παλαιά τα φαρμακεία δεν είχαν όλα τα φάρμακα έτοι­μα, όπως τα έχουν τώρα. Είχαν γουδί, και κατασκεύαζαν το φάρμακο. Τότε, λοιπόν, είχαν και μερικά μπουκαλάκια, που έγραφαν απ’ έξω poison, δηλαδή δηλητήριο. Αυτό κάνει ο Μ. Βασίλειος με το παραπάνω έργο του. Λέει poison, παιδιά μου! Προσέξτε. υπάρχει και δηλητή­ριο στην ελληνική φιλοσοφία, μην το πάρετε. Ο Πλάτων μιλάει για κοινοκτημοσύνη γυναικών, ο Αριστοτέλης λέγει, ότι οι άνθρωποι διακρίνονται εκ φύσεως σε δού­λους και ελευθέρους κ.λπ. (δεν τα αναπτύσσει αυτά ο Μ. Βασίλειος εγώ τα προσθέτω). μη πάρετε τέτοια πράγμα­τα. Μακριά! Μερικά άλλα που είναι καλά, αυτά πάρτε τα. Εφιστά την προσοχή να μη βλαβούν μια και τα διά­βαζαν. Δεν τους προτρέπει.

Τι σχέσι έχουν αυτά με τον Καζαντζάκη, ο οποίος αξιώθηκε να γνωρίση το Ευαγγέλιο, να γεννηθή στην Ορ­θόδοξη Εκκλησία, ν’ ακούση την διδασκαλία την χρι­στιανική, και μετά όχι απλώς την απέπτυσε, αλλά και την κύλησε στο βόρβορο;

«Θρησκεύον ον»

Λένε μερικοί: «Θρησκεύον ον ο Καζαντζάκης. Είχε πνευματικές ανησυχίες και αναζητήσεις».

Και τι μ’ αυτό; Που κατέληξε; Ξέρετε τι ζήτησε ο ίδιος να γραφή στον τάφο του; «Δεν ελπίζω τίποτα· δε φο­βούμαι τίποτα· είμαι ελεύθερος». Και εγράφη βεβαίως. Πηγαίνετε στα κοιμητήρια να διαβάσετε επιγραφές πά­νω στους τάφους πιστών ανθρώπων. «Προσδοκώ ανάστασιν νεκρών» ή «Αναστήσονται οι νεκροί και εγερθήσονται οι εν τοις μνημείοις»ή «Χριστός εγήγερται εκ νεκρών, απαρχή των κεκοιμημένων» και άλλα.

Η Εκκλησία είναι θεραπευτήριο και όχι δικαστήριο των ψυχών.
Δεν καταδικάζει για τα αμαρτήματα, αλλά παρέχει συγχώρηση των αμαρτημάτων.

Τίποτα δεν κάνει τόσο χαρούμενη τη ζωή μας, όσο η ευχαρίστηση που νοιώθουμε στην Εκκλησία.
Στην Εκκλησία συντηρούν τη χαρά τους οι χαρούμενοι,

στην Εκκλησία αποκτούν την ευθυμία οι στεναχωρεμένοι και την ευφροσύνη οι λυπημένοι,

στην Εκκλησία βρίσκουν την ανακούφιση οι ταλαιπωρημένοι και την ανάπαυση οι κουρασμένοι.
" Ελάτε " λέει ο Κύριος, " κοντά μου όλοι, όσοι είστε κουρασμένοι και φορτωμένοι (με θλίψεις και αμαρτίες), κι εγώ θα σας ξεκουράσω" (Ματθ.11:28).

Τι πιο ποθητό θα μπορούσε να υπάρξει απ'αυτή τη φωνή; Τι πιο γλυκό απ'αυτή τη πρόσκληση;

Ο Κύριος σε προσκαλεί στην Εκκλησία για πλούσιο γεύμα.
Σε μεταφέρει από τους κόπους στην ανάπαυση κι από τα βάσανα στην ανακούφιση.

Σε απαλλάσσει από το βάρος των αμαρτημάτων σου.

Γιατρεύει τη στεναχώρια με την ευχαρίστηση και τη λύπη με τη χαρά.
Κανένας δεν είναι πραγματικά ελεύθερος και χαρούμενος, παρά μόνο εκείνος που ζει για τον Χριστό.

Αυτός ξεπέρασε όλα τα κακά και δεν φοβάται τίποτα!

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

Ο ΟΡΚΟΣ. (Γεωργίου Ι. Μαντζαρίδη, Ομοτίμου Καθηγητή Θεολογικής Αριστοτελείου Παν. Θεσσαλονίκης).

Ορισμός. 
Όρκος είναι η επίκληση του Θεού ή κάποιου ιερού προσώπου ή πράγματος για την επικύρωση της αλήθειας κάποιας διαβεβαιώσεως ή της ειλικρίνειας κάποιας υποσχέσεως. Ο ορκιζόμενος επικαλείται συχνά και κατάρες εναντίον του ή εναντίον προσφιλών προσώπων για την περίπτωση που η διαβεβαίωση του είναι ψευδής ή η υπόσχεσή του ανειλικρινής. Αλλά και όταν δεν γίνεται τέτοια επίκληση, εξυπακούεται ότι ο ορκιζόμενος παραδίδεται στην κρίση του Θεού και είναι έτοιμος να δεχθεί οποιαδήποτε τιμωρία σε περίπτωση αναλήθειας ή ανειλικρίνειας των λόγων του.

"Αληθείας" και "υποσχέσεως".
Ανάλογα με το περιεχόμενό του ο όρκος χαρακτηρίζεται είτε ως «όρκος αληθείας» είτε ως «όρκος υποσχέσεως». Ο όρκος αληθείας συνδέεται με το παρελθόν, ενώ ο όρκος υποσχέσεως με το μέλλον. Τέλος η παράβαση του όρκου αληθείας ονομάζεται ψευδορκία, ενώ η παράβαση του όρκου υποσχέσεως επιορκία.

Θρησκευτικός και πολιτικός
Ο όρκος αποτελεί παλαιότατο φαινόμενο του κοινωνικού βίου και προϋποθέτει την πίστη στη θεοκρισία, δηλαδή στο ότι ο Θεός ή κάποια ανώτερη δύναμη επεμβαίνει στα πράγματα του κόσμου και των ανθρώπων, για να υποκαταστήσει την αλήθεια ή τη δικαιοσύνη και να τιμωρήσει το ψεύδος ή την αδικία. Ο όρκος λοιπόν προϋποθέτει τη θρησκευτική πίστη, γι’ αυτό στον άθρησκο δεν έχει νόημα. Μέσα όμως στο πλαίσιο της ανεξιθρησκίας και της ελευθερίας της συνειδήσεως έχει εισαχθεί και ο λεγόμενος «πολιτικός όρκος» (1) . Αυτός γίνεται με επίκληση της τιμής και της συνειδήσεως του ορκιζόμενου και έχει σε περίπτωση ψευδορκίας ή επιορκίας τις ίδιες νομικές συνέπειες με τον θρησκευτικό όρκο.

Όρκος στην Π. Διαθήκη
Στην Παλαιά Διαθήκη, και ειδικότερα στον Μωσαϊκό Δεκάλογο, απαγορεύεται καταρχήν κάθε «επί ματαίω» χρήση του ονόματος του Θεού: «Ου λήψει το όνομα Κυρίου του Θεού σου επί ματαίω» (2). H θέση αύτη δεν αποκλείει τη χρήση του όρκου. Αντίθετα μάλιστα την προϋποθέτει, αλλά την περιορίζει σε σοβαρά πράγματα. Εκείνο που απαγορεύεται στον Ισραηλίτη είναι η ψευδορκία ή η ψευδομαρτυρία (3) . Επίσης απαγορεύεται να ορκιστεί στο όνομα εθνικών θεών. Ο όρκος του είδους αυτού, που υποδηλώνει και αναγνώριση των θεών αυτών από τον ορκιζόμενο, ταυτίζεται με την απιστία και την αποστασία.
Εξάλλου στα κείμενα της Παλαιάς Διαθήκης εμφανί ζεται ο ίδιος ο Θεός να ορκίζεται μπροστά στους ανθρώπους. Έτσι έχουμε τον όρκο του Θεού στον Αβραάμ (4), στον Δαυίδ (5) και σε άλλους (6) . Όπως είναι γνωστό, στην Παλαία Διαθήκη ο Θεός παρουσιάζεται να μετανοεί για ενέργειες ή παραχωρήσεις προς τους ανθρώπους εξαιτίας της αχαριστίας τους (7). Ο όρκος λοιπόν του Θεού, που συνοδεύει τις υποσχέσεις και τις επαγγελίες του, υπογραμμίζει από τη μια πλευρά τον αμετάκλητο χαρακτήρα των αποφάσεων του και από την άλλη τη σπουδαιότητα του περιεχομένου τους (8). Βέβαια ο όρκος αυτός παρουσιάζει κάποια ιδιοτυπία.Οι άνθρωποι ορκίζονται σε κάποιον ανώτερο τους, ενώ ο Θεός μη έχοντας ανώτερο του, ορκίζεται στον εαυτό του (9) .
Γενικά λοιπόν στην Παλαιά Διαθήκη δεν υπάρχει απόλυτη απαγόρευση του όρκου, παρά μόνο αυτού που γίνεται στο όνομα ψεύτικων θεών. Ο όρκος χρησιμοποιείται από ανθρώπους ή και από τον ίδιο τον Θεό για τούς ανθρώπους, εξαιτίας του ψεύδους που επικρατεί στις κοινωνικές σχέσεις των ανθρώπων και της απιστίας ή της σκληροκαρδίας που τούς διακρίνει στις σχέσεις τους με τον Θεό. Είναι μάλιστα γνωστό ότι κατά τούς μεταγενέστερους χρόνους, και κυρίως κατά την εποχή του Χρίστου, ο όρκος είχε πάρει τέτοια έκταση και η διατύπωσή του είχε αποκτήσει τέτοια ποικιλομορφία στην ισραηλιτική κοινωνία, ώστε να υπάρχει γύρω από αυτόν ασύλληπτη περιπτωσιολογία (10).

