Επιστολή 246 - ΣΤΟΝ ΕΠΙΣΚΟΠΟ ΘΕΟΔΟΣΙΟ. 
"Για την Εκκλησία και τα εκκλησιαστήρια". 
Ας μάθει ο Ευσέβιος, ο προϊστάμενος του λαού που κατοικεί στην πόλη των Πηλουσιωτών, τι είναι Εκκλησία.

Γιατί είναι τελείως απαράδεκτο, και πάρα πολύ φοβερό να μη γνωρίζει ούτε ο ίδιος, που νομίζει πως είναι ιερωμένος.

Γιατί, ότι Εκκλησία είναι το σύνολο των πιστών, που έχει ορθή πίστη και ορθό τρόπο ζωής, είναι γνωστό σ’ αυτούς που έχουν γευθεί τη θεία γνώση,

ότι όμως εκείνος, μη γνωρίζοντας το αυτό, την αληθινή Εκκλησία την καταργεί, σκανδαλίζοντας πολλούς, και κτίζει εκκλησία (ναό), και ότι επίσης την Εκκλησία την απογυμνώνει από τα στολίδια της με το να απομακρύνει τους αληθινά ευσεβείς, ενώ το ναό τον στολίζει με πολυτελή μάρμαρα, και αυτό είναι γνωστό σε όλους.

Εάν λοιπόν γνωρίσει ακριβώς, ότι άλλο είναι Εκκλησία, και άλλο ναός (γιατί η πρώτη αποτελείται από άμεμπτες ψυχές, ενώ ο ναός κτίζεται με πέτρες και ξύλα), νομίζω ότι θα σταματήσει από τη μια να καταστρέφει την Εκκλησία, και από την άλλη να στολίζει το ναό περισσότερο από όσο χρειάζεται.

Γιατί ο βασιλιάς των ουρανών δεν ήρθε εδώ για τοίχους, αλλά για τις ψυχές.
Εάν όμως προσποιηθεί, ότι αγνοεί αυτό που λέγω, αν και αυτό είναι ολοφάνερο ακόμα και στους πιο τελευταίους ως προς την αντίληψη, θα προσπαθήσω να το αποσαφηνίσω με παραδείγματα.

Όπως δηλαδή άλλο είναι το θυσιαστήριο, και άλλο η θυσία, και άλλο το θυματήριο, και άλλο το θυμίαμα, και άλλο το βουλευτήριο, και άλλο η βουλή (γιατί το ένα φανερώνει τον τόπο στον οποίο συνέρχονται, ενώ η βουλή τους άνδρες που συνέρχονται, στους οποίους ανήκει και ο κίνδυνος και η σωτηρία), έτσι και σχετικά με το εκκλησιαστήριο (ναό) και την Εκκλησία.

Εάν όμως πει, πώς ούτε με τον τρόπο αυτόν έχει καταλάβει τη διαφορά, ας μάθει, ότι

στην εποχή των αποστόλων, όταν η Εκκλησία ήταν πλούσια σε πνευματικά χαρίσματα και παρουσίαζε λαμπρή πολιτεία, δεν υπήρχαν ναοί,

ενώ στις ημέρες μας οι ναοί έχουν στολισθεί περισσότερο από όσο πρέπει, ενώ η Εκκλησία (αλλά δεν θέλω να πω τίποτε το δυσάρεστο), διακωμωδείται.

Εγώ λοιπόν, εάν επρόκειτο να κάνω επιλογή, θα προτιμούσα να βρεθώ στην εποχή εκείνη,

κατά την οποία δεν υπήρχαν βέβαια ναοί τόσο στολισμένοι,

η Εκκλησία όμως ήταν στεφανωμένη με θεία και ουράνια χαρίσματα,

παρά στη σημερινή εποχή,

κατά την οποία οι ναοί είναι στολισμένοι με κάθε είδους μάρμαρα,

ενώ η Εκκλησία κατάντησε έρημη και γυμνή από εκείνα τα πνευματικά χαρίσματα.

(οσίου Ισιδώρου Πηλουσιώτου, εκδ. ΕΠΕ, τόμος 2, σελ. 355-359)

Συνεπώς, όταν σας αφήσω, παρακαλώ να προφυλάσσεσθε από την παρεκτροπή αυτή των Ακαδημαϊκών διπλωμάτων. Κάποτε συνάντησα εδώ, στον δρόμο της Μονής μας, κάποιον άνθρωπο που μου είπε ότι πήρε τον τίτλο του διδάκτορος της θεολογίας. Και εγώ του απάντησα;

«Ε, λοιπόν; Στον εσκοτισμένο μας κόσμο αυτό εκτιμάται περισσότερο, παρά η αγιότητα!».
Πού όμως μας οδήγησαν αυτές οι σχολές; μας οδήγησαν στο να κατασκευάσουμε κάποια τυποποιημένα όντα, που μιλούν για πράγματα τα οποία ποτέ δεν βίωσαν.

Από πού λοιπόν το σκοτάδι αυτό στην Εκκλησία μας; Από πού αυτά τα σχίσματα;
Σας έχω μιλήσει ήδη πολλές φορές, αλλά το Πνεύμα με ωθεί να το επαναλάβω. Πριν ακόμη φύγω από σας -και το τέλος της ζωής μου είναι βέβαια εγγύς- θα ήθελα να γλιτώσετε από την πλάνη, από την οποία πάσχει ο σύγχρονος κόσμος στο επίπεδο της θεολογίας, ώστε κανένας να μη δημιουργεί λανθασμένες θεωρίες για τον Θεό, που να διαιρούν τον χριστιανικό κόσμο.

