Αυξομείωση μεγέθους γραμμάτων.
Κείμενα (blog) - Ιερός Ναός Αγίου Σώστη Νέας Σμύρνης


(Στυλιανού Παπαδοπούλου, στο: Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος τόμος Β, εκδ. Αποστολική Διακονία,σελ. 60-65).
Το σχίσμα και η διαίρεση στην Εκκλησία
«... του εις αίρεσιν εμπεσείν το την Εκκλησίαν σχίσαι ουκ έλαττόν εστι κακόν (=από το να πέσει κάποιος σε αίρεση, το να σχίσει την Εκκλησία δεν είναι μικρότερο κακό)» (Εις Εφεσ., Ομιλ. ΙΑ' 5: PG 62, 87).
Συχνά προσάπτεται στον Χρυσόστομο ότι απέφυγε να μιλήσει για το αντιοχειανό σχίσμα, που συγκλόνισε όχι μόνο την τοπική εκείνη Εκκλησία αλλά και όλη την καθολική Εκκλησία. Είδαμε όμως και στην παράγραφο περί των χριστολογικών αντιλήψεών του, ότι δεν κατονόμασε τον δάσκαλό του Διόδωρο Ταρσού και τον συμμαθητή και φίλο του Θεόδωρο Μοψουεστίας, αλλά με κάθε ευκαιρία διατύπωνε τις θέσεις του, που σαφώς ανέτρεπαν ανάλογες θέσεις των παραπάνω επιφανών αντιοχέων.
Των αναλογιών τηρουμένων την τακτική αυτή εφαρμόζει ο Χρυσόστομος προκειμένου και περί του αντιοχειανού σχίσματος. Αν εξαιρέσει κανείς τις αποσχίσεις ένεκα τηρήσεως ιουδαϊκών εθίμων, δεν κατονόμαζε σχισματικούς και υπεύθυνους διαιρέσεων, αλλά επέμενε, από την εποχή του 386/387, ότι δεν υπάρχει φοβερότερη πράξη από την διάσπαση της Εκκλησίας, που ήδη ταλαιπωρείται από τις αιρέσεις. Το γεγονός αποτελεί σχίσιμο του χιτώνα του Κυρίου.
«...ουδέν χείρον φιλονεικίας και μάχης και του την Εκκλησίαν διασπάν και τον χιτώνα, ον ουκ ετόλμησαν οι λησταί διαρρήξαι, τούτον εις πολλά κατατεμείν μέρη. Ουκ αρκούσιν αι λοιπαί αιρέσεις, αλλά και ημείς εαυτούς κατατέμωμεν»; (=τίποτα χειρότερο δεν υπάρχει από φιλονεικία και μάχη και από το να διασπά κάποιος την Εκκλησία, και τον χιτώνα, τον οποίο δεν τόλμησαν οι ληστές να σχίσουν, αυτόν να τον κατακόβει σε πολλά μέρη. Δεν αρκούν οι υπόλοιπες αιρέσεις, αλλά και εμείς κατακόβουμε τους εαυτούς μας;)(Κατά Ιουδαίων Γ’ 1: PG 48, 863).
Το σχίσμα στην Εκκλησία αποτελεί σφαγή, ξέσκισμα, του ίδιου του Χριστού, γεγονός για το οποίο πρέπει ο υπεύθυνός του να φρίττει, γιατί θ’ αντιμετωπίσει φοβερότατη τιμωρία.
«... ο τον Χριστόν σφάττων και διαξαίνων κατά μέλος, ποίας γεέννης ουκ έσται άξιος; ...Τον Δεσπότην σου σπαράττεις και ου φρίττεις; τα μέλη τα δεσποτικά διαξαίνεις και ου τρέμεις; Οίκος εστιν η Εκκλησία πατρικός» (=εκείνος ο οποίος σφάζει και διαμελίζει το Χριστό, ποιάς κόλασης δεν θα είναι άξιος;… Τον Δεσπότη σου κατασπαράζεις και δεν φρίττεις; Τα μέλη τα δεσποτικά ξεσκίζεις και δεν τρέμεις; Σπίτι πατρικό είναι η Εκκλησία)(Εις Εφεσ., Ομιλ. ΙΑ' 5-6: PG 62, 87).
Οι όροι με τους οποίους ο Χρυσόστομος χαρακτηρίζει το σχίσμα είναι το ουσιαστικό διαίρεσις και το ρήμα σχίζω. Διαίρεση σημαίνει χωρισμό από το «εκκλησιαστικό σώμα» και αυτοαπομάκρυνση από το «πλήρωμα» της Εκκλησίας. Το ρήμα σχίζω σημαίνει πάλι διαίρεση και σχίσιμο σε πολλά μέρη της Εκκλησίας. Η αυτοαπομάκρυνση από το εκκλησιαστικό σώμα είναι δύο ειδών. Εκείνη που οφείλεται στην έλλειψη αγάπης, άρα στην αδιαφορία για την Εκκλησία, και εκείνη που οφείλεται σε πράξεις που πληγώνουν το σώμα της Εκκλησίας.
«Δύο γάρ εισί διαιρέσεις από του σώματος του εκκλησιαστικού. Μία μεν όταν ψύξωμεν την αγάπην˙ δευτέρα δε όταν ανάξια του τελείν εις εκείνο το σώμα τολμήσωμεν. Εκατέρως γαρ χωρίζομεν εαυτούς του πληρώματος» (=Διότι δύο διαιρέσεις υπάρχουν από το εκκλησιαστικό σώμα. Η μία μεν όταν παγώσουμε την αγάπη. Η άλλη πάλι όταν τολμήσουμε πράγματα που είναι ανάξια να γίνονται σε εκείνο το σώμα. Διότι και με τους δύο αυτούς τρόπους χωρίζουμε τους εαυτούς μας από το πλήρωμα της Εκκλησίας)(Στο ίδιο: PG 62, 85. Βλ. και PG 62, 322).
Αιτία όμως γενικότερη της διαιρέσεως της Εκκλησίας θεωρεί ο Χρυσόστομος την φιλαρχία, που είναι τόσο ταπεινή ώστε να οργίζει («παροξύνει») τον Θεό περισσότερο από κάθε τι.
«Ουδέν ούτως Εκκλησίαν δυνήσεται διαιρείν, ως φιλαρχία. Ουδέν ούτω παροξύνει τον Θεόν, ως το Εκκλησίαν διαιρεθήναι» (=Τίποτα δεν θα μπορέσει να διαιρεί τόσο την Εκκλησία όσο η φιλαρχία. Τίποτα δεν εξοργίζει τόσο πολύ το Θεό όσο το να διαιρεθεί η Εκκλησία) (Αυτόθι).
Και αναμφίβολα αιτία είναι η φιλαρχία και η αλαζονεία,
«φιλαρχίας εστίν η νόσος» (=η νόσος προέρχεται από φιλαρχία) (PG 62, 86)
«ουδέν ούτως αποσχίζει σώμα Εκκλησίας ως αλαζονεία» (=τίποτα δεν σχίζει τόσο πολύ το σώμα της Εκκλησίας όσο η αλαζονεία)(PG 60, 610)
εφόσον η διαφορά των σχιζομένων δεν οφείλεται στην δογματική διδασκαλία. Εάν είχαν «δόγματα εναντία», θα υπήρχε δικαιολογία της διαιρέσεως. Αλλά οι σχισματικοί «τα αυτά φρονούσι» προς το σώμα το εκκλησιαστικό (αυτόθι). Η μόνη δηλαδή νόμιμη θεολογικά αιτία για απόσχιση από την Εκκλησία είναι η αιρετική διδασκαλία κάποιων που προΐστανται της Εκκλησίας.
«Ει τα αυτά δόγματα, ει τα αυτά μυστήρια, τίνος ένεκεν έτερος άρχων ετέρα Εκκλησία επιπηδά;» (=αν υπάρχουν τα ίδια δόγματα, αν υπάρχουν τα ίδια μυστήρια, για ποιο λόγο να επιπηδά σε άλλη Εκκλησία άλλος επίσκοπος;) (PG 62, 86).
Οι σχισματικές μάλιστα καταστάσεις και οι διαιρέσεις αποβαίνουν αιτία να κατηγορούν οι εθνικοί τους χριστιανούς για κενοδοξία και φιλαρχία και να τους γελοιοποιούν ανάλογα.
«Οράτε, φησίν (= οι εθνικοί), ότι πάντα κενοδοξίας πεπλήρωται τα χριστιανών και φιλαρχία παρ’ αυτοίς και απάτη» (=Βλέπετε, λένε, ότι τα πάντα στους Χριστιανούς είναι γεμάτα από κενοδοξία και σε αυτούς υπάρχει φιλαρχία και απάτη;)(Αυτόθι).
Προσπαθώντας ο Χρυσόστομος να δείξει το μέγεθος του κακού που δημιουργεί το σχίσμα, καταφεύγει σε ρήση άγιου άνδρα, του οποίου όμως δεν αναφέρει το όνομα. Είναι τόσο βαρύ και σκληρό αυτό που θέλει ο Χρυσόστομος να πει για το σχίσμα, ώστε προτιμάει, για να γίνει ευκολότερα δεκτός ο βαρύς του λόγος, να προβάλλει ό,τι σεβάσμιος άγιος είχε σχετικά διατυπώσει˙ την αμαρτία του σχίσματος δεν εξαλείφει ούτε ο μαρτυρικός θάνατος.
«Ανήρ δε τις άγιος είπε τι δοκούν είναι τολμηρόν, πλην αλλ’ όμως εφθέγξατο. Τί δη τούτο εστιν; "Ουδέ μαρτυρίου αίμα ταύτην δύνασθαι εξαλείφειν την αμαρτίαν” έφησε» (=Κάποιος άγιος άνδρας είπε κάτι που φαίνεται τολμηρό, αλλά όμως το είπε. Ποιο είναι αυτό λοιπόν; Είπε ότι «ούτε το αίμα του μαρτυρίου δεν μπορεί να εξαλείψει αυτήν την αμαρτία»)(Στο ίδιο, PG 62, 85).
Η εξήγηση που δίνει για την απόλυτη και φρικτή καταδίκη του υπευθύνου σχίσματος, είναι ότι αυτός με τις διαιρετικές - σχισματικές του πράξεις πολεμάει την Εκκλησία, για την οποία σταυρώθηκε ο Χριστός. Τι νόημα έχει να μαρτυράει κανείς για του Χριστού την δόξα, εάν με τις πράξεις του αμαυρώνει την δόξα αυτή. Εφόσον άρα μένει κάποιος στο σχίσμα, η αξία του τυχόν μαρτυρίου του μηδενίζεται. Το σχίσμα δεν είναι κατώτερο του διωγμού της Εκκλησίας, αφού μάλιστα με τους διωγμούς η Εκκλησία έδειξε την λαμπρότητά της, ενώ με τις διαιρέσεις πάντα «καταισχύνεται» (Αυτόθι).
Η βλάβη του σχίσματος την Εκκλησίαν «παρά τοις εχθροίς καταισχύνει, όταν υπό των ιδίων τέκνων πολεμήται» (=την ντροπιάζει στους εχθρούς, όταν πολεμιέται από τα ίδια της τα παιδιά)(Αυτόθι).
Τέλος, παρατηρούμε ότι παρ’ όλα όσα σκληρά διατυπώνει ο Χρυσόστομος, δεν φαίνεται να θεωρεί μη Εκκλησία τους σχισματικούς, αυτούς που «χώρισαν εαυτούς του πληρώματος του εκκλησιαστικού». Γι’ αυτό άλλωστε συγκεκριμενοποιεί τις τιμωρίες που τους αναμένουν και τους ονομάζει «ίδια τέκνα» της Εκκλησίας, που όμως την πολεμούν. Επισημαίνει επίσης ότι ο Παύλος «αδελφούς ονομάζει» (PG 61, 23) και αυτούς που διήρεσαν την Εκκλησία της Κορίνθου (Α’ Κορ. 1,10). Και η απόλυτη φράση του, την όποια παραθέσαμε στην αρχή της παραγράφου (ότι το σχίσμα δεν είναι μικρότερο κακό από την αίρεση), αναφέρεται, νομίζουμε, στην τιμωρία των υπευθύνων του σχίσματος, ενώ θέλει και να καυτηριάσει και να προλάβει αυτούς που ελαφρά τη καρδία και χωρίς περίσκεψη ακολουθούν αυτούς που σχίζουν - διαιρούν την Εκκλησία.
«Ταύτα μοι ειρήσθω προς τους αδιαφόρως δίδοντας εαυτούς τοις σχίζουσι την Εκκλησίαν» (=αυτά τα λέω για αυτούς που χωρίς να νοιάζονται παραδίνουν τους εαυτούς τους σε αυτούς που σχίζουν την Εκκλησία)(PG 62, 86).
Δεν φαίνεται, λοιπόν, να θεωρεί τους σχισματικούς μη Εκκλησία, αλλ’ αυτό δεν σημαίνει ότι αδιαφορεί για ζητήματα ζωτικά των σχισματικών, όπως είναι η έγκυρη - αληθινή χειροτονία, που συνιστά Μυστήριο. Δεν αρκεί να ομολογεί κανείς ορθή πίστη. Οφείλει ο πιστός ν’ αγωνίζεται για την έγκυρη χειροτονία όσο και για τα δόγματα.
«Αρκείν τούτο ηγείσθε, ειπέ μοι, το λέγειν ότι ορθόδοξοι εισι, τα της χειροτονίας δε οίχεται και απόλωλε; Και τι το όφελος των άλλων, ταύτης ουκ ηκριβωμένης; (=πες μου, νομίζεις ότι αρκεί αυτό, το να λες ότι είναι ορθόδοξοι, τα σχετικά όμως με τη χειροτονία έφυγαν και χάθηκαν; Και ποιο το όφελος των άλλων αν αυτή δεν είναι εξακριβωμένη;)
Ώσπερ γαρ υπέρ της πίστεως, ούτω και υπέρ ταύτης μάχεσθαι χρή» (=διότι όπως ακριβώς πρέπει να μαχόμαστε για την πίστη, έτσι και για αυτήν)(Αυτόθι).
Πάντως, έμμεσα έστω, προϋποθέτει ο Χρυσόστομος τα σχίσματα και τις διαιρέσεις «ιάσιμα» φαινόμενα, όπως τα χαρακτήριζε ο Μέγας Βασίλειος (Κανόνας A' από την Επιστολή του 125, 1: ΒΕΠΕΣ 55, 151).
Στο ζήτημα τούτο επιχειρεί βαθύτερη τομή ο Χρυσόστομος κι εξηγεί ότι τα σχίσματα δεν οφείλονται σε διαφορά στην πίστη, αλλά σε διάσταση «γνώμης», διαθέσεως, ένεκα «φιλονεικίας» από ανθρώπινη αδυναμία.
«Ουδέ γαρ από του διεστάναι κατά την πίστιν τα σχίσματα εγίνετο, αλλά από του την γνώμην διηρήσθαι κατά ανθρωπίνην φιλονεικίαν» (=διότι τα σχίσματα δεν έγιναν από διαφορά στην πίστη, αλλά από διαίρεση της γνώμης λόγω ανθρώπινης φιλονεικίας) (Εις Α' Κορ., Ομιλ. Γ 1: PG 61, 23).
Και πρόκειται για ανθρώπινη αδυναμία, διότι διακρίνει την συμφωνία στα νοήματα από την «γνώμη».
«Έστι δε και τοις νοήμασι συμφωνούντα (= τον άνθρωπον), μηδέπω και τη γνώμη συμφωνείν» (Αυτόθι). Η θεωρητική συμφωνία στην διδασκαλία δεν εξασφαλίζει την ταυτότητα διαθέσεως ή ενεργειών και άρα την ομόνοια.
«Επειδή γαρ είπεν “ίνα το αυτό λέγητε” (Α' Κορ. 1, 10), μη νομίσητε, φησίν, ότι μέχρι ρημάτων είπον είναι την ομόνοιαν· την γαρ από διανοίας συμφωνίαν επιζητώ» (=επειδή δηλαδή είπε (ο Παύλος) ¨να λέτε το ίδιο¨, μη νομίσετε, λέει, ότι είπα ότι η ομόνοια πρέπει να είναι μέχρι τα λόγια· διότι επιζητώ τη συμφωνία από τη διάνοια) (Εις Α' Κορ., Ομιλ. Γ' 1: PG 61, 23).