Απαγόρευση όρκου στην Κ. Διαθήκη
Στην Καινή Διαθήκη όμως και την εκκλησιαστική παράδοση ο όρκος αντιμετωπίζεται με διαφορετικό τρόπο. Ο Χριστός, σε αντιδιαστολή προς τον νόμο της Παλαιάς Διαθήκης και την πράξη των Ιουδαίων, απαγορεύει απόλυτα τη χρήση του όρκου: «Εγώ δε λέγω υμίν μη ομόσαι όλως» (11) . Ακόμα διευκρινίζει ότι όρκος είναι όχι μόνο η επίκληση του ονόματος του Θεού, αλλά και η επίκληση οποιουδήποτε άλλου ιερού ονόματος ή πράγματος, επουράνιου ή επίγειου (12). Τα λόγια αυτά του Χριστού δεν έχουν μόνο αρνητικό άλλα και θετικό νόημα. Δεν απαγορεύουν μόνο τον όρκο, άλλα και απορρίπτουν το ψέμα. Ο όρκος είναι περιττός, όταν στα χείλη των ανθρώπων το ναι είναι ναι και το όχι όχι.

Η δυσκολία στην πράξη
Η καθημερινή όμως ζωή παρουσιάζεται προβληματική. Το ναι των ανθρώπων, ακόμα και των Χριστιανών, δεν δηλώνουν πάντοτε την αλήθεια για τα πράγματα. Γι’ αυτό θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι δεν έπαυσε να έχει νόημα η χρήση του όρκου. Ο ισχυρισμός όμως αυτός προεξοφλεί ότι η ύπαρξη κάποιου κακού νομιμοποιεί τη θεσμοποίηση κάποιου άλλου. Έτσι παραγνωρίζεται η ελευθερία της συνειδήσεως του ανθρώπου και θεσμοποιείται η καταστρατήγηση μιας θρησκευτικής εντολής εν ονόματι της ψευτιάς και της απάτης που υπάρχει στην κοινωνική ζωή.

Και αν η καταστρατήγηση αυτή οδηγούσε πραγματικά στην καταπολέμηση του κοινωνικού κακού, θα μπορούσε ίσως να δικαιολογηθεί κοινωνικά, έστω και αν έπρεπε να καταδικαστεί θεολογικά. Αν όμως συμβαίνει και το κοινωνικό κακό να διατηρείται —ή και να μεγεθύνεται— και η θρησκευτική εντολή μαζί με την ελευθερία της συνειδήσεως του ανθρώπου να καταπατούνται εν ονόματι της δήθεν καταπολεμήσεως του κοινωνικού κακού, γίνεται φανερός ο παραλογισμός.

Περιπτώσεις όρκου στην Κ. Διαθήκη
Όσοι υποστηρίζουν τη χρήση του όρκου παρατηρούν διαθήκη ακόμα ότι και στην Καινή Διαθήκη η απαγόρευσή του δεν είναι απόλυτη. Σημειώνουν ότι υπάρχουν περιπτώσεις κατά τις όποιες ορκίστηκε ο Απόστολος Παύλος ή και ο ίδιος ο Χριστός. Και πραγματικά, όταν ο Χριστός κλήθηκε από τον αρχιερέα να διαβεβαιώσει ενόρκως αν είναι ο Υιός του Θεού, απήντησε με τη φράση «συ είπας» (13), που μπορεί να ερμηνευθεί και ως κατάφαση στην πρόκληση για ένορκη διαβεβαίωση. Αλλά και ο Απόστολος Παύλος επικαλείται σε ορισμένα σημεία των επιστολών του τον Θεό ως μάρτυρα των λόγων του (14). Μήπως έχουμε λοιπόν εδώ αποκλίσεις από τον γενικό κανόνα τού Χριστού «μη ομόσαι όλως»;

Η βασική διαφορά
Οι όρκοι που αναφέρονται στην Καινή Διαθήκη διαφέρουν βασικά από τούς συνηθισμένους. Γι’ αυτό δεν είναι σωστή η επίκλησή τους για τη δικαιολόγηση του όρκου στην καθημερινή ζωή. Οι όρκοι της Καινής Διαθήκης δεν αφορούν ανθρώπινες υποθέσεις, άλλα αλήθειες που αναφέρονται στον ίδιο τον Θεό. Ο Χριστός ανταποκρινόμενος στην πρόσκληση του αρχιερέα να διαβεβαιώσει αν είναι ο Υιός τού Θεού, δεν διαβεβαιώνει μια οποιαδήποτε αλήθεια, αλλά την αλήθεια για τη θεότητά του.

Το όνομα του αιώνιου Θεού δεν χρησιμοποιείται για να επικυρωθεί κάποια συμβατική αλήθεια, αλλά η αλήθεια τού Θεού. Το ίδιο σχεδόν παρατηρείται και στις περιπτώσεις των όρκων του Αποστόλου Παύλου. Ο Απόστολος του Θεού επικαλείται ως μάρτυρα τον Θεό, για να επικυρώσει την αλήθεια ή την αυθεντικότητα του κηρύγματος και γενικότερα της αποστολής του στον κόσμο. Και είναι χαρακτηριστικό ότι οι περιπτώσεις κατά τις όποιες ο Απόστολος Παύλος επικαλείται τη μαρτυρία του Θεού συνδέονται με τη μαρτυρία του θείου θελήματος στους ανθρώπους. Γι’ αυτό θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο όρκος του Αποστόλου παρέχεται μέσα στο γενικότερο πλαίσιο της θεοπνευστίας του (15).

Μέ όσα σημειώθηκαν γίνεται, νομίζουμε, φανερό ότι οι περιπτώσεις όρκων πού αναφέρονται στην Καινή Διαθήκη έχουν εντελώς ιδιαίτερο χαρακτήρα και δεν περιορίζουν την απόλυτη απαγόρευση του όρκου ούτε δικαιολογούν τη χρήση του στην καθημερινή ζωή. H επίκληση του ονόματος του Θεού για την επικύρωση των λόγων του ανθρώπου είναι θεμιτή, όταν γίνεται για θείες αλήθειες. Αυτό σημαίνει ότι ο ορκιζόμενος πρέπει ή να είναι θεόπνευστος ή να βεβαιώνει αλήθειες που φανέρωσε ο Θεός στον κόσμο. Σε κάθε άλλη περίπτωση η χρήση του όρκου αποτελεί παράβάση της θείας εντολής.

Η θέση των Πατέρων
Την απόλυτη απαγόρευση του όρκου διδάσκουν ομόφωνα οι Πατέρες της Εκκλησίας (16). Ο Μ. Βασίλειος επισημαίνει ότι ο όρκος απαγορεύθηκε μια για πάντα (17). Στο ερώτημα, πώς μπορεί κάποιος να πείθει τούς άλλους, όταν αποφεύγει τον όρκο, ο άγιος Γρηγόριος ό Θεολόγος απαντά: με τον λόγο και τη συμπεριφορά που θα πιστοποιεί τον λόγο του (18). Η επιορκία, όπως και η ψευδορκία, είναι άρνηση του Θεού. Αυτή όμως προϋποθέτει τον όρκο, γιατί δεν μπορεί κάποιος να αθετήσει όρκο που δεν έδωσε(19).

