«Με λεπτότητα και αγάπη»
Ένα πράγμα θα ήθελα να σου ζητήσω: να είσαι πιο προσεκτική και πιο αυστηρή με τον εαυτό σου.

Για την εκτέλεση όλων των κανόνων μη θλίβεσαι. Τους έκανες; Δόξα τω Θεώ! Δεν τους έκανες; Συγγνώμη, Κύριε! Να τα κανονίζεις όλα όχι μόνο σύμφωνα με τις απαιτήσεις, αλλά και με το πώς αισθάνεσαι τον εαυτό σου, σωματικά και πνευματικά...
Μας σώζει ο Σωτήρας μας κι όχι οι δικοί μας αγώνες και κόποι. Εμείς ας παραδώσουμε στον Κύριο την καρδούλα μας κι Εκείνος θα τη γεμίσει με τόση αγάπη, που θα αρχίσουν να ζουν φωτεινά μέσα της όλοι!...
Για θυμήσου πώς άρχισες να μαθαίνεις γράμματα στο σχολείο... Αυτή τη μέθοδο εκμάθησης εφάρμοσε και στην πνευματική ζωή. Μη βιάζεσαι, μη βασανίζεις και μη συντρίβεις τον εαυτό σου, ούτε την οικογένειά σου.

Να ενεργείς πάντα με περίσκεψη σε κάθε περίσταση της ζωής. Επίσης μην ξεχνάς να λες: "Κύριε, βοήθει μοι! Κύριε, συνέτισόν με!"

Ορίστε, έτσι θα μαθαίνεις. Το πρωταρχικό σε τούτη την επιστήμη είναι να μάθεις να κυριαρχείς και να κυβερνάς όχι τους άλλους, αλλά τον εαυτό σου.
Ο Θεός είναι αγάπη και ο μένων εν τη αγάπη εν τω Θεώ μένει. Ορίστε όλη η επιστήμη!

Μάθε να αγαπάς τους άλλους, μάθε να συμπονάς τους άλλους κι η χαρά θα εγκατασταθεί στον νου και την καρδιά σου.
Η ευλογία του Θεού μαζί σου.


(Αρχιμανδρίτης Ιωάννης Κρεστιάνκιν, Από το βιβλίο Με λεπτότητα και αγάπη, εκδόσεις «Εν Πλω»)

«Η παραμονή του Ευαγγελισμού στο Κάθισμα της Πάτμου είχε προετοιμασίες στην εκκλησία για την αγρυπνία και στην κουζίνα για την επίσημη τράπεζα με ψάρια και σκορδαλιά. Εκείνη  τη χρονιά δεν γινόταν καμμιά προετοιμασία για το φαγητό.
Η θάλασσα μέρες πολλές έβραζε απ’ τα έγκατά της, κτυπούσε μανιακά τα κύματα στα βράχια.

Ούτε βάρκα φάνηκε στο γιαλό ούτε οι μοναχοί μπόρεσαν να πλησιάσουν στη θάλασσα για ψάρεμα. Ο μοναχός Θεόκτιστος μπαινόβαινε σκασμένος και μονολογούσε:
- Ευαγγελισμού χωρίς ψάρι πρώτη φορά θα κάνω.
Ο Γέροντας του έλεγε:
- Έχει ο Θεός.
- Γέροντά μου, ο Θεός έχει στη θάλασσα ψάρια, αλλά όχι στο πιάτο μας.
Άρχισαν την αγρυπνία. Ο Γέροντας έκανε τον εφημέριο και ο Απολλώ με το Θεόκτιστο έψαλλαν. Ο Θεόκτιστος όλη νύκτα δεν έβαλε γλώσσα μέσα, μοιρολογώντας :

“Τι γιορτή θα κάνουμε χωρίς ψάρι;”.

Στο “Ευαγγελίζου, γη, χαράν μεγάλην” της Λειτουργίας ο γάτος επίμονα κτυπούσε το παράθυρο του αναλογίου. Ο ανυπόμονος Θεόκτιστος άφησε την ψαλμωδία στη μέση και βγήκε να δη το γάτο.

Είχε ένα μεγάλο ψάρι στο στόμα του· δεν το άφηνε, όμως, στο Θεόκτιστο. Όταν μοίραζε το αντίδωρο ο Γέροντας, του λέει:
- Ο γάτος μας έφερε ψάρι.
Έξω απ’ τη θύρα της εκκλησίας φώναξε το γάτο:
- Έλα, δώσ’ το μου· για μας δεν το έφερες;
Και το άφησε στα χέρια του Γέροντα!»  (ΓΔ, 232).

(στο: Αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ, ο Αντίχριστος, Σταμάτα 2016, σελ.121-122 όπου η πηγή)

Την προτροπή του Αποστόλου Παύλου “να βαστάζουμε ο ένας τα βάρη του άλλου” πρέπει να την εννοούμε μέσα στο πλαίσιο που ήθελε ο Χριστός, να μην απορρίπτουμε δηλαδή κανένα, να μην αντιμετωπίζουμε κανένα σαν να είχε χάσει κάθε ελπίδα βελτίωσης, να βοηθούμε πάντα τον διπλανό μας. Όταν το βάρος στους ώμους μας είναι ευγενές και τραγικό, τότε αυτά μας φαίνονται εύκολα. Είναι εύκολο να συμπάσχουμε, να συμπαθούμε τους κατατρεγμένους, να είαμστε σπλαχνικοί και συμπονετικοί προς αυτούς που βρίσκονται σε έσχατη φτώχεια, προς αυτούς που βιώνουν την αγωνία του νου, που υποφέρουν με διάφορους τρόπους.

