Το νόημα τον σταυρού. 
Όταν ενθρονίστηκε αυτοκράτωρ του Βυζαντίου ο Αλέξιος Κομνηνός, ζήτησε να του φέρουν τον κατάλογο των αυλικών, που είχαν υπηρετήσει επί του προκατόχου του.

Πλάι δε στα ονόματα εκείνων που είχαν σταθή εχθροί του σημείωσε κι από ένα σταυρό. Αυτοί το έμαθαν και φανταζόμενοι ότι εκείνος ο σταυρός εσήμαινε την προσεχή καταστροφή τους, άρχισαν να ετοιμάζωνται για να φύγουν σε άλλες χώρες. Αλλά ο αυτοκράτωρ τους κάλεσε και τους είπε:
— Κάνετε λάθος. Ο σταυρός, που έβαλα δίπλα στο όνομα του καθενός σας, έχει το ίδιο νόημα που έχει κι ο σταυρός του Χριστού.

Σημαίνει ότι σας συγχωρώ.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο 6)
Τι κάνει η αγάπη
Όταν ανέβηκε στο θρόνο ένας νεαρός βασιλιάς, του παρουσίασαν μια αίτησι χάριτος κάποιου καταδικασμένου σε ισόβια δεσμά.

Ο δύστυχος είχε κάνει πολλά χρόνια στη φυλακή και ζητούσε τώρα χάρι. Ο υπουργός όμως, είχε γράψει στο περιθώριο:

«χάρις αποκλείεται, να μείνη στη φυλακή».
Ο βασιλιάς τότε μετέφερε το κόμμα πλάι στη λέξι «χάρις». Έτσι η υπόδειξις του υπουργού έγινε:

«Χάρις, αποκλείεται να μείνη στη φυλακή».

Κι ο βασιλιάς υπέγραψε την απόλυσι.
Και ο Θεός μετέφερε το βάρος της αμαρτίας, από την ανθρωπότητα στον Σταυρό, και τώρα προσφέρει χάρι στον κάθε αμαρτωλό.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο 223)


Όταν βλέπουμε τους συνανθρώπους μας να μην αγαπούν τον Θεό, στενοχωρούμαστε. Με τη στενοχώρια δεν κάνουμε απολύτως τίποτα. Ούτε και με τις υποδείξεις. Ούτε αυτό είναι σωστό. Υπάρχει ένα μυστικό· αν το καταλάβουμε, θα βοηθήσομε.

Το μυστικό είναι η προσευχή μας, η αφοσίωσή μας στον Θεό, ώστε να ενεργήσει η χάρις Του.

Εμείς, με την αγάπη μας, με τη λαχτάρα μας στην αγάπη του Θεού, θα προσελκύσουμε την χάρη, ώστε να περιλούσει τους άλλους, που είναι πλησίον μας, να τους ξυπνήσει, να τους διεγείρει προς το θείο έρωτα.

Ή, μάλλον, ο Θεός θα στείλει την αγάπη Του να τους ξυπνήσει όλους. Ό,τι εμείς δεν μπορούμε, θα το κάνει η χάρις Του.

Με τις προσευχές μας θα κάνομε όλους άξιους της αγάπης του Θεού...

Να γνωρίζετε και το άλλο. Οι ψυχές οι πεπονημένες, οι ταλαιπωρημένες, που ταλαιπωρούνται από τα πάθη τους, αυτές κερδίζουν πολύ την αγάπη και την χάρι του Θεού. Κάτι τέτοιοι γίνονται άγιοι και πολλές φορές εμείς τους κατηγορούμε. Θυμηθείτε τον Απόστολο Παύλο, τι λέγει: «Ου δε επλεόνασεν η αμαρτία, υπερεπερίσσευσεν η χάρις».

Όταν το θυμάστε αυτό, θα αισθάνεσθε ότι αυτοί είναι πιο άξιοι κι από σας κι από μένα. Τους βλέπουμε αδύνατους, αλλά όταν ανοίξουν στον Θεό, γίνονται πλέον όλο αγάπη κι όλο θείο έρωτα. Ενώ είχανε συνηθίσει αλλιώς, τη δύναμη της ψυχής τους τη δίδουν μετά όλη στον Χριστό και γίνονται φωτιά από αγάπη Χριστού. Έτσι λειτουργεί το θαύμα του Θεού μέσα σε τέτοιες ψυχές, που λέμε «πεταμένες».

