Αυξομείωση μεγέθους γραμμάτων.
Κείμενα (blog) - Ιερός Ναός Αγίου Σώστη Νέας Σμύρνης


(γράφει γύρω στο 374-375 μ. Χ.).
Από τα δόγματα και τις αλήθειες που φυλάσσει η Εκκλησία, άλλα μεν τα έχουμε πάρει από τη γραπτή διδασκαλία, άλλα δε, που κατά τρόπο μυστικό έφθασαν μέχρι σε εμάς από την παράδοση των αποστόλων, τα κάναμε δεκτά. Τα οποία ακριβώς και τα δύο, έχουν την ίδια ισχύ όσον αφορά την ευσέβεια.

Και κανείς από όσους έχουν και μικρή γνώση των εκκλησιαστικών  θεσμών δεν θα εγείρει αντίρρηση πάνω σε αυτά. Διότι αν επιχειρούσαμε να εγκαταλείψουμε όσα από τα έθη είναι άγραφα, διότι δήθεν δεν έχουν μεγάλη δύναμη, χωρίς να το καταλάβουμε θα ζημιώναμε το Ευαγγέλιο στην ουσία του ή μάλλον θα μετατρέπαμε το κήρυγμα σε κενό νοήματος όνομα.
Λόγου χάριν (για να θυμηθώ το πρώτο και πιο συνηθισμένο απ’ όλα), ποιος δίδαξε γραπτά ότι αυτοί που ελπίζουν στο όνομα του Κυρίου ημων Ιησού Χριστού φανερώνουν αυτήν την πίστη τους με το να κάνουν το σημείο του Σταυρού; Το να στρεφόμαστε προς την ανατολή κατά την προσευχή ποιο γραπτό έργο μας το δίδαξε; Τα λόγια της επίκλησης κατά τον αγιασμό του άρτου της θείας Ευχαριστίας και του ποτηρίου, ποιος από τους αγίους μάς τα άφησε γραπτά; Δεν αρκούμαστε ασφαλώς σε αυτά που ο Απόστολος ή το Ευαγγέλιο μνημόνευσαν, αλλά πριν την Ευχαριστία και μετά από αυτήν λέμε και άλλα, διότι παραλάβαμε από την άγραφη διδασκαλία ότι έχουν μεγάλη δύναμη στην επιτέλεση του μυστηρίου.
Ευλογούμε επίσης και το νερό του βαπτίσματος και το λάδι του χρίσματος και ακόμα και αυτόν που βαπτίζεται. Από ποια γραπτά κείμενα; Δεν τα γνωρίζουμε από την σιωπηρή και μυστική παράδοση; Τι άλλο επίσης; Αυτήν την ίδια τη χρίση με το λάδι, ποιος γραπτός λόγος τη δίδαξε; Από πού πήραμε το να βαπτίζουμε τρεις φορές στο νερό τον άνθρωπο; Και τα άλλα ακόμα τα σχετικά με το βάπτισμα, όπως η αποκήρυξη του Σατανά και των αγγέλων του, από ποια γραφή διδάσκονται; Δεν προέρχονται όλα αυτά από αυτήν την μη δημοσιευμένη και απόρρητη διδασκαλία, την οποία διατήρησαν οι Πατέρες μας εν σιγή χωρίς να την πολυερευνούν και να την περιεργάζονται, επειδή ορθώς είχαν μάθει, ότι πρέπει με τη σιωπή να προστατεύουμε την σεμνότητα των μυστηρίων; Διότι πώς ήταν δυνατόν να διακηρυχτεί γραπτά το νόημα αυτών τα οποία ούτε να δουν επιτρέπεται όσοι είναι αμύητοι;
Τι επεδίωκε άραγε ο μέγας Μωϋσής με το να καθορίσει ότι δεν μπορούν όλοι να μπαίνουν στο ιερό; Τους βεβήλους δεν τους επέτρεψε ούτε εντός των περιβόλων να εισέρχονται· αφού δε άφησε τα προαύλια μόνο για τους καθαρότερους, τους Λευΐτες μόνο έκρινε ως άξιους να προσφέρουν λατρεία στο Θεό. Ενώ όμως ξεχώρισε ως έργο των ιερέων τα σφάγια και τα ολοκαυτώματα και όλη την άλλη ιερουργία, επέτρεψε σε έναν μόνο, τον αρχιερέα να εισέρχεται στα άδυτα. Και για αυτόν καθόρισε να εισέρχεται όχι πάντοτε, αλλά κατά μία μόνο ημέρα του χρόνου και κατά ορισμένη ώρα, ώστε να εποπτεύει τα άγια των αγίων με θάμβος, λόγω του ότι θα ήταν αυτό κάτι ασυνήθιστο και ξεχωριστό. Γνώριζε καλά ο σοφός Μωϋσής ότι εύκολα περιφρονεί κανείς το συνηθισμένο και ευκολοπλησίαστο, το απομακρυσμένο όμως και σπάνιο το θεωρεί κατά φυσική ακολουθία ως περισπούδαστο.
Κατά τον ίδιο τρόπο λοιπόν και οι απόστολοι και πατέρες που έθεσαν εξ’ αρχής τους θεσμούς στην Εκκλησία επιδίωκαν να διαφυλάξουν με τη μυστικότητα και τη σιωπή τη σεμνότητα των μυστηρίων. Άλλωστε παύει να είναι μυστήριο αυτό που εύκολα το πληροφορείται ο οποιοσδήποτε. Αυτό είναι το νόημα της άγραφης παράδοσης, να μην αμεληθεί και περιφρονηθεί η γνώση των δογμάτων από τους πολλούς λόγω συνήθειας.
Διότι άλλο είναι το δόγμα και άλλο το κήρυγμα. Διότι το μεν δόγμα σιωπάται· τα κηρύγματα όμως δημοσιεύονται. Ένα είδος σιωπής είναι και η ασάφεια της Γραφής, με την οποία καθιστά αυτή δυσχερή την κατανόηση των δογμάτων για ωφέλεια των αναγνωστών.
Για αυτό το λόγο, ενώ όλοι στρεφόμαστε κατά την προσευχή προς την ανατολή, λίγοι γνωρίζουμε ότι επιζητούμε έτσι την παλαιά πατρίδα, τον παράδεισο, τον οποίο φύτεψε ο Θεός στην Εδέμ που βρίσκεται ανατολικά.

Όρθιοι προσφέρουμε τις ευχές κατά την ημέρα της Κυριακής· δεν γνωρίζουμε όμως όλοι τον λόγο. Όχι μόνο για να υπενθυμίσουμε στους εαυτούς μας, με τη στάση μας κατά την αναστάσιμη ημέρα, την χάρη που μας δόθηκε, ότι δηλαδή αναστηθήκαμε μαζί με το Χριστό και εμείς και οφείλουμε να επιδιώκουμε τα άνω, αλλά και διότι φαίνεται ότι είναι αυτή και μία εικόνα της μέλλουσας ζωής. Για αυτό ενώ είναι η αρχή των ημερών της εβδομάδας, δεν ονομάστηκε από τον Μωϋσή πρώτη, αλλά μία. «Έγινε, λέει, βράδυ, ήλθε κατόπιν το πρωί, ημέρα μία». Και αυτό διότι η ίδια ημέρα κάνει τον ίδιο κύκλο πολλές φορές.

Είναι μία λοιπόν αυτή ημέρα, και συγχρόνως ογδόη και φανερώνει την μία πράγματι και αληθινή ογδόη ημέρα, στην οποία αναφέρεται και ο ψαλμωδός σε μερικές επιγραφές των ψαλμών, την κατάσταση που θα διαδεχτεί αυτόν το χρόνο, την ατέλειωτη ημέρα, την αβασίλευτη, που δεν την διαδέχεται η νύχτα, τον ατελείωτο εκείνο και αγέραστο αιώνα.
Αναγκαστικά λοιπόν η Εκκλησία διδάσκει στα τέκνα της να προσεύχονται σε αυτή την ημέρα όρθιοι, ώστε με την διαρκή υπενθύμιση της αιώνιας ζωής να μην παραμελούμε τα εφόδια για την εκεί μετάβασή μας.

Ολόκληρη πάλι η περίοδος της Πεντηκοστής είναι υπενθύμιση της στο μέλλον αναμενόμενης ανάστασης. Διότι εάν η μία εκείνη και πρώτη ημέρα επταπλασιαστεί επτά φορές, συμπληρώνει τις επτά εβδομάδες της ιερής περιόδου της Πεντηκοστής. Αρχίζει δηλαδή από Κυριακή και τελειώνει πάλι σε Κυριακή και επαναλαμβάνεται πάλι ενδιάμεσα πενήντα φορές ο ίδιος κύκλος της ημέρας. Μιμείται για αυτό την αιωνιότητα και είναι όμοια με αυτήν· όπως στην κυκλική κίνηση, αρχίζει από τα ίδια σημεία και τελειώνει πάλι στα ίδια.
Σε αυτήν λοιπόν την ημέρα οι θεσμοί της Εκκλησίας μάς δίδαξαν να προτιμούμε την όρθια στάση της προσευχής, σαν να μεταφέρουμε έτσι με την διαρκή υπενθύμιση το νου μας από τα παρόντα στα μέλλοντα. Και μετά από κάθε γονυκλισία επίσης σηκωνόμαστε, για να δείξουμε έτσι ότι λόγω της αμαρτίας πέσαμε στη γη, λόγω της φιλανθρωπίας όμως του κτίστη μας οδηγηθήκαμε στον ουρανό.
Δεν θα με φτάσει η ημέρα για να εκθέσω τα άγραφα μυστήρια της Εκκλησίας.

(Βασιλείου του Μεγάλου, Περί Αγίου Πνεύματος ΚΖ,66, εκδ. ΕΠΕ τόμος 10, σελ. 457-463 μετάφραση ελαφρώς παραλλαγμένη προς τα νέα ελληνικά)


Στιγμὲς ὀρθρινῆς ἤ ἑσπερινῆς ἀκολουθίας· στρέφεσαι καὶ εὐλογεῖς μὲ τὸ «εἰρήνη πᾶσι» καὶ συνειδητοποεῖς ὅτι κοιτάζεις ἕναν ἄδειο ἄπὸ ἀνθρώπινη παρουσία ναὸ, ποὺ ὰποδέχεται τὸν ἑσπερινὸ ὕμνο καὶ ἀναπνέει παράλληλα τὸ εὐῶδες θυμίαμα.

«Εἰρήνη πᾶσι»... Τὸ λὲς μὲ συναίσθηση καὶ δέος. Ὅμως, ποιοὶ τὸ ἀκοῦνε ἄραγε, σὲ ποιοὺς καὶ γιατὶ ἀπευθύνεται αὐτὴ ἡ εὐλογία; Φυσικὰ ἐσὺ τὸ λές, ἐσὺ τὸ ἀκοῦς καὶ μόνος σου διερωτᾶσαι, καθὼς γυρίζεις καὶ βλέπεις τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ στὸ τέμπλο νὰ φωτίζεται ἀπὸ τὸ ταπεινὸ καὶ ἰλαρὸ φῶς τοῦ λαδοκάντηλου, ἐνῶ σκέφτεσαι: ποιὰ σημασία ἔχει νἀ λέγεται, λοιπὸν, ἡ εἰρήνευση αὐτὴ, χωρὶς νὰ ὐπάρχει οὔτε ἔνας πιστὸς στὸ ναὸ;

Κάπου ἀπέξω ἀκούγονται φωνὲς καὶ βηματισμοὶ. Στ᾿ ἀντικρυνὰ τὰ σπίτια ἀνάβουν τὰ φῶτα, καθὼς σιμώνει ἡ νύχτα, ἐνῶ κάποιες θύρες ἀνοιγοκλείνουν. Ὁ κόσμος τῆς ἐνορίας εἶν᾿ αὐτὸς λοιπὸν, ποὺ δὲν ἔρχεται τὶς καθημερινὲς στὸν ἑσπερινὸ καὶ μόνο στὶς Κυριακάτικες λειτουργίες ἀκούει, τὶς περισσότερες φορὲς ἀδιάφορα, αὐτὴ τὴν εὐλογία. «Εἰρήνη πᾶσι». Κι ἐσὺ τὸ ξέρεις, τὸ καταλαβαίνεις καὶ σιωπᾶς πάντα, γιατὶ ὅ,τι καὶ νὰ πεῖς δὲ γίνεσαι κατανοητὸς. Γιατὶ, ἄραγε;

Ὡστόσο στὸ περιθώριο τῶν ὄσων βιώνεις τὴν κάθε μέρα, σημειώνεις μὲ βεβαιότητα καὶ ὑπομονὴ κάποιες ταπεινὲς σκέψεις/προσευχὲς, τὶς ὀποῖες καὶ προσφέρεις, κάθε βράδυ μὲ τὸ ἑσπερινὸ θυμίαμα καὶ κυρίως, γιὰ νὰ ἔχεις τὴ δυνατότητα ν᾿ ἀποδράσεις ἀπὸ τὴν ἀπόγνωση καὶ τὴν ἀθυμία.

 Γι᾿ αὐτὸ, ὅταν λές «Εἰρηνη πᾶσι», ἐκείνη τὴ στιγμὴ βιώνεις καὶ συνειδητοποιεῖς, πὼς ἐσὺ ἔκαμες τὸ χρέος σου: ἔστειλες δηλαδὴ τὴν εἰρήνη καὶ τὴν εὐλογία Ἐκείνου, ὄχι μονάχα στοὺς ἄδειους χώρους τοῦ ναοῦ, μὰ πέρα καὶ ἔξω ἀπ᾿ αὐτοὺς. Γιατὶ ἡ εἰρήνη πρέπει, ἀφοῦ ξεπεράσει τὰ ὄρια τοῦ ναοῦ, νὰ εἰσοδεύσει στὸ σπίτι τοῦ ἄρρωστου ποὺ πασχίζει νὰ βρεῖ τὴν ἰσορροπία του, στὸν κουρασμένο καὶ ἀποκαμωμένο ἀπὸ τὸ ἄγχος τῆς καθημερινότητας ἐνορίτη, στὸ μαθητὴ ποὺ συλλαβίζει τὴ ζωὴ μέσα στὰ βιβλία του, στὸ ζεῦγος τῶν νέων παιδιῶν ποὺ πασχίζουν νὰ βιώσουν τὸ βαθὺ μυστήριο τῆς συζυγίας, ἀλλὰ καὶ στὸ ζεῦγος ἐκεῖνο ποὺ μὲ ποικίλους τρόπους πασχίζει νὰ ἀποτινάξει καὶ νὰ διαλύσει τὸ ζυγὸ τῆς συμβιώσεως, στὸ γέροντα καὶ τὴ γερόντισσα ποὺ κοιτάζουν νὰ βροῦν μιὰ σταγόνα ὑπομονῆς καὶ στοργῆς ἀπ᾿ τοὺς ἄλλους, στὸ νέο ἤ τὴ νέα ποὺ σκοτινιάζουν τὸ νοῦ καὶ τὴν ψυχὴ τους μὲ οὐσίες ἐφήμερης ἤ στιγμιαίας εὐτυχίας, στὸ κάθε πιστὸ, στὸν κάθε κληρικὸ, στὸν κάθε ἀγωνιζόμενο μοναχὸ, στὸν κάθε ἄνθρωπο. Αὐτὴ τὴν εἰρήνη στέλνει πρωΐ καὶ βράδυ ἡ Ἐκκλησία, ἄσχετα ἄν δὲν τὴν ἀφουγκράζεται ἤ δὲν τὴ συνειδητοποιεῖ ὁ κόσμος.

