Πόσες φορές δεν μας μπαίνουν λογισμοι για τους πνευματικούς μας; 

''..Καμιά φορά ο Γέροντας είχε ένα φυσικό λόξυγκα. Το εκμεταλλεύτηκε αυτό ο διάβολος κι άρχισε να μου λέει με τον λογισμό:

«Ααα! Αυτό που κάνει τώρα ο Γέροντας φανερώνει ότι έχει δαιμόνιο μέσα του. Το δαιμόνιο είναι που κάνει αυτό τον λόξυγκα».

Πω! Πω! Τι πικρία, τι φαρμάκι, που ήρθε μέσα στη ψυχή μου! «Ακούς εκεί, να μου λέγει έτσι ο λογισμός!». Εγώ δεν είχα τέτοιους λογισμούς. Μόλις μου ήρθαν, αναστατώθηκα. Μπαα! Αδύνατον να παραδεχθώ για τον Γέροντά μου αυτόν τον λογισμό!

«Θα σε σφάξω!»,

είπα μέσα μου κι έκανα αγώνα εναντίον του με την αντίρρηση. Όταν το είπα αυτό στον Γέροντα, που ήταν ασκητής πεπειραμένος και θαυμάσιος, χαμογελούσε:

— Μη στεναχωριέσαι, παιδί μου! Άσ’ τον να λέει ό,τι θέλει αυτός. Καμιά σημασία. Λέγε την Ευχούλα. Θα σου πει κι άλλα.

Από το ’να αυτί να μπαίνουν κι απ’ τ’ άλλο να βγαίνουν. Το ξέρασμα του άδου είναι ατελείωτο. Με τον διάβολο, δεν τα βγάζει κανείς πέρα τόσο εύκολα.

Μην κάνεις αντιρρητικό λόγο, διότι είσαι μικρός και άπειρος. Μόνο να περιφρονείς τον λογισμό, να λέγεις την Ευχή συνεχώς και θα φύγει από μόνος του.

“Μπαινάκιας και Βγαινάκιας”!

Μόνο περιφρόνα τον λογισμό, λέγε την Ευχή και θα φύγει μόνος του.
Δεν ήξερα όμως πως η καταφρόνηση των λογισμών είναι η καλύτερη λύση και απάντησα:
— Όχι, Γέροντα! Με τον δικό μου λογισμό θα δώσω μάχη. Δεν θα τον αφήσω να μου πει εμένα για σας, τον Γέροντά μου!
— Χμ!... έκανε εκείνος και χαμογελούσε. Θα έλεγε μέσα του:

«Τούτος ο μικρός δεν ξέρει τί του γίνεται!...». Και μ’ άφησε ν’ αγωνιστώ με την αντίρρηση.''

~ Γέροντος Εφραίμ Φιλοθεΐτου:
«Ο Γέροντας μου Ιωσήφ ο Ησυχαστής και Σπηλαιώτης
(1897–1959)»,μέρος 2ο, κεφ. ι΄, σελ. 310–314.

"Ένα κρουαζιερόπλοιο άρχισε να βουλιάζει στη θάλασσα και έπρεπε άμεσα να εκκενωθεί από τους επιβάτες. Ένα ζευγάρι έτρεξε γρήγορα προς τις σωσίβιες λέμβους. Όταν έφτασαν όμως, είδαν έντρομοι ότι υπήρχε χώρος για να σωθεί μόνο ένα άτομο. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή ο άντρας έσπρωξε τη σύζυγό του και πριν προλάβει εκείνη να αντιδράσει, πήδηξε αυτός μέσα στη βάρκα.

Τότε η γυναίκα του, η οποία στέκονταν στο πλοίο που βυθίζονταν, φώναξε στον σύζυγό της μια φράση».

Η δασκάλα σταμάτησε την αφήγηση της, γύρισε προς τη τάξη και ρώτησε τα παιδιά:

«Τι νομίζετε ότι του φώναξε;»

Οι περισσότεροι από τους μαθητές με ενθουσιασμό απάντησαν ότι η σύζυγος φώναξε: «Σε μισώ!», «Δεν το περίμενα ποτέ αυτό από εσένα» και «Νόμιζα ότι με αγαπούσες».

Η δασκάλα παρατήρησε ένα αγόρι που ήταν συνέχεια σιωπηλό. Τον ρώτησε τι πίστευε ότι φώναξε η σύζυγος και αυτός της απάντησε:

«Κυρία, νομίζω ότι του φώναξε: «Να προσέχεις το παιδί μας»».

Έκπληκτη η δασκάλα τον ρώτησε: «Έχεις ακούσει ξανά αυτή την ιστορία;»

Το αγόρι κούνησε το κεφάλι του αρνητικά: «Όχι, αλλά αυτό ήταν που είπε και η δική μου μαμά στον μπαμπά μου, λίγο πριν πεθάνει από την αρρώστια της».

Η δασκάλα γύρισε προς τα παιδιά και τους είπε με χαμηλή φωνή:

«Η απάντηση είναι σωστή».

Το πλοίο τελικά βυθίστηκε και όλοι όσοι δεν κατάφεραν να ξεφύγουν σκοτώθηκαν. Ο άντρας πήγε στο σπίτι και μεγάλωσε την κόρη τους μόνος του. Πολλά χρόνια αργότερα, μετά το θάνατο του πατέρα της, η κόρη τους βρήκε τυχαία το ημερολόγιο του και διάβασε ολόκληρη την ιστορία. Ανακάλυψε ότι η μητέρα της, λίγο πριν επιβιβαστεί στο πλοίο, είχε διαγνωσθεί με μια ανίατη ασθένεια. Την κρίσιμη στιγμή, ο πατέρας έκανε αυτό που πίστευε ότι ήταν σωστό. Όχι για αυτόν, αλλά για την κόρη τους.

