“εν ταις του Υιού χερσί, την παναγίαν παρατίθεται ψυχήν”.

(στα χέρια του Υιού παραδίδει την παναγία της ψυχή).

Κατά την ιστορική και εικονογραφική παράδοσι, η Θεοτόκος παρέδωσε το πνεύμα της “εις χείρας του εαυτής Υιού και Θεού”. Έτσι, βλέπομε ότι στη Κοίμησι της Θεοτόκου παρέστη ολόκληρο το σώμα της Εκκλησίας, με επί κεφαλής τον Κύριο Ιησού. Η Εκκλησία κηδεύει το σώμα της Θεομήτορος και η Κεφαλή της, ο Κύριος Ιησούς, παραλαμβάνει την παναγία ψυχή της στον ουρανό.
Η Θεοτόκος είχε παραστεί στις τελευταίες στιγμές του Εσταυρωμένου. Τώρα ο Κύριος συμπαρίσταται στις τελευταίες στιγμές της Παναγίας μητέρας Του. Τότε ο Ιησούς παρέδωσε τη μητέρα Του στη φροντίδα του αποστόλου Ιωάννη. τώρα πια παραλαμβάνει την πάναγνη ψυχή της.

Αυτό φανερώνει, ότι η Θεοτόκος, η ζωή και ο θάνατος της βρισκόταν στα χέρια του Υιού και Θεού της. Η Θεοτόκος κράτησε τον Ιησού στην αγκαλιά της. Στην πραγματικότητα, ο Ιησούς κρατούσε στα πανοδύναμα χέρια του την Μητέρα Του.
Η ζωή και ο θάνατος του χριστιανού βρίσκονται στα χέρια του Χριστού. Ο Δαβίδ είχε προφητέυσει σχετικά: “Εν ταις χερσί σου οι κλήροι (οι τύχες) μου” (Ψαλμ. 30, 13). Όποιος ζη τη ζωή και το θάνατο του Χριστού, αυτός, στη ζωή και τον θάνατό του, θα έχη συμπαραστάτη τον Χριστό.

Ο Χριστός, ευλογεί τη ζωή του πιστού και συμπαρίσταται στο θάνατό του. Ζωή και θάνατος γίνονται έτσι δωρέες του Χριστού προς τον άνθρωπο, όπως διδάσκει ο απόστολος Παύλος: “πάντα υμών εστί...είτε κόσμος είτε ζωή είτε θάνατος είτε ενεστώτα είτε μέλλοντα” (Α' Κορ. γ' 21-22).


(ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΑΧΕΛΩΟΥ-ΕΥΘΥΜΙΟΥ Κ. ΣΤΥΛΙΟΥ, “Η ΠΡΩΤΗ-ΘΕΟΜΗΤΟΡΙΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ”, εκδόσεις ΓΡΗΓΟΡΗ, σελ. 261)

“Προς ουρανόν επειγομένην (=βιάζεται να πάει στον ουρανό)”.
Η Θεοτόκος έζησε 50 και πλεόν χρόνια. Το τέλος της επιγείου ζωής της, σύμφωνα με την παράδοσι, το πληροφορήθηκε τρεις μέρες ενωρίτερα από έναν Άγγελο, ο οποίος και της μετέφερε το εξής μήνυμα του Χριστού: “Είναι καιρός πιά, Μητέρα, να σε πάρω κοντά μου. Μη νοιώσης γι'αυτό καμμιά ανησυχία, αλλά με ευχαρίστησι να δεχθής την απόφασί μου. Διότι έρχεσαι σε αθάνατη ζωή”!
Έτσι, με τον πόθο να συναντήση τον Υιό και Θεό της, η Θεομήτωρ που κατοικούσε πια στα Ιεροσόλυμα ανέβηκε γρήγορα στο όρος των Ελαιών για να προσευχηθή, όπως άλλωστε συνήθιζε συχνά να κάνη. Αφού προσευχήθηκε αρκετά, γύρισε στο σπίτι της, όπου άρχισε τις προετοιμασίες. Σάρωσε ολόκληρο το σπίτι, ετοίμασε το κρεββάτι της, καθώς και όλα τα απαραίτητα για την ταφή, άναψε πολλά φώτα κι εδόξασε τον Θεό.

Ύστερα έστειλε μήνυμα να έλθουν οι συγγενείς και οι γείτονες. Όταν αυτοί συγκεντρώθηκαν, άρχισαν να θρηνούν και να οδύρωνται. Ύστερα όμως σώπασαν και παρακαλούσαν τη Θεομήτορα να μη τους απορφανισθή. Η Θεοτόκος, από την άλλη μεριά τους διαβεβαίωνε ότι θα περισκέπη και εποπτεύη όχι μόνο αυτούς, αλλά και όλον τον κόσμο, σκορπώντας έτσι παρηγοριά στους συγκεντρωθέντες. Ύστερα πρόσφερε τους δύο χιτώνες της σε δύο φτωχές χήρες που τις αγαπούσε ιδιαίτερα και που τις φρόντιζε από καιρό...(βλ. Μα., 15).
Η προαίσθησις του θανάτου είναι συνήθως προνόμιο των αγίων ψυχών. Η προαίσθησις αυτή, σαν μια έσχατη ευλογία του Θεού τους δίνει την ευκαιρία της τελικής προετοιμασίας για την μεγάλη Συνάντησι με το πρόσωπο του πόθου και της αγάπης των, τον Κύριο Ιησού!

