Αυξομείωση μεγέθους γραμμάτων.
Κείμενα (blog) - Ιερός Ναός Αγίου Σώστη Νέας Σμύρνης


Θεολόγος είσαι; Να μας μιλήσεις.
 Επείσθην και εγώ και, πράγματι, την επόμενη Κυριακή (δε θυμούμαι τώρα ακριβώς την ημερομηνία, ήταν Σεπτέμβριος) πήγα πρωί πρωί στον Άγιο Γεράσιμο. Ο Γέροντας βρισκόταν στην Αγία Πρόθεση και έκανε την προετοιμασία για τη Θεία Λειτουργία στην Πρόθεση.
Εγώ, επειδή συνήθιζα να πηγαίνω στο Ιερό, μπήκα στο Ιερό. Ο Γέροντας ήταν αφοσιωμένος στην Αγία Πρόθεση. Περίμενα κάποια στιγμή να τελειώσει, να τον χαιρετήσω, να του ασπασθώ το χέρι και να έρθω σε μια πρώτη επαφή.
Όντως, μετά από κάμποση ώρα, όταν κάλυψε την Αγιά Πρόθεση, στράφηκε προς το μέρος μου και εγώ του έβαλα μετάνοια και του φίλησα το χέρι.
Ο Γέροντας με καλωσόρισε με τούτα τα λόγια:
-    Καλώς  τονε, Θεολόγος είσαι;
-     Ναι, Γέροντα.
-    Αφού βρέθηκες εδώ, να μας μιλήσεις.
-    Άμα έχω την ευλογία σας…
 Αφού συλλογίστηκα λίγο, γιατί δεν είχα σκεφτεί και την ευαγγελική περικοπή, που θα ανεγινώσκετο εκείνη τη μέρα, του λέω:
-    Γέροντα, αν είναι δυνατό να δω λίγο την ευαγγελική περικοπή, αν και δεν πρέπει να γίνεται έτσι πρόχειρα το κήρυγμα. Θα πρέπει κανείς να προετοιμάζεται, αλλά εφόσον εσείς το προτείνετε, το δέχομαι.
-    Μου έδωσε πράγματι το Ευαγγέλιο, διάβασα την περικοπή και μετά το τέλος, έρχεται ξανά και μου λέει:
-    Που θα μιλήσεις; Μετά την ανάγνωση του Ευαγγελίου ή στο κοινωνικό, που έρχονται οι περισσότεροι, για να ωφελήσουμε περισσότερους ανθρώπους; [Ι 155π.]

(Ανθολόγιο Συμβουλών,Γέροντος Πορφυρίου, εκδ. Η Μεταμόρφωση του Σωτήρος, σελ. 236-237)

Ἡ δύναμη τῆς κοινῆς προσευχῆς

– Γέροντα, μερικὲς φορὲς νιώθω τὴν ἀνάγκη νὰ μείνω στὸ κελλὶ καὶ νὰ κάνω πνευματικὰ παρὰ νὰ πάω στὴν Ἀκολουθία.
– Αὐτὸ ποὺ θὰ γίνη στὴν Ἀκολουθία, μπορεῖ νὰ γίνη ἄλλη ὥρα; Δὲν μπορεῖ νὰ γίνη. Ἐνῶ αὐτὸ ποὺ θὰ κάνης στὸ κελλί, μπορεῖ νὰ γίνη καὶ ἄλλη ὥρα.
– Στὴν ἐκκλησία, Γέροντα, δὲν νιώθω πάντα τὴν ἀλλοίωση ποὺ νιώθω στὸ κελλί.
– Κοίταξε· ἡ κατ’ ἰδίαν προσευχὴ εἶναι προετοιμασία γιὰ τὴν κοινή. Ἡ κοινὴ προσευχὴ ἀπὸ ἄποψη ποιότητος μπορεῖ νὰ εἶναι κατώτερη ἀπὸ τὴν κατ’ ἰδίαν, γιατὶ στὸν ναὸ δὲν μπορεῖς νὰ κινηθῆς ἐλεύθερα, ὅπως ὅταν εἶσαι μόνος. Ἀπὸ ἄποψη ὅμως ἰσχύος εἶναι ἀνώτερη, γιατὶ προσεύχονται ὅλοι μαζί, καὶ ἄλλου ἡ προσευχὴ ἔχει πιὸ πολλὴ δύναμη, ἄλλου πιὸ πολλὴ θέρμη κ.λπ. Αὐτὲς λοιπὸν τὶς δύο-τρεῖς ὧρες ποὺ γίνεται ἡ Ἀκολουθία, πρέπει νὰ εἶσαι κι ἐσὺ ἐκεῖ στὴν ἐκκλησία, γιὰ νὰ προσευχηθῆς μαζὶ μὲ ὅλους. Τί εἶπε ὁ Χριστός; «Ὅπου εἶναι δύο ἢ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμι ἐν μέσῳ αὐτῶν» .
– Γέροντα, μὲ ἀναπαύει πιὸ πολὺ νὰ μένω στὸ κελλί, ἐπειδὴ στὴν Ἀκολουθία ἔχω περίσπαση.
– Ἡ ἀνάπαυση ποὺ νιώθεις ἐκείνη τὴν ὥρα στὸ κελλί, δὲν εἶναι πραγματικὴ ἀνάπαυση. Ἂν κάνης τὸν ἀγώνα σου μέσα στὴν ἐκκλησία καὶ προσπαθήσης νὰ συγκεντρωθῆς καὶ νὰ λὲς τὴν εὐχή, τότε θὰ κάνης σωστὴ δου¬λειὰ καὶ θὰ βρῆς τὴν πραγματικὴ ἀνάπαυση. Νὰ κάνης μιὰ προσπάθεια νὰ ξεπεράσης τὶς δυσκολίες μέσα στὶς δυσκολίες· αὐτὸ πολὺ θὰ σὲ βοηθήση. Εἶναι σὰν νὰ ἐκπαιδεύεσαι στὸν στρατὸ μὲ πραγματικὲς σφαῖρες, πράγμα ποὺ σὲ κρατᾶ σὲ ἐγρήγορση.
– Γέροντα, στὴν Ἀκολουθία ζορίζομαι, γιατὶ δὲν μπορῶ νὰ λέω τὴν εὐχὴ καὶ νὰ παρακολουθῶ συγχρόνως τὶς ἀναγνώσεις καὶ τὰ ψαλτικά.
– Γιατί ζορίζεσαι; Βλέπω ὅτι ἔχεις ἀγωνία. Λές: «Θέλω νὰ προχωρήσω στὴν νοερὰ προσευχή, θέλω νὰ πλουτίσω...». Αὐτὸ ἔχει μέσα κρυφὸ ἐγωισμό, ὑπερηφάνεια. Ὄχι ὅτι δὲν ἀγωνίζεσαι· ἐγὼ σοῦ τὰ λέω καὶ λίγο ὑπερβολικά. Ἔχεις καλὴ διάθεση καὶ ὁ Χριστὸς θὰ σὲ βοηθήση. Στάσου σὰν παιδάκι μπροστὰ στὸν Θεὸ καὶ μὴ σκέφτεσαι τίποτε. Κινήσου ἁπλά, καὶ θὰ δῆς πόση Χάρη θὰ σοῦ δώση ὁ Χριστὸς καὶ ἡ Παναγία. Μπαίνοντας στὴν ἐκκλησία νὰ σκέφτεσαι πὼς μπῆκες μέσα στὸ καράβι, καὶ ἄφησε τὸν ἑαυτό σου στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ νὰ σὲ πάη ὅπου θέλει.
– Ὁ ὕπνος, Γέροντα, μὲ κλέβει στὶς Ἀκολουθίες καὶ μερικὲς φορὲς δὲν μπορῶ νὰ παρακολουθήσω καθόλου. Ὕστερα μοῦ λέει ὁ λογισμός: «Τί ἔγινε ποὺ πῆγες στὴν Ἀκολουθία, ἀφοῦ δὲν προσευχήθηκες;».
– Καὶ ὅταν νυστάζης, καὶ ὅταν σὲ κλέβη ὁ ὕπνος, τὸ καράβι ταξιδεύει. Μέσα στὸ καράβι, ἄλλος χαζεύει, ἄλλος νυστάζει, ἄλλος κοιμᾶται, ἀλλὰ τὸ καράβι προχωράει γιὰ τὸν προορισμό του. Ἐσὺ νὰ προσπαθῆς νὰ μὴν κοιμᾶσαι.
– Γέροντα, ἂν ὁ νοῦς στὴν Ἀκολουθία δὲν ἀσχοληθῆ μὲ τὴν προσευχή, εἶναι κουραστικὴ ἡ Ἀκολουθία.
– Ναί, γιατὶ τότε δὲν τρέφεται ὁ ἄνθρωπος. Ὅταν ὁ νοῦς δὲν εἶναι στὰ θεῖα νοήματα, ἡ Ἀκολουθία εἶναι ἁπλῶς μία σωματικὴ ἄσκηση, ἕνας κόπος γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Πάντως, καὶ αὐτὸς ποὺ νυστάζει στὴν ἐκκλησία καὶ ἀγωνίζεται νὰ μὴν τὸν πάρη ὁ ὕπνος, ἔχει μεγάλο μισθό. Μήπως δὲν εἶχε κρεββάτι στὸ κελλί του, νὰ πάη νὰ κοιμηθῆ; Δυὸ κοσμικοὶ πῆγαν στὸ Ἅγιον Ὄρος σὲ μιὰ ἀγρυπνία. Κοιμήθηκαν πρῶτα καὶ κατέβηκαν στὸν ναὸ στοὺς Αἴνους . Ἕνας καλόγερος στὸ διπλανὸ στασίδι νύσταζε καὶ ἀγωνιζόταν νὰ μὴν κοιμηθῆ. Ὁ ἕνας ἀπὸ τοὺς δύο κοσμικούς, ὅταν τὸν εἶδε, λέει στὸν διπλανό του: «Κοίτα, οἱ καλόγεροι κοιμοῦνται». Τότε ὁ ἄλλος τοῦ ἀπάντησε σὰν τὸν καλὸ ληστή : «Δὲν ντρέπεσαι; Ἐμεῖς κοιμηθήκαμε τόσες ὧρες καὶ τώρα ἤρθαμε. Δὲν θὰ μποροῦσε κι αὐτὸς νὰ πάη στὸ κελλί του νὰ κοιμηθῆ; Στρῶμα μπορεῖ νὰ μὴν ἔχη, ἀλλὰ ἕνα ξυλοκρέββατο θὰ ἔχη».
– Τὴν Ἀκολουθία, Γέροντα, δὲν τὴν χαίρομαι.
– Ὅλο χαρὰ νὰ ζητᾶμε; Βρίσκεσαι στὸν ναὸ γιὰ τὸν Χριστό. Στέκεσαι στὸ στασίδι, ἀκουμπᾶς κιόλας τὰ χέρια καὶ ξεκουράζεσαι λίγο. Νὰ σκέφτεσαι: «Ὁ Χριστὸς ἔχει ἁπλωμένα τὰ χέρια στὸν Σταυρό, ἐνῶ ἐγὼ ξεκουράζομαι κιόλας». Ἔτσι θὰ νιώσης ἀνάπαυση.
– Γέροντα, στὴν Ἀκολουθία μποροῦμε νὰ καθώμαστε;
– Ὅποιος ἔχει κάποια δυσκολία, μπορεῖ νὰ καθήση λίγο. Ὅποιος ὅμως ἔχει κουράγιο, καλὸ εἶναι νὰ στέκεται ὄρθιος. Ἀλλὰ αὐτὸ νὰ τὸ αἰσθάνεσθε καὶ νὰ τὸ κάνετε ἀπὸ μέσα σας. Ὄχι νὰ λέτε: «Τώρα θὰ πᾶμε στὴν ἐκκλησία, θὰ σταθοῦμε ἔτσι, θὰ ἔχουμε σκυμμένο τὸ κεφάλι, δὲν θὰ κουνηθοῦμε». Αὐτὸ εἶναι ἕνα πράγμα τυπικό, ἐξωτερικό.
– Πολλὲς φορές, Γέροντα, δὲν μπορῶ νὰ συγκεντρωθῶ μέσα στὴν ἐκκλησία, ἐπειδὴ πονοῦν τὰ πόδια μου ἀπὸ τὴν ὀρθοστασία. Τί νὰ κάνω;
– Νὰ θυμᾶσαι τὸ τιμωρητικὸ ξύλο, στὸ ὁποῖο ἔβαλαν τὰ πόδια τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ λές: «Δόξα τῷ Θεῷ ποὺ πονάω». Τότε θὰ ξεχνᾶς τὸν δικό σου πόνο, ἡ καρδιά σου θὰ γλυκαίνεται καὶ θὰ λὲς καρδιακὰ τὴν εὐχή.

