Αυξομείωση μεγέθους γραμμάτων.
Κείμενα (blog) - Ιερός Ναός Αγίου Σώστη Νέας Σμύρνης


Ευρισκόμενος ο Άγιος Διονύσιος Ζακύνθου (1547-17 Δεκεμβρίου 1622) εις την χώραν, έτυχε να ανοίξουν τάφον τινά εις τον ναόν του Αγίου Νικολάου των ξένων (ούτω καλούμενον, διότι εκεί ενταφιάζονται οι ξένοι, όστις είναι και η Επισκοπή της αυτής χώρας), δια να ενταφιάσουν άλλο λείψανον και και εκεί εύρον εν σώμα γυναικός, ήτις ήτο προ καιρού αποθαμμένη και ήτο άλυτον με τα ιμάτιά του, διότι απέθανε με δεσμόν αφορισμού η ταλαίπωρος.

Ήλθον όθεν οι συγγενείς της και προσέπεσον εις τους πόδας του Αγίου, παρακαλούντες αυτόν με δάκρυα να υπάγη εις τον άνωθεν ναόν, να αναγνώση ευχήν συγχωρητικήν εις εκείνο το δεδεμένον σώμα, ίσως και ο Κύριος ήθελεν εισακούσει την δέησίν του.

Ευσπλαγχνισθείς ο Άγιος τα δάκρυά των επήγεν εις αυτόν τον ναόν νύκτα βαθείαν, έχων εις την συνοδείαν του τον ρηθέντα διάκονον και τον εφημέριον του αυτού ναού και θεωρών το πτώμα εκείνο, προστάσσει να το εκβάλουν έξω από τον τάφον και να το στήσουν ορθόν εις εν στασίδιον της εκκλησίας.

Τότε φορών το επιτραχήλιόν του και το ωμοφόριον, κλίνας τα γόνατα και προσευχόμενος ώραν ικανήν, εδέετο  του Θεού με θερμά δάκρυα να λύση από τον δεσμό του αφορισμού το άλυτον εκείνο σώμα, αναγινώσκων αυτώ την συγχωρητικήν ευχήν.

Και (ω του θαύματος!) ως να ήτο εμψυχον το άπνουν εκείνο σώμα, κλίναν την κεφαλήν με κάποιον σχήμα προσκυνήσεως προς τον Άγιον, τάχα δια ευχαριστίαν της μεγάλης χάριτος, την οποίαν έλαβεν, έπεσε κατά γης και διελύθη παντελώς εις χώμα και οστά.

Ο δε Άγιος, ως ταπεινόφρων, έβαλε και εις τούτο επιτίμιον προς τους εκεί παρεστώτας, να μην το φανερώσουν ζώντος αυτού εις τινα.

Παρόμοιον θαύμα έκαμε και εις άλλου ανδρός αφωρισμένον λείψανον, εις το χωρίον Καταστάριον.
(Μέγας Συναξαριστής,Βίκτωρος Ματθαίου, τόμος ΙΒ΄,σελ. 440-441)

“Καλώς την κ. Θεώνη”,

είπε ο παπάς βλέποντάς την...
Την ήξερε καλά τη Θεώνη ο πνευματικός. Ήταν από τις περιπτώσεις που υποκλίνεσαι μπροστά τους. Άνθρωπος του Θεού, με γνήσια αγάπη απέναντί Του, με καλή και ευσεβή πολύτεκνη οικογένεια, με διάθεση ελεήμονα, τόσο που δεν υπήρχε άνθρωπος να κτυπήσει τη θύρα της και να μη βρεί μια ανοιχτή αγκαλιά, ένα πιάτο φαΐ, την παρηγοριά και τη στοργή. Γι' αυτό και παραξενεύτηκε για την περασμένη ώρα, αλλά και από τη θέα του προσώπου της φαινόταν συντετριμμένη.
“Πάτερ, δεν θα σας απασχολήσω πολύ. Δεν ξέρω κάν αν είναι κανονική εξομολόγηση αυτό που θέλω. Νιώθω όμως την καρδιά μου πολύ βαριά από κάτι που συνέβη, και αισθάνομαι την ανάγκη να σας το πώ, για να με καθοδηγήσετε. Δεν ξέρω αν είναι αμαρτία αυτό που έκανα. Δημιουργήθηκε όμως μεγάλη ένταση στην οικογένεια”.
...
“Λοιπόν, πάτερ. Πριν λίγες ημέρες βρεθήκαμε στο εξοχικό που έχουμε στην Κόρινθο. Θα έχετε υπόψη σας – έχετε έλθει άλλωστε και το έχετε δεί – ότι πολύ κοντά στο σπίτι μας εκεί, υπάρχει ένα παλιό ξωκκλήσι. Αφιερωμένο στον Άγιο Γεώργιο το μεγαλομάρτυρα – μεγάλη η χάρη Του! Κόντευε μεσημέρι, όταν φτάσαμε, κι ήμασταν όλοι μαζί. Ξέρετε την αγάπη που τρέφει όλη η οικογένεια για τον άγιο, και γι' αυτό θεώρησα υποχρέωση μου, πριν κάνω οτιδήποτε άλλο στο σπίτι, να πάω να προσκυνήσω. Τα παιδιά βέβαια ήταν πεινασμένα κι έπρεπε να μαγειρέψω. Πετάχτηκα λοιπόν στον άγιο, προσκύνησα, μα σαν είδα τη σκόνη, τις αράχνες, την εγκατάλειψη..., θέλησα λίγο να συγυρίσω. Μου φάνηκε ότι ήταν ιεροσυλία να αφήσω τον οίκο του Θεού και τον άγιο χωρίς φροντίδα. Πίστεψα ότι αυτό ήταν το θέλημα του Θεού. Πρώτα δεν πάει η αγάπη στον Θεό και έπειτα στους ανθρώπους; Άρχισα λοιπόν το συγίρισμα και το καθάρισμα. Τα παιδιά ήλθαν να με βρούνε. Φωνάζανε γιατί πείναγαν. Τους εξήγησα ότι σε λίγο θα έλθω, αλλά προηγείται ο άγιος. Προηγείται ο Θεός. Συνέχισα να καθαρίζω, άναψα τα καντήλια, έκαψα και λίγο λιβάνι να μυρίσει ουρανό, και με ικανοποίηση στην καρδιά, έφτασα στο σπίτι”.
Ο ιερέας είχε σκύψει το κεφάλι και άκουγε. Ζούσε την όλη εικόνα που περιέγραφε η Θεώνη και είχε καταλάβει το τι είχε τελικά διαδραματιστεί.
“Κι όταν γυρίσατε, θα έγινε...χαμός, απ' ότι καταλαβαίνω, κ. Θεώνη”.
“Η λέξη χαμός δεν λέει τίποτε, πάτερ. Σαν να είχε έλθει ο εξαποδώ στο σπίτι μας. Φωνές, φασαρίες, χαλασμός. Πέσανε επάνω μου όλα τα παιδιά να με... φάνε. Με κατηγορούσαν ότι τους είχα παρατήσει, ότι δεν τους νοιάζομαι, ότι δεν τους αγαπώ. Ο σύζυγός μου προσπάθησε βέβαια να πάρει το μέρος μου, να καθησυχάσει τα παιδιά – κι είναι έφηβοι, πάτερ, τα ξέρετε – αλλά και αυτός φαινόταν ότι συμμερίζεται στο βάθος τις αντιδράσεις τους. Με πήρε κι εκείνος κάποια στιγμή παράμερα και τα 'κουσα κι από εκείνον. Ο πειρασμός με συνεπήρε. Αναψοκοκκίνησα, μάλωσα μαζί του, φώναξα έντονα και στα παιδιά.
-Ντροπή σας, τους είπα. Τον άγιο πήγα να καθαρίσω. Εκείνος είναι ο προστάτης μας. Έπρεπε κι εσείς κανονικά να έλθετε να βοηθήσετε.
Τελος πάντων, πάτερ, υπήρξε μεγάλη ένταση και πέρασε αρκετή ώρα μέχρις ότου τα πράγματα ησυχάσουν. Και το φαγητό που έφτιαξα, με πόνο και πίκρα το έφτιαξα. Και με μούτρα το έφαγαν. Φύγανε όλοι αμέσως μετά, ο καθένας στον χώρο του, και έμεινα μόνη, μ' ένα τεράστιο “γιατί;” στα χείλη, με καταχνιά και μ' ασήκωτο βάρος στο στήθος...”.
“Κι ήρθατε να με βρείτε”, είπε ο παπάς.
“Πάτερ, πείτε μου. Δεν είχα δίκιο που θέλησα να ετοιμάσω πρώτα τον άγιο; Δεν προηγείται ο ναός και έπειτα όλα τα άλλα;” Η Θεώνη έσκυψε το κεφάλι και τα δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια της.
Ο ιερέας δεν απάντησε αμέσως. Έστρεψε το βλέμμα νοερά στον Κύριο, στην Κυρία Θεοτόκο, και επικαλέστηκε τη βοήθειά τους. Έπρεπε να προσέξει πώς θα απαντήσει. Η κ. Θεώνη ήταν μια ευαίσθητη καρδιά.
“Κυρία Θεώνη”, είπε στο τέλος αργά. “Καταλαβαίνω την αγάπη σας στον Θεό και στους αγίους μας. Και πράγματι η πρώτη και μεγάλη εντολή του Θεού είναι να αγαπάμε Εκείνον με όλη την καρδιά μας, την ψυχή μας, τη διάνοιά μας, τη δύναμή μας. Αλλά, δεν θα συμφωνήσω μαζί σας”.
Η κ. Θεώνη ανασήκωσε το κεφάλι της.
“Δεν θα συμφωνήσω, κ. Θεώνη, γιατί δεν είναι τυχαίο πώς η σπουδαιότερη αρετή για  την Εκκλησία μας, εκείνη που δίνει τον τόνο σε όλες τις άλλες, είναι η διάκριση. Τη συγκεκριμένη ώρα δηλαδή, μεσημέρι, ώρα συνεπώς φαγητού, και έχοντας μάλιστα παιδιά μαζί σας, η προτεραιότητα είναι εκείνα. Το φαγητό έπρεπε πρώτα να ετοιμάσετε, να καθίσετε να φάτε, και έπειτα να πάτε να φροντίσετε το εκκλησάκι του αγίου. Έχω την εντύπωση ότι και τον άγιο να είχαμε τώρα μαζί μας, θα συμφωνούσε μ' αυτό που σας λέω. Και ξέρετε γιατί; Διότι ο Θεός και οι άγιοι ικανοποιούνται και χαίρονται, όταν βρισκόμαστε πρώτα από όλα στη διακονία και στην υπηρεσία των συνανθρώπων μας. Και πρώτοι συνάνθρωποί μας είναι οι δικοί μας, η οικογένειά μας. Δεν θυμάσαστε, κ. Θεώνη μου, αυτό που λέει ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος, ότι γνωρίζουμε πώς αγαπούμε τον Θεό από το πώς αγαπούμε τον συνάνθρωπό μας; Η αγάπη μας στον συνάνθρωπο φανερώνει την αγάπη μας στον Θεό. Αν ήσασταν μόνη σας, τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά. Μα δεν ήσασταν... Λοιπόν κ. Θεώνη, στην προκειμένη περίπτωση πέσατε... “θύμα” της αγάπης σας στον Θεό, ας το πούμε έτσι. Που θα πεί: όταν θέλουμε να εκφράσουμε την αγάπη μας σ' Εκείνον, Εκείνος μας στρέφει στον συνάνθρωπό μας”.
Η κ. Θεώνη δεν μιλόυσε. Με σκυμμένο το κεφάλι τώρα άκουγε τον ιερέα. Μέσα της έκλαιγε για την αδιακρισία της.
“Πάτερ, αμάρτησα. Καταλαβαίνω ότι πρέπει αμέσως να σπεύσω και να ζητήσω συγγνώμη από όλους τους. Τους έκανα να εξοργιστούν και να βρεθούν σε πειρασμό. Τους έκανα να αμαρτήσουν...”
“Ναι, μα όλα τα σβήνει η μετάνοια, κ. Θεώνη. Η συγγνώμη που θα πείτε, στον Κύριο και στους δικούς σας, θα είναι το σφουγγάρι που θα σβήσει την όποια αμαρτία σας. Να πάτε στην ευχή του Θεού!”
π. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΟΡΜΠΑΡΑΚΗΣ, …δι’εμού του αμαρτωλού…, εκδ. ακολουθείν, σελ. 85-92

