Αυξομείωση μεγέθους γραμμάτων.
Κείμενα (blog) - Ιερός Ναός Αγίου Σώστη Νέας Σμύρνης

Μερικοί απεχθάνεσθε και ξαφνιάζεσθε και ίσως απογοητεύεσθε, επειδή κυριαρχεί η αισχρότητα, ή η έχθρα, ή η βλασφημία, ή ο φθόνος, ή η μεταβολή στη ζωή, ή κάτι από αυτά.

Εγώ αισθάνομαι το αντίθετο  και απορώ μ’ αυτούς.

Γιατί πες μου, αδελφέ, έτσι χωρίς κόπο και χωρίς ταλαιπωρία και χωρίς πόλεμο και χωρίς νίκη θέλεις να λάβεις τα στεφάνια σου;

Θα πει βέβαια, έχω τόσα και τόσα χρόνια και εξομολογήθηκα πολλά αμαρτήματά μου και πολλές φορές, και παρουσίασα αυτό  και αυτό το έργο, και προσευχήθηκα με δάκρυα και στεναγμούς όχι λίγους, και είχα και αδελφούς που μου παραστάθηκαν στην ασθένειά μου.

Τί σοφία αλήθεια! Πόσα χρόνια λες ότι έχεις, φίλε μου, στον πόλεμο; Τρία, πέντε, δέκα, περισσότερα;

Η μακάρια όμως αμμάς Σάρα, που επί σαράντα χρόνια την πολεμούσε σκληρά ο δαίμονας της πορνείας, υπέμεινε με γενναιότητα τον πόλεμο.

Και παραλείπω να αναφέρω τον γέροντα Παχών, που ξεγυμνώθηκε μέσα στην εκκλησία και ενισχύθηκε από τον αββά Απολλώ.

Και γιατί χρειάζεται να αναφέρω τα αμέτρητα παραδείγματα, των οποίων τους αγώνες και τα κατορθώματα τα γνωρίζετε όσοι διαβάζετε; Δεν ενοχλούνταν εννιά ολόκληρα χρόνια οι δύο αδελφοί για να εγκαταλείψουν τη μοναχική ζωή, οι οποίοι δένοντας τις μηλωτές τους πέρασαν παραπλανώντας τον πλάνο διάβολο;

Και άλλος που είχε πενήντα χρόνια και πολεμούσε για το ίδιο πράγμα, και άλλος έτσι και άλλος αλλιώς, και πουθενά δεν υπήρχε δυστυχία, πουθενά ολιγωρία, πουθενά ανανδρεία, μέχρι που ενδυναμώθηκαν στις αδυναμίες τους με τη βοήθεια του Θεού, αποφεύγοντας τις επιθέσεις των εχθρών.

Ενώ εμείς είμαστε ολιγόψυχοι και μιλάμε και ενεργούμε με ολιγοψυχία και απροσεξία και αβασάνιστα. Και γι’ αυτό ακριβώς σας τα υπενθυμίζω, για να σηκωθούμε από την πτώση μας και να σταθούμε ασάλευτοι και αμετακίνητοι στην πίστη μας στον Θεό...

(Θεοδωρου Στουδιτη ΕΠΕ Φιλοκαλια τομος 18 σελ. 371)

Ο σατανικώτερος λόγος.
Ο Σατανάς ερώτησε κάποτε τους δαίμονας

«Ποιός θέλει να πάη στη γη να καταστρέψη ψυχές;»

Προσεφέρθησαν πολλοί, είπαν τα μέσα που θα χρησιμοποιούσαν, αλλά δεν εθεωρήθησαν αποτελεσματικά.

Τέλος ένας είπε:

«Θα πάω εγώ. Θα τους πω πως υπάρχει Θεός και Χριστός Σωτήρ. Θα τους πω πως όλα αυτά είναι αληθινά, αλλά – πρόσθεσε με βλέμμα διαβολικό — θα τους πω πως έχουν ακόμη πολύ καιρό μπροστά τους».

— «Πήγαινε, είπε ο άρχων του σκότους, εσύ θα πετύχης».

Πράγματι, δεν υπάρχει σατανικώτερος λόγος από την αναβολή.

Από το «έχουμε καιρό…».


(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973 Νο598)


Όταν ο μεγάλος μουσικοσυνθέτης Σοπέν βρισκόταν στην επιθανάτιο κλίνη, τον επεσκέφθη ο παληός του φίλος ιερεύς Ζελοβίσκυ, που είχαν καιρό να συναντηθούν.
—  Φίλε μου, του είπε ο ιερεύς, σήμερα είναι η γιορτή του αδελφού μου, που τόσο τον αγαπάς. Πρέπει να μου δώσης ένα δώρο γι’ αυτόν.
—  Και τι δώρο να κάνω;
—   Την ψυχή σου.
— Καταλαβαίνω, είπε ο Σοπέν, ιδού την.
Ο ιερεύς γονάτισε κι ο μελλοθάνατος μουσικός άρχισε την εξομολόγησή του.

Ύστερα μετέλαβε των Αχράντων Μυστηρίων και το ίδιο εκείνο βράδυ εκοιμήθη εν Κυρίω.


(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973 Νο280)

Το νόημα τον σταυρού. 
Όταν ενθρονίστηκε αυτοκράτωρ του Βυζαντίου ο Αλέξιος Κομνηνός, ζήτησε να του φέρουν τον κατάλογο των αυλικών, που είχαν υπηρετήσει επί του προκατόχου του.

Πλάι δε στα ονόματα εκείνων που είχαν σταθή εχθροί του σημείωσε κι από ένα σταυρό. Αυτοί το έμαθαν και φανταζόμενοι ότι εκείνος ο σταυρός εσήμαινε την προσεχή καταστροφή τους, άρχισαν να ετοιμάζωνται για να φύγουν σε άλλες χώρες. Αλλά ο αυτοκράτωρ τους κάλεσε και τους είπε:
— Κάνετε λάθος. Ο σταυρός, που έβαλα δίπλα στο όνομα του καθενός σας, έχει το ίδιο νόημα που έχει κι ο σταυρός του Χριστού.

Σημαίνει ότι σας συγχωρώ.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο 6)
Τι κάνει η αγάπη
Όταν ανέβηκε στο θρόνο ένας νεαρός βασιλιάς, του παρουσίασαν μια αίτησι χάριτος κάποιου καταδικασμένου σε ισόβια δεσμά.

Ο δύστυχος είχε κάνει πολλά χρόνια στη φυλακή και ζητούσε τώρα χάρι. Ο υπουργός όμως, είχε γράψει στο περιθώριο:

«χάρις αποκλείεται, να μείνη στη φυλακή».
Ο βασιλιάς τότε μετέφερε το κόμμα πλάι στη λέξι «χάρις». Έτσι η υπόδειξις του υπουργού έγινε:

«Χάρις, αποκλείεται να μείνη στη φυλακή».

Κι ο βασιλιάς υπέγραψε την απόλυσι.
Και ο Θεός μετέφερε το βάρος της αμαρτίας, από την ανθρωπότητα στον Σταυρό, και τώρα προσφέρει χάρι στον κάθε αμαρτωλό.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο 223)

Είναι ανάγκη να εξετάσουμε τον εαυτό μας " εφ' όλης της ύλης ", όπως λέμε στο σχολείο.
Όλοι οι άνθρωποι,δεν έχουν τις ίδιες αδυναμίες και τα ίδια πάθη. Επίσης, ο καθένας μας
δεν είναι επιρρεπής σε όλα μαζί τα πάθη. Συνεπώς, πρέπει να ερευνήσουμε τη συνείδησή μας
με το φως του ευαγγελίου του Χριστού,για να δούμε τις δικές μας αμαρτίες και ιδιαιτέρως
τις χρόνιες αμαρτωλές μας συνήθειες,τα πάθη μας. Και στην κατανίκησή τους να εστιάσουμε
τον αγώνα μας με την καθοδήγηση έμπειρου ιερέα - πνευματικού πατέρα.
Το παρακάτω περιστατικό δείχνει χαρακτηριστικά τι σημαίνει ότι πρέπει να είμαστε...
διαβασμένοι εφ' όλης της ύλης:

" Ένα ζευγάρι πήρε τη χαρτοσακκούλα με τα φαγητά που παρήγγειλε σε κατάστημα φαστ-φουντ
επί της εθνικής οδού.
Στην συνέχεια, πηγαίνοντας λίγο παραπέρα, σταμάτησαν να φάνε. Ξετυλίγοντας το πακέτο της σακκούλας
οι άνθρωποι σοκαρίστηκαν! Αντί για τα φαγητά τους, είδαν δεσμίδες με χαρτονομίσματα.
Αμέσως γύρισαν πίσω, για να επιστρέψουν τα χρήματα. Είπαν: "Δεν είναι δυνατόν να κλέψουμε τον κόπο
τόσων ανθρώπων, έστω και αν δεν μας πήρε κανείς είδηση".
Φθάνοντας στο κατάστημα, είδαν περιπολικά της αστυνομίας και ένα συνεργείο τηλεόρασης.
Όλοι νόμιζαν πως επρόκειτο για ληστεία! Ο διευθυντής του καταστήματος μόλις έμαθε τι πραγματικά συνέβη,
χαρούμενος αλλά και έκπληκτος για το γεγονός, είπε στο ζεύγος:
-Απόψε, θα είστε πρώτο θέμα στο δελτίο ειδήσεων, για την τιμιότητά σας. Θα βροντοφωνάξω σε όλους
ότι ακόμη υπάρχουν έντιμοι και ενάρετοι άνθρωποι στον κόσμο, για να γίνετε παράδειγμα προς μίμηση!
-Σας παρακαλώ, όχι δημοσιότητα. Το χρέος μας κάναμε, απάντησε ταραγμένος ο άνδρας.
-Μα τι λέτε; Επιστρέψατε τόσο πολλά χρήματα, και, τουλάχιστον να μην σας επαινέσουμε δημοσίως;
Σε κατάσταση πανικού, ο άνδρας είπε:
-Σας ικετεύω, όχι δημοσιότητα . Η κυρία που συνοδεύω δεν είναι σύζυγός μου!..."

Ένα ακόμη κωμικοτραγικό παράδειγμα του πως εννοούμε το καλό και το κακό στην ζωή μας.Ο άνθρωπος
της ιστορίας μας θεωρούσε κλοπή το να κρατήσει μεγάλο χρηματικό ποσό που του έπεσε στα χέρια,
ενώ θα μπορούσε να το κάνει χωρίς καν τον κίνδυνο να τον συλλάβουν! Ταυτόχρονα, όμως με άνεση,
απατούσε την γυναίκα του!
Πόσο αληθινά είναι τα λόγια του αποστόλου Ιακώβου: " Όποιος τηρήσει όλες τις διατάξεις του νόμου
και παραβεί μία, θεωρείται ένοχος παράβασης όλου του νόμου".(Ιακ.2,10).
Παράβαση του νόμου του Χριστού είναι η κάθε αμαρτία. Και κάθε αμαρτία σημαίνει χωρισμό από τον Χριστό.

Από το βιβλίο του Αρχ. Νίκωνος Κουστίδη: "Από το Άγχος στην Αναψυχή".

"Κλίμαξ". (εκδόσεις Ι.Μ. Παρακλήτου). 
ΛΟΓΟΣ ΠΕΜΠΤΟΣ. Περί μετανοίας. 
(Διά την πραγματικήν και γνησίαν μετάνοια και διά τους αγίους καταδίκους και διά την Φυλακήν).

1. Ο Ιωάννης κάποτε, (την ημέρα της Αναστάσεως), έτρεξε πρίν από τον Πέτρο (στον τάφο του Κυρίου). Και εμείς ετοποθετήσαμε τον λόγο της υπακοής πρίν από τον λόγο της μετανοίας. Διότι ο Ιωάννης έγινε τύπος υπακοής, ενώ ο Πέτρος μετανοίας.
2. Μετάνοια σημαίνει ανανέωσις του βαπτίσματος. Μετάνοια σημαίνει συμφωνία με τον Θεόν για νέα ζωή. Μετανοών σημαίνει αγοραστής της ταπεινώσεως. Μετάνοια σημαίνει μόνιμος αποκλεισμός κάθε σωματικής παρηγορίας. Μετάνοια σημαίνει σκέψις αυτοκατακρίσεως, αμεριμνησία για όλα τα άλλα και μέριμνα για την σωτηρία του εαυτού μας. Μετάνοια σημαίνει θυγατέρα της ελπίδος και αποκήρυξις της απελπισίας. Μετανοών σημαίνει κατάδικος απηλλαγμένος από αισχύνη.
Μετάνοια σημαίνει συμφιλίωσις με τον Κύριον, με έργα αρετής αντίθετα προς τα παραπτώματά μας. Μετάνοια σημαίνει καθαρισμός της συνειδήσεως. Μετάνοια σημαίνει θεληματική υπομονή όλων των θλιβερών πραγμάτων. Μετανοών σημαίνει επινοητής τιμωριών του εαυτού του. Μετάνοια σημαίνει υπερβολική ταλαιπωρία της κοιλίας (με νηστεία) και κτύπημα της ψυχής με υπερβολική συναίσθησι.