(Παϊσίου Λόγοι ΣΤ΄σελ. 207-210)

Μια διαφορετική εμπειρία Χαράς!

(η προσωπική εξομολόγηση μίας αδελφής μας για το βίωμά της).

Στη ζωή μου από τα παιδικά μου χρόνια έμαθα να προσπαθώ και να επιδιώκω πάντα κάτι καλύτερο από αυτό που κάθε στιγμή είχα. Βιαζόμουν, έτρεχα, τελειοποιούσα, δημιουργούσα, διόρθωνα, αλλά αισθανόμουν μέσα μου κάτι ανικανοποίητο και μη ολοκληρωμένο. Αυτό με παρότρυνε για περαιτέρω δραστηριότητα και προσπάθεια αλλά ταυτόχρονα μεγάλωνε μέσα μου  η αγωνία και η αστάθεια της ψυχής μου. Πίστευα στις προσωπικές μου δυνάμεις και ζούσα μια πνευματικότητα καθοδηγούμενη από τη δική μου κοσμική «ηθική».
Ο Θεός υπήρξε ανέκαθεν στη ζωή μου ως «παντοδύναμος» και «πάνσοφος» αλλά όχι «πανταχού παρών» και «συνοδοιπόρος μου». Ο «Σταυρός Του» και ο «Σταυρός μου» ήταν δύο διακριτά και απομονωμένα μεταξύ τους «πράγματα». Τα προβλήματά μου έπρεπε να τα λύνω μόνη μου «γιατί ποιος θα μπορέσει να τα λύσει αφού είναι δικά μου προβλήματα και είναι μέρος των δικών μου επιλογών;», έτσι σκεφτόμουν.
Ώσπου με κάποιο ευλογημένο τρόπο οδηγήθηκα σε μία εκκλησία και συναντήθηκα με κάτι που δεν ήξερα πώς να το ονομάσω,  αλλά ασκούσε πάνω μου μια αδιόρατη και πρωτοφανή έλξη που με έκανε να αναθεωρήσω την μέχρι τώρα ζωή μου.
Τότε – ντρέπομαι που το λέω, γιατί ήμουν περασμένα σαράντα – άρχισα να εκκλησιάζομαι τακτικά και το σημαντικότερο άρχισα να συμμετέχω στα μυστήρια του Θεού, εξομολόγηση και Θεία Κοινωνία, είχα πνευματικό.
Πριν προλάβω να συνειδητοποιήσω τι είναι «πνευματικός αγώνας»  - δεν είχα ξανακούσει την έκφραση αυτή,  άρχισα να αισθάνομαι βαθιά στην καρδιά μου την ύπαρξη ενός άλλου βαθύτερου επίπεδου, μέσα στο οποίο άρχισε να γεννιέται ένα αίσθημα παράξενης «καυτής» ευφορίας, που πλημμύριζε όλο μου το σώμα και μου γεννούσε μνήμη Θεού, αγάπης και γλυκύτητας. Αυτό συνέβαινε στιγμές χρονικά ασυσχέτιστες με την παρουσία μου στην εκκλησία, συνήθως στιγμές που ήμουν απορροφημένη με άλλες εργασίες.

Προσπαθούσα για παράδειγμα να βοηθήσω την κόρη μου για τις εξετάσεις του σχολείου και κάτι μέσα μου με διέκοπτε και με ξεσήκωνε να προσευχηθώ, να θυμηθώ το Θεό, να δοξολογήσω.  Το αίσθημα αυτό ήταν κάτι που δεν μπορούσα να το εξηγήσω, ωστόσο ήταν κάτι συγκεκριμένο και υπαρκτό που δεν μπορούσα να αγνοήσω. Προσπάθησα να πείσω τον εαυτό μου να σκέφτομαι λογικά και να το προσπεράσω, γιατί «δεν γίνονται αυτά» αλλά η καρδιά μου επέμεινε να αισθάνεται τη ζεστή αύρα που πλημμύριζε όλη την ύπαρξη μου.

Αρχικά διαρκούσε κάποιες λίγες στιγμές μέσα στην ημέρα, έκτοτε με την πάροδο του χρόνου, με τη συχνή Θεία Κοινωνία και την παρουσία μου στην εκκλησία, διαρκούσε όλο και πιο πολύ και σταδιακά έγινε μια μόνιμη κατάσταση ευφορίας και «εσωτερικής χαράς».
Το συναίσθημα αυτό δεν ευθυγραμμιζόταν πάντα με το εξωτερικό μου συναίσθημα. Υπήρξαν στιγμές που εξωτερικά τσακιζόμουν ενώ ταυτόχρονα μέσα μου κάτι φτερούγιζε δυνατά. Έτσι αισθάνθηκα ότι ζω δύο ζωές, που αρχικά ήταν παράλληλες, αλλά ασυσχέτιστες μεταξύ τους. Στο βάθος της καρδιάς μου υπήρξε μια αδιόρατη χαρά και εξωτερικά ζούσα την κανονική μου ζωή με τα ποικίλα συναισθήματά της.
Μετά την πάροδο 3 ετών μέσα στην εκκλησία γνωρίζοντας αυτή τη διπλή μου «ιδιοσυγκρασία»,  προσπάθησα να ταυτίσω τις δύο ζωές μου. Να φέρω στην επιφάνεια την εσωτερική μου χαρά και να την κάνω οδηγό για κάθε εξωτερικό συναίσθημα. Ως μητέρα δύο παιδιών, σύζυγος, εργαζόμενη σε θέση καριέρας, μεσούσης της κρίσης, ζω μια ζωή χειμαρρώδη, σαρωτική, με μηδενικό ελεύθερο χρόνο και πολλές φορές «βίαιη».

Η χαρά στον πυρήνα της ψυχής μου, η γλύκα μιας απροσδιόριστης αγάπης, μια ζεστή αύρα που πλημμυρίζει όλο μου το σώμα, η προσευχή στα χείλη που έρχεται χωρίς να το επιλέξω είναι για μένα  «η χαρά του Χριστού μου».  Αισθάνομαι ότι είναι ένα δώρο από Εκείνον και όχι κάποια δική μου κατάκτηση γιατί πολύ απλά με τους ρυθμούς ζωής που ζω - έγνοιες, ευθύνες, τρεξίματα και φροντίδες και ποικίλες αδιέξοδες δυσκολίες – δεν προλαβαίνω να βάλω στη ζωή μου μνήμη Θεού.
Γνωρίζω ότι πρέπει να προσπαθήσω να ευθυγραμμίσω τις δύο ζωές μου, γιατί δύο παράλληλες ζωές  - όπως και δυο παράλληλες γραμμές – συμπορεύονται αλλά δεν συναντούνται γιατί τις χωρίζει μια απόσταση. Δεν είμαι σίγουρη ότι θα τα καταφέρω. Εκείνο που έχω καταφέρει είναι να επικαλούμαι τη χαρά του Χριστού μου, σε κάθε δυσκολία της «επιδερμικής» ζωής και να λέω «δεν φοβάμαι, έχω το Χριστό μου και εκείνος μου έχει δώσει ένα δώρο, τι άλλο άραγε να θελήσω;».
Νομίζω ότι η πνευματική ζωή είναι μια πορεία ευθυγράμμισης της ζωής μας με την Αγάπη του Χριστού. Όταν οι δύο γραμμές της ζωής μας θα εφάπτονται, τότε θα πορευόμαστε πάνω στη γραμμή του Θεού.
Προσπαθώ να πλησιάσω όσο μπορώ περισσότερο, αλλά αυτό είναι ένας συνεχής αγώνας, μια διαδρομή δύσκολη, ένα μονοπάτι θυσίας, ένας δρόμος που οδηγεί την απόλυτη Αγάπη.
Θέλω να είμαι ευγνώμων για όλα τα καλά που μου έχει δώσει ο καλός Θεός. Με ευλόγησε να γίνω μητέρα, να έχω υγεία, να σπουδάσω να κάνω δημιουργικά πράγματα στη δουλειά μου. Δεν είναι όμως αυτά τα δώρα Του που επικαλούμαι όταν αισθάνομαι πληγωμένη και τσακισμένη.

