Είναι ανάγκη να εξετάσουμε τον εαυτό μας " εφ' όλης της ύλης ", όπως λέμε στο σχολείο.
Όλοι οι άνθρωποι,δεν έχουν τις ίδιες αδυναμίες και τα ίδια πάθη. Επίσης, ο καθένας μας
δεν είναι επιρρεπής σε όλα μαζί τα πάθη. Συνεπώς, πρέπει να ερευνήσουμε τη συνείδησή μας
με το φως του ευαγγελίου του Χριστού,για να δούμε τις δικές μας αμαρτίες και ιδιαιτέρως
τις χρόνιες αμαρτωλές μας συνήθειες,τα πάθη μας. Και στην κατανίκησή τους να εστιάσουμε
τον αγώνα μας με την καθοδήγηση έμπειρου ιερέα - πνευματικού πατέρα.
Το παρακάτω περιστατικό δείχνει χαρακτηριστικά τι σημαίνει ότι πρέπει να είμαστε...
διαβασμένοι εφ' όλης της ύλης:

" Ένα ζευγάρι πήρε τη χαρτοσακκούλα με τα φαγητά που παρήγγειλε σε κατάστημα φαστ-φουντ
επί της εθνικής οδού.
Στην συνέχεια, πηγαίνοντας λίγο παραπέρα, σταμάτησαν να φάνε. Ξετυλίγοντας το πακέτο της σακκούλας
οι άνθρωποι σοκαρίστηκαν! Αντί για τα φαγητά τους, είδαν δεσμίδες με χαρτονομίσματα.
Αμέσως γύρισαν πίσω, για να επιστρέψουν τα χρήματα. Είπαν: "Δεν είναι δυνατόν να κλέψουμε τον κόπο
τόσων ανθρώπων, έστω και αν δεν μας πήρε κανείς είδηση".
Φθάνοντας στο κατάστημα, είδαν περιπολικά της αστυνομίας και ένα συνεργείο τηλεόρασης.
Όλοι νόμιζαν πως επρόκειτο για ληστεία! Ο διευθυντής του καταστήματος μόλις έμαθε τι πραγματικά συνέβη,
χαρούμενος αλλά και έκπληκτος για το γεγονός, είπε στο ζεύγος:
-Απόψε, θα είστε πρώτο θέμα στο δελτίο ειδήσεων, για την τιμιότητά σας. Θα βροντοφωνάξω σε όλους
ότι ακόμη υπάρχουν έντιμοι και ενάρετοι άνθρωποι στον κόσμο, για να γίνετε παράδειγμα προς μίμηση!
-Σας παρακαλώ, όχι δημοσιότητα. Το χρέος μας κάναμε, απάντησε ταραγμένος ο άνδρας.
-Μα τι λέτε; Επιστρέψατε τόσο πολλά χρήματα, και, τουλάχιστον να μην σας επαινέσουμε δημοσίως;
Σε κατάσταση πανικού, ο άνδρας είπε:
-Σας ικετεύω, όχι δημοσιότητα . Η κυρία που συνοδεύω δεν είναι σύζυγός μου!..."

Ένα ακόμη κωμικοτραγικό παράδειγμα του πως εννοούμε το καλό και το κακό στην ζωή μας.Ο άνθρωπος
της ιστορίας μας θεωρούσε κλοπή το να κρατήσει μεγάλο χρηματικό ποσό που του έπεσε στα χέρια,
ενώ θα μπορούσε να το κάνει χωρίς καν τον κίνδυνο να τον συλλάβουν! Ταυτόχρονα, όμως με άνεση,
απατούσε την γυναίκα του!
Πόσο αληθινά είναι τα λόγια του αποστόλου Ιακώβου: " Όποιος τηρήσει όλες τις διατάξεις του νόμου
και παραβεί μία, θεωρείται ένοχος παράβασης όλου του νόμου".(Ιακ.2,10).
Παράβαση του νόμου του Χριστού είναι η κάθε αμαρτία. Και κάθε αμαρτία σημαίνει χωρισμό από τον Χριστό.

Από το βιβλίο του Αρχ. Νίκωνος Κουστίδη: "Από το Άγχος στην Αναψυχή".

