Γράφει ο Επίσκοπος Σουρόζ Anthony Bloom: Πριν λίγα χρόνια μια νέα κοπέλα που έπασχε από ανίατη ασθένεια έγραφε:

«Πόσο ευγνώμων είμαι στο Θεό για την αρρώστια μου. Καθώς αδυνατίζει το σώμα μου, το νιώθω να γίνεται όλο και πιο διάφανο στις ενέργειες του Θεού».

Της απάντησα:

«Να ευχαριστείς το Θεό γι’ αυτό που σου έχει δώσει, αλλά μην περιμένεις να κρατήσει αυτή η κατάσταση. Θα έρθει η ώρα που αυτό το αδυνάτισμα του κορμιού σου θα πάψει να σε κάνει να αισθάνεσαι πνευματική. Και τότε θα πρέπει να εξαρτάσαι από τη Χάρη και μόνο».
Λίγους μήνες αργότερα μου ξανάγραψε:

«Έχω τόσο εξασθενήσει, που δεν έχω πια τη δύναμη να τρέξω να ακουμπήσω στο Θεό. Το μόνο που μου μένει είναι να σιωπώ, να παραδίδω τον εαυτό μου ελπίζοντας ότι ο Θεός θα έρθει προς εμένα».

Και πρόσθεσε αυτό που πρέπει να προσέξουμε από όλη αυτή την ιστορία:

«Προσευχηθείτε στο Θεό να μου χαρίσει το κουράγιο να μην προσπαθήσω ποτέ να κατασκευάσω μια ψεύτικη παρουσία για να γεμίσω το τρομερό κενό που αφήνει η απουσία Του».

Η διαφορά. 
Ένας ιεροκήρυξ ετελείωσε το υπαίθριον κήρυγμά του, και το ακροατήριον ητοιμάζετο να διαλυθή, όταν αυτός τους φωνάζη:

«Μια στιγμή, κυττάξτε εκεί στο δρόμο!

Περνούσαν δύο, με δεμένα τα χέρια με την αλυσσίδα, και δύο αστυφύλακες τους είχαν στη μέση !! Όλοι γύρισαν να τους ιδούν.

«Λοιπόν, λέγει ο ιεροκήρυξ, μεταξύ εμού και αυτών δεν υπάρχει καμμιά διαφορά!! Εάν εγώ είμαι εδώ και σας κηρύττω και αυτοί εκεί αλυσσοδεμένοι, την διαφοράν την κάνει η χάρις του Θεού, που εδέχθηκα εγώ στην καρδιά μου, ενώ εκείνοι ευρέθηκαν εις άλλο περιβάλλον, δεν άκουσαν περί Θεού, ή αδιαφόρησαν και περιφρόνησαν την αγάπην του Θεού, και βρίσκονται σήμερα στη λυπηρά αυτή θέση.

Η φύσις μας είναι η ίδια, αμαρτωλή. Σ' αυτούς εξελίχθη χωρίς το χαλινάρι του Θεού, από μια κακή σκέψη, σ’ ένα κακό λόγο, και τέλος σε μια κακή πράξη, που τους έφερε στο λυπηρόν αυτό κατάντημα».

Η χάρις του Θεού η σωτήριος, προσφέρεται σήμερον και στον καθένα από σας, δωρεάν, δια του Χριστού».
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο104)

Η φωνή του Πνεύματος. 
Διηγούνται, πως κάποτε μια συντροφιά ασεβών βρήκε τρόπο διασκεδάσεως τη διακωμώδηση του ιερού Ευαγγελίου.

Πήρε ο πρώτος της παρέας στα χέρια του την αγία Γραφή και άρχισε να διαβάζη απομιμούμενος τη φωνή του ιερέως του. Το κομμάτι που διάβαζε, ήταν κατά τύχην η παραβολή του Ασώτου.
«Άνθρωπός τις είχε δύο υιούς», εδιάβαζε ο κωμωδός. «Και συναγαγών άπαντα ο νεώτερος απεδήμησεν εις χώραν μακράν...».