Είναι εύκολο να αισθανόμαστε συμπάθεια προς τους ασθενείς. Αλλά πόσο δύσκολο είναι να συμπάσχουμε συνεχώς και σταθερά με τους χρόνιους ασθενείς που ζητούν την προσοχή μας για βδομάδες, χρόνια, μερικές φορές για δεκαετίες! Κι ακόμη περισσότερο, να συμπάσχουμε με τους ψυχικά διαταραγμένους που χρειάζονται διαρκώς την προσοχή και τη συμπαράστασή μας, που, ουσιαστικά, καλούμαστε να σηκώνουμε εμείς τα δικά τους βάρη στους ώμους μας! Πόσοι από εμάς έχουμε τη δύναμη να το κάνουμε αυτό;
Υπάρχει, όμως, ένας άλλος τρόπος που μπορούμε να επωμιστούμε τα βάρη του διπλανού μας. Τα παραδείγματα που έδωσα είναι προβλήματα των άλλων, των τρίτων, που εμείς μπορούμε απλώς να τα μοιραστούμε, και μάλιστα μόνο για λίγο, για τις λίγες ώρες που επισκεπτόμαστε τους ασθενείς, για το σύντομο διάστημα που επωμιζόμαστε το βάρος εκείνων που βιώνουν την αγωνία του νου και την οδύνη. Δίοτι, αφού τους επισκεφθήκαμε, τους παρασταθήκαμε, τους εκφράσαμε το ειλικρινές μας ενδιαφέρον, θα φύγουμε και θα ξαλαφρώσουμε από το βάρος τους, ενώ εκείνοι θα συνεχίσουν να το κουβαλούν.
Πόσο αμέτρητα δυσκολότερο είναι όταν το βάρος που τοποθετείται στους ώμους μας δεν είναι βάρος “ευγενές” ούτε στα δικά μας μάτια ούτε στα μάτια των άλλων, αλλά απλά είναι άσχημα βάσανα και δυστυχία: η απαρέσκεια των άλλων προς εμάς, το μίσος των άλλων, η συκοφαντία, η διαβολή και οι πολλοί και διάφοροι τρόποι με τους οποίους οι άλλοι μπορούν να κάνουν τη ζωή μας σχεδόν αβάσταχτη.

Πόσο δύσκολο είναι τότε να βλέπουμε του άλλους όχι μόνο ως την αιτία όλων των δεινών μας, αλλά και ως ανθρώπους τυφλούς που δεν έχουν συναίσθηση του τι κάνουν. Προσευχόμαστε στις δεήσεις και παρακαλούμε τον Θεό να λυπηθεί αυτούς που μας μισούν και που μας αδικούν, που μηχανεύονται το κακό μας και μας βλάπτουν!
Συμβαίνει συχνά οι άλλοι ούτε να μηχανεύονται κάτι, ούτε να έχουν κάτι κατά νου. Απλώς να είναι απερίσκεπτοι. Και τότε πόσο δύσκολο γίνεται να δούμε έναν τέτοιον άνθρωπο ως κάποιον για τον οποίον πρέπει εμείς να αναλάβουμε την ευθύνη, με ό,τι αυτό σημαίνει, και να τον φέρουμε προς τον Θεό. Να φέρουμε μπροστά στον Θεό την ασχήμια, την κακία, την απερισκεψία, την ακούσια σκληρότητα, να τους φέρουμε μπροστά στον Θεό και να πούμε: “Συγχώρα τους, Θέε μου, ου γαρ οίδασι τι πιούσι!”. Μ'αυτά τα λόγια, τα γεμάτα ομορφιά και έμπνευση, βαστάζετε ο ένας τα βάρη τπυ άλλου και θα έχετε ακολουθήσει τον δρόμο του Χριστού.
“Carry one another's burdens” St. Paul's Epistle to the Romans
(Μητροπολίτης Αντώνιος του Σουρόζ, Ο ΕΑΥΤΟΣ ΜΑΣ και Ο ΑΛΛΟΣ, στοχασμοί για τις ανθρώπινες σχέσεις, εκδ. Πορφύρα, σελ. 43-45)

Όταν οι άνθρωποι πάσχουν από κάποια ψυχική ασθένεια ή από γεροντική άνοια, πολύ συχνά εγκαταλείπονται στην τύχη τους και η κατάστασή τους επειδεινώνεται, διότι παύουν πια να χρησιμοποιούν ό,τι τους έχει απομείνει από τη ζωτικότητα τους, τις νοητικές τους δυνάμεις, την αντίληψή τους. Έτσι χειροτερεύουν προκαταβολικά, ενω δεν θα ήταν απαραίτητο να συμβεί αυτό.
Όταν, λοιπόν, κάποιος αρχίζει σταδιακά και χάνει τη μνήμη του, την οξύτητα του πνεύματος του κ.λ.π., πρέπει αυτό ακριβώς να κάνουμε: να καθίσουμε και να του μιλάμε, να επικοινωνούμε όσο το δυνατόν περισσότερο, στο βαθμό των ικανοτήτων που του έχουν απομείνει. Όχι προσπαθώντας να επαναφέρουμε τον ασθενή σε μια κατάσταση που δεν μπορεί να επανέλθει, όχι προσπαθώντας να τον πιέσουμε πέρα από τις δυνατότητές του, διότι αυτό φέρνει απελπισία, αλλά να μείνουμε στο δικό του επίπεδο και να χρησιμοποιήσουμε όλες τις δυνατότητες που υπάρχουν για συζήτηση, επαφή, οπτικά ερεθίσματα.
Αυτό είναι το ένα θέμα. Όσο για τους σχιζοφρενείς ή τους ψυχικά πάσχοντες γενικότερα, έχω δύο παραδείγματα που μου είχαν κάνει μεγάλη εντύπωση. Όταν εργαζόμουν σε ένα γαλλικό ψυχιατρείο, συνάντησα μια Αμερικανίδα ψυχίατρο με την οποία είχα την ευκαιρία να συζητήσω πάνω στο θέμα της ψυχικής ασθένειας. Και μου είπε την εξής ιστορία: Την εποχή που έκανε την ειδικότητά της είχαν ένα ασθενή, σχιζοφρενή, που τον είχαν βάλει σε απομόνωση. Ο καθηγητής είπε σε έναν από τους ειδικευόμενους φοιτητές:

“Πήγαινε να καθίσεις με αυτό τον άνθρωπο όσο αντέχουν τα νεύρα σου”.