Να μην αποθαρρυνόμαστε, ούτε να βιαζόμαστε, ούτε να κρίνομε από πράγματα επιφανειακά κι εξωτερικά. Αν, για παράδειγμα, βλέπετε μια γυναίκα γυμνή ή άσεμνα ντυμένη, να μη μένετε στο εξωτερικό, αλλά μπαίνετε στο βάθος, στη ψυχή της.

Ίσως είναι πολύ καλή ψυχή κι έχει υπαρξιακές αναζητήσεις, που τις εκδηλώνει με την έξαλλη εμφάνιση. Έχει μέσα της δυναμισμό, έχει τη δύναμη της προβολής, θέλει να ελκύσει τα βλέμματα των άλλων. Από άγνοια, όμως, έχει διαστρέψει τα πράγματα.

Σκεφθείτε αυτή να γνωρίσει τον Χριστό.

Θα πιστέψει, κι όλη αυτή την ορμή θα την στρέψει στον Χριστό.

Θα κάνει το παν, για να ελκύσει την χάρι του Θεού. Θα γίνει αγία.

Είναι ένα είδος προβολής του εαυτού μας να επιμένουμε να γίνουν οι άλλοι καλοί. Στην πραγματικότητα, θέλομε εμείς να γίνομε καλοί κι επειδή δεν μπορούμε, το απαιτούμε απ’ τους άλλους κι επιμένομε σ’ αυτό. Κι ενώ όλα διορθώνονται με την προσευχή, εμείς πολλές φορές στενοχωρούμεθα κι αγανακτούμε και κατακρίνουμε.

Άγιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης

Το καροτσάκι με τον ανάπηρο. 

Ο τ. Σύμβουλος της Επικρατείας και πρώην πρόεδρος της Δημοκρατίας Μ. Χ. Στασινόπουλος διηγείται το εξής χαρακτηριστικό γεγονός:
Ήταν στα φοβερά χρόνια της Κατοχής, γράφει. Είχα κατορθώσει από το Ηράκλειο της Αττικής όπου κατοικούσα, να φθάσω εν μέρει με ποδήλατο εν μέρει με τραμ, ως το Συμβούλιο της Επικρατείας εγκαίρως για την πρωινή συνεδρίασή μας. Έξω από τα Παλαιά Ανάκτορα, στη λεωφόρο Β. Σοφίας, διέκρινα στο απέναντι πεζοδρόμιο έναν γνωστό μου να κυλάει το καροτσάκι ενός αναπήρου πολέμου, για να το περάσει από τη μια μεριά του δρόμου στην άλλη. Ήταν ο συνάδελφός μου Δ.Μ. Δεν ήταν όμως και τόσο εύκολο να περάσει ανάμεσα στην κίνηση ιδίως στα στρατιωτικά αυτοκίνητα (σηματοδότες δεν υπήρχαν) και καθυστερούσε.
Όταν έφθασα στο γραφείο μου, ο συνάδελφός μου δεν είχε ακόμα φανεί. Η ώρα ενάρξεως της συνεδριάσεως είχε περάσει από αρκετά λεπτά κι ο τότε Πρόεδρος Π. Πουλίτσας δυσφορούσε πολύ. Στο Συμβούλιο της Επικρατείας, η τήρηση της ώρας ενάρξεως ήταν παράδοση σταθερή… Η ώρα περνούσε, όταν κάποτε, φάνηκε ο συνάδελφος λαχανιασμένος.
-Με συγχωρείτε, κύριε Πρόεδρε, είπε.
Ο Πρόεδρος τον υπεδέχθη σχεδόν θυμωμένος, σχεδόν τον επέπληξε για την καθυστέρηση, με ύφος αυστηρό, οφειλόμενο στον εκνευρισμό του.
Λοιπόν, ο συνάδελφός μου δεν απάντησε τίποτα. Εψιθύρισε μόνο και πάλι ένα «με συγχωρείτε», φόρεσε σιωπηλός την τήβεννό του και μπήκαμε στο ακροατήριο.
Εγώ παρηκολούθησα τη σκηνή χωρίς να παρέμβω. Η στιγμή ήταν ακατάλληλη μπροστά σε τόσους ανθρώπους. Αλλά κατά τη διάρκεια της συνεδριάσεως, εκοίταζα επίμονα τον συνάδελφό μου και τον εκαμάρωνα.
-Να, σκεπτόμουνα, η πραγματική, η ειλικρινά καλή πράξη. Άλλοι κάνουν κάτι καλό, και το διαλαλούν δυνατά. Αυτός εδώ ο άνθρωπος, έκαμε το καλό, πέρασε τον άγνωστο ανάπηρο στο δρόμο, άργησε, επετιμήθη για την αργοπορία και δεν αποκαλύπτει τίποτα. Τιμωρείται, λοιπόν, για το καλό που έκανε, και πάλι το κρατάει κρυφό. Αυτή είναι η τέλεια καλή πράξη.