Δε μου είναι αρκετό και δεν με αναπαύει τόσο αυτή η σκέψη. Ίσως να με αγχώνει λίγο γιατί με κάνει να αισθάνομαι αχάριστη. Εκείνο που με αναπαύει είναι να επικαλούμαι την εσωτερική μου «χαρά» το δώρο του Θεού μου, το εσωτερικό μου άδειασμα από τα κοσμικά και γέμισμα από τα Θεϊκά δώρα.
Αισθάνομαι κάποιες φορές ότι δεν χαίρομαι το Δώρο του Θεού όσο ίσως θα έπρεπε. Δεν τα καταφέρνω πάντα είναι προφανές.  Όμως αυτή η διαπίστωση της μικρότητά μου, με γεμίζει με την βεβαιότητα ότι είμαι ένας άνθρωπος που μέχρι «εκεί μπορώ να φτάσω», ίσως δεν μπορώ περισσότερο. Τότε έρχεται η στιγμή που ζητάω «συγνώμη» από το Θεό και τον παρακαλώ να μη μου πάρει το Δώρο Του.

Τις στιγμές αυτές αισθάνομαι αυτό το συναίσθημα στον πυρήνα της καρδιάς μου να γιγαντώνεται, και απορώ πως τη στιγμή των δακρύων, της θλίψης, της λύπης, της «πτώσης» Αυτός είναι εκεί. Η απάντηση  μέσα μου είναι: «η αγάπη του Χριστού  είναι αδιαμφισβήτητη  και δεν μεταβάλλεται ανάλογα με τα πόσα μπορώ να καταλάβω ή πόσα μπορώ να καταφέρω». Αποδέχεται την μικρότητά μου γιατί «τόσο μπορώ».  Αυτό νομίζω σημαίνει Αγάπη Θεού, ανεξάρτητα της ασημαντότητας μου Εκείνος να είναι πάντα εκεί, και εγώ ευλογήθηκα να τον αισθάνομαι.
Αυτό το βίωμα μου αποτελεί για μένα την μεγαλύτερη απόδειξη ότι υπάρχει ο Θεός και ότι κατοικεί στην καρδιά μου, ακόμα και αν δεν το αξίζω. Αυτό με κάνει να θέλω συνεχώς να είμαι στη Θεία Λειτουργία, να θέλω να ρουφήξω Θεό όσο μπορώ περισσότερο στη ψυχή μου. Δεν χορταίνεται ο Θεός, δεν τελειώνει αυτή η δίψα, δεν μαθαίνεται ποτέ. Κάποια στιγμή νόμιζα ότι  πρέπει όλα αυτά να τα εξηγήσω να τα ερμηνεύσω και τα εκλογικεύσω. Τώρα ευτυχώς δεν θέλω καμιά εξήγηση. Θέλω μόνο να υπάρχουν.
Ακούω πολλές φορές ότι ο Θεός παίρνει τα δώρα Του και αφήνει πάλι μόνους τους ανθρώπους Του για να προσπαθήσουν  περισσότερο. Δεν νομίζω ότι θα το άντεχα αυτό, για αυτό τον παρακαλώ μέρα νύχτα να μη στερήσει από εμένα το Δώρο Του. Δεν μπορώ να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς το Χριστό «μου».

Θέλω να το φωνάξω με όλη τη δύναμη της ψυχής μου. Εγώ ο ίδιος άνθρωπος μέσα στον ίδιο αγώνα, με τον ίδιο Σταυρό όταν κοινώνησα πήρα ένα Δώρο και το πήρα άμεσα. Αυτό το δώρο είναι απόδειξη ότι υπάρχει Θεός, και ότι είναι εδώ και με αγαπάει πολύ και δεν θέλω να Τον χάσω. Αυτό το δώρο ίσως να είναι η απόδειξη ότι έκανα ήδη και εγώ έναν αγώνα «συν Θεώ» χωρίς να το έχω αντιληφθεί.
Κανένα δώρο δεν δίνεται χωρίς λόγο, το αντιλαμβάνομαι αυτό Θεέ μου, γιαυτό υπόσχομαι να συνεχίσω να είμαι πάντα «εκεί». Εκεί που με συνάντησες εκεί θα μείνω, αυτό αισθάνομαι να μου ζητάς. Υπόσχομαι να το κάνω αυτό Θεέ μου, και αυτό  θα είναι  το δικό μου μικρό «δώρο» και με τη δική Σου βοήθεια θα τα «καταφέρουμε» Θεέ μου. Έτσι δεν είναι ;
Σε παρακαλώ καλέ μου Θεέ, λατρεμένε μου Χριστέ, μη μου στερήσεις  τα Δώρα Σου!

Μ.Ψ.

άγιος Αμβρόσιος επίσκοπος Μεδιολάνων (Μιλάνου) τα έτη 373-397 μ.Χ. αντιδρά στην απαίτηση της Ιουστίνας, μητέρας του αυτοκράτορα της Δύσεως Ουαλεντινιανού και του ιδίου του αυτοκράτορα, να παραδώσει τον ορθόδοξο ναό στους αιρετικούς αρειανούς).
Η Ιουστίνη τότε εζήτησεν εν ονόματι του δευτεροτόκου υιού της και ήδη βασιλέως Ουαλεντινιανού του Β’ να παραχωρήση ο Αμβρόσιος την έξω της πόλεως Πορτιανήν λεγόμενην εκκλησίαν, δια να πανηγυρίση εκεί ομού με τους ευαριθμοτάτους αρειανούς των Μεδιολάνων την εορτή του Πάσχα. Ο Αμβρόσιος απεποιήθη· ευλόγως δε. Παραχωρών τον ορθόδοξον ναόν προς σκοπόν τοιούτον, θα καθίστατο ένοχος επί αναγνωρίσει του αρειανισμού.

Αλλ’ η Ιουστίνη πληγείσα εις τον εγωϊσμό της, προέβαλε νέαν ακόμη θρασυτέραν αξίωσιν. Απήτησε δηλαδή να τη παραχωρηθή μεγαλύτερος ναός, ο της Νέας Βασιλικής, ο οποίος εκείνο εντός αυτής της πόλεως. Ο Αμβρόσιος ηρνήθη και πάλιν. Τότε η βασιλομήτωρ την Κυριακή των Βαΐων, ενώ ο επίσκοπος ελειτούργει εν τη νέα Βασιλική, έστειλε κρυφά στρατιώτας με εντολήν να καταλάβουν την Πορτιανήν και εγκαταστήσουν εν αυτή τον αρειανόν ιερέα Κάστουλον.

Η είδησις διεδόθη αμέσως, εν τη πόλει, πλήθος δε δραμόν εξεδίωξε τον αρειανόν λειτουργόν. Αλλ’ ο γενικός κοχλασμός ηρκείτο εις τούτο μόνον. Η έξαψις των ορθοδόξων υπήρχε τόση κατά της Ιουστίνης, ώστε ηπειλείτο στάσις. Και μόλις προελήφθη η έκρηξίς της δια των παρακλήσεων και των συμβούλων ιερέων και διακόνων, τους οποίους απέστειλεν ο Αμβρόσιος.
Η αγία και μεγάλη Τετάρτη εφώτισε σκηνήν δραματικωτάτην. Ήδη αυτός ο βασιλεύς Ουαλεντινιανός ο Β’, παρακινούμενος υπό της μητρός του, διέταξε στρατιώτας να κυκλώσουν την Νεάν Βασιλικήν. Οι Ορθόδοξοι εξηγέρθησαν· αλλ’ ο μέγας επίσκοπός των έβλεπεν ότι ηδύνατο να συμβή αιματοχυσία, την οποίαν απετροπιάζετο η ευγενής και φιλάνθρωπος ψυχή του. Διέταξε λοιπόν να μη γείνη καμμία αντίστασις ουδ’ επίθεσις κατά των στρατιωτών, απειλήσας δι’ αφορισμού εκείνους, οίτινες ήθελαν τυχόν παρακούσει.

Και συνέβη τότε παράδοξόν τι, το οποίον εμαρτύρει την μεγάλην και ακαταμάχητον επιρροήν του Αμβροσίου. Εξ’ αυτών των στρατιωτών,των σταλέντων να καταλάβουν την Νεάν Βασιλικήν, πολλοί αφήσαντες αυτήν, έσπευσαν εις την Παλαιάν Βασιλικήν, ένθα επληροφορήθησαν ότι ευρίσκετο ο επίσκοπός των. Τον εύρον δε εκφωνούντα λόγον εξ αφορμής περικοπής τινός εκ του βιβλίου του Ιώβ. Και ομιλών περί πειρασμών, μεταφέρων δε την ομιλίαν εις τον εαυτόν του και εις τα τότε συμβαίνοντα, είπε με την χαρακτηρίζουσαν την ψυχήν του δύναμιν και ελευθερίαν

«Με προστάττουσι να παραδώσω την Βασιλικήν· εγώ αποκρίνομαι:

Ούτε εις εμέ είνε θεμιτόν να παραδώσω, ούτε είς σε, αυτοκράτωρ, συμφέρον να παραλάβης αυτήν· τον οίκον του ιδιώτου ανθρώπου δεν έχεις εξουσίαν να αφαρπάσης, και νομίζεις, ότι θέλεις τολμήσει να αφαιρέσης τον οίκον του Θεού ;

-Εις τον αυτοκράτορα, λέγουν, πάντα είνε θεμιτά, πάντα ανήκουν εις αυτόν. Εγώ δε αποκρίνομαι:

μη ματαίως νόμιζε ότι ως αυτοκράτωρ έχεις και δίκαιόν τι επί των θείων πραγμάτων· μη επαίρου, αλλ’ εάν θέλης ίνα ο Θεός προστατεύη την ζωήν και την βασιλείαν σου, υποτάγηθι εις αυτόν. Η Γραφή λέγει: τα του  Θεού τω Θεώ, και τα Καίσαρος Καίσαρι. Εις τον Καίσαρα τα παλάτια εις τον ιερέα η Εκκλησία.