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε σ' έναν τόπο ένας άρχοντας. Ήταν που λέτε, αυτός πολύ πλούσιος κι είχε σπίτια, κτήματα και ζώα που τα έχανες στο μέτρημα. Είχε ανθρώπους πολλούς στη δούλεψή του μα είχε και μια στενοχώρια ακόμα μεγαλύτερη. Λένε πως είχε ένα γιο μονάκριβο, που ήταν αυτός μεγάλος τεμπέλης κι αχαΐρευτος και έγνοια άλλη δεν είχε στο μυαλό του παρά μονάχα πώς να πηγαίνει από γλέντι σε γλέντι και να σκορπάει τα λεφτά του. Πού τον έχανες πού τον έβρισκες, πότε στα καπηλειά και στις ταβέρνες να τρώει και να πίνει, και στα ξενύχτια και σε γιορτές να ξοδεύει τον κόπο αλλωνών. Κι ήταν αυτός κεφάλι αγύριστο, που δεν έπαιρνε μήτε από λόγια μήτε από συμβουλές. Το κατάλαβε ο πατέρας του πως σαν πεθάνει, ο γιος του δεν θα αφήσει ούτε λεφτά ούτε κτήματα που να μην τους βάλει χέρι, και θα γίνουν όλα καπνός και θα χαθούν. Κάθισε και σκέφτηκε τι να κάνει, για να μην βρεθεί στο δρόμο και πεινάσει το παιδί του και πάρει το βιος του ο αέρας.
Μια μέρα ο άρχοντας φωνάζει τον γιο του. Είχε πια γεράσει για τα καλά κι ο χρόνος θόλωσε τα μάτια του και βάρυναν τα χρόνια πάνω στο κορμί του. Κατάλαβε πως ήταν η ώρα του να φύγει. Παίρνουν την άμαξα και πηγαίνουν σ' ένα απ' τα πολλά σπίτια που είχε ο άρχοντας. Μα αυτό δεν ήταν σαν τα άλλα. Φαίνονταν άδειο κι ερημωμένο, με τα πατώματα να τρίζουν και τους τοίχους έτοιμους να πέσουν. Κατέβηκαν από την άμαξα και μπήκαν μέσα στο σπίτι. Πήγαν σε μια κάμαρα που απ' το ταβάνι της κρεμόταν μια κρικέλα. Ο πατέρας τότε μίλησε και λέει: «Γιε μου, εγώ σε λίγο καιρό θα πεθάνω, γέρασα πια, τα 'φαγά τα ψωμιά μου. Με τα μυαλά όμως που κουβαλάς, το βλέπω πως πολύ γρήγορα δεν θα σου μείνει δεκάρα τσακιστή. Όταν θα τα 'χεις χάσει όλα, περιουσία κι ελπίδα, όταν θα πιάσεις πάτο στο κατήφορο και δεν θα σου έχει απομείνει τίποτα άλλο, να έρθεις σ' αυτό το σπίτι. Άκου καλά! Να περάσεις ένα σκοινί απ' την κρικέλα που βλέπεις στο ταβάνι και να κρεμαστείς, για να γλιτώσεις εσύ απ' τα βάσανα κι ο κόσμος απ' τα κρίματα που κουβαλάς!». Ο γιος του, λένε, δεν έδωσε σημασία, γιατί είχε το νου του να πάει να βρει τις παρέες του να γλεντήσει.
Πέρασαν λίγες βδομάδες κι ο άρχοντας σφάλισε τα μάτια του για πάντα. Ο γιος του από την ίδια κιόλας μέρα άρχισε να ροκανίζει όλα αυτά που απόμειναν δικά του. Απόχτησε πιότερους φίλους, κι οι παρέες του, λένε, έρχονταν στο αρχοντικό και έτρωγαν κι έπιναν και γλεντούσαν. Τώρα τα ξενύχτια κυλούσαν το ένα μετά το άλλο. Κουβαλήθηκαν κι άλλοι φίλοι, καινούργιες βδέλλες, που μυρίστηκαν παράδες. Τον καλόπιαναν με κολακείες και του έπαιρναν λεφτά με τις ψευτιές. Τραπέζια ολοένα στρώνονταν γιομάτα μ' όλων των ειδών τα καλά, και να οι μουσικές κι οι χοροί. Περνούσε ο καιρός και οι σπατάλες άδειασαν τα σεντούκια. Ύστερα το άδειασμα των σεντουκιών ακολούθησε κι εκείνο των αποθηκών με τα γεννήματα, και λίγο μετά ήρθε το ξεπούλημα των κτημάτων και των κοπαδιών. Πούλησε αυτός τα χωράφια και τα περιβόλια που έφερναν σοδειές και όταν τέλεψαν κι αυτά, άρχισε να πουλάει τα σπίτια που του άφησε ο πατέρας του. Στο τέλος βρέθηκε να πουλάει και το μεγάλο αρχοντικό κι απόμεινε στο δρόμο με όλα κι όλα τρία γρόσια στο χέρι.