Παράλληλα βέβαια αυτός που δεν ορκίζεται δεν πρέπει να απαιτεί όρκο από τους άλλους (20). Εξάλλου ο ιερός Χρυσόστομος παρατηρεί ότι ο όρκος στο Ευαγγέλιο που απαγορεύει τον όρκο αποτελεί ύβρη και καθαρή παραφροσύνη (21). Ό άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς απορρίπτει επίσης τελείως τη χρήση του όρκου. Σε όσους όμως δεσμεύτηκαν με όρκο προτείνει να τηρήσουν πιστά τις υποσχέσεις τους, αν αυτές είναι σύμφωνες με το θέλημα του Θεού, άλλα και να ζητήσουν ταυτόχρονα το έλεος του Θεού, γιατί ακόμα και σε περίπτωση ευορκίας δεν παύουν να είναι παραβάτες της εντολής του(22).

Οι νεώτερες εξελίξεις
Η χρήση λοιπόν του όρκου στην καθημερινή ζωή αποτελεί καταστρατήγηση της ρητής εντολής του Χριστού «μη ομόσαι όλως». Το παράδοξο μάλιστα είναι ότι ο όρκος χρησιμοποιείται σήμερα επίσημα και στην εκκλησιαστική δικαιοσύνη. Η απαράδεκτη αυτή κατάσταση εμφανίστηκε με την ανασύσταση του ελληνικού κράτους(23). Εξαιτίας της δημιουργήθηκε η έντονη διαμάχη ανάμεσα στον Οικονόμο τον εξ’ Οικονόμων και τον Θεόκλητο Φαρμακίδη. Ο πρώτος ακολουθώντας την ομόφωνη διδασκαλία, αλλά και την πράξη τής Εκκλησίας, υποστήριξε ότι οι Χριστιανοί δεν πρέπει να ορκίζονται. Αντίθετα ο Φαρμακίδης θεώρησε τον όρκο επιτρεπτό, ιδίως όταν επιβάλλεται από την πολιτεία(24).

Αντιμετωπίζοντας το θέμα αυτό το Οικουμενικό Πατριαρχείο, εξέδωσε το 1849 εγκύκλιο επιστολή «Προς τους απανταχού Ορθοδόξους», που υπογράφεται και από τους Προκαθημένους των τριών άλλων πρεσβυγενών Πατριαρχείων. Στην επιστολή καυτηριάζεται με δριμύτητα η άποψη ότι η χριστιανική πίστη δεν απαγορεύει τον όρκο και ότι οι πιστοί μπορούν να ορκίζονται στα δικαστήρια «απροκριματίστως και οσίως»(25).

Αμφισβητήσιμη χρησιμότητα
Ενώ όμως από θεολογική άποψη ο όρκος είναι απαράδεκτος, στο πλαίσιο της κοινωνικής ζωής υποστηρίζονται αλληλοσυγκρουόμενες απόψεις. Άλλοι δέχονται τη χρησιμότητα και αναγκαιότητά του για την εξεύρεση της αλήθειας ή για την ηθική δέσμευση του ανθρώπου σε κάποιον σκοπό, ενώ άλλοι αποδοκιμάζουν τη χρήση του είτε για λόγους ελευθερίας της συνειδήσεως είτε για λόγους ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Όταν ο άνθρωπος για θρησκευτικούς ή άλλους λόγους δεν θέλει να ορκιστεί, η επιβολή του όρκου δεν αποτελεί μόνο απαράδεκτη παραβίαση της ελευθερίας της συνειδήσεώς του αλλά και θεσμοποιημένη προσβολή (26) .

Άλλωστε η χρησιμότητα του όρκου για την εξεύρεση της αλήθειας είναι πολύ αμφισβητήσιμη. Σχετικά ο ιερός Χρυσόστομος λέει: «Αν πιστεύεις ότι ο άνθρωπος είναι φιλαλήθης, μην τον εξαναγκάσεις να ορκιστεί˙ αν πάλι γνωρίζεις ότι ψεύδεται, μην τον αναγκάσεις να επιορκίσει» (27) . Ο φιλαλήθης λέει την αλήθεια και όταν ακόμα δεν πιεστεί με τον όρκο, ενώ ο ψευδολόγος δεν διστάζει να καταφύγει στο ψεύδος και ενόρκως, οπότε προσθέτει στην ψευδολογία του και την ψευδορκία ή την επιορκία.

Πρακτικές προτάσεις
Ο Χρήστος Ανδρούτσος, αν και δεν θεωρούσε ως απόλυτη την απαγόρευση του όρκου στον Χριστιανισμό, δεχόταν ότι ο όρκος είναι επαχθής τύπος, που πρέπει να καταργηθεί. Ως μέτρα για τη σταδιακή κατάργησή του είχε προτείνει τα έξης:
α)Να καταργηθεί πριν από όλα ο όρκος της επαγγελίας και να αντικατασταθεί με απλές εκφράσεις, που να βεβαιώνουν ότι ο υπάλληλος θα εκτελεί τα καθήκοντά του τίμια και ευσυνείδητα.
β) Να περιορισθεί ο όρκος σε σοβαρότατα πράγματα, να μην επιβάλλεται για χρηματικά ζητήματα και να παρέχεται με όλη την απαιτούμενη σοβαρότητα.
γ) Να είναι οι άνθρωποι ελεύθεροι να ορκίζονται ή όχι (28).
Το τρίτο από τα μέτρα αυτά, που σε τελική ανάλυση κάνει περιττά και τα δύο προηγούμενα, είχε ήδη κατοχυρωθεί στην Ελλάδα με το Σύνταγμα του 1975. Σύμφωνα με αυτό κανένας 'Έλληνας πολίτης δεν πρέπει να υποχρεώνεται να ορκίζεται, όταν οι θρησκευτικές του πεποιθήσεις απαγορεύουν τον όρκο (29). Και οι διατάξεις των άρθρων 220§ 2 του ΚΠοινΔ και 408 § 3 του ΚΠολΔ δίνουν το δικαίωμα σε όσους πρεσβεύουν θρησκεία που δεν επιτρέπει τον όρκο να μην ορκίζονται, αλλά να δίνουν τη διαβεβαίωσή τους επικαλούμενοι την τιμή και τη συνείδησή τους. Το ίδιο ισχύει και για όσους δεν πρεσβεύουν καμία θρησκεία. Κατά περίεργο όμως και αντισυνταγματικό τρόπο το δικαίωμα αυτό δεν αναγνωριζόταν στους Ορθοδόξους Χριστιανούς, όταν και αυτοί δήλωναν ότι πρεσβεύουν θρησκεία που απαγορεύει τον όρκο. Γι’ αυτό είχε τονισθεί από πολλούς η ανάγκη για προσαρμογή της σχετικής νομοθεσίας προς το Σύνταγμα (30), ενώ από το 1998 δημιουργήθηκε και σχετική νομολογία με απόφαση του Συμβουλίου της Επικράτειας (Αριθμ. 2601/1998). Εδώ δεν μπορεί να μην επισημανθεί και η παράλειψη της αρμόδιας εκκλησιαστικής αρχής να τακτοποιήσει το θέμα. Η απλή δήλωσή της ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία απαγορεύει τον όρκο θα ήταν αρκετή για την κατάργηση της επιβολής του.
Αλλά από τις 16.9.2001 το άρθρο 408 του ΚΠολΔ. αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 του Ν. 2915.2001, το όποιο στην § 7 ορίζει ότι ο μάρτυρας που οφείλει να ορκισθεί ερωτάται, αν προτιμά να δώσει θρησκευτικό ή πολιτικό όρκο, χωρίς να δηλώσει το θρήσκευμά του. Έτσι και ο Ορθόδοξος Χριστιανός μπορεί να δηλώσει «στην τιμή και στη συνείδησή» του την αλήθεια της καταθέσεώς του.

