Επιστολή 81 στον λογοθέτη Παντολέοντα. 

"... Καθόσον είναι εντολή του Κυρίου να μη σιωπάμε όταν κινδυνεύει η πίστη.

Γιατί λέγει να μιλάς και να μη σωπαίνεις και• «Εάν υποχωρεί, δεν ευαρεστείται η ψυχή μου σ’ αυτόν» και• «Εάν αυτοί σιωπήσουν, θα φωνάξουν δυνατά οι πέτρες».

Ώστε, όταν πρόκειται για την πίστη, δεν μπορούμε να πούμε. Εγώ ποιός είμαι; Είμαι ιερέας; Όχι. Άρχοντας; Ούτε. Στρατιώτης; Από πού; Γεωργός; Ούτε και αυτό. Είμαι φτωχός, εξασφαλίζοντας μόνο την καθημερινή μου τροφή. Δεν έχω λόγο, ούτε ενδιαφέρον για το θέμα αυτό.

Αλλοίμονο! Οι πέτρες θα κράξουν, και συ μένεις σιωπηλός και αδιάφορος;

Η αναίσθητη φύση υπάκουσε στον Θεό, και συ μένεις αδιάφορος;

Αυτό που δεν έχει ψυχή ούτε λογοδοτεί στο δικαστήριο, φοβούμενο κατά κάποιον τρόπο την εντολή, βροντοφωνάζει, και συ που πρόκειται να λογοδοτήσεις στον Θεό τον καιρό της κρίσεως ακόμα και για μια λέξη ανωφελή, έστω και αν είσαι ζητιάνος, λες απερίσκεπτα, Τί με νοιάζει γι’ αυτό;

«Αυτά», δεσπότη μου, λέγει ο Παύλος, «τα εφάρμοσα στον εαυτό μου και στον Απολλώ για χάρη σας, για να διδαχθείτε με το παράδειγμά μας, να μη φρονείτε περισσότερο από ό,τι είναι γραμμένο».

Ώστε ακόμα και ο φτωχός την ήμερα της κρίσεως δεν θα έχει καμμιά δικαιολογία, αν τώρα δεν μιλά, γιατί θα κριθεί και μόνο γι’ αυτό.

Και φυσικά δεν θα εξαιρεθεί κανένας από αυτούς που βρίσκονται ψηλά, ούτε και αυτός που φορά το στέμμα. Και η καταδίκη τους θα είναι η ανώτερη που υπάρχει. Γιατί λέγει, «Οι δυνατοί θα δικαστούν αυστηρότερα», και, «Καταδίκη φρικτή θα επιβληθεί στους άρχοντες».

Να μιλάς λοιπόν, κύριέ μου, να μιλάς. Γι’ αυτό και εγώ ο ταλαίπωρος, επειδή φοβάμαι το δικαστήριο, μιλώ.... "

Να μιλάς μέχρι τα θεοήχητα αυτιά του ευσεβούς βασιλιά, γιατί είσαι ένας από αυτούς που υπερέχουν.

(Θεοδωρου Στουδιτη, εκδ. ΕΠΕ Φιλοκαλια τομος 18Γ σελ. 77)

 

π. Ανδρέας Κονάνος. 

Ο Αγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης στην «Κλίμακα» λέει: Οταν ακουμπάς ένα φυσικό σώμα, σου μεταδίδει την ψυχρότητα ή τη θερμότητά του. Ακουμπάς, ας πούμε, ένα κρύο τζάμι και αισθάνεσαι ότι κρυώνεις κι εσύ. Παίρνεις από την ψυχρότητά του. Ακουμπάς ένα ζεστό σώμα, ένα ζεστό καλοριφέρ. Και ζεσταίνεσαι κι εσύ.