3. Τρέξατε και ελάτε. Ελάτε όλοι όσοι παρωργίσατε τον Θεόν, για να ακούσετε αυτά που έχω να σας διηγηθώ. Συγκεντρωθήτε για να ιδήτε αυτά πού μου έδειξε ο Θεός προς οικοδομήν. Ας τοποθετήσωμε πρώτη και ας προτιμήσωμε μια διήγησι πού αναφέρεται σε τιμημένους εργάτες της αρετής πού ζούσαν χωρίς τιμή.

4. Όσοι ανέλπιστα επέσαμε σε κάποια αμαρτία, ας τα ακούσωμε αυτά και ας τα κρατήσωμε και ας τα μιμηθούμε. Σηκωθήτε και καθήσατε (να ακούσετε) εσείς πού είσθε πεσμένοι από τις αμαρτίες. Δώστε προσοχή στον λόγο μου, αδελφοί μου. Ανοίξατε τα αυτιά σας όλοι εσείς πού θέλετε με πραγματική επιστροφή να συμφιλιωθήτε πάλι με τον Θεόν.
5. Όταν άκουσα εγώ ο μικρός και αδύνατος ότι ήταν σπουδαίος και θαυμαστός ο τρόπος της ζωής και η ταπείνωσις αυτών πού έμεναν στην απομονωμένη Μονή, την λεγόμενη Φυλακή, η οποία υπαγόταν στον εξαίρετο εκείνο φωστήρα πού προαναφέραμε, παρεκάλεσα τον όσιο να την επισκεφθώ. Και πράγματι υπεχώρησε στην παράκλησί μου ο μέγας Ποιμήν, μη θέλοντας ποτέ να λυπήση άνθρωπο.
Μόλις έφθασα λοιπόν στη Μονή αυτών πού μετανοούσαν, και στον τόπο αυτών πού αληθινά πενθούσαν, αντίκρυσα πραγματικά, αν μπορούμε να το ειπούμε, πράγματα πού οφθαλμός αμελούς ανθρώπου δεν είδε και αυτί ραθύμου δεν άκουσε και νους ανθρώπου οκνηρού δεν εφαντάσθηκε (πρβλ. Α΄ Κορ. β΄ 9). Είδα και άκουσα πράγματα και λόγια πού έχουν την δύναμι να εκβιάσουν το έλεος του Θεού, τρόπους και μορφές ασκήσεως πού μπορούσαν να κάμψουν σύντομα την φιλανθρωπία Του.
Άλλους από τους ενόχους αυτούς και όχι πλέον ενόχους, τους είδα να ίστανται όλη την νύκτα μέχρι το πρωί στην ύπαιθρο. Να έχουν τα πόδια ακίνητα. Από την πίεσι του ύπνου και την βία πού εξασκούσαν επάνω στην φύσι τους να πηγαίνουν πέρα-δώθε κατά τρόπο αξιολύπητο. Να μη προσφέρουν στον εαυτό τους καμμία ανάπαυσι. Αντίθετα δε να τον επιπλήττουν, να τον ξυπνούν και να του επιτίθενται με «ατιμίες» και ύβρεις. Άλλους τους είδα να ατενίζουν τον ουρανό με ύφος αξιολύπητο, και με οδυρμούς και κραυγές να επικαλούνται από εκεί την βοήθεια.
Άλλους να ίστανται στην προσευχή δένοντας τά χέρια πίσω σαν τους καταδίκους, σκύβοντας το σκυθρωπό τους πρόσωπο κάτω, κρίνοντας και καταδικάζοντας τον εαυτό τους ανάξιο να ατενίση προς τον ουρανό. Να μην έχουν να ειπούν ή να προσφέρουν κάτι στον Θεόν, από την αμηχανία πού τους προκαλούσε η σκέψις και η συναίσθησις της αμαρτωλότητός των. Να μην ευρίσκουν πώς ή από πού να αρχίσουν την ικεσία. Να παρουσιάζουν μόνο στον Θεό μία ψυχή αμίλητη και έναν νου άφωνο γεμάτο από σκοτισμό και από κάποια απελπισία.
Άλλοι πάλι να κάθωνται στο έδαφος σε σάκκο και σποδό, να έχουν το πρόσωπο χωμένο στα γόνατα και να κτυπούν το μέτωπο στη γη. Άλλοι να κτυπούν συνεχώς το στήθος τους, να καταδικάζουν και να ανακαλούν την αμαρτωλή τους ψυχή και ζωή. Μερικοί από αυτούς έβρεχαν το έδαφος με τα δάκρυά τους. Και μερικοί πού δεν είχαν δάκρυα επλήγωναν το σώμα τους με δυνατά κτυπήματα. Άλλοι, πού δεν μπορούσαν να υποφέρουν την πίεση της καρδιάς, ωλόλυζαν για την ψυχή τους ωσάν για νεκρό. Και άλλοι εβογγούσαν εσωτερικά και εμπόδιζαν να εξέλθη από το στόμα το βογγητό. Μερικές όμως φορές, μη μπορώντας να συγκρατηθούν, αναστέναζαν απότομα.
Είδα εκεί μερικούς που έδειχναν σαν παράφρονες, τόσο με τα φερσίματά τους, όσο και με το κλείσιμο στον εαυτό τους. Έδειχναν σαν αποσβολωμένοι από την πολλή αδημονία, γεμάτοι σκοτισμό και σχεδόν αναίσθητοι για κάθε πράγμα της παρούσης ζωής. Είχαν πλέον βυθίσει τον νους τους στην άβυσσο της ταπεινώσεως, και με το πύρ της θλίψεως είχαν τηγανίσει και καταξηράνει τά δάκρυα των οφθαλμών τους. Άλλους να κάθωνται με σύννοια, να σκύβουν στην γη, να κινούν αδιάκοπα το κεφάλι τους, να αναστενάζουν και να μουγκρίζουν ωσάν λεόντες μέσα από τα βάθη της καρδιάς των, μέσα από τα δόντια τους.
Μερικοί από αυτούς προσεύχονταν γεμάτοι ελπίδα και επιζητούσαν τελεία άφεσι. Άλλοι από ανέκφραστη ταπείνωσι κατεδίκαζαν και έκριναν τον εαυτό τους ανάξιο συγχωρήσες, και έκραζαν πώς δεν μπορούν να απολογηθούν στον Θεόν. Μερικοί εκλιπαρούσαν να τιμωρηθούν εδώ, για να ελεηθούν εκεί. Άλλοι πού ήταν συντετριμμένοι από το βάρος της συνειδήσεως, έλεγαν με ειλικρινή πόθο: «Είμαστε ευχαριστημένοι, εάν ούτε κολασθούμε ούτε αξιωθούμε της επουρανίου βασιλείας».
Είδα εκεί μέσα ψυχές ταπεινές και συντετριμμένες πού ελύγιζαν από το βάρος του φορτίου των αμαρτιών και με τις κραυγές τους προς τον Θεόν μπορούσαν να κάνουν και τις αναίσθητες πέτρες να ραγίσουν. Σκυμμένοι προς την γή εκραύγαζαν: «Το γνωρίζομε. Το γνωρίζομε. Μας αξίζει κάθε τιμωρία και κάθε κόλασις. Και δικαίως. Και αν ακόμη συναθροίζαμε όλη την οικουμένη να πενθή για εμάς, δεν θα ήταν αρκετό να μας δικαιώση για τα τόσα μας χρέη. Ένα όμως μόνο παρακαλούμε, ένα δυσωπούμε, ένα ικετεύουμε: «Μη τώ θυμώ σου ελέγξης ημάς, μηδέ τη οργή σου παιδεύσης ημάς» (Ψαλμ. στ΄ 2). Μήτε να μας τιμωρήσης με την δικαία κρίσι σου. Αλλά να μας αντιμετωπίσης με την επιείκειά σου και αρκεί αυτή να μας απαλλάξη ολίγο από την βαρειά απειλή σου και από τις κρυφές και άγνωστες τιμωρίες της κολάσεως. Δεν τολμούμε να ζητήσουμε τελεία άφεσι, διότι πώς να το κάνουμε αυτό; Άνθρωποι, πού δεν εφυλάξαμε καθαρό το μοναχικό μας επάγγελμα, αλλά το εμολύναμε και μάλιστα μετά από την φιλανθρωπία και συγχώρησι πού προηγήθηκε, (την συγχώρησι των μετά το βάπτισμα και πρό της κουράς αμαρτιών).
Μπορούσε εκεί, αγαπητοί μου, μπορούσε εκεί να ιδή κανείς να πραγματοποιούνται πλήρως τα λόγια του Δαβίδ. Μπορούμε να ιδή «ανθρώπους πού ήταν ταλαιπωρημένοι και κυρτωμένοι συνεχώς μέχρι το τέλος της ζωής τους, πού όλη την ημέρα περπατούσαν σκυθρωποί, που ανέδιδαν δυσοσμία από τις σαπισμένες πληγές του σώματός τους, ανθρώπους πού δεν εφρόντιζαν τον εαυτόν τους, πού ξεχνούσαν να φάγουν τον άρτο τους, πού έπιναν το ύδωρ αναμεμειγμένο με δάκρυα, και έτρωγαν χώμα και στάχτη μαζί με τον άρτο, πού είχαν τα οστά κολλημένα στο δέρμα και ωμοίαζαν με ξηρό χορτάρι» (Ψαλμ. λζ΄ 7, 6, ρα΄ 5, 10, 6, 12). Τίποτε άλλο δεν μπορούσες να ακούσης από αυτούς, παρά μόνο τούτα τα λόγια: ουαί – ουαί, αλλοίμονο – αλλοίμονο, δίκαια – δίκαια, λυπήσου μας – λυπήσου μας, Δέσποτα. Άλλοι έλεγαν: ελέησέ μας – ελέησέ μας. Και άλλοι ακόμη πιο λυπητερά: συγχώρησέ μας – συγχώρησέ μας, Δέσποτα, εάν είναι δυνατόν.
Μπορούσες να ιδής εκεί φλογισμένες γλώσσες πού εκρέμονταν έξω από το στόμα όπως των σκύλων. Άλλοι ετιμωρούσαν τον εαυτό τους στον καύσωνα, και άλλοι τον εβασάνιζαν στο ψύχος. Μερικοί εδοκίμαζαν από το ύδωρ τόσο, όσο μόνο για να μην αποθάνουν από την δίψα. Και μερικοί αφού έτρωγαν ολίγο από τον άρτο, τον υπόλοιπο τον επετούσαν με το χέρι μακρυά, λέγοντας πώς είναι ανάξιοι να γευθούν την τροφή των λογικών ανθρώπων, αφού διέπραξαν τα έργα των άλογων ζώων.
Πού να εμφανισθή ανάμεσα σ΄αυτούς γέλιο; Πού αργολογία; Πού θυμός; Πού οργή; Αυτοί δεν εγνώριζαν αν υπάρχη ακόμη οργή μεταξύ των ανθρώπων, διότι το πένθος είχε σβήσει τελείως τον θυμό μέσα τους. Πού να συναντήσεις την αντιλογία; Πού εορτή; Πού παρρησία; Πού ευχαρίστησι και περιποίησι του σώματος; Πού ίχνος κενοδοξίας; Πού ελπίδα τρυφής; Πού ενθύμησις οίνου; Πού γεύσι φρούτων; Πού παρηγορία χύτρας; Πού γλύκισμα για τον λάρυγγα; Όλων τούτων η ελπίδα είχε σβήσει γι΄αυτούς. Πού να συναντήσης σ΄αυτούς μέριμνα για επίγεια πράγματα; Πού κατάκρισι κάποιου ανθρώπου; Πουθενά!
Όσα έλεγαν και εκραύγαζαν αυτοί προς τον Κύριον ήταν τα εξής: Μερικοί, ωσάν να ίσταντο εμπρός στην πύλη του ουρανού, εκτυπούσαν δυνατά το στήθος και έλεγαν προς τον Θεόν: «Άνοιξέ μας, άνοιξε, ώ δικαστά, άνοιξέ μας, αφού εμείς με τις αμαρτίες μας εκλείσαμε για τον εαυτό μας την πύλη». Άλλοι έλεγαν: «Επίφανον το πρόσωπόν σου μόνον, και σωθησόμεθα» (Ψαλμ. οθ΄ 4). Ένας έλεγε: «Επίφανον τοίς έν σκότει και σκιά θανάτου καθημένοις ταπεινοίς» (Ησ. θ΄ 2). Άλλος πάλι: «Ας μας προλάβουν γρήγορα, Κύριε, οι οικτιρμοί σου, διότι εχαθήκαμε, διότι απελπισθήκαμε, διότι εσβήσαμε τελείως» (Ψαλμ. οη΄ 8).
Μερικοί από αυτούς έλεγαν: «Θα φανερωθή άραγε πλέον σ΄εμάς ο Κύριος»; Και άλλοι: «Εξώφλησε άραγε η ψυχή μας το χρέος το ανυπέρβλητο»; Άλλος: «Θα καταπραϋνθή άραγε τώρα πλέον από εμάς ο Κύριος; Θα τον ακούσωμε άραγε να λέγη σ΄εμάς τους δεμένους μ΄άλυτα δεσμά, «εξέλθετε»; Και σ΄εμάς πού ευρισκόμαστε στον άδη της μετανοίας, «είσθε συγχωρημένοι»; Έφθασε άραγε η κραυγή μας στα αυτιά του Κυρίου»;
Όλοι επερνούσαν τον καιρό τους έχοντας συνεχώς εμπρός στους οφθαλμούς των τον θάνατο και λέγοντας:
«Άραγε ποια θα είναι η κατάληξις; Άραγε ποια θα είναι η απόφασις; Άραγε ποιο θα είναι το τέλος μας; Άραγε υπάρχει επαναφορά; Άραγε υπάρχει συγχώρησις σ΄εμάς τους σκοτεινούς, τους ταπεινούς, τους καταδίκους; Άραγε μπόρεσε η δέησίς μας να φθάση ενώπιον του Κυρίου ή εγύρισε πίσω ταπεινωμένη και ντροπιασμένη; Άραγε, αν έφθασε, τι κατώρθωσε; πόσο Τον εξευμένισε; πόσο ωφέλησε; πόσο ενήργησε; διότι εβγήκε από ακάθαρτα στόματα και σώματα και δεν έχει πολλή δύναμι. Άραγε μας συμφιλίωσε τελείως με τον Κριτή; Άραγε έν μέρει; Άραγε για τα μισά τραύματά μας; επειδή είναι πράγματι μεγάλα και χρειάζονται πολλούς ιδρώτες και μόχθους. Άραγε μας επλησίασαν καθόλου οι φύλακές μας (άγγελοι) ή ίστανται ακόμη μακρυά; Εάν εκείνοι δεν μας πλησιάσουν, όλοι μας οι κόποι είναι μάταιοι και ανωφελείς, διότι η προσευχή μας, εάν δεν την πάρουν οι προστάτες μας άγγελοι, ερχόμενοι πλησίον μας, και την προσφέρουν στον Κύριον, δεν έχει δύναμη παρρησίας ούτε φτερά καθαρότητος για να φθάση σ΄Αυτόν».