Ροήν μου των δακρύων...

Τα δάκρυα! Από την εποχή του Αδάμ και της Εύας τρέχουν και δεν έχουν στερέψει από τα μάτια των ανθρώπων τα δάκρυα…Δάκρυα αποτυχίας, απογοητεύσεως, πικρίας, εγκαταλείψεως, συκοφαντίας, αδικίας, εκμεταλλεύσεως, εξορίας, φτώχειας, πόνου, θανάτου… Η υδρόγειος σφαίρα είναι μία φιάλη γεμάτη από τα αλμυρά, ανθρώπινα δάκρυα….

Η πηγή των δακρύων ξεχειλίζει κάθε τόσο στη ζωή του ανθρώπου και κανείς δεν θα μπορέσει να την κλείσει οριστικά μέχρι τη συντέλεια των αιώνων. Το μόνο θετικό στην περίπτωση των δακρύων είναι ότι υπάρχει ο τρόπος αξιοποιήσεώς των: τουλάχιστον, να μη πάνε χαμένα και τα δάκρυα της λύπης να μετασχηματίζονται σε δάκρυα χαράς…

…Όταν τα δάκρυα μας πέφτουν στην αγκαλιά της Παναγίας, Εκείνη τα μετασχηματίζει σε μαργαριτάρια και διαμάντια χαράς! Διότι τα δάκρυα του ανθρώπου, ιδίως όταν αυτά είναι δάκρυα μετανοίας, έχουν τεράστια αξία και αποκτούν εξαίσια ομορφιά μπροστά στα μάτια του Θεού!

Η πηγή της φθαρτής και θνητής υπάρξεώς μας δεν θα παύσει να βγάζει δάκρυα, για πολλούς και ποικίλους λόγους. Ας φροντίζουμε τουλάχιστον τα δάκρυα αυτά να μην  πηγαίνουν χαμένα, να μην χάνονται απλώς στον ωκεανό της ανθρώπινης δυστυχίας.

Ας προσφέρουμε τα δάκρυά μας θυσία στον Θεό των οικτιρμών.

Η Παναγία είναι πάντα στο πλευρό μας, για να σφογγίσει από τα μάτια μας τα δάκρυα και να τα προσφέρει στον Κύριο. Στα ιερά προσκυνήματα υπάρχει συνήθεια να σφογγίζουν την εικόνα της Παναγίας και κατόπιν να μοιράζουν το αρωματισμένο βαμβάκι για ευλογία των πιστών. Κι’ όμως, στην πραγματικότητα συμβαίνει το αντίστροφο: η Παναγία σφογγίζει τα δάκρυά μας με το βαμβάκι της πρεσβευτικής αγάπης και παρουσίας της και τα προσφέρει σαν ‘θυμίαμα εύοσμον’ στον Θεό.

 ‘Η ΠΡΩΤΗ’ μητρ. Ευθυμίου Στύλιου σελ. 283-284 εκδόσεις Γρηγόρη.