Αναλογισθείτε ότι στο Κέντρο τής Γενεύης, στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών, υπάρχουν περισσότεροι από διακόσιους διδάκτορες θεολογίας με διαφορετικές αντιλήψεις! Από πού αυτό; ο Θεός είναι ένας.
Πώς γίνεται λοιπόν να υπάρχουν ομολογίες που να μισούν και να καταδιώκουν τις άλλες;

Τώρα παρατηρείται διωγμός των Ορθοδόξων σε όλο τον κόσμο. Και πώς προκαλούμε το μίσος αυτό; Εμείς φοβόμαστε «και μύγα να προσβάλουμε». Μας μισούν όμως περισσότερο από ό,τι τους εγκληματίες. Και αυτό δεν είναι καθόλου φαντασία, όπως γνωρίζουμε από την πείρα μας.

Αλλά «ας μη ταράσσεται η καρδιά σας, πιστεύετε στον Θεό, πιστεύετε στον Χριστό»1 και συνεχίστε τη ζωή αυτή. Αυτός είπε: «Όπως μίσησαν εμένα άδικα2, έτσι θα μισήσουν και εσάς για το όνομά μου»3. Συνεπώς, μη χάνετε τη βασική θεωρία: τhς ζωής χωρίς αμαρτία!
Δεν λαμβάνω μέρος στήν οικουμενική κίνηση. Η ιδέα μου όμως ήταν η έξής: να συγκεντρώνεσθε και να εξετάζετε πώς είναι δυνατόν να ζήσουμε χωρίς αμαρτία. Έρχονται
διακόσιοι διδάκτορες θεολογίας και ο καθένας λέει τις θεωρίες του, φανερώνοντας έτσι την άγνοια και την αμάθειά του.

1.Βλ. Ιωάν. 14.1
2.Βλ. Ιωάν. 15,25
3.Βλ.Μαρκ. 13,13

(Σωφρονίου Σαχάρωφ,Οικοδομώντας το ναό του Θεού, τόμος Α, σελ. 309-311)

Ας πάρουμε την εξής περίπτωση των ημερών μας. Γνωρίζετε ότι έχουν βρεθεί πρόσφατα τα λείψανα του οσίου Σεραφείμ του Σάρωφ.

Πριν από ενάμιση αιώνα ο Όσιος προσευχόταν στην έρημο επάνω σε μία πέτρα, και μέχρι σήμερα ενεργεί η προσευχή του. Έτσι γεννιέται με φυσικό τρόπο το ερώτημα: Πού πηγαίνει η κάθε σκέψη μας; Ποιά όρια εγγίζει;

ο Κύριος λέει στο Ευαγγέλιο: «ο ουρανός και η γη παρελεύσονται, οι δε λόγοι μου ου μη παρέλθωσιν» . Βλέπετε το παράδειγμα του οσίου Σεραφείμ του Σάρωφ.

Έκραζε προς τον Θεό μόνο για τον εαυτό του: «ο Θεός, ίλεως γενού μοι τω αμαρτωλώ!», αλλά από τις συνέπειες βλέπουμε ότι η προσευχή του έχει κοσμικές επιδράσεις σε όλη την ιστορία του ανθρωπίνου είναι. Επί εκατόν πενήντα χρόνια και περισσότερο συνεχίζει να ενεργεί και να διεγείρει σε εκατομμύρια ψυχές τη χαρά της Αναστάσεως.
Πού πηγαίνουν όμως οι λογισμοί μας; Για παράδειγμα, στον Γκόγκολ υπάρχει η διήγηση για τους γαιοκτήμονες παλαιού τύπου, των οποίων η σκέψη δεν μπορούσε να προχωρήσει πέρα από τα όρια του κτήματός τους.

Η δική μας άραγε σκέψη περνά τα όρια της Μονής μας; Ή μήπως προχωρεί πέρα από τα όρια αυτά και ακόμη ως το άπειρο; Αν συνειδητοποιήσουμε τη σπουδαιότητα που έχει η ενέργεια της σκέψεώς μας, θα περάσουμε τη μοναχική μας ζωή ασφαλώς με περισσότερη προσοχή.

Η προσευχή του οσίου Σεραφείμ: “Ο Θεός, ίλεως γενού μοι τω αμαρτωλώ!”, συγκλονίζει τον κόσμο ενάμιση αιώνα ήδη. Πόσοι άνθρωποι θέλουν να φέρουν το ονομά του!

(Σωφρονίου Σαχάρωφ,Οικοδομώντας το ναό του Θεού, τόμος Β, σελ. 314)

 

(Το 403 μ.Χ. η παράνομη επί Δρυν σύνοδος καθαιρεί άδικα τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο μετά από συκοφαντικό κατηγορητήριο. Ο άγιος συμβουλεύει τους υποστηρικτές του επισκόπους να μην προκαλέσουν εξαιτίας του σχίσμα στην Εκκλησία. Η συγκινητική σκηνή περιγράφεται παρακάτω). 