Γι΄αυτά πολλές φορές και μεταξύ τους απορούσαν και έλεγαν: «Άραγε, αδελφοί, κατορθώνομε τίποτε; Άραγε επιτυγχάνωμε αυτό πού ζητούμε; Άραγε μας δέχεται πάλι ο Θεός; Άραγε μας ανοίγει την θύρα»;
Και οι άλλοι απαντούσαν:
«Ποιος ξέρει -όπως το είπαν οι αδελφοί μας οι Νινευίτες- μήπως μεταμεληθή ο Κύριος και μας λυτρώση από την μεγάλη έστω τιμωρία; (Ιωνά γ΄ 9). Εμείς όμως ας πράξωμε ό,τι εξαρτάται από εμάς. Και αν μέν μας ανοίξη, πολύ καλά, ειδεμή «ευλογητός Κύριος ο Θεός», ο οποίος δίκαια μας έκλεισε έξω. Πλήν όμως ας επιμείνωμε κτυπώντας μέχρι το τέλος της ζωής μας, και ίσως, βλέποντας την πολλή μας αναίδεια και επιμονή, μας ανοίξη ο Αγαθός».
Γι΄αυτό και έλεγαν παρακινώντας τους εαυτούς των:
« Δράμωμεν, αδελφοί, δράμωμεν. Έχομεν ανάγκη δρόμου και μάλιστα δρόμου σκληρού, διότι έχομε μείνει πίσω από την καλή μας συνοδία. Ας τρέξωμε χωρίς να λογαριάζωμε την ακάθαρτη και ταλαίπωρη σάρκα μας. Αν την φονεύσωμε και εμείς, όπως μας εφόνευσε και αυτή».
Έτσι και έκαναν οι μακάριοι εκείνοι υπόδικοι.
Έβλεπες σ΄αυτούς γόνατα αποσκληρυμένα από τις πολλές μετάνοιες. Οφθαλμούς λυωμένους και βυθισμένους στο βάθος των κόγχων. Απογυμνωμένοι από τρίχες, με μάγουλα πληγωμένα και φλογισμένα από την φλόγα των θερμών δακρύων.
Έβλεπες πρόσωπα ωχρά και καταμαραμένα πού δεν ξεχώριζαν καθόλου από πρόσωπα νεκρών. Στήθη που επονούσαν από τα κτυπήματα και αιματηρά πτύελα που προέρχονταν από τα γρονθοκοπήματα του στήθους.
Πού να ευρεθή εκεί στρώμα; Πού καθαρό ή στερεό ένδυμα; Όλα ήταν σχισμένα, ακάθαρτα και σκεπασμένα με ψείρες. Πού να συγκριθή με την ιδική τους ταλαιπωρία η ταλαιπωρία των δαιμονισμένων; Πού εκείνων που θρηνούν τους νεκρούς; Πού εκείνων πού ζούν εξόριστοι; Πού η τιμωρία των καταδικασμένων για φόνο; Ούτε συγκρίνεται η αθέλητη παίδευσις και τιμωρία αυτών με την ιδική τους την θεληματική.
Και σας παρακαλώ, αδελφοί, να μη τα θεωρήσετε σαν μύθους όσα σας είπα. Ικέτευαν οι άνθρωποι αυτοί πολλές φορές τον μεγάλο εκείνο δικαστή -τον Ποιμένα τους εννοώ, τον άγγελο πού ζούσε μεταξύ των ανθρώπων- να περισφίγξη τα χέρια και τον τράχηλό τους με σιδερένια δεσμά, και να δέση τα πόδια τους στο τιμωρητικό ξύλο, και να μη λυθούν από αυτά πρίν τους δεχθή το μνήμα. Ακόμη δε ούτε και σε μνήμα να τους βάλουν!
Δεν θα κρύψω καθόλου ούτε την ελεημένη ταπείνωσι αυτών των πραγματικά μακαρίων ούτε την συντετριμμένη προς τον Θεόν αγάπη και μετάνοιά τους.
Καθ΄όν χρόνον οι καλοί αυτοί κάτοικοι της χώρας της μετανοίας επρόκειτο να αναχωρήσουν προς τον Κύριον και να παρασταθούν εμπρός στο αδέκαστο βήμα, βλέποντας ότι τελειώνει πλέον η ζωή τους, μέσω του προϊσταμένου τους εκλιπαρούσαν με όρκους τον Μέγαν, (τον Ηγούμενο δηλαδή), να μην αξιωθούν ανθρωπίνης ταφής, αλλά να πεταχθούν σαν άλογα ζώα ή στο ρεύμα του ποταμού ή στα θηρία του αγρού.
Και πολλές φορές υπήκουσε και το έκανε ο λύχνος εκείνος της διακρίσεως, δίδοντας εντολή να τους κηδεύσουν χωρίς καμμία τιμή και ψαλμωδία.
Πόσο δε φοβερό και οικτρό ήταν το θέαμα της τελευταίας ώρας τους! Όταν δηλαδή οι συγκατάδικοι αντελαμβάνονταν πώς κάποιος πρίν από αυτούς επρόκειτο να αποθάνη, ενώ ακόμη είχε τις αισθήσεις του, τον περικύκλωναν. Και με δίψα, με πένθος, με επιθυμία, με αξιολύπητο ύφος και λυπητερά λόγια, κουνώντας το κεφάλι, υπέβαλλαν ερωτήσεις σ΄αυτόν πού έφευγε και με θερμή συμπάθεια του έλεγαν:
«Τι γίνεται αδελφέ και συγκατάδικε; Πώς βλέπεις τα πράγματα; Τι λέγεις; Τι ελπίζεις; Τι καταλαβαίνεις; Επέτυχες με τους κόπους σου αυτό πού εζητούσες ή δεν το κατόρθωσες; Άνοιξες ή ακόμη αισθάνεσαι ως ένοχος; Έφθασες ή απέτυχες; Έλαβες κάποια πληροφορία ή έχεις αβεβαία ελπίδα; Έλαβες άνεσι και ελευθερία ή ταλαντεύεται και αμφιβάλλει ακόμη ο λογισμός σου; Αισθάνθηκες μέσα στην καρδιά σου κάποιο φωτισμό ή βλέπεις ότι παραμένει ακόμη στο σκότος και στην ατιμία; Άκουσες μέσα σου καμμία φωνή να σου λέγη: «Ίδε υγιής γέγονας»; (Ιωάν. ε΄ 14) ή «αφέωνταί σοι αί αμαρτίαι»; (Λουκ. ζ΄ 48) ή «η πίστις σου σέσωκέ σε»; (Λουκ. ζ΄ 50). Ή μήπως αισθάνεσαι πώς ακούεις ακόμη την φωνή: «Αποστραφήτωσαν οι αμαρτωλοί είς τον άδην» (Ψαλμ. θ΄ 18) και «δήσαντες αυτού (=αφού του δέσετε) χείρας και πόδας εμβάλετε είς το σκότος» (Ματθ. κβ΄ 13) και «αρθήτω (=ας εκδιωχθή) ο ασεβής, ίνα μη ίδη την δόξαν Κυρίου»; (Ησ. κστ΄ 10). Τι λέγεις, αλήθεια, αδελφέ; Πές μας, σε ικετεύουμε, για να μάθωμε κι εμείς τι πρόκειται να συναντήσωμε. Για σένα πλέον έκλεισε η προθεσμία και δεν θα σου δοθή άλλη είς τον αιώνα».
Σ΄αυτά τα ερωτήματα άλλοι από τους ετοιμοθανάτους απαντούσαν: «Ευλογητός Κύριος, ός ούκ απέστησε (= απεμάκρυνε) την προσευχήν ημών, και το έλεος αυτού άφ΄ ημών» (Ψαλμ. ξε΄ 20). Άλλοι πάλι έλεγαν «Ευλογητός ο Κύριος πού δεν μας παρέδωσε στα δόντια τους να μας φάγουν» (Ψαλμ. ρκγ΄ 6). Άλλοι γεμάτοι οδύνη έλεγαν: «Άραγε θα κατορθώση η ψυχή μας να περάση το αδιαπέραστο ύδωρ, δηλαδή το πλήθος των πονηρών πνευμάτων του αέρος»; (πρβλ. Ψαλ. ρκγ΄ 5). Δεν ετολμούσαν ακόμη να ξεθαρρέψουν, αλλά εσκέπτονταν συνεχώς τί γίνεται σ΄εκείνο το κριτήριο.
Και άλλοι από αυτούς απαντούσαν με άλλα πιο οδυνηρά λόγια: «Αλλοίμονο στην ψυχή πού δεν εφύλαξε το μοναχικό επάγγελμα άσπιλο. Αυτή και μόνο την ώρα θα καταλάβη τι την περιμένει».
Εγώ δε πού είδα σ΄ αυτούς και άκουσα τούτα, παρ΄ ολίγο θα απελπιζόμουν βλέποντας και συγκρίνοντας την αδιαφορία μου με την ιδική τους κακοπάθεια.
Αλλά και η διαμονή και η διαρρύθμισις του τόπου αυτού ποια ήταν! Ήταν γεμάτη σκότος, γεμάτη δυσωδία, εντελώς ρυπαρά και ξηρά. Γι΄αυτό και πολύ σωστά ωνομάσθηκε Φυλακή και καταδίκη. Έτσι και μόνη η θέας της τοποθεσίας έφθανε για να διδάσκη την πλήρη μετάνοια και το πένθος.
Αυτά όμως πού για τους άλλους είναι δύσκολα, απαράδεκτα και ανεπιθύμητα, σε αυτούς που εξέπεσαν από την αρετή και τον πνευματικό πλούτο γίνονται ευχάριστα και ευπρόσδεκτα. Διότι η ψυχή πού εστερήθηκε την προηγουμένη παρρησία προς τον Θεόν, πού έχασε την ελπίδα της απαθείας, πού διέρρηξε την σφραγίδα της αγνότητος, πού της έκλεψαν τον πλούτο των χαρισμάτων, πού αποξενώθηκε από την θεία παρηγορία, πού αθέτησε το συμβόλαιό της με τον Κύριον, πού έσβησε μέσα της το χαριτωμένο πύρ των δακρύων, και πού πληγώνεται αναπολώντας αυτά και κεντάται οδυνηρά… όχι μόνο τους προηγουμένους κόπους τους δέχεται ολοπρόθυμα, αλλά, πολύ περισσότερο, επινοεί με ευσεβείς ασκήσεις να οδηγηθή στον θάνατον –εάν βέβαια απέμεινε μέσα της κάποιος σπινθήρ αγάπης ή φόβου του Κυρίου, όπως ακριβώς συνέβαινε σ΄αυτούς τους μακαρίους.
Έχοντας στον νου τους αυτά και αναλογιζόμενοι το ύψος από το οποίο εξέπεσαν, έλεγαν: «Εμνήσθημεν ημερών αρχαίων (Ψαλμ. ρμβ΄ 5), την πρώτη δηλαδή φλόγα του ζήλου μας». Άλλοι εφώναζαν προς τον Θεόν: «Πού είσι τα ελέη σου τα αρχαία Κύριε, ά έδειξας τη ψυχή ημών έν τη αληθεία σου; Μνήσθητι του ονειδισμού και του μόχθου των δούλων σου» (πρβλ. Ψαλμ. πη΄ 50-51).
Άλλος: «Ποιος να με εγύριζε στον παρελθόντα καιρό, στις ημέρες πού με επροστάτευε ο Θεός, τότε πού ο φωτεινός λύχνος Του έφεγγε επάνω από την κεφαλή μου, την κεφαλή της καρδιάς μου»; (Ιώβ κθ΄ 2-3).
Με πόση νοσταλγία ενθυμούντο τα προηγούμενα κατορθώματά τους, και κλαίοντας γι΄ αυτά σαν μικρά παιδιά, έλεγαν:
«Πού είναι η καθαρότης της προσευχής; Πού το θάρρος και η παρρησία της; Πού το γλυκύ δάκρυ αντί του τωρινού πικρού; Πού η ελπίς της τελείας αγνότητος και καθάρσεως; Πού η προσδοκία της μακαρίας απαθείας; Πού η πίστις προς τον Γέροντα; Πού η ενέργεια της προσευχής του σ΄εμάς; Εχάθηκαν όλα αυτά, εξέλιπαν σαν να μην υπήρξαν καθόλου, εξαφανίσθηκαν σαν ανύπαρκτα και διελύθησαν».
Ενώ έλεγαν αυτά και εθρηνούσαν, μερικοί προσεύχονταν να καταληφθούν από δαιμόνιο. Άλλοι ικέτευαν τον Κύριον να αποκτήσουν λέπρα. Άλλοι, να χάσουν την όρασί τους, και να γίνουν σ΄ όλους αξιολύπητο θέαμα. Άλλοι, να πέσουν παράλυτοι στο κρεββάτι, αρκεί μόνο να μη δοκιμάσου τά (μελλοντικά) εκείνα κολαστήρια.
Εγώ τότε, αγαπητοί μου, ξεχάσθηκα, εισήλθα ολόκληρος μέσα στο πένθος τους, και ο νούς μου αιχμαλωτίσθηκε εντελώς, χωρίς να μπορώ να τον επαναφέρω. Ας επιστρέψωμε όμως πάλι στην σειρά του λόγου.
Αφού παρέμεινα τριάντα ημέρες σ΄αυτήν την φυλακή, επιστρέφω ο ανυπομόνητος στο μεγάλο Κοινόβιο, στον Μέγαν, (τον Ηγούμενο δηλαδή). Αυτός δε ο πάνσοφος βλέποντάς με σαν να είμαι άλλος άνθρωπος και σαν να τα έχω χαμένα, κατάλαβε την αιτία και μου λέγει: «Τι συμβαίνει, πάτερ Ιωάννη; Είδες τους άθλους των αγωνιζομένων»;
Και εγώ του απήντησα: «Τους είδα, πάτερ μου, και τους εθαύμασα και εμακάρισα αυτούς πού έπεσαν και πενθούν, περισσότερο από εκείνους πού δεν έπεσαν και δεν πενθούν για τον εαυτό τους, διότι με την πτώσι τους εσηκώθηκαν και εστάθηκαν σε μία κατάστασι πού δεν κινδυνεύουν πλέον». Εκείνος δε μου είπε: «Πραγματικά, έτσι είναι».
Και έν συνεχεία με την αψευδή του γλώσσα μου διηγήθηκε: «Πρό δεκαετίας είχα εδώ έναν αδελφό με υπερβολικό ζήλο, αγωνιστή, και τόσο σπουδαίο, ώστε, καθώς τον έβλεπα να καίη μέσα του τέτοια φλόγα, έτρεμα και εφοβόμουν υπερβολικά τον φθόνο του διαβόλου, μήπως με την μεγάλη ταχύτητα που έτρεχε σκοντάψη σε κάποια πέτρα το πόδι του, πράγμα που συμβαίνει συνήθως σ΄αυτούς πού προχωρούν με ταχύτητα. Και αυτό (δυστυχώς) έγινε.
» Και αμέσως μετά την πτώσι του, αργά το βράδυ, έρχεται σε μένα, μου αποκαλύπτει γυμνό το τραύμα του, ζητεί έμπλαστρο, παρακαλείνα το καυτηριάσω, ανησυχεί υπερβολικά. Βλέποντας όμως τον ιατρό να μη θέλη να του φερθή απότομα -εφ΄ όσον άλλωστε άξιζε να τον συμπαθήση κανείς- ρίχνεται κάτω στο έδαφος, αγκαλιάζει τα πόδια μου, τα λούζει με άφθονα δάκρυα και ζητεί να καταδικασθή στην φυλακή αυτή που είδες.