«Σαν και σένα, Γιάννη», του φώναξε ο πιο έξυπνος και η παρέα άρχισε να καγχάζη.
«Και εκεί διεσκόρπισε την ουσίαν αυτού, ζων ασώτως».

«Σαν και σένα, Γιάννη», του ξαναφώναξαν αστεϊζόμενοι.

Αλλ' εκείνος αυτή τη φορά δε μίλησε. Κάτι ένοιωθε μέσα του, καθώς έβλεπε μέσα στις γραμμές της παραβολής, που θέλησε να περιγελάση, να αναδύεται ο ίδιος ο εαυτός του. Ένας κόμπος έδενε το λαιμό του.

Και όταν έφθασε στο «Αναστάς, πορεύσομαι προς τον Πατέρα μου», ξέσπασε σε δάκρυα. Οι άλλοι τον κύτταζαν κατάπληκτοι.

Αλλ’ εκείνος «αναστάς ήλθε προς τον πατέρα αυτού». Το Πνεύμα του Θεού του είχε μιλήσει σε μια ανεπάντεχη στιγμή με ένα εντελώς ξεχωριστό τρόπο...
Και σε σένα κράζει το Πνεύμα, φίλε αναγνώστα. Προσπάθησε ν’ ακούσης τη φωνή του.

«Εξαπέστειλεν ο Θεός το πνεύμα του υιού αυτού εις τας καρδίας υμών, κράζον, Αββά, ο πατήρ». Ακούεις την κραυγή του;
Από το βιβλίο «Ύδωρ εκ Πέτρος- του κ. Κ. Κούρκουλα

(Πνευματικός Λειμών, Ιωάννου Μόσχου, εκδ. ΕΠΕ,Φιλοκαλία τόμος 2, σελ. 319). 

Υπάρχει στη Θηβαΐδα μια πόλη που τη λένε Λυκώ. Σ’ αυτήν υπάρχει ένα βουνό έξι μίλια μακριά. Σ' αυτό το βουνό μένουν μοναχοί, άλλοι σε σπήλαια και άλλοι σε κελλιά.

Πηγαίνοντας εμείς εκεί επισκεφθήκαμε τον αββά Ισαάκ, Θηβαίο κατά το γένος. Μας διηγήθηκε ο γέροντας.
Πριν πενήντα δύο χρόνια, καθώς έκαμνα το εργόχειρό μου (έκαμνα μια κουνουπιέρα μεγάλη), έκανα λάθος και στενοχωριόμουν, γιατί δεν έβρισκα το λάθος μου. Πέρασα όλη την ήμερα μονολογώντας ανόητα και δεν ήξερα τι να κάνω. Και καθώς ήμουν στενοχωρημένος, να από το πορτάκι μπαίνει κάποιος νεανίσκος και μου λέει.
- Έκανες λάθος, αλλά δος το σε μένα να το διορθώσω.
Του λέγω.
- Φύγε συ από δω και ας μη γίνει ποτέ.
Μου αποκρίθηκε τότε αυτός
- Όμως θα ζημιώσεις τον εαυτό σου, αν δεν το κάνεις σωστά.
Του λέγω.
- Για αυτό μην σε ενδιαφέρει.
Πάλι μου λέει.
- Αλλά σε λυπάμαι, γιατί θα πάει στα χαμένα ο κόπος σου.
Τότε του είπα.
- Κακώς ήρθες εδώ μαζί μ’ αυτούς που σε έφεραν.
Τότε μου λέει.
- Στ’ αλήθεια, εσύ με ανάγκασες να έρθω, γιατί είσαι δικός μου.
Τού λέγω.
- Πώς το εννοείς αυτό;
Αυτός μου είπε.
- Έχεις τρεις Κυριακές που κοινωνάς, ενώ είσαι ψυχραμένος με το γείτονά σου.
Και εγώ τού είπα.
- Ψέματα μου λες.
Και αυτός.
- Δεν του κρατάς κακία για το «μάττιν» (αιγυπτιακή μονάδα χωρητικότητας) της φακής; Εγώ είμαι ο ειδικός για τη μνησικακία, και από τώρα είσαι δικός μου.
Μόλις άκουσα αυτά, άφησα το κελλί μου και πήγα στον αδελφό και έβαλα μετάνοια, και αφού συμφιλιωθήκαμε, επέστρεψα και βρήκα πώς έκαψε την κουνουπιέρα και την ψάθα που έκαμνα τις μετάνοιες, γιατί με φθόνησε για την δικιά μας αγάπη.