"... Καθόμαστε και εμείς σαράντα επίσκοποι μαζί με τον Ιωάννη στην τραπεζαρία της επισκοπής και παραξενευόμαστε πώς ο υπόδικος Θεόφιλος, ενώ διατάχθηκε να παρουσιασθεί μόνος του στην πρωτεύουσα για τα ανόσια εγκλήματά του, ήρθε με τόσους επισκόπους και πώς μετέβαλε αμέσως τη γνώμη των αρχόντων, στρέφοντας προς το χειρότερο τους περισσότερους κληρικούς.
Καθώς βρισκόμαστε σε απορία, φωτισμένος από το άγιο Πνεύμα, ο Ιωάννης λέγει σ' όλους˙

«Προσευχηθείτε, αδελφοί μου, εάν αγαπάτε το Χριστό, μήπως κάποιος εξ αιτίας μου παραιτηθεί από την εκκλησία του.

Γιατί εγώ τώρα θυσιάζομαι και ο καιρός της αναχωρώσής μου από τον κόσμο αυτόν είναι πολύ κοντά, όπως είπε ο Παύλος, και αφού υποφέρω πολλές θλίψεις, θα εγκαταλείψω τη ζωή, όπως βλέπω.

Γιατί γνωρίζω τη σκευωρία του Σατανά, επειδή δεν ανέχεται πια την ενόχληση των λόγων μου που στρέφονται εναντίον του.

Και έτσι να έχετε το έλεος του Θεού˙ να με θυμάστε στις προσευχές σας».

Συγκινηθήκαμε πάρα πολύ, και άλλοι δακρύζαμε, ενώ άλλοι έβγαιναν έξω από την αίθουσα της συνόδου και φιλούσαν τον Ιωάννη δακρυσμένοι και περίλυποι στα μάτια και στο σεβαστό κεφάλι του, καθώς και στο εύγλωττο και μακάριο στόμα του. Αφού μας παρακάλεσε να επιστρέψουμε στη σύνοδο, γιατί περιφερόμαστε εδώ και εκεί, όπως οι μέλισσες που βουίζουν γύρω από την κυψέλη, λέγει˙

«Καθίστε, αδελφοί μου, και μην κλαίτε, γιατί με στενοχωρείτε περισσότερο.

Γιατί σε μένα ζωή είναι ο Χριστός, αλλά και το να πεθάνω είναι κέρδος. (Επειδή φημολογούνταν ότι είχε αποκεφαλισθεί εξ αιτίας του υπερβολικού θάρρους του).

Και αν θυμάστε, διατηρήστε στη μνήμη σας, ότι πάντοτε σας έλεγα˙

‘Η παρούσα ζωή είναι δρόμος, και τα καλά της και τα κακά της περνούν˙ και εμπορική πανήγυρη είναι τα παρόντα˙ αγοράσαμε, πουλήσαμε, τελειώνουμε’.

Μήπως είμαστε καλύτεροι από τους πατριάρχες, τους προφήτες, τους αποστόλους, για να παραμείνει σε μας αθάνατη αυτή ή ζωή;».
Τότε θρηνολογώντας κάποιος από τους παρόντες είπε˙

«Θρηνούμε όμως την ορφάνια μας, τη χηρεία της Εκκλησίας, τη σύγχυση των θεσμών, τη φιλαρχία εκείνων που δε φοβούνται τον Κύριο και αρπάζουν τα αξιώματα, τη στέρηση προστάτη των φτωχών, την έλλειψη της διδασκαλίας».

Αφού χτύπησε με το δείχτη την παλάμη του αριστερού χεριού του (γιατί συνήθιζε να το κάνει αυτό ο φιλόχριστος όταν ήταν στενοχωρημένος), είπε σ' αυτόν που του μιλούσε˙

«Αρκετά, αδελφέ˙ μη λέγεις πολλά, αλλ' όπως είπα, μην εγκαταλείψετε τις εκκλησίες σας.

Γιατί ούτε από μένα άρχισε το κήρυγμα, ούτε σε μένα τελείωσε.

Μήπως δεν πέθανε ο Μωυσής, και δε βρέθηκε ο Ιησούς του Ναυή; Δεν πέθανε ο Σαμουήλ και χρίσθηκε ο Δαυίδ; Άφησε τη ζωή ο Ιερεμίας˙ δεν ήταν ο Βαρούχ; Αναλήφθηκε ο Ηλίας˙ δεν προφήτευσε ο Ελισσαίος; Αποκεφαλίσθηκε ο Παύλος˙ δεν άφησε τον Τιμόθεο, τον Τίτο, τον Απολλώ και πολλούς άλλους;».

Έπειτα από τους λόγους αυτούς, λέγει ο Ευλύσιος, ο επίσκοπος της Απαμείας της Βιθυνίας˙

«Είναι αναγκαίο όταν διατηρούμε τις επισκοπές μας να υποχρεωθούμε και να επικοινωνήσουμε και να υπογράψουμε».

Είπε ο άγιος Ιωάννης˙

«Κοινωνήσατε μεν ίνα μη σχίσητε την εκκλησίαν, μη υπογράψητε δε. Ουδέν γαρ εμαυτώ σύνοιδα άξιον καθαιρέσεως

(=Να επικοινωνήσετε [να έχετε εκκλησιαστική κοινωνία], για να μη διαιρέσετε την Εκκλησία, αλλά να μην υπογράψετε, γιατί δεν αναγνωρίζω τίποτε στον εαυτό μου άξιο καθαιρέσεώς μου».
Ενώ έτσι είχε η κατάσταση, φανερώθηκαν οι αποσταλμένοι του Θεοφίλου.

(αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου, τόμος 1, εκδ. ΕΠΕ, σελ. 125-127)

 

 

Ο Γέρων Πορφύριος υπήρξε ο συμπαθέστερος άνθρωπος, που έχω γνωρίσει.

Εκείνος το θέλησε να είμαι ο γιατρός του. Όταν τον Αύγουστο του 1978, δεκατέσσερα σχεδόν χρόνια πριν την κοίμησή του, υπέστη έμφραγμα του μυοκαρδίου και νοσηλεύθηκε στην Αθήνα, με κάλεσε κάποιος συνάδελφος, Καθηγητής της Ιατρικής, πνευματικό τέκνο του, να πάω να τον δω. Είχα ακούσει γι’ αυτόν, αλλά δεν τον είχα γνωρίσει μέχρι τότε. Πήγα, λοιπόν, στο σπίτι, στο οποίο τον φιλοξενούσαν κι εκεί τον γνώρισα πρώτη φορά. Ήταν κοντόσωμος, μ’ ένα γλυκύτατο πρόσωπο, γαλανά μάτια και πλούσια γενειάδα.

Όταν τελείωσα την εξέταση, μου είπε:

— Εμείς οι δύο, Γιωργάκη μου, θα τα πάμε καλά. Όταν ετοιμαζόμουν να φύγω, είπε στα πνευματικά του παιδιά να με πληρώσουν. Διαμαρτυρήθηκα: «Τι λέτε, Γέροντα; Από εσάς να πάρω χρήματα; Ποτέ». «Τότε», λέει ο Γέροντας, «θα σε πληρώσουμε αλλιώς, θα σε πληρώσουμε καλογερικά. Αφού δεν θέλεις χρήματα, θα σου πούμε ιστορίες». Και προέτρεψε το πνευματικό του τέκνο, στο σπίτι του οποίου έμενε, να μου πει πως είχαν γνωριστεί. Και τότε εκείνος άρχισε να μου διηγείται την ακόλουθη ιστορία:

Στο χωριό του είχε ένα χωράφι ένα άλλο πνευματικό παιδί του Γέροντα. Το χωράφι εκείνο δεν είχε νερό. Αυτός ο άνθρωπος γνώριζε την ικανότητα του Γέροντος Πορφυρίου να βρίσκει τα νερά κάτω από τη γη. Έτσι τον παρακάλεσε να πάει και στο δικό του χωράφι να του βρει νερό. Ο Γέροντας δέχθηκε, αλλά ζήτησε απ’ αυτόν, που ήταν, όπως είπαμε, πνευματικό παιδί του, να πάει μόνος του στο χωράφι και να μην πάρει κανένα άλλο μαζί του.

Αυτός, όμως, δεν υπάκουσε και πήρε μαζί του κι ένα ξάδελφό του, διότι έκανε τη σκέψη ότι, αν ο Γέροντας δεν έβρισκε νερό στο δικό του χωράφι, θα μπορούσε να βρει στο χωράφι του ξαδέλφου του, που ήταν δίπλα στο δικό του και να το μοιραστούν.

Όταν, όμως, εκείνος ο ξάδελφος είδε στο χωράφι το Γέροντα Πορφύριο, θύμωσε πολύ, εξαγριώθηκε κι άρχισε να του μιλά με πολύ ανοίκειο τρόπο και με υβριστικές εκφράσεις. Δεν πίστευε ο άνθρωπος εκείνος και νόμιζε ότι ο Γέρων Πορφύριος πήγαινε να ξεγελάσει τον ξάδελφό του και μάλιστα να χρηματιστεί απ’ αυτήν την υπόθεση

Στο σημείο αυτό της αφήγησης της ιστορίας πήρε το λόγο ο Γέρων Πορφύριος, για να συνεχίσει ο ίδιος την ιστορία:

«Όπως φώναζε και με ύβριζε και με κατηγορούσε για χίλια δύο πράγματα, του είπα: ‘Σήκωσε τη φανέλα σου να δούμε τις δύο εγχειρήσεις, που έκανες. Διότι, όπως ξέρω ότι εσύ έκανες δύο εγχειρήσεις, έτσι ξέρω κι αν σ’ αυτό το χωράφι, έχει η δεν έχει νερό’.

Μόλις το άκουσε αυτό εκείνος, περισσότερο θύμωσε και περισσότερο με ύβριζε, ότι δήθεν έλεγα ψέματα κι ότι ποτέ δεν έκανε έστω και μία εγχείρηση. Επεκαλείτο μάλιστα και τη μαρτυρία του ξαδέλφου του, του πνευματικού μου παιδιού δηλαδή, ο οποίος όντως συμφωνούσε ότι δεν είχε κάνει ποτέ εγχείρηση ο ξάδελφός του. Δεν δεχόταν, όμως, να σηκώσει τη φανέλα του. Ορμώ τότε επάνω του με μία δύναμη και του ανασηκώνω τη φανέλα. Βλέπουμε τότε μία τομή από εγχείρηση, η οποία ήταν λοξή από το στέρνο προς τα κάτω και μία άλλη τομή, επίσης από εγχείρηση, λοξή κι αυτή, στην κοιλιά, κάτω χαμηλά.