Ἡ Εἰρήνη, ἡ εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ (πρβλ. Ἰω. 14, 27) στέλνεται καθημερινὰ στὸν κόσμο, ὅπως στέλνεται τὸ φῶς, ἡ βροχὴ, ὁ ἄνεμος καὶ συνδράμουν τὴ γῆ καὶ τοὺς ἀνθρώπους. Τὸ ζητούμνο εἶναι πόσοι καὶ γιατὶ δὲν τὴ δέχονται. Ἕνα ζήτημα ποὺ διαφαίνεται ἀπὸ τὰ πρῶτα τῆς Δημιουργίας χρόνια, ὅπου ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ ἦταν πάντα τὸ χάδι, ἡ στοργὴ, ἡ ἀνάπαυση γιὰ τοὺς πρωτόπλαστους. Μέχρι ποὺ εἰσῆλθε ὁ ἔχθρὸς ὅλων αὐτῶν τῶν ἀγαθῶν,ποὺ δόθηκαν ὠς δωρεὰ ἀπὸ τὸν Δημιουργὸ γιὰ τὴν εὐτυχία καὶ εὐλογία τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων, κατέλυσε μὲ πονηρία καὶ θράσος τὴν εἰρήνη μεταξὺ τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἀνθρώπων καὶ τὴν ἀντικατέστησε μὲ τὴν ἐγωπάθεια, τὴν ἰσχυρογνωμία καὶ τὸν σκληρὸ ἀρνητισμὸ.

Ἀφουγκράζεσαι, λοιπὸν ἐδῶ, στὴν ἡσυχία τῆς ἑσπερινῆς ἀκολουθίας τοὺς καημοὺς καὶ τὰ βάσανα τῶν ἀνθρώπων. Καημοὺς καὶ βάσανα δηλαδὴ ποὺ, καθὼς ἀνεβαίνεις καθημερινὰ γιὰ τὸ ναὸ τὰ μαζεύεις, ἀφοῦ καταλαβαίνεις, βλέπεις κι ἀκοῦς ὅταν περνᾶς μπροστὰ ἀπὸ τὰ σπίτια τῶν ἐνοριτῶν σου καὶ ξέρεις, τὸ γιατὶ φωνάζει ἡ μιὰ γειτόνισσα στὴν ἄλλη, γιατὶ μαλώνει ὁ πατέρας του τὸ Νίκο κι ἀκόμα γιατὶ, ἀφοῦ διασταυρώθηκαν οἱ δύο πρώην φιλενάδες δὲ χαιρέτισε ἡ μιὰ τὴν ἄλλη κι ἄλλα πολλὰ... Καὶ σκέφτεσαι καὶ παρακαλᾶς τὸ Θεὸ νὰ εὐδοκήσει νὰ βιώσουν τὴν πάντιμο εἰρήνη Του ποὺ τοὺς στέλνει, γιὰ νὰ ἡρεμήσει ἡ ψυχὴ τους, νὰ χαμογελάσει τὸ στόμα τους, νὰ βρεθοῦν κοινοὶ τόποι συνεργασίας, φιλίας, ἀλληλοβοηθείας, φιλαδελφίας καὶ φιλοτιμίας...

Στέκεις σκεφτικὸς μετὰ τὸν Ἑσπερινὸ καὶ διερωτᾶσαι, ἄν πρέπει νὰ πεῖς δυὸ λόγια μεθαύριο τὴν Κυριακὴ σ᾿ ὅλους αὐτοὺς ποὺ θἄρθουν, μὴ καὶ καταλάβουν κάτι. Μόνο ποὺ κάποτε διστάζεις, γιατὶ φοβᾶσαι ὅτι κι ἐσὺ ὁ ἴδιος ἀκόμα δὲ βίωσες ἰκανὰ τὴν Εἰρήνη Του. Μὲ λίγα λόγια δὲν ἔφτασες στὸ ὕψος τὸ πνευματικὸ τῶν μοναχῶν ἐκείνων τοῦ φιλόθεου Γεροντικοῦ, ποὺ προσπάθησαν νὰ δημιουργήσουν μιὰ «τεχνητὴ» φιλονικία κι ὅμως ἠ ταπείνωση καὶ ἡ ἀληθινὴ φιλία (πρβλ. τὸ: «Ὁ Χριστὸς ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν» τοῦ ἱερατικοῦ συλλείτουργου) δὲν τοὺς τὸ ἐπέτρεψε.

«Εἰρήνη πᾶσι»· «καὶ πρῶτα στὸν ἐαυτὸ μου, Κύριε», ψυθιρίζεις καὶ κάνεις τὸ σταυρὸ σου καθὼς ἀναχωρεῖς ἀπ᾿ τὸ ναὸ κι ἀπόψε…

π. Κων. Ν. Καλλιανὸς

«Παρέλαβε η κιβωτός (του Νώε) άλογα ζώα και έσωσε άλογα ζώα· παραλαμβάνει η Εκκλησία παράλογους ανθρώπους και όχι μόνο τους σώζει, αλλά και τους μεταμορφώνει.

Παρέλαβε η κιβωτός κόρακα και έστειλε κόρακα· παραλαμβάνει η Εκκλησία ανθρώπους μαύρους από την αμαρτία, σαν τον κόρακα, και τους παραδίδει αθώους σαν τα περιστέρια·

παραλαμβάνει ανθρώπους με άγρια αισθήματα, σαν το λύκο, και τους παραδίδει ήμερους σαν τα πρόβατα.

Γιατί, όταν μπει μέσα στην Εκκλησία άνθρωπος που αρπάζει, που είναι πλεονέκτης, και ακούσει τα θεία λόγια της χριστιανικής διδασκαλίας, αλλάζει νοοτροπία, και αντί για λύκος που ήταν γίνεται πρόβατο.

Και ο μεν λύκος αρπάζει και τα ξένα πρόβατα, ενώ το πρόβατο χαρίζει και το μαλλί του» (Εις πτωχόν Λάζαρον, Λόγος ΣΤ,7,ΕΠΕ 25,606)


«Δεν θα σφάλει κανείς, αν ονομάσει την Εκκλησία ανώτερη από την κιβωτό.

Γιατί η κιβωτός δεχόταν ζώα και τα διατηρούσε ζώα, ενώ η Εκκλησία παίρνει τα ζώα και τα μεταβάλλει.

Για παράδειγμα· μπήκε εκεί γεράκι και βγήκε γεράκι· μπήκε λύκος και βγήκε λύκος· ενώ εδώ, στην Εκκλησία, μπαίνει κανείς γεράκι και βγαίνει περιστέρι· μπαίνει λύκος και βγαίνει πρόβατο·

μπαίνει φίδι και βγαίνει αρνί, όχι γιατί αλλάζει η φύση, αλλά γιατί απομακρύνεται η κακία» (Περί μετανοίας, Ομιλ. Η, 1 ΕΠΕ 30,284-286)

(Δογματική Π.Ν.Τρεμπέλα τομ. 3,εκδ. Σωτήρ,σελ. 406-409,μετάφραση στα νέα Ελληνικά π. Νικόλαος Πουλάδας).

6)  Θεωρητικός υπερασπιστής και υπέρμαχος της προσκύνησης των εικόνων λίγα έτη πριν τη σύγκληση της Ζ΄Οικουμενικής Συνόδου, ο οποίος ύψωσε τη φωνή του, του οποίου περισώθηκαν και τρεις λόγοι για τις άγιες εικόνες που εκφωνήθηκαν ανάμεσα στο 726 και 733, υπήρξε ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός. Τα κύρια επιχειρήματά του έχουν ως εξής:

Α)   Χωρίς να παραγνωρίζει ο Δαμασκηνός το αόρατο και το απολύτως άυλο του Θεού, τονίζοντας όμως συγχρόνως, ότι «αν είναι αδύνατον να εικονίσει κάποιος την ψυχή, πόσο μάλλον το Θεό, ο οποίος έδωσε και στην ψυχή το άυλο», διακηρύσσει συγχρόνως, ότι «εικονίζω το Θεό τον αόρατο όχι ως αόρατο, αλλά ως αυτόν που έγινε ορατός για εμάς, παίρνοντας τη σάρκα και το αίμα μας· δεν εικονίζω την αόρατη θεότητα, αλλά εικονίζω του Θεού τη σάρκα που έγινε ορατή».

Ως προς τους αγγέλους και τους δαίμονες και τις ψυχές που χωρίστηκαν από το σώμα, αυτοί «συγκρινόμενοι με το Θεό μεν, τον μόνο ασύγκριτο, είναι σώματα, ενώ με τα υλικά σώματα συγκρινόμενοι είναι ασώματοι. Επειδή λοιπόν ο Θεός δεν ήθελε να αγνοούμε τελείως τα ασώματα δημιουργήματα, τα περιέβαλε με τύπους και σχήματα και εικόνες, ώστε με την άυλη όραση του νου μας να φαίνονται, κατά την αναλογία της φύσης μας, ως σχήματα σωματικά, και αυτά σχηματίζουμε και εικονίζουμε» (31).

Β)   Αλλά επιτρέπεται να κατασκευάζουμε και να χρησιμοποιούμε αυτές τις εικόνες; Αντιτάσσονται από πολλούς στην κατασκευή και τη χρήση αυτή οι απαγορεύσεις της Π.Δ.. Αλλά αυτές δεν είναι απόλυτες, διότι και στην ίδια την Π.Δ. με εντολή του Θεού κατασκευάστηκαν «έργα ανθρώπινων χεριών και ομοιώματα των χερουβίμ. Πώς λοιπόν εξαιτίας του νόμου απαγορεύεις αυτό που ο νόμος πρόσταξε να κάνουμε; Εάν λόγω του νόμου απαγορεύεις τις εικόνες, καιρός είναι να τηρείς και την αργία του Σαββάτου και να περιτέμνεσαι, αλλά να ξέρεις ότι «εάν τηρείτε το νόμο, ο Χριστός δεν θα σας ωφελήσει σε τίποτα»(Γαλ.. 5,2-4)».

Ενισχύοντας όμως το επιχείρημά του αυτό και με άλλη παρατήρηση ο ιερός άνδρας προσθέτει στη συνέχεια: «Δεν έβλεπε το Θεό ο παλιός Ισραήλ, «ενώ εμείς με ακάλυπτο το πρόσωπο καθρεπτιζόμαστε τη δόξα του Κυρίου»(Β΄ Κορ. 3,18)». Και στους μεν Ιουδαίους «επειδή εύκολα γλιστρούσαν στην ειδωλολατρεία νομοθετήθηκαν» αυτά με τα οποία απαγορευόταν η κατασκευή ομοιωμάτων. «Εμείς όμως, στους οποίους δόθηκε η δυνατότητα να αποφύγουμε την πλάνη της δεισιδαιμονίας και να πλησιάσουμε καθαρά το Θεό, να γνωρίσουμε καλά την αλήθεια και να λατρεύουμε μόνο το Θεό, και να αποκτήσουμε την τελειότητα της θεογνωσίας και, αφού ξεπεράσαμε τη νηπιακή κατάσταση, να φθάσουμε να γίνουμε άνδρες τέλειοι (Εφ. 4,13), δεν είμαστε πια υπό την κηδεμονία παιδαγωγού (Γαλ. 3,25), αφού πήραμε από το Θεό τη διακριτική ικανότητα και γνωρίζουμε τι είναι το εικονιζόμενο και τι είναι αυτό που δεν περιγράφεται με εικόνα» (32).

Γ)   Από την άλλη η προσκύνηση των αγίων εικόνων διδάσκεται από την Παράδοση της Εκκλησίας. «Μην καινοτομείς» λοιπόν, ούτε «ούτε να μετακινείς όρια αιώνια που έθεσαν οι πατέρες σου»(Παροιμ. 22,28). Δεν παρέδωσαν μόνο γραπτώς την εκκλησιαστική θεσμοθεσία, αλλά και με μερικές άγραφες παραδόσεις» (33).

Δ)   Άλλωστε εικόνες του Θεού υπάρχουν παντού. Πρωτίστως στην ίδια την Αγία τριάδα ο Υιός είναι «εικόνα ζωντανή, φυσική και απαράλλακτη του αόρατου Θεού»(Κολ. 1,15)». «Υπάρχουν όμως και στο Θεό εικόνες και παραδείγματα, όσων πρόκειται να γίνουν από αυτόν, δηλαδή η προαιώνια και πάντοτε αμετάβλητη βούλησή του. Αυτές τις εικόνες και τα παραδείγματα ονομάζει προορισμούς ο άγιος Διονύσιος. Γιατί στη βούληση του Θεού ήταν αποτυπωμένα και απεικονισμένα όλα όσα είχαν προοριστεί από αυτόν, πριν από τη δημιουργία, και θα γίνονταν οπωσδήποτε, ακριβώς όπως κάποιος που θέλει να κτίσει ένα σπίτι, συλλαμβάνει πρώτα και ζωγραφίζει το σχέδιο στο μυαλό του».

Αλλά και στην ορατή δημιουργία «τα αόρατα είναι εικόνες των αοράτων και ατυπώτων πραγμάτων», «και τα αόρατα του Θεού, από τότε που δημιουργήθηκε ο κόσμος, γίνονται ορατά κατανοούμενα μέσω των δημιουργημάτων»(Ρωμ. 1,20). Γιατί βλέπουμε στα κτίσματα εικόνες οι οποίες μας φανερώνουν αμυδρά τις θείες ανταύγειες». Και όλη η Π.Δ. υπήρξε τύπος και εικόνα της Κ.Δ.. «Ή λοιπόν κατάργησε κάθε εικόνα και νομοθέτησε αντίθετα προς εκείνον που πρόσταξε αυτά, ή να δέχεσαι κάθε είδους εικόνα, με λόγο και τρόπο που ταιριάζει στην κάθε μία» (34).