Οταν, λοιπόν, λες «ακουμπάω τον Θεό» -διότι αυτό είναι η προσευχή, είναι άγγιγμα του Θεού-, δεν είναι δυνατόν να Τον ακουμπάς και να συνεχίζεις να είσαι ίδιος! Δεν είναι παράξενο; Ακούμπησες Αυτόν που είναι ειρήνη, τον Θεό. Κι όμως εσύ δεν έχεις ειρήνη. Ακούμπησες την αγάπη, μα εσύ δεν έχεις αγάπη. Συνεχίζεις να εκδικείσαι. Θυμώνεις, αντιπαθείς ανθρώπους. Ζηλεύεις, φθονείς, μισείς, βγαίνουν από μέσα σου κακίες. Και, ζώντας σε ένα διαρκές κλίμα εμπάθειας, λέμε ότι μιλάμε στον Θεό. Η αληθινή προσευχή έχει αποδείξεις. Αποδείξεις της είναι η ευτυχία μας, η μακαριότητά μας, η λαμπρότητα του προσώπου μας, η ανάπαυση της καρδιάς μας. Δεν μπορεί να λες ότι προσεύχεσαι και να συνεχίζεις να 'σαι τόσο ταραγμένος. Κάτι δεν πάει καλά εδώ. Τα παιδιά λένε αλήθειες:

«Η μάνα μου πάει εκκλησία και λέει ότι προσεύχεται, μα εγώ δεν βλέπω αλλαγή στη ζωή της. Ούτε μεταμόρφωση στη συμπεριφορά της. Ούτε ηρεμία στο βλέμμα της».

Αγγιγμα Χριστού! Αυτό είναι η προσευχή. Το άγγιγμα που μεταμορφώνει. Είναι ταξίδι σε χώρους υπερατλαντικούς, υπεργήινους και υπεργαλαξιακούς. Δηλαδή, ξεπερνάς, όπως λέει ο Αγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, τα όρια αυτού του κόσμου. Πας πέρα απ' τα αστέρια, τους γαλαξίες, όλα τα στρώματα, τη στρατόσφαιρα κι όλα τα ουράνια επίπεδα. Και αγγίζεις τον Θεό. Και έπειτα επιστρέφεις στον κόσμο αυτό, στην καθημερινότητα και στις δουλειές σου, στην επαφή σου με τους ανθρώπους, φέρνοντας πλέον κάτι διαφορετικό. Οπως ο Χριστός μας όταν βγήκε από το Ορος των Ελαιών. Πώς ήταν; Μεταμορφωμένος. Διότι τόση ώρα προσευχόταν.

Οταν ρώτησε τους στρατιώτες που Τον έψαχναν «ποιον ζητάτε;», εκείνοι απάντησαν «τον Ιησού». Τότε ο Χριστός τούς είπε: «Εγώ είμαι». Και οι στρατιώτες έπεσαν κάτω! Γιατί; Γιατί ο Χριστός μας ήταν όλος μες στην προσευχή. Ηταν όλος μέσα στην παράδοση και την εμπιστοσύνη στον Ουράνιο Πατέρα Του. Και στο όρος της Μεταμόρφωσης, στο Θαβώρ, ακριβώς μια τέτοια ώρα έγινε η μεταμόρφωση: Την ώρα που ο Χριστός προσευχόταν. Λέει στην Αγία Γραφή: «Ἐγένετο δὲ αὐτοῦ προσευχομένου καὶ μετεμορφώθη ἔμπροσθεν αὐτῶν». Προσευχόταν και μεταμορφώθηκε. Στην πραγματικότητα, εκείνοι που μεταμορφώθηκαν ήταν οι μαθητές! Και είδαν τη λαμπρότητα του προσώπου Του, μα και τη δική τους ομορφιά. Προσευχή... (Κλείσε τα μάτια σου τώρα μόνο για ένα λεπτό και νιώσε ότι αναπνέεις την αγάπη του Θεού. Και συνέχισε το διάβασμα...)