Παραπομπές

1. Βλ. Β. Αντωνιάδου, Εγχειρίδιον κατά Χριστόν Ηθικής, τόμ. Β’, Κωνσταντινούπολις 1927, σ. 205.
2. Eξοδ.. 20,7. Πρβλ. Δευτ. 5,11.
3. «Ου ψευδομαρτυρήσεις κατά του πλησίον σου μαρτυρίαν ψευδή». Εξοδ. 20,16. Δευτ. 5,11. «Ουκ ομείσθε τω ονόματί μου επ’ αδίκω και ου βεβηλώσετε το όνομα το άγιον του Θεού υμών». Λευιτ. 19,12. Πρβλ. καί Μαλ. 3,5.
4. «Κατ’ εμαυτού ώμοσα, λέγει Κύριος, ου είνεκεν εποίησας το ρήμα τούτο, και ουκ εφείσω του υιού σου του αγαπητού δι’ εμέ, ή μην ευλογών ευλογήσω σε, και πληθύνων πληθυνώ το σπέρμα σου...». Γεν. 22,16 κ.έ.
5. «Ώμοσε Κύριος τω Δαυίδ αλήθειαν και ου μη αθετήσει αυτήν», Ψαλμ. 131,11.
6. Βλ. π.χ. Δευτ. 6,18. Αμ. 4,2.6,8. Ησ. 45,23 κ.ά.
7. Βλ. π.χ. Α' Βασ. 15,35. Α' Παρ. 21,15. Ψαλμ. 105,45.
8. Βλ. Ψαλμ. 109,4. Εβρ. 7,20-22 .
9. Βλ. Εβρ. 6,13-6.
10. Βλ. Ματθ. 5,33 κ.έ. 23,16 χ.έ.
11. Ματθ. 5,34.
12. Βλ. Ματθ. 5,34-7.
13. Ματθ. 26.64.
14. Βλ. Ρωμ. 1.9. Β' Κορ. 1.23. Γαλ. 1,20. Φίλοι. 1,8. Α Θεσ. 2,5.
15. Βλ. Β’ Κορ. 1,15 κ.έ. Γρηγορίου Θεολόγου, Έπη ηθικά, PG 37,806.

16. Βλ. π.χ, ’Ιουστίνου, Απολογία 1,16,5. Μ. Βασιλείου, Επιστολή 199 (Κανονική) 29, έκδ. Υ. Courtonne, τόμ. 2, σ. 160,PG32,725AB. Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος είς τό άγιον Πάσχα 45,17, PG 36,648Β. Έπη ηθικά 24, PG 37,790. Ισιδώρου Πηλουσιώτου, Επιστολή 1,155, PG 78,288Α.
17. Βλ. Μ. Βασιλείου, Κανών 29.
18. Βλ. Γρηγορίου Θεολόγου, Έπη ηθικά, PG 37,940.
19. Βλ. Γρηγορίου Νυσσης, Είς Άσμα ασμάτων 13, έκδ. W. Jaeger, Gregorii Nysseni Opera, τόμ.. 8, σ, 371, PG44,1040A.
20. Βλ. ’Ισιδώρου Πηλουσιώτου, Επιστολή 155, PG 78,288A.
21. «Σύ δέ, εί μηδέν έτερον, αυτό γουν το βιβλίον αίδέσθητι ο προτείνεις είς όρκον, και το Ευαγγέλιον, ό μετά χείρας λαμβάνων κελεύεις ομνύναι, ανάπτυξον, και ακούσας τί περί όρκων ό Χριστός εκεί διαλέγεται, φρίξον και απόστηθι. Τί ούν εκεί περί όρκων φησίν; Έγώ δέ λέγω υμίν, μή ομόσαι όλως· σύ δέ τον νόμον τον κωλύοντα ομνύναι, τούτον όρκον ποιείς; Ω της ύβρεως! Ω της παροινίας! Ταυτόν γάρ ποιείς, ώσπερ αν ει τις τον νομοθέτην τον κωλύοντα φονεύειν, αυτόν σύμμαχον κελεύοι γενέσθαι προς την σφαγήν». Ιω. Χρυσοστόμου, Εις ανδριάντας 15,5, PG 49,160.
22. Γρηγορίου Παλαμά, Δεκάλογος της κατά Χριστόν νομοθεσιας 3, έκδ. Π. Χρήστου, Γρηγορίου του Παλαμά, Συγγράμματα, τόμ. 5, σ, 254-5. Για απόψεις συγγραφέων τής περιόδου τής Τουρκοκρατίας σχετικά με τον όρκο βλ. Β. Καλλιακμάνη, Η χρήση του Δεκαλόγου στην Τουρκοκρατία, Θεσσαλο¬νίκη 1988, σ. 108-17.
23. Βλ. Τ. Γριτσοπούλου, «Περί όρκου», Αρχείον Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου 7(1952), Άθήναι 1952, σ. 115 κ.έ.
24. Βλ. (Θ. Φαρμακίδου), Περί όρκου, Άθηναι 1849. Νεκταρίου Κεφαλά, Μητροπολίτου Πενταπόλεως, «Περί όρκου», Θεολογικαί μελέται (εκδ. Τίτου Ματθαιάκη, Μητροπολίτου πρ. Παραμυθίας), Άθηναι 1990, σ. 61 κ.ε.
25. Γ. Ράλλη - Μ. ΓΙοτλη, Σύνταγμα Θείων και Ιερών κανόνων, τόμ. 5, Αθηναι 1855, σ. 617 κ.ε.

26. Βλ. Χρ. Ανδρούτσου, Σύστημα Ηθικής, σ. 340, βλ. και σημ. σ. 341-3.
27. Ιω. Χρυσοστόμου, Εις ανδριάντας 15,5, PG 49,161
28. Βλ. Χρ, Ανδρούτσου, σ. 341.
29. Βλ, Άρθρο 13 §1.
30. Για περισσότερα βλ. Γ. Αρβανίτη, Ποινικά Χρονικά 29(1979), σ. 179- 182. Γ. Μαντζαρίδη, «Το πρόβλημα της επιβολής του όρκου», Μελέτες, τεύχ. 5, Θεσσαλονίκη 1979, σ. 116-22. Ευ, Μαντζουνέα, Το πρόβλημα του όρκου, Αθήναι 1979. Ευ, Κρουσταλάκη, «Η υποχρέωση ορκοδοσίας εκείνων που πρεσβεύουν τη χριστιανική θρησκεία ιδίως μετά το Σύνταγμα του 1975», Δίκη 11(1980), σ. 3-33, Γ. Πρίντζιπα, «Ο δικονομικός όρκος και η αντίθεσή του προς το Σύνταγμα», Δίκη 11(1980), σ. 33-43. Σ. Παπαθεμελή, Το ζήτημα του όρκου, Θεσσαλονίκη 1981. Δ. Αθανασοπούλου, Το απαράδεκτον του όρκου, Αθήνα 1994.

(Χριστιανική Ηθική, τόμος Β, εκδ. Πουρναρά, 2004, σελ. 483-492)

"Όταν λακτἰζεις σαν ὀνος,

και πηδἀς ὀπως ο ταὐρος

και χρεμετἰζεις για τις γυναἰκες ὀπως ο ἰππος

καἰ εἰσαι λαἰμαργος ὀπως η αρκοὐδα

καἰ παχαἰνεις το σὠμα σου ὀπως ο ημἰονος

καἰ μνησικακεἰς σαν καμήλα

και αρπἀζεις ὀπως ο λὐκος,

και οργἰζεσαι ὀπως το φἰδι,

και δαγκὠνεις ὀπως ο σκορπιὀς,

και εἰσαι ὐπουλος ὀπως η αλεποὐ,

και ἐχεις μἐσα στην ψυχἠ σου δηλητἠριο ὀπως η κὀμπρα και η ἐχιδνα

καἰ διεξἀγεις πὀλεμο κατἀ των αδελφὠν σου ὀπως ο πονηρὀς εκεἰνος διἀβολος,

πὠς εἰναι δυνατὀν να σε υπολογἰσω μεταξὐ των ανθρὠπων,αφου βλἐπω να ἐχεις αυτοὐ του εἰδους τα χαρακτηριστικἀ;

Νἀ σε ονομἀσω θηρἰο; Τα θηρἰα ἐχουν ἐνα απὀ αυτἀ τἀ ελαττὠματα.

Πὠς θα σἐ αποκαλὠ ἀνθρωπο,ὀταν ἐχεις περισσὀτερα ελαττὠματα απὀ τἀ θηρἰα και το σατανἀ;"

Λόγος του Ιερού Χρυσοστόμου.

Κάποιος άνθρωπος ύπέστη οικονομική καταστροφή και κατάντησε άδοξος άπό ένδοξος και φτωχός άπό πλούσιος. Ό άνθρωπος αυτός σχέδιαζε όλες τις δυνατές λύσεις στήν περιπέτειά του, άφού είχε καταντήσει πάμφτωχος, επειδή τού έλειπαν ήδη και αύτά τά άπολύτως άναγκαία γιά τήν έπιβίωση τής οίκογένειάς του. ’Αλίμονο! μέχρι και ποιο σημείο ή άνέχεια βιάζεται νά προχωρεί! Στήν άπελπισία του, λοιπόν, επάνω πήρε τήν άπόφαση νά εκδίδει τις θυγατέρες του (είχε τρεις, πού διακρινονταν γιά τό υπέροχο κάλλος και τήν εξαιρετική ομορφιά τους) προς άκολασία σ’ αύτούς πού τό επιθυμούν, παίρνοντας χρήματα, και έτσι νά έξασφαλίζει τήν τροφή γιά τον έαυτό του και τά παιδιά του.