Υπό το πρίσμα αυτό, ο πιστός χριστιανός πρέπει να θεωρή προνομιακή την περίπτωσι που οι γιατροί και οι συγγενείς του τον προειδοποιούν, ότι το τέλος είναι πιο κοντά! Αυτό, που σε άλλους μοιάζει με εφιάλτη, ο χριστιανός πρέπει να το θεωρή σαν έσχατη ευλογία του Θεού.

Γιατί έτσι θα έχη τη δυνατότητα της τελικής προετοιμασίας. Θα έχη την ευχέρεια και τον χρόνο να κάνη ό,τι έκανε και η Θεοτόκος: Καθαριότης ψυχής και σώματος, θ. Κοινωνία, ειδοποίησις συγγενών και φίλων, φωταψία και αναμονή του Κυρίου.
...
(ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΑΧΕΛΩΟΥ-ΕΥΘΥΜΙΟΥ Κ. ΣΤΥΛΙΟΥ, “Η ΠΡΩΤΗ-ΘΕΟΜΗΤΟΡΙΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ”, εκδόσεις ΓΡΗΓΟΡΗ, σελ. 258-259)

Αναφέρει η Ξεναγός Λουντμίλα: «Στις 18 Απριλίου 1993 τη νύκτα του Πάσχα συνέβη ένα θλιβερό γεγονός [στο μοναστήρι της Όπτινα]. Γιορτάσαμε με λαμπρότητα την Ανάσταση. Η αγρυπνία τελείωσε γύρω στις 5 το πρωί κι όλοι αποσυρθήκαμε.

Συνηθίζουμε να κτυπάμε τις καμπάνες όλη τη μέρα. Έτσι τρεις μοναχοί, γύρω στις 6:10 το πρωΐ, κτυπούσαν χαρμόσυνα τις καμπάνες.

Την ώρα εκείνη τους επιτέθηκε ένας σατανιστής και τους έσφαξε μ’ ένα μεγάλο μαχαίρι. Φαίνεται πως μέσα στο θόρυβο και στο σκοτάδι δεν τον πρόσεξαν. Κτύπησε πρώτα τον ένα και τον άφησε στο έδαφος πληγωμένο. Ήταν για αρκετή ώρα ζωντανός. Έπειτα κτύπησε το δεύτερο, ο οποίος φώναξε λίγο και προσπάθησε να κτυπήση πάλι την καμπάνα. Έπεσε, όμως, νεκρός. Ο τρίτος, ο π. Βασίλειος, πρόλαβε να φύγη, αλλά λίγο πιο πέρα ανάμεσα στα δύο κτίρια, ο σατανιστής τον κτύπησε και τον άφησε νεκρό.

Μετά το αποτρόπαιο έγκλημα ο σατανιστής άφησε τα μαχαίρια του ματωμένα στο έδαφος κι εξαφανίστηκε. Ήταν μεγάλα μαχαίρια και πάνω τους χαραγμένος ο αριθμός 666. Αργότερα τον συνέλαβαν, τον χαρακτήρισαν τρελλό και τον άφησαν ελεύθερο.

Στην κηδεία των τριών νεομαρτύρων όλοι, μοναχοί και λαϊκοί, νοιώθαμε και λύπη αλλά και μεγάλη χαρά, όσο κι αν αυτό φαίνεται παράδοξο. Ο ηγούμενος είπε κατά τη διάρκεια της εξοδίου ακολουθίας:

“Χάσαμε τους μοναχούς, αλλά τώρα τους έχουμε αγγέλους στον ουρανό και προσεύχονται για μας”.

Πιο πολύ λυπηθήκαμε για τον π. Βασίλειο. Ήταν μόλις 32 χρονών, αλλά άνθρωπος με βαθειά πίστι και πολλά χαρίσματα. Έκανε θαυμάσια κηρύγματα και βοήθησε πολύ κόσμο.

Είχε πει κάποτε: “Θα ήθελα να πεθάνω το Πάσχα, την ώρα που θα κτυπούν οι καμπάνες!”»(ΑΝ, 184).

(Αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ, ο Αντίχριστος, Σταμάτα 2016, σελ. 13-14)

Την Πεντηκοστή εξεχύθη η χάρις του Θεού όχι μόνο στους αποστόλους, αλλά και σ’ όλο τον κόσμο που βρισκόταν γύρω τους. Επηρέασε πιστούς και απίστους. Πώς το λένε οι Πράξεις;…
Ενώ ο Απόστολος Πέτρος μιλούσε τη δική του γλώσσα, η γλώσσα του μεταποιούνταν εκείνη την ώρα στο νου των ακροατών. Με τρόπο μυστικό το Άγιο Πνεύμα τούς έκανε να καταλαβαίνουν τα λόγια του στη γλώσσα τους, μυστικά, χωρίς να φαίνεται. Αυτά τα θαυμαστά γίνονται με την επενέργεια του Αγίου Πνεύματος.