Όλα τα δάκρυα δεν είναι καθαρά…
Έπεσες, αμάρτησες, αστόχησες, δηλαδή δεν υπάρχεις σε πληρότητα ζωής όπως ο Χριστός μας αποκάλυψε. Τώρα πλέον έχεις χάσει τη χαρά σου. Ναι, γιατί η χαρά σου ήταν τα κατορθώματά σου. Τα επιτεύγματά σου και όχι ο Θεός. Δεν έπαιρνες τη χαρά από τη σχέση, αλλά από τον νόμο. Η τήρηση ενός νόμου, ενός κανόνα, ήταν που σου έδινε ειρήνη και όχι η σχέση σου με τον Θεό.
Ξέρεις για τι διψάει ο εγωισμός; Για έλεγχο. Θέλει να ελέγχει τα πάντα. Δώσε του νόμους, κανόνες και διατάξεις. Να μπορεί να κυριαρχεί εφαρμόζοντάς τις. Να ικανοποιείται και να αυτοδοξάζεται. Μην του δώσεις όμως σχέση. Μην του δώσεις αβεβαιότητα, ρίσκο, δόσιμο. Εκεί ασφυκτιά. Οι περισσότεροι θρησκευόμενοι αναπαύονται στην τήρηση κανόνων, ώστε να ελέγχουν τη σωτηρία τους. Να την καθορίζουν. Να μετράνε τις αποτυχίες τους, να ξέρουν τι θα αφαιρέσουν και τι θα προσθέσουν στην προσπάθειά τους να κατακτήσουν και να κερδίσουν τον παράδεισο. Για την δική τους αντίληψη ο παράδεισος είναι επίτευγμα μιας συγκεκριμένης προσπάθειας. Τον κερδίζουν με την αξία τους, γιατί αγωνίστηκαν. Βλέπεις ο εγωισμός μας δεν δέχεται τα δώρα του Θεού. Κι όμως κανείς ποτέ δεν θα είναι άξιος για τον παράδεισο. Σε όλους θα δωριστεί από αγάπη και έλεος.
Αυτή η αίσθηση ότι ο Θεός κατακτιέται, ότι ο παράδεισος ανοίγεται με το έτσι θέλω των δικών μας ατομικών κατορθωμάτων, απέχει πάρα πολύ από την Βασιλεία του Θεού. Γιατί εκεί δεν κυριαρχεί το μέτρημα, αλλά το δόσιμο.
Οι περισσότεροι από εμάς, ακόμη κι όταν εντός του πνευματικού μας αγώνα μιλάμε για αμαρτία, πτώση στα πάθη και μετάνοια, έχουμε μια ψυχολογικού τύπου κατανόηση. Όταν λέει κάποιος πιστός «νιώθω ανάξιος», δεν το λέει σε σχέση με τον Θεό, αλλά κυρίως σε σχέση με τον εαυτό του. Νιώθει ανάξιος, γιατί δεν είναι πλέον αυτό που περίμενε ή θα ήθελε να είναι. Δεν έκανε αυτό που πίστευε ότι μπορεί. Έχει κατατριφθεί εντός του η ειδωλική εικόνα του. Αισθανόταν άξιος όχι χάριν της αγάπης, της αποδοχής και της θυσίας του Χριστού, αλλά χάριν των φαντασιακών αρετών του.
Τώρα αισθάνεται ενοχές. Γιατί άραγε; Μα γιατί δεν πίστεψε ποτέ στην δικαιοσύνη του Θεού που είναι έλεος και αγάπη, αλλά στην δική του δικαιοσύνη, στο νόμο του Εγώ του.
Τώρα νιώθει αποτυχημένος, γιατί δόμησε την επιτυχία του στην έξωθεν καλή μαρτυρία και όχι στην έσωθεν ειρήνη με τον Θεό. Νιώθει ντροπή, γιατί έμαθε να κρίνεται στο βλέμμα του άλλου, στη γνώμη του άλλου, και όχι στο ιλαρό βλέμμα του Χριστού.
Αισθάνεται ότι πλέον δεν τον αγαπάει ο Θεός, αλλά ξεχνά ότι ο Θεός που μας απεκάλυψε ο Ιησούς Χριστός, βρέχει επί δικαίους και αδίκους, και κατά τους Πατέρες της εκκλησίας είναι αμετάβλητος και απαθής. Δεν μεταβάλλεται, δεν έχει συναισθήματα, δεν μας αγαπάει σήμερα περισσότερο , γιατί είμαστε «καλά παιδιά», και αύριο λιγότερο, γιατί είμαστε «κακά παιδιά». Μόνο μας αγαπάει. Πάντα το ίδιο παράφορα, ως μανικός εραστής, κατά τον άγιο Μάξιμο Ομολογητή. Εμείς πρέπει να προσπαθήσουμε να συνδεθούμε μαζί Του και να αισθανθούμε την αγάπη Του. Δεν άλλαξε Εκείνος, εμείς δεν μπορούμε να αλλάξουμε για να αισθανθούμε την αγαπητική παρουσία Του.
Τώρα θρηνούμε και κλαίμε. Γιατί; Γιατί χάσαμε τη σχέση με τον Θεό; Μας ενδιαφέρει πραγματικά το πρόσωπό Του; Θέλουμε την παρουσία Του στη ζωή μας;
Μήπως να κοιτάξουμε πιο βαθιά μέσα μας; Να δούμε, είναι άραγε τα δάκρυά μας για τον Χριστό που χάνουμε; Μήπως κλαίμε θρηνώντας την ιδεατή εικόνα μας; Η παντοκρατορία του Εγώ μας τρέμει. Γιατί πάνω κι από τον Θεό πιστεύουμε στα ατομικά μας κατορθώματα. Άλλωστε όλα τα δάκρυα δεν είναι καθαρά. Υπάρχουν και θολά δάκρυα.


(π. Χαράλαμπος Παπαδόπουλος, Κάθε τέλος μια αρχή, εκδ. Αρμός, σελ.85-88)

Ένιωσε την ανάγκη να προσπέσει και να φιλήσει όχι τα πόδια, αλλά τα παππούτσια της γερόντισσας που καθόταν απέναντί του στο εξομολογητάρι. Συγκρατήθηκε όμως. Όχι γιατί είχε ο ίδιος κάνενα πρόβλημα – θεώρησε ότι μια τέτοια κίνηση θα εξύψωνε τον ίδιο -, αλλά γιατί η γερασμένη γυναίκα θα στεναχωριόταν και θα αντιδρούσε.
«Κύριε, τί ψυχές έχεις στον κόσμο τούτο τον απατεώνα; Τί διαμάντι είναι αυτή η γυναίκα; Πώς μπορεί και κρύβεται τέτοια αγιότητα μέσα σ’ ένα τέτοιο ραγισμένο και ετοιμόρροπο σώμα, κυρτωμένο από τα χρόνια, χαμένο μάλιστα μέσα σ’ ένα δρομάκι μιας μικρής συνοικίας;»
Η γερόντισσα ίσα που είχε μπορέσει να σύρει τα πόδια της στο ναό, υποβασταζόμενη μάλιστα από μια μεσήλικη γνωστή της κυρία.
«Πάτερ», είπε η κυρία φέρνοντας την. «επέμενε πάρα πολύ η γιαγιά για να έλθει. Δεν έχει κανέναν στον κόσμο, μάλλον έχει συγγενείς, αλλά μένουν λίγο μακριά, οπότε μένει μόνη. Έτσι την εξυπηρετώ λιγάκι εγώ, όταν μπορέσω.
Καιρό με πιλάτευε να την φέρω, γιατί νιώθει, λέει, πολύ αμαρτωλή που έχει τόσο καιρό να πάρει ευχή από τον παππά, και φοβάται μήπως φύγει ξαφνικά από τη ζωή και βρεθεί στην κόλαση».
Η γερόντισσα είχε καθίσει με το ζόρι στη θέση που της υπέδειξε ο ιερέας. Βαριανάσαινε μάλιστα. Όταν άνοιξε το στόμα της «να μολογήσει τα κρίματα της», όπως χαρακτηριστικά είπε, ένας πόνος και μια οδύνη φάνηκαν να βαθαίνουν τις ρυτίδες του προσώπου της. Δάκρυα άρχισαν να κυλούν από τα βαθουλομένα μάτια της.
«Πάτερ», είπε, και φάνηκε να γέρνει περισσότερο το ήδη κυρτωμένο σώμα της. «Πάτερ, είμαι πολύ αμαρτωλή. Βρωμίζω και τον αέρα που αναπνέω. Απορώ πώς με κρατάει ακόμα ο Θεός που μολύνω έτσι τη γη που κατασκέυασε. Πρέπει να ντρέπονται για μένα οι άγιοι και οι άγγελοι, και μάλλον πρέπει να γελά μαζί μου ακόμη κι αυτός ο τρισκατάρατος, ο εξαποδώ…»
Ο παππάς δεν μίλησε. Κάτι άρχισε να υποψιάζεται για το πνευματικό ύψος της γιαγιάς, γιατί τα λόγια της του θύμισαν αυτά που λέγανε για τον εαυτό τους πάντοτε οι άγιοι της Εκκλησίας, τα ίδια σχεδόν που είχε ακούσει από το στόμα του οσίου γέροντα Ιάκωβου Τσαλίκη, παρόμοια που υμνολογούν οι λατρευτικές ακολουθίες, ιδίως στον υπέρ μέλι σταλαγμό του βιβλίου της Παρακλητικής. Στ΄αυτιά και στο στόμα του συχνά ερχόταν το κατανυκτικό τροπάριο από τον βαρύ ήχο, που ήταν σαν να το έψελνε η γερόντισσα με τον δικό της τρόπο: «Γέγονα των δαιμόνων μεν γέλως, των ανθρώπων δε όνειδος, των Δικαίων θρήνος, των Αγγέλων πένθος, μολυσμός αέρος, και γης και υδάτων. σώμα γαρ εμίανα, ψυχήν και νουν εσπίλωσα, παραλόγοις πράξεσι, Θεώ εχθρός πέφυκα. οίμοι Κύριε, ήμαρτόν σοι, ήμαρτον συγχώρησον».
«Τί σε βαραίνει γιαγιά;» είπε ο παππάς που καταλάβαινε πια ότι είχε χωθεί σ’ έναν μυστικό ανελκυστήρα – την καρδιά της πιστής αυτής γυναίκας – κι ανέβαινε με ιλιγγιώδη ταχύτητα ίσα στα κράσπεδα της Τριαδικής Θεότητας.
«Πάτερ μου, είμαι καταδικασμένη, γιατί δεν αγαπώ όπως πρέπει τον Θεό και τον συνάνθρωπό μου. Έχω πάντοτε στον νου και στην καρδιά μου αυτό που από μικρή με έμαθε ο άγιος παπάς του χωριού μου, τον λόγο του Κυρίου «αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου με όλη την ψυχή και την καρδία σου και τον πλησίον σαν τον εαυτό σου». Πάτερ μου, βλέπω πόσο λειψή είμαι στην αγάπη αυτήν. Οι λογισμοί μου πολλές φορές βρίσκονται σε άλλα πράγματα παρά στην αγάπη του Θεού. Με παρασύρει το στομάχι μου, γιατί πρέπει κάτι να τσιμπήσω για να στέκομαι, όταν κρυώνω φοβάμαι μη και πουντιάσω, οπότε θα γίνω βάρος στην καλή γυναίκα που με έφερε, τρέμω μη και πέσω και σύρω γύρω μου έτσι κι άλλους ανθρώπους…
Κάνω βέβαια λίγα απ’ αυτά που λέει η εκκλησία, αλλά στο σπίτι, όχι στο ναό. Διαβάζω, όσο μπορούν ακόμη τα μάτια μου και καταλαβαίνει το μυαλό μου, λίγο μεσονυκτικό, τον όρθρο, τον εσπερινό και το απόδειπνο. Λέω κάποιες παρακλήσεις στη γλυκιά Παναγία μας κι έχω μάθει από μικρή και τους Χαιρετισμούς. Λέω και το «Κύριε ελέησον», πριν φυράνει το μυαλό μου. Μα, νιώθω πώς δεν φτάνουν αυτά. Σας είπα και πριν πώς με κλέβουν κάποιοι λογισμοί. Οπότε βρίσκομαι μακριά από την αγάπη του Θεού. Κι όσο σκέφτομαι τις ελλείψεις μου, όσο καταλαβαίνω πώς είμαι σαν πτώμα από πλευράς πνευματικής, τόσο μου έρχονται δάκρυα. Κλαίω, πατέρα μου, τον εαυτό μου, κλαίω, κλαίω χωρίς σταματημό…
Πώς λοιπόν να μην είμαι μια βρώμα πάνω στη γη; Χώμα και στάχτη, πάτερ μου. Γι’ αυτό θέλω να μου διαβάσεις μια ευχή, να κοινωνώ άξια, να μη χάσω το έλεος του Θεού, να μη βρεθώ στην κόλαση…»
Τα δάκρυα έτρεχαν βροχή από τα μάτια της γερόντισσας. Μα δεν τα καλόβλεπε κι ο παπάς, γιατί τα δικά του δεν πήγαιναν πίσω.
Ο παπάς άρχισε να νιώθει μια ψυχική ευφορία. Σαν να του μύρισε ευωδιαστό λιβάνι, μα δεν ήταν απ’ αυτό που είχε κάψει στην πρωϊνή λειτουργία.
«Γιαγιά», είπε τρεμουλιαστά, «γιαγιά, σε παρακαλώ να με μνημονεύεις στις προσευχές σου. Συνέχισε, γιαγιά, να κάνεις ό,τι κάνεις και το έλεος του Θεού δεν θα σ’ αφήσει».
Σηκώθηκε. Άρπαξε το ρυτιδιασμένο χέρι της γερόντισσας και το φίλησε πολλές φορές, μουσκεύοντάς το με τα δάκρυά του.
Στο τέλος, λύγισε. Γονάτισε μπροστά της και τότε είδε τη χάρη και το θαύμα που του ‘δωσε ο Χριστός. Όταν σήκωσε τα μάτια του, η γερόντισσα ήταν μέσα σ’ ένα εξαίσιο φως και δίπλα της να την αγκαλιάζει η ίδια η Κυρά η Παναγιά…