«Είναι αδύνατο, εφώναζε, να μην πάω εκεί».
» Έτσι αναγκάζει να μεταβληθή η ευσπλαγχνία του ιατρού σε σκληρότητα – πράγμα σπάνιο μεταξύ των αρρώστων και εντελώς παράδοξο. Τρέχει γρήγορα και παίρνει θέσι ανάμεσα στους μετανοούντας, συμμερίζεται το πένθος τους και συμμετέχει σ΄αυτό πρόθυμα. Πληγώθηκε δε στην καρδιά από την λύπη για την αγάπη του Θεού σαν με ξίφος, με αποτέλεσμα να αποδημήση σε οκτώ ημέρες προς τον Κύριον, αφού προηγουμένως εζήτησε να μην αξιωθή ενταφιασμού. Εγώ όμως αντιθέτως, ως άξιο, και εδώ στο Κοινόβιο τον έφερα, και τον έθαψα μαζί με τους άλλους πατέρας. Έτσι μετά την εβδόμη ημέρα της σκλαβιάς, την ογδόη ημέρα ελύθηκε από τα δεσμά και ελευθερώθηκε [1].
Υπάρχει δε κάποιος [2] που αντελήφθηκε πολύ καλά, πώς ο προηγούμενος μοναχός δεν σηκώθηκε από τα ταπεινά πόδια μου, πρίν εξευμενίση τον Θεόν. Και δεν είναι άξιον απορίας. Διότι μέσα στην καρδιά του έβαλε την πίστι της πόρνης εκείνης του Ευαγγελίου, και με μία παρομοία πληροφορία κατάβρεξε και αυτός με τα δάκρυά του τα δικά μου αχρεία πόδια. Όπως δε είπε ο Κύριος, «πάντα δυνατά τώ πιστεύοντι» (Μαρκ. θ΄ 23).
6. Είδα ψυχές πού έρρεπαν με μανία στους σαρκικούς έρωτες. Αυτές λοιπόν αφού έλαβαν αφορμή μετανοίας από την γεύσι του αμαρτωλού έρωτος, μετέστρεψαν αυτόν τον έρωτα σε έρωτα προς τον Κύριον. Έτσι ξεπέρασαν αμέσως κάθε αίσθημα φόβου και εκεντρίσθηκαν στην άπληστη αγάπη του Θεού. Γι΄αυτό και ο Κύριος στην αγνή εκείνη πόρνη (Λουκ. ζ΄ 37-48) δεν είπε ότι εφοβήθηκε, αλλά «ότι ηγάπησε πολύ» και κατώρθωσε εύκολα να αποκρούση τον ένα έρωτα με τον άλλον.
7. Δεν το αγνοώ, θαυμαστοί μου φίλοι, ότι σε μερικούς τα κατορθώματα των μακαρίων αυτών ανθρώπων πού σας διηγήθηκα θα φανούν απίστευτα, σε άλλους δύσπιστα και σε άλλους ότι δημιουργούν απόγνωσι. Ο γενναίος όμως άνδρας μάλλον θα ωφεληθή. Θα πάρη από αυτά ένα κεντρί και ένα πυρωμένο βέλος και θα φύγη με φλογερό ζήλο στην καρδιά του. Αλλά και αυτός πού έχει ολιγώτερη προθυμία, θα καταλάβη την αδυναμία του, θα αποκτήση εύκολα ταπεινοφροσύνη με την αυτομεμψία και θα τρέξη πίσω από τον προηγούμενο. Δεν γνωρίζω μάλιστα μήπως και τον προφθάση. Αντίθετα ο αμελής άνδρας δεν πρέπει ούτε να πλησιάση (και να ακούση) αυτά που διηγήθηκα, μη τυχόν πέση σε τελεία απόγνωσι και σκορπίση και αυτό (το ολίγο) πού μέχρι τώρα κατορθώνει, και εφαρμοσθή έτσι σ΄ αυτόν ο λόγος της Γραφής: «Από αυτόν πού δεν έχει -προθυμία- και αυτό που νομίζει ότι έχει θα του αφαιρεθή» (Ματθ. κε΄ 29).
8. Δεν είναι δυνατόν σ΄εμάς πού επέσαμε στον λάκκο των ανομιών, να ανελκυσθούμε από εκεί, εάν δεν καταδυθούμε στην άβυσσο της ταπεινώσεως των μετανοούντων.
9. Διαφορετική είναι η θλιμμένη ταπείνωσις των πενθούντων και διαφορετικός ο έλεγχος και η καταδίκη της συνειδήσεως αυτών πού ακόμη περιπίπτουν σε αμαρτίες. Διαφορετική επίσης είναι «η μακαρία πλουτοταπείνωσις» που αποκτούν με την ενέργεια της θείας χάριτος οι τέλειοι. Ας μη βιασθούμε να γνωρίσωμε την τρίτη κατάστασι με λόγια, διότι αδίκως θα τρέξωμε. Της δευτέρας καταστάσεως γνώρισμα είναι η πλήρης υποδοχή και υπομονή κάθε ατιμίας. Εκείνον δε (πού ανήκει στην πρώτη περίπτωσι), τον άνθρωπο δηλαδή που πενθεί, τον τυραννούν πολλές φορές οι αμαρτωλές συνήθειες και αναμνήσεις του παρελθόντος. Και αυτό βέβαια δεν είναι κάτι το παράδοξο.
10. Ο λόγος για τις ένοχες πράξεις και για τις πτώσεις είναι σκοτεινός και ακατανόητος για κάθε ψυχή. Είναι δύσκολο να γνωρίζωμε ποιες πτώσεις μας προέρχονται από αμέλεια, ποιες από σκόπιμη εγκατάλειψι του Θεού και ποιές από αποστροφή του Θεού. Το μόνο πού κάποιος μου εξήγησε είναι, ότι όσες μας συμβαίνουν από σκόπιμη παραχώρησι του Θεού έχουν σύντομη επανόρθωσι, διότι ο Θεός πού μας παρέδωσε δεν μας αφίνει επί πολύ αιχμαλώτους σε αυτές.
11. Όσοι επέσαμε, ας πολεμήσωμε πρό πάντων τον δαίμονα της λύπης. Διότι αυτός έρχεται δίπλα μας την ώρα της προσευχής, μας ενθυμίζει την προηγουμένη μας παρρησία και προσπαθεί να αχρηστεύση την προσευχή μας.
12. Μη τρομάξης όταν πέφτης κάθε ημέρα, και μη εγκαταλείψης τον αγώνα. Αντιθέτως να ίστασαι ανδρείως και οπωσδήποτε να ευλαβηθή την υπομονή σου ο φύλαξ άγγελός σου. Όσο είναι ακόμη πρόσφατο και ζεστό το τραύμα, τόσο και ευκολώτερα θεραπεύεται. Ενώ τα τραύματα πού εχρόνισαν, σαν παραμελημένα και αποσκληρυμένα, δύσκολα θεραπεύονται, και χρειάζονται για να ιατρευθούν πολύ κόπο και νυστέρι και ξυράφι και το εδώ πύρ των καυτηριασμών, (δηλαδή το πύρ των εδώ θλίψεων, έν αντιθέσει με το μελλοντικό πύρ της κολάσεως).
13. Πολλά ψυχικά τραύματα πού εχρόνισαν είναι ανίατα. Στον Θεόν όμως όλα είναι δυνατά.
Πρίν από την πτώσι οι δαίμονες αποκαλούν τον Θεόν φιλάνθρωπο. Μετά όμως από την πτώσι τον αποκαλούν σκληρό.
14. Εάν μετά από την μεγάλη σου πτώσι πέσης και σε κάποιο μικρό αμάρτημα και σου ειπή ο λογισμός, «είθε να μην έπεφτες σ΄εκείνο το μεγάλο, τούτο το μικρό δεν είναι τίποτε το σπουδαίο», μην τον παραδεχθής αυτόν τον λογισμό. (Και τα μικρά πράγματα έχουν την σημασία τους). Πολλές φορές μάλιστα μερικά μικρά δώρα κατεπράϋναν τον μεγάλο θυμό του δικαστού.
15. Όποιος πραγματικά εξοφλεί αμαρτίες, την ημέρα πού δεν επένθησε την θεωρεί χαμένη, έστω και αν έπραξε κατ΄αυτήν μερικά άλλα καλά έργα.
16. Κανείς από τους πενθούντας άς μη περιμένη την πληροφορία της συγχωρήσεως την στιγμή του θανάτου. Διότι κάτι πού είναι άγνωστο είναι και αβέβαιο. Γι΄αυτό και κάποιος έλεγε: «Άφησέ με να αισθανθώ αναψυχή με την πληροφορία της συγχωρήσεως, πρίν αποθάνω και πρίν απέλθω από την ζωή αυτή απληροφόρητος» (πρβλ. Ψαλμ. λη΄ 14).
17. Όπου εμφανισθή το Πνεύμα του Κυρίου, ο δεσμός για τις αμαρτίες ελύθηκε. Όπου εμφανισθή απέραντη ταπείνωσις, ο δεσμός για τις αμαρτίες ελύθηκε. Όσοι τυχόν (έφυγαν από την ζωή) χωρίς αυτά τα δύο, άς μη πλανώνται. Είναι δεμένοι.
18. Μόνο αυτοί που ζούν στον κόσμο, μένουν ξένοι προς τις πληροφορίες πού ανέφερα, και μάλιστα στην πρώτη, (στην εμφάνισι της χάριτος του Αγίου Πνεύματος). Μερικοί από τους κοσμικούς αγωνίζονται με την ελεημοσύνη, και καταλαβαίνουν την ωφέλειά της την ώρα του θανάτου των.
19. Όποιος θρηνεί τον εαυτό του, δεν βλέπει τον θρήνο ή την πτώσι ή την επίπληξι του άλλου.
20. Ο σκύλος που εδαγκώθηκε από κάποιο θηρίο, εξαγριώνεται περισσότερο προς αυτό και από τον πόνο της πληγής μαίνεται σφοδρότερα εναντίον του. (Παρόμοια συμπεριφέρεται προς τους δαίμονες ο μοναχός που επληγώθηκε από αυτούς).
21. Όταν η συνείδησις παύση να μας ελέγχη για αμαρτίες, ας προσέξωμε μήπως αυτό δεν οφείλεται στην καθαρότητα, αλλά στην κόπωσι και άμβλυνσι αυτής, της συνειδήσεως, εξ αιτίας πλήθους αμαρτιών.
22. Απόδειξις ότι έσβησε το χρέος των αμαρτιών μας είναι το να θεωρούμε πάντοτε χρεώστη τον εαυτό μας.
23. Τίποτε δεν υπάρχει ίσο ή ανώτερο από τους οικτιρμούς του Θεού. Γι΄αυτό όποιος απελπίζεται σφάζη ο ίδιος τον εαυτό του.
24. Σημείο της πραγματικής και επιμελούς μετανοίας είναι το να θεωρούμε τον εαυτό μας άξιο για όλες τις θλίψεις πού μας συμβαίνουν -τις ορατές (που προέρχονται από τα πράγματα και από τους ανθρώπους) και τις αόρατες (πού προέρχονται από τους δαίμονας) - και για πολύ περισσότερες.
25. Ο Μωϋσής αφού αξιώθηκε να ιδή τον Θεόν στην βάτο, επέστρεψε πάλι στην Αίγυπτο, η οποία υποδηλοί το πνευματικό σκότος, και ίσως υποχρεώθηκε να κατασκευάζη πλίνθους στον Φαραώ, ο οποίος υποδηλοί τον διάβολο. Πλήν όμως πάλι ανέβηκε στην βάτο, και όχι μόνο σ΄αυτήν, αλλά και στο όρος Σινά, (το οποίο υποδηλοί τα ύψη των αρετών). Όποιος εννόησε το παράδειγμα, ποτέ δεν θα απελπισθή για την σωτηρία του. Επτώχευσε και ο μέγας Ιώβ, αλλ΄ έπειτα απέκτησε διπλάσιο πλούτο.
26. Στους ραθύμους οι πτώσεις μετά την μοναχική τους κλήσι είναι πολύ σοβαρές. Διότι πλήττουν την ελπίδα (της πνευματικής προόδου και κατακτήσεως) της απαθείας. Και διότι τους δημιουργούν την ιδέα ότι θα θεωρούνται ευτυχείς, εάν έστω κατορθώσουν και σηκωθούν από τον λάκκο (της αμαρτίας).
27. Πρόσεχε! Πρόσεχε καλά! Δεν είμαστε υποχρεωμένοι να επιστρέψωμε από τον ίδιο δρόμο πού επλανηθήκαμε, αλλά από άλλον συντομώτερο, (από τον δρόμο δηλαδή της ταπεινώσεως).
28. Είδα δύο πού εβάδιζαν (πρόν τον Θεόν) καθ΄ όμοιο τρόπο και είς τον ίδιο καιρό. Ο ένας ήταν ηλικιωμένος και με περισσότερους ασκητικούς κόπους. Ο άλλος ήταν ένας νεαρός μαθητής, και «προέδραμε τάχιον» (= έτρεξε γρηγορότερα) από τον ηλικιωμένο, και «ήλθε πρώτος είς το μνημείον» (Ιωάν. κ΄ 4) της ταπεινώσεως.
29. Ας προσέξωμε όλοι, και ιδιαίτερα όσοι εγνωρίσαμε πτώσεις, να μη προσβληθή η καρδιά μας από την νόσο του ασεβούς Ωριγένους[3]. Διότι η βδελυκτή αυτή νόσος, προβάλλοντας την φιλανθρωπία του Θεού, γίνεται ευπρόσδεκτη στους φιληδόνους.
«Με την μελέτη μου και την περισυλλογή μου θα ανάψη μέσα μου πυρ» (Ψαλμ. λη΄ 4). Μάλλον με την μετάνοιά μου θα ανάψη μέσα μου το πύρ της προσευχής, και αυτό θα κάψη κάθε αμαρτία [4].
30. Όρος για σένα και τύπος και υπογραμμός και παράδειγμα μετανοίας ας είναι οι προηγούμενοι άγιοι κατάδικοι, και δεν θα σου χρειασθή σε όλη την ζωή κανένα άλλο βιβλιο, έως ότου λάμψη εμπρός σου ο Χριστός, ο Υιός του Θεού και Θεός, κατά την ημέρα της αναστάσεως - εννοώ της πνευματικής αναστάσεως πού θα σου φέρη η πραγματική και επιμελής μετάνοια.
Εσύ πού μετανόησες, ανέβηκες στην Πέμπτη βαθμίδα.
Εκαθάρισες με την μετάνοια τις πέντε αισθήσεις και με την εκουσία τιμωρία και κόλασι εγλύτωσες την ακουσία.