«Ήθελα τόσο να μείνω μαζί σου στο πλοίο αγαπημένη μου. Ήθελα να πεθάνουμε μαζί. Αλλά για χάρη της κόρης μας, επέλεξα να σε αφήσω μόνη», έγραφε στο ημερολόγιό του».

Τα παιδιά έμειναν για αρκετά λεπτά σιωπηλά μόλις η δασκάλα τελείωσε την ιστορία της.

Η δασκάλα τότε προσπάθησε να δώσει στα παιδιά να καταλάβουν το νόημα αυτής της ιστορίας:

«Το καλό και το κακό είναι περίπλοκα και πολλές φορές πολύ δύσκολο να τα κατανοήσεις. Αυτός είναι και ο λόγος που δεν πρέπει να επικεντρώνεται κάποιος μόνο στην επιφάνεια και να κρίνει τον άλλον χωρίς να προσπαθήσει πρώτα να κατανοήσει τις πράξεις του.

Άν έχετε βγει να φάτε με κάποιον φίλο και προσφερθείτε να πληρώσετε τον λογαριασμό, δεν το κάνετε γιατί έχετε πολλά χρήματα αλλά γιατί βάζετε την φιλία σας πάνω από τα χρήματα.

Εκείνοι που παίρνουν πρωτοβουλίες στη δουλειά τους, δεν το κάνουν επειδή είναι χαζοί, αλλά επειδή καταλαβαίνουν την έννοια της ευθύνης.

Όσοι ζητούν συγγνώμη μετά από έναν καυγά, δεν το κάνουν επειδή ξέρουν ότι υποστήριζαν την λάθος άποψη, αλλά επειδή εκτιμούν περισσότερο τον άνθρωπο δίπλα τους.

Εκείνοι που είναι πρόθυμοι να σας βοηθήσουν, δεν το κάνουν επειδή σας χρωστάνε κάτι, αλλά επειδή σας βλέπουν ως ένα αληθινό φίλο.

Εκείνοι που σας τηλεφωνούν συχνά, δεν το κάνουν γιατί δεν έχουν τίποτα άλλο να κάνουν, αλλά επειδή είστε στην καρδιά τους.

Μια ημέρα, όλοι θα αναγκαστούμε να χωρίσουμε από αυτούς που έχουμε σήμερα δίπλα μας. Θα χάσετε τις κουβέντες σας, θα ξεχάσετε τα όνειρο που κάνατε μαζί τους. Οι ημέρες θα περάσουν, τα χρόνια θα φύγουν και μια μέρα τα παιδιά σας θα δουν μερικές φωτογραφίες και θα σας ρωτήσουν:

«Ποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι;»

Και εσείς θα χαμογελάσετε με αόρατα δάκρυα, και θα τους απαντήσετε:

«Είναι οι άνθρωποι με τους οποίους πέρασα τις καλύτερες μέρες της ζωής μου.»


Όταν βλέπουμε τους συνανθρώπους μας να μην αγαπούν τον Θεό, στενοχωρούμαστε. Με τη στενοχώρια δεν κάνουμε απολύτως τίποτα. Ούτε και με τις υποδείξεις. Ούτε αυτό είναι σωστό. Υπάρχει ένα μυστικό· αν το καταλάβουμε, θα βοηθήσομε.

Το μυστικό είναι η προσευχή μας, η αφοσίωσή μας στον Θεό, ώστε να ενεργήσει η χάρις Του.

Εμείς, με την αγάπη μας, με τη λαχτάρα μας στην αγάπη του Θεού, θα προσελκύσουμε την χάρη, ώστε να περιλούσει τους άλλους, που είναι πλησίον μας, να τους ξυπνήσει, να τους διεγείρει προς το θείο έρωτα.

Ή, μάλλον, ο Θεός θα στείλει την αγάπη Του να τους ξυπνήσει όλους. Ό,τι εμείς δεν μπορούμε, θα το κάνει η χάρις Του.

Με τις προσευχές μας θα κάνομε όλους άξιους της αγάπης του Θεού...

Να γνωρίζετε και το άλλο. Οι ψυχές οι πεπονημένες, οι ταλαιπωρημένες, που ταλαιπωρούνται από τα πάθη τους, αυτές κερδίζουν πολύ την αγάπη και την χάρι του Θεού. Κάτι τέτοιοι γίνονται άγιοι και πολλές φορές εμείς τους κατηγορούμε. Θυμηθείτε τον Απόστολο Παύλο, τι λέγει: «Ου δε επλεόνασεν η αμαρτία, υπερεπερίσσευσεν η χάρις».

Όταν το θυμάστε αυτό, θα αισθάνεσθε ότι αυτοί είναι πιο άξιοι κι από σας κι από μένα. Τους βλέπουμε αδύνατους, αλλά όταν ανοίξουν στον Θεό, γίνονται πλέον όλο αγάπη κι όλο θείο έρωτα. Ενώ είχανε συνηθίσει αλλιώς, τη δύναμη της ψυχής τους τη δίδουν μετά όλη στον Χριστό και γίνονται φωτιά από αγάπη Χριστού. Έτσι λειτουργεί το θαύμα του Θεού μέσα σε τέτοιες ψυχές, που λέμε «πεταμένες».

Να μην αποθαρρυνόμαστε, ούτε να βιαζόμαστε, ούτε να κρίνομε από πράγματα επιφανειακά κι εξωτερικά. Αν, για παράδειγμα, βλέπετε μια γυναίκα γυμνή ή άσεμνα ντυμένη, να μη μένετε στο εξωτερικό, αλλά μπαίνετε στο βάθος, στη ψυχή της.

Ίσως είναι πολύ καλή ψυχή κι έχει υπαρξιακές αναζητήσεις, που τις εκδηλώνει με την έξαλλη εμφάνιση. Έχει μέσα της δυναμισμό, έχει τη δύναμη της προβολής, θέλει να ελκύσει τα βλέμματα των άλλων. Από άγνοια, όμως, έχει διαστρέψει τα πράγματα.