(«π. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΟΡΜΠΑΡΑΚΗΣ, …δι’εμού του αμαρτωλού…, εκδ. ακολουθείν, σελ. 37-42»)

 

Αμαρτία – μια ευρύτερη προσέγγιση
...
Για την αμαρτία μόλις μίλησα. Η ηθική, πάλι, είναι μια εξωτερική πλευρά από κάτι που βρίσκουμε στην Αγία Γραφή. Ο Χριστός μάς δίνει εντολές, δίνει το παράδειγμα πώς να είμαστε, πώς να ζούμε. Και μπορούμε είτε να προσπαθήσουμε να ζούμε σύμφωνα με τις εντολές αυτές, είτε να αναρωτηθούμε τι είδους άνθρωπος πρόκειται να γίνω έτσι ώστε αυτές οι εντολές, αυτό το παράδειγμα να είναι η φυσική μου συμπεριφορά, το είναι μου. Και τότε η ηθική παύει πλέον να είναι ένα σύστημα εντολών, καθηκόντων, υποχρεώσεων. Προχωρά ένα βήμα βαθύτερα, περιγράφοντας τι πρέπει να είμαι -και όχι τι πρέπει να κάνω- ώστε να είμαι ένα αληθινό ον και όχι ένας υπ-άνθρωπος όπως όλοι είμαστε – διότι το μόνο ανθρώπινο ον είναι ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός.
Όσο για την αποδεκτή ή μη συμπεριφορά από κοινωνικής πλευράς, αυτή εξαρτάται από το γενικότερο πλαίσιο. Υπάρχουν ιστορικές περίοδοι κατά τις οποίες οι κοινωνικές πιέσεις μάς καλούν ή μας αναγκάζουν να ακολουθήσουμε τον Χριστό. Υπάρχουν άλλες που μας απομακρύνουν. Πρέπει να είμαστε έτοιμοι να κράταμε τη θέση μας και να δείχνουμε τη διαφορά μας χωρίς όμως να απορρίπτουμε τους γύρω μας, να δεχόμαστε να είμαστε διαφορετικοί, να έχουμε διαφορετικές αρχές και να υποστηρίζουμε ότι αυτές είναι οι ανθρώπινες αρχές κaαι οι άλλες όχι.
Είναι ξεκάθαρο ότι, αν ο καθένας μας αναρωτιόταν, “Είμαι ως άτομο αυτό που αισθάνομαι πως θα ήθελα να είμαι;”, θα βρίσκαμε μια σειρά από πράγματα με τα οποία δεν θα είμαστε ευχαριστημένοι, μικρά ή μεγάλα. Ο όρος “μικρά ή μεγάλα” είναι ανακριβής, γιατί μερικές φορές κάνουμε κάτι που φαίνεται πολύ δραματικό, αλλά στην πραγματικότητα δεν κάνει και πολύ κακό, ενώ άλλοτε κάνουμε κάτι πολύ μικρό που είναι πολύ καταστρεπτικό και δηλητηριώδες. Ξέρετε, μπορεί κανείς να μαλώσει πολύ, με κάποιον που αγαπά, και ο καβγάς τελειώνει σαν καλοκαιρινή καταιγίδα. Ή πάλι μπορεί με όλο το δηλητήριο που έχει μέσα του να πει σε κάποιον που θέλει να τον βοηθήσει “Όχι, ευχαριστώ”, κι αυτό να περιέχει πολύ περισσότερη κακία από τον προηγούμενο “καβγά”. Επομένως τα αμαρτήματα, θανάσιμα και συγχωρητέα, δεν πρέπει να μπαίνουν σε κατηγορίες. Είναι πολύ επικίνδυνο.
...
Θυμάμαι κάποτε μια ενορίτισσά μας που μου είπε: “Πάτερ Αντώνιε, γιατί δεν μου φανερώνεις ποιά είναι τα λάθη μου; Δεν θέλω να είμαι κακός άνθρωπος”. Της απάντησα: “Μη σε νοιάζει, δεν θα καταδικαστείς για τα λάθη σου, ο Θεός θα στα συγχωρήσει. Θα καταδικαστείς για τις αρετές σου, γιατί πληρώνουμε γι'αυτές”. Αυτή ήταν μια γυναίκα που αποκάλυπτε ανελέητα στον καθένα ό,τι σκεφόταν για 'κείνον. Και ήταν εξίσου ανελέητη στις πράξεις της όπως και στα λόγια της. Κόστιζε σε όλους μας ακριβά το να υπάρχει ένα τόσο αδίστακτα άγιο άτομο στον περίγυρό μας. Όλους μας μάς βάραινε η αγιοσύνη της, ενώ αναπνέαμε τη στιγμή του αμαρτήματος. Κατά κάποιον τρόπο οι αρετές ήσαν διαβολικές. Αυτή, λοιπόν, είναι μια άλλη άποψη που μπορούμε να διεργαστούμε. Ποιά, δηλαδή, είναι τα θετικά μας στοιχεία που βασανίζουν τους γύρω μας και ποιά είναι τα αρνητικά μας στοιχεία που πληγώνουν και βλάπτουν τους γύρω μας; Αυτή είναι μια δυσάρεστη άσκηση, γιατί το να ανακαλύπτεις τα αρνητικά στοιχεία σου εσύ ο ίδιος είναι αρκετά δυσάρεστο, όμως το να σου τα φανερώνουν οι άλλοι είναι πέρα για πέρα δυσάρεστο.
...
Έχω ακόμη κάτι να πω: Δεν πιστεύω ότι υπάρχουν μερικές αμαρτίες που είναι καλύτερες από άλλες, όμως αυτό που γνωρίζω είναι ότι μερικές φορές δεν μπορούμε να ξεπεράσουμε κάτι απλά και μόνο κόβοντάς το. Συχνά πρέπει να υπάρξει κάτι σαν ενδιάμεση κατάσταση, η οποία αυτή καθαυτή δεν είναι καλή, αλλά που θα καταστήσει τη νίκη εφικτή. Έχω συχνά αναφερθεί, π.χ., σε μια παράγραφο από τη ζωή του Γκάντι, στην οποία μας διηγείται ότι κατά το τέλος της καριέρας του είχε κατηγορηθεί ότι έλεγε ψέμματα, ότι δηλαδή στην αρχή είχε κηρύξει να κάνουν απεργία στα λιμάνια και μόνο όταν ύπηρξε θετική έκβαση, τότε μόνο μίλησε για μη-βία.

