Μου το βεβαιώνει η συνείδησή μου πριν απ’ όλα. Κατόπιν ο νους μου και η βούληση μου.
Πρώτον, η συνείδηση μου λέει: τόσα πάθη που υπέστη ο Χριστός για το καλό και τη σωτηρία των ανθρώπων δεν θα μπορούσαν να επιβραβευτούν με τίποτε άλλο παρά με την ανάσταση και την υπερκόσμια δόξα. Τα ανείπωτα πάθη του Δικαίου στεφανώθηκαν με την ανείπωτη δόξα. Αυτό μου δίνει ικανοποίηση και ηρεμία.
Δεύτερον, ο νους μού λέει: χωρίς την λαμπρή αναστάσιμη νίκη όλο το έργο του Υιού του Θεού θα παρέμενε στον τάφο, ολόκληρη η αποστολή Του θα ήταν μάταιη.
Τρίτον, η βούληση μού λέει: η ανάσταση του Χριστού με έσωσε από τους ταλαντευόμενους δισταγμούς ανάμεσα στο καλό και το κακό, και με θέτει αποφασιστικά στον δρόμο του καλού. Και αυτό μου φωτίζει τον δρόμο και μου δίνει στήριγμα και δύναμη.

Εκτός από τις τρεις φωνές, οι οποίες από μέσα μου βεβαιώνουν εμένα, υπάρχουν και άλλοι ασφαλώς μάρτυρες, που το βεβαιώνουν.
Είναι οι ένδοξες μυροφόρες γυναίκες, είναι οι δώδεκα μεγάλοι απόστολοι, και πέντε εκατοντάδες άλλων μαρτύρων, που όλοι μετά την ανάστασή Του Τον έβλεπαν και Τον άκουγαν, όχι στον ύπνο τους αλλά στην πραγματικότητα, και όχι μόνο για ένα λεπτό αλλά για σαράντα ολόκληρες ημέρες.
Μου το βεβαιώνει εκείνος ο πύρινος Σαύλος ο μεγαλύτερος Εβραίος διώκτης του χριστιανισμού· μου το μαρτυρεί, ότι είδε εκείνο το φώς του αναστηθέντα Κυρίου καταμεσής της ημέρας, και ότι άκουσε τη φωνή Του, και ότι υπάκουσε την εντολή Του. Αυτήν την μαρτυρία ο Παύλος δεν ήθελε να την αρνηθεί ούτε μετά από τριάντα χρόνια, ούτε ακόμα και την ώρα που στη Ρώμη του Νέρωνα η μάχαιρα έπεφτε στο κεφάλι του.
Μου το βεβαιώνει και ο άγιος Προκόπιος, αρχηγός του Ρωμαϊκού στρατού που ξεκίνησε να αφανίσει τους χριστιανούς στις χώρες της ανατολής, και στον οποίον εμφανίστηκε ξαφνικά ζωντανός ο Χριστός και τον γύρισε με το μέρος Του. Και αντί να σφάξει ο Προκόπιος τους χριστιανούς, αυτοβούλως παραδόθηκε για να τον σφάξουν στο όνομα του Χριστού. Μου το βεβαιώνουν ακόμα χιλιάδες μαρτύρων του Χριστού στις φυλακές, στους τόπους εκτελέσεων μέσω αιώνων και αιώνων, από τους μάρτυρες των Ιεροσολύμων μέχρι τους μάρτυρες των Βαλκανίων, έως τις μέρες μας, ως τους νεότερους Μοσχοβίτες μάρτυρες.
Μου το βεβαιώνουν και όλες οι δίκαιες και αγαθές ψυχές, τις οποίες συχνά συναντώ στη ζωή, και οι οποίες χαίρονται όταν ακούν ότι ο Χριστός αναστήθηκε εκ νεκρών. Αυτό ανταποκρίνεται στη συνείδησή τους, δονεί την ψυχή τους, και ευφραίνει την καρδιά τους.
Μαρτυρία παίρνω και από τους αμαρτωλούς και τους αντιπάλους του Χριστού. Μόνο και μόνο με το ότι αυτοί, ως αμαρτωλοί και μοχθηροί, απορρίπτουν την ανάσταση του Χριστού εγώ βεβαιώνομαι για το αντίθετο. Σε κάθε δικαστήριο τίθεται θέμα της συμπεριφοράς των μαρτύρων, και ως εκ τούτου σταθμίζουν την αξία της μαρτυρίας τους.

Όταν νηφάλιοι, καθαροί και άγιοι μάρτυρες ισχυρίζονται πως ξέρουν ότι ο Χριστός ανέστη, λαμβάνω με ευχαρίστηση την μαρτυρία τους ως αληθή. Αλλά όταν οι ακάθαρτοι, άδικοι και ασυνείδητοι απορρίπτουν την ανάσταση του Χριστού, μ’ αυτό ενδυναμώνουν τη μαρτυρία των πρώτων, και μου βεβαιώνουν ακόμα περισσότερο την αλήθεια της Ανάστασης του Κυρίου μου. Εφόσον αυτοί όσα απορρίπτουν, τα απορρίπτουν από κακεντρέχεια και όχι από γνώση.
Με βεβαιώνουν ακόμα αρκετοί λαοί και φυλές, που μόνο η πίστη στην Ανάσταση του Χριστού τους έβγαλε από την άγρια κατάσταση στη διαφώτιση, από τη δουλεία στη ελευθερία, από το βούρκο του αμοραλισμού και του σκοταδισμού στο φως των τέκνων του Θεού. Και η ανάσταση του Σερβικού λαού μου μαρτυρεί την Ανάσταση του Χριστού.
Ακόμα και η λέξη «Ανάσταση» εκ νεκρών μου βεβαιώνει το αυτονόητο. Γιατί χωρίς την Ανάσταση του Χριστού δεν θα υπήρχε ούτε καν η λέξη στις ανθρώπινες γλώσσες. Όταν ο Παύλος πρώτη φορά πρόφερε αυτή τη λέξη στην πολιτισμένη Αθήνα, οι Αθηναίοι εξεπλάγησαν και αναστατώθηκαν.
Και έτσι, τέκνα του Θεού, σας χαιρετώ κι εγώ. Αληθώς Ανέστη ο Χριστός.

(Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Δρόμος δίχως Θεό δεν αντέχεται, Εκδ. Εν πλώ, σ. 70-72).