7)   Αφού απέδειξε έτσι ο ιερός Δαμασκηνός, ότι η χρήση των εικόνων είναι επιτρεπόμενη, προχωρά έπειτα και στο πρόβλημα που γεννιέται από τη λατρεία τους. Και πρώτον αντιμετωπίζει την ένσταση, ότι οι εικόνες είναι ύλη και κατασκευάσματα ανθρώπινων χεριών, ενώ η λατρεία από την άλλη ανήκει στο Θεό. Αλλά εγώ, παρατηρεί ο θείος Πατέρας, «δεν προσκυνώ την ύλη, αλλά προσκυνώ τον δημιουργό της ύλης, αυτόν που έγινε ύλη για μένα και καταδέχτηκε να κατοικήσει σε ύλη και μέσω της ύλης εργάστηκε τη σωτηρία μου».

Πράγματι ο Υιός του Θεού αφού ενανθρώπησε πήρε σώμα υλικό, το οποίο είναι σώμα Θεού «λόγω της υποστατικής ένωσης», έμεινε όμως «αυτό που ήταν κατά τη φύση του, σάρκα εμψυχωμένη με ψυχή λογική και νοερή, η οποία έλαβε αρχή, και δεν είναι άκτιστη». Εγώ λοιπόν αυτήν «την ύλη σέβομαι και την υπολήπτομαι, με την οποία συντελέστηκε η σωτηρία μου, ως φορέα θείας ενέργειας και χάρης».

Ή μήπως δεν είναι ύλη «το ξύλο του σταυρού το τρισευτυχισμένο και τρισμακάριστο; Ή δεν είναι ύλη ο τόπος του κρανίου (Γολγοθάς) και ο άγιος τάφος, η πηγή της ανάστασής μας. Ή δεν είναι ύλη η ζωηφόρος τράπεζα που χορηγεί σε μας τον άρτο της ζωής; Ή μήπως δεν είναι ύλη πριν από όλα αυτά το σώμα και αίμα του Κυρίου μας;».

Συμπεραίνει λοιπόν μετά τα ερωτήματα αυτά ο θείος Πατέρας:

«Ή κατάργησε λοιπόν το σεβασμό και την προσκύνηση όλων αυτών, ή παραχώρησε στην εκκλησιαστική παράδοση και την προσκύνηση των εικόνων». «Μην κακίζεις την ύλη, διότι δεν είναι άτιμη. Διότι τίποτα δεν είναι άτιμο από όσα έφτιαξε ο Θεός. Αυτό το φρόνημα είναι των Μανιχαίων» (35).

8)   Μετά καθορίζοντας τον χαρακτήρα της προσκύνησης των αγίων εικόνων διακρίνει τα διάφορα είδη λατρείας και προσκύνησης. Και πρώτον μεν καθορίζει και απαριθμεί τους τρόπους προσκύνησης και λατρείας, που αρμόζουν και αποδίδονται από εμάς «στον μόνο άξιο από τη φύση του να προσκυνείται Θεό», και έπειτα την προσκύνηση στα «κτίσματα, μέσω των οποίων και στα οποία ο Θεός πραγματοποίησε τη σωτηρία μας» όπως «το όρος Σινά, η φάτνη, το σπήλαιο, ο Γολγοθάς, το ξύλο του σταυρού», τα οποία προσκυνούμε, όπως «και κάθε άγιο ναό του Θεού και καθετί στο οποίο αναφέρεται το όνομα του Θεού, όχι εξαιτίας της φύσης τους, αλλά επειδή είναι δοχεία θείας ενέργειας». Αλλά και «αγγέλους και ανθρώπους και κάθε ύλη μέτοχο της θείας ενέργειας σέβομαι και προσκυνώ λόγω της θείας ενέργειας».

Σε κάθε όμως περίπτωση «δεν πρέπει να προσκυνούμε κανέναν ως Θεό, παρά μόνο τον κατά φύση Θεό, αλλά σε όλους να αποδίδουμε την οφειλή λόγω του Κυρίου». Τιμητική λοιπόν προσκύνηση πρέπει να αποδίδεται και στις εικόνες και γενικά στα καθαγιασμένα πρόσωπα ή πράγματα, «και η προσκύνηση και η λατρεία» να επιφυλάσσεται σε μόνο το Θεό. Είναι άλλη «η προσκύνηση της λατρείας» που ανήκει μόνο στο Θεό, και άλλη «αυτή που αποδίδεται από τιμή». «Προσκυνούμε λοιπόν τις εικόνες χωρίς να προσφέρουμε την προσκύνηση στην ύλη, αλλά μέσω αυτών σε αυτούς που εικονίζονται σε αυτές. Διότι η τιμή της εικόνας μεταβαίνει στο πρωτότυπο, όπως λέει ο θείος Βασίλειος» (36).

9)   Αλλά ο άγιος Πατέρας προχωρεί και παραπέρα επεξηγώντας με λίγα μεν λόγια, αλλά αρκετά αξιοσημείωτα και τις ωφέλειες που προέρχονται από τη χρήση των αγίων εικόνων. Και πρωτίστως τονίζει, ότι «η εικόνα είναι υπόμνημα και ό,τι ακριβώς είναι το βιβλίο για όσους ξέρουν γράμματα, το ίδιο είναι για τους αγράμματους η εικόνα. Και ό,τι είναι για την ακοή ο λόγος, το ίδιο είναι για την όραση η εικόνα».

«Για αυτό πρόσταξε ο Θεός να κατασκευαστεί κιβωτός (της Διαθήκης) από ξύλα άσηπτα και να τοποθετήσουν σε αυτήν τις πλάκες, τη ράβδο, τη χρυσή στάμνα με το μάννα, για να θυμίζει αυτά που έγιναν και να προτυπώνει όσα θα γίνουν». «Διότι ήταν εικόνες που υπήρχαν για υπόμνηση, τιμώμενες όχι ως θεοί, αλλά ως μέσα που οδηγούν στην ανάμνηση των θείων ενεργειών». «Πώς λοιπόν εμείς δεν θα εικονογραφήσουμε τα σωτήρια πάθη και θαύματα του Χριστού και Θεού μας, έτσι ώστε όταν με ρωτά ο γιος μου τι είναι αυτό; Θα πω ότι ο Θεός Λόγος έγινε άνθρωπος και μέσω αυτού όλη η φύση επέστρεψε στην αρχαία μακαριότητα;».

Επιπλέον «αυτών που έζησαν ακολουθώντας τα ίχνη του Κυρίου, αυτών τα κατορθώματα και τα πάθη ζωγραφίζουμε, έτσι ώστε να καλλιεργείται ο ζήλος μας να τα μιμηθούμε». Τα παραδείγματα εκείνων τοποθετούμενα και παριστάμενα στα μάτια μας ζωντανά με τα χρώματα του ζωγράφου διεγείρουν σε εμάς τον πόθο και μας παρακινούν σε μίμηση αυτών.

Επιπλέον είναι οι εικόνες και αγωγοί χάριτος στους πιστούς. Εάν «η σκιά των αποστόλων, τα σουδάρια και τα μαντήλια απομάκρυναν τις αρρώστιες και φυγάδευαν τα δαιμόνια, πώς λοιπόν να μη δοξάζεται η σκιά και η εικόνα των αγίων;». Και «θεία χάρη δίνεται στα υλικά στοιχεία με την προσαγόρευση των εικονιζομένων» (37).

Αυτή είναι στις γενικές της γραμμές η θεωρητική δικαίωση του δόγματος αυτού της μίας αγίας Εκκλησίας που αντιτάχθηκε για απόκρουση των ενστάσεων και κατηγοριών αυτών που καταπολεμούσαν την προσκύνηση των αγίων εικόνων.

Παραπομπές:

(31) Λόγος Α παραγρ.14,16 και Λόγος Γ 25, Μ. 94,1236,1345

(32) Λόγος Α 16 και Γ΄8, δες και Α΄6-8, και Β΄7,8, Μ. 94, 1248,1328

(33) Α΄23, δες και Β΄16, Μ. 94,1257

(34) Α΄9-13 και Γ΄18-23, Μ. 94,1240 και εξής

(35) Α΄ 16, Β΄13,14, Μ. 94,1245.

(36) Λόγος Γ΄33-36,40, Δες και Α΄8, 14,16 και Β΄11 και Λόγος Γ΄40 και Α΄21, Μ. 94, 1352,1356

(37) Λόγος Α΄17 και εξής, 18 και εξής, 21, Μ. 94, 1248,1249,1252,1264.

      

(Αρχιμ. Επιφανίου Θεοδωροπούλου,Αρθρα και Μελέται,σελ.354-359). ΑΙ ΙΕΡΑΙ ΕΙΚΟΝΕΣ ΚΑΙ Η ΤΙΜΗΤΙΚΗ ΠΡΟΣΚΥΝΗΣΙΣ ΑΥΤΩΝ.

Οι Χιλιασταί και οι «Ευαγγελικοί», εκτός των άλλων πλανών, τας οποίας έχουν, ισχυρίζονται ότι η Αγία Γραφή απαγορεύει την κατασκευήν, καθώς και την προσκύνησιν των εικόνων.

Κατηγορούν δε την Ορθόδοξον Εκκλησίαν ως ειδωλολατρικήν, επειδή έχει εικόνας και προκυνεί αυτάς. Ας ακούσωμεν, λοιπόν, πρώτον τα επιχειρήματα αυτών και κατόπιν ας δώσωμεν εις αυτά την απάντησιν που πρέπει.

Α’   Η ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΗΣΙΣ ΤΩΝ ΕΙΚΟΝΩΝ

Η Αγία Γραφή, λέγουν οι ανωτέρω αιρετικοί, καταδικάζει την κατασκευήν και χρησιμοποίησιν εικόνων. Ιδού τι λέγει: «Ου ποιήσεις σεαυτώ είδωλον, ουδέ παντός ομοίωμα όσα εν τω ουρανώ άνω και όσα εν τη γη κάτω, και όσα εν τοις ύδασιν υποκάτω της γης» (Έξοδος κ’, 4). Δηλαδή δεν θα κατασκευάσης καμμίαν εικόνα οιουδήποτε πράγματος εξ όλων των δημιουργημάτων.

Ερωτώμεν τους αιρετικούς: Λέγουσα τα ανωτέρω η Αγία Γραφή, τι εννοεί; Να μη κατασκευάζωμεν εικόνας, αγάλματα κ.λ.π. με σκοπόν να τα θεωρήσωμεν ως θεούς, όπως οι ειδωλολάτραι, και να τα λατρεύσωμεν, ή γενικώς απαγορεύει να κατασκευάζωμεν οιανδήποτε ζωγραφικήν ή γλυπτικήν παράστασιν, έστω και χάριν διακοσμήσεως; Την απάντησιν θα μας την δώση πρώτον η Αγίαν Γραφή και δεύτερον αυτοί ούτοι οι αιρετικοί.

1ον. Η ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ. α) Ο Θεός έδωκεν εντολήν εις τον Μωυσήν να κατασκευάση δύο χρυσά ομοιώματα των Αγγέλων, που ανήκουν εις το τάγμα των Χερουβείμ, και να στολίση δι’ αυτών την κιβωτόν της Διαθήκης. Ιδού τι είπεν ο Θεός: «Και ποιήσεις δύο Χερουβείμ χρυσοτορευτά και επιθήσεις αυτά εξ αμφοτέρων των κλιτών του ιλαστηρίου… έσονται οι χερουβείμ εκτείνοντες τας πτέρυγας επάνωθεν, συσκιάζοντες εν ταις πτέρυξιν αυτών επί του ιλαστηρίου και τα πρόσωπα αυτών εις άλληλα» ( Έξοδος κε’, 17-19).

β) Βραδύτερον πάλιν διατάσσει τον Μωυσήν να κατασκευάση με χαλκόν ομοίωμα όφεως, δια να βλέπουν αυτό οι Ισραηλίται και να θεραπεύωνται εκ του δηλητηρίου των πραγματικών όφεων. Ιδού τι είπεν ο Θεός: «Ποίησον σεαυτώ όφιν και θες αυτόν επί σημείου, και έσται εάν δάκη όφις άνθρωπον, πας ο δεδηγμένος ιδών αυτόν ζήσεται». (Αριθμ. κα’, 8). Όπως βλέπομεν, ο Θεός, που είπεν ανωτέρω «ου ποιήσεις σεαυτώ είδωλον ουδέ παντός ομοίωμα», τώρα με τα ίδια ακριβώς λόγια διατάσσει τον Μωυσήν, να κατασκευάση ομοίωμα όφεως· «ποίησον σεαυτώ όφιν», λέγει ο Θεός. Άρα το «ου ποιήσεις σεαυτώ είδωλον ουδέ παντός ομοίωμα» δεν πρέπει να «το παίρνωμε τοις μετρητοίς», δεν πρέπει δηλαδή να το θεωρώμεν ως απόλυτον απαγόρευσιν κατασκευής και χρησιμοποιήσεως εικόνων και ομοιωμάτων, αλλά μόνον κατασκευής εικόνων και ομοιωμάτων, που προορίζονται να λατρευθούν ως θεοί. Αυτό είνε το νόημα της Γραφής. Αν απηγόρευεν απολύτως πάσαν τοιαύτην κατασκευήν, δεν θα έδιδεν ο Θεός εις τον Μωυσήν εντολήν να κατασκευάση ομοιώματα χρυσά των Χερουβείμ και χάλκινο ομοίωμα του όφεως.

2ον. Η ΠΡΑΞΙΣ ΤΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ. Και αυτοί οι αιρετικοί, αντιθέτως προς τας θεωρίας των και τους ισχυρισμούς των, με την πράξιν των αποδεικνύουν, ότι δεν πιστεύουν, ότι η Γραφή απαγορεύει απολύτως την κατασκευή οποιουδήποτε ομοιώματος, που δεν προορίζεται να λατρευθή ως θεός. Και το αποδεικνύουν αυτό, διότι δεν καταδικάζουν τας λεγομένας εικαστικάς τέχνας, δηλ. την ζωγραφικήν και την γλυπτικήν. Όχι μόνον θρησκευτικάς εικόνας χρησιμοποιούν και διακοσμούν με αυτάς τα βιβλία των, τα περιοδικά των, τα σχολεία των, τα Μουσεία των κ.λ.π., αλλά και αγαλματίδια («μπιμπελώ») βλέπομεν να έχουν εις τας οικίας των. Χρησιμοποιούν ακόμη ζωγραφικούς πίνακας («κάδρα») και ασφαλώς θα εγέλων, αν τους έλεγες, ότι απαγορεύεται από την Γραφήν να φωτογραφίζωνται, ή ότι τα άνθη που είνε αποτυπωμένα εις τα υφάσματα (φορέματα) των γυναικών των ή τα πτηνά και τα ψάρια, που πολλάκις είνε αποτυπωμένα εις τα νάϋλον τραπεζομάνδηλά των, αποτελούν παράβασιν της εντολής του Θεού, η οποία απαγορεύει την δια της ζωγραφικής παράστασιν οιουδήποτε αντικειμένου [«όσα εν τω ουρανώ άνω (Άγγελοι, αστέρες, πτηνά) και όσα εν τη γη κάτω (άνθρωποι, ζώα, φυτά) και όσα εν τοις ύδασι υποκάτω της γης (ψάρια)»].