Σκεφθείτε αυτή να γνωρίσει τον Χριστό.

Θα πιστέψει, κι όλη αυτή την ορμή θα την στρέψει στον Χριστό.

Θα κάνει το παν, για να ελκύσει την χάρι του Θεού. Θα γίνει αγία.

Είναι ένα είδος προβολής του εαυτού μας να επιμένουμε να γίνουν οι άλλοι καλοί. Στην πραγματικότητα, θέλομε εμείς να γίνομε καλοί κι επειδή δεν μπορούμε, το απαιτούμε απ’ τους άλλους κι επιμένομε σ’ αυτό. Κι ενώ όλα διορθώνονται με την προσευχή, εμείς πολλές φορές στενοχωρούμεθα κι αγανακτούμε και κατακρίνουμε.

Άγιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης


(από το βιβλίο της Νίνα Πάβλοβα "Η ημέρα του αρχαγγέλου Μιχαήλ").

Ένα αγοράκι από το οικοτροφείο εγκαταλελειμμένων παιδιών έμεινε ένα βράδυ στο σπίτι μου και μου έλεγε:
- Σ'εμάς στο οικοτροφείο,η οικονόμος όταν πίνει αρχίζει αμέσως να βρίζει τις μητέρες μας που εγκατέλειψαν
τα παιδιά τους!
- Εσύ την κρίνεις την μητέρα σου;
- Όχι.Εγώ αγαπώ τόσο πολύ τον Ιησού Χριστό,που έχω εμπιστοσύνη σε όλα τα λόγια Του.
Ο Κύριος δεν μας είπε να αγαπάμε μόνο τις καλές μαμάδες,ενώ εάν μας εγκαταλείψουν να τις περιφρονούμε.
Μπορεί η μαμά να είχε μια ζωή τόσο δύσκολη,που θα πρέπει να την λυπάμαι!
Το παιδάκι σώπασε για αρκετή ώρα και ξάφνου είπε:
- Εγώ οπωσδήποτε θα συναντηθώ με την μαμά.
Όλοι θα μαζευτούμε κοντά στον Ιησού Χριστό και θα γνωρίσουμε ο ένας τον άλλον.
Θα την πλησιάσω και θα της πω: " Μαμά,εγώ είμαι.Πως έζησες στη γη μανούλα μου; "

Αν ένα μικρό παιδί,αγαπώντας τον Χριστό,βρήκε την δύναμη να συγχωρήσει την μητέρα που το πέταξε,
τότε κανείς δεν δικαιολογείται να μην μπορεί να φτάσει σε τέτοιες και παρόμοιες κορυφές αγιότητας!

Απόσπασμα από το βιβλίο του Αρχιμ.Νίκωνα Κουτσίδη (Από το Άγχος στην Αναψυχή).

‘Το αφεντικό μου οδηγούσε κάθε μέρα ένα πολυτελές αυτοκίνητο και εγώ είχα το καθήκον να του ανοίγω την πόρτα της βίλας του καθώς δούλευα σαν νυχτοφύλακας εκεί. Πάντα τον χαιρετούσα αλλά αυτός ποτέ δεν ανταπέδιδε τον χαιρετισμό μου.’

‘Μια μέρα με είδε που άνοιγα μια σακούλα με σκουπίδια για να βρω φαγητό. Αλλά και πάλι δεν είπε τίποτα. Ήταν σαν να μην υπήρχα.’

‘Την άλλη μέρα βρήκα στο ίδιο σημείο μια σακούλα με φρέσκο φαγητό, λες και κάποιος το είχε μόλις αγοράσει από το σούπερ μάρκετ Χαρούμενος το πήρα και δεν έδωσα μεγάλη σημασία για το πως βρέθηκε εκεί.’

‘Κάθε μέρα έβρισκα μια χάρτινη τσάντα με φρέσκο φαγητό και άλλα απαραίτητα για το σπίτι. Είχε γίνει πλέον ρουτίνα. Τρώγαμε στο σπίτι όλοι και αναρωτιόμουν ποιος ήταν αυτός ο ανόητος που ξεχνούσε την τσάντα με το φαγητό!

‘Μια μέρα πέθανε το αφεντικό και στην βίλα ήρθαν πολλοί άνθρωποι. Εκείνη την ημέρα δεν βρήκα την σακούλα με το φαγητό και υπέθεσα ότι κάποιος από τους ανθρώπους που είχαν έρθει θα την πήρε. Αλλά το ίδιο έγινε και την δεύτερη και την τρίτη και την τέταρτη μέρα.’

‘Αυτό συνεχίστηκε για κάμποσες εβδομάδες και υπήρχε πρόβλημα αφού δεν μπορούσα να συντηρήσω την οικογένεια μου. Αποφάσισα τότε να ζητήσω από την γυναίκα του αφεντικού μου αύξηση διαφορετικά έπρεπε να παραιτηθώ από νυχτοφύλακας και να βρω αλλού δουλειά.’

‘Της μίλησα αλλά αυτή έπαθε σοκ. Με ρώτησε πως και δεν ζήτησα εδώ και δυο χρόνια αύξηση και γιατί ζητάω τώρα. Της έδωσα πολλές εξηγήσεις αλλά δεν πείστηκε!’

‘Στο τέλος αναγκάστηκα να της πω την αλήθεια. Της είπα για τα ψώνια που έβρισκα κάθε μέρα. Τότε αυτή με ρώτησε πότε σταμάτησε αυτό και τότε κατάλαβα. Αυτό σταμάτησε την ημέρα που πέθανε το αφεντικό.’

‘Κατάλαβα ότι αυτός ήταν που μου τα άφηνε τα πράγματα αλλά το μυαλό μου δεν πήγε ποτέ σε αυτόν γιατί ποτέ δεν με χαιρετούσε. Πως μπορούσε να είναι τόσο γενναιόδωρος;’

‘Η γυναίκα του άρχισε να κλαίει και εγώ την παρακάλεσα να σταματήσει και ότι θα την υπηρετούσα και δεν ήθελα καμιά αύξηση.’