Μιλώντας με το Θεό σαν να είναι δίπλα μου. Ένα μεγάλο Ευχαριστώ σε Εκείνον.
Τις ημέρες αυτές ζώντας από κοντά τα Θεία Πάθη, μέσα στο χώρο της Εκκλησίας αισθάνθηκα μια έντονη ανάγκη να εκφράσω μια τεράστια ευγνωμοσύνη.

Μια ευγνωμοσύνη που ένιωσα να ξεχειλίζει από τα βάθη της καρδιάς μου.
Κύριε σε ευχαριστώ πολύ μου αξίωσες να είμαι κοντά Σου, να πω το ΝΑΙ στο διακριτικό κάλεσμα ΣΟΥ, να έχω ένα δικό μου στασίδι στο ναό Σου, και από εκεί να ενώνομαι πνευματικά σε μια κοινή προσευχή με όλους αυτούς που συναντώ κάθε Κυριακή στις δικές τους θέσεις, σε μια αιώνια σχέση ενότητας.
Σιγά – σιγά, χρόνο με το χρόνο, στάδιο με το στάδιο ανακάλυψα τα κρυφά στοιχεία της Σταύρωσης και της Ανάστασης Σου. Μέσα από τη Σταύρωση Σου είδα να γεννιέται η Ανάσταση μου.

Η Ανάσταση είναι η παρουσία στο χώρο της εκκλησίας, η αγαλλίαση της καρδιάς, η βαθιά κατάνυξη και η συστολή της σκέψης, η ελπίδα που γεννιέται την ώρα της Σταύρωσης, η βεβαιότητα ότι αυτό δεν είναι το τέλος αλλά κάτι άλλο υπάρχει.

Αυτό χρειαζόμουν Κύριε, ίσως καμιά άλλη Ανάσταση δεν χρειάζομαι.

Δεν γνωρίζω ποια μπορεί να είναι η Ανάσταση της άλλης ζωής, γνωρίζω πολύ καλά ποια είναι η Ανάσταση αυτή που ζω μαζί Σου.
Αυτό αισθάνθηκα Κύριε ζώντας τα πάθη Σου, και ξέρω πολύ καλά ότι αυτό δεν είναι κατάκτηση, είναι ένα βίωμά που δεν μπορώ να προσπεράσω χωρίς να το μοιραστώ.

Αναρωτιέμαι άραγε Κύριε είμαι άξια να λέω ότι Σε αισθάνομαι; Θα κρατήσει αυτό για πάντα;
Σου έχω υποχρέωση Θεέ μου, το λέω σαν να ζω μια μεγάλη κοσμική δωρεά, αλλά δεν γνωρίζω άλλη λέξη από αυτό το ελάχιστο «ευχαριστώ», ως μια έκφραση ευγνωμοσύνης που με αξίωσες να Σε αισθάνομαι, να Σε επιθυμώ όλο και πιο πολύ, να Σε αγαπώ κάθε μέρα και περισσότερο, να μην μπορώ να ζήσω χωρίς Εσένα.
Σε ευχαριστώ πολύ Κύριε. Τι όμορφη που έγινε η ζωή μου κοντά Σου!

 

Ὁ ἅγιος Παΐσιος πού ἦταν ἕνα διάστημα στήν Μονή τοῦ ἁγίου Φιλοθέου γράφει γιά τόν γερο-Αὐγουστῖνο:

«Ἡ μορφή τοῦ Γέροντα ἦταν φωτεινή, γιατί τόν εἶχε ἐπισκιάσει ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ. Τήν ὥρα πού θά ἔφευγε ἡ ψυχή τοῦ Γερο-Αὐγουστίνου τό πρόσωπο του ἄστραψε τρεῖς φορές! ».

Ἦταν Ρῶσος στήν καταγωγή, μιλοῦσε σπαστά ἑλληνικά καί ἔλεγε:

«Καρδιά Πάσχα, νοῦς λάμπα, μάτια δάκρυα».

Εἶναι καταπληκτικό! ἐνθουσιάσθηκα, γιατί αὐτό εἶναι τό ἀπόσταγμα μιᾶς ζωῆς...

Ἄν τό ἀναστρέψουμε, «στά μάτια δάκρυα-μετάνοια, στόν νοῦ φῶς-λάμπα, καί στήν καρδιά Πάσχα», τότε καταλαβαίνουμε πῶς προχωρεῖ κανείς στήν πνευματική ζωή.

Ποιός δέν θέλει νά ζήση τό Πάσχα στήν καρδιά του; Ποιός δέν θέλει νά ἔχη φωτισμένο νοῦ καί νά μήν ἔχη σύγχυση; Ναί, αὐτό ἀρχίζει ἀπό τά δάκρυα τῆς μετανοίας...

Διαβάζοντας το Κατά Ιωάννη στέκομαι πάντα σε μια μικρή πρόταση, την μικρότερη του ιερού κειμένου: «Εδάκρυσεν ο Ιησούς» (Ιω. ΙΑ,35). Από την περικοπή του Κατά Ιωάννην Ευαγγελίου όπου περιγράφεται το θαυμαστό γεγονός της ανάστασης του Λαζάρου. Σ' αυτή τη φράση πάντα στέκομαι αρκετή ώρα. Η πιο μικρή πρόταση του Ευαγγελίου. «Εδάκρυσεν ο Ιησούς». Εμπρός στο τρομερό και μέγα μυστήριο του θανάτου δακρύζει ο Θεάνθρωπος. Όταν οι οικείοι του Λαζάρου έδειξαν τον τόπο ταφής στο Χριστό, Εκείνος δάκρυσε. Παρόλο που μετά από λίγο Ανέστησε τον αγαπημένο του φίλο εκ νεκρών, προτυπώνοντας με δύναμη κι ενάργεια τη δική Του Αγία Ανάσταση, εκείνη τη χρονική στιγμή δάκρυσε.

Αυτός που έγινε πλήρης μέτοχος της ανθρώπινης τραγωδίας, του πόνου και του θανάτου στο μέγιστο βαθμό, δακρύζει.

Ο Θεάνθρωπος Κύριος της ζωής και του θανάτου, δεν αποδέχεται την εξαφάνιση και τον εκμηδενισμό του ανθρώπινου προσώπου, του πιο λαμπρού Του δημιουργήματος που το στόλισε με τη δυνατότητα και το προορισμό μια αθάνατης ζωής.