Σχίσματα με αφορμή την νηστεία
Περισσότερο συγκεκριμένα συνδέει ο Χρυσόστομος τα σχίσματα και τις διαιρέσεις με θέματα πρακτικά, όπως η νηστεία, η διαφορά στην οποία οδηγούσε κάποιους αντιοχειανούς, που ακολουθούσαν ιουδαϊκά έθιμα, σε απόσχιση από το πλήρωμα της Εκκλησίας και σε ακοινωνησία. Ο χρόνος και ο τρόπος νηστείας δεν πρέπει να σχίζουν την Εκκλησία.
«Μη τοίνυν φιλονεικώμεν, μηδέ εκείνο λέγωμεν "τοσούτον ενήστευσα χρόνον και νυν μεταθήσομαι;” ...Αισχύνη γαρ εστιν ου το μεταβάλλεσθαι προς το βέλτιον, αλλά το μένειν επί της ακαίρου φιλονεικίας» (= Ας μη φιλονεικούμε λοιπόν, ούτε να λέμε εκείνο το «τόσο χρόνο νήστεψα και τώρα θα αλλάξω;» … Διότι ντροπή δεν είναι το να μεταβληθούμε προς το καλύτερο, αλλά το να επιμένουμε στην άκαιρη φιλονεικία) (Κατά ιουδαίων Γ 5: PG 48, 869).
Οι για τέτοιους λόγους φιλονεικίες και αποσχίσεις χαρακτήριζαν τους ιουδαίους και ουσιαστικά είναι σκιαμαχίες, που αποβαίνουν εις βάρος των όντως μεγάλων και σπουδαίων ζητημάτων της πίστεως. Και ενώ δεν είναι «έγκλημα» ο διαφορετικός χρόνος της νηστείας, γίνεται ασυγχώρητο σφάλμα το σχίσμα, που προκαλείται με τέτοια αφορμή. Το σχίσμα τούτο είναι ασυγχώρητο και πολύ τιμωρητέο, διότι οδηγεί σε ακοινωνησία, σε μη μετοχή στην λειτουργική ζωή της Καθολικής Εκκλησίας και άρα στην δημιουργία παρεκκλησιαστικής σχισματικής ομάδας.
«Μη τοίνυν σκιομαχώμεν, μηδέ των τυχόντων φιλονεικούντες, εν τοις μεγάλοις εαυτούς καταβλάπτωμεν. Το μεν γαρ τώδε ή τώδε χρόνω νηστεύσαι ουκ έγκλημα, το δε σχίσαι Εκκλησίαν και φιλονείκως διατεθήναι και διχοστασίας εμποιείν και της συνόδου διηνεκώς εαυτόν αποστερείν ασύγγνωστον και κατηγορίας άξιον και πολλήν έχει τιμωρίαν» (=Ας μη σκιαμαχούμε λοιπόν και ας μη βλάπτουμε τους εαυτούς μας στα μεγάλα πράγματα, φιλονεικώντας για τα ανάξια λόγου. Γιατί δεν αποτελεί έγκλημα το να νηστεύουμε αυτήν ή την άλλη περίοδο, αλλά έγκλημα, και μάλιστα ασυγχώρητο και άξιο καταδίκης και πρόξενο μεγάλης τιμωρίας, είναι η διαίρεση της Εκκλησίας, ο διαπληκτισμός, η σπορά της διχόνοιας, και η συνεχής αποστέρηση του εαυτού μας από τις συνάξεις των πιστών) (Κατά Ιουδαίων Γ' 5: PG 48, 872).
Η Εκκλησία, επιμένει ο Χρυσόστομος με αφορμή την από μέρους χριστιανών τήρηση εθίμων ιουδαϊκών, ποτέ δεν θεώρησε πρωτεύον και θεμελιώδες τον χρόνο της νηστείας. Ο ορισμός της νυν περιόδου νηστείας έγινε μόνο χάριν της ομόνοιας.
«Ουδέ γαρ η Εκκλησία χρόνων ακρίβειαν οίδεν. Αλλ ’ επειδή παρά την αρχήν πάσιν έδοξε τοις πατράσι διηρημένοις ομού συνελθείν και ταύτην ορίσαι την συμφωνίαν αγαπώσα, κατεδέξατο το επιταχθέν» (=ούτε και η Εκκλησία αναγνωρίζει την υποχρεωτική και ακριβή τήρηση των καιρών. Αλλά επειδή από την αρχή φάνηκε καλό στους πατέρες, που ήταν διασκορπισμένοι παντού, να μαζευτούν και να ορίσουν την ημέρα αυτή, η Εκκλησία αγαπώντας τη συμφωνία αποδέχτηκε την απόφαση) (Αυτόθι).
Θέματα μη δογματικά δεν πρέπει να οδηγούν σε σχίσμα, ακόμα και αν η Εκκλησία σφάλλει. Ακραία περίπτωση, βέβαια, συγγνωστή όμως για τον Χρυσόστομο.
«Ει γαρ και εσφάλλετο η Εκκλησία, ου τοσούτον κατόρθωμα από της των χρόνων ακριβείας ην, όσον έγκλημα από της διαιρέσεως και του σχίσματος τούτου» (= Διότι και αν ακόμη η Εκκλησία έσφαλλε, δεν θα ήταν το κατόρθωμα από την ακριβή τήρηση των χρόνων τόσο μεγάλο, όσο είναι το έγκλημα που προέρχεται από τη διαίρεση και το σχίσμα αυτό) (Στο ίδιο: PG 48, 870).