ΛΟΓΙΣΜΟΙ ΚΑΙ ΠΛΑΝΗ.
Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης

Να θυμάσαι και να φοβάσαι δύο λογισμούς. Ο ένας λέει: «Είσαι άγιος»·

και ο άλλος: «Δεν θα σωθείς».

Και οι δύο αυτοί λογισμοί προέρχονται από τον εχθρό και δεν έχουν αλήθεια μέσα τους. Εσύ, όμως, να σκέφτεσαι:

«Εγώ είμαι μεγάλος αμαρτωλός, αλλά ο Ελεήμων Κύριος αγαπά πολύ τους ανθρώπους και θα συγχωρέσει και σ’ εμένα τις αμαρτίες μου».
Πίστευε έτσι, και θα γίνει σύμφωνα με την πίστη σου: Θα σε συγχωρήσει ο Κύριος. Μην βασίζεσαι, όμως, στους προσωπικούς σου αγώνες, έστω και αν είσαι μεγάλος ασκητής. Ένας ασκητής μου έλεγε: «Βεβαίως θα ελεηθώ, γιατί κάνω τόσες μετάνοιες την ημέρα». Όταν, όμως, ήρθε ο θάνατος, «διέρρηξε τα ιμάτιά του».
Όχι, λοιπόν, για τις ασκήσεις μας, αλλά δωρεάν, κατά την χάρη Του ελεεί ο Κύριος. Ο Κύριος θέλει την ψυχή να είναι ταπεινή, άκακη και να συγχωρεί τους πάντες με αγάπη· τότε και ο Κύριος συγχωρεί με χαρά. Ο Κύριος τους αγαπά όλους και εμείς οφείλουμε να Τον μιμούμαστε και να αγαπούμε τους πάντες και, αν δεν μπορούμε, τότε πρέπει να Τον παρακαλούμε, και ο Κύριος δεν θα αρνηθεί αλλά θα βοηθήσει με την χάρη Του.
Όταν ήμουν αρχάριος, γνώρισα την αγάπη του Θεού, που είναι απερίγραπτη. Η ψυχή αισθάνεται συν Θεώ και εν Θεώ, και το πνεύμα χαίρεται για τον Κύριο, έστω κι αν το σώμα αποκάμνει από την αγαθότητα του Θεού. Μπορείς, όμως, να χάσεις αυτήν την χάρη και με έναν κακό λογισμό.
Με τον κακό λογισμό εισέρχεται μέσα μας μία εχθρική δύναμη και τότε σκοτίζεται η ψυχή και την βασανίζουν κακές σκέψεις. Τότε ο άνθρωπος αισθάνεται την απώλειά του και καταλαβαίνει ότι ο ίδιος, χωρίς την χάρη του Θεού, είναι μόνο «γη και σποδός».
Η ψυχή που γνώρισε τον Κύριο, μαθαίνει από την μακροχρόνια πείρα της ότι, αν ο άνθρωπος ζει σύμφωνα με τις εντολές, τότε αισθάνεται, έστω και λίγο, την χάρη μέσα του κι έχει παρρησία στην προσευχή. Αν, όμως, αμαρτήσει με κάποιον λογισμό και δεν μετανοήσει, τότε κρύβεται η χάρη και η ψυχή θρηνεί και οδύρεται ενώπιον του Θεού.

Έτσι η ψυχή διέρχεται όλη της την ζωή στον αγώνα με τους λογισμούς. Εσύ, όμως, μην μένεις στην ακηδία  εξαιτίας του αγώνα, γιατί ο Κύριος αγαπά τον ανδρείο αγωνιστή.