Η ατμόσφαιρα της προσευχής αλλάζει την όλη κατάσταση του ανθρώπου. Διότι είναι επαφή με τον πυρήνα της ύπαρξής μας! Εκεί που είναι η Χάρη του Θεού και η σφραγίδα του Αγίου Πνεύματος, και η εικόνα του Χριστού. Λέμε ότι είμαστε πλασμένοι «κατ' εἰκόνα καὶ καθ' ὁμοίωσιν Θεοῦ». Αυτή η θεϊκή εικόνα και η γαλήνη είναι στον πυρήνα της ψυχής μας. Στο βάθος του είναι μας. Οταν προσεύχεσαι, τι κάνεις; Φεύγεις από τα γύρω. Σταματάς κάθε επαφή με τις φασαρίες αυτού του κόσμου: θορύβους, τηλεόραση, μουσική, εφημερίδες, ακούσματα. Βρίσκεις κάποια ήσυχη ώρα και κάνεις την προσευχούλα σου.

Από το βιβλίο του π. Ανδρέα Κονάνου «Ολα του γάμου δύσκολα...» των εκδόσεων Αθως

Η άξια της νηστείας. 
Ο Μ. Ναπολέων σε συμπόσιο που έκαμε, εκάλεσε και την κυρία Μοντεσκέ.

Αλλ’ η κυρία αυτή αν και καθόταν δίπλα στον Αυτοκράτορα, όμως δεν έτρωγε.

Οι ομοτράπεζοι το εθεώρησαν αυτό ως προσβολή και αγωνιούσαν για το τι θα κάμη ο Αυτοκράτωρ.
Ο Ναπολέων ερώτησε:

— «Γιατί δεν τρώτε κυρία μου;»
— «Διότι είναι Παρασκευή και νηστεύω», απάντησε η κυρία Μοντεσκιέ.
Την επομένη ο Ναπολέων την εκάλεσε στα ανάκτορα και της ανέθεσε την διαπαιδαγώγηση του διαδόχου.

Είχε εκτιμήσει την σταθερότητα του χαρακτήρος της.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο148)


Όταν ο βασιλεύς του μεσαίωνος Κλόβις (465-511) φωτίσθηκε στην αληθινή πίστη, ο Επίσκοπος, καθώς ο Κλόβις κατέβαινε στ’ αγιασμένα νερά του βαπτίσματος, του είπε:
-Σκύψε τον αυχένα, περήφανε πολεμιστή. Από εδώ και πέρα θα προσκυνάς ό,τι έκαψες και θα καίς ό,τι προσκυνούσες.
Ο Κλόβις ήταν πρώτα θανάσιμος διώκτης του Χριστιανισμού κι είχε κάψει πολλές Εκκλησίες, ενώ παράλληλα απ’ όπου περνούσε έστηνε από ένα ξύλινο άγαλμά του για να το προσκυνά ο όχλος.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο806)

Θα σε αφήσει ο κόσμος
«Φαίνεσθε ως φωστήρες εν κόσμω». (Φιλιπ. β' 15)
Ο νεόφυτος εξομολογούμενος λέγει στον πνευματικό του:
—Τώρα που γνώρισα το Χριστό πρέπει να εγκαταλείψω τον κόσμο και να φύγω στην έρημο.

—Όχι, του απαντά ο πεπειραμένος πνευματικός, δεν είναι ανάγκη να παρατήσης εσύ τον κόσμο. Γρήγορα θα παρατήση ο κόσμος εσένα. Ιδιοτρόπησε θα πουν για σένα οι μεν. Έγινε θρησκόληπτος, θα πουν οι άλλοι. Μ’ αυτό τον καλόγερο θα κάνουμε παρέα; θα πουν οι υπόλοιποι.
Σκώμματα και ειρωνείες και εμπαιγμούς πέταξε στο πρόσωπο των άγιων ο κόσμος. Λίγο πριν τους τιμούσε, όταν τους έμαθε ότι είναι χριστιανοί τους κατεδίκασε σε μαρτύρια εμπαιγμών.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973 Νο303)


Υπάρχουν δύο διαφορετικές ασκητικές τάσεις. 