‘ Η γυναίκα είπε ότι κλαίει επειδή βρήκε το έβδομο πρόσωπο που έδινε την σακούλα ο άνδρας της. Αυτός μοίραζε φαγητό σε επτά ανθρώπους . Είχε βρει τους άλλους έξι και έψαχνε τον έβδομο.’

‘Από εκείνη την ημέρα άρχισα να παίρνω πάλι την σακούλα με τα φαγητά μόνο που τώρα την έφερνε στο σπίτι μου ο γιος του αφεντικού μου. Τον ευχαριστούσα κάθε φορά αλλά αυτός δεν απαντούσε ποτέ. Όπως ακριβώς και ο πατέρας του.’

‘Μια μέρα του είπα το ευχαριστώ πολύ δυνατά και τότε αυτός μου είπε να μην προσβάλλομαι γιατί έχει πρόβλημα με την ακοή όπως και ο πατέρας του!’

Αχ! Πόσες φορές κάναμε λάθος και κρίναμε κάποιον χωρίς να ξέρουμε την ιστορία που κρύβεται από πίσω. Πρέπει να είμαστε ευγενικοί με τους άλλους γιατί δεν ξέρουμε την μάχη που δίνουν. Προσέξτε! Δεν γυρίζουν όλα γύρω από εσάς. Πριν αρχίσετε να κάνετε υποθέσεις υπάρχει κάτι που λέγεται ‘ρώτησε’.

Μη βιάζεστε να βγάλετε συμπεράσματα γιατί πραγματικά δεν είναι παιχνίδι. Μπορεί να σας βλάψει στο τέλος της μέρας. Πολλά από τα προβλήματα που έχουμε προκαλούνται από το πως εμείς επεξεργαζόμαστε αυτά που συμβαίνουν γύρω μας. Μην κρίνετε μια κατάσταση στην θέση της οποίας δεν έχετε βρεθεί εσείς ποτέ. Να καταδέχεστε να μάθετε. Δεν τα γνωρίζετε όλα. Ας αλλάξουμε τον τρόπο που αισθανόμαστε για τον εαυτό μας και τους άλλους.

Υπάρχουν πάντα δυο πλευρές σε μια ιστορία. Μην πιστεύετε όλα όσα ακούτε.

Όλοι όσους συναντάτε δίνουν τον δικό τους αγώνα μόνο που εσείς δεν το ξέρετε.


Οι δυο ταξιδιώτες
Λένε οι ιστορίες των παλιών πως μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας γεωργός. Μια μέρα κίνησε να πάει στο χωράφι του, παρέα με το βόδι του. Φτάνει στο χωράφι, ζεύει το βόδι στο αλέτρι κι αρχίζει να οργώνει το χώμα. Πήγαινε κι ερχότανε, πήγαινε κι ερχότανε πίσω από το αλέτρι, που η μύτη του έσκιζε στα δυο τη γης κι ανακάτευε για τα καλά το χώμα. Κι όλο πήγαινε, κι όλο ερχόταν και ζύμωνε τούτος ο άνθρωπος τη γη με τον ίδρο του και την πότιζε με το αίμα του.
Την ώρα που όργωνε το χωράφι του, φάνηκε να έρχεται από μακριά ένας ταξιδιώτης. Είχε λένε αυτός ένα δισάκι στον ώμο και μια σκούφια φορεμένη στο κεφάλι, τα παπούτσια του ήταν πνιγμένα στο χώμα του δρόμου και το κεφάλι κοίταζε τη γης. Σιμώνει αυτός καμιά φορά το χωράφι του γεωργού και στάθηκε να τον χαιρετίσει. Ο γεωργός πάλι, άλλο που δεν ήθελε να πάρει μιαν ανάσα, αφήνει στην άκρη το αλέτρι, και τεντώνει το κορμί του, για να ξεπιαστεί κομματάκι από τη δουλειά.
Ο ταξιδιώτης τότε γυρίζει και του λέει:

«Καλημέρα, πατριώτη. Πηγαίνω κατά την πολιτεία που είναι πίσω απ' τα βουνά. Μήπως ξέρεις του λόγου σου, μήπως έχεις ακούσει τι λογής άνθρωποι μένουν εκεί πέρα;»

Ο γεωργός άκουσε τα λόγια του ταξιδιώτη και τον ρωτάει:

«Για πες μου, εσύ, αδελφέ, τι λογής ανθρώπους είχε ο τόπος που άφησες πίσω σου; Μήπως ξέρεις;»

Ο ταξιδιώτης παίρνει μιαν ανάσα και αποκρίνεται.

«Πού να στα λέω, πατριώτη! Ανοιχτή πληγή, ήτανε σου λέω! Από κακία άλλο τίποτα! Όλο σε καβγάδες έμπλεκαν κι από δουλειά ούτε κουβέντα. Ήταν γεμάτοι εγωισμό και μονάχα να γκρινιάζουν ήξεραν. Για όλα είχανε να πουν την κουβέντα την κακή, κι έναν καλό λόγο δεν είχαν για κανένα… Σαν και αυτούς άλλος στον κόσμο δεν ξαναπέρασε. Δεν μπορείς να φανταστείς τι χαρά που έχω που έφυγα από κείνον τον τόπο και δε θα ξαναδώ τα μούτρα τους!»