Ένα συγκλονιστικό κείμενο-μνημείο! (Ομιλία ΙΑ στην προς Εφεσίους Επιστολή).
Εάν λοιπόν θέλωμεν να απολαμβάνωμεν το Πνεύμα το όποιον έρχεται από την κεφαλήν, ας είμεθα στενά συνδεδεμένοι μεταξύ μας.

Διότι δύο τρόποι αποκοπής από το σώμα της Εκκλησίας υπάρχουν· ο ένας, όταν ψυχράνωμεν την αγάπην, ο δεύτερος δε, όταν τολμήσωμεν πράγματα που είναι ανάξια να γίνωνται εις εκείνο το σώμα˙ διότι και με τους δύο αυτούς τρόπους χωρίζομεν τους εαυτούς μας από το πλήρωμα της Εκκλησίας. Εάν δε εμείς, που έχομεν ταχθή να οικοδομώμεν και άλλους εις αυτό, πρώτοι γινώμεθα εμείς αίτιοι διά ν’ αποσχίζωνται από αυτήν, τί δεν θα πάθωμεν;

Τίποτε δεν θα ημπορέση να διαιρέση τόσον εύκολα την Εκκλησίαν, όσον η φιλαρχία˙ τίποτε δεν παροξύνει τόσον τον Θεόν, όσον το να διαιρεθή η Εκκλησία. Και αν ακόμη έχωμεν πράξει άπειρα καλά, δεν θα καταδικασθώμεν ολιγώτερον από αυτούς οι οποίοι διεμέλισαν το σώμα του, εμείς οι οποίοι διαιρούμεν το εκκλησιαστικόν πλήρωμα.

Διότι εκείνο μεν έγινε προς όφελος της οικουμένης, αν και δεν το έκαναν από αυτόν τον σκοπόν˙ αυτό όμως εις τίποτε πουθενά δεν χρησιμεύει, αλλ’ είναι μεγάλη η βλάβη.
Αυτά δεν λέγονται μόνον προς τους άρχοντας, αλλά και προς τους αρχομένους.

Κάποιος δε άγιος άνδρας είπε κάτι το οποίον φαίνεται ότι είναι τολμηρόν, πλην όμως το είπε. Ποιο είναι δε αυτό; Ούτε το αίμα του μαρτυρίου ημπορεί να εξαλείψη αυτήν την αμαρτίαν.

Διότι, ειπέ μου, διατί μαρτυρείς; δεν το κάνεις αυτό διά την δόξαν του Χριστού; Συ λοιπόν ο οποίος θυσιάζεις την ζωήν σου υπέρ του Χριστού, πώς εξολοθρεύεις την Εκκλησίαν, υπέρ της οποίας πρώτος εθυσιάσθη ο Χριστός;

Άκουσε τον Παύλον ο οποίος λέγει˙ «Δεν είμαι άξιος να ονομάζωμαι απόστολος, διότι κατεδίωξα την Εκκλησίαν του Θεού». Δεν είναι μικρά αυτή η βλάβη από τους εχθρούς, αλλά πολύ μεγάλη. Διότι εκείνη μεν αναδεικνύει αυτήν και λαμπροτέραν, ενώ αυτή καταισχύνει αυτήν και ενώπιον των εχθρών της, όταν δηλαδή πολεμήται υπό τα ίδια τα τέκνα της. Διότι είναι μεγάλη απόδειξις απάτης το να μεταβάλλωνται έξαφνα και να διάκεινται ως εχθροί αυτοί οι οποίοι εγεννήθησαν και ανετράφησαν μέσα εις την εκκλησίαν και έχουν γνωρίσει με ακρίβειαν τα απόρρητα της πίστεως.

Αυτά δι’ εκείνους οι οποίοι με αδιαφορίαν ακλουθούν εκείνους οι οποίοι διαιρούν την Εκκλησίαν. Διότι και αν ακόμη έχουν αντίθετον προς την Εκκλησίαν πίστιν, και δι’ αυτόν τον λόγον δεν αρμόζει εις εκείνους ν’ αναμιγνύωνται˙ εάν όμως έχουν την ιδίαν πίστιν, τότε πολύ περισσότερον δεν πρέπει να αναμιγνύωνται. Διατί άραγε; Διότι η νόσος προέρχεται από φιλαρχίαν.
Δεν γνωρίζετε τί έπαθον οι περί τους Κορέ και Δαθάν και Αβειρών; και μήπως μόνον αυτοί και όχι και οι μετά από αυτούς;

Τί λέγεις; Η ιδία πίστις είναι, ορθόδοξοι είναι και εκείνοι. Διατί λοιπόν δεν είναι μαζί με εμάς; «Ένας Κύριος, μία πίστις, ένα βάπτισμα». Εάν δε αυτά που κάνουν αυτοί είναι ορθά, τότε τα ιδικά μας είναι λανθασμένα˙ εάν δε τα ιδικά μας είναι ορθά, τότε τα ιδικά των είναι λανθασμένα. «Ώστε να μη είμεθα πλέον νήπιοι, κλονιζόμενοι και παρασυρόμενοι από κάθε άνεμον διδασκαλίας».

Ειπέ μου, νομίζεις ότι αρκεί αυτό, το να λέγης δηλαδή ότι είναι ορθόδοξοι; τα δε της χειροτονίας έφυγαν και εχάθησαν; Και ποιον το όφελος εάν αυτή δεν έγινε κατά τρόπον κανονικόν; Όπως ακριβώς λοιπόν διά την πίστιν, έτσι πρέπει να αγωνιζώμεθα και δι’ αυτήν. Διότι, εάν εις τον καθένα είναι δυνατόν να χειροτονή, όπως οι παλαιοί, και έτσι να γίνωνται ιερείς, ας γνωρίζουν όλοι, ότι εις μάτην έχει οικοδομηθή αυτό το θυσιαστήριον, εις μάτην το πλήρωμα της Εκκλησίας και το πλήθος των ιερέων˙ ας τα καταργήσωμεν αυτά και ας τα καταστρέψωμεν.
Μη γένοιτο, λέγει. Σεις τα κάνετε αυτά και λέγετε μη γένοιτο; Πως λέγεις, μη γένοιτο, την στιγμήν που έχουν γίνει ήδη; Εγώ το λέγω και το επιβεβαιώνω αποσκοπών όχι εις ιδικόν μου συμφέρον, αλλ’ εις την ιδικήν σας σωτηρίαν˙ εάν δε κάποιος αδιαφορή, αυτός θα κριθή˙ εάν δε αυτά δεν ενδιαφέρουν εις κάποιον, εμάς όμως μας ενδιαφέρουν. «Εγώ εφύτευσα», λέγει, «ο Απολλώς επότισεν, αλλ’ ο Θεός έδιδε την αύξησιν».