Ο νέος ρώτησε: “Για πόσες ώρες;”. “Τέσσερις, πέντε ώρες την ημέρα”. “Μα, προς τι;”. “Απλώς κάτσε”.

Και ο νεαρός φοιτητής κάθισε για λίγο, αλλά δεν το άντεξε. Βγήκε και είπε στον καθηγητή του: “Δεν μπορώ”.

Και ο καθηγητής του απάντησε: “Αυτή είναι η μόνη θεραπεία που μπορώ να προσφέρω στον άνθρωπο αυτόν, κι εσύ την αρνείσαι”.

Δοκίμασε λοιπόν ξανά ο φοιτητής, κάθισε για περίπου τρεις εβδομάδες και στο τέλος αυτός ο άνθρωπος που ήταν εντελώς κλεισμένος στον εαυτό του γύρισε και του μίλησε.
Είχα κι εγω την ίδια εμπειρία, πάλι στη Γαλλία, με κάποιον ασθενή που βρισκόταν για αρκετές βδομάδες στο νοσοκομείο χωρίς να ανταποκρίνεται σε τίποτε, ερωτήσεις, προτροπές κ.λ.π. Παρέμενε βουβός. Και είπα στον επικεφαλή:

“Θα σε πειραζε αν απλώς καθόμουν μαζί του;”. Σήκωσε τους ώμους αδιάφορα, θα το έκανα την ημέρα της αργίας μου κι έτσι δεν τον ένοιαζε. Κάθισα, λοιπόν, και τον κοίταζα αυτόν τον άνδρα, κι αυτός καθόταν επίσης και κοιταζόμασταν. Έκατσα εκεί κάπου 10 ώρες -είμαι, ξέρετε, υπομονετικός άνθρωπος!- και μετά, στο τέλος της δέκατης ώρας, ξαφνικά είπε:

“Και γιατί κάθεσαι εδώ;”.

Του είπα: “Γιατί μου αρέσει να κάθομαι μαζί σου”. “Και γιατί;”, ρώτησε, και συνέχισε, κι αυτό ήταν η αρχή της θεραπείας του.
Δεν θέλω να πω ότι μπορεί κανείς να θεραπεύσει τους σχιζοφρενείς καθισμένος με τις ώρες δίπλα τους, δεν είμαι τόσο αφελής. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι ίσως να επιβραδυνόταν η πνευματική και συναισθηματική κατάπτωση πάρα πολλών ανθρώπων, αν καθόταν κάποιος μαζί τους, αντί να θεωρόυμε ότι, εφόσον έχουν τροφή, καθαριότητα και τις βασικές φροντίδες, έχουν και όλα όσα χρειάζονται. Όχι! Χρειάζονται ανθρώπινη επαφή, χρειάζονται ανθρωπισμό.
Κι έτσι είναι. Όταν ένας άνθρωπος δεν φαίνεται ότι μπορει να επικοινωνήσει καθόλου, αν καθίσεις και τους κρατήσεις το χέρι, θα του έχεις προσφέρει κάτι. Τα άτομα αυτά δεν μπορού να σου πουν αν τους αρέσει ή όχι. Αλλά θα υπάρξει μια στιγμή που θα αντιδράσουν και τότε θα ξέρεις ότι δεν έχασες τον χρόνο σου με το να κάθεσαι κοντά τους.

Κι αν αναλογιστούμε τον χρόνο που σπαταλούμε έτσι κι αλλιώς, γιατί να μην τον σπαταλήσουμε με θετικό τρόπο, γιατί να μην κάνουμε τις άχρηστες σκέψεις ή και τις χρήσιμες σκέψεις μας καθισμένοι δίπλα σε κάποιον που χρειάζεται τη φυσική μας παρουσία, παρά να κάνουμε το ίδιο σε μια πολυθρόνα, κοιτώντας μια συσκευή τηλεόρασης την οποία ούτε καν προσέχουμε;
“Dementia and mental Illness”
(Transcribed from an audio tape)
(Μητροπολίτης Αντώνιος του Σουρόζ, Ο ΕΑΥΤΟΣ ΜΑΣ και Ο ΑΛΛΟΣ, στοχασμοί για τις ανθρώπινες σχέσεις, εκδ. Πορφύρα, σελ. 36-39)

(από το Βίο του Οσίου Αντωνίου του Μεγάλου).