Οι φίλοι κι οι παρέες είχαν αρχίσει να αραιώνουν από καιρό και στο τέλος τον άφησαν ολομόναχο να γυρνάει στους δρόμους εδώ κι εκεί. Όταν δεν του απόμεινε παρά μόνο η απελπισιά, έφερε στο νου του κείνο το παλιό σπίτι, που τον είχε πάει ο πατέρας του. «Εκεί θα περάσω τη νύχτα μου...» μουρμούρισε και πήγε. Στο δρόμο αγόρασε με τα τελευταία λεφτά λίγο ψωμί και χαλούμι. Φτάνει καμιά φορά στο σπίτι που με δυσκολία στεκόταν όρθιο. Μπαίνει στην καμάρα και κοιτάζει το ταβάνι με την κρικέλα. «Αύριο θα κρεμαστώ να μη βασανίζομαι άλλο» είπε και έφερε στο νου του τα λόγια του πατέρα του. Τη νύχτα, την ώρα που αυτός κοιμόταν σε μια γωνιά, βγήκαν τα ποντίκια και του έφαγαν το ψωμί και το τυρί και δεν έμεινε μήτε ψίχουλο.
Το πρωί ξυπνάει και βλέπει τι έγινε. Αντί να κρεμαστεί όμως, πηγαίνει στους παλιούς του φίλους να τους ζητήσει να του δώσουν να φάει κατιτί, μην φύγει απ' αυτόν τον κόσμο πεινασμένος. Τους βρήκε στον καφενέ να περνάνε την ώρα τους. Τους είπε τι έγινε τη νύχτα στο παλιό σπίτι με τα ποντίκια και τους ζήτησε να του δώσουν να φάει. Εκείνοι ξέχασαν πολύ γρήγορα τα τραπέζια που τους έκανε τον παλιό καλό καιρό και γέλασαν μαζί του. Του είπαν πως τα ποντίκια δεν τρώνε ψωμί και τυρί και πως τους λέει ψέματα. Γυρίζει τότε εκείνος στο παλιόσπιτο. Ρίχνει ένα σκοινί, το περνάει απ' την κρικέλα και το δένει στο λαιμό του. Την ώρα που το τράβηξε να κρεμαστεί, «γκραπ!» κάνει μια και γκρεμίζεται το ταβάνι και πέφτει μια στάμνα γιομάτη με λίρες και λαμποκόπησε όλη η κάμαρα απ’ το χρυσάφι. Τα μάτια του αστράψανε. «Σίγουρα τούτη είναι δουλειά του πατέρα μου. Κατάλαβε τι θα πάθω με το μυαλό που κουβαλάω και φρόντισε για μένα μπας και καταλάβω το λάθος μου». Ύστερα για κάμποσο απόμεινε σκεφτικός.
Από κείνη τη μέρα έγινε άλλος άνθρωπος. Δούλεψε σκληρά και λένε πως κατάφερε τα πάρει ένα χωράφι κι ένα περιβόλι πίσω. Η σοδειά τους και η δική του φροντίδα τού έφερε σιγά σιγά το βιος του και πάλι. Αγόρασε περισσότερα χτήματα που του έδωσαν πιο πολλά γεννήματα. Οι φίλοι του άρχισαν να έρχονται ξανά κοντά του γιατί θυμούνταν τα παλιά τα γλέντια και την καλοπέραση που είχαν μαζί του. Αλλά τώρα αυτός είχε το νου του γιατί κατάλαβε...
Μια μέρα πήγαν να τον χαιρετίσουν τάχα και να αρχίσουν τα καλοπιάσματα και τις κολακείες, μα τον βρήκαν μαραζωμένο και σε μεγάλη στενοχώρια. «Τι έχεις, άρχοντα, καλέ μας φίλε;» τον ρώτησαν, τάχα μου όλο νοιάξιμο. Εκείνος τότε τους αποκρίθηκε: «Αφήστε, πού να σας τα λέω! Είχα αγοράσει κρικέλες, καρφιά και κλειδαριές για τις πόρτες του σπιτιού μου, μα τη νύχτα βγήκαν τα ποντίκια και μου τα φάγανε». Οι παλιοί φίλοι στην αρχή παραξενεύτηκαν: «Μα τι λες, άρχοντα, τι μας ξεστομίζεις; Τρώνε τα ποντίκια σίντερο;» τον ρώτησαν, αλλά σε λίγη ώρα άλλαξαν τις κουβέντες τους αφού κοιτάχτηκαν με νόημα μεταξύ τους: «Μα βέβαια, κι οι ποντικοί τρώνε σίντερο, έχεις δίκιο άρχοντα!» του αποκρίθηκαν. Τότε ο άρχοντας θυμήθηκε το πάθημα του, θυμώνει και τους λέει: «Όταν ήμουνα φτωχός και κουρελής, σας είπα πως οι ποντικοί μού φάγανε το ψωμί και το χαλούμι, μα εσείς κάνατε τάχα πως δεν με πιστεύατε και με κοροϊδέψατε. Τώρα που ξανάγινα πλούσιος και δυνατός, σας λέω πως οι ποντικοί μού φάγανε τα σίδερα, και για να με κολακέψετε πιστεύετε τις κουβέντες μου! Φύγετε από μπροστά μου παλιάνθρωποι, δεν σας θέλω για φίλους!».
Γι' αυτό λένε στην Κύπρο: «Πιστεύουνε τον άρχοντα και ψέματα αν λαλεί και περιπαίζουν τον φτωχό αλήθεια άμα πει...»