Παραδείγματος χάριν, η λέξη «σπίτι» σ’ αυτόν που ήξερε γαλλικά θα ακουγόταν «la maison». Ήταν ένα είδος διοράσεως· άκουγαν την ίδια τους τη γλώσσα. Ο ήχος χτυπούσε στο αυτί, αλλά εσωτερικά, με τη φώτιση του Θεού, τα λόγια ακούγονταν στη γλώσσα τους.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας αυτή την ερμηνεία της Πεντηκοστής δεν την αποκαλύπτουν πολύ φανερά, φοβούνται τη διαστρέβλωση. Το ίδιο συμβαίνει και με την Αποκάλυψη του Ιωάννου. Οι αμύητοι δεν μπορούν να καταλάβουν το νόημα του μυστηρίου του Θεού.
Παρακάτω λέει. «εγένετο δε πάση ψυχή φόβος…» (Πράξ. 2,43), δηλαδή κατέλαβε φόβος την κάθε ψυχή. Αυτός ο «φόβος» δεν ήταν φόβος. Ήταν κάτι άλλο, κάτι ξένο, κάτι ακατανόητο, κάτι, κάτι που δεν μπορούμε να το πούμε.

Ήταν το δέος, ήταν το γέμισμα, ήταν η χάρις. Ήταν το γέμισμα υπό της θείας χάριτος. Στην Πεντηκοστή, οι άνθρωποι βρέθηκαν ξαφνικά σε μία τέτοια κατάσταση θεώσεως, που τα χάσανε.

Έτσι, όταν η θεία χάρις τους επεσκίαζε, τους ετρέλαινε όλους -με την καλή έννοια- τους ενθουσίαζε. Αυτό μου έχει κάνει μεγάλη εντύπωση. Ήτανε αυτό που λέγω καμιά φορά «κατάστασις». Ενθουσιασμός ήταν. Κατάσταση τρέλλας πνευματικής.


(Γέροντος Πορφυρίου, Βίος και Λόγοι, εκδ. Ι.Μ. Χρυσοπηγής, σελ. 207-209)

ΕΙΝΑΙ συγκινητικά όσα διαβάζομε για το μακάριο τέλος των άγιων ψυχών που σαν φωτεινά μετέωρα πέρασαν από το γήινο κόσμο, για ν' αφήσουν σ' αυτόν την λάμψι του είναι τους, και να πέσουν ύστερα ορμητικά στην απεραντοσύνη της αιωνιότητος.

Σαν έμαθαν οι πολυάριθμοι ασκηταί στο βουνό του Μεγάλου Αντωνίου πως ο Αββάς Σισώης ήταν στα τελευταία του μαζεύτηκαν στην καλύβα του να πάρουν την ευχή του. Η εκτίμησί τους γι' αυτόν δεν είχε όρια. Τον έλεγαν «διαμάντι της Ερήμου» και πολύ δίκαια. Όλη του η μακρόχρονη ζωή ήταν ένας αγώνας για την αγιότητα και τώρα στο θάνατό του έλαμψε σ' όλη της την πληρότητα.

Στην σεβάσμια μορφή του είχε χαραχτή μια έκφρασι ήρεμης ευτυχίας. Σαν ένοιωσε γύρω του τους συνασκητάς του, τους αδελφούς του, τους συντρόφους του στον «καλόν αγώνα», που τώρα αυτός νικητής άγγιζε στο τέρμα του, τα χείλη του αργοσάλεψαν, κάτι θέλησε να ειπή. Εκείνοι, Γέροντες και νεώτεροι, σεβάσμιοι Πατέρες κι αρχάριοι υποτακτικοί, όλοι τους δακρυσμένοι από βαθειά συγκίνησι, στέκονταν μ' ευλάβεια μπροστά σ' αυτή τη μυσταγωγία. Απόλυτη σιγή είχε απλωθή γύρω. Περίμεναν ν' ακούσουν τα τελευταία λόγια ενός μεγάλου Αγίου, να τα φυλάξουν σαν παρακαταθήκη ιερή. Μα εκείνος είχε μεταρσιωθή, δεν έβλεπε πια παρά μόνο τα ούρανια.

— Έρχεται ο Αββάς μου, τον άκουσαν να ψιθυρίζη.

Ρίγος πέρασε από τα λιπόσαρκα σώματα των ασκητών.

Είδαν για μια στιγμή, με τα μάτια της ψυχής τους, τη μεγάλη μορφή του «Καθηγητού των Μοναστών», τον Όσιο Αντώνιο ν' απλώνη το ευλογημένο χέρι του για να πάρη κοντά του τον πιο εκλεκτό από τους μαθητάς του, εκείνον που αντέγραψε και τις πιο μικρές λεπτομέρειες της παράδοξης ζωής του.

— Να ο χορός των Αποστόλων και των προφητών!

Το πρόσωπο του ετοιμοθάνατου έλαμψε από φως ουράνιο, καθώς σιγοψιθύριζε αυτά τα λόγια. Τα χείλη του αργοσάλευαν ακόμη, λες και κουβέντιαζε με όντα που μόνο εκείνος έβλεπε.