Η μία εκφράζεται με τον διαλογισμό και κατά κάποιον τρόπο τη χαλάρωση, για την είσοδο του νου στον κόσμο της καθαρής σκέψεως.

Η οδός όμως του Χριστού είναι διαφορετική. Από τους δύο αυτούς δρόμους -τη χαλάρωση και την ένταση- η ένταση είναι ο δικός μας δρόμος. Στη μοναχική μας βιοτή δεν διδασκόμαστε να βρισκόμαστε σε κατάσταση χαλαρώσεως και να στοχαζόμαστε με τον νου. Όχι!

Αλλά είμαστε διαρκώς σε άκρα ένταση, σαν τεταμένη χορδή. Προσπαθήστε λοιπόν να διατηρείτε τη χορδή αυτή πάντοτε τεταμένη.

Στην προσευχή μας, όταν στεκόμαστε στην εκκλησία, όλοι οι μύες μας είναι τεταμένοι, και ταυτόχρονα η προσοχή μας. Η προσευχή μας λοιπόν δεν αποτελεί ανάπαυση απαθούς σκέψεως που ξεφεύγει από τα όρια των παθημάτων της γης. Όχι! Εμείς ζούμε τα παθήματα όλου του Αδάμ. Και αυτό είναι η ζωή μας.

Εξωτερικά η μοναχική ζωή φαίνεται ήσυχη. Μπορώ όμως να την παρομοιάσω με ηλεκτροφόρο καλώδιο υψηλής τάσεως, από το οποίο διέρχεται ενέργεια που κινεί τραίνα, εργοστάσια, θερμαίνει σπίτια. ωστόσο το μικρό πουλί μπορεί να κάθεται επάνω στο σύρμα αυτό. Έτσι και ο χριστιανός είναι παρόμοιο καλώδιο, επάνω στο οποίο μπορεί να καθίσει ένα πουλί, χωρίς να κινδυνεύσει.

Ταυτόχρονα όμως εμφορείται από τέτοια ενέργεια, που μπορεί πραγματικά να αναστατώσει όλο τον κόσμο. Συνεπώς, στη ζωή μας εξωτερικά δεν υπάρχει τίποτε το ιδιαίτερο, εσωτερικά όμως, με την ετοιμότητα για την υπακοή βρισκόμαστε ακατάπαυστα σε ένταση, αγωνιζόμενοι πώς να παραμείνουμε αμετακίνητοι στην αιώνια σκέψη του Θεού για τον άνθρωπο. Και αυτό είναι σπουδαίο, αποτελεί πραγματικά τη σχολή του μοναχισμού.

Με τη μικρή άσκηση της υπακοής ο άνθρωπος μεταβαίνει στο Άναρχο Είναι του Θεού μας, για το οποίο είναι αδύνατον να μιλήσουμε χρησιμοποιώντας τη λογική.

Διατηρήστε, λοιπόν, τη θέση αυτή: εξωτερικά τίποτε να μη φαίνεται, εσωτερικά όμως να υπάρχει ένταση στη ζωή μας.

Και τότε θα καταστούμε πιο εύθετοι για να εισέλθουμε στην αιώνια Βασιλεία του Χριστού.

(αρχιμανδρίτου Σωφρονίου Σαχάρωφ, Οικοδομώντας τον ναό του Θεού, τόμος Β, σελ. 41-42)

Ο πραγματικός χρόνος υπηρεσίας

Κάποιος νεαρός παρουσιάζεται σε μια επιχείρησι και ζήτα να τον προσλάβουν υπάλληλο.
Ο διευθυντής εξετάζει τα χαρτιά, που του έδωσε ο υποψήφιος, και παίρνει στο τηλέφωνο την επιχείρησι όπου ο νέος εργαζόταν προηγουμένως.
— Πόσον καιρό εργάσθηκε σε σας ο κ. X; ρωτά.
— Μερικές ώρες, του απαντούν.
— Μα πώς! κάνει έκπληκτος ο διευθυντής. Εδώ, το πιστοποιητικόν που του δώσατε, αναφέρει τρία χρόνια.
— Το πιστοποιητικό μίλα για το χρονικό διάστημα που ήταν υπάλληλος κι όχι για εκείνο που εργάσθηκε ήταν η απάντησις.
«Είμαι χριστιανός όσο ζω χριστιανικά κι όχι απλώς όσο ζω»
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο933)