Όλα αυτά, λοιπόν, πείθουν ότι και αυτοί δεν πιστεύουν, ότι η Γραφή απαγορεύει απολύτως την ζωγράφισιν εικόνων και διαφόρων ομοιωμάτων, αλλά μόνον αν αυτά πρόκειται να λατρευθούν. Αυτό ακόμη αποδεικνύει και το γεγονός, ότι δεν θεωρούν αμαρτίαν, όπως είπομεν, το να φωτογραφίζωνται, δηλαδή να κάμνουν ομοιώματα του εαυτού των. Συμπέρασμα. Καθόλου δεν μας απαγορεύει η Αγία Γραφή να ζωγραφίζωμεν αστέρας, θαλάσσας, ζώα, φυτά, ανθρώπους και ό,τι άλλο θέλομεν, αν αυτά δεν έχωμεν σκοπόν να τα λατρεύσωμεν ως θεούς, αλλά τα θέλωμεν απλώς δια σκοπούς διακοσμητικούς ή αναμνηστικούς (δηλ. να μας βοηθούν να ενθυμούμεθα ευκολώτερον κάτι). Έχομεν, λοιπόν, παν δικαίωμα να ζωραφίζωμεν θρησκευτικού περιεχομένου εικόνας· αρκεί να μη τας λατρεύωμεν.

Β’ Η ΠΡΟΣΚΥΝΗΣΙΣ ΤΩΝ ΕΙΚΟΝΩΝ.  Αλλ’ αυτό ακριβώς κάνετε, φωνάζουν οι αιρετικοί. Δεν σας αρκεί να κατασκευάζετε εικόνας, αλλά θέλετε να τας λατρεύετε. Εις αυτό όμως ψεύδονται ασυστόλως. Ποτέ η Εκκλησία μας δεν είπεν ότι αι εικόνες πρέπει να λατρεύωνται. Τας εικόνας, βεβαίως, δεν τας περιφρονούμεν, αλλά τας τιμώμεν. Αν τιμώμεν τας εικόνας των γονέων μας, πόσο μάλλον πρέπει να τιμώμεν τας εικόνας των Αγίων; Τας σεβόμεθα, τας ασπαζόμεθα μετ’ ευλαβείας, τας προσκυνούμεν ακόμη, δηλαδή υποκλινόμεθα ενώπιον αυτών, αλλά δεν τας λατρεύομεν.Λάθος! Φωνάζουν και πάλιν οι αιρετικοί. Η προσκύνησις είνε εκδήλωσις λατρείας. Δεν υπάρχει, όπως νομίζετε σεις, και τιμητική προσκύνησις, αλλά μόνον μία προσκύνησις, η προσκύνησις της λατρείας. Η Αγία Γραφή δε ρητώς απαγορεύει την προσκύνησιν παντός άλλου προσώπου, πλην του Θεού· «Κύριον τον Θεόν σου», λέγει «προσκυνήσεις και αυτώ μόνω λατρεύσεις» (Δευτ. ς, 13, Ματθ. δ’, 10).

Ας ίδωμεν λοιπόν, αν οι αιρετικοί έχουν δίκαιον. Ας ίδωμεν, αν υπάρχει μόνον λατρευτική προσκύνησις, οπότε πρέπει μόνον τον Θεόν να προσκυνώμεν, ή μήπως υπάρχει και τιμητική προσκύνησις, οπότε δυνάμεθα να προσκυνώμεν οιονδήποτε πρόσωπον άξιον τιμής και σεβασμού.

1ον. ΜΑΡΤΥΡΙΑΙ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ. Η Παλαιά Διαθήκη έχει πάρα πολλάς περιπτώσεις τιμητικής προσκυνήσεως. Άκουσε μερικάς, αναγνώστα μου.

α) Ο Βαλαάμ, όταν είδε τον Άγγελον, «κύψας προσεκύνησε τω προσώπω αυτού». (Αριθμ. κβ’, 31). Αν ο Βαλαάμ με την προσκύνησιν απέδιδεν εις τον Άγγελον λατρείαν και όχι την τιμήν και σεβασμόν, θα ετόλμα ποτέ ο Άγγελος να δεχθή την προσκύνησίν του; Όχι βεβαίως! Πώς λοιπόν ισχυρίζονται οι αιρετικοί, ότι δεν υπάρχει τιμητική προσκύνησις;

β) Ο Ιησούς του Ναυή, ο διάδοχος του Μωυσέως, εις την ηγεσίαν του Ισραηλιτικού λαού και θεόπνευστος συγγραφεύς, όταν είδε τον Άγγελον, «έπεσεν επί πρόσωπον επί την γην» (Ιησ. Ναυή ε’, 14). Ήτο δυνατόν ο Ιησούς του Ναυή να προσκυνήση τον Άγγελον και ο Άγγελος να δεχθή αδιαμαρτυρήτως την προσκύνησιν, αν η προσκύνησις αύτη απέδιδε λατρείαν και όχι τιμήν και σεβασμόν απλώς; Ουδέποτε!

γ) Ο θεόπνευστος Δαυΐδ «προσεκύνησε τρίς» τον φίλον του Ιωνάθαν, υιόν του βασιλέως Σαούλ (Α’ Βασιλ. κ’, 41). Και άλλοτε «προσεκύνησε» τον βασιλέα Σαούλ (Α’ Βασιλ. κδ’, 9). Ασφαλώς δεν θα έκαμνε τούτο ο Δαυΐδ, αν δεν υπήρχε προσκύνησις τιμητική.

δ) Και ο Προφήτης Νάθαν, όταν μετέβη εις τον βασιλέα Δαυΐδ, δια να τον ελέγξη, επειδή είχεν αμαρτήσει, «προσεκύνησε των βασιλεί κατά πρόσωπον αυτού επί την γην» (Γ’ Βασιλ. α’, 23). Ασφαλώς κάτι περισσότερον των Χιλιαστών και των «Ευαγγελικών» θα εγνώριζεν ο θεόπνευστος Προφήτης Νάθαν. Και κάπως περισσότερον θα εσέβετο τον Νόμον του Θεού. Δια να προσκυνήση τον βασιλέα, σημαίνει, ότι η θεωρία των αιρετικών, πως δεν υπάρχει προσκύνησις τιμής και σεβασμού, είνε μύθος ανόητος.

ε) Τέλος, και ολόκληρος ο Ισραηλιτικός λαός, «κάμψαντες τα γόνατα προσεκύνησαν τω Κυρίω και τω βασιλεί (Δαυΐδ)» (Α’ Παραλ. κθ’, 20). Και όμως οι αιρετικοί ισχυρίζονται, ότι δεν υπάρχει τιμητική προσκύνησις!...

2ον. ΜΑΡΤΥΡΙΑΙ ΤΗΣ ΚΑΙΝΗΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ. α) Όλαι αι προσκυνήσεις προς τον Κύριόν μας Ιησούν, τας οποίας αναφέρει η Καινή Διαθήκη τι ήσαν; λατρευτικαί ή τιμητικαί; Οι Χιλιασταί δεν τολμούν να είπουν, ότι ήσαν λατρευτικαί, διότι δεν παραδέχονται, ότι ο Κύριός μας ήτο πραγματικός Θεός. Και… καταπίνουν την γλώσσαν των. Αλλά και οι «Ευαγγελικοί» αναγκάζονται να καταπίουν την γλώσσα των, διότι αν και δέχωνται, ότι ο Κύριός μας ήτο τέλειος Θεός και όχι μόνον άνθρωπος, δεν είνε εύκολον να είπουν ότι όσοι Τον προσκυνούσαν το έκαμνον από λατρείαν. Και δεν είνε εύκολον να το είπουν αυτό, διότι γνωρίζουν πολύ καλώς, ότι τότε που έζη εδώ εις την γην ο Κύριος ουδείς άνθρωπος εγνώριζεν ότι ήτο ενσαρκωμένος Θεός, αλλ’ άλλοι Τον ενόμιζον ως άνθρωπον σπουδαίον και άγιον και από τον Θεόν απεσταλμένον, ελάχιστοι δε Τον εθεώρουν και ως Μεσσίαν ή ως Υιόν του Θεού, μη έχοντες όμως σαφή γνώσιν του Μυστηρίου της Σαρκώσεως. Δεν ήτο, λοιπόν, δυνατόν να προσφέρουν λατρείαν, αλλά τιμήν και σεβασμόν. Αν θέλης δε να ίδης, αναγνώστα μου, τα χωρία, εις τα οποία οι άνθρωποι προσκυνούν τον Κύριόν μας, σημείωσε τα εξής: Ματθ. η’, 2. Ματθ. θ’, 18. Ματθ. ιζ’, 14. Ματθ. κ’, 20. Μαρκ. ε’, 22. Μαρκ. ε’, 33. Λουκ. ε’, 8. Λουκ. ιζ’, 15-16. Ιωάν. θ’, 38. Ιωάν. ια’, 32.

β) Κάποτε ο Παύλος και ο βοηθός του Σίλας είχον φυλακισθή εις τους Φιλίππους της Μακεδονίας. Την νύκτα λοιπόν έγινε σεισμός και ελύθησαν όλων των κρατουμένων τα δεσμά και ηνοίχθησαν αι θύραι της φυλακής. Ο δεσμοφύλαξ, όταν είδε το θαύμα αυτό, «προσέπεσε τω Παύλω και τω Σίλα», δηλαδή τους προσεκύνησε, και ηρώτησε τι έπρεπε να κάμη, δια να σωθή (Πραξ. ις’, 25-30). Εάν ο δεσμοφύλαξ από λατρείαν έκαμνε την προσκύνησιν και όχι από τιμήν και σεβασμόν, ήτο δυνατόν οι δύο Απόστολοι να εδέχοντο αδιαμαρτυρήτως την προσκύνησίν του; Ουδέποτε!.

γ) Ο Κύριος μας λέγει εις τον Επίσκοπον της Εκκλησίας της Φιλαδελφείας, ότι θα κάμη, ώστε μερικοί ανυπότακτοι Χριστιανοί να προσέλθον ταπεινωμένοι εις τον Επίσκοπον και να «προσκυνήσωσιν ενώπιον των ποδών αυτού». (Αποκ. γ’, 9). Δεν αποδεικνύει το χωρίον τούτο αναντιρρήτως, ότι υπάρχει και τιμητική προσκύνησις; Βεβαίως! Διότι θα ήτο ακατανόητον να λέγη ο Κύριος, ότι θα κάμη τους Χριστιανούς εκείνους να προσκυνήσουν λατρευτικώς τον Επίσκοπον!

ΜΙΑ ΕΝΣΤΑΣΙΣ. Οι αιρετικοί, παρ’ όλον αυτό το βαρύ πυροβολικόν των χωρίων της Γραφής, δεν αισχύνονται και δεν κλείουν το απύλωτον στόμα των. Αλλά τολμούν να φέρουν αντιρρήσεις. Και τι λέγουν; Επικαλούνται δύο χωρία, το Πραξ. ι’, 26, όπου ο Πέτρος δεν επιτρέπει εις τον Κορνήλιον να τον προσκυνήση, και το Αποκ. ιθ’, 10, όπου πάλιν ο Άγγελος δεν επιτρέπει εις τον Απόστολον Ιωάννην να τον προσκυνήση. Και λέγουν, ότι απαγορεύεται η προσκύνησις! Αλλά τότε πως εις τόσα άλλα χωρία, τα οποία είδομεν, επιτρέπεται. Πως θα το εξηγήσουν αυτό οι αιρετικοί; Αν θέλουν την ιδικήν μας εξήγησιν, ας την ακούσουν.

Ο Κορνήλιος φαίνεται, ότι εξέλαβε τον Πέτρον όχι ως απλούν άνθρωπον, αλλ’ ως θείον ον. Και τον προσεκύνησε με διάθεσιν λατρείας. Δι’ αυτό και ο θείος Απόστολος του το απαγορεύει. Και ο Ιωάννης φαίνεται, ότι εξέλαβε τον Άγγελον όχι ως Άγγελον, αλλ’ ως τον Κύριον και έπεσε να τον προσκυνήση με διάθεσιν λατρείας. Ο Άγγελος όμως δεν τολμά να το δεχθή αυτό και του το απαγορεύει. Οι προηγούμενοι όμως Άγγελοι, τους οποίους, όπως είδομεν, προσεκύνησαν ο Ιησούς του Ναυή και ο Βαλαάμ, καθόλου δεν εταράχθησαν εκ της προσκυνήσεως, καθόλου δεν διαμαρτυρήθησαν, αλλά την εδέχθησαν χωρίς καμμίαν αντίρρησιν. Διατί αυτό; Διότι εγνώριζον, ότι δεν προσεκυνούντο λατρευτικώς, αλλά τιμητικώς.

Συμπεράσματα

α) Η Αγία Γραφή δεν απαγορεύει γενικώς και απολύτως την κατασκευήν εικόνων και ομοιωμάτων, αλλά μόνον όταν γίνωνται με σκοπόν να λατρευθούν ως θεοί.

β) Η Αγία Γραφή εις πολλά χωρία διδάσκει, ότι δεν υπάρχει μόνο λατρευτική προσκύνησις, αλλά και προσκύνησις τιμητική. Συνεπώς ορθότατα πράττομεν τιμώντες δια προσκυνήσεως τους Αγίους μας, τα άγιά των λείψανα και τας ιεράς των εικόνας.

(Δογματική Π.Ν.Τρεμπέλα τομ. 3,εκδ. Σωτήρ,σελ. 403-406,μετάφραση στα νέα Ελληνικά π. Νικόλαος Πουλάδας).

(1)   Ως προς την τιμητική προσκύνηση των αγίων εικόνων, για την οποία ο Μ. Βασίλειος στην ομολογία του που περισώθηκε στο απόσπασμα της επιστολής στον Ιουλιανό παρατηρεί, ότι «τις μορφές αυτών των εικόνων τις τιμώ και τις προσκυνώ, αφού αυτές με εξαιρετικό τρόπο μάς παραδόθηκαν από τους αγίους Αποστόλους και δεν είναι απογορευμένες, αλλά σε όλες τις εκκλησίες μας ζωγραφίζουμε αυτές», οι απαγορεύσεις για αυτήν (την προσκύνηση) στην Π.Δ. δεν είναι απόλυτες.