από το βιβλίο "Κλίμαξ"
Ι.Μ.Παρακλήτου

[1] Η εβδόμη ημέρα, αντίστοιχη προς το «νομικόν» Σάββατο, συμβολίζει την παρούσα ζωή των πειρασμών και θλίψεων. Η δε ογδόη υπερέχει του Σαββάτου και εικονίζει την μέλλουσα μακαριότητα και αιωνιότητα, εφ΄ όσον ευρίσκεται έξω από τον χρόνο πού ανακυκλείται με τις ημέρες της εβδομάδος και εφ΄ όσον είναι η ημέρα της Αναστάσεως του Κυρίου.
[2] Κατά πάσα πιθανότητα αυτός θα είναι ο ίδιος ο Ηγούμενος και το αποκρύπτει από ταπεινοφροσύνη, για να μη φανή ως διορατικός.
[3] Ο Ωριγένης (185-254 μ.Χ.) υπήρξε σπανία προσωπικότης. Φλογερός στην πίστι, μεγαλοφυής στην διάνοια, βαθύς και συναρπαστικός στην ερμηνεία της Γραφής, πολυμαθέστατος, πολυγραφώτατος και πατήρ της θεολογικής επιστήμης. Οι μεγάλοι Καππαδόκαι Πατέρες πολύ τον εκτιμούσαν. Δυστυχώς όμως περιέπεσε σε ωρισμένες πλάνες (αιωνιότης κόσμου, προΰπαρξις ψυχών, μη αιωνιότης κολάσεως κ.λ.π.) Τον έκτο μ.Χ. αιώνα, στους χρόνους δηλαδή της Κλίμακος, ετάρασσε την Εκκλησία και ιδιαίτερα τον μοναχισμό η λεγομένη Τρίτη φάσις των ωριγενιστικών ερίδων, οπότε η Ε΄Οικουμενική Σύνοδος (553 μ.Χ.) κατεδίκασε επισήμως τις κακοδοξίες του. Έτσι μέσα σ΄ αυτό το δυσμενές κλίμα δικαιολογείται η βαρειά αυτή έκφρασις της Κλίμακος για τον Ωριγένη.
[4] Η έννοια του χωρίου είναι, ότι θα εξαλειφθούν οι αμαρτίες μόνο κατά την διάρκεια της παρούσης ζωής με το πύρ της έν μετανοία προσευχής και όχι στην μέλλουσα ζωή με το πύρ της δικαιοκρισίας του Θεού, όπως εσφαλμένα υπεστήριζε ο Ωριγένης ομιλώντας περί μη αιωνιότητος της κολάσεως και περί αποκαταστάσεως των πάντων.