— Με ποιόν συνομιλείς, Πάτερ; ρώτησαν οι γεροντότεροι από τους συνασκητάς του.

— Ο Άγιοι Άγγελοι θέλουν να με πάρουν και τους παρακαλώ να με αφήσουν ακόμη να μετανοήσω, είπε με κόπο και δυό δάκρυα κύλισαν πίσω από τα πεσμένα βλέφαρά του.

— Δεν έχεις πια ανάγκη από μετάνοια, μακάριε Σισώη. Συ μετανοούσες σ' όλη σου τη ζωή, του αποκρίθηκαν οι Πατέρες θαυμάζοντας την ταπεινοφροσύνη του.

— Δεν ξεύρω, Αδελφοί μου, να έχω βάλει ακόμη αρχή.

Καθώς έλεγε αυτά, άστραψε ξαφνικά το πρόσωπό του, λες κι έβλεπε σ' αυτό τον ίδιο τον ήλιο. Οι γύρω έμειναν εκστατικοί από θαυμασμό μαζί και φόβο.

— Ο Κύριος μου και ο Θεός μου! Δόξα σοι!

Ήταν τα τελευταία του λόγια. Μ' αυτά πέταξε η ψυχή του στα ουράνια. Είχε ιδεί τον Ιησού που λάτρευε από τα βάθη της καρδιάς του; Κανείς δεν μπορούσε να ειπή, μα όλα το εβεβαίωναν. Το παράδοξο φως που έβλεπαν στην μορφή του, ή υπερκόσμια γαλήνη που είχε χυθή στην ταπεινή καλύβα, η άρρητη ευωδιά, όλα μαρτυρούσαν την επίσκεψι του Ουρανίου Βασιλέως στον εκλεκτό φίλο Του.

(Γεροντικόν, μοναχής Θεοδώρας Χαμπάκη, εκδ. Λυδία)

Εις έναν Προηγούμενο ονόματι Νεόφυτον, Δοχειαρίτην το έτος 1880 εις το ησυχαστήριόν του «οι Αρχάγγελοι» της μικράς αγίας Άννης εφάνη ότι είδεν όνειρον τον μέγαν Βασίλειον. Τον παρεκίνησε μάλιστα να προσκυνήση το δάκτυλον του ποδιού του.

            Το όνειρον αυτό ήτο ικανόν να δημιουργήση μιαν οίησιν και ένα εγωιστικόν τύφον εις την ψυχήν του Προηγουμένου ότι βλέπει και προσκυνά αγίους. Ο λογισμός του ησχολείτο συνεχώς και αδιακόπως με το όνειρον τούτο και μάλιστα εις βάρος της προσευχής και του «κανόνος»του.

            Παρήλθεν καιρός και τον εφώτισεν ο Πανάγαθος Θεός να επισκεφθή τον ονομαστόν Πνευματικόν παπα-Γρηγόρην, ο οποίος ησκήτευεν εν τελεία ακτημοσύνη και πτωχεία ολίγον πιο επάνω, εις την ιδίαν Σκήτην.

            - Αδελφέ μου Προηγούμενε, μεγάλον διάβολον προσεκύνησες και όχι τον άγιον Βασίλειον, του είπεν απεριφράστως. Σε παρακαλώ εις το εξής να μη δίδης σημασίαν εις τα όνειρα από τα οποία και με τα οποία ο διάβολος ως πονηρός απατά τους ανθρώπους.

(Αθωνικό Γεροντικό, αρχ. Ιωαννικίου Κοτσώνη, σελ.369-370)

Ήταν ένας εργάτης, δασοφύλακας στη Φιλοθέου, που είχε σκοτώσει άνθρωπο. Ύστερα ήρθε στο Άγιο Όρος. Με βοηθούσε πολλές φορές. Μου ΄φερε απ΄ το Μοναστήρι μια τσέργα, πιρούνι, κουτάλι αλλά όταν μιλούσαμε για πεθαμένους, αμέσως άλλαζε κουβέντα.
- Άστα, άστα αυτά έλεγε, δεν υπάρχουν αυτοί.
Πέθανε ο άνθρωπος, πάει τέλειωσε. Δώσε, του λέω, τα ονόματα απ΄ τα πεθαμένα να στα μνημονεύω στο εκκλησάκι των Αρχαγγέλων. Εκεί ήμουν τότε. Αυτός τίποτα, δε μου τα έδωσε.
Ύστερα από καιρό, μαθαίνω, πέθανε. Δεν το πίστεψα στην αρχή. Πάω στη Φιλοθέου, βλέπω φρέσκο μνήμα. Ε, λέω, πέθανε. Ύστερα από είκοσι μέρες, μαθαίνω, μ΄ έψαχνε ένα πρόσωπο απ΄ τη Φιλοθέου. Έρχεται αναστατωμένος, ήταν κι επίτροπος στο μοναστήρι του.
- Πάτερ, μου λέει, ήρθε ο κυρ Θανάσης, ο πεθαμένος, και μου παραπονέθηκε πολλές φορές πως τον ξέχασα και δεν έκανα τίποτα γι΄ αυτόν. Και πραγματικά έχω είκοσι μέρες να τον μνημονεύσω στην προσευχή μου και ήρθε. Και πραγματικά, ανέλαβα προϊστάμενος και ταχτοποιώ το γραφείο, έχει πολλή δουλειά, τί να κάνω τώρα ξέχασα και το κανόνα μου.
- Ε, τώρα να κάνεις λίγο παραπάνω.