Ο γεωργός τον ακούει και αποκρίνεται:

«Ώστε έτσι ε; Τότε φοβάμαι, πως θα συναντήσεις τέτοιους ανθρώπους και στην πολιτεία που είναι πίσω απ' τα βουνά…»
Ο ταξιδιώτης στράβωσε τα μούτρα του, μουρμούρισε δυο βρισιές κι έσυρε τα πόδια του πάνω στον σκονισμένο δρόμο, τραβώντας προς τα κει που ήτανε, λέει, η πολιτεία. Σε λίγο χάθηκε μέσα στον ορίζοντα η σκιά του.
Κάμποσες ώρες αργότερα, έτυχε να περνάει από τον ίδιο τόπο ένας άλλος ταξιδιώτης. Ερχότανε του λόγου του από τον ίδιο δρόμο, και είχε ένα χαμόγελο στα χείλη. Βλέπει από μακριά τον γεωργό, τον σιμώνει, τον χαιρετάει και του λέει:

«Αδερφέ, για πες μου, εσύ που ξέρεις τούτον τον τόπο, μήπως έχεις ακούσει τι άνθρωποι ζούνε πέρα απ' τα βουνά, στην πολιτεία;»

Ο γεωργός που ήθελε να πιάσει την κουβέντα, γυρίζει και του αποκρίνεται:

«Για πες μου, πατριώτη, τι ανθρώπους έχει η πολιτεία που άφησες πίσω στον τόπο σου;»

Ο ταξιδιώτης τότε του απαντάει:

«Αχ! Αυτή η πολιτεία! Μη μου ξύνεις τέτοια ώρα τις πληγές! Πού να στα λέω! Τέτοιους ανθρώπους δεν βρίσκεις εύκολα, πατριώτη! Ήταν αυτοί άνθρωποι της δουλειάς, ποτέ δεν κορόιδεψαν κανέναν. Ήταν τίμιοι, και με την καρδιά τους ανοιχτή σαν περιβόλι. Με έναν καλό λόγο για τον καθένα. Στο τραπέζι τους μια καρέκλα πάντα για τον περαστικό, η πόρτα του σπιτιού τους ανοιχτή για τον ξένο, πάντα να σε ακούσουν και να σε στηρίξουν. Δε μπορείς να φανταστείς πόσο στενοχωρήθηκα που αναγκάστηκα να τους αφήσω.
Ο γεωργός τότε, του λέει:

«Μη φοβάσαι, αδερφέ. Θα συναντήσεις τέτοιους ανθρώπους, τους, ίδιους, και στην πολιτεία που θα βρεις μπροστά σου. Καλό σου ταξίδι».

Από τον Μικρό Ευργετινό. Του αββά Ησαΐα:

Όποιος έχει ταπεινοφροσύνη, γλώσσα δεν έχει για να ελέγξει τον έναν που είναι αμελής η τον άλλον που είναι ασεβής·

ούτε μάτια έχει, για να παρατηρεί τα ελαττώματα άλλου·

ούτε αυτιά έχει, για να ακούει όσα δεν ωφελούν την ψυχή του·

και δεν έχει να μιλήσει σε κανέναν για τίποτε άλλο, παρά μόνο για τις αμαρτίες του·

αλλά και με όλους τους ανθρώπους έχει ειρηνικές σχέσεις όχι για κάποια φιλία, αλλά για χάρη της εντολής του Θεού (Μάρκ. 9:50).

Αν κανείς δεν βαδίζει τον δρόμο τούτο (της ταπεινοφροσύνης), ακόμα κι αν νηστεύει (αυστηρά, τρώγοντας κάθε) έξι μέρες η επιδοθεί σε (οποιουσδήποτε) μεγάλους αγώνες,

χαμένοι πηγαίνουν όλοι του οι κόποι.

Περπατούσα στην παραλία της Θεσσαλονίκης απόγευμα προς βράδυ, όταν ένας τοξικομανής με πλησίασε.

Δε μου ζήτησε λεφτά, αλλά με ρώτησε αν μπορούσα να του αγοράσω μια ρόκα (καλαμπόκι) που έψηνε κάποιος πιο κάτω σε ένα μικρό πάγκο που είχε στήσει.
Τον ρώτησα αν ήθελε και κάτι άλλο. Μου είπε ότι ήθελε να πάω να του την αγοράσω εγώ επειδή χρωστούσε στον καλαμποκιά και ίσως να μη του έδινε! Πήγα και αφού του την έφερα, με ρώτησε αν μπορώ να κάτσω λίγο μαζί του η αν ντρέπομαι! Του απάντησα ότι θα ντραπώ, αν δεν κάτσω.
Τότε μου είπε το εξής εκπληκτικό!
''Φίλε, μακριά από το Χριστό έτσι καταντάς!!! Όμως προσπαθώ εδώ και καιρό να κόψω τα ναρκωτικά για να μην Τον στεναχωρώ!!! Δεν ξέρω αν θα τα καταφέρω, αλλά επειδή μάλλον δε θα ζήσω πολύ, θέλω όταν θα πάω μπροστά Του να έχω να του δείξω τον αγώνα μου μήπως και με λυπηθεί!''
Ήμασταν κάπου κοντά στο ύψος του Ι. Ναού Κυρίλλου και Μεθοδίου.
Μου λέει........ πάω κάθε πρωί απέναντι και με κοιτούν όλοι καλά καλά επειδή νομίζουν ότι θέλω λεφτά. Όμως εγώ πηγαίνω μπροστά στην εικόνα για να ζητήσω βοήθεια να κόψω τα ναρκωτικά. Δεν ανάβω κερί επειδή δεν έχω λεφτά να πάρω!!!!! (ΦΙΛΟΤΙΜΟ). Και κάθε βράδυ πάλι πηγαίνω και λέω...........δεν τα κατάφερα συγγνώμη! Ή λέω .......σήμερα κάπως το πάλεψα, ευχαριστώ!!!
Έζησα στα λόγια αυτού του ανθρώπου στιγμές από τα συναξάρια!!!
Του έδωσα κάτι λεφτά και του είπα από αύριο να πηγαίνει στην εκκλησία και να παίρνει κερί αλλά να προσεύχεται και για τη δικιά μου ψυχή. Με διαβεβαίωσε ότι τα λεφτά δε θα τα χαλάσει και ότι θα τα δώσει όλα μαζεμένα εκεί για να μην μπαίνει στον πειρασμό και τα ξοδέψει, και κάθε μέρα θα παίρνει 2 κεριά.
Του λέω με λένε Νίκο. Μου είπε ότι δεν είναι δύσκολο να με θυμάται αφού κανείς δεν κάθεται μαζί του και έτσι δεν έχει φίλους και γνωστούς.
Δε ρώτησα πολλά γι αυτόν. Δεν ήθελα να νιώσει ότι παραβιάζω την παράξενη ζωή του με την αδιακρισία μου. Την ώρα που έφευγα, μου είπε ότι χάρηκε που έκατσα μαζί του και ότι του έκανε καλό η παρέα.
Ευχαριστώ για όλα παράξενε φίλε.