Έφυγα μακριά. 
Έφυγα μακριά Φίλε του ανθρώπου,
είχα τη σκηνή μου στην έρημο,
από Σένα, έφυγα και κρύφτηκα,
κάτω απ τη νύχτα χώθηκα της αγωνίας να επιβιώσω.
από κει γέμισα πολλές δαγκωματιές και τραύματα.
Γύρισα, ήρθα σε Σένα,
στην ψυχή μου όμως πολλές οι πληγές…
Το έλεος της χάρης Σου στάλαξε, Θεέ μου,
τις πληγές μου άλειψε, εξάλειψε τα έλκη,
τα μέλη μου συνάρμοσε και σύσφιξε…
παράλυσαν…
αφάνισε τις ουλές, μη μείνει ούτε μία, Σωτήρα,
τέλεια γιάτρεψέ με ολόκληρο, κάνε με όπως πρίν,
όταν δεν είχα μολυσμό ούτε μώλωπα
ούτε πληγή να αιμορραγεί, ούτε κηλίδα, Θεέ μου,
είχα γαλήνη, χαρά, ειρήνη και πραότητα,
την άγια ταπείνωση και μακροθυμία,
τον φωτισμό της υπομονής και πράξεις όμορφες,
σε όλα υπομονή και δύναμη ανίκητη...
Χάζεψα, Κύριε, αποβλακώθηκα, σε μένα ελπίζοντας,
με πλάκωσε και μ έσυρε η αγωνία για τα υλικά
η μέριμνα για τα βιωτικά,
ο ταλαίπωρος, καταξέπεσα,
ψυχράθηκα σαν το σίδερο κι έγινα μαύρος
πολύ καιρό, ώσπου έπιασα σκουριά.
Κι έτσι φωνάζω πάλι εσένα,
Φιλάνθρωπε, θέλω να καθαρίσω
να υψωθώ στην πρώτη μου Ομορφιά
το Φώς Σου τέλεια ν απολαύσω
Τώρα κι αδιάκοπα σέ όλους τους αιώνες.

"Ύμνοι Θείων Ερώτων” του Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου

(Ύμνος ΜΙΆ, στ. 1-5, 11-21, 41-49)

Ομιλία π. Δημητρίου Τσουρούς (εφημερίου Ι.Ν. Αγίων Αναργύρων Ν. Σμύρνης).
Παραμονή Πρωτοχρονιάς 31 / 12 / 2018, Ι.Ν. Αγίας Φωτεινής Ν. Σμύρνης.
Περί αξιοποιήσεως χρόνου.

«Ο χρόνος τρέχει και δεν περιμένει αυτόν που αργοπορεί […] Και όπως δεν μπορείς να ανακόψεις το ρέμα του ποταμού, […] έτσι ούτε και τον χρόνο που τρέχει μπορείς να συγκρατήσεις […], εκτός αν τον προλάβεις από νωρίς. Γι’ αυτό τώρα που μπορείς, προτού περάσει ο καιρός, άρπαξε γερά τις εντολές του Θεού και εφάρμοσέ τες» (παράφραση ΕΠΕ 7.154).

Με αυτά τα προειδοποιητικά λόγια, Σεβασμιώτατε, σεβαστοί πατέρες και αγαπητοί εν Χριστώ αδελφοί, ο Μέγας Βασίλειος, ο άγιος του οποίου τη μνήμη από σήμερα το απόγευμα ξεκινά η Εκκλησία μας να εορτάζει, υπενθυμίζει σε όλους μας μια πολύ μεγάλη αλήθεια. Ποιά είναι αυτή; Ότι ο χρόνος είναι πολύ ολισθηρός και αλίμονο σ’ εκείνον που δεν θα τον συγκρατήσει και δεν θα τον αξιοποιήσει συνετά. Στα λίγα λεπτά λοιπόν που έχουμε στη διάθεση μας, ας δούμε, αδελφοί μου, πως η Εκκλησία αντιλαμβάνεται και βιώνει τον χρόνο κι ας αναλογιστούμε, πως θα μπορούσε ο καθένας από εμάς το νέο χρόνο, που σε λίγο ανατέλλει, να τον επενδύσει αποδοτικά για τη σωτηρία του.
Αν το καλοσκεφτούμε, αδελφοί μου, θα διαπιστώσουμε ότι η σχέση μας με τον χρόνο είναι συχνά προβληματική. Ακούμε ανθρώπους βαριεστημένα να λένε: «Δεν ξέρω πώς να σκοτώσω τον χρόνο μου, δεν περνάει με τίποτα». Άλλες φορές βλέπουμε ανθρώπους μετανιωμένους να ομολογούν: «Μακάρι να μπορούσα να γυρίσω πίσω τον χρόνο. Έχασα τον καιρό μου σε ανούσια πράματα». Άλλοτε συναντούμε ανθρώπους κατααγχωμένους από τις δουλειές, που ποτέ δεν τελειώνουν, να μονολογούν: «Τρέχω και δεν φτάνω». Άλλοτε ακούμε ανθρώπους αμέριμνα να τραγουδούν: «Μια ζωή την έχουμε κι αν δεν την γλεντήσουμε, τι θα καταλάβουμε». Και άλλες φορές συλλαμβάνουμε τους εαυτούς μας να κακοποιούμε ευκαιρίες που μας δίνονται και να χρησιμοποιούμε κατά τ’ άλλα ευλογημένες καταστάσεις για εφάμαρτους σκοπούς. Φαίνεται, αδελφοί μου, ότι πολλοί από εμάς δεν τολμούμε να δούμε κατάματα τον χρόνο και μάλλον σαν αντίπαλο τον λογαριάζουμε, που μας σέρνει σιγά-σιγά προς τον θάνατο.
Αυτήν, όμως, τη ρηχή, αλλά και φοβισμένη κοσμική στάση απέναντι στον χρόνο έρχεται με τη δική της σοφή λογική η Εκκλησία να την ανατρέψει. Και κάθε φορά που ερχόμαστε στην Εκκλησία μάς υπενθυμίζει, ότι ο χρόνος δεν είναι εχθρός, αλλά σύμμαχος. Είναι ένα μέσο, που αν το αξιοποιήσουμε σωστά, δίνουμε το δικαίωμα στον Θεό να παρέμβει στον φθαρτό μας χρόνο και να τον κάνει αιώνιο.

Ακούσαμε αυτές τις μέρες: «:Ἡ Παρθένος σήμερον τὸν ὑπερούσιον τίκτει». Θα ψάλλουμε την ημέρα των Θεοφανίων: «Σήμερον ὁ Δεσπότης τὸ βάπτισμα λαμβάνει». Θα ακούσουμε τη Μεγάλη Παρασκευή: «Σήμερον κρεμᾶται ἐπὶ ξύλου ὁ ἐν ὕδασι τὴν γῆν κρεμάσας». Και την Κυριακή του Πάσχα θα ψάλλουμε πανηγυρικά: «Σήμερον πᾶσα κτίσις ἀγάλλεται καὶ χαίρει ὅτι Χριστὸς ἀνέστη καὶ ἅδης ἐκσυλεύθη». Κι όλα αυτά όχι πριν δύο χιλιάδες χρόνια, αλλά σήμερα.

Μέσα στην Εκκλησία, αδελφοί μου, όλα εκείνα που έπραξε ο Χριστός για τη δική μας σωτηρία συμβαίνουν τώρα, εδώ, σήμερα. Ζούμε με τέτοιον τρόπο, αδελφοί μου, τη συμμετοχή μας στις ιερές ακολουθίες; Αν όχι, ας το προσπαθήσουμε το νέο έτος. Και απαραιτήτως να πάρουμε πιο ζεστά το θέμα της συμμετοχής μας στη Θεία Ευχαριστία. Σε κάθε Θεία Λειτουργία, ανεξαιρέτως, βρισκόμαστε κι εμείς μαζί με τους μαθητές εκεί, στο Μυστικό Δείπνο, και μ’ ένα παράδοξο, αλλά απόλυτα αληθινό τρόπο, συμμετέχουμε και στην Σταύρωση και στην Ανάσταση του Κυρίου.

Κι όταν μεταλαμβάνουμε κατάλληλα προετοιμασμένοι των αχράντων μυστηρίων γευόμαστε τους θησαυρούς της Βασιλείας του. Ισχύει και για μας ο λόγος του Χριστού: «ὁ τρώγων μου τὴν σάρκα καὶ πίνων μου τὸ αἷμα ἔχει ζωὴν αἰώνιον»(Ιω. 6.54). Πόσο πιο ουράνια θα ήταν η καθημερινότητά μας αδελφοί μου, αν είχαμε αφήσει τον χρόνο μας να διαποτισθεί από το πνεύμα της Θείας Λειτουργίας;
Ο χριστιανός όμως αδελφοί μου δεν αξιοποιεί πνευματικά τον χρόνο του μόνον όταν βρίσκεται στο ναό, αλλά διαρκώς. Αυτό άλλωστε ζητάμε σε κάθε Θεία Λειτουργία: «τὴν ἡμέραν πᾶσαν, τελείαν, ἁγίαν, εἰρηνικὴν καὶ ἀναμάρτητον, παρά τοῦ Κυρίου, αἰτησώμεθα». Και γι’ αυτήν την καθημερινή αξιοποίηση του χρόνου μας χρειάζεται ιεράρχηση. Μας το έχει πει ο Χριστός: «ζητεῖτε δέ πρῶτον τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καί τήν δικαιοσύνην αὐτοῦ, (αφιερώστε πρώτα απ’ όλα χρόνο για τη σωτηρία σας), καί ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν (και όλα τα υπόλοιπα που σας χρειάζονται για να ζήσετε, θα σας δοθούν)» (Ματθ. 6.33).

Κερδίζω λοιπόν πνευματικά τη μέρα μου, όταν, προτού κάνω τις άλλες δουλείες μου, αφιερώσω χρόνο στον Θεό. Πώς γίνεται αυτό; Με το να βρω μια ήσυχη γωνιά στο σπίτι μου και να προσευχηθώ. Όχι να κάνω βιαστικά ένα σταυρό και να πω μηχανικά το «Πάτερ ημών». Η προσευχή, για να εισακουσθεί στον Θεό, θέλει δόσιμο καρδιάς, θέρμη, επιμονή, κι όλα αυτά δεν γίνονται μαγικά, χρειάζεται χρόνος. Πώς αλλιώς μπορώ να κερδίσω τη μέρα μου; Με το να αποκτήσω την πολύ ευλογημένη συνήθεια να μελετάω καθημερινά την Αγία Γραφή. «Δεν μπορεί κάποιος να σωθεί, αν δεν μελετά συνεχώς τις Γραφές», προειδοποιεί ο ιερός Χρυσόστομος. Κερδίζω πνευματικά τη μέρα μου κι όταν σκορπώ αγάπη στους συνανθρώπου μου. «Τον καιρό που δεν κάνουμε ελεημοσύνες, να τον θεωρούμε σαν να μην υπάρχουμε στην ζωή» μας συμβουλεύει και πάλι ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος (ΕΠΕ 11.134). Ας δώσουμε λοιπόν, αδελφοί μου, την καινούργια χρονιά περισσότερο χρόνο στο Θεό με την προσευχή και τη μελέτη του Λόγου του, κι ας αφιερώσουμε περισσότερο χρόνο στις εικόνες του, στους συνανθρώπους μας, δηλαδή, με την αγάπη μας προς αυτούς.
Δεν είναι όμως μόνο κάθε μέρα, αλλά είναι και κάθε ανεξαιρέτως στιγμή που έχει ανυπολόγιστη αξία. Ο Απόστολος Παύλος μας προτρέπει να ζούμε με σύνεση «ἐξαγοραζόμενοι τὸν καιρόν, ὅτι αἱ ἡμέραι πονηραί εἰσιν» (Εφ. 5.16). Δηλαδή, μέσα σ’ έναν κόσμο που είναι γεμάτος σκάνδαλα και πειρασμούς, εμείς να φροντίζουμε να αξιοποιούμε πνευματικά κάθε στιγμή. Χρειάζεται ετοιμότητα, διότι αρκεί μονάχα μια στιγμή πειρασμού για να χάσουμε τα πάντα, και μπορεί εκμεταλλευόμενοι μια στιγμή χάριτος να κερδίσουμε τα πάντα. Μας λέει ο Χριστός: «ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν βιάζεται, καὶ βιασταὶ ἁρπάζουσιν αὐτήν» (Ματθ. 11.12).