Αλλά ο Γκάντι είπε: “Όχι, δεν το καταλάβατε καθόλου. Είδα αυτούς τους ανθρώπους και κατάλαβα ότι ήταν δειλοί. Το να τους παροτρύνω να είναι ταπεινοί και πράοι θα ήταν σα να έκτιζα ένα ευγενές οικοδόμημα πάνω στη δειλία τους. Τους δίδαξα τη βία για να ξεπεράσουν τη δειλία τους, και τους δίδαξα τη μη-βία για να ξεπεράσουν τη βία”.
Πιστεύω ότι έτσι έχουν τα πράγματα για περισσότερους από ένα λόγους. Πιστεύω, π.χ., ότι όταν ο μόνος σκοπός στη ζωή κάποιου είναι η φιλοδοξία, το να σκοτώσεις τη φιλοδοξία του μπορεί να ισοδυναμεί με το να σκοτώσεις το μόνο πράγμα που του δίνει δύναμη. Άφησέ τον να πετύχει κάτι και μετά κάνε τον να ξεπεράσει τη φιλοδοξία του, τότε που θα έχει ανακαλύψει κάτι καλύτερο από την προσωπική φιλοδοξία, κάτι που θα είναι μεγαλύτερο και ευγενές από μόνο του. Δεν μπορείς πάντα να σκοτώνεις ό,τι είναι κακό, γιατί μερικές φορές δε μένει τίποτε ή μένει πολύ λίγο, με το οποίο πρέπει να ζήσει.
Θυμάμαι τις Ιστορίες του Χασιντίμ, του Μάρτιν Μπούμπερ. Αναφέρονται σε κάποιον που πηγαίνει σε έναν Ραβίνο και τον ρωτά: “Πώς μπορώ να σταματήσω τις άσκοπες σκέψεις μου;”. Και ο Ραβίνος του απαντά: “Μην προσπαθείς, διότι δεν έχεις άλλες. Προσπάθησε όμως να βάλεις μια-μια τις πραγματικές σκέψεις στη σειρά και τότε αυτές θα κάνουν πέρα τις άλλες, τις άσκοπες”. Διότι δεν είναι δυνατόν κάποιος να καλύψει ένα κενό χώρο. Στην Αγία Γραφή διαβάζουμε γι'αυτόν που έδιωξε ένα διάβολο από το δωμάτιό του, αλλά το άφησε αφύλακτο. Μετά ο διάβολος επέστρεψε, έριξε μια ματιά, βρήκε το δωμάτιο καθαρό και τακτικό, και γύρισε για να ζήσει εκεί μαζί με ολόκληρη παρέα από διαβόλους. Επομένως δεν είναι απλή υπόθεση, δεν μπορείς να πεις σε κάποιον, “Είσαι περήφανος, γίνε ταπεινός”, ή “Είσαι ανυπόμονος, γίνε υπομονετικός”. Υπάρχουν τρόποι που μπορούμε να εξασκούμαστε.

“On sin”
Metropolitan Anthony: contributions to panel discussion, 23.2.1984

(Μητροπολίτης Αντώνιος του Σουρόζ, Ο ΕΑΥΤΟΣ ΜΑΣ και Ο ΑΛΛΟΣ, στοχασμοί για τις ανθρώπινες σχέσεις, εκδ. Πορφύρα, σελ. 67-71)

Η αναχώρηση (retreat), η συμμέτοχη μας σε ένα αναχωρητικό σεμινάριο, δεν είναι αποτέλεσμα αναδίπλωσης, φόβου για τη ζωή. Δεν είναι μια περίοδος κατά την οποία ασκούμαστε στην απομόνωση για να παραμείνουμε απομονωμένοι. Είναι μια περίοδος κατά την οποία προσπαθούμε να πλησιάσουμε τον βαθύτερο εαυτό μας, έτσι ώστε να μπορούμε να ζούμε με εσωτερικότητα. Τον περισσότερο χρόνο ζούμε, κατά κάποιον τρόπο, εκτός του εαυτού μας. Δεν ζούμε επειδή νιώθουμε την εσωτερική ανάγκη να ζήσουμε, να μιλήσουμε ή να δράσουμε με ορισμένο τρόπο. Τις περισσότερες φορές απλά αντιδρούμε σε εξωτερικά ερεθίσματα. Σπάνιες είναι οι φορές που τα λόγια βγαίνουν από τα βάθη της καρδιάς μας. Τις περισσότερες φορές αρθρώνουμε λέξεις που καθορίζονται από αυτά που ακούσαμε, από πράξεις που συμβαίνουν έξω από εμάς.

Επομένως, καθώς δεν είμαστε σε επαφή με τον εσώτερο εαυτό μας και ούτε γνωρίζουμε κάποιον τρόπο άμεσης επικοινωνίας με αυτόν, οι πράξεις και οι κουβέντες μας συνήθως εξαρτώνται από αυτά που συμβαίνουν έξω από εμάς, που προκαλούνται δηλαδή. Άρα δεν μπορούμε να πούμε ότι “μιλάμε”, αλλά ότι “απαντάμε”. Δεν μπορούμε να πούμε ότι “δρούμε”, αλλά ότι “αντιδρούμε”. Ένα από τα ουσιώδη ζητήματα της πνευματικής ζωής είναι να μάθουμε να παραμένουμε εντός και όχι εκτός του εαυτού μας, με αυτή την έννοια. Δεν σημαίνει απομόνωση. Δεν σημαίνει να σηκώσουμε ένα φράχτη, ένα τοίχο. Δεν πρόκειται για συμπεριφορά ενός ανθρώπου που περιχαρακώνεται για να μην είναι προσιτός στους άλλους. Αντίθετα, πρόκειται για την περίπτωση του ανθρώπου που βρίσκεται σε επαφή με τον εσώτερο εαυτό του, με τις αισθήσεις του, που είναι σε θέση να μιλά εκ των έσω, διότι τα λόγια του και οι πράξεις του δεν πηγάζουν από εξωτερικά ερεθίσματα.
Αν πάρουμε για παράδειγμα τον Χριστό, ίσως αυτό το χαρακτηριστικό Του να είναι το πιο εντυπωσιακό στην προσωπικότητα Του. Αντιμετωπίζει διαφορετικές καταστάσεις την κάθε στιγμή, όμως αυτό δεν Τον κάνει να αλλάζει. Δρα ανάλογα με την κάθε κατάσταση, αλλά είναι πάντα ο ίδιος, ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός, πάντα πιστός στον εαυτό Του, πάντα ο εαυτός Του.
Αναλογιζόμενοι τη δική μας συμπεριφορά, κατά πάσα πιθανότητα θα ανακαλύψουμε ότι στη διάρκεια μιας μέρας, ανάλογα με τους ανθρώπους στους οποίους απευθυνόμαστε και την συνθήκη στην οποία βρισκόμαστε, φερόμαστε με διαφορετικό τρόπο. Δεν είμαστε τα ίδια άτομα, αλλάζουμε. Και όχι απλως γιατί δρούμε διαφορετικά, αλλά γιατί αλλάζει η αίσθηση που έχουμε για τον εαυτό μας. Αλλάζει η αίσθηση της ταυτότητας μας, σαν να είμαστε διαφορετικοί άνθρωποι σε κάθε διαφορετικό τόπο, σε κάθε διαφορετικό περίγυρο. Αυτό ακριβώς είναι κάτι που θα πρέπει να ξεσυνηθίσουμε. Η αναχώρηση για μικρότερο ή μεγαλύτερο διάστημα, για κάποιες ώρες ή για μακρές περιόδους, σκόπο έχει να μας διδάξει να ξαναβρούμε την ταυτότητα μας, τουλάχιστον σε κάποιον βαθμό: Ποιός είμαι; Πώς μπορώ να φέρομαι ως ο Εαυτός μου και όχι ως μια σειρά ψεύτικων, κατασκευασμένων προσωπικοτήτων που δημιουργούνται από τα εξωτερικά ερεθίσματα;
Επομένως, η ουσία ενός αναχωρητικού σεμιναρίου είναι πράγματι η προσπάθεια να έρθουμε σε επαφή με τον εσωτερικό μας εαυτό, όμως όχι για να περιχαρακωθούμε, όχι για να φυλακιστούμε σε ένα μεγαλόπρεπο πύργο, αλλά για να συντονιστούμε με τον εσωτερικό μας εαυτό έτσι ώστε να μπορούμε να μιλάμε, να δρούμε, να σκεφτόμαστε, να προσλαμβάνουμε τα ερεθίσματα και να ανταποκρινόμαστε σ' αυτά με την κυρίαρχη ελευθερία μιας ανακτημένης, αποκαταστημένης ταυτότητας πάνω στην οποία κυριαρχούμε.
Ως μέρος της προσπάθειας αυτής, τώρα, η εξομολόγηση και η προετοιμασία για την εξομολόγηση μπορεί να παίξουν δημιουργικό και θετικό ρόλο. Ίσως το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο της προετοιμασίας για την εξομολόγηση, και της ίδιας της εξομολόγησης, είναι ότι πρόκειται για μια στιγμή ανάληψης ευθύνης. Δεν περνάμε τη δική μας ευθύνη στους ώμους του ιερέα ή του Θεού. Μια εξομολόγηση έχει νόημα μόνο αν είναι μια στιγμή κατά την οποία στέκομαι ενώπιον της συνείδησής μου και αναλαμβάνω την ευθύνη για το σύνολο της ύπαρξής μου, των πράξεών μου, των λόγων μου. Η λέξη “ευθύνη” πρέπει να βρίσκεται στον πυρήνα και στο κέντρο της επίγνωσης μας, αλλά όχι “επίγνωσης” με τη νομική έννοια ή με την έννοια των τύψεων. Η δίκη μας ευθύνη δεν έχει την ίδια ποιότητα με αυτή του ανθρώπου που πιάστηκε να κλέβει ή να ψεύδεται.