    Για τον Γέροντα Ιωσήφ, ο κύριος εχθρός της αγάπης προς τον πλησίον, εκείνο το οποίο την εμποδίζει να ολοκληρωθεί ή εκείνο το οποίο απειλεί να καταστρέψει τον «σύνδεσμο της αγάπης» είναι η κρίση του πλησίον.

Καθώς ο άνθρωπος κοιτάζει τα λάθη ή τις ελλείψεις των άλλων, ευρίσκεται συνεργός του πονηρού, ο οποίος αναζητεί να φέρει την αντίθεση μεταξύ των ανθρώπων και να καταστρέψει τον σύνδεσμο της αγάπης που υπάρχει μεταξύ των αδελφών, για να κατακτήσει τις ψυχές τους και να τους κάμει παίγνιον της κακίας και της πανουργίας του. Αυτός ο οποίος κρίνει τον άλλον αμέσως χάνει την χάρη και γίνεται απρόκοπος εις το αγαθόν.
    Η κατάκριση είναι βαθιά συνδεδεμένη με την αυτοδικαίωση, δηλαδή με το να θεωρεί κανείς τον εαυτό του ως δίκαιο (και ως σημείο αναφοράς ή ως κανόνα) και κατά συνέπεια με το να δικαιολογεί τις ιδικές του ελλείψεις  και τα ιδικά του λάθη. Για τον λόγο αυτόν το κύριο μέσο για να αποφεύγει κανείς να κρίνει τον άλλον είναι να αποκτήσει αυτογνωσία και να κρίνει τον εαυτόν του, να γνωρίζει την ιδίαν ασθένεια, τα πάθη και ελαττώματα, να αποκτήσει συναίσθηση της ιδικής του αμαρτίας και να καταδικάζει τον εαυτό του.
    Θα πρέπει ταυτοχρόνως να είναι κανείς εντελώς τυφλός, όσον αφορά τις ελλείψεις των άλλων, και εξ αντιθέτου να είναι προσεκτικός να ανακαλύψει τα προτερήματά τους, διότι ο Θεός έχει δώσει προτερήματα ιδιαίτερα σε κάθε άνθρωπο, και για να είναι κανείς δίκαιος προς τον Θεό πρέπει να τα αναγνωρίζει.

«Και τούτο είναι αληθώς το υστέρημα όπου πάσχομεν ημείς οι άνθρωποι του ογδόου αιώνος. Όπου δεν αναγνωρίζομεν ο είς του ετέρου το χάρισμα… Αυτό που έχει ο ένας δεν το έχει ο άλλος. Και, αν αναγνωρίζωμεν τούτο, πολλή ταπείνωσις γίνεται. Καθότι τιμάται και δοξάζεται ο Θεός, όστις ποικιλοτρόπως εστόλισε τους ανθρώπους και υπέδειξεν ανισότητα εις όλα του τα δημιουργήματα», λέει ο Γέροντας Ιωσήφ.
    Επειδή δεν εδέχθησαν από τον Θεό όλοι τα ίδια χαρίσματα, δεν μπορεί να κρίνουμε τον άνθρωπο διότι δεν έχει το ένα ή το άλλο χάρισμα – και  παρουσιάζει το ένα ή το άλλο ελάττωμα – καθιστώντας τον έτσι υπεύθυνο και κατηγορώντας τον. Καθόσον όλα τα αγαθά που διαθέτουν οι άνθρωποι προέρχονται από τον Θεό, εάν ένας άνθρωπος στερείται το ένα ή το άλλο χάρισμα, θα πρέπει να λέμε ότι αυτό συμβαίνει, διότι ο Θεός δεν του το έδωσε. Αντί να προσάπτουμε στον πλησίον την απουσία αυτού του χαρίσματος, πρέπει να τον συμπαθούμε και να ζητούμε από τον Θεό να του δώσει αυτό το οποίο του λείπει.
    Αλλά επειδή ο Θεός δίδει πλουσίως την χάρη του σε όλους, θα πρέπει επίσης να γνωρίζουμε ότι εάν ο πλησίον δεν έχει κάποιο συγκεκριμένο πνευματικό χάρισμα, τούτο συμβαίνει επειδή διάφοροι παράγοντες τον εμποδίζουν να το λάβει από τον Θεό. Ο Γέροντας Ιωσήφ υπενθυμίζει τους τρεις εχθρούς που πολεμούν το ανθρώπινο γένος: τον διάβολο, την πεπτωκυία φύση και την κακή συνήθεια.   

Όταν ο πλησίον διαπράττει κάποιο λάθος, αυτούς τους τρεις εχθρούς πρέπει να καταδικάσουμε και όχι τον πλησίον: ο πλησίον μας είναι μόνον το θύμα των τριών αυτών αντιπάλων και έτσι μάλλον πρέπει να του δείχνουμε συμπάθεια και να παρακαλούμε να ελευθερωθεί από αυτούς.