Πώς θα υποφέρωμεν την ειρωνείαν και τον γέλωτα των ειδωλολατρών; Διότι εάν μας κατηγορούν διά τας αιρέσεις, τί θα είπουν δι’ αυτά; Εάν η αυτή πίστις υπάρχη παντού, εάν τα ίδια μυστήρια, διατί να επιπηδά εις άλλην Εκκλησίαν κάποιος άλλος επίσκοπος; Βλέπετε, λέγει, ότι όλα τα των Χριστιανών έχουν γεμίσει από κενοδοξίαν; Και ότι υπάρχει εις αυτούς φιλαρχία και απάτη; Απογύμνωσέ τους από το πλήθος, λέγει, και δεν θα είναι τίποτε. Κτύπησε και εξολόθρευσε την νόσον, η οποία διαφθείρει τον όχλον.
5. Θέλετε να είπω αυτά τα οποία λέγουν διά την πόλιν μας; με πόσην ευκολίαν ημπορούν να μας κατηγορούν; Είναι δυνατόν, λέγει, εις όποιον θέλει να εύρη οπαδούς και δεν θα λείψουν ποτέ αυτοί. Ω, πόσον αξιογέλαστον πράγμα! πόσης εντροπής άξια είναι αυτά; Αλλά και τα άλλο είναι αξιογέλαστον και το άλλο είναι εντροπή. Αν μερικοί από εμάς κυριευθέντες από τα πιο φοβερά πράγματα, πρόκειται να υποστούν κάποιο επιτίμιον, είναι πολύς ο τρόμος και ο φόβος παντού μήπως κανείς αποσκιρτήση, λέγει, μήπως αποστατήση εις εκείνους. Χιλιάδες φορές είναι προτιμώτερον ν’ αποσκιρτήση αυτός ο οποίος είναι τέτοιος, και να είναι μαζί με εκείνους˙ δεν λέγω δι’ όσους έχουν πλανηθή, αλλ’ εάν κάποιος χωρίς να παρασυρθή ευρίσκεται εις αυτήν την κατάστασιν και θέλει να προσχωρήση εις τους αιρετικούς, ας τα κάνη. Διότι πονώ βέβαια και θρηνώ και οδύρομαι και καίγονται τα σπλάχνα μου, ωσάν να στερούμαι ιδικόν μου μέλος, όμως δεν πονώ τόσον, όσον φοβούμαι μήπως αναγκασθώ από αυτό να κάνω τίποτε που δεν πρέπει.
Δεν είμεθα κυρίαρχοι της πίστεώς μας, αγαπητοί, ούτε παραγγέλλομεν αυτά κατά τρόπον δεσποτικόν˙ έχομεν ορισθή διά την διδασκαλίαν του λόγου και όχι διά εξουσίαν ούτε διά δεσποτισμόν˙ έχομεν θέσιν συμβούλων, οι όποιοι συμβουλεύουν. Εκείνος ο οποίος συμβουλεύει λέγει την γνώμην του, χωρίς να εξαναγκάζη τον ακροατήν, αλλ’ αφήνει αυτόν ελεύθερον να προτιμήση τα λεγάμενα˙ εις τούτο μόνον είναι υπεύθυνος, αν δεν είπη αυτά τα οποία πρέπει να διδάξη. Διά τούτο και εμείς τα λέγομεν αυτά και τα διδάσκομεν, διά να μη είναι δυνατόν εις κανένα από σας την ημέραν της κρίσεως να είπη, 'Κανείς δεν μας είπεν τίποτε, κανείς δεν μας εσυμβούλευσε, δεν τα εγνωρίζαμεν, ενομίζαμεν ότι είναι μηδαμινόν το αμάρτημα’.
Διά τούτο τα λέγω και σας παρακαλώ με επιμονήν, ότι το να δημιουργήση κανείς σχίσμα εις την Εκκλησίαν δεν είναι μικρότερον κακόν από το να πέση εις αίρεσιν. Ειπέ μου, εάν κάποιος υπηρετεί υπό τας διαταγάς κάποιου βασιλέως, και δεν επήγαινε μεν με το μέρος άλλου, ούτε προσεχώρει εις άλλον βασιλέα, αλλ’ έπαιρνε το πορφυρούν ένδυμά του και το εξήπλωνε καταγής, και ολόκληρον διά περόνης το εξέσχιζεν εις πολλά τεμάχια, άραγε θα ετιμωρείτο ολιγώτερον από εκείνους οι οποίοι προσεχώρησαν εις άλλον; Τί δε, εάν μαζί με αυτό, τον ίδιον τον βασιλέα, κρατών από τον λαιμόν, τον έσφαζε και εξέσχιζεν εις κάθε μέλος το σώμα του, ποία καταδίκη θα ήτο αξία των έργων του; Εάν δε κάμνων αυτά εις τον βασιλέα ο οποίος είναι σύνδουλος, θα ετιμωρείσο με την πιο μεγάλην τιμωρίαν, εκείνος ο οποίος σφάζει και διαμελίζει τον Χριστόν, ποίας κολάσεως δεν θα είναι άξιος; Άραγε αυτής με την οποίαν απειλείται; Δεν νομίζω, αλλά άλλης πολύ πιο φοβεράς.
Να το ειπήτε αυτό όσαι παρευρίσκεσθε — διότι κυρίως αι γυναίκες έχουν αυτό το ελάττωμα — να διηγηθήτε εις όσας απουσιάζουν αυτό το παράδειγμα, να τας φοβήσετε.

Εάν μερικοί νομίζουν ότι μάς θλίβουν και μάς εκδικούνται με αυτό, ας γνωρίζουν καλώς, ότι άσκοπα τα κάνουν αυτά. Διότι εάν θέλης να μάς εκδικηθής, εγώ σου δίδω τρόπον, με τον όποιον θα ημπορέσης να εκδικηθής χωρίς να ζημιωθής˙ μάλλον δε δεν είναι δυνατόν να εκδηκηθής χωρίς να βλαβής, αλλά με μικροτέραν βλάβην˙ κτύπησέ με, πτύσε με δημοσίως όταν με συναντήσης, πλήγωσέ με. Φρίττεις εις την ακοήν αυτών των πραγμάτων; Εάν φρίττης που σου λέγω να κτυπήσης εμένα, δεν φρίττεις όταν κατασπαράσσης τον Κύριόν σου; τα μέλη του Κυρίου ξεσχίζεις και δεν τρέμεις; Οικία πατρική είναι η Εκκλησία˙ ένα σώμα και ένα Πνεύμα. Αλλά θέλεις να με πολεμήσης. Μέχρι εμένα σταμάτησε. Διατί αντί δι’ εμένα πολεμείς τον Χριστόν; μάλλον δε διατί κτυπάς επάνω εις τας πληγάς του; Βέβαια εις καμμίαν περίπτωσιν δεν είναι καλή η εκδίκησις˙ αλλά το να υβρίζης άλλον από εκείνον ο οποίος σε αδικεί είναι πολύ χειρότερον.
Από εμάς ηδικήθης; Διατί λυπείς εκείνον ο οποίος δεν σε ηδίκησεν; αυτό είναι δείγμα μεγίστης παραφροσύνης. Δεν θα το ειπώ ειρωνευόμενος αυτό το όποιον πρόκειται να είπω, ούτε τυχαίως, αλλ’ όπως το σκέπτομαι και όπως το αισθάνομαι. Διά τον καθένα από σας οι οποίοι θλίβεσθε από εμένα και εξ αιτίας αυτής της λύπης βλάπτετε τους εαυτούς σας και πορεύεσθε αλλού, θα ήθελον να πληγώσω το πρόσωπόν μου ή και να απογυμνώσω το σώμα μου διά να βασανισθή διά ράβδου, είτε δικαίως είτε αδίκως με κατηγορείτε, και εις εμένα ας επιτρέψη την οργήν να πέση, παρά να τολμούν αυτά τα οποία τολμούν. Εαν ημπορούσε να γίνη αυτό, τίποτε δεν θα ήτο, το να πάσχη τέτοια ένας μηδαμινός και ανάξιος λόγου άνθρωπος. Άλλωστε θα ημπορούσα να παρακαλέσω εγώ, ο οποίος ηδικήθην και εξυβρίσθην, τον Θεόν, και θα συνεχώρει τας αμαρτίας σας˙ όχι διότι εισακούομαι τόσον πολύ ως να είμαι άγιος, αλλ’ επειδή ο ηδικημένος, όταν παρακαλή υπέρ εκείνου ο οποίος τον ηδίκησεν, εισακούεται πολύ. «Αν αμαρτήση άνθρωπος εναντίον ανθρώπου», λέγει, «ο Θεός θα δεχθή μεσιτείαν δι’ αυτόν». Εάν δε δεν ημπορούσα να το κάνω εγώ, θα ημπορούσα να ζητήσω και να παρακαλέσω αγίους ανθρώπους και θα το έκαμνον. Τώρα όμως ποίον να παρακαλέσωμεν, αφού υβρίζομεν τον Θεόν;
Πρόσεχε ανωμαλίαν. Διότι από όσους ανήκουν εις αυτήν την εκκλησίαν, άλλοι μεν ουδέποτε προσέρχονται ή μίαν φοράν κατ’ έτος, και τότε όπως τύχη˙ άλλοι δε τακτικώτερον μεν, αλλά και αυτοί όπως τύχη, ομιλούντες και αστειευόμενοι διά το τίποτε˙ άλλοι δε, οι οποίοι φαίνονται ότι δήθεν ενδιαφέρονται, αυτοί είναι εκείνοι οι οποίοι προκαλούν αυτήν την συμφοράν. Εάν λοιπόν ενδιαφέρεσθε και φροντίζετε δι’ αυτά, καλύτερον να ταχθήτε και σεις μαζί με τους αδιαφόρους˙ μάλλον δε το καλύτερον είναι ούτε εκείνοι να είναι αμελείς, ούτε σεις τέτοιοι˙ δεν λέγω δι’ εσάς που παρευρίσκεσθε εδώ, αλλά δι’ εκείνους οι οποίοι αποσκιρτούν. Μοιχεία είναι αυτό το πράγμα. Εάν δε δεν ανέχεσαι να ακούς αυτά δι’ εκείνους, λοιπόν να μη ανέχεσαι ούτε δι’ εμάς˙ διότι το ένα από τα δύο κατ’ ανάγκην γίνεται παρανόμως. Αν μεν λοιπόν υποπτεύεσθε αυτά δι’ εμέ, είμαι έτοιμος να παραχωρήσω το αξίωμα εις όποιον θέλετε˙ μόνον η εκκλησία να είναι μία˙ εάν δε εγώ έγινα νομίμως, πείθετε εκείνους οι οποίοι έχουν αναβή παρανόμως εις τον θρόνον να αποθέσουν ό,τι δεν τους ανήκει.
Αυτά τα είπον, όχι ως προστάσσων, αλλά διά να στερεώσω και να διαφυλάξω εσάς. Επειδή ο καθένας έχει ηλικίαν και ευθύνεται διά τας πράξεις του, παρακαλώ να μη νομίζετε ανευθύνους τους εαυτούς σας, ρίπτοντες το πάν εις εμάς, διά να μη καταστρέφετε τους εαυτούς σας αυταπατώμενοι εις μάτην. Διότι θα δώσωμεν λόγον διά τας ψυχάς σας, αλλ’ όταν εμείς δεν τας επιμελούμεθα πλήρως, όταν δεν παρακαλέσωμεν, όταν δεν νουθετήσωμεν, όταν δεν ικετεύσωμεν. Μετά δε από αυτά, επιτρέψατε και εις εμέ να είπω, «είμαι αθώος από το αίμα όλων σας», και˙ «ο Θεός θα σώση την ψυχήν μου».