Διότι ναι μεν στη δεύτερη εντολή του δεκαλόγου μάς δίνεται η εντολή:

«οὐ ποιήσεις σεαυτῷ εἴδωλον, οὐδὲ παντὸς ὁμοίωμα, ὅσα ἐν τῷ οὐρανῷ ἄνω καὶ ὅσα ἐν τῇ γῇ κάτω καὶ ὅσα ἐν τοῖς ὕδασιν ὑποκάτω τῆς γῆς (=Δεν θα κατασκευάσεις ποτέ δια τον εαυτόν σου είδωλον ούτε εικόνα από όσα υπάρχουν στον ουρανόν άνω, όσα εις την γην κάτω και όσα εις τα ύδατα κάτω από την γην)».

Από την άλλη όμως σχεδόν στη συνέχεια δίνεται από το Θεό ξεκάθαρη εντολή στο Μωϋσή, να κατασκευάσει «δύο Χερουβὶμ χρυσοτορευτὰ καὶ να ἐπιθήσει αὐτὰ ἐξ ἀμφοτέρων τῶν κλιτῶν τοῦ ἱλαστηρίου.(=δύο Χερουβίμ σκαλιστά εκ χρυσού και θα τοποθετήσης αυτά απέναντι αλλήλων, το ένα εις την μίαν πλευράν του ιλαστηρίου και το έτερον εις την άλλην)· και αλλού πάλι, να κατασκευάσει «εαυτῷ ὄφιν καὶ θήση αὐτὸν ἐπὶ σημείου», έτσι ώστε «ἐὰν δάκῃ ὄφις ἄνθρωπον, πᾶς ὁ δεδηγμένος ἰδὼν αὐτὸν» (=χάλκινον όφιν, να θέσει αυτόν εις σημείον εμφανές.. έτσι ώστε εκείνος ο οποίος θα δαγκωθή από τα δηλητηριώδη φίδια, θα βλέπη προς τον χάλκινον όφιν) να μην πεθάνει, αλλά να ζήσει. Για αυτό και ο Σολομώντας στη θάλασσα ή τον νιπτήρα, τον οποίο κατασκεύασε στο ναό, κατασκεύασε «δώδεκα βόδια κάτω από αυτήν» και λιοντάρια και χερουβίμ (26).

2)  Πάντως η απαγόρευση αυτή δεν ανανεώθηκε στην Κ.Δ.. Και για αυτό, μολονότι υπήρχε μεγάλος κίνδυνος για τους από τα έθνη προερχόμενους Χριστιανούς από την προηγούμενη συνήθειά τους να εξοκείλουν και πάλι σε ειδωλολατρεία, ήδη από τους πρώτους του Χριστιανισμού αιώνες συναντούμε στις κατακόμβες διακοσμήσεις με απεικονίσεις είτε συμβολικές, που αναφέρονται σε πρόσωπα ή μυστήρια χριστιανικά (άγκυρα, αμνός, περιστέρι, ιχθύς κλπ.), είτε αλληγορικές, που σχετίζονται με τις παραβολές του Κυρίου (άμπελος, καλός ποιμένας κλπ.), είτε με θέματα από τη Βίβλο (Νώε στην κιβωτό, Δανιήλ, Ιωνάς, Μωϋσής που χτυπά την πέτρα), είτε και εικόνες του Κυρίου, της Παρθένου και των αγίων, που χρονολογούνται αυτές στον γ΄και δ΄αιώνα, ενώ οι προηγούμενες, που είναι παλαιότερες χρονολογούνται από το τέλος του α΄αιώνα, και τέλος εικόνες με θέματα λειτουργικά (βάπτισμα, ευχαριστία κλπ.).

3)   Από την άλλη ο μεν Τερτυλλιανός μιλά για απεικονίσεις του καλού Ποιμένα πάνω στα ποτήρια, ενώ ο Ευσέβιος κάνει λόγο για εικόνα χάλκινη που παριστάνει τον Κύριο και την αιμορροούσα και υπήρχε στην Καισάρια του Φιλίππου, την αλλιώς ονομαζόμενη Πανεάδα, όπως και για «εικόνες των αποστόλων Παύλου και Πέτρου και αυτού ακόμα του Χριστού με χρώματα που σώζονταν σε γραφές», τις οποίες βεβαιώνει ότι και αυτός είδε.

Πόσο επίσης πλατιά και γρήγορα διαδόθηκε η χρήση των αγίων εικόνων κατά τον τέταρτο αιώνα, μαρτυρεί πρώτον μεν ο Γρηγόριος Νύσσης, ο οποίος φέρνοντας το λόγο και στο ναό, τον χτισμένο εις τιμήν του μάρτυρα Θεοδώρου, παρατηρεί, ότι

«και ο ζωγράφος χρωμάτισε σε αυτόν τα άνθη της τέχνης του ζωγραφίζοντας σε εικόνα τα κατορθώματα του μάρτυρα, τους πόνους του, τις θηριώδεις μορφές των τυράννων, την τρισμακάρια τελείωση του αθλητή, την αποτύπωση της ανθρώπινης μορφής του αγωνοθέτη Χριστού». Τονίζοντας μάλιστα και την ωφέλεια, την οποία σαν από κάποια εποπτική διδασκαλία μπορεί να αποκομίσει από τις αγίες εικόνες ο Χριστιανός, προσθέτει, ότι ο ζωγράφος «καλλιτεχνώντας σαν σε βιβλίο που μιλάει με τις λέξεις, μάς διηγήθηκε με σαφήνεια τους αγώνες του μάρτυρα και καταστόλισε το ναό σαν ανθισμένο λιβάδι. Γιατί γνωρίζει και η ζωγραφιά, μένοντας σιωπηλή στον τοίχο, να μιλά και να προσφέρει μεγάλη ωφέλεια».

Έπειτα και ο θείος Χρυσόστομος, μιλώντας για τον τύπο του σταυρού, μας πληροφορεί ότι το σταυρό «συνεχώς το σχήμα του κάνουν στο επισημότερο μέρος του σώματος», δηλαδή στο μέτωπο, και «θα μπορούσε κανείς να τον δει να υπάρχει παντού, σε σπίτια, στις αγορές, στις ερημιές, στους δρόμους, στα βουνά, στις κοιλάδες, στους λόφους, στη θάλασσα και στα πλοία και στα νησιά, στα κρεβάτια, στα ρούχα, στα όπλα, σε σκεύη αργυρά, σε χρυσά, στις τοιχογραφίες, παντού να λάμπει και να βρίσκεται». Και πράγματι λίγο πριν το Χρυσόστομο, ο Ιουλιανός ο παραβάτης είχε επιρρίψει εναντίον των Χριστιανών κατηγορία, σύμφωνα με την οποία: «Προσκυνάτε το ξύλο του σταυρού, και σκιαγραφείτε την εικόνα του στο μέτωπο και το ζωγραφίζετε μπροστά στα σπίτια».

Ο Αστέριος Αμασείας στο εγκώμιό του της αγίας Ευφημίας περιγράφει τις εικονογραφίες του βήλου, το οποίο διακοσμούσε τον προσευχητικό ναό της αγίας.

Τέλος ο Βασίλειος ο Μέγας στην προς Βαρλαάμ τον μάρτυρα ομιλία του, προσκαλεί τους «λαμπρούς ζωγράφους των αθλητικών κατορθωμάτων», ώστε την εικόνα του στρατηγού μάρτυρα «που μίκρυνε (από το λόγο του) να την κάνουν μεγάλη με την τέχνη τους» και «με τα χρώματα της σοφίας τους να λαμπρύνουν τον στεφανωμένο νικητή τον οποίον αυτός αμαυρότερα περιέγραψε». Μιλώντας επίσης αλλού για την ίδια ουσία στην Τριάδα και για την ισοτιμία του Υιού με τον Πατέρα προδιαγράφει κατά κάποιο τρόπο προφητικά και την αιτιολογία, πάνω στην οποία βασίζεται η προσκύνηση των εικόνων παρατηρώντας, ότι

«και η εικόνα του βασιλιά, λέγεται βασιλιάς και δεν είναι δύο βασιλιάδες. Ούτε δηλαδή διασπάται η εξουσία, ούτε διαμοιράζεται η δόξα. Όπως δηλαδή η αρχή που μας εξουσιάζει είναι μία και όχι πολλές, έτσι και η δοξολογία μας είναι μία και όχι πολλές· διότι η τιμή προς την εικόνα περνά και πηγαίνει στο πρωτότυπο».

Παράλληλα και ο Γρηγόριος ο Νανζιαζηνός υποδηλώνοντας την αγαθή επίδραση, την οποία μπορεί να έχει πάνω στην ψυχή η θέα κάποιας άγιας εικόνας, μιλά στα ποιήματά του για «κάποια πόρνη», την οποία «καλούσε στο σπίτι του ένας νέος χωρίς εγκράτεια» και η οποία όταν πλησίασε στον πυλώνα, πάνω από τον οποίο υπήρχε η εικόνα του αγίου Πολέμωνος, μόλις είδε αυτήν, «διότι ήταν πολύ αξιοσέβαστη, έφυγε αμέσως ντρεπόμενη τον ζωγραφισμένο σαν να ήταν ζωντανός» (27).

4)   Είναι αλήθεια, ότι στη Δύση παρά τα όσα επικράτησαν στη διακόσμηση των Κατακομβών και τα οποία μαρτυρούνται από παλαιά, σημειώθηκαν κάποιες αντιδράσεις εναντίον της τιμητικής προσκύνησης των εικόνων. Η γνωστότερη λοιπόν, ίσως και η επισημότερη από αυτές υπήρξε αυτή που εκδηλώθηκε με τον 30ο κανόνα της συνόδου της Ελβίρας το έτος 305 ή 306, σύμφωνα με τον οποίο «φάνηκε αρεστό ότι δεν πρέπει να υπάρχουν στην Εκκλησία εικόνες, έτσι ώστε να μην ζωγραφίζεται στους τοίχους ό,τι λατρεύεται και προσκυνείται» (28). Παρόλ’ αυτά η απαγόρευση αυτή φαίνεται να προήλθε από το ότι οι απεικονίσεις, που ζωγραφίζονταν στους τοίχους των ναών, κατά πάσα πιθανότητα λόγω του ότι συνήθως ήταν κακότεχνες ή κακά ζωγραφισμένες, μάλλον γκρέμιζαν παρά υποβοηθούσαν τον σεβασμό προς το λατρευόμενο πρόσωπο ή μυστήριο, όπως υποδηλώνεται και από την τελευταία φράση του κανόνα.

Σε κάθε περίπτωση όμως η απαγόρευση περιορίστηκε μόνο στην Ισπανία, όπως μπορεί κάποιος να συμπεράνει αυτό από το ότι ο μεν Prudentius περιγράφει τις εικόνες, στις οποίες είχε ζωγραφιστεί το μαρτύριο του αγίου Κασσιανού, καθώς και το μαρτύριο του αγίου Ιππολύτου, ενώ ο Παυλίνος της Νώλης και ο Σουλπίκιος Σεβήρος διακοσμούν με θρησκευτικές εικόνες τις βασιλικές που έχτισαν. Επιπλέον και ο Ιερώνυμος μιλά για εικόνες των Αποστόλων, τις οποίες συνήθιζαν να ζωγραφίζουν πάνω σε σκεύη, αλλά και ο Αυγουστίνος αναφέρει, ότι στα χρόνια του επικρατούσε συνήθεια σε πολλούς τόπους (multisinlocis) να αναπαριστούν τον Πέτρο και τον Παύλο κοντά στον Κύριό μας (29).

5)  Και είναι μεν γνωστοί οι σφοδροί αγώνες που συνάφθηκαν κατά τους χρόνους της εικονομαχίας για την τιμητική προσκύνηση των αγίων εικόνων. Αλλά σε αυτούς έθεσε οριστικό τέρμα η έβδομη οικουμενική σύνοδος που συγκροτήθηκε από 367 Πατέρες και συγκλήθηκε στη Νίκαια της Βιθυνίας το 787, η οποία στον Όρο της σε σχέση με τις άγιες εικόνες όρισε:

«με κάθε ακρίβεια και αρμονία, να αφιερώνονται κατά παραπλήσιο προς τον τύπο του τιμίου και ζωοποιού Σταυρού τρόπο, οι σεπτές και άγιες εικόνες, που είναι φιλοτεχνημένες από χρώματα και ψηφίδες και άλλη κατάλληλη για αυτό ύλη, στις άγιες του Θεού εκκλησίες, σε ιερά σκεύη, σε ρούχα και τοίχους και σανίδες και σπίτια και δρόμους».

Απαριθμώντας επίσης η αγία σύνοδος και τις εικόνες αυτές κατονομάζει «την εικόνα του Κυρίου και Θεού και Σωτήρα μας Ιησού Χριστού και της άχραντης Θεοτόκου μας, των τιμίων αγγέλων, και όλων των αγίων και οσίων ανδρών».

Εξηγώντας επίσης και την ωφέλεια που προέρχεται και από τη θέα και από την τιμή των αγίων εικόνων προσθέτει η αγία Σύνοδος, ότι «όσο βλέπονται συνεχώς με την εικονική αναπαράσταση, τόσο περισσότερο παρακινούνται όσοι τις βλέπουν στην ανάμνηση και την επιθυμία των πρωτοτύπων».

Καθορίζοντας όμως και τα όρια, μέσα στα οποία πρέπει να εκτείνεται η τιμή αυτή των αγίων εικόνων, όπως και τον χαρακτήρα της, προσθέτει ότι

«σε αυτές ασπασμό και προσκύνηση» πρέπει να απονέμουμε, «και όχι βεβαίως την, σύμφωνα με την πίστη μας αληθινή λατρεία, η οποία αρμόζει μόνο στη θεία φύση. Αλλά με τον ίδιο τρόπο κατά το υπόδειγμα του τιμίου και ζωοποιού Σταυρού και των αγίων Ευαγγελίων και των υπόλοιπων ιερών αφιερωμάτων και θυμιαμάτων και την προσφορά των φώτων, να γίνονται προς τιμήν τους. Διότι η τιμή της εικόνας περνάει στο πρωτότυπο και αυτός που προσκυνάει την εικόνα, προσκυνάει σε αυτήν την ύπαρξη του εικονιζόμενου.

Παραπομπές

(26) Μ. Βασίλειος. Επιστ. 360, Μ. 32, 1100, Έξοδ. κ΄ 4, κε΄ 18, 19, Αριθ. κα΄ 8,9 Γ΄ Βασιλείου. ζ΄ 25, 29. Σε σχέση με την επακολουθήσασα και επαινετική συντριβή του μνημονευθέντος φιδιού κατά το Δ΄ Βασιλ. ιη΄ 4, παρατηρεί ο Μογίλας (Γ 56), ότι εγκωμιάστηκε αυτή, «γιατί οι Ιουδαίοι αρχίζουν να αποστατούν από την προσκύνηση του αληθινού Θεού, προσκυνώντας το φίδι σα Θεό αληθινό προσφέροντάς του θυμίαμα, όπως λέει η Αγία Γραφή. Γι΄αυτό θέλοντας να κόψει το κακό, ώστε να μην επεκταθεί παραπάνω, συνέτριψε εκείνο το φίδι, για να μην έχουν πλέον οι Ισραηλίτες αφορμή για ειδωλολατρεία. Μα όταν δεν τιμούσαν αυτό το φίδι με προσκυνηματική λατρεία δεν κατακρίνοταν από κανέναν, ούτε το φίδι συντριβόταν. ( Ί. Καρμίρη, Τα Δογματικά ΙΙ σελ. 682).  