Κατά τη διάρκεια  της νύχτας εκείνης, δημιουργούν οι δαίμονες τέτοιο χτύπο, ώστε να νομίζει κανείς, ότι όλος εκείνος ο τόπος σειόταν. Έδωσαν δε την εντύπωση οι δαίμονες ότι τρύπησαν τους τέσσερεις τοίχους του μικρού σπιτιού και φάνηκαν να μπαίνουν από τις οπές, αφού πρώτα μεταμορφώθηκαν σε φανταστικά θηρία και ερπετά.
Γέμισε τότε αμέσως όλος ο χώρος από  μορφές λιονταριών, αρκούδων, λεοπαρδάλεων, ταύρων και φιδιών ασπίδων και σκορπιών και λύκων. Και το καθένα από αυτά ενεργούσε κατά το δικό του τρόπο. Το λιοντάρι βρυχιόταν, θέλοντας να πέσει πάνω του· ο ταύρος φαινόταν ότι τον κερατίζει, το φίδι, ενώ συρόταν πάνω στο χώμα εναντίον του, δεν πλησίαζε κοντά του· ο λύκος, ενώ ορμούσε, συγκρατιόταν· και γενικώς όλων μαζί των θηρίων οι θόρυβοι ήταν φοβεροί και ο θυμός τους άγριος.
Ο Αντώνιος όμως την ώρα που κακοποιούνταν και δαγκωνόταν από τα ζώα, αισθανόταν μεν ισχυρότερο σωματικό πόνο, αλλά ατρόμητος και με εντονότερη νηφαλιότητα, ήταν μισοξαπλωμένος. Και βογκούσε μεν λόγω του σωματικού πόνου, με νηφάλια όμως τη σκέψη και σαν να τους ειρωνευόταν έλεγε·
Εάν είχατε δύναμη πραγματική, έφθανε και ένας μόνο από εσάς να έλθει. Αλλά επειδή σάς έχει αχρηστεύσει ο Κύριος, για αυτό, αν και προσπαθείτε να με φοβίσετε με το πλήθος σας, παρόλα αυτά το να μιμείστε τις μορφές των αλόγων θηρίων είναι γνώρισμα της αδυναμίας. Παίρνοντας δε και πάλι θάρρος, συνέχισε· Εάν μπορείτε και αν έχετε λάβει εξουσία εναντίον μου, μην αναβάλλετε, αλλά επιτεθείτε. Εάν όμως δεν μπορείτε, τι ταράζεστε άδικα; Διότι ασφάλεια και τείχος που μας προστατεύει είναι η πίστη στον Κύριο.
Αφού λοιπόν έκαναν πολλές προσπάθειες, έτριζαν εναντίον του τα δόντια τους, διότι μάλλον ενέπαιζαν τον εαυτό τους παρά εκείνον.
Αλλά ο Κύριος ούτε στη δοκιμασία αυτή λησμόνησε το ηρωικό κατόρθωμα του Αντωνίου, και έσπευσε σε βοήθειά του. Όταν λοιπόν ο Αντώνιος ύψωσε τα μάτια του προς τα πάνω, είδε τη στέγη να φαίνεται ότι ανοίγει λίγο-λίγο και να κατεβαίνει κάποια ακτίνα φωτός μέχρις αυτόν. Οι δαίμονες ξαφνικά έγιναν άφαντοι και ο πόνος του σώματος σταμάτησε αμέσως, και το σπίτι ήταν και πάλι ακέραιο. Ο δε Αντώνιος, όταν αντιλήφθηκε τη θεία βοήθεια, πήρε βαθειά αναπνοή και αφού ανακουφίστηκε από τους πόνους, απηύθυνε προσευχή προς την οπτασία που του παρουσιάστηκε, και είπε·
Πού ήσουν; Γιατί δεν εμφανίστηκες από την αρχή για να μου παύσεις τα βασανιστήρια;
Ακούστηκε τότε μία φωνή να του λέει:
Αντώνιε, εδώ ήμουν. Αλλά περίμενα να δω το αγώνισμά σου. Αφού λοιπόν άντεξες με υπομονή και δεν νικήθηκες, θα σου είμαι βοηθός και θα συντελέσω στο να γίνεις ξακουστός παντού.
Όταν άκουσε αυτά, σηκώθηκε και προσευχόταν. Και έλαβε τόσες δυνάμεις, ώστε να αντιλαμβάνεται ο ίδιος, ότι οπωσδήποτε είχε μεγαλύτερη δύναμη στο σώμα, από εκείνη που είχε προηγουμένως. Ήταν λοιπόν τότε τριάντα πέντε περίπου ετών.


(Βίος και Πολιτεία του Οσίου Αντωνίου, Αθανασίου του Μεγάλου, εκδ. ΕΠΕ τόμος 11, σελ. 35-39)

Σ’ ευχαριστώ, Θεέ μου!
Murray Salem, Αμερικανός ηθοποιός και σεναριογράφος.
Η γιαγιά μου, από την πλευρά του πατέρα μου, σε όλη της τη ζωή ήταν μια απλή χωρική από τη Συρία, που δεν ήξερε ούτε να γράφει, ούτε να διαβάζει.
Ήταν όμως ειλικρινά θρήσκα. Ότι έκανε είχε πάντοτε το όνομα του Θεού στα χείλη της.  Αλλά δεν ανέφερε μόνο το Όνομά Του.
Έλεγε τουλάχιστον εκατό φορές την ημέρα: «Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου»!… Και όχι μόνο όταν της συνέβαινε κάτι καλό.
Αν η σούπα χυνόταν καθώς έβραζε και πάλι έλεγε: «Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου. Σ’ ευχαριστώ. Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου»!
Τη ρώτησα κάποτε γιατί ευχαριστούσε τον Θεό για κάτι κακό.
Γέλασε και μου είπε ότι αν κάτι κακό συμβαίνει είναι γιατί έχουμε ξεχάσει τη σύνδεσή μας με τον Θεό. Εκείνη την εποχή το βρήκα αυτό πολύ παράξενο, έστω κι αν εκείνη επέμενε να κάνω κι εγώ το ίδιο.
Κάποτε, έγδαρα το γόνατό μου κι εκείνη μου είπε να πω: «Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου»!
Κατά περίεργο τρόπο αυτές οι λέξεις είχαν αποτέλεσμα και ένοιωσα καλύτερα το γόνατό μου. Όταν έγινα πέντε χρονών πήγα στο σχολείο. Προερχόμουν από έγχρωμη φυλή και τα γαλανομάτικα και ξανθόμαλλα παιδιά με κορόιδευαν συνήθως. Επειδή το χρώμα μου ήταν σκούρο, το παρατσούκλι μου ήταν «ο Αράπης». Μισούσα το σχολείο και παρακαλούσα τους γονείς μου να μην με αναγκάζουν να πηγαίνω.
 