Από το βιβλίο«Διηγήσεις του π.Παϊσίου περί παλαιών Αθωνιτών πατέρων»

«Ο ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΚΟΣ ΑΔΕΛΦΟΣ» Εἰς τόν βίον τοῦ ὁσίου Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ

ἀπό τό βιβλίο «ΧΑΡΙΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΧΑΡΙΣΜΑΤΟΥΧΟΙ» ΤΟΜΟΣ ΠΡΩΤΟΣ

Κάποιος μοναχός τῆς μονῆς τοῦ Σάρωφ κυριεύθηκε ἀπό μελαγχολία. Μιά φορά μάλιστα πού ἔνιωσε νά φθάνη στήν ἀπόγνωσι, ζήτησε τήν συμπαράστασι ἑνός ἀδελφοῦ.
Βγῆκαν καί οἱ δύο ἔξω ἀπό τήν μονή μετά τόν ἑσπερινό καί ἄρχισαν νά περιπατοῦν στόν κῆπο καί νά παρηγοροῦνται μέ τήν συζήτησι. Πλησίασαν στόν σταῦλο τῆς μονῆς. Ἐκεῖ κοντά ἄρχιζε τό δρομάκι πού ὡδηγοῦσε στήν πηγή τοῦ ὁσίου Σεραφείμ.
Ὁ ἄρρωστος ἀδελφός θέλησε ν᾿ ἀλλάξη κατεύθυνσι, γιά νά μή συναντηθῆ μέ τόν στάρετς σ᾿ αὐτήν τήν ψυχική κατάστασι. Πρίν ὅμως προφθάσουν ν᾿ ἀπομακρυνθοῦν, τόν βλέπουν νά ἔρχεται πρός τό μέρος τους.
Οἱ δύο μοναχοί ἔπεσαν μέ σεβασμό στά πόδια του. Ἐκεῖνος τούς εὐλόγησε καί τούς μίλησε μέ ἀσυνήθιστη καλωσύνη. Σάν στοργικός πατέρας! Κατόπιν ἄρχισε νά ψάλλη ἕνα τροπάριο τῆς ἐνάτης ὠδῆς τοῦ μικροῦ παρακλητικοῦ κανόνος τῆς Θεοτόκου, πού ψάλλεται σέ κάθε θλίψι καί δοκιμασία:

«Χαρᾶς μου τήν καρδίαν
πλήρωσον, Παρθένε,
ἡ τῆς χαρᾶς δεξαμένη
τό πλήρωμα,
τῆς ἁμαρίας τήν λύπην
ἐξαφανίσασα».

Ὕστερα χτύπησε τό πόδι του στήν γῆ καί εἶπε:
- Δέν μᾶς ἐπιτρέπεται νά μελαγχολοῦμε. Ὁ Χριστός νίκησε τά πάντα! Ἀνάστησε τόν Ἀδάμ! Ἐλευθέρωσε τήν Εὔα! Θανάτωσε τόν θάνατο!
Ἡ ψυχική κατάστασις τοῦ στάρετς μεταδόθηκε στήν ψυχή τῶν ἀδελφῶν. Ζωογονημένοι τώρα μέ τήν χαρά του, ἐπέστρεψαν στήν μονή εἰρηνικοί!