Τι είχε γίνει; Εκείνος ο άνθρωπος, ένα χρόνο πριν, είχε πάει να εργαστεί στην Αμερική. Εκεί έπαθε διάτρηση του στομάχου, τρύπησε το στομάχι του και βγήκαν τροφές στο περιτόναιο. Τον μετέφεραν επειγόντως στο νοσοκομείο, του έκαναν εγχείρηση και του έραψαν τη διάτρηση, για να μη φεύγει το περιεχόμενο του στομάχου. Αυτή ήταν η πρώτη τομή, που είχε. Ύστερα, όμως από λίγες μέρες δημιουργήθηκε περιτονίτιδα, λόγω της εξόδου του περιεχομένου του στομάχου στο περιτόναιο, στην κοιλιακή κοιλότητα δηλαδή, οπότε του έκαναν δεύτερη εγχείρηση κι έτσι δημιουργήθηκε η δεύτερη τομή.

Αυτός, όμως, επιστρέφοντας από την Αμερική στο χωριό του, δεν είπε σε κανένα τίποτε γι’ αυτές τις δύο εγχειρήσεις που είχε κάνει, διότι ορισμένες φορές στα χωριά μας οι κοπέλες δεν παντρεύονται άντρες, που έχουν κάνει εγχείρηση. Κι επειδή ήταν ανύπαντρος, το απέκρυψε».

Και συνέχισε ο Γέρων Πορφύριος:

«Άκου τώρα να σου πω τι έκανε μόλις του σήκωσα τη φανέλα και φάνηκαν οι δύο τομές. Γονάτισε μπροστά μου, άρχισε να κλαίει, ν’ αγκαλιάζει τα πόδια μου και να φωνάζει: ‘Πες μου ποιός άγιος είσαι, γιατί εσύ δεν είσαι άνθρωπος, είσαι άγιος’. Και κλαίοντας έφυγε τρεχτός για το χωριό.

Μείναμε στο χωράφι το πνευματικό μου παιδί κι εγώ. Πράγματι βρήκα νερό στο χωράφι, αλλά δεν ήταν καλό. Ήταν νερό αλμυρό, λύσσα, της θάλασσας. Μάλιστα, το μέτρησα, ήταν εικοσιεπτά οργιές βάθος.

Σε λίγο βλέπουμε να φτάνει στο χωράφι, που είμαστε, ολόκληρο το χωριό, με τα εξαπτέρυγα μπροστά, μαζί με τον ιερέα και το δάσκαλο να προπορεύονται. Τι είχε συμβεί; Εκείνος ο εξαγριωμένος άνθρωπος μετεστράφη από τη μία στιγμή στην άλλη, πήγε κλαμένος στο χωριό, κτύπησε τις καμπάνες, πήγε στα καφενεία, μάζεψε τους κατοίκους και τους είπε να πάνε όλοι μαζί να δουν ένα άγιο, ο οποίος βρισκόταν λίγο έξω από το χωριό τους. Τους διηγόταν τι είχε συμβεί και τους έδειχνε τις τομές του από τις δύο εγχειρήσεις, που είχε κάνει. Με πήραν, λοιπόν, στο χωριό και κάθησα εκεί μία εβδομάδα κι εξομολόγησα ολόκληρο το χωριό».

Παρμένο από το βιβλίο Γεροντικόν του εικοστού αιώνος του Κλείτου Ιωαννίδη

Ας πάρουμε μια ιδιαίτερη περίπτωση και ο Θεός να μου συγχωρήσει κάποια τολμηρά λόγια που θα πω. Τα προφέρω με φόβο.

Έχοντας αρχίσει την εν Χριστώ ζωή μου, έβλεπα σε κάθε βήμα μου, ημέρα και νύχτα, ότι παρ’ όλη τη θεωρητική μου αγάπη γι’ αυτό που ο Κύριος μας ζητά, δεν έφθανα να ζήσω όπως το παραγγέλλει στις εντολές Του.

Περιέργως, είχα την εντύπωση ότι μια κατάρα βάραινε πάνω μου:

«Γιατί ό,τι αγαπώ μου γίνεται ξαφνικά τόσο δύσκολο, ακόμη και απρόσιτο»;

Θα ήταν φυσικό, αφού αγαπώ τόσο την εντολή του Χριστού, να την εφαρμόζω κιόλας. Αλλά να, δεν φθάνω σε αυτό».

Αυτή η ανικανότητα να βρίσκομαι στην κατάσταση που απαιτεί η εντολή με βύθιζε σε μεγάλη θλίψη και σε βαθειά στενοχώρια:

«Είμαι καταραμένος! Κάποια κατάρα βαραίνει πάνω μου».

και όταν σκεφτόμουν τη σωτηρία μου -μιλώ τώρα για το παρελθόν μου- έλεγα στον εαυτό μου ότι ήμουν έντελώς ανίκανος.
Και τι αποτέλεσμα είχε αυτό; Άρχισα να προσεύχομαι στον Θεό για όλο τον κόσμο... Συγχωρήστε με που εξομολογούμαι σήμερα αυτό το ενδόμυχο πράγμα... Αλλά έλεγα στον Θεό:

«Πρέπει Εσύ να σώσεις όλο τον κόσμο, χωρίς εξαίρεση. Και τότε θα σωθώ και εγώ».