Ένοιωθαν άσχημα για μένα, αλλά δεν μπορούσαν και να με προστατέψουν για πάντα. Τότε, η Σίτου μου (η Συριακή λέξη για τη γιαγιά) άκουσε τι μου συνέβαινε και μου είπε ότι έπρεπε να λέω: «Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου», κάθε φορά που τα παιδιά με έβριζαν. Εκείνη τη στιγμή θεώρησα ότι επρόκειτο για την πιο ανόητη ιδέα που είχα ακούσει ποτέ μου. Λίγες μέρες όμως αργότερα, όταν ένα ολόκληρο τσούρμο παιδιών άρχισε να φωνάζει: «Αράπη, Αράπη, Αράπη», συνέβη κάτι: Συγκρατούσα τα δάκρυά μου, προσπαθώντας με όλες τις δυνάμεις του κορμιού μου, να μη φανώ μυξιάρικο και να μην τους επιτρέψω να με δουν να κλαίω. Αλλά δεν μπορούσα να συγκρατηθώ.
 
Τα δάκρυα θα ξεσπούσαν οπωσδήποτε. Τότε θυμήθηκα τα λόγια της Σίτου μου: «Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου»! Άρχισα να τα επαναλαμβάνω σιωπηλά μέσα μου: «Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου. Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου»! Κι αυτό βοήθησε. Δεν ξέρω τι ακριβώς συνέβη, αλλά τα δάκρυα εξαφανίστηκαν. Ξαφνικά έπαψα να νοιάζομαι τόσο πολύ για το τι σκέφτονταν για μένα. Ίσως αυτό συνέβη γιατί ένοιωσα, ότι είχα κι εγώ τώρα ένα φίλο: τον Θεό. Όλα αυτά έγιναν εδώ και πολλά χρόνια. Από τότε, έχω γίνει ένας επιτυχημένος σεναριογράφος. Έχω ταξιδέψει σε όλον τον κόσμο κι έχω συναντήσει εκατοντάδες θαυμάσιους ανθρώπους.
 
Η ζωή μου είναι ωραιότερη από ότι θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ. Καί σε όλη μου τη ζωή συνεχίζω πάντα να λέω:
 
«Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου»! Ορισμένες φορές το λέω εκατό φορές την ημέρα, ακριβώς όπως έκανε η αγαπημένη μου γιαγιά. Νιώθω και τώρα την ανάγκη να το πω: «Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου. Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου. Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου»!

Χρυσός  Νικητής                 
   Έκανα μια ομιλία σ’ ένα γυμνάσιο την άνοιξη του 1995. Όταν τελείωσε το πρόγραμμα, ο διευθυντής με ρώτησε αν θα μπορούσα να δω ένα μαθητή. Μια αρρώστια τον είχε κρατήσει σπίτι, αλλά είχε εκφράσει την επιθυμία να με συναντήσει, και ο διευθυντής ήξερε ότι αυτή η επίσκεψη σήμαινε πολλά γι’ αυτόν. Συμφώνησα να τον δω.
      Όσο χρόνο οδηγούσαμε για να πάμε στο σπίτι του, που απείχε περίπου δέκα χιλιόμετρα, έμαθα μερικά πράγματα για τον Μάθιου. Είχε μυϊκή δυστροφία. Όταν γεννήθηκε, οι γιατροί είπαν στους γονείς του ότι δεν θα ζούσε παραπάνω από τα 5 χρόνια, μετά τους είπαν ότι δεν θα γινόταν 10 χρονών. Ήταν 13 χρονών, κι απ’ όσα μου είπαν, πραγματικός αγωνιστής. Ήθελε να με συναντήσει επειδή είχα κερδίσει χρυσό στην άρση βαρών, και ήξερα τι σημαίνει να υπερπηδάς εμπόδια και να κινείσαι προς την πραγματοποίηση των ονείρων σου.
      Πέρασα πάνω από μια ώρα μιλώντας στον Μάθιου. Ούτε μια φορά δεν παραπονέθηκε . Ούτε ρώτησε «Γιατί εγώ;». Μίλησε για νίκες και επιτυχίες και προσπάθειες για πραγματοποίηση των ονείρων του. Σαφώς, ήξερε τι έλεγε. Δεν ανέφερε ότι οι συμμαθητές του τον κορόιδευαν επειδή ήταν διαφορετικός .Απλά μίλησε για τις ελπίδες του για το μέλλον, και πως μια μέρα ήθελε να κάνει άρση βαρών μαζί μου.
       Όταν τελειώσαμε την κουβέντα, άνοιξα την τσάντα μου, τράβηξα έξω το πρώτο χρυσό μετάλλιο που κέρδισα και του το φόρεσα γύρω από το λαιμό του. Του είπα πως ήταν κάτι παραπάνω από νικητής και ότι ήξερε για την επιτυχία και την υπερπήδηση εμποδίων περισσότερα από μένα. Το κοίταξε μια στιγμή, μετά το έβγαλε και μου το έδωσε πίσω. Μου είπε, « Ρίκ, εσύ είσαι πρωταθλητής. Αυτό το μετάλλιο το κέρδισες. Κάποια μέρα, όταν πάω στους Ολυμπιακούς και κερδίσω το δικό μου χρυσό μετάλλιο, θα σου το δείξω».
        Πέρσι το καλοκαίρι, πήρα ένα γράμμα από τους γονείς του Μάθιου που μου έλεγαν ότι ο Μάθιου είχε πεθάνει. Ήθελαν να πάρω ένα γράμμα που μου είχε γράψει λίγες μέρες πριν.
                         Αγαπητέ Ρίκ,
               Η μαμά μου είπε να σου στείλω ένα ευχαριστήριο γράμμα για την ωραία φωτογραφία που μου έστειλες. Θα ήθελα επίσης να σου πω ότι οι γιατροί μου λένε ότι δεν μου μένουν πολλές μέρες ζωής πλέον. Μου είναι πολύ δύσκολο να αναπνέω και κουράζομαι πολύ εύκολα, αλλά ακόμα χαμογελώ όσο μπορώ. Ξέρω ότι δεν θα είμαι ποτέ τόσο δυνατός όσο είσαι εσύ και ξέρω ότι ποτέ δεν θα κάνουμε άρση βαρών μαζί .
            Σου είπα πως κάποια μέρα θα έπαιρνα μέρος στους Ολυμπιακούς και θα κέρδιζα χρυσό μετάλλιο. Τώρα ξέρω πως αυτό ποτέ δεν θα μπορέσω να το κάνω. Όμως ξέρω πως είμαι πρωταθλητής, κι ο Θεός το ξέρει επίσης. Ξέρει πως δεν είμαι λιποτάκτης, κι όταν πάω στον Ουρανό, ο Θεός θα μου δώσει το χρυσό μου μετάλλιο, κι όταν κι εσύ έρθεις εκεί, θα σου το δείξω. Σ’ ευχαριστώ για την αγάπη σου.     
                              O φίλος σου
                                           Μάθιου
                                                                                                                   Rick Metzger