«Παρέλαβε η κιβωτός (του Νώε) άλογα ζώα και έσωσε άλογα ζώα· παραλαμβάνει η Εκκλησία παράλογους ανθρώπους και όχι μόνο τους σώζει, αλλά και τους μεταμορφώνει.

Παρέλαβε η κιβωτός κόρακα και έστειλε κόρακα· παραλαμβάνει η Εκκλησία ανθρώπους μαύρους από την αμαρτία, σαν τον κόρακα, και τους παραδίδει αθώους σαν τα περιστέρια·

παραλαμβάνει ανθρώπους με άγρια αισθήματα, σαν το λύκο, και τους παραδίδει ήμερους σαν τα πρόβατα.

Γιατί, όταν μπει μέσα στην Εκκλησία άνθρωπος που αρπάζει, που είναι πλεονέκτης, και ακούσει τα θεία λόγια της χριστιανικής διδασκαλίας, αλλάζει νοοτροπία, και αντί για λύκος που ήταν γίνεται πρόβατο.

Και ο μεν λύκος αρπάζει και τα ξένα πρόβατα, ενώ το πρόβατο χαρίζει και το μαλλί του» (Εις πτωχόν Λάζαρον, Λόγος ΣΤ,7,ΕΠΕ 25,606)


«Δεν θα σφάλει κανείς, αν ονομάσει την Εκκλησία ανώτερη από την κιβωτό.

Γιατί η κιβωτός δεχόταν ζώα και τα διατηρούσε ζώα, ενώ η Εκκλησία παίρνει τα ζώα και τα μεταβάλλει.

Για παράδειγμα· μπήκε εκεί γεράκι και βγήκε γεράκι· μπήκε λύκος και βγήκε λύκος· ενώ εδώ, στην Εκκλησία, μπαίνει κανείς γεράκι και βγαίνει περιστέρι· μπαίνει λύκος και βγαίνει πρόβατο·

μπαίνει φίδι και βγαίνει αρνί, όχι γιατί αλλάζει η φύση, αλλά γιατί απομακρύνεται η κακία» (Περί μετανοίας, Ομιλ. Η, 1 ΕΠΕ 30,284-286)

Η φτερούγα της θελήσεως.

Ο κόσμος εύκολα επηρεάζεται και προς το καλό και προς το κακό. Προς το κακό επηρεάζεται πιο εύκολα, γιατί εκεί κανοναρχεί και ο διάβολος. Πές σε έναν λ.χ. να κόψη το τσιγάρο, γιατί βλάπτει. Μόλις θα αποφασίση να το κόψη, θα πάη ο διάβολος και θα του πή: «Εκείνο το τσιγάρο έχει λιγώτερο φαρμάκι, το άλλο έχει φίλτρο και καθαρίζει... Κάπνισε από ᾿κείνα· δεν θα σε βλάψουν». Θα του βρη δηλαδή μια δικαιολογία, για να μην το κόψη· θα του βρή... μια λύση! Γιατί ο διάβολος μπορεί να μας βρη ένα σωρό δικαιολογίες. Και εκείνο το τσιγάρο που του προτείνει, μπορεί να τον βλάψη ακόμη περισσότερο. Γι' αυτό χρειάζεται να έχουμε θέληση. Και αν κανείς δεν κόψη τα κουσούρια του, όταν είναι ακόμη νέος, μετά είναι δύσκολο να τα κόψη, γιατί, όσο περνάει η ηλικία, εξασθενεί η θέληση.