- Αλλά λέγουν, ως από μέρους του αυτοκράτορος: «και εγώ πρέπει να έχω εκκλησίαν. Εγώ δε αποκρίνομαι:

«τι κοινόν έχεις συ προς την μοιχαλίδα, τουτέστι προς την εκκλησίαν των αρειανών;»
Έμεινε δε όλην την ημέραν και την νύκτα εκείνην εντός του ναού ο Αμβρόσιος, και ομού μ’ αυτόν πλήθος λαού, εν ύμνοις και ψαλμοίς. Εν τω μεταξύ ο Ουαλεντινιανός ο Β’ συνήλθεν. Αναμετρήσας τα συμβάντα, εννοήσας δε ότι άνευ της συνέσεως του επισκόπου η στάσις θα εξερρηγνύετο, διέταξε τους στρατιώτας να αποχωρήσουν εκ της Νέας Βασιλικής. Η είδησις έφερε μεγάλην χαράν εις όλον τον λαόν, και οι στρατιώται δε, προστρέχοντες εις τα ορθόδοξα θυσιαστήρια, τα κατησπάζοντο.
Αλλά το επόμενον έτος, 386, νέος ενέσκηψε αγών. Η Ιουστίνη ηννόει να εκδικηθή τον Αμβρόσιον και να ικανοποιήση τας αρειανάς της συμπαθείας. Έπεισε λοιπόν τον αυτοκράτορα υιόν της να εκδώση νόμον επιτρέποντα εις τους Αρειανούς να εκκλησιάζωνται, τιμωρούντα δε δια θανάτου τους Ορθόδοξους, οίτινες θ’ ανθίσταντο εις τούτο. Και τότε εζητήθη από τον Αμβρόσιον και πάλιν να παραδώση εις τους Αρειανούς την Εκκλησίαν της Πορτιανής. Αλλ’ η βασιλική αυθαιρεσία εύρεν αντιμέτωπιν την αυτήν επισκοπικήν άρνησιν. Και ο σθεναρός ποιμενάρχης αναφώνησε:

«Ο Ναβουθαί δεν ηθέλησε να παραδώση εις τον βασιλέα Αχαάβ, τον αμπελώνα, τον οποίον είχε παρά των πατέρων αυτού κληρονομίαν· και πρέπει εγώ να παραδώσω την κληρονομίαν του Χριστού; Ο Θεός φυλάξοι με του να παραδώσω την κληρονομιά των πατέρων μου, την κληρονομίαν του Αγίου Διονυσίου, του αποθανόντος εν τη εξορία υπέρ της πίστεως, την κληρονομίαν του ομολογητού Ευστοργίου, την κληρονομίαν του Αγίου Μυροκλέους, και τοσούτων άλλων αγίων επισκόπων προκατόχων μου».
Ο αυτοκράτωρ, μη αναμένων την τόσην τόλμην, παρωξύνθη δεινώς· μη αναμετρών δε τας συνεπείας, απεφάσισε να συλλάβη και να εξορίση τον Αμβρόσιον.

Αλλ’ ούτος μετά του περί αυτόν κλήρου έμεινεν αρκετάς ήμερας και νύκτας εντός του ναού, ενώ ο λαός των Μεδιολάνων εφρούρει έσω και έξω, έτοιμος να θυσιασθή υπέρ του επισκόπου.

Ο αυτοκράτωρ μη θεωρών ακίνδυνον την βίαν, απεπειράθη να επιτύχη δια δόλου. Δια του δημάρχου δηλαδή Δαλματίου εκάλεσε τον Αμβρόσιον, να προσέλθη εις τα ανάκτορα δια να συζητήση επί παρουσία διακεκριμένων αρχόντων μετά του επισκόπου των Αρειανών Αυξεντίου. Αλλ’ η επιβουλή δεν ετελεσφόρησεν.

Ο Αμβρόσιος απήντησεν, ότι εις τα ζητήματα της πίστεως και της εκκλησιαστικής διδασκαλίας κριταί δύνανται να γείνουν επίσκοποι μόνον. Βασιλεύς τότε και βασιλομήτωρ κατείδον ότι ενυπήρχε πολύς κίνδυνος εις το πολεμείν προς τοιούτον ήρωα της Εκκλησίας και τον αφήκαν ήσυχον.
(Ο  Βίοι των αγίων, Μιχαήλ Γαλανού, εκδ. Αποστολικής Διακονίας,τόμος 4, σελ.42-44 στο μήνα Δεκέμβριο)

Ιάσων Ιερομ.

Μια μέρα ήρθε στην Εκκλησία ένας φίλος Προτεστάντης. Μου ζήτησε να έρθει, δεδομένου ότι δεν είχε δει ποτέ απ' την αρχή ως το τέλος τη Θεία Λειτουργία των Ορθοδόξων. Ο, τι είδε λοιπόν κι ό, τι άκουσε ήταν εντελώς μακριά του. Όταν κάποιος έχει συνηθίσει να μαζεύεται σ' έναν ουδέτερο χώρο, όπως ένα προτεσταντικό ναό, ν' ακούει ένα κηρυγμα απ' τον πάστορα, να λέει έπειτα κάποια τραγουδάκια και φεύγοντας ν' αναπτύσσει μια κοινωνικότητα με τους άλλους ανθρώπους στην έξοδο, τότε, κάποια πράγματα, σίγουρα, του φαίνονται αδιανόητα, σε σημείο που και να προσπαθείς να εξηγήσεις, πάλι θα σε κοιτάζει με το στόμα ανοιχτό.

Ο δυτικός άνθρωπος μπορεί να δει τη Λειτουργία μονάχα σα διαδικασία. Η διαδικασία αυτή δεν είναι άσχετη από την προσευχή ή την διδασκαλία... μα μια διαδικασία είναι πάντα διαδικασία και τη Θεία Λειτουργία των Ορθοδόξων δε μπορεί να τη δει κανείς ούτε σαν διαδικασία, ούτε σα μια φολκλορική επιτέλεση. Η Θεία Λειτουργία είναι Μετοχή (απ' το ρήμα μετέχω).

Θυμάμαι έναν παλιό παπά που προσπαθούσε να εξηγήσει τι είναι η Θ. Λειτουργία στο εκκλησίασμα του χωριού του: "η Θ. Λειτουργία είναι σα μια μπρίζα. Όταν λέμε το “Ευλογημένη η Βασιλεία”, τότε η μπρίζα αυτή συνδέεται με την παροχή ρεύματος που δεν είναι άλλη, απ' την Βασιλεία των Ουρανών”. Μέσα στη Θεία Λειτουργία υπάρχει πρώτα απ' όλα η “συμφωνία” της Αθανασίας.

Αυτοί που συμμετέχουν, οι Πιστοί, συμφωνούν στο ότι δεν θα πεθάνουν ποτέ γιατί τρέφονται -όχι από ιδέες ή σύμβολα- αλλά απ' τον ίδιο τον Θεό που βρίσκεται μες το Αγιοπότηρο. Το Σώμα και το Αίμα του Χριστού ούτε συμβολίζει, ούτε εικονίζει, ούτε παραδειγματίζει. Το Σώμα του Χριστού που κοινωνάμε είναι το ίδιο που σταυρώθηκε πάνω στο ξύλο. Το Αίμα του Χριστού που κοινωνάμε είναι το ίδιο που πήγασε απ' την πλευρά Του.

Στη Θ. Λειτουργία οι Πιστοί διδάσκονται εξίσου: διδασκαλία λιβανισμένη κι απ' των Προτεσταντών διαφορετική. Γι' αυτό και το πρώτο της μέρος, απ' την αρχή ως το Χερουβικό, λέγεται Λειτουργία του Λόγου. Αν στο Λόγο όμως αυτό δεν μετέχουμε, τότε η Θ. Λειτουργία μοιάζει απλώς με σχολείο. Στο δεύτερο μέρος της Λειτουργίας, που λέγεται Λειτουργία του Μυστηρίου, μετέχουμε στο Λόγο που διδαχτήκαμε.

Ο Χριστός δεν είναι έννοια, ο Χριστός είναι εδώ, μπροστά μας, Υιός και Λόγος του Θεού, βρώση και πόση των ανθρώπων. Οι Προτεστάντες δε μπορούν να μας καταλάβουν γιατί δεν κοινωνάνε. Κι επειδή δε κοινωνάνε, γι' αυτούς ο Χριστός γίνεται έννοια και σύνολο κανόνων. Σ' αυτή την αρχή δομήθηκε όλη η Προτεσταντική Δύση. Κι έτσι, σήμερα, έφτασε στην Αθεΐα.

Όχι βέβαια για ν’ απαριθμήσω στον Θεό τις αρετές μου.

Όχι για να καυχηθώ για τα έργα μου.

Όχι για να ικανοποιήσω τη συνείδησή μου, ότι δεν παρέλειψα το ‘καθήκον’

της προσευχής.

Όχι για να κατακρίνω τους άλλους ‘αμαρτωλούς’, που συνάντησα στο δρόμο μου.

Όχι για ν’ αρχίσω ή να τελειώσω ‘θρησκευτικά’ τη μέρα μου.

Αλλά, για να ζητήσω απ’ τον Πολυεύσπλαχνο να καλύψει με το πολύ έλεός Του:

τα πολλά σφάλματά μου,

τα ατελή και ελλιπή έργα μου,

την έλλειψη αγάπης και κατανοήσεως των αδελφών μου,

τις πολλές μου αμαρτίες.

Γι’ αυτό προσεύχομαι: Για ν’ ανανεώσω τη συναίσθηση της αμαρτωλότητός μου,

αλλά και την εμπιστοσύνη μου στο έλεος του Θεού. Πάντοτε, όταν προσεύχομαι,

πρέπει να νοιώθω απ’ το ένα μέρος τον εαυτό μου κρινόμενο μπροστά στον άγιο

Θεό. Και από το άλλο να νοιώθω ότι πέφτω με εμπιστοσύνη στα χέρια του Πατέρα,

που δέχεται ξανά στη στοργική αγκαλιά Του ένα παιδί που μετανοεί.

‘Κύριε δίδαξον υμάς προσεύχεσθαι’ [Λουκ. ια΄1].

(Δευτερόλεπτα της ψυχής. Σελ.26-27  Επισκόπου Ευθ. Στύλιου. Εκδ. Αποστολική Διακονία.)


(γράφει γύρω στο 374-375 μ. Χ.).
Από τα δόγματα και τις αλήθειες που φυλάσσει η Εκκλησία, άλλα μεν τα έχουμε πάρει από τη γραπτή διδασκαλία, άλλα δε, που κατά τρόπο μυστικό έφθασαν μέχρι σε εμάς από την παράδοση των αποστόλων, τα κάναμε δεκτά. Τα οποία ακριβώς και τα δύο, έχουν την ίδια ισχύ όσον αφορά την ευσέβεια.