(από το βιβλίο: Βάλσαμο για την ψυχή του εφήβου, εκδ. Διόπτρα, σελ166-167)
                                                           
   

 

"Πολλές φορές αμφιβάλλει κάποιος μέσα του λέγοντας· όταν στις συμφορές αμαρτάνει κανείς από θλίψη, πώς μπορεί να σκεφτεί ότι αυτές έρχονται για το συμφέρον μας;

Δεν αμαρτάνουμε στις συμφορές παρά μόνο διότι είμαστε ανυπομόνευτοι και δεν θέλουμε να βαστήξουμε μικρή θλίψη ή να πάθουμε κάτι το αντίθετο με τις επιδιώξεις μας, επειδή ο Θεός δεν επιτρέπει να μας επιβληθεί βάρος ανώτερο από τη δύναμή μας, καθώς είπε ο Απόστολος· «πιστός είναι ο Θεός, ο οποίος δεν θα επιτρέψει να πειραστείτε παραπάνω από όσο μπορείτε (Α΄Κορ. 10,13)».
Αλλά εμείς είμαστε που δεν έχουμε υπομονή, που δεν θέλουμε να κοπιάσουμε ούτε για λίγο, που δεν ανεχόμαστε να δεχτούμε ποτέ κάτι με ταπείνωση.

Για αυτό συντριβόμαστε και όσο προσπαθούμε να ξεφύγουμε από τους πειρασμούς, τόσο επιβαρυνόμαστε από αυτούς και αποθαρρυνόμαστε και δεν μπορούμε να βγούμε από αυτούς.
Υπάρχουν άνθρωποι που κολυμπούν για ανάγκη στη θάλασσα· αυτοί, αν γνωρίζουν την τέχνη της κολύμβησης, όταν έρχεται το κύμα εναντίον τους, υποκύπτουν σε αυτό και αφήνονται από κάτω του έως ότου περάσει και έτσι στη συνέχεια κολυμπούν ακίνδυνα. Εάν όμως θελήσουν να εναντιωθούν στο κύμα, αυτό τους απωθεί και τους εξακοντίζει μακριά. Όταν αρχίζουν να κολυμπούν πάλι, έρχεται άλλο κύμα επάνω τους· εάν πάλι εναντιωθούν, πάλι τους απωθεί και τους ρίχνει προς τα έξω, και απλώς καταπονούνται χωρίς να προχωρούν. Εάν όμως, όπως είπα, υποκύψουν στο κύμα και ταπεινωθούν από κάτω του, περνά χωρίς να τους βλάπτει και συνεχίζουν κολυμπώντας όσο θέλουν και εκτελώντας το έργο τους.
Έτσι συμβαίνει και με τους πειρασμούς· εάν κανείς βαστάξει τον πειρασμό με υπομονή και ταπείνωση, τον ξεπερνά χωρίς βλάβη, εάν όμως επιμένει να θλίβεται, να ταράσσεται, να κατηγορεί τον καθένα, τιμωρεί τον εαυτό του, δυναμώνοντας τον πειρασμό εναντίον του εαυτού του, και από αυτά δεν ωφελείται, αλλά και βλάπτεται. Διότι οι πειρασμοί ωφελούν πολύ αυτόν που τους υπομένει ατάραχα".
(εκδόσεις ΕΠΕ,Φιλοκαλία τόμος 12, σελ 521-523)

Ένα γερό στήριγμα

Μια θυελλώδη νύχτα ένα πλοίο εναυάγησε απάνω σε μια βραχώδη ακτή. Όλο το πλήρωμα εχάθηκε… Μόνο ένα παλληκάρι, που τα κύματα το επέταξαν επάνω σ’ ένα ψηλό βράχο, κατώρθωσε να πιαστή από αυτόν και να κρατηθή ως το πρωί, οπότε κατέφθασαν τα ναυαγοσωστικά πλοιάρια. Όταν μετά τις πρώτες βοήθειες, συνήλθε ο νεαρός ναυαγός κάποιος τον ρώτησε:
-    Δεν έτρεμες παλληκάρι μου, μέσα στην άγρια καταιγίδα, εκεί πάνω στον βράχο;
-    Βέβαια, έτρεμα! Αλλά, ο βράχος δεν… έτρεμε!
Μέσα στις θύελλες της ζωής, υπάρχει ένα στήριγμα για όσους θέλουν: Ο Χριστός! (Α’ Κορ. ι’ 4).