Μας διδάσκει το δάκρυ του Κυρίου, την ασυμβίβαστη στάση ημών των Χριστιανών, απέναντι στον όλεθρο του θανάτου και του φθοροποιού κυκλικού χρόνου. Κανένας συμβιβασμός με το θάνατο, τη φθορά, την αμαρτία και τα τέκνα τους.

Η Ανάσταση του Χριστού κατενίκησε το θάνατο και εσκύλευσε τον Άδη, εξασφαλίζοντας στο γένος μας, τη δυνατότητα της Αναστάσιμης ζωής του Χριστού κι έναν ολότελα Νέο τρόπο ύπαρξης.

Δε θέλω να κάνω εκτενέστερη θεολογική ανάλυση παρά μόνο μια ευχή: η Ανάσταση να γίνει σε όλους μας τρόπος κι ουσία ζωής. Μιάς ζωής με αυθεντικότητα κι αλήθεια, ενάντια στους μικρούς και μεγάλους θανάτους που μας καταδιώκουν. Ταυτόχρονα μου ρχεται στο μυαλό ο στίχος του Ν. Καββαδία «της θάλασσας κατανικώντας του θανάτους...»

Προσδοκούμε λοιπόν «Ανάστασιν Νεκρών»
όντες μάρτυρες της Ανάστασης του Χριστού.

Καλή Ανάσταση!

Φαίδων Χριστοδουλάκης, ΜΑ Θεολογίας

"Ο ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ". του Γ. Βερίτη. 

Πάσχα θα κάμω πάλι σήμερα,
κι ειν’ η λαχτάρα μου μεγάλη!
Πάσχα θα κάμω πάλι σήμερα,
γιατί θα κοινωνήσω πάλι.

Μαζί κι οι δυό μας θα γιορτάσουμε,
ω, πόσο τόχες πεθυμήσει.
«Επιθυμία επεθύμησα»,
μας είπες πριν το δείπνο αρχίσει.

Επιθυμία επεθύμησα!
-πως μας φλογίζ’ η επιθυμιά σου!
πως λαχταρήσαμε να γείρωμε
απόψε πάνω στην καρδιά σου!

Δέξου μας σαν τον άγιο Γιάννη σου,
πάνω στο στήθος σου σκυμμένους.
Δε θα σου πούμε ποιά άγρια κύματα
μας φέραν δω μισοπνιγμένους.

Τα ξέρεις όλα! Κι αν πονούσαμε,
πιότερο συ για μας πονούσες
και, σιωπηλός, - τα χρόνια ως διάβαιναν,-
στο δείπνο σου μας καρτερούσες.

Μαζί σου τώρα θα γιορτάσουμε,
και το τραπέζι ‘ναι στρωμένο.
Μα πως σε βλέπω, ω τρισελεύτερε,
τη δουλική ποδιά ζωσμένο;

-«Σταθήτε, φίλοι! Ο νους σας άγρυπνος
κι ολάνοιχτ’ η ψυχή σαν κρίνο,
για να δεχτή, δροσιά απριλιάτικη,
την ύστερη εντολή που αφήνω.

Εγώ ‘μαι ο Κύριος κι ο Διδάσκαλος.
Μαζί μου ως τ’ άστρα θ’ ανεβήτε,
μ’ αφού στα πόδια τ’ άλλου σκύψετε
και δουλική ποδιά ζωσθήτε.

Εγώ ‘μαι ο Κύριος κι ο Διδάσκαλος,
μα ταπεινώθηκα ως τα Βάθη.
Όποιος το Θρόνο μου λαχτάρησε,
το δρόμο τούτο πρώτα ας μάθη!

Μα ελάτε τώρα να γιορτάσουμε.
Χρείαν ουκ έχει ο λελουμένος.
Μαζί σας, η χαρά μου απέραντη,
κι ας είμαι κιόλα προδομένος»

Κύριε, τα λόγια σου αντηχήσανε
ως τα κατάβαθα του νου μας.
Εσύ διαβάζεις την αγάπη μας
μεσ’ στην καρδιά του καθενού μας.

Εσύ διαβάζεις την αγάπη μας,
και, πιο καλά από μας, το ξέρεις
Πόσο οι ψυχές μας νοσταλγήσανε
σ’ αυτό τ’ ανώγειο να μας φέρης.

Μαζί το Πάσχα θα γιορτάσουμε
και τον καινούργιο Αμνό θα φάμε,
Μαζί σου, ακόμα και στον θάνατο
- και στην ανάσταση - θα πάμε.

Πάσχα θα κάμω πάλι σήμερα,
γιατί θα κοινωνήσω πάλι!
Πάσχα θα κάμω πάλι σήμερα,
κι ειν’ η λαχτάρα μου μεγάλη!

Ο λειτουργός προβαίνει επίσημα
τ’ Άγια κρατώντας υψωμένα,
μα Εσύ μας κράζεις με τα χείλη του:
«πιστοί μου, ελάτε προς Εμένα».

Σεμνά κι αθόρυβα προσέρχονται
θερμός στα μάτια ο πόθος λάμπει
κι ανοίγουν οι καρδιές εφτάδιπλες,
ο Βασιλιάς των όλων νάμπη.

Ανοίγουν οι καρδιές ευφρόσυνα
καθώς στον ήλιο τα λουλούδια,
κι ανάερα φτερουγάνε γύρω μας,
αύρες των όρθρων, τ’ αγγελούδια.

Αύρες των όρθρων μας θωπεύουνε
μεσ’ στη σεμνή φωτοχυσία.
την εκκλησιά μας όλη γέμισε
χίλιων ψυχών η παρουσία.

Άκτιστε Λόγε και Συνάναρχε,
πόσους εκάλεσες σιμά σου!
Γύρω ένα πλήθος αναρίθμητο
σιμώνει προς την Τράπεζά σου.

Τούτη την ώρα που κυκλώνουμε
τ’ αφθαρτοπάροχο ποτήρι,
πνεύματα μύρια ολούθε κίνησαν
για να βρεθούν στο πανηγύρι.

Θα κοινωνήσω με τους Έντεκα
- στη νύχτα χάθηκε ο προδότης -
με την Παρθένα Μάνα που έσφιξε
στην αγκαλιά της τον Αμνό της.

Θα κοινωνήσω με τους Έντεκα
και με την πρώτην Εκκλησία.
Κοινή κι η πίστη κι η λαχτάρα μας
μπρος στην υπέρτατη Θυσία.