Αν ο άνθρωπος δεν έχη θέληση, δεν μπορεί να κάνη τίποτε. Ο Ιερός Χρυσόστομος λέει: «Εν τω θέλειν και τω μη θέλειν κείται το πάν». Δηλαδή όλα εξαρτώνται από το αν θέλη ή αν δεν θέλη ο άνθρωπος. Μεγάλη υπόθεση! Ο Θεός είναι φύσει αγαθός και θέλει πάντοτε το καλό μας. Χρειάζεται όμως να θέλουμε και εμείς. Γιατί ο άνθρωπος πετά πνευματικά με δυο φτερούγες· με την θέληση του Θεού και με την θέληση την δική του. Ο Θεός την μια φτερούγα – την δική Του θέληση – μας την έχει κολλήσει μόνιμα στον έναν ώμο μας. Αλλά για να πετάξουμε πνευματικά, πρέπει και εμείς να κολλήσουμε στον άλλο ώμο την δική μας φτερούγα, την ανθρώπινη θέληση. Άμα ο άνθρωπος έχη δυνατή θέληση, έχει την φτερούγα την ανθρώπινη, που ισορροπεί με την θεϊκή φτερούγα, οπότε πετάει. Ενώ, αν η θέλησή του είναι ατροφική, πάει να πετάξη λίγο και τουμπάρει. Ξαναπροσπαθεί λίγο, πάλι τούμπα!

       Γέροντα, καλλιεργείται η θέληση;  

– Δεν έχουμε πει ότι όλα καλλιεργούνται; Θέληση υπάρχει σε όλους τους ανθρώπους, σε άλλους λίγη και σε άλλους περισσότερη. Όταν ο άνθρωπος έχη διάθεση να αγωνισθή, προσεύχεται και ζητά από τον Θεό να του αυξήση την θέληση, και ο Θεός τον βοηθάει. Όταν δεν κάνη προκοπή ο άνθρωπος, τότε να ξέρη ότι ή δεν βάζει καθόλου θέληση ή θα βάζη λίγη και αυτή θα είναι εξασθενημένη, οπότε και αυτό πάλι δεν βοηθάει. Ένα πουλί, ας υποθέσουμε, έχει την μία φτερούγα του γερή, αλλά παραμελεί την άλλη· της πέφτουν μερικά φτερά και μετά δεν μπορεί να πετάξη σωστά. Η μία φτερούγα δουλεύει καλά, η άλλη όμως είναι σαν την σπασμένη τσατσάρα. Την κουνάει το πουλί, αλλά μπαίνει αέρας ενδιάμεσα και δεν μπορεί να πετάξη καλά. Πετάει λίγο και μετά κάνει τούμπες. Πρέπει να έχη ακέραιη και αυτήν την φτερούγα, για να μπορή να πετάη.

Έτσι και ο άνθρωπος, θέλω να πώ, πρέπει να προσέχη και να μην παραμελή την ανθρώπινη θέληση, αν θέλη να πετάη συνέχεια σωστά, πνευματικά. Γιατί το ταγκαλάκι τί κάνει; Πάει σιγά-σιγά και τραβάει από την ανθρώπινη φτερούγα πρώτα κανένα μικρούτσικο φτερό, ύστερα κανένα λίγο μεγαλύτερο, και αν δεν προσέξη ο άνθρωπος, του βγάζει και ένα μεγάλο, οπότε πάει να πετάξη και δεν μπορεί. Και αν τυχόν του τραβήξη μερικά φτερά, τότε, όταν πάη να πετάξη, μπαίνει αέρας στην φτερούγα που της λείπουν φτερά και κάνει τούμπες.

Η θεϊκή φτερούγα είναι πάντα γεμάτη, συμπληρωμένη· δεν της λείπουν φτερά, γιατί ο διάβολος δεν μπορεί να τα τραβήξη και να τα βγάλη· είναι θεϊκή. Να προσέχη ο άνθρωπος να μην αμελήση και του βγάλη ο διάβολος κανένα φτερό από την δική του φτερούγα. Όταν αρχίζη σιγά-σιγά λίγο η τεμπελιά, λίγο η αδιαφορία, εξασθενεί η θέληση. Τί να κάνη ο Θεός, αν δεν θέλη ο άνθρωπος; Δεν θέλει να επέμβη, γιατί σέβεται την ελευθερία του ανθρώπου. Αχρηστεύει έτσι ο άνθρωπος και την φτερούγα του Θεού. Όταν όμως έχη θέληση, έχη δηλαδή και την δική του φτερούγα ακέραιη, τότε θέλει ο Θεός, θέλει και ο άνθρωπος, και πετάει ο άνθρωπος.