Και κανείς από όσους έχουν και μικρή γνώση των εκκλησιαστικών  θεσμών δεν θα εγείρει αντίρρηση πάνω σε αυτά. Διότι αν επιχειρούσαμε να εγκαταλείψουμε όσα από τα έθη είναι άγραφα, διότι δήθεν δεν έχουν μεγάλη δύναμη, χωρίς να το καταλάβουμε θα ζημιώναμε το Ευαγγέλιο στην ουσία του ή μάλλον θα μετατρέπαμε το κήρυγμα σε κενό νοήματος όνομα.
Λόγου χάριν (για να θυμηθώ το πρώτο και πιο συνηθισμένο απ’ όλα), ποιος δίδαξε γραπτά ότι αυτοί που ελπίζουν στο όνομα του Κυρίου ημων Ιησού Χριστού φανερώνουν αυτήν την πίστη τους με το να κάνουν το σημείο του Σταυρού; Το να στρεφόμαστε προς την ανατολή κατά την προσευχή ποιο γραπτό έργο μας το δίδαξε; Τα λόγια της επίκλησης κατά τον αγιασμό του άρτου της θείας Ευχαριστίας και του ποτηρίου, ποιος από τους αγίους μάς τα άφησε γραπτά; Δεν αρκούμαστε ασφαλώς σε αυτά που ο Απόστολος ή το Ευαγγέλιο μνημόνευσαν, αλλά πριν την Ευχαριστία και μετά από αυτήν λέμε και άλλα, διότι παραλάβαμε από την άγραφη διδασκαλία ότι έχουν μεγάλη δύναμη στην επιτέλεση του μυστηρίου.
Ευλογούμε επίσης και το νερό του βαπτίσματος και το λάδι του χρίσματος και ακόμα και αυτόν που βαπτίζεται. Από ποια γραπτά κείμενα; Δεν τα γνωρίζουμε από την σιωπηρή και μυστική παράδοση; Τι άλλο επίσης; Αυτήν την ίδια τη χρίση με το λάδι, ποιος γραπτός λόγος τη δίδαξε; Από πού πήραμε το να βαπτίζουμε τρεις φορές στο νερό τον άνθρωπο; Και τα άλλα ακόμα τα σχετικά με το βάπτισμα, όπως η αποκήρυξη του Σατανά και των αγγέλων του, από ποια γραφή διδάσκονται; Δεν προέρχονται όλα αυτά από αυτήν την μη δημοσιευμένη και απόρρητη διδασκαλία, την οποία διατήρησαν οι Πατέρες μας εν σιγή χωρίς να την πολυερευνούν και να την περιεργάζονται, επειδή ορθώς είχαν μάθει, ότι πρέπει με τη σιωπή να προστατεύουμε την σεμνότητα των μυστηρίων; Διότι πώς ήταν δυνατόν να διακηρυχτεί γραπτά το νόημα αυτών τα οποία ούτε να δουν επιτρέπεται όσοι είναι αμύητοι;
Τι επεδίωκε άραγε ο μέγας Μωϋσής με το να καθορίσει ότι δεν μπορούν όλοι να μπαίνουν στο ιερό; Τους βεβήλους δεν τους επέτρεψε ούτε εντός των περιβόλων να εισέρχονται· αφού δε άφησε τα προαύλια μόνο για τους καθαρότερους, τους Λευΐτες μόνο έκρινε ως άξιους να προσφέρουν λατρεία στο Θεό. Ενώ όμως ξεχώρισε ως έργο των ιερέων τα σφάγια και τα ολοκαυτώματα και όλη την άλλη ιερουργία, επέτρεψε σε έναν μόνο, τον αρχιερέα να εισέρχεται στα άδυτα. Και για αυτόν καθόρισε να εισέρχεται όχι πάντοτε, αλλά κατά μία μόνο ημέρα του χρόνου και κατά ορισμένη ώρα, ώστε να εποπτεύει τα άγια των αγίων με θάμβος, λόγω του ότι θα ήταν αυτό κάτι ασυνήθιστο και ξεχωριστό. Γνώριζε καλά ο σοφός Μωϋσής ότι εύκολα περιφρονεί κανείς το συνηθισμένο και ευκολοπλησίαστο, το απομακρυσμένο όμως και σπάνιο το θεωρεί κατά φυσική ακολουθία ως περισπούδαστο.
Κατά τον ίδιο τρόπο λοιπόν και οι απόστολοι και πατέρες που έθεσαν εξ’ αρχής τους θεσμούς στην Εκκλησία επιδίωκαν να διαφυλάξουν με τη μυστικότητα και τη σιωπή τη σεμνότητα των μυστηρίων. Άλλωστε παύει να είναι μυστήριο αυτό που εύκολα το πληροφορείται ο οποιοσδήποτε. Αυτό είναι το νόημα της άγραφης παράδοσης, να μην αμεληθεί και περιφρονηθεί η γνώση των δογμάτων από τους πολλούς λόγω συνήθειας.
Διότι άλλο είναι το δόγμα και άλλο το κήρυγμα. Διότι το μεν δόγμα σιωπάται· τα κηρύγματα όμως δημοσιεύονται. Ένα είδος σιωπής είναι και η ασάφεια της Γραφής, με την οποία καθιστά αυτή δυσχερή την κατανόηση των δογμάτων για ωφέλεια των αναγνωστών.
Για αυτό το λόγο, ενώ όλοι στρεφόμαστε κατά την προσευχή προς την ανατολή, λίγοι γνωρίζουμε ότι επιζητούμε έτσι την παλαιά πατρίδα, τον παράδεισο, τον οποίο φύτεψε ο Θεός στην Εδέμ που βρίσκεται ανατολικά.

Όρθιοι προσφέρουμε τις ευχές κατά την ημέρα της Κυριακής· δεν γνωρίζουμε όμως όλοι τον λόγο. Όχι μόνο για να υπενθυμίσουμε στους εαυτούς μας, με τη στάση μας κατά την αναστάσιμη ημέρα, την χάρη που μας δόθηκε, ότι δηλαδή αναστηθήκαμε μαζί με το Χριστό και εμείς και οφείλουμε να επιδιώκουμε τα άνω, αλλά και διότι φαίνεται ότι είναι αυτή και μία εικόνα της μέλλουσας ζωής. Για αυτό ενώ είναι η αρχή των ημερών της εβδομάδας, δεν ονομάστηκε από τον Μωϋσή πρώτη, αλλά μία. «Έγινε, λέει, βράδυ, ήλθε κατόπιν το πρωί, ημέρα μία». Και αυτό διότι η ίδια ημέρα κάνει τον ίδιο κύκλο πολλές φορές.

Είναι μία λοιπόν αυτή ημέρα, και συγχρόνως ογδόη και φανερώνει την μία πράγματι και αληθινή ογδόη ημέρα, στην οποία αναφέρεται και ο ψαλμωδός σε μερικές επιγραφές των ψαλμών, την κατάσταση που θα διαδεχτεί αυτόν το χρόνο, την ατέλειωτη ημέρα, την αβασίλευτη, που δεν την διαδέχεται η νύχτα, τον ατελείωτο εκείνο και αγέραστο αιώνα.
Αναγκαστικά λοιπόν η Εκκλησία διδάσκει στα τέκνα της να προσεύχονται σε αυτή την ημέρα όρθιοι, ώστε με την διαρκή υπενθύμιση της αιώνιας ζωής να μην παραμελούμε τα εφόδια για την εκεί μετάβασή μας.

Ολόκληρη πάλι η περίοδος της Πεντηκοστής είναι υπενθύμιση της στο μέλλον αναμενόμενης ανάστασης. Διότι εάν η μία εκείνη και πρώτη ημέρα επταπλασιαστεί επτά φορές, συμπληρώνει τις επτά εβδομάδες της ιερής περιόδου της Πεντηκοστής. Αρχίζει δηλαδή από Κυριακή και τελειώνει πάλι σε Κυριακή και επαναλαμβάνεται πάλι ενδιάμεσα πενήντα φορές ο ίδιος κύκλος της ημέρας. Μιμείται για αυτό την αιωνιότητα και είναι όμοια με αυτήν· όπως στην κυκλική κίνηση, αρχίζει από τα ίδια σημεία και τελειώνει πάλι στα ίδια.
Σε αυτήν λοιπόν την ημέρα οι θεσμοί της Εκκλησίας μάς δίδαξαν να προτιμούμε την όρθια στάση της προσευχής, σαν να μεταφέρουμε έτσι με την διαρκή υπενθύμιση το νου μας από τα παρόντα στα μέλλοντα. Και μετά από κάθε γονυκλισία επίσης σηκωνόμαστε, για να δείξουμε έτσι ότι λόγω της αμαρτίας πέσαμε στη γη, λόγω της φιλανθρωπίας όμως του κτίστη μας οδηγηθήκαμε στον ουρανό.
Δεν θα με φτάσει η ημέρα για να εκθέσω τα άγραφα μυστήρια της Εκκλησίας.

(Βασιλείου του Μεγάλου, Περί Αγίου Πνεύματος ΚΖ,66, εκδ. ΕΠΕ τόμος 10, σελ. 457-463 μετάφραση ελαφρώς παραλλαγμένη προς τα νέα ελληνικά)


Στιγμὲς ὀρθρινῆς ἤ ἑσπερινῆς ἀκολουθίας· στρέφεσαι καὶ εὐλογεῖς μὲ τὸ «εἰρήνη πᾶσι» καὶ συνειδητοποεῖς ὅτι κοιτάζεις ἕναν ἄδειο ἄπὸ ἀνθρώπινη παρουσία ναὸ, ποὺ ὰποδέχεται τὸν ἑσπερινὸ ὕμνο καὶ ἀναπνέει παράλληλα τὸ εὐῶδες θυμίαμα.

«Εἰρήνη πᾶσι»... Τὸ λὲς μὲ συναίσθηση καὶ δέος. Ὅμως, ποιοὶ τὸ ἀκοῦνε ἄραγε, σὲ ποιοὺς καὶ γιατὶ ἀπευθύνεται αὐτὴ ἡ εὐλογία; Φυσικὰ ἐσὺ τὸ λές, ἐσὺ τὸ ἀκοῦς καὶ μόνος σου διερωτᾶσαι, καθὼς γυρίζεις καὶ βλέπεις τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ στὸ τέμπλο νὰ φωτίζεται ἀπὸ τὸ ταπεινὸ καὶ ἰλαρὸ φῶς τοῦ λαδοκάντηλου, ἐνῶ σκέφτεσαι: ποιὰ σημασία ἔχει νἀ λέγεται, λοιπὸν, ἡ εἰρήνευση αὐτὴ, χωρὶς νὰ ὐπάρχει οὔτε ἔνας πιστὸς στὸ ναὸ;

Κάπου ἀπέξω ἀκούγονται φωνὲς καὶ βηματισμοὶ. Στ᾿ ἀντικρυνὰ τὰ σπίτια ἀνάβουν τὰ φῶτα, καθὼς σιμώνει ἡ νύχτα, ἐνῶ κάποιες θύρες ἀνοιγοκλείνουν. Ὁ κόσμος τῆς ἐνορίας εἶν᾿ αὐτὸς λοιπὸν, ποὺ δὲν ἔρχεται τὶς καθημερινὲς στὸν ἑσπερινὸ καὶ μόνο στὶς Κυριακάτικες λειτουργίες ἀκούει, τὶς περισσότερες φορὲς ἀδιάφορα, αὐτὴ τὴν εὐλογία. «Εἰρήνη πᾶσι». Κι ἐσὺ τὸ ξέρεις, τὸ καταλαβαίνεις καὶ σιωπᾶς πάντα, γιατὶ ὅ,τι καὶ νὰ πεῖς δὲ γίνεσαι κατανοητὸς. Γιατὶ, ἄραγε;

Ὡστόσο στὸ περιθώριο τῶν ὄσων βιώνεις τὴν κάθε μέρα, σημειώνεις μὲ βεβαιότητα καὶ ὑπομονὴ κάποιες ταπεινὲς σκέψεις/προσευχὲς, τὶς ὀποῖες καὶ προσφέρεις, κάθε βράδυ μὲ τὸ ἑσπερινὸ θυμίαμα καὶ κυρίως, γιὰ νὰ ἔχεις τὴ δυνατότητα ν᾿ ἀποδράσεις ἀπὸ τὴν ἀπόγνωση καὶ τὴν ἀθυμία.