Να, με τους πρώτους, οι Εβδομήκοντα,
και να κι ο Παύλος πούχει φτάσει
στα τρίδιπλα φτερά του ζήλου του,
πέλαα περνώντας, κάμπους, δάση.

Γεμάτη δύναμη και θέληση
στράφτει η ματιά του, σαν ατσάλι.
Χαίρε, ω ποτήρι μυριολάτρευτο
που τον χαλύβδωσες στη πάλη.

Να των μαρτύρων τ’ αναρίθμητα
που φτερουγάνε πλήθη, γύρω,
κρατώντας, θησαυρό σε αλάβαστρα,
το αίμα τους, ουράνιο μύρο.

Πώς την θυμούνται την αξέχαστη,
των πιο μεγάλων θριάμβων, μέρα!
Στη φυλακή πρωί, μετάλαβαν,
το βράδυ στα θεριά τους φέραν.

Στη φυλακή, πρωί, μετάλαβαν
ελεύθεροι φυλακισμένοι.
το βράδι μπαίνουν αλαλάζοντας
στον ουρανό που τους προσμένει.

Χαίρε τροφή μαρτυροπλάστρα, Συ,
και χαίρε των ηρώων γεννήτρα!
Τα νύχια των θηρίων εσύντριψεν
η δύναμή σου η καταλύτρα.

Να κι ο Ταρσίζιος μεσ’ στους μάρτυρες,
ο μικρός φίλος κι αδερφός μας.
Γεια σου αδελφούλη, που ξεπέρασες
τους πιο τρανούς εσύ του κόσμου!

Στη δωδεκάχρονη καρδούλα του
σφίγγει ο Ταρσίζιος τ’ άγια Δώρα.
Δε θα τα ρίξη, κι ας ουρλιάζουνε
τριγύρω του σκυλιά αιμοβόρα.

Δε θα τα ρίξη στην ατίμωση,
- Θε μου, η καρδούλα του πως κάνει! -
κι ας τον χτυπούν, κι ας τον πληγώνουνε.
Με τ’ άγια Δώρα θα πεθάνη!

Να κι οι σεπτές χορείες προβαίνουνε
των ομολογητών της πίστης,
κι ο ιεράρχης κι ο σοφός ο δάσκαλος,
ο βάρδος, ο πνευματικός, ο μύστης.

Να κι οι παρθένες αστρομέτωπες
τ’ άφθαρτα φέρνοντας στεφάνια,
και να οι μανάδες των Χρυσοστόμων,
με την σεμνή τους περηφάνεια.

Η Φοίβη, η Πρίσκιλλα, η διακόνισσα,
η κατηχήτρα, η τίμια χήρα,
κι η δοξασμένη αυτοκρατόρισσα
που καταφρόναε την πορφύρα.

Θε μου τι πλήθος αναρίθμητο
μαζί μας ήρθε να δειπνήση!
Κι όλους, αυτό το θείο ποτήρι σου
τους έχει θρέψει και ποτίσει!

«Ιδού βαδίζω…» Κύριε, δέξου με
ξεχνώντας τον πολύ μου ρύπο…
Εσύ που ακούς τον κρυφό πόθο μου
και της καρδιά μου κάθε χτύπο.

«Ιδού βαδίζω…» Γήινο τίποτα
δεν έχει τώρα ο λογισμός μου,
γιατί με κάλεσε συντράπεζο
ο Βασιλιάς όλου του κόσμου.

«Ιδού …» Στο βήμα των πατέρων μου
ρυθμίζω το δικό μου βήμα,
κι Εσύ με δέχεσαι ως τους δέχτηκες,
θύτης Εσύ μαζί και θύμα!

«Στώμεν καλώς!» Τα μάτια, ορθάνοιχτα,
την αγρύπνια του πνεύματος μας
ας δείχνουν, τούτη τη φριχτή στιγμή
που σφαγιάζετ’ ο Χριστός μας.

Ευλαβικά σαν τον προφήτη Σου
τον άνθρακα στα χείλη παίρνω,
κι ω καθαρμού φωτιά αδαπάνητη
που μεσ’ στην ύπαρξή μου παίρνω!

Είδες την δίψα μου την άσβηστη,
και να που μούχεις αναβρύσει
αθανασίας καθάρια νάματα
κι αλήθειας κρουσταλλένια βρύση.

Τώρα ξεχνώ του βίου τα βάσανα
και της ζωής κάθε φαρμάκι.
Δε χάνομαι άσωτα στα πέλαγα
μάταια ζητώντας κάποια Ιθάκη.

Ο δρόμος φέρνει προς τη θέωση,
διάπλατα μπρος μου τον ανοίγεις,
κι ως το στερνό – μου τόπες – βήμα μου,
απ’ το πλευρό μου δε θα φύγης.

Στην ομορφιά μας την πρωτόπλαστη
μας ξαναφέρν’ η δύναμή σου.
Στην ομορφιά μας την πρωτόπλαστη
και στις χαρές του παραδείσου.

Αγγέλων λύρες αρμονίζονται
και χερουβίμ δοξολογούνε,
κι αρχάγγελοι έσκυψαν, θαυμάζοντας,
τη μυστική ένωση να δούνε…

Σ’ ευχαριστώ που καταδέχτηκες
στη φάτνη τούτη να ξανάρθης.
Ω, μείνε χρόνια, χρόνια ατέλειωτα
μέσα μου, αφέντης και μονάρχης.

Μείνε για πάντα, όπως και σήμερα
μεσ’ στην καρδιά μου σ’ έχω πάρει
με την πλαστουργική σου δύναμη
και την αγνιστική σου χάρη.

Μείνε, το θάρρος μου κι η ελπίδα μου,
φίλος, παράκλητος, Θεός μου!
Με σένα θάμαι παντοδύναμος
και νικητής όλου του κόσμου.

Κι όταν στερνά θα πέφτη απάνω μου,
θα πέφτη ο ίσκιος του θανάτου,
στο φως μιας νέας ζωής, αθάνατης,
θ’ ανοίγη ο νους τα βλέφαρά του!

Ο Αλέξανδρος Γκιάλας (1915-1948) γνωστός με το φιλολογικό ψευδώνυμο «Γ. Βερίτης».

(Γ. Βερίτη, Άπαντα, Ποιήματα, εκδ. Η Δαμασκός, Αθήνα 1999, σελ. 34-41)

Ο περίπατος στο κοιμητήριο.
Η ζωή μας μοιάζει με πορεία. Τίποτε το μόνιμο δεν έχει. Όλα περνούν, όλα φεύγουν!