Δηλαδή, ότι έπρεπε να σωθούν όλοι, και τελευταίος εγώ.
Ο «λογισμός» τον οποίο έμαθε ο Μέγας Αντώνιος από τον σπουδαίο υποδηματοποιό της Αλεξάνδρειας, «όλοι θα σωθούν, εγώ μόνο θα χαθώ», αυτός ο λογισμός διατηρείται και αναπτύσσεται στην ψυχή μου.

Γιατί; Διότι δεν καταφέρνω να βρίσκομαι συνεχώς στην κατάσταση για την οποία ομιλεί ο Σιλουανός. Όπως το γράφει, δεν φθάνουμε στην πληρότητα της εντολής. Ίσως μας δοθεί να την πλησιάσουμε για κάποια στιγμή.

Αλλά να παραμένουμε πάνω στη γη μέσα στην κατάσταση αυτή και να είμαστε σε θέση να ενεργούμε σύμφωνα με αυτήν, δεν είναι δυνατόν.

(Σωφρονίου Σαχάρωφ,Οικοδομώντας το ναό του Θεού, τόμος Γ, σελ. 210-211)


Υπάρχουν δύο διαφορετικές ασκητικές τάσεις. 

Η μία εκφράζεται με τον διαλογισμό και κατά κάποιον τρόπο τη χαλάρωση, για την είσοδο του νου στον κόσμο της καθαρής σκέψεως.

Η οδός όμως του Χριστού είναι διαφορετική. Από τους δύο αυτούς δρόμους -τη χαλάρωση και την ένταση- η ένταση είναι ο δικός μας δρόμος. Στη μοναχική μας βιοτή δεν διδασκόμαστε να βρισκόμαστε σε κατάσταση χαλαρώσεως και να στοχαζόμαστε με τον νου. Όχι!

Αλλά είμαστε διαρκώς σε άκρα ένταση, σαν τεταμένη χορδή. Προσπαθήστε λοιπόν να διατηρείτε τη χορδή αυτή πάντοτε τεταμένη.

Στην προσευχή μας, όταν στεκόμαστε στην εκκλησία, όλοι οι μύες μας είναι τεταμένοι, και ταυτόχρονα η προσοχή μας. Η προσευχή μας λοιπόν δεν αποτελεί ανάπαυση απαθούς σκέψεως που ξεφεύγει από τα όρια των παθημάτων της γης. Όχι! Εμείς ζούμε τα παθήματα όλου του Αδάμ. Και αυτό είναι η ζωή μας.

Εξωτερικά η μοναχική ζωή φαίνεται ήσυχη. Μπορώ όμως να την παρομοιάσω με ηλεκτροφόρο καλώδιο υψηλής τάσεως, από το οποίο διέρχεται ενέργεια που κινεί τραίνα, εργοστάσια, θερμαίνει σπίτια. ωστόσο το μικρό πουλί μπορεί να κάθεται επάνω στο σύρμα αυτό. Έτσι και ο χριστιανός είναι παρόμοιο καλώδιο, επάνω στο οποίο μπορεί να καθίσει ένα πουλί, χωρίς να κινδυνεύσει.

Ταυτόχρονα όμως εμφορείται από τέτοια ενέργεια, που μπορεί πραγματικά να αναστατώσει όλο τον κόσμο. Συνεπώς, στη ζωή μας εξωτερικά δεν υπάρχει τίποτε το ιδιαίτερο, εσωτερικά όμως, με την ετοιμότητα για την υπακοή βρισκόμαστε ακατάπαυστα σε ένταση, αγωνιζόμενοι πώς να παραμείνουμε αμετακίνητοι στην αιώνια σκέψη του Θεού για τον άνθρωπο. Και αυτό είναι σπουδαίο, αποτελεί πραγματικά τη σχολή του μοναχισμού.

Με τη μικρή άσκηση της υπακοής ο άνθρωπος μεταβαίνει στο Άναρχο Είναι του Θεού μας, για το οποίο είναι αδύνατον να μιλήσουμε χρησιμοποιώντας τη λογική.

Διατηρήστε, λοιπόν, τη θέση αυτή: εξωτερικά τίποτε να μη φαίνεται, εσωτερικά όμως να υπάρχει ένταση στη ζωή μας.

Και τότε θα καταστούμε πιο εύθετοι για να εισέλθουμε στην αιώνια Βασιλεία του Χριστού.

(αρχιμανδρίτου Σωφρονίου Σαχάρωφ, Οικοδομώντας τον ναό του Θεού, τόμος Β, σελ. 41-42)

Διπλή επαγγελία
« Η ευσέβεια προς πάντα ωφέλιμός εστιν, επαγγελίαν έχουσα ζωής της νυν και της μελλούσης. (Α' Τιμ. δ' 8)
Ένας Ιταλός δικηγόρος, ερώτησε τον Φίλιππο Νέρι: — Πάτερ μου, ξέρετε πως η οικογένειά μου είναι μεγάλη. Πρέπει να σκεφθώ εγκαίρως για το μέλλον των παιδιών μου. Ποιό νομίζετε καλύτερο επάγγελμα που πρέπει ν’ ακολουθήση το μικρότερο από τα παιδιά μου; Θα ήθελα ένα επάγγελμα με λίγες απώλειες αλλά πολλά κέρδη. — Αφού είναι έτσι, απαντά ο Φίλιππος, μη χάνεις καιρό˙ κάμε το άγιο.
Είναι λοιπόν βιοπορισμός η αγιότης; Γιατί όχι; Κανένα πράγμα δεν μπορεί να υποσχεθή ασφαλέστερη, ωραιότερη, επικερδέστερη ζωή από τη ζωή ενός αγίου ανθρώπου. Η αγιότης δίδει διπλή επαγγελία, «της νυν ζωής και της μελλούσης».
Από τόνα μέρος η χαρά και η ειρήνη σ’ αυτή τη γη και από τ’ άλλο η δόξα του ουρανού.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο845)