(Jean Claude Larchet, Η αγάπη προς τον πλησίον κατά τον Γέροντα Ιωσήφ, ΙΝ: Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής, Άγιον Όρος- Φιλοκαλική Εμπειρία. Πρακτικά Διορθοδόξων Επιστημονικών Συνεδρίων Αθηνών (2004) και Λεμεσού (2005))

Μέχρις εσχάτων.

Θα μιλήσω γι'αυτούς τους ανθρώπους που εξέλαβαν τη Βίβλο τόσο σοβαρά, ώστε στα μάτια του κόσμου, στα μάτια των Χρστιανών -απόλυτα ειλικρινών Χριστιανών- ίσως φαίνονται τρελοί. Θα σας δώσω, λοιπόν, μια σειρά από παραδείγματα για να καταλάβετε τι εννοώ και για να σας δώσω την ευκαιρία να κατανοήσετε το μεγαλείο τους, την παθιασμένη πίστη τους.
Γνωρίζετε πως ο απόστολος Παύλος αναφέρεται στη “μωρία του σταυρού”. Μιλά για την τρόπον τινά “μωρία” του Θεού, λέγοντας ότι ο μέσος άνθρωπος δεν θα θυσιαζόταν ούτε για να σωθεί ο φίλος του, πόσο μάλλον ασύλληπτο του είναι το να θυσιαστεί για τους εχθρούς του. Έτσι, λοιπόν, οι δια Χριστόν σαλοί είναι άνθρωποι που πήραν πολύ στα σοβαρά το ότι η συμπεριφορά του Θεού φάνηκε μωρία στα μάτια των θεωρουμένων “φυσιολογικών”, εκείνων που σκέφτονται υπολογιστικά και που προσπαθούν να κάνουν το σωστό, αλλα σταματούν σε κάποιο σημείο της προσπάθειάς τους.
Ο πρώτος για τον οποίο θα ήθελα να μιλήσω, είναι ένας από τους πρώτους αγίους στην Αλεξάνδρεια, που λεγόταν Σεραπίων. Του έδωσαν το όνομα “Σεραπίων ο Σινδονίτης”, διότι φορούσε μόνο ένα σεντόνι, ζούσε στην ύπαιθρο, έτρωγε μόνο ό,τι του έδιναν από ελεημοσύνη και είχε μόνο ένα περιουσιακό στοιχείο στην κατοχή του, ένα βιβλιαράκι της Αγίας Γραφής. Ξέρετε, εκείνα τα χρόνια ένα βιβλίο ήταν εξαιρετικά σπάνιο, κάτι που κατείχαν μόνο οι πόλυ πλούσιοι.

Μια μέρα, λοιπόν, οι φίλοι του τον είδαν να τρέχει γυμνός, χωρίς ούτε καν το σεντόνι του, και τον ρώτησαν τι του συνέβη. Απάντησε ότι συνάντησε έναν άνθρωπο φτωχότερο από τον ίδιο και του έδωσε το σεντόνι του. Λίγες μέρες  αργότερα τον είδαν χωρίς την Αγία Γραφή του και τον ρώτησαν ξανά τι συνέβη. Απάντησε πως είδε κάποιον που τον τραβούσαν στη φυλακή επειδή χρωστούσε, και έδωσε το βιβλίο του για να εξοφλήσει ο άνθρωπος αυτός το χρέος του.

“Μα πώς μπόρεσες να το κάνεις αυτό;”, τον ρώτησαν. “δεν ήταν το βιβλίο αυτό το πολυτιμότερο πράγμα που είχες;”. “Ναι”, είπε εκείνος, “αλλά η Αγία Γραφή με δίδαξε να προσφέρω τα πάντα στο όνομα της αγάπης και της ελεημοσύνης, και του το έδωσα γιατί ήταν το μόνο πράγμα που είχα να δώσω”.
Εδώ λοιπόν έχουμε έναν άνθρωπο που στεκόταν απογυμνωμένος μπροστά στον Θεό, έναν άνθρωπο που έκανε πράξη τη συμπόνια και την αγάπη ολοκληρωτικά, αληθινά, μέχρις εσχάτων.
Θα σας δώσω άλλο ένα παράδειγμα, κάποιον ονόματι Βιτάλιο, που ήταν κι αυτός ένας από τους μεγάλους ασκητές στην έρημο της Αιγύπτου. Ζούσε για σαράντα περίπου χρόνια στην έρημο και θεωρείτο άγιος. Μια μέρα πήγε στην Αλεξάνδρεια να πουλήσει τα καλάθια που έπλεκε, και είδε κάποιες πόρνες στους δρόμους κοντά στο λιμάνι. Τις συμπόνεσε ως τα βαθιά φυλλοκάρδια του και αποφάσισε κάπως να τις βοηθήσει.

Αυτός, λοιπόν, ο άνθρωπος που είχε περάσει όλη του τη ζωή προσευχόμενος στην έρημο, αγωνιζόμενος για την ακεραιότητα ψυχής, νου και καρδιάς, ήρθε στην Αλεξάνδρεια προς μεγάλο σκανδαλισμό όσων τον γνώριζαν ως ερημίτη, βρήκε μια δουλειά λιμενεργάτη μ'ένα ελάχιστο μεροκάματο και κάθε βράδυ έπαιρνε μαζί του στο χώρο που έμενε μία από τις πόρνες. Εκεί της πρόσφερε το μεροκάματό του, λέγοντας: “Αυτό είναι για σένα. Τώρα έλα να προσευχηθούμε και να πάμε για ύπνο. Κέρδισα μια νύχτα αγνότητας για σένα.”. Και η γυναίκα κοιμόταν, παρέμενε αγνή για ένα βράδυ και μετά, βέβαια, επέστρεφε στο επάγγλεμά της. Μα εκείνος είχε κάνει ότι μπορούσε. Της είχε δώσει την ευκαιρία να γνωρίσει καποιον που τη σεβόταν, έναν άνδρα που την αντιμετώπιζε με τον απόλυτο σεβασμό που κάθε ανθρώπινο ον αξίζει, είτε ανήκει στην υψηλή κοινωνία είτε βρίσκεται στο χαμηλότερο σκαλοπάτι της.