Το ίδιο προσπερνούμε και τα δυσάρεστα και τα ευχάριστα. Πουθενά δεν σταματούμε.
Να γιατί μου αρέσει αυτό εδώ το μέρος, το κοιμητήριο!

Από όλα τα μέρη μας αυτό εδώ το αγαπώ πιο πολύ.

Γι’ αυτό και το επισκέπτομαι συχνά. Όχι μόνο σαν έχουμε Θεία Λειτουργία. Όχι! Και άλλες ημέρες, μόνος, συχνάζω εδώ.
Πολλές φορές έρχομαι από την πόλη και σταματώ εδώ στο κοιμητήριο. Χωρίς κανέναν συντροφιά. Μέσα στην ερημιά, καταμεσής στους τάφους!

Κάθομαι μέσα στην ερημιά, έχω μπροστά μου τους τάφους και σκέπτομαι...
Πόσες φορές εδώ μέσα δέν θυμάμαι αυτά τα λόγια, που σας είπα στην αρχή! Η ζωή είναι πορεία... Όλα περνούν, και οι χαρές και οι λύπες...
Αφήνω τα μάτια μου ήσυχα να περιεργάζωνται τους τάφους. Από τον ένα τάφο να τρέχουν στον άλλο.

Να θωρούν με προσοχή όλους τους τάφους, των πλουσίων, των φτωχών, μικρών, μεγάλων...
Τα μάτια μου βλέπουν και ο νους μου θυμάται, σκέπτεται, συλλογίζεται.

Η ψυχή μου τρέχει και αυτή στους νεκρούς που είναι θαμμένοι μέσα στους τάφους...

Που να ’ναι άραγε; Που να βρίσκονται; Σε ποιά κατάσταση να ’ναι!

(Από το εγκώμιό του εις την αγίαν Δροσίδα, 689,Ε, Α.Α.Π. 26)

(Αρχιμ. Χρυσοστόμου Αβαγιανού, Αυτοβιογραφικές σελίδες, εκδ. Αποστολική Διακονία, σελ. 47)

ΕΝΑ ΠΟΤΗΡΙ ΑΚΟΜΑ…
Μανώλη Παντερή.
Σήκωσε το ποτήρι και ήπιε αχόρταγα, όλο λαχτάρα. Ξανάβαλε νερό και το άδειασε όλο δίψα μέσα του. Σα να ‘ταν ατμός, σα να ‘ταν σύννεφο, κινήθηκε εντός του και χάθηκε, κύλησε και ξεχύθηκε, κι ένιωσε πάλι δίψα καυτή να φλογίζει τα σωθικά του. Έκλεισε απελπισμένος τα μάτια και θυμήθηκε ξανά το Δάσκαλο… το Δάσκαλο, το πηγάδι στη Σαμάρεια, την καυτή περιπέτεια της νιότης του.
 Ζηλωτής του Νόμου, περίμενε κι εκείνος από νήπιο το Μεσσία. Από παιδάκι, ποτισμένος ως το κόκκαλο με  των προφητών τα κηρύγματα, με την ακρίβεια των εντολών, με τις παραδόσεις, καρτερούσε κι εκείνος το Σωτήρα, το βασιλιά του Ισραήλ. Μεγάλωσε σε χρόνια δύσκολα, κάτω από τον φόβο των Ρωμαίων, με αυτή την προσμονή, και να που ένα δειλινό, ότι πατούσε τα είκοσι χρόνια, φάνηκε ο «Δάσκαλος» στο χωριό του. Αλλιώτικος πολύ απ’ ό,τι φανταζόταν, για λίγο δίστασε μα όλοι οι άλλοι ήτανε πεισμένοι: αυτός ήταν ο Μεσσίας.

Όταν μάλιστα το βλέμμα τους διασταυρώθηκε για κάποια στιγμή, δεν μπόρεσε ν’ αντισταθεί στην ορμή της καρδιάς του. Ήταν η ώρα της απόφασης! Άφησε πίσω χωριό, σόι, χωράφια και ζώα, ακόλουθος Εκείνου. Εκείνου που προσδοκούσε να δει στο θρόνο του Δαυίδ, να ξεσηκώνει το λαό, να διώχνει τους Ρωμαίους, να επιβάλλει το Νόμο σ’ όλη την Οικουμένη, να δικαιώνει τις ελπίδες του περιούσιου Ισραήλ.

Να ρίξουν στη θάλασσα τους άπιστους, τους βέβηλους, να λιθοβολήσουν τον Ηρώδη και τους προδότες του, να σφάξουν τελώνες, πόρνες, μοιχούς, να καθαρίσει ο εκλεκτός λαός απ’ τους μαγαρισμένους! Και να σκύψουν όλοι οι βασιλιάδες της γης στην Ιερουσαλήμ να προσκυνήσουν!
Αλίμονο! Πικρά ποτήρια απογοήτευσης του καίγανε την καρδιά κι η αμφιβολία τον δάγκωνε όλο και πιο βαθιά, μέρα με τη μέρα. Ποιός Βασιλιάς, ποιός θρόνος του Δαυίδ, που ήταν το μεγαλείο και η δόξα; Ο Δάσκαλος γυρνούσε φτωχός, δεν είχε που να γείρει το κεφάλι. Ποιός θα επέβαλλε το Νόμο; Εκείνος φανερά, προκλητικά, παράβαινε το Σάββατο, κατάλυε τις παραδόσεις τα ‘βάζε με τους Φαρισαίους.

Κι όλο παρέες με αμαρτωλούς, με φορομπήχτες, με γυναίκες πουλημένες, του σκοινιού και του παλουκιού. Σεβασμός στους θεσμούς κανείς. Πήγανε μαζί σ’ ένα γάμο, στην Κανά, κι έκανε τον γαμπρό, τον αγαθό τον Σίμωνα, να παρατήσει τη νύφη και να τρέχει ξοπίσω τους. Κι αντί για δύναμη, για βία, για εκδίκηση, δίδασκε και συγγνώμη, αγάπη και ταπείνωση.