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗ

Ό Αγιος διασώζει αυτούς που ταξίδευαν στή θάλασσα
ΚΗ. Τό όνομα, λοιπόν, τού άγιου Νικολάου, ό όποιος ήταν πιστός θεράπων τού Θεού, μεγαλυνόταν μέ τά θαυμαστά έργα πού έκανε ό Θεός. Έτσι ή φήμη τού Άγιου πήρε φτερά, πέταξε στά ύψη, έτρεχε παντού και περιλάμβανε τά πάντα, διέβαινε τό πέλαγος, περιφερόταν σέ ολόκληρη τή θάλασσα και δέν άφηνε κανέναν τόπο πού νά μήν άκούει γιά τά μεγάλα θαύματά του.
Κάποτε ναύτες συνάντησαν στή θάλασσα φοβερή φουρτούνα και έχασαν κάθε έλπιδα σωτηρίας άπό τις δικές τους δυνάμεις. Επειδή όμως ήξεραν, άπό τις φήμες πού κυκλοφορούσαν, ότι ό μέγας Νικόλαος προσέφερε, άνέλπιστα, άποτελεσματική βοήθεια οέ κινδυνεύοντες, όλοι στήριξαν σ’ αυτόν τήν έλπιδα τους γιά σωτήρια. Επικαλούνταν, λοιπόν, νοερά τή βοήθειά του νά σωθούν άπό τή φουρτούνα, άπλωναν ολόψυχα προς αυτόν τά χέρια τους, σάν νά ήταν δίπλα τους, και άπό αυτόν έξαρτούοαν τη μοναδική βοήθεια. Και ό Άγιος, χωρίς να χάσει καθόλου καιρό, ανέβηκε γρήγορα πάνω στο πλοίο και παρουσιάστηκε μπροστά στά μάτια τους.
«Νά, τούς είπε, με έχετε καλέσει και ήρθα νά σάς βοηθήσω».
Έπειτα, άφού τούς προέτρεψε νά έχουν θάρρος, πήρε τό πηδάλιο στά χέρια του, κάτω από τή θέα όλων, και έτσι σαφώς φαινόταν νά κατευθύνει τό πλοίο. Επιπλέον ό "Αγιος, άφού έπιτίμηοε τή θάλασσα, κατεύνασε προς χάρη των ναυτών τις τρικυμίες, τούς άνεμοστρόβιλους και τά άλλα άσχημα φαινόμενα τής κακοκαιρίας, όπως άλλωστε είχε πράξει παλαιότερα και ό Χριστός μας. Έτσι ό Άγιος, μέ τό θαύμα του, χάρισε γιά τούς ναύτες αυτούς ένα ήρεμο και γαλήνιο ταξίδι.
Όταν, λοιπόν, οι ναύτες, πλέοντες μέ άπαλό άεράκι, έφτασαν στή στεριά, κατεβαίνοντας άπό τό πλοίο, βιάζονταν νά προφτάσουν αυτόν πού τούς διέσωσε άπό τον κίνδυνο. Άφού έμαθαν ότι αύτός πήγε στο Ναό, έσπευσαν εκεί. Εκείνος άνακατεύτηκε μέ τούς άλλους κληρικούς και είχε σταθεί άνάμεσά τους, χωρίς νά ξεχωρίζει. Οι ναύτες, μόλις έριξαν σ’ αυτόν τά βλέμματά τους, ένώ ούδέποτε στο παρελθόν τον είχαν γνωρίσει, τον άναγνώρισαν άπό τήν έμφάνισή του στο πέλαγος και σ’ έκείνον άμέσως μίλησαν. Στή συνέχεια έτρεξαν και έπεσαν στά πόδια του και τά φιλούσαν, ένώ συγχρόνως εξέφραζαν μέ λόγια τις εύχαριστίες τους. Επίσης, ενθυμούμενοι τό φοβερό κίνδυνο πού διέτρεξαν, εξηγούσαν μέ δάκρυα και άπερίγραπτη χαρά πώς σώθηκαν. Έπειτα διηγούνταν μέ κάθε λεπτομέρεια και στούς παρευρισκομένους τό δράμα τους στή θάλασσα και τή θαυματουργική διάσωσή τους.

Ό Άγιος αποκαλύπτει τή μοχθηρία των ναυτικών καί τούς δίνει συμβουλές
ΚΘ. Ό θαυμαστός όμως Νικόλαος γνώριζε πολύ καλά ότι ύπήρχε άνάγκη νά σώσει τούς ναυτικούς και άπό τούς κινδύνους πού άπειλούσαν τήν ψυχή τους, ή όποια μάλιστα άξιζε για περισσότερη φροντίδα. Επειδή, λοιπόν, ό "Αγιος είχε διορατικό χάρισμα, δώρο τού Αγιου Πνεύματος, έβλεπε ότι οι άνθρωποι αυτοί είχαν μοχθηρία στην ψυχή τους, ή όποια τούς άπομάκρυνε άπό τό Θεό και τις εντολές του. Για τό λόγο αυτό, με υψωμένο τον τόνο τής φωνής του, τούς είπε τά έξής λόγια: «Σάς παρακαλώ, παιδιά μου, εξετάστε, έξετάστε στο βάθος τον έαυτό σας, τι πραγματικά άνθρωποι είστε, και στρέψτε τις καρδιές σας, τις σκέψεις σας και τά διανοήματά σας οέ ευαρέστηση τού Θεού. Γιατί και άν μπορούμε νά κρύβουμε άπό τούς άλλους άνθρώπους τήν άποψή μας, ότι τό πάν βρίσκεται στο νά κάνει κανείς φαύλες πράξεις, και φαινόμαστε καλοί άνθρωποι, όμως δέν είναι δυνατόν καμιά πράξη μας νά διαφεύγει άπό τό βλέμμα τού Θεού. Ή Αγια Γραφή, σχετικά μέ τό θέμα, λέγει’ ‘ό άνθρωπος βλέπει τό πρόσωπο [26], δηλαδή έξωτερικά και έπιφανειακά, ενώ ό Θεός βλέπει τήν καρδιά, δηλαδή τό βάθος τής ψυχής τού άνθρώπου’. Επίσης ή Γραφή λέγει και τό έξής' ‘μήν κάνετε κακές πράξεις και, έτσι, δέ θά σάς βρει κακό στή ζωή σας’ [27 ] Μάθετε έπιμόνως νά πράττετε τό καλό στους συνανθρώπους σας και νά έπιδιώκετε μέ όλη σας τήν καλή πρόθεση τον άγιασμό τού σώματός σας, γιατί, όπως λέγει ό θειος Παύλος, ‘είμαστε Ναός τού Θεού και εκείνον πού καταστρέφει τό Ναό τού Θεού θά τον καταστρέψει ό Θεός’ [ 28 ]. Έτσι νά κάνετε στή ζωή σας, και θά έχετε τό Θεό βοηθό άκαταμάχητο».
26. Β' Κορινθίους, κεφ. ι', στ. 7.
27. Σοφία Σειράχ, κεφ. ζ', στίχ. 1.
28. Α' Κορινθίους, κεφ. γ', στίχ. 16-17.
(ΣΥΜΕΩΝ, ΛΟΓΟΘΕΤΟΥ, ΤΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΟΥ ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΚΑΙ ΜΕΡΙΚΗ ΘΑΥΜΑΤΩΝ ΔΙΗΓΗΣΙΣ ΤΟΥ ΕΝΘΑΥΜΑΣΙ ΠΕΡΙΩΝΥΜΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΜΥΡΩΝ ΤΗΣ ΛΥΚΙΩΝ ΕΠΑΡΧΙΑΣ
(Απόδοση στη νεοελληνική γλώσσα) Εισαγωγή - Μετάφραση - Σχόλια Πραγματολογικά στοιχεία - Παραπομπές Επιλογή ύμνων άπό την άσματική 'Ακολουθία Γεωργίου Δ. Παπαδημητρόπουλου θεολόγον. Φιλολόγου - Λυκειάρχου, έκδοση Αποστολικής Διακονίας)