Είπατε ό,τι θέλετε και αναφέρατε δικαιολογημένην αιτίαν διά την οποίαν έχετε αποχωρήσει, και θα απολογηθώ. Αλλά δεν έχετε τίποτε να είπητε. Διά τούτο και παρακαλώ έστω και σάς να σταθήτε με γενναιότητα και να επαναφέρετε όσους επλανήθησαν και απεχώρησαν, διά να αναπέμψωμεν μαζί ευχαριστίαν εις τον Θεόν, διότι εις αυτόν ανήκει η δόξα εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
(εκδόσεις ΕΠΕ, τόμος 20, σελ. 705-715)


Πολλά ωφελείται κανείς από τις μνήμες των μαρτύρων.

Ωφείλεται τα μέγιστα στον αγώνα του για την κατάκτηση της αρετής.

Για την περιφρόνηση των παρόντων πραγμάτων.
Πώς να γίνη αλλιώς! Είναι δυνατόν να τους δης να περιφρονούν τη ζωή τους, όλα τα αγαθά αυτής της ζωής, και να μην επηρεασθής;

Ακόμη και να είσαι ο πιο αναίσθητος άνθρωπος, ο πιο νωθρός σε θέματα πνευματικά και ο πιο αδιάφορος, δεν μπορεί η θυσία των μαρτύρων να μη σου εμπνεύση άλλο, υψηλό, ανώτερο φρόνημα.
Δεν μπορεί η μνήμη των μαρτύρων να μη σε κάνη να περιφρονήσης τις απολαύσεις, τα χρήματα, τις ηδονές, και να μην ανάψη μέσα σου την επιθυμία για την άλλη ζωή, εκεί που αγάλλονται τα πνεύματά τους…
Ακόμη, αν τύχη και είσαι άρρωστος, η θύμηση των μαρτυρικών παθημάτων θα σου γίνη αφορμή για να κάνης υπομονή.

Αν πάλι είσαι γερός, αλλά σε πιέζη η φτώχεια, η ανέχεια, έχης προβλήματα οικονομικά ή έστω σε ταλαιπωρή κάποια άλλη δυσκολία,

πόσο αλήθεια θα παρηγορηθής, θα ανακουφισθής από τα δεινά σου σαν φέρης στο νου σου το τι φοβερά, ανυπόφορα βασανιστήρια υπέφεραν εκείνοι οι μάρτυρες της πίστεώς μας!
Να γιατί αγαπώ τις μνήμες των μαρτύρων! δεν ξέρετε πόσο τις αγαπώ και τις ευλαβούμαι.

Όλες τις μνήμες! Όλους τους αγίους! Ανεξαιρέτως!

Ιδιαίτερα όμως τις μνήμες των μαρτύρων γυναικών!

Γιατί εδώ, στην περίπτωση των μαρτύρων γυναικών, βλέπουμε ν’ αγωνίζωνται τα ασθενέστερα σκεύη, το αδύνατο φύλο, ν’ αγωνίζεται και να νικά.

Εδώ η χάρη είναι μεγαλύτερη, το τρόπαιο λαμπρότερο, η νίκη πιο περήφανης.
Να γιατί αγαπώ πιο πολύ τις γιορτές των αγίων γυναικών!


(αρχ. Χρυσοστόμου Αβαγιανού, Αυτοβιογραφικές σελίδες, εκδ. Αποστολική Διακονία, σελ. 46)


Για αυτό βέβαια και γίνεται στα ευαγγέλια πολύς λόγος για τιμωρία και πολύ περισσότερος από ό,τι για βασιλεία.

Επειδή δηλαδή τους αναισθητότερους δεν τους προσελκύει προς την αρετή και δεν τους απομακρύνει από την κακία, τόσο πολύ η υπόσχεση των αγαθών, όσο ο φόβος των λυπηρών, για αυτό λοιπόν ασχολείται περισσότερο με τα λυπηρά και αυτά αναφέρει συνεχώς. Ας μη λυπούμαστε λοιπόν ακούγοντας λόγια δυσάρεστα διότι περιέχουν πολύ κέρδος……….
Άλλοι πάλι τον μεν Κύριο ομολογούν αρνούνται όμως την περί κρίσεως και κολάσεως διδασκαλία, εξαγοράζοντας με σύντομη ευχαρίστηση μεγάλη κόλαση και θέλοντας να παρηγορούν τους εαυτούς τους με το να μη θυμούνται τη γέεννα, ρίχνουν τους εαυτούς τους, χωρίς να το καταλαβαίνουν, στο βάραθρο της απώλειας.

Για αυτό παρακαλώ και να θυμάστε τη γέεννα και να συζητάτε για αυτήν· έτσι στόλιζε με ομορφιά την ψυχή σου.

Διότι είναι μεγάλη η χρησιμότητα που προέρχεται από αυτά τα λόγια. Διότι δεν έδωσε ο Θεός αυτήν την απειλή έτσι τυχαία και την έκανε φανερή από την εδώ ήδη ζωή, αλλά για να μας κάνει με το φόβο καλύτερους. Για αυτό και ο Διάβολος κάνει τα πάντα και μηχανεύεται, θέλοντας να βγάλει αυτήν από τη σκέψη μας.

Μην την απομακρύνεις λοιπόν από τη σκέψη σου, ούτε να λες, «γιατί να στενοχωρώ τον εαυτό μου παράκαιρα»; Στενοχωριέσαι παράκαιρα; Εκείνη είναι η παράκαιρη στενοχώρια, όταν θα υποφέρεις μέσα στη γέεννα……..
Και γνωρίζω βέβαια ότι με τα λόγια αυτά γίνομαι φορτικός και ότι σας στενοχωρώ. Τι να γίνει όμως; Βέβαια δεν θα ήθελα να τα λέω όλα αυτά, αλλά θα ήθελα να έβλεπα ενάρετο τόσο τον εαυτό μου όσο όλους εσάς……..
Και ακριβώς για αυτό σας παρακαλώ να νιώθουμε κατάνυξη ακούγοντας τους περί κολάσεως λόγους.

Άλλωστε δεν υπάρχει τίποτα άλλο πιο γλυκό από την ομιλία αυτή, επειδή κανένα άλλο πράγμα δεν είναι πικρότερο από αυτήν.