Σα να μην έφταναν αυτά, γιάτρευε όλους, πιστούς και απίστους, ακόμα και Ρωμαίους! Κι ο ταλαίπωρος έκανε υπομονή, περίμενε να δει, προσδοκούσε την ώρα να ξυπνήσει ο «Λέων ο εξ Ιούδα», να βρυχήσει, κι οι άπιστοι να σκορπίσουν, να πάρει τα όπλα ο λαός και τότε να δεις που πάνε η «ταπείνωση» κι η «αγάπη» κι η «συγγνώμη». Περίμενε, περίμενε… Κι ο Δάσκαλος ήταν πάντα ίδιος, πάντα πράος, έτοιμος να γιατρέψει, να παρηγορήσει, να καλοπιάσει.

Μιλούσε για τη Βασιλεία των Ουρανών, για την αγάπη - για την εξέγερση, για ξεσηκωμό, για το Βασίλειο των Ιουδαίων ούτε λέξη. Μία φορά του ζήτησαν να ρίξει φωτιά να κάψει τους αλλογενείς, κι Εκείνος αντί να χαρεί, τους μάλωσε. Κι όλο κάτι παράξενα τους έλεγε, για Σταυρό και για Ανάσταση… Όταν ο λαός τον έψαχνε να τον κάνει μπροστάρη, ηγέτη, βασιλιά, Εκείνος έφευγε, κρυβόταν, χανόταν στις ερημιές για να προσευχηθεί. Κι ο καημένος… όλο κι αμφέβαλλε, όλο και κλονιζόταν, όλο και βούλιαζε στην απογοήτευση…
Μα τούτο πια ήταν από τα απίστευτα! Αυτό ξεπερνούσε κάθε όριο! Που ακούστηκε άντρας Ιουδαίος -και μάλιστα Μεσσίας- να μιλά έτσι απλά, σχεδόν φιλικά, με μια αλλογενή γυναίκα, μια τιποτένια, μια βρωμερή αμαρτωλή, μια Σαμαρείτισσα! Στέκονταν κι οι δυό δίπλα στο πηγάδι και της έλεγε ότι, λέει, Εκείνος είχε το ζωντανό νερό που ξεδιψά για πάντα, της έλεγε πως Εκείνος ήταν ο Χριστός. Μα καλά θα ξέπεφτε ποτέ τόσο πολύ ο Χριστός; Δεν καταλάβαινε επιτέλους ότι πρόδιδε πατρίδα και ήθη, ότι σκανδάλιζε, ότι φερόταν ανάρμοστα. Κι έπειτα, τι ανοησίες ήταν αυτές περί «ζωντανού νερού» και τα υπόλοιπα, κρυφοθεολογίες μπερδεμένες και ύποπτες.

Που ήταν λοιπόν η αξίνα, που το σπαθί, που το λιοντάρι του Ιούδα, που η δύναμη του βασιλιά του Ισραήλ; Αυτός ήταν ο Βασιλιάς; Αυτός ο αλαφροΐσκιωτος, ο πλάνος, ο αλλοπαρμένος, αυτός ο «Ναζωραίος», όπως τον έλεγαν; Μια Σαμαρείτισσα, το πηγάδι το «ζωντανό νερό»… Τα παράτησε όλα και γύρισε στο χωριό του, στους δικούς του, στην παλιά ζωή του.
Το έμαθε αργότερα ο «Δάσκαλος» σταυρώθηκε, δεν αντιστάθηκε. Τον έσφαξαν σαν πρόβατο.

Οι άλλοι μαθητές λέγανε πως αναστήθηκε –ανοησίες, πάει η ελπίδα, πάει το Βασίλειο, πάει η προσδοκία στο βρόντο… Ξανάγινε αγρότης, παντρεύτηκε, έκανε παιδιά, ζηλωτής πάντα του Νόμου, τα έμαθε κι αυτά στην προσμονή του Μεσσία. Όλα γίνανε όπως πρώτα, δεν ήταν τίποτε, μια κουταμάρα της νιότης του ήτανε, όλα ξανάγιναν όπως πριν. Όλα; Ποιος ξέρει; Να, παράξενο πράμα…
 Θυμάται τώρα πάλι το πηγάδι στη Σαμάρεια, τη γυναίκα, τον Δάσκαλο, το ζωντανό νερό. Η ζωή του έγινε όπως πρώτα. Μα από τη μέρα εκείνη δεν κατάφερε ποτέ πια να ξεδιψάσει… Γέμισε άλλο ένα ποτήρι. Το ήπιε αχόρταγα, όλο λαχτάρα, όλο δίψα καυτή. Και δεν κατάλαβε πως ήταν κερασμένο με δυό σταγόνες δάκρυ, από τα βουρκωμένα μάτια του..

Από το βιβλίο Ώρα 5 και 28, Εκδ. «ΧΦΕ»
(Βιβλίο: Ένα ποτήρι ακόμα, εκδ. Ακρίτας, σελ. 99-103)

Ανεκλάλητη χαρά!

Ο άνθρωπος κοντά στον Θεό έχει διαρκείς αφορμές χαράς.

Το πιο μεγάλο στη ζωή ως και το πιο μικρό μπορούν να βοηθούν μια απλή ψυχή να χαίρεται αληθινά και βαθιά.

 Από τον εκκλησιασμό, τη θεία Κοινωνία, μέχρι την πιο μικρή επαφή με τη φύση. Μια ματιά στον έναστρο ουρανό, το πέταγμα της πεταλούδας ή το κελάδημα ενός πτηνού, ένα μικρό λουλούδι με τα χρώματα και το άρωμά του, μπορούν να προκαλούν κύματα χαράς στο εσωτερικό μας.

Ο άνθρωπος που ζει την κοινωνία του Θεού, που όλα τα ζει θεοκεντρικά, αυτός όλα τα σέβεται, όλα τα χαίρεται, με όλα δοξολογεί. Καταλαβαίνει πολύ καλά πως η χαρά δεν είναι μια πολυτέλεια στη ζωή, που μπορεί να κάνει χωρίς αυτή, αλλά είναι μια ατμόσφαιρα έξω από την οποία δεν μπορεί να ζήσει.

Και δοξάζει τον Θεό, που ήλθε στον κόσμο για να μας δώσει τη δυνατότητα μιας ζωής ευλογημένης, ειρηνικής, διαρκώς χαρούμενης και ευτυχισμένης. Ευχαριστεί Αυτόν που δίνει τη δύναμη στην ψυχή να ξεπερνά τα λυπηρά της ζωής και να στρέφει το βλέμμα της «προς την θεωρίαν των όντως αγαθών», προς τη θέα των πραγματικών αγαθών, των πνευματικών και αιωνίων.