Δεν πρόκειται για δίκη, για καταδίκη, για τιμωρία. Δεν είναι αυτό το θέμα. Το θέμα είναι ότι ο Θεός μας προσφέρει τη δυνατότητα να είμαστε υπεύθυνοι μέσα στο πλαίσιο του κόσμου στον οποίο ζούμε. Μας καλεί να είμαστε οι συνεργάτες Του στο στο χτίσιμο του κόσμου που έπλασε. Δεν πρόκειται για ευθύνη με την έννοια των τύψεων ή του κακού, πρόκειται απλώς για το πως διεκπεραιώσαμε το έργο που μας δόθηκε. Το αν θα τιμωρηθούμε ή όχι είναι άνευ σημασίας. Ακόμα και το αν θα νιώθουμε ντροπή ή όχι είναι κατά κάποιον τρόπο κι αυτό άνευ σημασίας. Σημασία έχει να γνωρίζουμε ότι έχουμε κληθεί σ' αυτό τον κόσμο για να είμαστε δημιουργικοί, συνεργάτες του Θεού, να εργαστούμε για τους ανθρώπους, για εμάς τους ίδιους και για τον κόσμο. Και ότι ο κόσμος έχει εναποτεθεί στη δική μας ευθύνη.
Αυτό είναι το κορυφαίο σημείο της ευθύνης. Ο κόσμος μπορεί να μας συγχωρήσει, το ίδιο κι ο Θεός, και ο πλησίον μας. Δεν έχει διαφορά. Δεν μας καθιστά λιγότερο άπιστους αν μας συγχωρήσει ο Θεός ή ο κόσμος γύρω μας ή κάθε ένας από τους πλησίον μας και αναλάβουν αυτοί το βάρος της ανευθυνότητας μας. Όταν διαβάζω παραβολές της Κρίσεως πάντα αισθάνομαι ότι το ευκολότερο μέρος θα ήταν να σταθούμε στο “εδώλιο”, να κατηγορηθούμε, να καταδικαστούμε και να τιμωρηθούμε. Το τρομερότερο θα ήταν -ή θα είναι- να συνειδητοποιήσουμε ότι απογοητεύσαμε τον Χριστό, τον πλησίον, γενικά τη ζωή, μη κάνοντας ό,τι μας έχει ανατεθεί. Το αν θα συγχωρηθούμε, αυτό είναι δευτερεύον. Εκείνο που μετράει είναι πώς θα κοιτάξουμε στα μάτια αυτούς που μας εμπιστεύθηκε ο Θεός και που εμείς τους απογοητεύσαμε.
Κάνουμε τόσα λάθη. Κρίνουμε λανθασμένα γιατί κρίνουμε σαν να ήμασταν το κέντρο των καταστάσεων: Γιατί να συμβεί αυτό σε μένα; Γιατί έπρεπε να συμβεί αυτό; Γιατί βρίσκεται αυτό το πρόσωπο στη ζωή μου; Και ξεχνούμε ότι μπορεί ο Θεός να μας τοποθέτησε στη ζωή αυτού του ατόμου ή στη συγκεκριμένη κατάσταση γιατί εκεί μας χρειαζόταν. Και είναι δική μας η ευθύνη αν η παρουσία μας αποδειχτεί μάταιη. Προσπεράσαμε μιαν ευκαιρίαν να είμαστε η παρουσία του Θεού, να συμπεριφερθούμε ως Χριστιανοί ή ως υπεύθυνα μέλη αυτού του ανθρώπινου είδους στο οποίο ισχυριζόμαστε ότι ανήκουμε.

Πιστεύω πως αν σκεφτόμασταν με αυτόν τον τρόπο θα συνειδητοποιούσαμε ότι η ζωή -εννοώ η δική μου, η δική σας ζωή, η ζωή του καθενός μας- θα ήταν κατά πολύ πλουσιότερη από όταν επικεντρωνόμαστε μόνο στον εαυτό μας, στον καθένα μας που λέει “Εγώ”, διότι η ζωή δεν περιορίζεται στο “εγώ”. Η ζωή είναι πλατιά, βαθιά, τραγική. Είναι τόσο τραγική όσο οι μεγάλες χαρές και λύπες που προσφέρει. Δεν επικεντρώνεται σε κανέναν από εμάς. Επικεντρώνεται στη μελλοντική ολοκλήρωση, που θα είναι η δική μας ολοκλήρωση. Και ο καθένας μας καλείται να είναι σ' αυτή τη ζωή μια πράξη του Θεού, ένα γεγονός, κάτι που να είναι αποφασιστικό και ουσιαστικό.
Και πάλι, δεν θα μπορούμε να το κάνουμε αυτό, αν αναλώνουμε τη ζωή μας χωρίς επαφή με τον εσωτερικό μας εαυτό. Αν όλη μας η ζωή εξαρτάται από εξωτερικούς παράγοντες, βεβαίως και δεν θα μπορέσουμε ποτέ να δράσουμε θετικά, να πούμε κάτι καινούργιο. Αν είμαστε χαμαιλέοντες κι αλλάζουμε χρώμα κάθε φορά που τοποθετούμαστε σε νέο περιβάλλον, θα είμαστε εντελώς άχρηστοι.
“On staying yourselves”
Opening talk by Metropolitan Anthony
Retreat at Ennismore Gardens, March 1972
(Μητροπολίτης Αντώνιος του Σουρόζ, Ο ΕΑΥΤΟΣ ΜΑΣ και Ο ΑΛΛΟΣ, στοχασμοί για τις ανθρώπινες σχέσεις, εκδ. Πορφύρα, σελ. 56-62)


Ύστερα, υπάρχει μια άλλη πλευρά, πιο προσωπική. Πρόκειται για την εκτίμηση που κάποιος μπορεί να έχει, ή την αξιολόγηση που μπορεί να κάνει, για τον εαυτό του. Συνήθως, και αυτό περιλαμβάνεται στη διδασκαλία του Αγίου Σεραφείμ, χωρίζουμε τους εαυτούς μας σε δύο πολύ άνισα μέρη. Είναι το μέρος εκείνο του εαυτού μας που το βρίσκουμε ελκυστικό και αξιαγάπητο, η εικόνα δηλαδή που διαμορφώνουμε για το εαυτό μας – και που αυτή μπορεί να είναι πολύ διαφορετική από την εικόνα που έχουν οι άλλοι για μας, όμως η εικόνα αυτή είναι, τουλάχιστόν στα δικά μας μάτια, η ταυτότητά μας, όπως εμείς την αντιλαμβανόμαστε.
Κι έπειτα, είναι όλα τα υπόλοιπα: οι σκοτεινές γωνιές από τη μια μεριά, οι λεκέδες, τα άσχημα χαρακτηριστικά. Αυτά συνήθως δεν τα θεωρούμε μέρος του εαυτού μας. Τα θεωρούμε απλώς “ατυχήματα”: “Λερώθηκα γιατί ακούμπησα κάτι βρόμικο, έχω λεκέδες γιατί με ακούμπησε κάποιος με βρόμικα χέρια”. Το ίδιο και με τις σκιές: “Υπάρχουν σκιές ή σκοτεινά μέρη μέσα μου, γιατί κάτι έξω από μένα ρίχνει τη σκιά του”. Αυτό όμως δεν είναι η αλήθεια.