Και πώς είναι ευχάριστο, θα πει κάποιος, το να ακούει κανείς ομιλία για κόλαση; Επειδή είναι πολύ τρομερό να πέσουμε στη γέεννα, πράγμα που αποφεύγεται με τους λόγους που μας φαίνονται φορτικοί, και οι οποίοι πριν από αυτό μας παρέχουν και άλλη ευχαρίστηση· συγκρατούν δηλαδή τις ψυχές μας και τις κάνουν ευλαβέστερες, εξυψώνουν τη διάνοιά μας και αναπτερώνουν το λογισμό μας, μας ελευθερώνουν από την πονηρή πολιορκία των επιθυμιών και γενικώς συντελούν στη θεραπεία της ψυχής……

Και ξέρω βέβαια, ότι τίποτε δεν είναι για σας περισσότερο αηδιαστικό από τα λόγια αυτά, αλλά σε μένα τίποτε δεν είναι πιο ευχάριστο από αυτά. Και μακάρι να μπορούσαμε και όταν προγευματίζουμε και όταν δειπνούμε και όταν λουζόμαστε και παντού να μιλούμε για τη γέεννα….
Συνέχεια λοιπόν ας σκεφτόμαστε τους λόγους για αυτά, γιατί δεν μας αφήνει να πέσουμε στη γέεννα το να θυμόμαστε τη γέεννα… και να συζητούμε συνεχώς για αυτήν και έτσι δεν θα αμαρτάνουμε εύκολα. Διότι η μνημόνευση των λόγων αυτών θα μπορέσει, σαν κάποιο πικρό φάρμακο, να καθαρίσει κάθε κακία και να παραμείνει για πάντα μέσα στην ψυχή μας…
Εάν ο φόβος της μελλοντικής κολάσεως έμενε στην ψυχή, θα εξαφάνιζε κάθε ανθρώπινο φόβο. Επομένως εάν κανείς φροντίζει να θυμάται διαρκώς τη γέεννα, θα περιφρονήσει κάθε είδος θανάτου· και αυτό δεν θα τον απαλλάξει μόνο από την παρούσα αγωνία, αλλά και από τη φλόγα της γέενας θα τον απαλλάξει.

Διότι εκείνος που φοβάται συνεχώς την γέενναν του πυρός, ουδέποτε θα πέσει μέσα στη φωτιά της γέεννας εκείνης, διότι θα σωφρονίζεται με τον συνεχή αυτόν φόβο…..
Και αν ακόμη δυσανασχετείτε αναρίθμητες φορές για αυτά τα λόγια, εγώ δεν θα σταματήσω να τα λέω….
Και γνωρίζω μεν, ότι πολλοί ακούνε τα λόγια αυτά με πολλή δυσαρέσκεια, αλλά ποιο το κέρδος εάν σιωπήσω; Διότι εάν σιωπήσω και δεν σας ενοχλήσω καθόλου με τα λόγια μου, είναι αδύνατον να σας απαλλάξω από την κόλαση με τη σιωπή μου αυτήν, αλλά το αποτέλεσμα που θα προκύψει από αυτό θα είναι εντελώς το αντίθετο, διότι έτσι γίνεται μεγαλύτερη η τιμωρία, όχι μόνο για σας, αλλά και σε μένα η σιωπή μου αυτή θα γίνει πρόξενος τιμωρίας.

Ποιο το όφελος από τα ευχάριστα λόγια, όταν δεν βοηθούν στα έργα, αλλά αντιθέτως και βλάπτουν; Ποιο το κέρδος, να σας ευχαριστήσω με τα λόγια και να σας λυπήσω στην πραγματικότητα; Να ευχαριστήσω την ακοή σας και να βλάψω την ψυχή σας; Ακριβώς για αυτό είναι ανάγκη να σας στενοχωρώ εδώ, για να μην τιμωρηθούμε εκεί.

Η Εκκλησία είναι θεραπευτήριο και όχι δικαστήριο των ψυχών.
Δεν καταδικάζει για τα αμαρτήματα, αλλά παρέχει συγχώρηση των αμαρτημάτων.

Τίποτα δεν κάνει τόσο χαρούμενη τη ζωή μας, όσο η ευχαρίστηση που νοιώθουμε στην Εκκλησία.
Στην Εκκλησία συντηρούν τη χαρά τους οι χαρούμενοι,

στην Εκκλησία αποκτούν την ευθυμία οι στεναχωρεμένοι και την ευφροσύνη οι λυπημένοι,

στην Εκκλησία βρίσκουν την ανακούφιση οι ταλαιπωρημένοι και την ανάπαυση οι κουρασμένοι.
" Ελάτε " λέει ο Κύριος, " κοντά μου όλοι, όσοι είστε κουρασμένοι και φορτωμένοι (με θλίψεις και αμαρτίες), κι εγώ θα σας ξεκουράσω" (Ματθ.11:28).

Τι πιο ποθητό θα μπορούσε να υπάρξει απ'αυτή τη φωνή; Τι πιο γλυκό απ'αυτή τη πρόσκληση;

Ο Κύριος σε προσκαλεί στην Εκκλησία για πλούσιο γεύμα.
Σε μεταφέρει από τους κόπους στην ανάπαυση κι από τα βάσανα στην ανακούφιση.

Σε απαλλάσσει από το βάρος των αμαρτημάτων σου.

Γιατρεύει τη στεναχώρια με την ευχαρίστηση και τη λύπη με τη χαρά.
Κανένας δεν είναι πραγματικά ελεύθερος και χαρούμενος, παρά μόνο εκείνος που ζει για τον Χριστό.

Αυτός ξεπέρασε όλα τα κακά και δεν φοβάται τίποτα!

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

Ο περίπατος στο κοιμητήριο.
Η ζωή μας μοιάζει με πορεία. Τίποτε το μόνιμο δεν έχει. Όλα περνούν, όλα φεύγουν!

Το ίδιο προσπερνούμε και τα δυσάρεστα και τα ευχάριστα. Πουθενά δεν σταματούμε.
Να γιατί μου αρέσει αυτό εδώ το μέρος, το κοιμητήριο!

Από όλα τα μέρη μας αυτό εδώ το αγαπώ πιο πολύ.

Γι’ αυτό και το επισκέπτομαι συχνά. Όχι μόνο σαν έχουμε Θεία Λειτουργία. Όχι! Και άλλες ημέρες, μόνος, συχνάζω εδώ.
Πολλές φορές έρχομαι από την πόλη και σταματώ εδώ στο κοιμητήριο. Χωρίς κανέναν συντροφιά. Μέσα στην ερημιά, καταμεσής στους τάφους!

Κάθομαι μέσα στην ερημιά, έχω μπροστά μου τους τάφους και σκέπτομαι...
Πόσες φορές εδώ μέσα δέν θυμάμαι αυτά τα λόγια, που σας είπα στην αρχή! Η ζωή είναι πορεία... Όλα περνούν, και οι χαρές και οι λύπες...
Αφήνω τα μάτια μου ήσυχα να περιεργάζωνται τους τάφους. Από τον ένα τάφο να τρέχουν στον άλλο.

Να θωρούν με προσοχή όλους τους τάφους, των πλουσίων, των φτωχών, μικρών, μεγάλων...
Τα μάτια μου βλέπουν και ο νους μου θυμάται, σκέπτεται, συλλογίζεται.

Η ψυχή μου τρέχει και αυτή στους νεκρούς που είναι θαμμένοι μέσα στους τάφους...

Που να ’ναι άραγε; Που να βρίσκονται; Σε ποιά κατάσταση να ’ναι!

(Από το εγκώμιό του εις την αγίαν Δροσίδα, 689,Ε, Α.Α.Π. 26)

(Αρχιμ. Χρυσοστόμου Αβαγιανού, Αυτοβιογραφικές σελίδες, εκδ. Αποστολική Διακονία, σελ. 47)

Απογοήτευση!
Τα πράγματα της Εκκλησίας είναι πολύ άσχημα˙ κι ας νομίζετε σεις ότι πάνε καλά.

Εδώ είναι το φοβερό: ότι, ενώ βρισκόμαστε ανάμεσα σε πολλά κακά, τα αγνοούμε.
Τι είναι αυτά που λες; Κατέχουμε τις εκκλησίες, τα κτήματα, όλα τα άλλα, οι συνάξεις γίνονται ανεμπόδιστα, κάθε μέρα συγκεντρώνεται ο λαός, και λες ότι είμαστε «καταφρονηταί»;
Και όμως! Δεν θα κρίνης την Εκκλησία από αυτά. Αλλά από που; θα μου πής.

Εάν υπάρχη ευλάβεια, εάν κάθε μέρα φεύγουμε από το ναό για τα σπίτια μας κερδισμένοι, εάν καρπωνόμαστε ωφέλεια πνευματική πολλή ή λίγη και δεν εκτελούμε απλώς κάποια συνήθεια.
Σας ερωτώ: Ποιος έγινε καλύτερος που ένα μήνα σχεδόν έρχεται εδώ; Αυτό είναι το ζητούμενο!
Ο στρατιώτης που γυμνάζεται τελειοποιείται στην τακτική του πολέμου˙

ο αθλητής που πηγαίνει στην παλαίστρα γίνεται πιο έμπειρος στην πάλη˙

ο γιατρός που έρχεται στον δάσκαλο προοδεύει στην επιστήμη του και πιο πολλά γνωρίζει και πιο πολλά μαθαίνει˙

συ τί κέρδισες;
Νομίζετε ότι το να έρχεσθε τακτικά στη σύναξη, αυτό είναι ευλάβεια; Αυτό τίποτε δεν είναι!

Αν κάτι δεν κερδίζουμε, αν κάτι δεν αποκομίζουμε, τότε καλύτερα να μένουμε σπίτι!
Πρέπει να ’χουμε υπ’ όψη μας, ότι οι πρόγονοί μας έκτισαν τις εκκλησίες, όχι για να μας συγκεντρώνουν από τα σπίτια μας εδώ και να μας δείχνουν τον ένα στον άλλο!

Αυτό μπορούσε να γίνη και στην αγορά, και στα λουτρά, και σε μία πομπή!

Όχι. Ήθελαν συγκεντρώνοντας μαζί μαθητές και δασκάλους να μας κάνουν καλύτερους!
Να, ήλθε το Πάσχα! Τι θόρυβος! τι ταραχή! Δεν μπορώ να πω τι πολλοί άνθρωποι! Διότι αυτά δεν είναι των ανθρώπων.