Η συνάντηση με τον αναστάντα Κύριο είναι η λύση στο πρόβλημα της χαράς.

Αυτός είναι  «η όντως αληθινή ευφροσύνη και αγαλλίασις» εκείνων που Τον πιστεύουν, Τον λατρεύουν και Τον προσκυνούν. Και προσφέρει μία χαρά που διαφέρει από τις ανθρώπινες χαρές όσο τα δώρα του Θεού από τις επιτυχίες του ανθρώπου. Μέσα στην Εκκλησία χαιρόμαστε όχι γι’ αυτό που είμαστε εμείς, αλλά γι’ αυτό που είναι ο Κύριος και Θεός μας!

Ο άνθρωπος που ποθεί τον Θεό και στρέφεται εξ όλης ψυχής προς Αυτόν «χαίρει τοις θείοις  αγαθοίς, ου καθόσον αν αυτός απολαύει, αλλά καθόσον ο Θεός εν τούτοις εστί και μακάριον εαυτόν ηγείται, ουχ ων έλαβεν αυτός, αλλά πάντων ων ο ποθούμενος έχει». Χαίρεται με τα αγαθά του Θεού, όχι καθόσον τα απολαμβάνει ο ίδιος, αλλά καθόσον ο Θεός είναι σ’ αυτά.

Και θεωρεί τον εαυτό του μακάριο, όχι εξ αιτίας αυτών που έλαβε ο ίδιος, αλλά εξαιτίας όλων εκείνων τα οποία ο ποθούμενος έχει. Διότι η δύναμη της αγάπης προς τον Θεό τον βοηθεί να μην αισθάνεται τη δική του πτωχεία, αλλά να αισθάνεται δικό του τον πλούτο του Θεού λόγω της πολλής προς Αυτόν αγάπης.

Η ΟΔΟΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ  Αρχιμ. Αστέριος Χατζηνικολάου εκδ. Ο ΣΩΤΗΡ σελ.77-79.

Σταυρός και Ανάσταση! Αχώριστα και στη ζωή του πιστού. Η πορεία μας στην οδό του Κυρίου είναι σταυροαναστάσιμη.

Μία διαρκής συμμετοχή στην οδύνη του Σταυρού και στη χαρά της Αναστάσεως του Κυρίου.

Η πνευματική ζωή είναι επίπονος δρόμος, «τεθλιμμένη οδός» [Ματθ. ζ΄14]. Είναι αγώνας και προσπάθεια, κακοπάθεια και θλίψη. Είναι πάλη με εχθρούς αοράτους και ορατούς, συνεχής αντιπαράθεση με τον κόσμο της αμαρτίας, διωγμός, ίσως και θάνατος. Είναι σταυρός και ενσυνείδητη συμμετοχή, κοινωνία στα παθήματα του Κυρίου. Ο πιστός βιώνει καθημερινά τον σταυρό και τον θάνατο. Συγχρόνως όμως απολαμβάνει την ανάσταση, τη χαρά, τη δόξα, τη ζωή. «Συσταυρώθητι, συννεκρώθητι, συντάφηθι προθύμως, ίνα και συναστής και συνδοξασθής και συμβασιλεύσης», προτρέπει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος.

Οι υποσχέσεις αυτές δεν τοποθετούνται μόνο στο μέλλον. Και εδώ ακριβώς είναι η μεγάλη διαφορά των δικών μας σταυρών και του Σταυρού του Κυρίου. Για Εκείνον η Ανάσταση ήλθε μετά το Σταυρό. Εμείς μέσα στους σταυρούς μας ζούμε την ανάσταση.

Ο δικός Του μόνον ήταν ο απόλυτος Σταυρός. Οδύνη άφατη. Απαραμύθητος πόνος. Τέλεια εγκατάλειψη. Ούτε στη γη ούτε στον ουρανό μπορούσε να βρει παρηγοριά. Δεν υπήρξε γι’ Αυτόν ο «συλλυπούμενος». Δεν βρέθηκαν πουθενά οι «παρακαλούντες»[Ψαλμ. ξη΄21]. Τον εγκατέλειψαν οι πάντες. Τον εγκατέλειψε και ο Θεός. Βυθιζόταν στο πέλαγος του πόνου Του «και ούκ ήν υπόστασις». Δεν υπήρχε πυθμένας, δεν υπήρχε κάπου να σταματά η καταβύθισή Του στην απέραντη θάλασσα των παθημάτων Του, και κινδύνευε να καταποντισθεί και να χαθεί στα βάθη της. [Ψαλμ. ξη΄3]. Οδύνη πρωτόγνωρη για Εκείνον, κατάσταση ακατάληπτη σε μας. Ήταν ο άνθρωπος που σήκωνε πάνω του όλο τον πόνο του κόσμου.! Ο εσταυρωμένος Θεάνθρωπος, ο Κύριος και Λυτρωτής του κόσμου!

Οπωσδήποτε δεν είναι τέτοιοι οι δικοί μας σταυροί. Ούτε το βάρος Εκείνου σηκώνουμε, ούτε και μένουμε μόνοι ποτέ. Οι μικροί δικοί μας σταυροί στηρίζονται πάντοτε στην αγάπη Του, οφείλονται στη γεμάτη στοργή πατρική παιδαγωγία Του και φωτίζονται διαρκώς από την ελπίδα και το φως της Αναστάσεώς Του.

Ο σταυρωμένος πιστός έχει πάντοτε τη χαρά της θείας παρηγορίας, την αίσθηση της προστασίας του Θεού και της διαρκούς παρουσίας Του στον πόνο του, την ελπίδα της λυτρώσεως. Ο Θεός είναι πάντα παρών στη θλίψη, στον αγώνα, στη δοκιμασία μας. Στηρίζει, βοηθεί, παρηγορεί και ανασταίνει.

Η ΟΔΟΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ αρχ. Αστέριος Χατζηνικολάου εκδ. «Ο Σωτήρ»  σελ. 45-47

“Γεσθημανή τω χωρίω”
Όταν η Θεοτόκος παρέδωσε το πνεύμα της, οι Απόστολοι εκήδευσαν το Θεοδόχο σώμα της με πολλή ευλάβεια, μεγάλη λαμπαδοφορία και επιταφίους ύμνους. Κατά τη διαρκεια της κηδείας συνέβη και το εξής επεισόδιο.