Ο μακαριστός γέροντας Ιάκωβος αγρύπνησε αποβραδίς με προσευχή. Μα ο εξουθενωμένος δε λησμόνησε και τους πονεμένους. Διάβασε τα τελευταία γράμματα και απάντησε περίπου σε δεκαπέντε. Παρηγόρησε, συμβούλεψε κατά περίπτωση.
21 του Νοέμβρη. Ξημερώνοντας θα γιόρταζε τα Εισόδια της Θεοτόκου. Ετοιμαζόταν όλη τη νύχτα, θα κατέβαινε. Κανονικά δε θα ‘πρεπε, μα το ήθελε πολύ. Τόσο πολύ που τίποτα δεν μπορούσε να τον αποκλείσει από την τελευταία του θεία Κοινωνία. Με κόπο κατέβηκε, σκοτάδι ακόμα, στην Ακολουθία.
Μερικοί μοναχοί πρόσεξαν μιαν άλλη διάθεση στο πρόσωπο του Γέροντα. Ιλαρότητα υπέρμετρη, αγάπη ξεχείλιζε ολόκληρος, το αγγελικό του χαμόγελο ατέλειωτο. Έγινε η Ακολουθία. Έψαλε γονατιστός τόσο άνετα και αναστάσιμα, λες και δεν ήταν άρρωστος.

Η θεία φωνή του γέμιζε το ναό, εξαίσια μελωδία, λες και ψέλνανε πολλοί άγγελοι μαζί.
Στις 10 η ώρα εξομολόγησε τον αγιορείτη διάκονο Γεννάδιο, στον οποίο ευχάριστα μα σταθερά είπε μεταξύ άλλων:
- Καλά που ήρθες, να είσαι που θα με αλλάξετε, μη φεύγεις.
Ο διάκος διαμαρτυρήθηκε με διάφορα λόγια για τα περί θανάτου του Γέροντα, μα εκείνος επέμενε.
Τελειώνοντας την εξομολόγηση έδειχνε κουρασμένος, αλλά διατηρούσε χαρμόσυνη διάθεση. Σηκώθηκε, πήρε από το χέρι το διάκο και βγήκανε από το εκκλησάκι. Προχώρησαν, κατεβήκανε τα σκαλιά και μπήκανε στο ναό. Έκανε την προσευχή του, ασπάστηκε όλες τις εικόνες, ευχαρίστησε και δοξολόγησε. Μα πλέον ζούσε άλλες καταστάσεις. Μέσα του κι έξω του αυγαζόταν από θείο φως - γι' αυτό η ευφροσύνη και ιλαρότητα του προσώπου του.

Τη θαυμαστή κατάσταση τούτη αξιώθηκε να δει μόνο ένας μοναχός, ο Εφραίμ. Καθάριζε τα μανουάλια του ναού και είδε το μακαριστό Γέροντα να μπαίνει μεταμορφωμένος. Έλαμπε ολόκληρος και ακτινοβολούσε χαρά και αγαλλίαση. Στάθηκε ακίνητος και τον παρατηρούσε πλημμυρισμένος και ο ίδιος ο Εφραίμ από αγαλλίαση και έκπληξη.