Τελείωσε η γιορτή, ο θόρυβος εκόπασε, και ξαναγύρισε η ησυχία η άκαρπη. Πόσες παννυχίδες, πόσες ιερές υμνωδίες!

Και τι έγινε; Χειρότερα.

Πολλοί έρχονται και από κενοδοξία.
Πώς, λοιπόν, να μη σπαράζω μέσα μου, όταν βλέπω ότι όλα πηγαίνουν σαν σε τρύπιο πιθάρι;
Πολλές φορές σκέφθηκα να μη ξαναμιλήσω, βλέποντας πως κανένα καλό δεν βγαίνει από τα λόγια μας…

Ή μήπως βγαίνει, εγώ όμως, κυριευμένος από ιερή απληστία και την πολλή επιθυμία, παθαίνω το ίδιο με εκείνους που κάνουν σαν τρελλοί για χρήματα;
Δηλαδή, όπως εκείνη, οι πλεονέκτες φιλάργυροι, όσα κι αν αποκτήσουν νομίζουν πως τίποτε δεν έχουν, έτσι και εγώ, επειδή επιθυμώ πάρα πολύ την σωτηρία σας, νομίζω πως τίποτε δεν έχω κάνει, λαχταρώντας να σας δω στην κορυφή της τελειότητος;
Πολύ θα ‘θελα να ‘ναι έτσι…, φοβούμαι όμως μήπως πέφτω έξω!

(Από την ΚΘ Ομιλία του στις Πράξεις των Αποστόλων, Α.Α.Π. 78, 231)

(αρχιμ. Χρυσοστόμου Αβαγιανού, Αυτοβιογραφικές σελίδες, εκδ. Αποστολική Διακονία, σελ. 62-63)

 

Σας αγαπώ!
Τίποτε δεν μου είναι πιο ποθητό από σας, ούτε τούτο το φως!

Γιατί μυριάκις θα ευχόμουν ο ίδιος να τυφλωθώ, αν ήταν δυνατό με αυτό να σώσω τις ψυχές σας˙

ναι! έτσι, ειλικρινά, από το ίδιο το φως πιο γλυκειά μου είναι η σωτηρία σας!
Διότι, τι θα με ωφελήσουν οι ακτίνες του ήλιου, όταν ο πόνος μου για σας απλώνη πάνω στα μάτια μου το σκοτάδι;

Πράγματι! Το φως τότε είναι ωραίο, όταν γίνεται μέσα στη χαρά, αφού στην θλιμμένη ψυχή αντίθετα φαίνεται ενοχλητικό.
Ότι δε δεν σας λέγω ψέματα, ο Θεός να μη δώση να το επιβεβαιώσετε.

Αλλά, αν κάποτε συμβή κάποιος από σας να αμαρτήση, ελάτε να με δήτε εκεί που κοιμάμαι˙ να χαθώ, αν δεν μοιάζω με τους παράλυτους, αν δε κάνω σαν τρελλός, αν, σύμφωνα με τον Προφήτη, «και το φως των οφθαλμών μου και αυτό ούκ έστι μετ’ εμού» (Ψαλμ. 37,11).
Τι να ελπίζουμε, αν σεις δεν προοδεύετε; Ποιά άλλη η δική μας στενοχώρια, αν σεις δεν ευδοκιμείτε;

Μου φαίνεται σαν να πετώ όταν ακούσω κάτι καλό για σας!
«Πληρώσατέ μου την χαράν» (Φιλιπ. 2,2)!

Τόσο μόνο παρακαλώ, όσο και η επιθυμία μου για την προκοπή σας. Εκείνο δε που συναγωνίζομαι με όλους είναι τούτο, ότι σας αγαπώ, ότι σας έχω σφιχταγκαλιάσει, ότι εσείς μου είστε το πάν, και πατέρας και μητέρα και αδέλφια και παιδιά!
Μη, σας παρακαλώ, μη νομίσετε ότι κάτι που λέγω, το λέγω από κακία, από αποστροφή. Όχι! το λέγω για διόρθωση.

Γιατί λέγει η Γραφή «αδελφός υπό αδελφού βοηθούμενος, ως πόλις οχυρά» (Παροιμ. 18,19).
Μη περιφρονήσετε τον λόγο μου! Ούτε εγώ περιφρονώ τον δικό σας!

Αντίθετα θα ήθελα να διορθώνομαι από σας, θα ήθελα να μαθαίνω! Όλοι εμείς είμαστε αδέλφια, ένας είναι ο Καθηγητής μας!

Πλην όμως είναι δυνατόν ανάμεσα στ’ αδέλφια ένας να διατάζη και οι άλλοι να υπακούουν!
Μη, λοιπόν, μη περιφρονείτε, αλλά όλα ας τα κάνουμε προς δόξαν Θεού, ότι αυτώ η δόξα εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.


(Από τη Γ Ομιλία στις Πράξεις των Αποστόλων, Α.Α.Π. 76,268, στο Αρχιμ. Χρυσοστόμου Αβαγιανού, Αυτοβιογραφικές σελίδες..., εκδ. Αποστολική Διακονία, σελ. 60-61)

 


Λιώσαμε, ρέψαμε, μύριους θανάτους πεθάναμε˙ και αυτά είναι σε θέση να τα πουν πιο αναλυτικά εκείνοι που μεταφέρουν τα γράμματα, αν και λίγο έζησαν κοντά μας, προς τους οποίους ούτε λίγο να μιλήσουμε δεν μπορέσαμε, καταβεβλημένοι από τους συνεχείς πυρετούς, τους οποίους έχοντας νύχτα μέρα ήμουν αναγκασμένος να βαδίζω και επί πλέον να πολιορκούμαι από τη ζέστη, να λιώνω από την αγρυπνία, να χάνομαι από την έλλειψη των αναγκαίων και από εκείνους που θα με βοηθούσαν. Χειρότερα έχουμε πάθει και υποφέρουμε από αυτούς που δουλεύουν στα μεταλλεία και από αυτούς που κρατούνται στις φυλακές.
Όταν δε ύστερα από πολλά πάτησα στην Καισάρεια, ήλθα σαν από τρικυμία σε γαλήνη και σε λιμάνι. Αλλ’ ούτε αυτό το λιμάνι κατάφερε να γιατρέψη τη συμφορά˙ τόσο μεγάλο κακό πάθαμε τον περασμένο χρόνο.

Εν τούτοις, όταν ήλθα στην Καισάρεια ανακουφίσθηκα λιγάκι, γιατί ήπια νερό καθαρό, γιατί δεν έφαγα ούτε βρώμικο ούτε κατάξερο ψωμί, γιατί δεν λουζόμουν ακόμη μέσα σε σπασμένα πιθάρια αλλά βρήκα οπωσδήποτε ένα λουτρό, γιατί έχω την άδεια, για την ώρα, να ξαπλώσω σε κρεβάτι.
Μπορούσα ακόμη περισσότερα από αυτά να πω, αλλά για να μη φέρω σύγχυση σ’ αυτά που έμαθες, σταματώ εδώ τον λόγο, προσθέτοντας εκείνο, ότι δηλαδή να μη σταματήσης να ελέγχης όσους μας «αγαπούν», γιατί αν και έχουμε τόσους πιστούς φίλους, με τόσο μεγάλη δύναμη, δεν καταφέραμε αυτό που καταφέρνουν οι κατάδικοι, να μείνουμε σε πιο καλό, σε πιο κοντινό τόπο˙ έτσι, αν και το σώμα μας είναι σε απελπιστική κατάσταση και ο φόβος των Ισαύρων πολιορκεί τα πάντα, δεν καταφέραμε αυτή τη μικρή και τιποτένια χάρη.
Δόξα τω Θεώ και γι' αυτό! Διότι δεν σταματούμε να τον δοξάζουμε για όλα. Είη το όνομα αυτού ευλογημένον εις τους αιώνας!
Πολύ όμως απόρησα και με το δικό σου, γιατί τέταρτη είναι ή και πέμπτη αυτή η επιστολή που έχω στείλει στην αγάπη σου και στην κοσμιότητά σου, και δέχθηκα μία μονάχα. Αν και τούτο δεν ήταν δύσκολο, να γράφης πιο συχνά. Και αυτά δεν σου τα λέγω κατηγορώντας σε˙ γιατί η αγάπη δεν βγαίνει από την πίεση, αλλά από την διάθεση.

Πάρα πολύ όμως στεναχωρούμαι, που τόσο γρήγορα μας έβγαλες από το μυαλό σου και μας έστειλες ύστερα από τόσο καιρό ένα γράμμα.
Αν λοιπόν δεν ζητούμε τίποτε το φορτικό ή το δύσκολο, να μας δίνης αυτό που εξουσιάζεις, που είναι στο χέρι σου. Γιατί για τα άλλα δεν ενοχλούμε, για να μην κουράζεσαι μάταια και σου φανούμε φορτικοί και βαρετοί. (120η επιστολή του. Προς Θεοδώρα, Migne 52,674-675)

(αρχιμ. Χρυσοστόμου Αβαγιανού, Αyτοβιογραφικές σελίδες και απάνθισμα κειμένων, εκδ. Αποστολ. Διακονία, σελ. 103-104)

    Αλλά, λέει, αυτός που τελείωσε την ζωή του σαπίζει και καταστρέφεται και γίνεται σκόνη και στάχτη. Και τι σημασία έχει αυτό, αγαπητέ; Γι’ αυτό ακριβώς πρέπει να χαίρεται κανείς.