Αλκυονίδες

«Είπε, και έστη πνεύμα καταιγίδος». (Ψαλμ. ρστ’ 25)
    Η αλκυών είναι ένα θαλάσσιο πουλί, που γεννάει και κλωσσάει τα αυγά της στη μέση του χειμώνα, τοποθετώντας τα στην αμμουδιά που την δέρνουν οι καταιγίδες και τα κύματα της θαλάσσης. Τι περίεργο!... Στις επτά μόνο ημέρες που κλωσσάει η αλκυών και στις άλλες τόσες που χρειάζονται για να αναπτυχθούν τα μικρά της, σωπαίνουν τα πάντα. Είναι η χειμωνιάτικη καλοκαιρία. Τις ημέρες αυτές τις ονομάζουν οι ναυτικοί αλκυονίδες.
    Αν ο Θεός έχει για χάρι της αλκυόνης τις αλκυονίδες ημέρες, μην αμφιβάλλης πως και για τον άνθρωπο έχει πολλές ανάπαυλες – αλκυονίδες, ανάμεσα στις μεγαλύτερες καταιγίδες και ανάγκες της ζωής του.


Το καραβάκι κι οι πέτρες

Ένας μικρούλης έρριξε στην άκρη του γιαλιού το όμορφο καραβάκι του, που του είχε αγοράσει ο πατέρας του. Δεν πρόσεξε, όμως, κι έτσι το καραβάκι απομακρύνθηκε, χωρίς να προλάβη να το πιάση. Τότε ο πατέρας του πήρε πέτρες και τις πετούσε μπροστά από το καραβάκι. Ο μικρός στην αρχή δεν κατάλαβε κι απόρησε γι’ αυτό το πετροβόλημα. Αλλά δεν άργησε να εννοήση. Και οι πέτρες έπεφταν πέρα από το καραβάκι, χωρίς να το χτυπούν. Και με τα κυματάκια, που προκαλούσαν, το έφεραν σιγά – σιγά πίσω στην ακρογιαλιά. Κι έτσι ο μικρός με μεγάλη χαρά το πήρε πάλι στην αγκαλιά του.
…Οι θλίψεις που μας βρίσκουν, μοιάζουν μ’ αυτό το πετροβόλημα. Είναι οι πέτρες που ρίχνει ο  Θεός, σαν απομακρυνθούμε από κοντά του, για να γυρίσουμε σ’ Αυτόν.


Το καλύτερο φάρμακο

Ο μέγας μουσικοσυνθέτης Ιωσήφ Χάϋδν, συνωμιλούσε με δύο φίλους του για τους πόνους, τις δοκιμασίες και τις θλίψεις της ζωής.
Ο ένας φίλος είπε:
- Εγώ, όταν  είμαι στεναχωρημένος, το ρίχνω στο κρασί. Έτσι ξεσκάω!...
Ο άλλος είπε:
- Εγώ καταφεύγω στην μουσική.
Τέλος ο Χάϋδν πρσέθεσε:
- Εγώ, τι να σας πω! Όταν είμαι λυπημένος πηγαίνω κάπου απόμερα, μόνος μου. Εκεί γονατίζω και προσεύχομαι στον Θεό. Του λέγω τον πόνο μου και έχω μια παρήγορη επικοινωνία μαζί Του. Αυτό με ανακουφίζει, μου δίνει ψυχή.
(Ψιχία από της τραπέζης, Κων/νος Κούρκουλας)

Η Αγία Μόνικα ( 332-388 ) γεννήθηκε στην Ταγάστη της Νουμιδίας από χριστιανούς γονείς. Ήταν μητέρα του μεγάλου θεολόγου και φιλοσόφου αγίου Αυγουστίνου. Οι γονείς της την πάντρεψαν το 350 μʼ έναν ειδωλολάτρη , τον Πατρίκιο, άνθρωπο καλοπροαίρετο, αλλά πολύ οξύθυμο και άστατο. Η Μόνικα με την υποταγή και την υπομονή της αγωνίστηκε να τον οδηγήση στον Χριστό. Στις ώρες ηρεμίας έριχνε στην καρδία του συζύγου της τα σπέρματα του θείου λόγου, κι όταν εκείνος κοιμόταν, αυτή τα πότιζε με τα δάκρυά της προσευχής της.

Πολλές φίλες της έρχονταν στο σπίτι της με έκδηλα στο πρόσωπό τους τα χτυπήματα των συζύγων τους και απορούσαν πώς η Μόνικα , που είχε σκληρό άνδρα, κατάφερνε να ζη μαζί του ειρηνικά και χωρίς ξυλοδαρμούς. Η χαρά της αγίας ήταν απερίγραπτη όταν ο Πατρίκιος έγινε με τον καιρό ένας αληθινός χριστιανός. Με την ίδια υπομονή και μακροθυμία αντιμετώπιζε και την πεθερά της , η οποία ήταν ιδιότροπη και διαρκώς την έβριζε και την ταπείνωνε μπροστά στους ξένους. Τελικά με την αρετή της, της προσείλκυσε την συμπάθεια και την εκτίμησή της.

Όταν ο ιερός Αυγουστίνος ήταν μικρός, αρρώστησε και κινδύνεψε να πεθάνη. Σκέφθηκαν τότε να τον βαφτίσουν. Η μητέρα του όμως προέβλεπε τους δυνατούς πειρασμούς που θʼ αντιμετώπιζε στη νεότητά του και γιʼ αυτό ανέβαλε τη βάφτισή του. Μαζί με το γάλα της η ευσεβής μητέρα φρόντισε να μεταδώση στο παιδί της και την ευσέβεια. Διέκρινε όμως σʼ αυτό τον χαρακτήρα του πατέρα του και διαισθανόταν τον κίνδυνο που θα διέτρεχε η ψυχή του μέσα στη διεφθαρμένη κοινωνία εκείνης της εποχής.
Όσο μεγάλωνε ο γιος της , μεγάλωναν τα πάθη του και τα όργιά του. Η προσευχή της μητέρας ανέβαινε πύρινη στον θρόνο του Θεού, αλλά φαινόταν πως δεν εισακούεται. Ο Αυγουστίνος πηγαίνει στην Καρχηδόνα για να σπουδάση. Εκεί ψήνεται στο σεξουαλικό καμίνι της διεφθαρμένης πόλεως. Η μητέρα μαθαίνει ότι ο γιος της παραστράτησε , και τρέχει ταραγμένη νομίζοντας ότι η παρουσία της θα τον συγκρατήση. Δυστυχώς τα λόγια και τα δάκρυά της δεν συγκινούν πια την καρδιά του Αυγουστίνου. Δεν χάνει όμως το θάρρος της. Προσπαθεί υπομονετικά να διεγείρη στην ψυχή του την αποστροφή για την αμαρτία. Το αποτέλεσμα είναι πάλι αρνητικό, αλλά η πιστή μητέρα δεν απελπίζεται. « Προσεύχεται εκτενέστερον » και χύνει δάκρυα περισσότερα απʼ αυτά που χύνουν οι μητέρες για τον θάνατο των παιδιών τους. Πόση πικρία δοκιμάζει όταν μαθαίνη ότι ο γιος της έχει σε ηλικία δεκαοκτώ ετών εταίρα και εξώγαμο παιδί! Ελπίζει όμως στη μετάνοιά του. Η ελπίδα αυτή μαζί με τη δυνατή πίστη τη συγκρατούν.
– Μια μέρα παιδί μου, του λέει, θα έρθης εκεί που είμαι εγώ.