(27) Τερτυλ.Depudicitia ,7,10. Ευσεβιου Εκκλ.Ιστορ. VII 18, Γρηγοριου Νύσσης εις τον μάρτυρα Θεόδωρον Μ. 46,737, Χρυσοστόμου Προς τε Ιουδαίους και Έλληνας 9,Μ. 48,826. Αστεριου Αμασείας Μ. 40,333-337, Μ. Βασιλείου ομιλ. 17 εις τον άρτυρα Βαρλαάμ 3, Μ. 31,484, του αυτού Περί του Αγίου Πνεύματος κεφ. 18 παραγρ. 45,Μ. 32,149,Γρηγοριου Ναζιανζ. Έπη Ηθικά Θ΄περί αρετής στιχ. 802-808,Μ. 37,737

(28) Δες στην πηγή

(29 Δες στην πηγή

(30) MansiXIII 380, Ι. Καρμίρη,Τα Δογματικά και Συμβολικά μνημεία το. 1 σελ. 203-204                

Παρακολούθηση της θείας λειτουργίας.
Ο άγιος Ιωάννης ο Ελεήμων τα δέκα τελευταία χρόνια της ζωής του ήταν αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας.
Την εποχή εκείνη μερικοί χριστιανοί είχαν την κακή συνήθεια μετά την ανάγνωση του Αποστόλου και του Ευαγγελίου, την ώρα που στην εκκλησία γινόταν το κήρυγμα, να βγαίνουν έξω από το ναό και να το ρίχνουν στην κουβέντα. Μόλις τελείωνε το κήρυγμα κι οι ψαλτάδες άρχιζαν να ψάλλουν το χερουβικό ύμνο, ξανάμπαιναν μέσα.
Ο άγιος Ιωάννης το είχε προσέξει αυτό και το είχε αναφέρει μερικές φορές στις ομιλίες του σαν φαινόμενο απαράδεκτο. Εκείνοι όμως δεν τον άκουγαν. Βλέποντας λοιπόν πως η κατάσταση δε διορθωνόταν, μια Κυριακή βγήκε κι αυτός μαζί τους έξω, όπως ήταν ντυμένος με τα άμφιά του, κι έπιασε κουβέντα μαζί τους. Εκείνοι μόλις τον είδαν τα ‘χασαν. Κι ο Άγιος βρήκε την ευκαιρία να τους πει:
- Γιατί ξαφνιάζεστε; Όπου είναι τα πρόβατα, εκεί πρέπει να είναι κι ο ποιμένας. Ή θα πάμε όλοι μαζί μέσα, για να συνεχίσουμε τη θεία λειτουργία, ή κάθομαι κι εγώ μαζί σας και σας διδάσκω εδώ έξω το λόγο του Θεού.
Εκείνοι χωρίς να πουν λέξη άρχισαν ένας ένας να μπαίνουν στην εκκλησία κι από τότε έκοψαν την κακή εκείνη συνήθεια.

(Πέτρου Μπότση, Αποφθέγματα και ανέκδοτα, Αθήνα 2002, σελ. 12-13)

Ήταν πολύ κουραστικό αυτό το ταξίδι. Είχε, εξάλλου, πολύ καιρό να το κάνει. Θυμόταν τον εαυτό του στο Λύκειο, όταν πήγε να επισκεφτεί για τελευταία φορά τη γιαγιά του, την κυρα-Θοδόσαινα στα Τρόπαια της Γορτυνίας. Και τώρα, τριτοετής φοιτητής της Φιλοσοφικής, να που ξαναπαίρνει τον ίδιο δρόμο. Τι τον έκανε να φύγει από την Αθήνα, τη «Βαβυλώνα τη μεγάλη»; Ούτε και ο ίδιος ήξερε.

Πάντως ένα είναι σίγουρο, πως πνιγόταν. Πνιγόταν από τους φίλους, τα μαθήματα, τους γονείς, απ’ όλους. Ένιωθε πως κανείς δεν τον καταλάβαινε, κανείς δεν μπορούσε να γίνει κοινωνός στην αναζήτησή του για πλέρια αλήθεια και γνησιότητα. Κι αυτή ακόμη η χριστιανική του παρέα τον έπνιγε. Όλοι τους ήταν τακτοποιημένοι, όλοι τους είχαν ταμπουρωθεί πίσω από κάποιες συνταγές, κάποιες ρετσέτες σωτηρίας και δεν έλεγαν να κουνηθούν από κει. Μα αυτός… Αυτός ήταν διαφορετικός.
 
Δεν βολευόταν σε σχήματα και σε κουτάκια. Ήθελε να βιώσει τον Χριστιανισμό αληθινά, όχι κίβδηλα. Να μπει στο νόημα παρευθύς και όχι να καμαρώνεται τον ευσεβή. Εξάλλου, του φαινόταν τόσο απλοϊκό και ανόητο να υιοθετήσει μια τυποκρατική και ευσεβιστική χριστιανική βιωτή τη στιγμή που η ίδια του η επιστήμη, αλλά και η έμφυτη τάση του γι’ αναζήτηση, για ψάξιμο και ψηλάφηση του αληθινού τον ωθούσε προς μια άλλη ζωή. Μα, πόσο δύσκολο ήταν, Θεέ μου! Πόσο βασανιζόταν! Κάποια στιγμή ένιωσε πως είχε φτάσει στο απροχώρητο. Το κεφάλι του πήγαινε να σπάσει…
– Πάω στη γιαγιά μου στα Τρόπαια, φώναξε μια μέρα στο σπίτι και αφήνοντας πίσω του φωνές για μαθήματα και εξετάσεις, μήτε ο ίδιος ξέρει πότε, βρέθηκε στο λεωφορείο.
Και να που ζύγωνε στο σπίτι της γιαγιάς του. Ντάλα ο ήλιος πάνω από το κεφάλι του κι από παντού να έρχονται χίλιες ευωδιές από την ανοιξιάτικη, αρκαδική φύση. Δεν πρόλαβε όμως ο άμοιρος να ρουφήξει λίγο βουνίσιο αέρα, όταν ακούστηκε η γνώριμη τσιριχτή φωνή της γειτόνισσας:
– Μαριγώωωω! Τρέξε καλέ, ήρθε ο Αλέκος! Την επόμενη στιγμή είδε να ξεπροβάλλει από το πλινθόκτιστο σπιτάκι η γιαγιά του σκουπίζοντας τα παχουλά της χέρια στην ποδιά της και λέγοντας:
– Καλώς τον πασά μου, καλώς τον γιόκα μου, καλώς ήρθες, Αλέκο μου! Κι αμέσως βρέθηκε στην αγκαλιά της. Τι ήταν αυτό; Σα να μπήκε σε λιμάνι απάνεμο, σα να του έφυγε όλη η αντάρα του μυαλού του.
Ξαφνικά άδειασε και την αγκάλιασε κι αυτός.
– Καλώς σε βρήκα, γιαγιά.
– Κόπιασε, γιε μου, να ξαποστάσεις.
Μόλις μπήκε στο χαμηλοτάβανο σπιτάκι, τον συνεπήρε η μυρωδιά της σπανακόπιτας και του λιβανιού.
Σίγουρα η γιαγιά είχε φουρνίσει από το πρωί ακόμη και είχε λιβανίσει το σπίτι τρεις- τέσσερις φορές.
 
– Πάλι λιβάνι γιαγιά;
– Α! Όλα κι όλα, άμα δεν κάνω τα θεοτικά μου τρεις φορές την ημέρα, δεν μπορώ να κοιμηθώ.
– Και σαν τι λες;
– Μνήσθητί μου, Κύριε! Ό,τι λέει η Σύνοψη.
– Και τα εννοείς;
– Γιέ μου, αυτά είναι μυστήρια του Θεού, ποιος να τα εννοήσει; Αλλά μη γνοιάζεσαι, σα δεν καταλαβαίνω εγώ, νογά ο Θεός και βλέπει τον κόπο μου, νογά κι ο Διάολος και καίγεται.
– Χμ, καλά τα λες, είπε συγκαταβατικά.
– Στάσου, να σου φέρω λίγη σπανακόπιτα, μόλις την έβγαλα από το φούρνο. Κι έφυγε αμέσως για την κουζίνα, το βασίλειό της. Ο Αλέκος έμεινε μόνος του στο καθιστικό. Αισθανόταν άνετα και ζεστά εκεί, μολονότι ήξερε πως, εάν έκανε τη ζωή της γιαγιάς του σε τούτο το χωριό, σίγουρα θα τρελαινόταν. Η καημένη! Δεν ήξερε πολλά γράμματα, αλλά το Ευαγγέλιο δεν έλεγε να το αφήσει από τα χέρια της.
Μέρα – νύχτα το διάβαζε. Όταν λέει «γιαγιά Μαριγώ» του ‘ρχεται πάντα η ίδια εικόνα στο μυαλό: Μια γριούλα παχουλή, με σφιχτοδεμένο κότσο να κάθεται στην πολυθρόνα και να διαβάζει το Ευαγγέλιο ψιθυριστά. Δυστυχώς, η γιαγιά δεν ήξερε τίποτα από Φιλοσοφία. Θυμάται μια φορά που της ανέφερε τον Heidegger. Τον κοίταξε με τρόμο στα μάτια και είπε:
– Παναγιά μου, οι Γερμανοί, ο Θεός να φυλάει την Ελλάδα μας! Η καημένη ήταν αδαής. Δεν αναζητούσε καμιά αλήθεια. Δεν σκοτιζόταν για καμιά ψυχολογική σχολή. Ο Αλέκος έριξε μια ματιά στον τοίχο, αμέτρητες εικόνες. Η γιαγιά είχε μαζέψει όλους τους Αγίους της οικογένειας.
 
 Κι όμως αρκούσε ένας σταυρός.
– Γιαγιά, τι τις θες τόσες εικόνες;
– Μνήσθητί μου, Κύριε! Και πώς θα παρακαλέσω τον Αγιαλέξανδρο, σαν δεν έχω την εικόνα του; Άσε το άλλο, κάθε φορά που γιορτάζει Άγιος με εικόνα, το σπίτι έχει πανηγύρι. Άσε όμως αυτά, πες μου τα δικά σου, παλικάρι μου.
Και τότε, άγνωστο γιατί, ο Αλέκος άνοιξε την καρδιά του όπως δεν την είχε ανοίξει ποτέ, ούτε στον πνευματικό του, ούτε και στους γέροντες στο Άγιον Όρος όπου βρισκόταν συχνά – πυκνά. Της είπε για τις αγωνίες του, τη βασανιστική του πορεία για ανεύρεση της αλήθειας, την προσπάθεια ελευθερώσεως του εαυτού του από τα δεσμά της συμβατικότητας και του ηθικισμού, ώστε να ‘ρθει σε κοινωνία αληθινή με το πρόσωπο του πλησίον. Της είπε ακόμη για την αδυναμία του να σταθεί μπροστά στο Θεό χωρίς τη μάσκα του ευσεβή που τον στοιχειώνει από τα παιδικά του χρόνια. Της είπε, της είπε, της είπε… και τι δεν της είπε. Ακολούθησε μια μεγάλη παύση. Η κυρα-Θοδόσαινα έκανε τον σταυρό της αργά – αργά και είπε:
 
– Μνήσθητί μου, Κύριε! Δεν κατάλαβα γρι. Μπερδεμένα μου τα λες, ματάκια μου. Και θαρρώ πως τα ‘χεις και στο μυαλό σου μπερδεμένα. Ευαγγέλιο διαβάζεις;
– Ορίστε;
– Εκκλησία πας;
– Δεν καταλαβαίνω …
– Την προσευχή σου την κάμεις;
– Τι εννοείς, γιαγιά;
– Τον πλησίον σου τον συντρέχεις;
– Θαρρώ πως δε με κατάλαβες.
– Αχ παιδάκι μου, εσύ εννοείς να καταλάβεις πως τα πράγματα του Θεού είναι απλά. Δε χρειάζονται πολλές θεωρίες μήτε αξημέρωτες συζητήσεις. Μονάχα τούτο χρειάζεται, να ξαστερώσεις από τις φιλοσοφίες και να πιαστείς από το ρούχο του Χριστού σαν εκείνη τη γυναίκα στο Ευαγγέλιο, να δεις πως τι λένε… την ξέχασα, δεν πειράζει. Τα άλλα όλα θα τα κανονίσει ο Χριστός. Είναι δικές του δουλειές.
Άσε Τον. Ξέρει τι κάνει.
Δεν κάθισε πολύ στα Τρόπαια, στο σπίτι της γιαγιάς του. Μια – δυο μέρες. Ήταν αρκετές. Είδε πράγματα που θα τον συνόδευαν για πολύ καιρό. Είδε τη γιαγιά του να κάνει ατελείωτες μετάνοιες. Την είδε να συντρέχει τη χήρα με τα τρία βυζανιάρικα παιδιά. Την είδε να μαζεύει στο σπίτι της κάθε λογής κουρασμένο στρατοκόπο και να αποθέτει στα χέρια των φτωχών ολάκερη τη σύνταξη του μακαρίτη. Την είδε να κοινωνά την Κυριακή και να λάμπει σαν τον ήλιο όλη τη μέρα.
Μυστήρια του Θεού! Σαν έφυγε με το λεωφορείο για την Αθήνα στριμωγμένος σ’ ένα κάθισμα κρατώντας κεφτεδάκια (πεσκέσι της γιαγιάς) σκεφτόταν όσα έζησε τούτες τις λίγες μέρες. Μια μυρωδιά λιβανιού του ‘ρθε στη μύτη και μια φωνή να του υπενθυμίζει: «Τα πράγματα του Θεού είναι απλά».
– Λες να ‘ναι έτσι; Μνήσθητί μου, Κύριε!

«Σοι προσφέρομεν κατά πάντα και δια πάντα».