 – Δηλαδή, Γέροντα, τί είναι ακριβώς αυτό το πέταγμα; Εννοείτε να θέλω να

προοδεύσω πνευματικά, να θέλω την σωτηρία μου;

 – Ναί, βρέ παιδί! Όταν λέω πέταγμα, εννοώ την άνοδο την πνευματική, δεν

εννοώ να πετάξω να ανέβω σε κανένα κυπαρίσσι!

(Γέροντος Παϊσίου Λόγοι, τόμος Β σελ.116-118)

Η διαφορά
Ένας ιεροκήρυξ ετελείωσε το υπαίθριον κήρυγμά του, και το ακροατήριον  ητοιμάζετο να διαλυθή, όταν αυτός τους φωνάζη:

«Μια στιγμή, κυττάξτε εκεί στο δρόμο! Περνούσαν δύο, με δεμένα τα χέρια με την αλυσίδα, και δύο αστυφύλακες τούς είχαν στη μέση!! Όλοι εγύρισαν να τους ιδούν.

«Λοιπόν, λέγει ο ιεροκήρυξ, μεταξύ εμού και αυτών δεν υπάρχει καμμιά διαφορά!! Εάν εγώ είμαι εδώ και σας κηρύττω και αυτοί εκεί αλυσσοδεμένοι, την διαφοράν την κάνει η  χ ά ρ ι ς  τ ο υ  Θ ε ο ύ, πού εδέχθηκα εγώ στην καρδιά μου, ενώ εκείνοι ευρέθηκαν εις άλλο περιβάλλον, δεν άκουσαν περί Θεού, ή αδιαφόρησαν και περιφρόνησαν την αγάπην του Θεού, και βρίσκονται σήμερα στη λυπηρά αυτή θέση. Η φύσις μας είναι η ίδια, αμαρτωλή. Σ’ αυτούς  εξελίχθηκε  χωρίς το χαλινάρι του Θεού, από μια κακή σκέψη, σ΄ ένα κακό λόγο, και τέλος σε μια κακή πράξη, που τους έφερε στο λυπηρόν αυτό κατάντημα».

Η  χ  ά ρ ι ς  του  Θ ε ο ύ  ή  σ ω τ ή ρ ι ο ς, προσφέρεται σήμερον και στον καθένα από σας, δωρεάν, διά του Χριστού».

Τα μηδενικά
    Σε κάποιο μουσείο βρίσκεται ένας ωραίος ζωγραφικός  πίναξ, που παριστάνει ένα μικρό παιδί να γράφη σ’ ένα πίνακα στη σειρά μηδενικά. Πλάι στο παιδί στέκεται ένας άγγελος, που θέτει τον αριθμό 1 μπροστά στα μηδενικά.
     Ο πίναξ αυτός έχει τον τίτλο «Ανθρώπινη θέλησις και θεία Χάρις».

Το νοημά του είναι απλούστατο. Ό,τι  κάνουμε εμείς οι άνθρωποι δεν έχει αυτό  καθεαυτό αξία. Είναι σαν τα μηδενικά.  Η θεία  Χάρις είναι ο αριθμός που μπαίνει μπροστά στα μηδενικά και τους δίνει μεγάλη αξία. Τότε, όσο περισσότερα …μηδενικά υπάρχουν, δηλαδή καλά έργα μας, τόσο περισσότερο αξίζουμε.

 

(από το βιβλιο Ψιχία απότης τραπέζης, Κωνσταντίνου Κούρκουλα)

...και απευθύνει στoν καθένα μας το «ελθέ», που είπε στον Απόστολο Πέτρο. Μας καλεί να ακολουθήσουμε τη δική Του πορεία. Να μην καταποντισθούμε στην τρικυμισμένη θάλασσα του κόσμου, να μη φοβηθούμε τους ανέμους και τη θαλασσοταραχή, να μη δειλιάσουμε μπροστά στη δύναμη των παθών και της αμαρτίας. Να νικήσουμε τον εαυτό μας και να ξεπεράσουμε τις απαιτήσεις της φθαρτής φύσεώς μας. Να ζήσουμε τη ζωή του Πνεύματος και της αγιότητας βαδίζοντας και μεις, με τη δική Του δύναμη, «επί τα ύδατα».