(Σχόλια σε μικρά και μεγάλα γεγονότα, επιμέλεια Ι.Γ. Αλεξίου, Χριστιανική στέγη Καλαμάτας, σελ. 81-83)


(από το βιβλίο της Νίνα Πάβλοβα "Η ημέρα του αρχαγγέλου Μιχαήλ").

Ένα αγοράκι από το οικοτροφείο εγκαταλελειμμένων παιδιών έμεινε ένα βράδυ στο σπίτι μου και μου έλεγε:
- Σ'εμάς στο οικοτροφείο,η οικονόμος όταν πίνει αρχίζει αμέσως να βρίζει τις μητέρες μας που εγκατέλειψαν
τα παιδιά τους!
- Εσύ την κρίνεις την μητέρα σου;
- Όχι.Εγώ αγαπώ τόσο πολύ τον Ιησού Χριστό,που έχω εμπιστοσύνη σε όλα τα λόγια Του.
Ο Κύριος δεν μας είπε να αγαπάμε μόνο τις καλές μαμάδες,ενώ εάν μας εγκαταλείψουν να τις περιφρονούμε.
Μπορεί η μαμά να είχε μια ζωή τόσο δύσκολη,που θα πρέπει να την λυπάμαι!
Το παιδάκι σώπασε για αρκετή ώρα και ξάφνου είπε:
- Εγώ οπωσδήποτε θα συναντηθώ με την μαμά.
Όλοι θα μαζευτούμε κοντά στον Ιησού Χριστό και θα γνωρίσουμε ο ένας τον άλλον.
Θα την πλησιάσω και θα της πω: " Μαμά,εγώ είμαι.Πως έζησες στη γη μανούλα μου; "

Αν ένα μικρό παιδί,αγαπώντας τον Χριστό,βρήκε την δύναμη να συγχωρήσει την μητέρα που το πέταξε,
τότε κανείς δεν δικαιολογείται να μην μπορεί να φτάσει σε τέτοιες και παρόμοιες κορυφές αγιότητας!

Απόσπασμα από το βιβλίο του Αρχιμ.Νίκωνα Κουτσίδη (Από το Άγχος στην Αναψυχή).

Μια μέρα βρισκόμουν σε ένα ταξί και πήγαινα στο αεροδρόμιο.

Το ταξί προχωρούσε στη δεξιά λωρίδα του δρόμου, όταν ξαφνικά ένα μαύρο αυτοκίνητο πετάχτηκε από ένα χώρο στάθμευσης ακριβώς μπροστά μας.

Ο οδηγός του ταξί πάτησε το φρένο, γλίστρησε και κατάφερε να μην χτυπήσει το άλλο αυτοκίνητο για λίγα μόλις εκατοστά.
Ο οδηγός του άλλου αυτοκινήτου κούνησε το κεφάλι του και άρχισε να μας φωνάζει.

Ο δικός μου οδηγός απλώς του χαμογέλασε και τον χαιρέτισε. Ήταν πολύ φιλικός απέναντί του. Έτσι τον ρώτησα:

«Γιατί το έκανες αυτό; Αυτός ο τύπος παραλίγο να καταστρέψει το αυτοκίνητό σου και να μας στείλει στο νοσοκομείο!».

Τότε εκείνος με δίδαξε κάτι που σήμερα πλέον ονομάζω «Η αλληγορία του απορριμματοφόρου».

Ο οδηγός μου εξήγησε ότι πολλοί άνθρωποι μοιάζουν με απορριμματοφόρα. Περιφέρονται γεμάτοι σκουπίδια, γεμάτοι πίκρα, θυμό και απογοήτευση.

Καθώς τα σκουπίδια τους γίνονται όλο και περισσότερα, χρειάζονται ένα μέρος να τα πετάξουν και μερικές φορές αυτό το μέρος μπορεί να είστε κι εσείς.

Μην το πάρετε όμως προσωπικά, απλώς χαμογελάστε τους, χαιρετίστε τους, ευχηθείτε τους να είναι καλά και φύγετε.
Δεν αξίζει να κουβαλάτε τα δικά τους σκουπίδια και να τα εξαπλώνετε και σε άλλους ανθρώπους στη δουλειά σας, στην οικογένειά σας ή και σε αγνώστους.