(Παραμύθια λαϊκά ενάντια σε δύσκολους καιρούς, Δημήτρης Β. Προυσάλης, εκδ. Εύμαρος

«Ο άνθρωπος αποτελείται από τρεις διαφορετικούς ανθρώπους: από εκείνον που οι ίδιοι εμείς πιστεύουμε πως είμαστε, εκείνον που οι άλλοι πιστεύουν πως είμαστε και εκείνον που πραγματικά είμαστε»
(Τζωρτζ Μπερναρντ Σω)

«Ο καθένας μας έχει τρεις χαρακτήρες.
Αυτόν που δείχνει,
αυτόν που έχει και
αυτόν που νομίζει ότι έχει»

«Το παράθυρο JOHARI, ένα παμπάλαιο μοντέλο προσωπικότητας… έχει πολλά να προσφέρει και στην ατομική θεραπεία… Προσέξτε τα 4 τεταρτημόρια: δημόσιος, τυφλός, κρυφός, ασυνείδητος

                                     Γνωστός στο εγώ       Αγνωστος στο εγώ

Γνωστός στους άλλους       1. δημόσιος               2. τυφλός  

Άγνωστος στους άλλους     3. κρυφός                  4. ασυνείδητος

1ο τεταρτημόριο (γνωστός σε μένα και στους άλλους) είναι ο δημόσιος εαυτός.

2ο τεταρτημόριο (άγνωστος σε μένα και γνωστός στους άλλους) είναι ο τυφλός εαυτός.

3ο τεταρτημόριο (γνωστός σε μένα και άγνωστος στους άλλους) είναι ο κρυφός εαυτός.

4ο τεταρτημόριο (άγνωστος και σε μένα και στους άλλους) είναι ο ασυνείδητος εαυτός.

…Στη θεραπεία επιχειρούμε να αλλάξουμε το μέγεθος των 4 κελιών. Προσπαθούμε να βοηθήσουμε το κελί του δημόσιου εαυτού να μεγαλώσει εις βάρος των υπόλοιπων τριών και τον κρυφό εαυτό να συρρικνωθεί… Και βέβαια, ελπίζουμε να μειώσουμε το μέγεθος του ασυνείδητου εαυτού βοηθώντας τους ασθενείς να εξερευνήσουν και να γνωρίσουν τα βαθύτερα στρώματα της ψυχής τους.

