Το παν εξαρτάται από το επίπεδο στο οποίο κτίζουμε της ζωή μας.
Όλοι εσείς, αδελφοί μου, γνωρίζατε κάποιον κ. Ν. που έπασχε από προοδευτική παράλυση- ανίατη ασθένεια. Ήρθε εδώ και προσευχηθήκαμε γι’ αυτόν. Καθόταν σε αναπηρική καρέκλα. Μετά λοιπόν από την προσευχή, του είπα:

«Εμείς δεν είμαστε θαυματουργοί. Είμαστε απλοί και αμαρτωλοί άνθρωποι, αλλά ωστόσο προσευχηθήκαμε στον Θεό να δείξει το έλεος Του σε σας».

Και ξαφνικά, με φωτεινό από ευτυχία βλέμμα είπε:

«Αλλά έζησα τον Θεό κατά της διάρκεια της προσευχής και αυτό είναι για μένα σημαντικότερο από τη θεραπεία».
Με κατέπληξε το γεγονός, επειδή οι εξωτερικές συνθήκες ήταν πολύ ήσυχες. Τί άκριβώς έζησε ο άνθρωπος αυτός; Είχε ανώτατη μόρφωση και οικονομικώς ήταν αρκετά πλούσιος, ώστε να έχει ζήσει σε συνθήκες κοινωνικής ανέσεως. Όπως η μεγάλη πλειονότητα των μορφωμένων ανθρώπων, έτσι και αυτός ήταν αδιάφορος προς την πίστη
και την Εκκλησία.

Η δε γυναίκα του ήταν μάλλον αρνητικά τοποθετημένη απέναντι στην Εκκλησία. Εκείνο που με συγκίνησε ήταν ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος, ούτε ο παραμικρός, που να τον ανάγκαζε να πει: «Μα έζησα τον Θεό»!
Αν σύμφωνα με την πίστη μας υπάρχει αιώνιος και προαιώνιος Νους που δημιούργησε τα πάντα, τότε με ποιόν τρόπο ο άνθρωπος θα γνωρίσει ότι Αυτός ο Δημιουργός των πάντων τον άγγιξε; Αν υπάρχει δυνατότητα για τον άνθρωπο να γνωρίσει την επαφή του αιωνίου αυτού Πνεύματος, σημαίνει ότι υπάρχει στον άνθρωπο όχι μόνο η ικανότητα για τη γνώση του υλικού κόσμου ή του κοσμικού είναι που μας περιβάλλει, αλλά και κάτι ακόμη μεγαλύτερο...

Και όταν η αίσθηση της παρουσίας του Θεού αρχίζει να προσεγγίζει όλο και συχνότερα τον άνθρωπο, αυτός αλλάζει σε όλες τις εκδηλώσεις του, στις εκτιμήσεις του για τα πάντα. Για παράδειγμα, ο κ. Ν που είπε «αλλά έζησα τον Θεό» ενώ ήταν καταδικασμένος να πεθάνει, και μετά την προσευχή αυτή, προχώρησε ήσυχα και με χαρά στον θάνατο και όλη η οικογένειά του άλλαξε τρόπο ζωής.
(αρχιμανδρίτου Σωφρονίου, Οικοδομώντας τον ναό του Θεού, τόμος Α, σελ. 370-371)

 


Για τους ποντοπόρους της ζωής, ανέκαθεν ο θάνατος ήταν κάτι το άκρως ανατριχιαστικό. Ήταν το μυστηριώδες, το ανεξερεύνητο ακρωτήρι, πέραν του οποίου κανείς δεν μπορούσε να δή τι συνέβαινε.

Έμοιαζε σαν το νοτιώτερο ακρωτήρι της Αφρικής, το γνωστό με το όνομα της Καλής Ελπίδος. Άλλοτε ήταν ο φόβος και ο τρόμος των ναυτικών, οι δε ιθαγενείς εβεβαίωναν, πως κανένα πλοίο, απ’ όσα επεχείρησαν να διαβούν, δεν διέφυγε το ναυάγιο.