Και βέβαια λένε: τό να θέλει να βορβορολογεί κάποιος από τό βόρβορο και να εξασφαλίζει πόρους για τον έαυτό του ποιας άραγε φτώχειας δέν είναι περισσότερο χαλεπό;

Επιθυμούσε, λοιπόν, ό άνθρωπος νά τις παντρέψει δέν μπορούσε όμως έξαιτίας τής μεγάλης φτώχειας του. Έτσι αυτές θά άτιμάζονταν άπ’ όλους και ό σωματικός έρωτας άξίωνε εδώ τό δεύτερο άθλο γιά τον έρωτα των χρημάτων. Ό άνθρωπος, λοιπόν, αυτός βρισκόταν σ’ αύτή τη δυσάρεστη κατάσταση και ύπέφερε ψυχικά γιά την κακή αύτή σκέψη του όμως προχωρούσε ήδη νά κάμει πράξη τήν άπόφασή του. Λένε ότι, πραγματικά, δέν ύπάρχει τίποτε πιο φοβερό άπό τήν άνέχεια. Αλλά Συ ό φιλάνθρωπος, ό άγαθοποιός προς όλους τούς άνθρώπους Θεός, Συ πού κάμπτεσαι μέ φιλανθρωπία άπό τις άνάγκες μας, ποιόν τρόπο βρίσκεις, λοιπόν, καί ποιά θεραπεία γιά τό άκαταμάχητο αυτό κακό; Καί πράγματι, βρίσκεις τρόπο νά φτάσει στ’ αυτιά τού θεράποντά σου, τού άγιου Νικολάου, αυτό πού πρόκειται νά συμβεί μέ τά τρία κορίτσια καί τον στέλνεις μέ τρόπο άξιοθαύμαστο, ώς άγαθό άγγελο, στον πατέρα τους, πού πιέζεται σωματικά καί κινδυνεύει ή ψυχή του, νά τον συντρέξει στή φτώχεια του καί νά τον διασώσει άπό τήν άπώλεια στήν όποια αύτή τον οδηγεί.

Εκτός άπό τά άλλα, κοίτα καί τή μεγαλοψυχία τού Άγιου, πώς δηλαδή συνδυάζει τή σύνεση μέ τή συμπάθεια. Νά τι έκαμε: Δέ σκέφτηκε καθόλου νά προσέλθει στο δυστυχισμένο άνθρωπο, ούτε καί νά συζητήσει γιά λίγο τό θέμα, ούτε νά φανερώσει σ’ αυτόν καί μόνον τό ευεργετικό του χέρι, πράγμα πού συνηθίζουν όλοι οι μικρόψυχοι πού κάνουν κάποια μικροελεημοσύνη. Γιατί ήξερε ότι αυτά είναι ενοχλητικά γι’ αυτούς πού ξέπεσαν άπό τον πλούτο καί τή δόξα στήν άνέχεια καί στή δυστυχία, άφού καί τούς ντροπιάζουν καί τήν εύημερία πού είχαν πριν τούς ύπενθυ- μίζουν. ’Αλλά, νομίζω, σάν νά έπιθυμούσε έκείνος νά ξεπεράσει καί τήν ευαγγελική παραγγελία, δηλαδή τό νά μή γνωρίζει τό άριστερό χέρι τί κάνει τό δεξιό, δέν ή θέλησε νά έχει ώς μάρτυρα τής πράξεώς του ούτε τον ίδιο τον ευεργετούμενο. Έτσι απείχε πολύ από τού νά ζητεί τή δόξα των άνθρώπων, άφού και περισσότερο αύτός φρόντιζε νά κρύβει τις άγαθοεργίες του, παρά άλλοι πού έκαναν αισχρές πράξεις. Πήρε, λοιπόν, κομπόδεμα με χρυσάφι, πήγε τά μεσάνυχτα κοντά στο σπίτι τού φτωχού άνθρώπου, τό έριξε άπό ένα παραθυράκι μέσα και γύρισε άμέσως σπίτι του, σάν νά ντρεπόταν μήν τον ίδούν, όταν έκανε αύτή τήν άγαθοεργία.

Μία άπό τις αδελφές παντρεύεται. Χρυσάφι καί για άλλη
Πρωί πρωί, πού ξύπνησε ό άνθρωπος, βρήκε τό χρυσάφι και, στή συνέχεια, άφού έλυσε τό κομπόδεμα, έξεπλάγη και νόμιζε ότι μπορεί νά είχε έξαπατηθεί, φοβούμενος μήπως δέν είναι χρυσάφι αύτό πού έβλεπε. ’Αναρωτιόταν, λοιπόν, γιά ποιο λόγο δέ θέλησε ό εύεργέτης νά έχει ώς μάρτυ ρα τής εύεργεσίας του αύτόν πού εύεργετή- θηκε. Τή στιγμή έκείνη, τρίβοντας τό μέταλλο μέ τά άκρα των δακτύλων του και παρατηρώντας το πιο προσεκτικά, διαπίστωσε ότι ήταν πράγματι χρυσάφι. Γιά τό άπροσδό- κητο αύτό γεγονός χαιρόταν πολύ, ένιωθε έκπληξη και άπορούσε, ένώ έχυνε θερμά α άπό τή μεγάλη του χαρά* δέν είχε και τι νά κάνει. Και επειδή, στριφογυρίζοντας πολλά στο νού του, δέν είχε κανέναν άπό τούς γνωστούς του στον όποιο νά άποδώσει τό γεγονός τής άγαθοεργίας αύτής, τό άπέδωσε στο Θεό και δέ σταματούσε νά εκφράζει μέ δάκρυα τις εύχαριστίες του. Τώρα βέβαια, πριν άπό τις άλλες άνάγκες, βιαζόταν νά άπαλλαγεί άπό τήν άμαρτία του προς τό Θεό και πάντρεψε μια άπό τις θυγατέρες του, τήν πρώτη, δίνοντάς της ώς προίκα τό χρυσάφι πού έρευσε μόνο του ή, καλύτερα, θά έλεγα τό θεόσταλτο, πού ήταν σημαντικό.

Τό γεγονός τού γάμου τό πληροφορήθηκε ό θαυμαστός Νικόλαος και διαπίστωσε ότι ό πατέρας έπραξε σύμφωνα μέ τή γνώμη του —αύτό πράγματι και έπιθυμούσε, δηλαδή νά τού λύσει μέ τό γάμο την πρόφαση τής αμαρτίας—, γι’ αυτό και ετοιμάστηκε νά προσφέρει βοήθεια και γιά τό δεύτερο κορίτσι. Και πραγματικά, και άλλο κομπόδεμα μέ χρυσάφι, ισόποσο προς τό προηγούμενο, προσέφερε σ’ αύτόν τή νύχτα, χωρίς νά τον πάρει κανείς είδηση. Τά χαράματα, λοιπόν, πού σηκώθηκε ό πατέρας των κοριτσιών, βρήκε οπό δάπεδο τό χρυσάφι. Και, άφού είδε πώς ό Θεός, χωρίς ό ίδιος νά κοπιάσει καθόλου, έριξε σάν βροχή τον πλούτο σ’ αύτόν και τού έδωσε, όπως λέει ό λόγος, σιτάρι άλεσμένο, διακατεχόταν και πάλι άπό τήν ίδια έκπληξη.

’Ακολούθως, άφού έσκυψε βαθιά και στήριξε στο έδαφος τό μέτωπό του, έχυνε θερμότερα δάκρυα λέγοντας: «Θεέ άγαθέ, Θεέ κηδεμόνα των πάντων και αίτιε κάθε άγαθού, οικονόμε τής σωτηρίας μας, Σύ πού έγινες άνθρωπος και γιά τις δικές μου αμαρτίες και τώρα σώζεις εμέ μαζί μέ τά παιδιά μου άπό τήν άναπόφευκτη παγίδα τού έχθρού, Σέ παρακαλώ γνώρισέ μου ποιος είναι ό υπηρέτης τού θελήματος σου, ό μιμητής σου, ό άγγελος άνάμεσα στούς άνθρώπους, αύτός πού έτσι πάλι μέ άναπλάθει, πού άποκαθιστά τήν εύη μέρια μου και μέ λυτρώνει άπό τήν ολέθρια άπόφασή μου. Και νά, μέ τό δικό σου έλεος δίνω και τή δεύτερη κόρη μου σέ νόμιμο άνδρα. Έτσι γλίτωσε πλέον και αύτή τή «μνηστεία» μέ τό διάβολο και εγώ είχα κέρδος, άφού δέν έκτέλεσα πράξη πού θά μού προκαλούσε ζημιά στήν ψυχή».