Αυτό όμως που κυρίως έχουμε στο στόχαστρο είναι το κελί νούμερο 2, ο τυφλός εαυτός… Ενας από τους στόχους της θεραπείας είναι να αυξήσει τον έλεγχο της πραγματικότητας και να βοηθήσει το άτομο να δει τον εαυτό του όπως τον βλέπουν οι άλλοι…»
(Irvin D. Yalom,Το δώρο της Ψυχοθεραπείας,εκδόσεις Αγρα σελ.146-147)

«Στη συνέχεια της ζωής, το προσωπείο ενισχύεται από τις κοινωνικές πιέσεις και σταθεροποιείται από τις επιλογές του κάθε ανθρώπου, μέχρι του σημείου ακόμη και να ματαιώνεται η πραγμάτωση του Προσώπου. Τότε ο άνθρωπος, μέσα από το προσωπείο (καλύτερα, μέσα από έναν μεγάλο αριθμό προσωπείων), δεν υποκρίνεται κάποιον άλλον, είναι κάποιος άλλος: αποξενωμένος από το σώμα του, τα γνήσια συναισθήματα και τις καρδιακές επιθυμίες του, ανίκανος να προσαρμόζεται με έναν αυθεντικό τρόπο στο περιβάλλον, να αντιμετωπίζει τις ανάγκες της ζωής, τις χαρές και τις δυσκολίες της.

Όσο περισσότερα χρόνια «φοράμε» το προσωπείο, τόσο οδυνηρότερο ή ακόμη και αδύνατο είναι να το αποσπάσουμε, να το ξεκολλήσουμε από τον αληθινό εαυτό μας. Αυτό συμβαίνει, όχι μόνο επειδή έγινε ένα με τη σάρκα μας, αλλά και επειδή μας γοητεύει ο τρόπος που μας κολακεύει.

Έτσι, είναι πραγματικά αμφίβολο ή ερευνητέο, αν θα είμαστε σε θέση να συμφιλιωθούμε κάποτε με «αυτό το ανύπαρκτο πρόσωπο που υπήρξαμε» (Τάσος Λειβαδίτης, Στέφανος), με αυτόν τον «ξένο» κάτω από το προσωπείο, που μπορεί και ποτέ του να μην αποκαλυφθεί.


Ο Rabindranath Tagore έχει πει με τη φιλοσοφική πνοή της ποίησής του: «Ο,τι είσαι δεν το βλέπεις, και ό,τι δεις είν’ η σκιά σου»
(Αγκαλιά με τον εαυτό μας, Ντέμη Σταυροπούλου σελ. 152-153)

«Την σιωπήν ηγάπων όλα τα μεγάλα πνεύματα, διότι βαθέως ησθάνοντο την αλήθειαν της λαϊκής παροιμίας: η ομιλία είναι αργυρός, η σιωπή είναι χρυσός.

Έκαστος σκεπτόμενος άνθρωπος εξ ιδίας εμπειρίας του γνωρίζει ότι ο εαυτός του δεν είναι εκείνος περί του οποίου ομιλεί, παρά ο εαυτός τον οποίον αποσιωπά. Όχι εκείνο το οποίο αποσιωπά εκουσίως, αλλά εκείνο το οποίο αποσιωπά αναγκαίως, διότι αδυνατεί να το εκφράσει.

Αι συζητήσεις μας εις τον κόσμον είναι ωσάν τα ψιλά κέρματα δια των οποίων εξαγοράζομεν τον εαυτό μας, ενώ το μέγα νόμισμα παραμένει εντός μας, μη φανερούμενον. Ημείς παρουσιαζόμεθα εις τον κόσμον δια επιφανειακών φωτογραφιών, ενώ η γνήσιά μας ψυχική προσωπογραφία παραμένει εντός μας, αφανέρωτος…        
(Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς, Στοχασμοί περί του καλού και του κακού σελ.149-150)

«Κάποιο τραγικό ρήγμα χαίνει μέσα στις σκέψεις, στις αισθήσεις, στη ζωή. Ένα καταραμένο σχίσμα στη συνείδηση, στην καρδιά, στην ψυχή, σχίσμα το οποίο ερημώνει τον τύπο του ανθρώπου κατά Φάουστ: «Δύο ψυχές κατοικούν στο στήθος μου» (Γκαίτε, Φάουστ).