 Γι᾿ αὐτὸ, ὅταν λές «Εἰρηνη πᾶσι», ἐκείνη τὴ στιγμὴ βιώνεις καὶ συνειδητοποιεῖς, πὼς ἐσὺ ἔκαμες τὸ χρέος σου: ἔστειλες δηλαδὴ τὴν εἰρήνη καὶ τὴν εὐλογία Ἐκείνου, ὄχι μονάχα στοὺς ἄδειους χώρους τοῦ ναοῦ, μὰ πέρα καὶ ἔξω ἀπ᾿ αὐτοὺς. Γιατὶ ἡ εἰρήνη πρέπει, ἀφοῦ ξεπεράσει τὰ ὄρια τοῦ ναοῦ, νὰ εἰσοδεύσει στὸ σπίτι τοῦ ἄρρωστου ποὺ πασχίζει νὰ βρεῖ τὴν ἰσορροπία του, στὸν κουρασμένο καὶ ἀποκαμωμένο ἀπὸ τὸ ἄγχος τῆς καθημερινότητας ἐνορίτη, στὸ μαθητὴ ποὺ συλλαβίζει τὴ ζωὴ μέσα στὰ βιβλία του, στὸ ζεῦγος τῶν νέων παιδιῶν ποὺ πασχίζουν νὰ βιώσουν τὸ βαθὺ μυστήριο τῆς συζυγίας, ἀλλὰ καὶ στὸ ζεῦγος ἐκεῖνο ποὺ μὲ ποικίλους τρόπους πασχίζει νὰ ἀποτινάξει καὶ νὰ διαλύσει τὸ ζυγὸ τῆς συμβιώσεως, στὸ γέροντα καὶ τὴ γερόντισσα ποὺ κοιτάζουν νὰ βροῦν μιὰ σταγόνα ὑπομονῆς καὶ στοργῆς ἀπ᾿ τοὺς ἄλλους, στὸ νέο ἤ τὴ νέα ποὺ σκοτινιάζουν τὸ νοῦ καὶ τὴν ψυχὴ τους μὲ οὐσίες ἐφήμερης ἤ στιγμιαίας εὐτυχίας, στὸ κάθε πιστὸ, στὸν κάθε κληρικὸ, στὸν κάθε ἀγωνιζόμενο μοναχὸ, στὸν κάθε ἄνθρωπο. Αὐτὴ τὴν εἰρήνη στέλνει πρωΐ καὶ βράδυ ἡ Ἐκκλησία, ἄσχετα ἄν δὲν τὴν ἀφουγκράζεται ἤ δὲν τὴ συνειδητοποιεῖ ὁ κόσμος.

Ἡ Εἰρήνη, ἡ εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ (πρβλ. Ἰω. 14, 27) στέλνεται καθημερινὰ στὸν κόσμο, ὅπως στέλνεται τὸ φῶς, ἡ βροχὴ, ὁ ἄνεμος καὶ συνδράμουν τὴ γῆ καὶ τοὺς ἀνθρώπους. Τὸ ζητούμνο εἶναι πόσοι καὶ γιατὶ δὲν τὴ δέχονται. Ἕνα ζήτημα ποὺ διαφαίνεται ἀπὸ τὰ πρῶτα τῆς Δημιουργίας χρόνια, ὅπου ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ ἦταν πάντα τὸ χάδι, ἡ στοργὴ, ἡ ἀνάπαυση γιὰ τοὺς πρωτόπλαστους. Μέχρι ποὺ εἰσῆλθε ὁ ἔχθρὸς ὅλων αὐτῶν τῶν ἀγαθῶν,ποὺ δόθηκαν ὠς δωρεὰ ἀπὸ τὸν Δημιουργὸ γιὰ τὴν εὐτυχία καὶ εὐλογία τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων, κατέλυσε μὲ πονηρία καὶ θράσος τὴν εἰρήνη μεταξὺ τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἀνθρώπων καὶ τὴν ἀντικατέστησε μὲ τὴν ἐγωπάθεια, τὴν ἰσχυρογνωμία καὶ τὸν σκληρὸ ἀρνητισμὸ.

Ἀφουγκράζεσαι, λοιπὸν ἐδῶ, στὴν ἡσυχία τῆς ἑσπερινῆς ἀκολουθίας τοὺς καημοὺς καὶ τὰ βάσανα τῶν ἀνθρώπων. Καημοὺς καὶ βάσανα δηλαδὴ ποὺ, καθὼς ἀνεβαίνεις καθημερινὰ γιὰ τὸ ναὸ τὰ μαζεύεις, ἀφοῦ καταλαβαίνεις, βλέπεις κι ἀκοῦς ὅταν περνᾶς μπροστὰ ἀπὸ τὰ σπίτια τῶν ἐνοριτῶν σου καὶ ξέρεις, τὸ γιατὶ φωνάζει ἡ μιὰ γειτόνισσα στὴν ἄλλη, γιατὶ μαλώνει ὁ πατέρας του τὸ Νίκο κι ἀκόμα γιατὶ, ἀφοῦ διασταυρώθηκαν οἱ δύο πρώην φιλενάδες δὲ χαιρέτισε ἡ μιὰ τὴν ἄλλη κι ἄλλα πολλὰ... Καὶ σκέφτεσαι καὶ παρακαλᾶς τὸ Θεὸ νὰ εὐδοκήσει νὰ βιώσουν τὴν πάντιμο εἰρήνη Του ποὺ τοὺς στέλνει, γιὰ νὰ ἡρεμήσει ἡ ψυχὴ τους, νὰ χαμογελάσει τὸ στόμα τους, νὰ βρεθοῦν κοινοὶ τόποι συνεργασίας, φιλίας, ἀλληλοβοηθείας, φιλαδελφίας καὶ φιλοτιμίας...

Στέκεις σκεφτικὸς μετὰ τὸν Ἑσπερινὸ καὶ διερωτᾶσαι, ἄν πρέπει νὰ πεῖς δυὸ λόγια μεθαύριο τὴν Κυριακὴ σ᾿ ὅλους αὐτοὺς ποὺ θἄρθουν, μὴ καὶ καταλάβουν κάτι. Μόνο ποὺ κάποτε διστάζεις, γιατὶ φοβᾶσαι ὅτι κι ἐσὺ ὁ ἴδιος ἀκόμα δὲ βίωσες ἰκανὰ τὴν Εἰρήνη Του. Μὲ λίγα λόγια δὲν ἔφτασες στὸ ὕψος τὸ πνευματικὸ τῶν μοναχῶν ἐκείνων τοῦ φιλόθεου Γεροντικοῦ, ποὺ προσπάθησαν νὰ δημιουργήσουν μιὰ «τεχνητὴ» φιλονικία κι ὅμως ἠ ταπείνωση καὶ ἡ ἀληθινὴ φιλία (πρβλ. τὸ: «Ὁ Χριστὸς ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν» τοῦ ἱερατικοῦ συλλείτουργου) δὲν τοὺς τὸ ἐπέτρεψε.

«Εἰρήνη πᾶσι»· «καὶ πρῶτα στὸν ἐαυτὸ μου, Κύριε», ψυθιρίζεις καὶ κάνεις τὸ σταυρὸ σου καθὼς ἀναχωρεῖς ἀπ᾿ τὸ ναὸ κι ἀπόψε…

π. Κων. Ν. Καλλιανὸς

«Παρέλαβε η κιβωτός (του Νώε) άλογα ζώα και έσωσε άλογα ζώα· παραλαμβάνει η Εκκλησία παράλογους ανθρώπους και όχι μόνο τους σώζει, αλλά και τους μεταμορφώνει.

Παρέλαβε η κιβωτός κόρακα και έστειλε κόρακα· παραλαμβάνει η Εκκλησία ανθρώπους μαύρους από την αμαρτία, σαν τον κόρακα, και τους παραδίδει αθώους σαν τα περιστέρια·

παραλαμβάνει ανθρώπους με άγρια αισθήματα, σαν το λύκο, και τους παραδίδει ήμερους σαν τα πρόβατα.

Γιατί, όταν μπει μέσα στην Εκκλησία άνθρωπος που αρπάζει, που είναι πλεονέκτης, και ακούσει τα θεία λόγια της χριστιανικής διδασκαλίας, αλλάζει νοοτροπία, και αντί για λύκος που ήταν γίνεται πρόβατο.

Και ο μεν λύκος αρπάζει και τα ξένα πρόβατα, ενώ το πρόβατο χαρίζει και το μαλλί του» (Εις πτωχόν Λάζαρον, Λόγος ΣΤ,7,ΕΠΕ 25,606)


«Δεν θα σφάλει κανείς, αν ονομάσει την Εκκλησία ανώτερη από την κιβωτό.

Γιατί η κιβωτός δεχόταν ζώα και τα διατηρούσε ζώα, ενώ η Εκκλησία παίρνει τα ζώα και τα μεταβάλλει.

Για παράδειγμα· μπήκε εκεί γεράκι και βγήκε γεράκι· μπήκε λύκος και βγήκε λύκος· ενώ εδώ, στην Εκκλησία, μπαίνει κανείς γεράκι και βγαίνει περιστέρι· μπαίνει λύκος και βγαίνει πρόβατο·

μπαίνει φίδι και βγαίνει αρνί, όχι γιατί αλλάζει η φύση, αλλά γιατί απομακρύνεται η κακία» (Περί μετανοίας, Ομιλ. Η, 1 ΕΠΕ 30,284-286)

(Δογματική Π.Ν.Τρεμπέλα τομ. 3,εκδ. Σωτήρ,σελ. 406-409,μετάφραση στα νέα Ελληνικά π. Νικόλαος Πουλάδας).