    Προσφέρουμε στο Θεό και Πατέρα τη θυσία της Θείας Ευχαριστίας «κατά πάντα και δια πάντα». Ποια είναι η έννοια της τελευταίας αυτής φράσεως;
    Τι εκφράζει το «δια πάντα», δεν είναι δύσκολο να το καταλάβει κανείς. Για όλα όσα έχουν γίνει από σένα για χάρη μας· για όλες τις φανερές και αφανείς, τις δυσεξαρίθμητες και πολλαπλές ευεργεσίες σου σε μας. Για όλα όσα έκανες και κάνεις για χάρη μας, φροντίζοντας για τη συντήρηση και διατήρηση της σωματικής ζωής την οποία εσύ μας έδωσες. Αλλά και προπαντός για όσα έκανες, οικονομώντας όλα όσα εξασφαλίζουν την πνευματική μας αναγέννηση και σωτηρία.
    Το «κατά πάντα» όμως ποια σημασία έχει; Πρόχειρη εξήγηση είναι να πούμε «κατά πάντα» τα στοιχεία της· ως προς όλα τα συστατικά των δώρων αυτών που σου προσφέρουμε. Μου φαίνεται όμως, αδελφέ μου,  ότι οι δύο αυτές λέξεις εκφράζουν νόημα πολύ βαθύτερο και σπουδαιότερο. Νόημα το οποίο δεν είναι άσχετο με μια προφητεία που προδιακήρυξε ο προφήτης Μαλαχίας. Με την προφητεία που αναφερόταν στην αληθινή και μοναδική ευάρεστη στο Θεό θυσία, η οποία θα αντικαθιστούσε όλες γενικά τις ζωοθυσίες του Ισραήλ, που οριστικά θα καταργούνταν.
    Τι δηλαδή προφητεύει ο Μαλαχίας; «Ουκ εστι μου θέλημα εν υμίν και θυσίαν ου προσδέξομαι εκ των χειρών υμών», λέει ο Μαλαχίας στους Ισραηλίτες εκ μέρους του παντοκράτορα Κυρίου. Δεν σας θέλω· δεν μου είστε αρεστοί· δεν με ευχαριστείτε. Και δεν θα δεχθώ καμία θυσία που προσφέρεται από τα χέρια σας. Θα κλεισθούν οριστικά και για πάντα οι θύρες του ναού σας και δεν θα αναφθεί πλέον φωτιά στο θυσιαστήριό σας. Και αν εσείς επιμένετε να το ανάβετε, καμία ωφέλεια δεν θα προέρχεται από αυτά που προσφέρονται σ’ αυτό και καίγονται τελείως. «Συγκλεισθήσονται θύραι, και ουκ ανάψεται το θυσιαστήριόν μου δωρεάν, λέγει Κύριος Παντοκράτωρ» (Μαλ. α’ 10).    
    Αλλά τότε θα πάψει πλέον μια για πάντα να προσφέρεται στο Θεό θυσία; Όχι, διακηρύττει στη συνέχεια ο Προφήτης. Καταργεί τις θυσίες του Ισραήλ ο Κύριος και κλείνει το ναό του στην Ιερουσαλήμ καταλύοντας και το εκεί θυσιαστήριο, «διότι από ανατολών ηλίου έως δυσμών το όνομα αυτού δεδόξασται εν τοις έθνεσι, και εν παντί τόπω θυμίαμα προσάγεται τω ονόματι αυτού και θυσία καθαρά» (Μαλ. α’ 11). Τις κάθε είδους θυσίες που προσφέρονταν αποκλειστικά σε έναν και μόνο τόπο, στην πόλη της Ιερουσαλήμ δηλαδή και μόνο εκεί, θα αντικαθιστούσε μια άλλη θυσία. Αυτή θα είναι καθαρή και κατά πάντα,  προς όλα της τα στοιχεία, αρεστή στο Θεό, και ως θυμίαμα ευωδιαστό θα προσάγεται στο όνομα του Θεού «εν παντί τόπω». Σε κάθε τόπο.
    Ποια είναι η θυσία αυτή; Ήδη από τη γενιά ακόμη η οποία διαδέχτηκε τους Αποστόλους, έχουμε μαρτυρίες που ξεκινούν από τους Αποστολικούς Πατέρες και Απολογητές και βεβαιώνουν ότι η θυσία αυτή είναι η Θεία Ευχαριστία. Έτσι, το βιβλίο της Διδαχής, που ανάγεται στις αρχές του δεύτερου αιώνα, βεβαιώνει στο 14ο κεφάλαιό του ότι η Θεία Ευχαριστία είναι η θυσία που με το στόμα του Μαλαχία προφητεύθηκε. Είναι η «ρηθείσα υπό Κυρίου», θυσία για την οποία ο Κύριος είπε: «Εν παντί τόπω και χρόνω προσφέρειν μοι θυσίαν καθαράν». Αλλά και ο Ιουστίνος ο φιλόσοφος και μάρτυς βεβαιώνει ότι όλες αυτές οι θυσίες για τις οποίες ο παραπάνω Προφήτης προφήτευσε ότι θα είναι «εν παντί τόπω υφ’ ημών των εθνών προσφερόμεναι» στο Θεό, είναι ουσιαστικά η μία και μοναδική θυσία της Θείας Ευχαριστίας (Διάλογος 41, παρ. 1 και 3). Και συνεχίζει: «ας παρέδωκεν Ιησούς ο Χριστός γίνεσθαι, τουτ’ έστιν επί τη ευχαριστία του άρτου και του ποτηρίου, τας εν παντί τόπω γινομένας υπό των Χριστιανών». Την ίδια μαρτυρία δίνει και ο Ειρηναίος στα τέλη του δεύτερου αιώνα. Αυτός βεβαιώνει ότι η προσφορά της Εκκλησίας η οποία ζήτησε ο Κύριος να προσφέρεται σε ολόκληρο τον κόσμο, αυτή και μόνο ως καθαρή θυσία πρέπει να λογίζεται ως κατεξοχήν ευάρεστη και δεκτή από τον Θεό (Κατά αιρέσεων ΙV, 17, 5 και εξής).
    Δεν φαίνεται λοιπόν και σ’ εσένα, αδελφέ μου, ότι το «κατά πάντα» της εκφωνήσεως αυτής του λειτουργού ακριβέστερο είναι να σχετισθεί με την προφητεία του Μαλαχία και να εκληφθεί ότι σημαίνει «κατά πάντα τόπον»;

«Σοι προσφέροντες… Σε υμνούμεν…».

Πολλές εκ πρώτης όψεως φαίνονται οι θυσίες που προσφέρονται στο Θεό σε κάθε τόπο και χρόνο δια της Θείας Ευχαριστίας. Και σε πολλές χιλιάδες αριθμούνται σε όλη την οικουμένη τα θυσιαστήρια από τα οποία αναφέρονται και ανεβαίνουν στο Θεό την ίδια ώρα και στιγμή οι θυσίες αυτές. Είναι όμως και φαίνονται πολλές σε μας που είμαστε σε ορισμένο τόπο και χώρο περιορισμένοι. Αλλά για τον Θεό και το υπερουράνιο θυσιαστήριο είναι μια και η αυτή θυσία που αναφέρεται και αναπέμπεται από πολλούς πιστούς και από διαφόρους και πολλούς τόπους. Διότι όλες αυτές οι θυσίες που προσφέρουν οι χριστιανοί από πολλά θυσιαστήρια, συναντιούνται στο ένα υπερουράνιο και νοερό θυσιαστήριο που είναι υψωμένο στα ουράνια δίπλα στο θρόνο του Πατέρα μας. Και αν παρομοιάσουμε την οικουμένη ολόκληρη με έναν απέραντο κύκλο, θα έχουμε από την περιφέρεια του κύκλου αυτού δυσεξαρίθμητες ακτίνες, οι οποίες συναντιούνται και συνενώνονται όλες σε ένα και το αυτό κέντρο, το υπερουράνιο θυσιαστήριο.
Ασφαλώς δεν θα μας ήταν δυνατόν να μετρήσουμε τις ζωογόνες και φωτιστικές ακτίνες που πέφτουν πάνω στη γη ξεκινώντας από τον ήλιο. Αλλά όλες οι ακτίνες αυτές κέντρο έχουν τον ένα ήλιο. Και από εκεί ξεκινούν και εκπέμπονται και σκορπίζονται στον επίγειο κόσμο σαν μια δέσμη που διαρκώς ανανεώνεται από το πάντοτε φωτεινό και θερμαντικό κέντρο της, τον ήλιο. Μια λοιπόν είναι και η θυσία που προσφέρθηκε από τον Μέγα μας Αρχιερέα άπαξ δια παντός, με αιώνια και ανεξάντλητη ισχύ. Και η θυσία αυτή, ως αιώνιος και ανεξάντλητος και μοναδικός ήλιος που δεν σβήνει ούτε δύει ποτέ, βρίσκεται στο υπερουράνιο θυσιαστήριο, όπου πάντοτε και διαρκώς τη βλέπει ο επουράνιος Πατέρας. Και από εκεί, από τον ήλιο αυτό, δεχόμαστε εμείς τις υπερφυσικές ακτίνες δια της Επικλήσεως του Αγίου Πνεύματος. Το Άγιο Πνεύμα μεταβάλλει τον άρτο και τον οίνο που εμείς προσφέρουμε, σε Σώμα και Αίμα Χριστού και συνδέει και συνενώνει το επίγειο θυσιαστήριό μας με το υπερουράνιο. Και με αυτόν τον τρόπο τα πολλά και δυσεξαρίθμητα θυσιαστήρια των πιστών συναντιούνται σε ένα. Και οι πολλές θυσίες που από αυτά ανεβαίνουν γίνονται και αυτές μία.
Να λοιπόν γιατί προσφέροντας τη θυσία μας αυτή υμνούμε, ευλογούμε και ευχαριστούμε τον Θεό και Πατέρα. Σε τι μας καταξιώνει και ποιού μεγάλου Μυστηρίου και ποιάς θυσίας μετόχους και κοινωνούς μας καθιστά ο πανάγαθος Κύριος! Όχι ζωοθυσίες, όχι μοσχάρια και αρνιά και τράγους και αίματα ζώων χωρίς λογικό, αλλά τον ίδιο τον «αίροντα την αμαρτίαν του κόσμου», αψεγάδιαστο και σε όλα άχραντο και πανάγιο Αμνό του Θεού. Αυτόν μας καταξιώνει να του προσφέρουμε. Και μάλιστα χωρίς να είμαστε αναγκασμένοι να υποβληθούμε σε δυσβάστακτες δαπάνες και χρηματικές θυσίες, όπως ο παλαιός Ισραήλ. Χωρίς να υποχρεωθούμε σε μακρινά ταξίδια, όπως άλλοτε οι Ιουδαίοι της διασποράς, που ξεκινούσαν από τις άκρες του κόσμου, όπου ήταν εγκατεστημένοι, για να έλθουν στα Ιεροσόλυμα. Γιατί εκεί και μόνο υπήρχε το μοναδικό, το ένα και μόνο θυσιαστήριο, από το οποίο δεχόταν ο Θεός τις θυσίες που του προσφέρονταν.
Σε υμνούμε λοιπόν για την άπειρη αγαθότητα και σοφία σου, Κύριε. Σε ευλογούμε, που μας καταξιώνεις και εμάς τους ευτελείς να σου προσφέρουμε την ανεκτίμητη αυτή θυσία, την οποία δέχεσαι από τα αμαρτωλά χέρια μας, για να την κάνεις και δική μας θυσία· θυσία που μας αγιάζει και μας ενώνει σε ένα Σώμα με τον Υιό σου, που έγινε άνθρωπος· θυσία που μας καθιστά μέλη του, από τη σάρκα του και από τα οστά του.

(Π.Ν. Τρεμπέλα, Από την ορθόδοξη Λατρεία μας, εκδ. ο Σωτήρ, 2016, σελ. 332-336)

«Τά σά εκ των σων σοι προσφέρομεν».

Η εκφώνηση που ακολουθεί μετά την Ανάμνηση θα ήταν καλό να μελετηθεί και ειδικότερα. Υψώνει, όπως είπαμε, ο λειτουργός τα Τίμια Δώρα σαν να θέτει μπροστά στα πόδια του Κυρίου που κάθεται σε θρόνο υψηλό στους ουρανούς, και εκφωνεί «Τά σά εκ των σων Σοί προσφέρομεν κατά πάντα και διά πάντα». Τα δικά σου από τα δικά σου τα πήραμε και σου τα προσφέρουμε σε κάθε τόπο και για όλα όσα έχεις κάνει για μας.
    Στους καιρούς της Παλαιάς Διαθήκης ο προφήτης Δαβίδ εκ μέρους του ίδιου του Θεού απευθυνόταν στους Ισραηλίτες και έλεγε: Δεν θα δεχθώ από το σπίτι σου μοσχάρια να μου τα προσφέρεις θυσία, αλλ’ ούτε και τράγους από τα ποίμνιά σου· «ότι  εμά  εστι πάντα», διότι δικά μου είναι όλα, όχι μόνο «τα θηρία του δρυμού», αλλά και τα ζώα που βοσκούν στα βουνά και τα βόδια (Ψαλμ. μθ’ 9-10). Αλήθεια προφανής και αυταπόδεικτη. Ό, τι έχουμε δεν είναι όλα του Θεού; Δεν τα δημιούργησε αυτός; Και δεν πολλαπλασιάζονται αυτά με τη δύναμη των νόμων τους οποίους αυτός όρισε και που η ισχύς τους βασίζεται στο θέλημά του; Και όσο και αν επιμελούμαστε εμείς ένα ποίμνιο ή ένα κοπάδι, δεν εξαρτάται η προκοπή και η ευδοκίμησή τους από ευνοϊκές συνθήκες τις οποίες οικονομεί η θεία Πρόνοια, που κυβερνά τα πάντα;
    Να λοιπόν γιατί εκφωνεί ο λειτουργός «τα σα εκ των σων…» Εμείς βέβαια τα προσφέρουμε αυτά στον Κύριο. Από πού όμως τα πήραμε; Από τα δικά του. Κι αν εμείς καλλιεργήσαμε τη γη για να πάρουμε από εκεί τον άρτο και τον οίνο, δεν πρέπει για κανένα λόγο να ξεχνάμε ότι τη δύναμη του να δίνει ζωή η γη στο σπόρο που σπέρνεται σ’ αυτήν ή στο αμπέλι που φυτεύεται σ’ αυτήν, ώστε να συγκομίζουμε εμείς τον σίτο και τον οίνο, από τον Θεό την έλαβε. Και στο Θεό οφείλεται «η ευφορία των καρπών της γης και η ευκρασία των αέρων και οι ειρηνικοί καιροί», από τα οποία εξαρτάται η ευδοκίμηση και η επιτυχία της δικής μας καλλιέργειας. Είναι λοιπόν ολοκληρωτικά ακριβές αυτό που λέμε. Ότι δηλαδή από τα δικά του και όχι από τα καθαυτό και κυρίως δικά μας πήραμε τα Τίμια Δώρα που έχουμε τοποθετημένα μπροστά μας στο θείο θυσιαστήριο και τα προσφέρουμε την ιερή αυτή στιγμή στο Θεό που βρίσκεται στους ουρανούς.
    «Τα σα εκ των σων». Από τα δικά σου είναι αυτά, Θεέ και Κύριε. Από τα δικά σου τα πήραμε αυτά, τα οποία είναι δικά σου. Τα δικά σου παρμένα από τα δικά σου. Δηλαδή; Από τα δικά σου τα ξεχωρίσαμε. Και με την προσφορά μας αυτή έγιναν ιδιαίτερα και ειδικά και κατεξοχήν δικά σου. Ξεχωρίσθηκαν από την κοινή χρήση. Προτού ξεχωρισθούν, επιτρεπόταν να παρατεθούν σε οποιοδήποτε τραπέζι και να περιέλθουν σε οποιαδήποτε χέρια και να προσληφθούν από οποιαδήποτε στόματα. Και τα περισσεύματά τους να ριχθούν ακόμα και στα πουλιά του ουρανού. Τώρα όμως είναι δικά σου. Κατεξοχήν δικά σου. Αφιερωμένα σε σένα, τοποθετημένα πάνω στο άγιο θυσιαστήριό σου. Είναι όχι μόνο προσφορά και αφιερώματα δικά σου, αλλά και σύμβολα ιερά και εξαγιασμένα.
    Δεν είπαμε και προηγουμένως ότι τα προσκομιζόμενα δώρα στην ιερά Πρόθεση δεν είναι μόνο αφιερώματα, αλλά είναι και σύμβολα του θανάτου και της ταφής του Μεγάλου μας Αρχιερέως; Και δεν παρουσιάσαμε την τελετή της Προθέσεως ως συμβολική αναπαράσταση της θυσίας του Σταυρού με την οποία ο Χριστός μας εξαγόρασε από την κατάρα του νόμου; Κι ακόμη ως εικονική επανάληψη της νύξεως της πλευράς του Κυρίου από τον Ρωμαίο στρατιώτη, από την οποία εξήλθε αίμα και ύδωρ; Και δεν αναφέραμε ότι ο λειτουργός, ευλογώντας τα Τίμια Δώρα μετά τις συμβολικές αυτές πράξεις, τα καθαγιάζει ως ιερά σύμβολα και ξεχωρισμένα από κάθε κοινή χρήση; Και δεν προσθέσαμε ότι η μεταφορά των ήδη καθαγιασμένων θείων δώρων πάνω στο ιερό θυσιαστήριο κατά την Μεγάλη Είσοδο συμβολίζει την μεταφορά από τον Ιωσήφ και τον Νικόδημο του αποκαθηλωμένου από τον Σταυρό Κυρίου μας για την Ταφή; Να λοιπόν πώς και γιατί αυτά που ξεχωρίσθησαν για τον Θεό από τα δικά του δώρα, έγιναν και άλλη μια φορά δικά του. Γι’ αυτό και ο λειτουργός αναφωνεί: « Τα σα εκ των σων…».