Ευφημιανός και Αγλαΐα
«Τέκνα σοι έστι, παίδευσον αυτά...». (Σοφ. Σειρ. ζ' 23)
Το ανδρόγυνο αυτό ήταν ευλογημένο. Ήσαν τόσο πλούσιοι όσο και ελεήμονες. Αλλά η ελεημοσύνη τους δεν έμοιαζε με τις «δωρεές» τις δικές μας. Ήταν ελεημοσύνη με ψυχή. Δεν εβοηθούσαν απλά τους πτωχούς. Τους υπεχρέωναν να κάθονται στο δικό τους τραπέζι, παρεμέριζαν δε τους υπηρέτες και τους επεριποιούντο μόνοι, τρέχοντες από τον ένα στον άλλο.
Οι φίλοι τους εκορόιδευαν. Και αυτοί σε απάντησι έμαθαν και το μονάκριβο παιδί τους την τόσο δύσκολη αυτή υπηρεσία της αγάπης. Με το μικρό του χέρι εμοίραζαν τα αγαθά τους και στις μεγάλες γιορτές της Εκκλησίας μάζευαν ορφανά στο σπίτι και έβαζαν το αγοράκι τους να τα υπηρετή.
Αυτό το παιδί, όταν μεγάλωσε, έγινε — μπορούσε να μη γίνη; — ο άγιος Αλέξιος. Ο Άνθρωπος του Θεού.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο939)

Στο βιβλίο «Για τη ζωή των μοναχών στον Καύκασο» ο συγγραφέας του, ο ασκητής π. Ιλαρίων, διηγείται πως πηγαίνοντας στο βουνό, άρχισε να κτίζει μια μικρή καλύβα από κλαδιά δένδρων. Επειδή δεν κατάφερε να τελειώσει την κατασκευή αυτή έγκαιρα και νύχτωσε, πλάγιασε να κοιμηθεί για να ξεκουραστεί.

Ένας πάνθηρας ή ένα είδος λιονταριού εντόπισε την παρουσία ανθρώπου και άρχισε να κάνει γύρους γύρω από αυτόν βρυχώμενος. Και αυτός βρισκόταν εκεί με το μισό σώμα του προστατευμένο μέσα στην καλύβα και τα πόδια έξω από αυτήν. Φανταστείτε αυτή την εμπειρία: να συναντήσεις ένα λιοντάρι που αγωνίζεται για την επιβίωσή του, έτοιμο να σε κατασπαράξει. Αλλά χάρη στη θεία Πρόνοια, αφού πλησίασε την καλύβα του ασκητή, το ζώο έφυγε με βρυχηθμούς για πάντα από την περιοχή εκείνη. Δεν τόλμησε να αγγίξει τον άνθρωπο.

Αυτό το βιβλίο αναφέρει πολλά παρόμοια περιστατικά, για παράδειγμα, πώς ένας ασκητής είδε τους λύκους σε προσευχή το βράδυ, και ο Θεός τους έδινε τροφή. Συνήθιζε να συγκεντρώνεται σε κάποιο μέρος για προσευχή. Βρισκόταν εκεί, κοντά στο μέρος αυτό, αλλά οι λύκοι πέρασαν χωρίς να τον δουν.

Μια άλλη φορά, κάποιος ασκητής βάδιζε στον αυχένα ενός βουνού, πάνω σε μικρό μονοπάτι. Από τα δύο μέρη υπήρχε άβυσσος. Βλέπει ξαφνικά μια αρκούδα να έρχεται προς το μέρος του, βαδίζοντας στο ίδιο μονοπάτι. Τί να κάνει; η αρκούδα βρήκε τότε έναν κορμό δένδρου που βρισκόταν στην άκρη του μονοπατιού εκείνου και αποκοιμήθηκε πάνω του, δίνοντας έτσι τη δυνατότητα στον ασκητή να περάσει. Να η Πρόνοια του Θεού. 

Η έρημός μου στο Άγιον Όρος δεν απείχε δέκα χιλιόμετρα από «οποιοδήποτε είδος ανθρώπινης παρουσίας», Παρ’ όλα αυτά, τη νύχτα υπήρχε -και κυρίως στη δεύτερη σπηλιά που έζησα- πραγματική απομόνωση από όλο τον κόσμο. Έπρεπε να περπατήσω, για παράδειγμα, σαράντα λεπτά για να φθάσω στο μοναστήρι του Αγίου Παύλου η σε περιοχή που ζούσε κάποιος εκεί.

Η θεία Πρόνοια είναι τέτοια, που αληθινά θα εκπλαγείτε βλέποντας πώς ενεργεί. Αυτό με κάνει να πω ότι η Πρόνοια του Θεού ενεργεί με «μαθηματική ακρίβεια». Δεδομένου ότι είναι έτσι, έγκαταλείποντας την αδυναμία μας, βαδίζουμε πίσω από τον Χριστό, για να ακολουθήσουμε τα βήματά Του. Και στην περίπτωση αυτή, το επαναλαμβάνω, δεν θα γνωρίσουμε ακηδία.