Από Ιερα Μονη Παναγιας Λαμπηδονας

‘Το αφεντικό μου οδηγούσε κάθε μέρα ένα πολυτελές αυτοκίνητο και εγώ είχα το καθήκον να του ανοίγω την πόρτα της βίλας του καθώς δούλευα σαν νυχτοφύλακας εκεί. Πάντα τον χαιρετούσα αλλά αυτός ποτέ δεν ανταπέδιδε τον χαιρετισμό μου.’

‘Μια μέρα με είδε που άνοιγα μια σακούλα με σκουπίδια για να βρω φαγητό. Αλλά και πάλι δεν είπε τίποτα. Ήταν σαν να μην υπήρχα.’

‘Την άλλη μέρα βρήκα στο ίδιο σημείο μια σακούλα με φρέσκο φαγητό, λες και κάποιος το είχε μόλις αγοράσει από το σούπερ μάρκετ Χαρούμενος το πήρα και δεν έδωσα μεγάλη σημασία για το πως βρέθηκε εκεί.’

‘Κάθε μέρα έβρισκα μια χάρτινη τσάντα με φρέσκο φαγητό και άλλα απαραίτητα για το σπίτι. Είχε γίνει πλέον ρουτίνα. Τρώγαμε στο σπίτι όλοι και αναρωτιόμουν ποιος ήταν αυτός ο ανόητος που ξεχνούσε την τσάντα με το φαγητό!

‘Μια μέρα πέθανε το αφεντικό και στην βίλα ήρθαν πολλοί άνθρωποι. Εκείνη την ημέρα δεν βρήκα την σακούλα με το φαγητό και υπέθεσα ότι κάποιος από τους ανθρώπους που είχαν έρθει θα την πήρε. Αλλά το ίδιο έγινε και την δεύτερη και την τρίτη και την τέταρτη μέρα.’

‘Αυτό συνεχίστηκε για κάμποσες εβδομάδες και υπήρχε πρόβλημα αφού δεν μπορούσα να συντηρήσω την οικογένεια μου. Αποφάσισα τότε να ζητήσω από την γυναίκα του αφεντικού μου αύξηση διαφορετικά έπρεπε να παραιτηθώ από νυχτοφύλακας και να βρω αλλού δουλειά.’

‘Της μίλησα αλλά αυτή έπαθε σοκ. Με ρώτησε πως και δεν ζήτησα εδώ και δυο χρόνια αύξηση και γιατί ζητάω τώρα. Της έδωσα πολλές εξηγήσεις αλλά δεν πείστηκε!’

‘Στο τέλος αναγκάστηκα να της πω την αλήθεια. Της είπα για τα ψώνια που έβρισκα κάθε μέρα. Τότε αυτή με ρώτησε πότε σταμάτησε αυτό και τότε κατάλαβα. Αυτό σταμάτησε την ημέρα που πέθανε το αφεντικό.’

‘Κατάλαβα ότι αυτός ήταν που μου τα άφηνε τα πράγματα αλλά το μυαλό μου δεν πήγε ποτέ σε αυτόν γιατί ποτέ δεν με χαιρετούσε. Πως μπορούσε να είναι τόσο γενναιόδωρος;’

‘Η γυναίκα του άρχισε να κλαίει και εγώ την παρακάλεσα να σταματήσει και ότι θα την υπηρετούσα και δεν ήθελα καμιά αύξηση.’

‘ Η γυναίκα είπε ότι κλαίει επειδή βρήκε το έβδομο πρόσωπο που έδινε την σακούλα ο άνδρας της. Αυτός μοίραζε φαγητό σε επτά ανθρώπους . Είχε βρει τους άλλους έξι και έψαχνε τον έβδομο.’

‘Από εκείνη την ημέρα άρχισα να παίρνω πάλι την σακούλα με τα φαγητά μόνο που τώρα την έφερνε στο σπίτι μου ο γιος του αφεντικού μου. Τον ευχαριστούσα κάθε φορά αλλά αυτός δεν απαντούσε ποτέ. Όπως ακριβώς και ο πατέρας του.’

‘Μια μέρα του είπα το ευχαριστώ πολύ δυνατά και τότε αυτός μου είπε να μην προσβάλλομαι γιατί έχει πρόβλημα με την ακοή όπως και ο πατέρας του!’

Αχ! Πόσες φορές κάναμε λάθος και κρίναμε κάποιον χωρίς να ξέρουμε την ιστορία που κρύβεται από πίσω. Πρέπει να είμαστε ευγενικοί με τους άλλους γιατί δεν ξέρουμε την μάχη που δίνουν. Προσέξτε! Δεν γυρίζουν όλα γύρω από εσάς. Πριν αρχίσετε να κάνετε υποθέσεις υπάρχει κάτι που λέγεται ‘ρώτησε’.