«Τα σα εκ των σων σοί προφέρομεν…»

    Βεβαίως προσφέραμε και αφιερώσαμε ήδη τα Τίμια Δώρα από την αρχή της Λειτουργίας. Ως καθιερωμένο όμως σύμβολο του σταυρικού θανάτου του Κυρίου. Όχι και ως τη θυσία την ίδια την οποία ως Μέγας Αρχιερεύς μας πρόσφερε ο Κύριος πάνω στο Γολγοθά. Τα προσφέρουμε λοιπόν τώρα και ως θυσία. Δηλαδή; Μέχρι τη στιγμή αυτή τα δώρα αυτά είναι βέβαια τίμια και αφιερωμένα ως σύμβολα της Ταφής και του θανάτου του Κυρίου, δεν έχουν όμως μεταβληθεί και σε Σώμα και Αίμα του Κυρίου. Η υπερφυσική αυτή και μυστηριακή μεταβολή θα γίνει τώρα με την Επίκληση του Αγίου Πνεύματος. Με την Επίκληση αυτή, η οποία θα ακολουθήσει ως συνέχεια στην εκφώνηση του λειτουργού, «Τα σα εκ των σων σοι προσφέρομεν…». Κι όταν η μεταβολή αυτή συντελεσθεί, τότε πάνω στην Αγία Τράπεζα δεν θα έχουμε πλέον τοποθετημένα μπροστά μας απλό άρτο και οίνο, ούτε ιερά και καθιερωμένα σύμβολα του σταυρικού θανάτου του Κυρίου. Αλλά θα έχουμε το ίδιο το άχραντο Σώμα του και το ίδιο το τίμιο Αίμα του που θυσιάσθηκε για τη σωτηρία των ανθρώπων. Θα έχουμε λοιπόν πραγματική αναπαράσταση και ζωντανή ανάμνηση και μυστηριακή προέκταση και συνέχεια της θυσίας του Κυρίου πάνω στο Σταυρό, που προσφέρθηκε μια φορά και για πάντα, με αιώνια δύναμη και ισχύ.
    Τώρα λοιπόν προσφέρεται και από εμάς η θυσία του Κυρίου, διότι τώρα συντελείται από το Άγιο Πνεύμα η υπερφυσική μεταβολή. Βέβαια οι ρωμαιοκαθολικοί διατείνονται και επιμένουν στο ότι η μεταβολή αυτή έχει ήδη γίνει, όταν εκφωνήθηκαν οι Λόγοι της Συστάσεως. Γι’ αυτό και στη Λειτουργία τους, όταν κρατώντας στα χέρια του τον Άρτο ο ιερέας πει μυστικά το «Λάβετε, φάγετε, τούτο εστι το Σώμα μου», επειδή πιστεύουν ότι τότε γίνεται και η μεταβολή, υψώνει ευλαβικά τον Άρτο, προβάλλοντάς τον για λατρευτική προσκύνηση του εκκλησιάσματος. Το ίδιο επίσης κάνει στη συνέχεια και με το Ποτήριο.
    Εμείς όμως δεχόμαστε ότι είναι αναγκαίο να εκφωνούνται και οι Λόγοι της Συστάσεως του Μυστηρίου, διότι με την εκφώνηση αυτή συνδέονται τα όσα σήμερα τελούμε εμείς με όσα τελέσθηκαν τότε από τον Κύριο στο υπερώο της Ιερουσαλήμ κατά τον  Μυστικό Δείπνο· αλλά πιστεύουμε ότι η μεταβολή γίνεται με την Επίκληση. Διότι και τότε, όταν ο Κύριος παρέδωσε το Μυστήριο, πώς και πότε είχε γίνει η υπερφυσική μεταβολή; Όταν «λαβών ο Ιησούς άρτον ευλογήσας έκλασε» (Μάρκ. ιδ’ 22). Όταν επομένως διένεμε τον Άρτο στους μαθητές του και έλεγε σ’ αυτούς «Λάβετε, φάγετε», η υπερφυσική μεταβολή είχε ήδη συντελεσθεί. Δεν γινόταν τη στιγμή της εκφωνήσεως του «Λάβετε, φάγετε». Απλώς και μόνο, με τα λόγια αυτά ο Κύριος εφιστούσε την προσοχή των Αποστόλων και τους πληροφορούσε ότι το κομμάτι του Άρτου που τους διένεμε, καθώς και το Ποτήριο που τους παρέδιδε, δεν ήταν πλέον συνηθισμένος άρτος και οίνος. Δεν ήταν δηλαδή αυτό που θα τους πληροφορούσαν τα μάτια τους και η γεύση τους, αλλά το ίδιο το Σώμα του και το Αίμα του.
    Εμείς, σε συμμόρφωση με την εντολή του Κυρίου, επαναλαμβάνουμε πιστά και με μεγάλη ακρίβεια ό, τι και ο ίδιος έκανε. Γι’ αυτό λοιπόν τονίζουμε πρώτιστα με την Ανάμνηση ότι αυτό που επιτελούμε είναι ανάμνηση πραγματική και ζωντανή του Μυστηρίου που επιτέλεσε ο Κύριος. Και έπειτα επικαλούμαστε το Άγιο Πνεύμα να συντελέσει με την κάθοδό του στα Τίμια Δώρα την υπερφυσική μεταβολή. Και στο τέλος, όταν μεταλαμβάνουμε το θείο Μυστήριο, ακούμε τον λειτουργό να μας λέει: «Σώμα Χριστού· Αίμα Χριστού» ή «Σώμα και Αίμα Χριστού εις άφεσίν σου αμαρτιών και εις ζωήν αιώνιον». Δηλαδή; Επαναλαμβάνει περιληπτικά ο ιερέας ό, τι και ο Χριστός είπε στους Αποστόλους καλώντας τους να γίνουν κοινωνοί του Μυστηρίου του: «Τούτο εστι το Σώμα μου, το υπέρ υμών κλώμενον εις άφεσιν αμαρτιών». «Τούτο εστι το Αίμα μου, το υπέρ υμών εκχυνόμενον εις άφεσιν αμαρτιών».

(Π.Ν.Τρεμπέλα, Από την Ορθόδοξη Λατρεία μας, εκδ. Σωτήρ,2016,σελ.328-332)

Σελίδα 1 από 4

Εύρεση

Δημοφιλή Θέματα (Α-Ω)

αγάπη (151) Αγάπη Θεού (36) αγάπη σε Θεό (9) αγάπη σε Χριστό (30) άγγελοι (6) Αγία Γραφή (44) Αγιασμός (1) Άγιο Πνεύμα (7) άγιοι (8) άγιος (65) αγνότητα (3) άγχος (9) αγώνας (51) αγώνας πνευματικός (8) αθεΐα (70) αιρέσεις (58) αλήθεια (16) αμαρτία (47) Ανάσταση (56) ανασταση νεκρών (2) ανθρώπινες σχέσεις (112) άνθρωπος (15) αντίχριστος (6) αξιώματα (3) απιστία (5) αποκάλυψη (4) απόκρυφα (12) αρετή (42) ασθένεια (10) άσκηση (1) αστρολογία (1) αυτογνωσία (39) Β Παρουσία (8) Β' Παρουσία (10) βάπτιση (4) βάπτισμα (8) Βασίλειος ο Μέγας (1) βία (1) βιβλίο (3) βιοηθική (4) γάμος (31) Γένεση (4) Γεροντικόν (42) γλώσσα (25) γνώση (4) γονείς (32) γυναίκα (6) δάκρυα (1) δάσκαλος (9) Δεύτερη Παρουσία (3) Δημιουργία (35) διάβολος (39) διάκριση (35) διάλογος (1) δικαιοσύνη (1) Δογματικα Θέματα (5) Δωρόθεος αββάς (4) εγωισμός (75) εικόνες (15) Ειρηναίος Λουγδούνου άγιος (2) ειρήνη (2) εκκλησία (47) Εκκλησιαστική Ιστορία (7) Εκκλησιαστική περιουσία (1) έκτρωση (1) ελεημοσύνη (6) ελευθερία (11) Ελλάδα (10) ελπίδα (10) Εξαήμερος (2) εξέλιξης θεωρία (15) Εξομολόγηση (57) εξωγήινοι (2) εξωσωματική γονιμοποίηση (3) επάγγελμα (3) επιστήμη (54) εργασία (23) Ερμηνεία Αγίας Γραφής (35) έρωτας (9) έρωτας θείος (1) Ευαγγέλια (48) ευγένεια (2) ευσπλαχνία (4) ευτυχία (15) ευχαριστία (4) ζώα (11) ηθική (2) ησυχία (3) θάνατος (66) θάρρος (7) θαύμα (54) θέατρο (1) Θεία Κοινωνία (37) Θεία Λειτουργία (33) θεία Πρόνοια (2) θέληση (3) θεολογία (1) Θεός (6) Θεοφάνεια (2) θλίψεις (81) θρησκείες (5) θυμός (25) Ιγνάτιος Θεοφόρος (7) ιεραποστολή (12) ιερέας (35) ιερωσύνη (3) Ιουδαίοι (1) Ισλάμ (3) Ιστορία Ελληνική (1) Ιστορία Παγκόσμια (3) Ιωάννης Χρυσόστομος (6) Καινή Διαθήκη Ερμηνεία (15) Καινή Διαθήκη κριτικό κείμενο NestleAland (5) καρδιά (7) Κασσιανός Όσιος (1) κατάκριση (32) καταναλωτισμός (1) κήρυγμα (1) Κοίμησις Θεοτόκου (7) κοινωνία (65) κόλαση (7) Κρίσις Μέλλουσα (2) Κύριλλος Άγιος (1) Λατρεία Θεία (35) λείψανα (1) λογισμοί (19) λύπη (1) μαγεία (5) μάρτυρες (4) μελέτη (4) μετά θάνατον (25) μετά θάνατον ζωή (15) Μεταμόρφωση (2) Μεταμόρφωσις (4) μετάνοια (56) μητέρα (7) μίσος (1) μνημόσυνα (3) μοναξιά (8) μοναχισμός (8) μόρφωση (6) μουσική (2) Ναός (1) νέοι (6) νεοπαγανισμός (3) νηστεία (10) νους (8) οικονομία (1) Οικουμενισμός (1) ομορφιά (5) όνειρα (20) οράματα (1) Ορθοδοξία (41) πάθη (23) πάθος (2) παιδεία (6) παιδιά (14) Παΐσιος Όσιος (2) Παλαιά Διαθήκη (1) Παλαιά Διαθήκη Ερμηνεία (5) παλαιοημερολογίτες (4) Παναγία (45) παράδειγμα (3) Παράδεισος (32) Παράδοση Ιερά (2) Πάσχα (12) πατρίδα (4) Πεντηκοστή (4) πίστη (124) πλούτος (5) πνευματική ζωή (36) πνευματικός πατέρας (10) πνευματισμός (7) ποίηση (11) πόλεμος (7) πολιτική (3) πολιτισμός (2) Πορφύριος Όσιος (20) Πρόνοια (3) Πρόνοια Θεία (30) προορισμός (5) προσε (1) προσευχή (101) προσοχή (2) προτεσταντισμός (15) προφητείες (1) Ρωμαιοκαθολικισμός (10) Σαρακοστή (4) σεβασμός (2) σοφία (16) Σταυρός (20) Σταύρωση (10) συγχώρηση (3) σχίσμα (1) ταπεινοφροσύνη (40) ταπείνωση (1) Τεσσαρακοστή Μεγάλη (2) Τριάδα Αγία (3) τύχη (2) υλικά αγαθά (3) υπακοή (5) υπαρξιακά (20) υποκρισία (1) υπομονή (28) φαντασία (1) φαντάσματα (2) φιλία (8) φιλοσοφία (3) Φλωρόφσκυ Γεώργιος (3) φόβος (12) χαρά (16) χάρις θεία (8) Χειρόγραφα Καινής Διαθήκης (1) Χριστιανισμός (2) χριστιανός (18) Χριστός (9) Χριστούγεννα (31) χρόνος (9) ψεύδος (8) ψυχή (48) ψυχολογία (5)