(αρχιμανδρίτου Σωφρονίου Σαχάρωφ, Οικοδομώντας τον ναό του Θεού, τόμος Β, σελ. 120-121)


Αν έχετε διαβάσει τη ζωή του αγίου Ιωάννη της Κρονστάνδης, θα θυμάστε ότι, ενώ άκόμη ήταν σπουδαστής της εκκλησιαστικής Ακαδημίας της Πετρουπόλεως, αρρώστησε σοβαρά κατά την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής.

Οι γιατροί είχαν τη γνώμη ότι έπρεπε να τρέφεται με μια ελάχιστη ποσότητα τροφής, αλλά αρκετή για να δυναμώσει.

Του πρότειναν λοιπόν να του δώσουν κρέας και σούπες, πράγμα που εκείνος αρνήθηκε λέγοντας:

«Θα το κάνω, μόνο αν η μητέρα μου δώσει εύλογία».

Έστειλαν λοιπόν ένα τηλεγράφημα στη μητέρα του, στο Αρχάγγελσκ, στο βόρειο μέρος της Ρωσίας, κοντά στη Λευκή Θάλασσα, και εκείνη η αμόρφωτη γυναίκα απάντησε:

«Προτιμώ να πεθάνει, παρά να διακόψει τη νηστεία».

Τέτοια ήταν η απόφασή της, και ο υιός της Ιωάννης, εξαιτίας αυτού, ανένηψε και σηκώθηκε από το κρεβάτι του, από τη θέλησή του να ακολουθήσει τον Χριστό.
(αρχιμανδρίτου Σωφρονίου, Οικοδομώντας τον ναό του Θεού, τόμος Α, σελ. 241)

Σελίδα 1 από 9

img025

Ο Ιερός Ναός

Σας καλωσορίζουμε στην ιστοσελίδα του ιερού μας Ναού. Η Ενορία μας, με τις πρεσβείες του αγίου Μάρτυρος Σώζωντος αλλά και με την ευλογία και την καθοδήγηση του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου μας κ.κ. Συμεών, επί σειρά ετών προσπαθεί να επιτελέσει το ποιμαντικό της έργο προς δόξαν Θεού και οικοδομή των πιστών. Να ενώσει τους πιστούς με το Χριστό αλλά και μεταξύ τους, αφού κατά τον Απόστολο Παύλο:

«Οἱ πολλοὶ ἕν σῶμά ἐσμεν ἐν Χριστῷ, ὁ δὲ καθ' εἷς ἀλλήλων μέλη» (Οι πολλοί πιστοί είμαστε ένα σώμα λόγω της ένωσής μας με το Χριστό και ο καθένας μέλη ο ένας του άλλου» (Ρωμ. ιβ΄ 5). «Ὑμεῖς δέ ἐστε σῶμα Χριστοῦ καὶ μέλη ἐκ μέρους» (Εσείς είστε Χριστού και μέλη που ο καθένας αποτελεί ένα μέρος του συνόλου) (Α' Κορ. ιβ' 27). Είμαστε όλοι μας ένα σώμα, το σώμα του Χριστού. μέλη του Χριστού, είμαστε και μέλη ο ένας του άλλου.

Αυτό είναι η Εκκλησία και ειδικότερα η Ενορία μας. Είναι η οικογένειά μας, το σπίτι μας, το σώμα μας. Δυστυχώς, όμως, στην εποχή μας χάσαμε αυτήν την ενότητα και με το Χριστό και μεταξύ μας. Απομονωθήκαμε. «Χαθήκαμε», όπως λέμε συχνά. Η Ενορία κατάντησε να είναι για πολλούς κάτι στο οποίο απευθύνομαι, όταν θέλω να βαπτίσω το παιδί μου ή να παντρευτώ. Δε νιώθουμε την Ενορία μας και το Ναό μας σπίτι μας, λιμάνι μας. Κάτι ΔΙΚΟ ΜΑΣ. Η Ενορία, όμως, ο Χριστός, το Σώμα Του, μας καλεί όλους. Μας καλούν και οι άλλοι αδελφοί μας, τα μέλη μας, να ενωθούμε και πάλι, να γίνουμε ένα σώμα με κεφαλή το Χριστό. Ενορία δεν είναι μόνο ο Ναός, αλλά και τα πρόσωπα. Είναι οι ιερείς, οι πνευματικοί μας πατέρες, οι αδελφοί μας. Η Ενορία δεν εξαντλείται μόνο σε ένα σκέτο εκκλησιασμό που, δυστυχώς, και αυτός χάθηκε για τους περισσότερους ενορίτες. Η Εκκλησίας μας, έχει και άλλες εκδηλώσεις και συνάξεις και δραστηριότητες που δεν είναι για λίγους, αλλά για όλους μας. Αυτή η ιστοσελίδα, σκοπό έχει την πνευματική τροφοδοσία των Χριστιανών αλλά και την πολύπλευρη ενημέρωση των πιστών μας για όλες τις εκδηλώσεις της Ενορίας του Αγίου Σώστη.

Τελευταίες αναρτήσεις κειμένων (blog)