Ο άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος γράφει ότι η αμαρτία είναι στον άνθρωπο σαν «άλλη ψυχή μαζί με την ψυχή» (Ομιλ. 11,15. PG 34,556 C)
(άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς, Ανθρωπος και Θεάνθρωπος σελ. 23)

«Δύο κόσμοι μέσα μας παλεύουν, που μέρα νύχτα μάς παιδεύουν»
(Βερίτης)

Όταν αποκτήσεις όλα εκείνα που επιθυμείς,
κι αρχίσει μια μέρα ο κόσμος να σε μακαρίζει,
πήγαινε στον καθρέπτη και κοίταξε τον εαυτό σου,
να δεις τι έχει να σού πει εκείνος που σε κοιτάει από τον καθρέπτη.
Γιατί δεν είναι ο πατέρας, η μητέρα ή η γυναίκα σου,
που την κρίση τους μ’ επιτυχία πρέπει να περάσεις.
Ο άνθρωπος που η απόφασή του μετράει πιο πολύ για σένα
είναι εκείνος που σε κοιτάει πίσω από τον καθρέπτη.
Μπορεί μερικοί να νομίζουν πως πέτυχες τους στόχους σου
και να σε αποκαλούν θαυμάσιο άνθρωπο,
μα ο άνθρωπος στον καθρέπτη σού λέει ποιος πραγματικά είσαι.
Αν δεν μπορείς να τον ατενίσεις ίσα στα μάτια,
μη δίνεις σημασία στη γνώμη την καλή των άλλων.
Γιατί αυτός είναι που σε γνωρίζει καλύτερα
κι αυτός σε ακολουθεί παντού νύχτα και μέρα.
Και τις εξετάσεις θα τις περάσεις με επιτυχία,
μόνο αν βαθμολογηθείς καλά από τον άνθρωπο του καθρέπτη.
Μπορεί να ξεγελάσεις όλο τον κόσμο στο διάβα της ζωής σου
κι επαίνους να σου απονέμουν όταν σε βλέπουν.
Μα η τελική σου αμοιβή θα ναι θλίψη και πόνος και δάκρυα,
αν έχεις κοροϊδέψει τον άνθρωπο πίσω από τον καθρέπτη.
(Ημεροδείκτης εκδόσεων ο Λόγος, 14-12-2002)

Στον τάφο μας θα έπρεπε να γράψουν μια επιγραφή:
Εδώ σ’ αυτό το μνήμα κείται κάποιος
που ο φόβος οι άλλοι τί θα πουν και η
ματαιοδοξία να αρέσει
τόσο του έκλεψαν ό,τι
είχε πιο δικό του
που σχεδόν δεν κείται εδώ κανείς.
(Γ. Σαράντης)

«Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας γέρος, ένα αγόρι και ένας γάιδαρος. Πήγαιναν στην πόλη και είχαν αποφασίσει ότι το αγόρι θα ήταν καβάλα.
Καθώς προχωρούσαν οι άνθρωποι τούς κοιτούσαν και σχολίαζαν πόσο ντροπή ήταν για τον νεαρό να είναι καβάλα και ο γέρος να περπατάει. Τότε το αγόρι και ο γέρος αποφάσισαν ότι μάλλον θα είχαν δίκιο εκείνοι που τους κριτίκαραν και έτσι άλλαξαν θέσεις.
Μετά από λίγο, ενώ συνέχιζαν, κάποιοι άλλοι άνθρωποι νόμιζαν ότι ήταν κρίμα να κάνει ένα τόσο νέο αγόρι να πηγαίνει με τα πόδια. Κι έτσι αποφάσισαν να περπατάνε και να ξεκαβαλικέψουν τον γάιδαρο.
Σύντομα και ενώ περνούσαν μπροστά από κάποιους άλλους ανθρώπους κάποιοι θεώρησαν βλακεία να τούς βλέπουν να περπατούν και το γαϊδούρι να προχωράει χωρίς φορτίο. Ο γέρος και ο νεαρός αποφάσισαν ότι είχαν δίκιο και καβάλησαν και οι δύο τους το γαϊδούρι.
Παρακάτω οι άνθρωποι άρχισαν να σχολιάζουν πόσο κρίμα ήταν για το γαϊδουράκι να κουβαλάει τόσο βαρύ φορτίο. Και τότε ο γέρος και ο νεαρός αποφάσισαν να ξεκαβαλικέψουν και να κουβαλήσουν οι ίδιοι τον γάιδαρο. Καθώς περνούσαν μια γέφυρα, το γαϊδούρι τούς ξέφυγε και έπεσε μέσα στο ποτάμι και πνίγηκε…
Μήπως κι εσείς προσπαθείτε να τα έχετε καλά με όλους; Μήπως αγωνίζεστε και αγωνιάτε αν όλοι όσοι γνωρίζετε σας συμπαθούν; Μήπως έχετε την αγωνία να είστε αρεστοί σε όλο τον κόσμο;… (Άκη Αγγελάκη, Ιστορίες που θα θυμάσαι για πάντα, σελ. 211-212)

- Όσο ξέρω τον εαυτό μου τόσο ξέρω και τους άλλους

«Όπως σημειώνει ο Rattner «Από έναν άλλο άνθρωπο καταλαβαίνει κανείς μόνο τόσα, όσα γνωρίζει για τον εαυτό του. Η γνώση συνδέεται με την αυτογνωσία».

Στο βαθμό που ο θεολόγος και ο ποιμένας δε διαθέτει αυτογνωσία και «νήψη» πνευματική αφήνεται έρμαιο του ασυνηδείτου. Πολύ συχνά οι ανθρώπινες σχέσεις καθορίζονται από το ασυνείδητο. Στην ασκητική παράδοση η όλη πνευματική ζωή βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην αυτογνωσία:

«Αυτός που γνωρίζει τον εαυτό του, έλαβε την γνώση των πάντων. Διότι το να γνωρίζει κανείς τον εαυτό του, είναι η ολοκλήρωση της γνώσης των πάντων.
(Ισαάκ ο Σύρος).

Το ερώτημα είναι πόσοι από τους χριστιανούς καθοδηγούμαστε στα χνάρια αυτής της παράδοσης, η οποία βοά: «Γνώρισε τον εαυτό σου πριν από όλα, διότι τίποτα δεν είναι δυσκολότερο από το να γνωρίσεις τον εαυτό σου, τίποτα επιπονότερο, τίποτα κοπιαστικότερο. Όταν όμως γνωρίσεις τον αυτό σου, τότε θα μπορέσεις να γνωρίσεις και το Θεό και να εξετάσεις με το λογισμό τα κτίσματα, όπως ταιριάζει». (Νείλου του Ασκητού)
(Κουφογιαννη Πανωραία, Εκπαιδεύοντας θεολόγους… σελ.175)

Ισχύει ό,τι λέει ο Jung για το φαινόμενο της προβολής γενικά. Κατά τον ελβετό ψυχίατρο: «κατανοούμε τους άλλους στο μέτρο που ζητάμε να κατανοήσουμε εμάς τους ίδιους. Ο,τι δεν κατανοούμε σε μας, δεν μπορούμε να το κατανοήσουμε στους άλλους. Έτσι η εικόνα του άλλου είναι ως επί το πλείστον υποκειμενική»
(Ιωάννου Κορναράκη, Η νεύρωση ως «Αδαμικό πλέγμα» σελ. 113)

«Τίποτα δεν μπορεί να κάνει την ψυχή τόσο ευσεβή και επιεική και ήπια, όσο η διαρκής ανάμνηση των αμαρτημάτων μας»
(Ιωάννου Χρυσοστόμου, Παιδαγωγική Ανθρωπολογία,Χαρώνη Βασιλίου αριθμ. κειμ. 1381)