Όμως ο Βιτάλιος έθετε έναν όρο για την αγαθοεργία που παρείχε. Έλεγε στις γυναίκες αυτές: “Μην το πείτε σε κανέναν όσο ζω”. Και επομένως κυκλοφόρησε στην Αλεξάνδρεια η φήμη ότι ο Βιτάλιος, που όλοι τον ήξεραν για άγιο, είχε παραστρατήσει, ότι είχε αφήσει την έρημο και δούλευε την ημέρα για να μπορεί να περνά τα βράδια με τις πόρνες μέσα στην αμαρτία. Ο Βιτάλιος δεν έλεγε τίποτε. Το άντεξε για πολλά χρόνια μέχρι που πέθανε σε μεγάλη ηιλκία.

Όταν το σαρκίο του μεταφερόταν, χωρίς πολυ σεβασμό, από “ελεημοσύνη” στο νεκροταφείο, δεκάδες δεκάδων πόρνες ακολουθούσαν. Και τότε μίλησαν για το τι είχε κάνει εκείνος για αυτές. Τους είχε δώσει την αίσθηση του αυτοσεβασμού -έστω για μια στιγμή ίσως- αλλά τους την είχε δώσει, και μάλιστα με κόστος την προσωπική του τιμή, διότι το σημαντικό δεν ήταν η σκληρή ζωή του, αλλά η απώλεια του σεβασμού των άλλων.
Βλέπετε, λοιπόν, ο πρώτος άγιος έκανε όλα όσα μπορούσε πραγματικά να κάνει, πυροδοτούμενος από συμπόνια και αγάπη. Ο δεύτερος τα έκανε επίσης από συμπόνια, αλλά θυσίασε την τιμή του, τον σεβασμό των άλλων, για να μπορέσει να υπηρετήσει αυτές τις γυναίκες και να τους ξαναδώσει έστω και μια γεύση της αίσθησης ότι ήσαν ανθρώπινα όντα άξια σεβασμού...

“On fools for Christ's sake” Youth Camp. 1978

(Μητροπολίτης Αντώνιος του Σουρόζ, Ο ΕΑΥΤΟΣ ΜΑΣ και Ο ΑΛΛΟΣ, στοχασμοί για τις ανθρώπινες σχέσεις, εκδ. Πορφύρα, σελ. 20-24)

Σελίδα 1 από 5

img025

Ο Ιερός Ναός

Σας καλωσορίζουμε στην ιστοσελίδα του ιερού μας Ναού. Η Ενορία μας, με τις πρεσβείες του αγίου Μάρτυρος Σώζωντος αλλά και με την ευλογία και την καθοδήγηση του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου μας κ.κ. Συμεών, επί σειρά ετών προσπαθεί να επιτελέσει το ποιμαντικό της έργο προς δόξαν Θεού και οικοδομή των πιστών. Να ενώσει τους πιστούς με το Χριστό αλλά και μεταξύ τους, αφού κατά τον Απόστολο Παύλο:

«Οἱ πολλοὶ ἕν σῶμά ἐσμεν ἐν Χριστῷ, ὁ δὲ καθ' εἷς ἀλλήλων μέλη» (Οι πολλοί πιστοί είμαστε ένα σώμα λόγω της ένωσής μας με το Χριστό και ο καθένας μέλη ο ένας του άλλου» (Ρωμ. ιβ΄ 5). «Ὑμεῖς δέ ἐστε σῶμα Χριστοῦ καὶ μέλη ἐκ μέρους» (Εσείς είστε Χριστού και μέλη που ο καθένας αποτελεί ένα μέρος του συνόλου) (Α' Κορ. ιβ' 27). Είμαστε όλοι μας ένα σώμα, το σώμα του Χριστού. μέλη του Χριστού, είμαστε και μέλη ο ένας του άλλου.

Αυτό είναι η Εκκλησία και ειδικότερα η Ενορία μας. Είναι η οικογένειά μας, το σπίτι μας, το σώμα μας. Δυστυχώς, όμως, στην εποχή μας χάσαμε αυτήν την ενότητα και με το Χριστό και μεταξύ μας. Απομονωθήκαμε. «Χαθήκαμε», όπως λέμε συχνά. Η Ενορία κατάντησε να είναι για πολλούς κάτι στο οποίο απευθύνομαι, όταν θέλω να βαπτίσω το παιδί μου ή να παντρευτώ. Δε νιώθουμε την Ενορία μας και το Ναό μας σπίτι μας, λιμάνι μας. Κάτι ΔΙΚΟ ΜΑΣ. Η Ενορία, όμως, ο Χριστός, το Σώμα Του, μας καλεί όλους. Μας καλούν και οι άλλοι αδελφοί μας, τα μέλη μας, να ενωθούμε και πάλι, να γίνουμε ένα σώμα με κεφαλή το Χριστό. Ενορία δεν είναι μόνο ο Ναός, αλλά και τα πρόσωπα. Είναι οι ιερείς, οι πνευματικοί μας πατέρες, οι αδελφοί μας. Η Ενορία δεν εξαντλείται μόνο σε ένα σκέτο εκκλησιασμό που, δυστυχώς, και αυτός χάθηκε για τους περισσότερους ενορίτες. Η Εκκλησίας μας, έχει και άλλες εκδηλώσεις και συνάξεις και δραστηριότητες που δεν είναι για λίγους, αλλά για όλους μας. Αυτή η ιστοσελίδα, σκοπό έχει την πνευματική τροφοδοσία των Χριστιανών αλλά και την πολύπλευρη ενημέρωση των πιστών μας για όλες τις εκδηλώσεις της Ενορίας του Αγίου Σώστη.

Τελευταίες αναρτήσεις κειμένων (blog)