Ό γάμος τής δεύτερης κόρης. Ό Αγιος προσφέρει χρυσάφι καί γιά τήν τρίτη κόρη. Ό πατέρας ανακαλύπτει τον ευεργέτη του

Αύτά έλεγε, και πολύ γρήγορα πάντρεψε και τή δεύτερη κόρη του, έχοντας πλέον και τήν άγαθή έλπίδα ότι δέ θά καθυστερήσει νά παντρέψει και τήν τρίτη.

Πράγματι, πίστευε ότι είχε ήδη τήν προίκα στά χέρια του. Και τό πίστευε αυτό, στηριζόμενος, καθώς ήταν φυσικό, σέ ό,τι είχε συμβεϊ μέ τις δύο άλλες κόρες του. Ύστερα άπό αυτά, λοιπόν, παρακολουθούσε προσεκτικά και βρισκόταν σε ετοιμότητα μήπως έλθει ό ευεργέτης και πάλι δεν τον άντιληφτεί. Βέβαια θά εύφραινόταν μέ την παροχή, θά στενοχωριόταν όμως, αν δέν τον έβλεπε και, άκόμη, σν δέν ήθελε νά δεχτεί νά τού έκφράσει μέ λόγια τήν ευγνωμοσύνη του.

Έμενε, λοιπόν, άγρυπνος και έτσι περίμενε τήν έλευς τού φιλανθρώπου. Ό εύεργέτης πήγε και γιά τρίτη φορά Πήγε όμως πάρα πολύ προσεκτικά, αργά τή νύχτα, χωρίς νά άκούγεται καθόλου τό περπάτημά του, και, μόλις έφτασε στο συνηθισμένο τόπο, έριξε άπό τό ίδιο παραθυράκι μέσα στο σπίτι κομπόδεμα μέ ίση ποσότητα χρυσού. Αμέσως άπομακρύνθηκε τρέχοντας και γύρισε στο σπίτι του.

Ό πατέρας των κοριτσιών, πού δεχόταν τις ευεργεσίες τού φιλάνθρωπου, μόλις ακούσε τό θόρυβο τού χρυσού πού έπεσε στο δάπεδο —καί δέν είχε τήν παραμικρή αμφιβολία ότι τού συμπαρίσταται ό ίδιος πλουτοδότης —, έτρεξε πίσω του μέ όση ταχύτητα μπορούσε, γιά νά τον φτάσει. Αφού τον έφτασε καί γνώρισε ποιος είναι —γιατί ήιαν πασίγνωστος γιά τήν άρετή του — , ή χαρά του ήταν απερίγραπτη, επειδή κρατούσε άσφαλώς τό θήραμά του και είχε στά χέρια του τον εύεργέτη του. Έπεσε, λοιπόν, με εύχαρίστηση στά πόδια του καί τον άποκαλούσε λυτρωτή καί βοηθό καί σωτήρα ψυχών πού κινδύνευσαν νά φτάσουν στο έσχατο τής καταστροφής καί τής άμαρτίας. «Έάν πραγματικά, έλεγε, δέν ύποκινούσε τά σπλαχνικά σου αισθήματα ό πολυέλεος Κύριος, θά είχαμε άπό καιρό ψυχικώς» χαθεί έγώ ό άθλιος πατέρας μαζί μέ τις τρεις, άλίμονο, θυγατέρες μου. ’Αλλά τώρα μάς έσωσε μέσω τού προσώπου σου καί μάς διαφύλαξε άπό τήν πικρή πτώση στήν αμαρτία καί σήκωσε ό Κύριος φτωχούς άπό τήν κατάσταση της βρωμιάς καί άνέσυρε άπό τή γή δυστυχισμένους». Αυτά τα λόγια, λοιπόν, έλεγε στον "Αγιο εκείνος ό πατέρας, μέ δάκρυα χαράς καί θερμή πίστη, καί παρέμεινε πολύ» χρόνο πεσμένος μπροστά στά εύλογημένα πόδια του.

Ό Άγιος όμως, επειδή διαπίστωσε ότι έγινε γνωστός πλέον στον πατέρα των κοριτσιών, τον σήκωσε έπάνω και τον δέσμευσε μέ πολύ μεγάλους όρκους να μήν ανακοινώσει ποτέ σέ άλλους αυτά πού είχαν γίνει, ούτε νά γνωστοποιήσει τήν έλεημοσύνη γενικότερα στο λαό.

(ΣΥΜΕΩΝ, ΛΟΓΟΘΕΤΟΥ, ΤΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΟΥ, ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΚΑΙ ΜΕΡΙΚΗ ΘΑΥΜΑΤΩΝ ΔΙΗΓΗΣΙΣ ΤΟΥ ΕΝ ΘΑΥΜΑΣΙ ΠΕΡΙΩΝΥΜΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΜΥΡΩΝ ΤΗΣ ΛΥΚΙΩΝ ΕΠΑΡΧΙΑΣ, Απόδοση στη νεοελληνική γλώσσα)

(ένα συγκλονιστικό περιστατικό από την Ιστορία της Εκκλησίας μας γύρω στο 389 μ.Χ.)

Ο δήμος της Θεσσαλονίκης, ζητών την αποφυλάκισιν ηνίοχου τινός του ιπποδρόμου, φυλακισθέντος δι’ αισχρόν έγκλημα, μη εισακουσθείς δε, κατήντησεν εις μανιακόν διάβημα, μαρτυρούν πόσον ανάγωγοι και συρφετώδεις ήσαν οι όχλοι των καιρών εκείνων. Προβάς δηλαδή εις στάσιν, εφόνευσε τον αρχιστράτηγον του εν Ιλλυρία στρατού  Βουθερίκον και πολλούς άλλους αξιωματικούς· προσθέτων δε εις την κακουργίαν κτηνώδη ύβριν, έσυρε τα σώματά των εις τας οδούς.
Η είδησις φυσικά εξώργισε τον Θεοδόσιον, όστις εις το βαρύτατον έγκλημα ηθέλησε να επιβάλη παραδειγματικήν ποινήν.
Ο άγιος Αμβρόσιος, επίσκοπος Μεδιολάνων (Μιλάνου) τον παρακάλεσε να μη σπεύση εν τόσει εξάψει, να προσέξη δε προ παντός, όπως μη τιμωρήση αθώους μετά των ενόχων. Ο αυτοκράτωρ, όστις ενδιεφέρετο δια την δικαιοσύνην, υπεσχέθη· αλλ’ οι περί αυτόν άρχοντες του παρέστησαν πάλιν ότι εις τοιούτο έγκλημα, πραχθέν υπό χιλιάδων, η λεπτομερής ανάκρισις θα ανέβαλλεν επ’ αόριστον την τιμωρίαν και θα την εματαίωνε, πράγμα το οποίον θα εθράσυνε τους απανταχού της αυτοκρατορίας όχλους και θα διεκύβευε την δημοσίαν τάξιν.


Ο δε Θεοδόσιος παραπεισθείς εκ των παρατηρήσεων τούτων, φοβηθείς προσέτι μη ελαφροτέρα τιμωρία δεν θεωρηθή ικανοποιητική εκ του στρατού, εξαφθείς σφοδρότερον εκ νέων πληροφοριών περί των τολμηθέντων υπό του έκφρονος συρφετού, απέστειλε διάταγμα σφαγής κατά του λαού της Θεσσαλονίκης εν τω ιπποδρόμω εκείνω, η υπέρ του οποίου μανία επέφερε την σφαγή του Βουθερίκου και των αξιωματικών.

Προσεκλήθη λοιπόν ο λαός εις τον ιππόδρομον δήθεν δι’ αγώνας ότε δε επληρώθη ολόκληρος από συνωστιζόμενα πλήθη, οι στρατιώται, εφορμήσαντες με γυμνά ξίφη και πλήττοντες αδιακρίτως, εθανάτωσαν εις διάστημα τριών ωρών επτά χιλιάδας.
Η είδησις, φθάσασα εις Μεδιόλανα, κατελύπησε τον Αμβρόσιον. Και να μεταβή μεν προσωπικώς προς τον θεοδόσιον δεν έκρινε πρέπον και σκόπιμον· αφ’ ενός, διότι εφοβείτο μήπως εν τη συνδιαλέξει δοθή αφορμή σφοδροτέρων λόγων· αφ’ ετέρου, διότι δεν ήθελε να επικοινωνήση προς τον δώσαντα διαταγήν τόσης σφαγής. Μετέβη λοιπόν εις εξοχήν, αφήκε να παραδοθούν ημέραι τινές, και έπειτα έγραψεν επιστολήν προς τον αυτοκράτορα παριστώσαν πόσον τρομερόν υπήρξε το διαπραχθέν έγκλημα. Προσθέτετε δε:

«το αμάρτημα δεν εξαλείφεται ειμή δια δακρύων και μετάνοιας· ούτε άγγελοι ούτε αρχάγγελοι δύνανται να συγχωρήσουν αυτό άλλως.