Μη βιάζεστε να βγάλετε συμπεράσματα γιατί πραγματικά δεν είναι παιχνίδι. Μπορεί να σας βλάψει στο τέλος της μέρας. Πολλά από τα προβλήματα που έχουμε προκαλούνται από το πως εμείς επεξεργαζόμαστε αυτά που συμβαίνουν γύρω μας. Μην κρίνετε μια κατάσταση στην θέση της οποίας δεν έχετε βρεθεί εσείς ποτέ. Να καταδέχεστε να μάθετε. Δεν τα γνωρίζετε όλα. Ας αλλάξουμε τον τρόπο που αισθανόμαστε για τον εαυτό μας και τους άλλους.

Υπάρχουν πάντα δυο πλευρές σε μια ιστορία. Μην πιστεύετε όλα όσα ακούτε.

Όλοι όσους συναντάτε δίνουν τον δικό τους αγώνα μόνο που εσείς δεν το ξέρετε.


Οι δυο ταξιδιώτες
Λένε οι ιστορίες των παλιών πως μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας γεωργός. Μια μέρα κίνησε να πάει στο χωράφι του, παρέα με το βόδι του. Φτάνει στο χωράφι, ζεύει το βόδι στο αλέτρι κι αρχίζει να οργώνει το χώμα. Πήγαινε κι ερχότανε, πήγαινε κι ερχότανε πίσω από το αλέτρι, που η μύτη του έσκιζε στα δυο τη γης κι ανακάτευε για τα καλά το χώμα. Κι όλο πήγαινε, κι όλο ερχόταν και ζύμωνε τούτος ο άνθρωπος τη γη με τον ίδρο του και την πότιζε με το αίμα του.
Την ώρα που όργωνε το χωράφι του, φάνηκε να έρχεται από μακριά ένας ταξιδιώτης. Είχε λένε αυτός ένα δισάκι στον ώμο και μια σκούφια φορεμένη στο κεφάλι, τα παπούτσια του ήταν πνιγμένα στο χώμα του δρόμου και το κεφάλι κοίταζε τη γης. Σιμώνει αυτός καμιά φορά το χωράφι του γεωργού και στάθηκε να τον χαιρετίσει. Ο γεωργός πάλι, άλλο που δεν ήθελε να πάρει μιαν ανάσα, αφήνει στην άκρη το αλέτρι, και τεντώνει το κορμί του, για να ξεπιαστεί κομματάκι από τη δουλειά.
Ο ταξιδιώτης τότε γυρίζει και του λέει:

«Καλημέρα, πατριώτη. Πηγαίνω κατά την πολιτεία που είναι πίσω απ' τα βουνά. Μήπως ξέρεις του λόγου σου, μήπως έχεις ακούσει τι λογής άνθρωποι μένουν εκεί πέρα;»

Ο γεωργός άκουσε τα λόγια του ταξιδιώτη και τον ρωτάει:

«Για πες μου, εσύ, αδελφέ, τι λογής ανθρώπους είχε ο τόπος που άφησες πίσω σου; Μήπως ξέρεις;»

Ο ταξιδιώτης παίρνει μιαν ανάσα και αποκρίνεται.

«Πού να στα λέω, πατριώτη! Ανοιχτή πληγή, ήτανε σου λέω! Από κακία άλλο τίποτα! Όλο σε καβγάδες έμπλεκαν κι από δουλειά ούτε κουβέντα. Ήταν γεμάτοι εγωισμό και μονάχα να γκρινιάζουν ήξεραν. Για όλα είχανε να πουν την κουβέντα την κακή, κι έναν καλό λόγο δεν είχαν για κανένα… Σαν και αυτούς άλλος στον κόσμο δεν ξαναπέρασε. Δεν μπορείς να φανταστείς τι χαρά που έχω που έφυγα από κείνον τον τόπο και δε θα ξαναδώ τα μούτρα τους!»

Ο γεωργός τον ακούει και αποκρίνεται:

«Ώστε έτσι ε; Τότε φοβάμαι, πως θα συναντήσεις τέτοιους ανθρώπους και στην πολιτεία που είναι πίσω απ' τα βουνά…»
Ο ταξιδιώτης στράβωσε τα μούτρα του, μουρμούρισε δυο βρισιές κι έσυρε τα πόδια του πάνω στον σκονισμένο δρόμο, τραβώντας προς τα κει που ήτανε, λέει, η πολιτεία. Σε λίγο χάθηκε μέσα στον ορίζοντα η σκιά του.
Κάμποσες ώρες αργότερα, έτυχε να περνάει από τον ίδιο τόπο ένας άλλος ταξιδιώτης. Ερχότανε του λόγου του από τον ίδιο δρόμο, και είχε ένα χαμόγελο στα χείλη. Βλέπει από μακριά τον γεωργό, τον σιμώνει, τον χαιρετάει και του λέει:

«Αδερφέ, για πες μου, εσύ που ξέρεις τούτον τον τόπο, μήπως έχεις ακούσει τι άνθρωποι ζούνε πέρα απ' τα βουνά, στην πολιτεία;»

Ο γεωργός που ήθελε να πιάσει την κουβέντα, γυρίζει και του αποκρίνεται:

«Για πες μου, πατριώτη, τι ανθρώπους έχει η πολιτεία που άφησες πίσω στον τόπο σου;»

Ο ταξιδιώτης τότε του απαντάει:

«Αχ! Αυτή η πολιτεία! Μη μου ξύνεις τέτοια ώρα τις πληγές! Πού να στα λέω! Τέτοιους ανθρώπους δεν βρίσκεις εύκολα, πατριώτη! Ήταν αυτοί άνθρωποι της δουλειάς, ποτέ δεν κορόιδεψαν κανέναν. Ήταν τίμιοι, και με την καρδιά τους ανοιχτή σαν περιβόλι. Με έναν καλό λόγο για τον καθένα. Στο τραπέζι τους μια καρέκλα πάντα για τον περαστικό, η πόρτα του σπιτιού τους ανοιχτή για τον ξένο, πάντα να σε ακούσουν και να σε στηρίξουν. Δε μπορείς να φανταστείς πόσο στενοχωρήθηκα που αναγκάστηκα να τους αφήσω.
Ο γεωργός τότε, του λέει:

«Μη φοβάσαι, αδερφέ. Θα συναντήσεις τέτοιους ανθρώπους, τους, ίδιους, και στην πολιτεία που θα βρεις μπροστά σου. Καλό σου ταξίδι».

(Πνευματικός Λειμών, Ιωάννου Μόσχου, εκδ. ΕΠΕ,Φιλοκαλία τόμος 2, σελ. 319). 

Υπάρχει στη Θηβαΐδα μια πόλη που τη λένε Λυκώ. Σ’ αυτήν υπάρχει ένα βουνό έξι μίλια μακριά. Σ' αυτό το βουνό μένουν μοναχοί, άλλοι σε σπήλαια και άλλοι σε κελλιά.

Πηγαίνοντας εμείς εκεί επισκεφθήκαμε τον αββά Ισαάκ, Θηβαίο κατά το γένος. Μας διηγήθηκε ο γέροντας.
Πριν πενήντα δύο χρόνια, καθώς έκαμνα το εργόχειρό μου (έκαμνα μια κουνουπιέρα μεγάλη), έκανα λάθος και στενοχωριόμουν, γιατί δεν έβρισκα το λάθος μου. Πέρασα όλη την ήμερα μονολογώντας ανόητα και δεν ήξερα τι να κάνω. Και καθώς ήμουν στενοχωρημένος, να από το πορτάκι μπαίνει κάποιος νεανίσκος και μου λέει.
- Έκανες λάθος, αλλά δος το σε μένα να το διορθώσω.
Του λέγω.
- Φύγε συ από δω και ας μη γίνει ποτέ.
Μου αποκρίθηκε τότε αυτός
- Όμως θα ζημιώσεις τον εαυτό σου, αν δεν το κάνεις σωστά.
Του λέγω.
- Για αυτό μην σε ενδιαφέρει.
Πάλι μου λέει.
- Αλλά σε λυπάμαι, γιατί θα πάει στα χαμένα ο κόπος σου.
Τότε του είπα.
- Κακώς ήρθες εδώ μαζί μ’ αυτούς που σε έφεραν.
Τότε μου λέει.
- Στ’ αλήθεια, εσύ με ανάγκασες να έρθω, γιατί είσαι δικός μου.
Τού λέγω.
- Πώς το εννοείς αυτό;
Αυτός μου είπε.
- Έχεις τρεις Κυριακές που κοινωνάς, ενώ είσαι ψυχραμένος με το γείτονά σου.
Και εγώ τού είπα.
- Ψέματα μου λες.
Και αυτός.
- Δεν του κρατάς κακία για το «μάττιν» (αιγυπτιακή μονάδα χωρητικότητας) της φακής; Εγώ είμαι ο ειδικός για τη μνησικακία, και από τώρα είσαι δικός μου.
Μόλις άκουσα αυτά, άφησα το κελλί μου και πήγα στον αδελφό και έβαλα μετάνοια, και αφού συμφιλιωθήκαμε, επέστρεψα και βρήκα πώς έκαψε την κουνουπιέρα και την ψάθα που έκαμνα τις μετάνοιες, γιατί με φθόνησε για την δικιά μας αγάπη.