Η εσωτερική πραγματικότης
Ο άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης αναφέρει το εξής χαριτωμένο επεισόδιο. Κάποιος είχε γυμνάσει ένα πίθηκο να χορεύη και να φέρεται σαν άνθρωπος.

Τον είχε ντύσει με φορεσιά αριστοκράτου και του είχε βάλει και μια ανθρώπινη μάσκα. Όλοι βλέποντας τον πίθηκο να χορεύη, νόμιζαν πώς ήταν ένα μικρό ανθρωπάκι. Κάποιος όμως από τους θεατάς είπε: Τώρα θα δήτε ότι δεν πρόκειται παρά για ένα πίθηκο. Του πέταξε στη σκηνή αμύγδαλα και το ζώο, παρατώντας τους χορούς και σχίζοντας τη μάσκα που το εμπόδιζε, ώρμησε στ’ αμύγδαλα κι άρχισε να τρώη.

Κι ο άγιος Γρηγόριος καταλήγει: «Έτσι κι οι υποκριταί˙ μόλις παρουσιαστή το συμφέρον ξεχνούν τον επιφανειακό τους ανθρωπισμό κι αποδεικνύονται κτήνη».
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο453)

«Άλας της γης» (Ματθ. ε' 13)
— Γιατί ο Χριστός είπε στους μαθητάς του ότι πρέπει να είναι το «άλας της γης»; ρώτησε η καθηγήτρια τα παιδιά.
Πολλές Απαντήσεις δόθηκαν στο ερώτημα αυτό. Είπαν ότι οι Χριστιανοί πρέπει να νοστιμίζουν την ανθρώπινη ζωή. Είπαν ότι οι Χριστιανοί πρέπει να προφυλάξουν την κοινωνία από την σαπίλα της αμαρτίας... Σε μια στιγμή όμως, μια μαθήτρια πετάχθηκε και είπε:
— Και κάτι άλλο, κυρία. Το αλάτι προκαλεί την δίψα...
Πράγματι, η ζωή του Χριστιανού πρέπει να είναι τόσο χαρούμενη και ζηλευτή, που οι άλλοι άνθρωποι να την ποθούν και διψώντας την να έρχωνται στο Χριστό.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο877)

Γράφεις ότι έχεις πολλές φροντίδες και μέριμνες.
Κάνε με επιμέλεια και φιλοτιμία ότι σου ζητήσουν οι δικοί σου.
Αλλά να ασχολείσαι με όλα ήρεμα, δίχως άγχος, ταραχή ή βαρυγκώμια.
Οι μέριμνες συνοδεύονται συνήθως από εσωτερική αναστάτωση.
Αυτό δεν είναι σωστό. Δεν μπορείς, βέβαια, πάντοτε να εξετάζεις
ότι σου αναθέτουν με απόλυτη νηφαλιότητα και να το εκτελείς με τέλεια αυτοσυγκέντρωση,
χωρίς την παραμικρή ταραχή ή διάσπαση.Την πνευματική ζωή, πάντως, δεν την δυσχεραίνουν
τόσο αυτές καθεαυτές οι καθημερινές ασχολίες του επίγειου βίου μας που είναι αναγκαίες
και αναπόφευκτες, όσο οι μάταιες μέριμνες, οι πολλαπλές έγνοιες και το διαρκές άγχος.
Το άγχος κατατρώει βασανιστικά την καρδιά και εμποδίζει την πνευματική προκοπή.
Ξεχώρισε, λοιπόν, τις αναγκαίες ασχολίες από τις μάταιες μέριμνες και τον έλλογο ζήλο από το άλογο άγχος.