Διότι, και όταν κάποιος πρόκειται να οικοδομήση ένα σπίτι που χάλασε και έγινε παλιό, πρώτα βγάζει έξω τους ενοίκους, και μετά γκρεμίζει το σπίτι και χτίζει λαμπρότερο. Και εκείνους που τους έβγαλε έξω δεν τους λυπεί αυτό που έγινε, αλλά περισσότερο τους ευφραίνει• διότι δεν προσέχουν το γκρέμισμα που βλέπουν, αλλά φαντάζονται την μελλοντική οικοδομή, την οποία δεν βλέπουν.

Έτσι λοιπόν και ο Θεός, επειδή θέλει να κατασκευάση, διαλύει το σώμα μας, και την ψυχή που κατοικεί μέσα σ’ αυτό την βγάζει έξω πρώτα σαν από κάποιο σπίτι και, αφού κατασκευάση λαμπρότερη κατοικία, την βάζει πάλι μέσα με μεγαλύτερη δόξα. Ας μη προσέχουμε λοιπόν στο γκρέμισμα, αλλά στην μελλοντική λαμπρότητα.
    Και εάν πάλι κάποιος έχη έναν ανδριάντα κατεστραμμένο από την σκουριά και τον χρόνο, και σε πολλά μέρη σπασμένο, αφού τον κομματιάση, τον βάζει μέσα στο καμίνι και λειώνοντάς τον εντελώς, τον παρουσιάζει έτσι πιο λαμπρό.

Όπως ακριβώς λοιπόν η διάλυσις στο καμίνι δεν είναι αφανισμός, αλλά κάποια ανακαίνισις του ανδριάντα εκείνου, έτσι και ο θάνατος των δικών μας σωμάτων, δεν είναι κάποια καταστροφή, αλλά ανανέωσις.

Όταν λοιπόν δης, όπως ακριβώς στο καμίνι, να διαλύεται η σάρκα μας και να σαπίζη, μη σταματήσης σ’ αυτό που βλέπεις, αλλά περίμενε την ανανέωσι• και να μην αρκεσθής ούτε στο μέτρο αυτού του παραδείγματος, αλλά γύρνα με την σκέψι σου στα προηγούμενα.

Διότι ο ανδριαντοποιός, όταν βάζη χάλκινο σώμα, δεν σου δίνει χρυσό και αθάνατο ανδριάντα, αλλά χάλκινο πάλι κατασκευάζει, ο Θεός όμως δεν κάνει το ίδιο, αλλά, ενώ βάζει μέσα πήλινο και θνητό σώμα, σου επιστρέφει χρυσό και αθάνατο τον ανδριάντα• διότι η γη, αφού δεχθή σώμα φθαρτό και θνητό σου το επιστρέφει άφθαρτο και αθάνατο.


(Ιωάννου Χρυσοστόμου,Εις τον πτωχόν Λάζαρον Ε΄,ΕΠΕ 25,552-576)

Σελίδα 1 από 2

Εύρεση

Δημοφιλή Θέματα (Α-Ω)

αγάπη (193) Αγάπη Θεού (50) αγάπη σε Θεό (12) αγάπη σε Χριστό (42) άγγελοι (10) Αγία Γραφή (51) Αγιασμός (1) Άγιο Πνεύμα (8) άγιοι (16) άγιος (79) αγνότητα (7) άγχος (11) αγώνας (60) αγώνας πνευματικός (27) αθεΐα (96) αιρέσεις (69) αλήθεια (26) αμαρτία (64) Αμβρόσιος άγιος (1) άμφια (1) Ανάσταση (69) ανασταση νεκρών (5) ανθρώπινες σχέσεις (141) άνθρωπος (20) αντίχριστος (6) αξιώματα (3) απιστία (5) αποκάλυψη (4) απόκρυφα (15) αρετή (61) ασθένεια (18) άσκηση (3) αστρολογία (2) Αυγουστίνος άγιος (1) αυτογνωσία (52) Β Παρουσία (9) Β' Παρουσία (10) βάπτιση (4) βάπτισμα (8) Βασίλειος ο Μέγας (1) βία (2) βιβλίο (5) βιοηθική (10) γάμος (40) Γένεση (4) Γεροντικόν (42) γηρατειά (3) γλώσσα (31) γνώση (5) γονείς (44) Γρηγόριος ο Θεολόγος (1) γυναίκα (8) δάκρυα (7) δάσκαλος (11) Δεύτερη Παρουσία (7) Δημιουργία (42) διάβολος (44) διάκριση (43) διάλογος (2) δικαιοσύνη (4) Δογματικα Θέματα (5) Δωρόθεος αββάς (6) εγωισμός (103) εικόνες (17) Ειρηναίος Λουγδούνου άγιος (2) ειρήνη (5) εκκλησία (61) Εκκλησιαστική Ιστορία (12) Εκκλησιαστική περιουσία (2) έκτρωση (1) ελεημοσύνη (15) ελευθερία (16) Ελλάδα (15) ελπίδα (14) Εξαήμερος (2) εξέλιξης θεωρία (15) Εξομολόγηση (70) εξωγήινοι (2) εξωσωματική γονιμοποίηση (5) επάγγελμα (6) επιστήμη (68) εργασία (29) Ερμηνεία Αγίας Γραφής (38) έρωτας (9) έρωτας θείος (1) Ευαγγέλια (59) ευγένεια (5) ευσπλαχνία (6) ευτυχία (23) ευχαριστία (7) ζήλεια (1) ζώα (13) ηθική (5) ησυχία (5) θάνατος (99) θάρρος (15) θαύμα (65) θέατρο (1) Θεία Κοινωνία (47) Θεία Λειτουργία (45) θεία Πρόνοια (2) θέληση (4) θεολογία (12) Θεός (7) Θεοφάνεια (2) θλίψεις (107) θρησκείες (7) θυμός (33) Ιάκωβος Τσαλίκης Όσιος (5) ιατρική (7) Ιγνάτιος Θεοφόρος (7) ιεραποστολή (21) ιερέας (51) ιερωσύνη (3) Ιουδαίοι (1) Ιουστίνος άγιος (1) Ισαάκ ο Σύρος (1) Ισλάμ (3) Ιστορία Ελληνική (5) Ιστορία Παγκόσμια (4) Ιωάννης Χρυσόστομος (16) Καινή Διαθήκη Ερμηνεία (20) Καινή Διαθήκη κριτικό κείμενο NestleAland (5) καρδιά (11) Κασσιανός Όσιος (1) κατάκριση (40) καταναλωτισμός (1) καύση νεκρών (1) κήρυγμα (7) Κλίμακα (4) Κοίμησις Θεοτόκου (11) κοινωνία (87) κόλαση (11) ΚράτοςΕκκλησία (1) Κρίσις Μέλλουσα (3) Κύριλλος Άγιος (1) Λατρεία Θεία (47) λείψανα (2) λογισμοί (29) λύπη (1) μαγεία (5) Μάξιμος Ομολογητής (1) μάρτυρες (6) μελέτη (7) μετά θάνατον (26) μετά θάνατον ζωή (27) Μεταμόρφωση (2) Μεταμόρφωσις (4) μετάνοια (66) μητέρα (11) μίσος (1) μνημόσυνα (4) μοναξιά (11) μοναχισμός (9) μόρφωση (11) μουσική (3) Ναός (2) ναρκωτικά (1) νέοι (7) νεοπαγανισμός (5) νηστεία (13) Νικόλαος Άγιος (2) νους (10) οικονομία (2) Οικουμενισμός (2) ομορφιά (7) όνειρα (21) οράματα (2) Ορθοδοξία (52) όρκος (1) πάθη (37) πάθος (2) παιδεία (8) παιδιά (22) Παΐσιος Όσιος (11) Παλαιά Διαθήκη (1) Παλαιά Διαθήκη Ερμηνεία (6) παλαιοημερολογίτες (6) Παναγία (58) Παπαδόπουλος Στυλιανός (3) παράδειγμα (10) Παράδεισος (44) Παράδοση Ιερά (2) Πάσχα (13) πατρίδα (5) Πατρολογία (1) Πεντηκοστή (4) πίστη (151) πλούτος (12) πνευματική ζωή (67) πνευματικός πατέρας (13) πνευματισμός (8) ποίηση (13) πόλεμος (13) πολιτική (11) πολιτισμός (4) Πόποβιτς Ιουστίνος άγιος (2) Πορφύριος Όσιος (25) Πρόνοια (3) Πρόνοια Θεία (42) προορισμός (6) προσε (1) προσευχή (135) προσοχή (3) προτεσταντισμός (17) προφητείες (1) ραθυμία (3) Ρωμαιοκαθολικισμός (13) Σαρακοστή (4) σεβασμός (2) σοφία (21) Σταυρός (27) Σταύρωση (12) συγχώρηση (8) συνείδηση (1) σχίσμα (4) σώμα (5) ταπεινοφροσύνη (67) ταπείνωση (2) Τεσσαρακοστή Μεγάλη (2) τέχνη (1) Τριάδα Αγία (4) τύχη (2) υλικά αγαθά (3) υπακοή (7) υπαρξιακά (38) υποκρισία (3) υπομονή (39) φαντασία (1) φαντάσματα (2) φιλία (10) φιλοσοφία (13) Φλωρόφσκυ Γεώργιος (3) φόβος (20) φως (2) χαρά (26) χάρις θεία (12) χαρίσματα (2) Χειρόγραφα Καινής Διαθήκης (1) Χριστιανισμός (2) χριστιανός (22) Χριστός (9) Χριστούγεννα (38) χρόνος (15) ψεύδος (11) ψυχαγωγία (1) ψυχή (67) ψυχολογία (15)