Ο π. Βασίλειος Γοντικάκης έπισημαίνει: «Ο πατέρας μειλίχια προσκαλεί τον πρεσβύτερο υιό, της Παραβολής του Άσωτου, στη χαρά, στο ευχαριστιακό τραπέζι.

Και είναι σαν να του ζητά να μπή στην κόλασι. Φουντώνει μέσα του το μίσος˙ και ακούει τη στοργική πρόσκλησι του πατέρα σαν οργισμένη αποπομπή.
Μήπως όλα αυτά λένε κάτι για το πώς θα γίνη η τελική κρίσι στη Β' Παρουσία;
Μήπως η οργή ("ώργίσθη και ουκ ήθελεν εισελθείν") κάνει τη μοχθηρή καρδιά να βλέπη οργισμένο και βλοσυρό το ιλαρό πρόσωπο του ελεήμονος Θεού;

Και το μίσος, που δεν αφήνει τον άνθρωπο που το έχει, να μπή στο κοινό πανηγύρι της χαράς, παραποιεί γι’ αυτό τον ίδιο την πρόσκλησι για τον παράδεισο σε αποπομπή προς το πυρ το εξώτερο;

Μήπως το μίσος είναι κόλασι που κατατρώει τα σωθικά μας; Και η θεία αγάπη παράδεισος που μας αναζωογονεί;

Μήπως η ίδια η αγάπη του Θεού είναι παράδεισος για τους σωσμένους υγιείς, που αγαπούν, που μετανοούν κι έχουν νου Χριστού;

Και η ίδια η αγάπη είναι κόλασι για τους αρρώστους, δηλ. για κείνους που δεν αγαπούν, δεν μετανοούν, δεν έχουν νου Χριστού;
Μήπως η μία κλήσι της αγάπης του Θεού, ο οποίος “θέλει πάντας σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν", θ’ ακουσθή απ όσους δεν αγαπούν, λόγω της διαστροφής και της αμετανοησίας τους. “Πορεύεσθε απ’ εμού οι κατηραμένοι εις το πυρ το αιώνιον"˙ και απ’ αυτούς που αγαπούν: “Δεύτε οι ευλογημένοι τού Πατρός μου...”;
Μήπως από σήμερα δεν κρινόμασθε; Μήπως από σήμερα δεν ετοιμαζόμασθε για το ποιά θέσι θα πάρουμε τότε μόνοι μας;

Δεν ετοιμαζόμασθε για την κρίσι της αγάπης; Δήλ. για το αν δεχώμασθε, αν ζούμε την αγάπη ως παράδεισο η ως κόλασι;»(ΑΒ, 27).

(στο: αρχιμ Ιωάννου Κωστώφ,Η Δευτέρα Παρουσία, Σταμάτα 2016, σελ. 84-85)

Αδελφική αγάπη!
Όποιος φροντίζει για τον αδελφό του, προνοεί για τον εαυτό του (Ξενοφων).
Η αγάπη μας κάνει πιο δυνατούς. Η αγάπη μας κάνει
περισσότερο ειρηνικούς. Η αγάπη μας προστατεύει από τη
λαίλαπα της βίας, της αχαριστίας και της απαξίωσης που
κουβαλάει μέσα της η σκληρή, απειλητική πραγματικότητα που
θέλει να λέγεται «παγκοσμιοποίηση».
Μια φορά κι έναν καιρό, σ’ ένα νοσοκομείο ήταν ασθενής μια κοπελίτσα που την έλεγαν Μαρία και υπέφερε από μια σπάνια και σοβαρή ασθένεια.

Η μοναδική της ελπίδα να επανακάμψει φάνηκε να είναι η μετάγγιση αίματος από τον πεντάχρονο αδερφό της, ο οποίος ως εκ θαύματος είχε επιζήσει από την ίδια ασθένεια και είχε αναπτύξει τα απαραίτητα αντισώματα ενάντια στην αρρώστια.
Ο γιατρός εξήγησε την κατάσταση στον μικρό αδερφό της και ρώτησε το αγοράκι αν ήταν πρόθυμο να δώσει το αίμα του για την αδερφή του. Το παιδί δίστασε μόνο για μια στιγμή, προτού πάρει μια βαθιά ανάσα και πει:

«Ναι, θα το κάνω, αν είναι να σωθεί».
Καθώς προχωρούσε η μετάγγιση, ήταν ξαπλωμένος στο διπλανό απ' την αδερφή του κρεβάτι και χαμογελούσε, βλέποντας το χρώμα να επιστρέφει στο προσωπάκι της. Τότε το πρόσωπό του χλόμιασε και το χαμόγελό του έσβησε.