Δεν είναι μόνο, ότι κανείς πρέπει να μοχθήσει, για να κερδίσει την βασιλεία των ουρανών. Όπως επισημαίνουν κάποιοι ερμηνευτές, χρειάζεται κανείς να είναι και σε εγρήγορση, διότι η βασιλεία των ουρανών περνά με βιασύνη από μπροστά μας, κι εμείς πρέπει να βιαστούμε να την προλάβουμε. Μία στιγμή διήρκησε η κλήση του Χριστού στον πλούσιο νεανίσκο. Και εκείνος αυτήν την τεράστια ευκαιρία, την σπατάλησε. Και έχασε το παν. Να περάσει δηλαδή στην αιωνιότητα ως μαθητής του Χριστού και ως άγιος. Σε μία στιγμή ο τεσσαρακοστός μάρτυρας ολιγοψύχησε και βγήκε από την παγωμένη λίμνη της Σεβαστείας και έχασε τον παράδεισο. Και σε μια στιγμή ο ειδωλολάτρης στρατιώτης, που τον παρακολουθούσε, πήρε την θέση του στην παγωμένη λίμνη και κέρδισε την αιωνιότητα. Θα υπάρξουν, αδελφοί μου, κρίσιμες στιγμές στη ζωή μας είτε πειρασμών είτε μεγάλων ευκαιριών του Θεού, για τις οποίες πρέπει να είμαστε πανέτοιμοι. Να, λοιπόν, άλλος ένας λόγος να φιλοτιμηθούμε και να αξιοποιήσουμε πνευματικά τον χρόνο μας.
Υπάρχει όμως και κάτι άλλο. Κάποτε αδελφοί μου ένας ετοιμοθάνατος φώναξε: «Ξαναφέρτε τον, ξαναφέρτε τον πίσω». «Μα ποιόν»; ρώτησαν οι παρευρισκόμενοι. Κι ο ετοιμοθάνατος απάντησε. «Τον καιρό, τον καιρό». Ήταν όμως πολύ αργά. Ο βιολογικός μας χρόνος, αδελφοί μου, είναι συνεσταλμένος. Είμαστε «πάροικοι καὶ παρεπίδημοι» (Α΄ Πέτρ. β΄ 11). Ο θάνατος, αδελφοί μου, έρχεται χωρίς να προειδοποιεί. Γι’ αυτό, αδελφοί μου, είναι καιρός να ανασκουμπωθούμε, να καθαρίσουμε το χωράφι της ψυχής μας από τα πάθη και να καλλιεργήσουμε σε αυτό τις αρετές, προτού έλθει ο χειμώνας, προτού σταθούμε μπροστά στο φοβερό κριτήριο του Χριστού. Ας καλλιεργήσουμε λοιπόν την πολλή ευλογημένη αρετή της μνήμης του θανάτου, κι ας νοσταλγήσουμε την αληθινή μας πατρίδα, τον παράδεισο. Το νέο έτος ας ποθήσουμε λίγο παραπάνω τον Χριστό που έρχεται.
Υπάρχει και κάτι τελευταίο. Αφορμή μας δίνει μια πολλή δυνατή αίτηση, που αναπέμπουμε σε κάθε Θεία Λειτουργία: «Τὸν ὑπόλοιπον χρόνον τῆς ζωῆς ἡμῶν ἐν εἰρήνῃ καὶ μετανοίᾳ ἐκτελέσαι […]». Μέσα στην εκκλησία, και πουθενά αλλού, μας προσφέρεται η μοναδική δυνατότητα να γυρίσουμε πίσω στον χρόνο. Όχι μόνο να γυρίσουμε πίσω, αλλά και να διορθώσουμε το παρελθόν μας. Αρκεί να ομολογήσουμε τις αμαρτίες μας στην εξομολόγηση και να μετανοήσουμε. Να πάρουμε την απόφαση ποτέ πια να μην τις διαπράξουμε. Ευκαιρία, λοιπόν, αδελφοί μου, το νέο έτος, αν δεν το έχουμε ήδη πράξει, να συνδεθούμε μ’ έναν πνευματικό πατέρα, για να σβήσουμε από το παρελθόν της ψυχής μας όλα αυτά που δεν αρέσουν στον Θεό.
Αδελφοί, σε λίγες ώρες το νέο έτος μας επισκέπτεται. Είναι άγνωστο τι το 2018 θα ξημερώσει για τον καθένα μας, την οικογένειά μας, την κοινωνία μας, το έθνος μας.

Εμείς, ευχηθείτε Σεβασμιώτατε, να φερθούμε ως συνετοί έμποροι «ἐξαγοραζόμενοι τὸν καιρό», πουλώντας φθαρτό χρόνο κι αγοράζοντας αιώνιο, να αξιοποιήσουμε πνευματικά όλες τις ευκαιρίες που θα μας δοθούν, κι έτσι το νέο έτος να μπορέσουμε να βρεθούμε ένα βήμα πιο κοντά στη χάρη του Χριστού μας. Αμήν.

(ένα συγκλονιστικό περιστατικό από την Ιστορία της Εκκλησίας μας γύρω στο 389 μ.Χ.)

Ο δήμος της Θεσσαλονίκης, ζητών την αποφυλάκισιν ηνίοχου τινός του ιπποδρόμου, φυλακισθέντος δι’ αισχρόν έγκλημα, μη εισακουσθείς δε, κατήντησεν εις μανιακόν διάβημα, μαρτυρούν πόσον ανάγωγοι και συρφετώδεις ήσαν οι όχλοι των καιρών εκείνων. Προβάς δηλαδή εις στάσιν, εφόνευσε τον αρχιστράτηγον του εν Ιλλυρία στρατού  Βουθερίκον και πολλούς άλλους αξιωματικούς· προσθέτων δε εις την κακουργίαν κτηνώδη ύβριν, έσυρε τα σώματά των εις τας οδούς.
Η είδησις φυσικά εξώργισε τον Θεοδόσιον, όστις εις το βαρύτατον έγκλημα ηθέλησε να επιβάλη παραδειγματικήν ποινήν.
Ο άγιος Αμβρόσιος, επίσκοπος Μεδιολάνων (Μιλάνου) τον παρακάλεσε να μη σπεύση εν τόσει εξάψει, να προσέξη δε προ παντός, όπως μη τιμωρήση αθώους μετά των ενόχων. Ο αυτοκράτωρ, όστις ενδιεφέρετο δια την δικαιοσύνην, υπεσχέθη· αλλ’ οι περί αυτόν άρχοντες του παρέστησαν πάλιν ότι εις τοιούτο έγκλημα, πραχθέν υπό χιλιάδων, η λεπτομερής ανάκρισις θα ανέβαλλεν επ’ αόριστον την τιμωρίαν και θα την εματαίωνε, πράγμα το οποίον θα εθράσυνε τους απανταχού της αυτοκρατορίας όχλους και θα διεκύβευε την δημοσίαν τάξιν.


Ο δε Θεοδόσιος παραπεισθείς εκ των παρατηρήσεων τούτων, φοβηθείς προσέτι μη ελαφροτέρα τιμωρία δεν θεωρηθή ικανοποιητική εκ του στρατού, εξαφθείς σφοδρότερον εκ νέων πληροφοριών περί των τολμηθέντων υπό του έκφρονος συρφετού, απέστειλε διάταγμα σφαγής κατά του λαού της Θεσσαλονίκης εν τω ιπποδρόμω εκείνω, η υπέρ του οποίου μανία επέφερε την σφαγή του Βουθερίκου και των αξιωματικών.

Προσεκλήθη λοιπόν ο λαός εις τον ιππόδρομον δήθεν δι’ αγώνας ότε δε επληρώθη ολόκληρος από συνωστιζόμενα πλήθη, οι στρατιώται, εφορμήσαντες με γυμνά ξίφη και πλήττοντες αδιακρίτως, εθανάτωσαν εις διάστημα τριών ωρών επτά χιλιάδας.
Η είδησις, φθάσασα εις Μεδιόλανα, κατελύπησε τον Αμβρόσιον. Και να μεταβή μεν προσωπικώς προς τον θεοδόσιον δεν έκρινε πρέπον και σκόπιμον· αφ’ ενός, διότι εφοβείτο μήπως εν τη συνδιαλέξει δοθή αφορμή σφοδροτέρων λόγων· αφ’ ετέρου, διότι δεν ήθελε να επικοινωνήση προς τον δώσαντα διαταγήν τόσης σφαγής. Μετέβη λοιπόν εις εξοχήν, αφήκε να παραδοθούν ημέραι τινές, και έπειτα έγραψεν επιστολήν προς τον αυτοκράτορα παριστώσαν πόσον τρομερόν υπήρξε το διαπραχθέν έγκλημα. Προσθέτετε δε:

«το αμάρτημα δεν εξαλείφεται ειμή δια δακρύων και μετάνοιας· ούτε άγγελοι ούτε αρχάγγελοι δύνανται να συγχωρήσουν αυτό άλλως.

Αυτός ο Κύριος δεν παρέχει την άφεσιν ειμή εις μόνους τους μετανοούντας. Σας συμβουλεύω· σε παρακαλώ· σε προτρέπω· σε παραινώ. Δεν τολμώ να επιτελέσω την αγίαν προσφοράν, εάν θελήσης να παρευρεθής εις αυτήν.

Ό,τι δεν είνε συγχωρημένον μετά το χυθέν αίμα ενός μόνου αθώου, είνε δυνατόν να συγχωρηθή, αφού δια σε εξεχύθη αίμα χιλιάδων;"
Ο Θεοδόσιος εταράχθη. Τι όμως έπρεπε να πράξη; εκκλησιαζόμενος τακτικά, εθεώρει βαρείαν στέρησιν την απουσίαν έστω και μιαν μόνην Κυριακήν εκ του ναού.

Έπειτα, φρονών ότι, διατάξας ως διέταξεν, υπέκυπτεν εις απαραίτητον ανάγκην του κράτους και εξασφάλισιν της δημοσίας τάξεως, άνευ της οποίας παντοία και αθεράπευτα θα εξαπελύοντο κακά, δεν εύρισκεν ορθάς κατά πάντα τας παρατηρήσεις του επισκόπου.
Μετέβη λοιπόν κατά το σύνηθες εις τον ναόν. Αλλ’ ο Αμβρόσιος επέβλεπε· πληροφορηθείς ότι ο αυτοκράτωρ έρχεται, σπεύδει, τον συναντά έξω από τα πρόθυρα, και του εμποδίζει την είσοδον· αιτιολογεί δε το διάβημά του.
«Ουκ οίσθα (είπεν), ως έοικεν, ω βασιλεύ, της ειργασμένης μιαιφονίας το μέγεθος, ουδέ μετά την του θυμού παύλαν ο λογισμός επέγνω το τολμηθέν· ουκ εά γαρ ίσως της βασιλείας η δύναμις επιγνώναι την αμαρτίαν, αλλ’ επιπροσθεί η εξουσία τω λογισμώ. Χρή μέντοι ειδέναι την φύσιν και το ταύτης θνητόν τε και διαρρέον, και τον πρόγονον χουν, εξ ου γεγόναμεν και εις ον απορρέομεν· και μη, τω άνθει της αλουργίδος αποβουκολούμενον, αγνοείν του καλυπτομένου σώματος την ασθένειαν. Ομοφυών άρχεις, ω βασιλεύ, και μεν δη και ομοδούλων. Εις γαρ απάντων δεσπότης και βασιλεύς, ο των απάντων δημιουργός. Ποίοις τοίνυν οφθαλμοίς όψει τον του κοινού δεσπότου ναόν; Ποίοις δε ποσί το δάπεδον εκείνο πατήσεις το άγιον; Πως δε τας χείρας εκτενείς, αποσταζούσας έτι του αδίκου φόνου το αίμα; Πως δε τοιαύταις υποδέξη χερσί του δεσπότου το πανάγιον σώμα; Πως δε τοις στόμασι προσοίσεις το αίμα το τίμιον, τοσούτον δια τον του θυμού λόγον εκχέας παρανόμως αίμα; Άπιθι τοίνυν, και μη πειρώ  τοις δευτέροις την προτέραν αύξειν παρανομίαν,  και δέχου  τον δεσμόν, ω ο Θεός, ο των όλων δεσπότης, άνωθεν γίνεται σύμψηφος· ιατρικός δε ούτος και πρόξενος υγείας»
(μετάφραση=Δεν κατάλαβες, όπως φαίνεται, βασιλιά μου, το μέγεθος  της δολοφονίας που διαπράχθηκε, ούτε μετά το τέλος του θυμού συνειδητοποίησε ο λογισμός αυτό που τολμήθηκε·

διότι δεν αφήνει ίσως η δύναμη της βασιλείας να καταλάβεις την αμαρτία, αλλά η εξουσία συσκοτίζει το λογισμό.

Πρέπει όμως να καταλάβεις τη φύση σου και την θνητότητα και προσωρινότητά της και το προγονικό χώμα από το οποίο γίναμε και στο οποίο διαλυόμαστε· και να μην παραπλανηθείς από το άνθος της βασιλικής αλουργίδας και αγνοήσεις την ασθένεια του σώματος που αυτή καλύπτει.

Εξουσιάζεις, βασιλιά, αυτούς που έχουν την ίδια φύση με εσένα και είναι μάλιστα ομόδουλοι. Διότι ένας είναι δεσπότης και βασιλιάς όλων, ο δημιουργός των όλων.