Νέα θλιβερή είδηση καταφθάνει από την Καρχηδόνα. Ο Αυγουστίνος έγινε αιρετικός – μανιχαίος ! Φίδι φαρμακερό δάγκωσε τη Μόνικα, η οποία αυτή τη φορά λυγίζει. Πηγαίνει ξανά μόνη της στην Καρχηδόνα , κλαίει, θρηνεί, ικετεύει. Όλα όμως πάνε χαμένα. Μοναδική παρηγοριά κι ελπίδα της είναι η προσευχή. Μέρα- νύχτα παλεύει με τον Θεό. Καταφεύγει σε κάποιον επίσκοπο, ο οποίος τη συμβουλεύει και την παρηγορεί. Τέλος της λέει:
– Πήγαινε στην ευχή του Θεού , παιδί μου. Ποτέ δεν θα χαθή ο γιός τόσων δακρύων!
Ο Θεός όμως θέλει να δοκιμάση περισσότερο την ιώβεια υπομονή της . Ο Αυγουστίνος της είπε ότι θα πάη στην Ιταλία. Η Μόνικα , αφού δεν μπορεί να τον μεταπείση, αποφασίζει να πάη μαζί του. Κατεβαίνουν στο λιμάνι, αλλά εκείνος την ξεγελά και εξαφανίζεται . Ταξιδεύει μόνος. Η μητέρα ξημερώνεται στην προσευχή , πνιγμένη στα δάκρυα. Με ραγισμένη καρδία , αλλά με γενναίο φρόνημα, υψώνει τα μάτια στον ουρανό , κι ύστερα αγναντεύει το πέλαγος.
– Κύριε ! φωνάζει. Αφήνω το παιδί μου στον ωκεανό της ευσπλαχνίας Σου. Τα κύματα της χάριτός Σου ας το οδηγήσουν στο λιμάνι Σου.

Γέρασε η Μόνικα στη σχολή της υπομονής και της ελπίδος. Αντί να επιμένη την επιστροφή του ασώτου υιού, βάλθηκε η ίδια να τον κυνηγά σε στεριές και θάλασσες. Εγκαταλείπει την Αφρική και έρχεται στα Μεδιόλανα ( Μιλάνο) για την τελική επίθεση. Στα Μεδιόλανα ζει το γλυκοχάραμα της επιστροφής του ασώτου. Η μία χαρά διαδέχεται την άλλη : ο Αυγουστίνος αηδίασε τους μανιχαίους και τους εγκατέλειψε. Με βαθιά συγκίνηση τον βλέπει να συχνάζη στα κηρύγματα του αγίου επισκόπου Αμβροσίου και να μιλά γιʼ αυτόν με σεβασμό και εκτίμηση. Ο Αυγουστίνος παλεύει. Τα δεσμά της αμαρτίας χαλάρωσαν , αλλά ακόμη δεν έσπασαν. Γιʼ αυτό τελικά μνηστεύεται.

Τέσσερις γυναίκες τον πολιορκούν εκείνη την εποχή. Δύο ερωμένες , η μνηστή και η μητέρα του. Παλεύουν κι οι τέσσερις να τον κατακτήσουν. Τέλος νικά η μητέρα του , ο άνθρωπος της προσευχής και των δακρύων, της υπομονής και της ελπίδος. Εκείνη που νίκησε τον ατίθασο σύζυγο και τη δύστροπη πεθερά, νίκησε τώρα τον γιό της ύστερα από τριάντα χρόνια αγώνος και προσευχής. Ο Αυγουστίνος παίρνει σταθερή απόφαση να επιστρέψη στον Χριστό και νʼ αφοσιωθή στο έργο της Εκκλησίας Του. Ποιος μπορεί να νιώση τη χαρά της Μόνικας την ώρα που βαπτιζόταν ο γιός της ; Εδώ τελείωσε η αποστολή της. Είδε πια το παιδί της στην αγκαλιά του Κυρίου.
– Νυν απολύεις την δούλην Σου, Δέσποτα, εν ειρήνη, ψελλίζει συγκινημένη. Μητέρα και γιός επιστρέφουν στην Αφρική. Στην Όστια, στις εκβολές σταθμεύουν σε μια φιλική έπαυλη για να ξεκουραστούν. Εκεί η Μόνικα αρρωσταίνει και σε λίγες μέρες, σε ηλικία 56 ετών, παραδίδει το πνεύμα της « εν ειρήνη » στον Δέσποτα Χριστό. Ο Κύριος είχε εκπληρώσει και την τελευταία επιθυμία της. ]

Από το βιβλίο « Χαρίσματα και χαρισματούχοι » Τόμος τρίτος Ιερά μονή Παρακλήτου Ωρωπός Αττικής 2002

Σελίδα 1 από 3