Βγήκε από το ναό και με το διάκο φέρανε γύρω γύρω τη Μονή εσωτερικά. Έβλεπε όλους τους χώρους, όλους τους μοναχούς, τους ευλογούσε ειρηνικά και τους μετέδιδε αγαλλίαση, που διαχυνόταν άφθονη από το αγγελικό του πρόσωπο. Αφού τελείωσε ο γύρος αυτός, ήθελε να βγουν έξω από τη Μονή. Βγήκανε από τη νότια πόρτα. Προχώρησε σιγά σιγά δεξιά. Σταμάτησε στο εργαστήριο κι ευλόγησε με άπειρη αγάπη τους εκεί μοναχούς. Πάλι προς τα δεξιά, ενώ σταματούσε στα εκκλησάκια και σταυροκοπιότανε πολλές φορές. Ανέβηκε ακόμα ψηλότερα, βορειοδυτικά. Ζήτησε να τον βοηθήσει ο διάκος ν’ ανεβούνε ακόμα λίγο. Από κει το μοναστήρι φαινότανε όλο. Σαν από αεροπλάνο. Ήταν ωραίο, ανακαινισμένο, φροντισμένο...και το 'χε βρει ερείπιο, διαλυμένο, ξεχαρβαλωμένο και πολύ μικρότερο. Τώρα και ανακαινισμένο και γεμάτο με καλούς μοναχούς.
Το κοίταζε από κει ψηλά και δεν το χόρταινε. Το βλέμμα του είχε τόση αγάπη για το μοναστήρι.
- Έλα, παιδί μου. πάμε.
Γυρίσανε από την άλλη μεριά. Σχεδόν μεσημέρι.

Κατάκοπος, μετά το μεσημέρι, αποσύρθηκε για λίγο στο κελί του. Έφτασε όμως ο π. Αλέξιος, που έπρεπε για πρώτη φορά να κάνει κηδεία. Νέος ιερέας και δεν ήξερε το τυπικό και πως ψάλλεται. Με υπομονή ο μακαριστός γέροντας του είπε πως θα κάνει τούτο, πως εκείνο. Κι έπιασε να του ψέλνει τροπάρια της νεκρώσιμης Ακολουθίας. Έψελνε και ο Αλέξιος, μα ο Γέροντας έψελνε πολύ ωραία. Έκπαγλα και χαιρότανε όλο και περισσότερο. Σε κάποια στιγμή ο Αλέξιος νόμισε ότι έμαθε να ψέλνει τη νεκρώσιμη Ακολουθία και ήθελε να φύγει, ευχαριστώντας και παίρνοντας την ευχή του Γέροντα. Εκείνος όμως επέμενε να την ψάλουνε όλη από την αρχή. Έτσι κι έγινε. Την ψάλανε ολόκληρη, και ο γέροντας ήτανε όλο χαρά κι ευφροσύνη.
Έφυγε μετά τις 2 η ώρα ο π. Αλέξιος κι έμεινε μόνος ο γέροντας. Στις 3.15 του χτύπησαν την πόρτα για καφέ και του είπαν ότι ήρθε η Γερασιμία. Κι ενώ δύσκολα δεχότανε στο κελί. είπε μόνος του:
-Να έρθει. Αυτό το παιδί έχει ανάγκη, πρέπει να το δω!
Αργότερα δέχτηκε τη Γερασιμία, για εξομολόγηση. Έβαλε το πετραχήλι του, έκατσε στην άκρη του κρεβατιού, βλέποντας τον Εσταυρωμένο, και άρχισε. Την άκουσε προσεχτικά, τη συμβούλεψε, της έδωσε κουράγιο...και ξαφνικά με αλλοιωμένη όψη της λέει:
-Εδώ, παιδί μου, είναι ο όσιος Δαβίδ...Και ο άγιος Ιάκωβος ο Αδελφόθεος...ψάλε το Απολυτίκιο τους...

-Παιδί μου, άνοιξε την πόρτα, ήρθαν οι πατέρες.
Πράγματι, έφταναν στην πόρτα οι πατέρες. Τη στιγμή που στράφηκε στην πόρτα η Γερασιμία, δοκίμασε ο γέροντας να σηκωθεί, να σταθεί στα πόδια του...Μα την ίδια στιγμή είπε «ζαλίζομαι, ζαλίζομαι...» κι έγειρε, χάνοντας την ευστάθεια του. Πρόλαβε η κοπέλα κι έπιασε λίγο το γέροντα και τον βοήθησε να μη χτυπήσει πολύ, πέφτοντας στο πάτωμα. Η αναπνοή του ήτανε πολύ δύσκολη και προσπαθούσε. Συγχρόνως έμπαιναν και οι πατέρες με πρώτο τον π. Ιλαρίωνα. Αμέσως σύγχυση, φόβος, πανικός, κλάματα...Γονάτισε δίπλα του ο π. Κύριλλος, πήρε να του τρίψει τα χέρια...άλλοι μοναχοί τρέξανε στον Άγιο Χαράλαμπο και κλαίγοντας κάνανε Παράκληση. Άλλος έτρεξε να τηλεφωνήσει σε γιατρό. Ο σφυγμός του μεγάλου ασκητή φάνηκε νηματοειδής, ανεπαίσθητος...Το πρόσωπο του πήρε λίγο κοκκινωπό χρώμα...έμεινε ήρεμο, χωρίς αγωνία...και μια στιγμή έκανε με τα σεπτά χείλη του ένα μικρό φύσημα...
Αυτό ήταν, σαν πουλάκι παρέδωσε το πνεύμα. Στις 4.17 το απόγευμα, ο μακαριστός γέροντας άφησε το φθαρτό κόσμο του πόνου. Μπήκε σε μακάρια μονή του Τριαδικού Θεού.

(Ο ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ ΤΣΑΛΙΚΗΣ Καθ. Στυλιανός Γ. Παπαδόπουλος ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΚΡΙΤΑΣ)

Σελίδα 1 από 6