Αυτός ο Κύριος δεν παρέχει την άφεσιν ειμή εις μόνους τους μετανοούντας. Σας συμβουλεύω· σε παρακαλώ· σε προτρέπω· σε παραινώ. Δεν τολμώ να επιτελέσω την αγίαν προσφοράν, εάν θελήσης να παρευρεθής εις αυτήν.

Ό,τι δεν είνε συγχωρημένον μετά το χυθέν αίμα ενός μόνου αθώου, είνε δυνατόν να συγχωρηθή, αφού δια σε εξεχύθη αίμα χιλιάδων;"
Ο Θεοδόσιος εταράχθη. Τι όμως έπρεπε να πράξη; εκκλησιαζόμενος τακτικά, εθεώρει βαρείαν στέρησιν την απουσίαν έστω και μιαν μόνην Κυριακήν εκ του ναού.

Έπειτα, φρονών ότι, διατάξας ως διέταξεν, υπέκυπτεν εις απαραίτητον ανάγκην του κράτους και εξασφάλισιν της δημοσίας τάξεως, άνευ της οποίας παντοία και αθεράπευτα θα εξαπελύοντο κακά, δεν εύρισκεν ορθάς κατά πάντα τας παρατηρήσεις του επισκόπου.
Μετέβη λοιπόν κατά το σύνηθες εις τον ναόν. Αλλ’ ο Αμβρόσιος επέβλεπε· πληροφορηθείς ότι ο αυτοκράτωρ έρχεται, σπεύδει, τον συναντά έξω από τα πρόθυρα, και του εμποδίζει την είσοδον· αιτιολογεί δε το διάβημά του.
«Ουκ οίσθα (είπεν), ως έοικεν, ω βασιλεύ, της ειργασμένης μιαιφονίας το μέγεθος, ουδέ μετά την του θυμού παύλαν ο λογισμός επέγνω το τολμηθέν· ουκ εά γαρ ίσως της βασιλείας η δύναμις επιγνώναι την αμαρτίαν, αλλ’ επιπροσθεί η εξουσία τω λογισμώ. Χρή μέντοι ειδέναι την φύσιν και το ταύτης θνητόν τε και διαρρέον, και τον πρόγονον χουν, εξ ου γεγόναμεν και εις ον απορρέομεν· και μη, τω άνθει της αλουργίδος αποβουκολούμενον, αγνοείν του καλυπτομένου σώματος την ασθένειαν. Ομοφυών άρχεις, ω βασιλεύ, και μεν δη και ομοδούλων. Εις γαρ απάντων δεσπότης και βασιλεύς, ο των απάντων δημιουργός. Ποίοις τοίνυν οφθαλμοίς όψει τον του κοινού δεσπότου ναόν; Ποίοις δε ποσί το δάπεδον εκείνο πατήσεις το άγιον; Πως δε τας χείρας εκτενείς, αποσταζούσας έτι του αδίκου φόνου το αίμα; Πως δε τοιαύταις υποδέξη χερσί του δεσπότου το πανάγιον σώμα; Πως δε τοις στόμασι προσοίσεις το αίμα το τίμιον, τοσούτον δια τον του θυμού λόγον εκχέας παρανόμως αίμα; Άπιθι τοίνυν, και μη πειρώ  τοις δευτέροις την προτέραν αύξειν παρανομίαν,  και δέχου  τον δεσμόν, ω ο Θεός, ο των όλων δεσπότης, άνωθεν γίνεται σύμψηφος· ιατρικός δε ούτος και πρόξενος υγείας»
(μετάφραση=Δεν κατάλαβες, όπως φαίνεται, βασιλιά μου, το μέγεθος  της δολοφονίας που διαπράχθηκε, ούτε μετά το τέλος του θυμού συνειδητοποίησε ο λογισμός αυτό που τολμήθηκε·

διότι δεν αφήνει ίσως η δύναμη της βασιλείας να καταλάβεις την αμαρτία, αλλά η εξουσία συσκοτίζει το λογισμό.

Πρέπει όμως να καταλάβεις τη φύση σου και την θνητότητα και προσωρινότητά της και το προγονικό χώμα από το οποίο γίναμε και στο οποίο διαλυόμαστε· και να μην παραπλανηθείς από το άνθος της βασιλικής αλουργίδας και αγνοήσεις την ασθένεια του σώματος που αυτή καλύπτει.

Εξουσιάζεις, βασιλιά, αυτούς που έχουν την ίδια φύση με εσένα και είναι μάλιστα ομόδουλοι. Διότι ένας είναι δεσπότης και βασιλιάς όλων, ο δημιουργός των όλων.

Με ποιά λοιπόν μάτια θα δεις το ναό του κοινού δεσπότη;

Με ποιά πόδια θα πατήσεις το άγιο εκείνο δάπεδο;

Πώς θα απλώσεις στον ουρανό τα χέρια, τη στιγμή που στάζουν ακόμα από το αίμα του άδικου φόνου;

Πώς με τέτοια χέρια θα υποδεχτείς το πανάγιο σώμα του δεσπότη;

Πώς θα φέρεις το τίμιο αίμα στο στόμα, αφού με τα λόγια του θυμού σου έχυσες παράνομα τόσο αίμα;

Φύγε λοιπόν και μην επιχειρήσεις με τη δεύτερη αυτή συμπεριφορά σου να αυξήσεις την προηγούμενη παρανομία·

και να δεχτείς τον δεσμό (του επιτιμίου), για τον οποίο από τον ουρανό συμφωνεί ο Θεός, ο των όλων δεσπότης· αυτός ο δεσμός είναι ιατρικός και πρόξενος υγείας).
Ο Θεοδόσιος εις την περίστασιν εκείνην εδείχθη άξιος εαυτού. Ενώ, μεταχειρισμένος την δύναμίν του, είχε το μέσον να αναστηλώση κοσμικώς το ταπεινούμενον βασιλικόν μεγαλείον του, δεν ωργίσθη δια την τόλμην του επισκόπου, δεν παρωξύνθη δια την δημοσία γενομένην προς αυτόν επιτίμησιν, αλλ’ υπενθύμισε μόνον προς τον Αμβρόσιον ότι ο Δαβίδ και εις μοιχείαν και εις ανθρωποκτονίαν υπέπεσεν.
Ο επίσκοπος έδραξε φιλοστόργως και ετοίμως την ευκαιρίαν.

«Καθώς λοιπόν εμιμήθης του Δαβίδ την αμαρτίαν, είπεν, ούτω μιμήθητι και αυτού την μετάνοιαν».

Ο βασιλεύς εύρεν την νουθεσίαν ορθοτάτην.
Ο πανίσχυρος αυτός σκηπτούχος έστρεψε το βήμα του ως ο έσχατος των υπηκόων του, εξέχυσε δε πικρά δάκρυα μετανοίας, και μόνον μετά μήνας οκτώ, την εορτήν των Χριστουγέννων, δημοσία εξομολογηθείς το αμάρτημά του, πρηνής δε, εζήτησε συγχώρησιν.

Ο Αμβρόσιος τότε τον εδέχθη εις την θείαν κοινωνίαν.

(Οι Βίοι των Αγίων, Μιχαήλ Γαλανού, τόμος 4, Δεκέμβριος σελ. 46-48)


Ευρισκόμενος ο Άγιος Διονύσιος Ζακύνθου (1547-17 Δεκεμβρίου 1622) εις την χώραν, έτυχε να ανοίξουν τάφον τινά εις τον ναόν του Αγίου Νικολάου των ξένων (ούτω καλούμενον, διότι εκεί ενταφιάζονται οι ξένοι, όστις είναι και η Επισκοπή της αυτής χώρας), δια να ενταφιάσουν άλλο λείψανον και και εκεί εύρον εν σώμα γυναικός, ήτις ήτο προ καιρού αποθαμμένη και ήτο άλυτον με τα ιμάτιά του, διότι απέθανε με δεσμόν αφορισμού η ταλαίπωρος.