Διότι το «ελθέ» που απευθύνει ο Κύριος δεν είναι μόνο πρόσκληση για αγώνα. Είναι συγχρόνως και χάρη και δύναμη θεία, που κάνει τη θάλασσα στεριά και δυνατή τη ζωή του Πνεύματος. Είναι ακόμη και απόδειξη της πραγματικής παρουσίας του Χριστού στη ζωή μας. «Κύριε, ει συ ει, κέλευσόν με προς σε ελθείν επί τα ύδατα», είπε ο Πέτρος. Επειδή ακριβώς ο Χριστός δεν είναι φάντασμα, αλλά είναι ο ένας και μόνος αληθινός Θεός, «κελεύει», προστάζει και τον Πέτρο και όλους μας «ελθείν επί τα ύδατα» και κάνει στη ζωή μας τα αδύνατα δυνατά.
Στη λογική μας η απαίτηση του απόστολου Πέτρου φαίνεται υπερβολική: Κύριε, αν είσαι εσύ, δώσε μου την εντολή να έλθω προς σε βαδίζοντας και εγώ πάνω στα ύδατα. Δηλαδή, αν είσαι εσύ, τότε και εγώ μπορώ να κάνω ό,τι και συ.
Αλλά γιατί; Κάλλιστα μπορούσε και αυτός που φάνηκε να βαδίζει πάνω στα κύματα να ήταν όχι φάντασμα αλλά ο Χριστός, και ο Πέτρος να παρέμενε στην αδυναμία του. Αλλά ο Κύριος δέχθηκε τον όρο που έθεσε ο τολμηρός μαθητής και απάντησε το «ελθέ». Δεν του είπε: Αυτό που ζητάς είναι υπερβολικό. Δεν είμαστε ίδιοι, για να μπορούμε να κάνουμε τα ίδια. Αλλά: Θα αποδείξω ότι είμαι εγώ, καθώς τώρα θα σου δώσω τη δυνατότητα να κάνεις ό,τι κάνω και εγώ. Η απάντηση του Χριστού είναι πιο εντυπωσιακή από την απαίτηση του μαθητού.
Όταν κόπασε ο άνεμος, όταν τέλειωσε πια το θαύμα, αυτοί που ήταν μέσα στο πλοίο ήλθαν, προσκύνησαν τον Χριστό με πολλή ευλάβεια και είπαν: «αληθώς Θεού υιός ει».
Ένας αληθινός Θεός δεν μπορεί παρά να έχει τη δυνατότητα να μας κάνει όλους θεούς. Αλλιώς δεν είναι Θεός! Στην απαίτηση του Πέτρου κρύβεται μια μεγάλη αλήθεια: ο Χριστός είναι ο Θεός που έγινε άνθρωπος, για να δώσει στον άνθρωπο τις δυνατότητες του Θεού, για να αναδείξει τον άνθρωπο θεό κατά χάριν.
........................Ο πιστός μιμείται τον Χριστό, επαναλαμβάνει στη μικρή ανθρώπινη ζωή του τη ζωή του Χριστού, όσο αυτό είναι δυνατό στον άνθρωπο. Πορεύεται στη ζωή του ο άνθρωπος του Χριστού με το φρόνημα, την αυταπάρνηση, την ταπείνωση και αγάπη του Χριστού. «Ο λέγων εν αυτώ μένειν οφείλει, καθώς εκείνος περιεπάτησε, και αυτός ούτω περιπατείν» (Α΄Ιω. β΄6). Πάνω στη θάλασσα. Πάνω στα κύματα της ζωής, όπως Εκείνος.
«Πάντα ισχύω εν τω ενδυναμούντι με Χριστώ», λέγει ο απόστολος Παύλος. Με τη δύναμη και τη χάρη του Χριστού όλα τα μπορώ. Ακόμη και να γίνω θεός!