Ο άγιος Σεραφείμ το λέει ξεκάθαρα, ότι πρέπει να δεχτούμε τον εαυτό μας όπως είμαστε και να αναγνωρίσουμε πως όλα τα πράγματα, το καλό και το κακό, το σκοτάδι και το φως, το θαμπό και το διαυγές, είναι αληθινά μέρος του εαυτού μας, οπότε πρέπει να αναρωτηθούμε: “Τι κάνω με αυτή την κατάσταση;”. Το θέμα δεν είναι να ξεφορτωθώ τη θολούρα και το μισοσκόταδο, διότι αυτό θα ήταν χειρουργική επέμβαση, θα κόβαμε και θα πετούσαμε ένα κομμάτι του εαυτού μας και τότε θα ανακαλύπταμε ότι απόμεινε ένα πολυ μικρό υπόλοιπο, ίσως μόνο το ένδυμά μας.
Ενώ, αν θεωρήσουμε τον εαυτό μας ως μια ολότητα, αν δεχτούμε τα πάντα ανεξαιρέτως ως υλικό που ο Θεός προσδοκά να το χρησιμοποιήσουμε, τότε μπορεί να δράσουμε είτε σαν σοφοί είτε σαν άφρονες καλλιτέχνες. Αν ένας γλύπτης βρεθεί μπροστά σ' ένα υλικό, μπορεί να κάνει δύο πράγματα: Μπορεί να πει, “Σκόπευα να σκαλίσω ένα σταυρό από ελεφαντόδοτο, κι αυτό θα κάνω”, και να προσπαθήσει να σκαλίσει ένα σταυρό από γρανίτη, ξύλο, μάρμαρο ή πηλό, μιας και αυτό ήταν το υλικό που του δόθηκε. Ναι μεν θα φτιάξει ένα σταυρό, αλλά δεν θα είναι από ελεφαντόδοτο. Και, καθώς το κάθε ύλικο μπορεί να εκφράσει μόνο τη δική του φύση, το αποτέλεσμα θα είναι απλώς άσχημο και γελοίο. Από την άλλη μεριά, ο γλύπτης μπορεί να δράσει διαφορετικά και να πει: “ Αυτό το υλικό έχω” ή, αν θέλετε, “Από αυτό το υλικό είμαι φτιαγμένος. Τι μπορώ να κάνω μ' αυτό; Τι φτιάχνει κανείς με τον γρανίτη; Τι φτιάχνει με το μάρμαρο; Τι μπορεί να φτιάξει κανείς με τον πηλό; Πώς μπορεί να εκφραστεί η ομορφιά μέσα από το ελεφαντόδοτο;”.

Ή θα μπορούσαμε μερικές φορές να δράσουμε όπως ο καλλιτέχνης που βρίσκει ένα ροζιασμένο κλαδί σε ακανόνιστο σχήμα. Αν σκοπός σου είναι να βρεις ένα μπαστούνι για το περπάτημα, τότε πετάς το κλαδί με το ακανόνιστο σχήμα. Αν, όμως, κοιτάζοντάς το διακρίνεις την ομορφιά που μπορεί να εκφραστεί μέσα απ' αυτό, τότε δεν θα πεις “Οι ρόζοι είναι άχρηστοι” ή “Αυτή η καμπύλη δεν θα έπρεπε να βρίσκεται εκεί”. Δεν είναι αυτό το θέμα. Ό,τι και να σκεφτείς, ο ρόζος δεν θα εξαφανιστεί, ούτε η καμπύλη θα ισιώσει. Αυτό που μπορείς να κάνεις είναι να το κοιτάξεις και να πεις, “Τι βλέπω;”. Κι αν δεν βλέπεις τίποτε, κοίτα το ξανά και ξανά μέχρι να δεις την ομορφιά να ξεπηδά από μέσα του και δώσε σχήμα, κίνηση, έκφραση στην ομορφιά που περιμένει να φανερωθεί και να εκφραστεί.
Αν έτσι αντιμετωπίζαμε και τον εαυτό μας, δεν θα είχαμε τόσα μπλεξίματα και εντάσεις, γιατί τις περισσότερες φορές η ένταση που νιώθουμε οφείλεται στο ότι δεν ταιριάζουμε με την εικόνα που έχουμε ήδη σχηματίσει για τον εαυτό μας. Επιθυμούμε να είμαστε κάπως, ανακαλύπτουμε ότι δεν φτάνουμε να είμαστε αυτό που θέλουμε, και παραιτούμαστε από την προσπάθεια και -πιο σημαντικό-  παραιτούμαστε από την πραγματική εικόνα. Και προσπαθούμε να κινηθούμε σε ένα μη πραγματικό κόσμο, όπου βλέπουμε μέσω ενός φανταστικού καθρέφτη τον εαυτό μας τόσο όμορφο, όσο θα θέλαμε να είναι. Αλλά αυτό δεν λειτουργεί, γιατί οι άλλοι μας βλέπουν όπως είμαστε, όμως εμείς το ξεχνούμε – μέχρι κάτι να συμβεί, μέχρι να βρεθούμε πρόσωπο με πρόσωπο μ' έναν αληθινό καθρέφτη. Τότε κάνουμε ένα-δυο βήματα πίσω προσβεβλημένοι και θεωρούμε ότι φταίει ο καθρέφτης.

Το αποτέλεσμα είναι ότι περνάμε όλη μας τη ζωή μέσα σε μια κατάσταση παραίσθησης, προσπαθώντας να γίνουμε κάτι που ποτέ δεν ήμασταν ούτε και ποτέ θα γίνουμε, κάτι πολύ λιγότερο από εκείνο που θα μπορούσαμε να είμαστε, διότι οι δυνατότητες που μας έχει δώσει ο Θεός είναι περισσότερες από όσο μπορούμε να διανοηθούμε.
Λοιπόν, τα παραπάνω είναι μια άλλη πλευρά της προετοιμασίας για την εξομολόγηση ή απλώς για τη διαχείριση της εσωτερικής μας ζωής. Ας μάθουμε από πριν να δεχόμαστε αυτό που ανακαλύπτουμε ότι είμαστε, να το αντιμετωπίζουμε με νοήμονα τρόπο, δημιουργικά. Να μην το αντιμετωπίζουμε επιφανειακά, αλλά προσπαθώντας να διακρίνουμε τις δυνατότητες, όχι μόνον αυτό που έχει ήδη μορφοποιηθεί αλλά και αυτό που μπορεί να μορφοποιηθεί από εδώ και στο εξής, που δεν το γνωρίζουμε ακόμη, που δεν μπορούμε ούτε να το φανταστούμε, αλλά που μπορεί πράγματι να γκρεμίσει και να καταστρέψει τις μορφές που είχαμε μέχρι τώρα σχηματοποιήσει.
Αυτή η διαδικασία, λοιπόν, μπορεί υπεύθυνα να απαντήσει στο ερώτημα: “Τί είμαι, τί μπορώ να γίνω, τί μπορώ να είμαι. Κι αυτό που μπορώ να είμαι απαντιέται από το σύνολο της Αγίας Γραφής. Αυτό που μπορώ να είμαι είναι η εικόνα του ζώντος Θεού, τίποτε λιγότερο. Και ο καθένας μας το μπορεί, αρκεί να μην επινοούμε διαρκώς είδωλα, να μην προσπαθούμε να προσαρμόσουμε τον εαυτό μας σε αυτό ή στο επόμενο σχέδιο. Αλλά, κοιτώντας μέσα μας και έξω μας, να βλέπουμε το σύνολο της ζωής και να μαθαίνουμε να είμαστε αληθινοί, έτσι ώστε η ζωή να μας δίνει μορφή κι εμείς να δίνουμε μορφή στη ζωή.
(Μητροπολίτης Αντώνιος του Σουρόζ, Ο ΕΑΥΤΟΣ ΜΑΣ και Ο ΑΛΛΟΣ, στοχασμοί για τις ανθρώπινες σχέσεις, εκδ. Πορφύρα, σελ. 47-53)

Σκυφτός, ανόρεχτος, πικραμένος ο Χαρίλαος γυρίζει στο σπίτι του. Είναι περασμένα μεσάνυχτα. Μόλις τώρα η παρέα του τελείωσε το γλέντι της. Απόψε μάλιστα παρά λίγο και να έρθουν στα χέρια. Κάτι είπε ο Αντώνης, που έθιξε το Χαρίλαο. Άναψε. Τινάχτηκε. Θα γινόταν μεγάλη φασαρία, αν δεν μεσολαβούσαν οι άλλοι.
    Τώρα βαρύς και κουρασμένος σέρνει τα βήματά του.
    Ξαφνικά, στη στροφή του δρόμου, βλέπει  φαναράκια, λαμπάδες, κόσμο. Χαρούμενες φωνές παιδιών αντηχούν στη γειτονιά. «Χριστός Ανέστη», θεία! «Αληθώς Ανέστη», καλό μου παιδί! Ο Χαρίλαος σαν να ξύπνησε από ύπνο.
    -Τι; Πως; «Χριστός Ανέστη;» Αλήθεια· απόψε Ανάσταση… Λαμπρή! Όλος ο κόσμος χαίρεται. Εγώ μονάχα τριγυρνώ στους δρόμους έρημος και μοναχός!...
    Θυμήθηκε μεμιάς τα περασμένα. Τότε που ήταν και αυτός κοντά στο Θεό! Ξαφνικά να, μπροστά του η Εκκλησία. Ήταν ακόμα ανοιχτή. Ο κόσμος είχε φύγει… Ο Χαρίλαος μπήκε μέσα. Άναψε ένα κερί. Το μοσχολίβανο ακόμα ευωδίαζε. Συγκινήθηκε. Λύγισε η ψυχή του.
    -Θεέ μου, δε θέλω να είμαι τέτοιος. Με παρασέρνει το πάθος, η αμαρτία… Βοήθησέ με να μην ξαναπέσω. Να μη…
    Δεν πρόφτασε να συμπληρώσει τα λόγια του. Τον έπνιξαν οι λυγμοί. Ακούμπησε σ’ ένα στασίδι. Τα δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια του ποτάμι.
    Πέρασε λίγη ώρα. Απ’ έξω έτυχε να περνούν κάποιοι. «Χριστός Ανέστη!», είπε η μια παρέα. «Αληθώς Ανέστη!», απάντησε η άλλη, που έπαιρνε διαφορετικό δρόμο…
    -Ναι! «Αληθώς Ανέστη ο Κύριος», είπε ο Χαρίλαος. Είθε και η ψυχή μου να αναστηθεί!
    Σηκώθηκε. Βγήκε από την Εκκλησία και πήρε το δρόμο για το σπίτι του.
    Μια ξεχωριστή γαλήνη ένιωθε τώρα στην καρδιά του. Κάποιο φως γλυκό του φώτιζε το δρόμο. Λαμπάδα δεν κρατούσε στα χέρια του. Δεν έχει σημασία. Κρατούσε η ψυχή…
    Η λουσμένη στο δάκρυ της μετάνοιας ψυχή του, που απόψε πάλι αναστήθηκε…
    
(από το βιβλίο Ρήματα Ζωής)

«Παρέλαβε η κιβωτός (του Νώε) άλογα ζώα και έσωσε άλογα ζώα· παραλαμβάνει η Εκκλησία παράλογους ανθρώπους και όχι μόνο τους σώζει, αλλά και τους μεταμορφώνει.