Ήλθον όθεν οι συγγενείς της και προσέπεσον εις τους πόδας του Αγίου, παρακαλούντες αυτόν με δάκρυα να υπάγη εις τον άνωθεν ναόν, να αναγνώση ευχήν συγχωρητικήν εις εκείνο το δεδεμένον σώμα, ίσως και ο Κύριος ήθελεν εισακούσει την δέησίν του.

Ευσπλαγχνισθείς ο Άγιος τα δάκρυά των επήγεν εις αυτόν τον ναόν νύκτα βαθείαν, έχων εις την συνοδείαν του τον ρηθέντα διάκονον και τον εφημέριον του αυτού ναού και θεωρών το πτώμα εκείνο, προστάσσει να το εκβάλουν έξω από τον τάφον και να το στήσουν ορθόν εις εν στασίδιον της εκκλησίας.

Τότε φορών το επιτραχήλιόν του και το ωμοφόριον, κλίνας τα γόνατα και προσευχόμενος ώραν ικανήν, εδέετο  του Θεού με θερμά δάκρυα να λύση από τον δεσμό του αφορισμού το άλυτον εκείνο σώμα, αναγινώσκων αυτώ την συγχωρητικήν ευχήν.

Και (ω του θαύματος!) ως να ήτο εμψυχον το άπνουν εκείνο σώμα, κλίναν την κεφαλήν με κάποιον σχήμα προσκυνήσεως προς τον Άγιον, τάχα δια ευχαριστίαν της μεγάλης χάριτος, την οποίαν έλαβεν, έπεσε κατά γης και διελύθη παντελώς εις χώμα και οστά.

Ο δε Άγιος, ως ταπεινόφρων, έβαλε και εις τούτο επιτίμιον προς τους εκεί παρεστώτας, να μην το φανερώσουν ζώντος αυτού εις τινα.

Παρόμοιον θαύμα έκαμε και εις άλλου ανδρός αφωρισμένον λείψανον, εις το χωρίον Καταστάριον.
(Μέγας Συναξαριστής,Βίκτωρος Ματθαίου, τόμος ΙΒ΄,σελ. 440-441)

Σελίδα 1 από 7

Εύρεση

Δημοφιλή Θέματα (Α-Ω)

αγάπη (184) Αγάπη Θεού (48) αγάπη σε Θεό (12) αγάπη σε Χριστό (42) άγγελοι (10) Αγία Γραφή (49) Αγιασμός (1) Άγιο Πνεύμα (8) άγιοι (15) άγιος (75) αγνότητα (7) άγχος (11) αγώνας (60) αγώνας πνευματικός (23) αθεΐα (90) αιρέσεις (67) αλήθεια (26) αμαρτία (61) Αμβρόσιος άγιος (1) Ανάσταση (65) ανασταση νεκρών (5) ανθρώπινες σχέσεις (132) άνθρωπος (17) αντίχριστος (6) αξιώματα (3) απιστία (5) αποκάλυψη (4) απόκρυφα (15) αρετή (55) ασθένεια (17) άσκηση (3) αστρολογία (2) αυτογνωσία (47) Β Παρουσία (9) Β' Παρουσία (10) βάπτιση (4) βάπτισμα (8) Βασίλειος ο Μέγας (1) βία (2) βιβλίο (4) βιοηθική (9) γάμος (36) Γένεση (4) Γεροντικόν (42) γηρατειά (3) γλώσσα (29) γνώση (5) γονείς (41) Γρηγόριος ο Θεολόγος (1) γυναίκα (7) δάκρυα (4) δάσκαλος (10) Δεύτερη Παρουσία (7) Δημιουργία (41) διάβολος (44) διάκριση (41) διάλογος (2) δικαιοσύνη (3) Δογματικα Θέματα (5) Δωρόθεος αββάς (6) εγωισμός (95) εικόνες (16) Ειρηναίος Λουγδούνου άγιος (2) ειρήνη (5) εκκλησία (56) Εκκλησιαστική Ιστορία (11) Εκκλησιαστική περιουσία (2) έκτρωση (1) ελεημοσύνη (14) ελευθερία (15) Ελλάδα (15) ελπίδα (14) Εξαήμερος (2) εξέλιξης θεωρία (15) Εξομολόγηση (66) εξωγήινοι (2) εξωσωματική γονιμοποίηση (5) επάγγελμα (5) επιστήμη (65) εργασία (27) Ερμηνεία Αγίας Γραφής (38) έρωτας (9) έρωτας θείος (1) Ευαγγέλια (58) ευγένεια (4) ευσπλαχνία (6) ευτυχία (23) ευχαριστία (7) ζήλεια (1) ζώα (13) ηθική (5) ησυχία (5) θάνατος (95) θάρρος (15) θαύμα (65) θέατρο (1) Θεία Κοινωνία (46) Θεία Λειτουργία (43) θεία Πρόνοια (2) θέληση (4) θεολογία (10) Θεός (7) Θεοφάνεια (2) θλίψεις (104) θρησκείες (7) θυμός (30) Ιάκωβος Τσαλίκης Όσιος (5) ιατρική (4) Ιγνάτιος Θεοφόρος (7) ιεραποστολή (16) ιερέας (45) ιερωσύνη (3) Ιουδαίοι (1) Ιουστίνος άγιος (1) Ισαάκ ο Σύρος (1) Ισλάμ (3) Ιστορία Ελληνική (5) Ιστορία Παγκόσμια (4) Ιωάννης Χρυσόστομος (14) Καινή Διαθήκη Ερμηνεία (19) Καινή Διαθήκη κριτικό κείμενο NestleAland (5) καρδιά (9) Κασσιανός Όσιος (1) κατάκριση (37) καταναλωτισμός (1) καύση νεκρών (1) κήρυγμα (4) Κλίμακα (2) Κοίμησις Θεοτόκου (11) κοινωνία (80) κόλαση (11) ΚράτοςΕκκλησία (1) Κρίσις Μέλλουσα (3) Κύριλλος Άγιος (1) Λατρεία Θεία (44) λείψανα (2) λογισμοί (26) λύπη (1) μαγεία (5) Μάξιμος Ομολογητής (1) μάρτυρες (6) μελέτη (6) μετά θάνατον (26) μετά θάνατον ζωή (27) Μεταμόρφωση (2) Μεταμόρφωσις (4) μετάνοια (62) μητέρα (9) μίσος (1) μνημόσυνα (4) μοναξιά (11) μοναχισμός (9) μόρφωση (9) μουσική (2) Ναός (2) ναρκωτικά (1) νέοι (7) νεοπαγανισμός (5) νηστεία (13) Νικόλαος Άγιος (2) νους (8) οικονομία (2) Οικουμενισμός (2) ομορφιά (7) όνειρα (21) οράματα (2) Ορθοδοξία (50) όρκος (1) πάθη (31) πάθος (2) παιδεία (8) παιδιά (21) Παΐσιος Όσιος (9) Παλαιά Διαθήκη (1) Παλαιά Διαθήκη Ερμηνεία (5) παλαιοημερολογίτες (4) Παναγία (57) Παπαδόπουλος Στυλιανός (1) παράδειγμα (6) Παράδεισος (43) Παράδοση Ιερά (2) Πάσχα (13) πατρίδα (5) Πεντηκοστή (4) πίστη (148) πλούτος (12) πνευματική ζωή (62) πνευματικός πατέρας (13) πνευματισμός (8) ποίηση (13) πόλεμος (13) πολιτική (11) πολιτισμός (4) Πόποβιτς Ιουστίνος άγιος (1) Πορφύριος Όσιος (24) Πρόνοια (3) Πρόνοια Θεία (42) προορισμός (6) προσε (1) προσευχή (126) προσοχή (3) προτεσταντισμός (17) προφητείες (1) ραθυμία (3) Ρωμαιοκαθολικισμός (12) Σαρακοστή (4) σεβασμός (2) σοφία (21) Σταυρός (25) Σταύρωση (11) συγχώρηση (5) σχίσμα (1) σώμα (4) ταπεινοφροσύνη (62) ταπείνωση (2) Τεσσαρακοστή Μεγάλη (2) Τριάδα Αγία (4) τύχη (2) υλικά αγαθά (3) υπακοή (7) υπαρξιακά (36) υποκρισία (2) υπομονή (39) φαντασία (1) φαντάσματα (2) φιλία (10) φιλοσοφία (11) Φλωρόφσκυ Γεώργιος (3) φόβος (19) φως (1) χαρά (26) χάρις θεία (10) χαρίσματα (1) Χειρόγραφα Καινής Διαθήκης (1) Χριστιανισμός (2) χριστιανός (20) Χριστός (9) Χριστούγεννα (38) χρόνος (15) ψεύδος (10) ψυχαγωγία (1) ψυχή (62) ψυχολογία (13)