Μάθε να εργάζεσαι νηφάλια, διατηρώντας την μνήμη του Θεού και πιστεύοντας 

ότι ευαρεστείς Εκείνον, όταν όλα σου τα έργα τα πράττεις ευσυνείδητα.
Γενικά, μην δείχνεις ιδιορρυθμία σε καμιά περίπτωση.
Να είσαι ευγενική, καλοσυνάτη και πρόσχαρη με όλους, όπως πάντα.
Μόνο ν'αποφεύγεις τα πολλά γέλια, τα χοντροκομμένα αστεία και τα μάταια λόγια.
Μπορείς και χωρίς αυτά να είσαι αβρή, ιλαρή και ευσυμπάθητη!
Ποτέ να μην είσαι σκυθρωπή. 'Οταν ο Κύριος λέει σ'εκείνους που νηστεύουν
να περιποιούνται τα μαλλιά τους και να νίβουν τα πρόσωπά τους (Ματθ.6:17),
εννοεί ακριβώς ότι πρέπει ν'αποφεύγουν την σκυθρωπότητα. Ο Θεός να σε φωτίσει!

Απόσπασμα από το βιβλίο Οσίου Θεοφάνη του έγκλειστου
"Ο Δρόμος της ζωής"(γράμματα σε μία ψυχή) σελίς 259 - 261

Έπραξαν άγια. 
Όταν οι στρατιώτες του Γεωργίου Καραϊσκάκη έπιασαν έναν συνάδελφό τους που είχε λιποτακτήσει κατά την ώρα της μάχης κι ετοιμάζονταν να τον σκοτώσουν, ο μεγάλος στρατηγός του 21 τους σταμάτησε και τους είπε:
— Σταθήτε μια στιγμή. Σας αφίνω να τον κάνετε ό,τι θέλετε. Αλλά σας λέω τούτο μονάχα: Αν τον σκοτώσετε, θα πράξετε δίκαια. Αν τον συγχωρήσετε, θα πράξετε άγια.
Οι στρατιώτες «έπραξαν άγια» και δεν έθιξαν ούτε μια τρίχα του λιποτάκτη.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο766)

Να πεθάνω
Κάποτε ο μέγας μαθηματικός της αρχαιότητος Ευκλείδης φιλονίκησε με τον αδελφό του κι εκείνος εξωργισμένος έφυγε απ’ το σπίτι φωνάζοντάς του:
— Να πεθάνω, αν δεν σ’ εκδικηθώ κάποτε.
Κι ο Ευκλείδης, που είχε συνέλθει στο μεταξύ, του αποκρίθηκε συντετριμμένος και με πραότητα:
— Κι έγώ να πεθάνω, αν δεν σου μαλακώσω την οργή με τον υπομονή μου κι αν δε σε κάνω να μ’ αγαπήσης περισσότερο.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο216)


Κάποιος συγγραφεύς υποστηρίζει ότι υπάρχουν τρεις τρόποι με τους οποίους οι άνθρωποι νοιώθουν τη ζωή.

Πολλοί την βλέπουν σαν ένα αναπαυτικό κρεββάτι, επάνω στον οποίον ξαπλώνονται και ζητούν να υπηρετούνται απ’ όλους τους άλλους.

Είναι οι οπαδοί του ηδονισμού και της απολαύσεως. Γρήγορα όμως καταντούν οι άνθρωποι αυτοί δυστυχείς, γιατί το κρεββάτι της ζωής δεν είναι τόσο αναπαυτικό όσο το φαντάζονται.

Γι’ αυτό στριφογυρίζουν με αγωνία και πόνο επάνω σ’ αυτό.

Άλλοι αντιλαμβάνονται τη ζωή σαν ένα μεγάλο καλάθι, που αγωνίζονται να το γεμίσουν οπωσδήποτε. Γνώσεις, χρήμα, χτήματα, φήμη, δόξα είναι το υλικό, με το οποίον προσπαθούν να το πληρώσουν.