(απόσπασμα από το βιβλίο «Η ΟΔΟΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ», Αρχιμ. ΑΣΤΕΡΙΟΥ Σ. ΧΑΤΖΗΝΙΚΟΛΑΟΥ)

“Βασίλισσα των Φράγκωνήταν η Αγ. Κλοτίλδη. Τότε, (450-600 μ.Χ.), οι Φράγκοι ήταν Ορθόδοξοι. Ο σύζυγος της, βασιλιάς Κλοδοβίκος (481-511), ήταν ένα αληθινό αγρίμι, και πνευματικά νεκρός. Και όποτε νευρίαζε, ξεσπούσε στη γυναίκα του με τόσο βάρβαρο τρόπο, που ακόμη και οι αξιωματούχοι του, που τον έτρεμαν, αγανακτούσαν!
Και μια ημέρα τόλμησαν και της το είπαν:
-Δεν κάνεις καλά, που τον ανέχεσαι! Δεν έχεις γνώμη; Δεν έχεις θέλησι; Βασίλισσα είσαι! Μίλα, κακομοίρα! Θα σε φάη το θηρίο! Δεν έχεις γνώμη; Δεν έχεις θέλησι;
Απάντησε εκείνη με απλότητα:
-Προσπαθώ να μην έχω δικό μου θέλημα!

Τη ρώτησαν:
-Και πώς τα καταφέρνεις; Εμείς, δούλοι του, σε τέτοιες βάρβαρες ενέργειες του επαναστατούμε! Εσύ βασίλισσα, τί λες τότε στον εαυτό σου;
Τους απάντησε σταθερά:
-Όταν παντρεύθηκα, το θέλημά μου το άφησα στο σπίτι του πατέρα μου. Και πήρα την απόφασι, θέλημά μου να έχω το θέλημα του συζύγου μου. Ότι κι αν είναι!
-Και πώς τα ξεπερνάς κάτι τέτοια;
-Με τη Χάρι του Θεού.
Και, λοιπόν; Ποιό ήταν το αποτέλεσμα;
Μία φώναξε ο Κλοδοβίκος, δύο φώναξε, δέκα φώναξε, και τα έκανε όλα γυαλιά-καρφιά. Μα μπροστά στην πραότητα, στην ηρεμία και στην υπομονή της γυναίκας του, έσπασε. Και μαλάκωσε. Και πίστεψε. Και έγινε καλός Χριστιανός.
Και από τότε, δεν έκανε ποτέ πιά τίποτε χωρίς τη γνώμη της. Όχι μόνο σε θέματα οικογενειακά, αλλά και στα κρατικά και στα θέματα πολέμου ακόμη!...
Και όλοι βλέποντας την αλλαγή, απορούσαν, και διερωτώντο:
-Πώς άλλαξαν τα πράγματα; Πώς ήλθαν τα άνω κάτω;
Την απάντησι την έδωκε ο Κλοδοβίκος:

-Με κατάκτησε η αγάπη και η υπομονή της γυναίκας μου. Αυτή δεν είναι απλή γυναίκα, είναι αγία.
Και πράγματι ήταν αγία η Κλοτίλδη.
Και όσο κι αν τη θαύμαζε ο σύζυγός της, εκείνη δεν άλλαξε απέναντί του συμπεριφορά. Τον σεβόταν και τον υπάκουε σε όλα. Και ο Κλοδοβίκος αισθανόταν κοντά της πιο πολύ άνδρας και πιο πολύ βασιλιάς από ό,τι τότε που έκανε τις τρέλλες του. Και την αγαπούσε όλο και πιο βαθειά.
Η μνήμη της εορτάζεται στις 3 Ιουνίου (+ 545)” (ΝΜ, 29)

(Στο: Ο Γάμος, αρχιμ Ιωάννου Κωστώφ, σελ. 89-91)

Σελίδα 1 από 2