Ένας Ιουδαίος, από φθόνο ωδηγημένος, άπλωσε με αυθάδεια τα δύο χέρια πάνω στην αγία σωρό, με σκοπό να ρίξη κάτω και να βεβηλώση το πανάχραντο σκήνος της Θεοτόκου. Χωρίς όμως να καταλάβη κανείς πώς, τα χέρια του κόπηκαν με μιάς κι έπεσαν κάτω... Τούτο έκανε τον άπιστο να πιστεύση και να θεραπευθή. Όταν έφθασαν στο χωριό που λέγεται Γεθσημανή, λίγο έξω από τα Ιεροσόλυμα, έθαψαν εκεί το ζωαρχικό σώμα της Θεομήτορος.

Η παράδοσις για τον θάνατο της Θεοτόκου στην Ιερουσαλήμ αρχίζει από τον Ε' μ.Χ. αιώνα. Από τότε μνημονεύεται ναός της Θεοτόκου κοντά στα Ιεροσόλυμα. Από τον ΣΤ' όμως αιώνα μαρτυρείται και ο Τάφος της Θεοτόκου στη Γεθσημανή.

Ο Τάφος της Παναγίας μετά τρεις μέρες βρέθηκε “κενός” .
Στο Χριστιανικό χώρο υπάρχουν δύο μεγάλοι Τάφοι: ο Τάφος του Χριστού, ο “Πανάγιος Τάφος” και ο Τάφος της Παναγίας. Όσοι αξιωθήκαμε να προσκυνήσουμε στον Πανάγιο Τάφο ωδηγήσαμε ευλαβικά και τα βήματά μας και στη Γεθσημανή και κατεβήκαμε τα πολλά σκαλοπάτια του Τάφου της Παναγίας μας.
Αυτοί είναι οι δύο πρώτοι “κενοί” Τάφοι! Όλοι οι άλλοι Τάφοι της γης είναι γεμάτοι με “γυμνά οστέα”.

Οι δύο πρώτοι “κενοί” Τάφοι είναι η μεγαλύτερη μαρτυρία για την αλήθεια του Χριστιανισμού. Είναι μαρτυρία για τη νίκη του θανάτου και την κοινή Ανάσταση των ανθρώπων.
...
“Δεύτε πιστοί
τω τάφω προσέλθωμεν της Θεομήτορος, και περιπτυξώμεθα
καρδίας, χείλη, όμματα, μέτωπα,
ειλικρινώς προσάπτοντες και αρυσώμεθα
ιαμάτων άφθονα χαρίσματα
εκ πηγής αενάου βλυστάνοντα”
(Τροπάριον θ' Ωδής, Όρθρος 15ης Αυγούστου)


(ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΑΧΕΛΩΟΥ-ΕΥΘΥΜΙΟΥ Κ. ΣΤΥΛΙΟΥ, “Η ΠΡΩΤΗ-ΘΕΟΜΗΤΟΡΙΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ”, εκδόσεις ΓΡΗΓΟΡΗ, σελ. 261-262)

Σελίδα 1 από 7

img025

Ο Ιερός Ναός

Σας καλωσορίζουμε στην ιστοσελίδα του ιερού μας Ναού. Η Ενορία μας, με τις πρεσβείες του αγίου Μάρτυρος Σώζωντος αλλά και με την ευλογία και την καθοδήγηση του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου μας κ.κ. Συμεών, επί σειρά ετών προσπαθεί να επιτελέσει το ποιμαντικό της έργο προς δόξαν Θεού και οικοδομή των πιστών. Να ενώσει τους πιστούς με το Χριστό αλλά και μεταξύ τους, αφού κατά τον Απόστολο Παύλο:

«Οἱ πολλοὶ ἕν σῶμά ἐσμεν ἐν Χριστῷ, ὁ δὲ καθ' εἷς ἀλλήλων μέλη» (Οι πολλοί πιστοί είμαστε ένα σώμα λόγω της ένωσής μας με το Χριστό και ο καθένας μέλη ο ένας του άλλου» (Ρωμ. ιβ΄ 5). «Ὑμεῖς δέ ἐστε σῶμα Χριστοῦ καὶ μέλη ἐκ μέρους» (Εσείς είστε Χριστού και μέλη που ο καθένας αποτελεί ένα μέρος του συνόλου) (Α' Κορ. ιβ' 27). Είμαστε όλοι μας ένα σώμα, το σώμα του Χριστού. μέλη του Χριστού, είμαστε και μέλη ο ένας του άλλου.

Αυτό είναι η Εκκλησία και ειδικότερα η Ενορία μας. Είναι η οικογένειά μας, το σπίτι μας, το σώμα μας. Δυστυχώς, όμως, στην εποχή μας χάσαμε αυτήν την ενότητα και με το Χριστό και μεταξύ μας. Απομονωθήκαμε. «Χαθήκαμε», όπως λέμε συχνά. Η Ενορία κατάντησε να είναι για πολλούς κάτι στο οποίο απευθύνομαι, όταν θέλω να βαπτίσω το παιδί μου ή να παντρευτώ. Δε νιώθουμε την Ενορία μας και το Ναό μας σπίτι μας, λιμάνι μας. Κάτι ΔΙΚΟ ΜΑΣ. Η Ενορία, όμως, ο Χριστός, το Σώμα Του, μας καλεί όλους. Μας καλούν και οι άλλοι αδελφοί μας, τα μέλη μας, να ενωθούμε και πάλι, να γίνουμε ένα σώμα με κεφαλή το Χριστό. Ενορία δεν είναι μόνο ο Ναός, αλλά και τα πρόσωπα. Είναι οι ιερείς, οι πνευματικοί μας πατέρες, οι αδελφοί μας. Η Ενορία δεν εξαντλείται μόνο σε ένα σκέτο εκκλησιασμό που, δυστυχώς, και αυτός χάθηκε για τους περισσότερους ενορίτες. Η Εκκλησίας μας, έχει και άλλες εκδηλώσεις και συνάξεις και δραστηριότητες που δεν είναι για λίγους, αλλά για όλους μας. Αυτή η ιστοσελίδα, σκοπό έχει την πνευματική τροφοδοσία των Χριστιανών αλλά και την πολύπλευρη ενημέρωση των πιστών μας για όλες τις εκδηλώσεις της Ενορίας του Αγίου Σώστη.

Τελευταίες αναρτήσεις κειμένων (blog)