Με ποιά λοιπόν μάτια θα δεις το ναό του κοινού δεσπότη;

Με ποιά πόδια θα πατήσεις το άγιο εκείνο δάπεδο;

Πώς θα απλώσεις στον ουρανό τα χέρια, τη στιγμή που στάζουν ακόμα από το αίμα του άδικου φόνου;

Πώς με τέτοια χέρια θα υποδεχτείς το πανάγιο σώμα του δεσπότη;

Πώς θα φέρεις το τίμιο αίμα στο στόμα, αφού με τα λόγια του θυμού σου έχυσες παράνομα τόσο αίμα;

Φύγε λοιπόν και μην επιχειρήσεις με τη δεύτερη αυτή συμπεριφορά σου να αυξήσεις την προηγούμενη παρανομία·

και να δεχτείς τον δεσμό (του επιτιμίου), για τον οποίο από τον ουρανό συμφωνεί ο Θεός, ο των όλων δεσπότης· αυτός ο δεσμός είναι ιατρικός και πρόξενος υγείας).
Ο Θεοδόσιος εις την περίστασιν εκείνην εδείχθη άξιος εαυτού. Ενώ, μεταχειρισμένος την δύναμίν του, είχε το μέσον να αναστηλώση κοσμικώς το ταπεινούμενον βασιλικόν μεγαλείον του, δεν ωργίσθη δια την τόλμην του επισκόπου, δεν παρωξύνθη δια την δημοσία γενομένην προς αυτόν επιτίμησιν, αλλ’ υπενθύμισε μόνον προς τον Αμβρόσιον ότι ο Δαβίδ και εις μοιχείαν και εις ανθρωποκτονίαν υπέπεσεν.
Ο επίσκοπος έδραξε φιλοστόργως και ετοίμως την ευκαιρίαν.

«Καθώς λοιπόν εμιμήθης του Δαβίδ την αμαρτίαν, είπεν, ούτω μιμήθητι και αυτού την μετάνοιαν».

Ο βασιλεύς εύρεν την νουθεσίαν ορθοτάτην.
Ο πανίσχυρος αυτός σκηπτούχος έστρεψε το βήμα του ως ο έσχατος των υπηκόων του, εξέχυσε δε πικρά δάκρυα μετανοίας, και μόνον μετά μήνας οκτώ, την εορτήν των Χριστουγέννων, δημοσία εξομολογηθείς το αμάρτημά του, πρηνής δε, εζήτησε συγχώρησιν.

Ο Αμβρόσιος τότε τον εδέχθη εις την θείαν κοινωνίαν.

(Οι Βίοι των Αγίων, Μιχαήλ Γαλανού, τόμος 4, Δεκέμβριος σελ. 46-48)


Ευρισκόμενος ο Άγιος Διονύσιος Ζακύνθου (1547-17 Δεκεμβρίου 1622) εις την χώραν, έτυχε να ανοίξουν τάφον τινά εις τον ναόν του Αγίου Νικολάου των ξένων (ούτω καλούμενον, διότι εκεί ενταφιάζονται οι ξένοι, όστις είναι και η Επισκοπή της αυτής χώρας), δια να ενταφιάσουν άλλο λείψανον και και εκεί εύρον εν σώμα γυναικός, ήτις ήτο προ καιρού αποθαμμένη και ήτο άλυτον με τα ιμάτιά του, διότι απέθανε με δεσμόν αφορισμού η ταλαίπωρος.

Ήλθον όθεν οι συγγενείς της και προσέπεσον εις τους πόδας του Αγίου, παρακαλούντες αυτόν με δάκρυα να υπάγη εις τον άνωθεν ναόν, να αναγνώση ευχήν συγχωρητικήν εις εκείνο το δεδεμένον σώμα, ίσως και ο Κύριος ήθελεν εισακούσει την δέησίν του.

Ευσπλαγχνισθείς ο Άγιος τα δάκρυά των επήγεν εις αυτόν τον ναόν νύκτα βαθείαν, έχων εις την συνοδείαν του τον ρηθέντα διάκονον και τον εφημέριον του αυτού ναού και θεωρών το πτώμα εκείνο, προστάσσει να το εκβάλουν έξω από τον τάφον και να το στήσουν ορθόν εις εν στασίδιον της εκκλησίας.

Τότε φορών το επιτραχήλιόν του και το ωμοφόριον, κλίνας τα γόνατα και προσευχόμενος ώραν ικανήν, εδέετο  του Θεού με θερμά δάκρυα να λύση από τον δεσμό του αφορισμού το άλυτον εκείνο σώμα, αναγινώσκων αυτώ την συγχωρητικήν ευχήν.

Και (ω του θαύματος!) ως να ήτο εμψυχον το άπνουν εκείνο σώμα, κλίναν την κεφαλήν με κάποιον σχήμα προσκυνήσεως προς τον Άγιον, τάχα δια ευχαριστίαν της μεγάλης χάριτος, την οποίαν έλαβεν, έπεσε κατά γης και διελύθη παντελώς εις χώμα και οστά.

Ο δε Άγιος, ως ταπεινόφρων, έβαλε και εις τούτο επιτίμιον προς τους εκεί παρεστώτας, να μην το φανερώσουν ζώντος αυτού εις τινα.

Παρόμοιον θαύμα έκαμε και εις άλλου ανδρός αφωρισμένον λείψανον, εις το χωρίον Καταστάριον.
(Μέγας Συναξαριστής,Βίκτωρος Ματθαίου, τόμος ΙΒ΄,σελ. 440-441)

Σελίδα 1 από 8

Εύρεση

Δημοφιλή Θέματα (Α-Ω)

αγάπη (205) Αγάπη Θεού (55) αγάπη σε Θεό (12) αγάπη σε Χριστό (44) άγγελοι (10) Αγία Γραφή (57) Αγιασμός (1) Άγιο Πνεύμα (9) άγιοι (21) άγιος (89) αγνότητα (7) άγχος (14) αγώνας (65) αγώνας πνευματικός (32) αθεΐα (100) αιρέσεις (74) αλήθεια (29) αμαρτία (70) Αμβρόσιος άγιος (1) άμφια (1) Ανάσταση (72) ανασταση νεκρών (8) ανθρώπινες σχέσεις (152) άνθρωπος (20) αντίχριστος (7) αξιώματα (5) απιστία (5) αποκάλυψη (4) απόκρυφα (15) αρετή (70) ασθένεια (21) άσκηση (4) αστρολογία (2) Αυγουστίνος άγιος (1) αυτογνωσία (59) Β Παρουσία (10) Β' Παρουσία (10) βάπτιση (4) βάπτισμα (8) Βασίλειος ο Μέγας (1) βία (2) βιβλίο (7) βιοηθική (10) γάμος (46) Γένεση (4) Γεροντικόν (42) γηρατειά (3) γλώσσα (32) γνώση (6) γονείς (50) Γρηγόριος ο Θεολόγος (1) γυναίκα (9) δάκρυα (10) δάσκαλος (13) Δεύτερη Παρουσία (7) Δημιουργία (43) διάβολος (48) διάκριση (47) διάλογος (3) δικαιοσύνη (5) Δογματικα Θέματα (5) Δογματική Τρεμπέλα (1) δύναμη (1) Δωρόθεος αββάς (6) εγωισμός (116) εικόνες (18) Ειρηναίος Λουγδούνου άγιος (2) ειρήνη (6) εκκλησία (66) Εκκλησιαστική Ιστορία (12) Εκκλησιαστική περιουσία (2) έκτρωση (1) ελεημοσύνη (19) ελευθερία (17) Ελλάδα (16) ελπίδα (16) Εξαήμερος (2) εξέλιξης θεωρία (15) Εξομολόγηση (72) εξωγήινοι (2) εξωσωματική γονιμοποίηση (5) επάγγελμα (7) επιστήμη (69) εργασία (32) Ερμηνεία Αγίας Γραφής (39) έρωτας (9) έρωτας θείος (1) Ευαγγέλια (62) Ευαγγέλιο Ιωάννη Ερμηνεία (10) ευγένεια (5) ευσπλαχνία (6) ευτυχία (26) ευχαριστία (9) ζήλεια (2) ζώα (14) ηθική (6) ησυχία (9) θάνατος (111) θάρρος (19) θαύμα (73) θέατρο (1) Θεία Κοινωνία (48) Θεία Λειτουργία (47) θεία Πρόνοια (3) θέληση (7) Θεόδωρος Στουδίτης όσιος (8) θεολογία (14) Θεός (7) Θεοφάνεια (2) θλίψεις (116) θρησκείες (8) θυμός (36) Ιάκωβος Τσαλίκης Όσιος (5) ιατρική (9) Ιγνάτιος Θεοφόρος (7) ιεραποστολή (24) ιερέας (54) ιερωσύνη (3) Ιουδαίοι (1) Ιουστίνος άγιος (1) Ισαάκ ο Σύρος (1) Ισίδωρος Πηλουσιώτης όσιος (2) Ισλάμ (3) Ιστορία Ελληνική (6) Ιστορία Παγκόσμια (4) Ιωάννης Χρυσόστομος (22) Καινή Διαθήκη Ερμηνεία (23) Καινή Διαθήκη κριτικό κείμενο NestleAland (5) καρδιά (15) Κασσιανός Όσιος (1) κατάκριση (45) καταναλωτισμός (2) καύση νεκρών (1) κήρυγμα (8) Κλίμακα (4) Κοίμησις Θεοτόκου (12) κοινωνία (96) κόλαση (13) ΚράτοςΕκκλησία (1) Κρίσις Μέλλουσα (7) Κύριλλος Άγιος (1) Λατρεία Θεία (52) λείψανα (4) λογισμοί (39) λύπη (1) μαγεία (6) Μάξιμος Ομολογητής (1) μάρτυρες (8) μελέτη (11) μετά θάνατον (28) μετά θάνατον ζωή (35) Μεταμόρφωση (2) Μεταμόρφωσις (4) μετάνοια (76) μητέρα (12) μίσος (1) ΜΜΕ (1) μνημόσυνα (6) μοναξιά (11) μοναχισμός (12) μόρφωση (14) μουσική (3) Ναός (3) ναρκωτικά (1) νέοι (7) νεοπαγανισμός (5) νηστεία (16) Νικόλαος Άγιος (2) νους (15) οικονομία (2) Οικουμενισμός (3) ομορφιά (8) όνειρα (22) οράματα (2) Ορθοδοξία (54) όρκος (1) πάθη (41) πάθος (4) παιδεία (10) παιδιά (24) Παΐσιος Όσιος (13) Παλαιά Διαθήκη (3) Παλαιά Διαθήκη Ερμηνεία (8) παλαιοημερολογίτες (6) Παναγία (60) Παπαδόπουλος Στυλιανός (3) παράδειγμα (12) Παράδεισος (46) Παράδοση Ιερά (2) Πάσχα (13) πατρίδα (5) Πατρολογία (1) Πεντηκοστή (5) πίστη (160) πλούτος (16) πνευματική ζωή (78) πνευματικός πατέρας (18) πνευματισμός (8) ποίηση (13) πόλεμος (13) πολιτική (14) πολιτισμός (5) Πόποβιτς Ιουστίνος άγιος (2) Πορφύριος Όσιος (27) Πρόνοια (5) Πρόνοια Θεία (47) προορισμός (6) προσευχή (157) προσοχή (6) προτεσταντισμός (18) προφητείες (2) ραθυμία (4) Ρωμαιοκαθολικισμός (14) Σαρακοστή (4) σεβασμός (2) σοφία (21) Σταυρός (29) Σταύρωση (13) συγχώρηση (9) συνείδηση (2) σχίσμα (6) σώμα (7) Σωφρόνιος του Έσσεξ (22) ταπεινοφροσύνη (76) ταπείνωση (2) Τέλος Κόσμου (1) Τεσσαρακοστή Μεγάλη (2) τέχνη (1) Τριάδα Αγία (4) τύχη (2) υλικά αγαθά (5) υπακοή (10) υπαρξιακά (47) υποκρισία (7) υπομονή (41) φαντασία (1) φαντάσματα (2) φιλία (12) φιλοσοφία (13) Φλωρόφσκυ Γεώργιος (3) φόβος (24) φως (2) χαρά (32) χάρις θεία (14) χαρίσματα (2) Χειρόγραφα Καινής Διαθήκης (1) Χριστιανισμός (6) χριστιανός (30) Χριστός (13) Χριστούγεννα (38) χρόνος (18) ψεύδος (12) ψυχαγωγία (2) ψυχή (80) ψυχολογία (15)