6)  Θεωρητικός υπερασπιστής και υπέρμαχος της προσκύνησης των εικόνων λίγα έτη πριν τη σύγκληση της Ζ΄Οικουμενικής Συνόδου, ο οποίος ύψωσε τη φωνή του, του οποίου περισώθηκαν και τρεις λόγοι για τις άγιες εικόνες που εκφωνήθηκαν ανάμεσα στο 726 και 733, υπήρξε ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός. Τα κύρια επιχειρήματά του έχουν ως εξής:

Α)   Χωρίς να παραγνωρίζει ο Δαμασκηνός το αόρατο και το απολύτως άυλο του Θεού, τονίζοντας όμως συγχρόνως, ότι «αν είναι αδύνατον να εικονίσει κάποιος την ψυχή, πόσο μάλλον το Θεό, ο οποίος έδωσε και στην ψυχή το άυλο», διακηρύσσει συγχρόνως, ότι «εικονίζω το Θεό τον αόρατο όχι ως αόρατο, αλλά ως αυτόν που έγινε ορατός για εμάς, παίρνοντας τη σάρκα και το αίμα μας· δεν εικονίζω την αόρατη θεότητα, αλλά εικονίζω του Θεού τη σάρκα που έγινε ορατή».

Ως προς τους αγγέλους και τους δαίμονες και τις ψυχές που χωρίστηκαν από το σώμα, αυτοί «συγκρινόμενοι με το Θεό μεν, τον μόνο ασύγκριτο, είναι σώματα, ενώ με τα υλικά σώματα συγκρινόμενοι είναι ασώματοι. Επειδή λοιπόν ο Θεός δεν ήθελε να αγνοούμε τελείως τα ασώματα δημιουργήματα, τα περιέβαλε με τύπους και σχήματα και εικόνες, ώστε με την άυλη όραση του νου μας να φαίνονται, κατά την αναλογία της φύσης μας, ως σχήματα σωματικά, και αυτά σχηματίζουμε και εικονίζουμε» (31).

Β)   Αλλά επιτρέπεται να κατασκευάζουμε και να χρησιμοποιούμε αυτές τις εικόνες; Αντιτάσσονται από πολλούς στην κατασκευή και τη χρήση αυτή οι απαγορεύσεις της Π.Δ.. Αλλά αυτές δεν είναι απόλυτες, διότι και στην ίδια την Π.Δ. με εντολή του Θεού κατασκευάστηκαν «έργα ανθρώπινων χεριών και ομοιώματα των χερουβίμ. Πώς λοιπόν εξαιτίας του νόμου απαγορεύεις αυτό που ο νόμος πρόσταξε να κάνουμε; Εάν λόγω του νόμου απαγορεύεις τις εικόνες, καιρός είναι να τηρείς και την αργία του Σαββάτου και να περιτέμνεσαι, αλλά να ξέρεις ότι «εάν τηρείτε το νόμο, ο Χριστός δεν θα σας ωφελήσει σε τίποτα»(Γαλ.. 5,2-4)».

Ενισχύοντας όμως το επιχείρημά του αυτό και με άλλη παρατήρηση ο ιερός άνδρας προσθέτει στη συνέχεια: «Δεν έβλεπε το Θεό ο παλιός Ισραήλ, «ενώ εμείς με ακάλυπτο το πρόσωπο καθρεπτιζόμαστε τη δόξα του Κυρίου»(Β΄ Κορ. 3,18)». Και στους μεν Ιουδαίους «επειδή εύκολα γλιστρούσαν στην ειδωλολατρεία νομοθετήθηκαν» αυτά με τα οποία απαγορευόταν η κατασκευή ομοιωμάτων. «Εμείς όμως, στους οποίους δόθηκε η δυνατότητα να αποφύγουμε την πλάνη της δεισιδαιμονίας και να πλησιάσουμε καθαρά το Θεό, να γνωρίσουμε καλά την αλήθεια και να λατρεύουμε μόνο το Θεό, και να αποκτήσουμε την τελειότητα της θεογνωσίας και, αφού ξεπεράσαμε τη νηπιακή κατάσταση, να φθάσουμε να γίνουμε άνδρες τέλειοι (Εφ. 4,13), δεν είμαστε πια υπό την κηδεμονία παιδαγωγού (Γαλ. 3,25), αφού πήραμε από το Θεό τη διακριτική ικανότητα και γνωρίζουμε τι είναι το εικονιζόμενο και τι είναι αυτό που δεν περιγράφεται με εικόνα» (32).

Γ)   Από την άλλη η προσκύνηση των αγίων εικόνων διδάσκεται από την Παράδοση της Εκκλησίας. «Μην καινοτομείς» λοιπόν, ούτε «ούτε να μετακινείς όρια αιώνια που έθεσαν οι πατέρες σου»(Παροιμ. 22,28). Δεν παρέδωσαν μόνο γραπτώς την εκκλησιαστική θεσμοθεσία, αλλά και με μερικές άγραφες παραδόσεις» (33).

Δ)   Άλλωστε εικόνες του Θεού υπάρχουν παντού. Πρωτίστως στην ίδια την Αγία τριάδα ο Υιός είναι «εικόνα ζωντανή, φυσική και απαράλλακτη του αόρατου Θεού»(Κολ. 1,15)». «Υπάρχουν όμως και στο Θεό εικόνες και παραδείγματα, όσων πρόκειται να γίνουν από αυτόν, δηλαδή η προαιώνια και πάντοτε αμετάβλητη βούλησή του. Αυτές τις εικόνες και τα παραδείγματα ονομάζει προορισμούς ο άγιος Διονύσιος. Γιατί στη βούληση του Θεού ήταν αποτυπωμένα και απεικονισμένα όλα όσα είχαν προοριστεί από αυτόν, πριν από τη δημιουργία, και θα γίνονταν οπωσδήποτε, ακριβώς όπως κάποιος που θέλει να κτίσει ένα σπίτι, συλλαμβάνει πρώτα και ζωγραφίζει το σχέδιο στο μυαλό του».

Αλλά και στην ορατή δημιουργία «τα αόρατα είναι εικόνες των αοράτων και ατυπώτων πραγμάτων», «και τα αόρατα του Θεού, από τότε που δημιουργήθηκε ο κόσμος, γίνονται ορατά κατανοούμενα μέσω των δημιουργημάτων»(Ρωμ. 1,20). Γιατί βλέπουμε στα κτίσματα εικόνες οι οποίες μας φανερώνουν αμυδρά τις θείες ανταύγειες». Και όλη η Π.Δ. υπήρξε τύπος και εικόνα της Κ.Δ.. «Ή λοιπόν κατάργησε κάθε εικόνα και νομοθέτησε αντίθετα προς εκείνον που πρόσταξε αυτά, ή να δέχεσαι κάθε είδους εικόνα, με λόγο και τρόπο που ταιριάζει στην κάθε μία» (34).

7)   Αφού απέδειξε έτσι ο ιερός Δαμασκηνός, ότι η χρήση των εικόνων είναι επιτρεπόμενη, προχωρά έπειτα και στο πρόβλημα που γεννιέται από τη λατρεία τους. Και πρώτον αντιμετωπίζει την ένσταση, ότι οι εικόνες είναι ύλη και κατασκευάσματα ανθρώπινων χεριών, ενώ η λατρεία από την άλλη ανήκει στο Θεό. Αλλά εγώ, παρατηρεί ο θείος Πατέρας, «δεν προσκυνώ την ύλη, αλλά προσκυνώ τον δημιουργό της ύλης, αυτόν που έγινε ύλη για μένα και καταδέχτηκε να κατοικήσει σε ύλη και μέσω της ύλης εργάστηκε τη σωτηρία μου».

Πράγματι ο Υιός του Θεού αφού ενανθρώπησε πήρε σώμα υλικό, το οποίο είναι σώμα Θεού «λόγω της υποστατικής ένωσης», έμεινε όμως «αυτό που ήταν κατά τη φύση του, σάρκα εμψυχωμένη με ψυχή λογική και νοερή, η οποία έλαβε αρχή, και δεν είναι άκτιστη». Εγώ λοιπόν αυτήν «την ύλη σέβομαι και την υπολήπτομαι, με την οποία συντελέστηκε η σωτηρία μου, ως φορέα θείας ενέργειας και χάρης».

Ή μήπως δεν είναι ύλη «το ξύλο του σταυρού το τρισευτυχισμένο και τρισμακάριστο; Ή δεν είναι ύλη ο τόπος του κρανίου (Γολγοθάς) και ο άγιος τάφος, η πηγή της ανάστασής μας. Ή δεν είναι ύλη η ζωηφόρος τράπεζα που χορηγεί σε μας τον άρτο της ζωής; Ή μήπως δεν είναι ύλη πριν από όλα αυτά το σώμα και αίμα του Κυρίου μας;».

Συμπεραίνει λοιπόν μετά τα ερωτήματα αυτά ο θείος Πατέρας:

«Ή κατάργησε λοιπόν το σεβασμό και την προσκύνηση όλων αυτών, ή παραχώρησε στην εκκλησιαστική παράδοση και την προσκύνηση των εικόνων». «Μην κακίζεις την ύλη, διότι δεν είναι άτιμη. Διότι τίποτα δεν είναι άτιμο από όσα έφτιαξε ο Θεός. Αυτό το φρόνημα είναι των Μανιχαίων» (35).

8)   Μετά καθορίζοντας τον χαρακτήρα της προσκύνησης των αγίων εικόνων διακρίνει τα διάφορα είδη λατρείας και προσκύνησης. Και πρώτον μεν καθορίζει και απαριθμεί τους τρόπους προσκύνησης και λατρείας, που αρμόζουν και αποδίδονται από εμάς «στον μόνο άξιο από τη φύση του να προσκυνείται Θεό», και έπειτα την προσκύνηση στα «κτίσματα, μέσω των οποίων και στα οποία ο Θεός πραγματοποίησε τη σωτηρία μας» όπως «το όρος Σινά, η φάτνη, το σπήλαιο, ο Γολγοθάς, το ξύλο του σταυρού», τα οποία προσκυνούμε, όπως «και κάθε άγιο ναό του Θεού και καθετί στο οποίο αναφέρεται το όνομα του Θεού, όχι εξαιτίας της φύσης τους, αλλά επειδή είναι δοχεία θείας ενέργειας». Αλλά και «αγγέλους και ανθρώπους και κάθε ύλη μέτοχο της θείας ενέργειας σέβομαι και προσκυνώ λόγω της θείας ενέργειας».

Σε κάθε όμως περίπτωση «δεν πρέπει να προσκυνούμε κανέναν ως Θεό, παρά μόνο τον κατά φύση Θεό, αλλά σε όλους να αποδίδουμε την οφειλή λόγω του Κυρίου». Τιμητική λοιπόν προσκύνηση πρέπει να αποδίδεται και στις εικόνες και γενικά στα καθαγιασμένα πρόσωπα ή πράγματα, «και η προσκύνηση και η λατρεία» να επιφυλάσσεται σε μόνο το Θεό. Είναι άλλη «η προσκύνηση της λατρείας» που ανήκει μόνο στο Θεό, και άλλη «αυτή που αποδίδεται από τιμή». «Προσκυνούμε λοιπόν τις εικόνες χωρίς να προσφέρουμε την προσκύνηση στην ύλη, αλλά μέσω αυτών σε αυτούς που εικονίζονται σε αυτές. Διότι η τιμή της εικόνας μεταβαίνει στο πρωτότυπο, όπως λέει ο θείος Βασίλειος» (36).