Κοίταξε τον γιατρό που ήταν από πάνω τον και τον ρώτησε με φωνή που έτρεμε:

"Θα αρχίσω να πεθαίνω αμέσως;"

Έτσι μικρό που ήταν, το αγοράκι είχε παρεξηγήσει τον γιατρό. Νόμιζε ότι επρόκειτο να δώσει όλο τον το αίμα στην αδερφή τον για να την σώσει. Και ήταν πρόθυμος να το κάνει γι ’ αυτήν.
I would lie for you, cry for you,
I would even die for you.
Θα πω ψέματα για χάρη σου, θα κλάψω για χάρη σου,
Ακόμα μπορώ να πεθάνω για χάρη σου.
(Natasha's song)

(Άκης Αγγελάκης, Ιστορίες που αξίζει να τις λες!, εκδ. Πύρινος κόσμος, σελ. 55-56)

Σελίδα 1 από 19

img025

Ο Ιερός Ναός

Σας καλωσορίζουμε στην ιστοσελίδα του ιερού μας Ναού. Η Ενορία μας, με τις πρεσβείες του αγίου Μάρτυρος Σώζωντος αλλά και με την ευλογία και την καθοδήγηση του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου μας κ.κ. Συμεών, επί σειρά ετών προσπαθεί να επιτελέσει το ποιμαντικό της έργο προς δόξαν Θεού και οικοδομή των πιστών. Να ενώσει τους πιστούς με το Χριστό αλλά και μεταξύ τους, αφού κατά τον Απόστολο Παύλο:

«Οἱ πολλοὶ ἕν σῶμά ἐσμεν ἐν Χριστῷ, ὁ δὲ καθ' εἷς ἀλλήλων μέλη» (Οι πολλοί πιστοί είμαστε ένα σώμα λόγω της ένωσής μας με το Χριστό και ο καθένας μέλη ο ένας του άλλου» (Ρωμ. ιβ΄ 5). «Ὑμεῖς δέ ἐστε σῶμα Χριστοῦ καὶ μέλη ἐκ μέρους» (Εσείς είστε Χριστού και μέλη που ο καθένας αποτελεί ένα μέρος του συνόλου) (Α' Κορ. ιβ' 27). Είμαστε όλοι μας ένα σώμα, το σώμα του Χριστού. μέλη του Χριστού, είμαστε και μέλη ο ένας του άλλου.

Αυτό είναι η Εκκλησία και ειδικότερα η Ενορία μας. Είναι η οικογένειά μας, το σπίτι μας, το σώμα μας. Δυστυχώς, όμως, στην εποχή μας χάσαμε αυτήν την ενότητα και με το Χριστό και μεταξύ μας. Απομονωθήκαμε. «Χαθήκαμε», όπως λέμε συχνά. Η Ενορία κατάντησε να είναι για πολλούς κάτι στο οποίο απευθύνομαι, όταν θέλω να βαπτίσω το παιδί μου ή να παντρευτώ. Δε νιώθουμε την Ενορία μας και το Ναό μας σπίτι μας, λιμάνι μας. Κάτι ΔΙΚΟ ΜΑΣ. Η Ενορία, όμως, ο Χριστός, το Σώμα Του, μας καλεί όλους. Μας καλούν και οι άλλοι αδελφοί μας, τα μέλη μας, να ενωθούμε και πάλι, να γίνουμε ένα σώμα με κεφαλή το Χριστό. Ενορία δεν είναι μόνο ο Ναός, αλλά και τα πρόσωπα. Είναι οι ιερείς, οι πνευματικοί μας πατέρες, οι αδελφοί μας. Η Ενορία δεν εξαντλείται μόνο σε ένα σκέτο εκκλησιασμό που, δυστυχώς, και αυτός χάθηκε για τους περισσότερους ενορίτες. Η Εκκλησίας μας, έχει και άλλες εκδηλώσεις και συνάξεις και δραστηριότητες που δεν είναι για λίγους, αλλά για όλους μας. Αυτή η ιστοσελίδα, σκοπό έχει την πνευματική τροφοδοσία των Χριστιανών αλλά και την πολύπλευρη ενημέρωση των πιστών μας για όλες τις εκδηλώσεις της Ενορίας του Αγίου Σώστη.

Τελευταίες αναρτήσεις κειμένων (blog)