- Να καθρεπτίζουμε τον εαυτό μας στους άλλους
- Γέροντα, είναι καλύτερα να βρίσκει κανείς μόνος του τα ελαττώματά του ή να του τα λένε οι άλλοι;
- Καλό είναι να ψάχνει να τα βρίσκει μόνος του, αλλά και, όταν του τα λένε, να μην αντιδρά• να το δέχεται με χαρά. Γιατί μπορεί να νομίζει ότι βλέπει τον εαυτό του, αλλά να τον βλέπει όπως θα ήθελε να είναι και όχι όπως είναι στην πραγματικότητα.
- Γέροντα, οι άλλοι τον βλέπουν καλύτερα τον εαυτό μου;
- Μόνος του κανείς μπορεί, αν θέλει, να δει καλύτερα τον εαυτό του. Δηλαδή, μπορεί να εντοπίσει καλύτερα μια αντίδρασή του, ένα σφάλμα του κ.λπ. και να βρει από ποια αίτια προήλθε, ενώ ο άλλος βγάζει συμπεράσματα από υποθέσεις που κάνει.
- Μπορεί, Γέροντα, να προσπαθεί κανείς να δει τον εαυτό του όπως είναι και να μη τον βλέπει;
-Ναι, αν μέσα στην προσπάθεια του αυτή υπάρχει υπερηφάνεια, δεν μπορεί να δει τον πραγματικό του εαυτό.
Ο άνθρωπος βλέπει καλύτερα τον εαυτό του, όταν τον καθρεφτίζει στους άλλους. Μέχρι να απαλλαγούμε από τα πάθη, πρέπει να καθρεφτίζουμε τον εαυτό μας στα κουσούρια του άλλου και να εξετάζουμε πού βρισκόμαστε εμείς. Αν δούμε λ.χ. στον άλλον ένα ελάττωμα, αμέσως να πούμε: «για να δω, μήπως το έχω κι εγώ;» και αν το έχουμε, να αγωνισθούμε να το κόψουμε.
- Και, αν Γέροντα, μου λέει ο λογισμός ότι δεν έχω αυτό το ελάττωμα, τι να λέω;
- Να λες: «Εγώ έχω άλλα μεγαλύτερα• αυτό είναι πολύ μικρό σε σχέση με τα δικά μου». Γιατί μπορεί καμιά φορά να είναι μικρότερα τα δικά σου ελαττώματα, αλλά να έχεις λιγότερα ελαφρυντικά. Αν εξετάζει κανείς έτσι τον εαυτό του, βλέπει ότι αυτός έχει μεγαλύτερα κουσούρια από τον άλλο. Ύστερα βλέπει και τις αρετές του άλλου. «Για να δω, λέει, υπάρχει σε μένα αυτή η αρετή;  Όχι. Πώ πώ! πόσο μακριά είμαι από εκεί που έπρεπε να βρίσκομαι!».
Όποιος εργάζεται έτσι, από όλα βοηθιέται. αλλοιώνεται με την καλή έννοια και τελειοποιείται. Ωφελείται από τους αγίους, ωφελείται από τους αγωνιστές, ωφελείται ακόμη και από τους κοσμικούς. Γιατί, αν δει έναν κοσμικό λ.χ. να μην υπολογίζει τον εαυτό του, να θυσιάζεται, λέει: «αυτό το φιλότιμο το έχω εγώ; δεν το έχω, και είμαι και πνευματικός άνθρωπος!» οπότε προσπαθεί να τον μιμηθεί. Όλοι οι άνθρωποι έχουμε να κάνουμε πολλή δουλειά.
(Παϊσίου γέροντος Λόγοι Γ σελ.142-143)     

«Ο διάσημος Γάλλος ιεροκήρυκας Μασσιγιόν (1661-1742) ζωγράφιζε θαυμάσια στις ομιλίες του τα ανθρώπινα πάθη. Κάποιος μια μέρα τον ρώτησε:
- Πάτερ, πώς συμβαίνει εσείς, ένας μοναχός, που δεν έχετε καθόλου πείρα από τις αβύσσους της ανθρώπινης κακίας, να γνωρίζετε τόσο καλά όλες τις περιπτώσεις της;
Κι ο Μασσιγιόν τού αποκρίθηκε:
- Τις βρίσκω όλες μέσα μου. Λίγο να σκάψω στην καρδιά μου, συναντώ εκεί μέσα τους σπόρους όλων των κακιών».