Είναι οι οπαδοί του παχυλού υλισμού και της μαμωνολατρείας. Αλλ’ αυτό μένει πάντα άδειο, ενώ εκείνοι τρέχουν έως ότου ο θάνατος θέση τέρμα στην πολύμοχθη εκστρατεία τους.
Υπάρχει όμως και μια μερίδα ανθρώπων, που αντιλαμβάνονται τη ζωή τους σαν ένα λύχνο που καίεται, σαν μια λαμπάδα που λυώνει και φωτίζει το περιβάλλον.

Είναι οι γνήσιοι οπαδοί του Χριστού. Είναι άνθρωποι, που έθεσαν ιδανικό τους όχι να υπηρετηθούν, αλλά να υπηρετήσουν. Είναι οι εργάτες του καλού, ,που θυσιάζονται για να παρηγορήσουν τον πόνο του θλιμμένου, για να περιθάλψουν τον πάσχοντα, για να χύσουν «φώς ιλαρόν» στις τρισκότεινες καρδιές.

Είναι οι λύχνοι, που, τοποθετημένοι «επί την λυχνίαν», λάμπουν «πάσι τοις εν τη οικία».
Από το βιβλίο «Κογχύλια από την Τιβεριάδα»
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973 Νο642)

Το παράδειγμα. 
«Ίνα επακολουθήσετε τοις ίχνεσιν αυτών». Μια νεαρή Κινέζα πολύ πρόσεχε έναν ιεροκήρυκα που από καιρό είχε έλθει στο χωριό της.

Της έκανε ιδιαίτερη εντύπωσι η αγάπη του για τους ασθενείς και τους πτωχούς, οι καλοί του τρόποι και πόσο ακούραστα πάντα προσπαθούσε να κάνη το καλό. Μια ημέρα έτυχε η μικρή Κινέζα να συναντηθή σ’ ένα χωριό με μια ιεραπόστολο η οποία άρχισε να της διηγήται για κάποιον που χε έλθει να υπηρετήση τους άλλους, να περιθάλψη τους πτωχούς, να δώση το φώς στους τυφλούς κλπ.».
Αφού τέλειωσε την αφήγησί της ρώτησε την Κινεζοπούλα.
-«Ξέρεις ποιός είναι αυτός;»
«Μάλιστα, απάντησε αφελέστατα, τον ξέρω, είναι ο Ιεραπόστολος του χωρίου μας».
Η ζωή του Ιεραποστόλου αυτού ταίριαζε τόσο πολύ με την περιγραφή του Ιησού.
Σήμερα ο κόσμος έχει ανάγκη από ανθρώπους που να ζουν τη ζωή του Χριστού.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο163)

Η ζωντανή «Μίμησις»
Ένας άγιος ιερεύς, ονόματι Φρανσουά Μπιγιόν, βρισκόταν στη φυλακή της Βαστίλλης κατά τη Γαλλική Επανάσταση, μαζί με τον κόμητα ντε Λουζέν που ήταν πρώτα άπιστος κι άσωτος, αλλά είχε μετανοήσει χάρι στον συγκρατούμενό του κληρικό.
Μια μέρα κάποιος γνωστός του ιερέως ήρθε στη φυλακή και τον ρώτησε τι ήθελε να του φέρη απ' έξω.
— Μια «Μίμηση του Χριστού», αποκρίθηκε ο ιερεύς.
— Και σείς, κύριε, τι θέλατε, ρώτησε ο επισκέπτης τον κόμητα ντε Λουζέν.
— Εγώ; Τίποτε, είπε εκείνος.
Και προσβλέποντας προς τον ιερέα, πρόσθεσε:
— Έχω τη «Μίμηση του Χριστού» ζωντανή μπροστά μου. Έχω τον ιερέα Φρανσουά Μπιγιόν.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973 Νο284)

 

 

Σελίδα 1 από 4