9)   Αλλά ο άγιος Πατέρας προχωρεί και παραπέρα επεξηγώντας με λίγα μεν λόγια, αλλά αρκετά αξιοσημείωτα και τις ωφέλειες που προέρχονται από τη χρήση των αγίων εικόνων. Και πρωτίστως τονίζει, ότι «η εικόνα είναι υπόμνημα και ό,τι ακριβώς είναι το βιβλίο για όσους ξέρουν γράμματα, το ίδιο είναι για τους αγράμματους η εικόνα. Και ό,τι είναι για την ακοή ο λόγος, το ίδιο είναι για την όραση η εικόνα».

«Για αυτό πρόσταξε ο Θεός να κατασκευαστεί κιβωτός (της Διαθήκης) από ξύλα άσηπτα και να τοποθετήσουν σε αυτήν τις πλάκες, τη ράβδο, τη χρυσή στάμνα με το μάννα, για να θυμίζει αυτά που έγιναν και να προτυπώνει όσα θα γίνουν». «Διότι ήταν εικόνες που υπήρχαν για υπόμνηση, τιμώμενες όχι ως θεοί, αλλά ως μέσα που οδηγούν στην ανάμνηση των θείων ενεργειών». «Πώς λοιπόν εμείς δεν θα εικονογραφήσουμε τα σωτήρια πάθη και θαύματα του Χριστού και Θεού μας, έτσι ώστε όταν με ρωτά ο γιος μου τι είναι αυτό; Θα πω ότι ο Θεός Λόγος έγινε άνθρωπος και μέσω αυτού όλη η φύση επέστρεψε στην αρχαία μακαριότητα;».

Επιπλέον «αυτών που έζησαν ακολουθώντας τα ίχνη του Κυρίου, αυτών τα κατορθώματα και τα πάθη ζωγραφίζουμε, έτσι ώστε να καλλιεργείται ο ζήλος μας να τα μιμηθούμε». Τα παραδείγματα εκείνων τοποθετούμενα και παριστάμενα στα μάτια μας ζωντανά με τα χρώματα του ζωγράφου διεγείρουν σε εμάς τον πόθο και μας παρακινούν σε μίμηση αυτών.

Επιπλέον είναι οι εικόνες και αγωγοί χάριτος στους πιστούς. Εάν «η σκιά των αποστόλων, τα σουδάρια και τα μαντήλια απομάκρυναν τις αρρώστιες και φυγάδευαν τα δαιμόνια, πώς λοιπόν να μη δοξάζεται η σκιά και η εικόνα των αγίων;». Και «θεία χάρη δίνεται στα υλικά στοιχεία με την προσαγόρευση των εικονιζομένων» (37).

Αυτή είναι στις γενικές της γραμμές η θεωρητική δικαίωση του δόγματος αυτού της μίας αγίας Εκκλησίας που αντιτάχθηκε για απόκρουση των ενστάσεων και κατηγοριών αυτών που καταπολεμούσαν την προσκύνηση των αγίων εικόνων.

Παραπομπές:

(31) Λόγος Α παραγρ.14,16 και Λόγος Γ 25, Μ. 94,1236,1345

(32) Λόγος Α 16 και Γ΄8, δες και Α΄6-8, και Β΄7,8, Μ. 94, 1248,1328

(33) Α΄23, δες και Β΄16, Μ. 94,1257

(34) Α΄9-13 και Γ΄18-23, Μ. 94,1240 και εξής

(35) Α΄ 16, Β΄13,14, Μ. 94,1245.

(36) Λόγος Γ΄33-36,40, Δες και Α΄8, 14,16 και Β΄11 και Λόγος Γ΄40 και Α΄21, Μ. 94, 1352,1356

(37) Λόγος Α΄17 και εξής, 18 και εξής, 21, Μ. 94, 1248,1249,1252,1264.

      

Σελίδα 1 από 5

Εύρεση

Δημοφιλή Θέματα (Α-Ω)

αγάπη (173) Αγάπη Θεού (46) αγάπη σε Θεό (11) αγάπη σε Χριστό (39) άγγελοι (8) Αγία Γραφή (47) Αγιασμός (1) Άγιο Πνεύμα (8) άγιοι (13) άγιος (74) αγνότητα (7) άγχος (11) αγώνας (57) αγώνας πνευματικός (19) αθεΐα (81) αιρέσεις (63) αλήθεια (19) αμαρτία (55) Αμβρόσιος άγιος (1) Ανάσταση (63) ανασταση νεκρών (3) ανθρώπινες σχέσεις (129) άνθρωπος (17) αντίχριστος (6) αξιώματα (3) απιστία (5) αποκάλυψη (4) απόκρυφα (15) αρετή (53) ασθένεια (14) άσκηση (2) αστρολογία (1) αυτογνωσία (45) Β Παρουσία (9) Β' Παρουσία (10) βάπτιση (4) βάπτισμα (8) Βασίλειος ο Μέγας (1) βία (2) βιβλίο (3) βιοηθική (4) γάμος (35) Γένεση (4) Γεροντικόν (42) γηρατειά (3) γλώσσα (27) γνώση (5) γονείς (36) Γρηγόριος ο Θεολόγος (1) γυναίκα (7) δάκρυα (3) δάσκαλος (9) Δεύτερη Παρουσία (3) Δημιουργία (37) διάβολος (43) διάκριση (40) διάλογος (2) δικαιοσύνη (2) Δογματικα Θέματα (5) Δωρόθεος αββάς (5) εγωισμός (87) εικόνες (16) Ειρηναίος Λουγδούνου άγιος (2) ειρήνη (5) εκκλησία (52) Εκκλησιαστική Ιστορία (11) Εκκλησιαστική περιουσία (2) έκτρωση (1) ελεημοσύνη (13) ελευθερία (11) Ελλάδα (14) ελπίδα (13) Εξαήμερος (2) εξέλιξης θεωρία (15) Εξομολόγηση (64) εξωγήινοι (2) εξωσωματική γονιμοποίηση (3) επάγγελμα (4) επιστήμη (58) εργασία (26) Ερμηνεία Αγίας Γραφής (37) έρωτας (9) έρωτας θείος (1) Ευαγγέλια (56) ευγένεια (4) ευσπλαχνία (6) ευτυχία (21) ευχαριστία (5) ζώα (13) ηθική (5) ησυχία (4) θάνατος (87) θάρρος (13) θαύμα (62) θέατρο (1) Θεία Κοινωνία (40) Θεία Λειτουργία (37) θεία Πρόνοια (2) θέληση (4) θεολογία (6) Θεός (6) Θεοφάνεια (2) θλίψεις (96) θρησκείες (6) θυμός (30) Ιάκωβος Τσαλίκης Όσιος (2) Ιγνάτιος Θεοφόρος (7) ιεραποστολή (15) ιερέας (41) ιερωσύνη (3) Ιουδαίοι (1) Ιουστίνος άγιος (1) Ισαάκ ο Σύρος (1) Ισλάμ (3) Ιστορία Ελληνική (4) Ιστορία Παγκόσμια (4) Ιωάννης Χρυσόστομος (7) Καινή Διαθήκη Ερμηνεία (18) Καινή Διαθήκη κριτικό κείμενο NestleAland (5) καρδιά (8) Κασσιανός Όσιος (1) κατάκριση (34) καταναλωτισμός (1) κήρυγμα (2) Κοίμησις Θεοτόκου (11) κοινωνία (76) κόλαση (8) ΚράτοςΕκκλησία (1) Κρίσις Μέλλουσα (2) Κύριλλος Άγιος (1) Λατρεία Θεία (41) λείψανα (2) λογισμοί (22) λύπη (1) μαγεία (5) μάρτυρες (5) μελέτη (4) μετά θάνατον (26) μετά θάνατον ζωή (24) Μεταμόρφωση (2) Μεταμόρφωσις (4) μετάνοια (60) μητέρα (8) μίσος (1) μνημόσυνα (3) μοναξιά (10) μοναχισμός (9) μόρφωση (9) μουσική (2) Ναός (2) ναρκωτικά (1) νέοι (7) νεοπαγανισμός (5) νηστεία (10) Νικόλαος Άγιος (2) νους (8) οικονομία (2) Οικουμενισμός (2) ομορφιά (7) όνειρα (21) οράματα (2) Ορθοδοξία (48) πάθη (25) πάθος (2) παιδεία (7) παιδιά (16) Παΐσιος Όσιος (8) Παλαιά Διαθήκη (1) Παλαιά Διαθήκη Ερμηνεία (5) παλαιοημερολογίτες (4) Παναγία (57) Παπαδόπουλος Στυλιανός (1) παράδειγμα (5) Παράδεισος (38) Παράδοση Ιερά (2) Πάσχα (12) πατρίδα (4) Πεντηκοστή (4) πίστη (145) πλούτος (11) πνευματική ζωή (53) πνευματικός πατέρας (13) πνευματισμός (8) ποίηση (11) πόλεμος (13) πολιτική (9) πολιτισμός (4) Πόποβιτς Ιουστίνος άγιος (1) Πορφύριος Όσιος (22) Πρόνοια (3) Πρόνοια Θεία (39) προορισμός (6) προσε (1) προσευχή (122) προσοχή (2) προτεσταντισμός (17) προφητείες (1) ραθυμία (2) Ρωμαιοκαθολικισμός (12) Σαρακοστή (4) σεβασμός (2) σοφία (18) Σταυρός (25) Σταύρωση (11) συγχώρηση (4) σχίσμα (1) σώμα (2) ταπεινοφροσύνη (54) ταπείνωση (1) Τεσσαρακοστή Μεγάλη (2) Τριάδα Αγία (4) τύχη (2) υλικά αγαθά (3) υπακοή (7) υπαρξιακά (31) υποκρισία (1) υπομονή (36) φαντασία (1) φαντάσματα (2) φιλία (9) φιλοσοφία (7) Φλωρόφσκυ Γεώργιος (3) φόβος (16) χαρά (23) χάρις θεία (9) χαρίσματα (1) Χειρόγραφα Καινής Διαθήκης (1) Χριστιανισμός (2) χριστιανός (19) Χριστός (9) Χριστούγεννα (32) χρόνος (13) ψεύδος (8) ψυχή (57) ψυχολογία (12)