Παρέλαβε η κιβωτός κόρακα και έστειλε κόρακα· παραλαμβάνει η Εκκλησία ανθρώπους μαύρους από την αμαρτία, σαν τον κόρακα, και τους παραδίδει αθώους σαν τα περιστέρια·

παραλαμβάνει ανθρώπους με άγρια αισθήματα, σαν το λύκο, και τους παραδίδει ήμερους σαν τα πρόβατα.

Γιατί, όταν μπει μέσα στην Εκκλησία άνθρωπος που αρπάζει, που είναι πλεονέκτης, και ακούσει τα θεία λόγια της χριστιανικής διδασκαλίας, αλλάζει νοοτροπία, και αντί για λύκος που ήταν γίνεται πρόβατο.

Και ο μεν λύκος αρπάζει και τα ξένα πρόβατα, ενώ το πρόβατο χαρίζει και το μαλλί του» (Εις πτωχόν Λάζαρον, Λόγος ΣΤ,7,ΕΠΕ 25,606)


«Δεν θα σφάλει κανείς, αν ονομάσει την Εκκλησία ανώτερη από την κιβωτό.

Γιατί η κιβωτός δεχόταν ζώα και τα διατηρούσε ζώα, ενώ η Εκκλησία παίρνει τα ζώα και τα μεταβάλλει.

Για παράδειγμα· μπήκε εκεί γεράκι και βγήκε γεράκι· μπήκε λύκος και βγήκε λύκος· ενώ εδώ, στην Εκκλησία, μπαίνει κανείς γεράκι και βγαίνει περιστέρι· μπαίνει λύκος και βγαίνει πρόβατο·

μπαίνει φίδι και βγαίνει αρνί, όχι γιατί αλλάζει η φύση, αλλά γιατί απομακρύνεται η κακία» (Περί μετανοίας, Ομιλ. Η, 1 ΕΠΕ 30,284-286)

Σελίδα 1 από 7

Εύρεση

Δημοφιλή Θέματα (Α-Ω)

αγάπη (161) Αγάπη Θεού (43) αγάπη σε Θεό (11) αγάπη σε Χριστό (36) άγγελοι (6) Αγία Γραφή (47) Αγιασμός (1) Άγιο Πνεύμα (8) άγιοι (11) άγιος (70) αγνότητα (5) άγχος (11) αγώνας (56) αγώνας πνευματικός (15) αθεΐα (80) αιρέσεις (60) αλήθεια (18) αμαρτία (52) Ανάσταση (63) ανασταση νεκρών (3) ανθρώπινες σχέσεις (123) άνθρωπος (15) αντίχριστος (6) αξιώματα (3) απιστία (5) αποκάλυψη (4) απόκρυφα (15) αρετή (49) ασθένεια (13) άσκηση (1) αστρολογία (1) αυτογνωσία (44) Β Παρουσία (8) Β' Παρουσία (10) βάπτιση (4) βάπτισμα (8) Βασίλειος ο Μέγας (1) βία (1) βιβλίο (3) βιοηθική (4) γάμος (34) Γένεση (4) Γεροντικόν (42) γηρατειά (2) γλώσσα (27) γνώση (5) γονείς (35) Γρηγόριος ο Θεολόγος (1) γυναίκα (7) δάκρυα (3) δάσκαλος (9) Δεύτερη Παρουσία (3) Δημιουργία (36) διάβολος (41) διάκριση (39) διάλογος (2) δικαιοσύνη (1) Δογματικα Θέματα (5) Δωρόθεος αββάς (4) εγωισμός (82) εικόνες (16) Ειρηναίος Λουγδούνου άγιος (2) ειρήνη (5) εκκλησία (49) Εκκλησιαστική Ιστορία (9) Εκκλησιαστική περιουσία (1) έκτρωση (1) ελεημοσύνη (8) ελευθερία (11) Ελλάδα (11) ελπίδα (12) Εξαήμερος (2) εξέλιξης θεωρία (15) Εξομολόγηση (63) εξωγήινοι (2) εξωσωματική γονιμοποίηση (3) επάγγελμα (4) επιστήμη (57) εργασία (25) Ερμηνεία Αγίας Γραφής (37) έρωτας (9) έρωτας θείος (1) Ευαγγέλια (56) ευγένεια (3) ευσπλαχνία (4) ευτυχία (20) ευχαριστία (5) ζώα (12) ηθική (5) ησυχία (4) θάνατος (80) θάρρος (9) θαύμα (59) θέατρο (1) Θεία Κοινωνία (37) Θεία Λειτουργία (33) θεία Πρόνοια (2) θέληση (3) θεολογία (3) Θεός (6) Θεοφάνεια (2) θλίψεις (92) θρησκείες (6) θυμός (28) Ιγνάτιος Θεοφόρος (7) ιεραποστολή (14) ιερέας (38) ιερωσύνη (3) Ιουδαίοι (1) Ιουστίνος άγιος (1) Ισαάκ ο Σύρος (1) Ισλάμ (3) Ιστορία Ελληνική (3) Ιστορία Παγκόσμια (4) Ιωάννης Χρυσόστομος (7) Καινή Διαθήκη Ερμηνεία (18) Καινή Διαθήκη κριτικό κείμενο NestleAland (5) καρδιά (8) Κασσιανός Όσιος (1) κατάκριση (32) καταναλωτισμός (1) κήρυγμα (1) Κοίμησις Θεοτόκου (11) κοινωνία (70) κόλαση (7) Κρίσις Μέλλουσα (2) Κύριλλος Άγιος (1) Λατρεία Θεία (37) λείψανα (1) λογισμοί (21) λύπη (1) μαγεία (5) μάρτυρες (5) μελέτη (4) μετά θάνατον (25) μετά θάνατον ζωή (19) Μεταμόρφωση (2) Μεταμόρφωσις (4) μετάνοια (60) μητέρα (7) μίσος (1) μνημόσυνα (3) μοναξιά (10) μοναχισμός (9) μόρφωση (8) μουσική (2) Ναός (1) νέοι (7) νεοπαγανισμός (4) νηστεία (10) νους (8) οικονομία (2) Οικουμενισμός (1) ομορφιά (7) όνειρα (21) οράματα (2) Ορθοδοξία (44) πάθη (24) πάθος (2) παιδεία (7) παιδιά (15) Παΐσιος Όσιος (5) Παλαιά Διαθήκη (1) Παλαιά Διαθήκη Ερμηνεία (5) παλαιοημερολογίτες (4) Παναγία (57) παράδειγμα (4) Παράδεισος (35) Παράδοση Ιερά (2) Πάσχα (12) πατρίδα (4) Πεντηκοστή (4) πίστη (139) πλούτος (10) πνευματική ζωή (50) πνευματικός πατέρας (13) πνευματισμός (8) ποίηση (11) πόλεμος (12) πολιτική (5) πολιτισμός (4) Πόποβιτς Ιουστίνος άγιος (1) Πορφύριος Όσιος (21) Πρόνοια (3) Πρόνοια Θεία (37) προορισμός (6) προσε (1) προσευχή (115) προσοχή (2) προτεσταντισμός (16) προφητείες (1) Ρωμαιοκαθολικισμός (10) Σαρακοστή (4) σεβασμός (2) σοφία (18) Σταυρός (24) Σταύρωση (11) συγχώρηση (3) σχίσμα (1) σώμα (1) ταπεινοφροσύνη (45) ταπείνωση (1) Τεσσαρακοστή Μεγάλη (2) Τριάδα Αγία (4) τύχη (2) υλικά αγαθά (3) υπακοή (6) υπαρξιακά (30) υποκρισία (1) υπομονή (33) φαντασία (1) φαντάσματα (2) φιλία (8) φιλοσοφία (6) Φλωρόφσκυ Γεώργιος (3) φόβος (15) χαρά (22) χάρις θεία (8) Χειρόγραφα Καινής Διαθήκης (1) Χριστιανισμός (2) χριστιανός (18) Χριστός (9) Χριστούγεννα (32) χρόνος (12) ψεύδος (8) ψυχή (52) ψυχολογία (9)