Αφ’ ότου όμως ο περίφημος θαλασσοπόρος Βάσκο ντε Γάμα κατώρθωσε, σώος και αβλαβής, να περάση, από τη στιγμή εκείνη η σκληρότης του ακρωτηρίου ηττήθη. Η τρομερότης του εξέλιπε. Το αδιάβατο ακρωτήρι έγινε πλέον διαβατό και έλαβε το συμπαθέστατο και ευοίωνο όνομα της Καλής Ελπίδος. Έγινε ο πλουτοφόρος διάδρομος, που οδηγεί στους αμύθητους θησαυρούς των Ινδιών.
Έτσι και ο ακραίος σταθμός της ανθρωπίνης ζωής, το ακρωτήρι του θανάτου, παρέμεινε για τον προχριστιανικό κόσμο αδιάβατο και μυστηριώδες. Ήτο αδύνατο να το παραπλεύσουν οι άνθρωποι χωρίς ναυάγιο. Αφ’ ότου όμως ο Ιησούς διεφώτισε το μυστήριο τούτο και απέδειξε, ότι ο θάνατος δεν είναι το ακρωτήρι του τραγικού ναυαγίου της ζωής, αλλά το ακρωτήρι της Καλής Ελπίδος, που φέρει προς νέους λαμπρούς κόσμους και ανοίγει μπροστά μας νέες σκηνογραφίες.
(Από το βιβλίο «Κογχύλια από την Τιβεριάδα»)
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο846)

Ο θάνατος νικήθηκε
«Με κάλεσαν κάποτε — διηγείται ένας διάσημος ιεροκήρυξ - να κηρύξω σε μια κηδεία.

Έψαξα την Αγία Γραφή μου να βρω κάποια σχετική ομιλία, που να κάνη για την περίπτωση αυτή. Μάταια όμως.

Διεπίστωσα ότι τέτοια ομιλία δεν υπήρχε στην Αγία Γραφή, γιατί όπου και αν συνάντησε νεκρό ο Κύριος τον ανέστησε. Έτσι διάλεξα για θέμα μου την ανάσταση».
Αληθινά, όπου ο θάνατος συναντήθηκε με την Ζωή υποχώρησε νικημένος. Ο Αναστημένος Χριστός έδωσε μια θριαμβευτική ελπίδα στο ανθρώπινο γένος!
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο926)

Μη το ξεχνάς…. 
Ο εφοπλιστής Σταύρος Λιβανός, που πέθανε τελευταία, επήγαινε συχνά στην πατρίδα του, την Χίο. Σε μία τελευταία επίσκεψί του συνάντησε τον Σάντο- ένα φτωχό λαϊκό ποιητή και φιλόσοφο - και τον κάλεσε να τον κεράση ένα ούζο. Ο Σάντος ήπιε το ούζο και του ευχήθηκε υγεία και ευτυχία. Τότε ο Λιβανός του έδωσε και μια λίρα. Και ο Σάντος πήρε θάρρος και είπε:
Η θάλασσα κι ο ουρανός
έχουν το ίδιο χρώμα,
ο Σάντος και ο Λιβανός
θα μπουν στο ίδιο χώμα.
Και ο Λιβανός έμεινε σκεπτικός… (Εβρ. θ’ 27)
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο807)

Το τέρμα των εγκοσμίων

Κάποτε ο Μέγας Αλέξανδρος είδε τον φιλόσοφο Διογένη ν’ ασχολήται στο ν’ ανακατώνη ένα σωρό ανθρώπινα κρανία.
-Τι κάνεις αυτού; ερώτησε ο βασιλεύς.
-Αναζητώ το κρανίο του πατέρα σου, του βασιλέως Φιλίππου –είπε ο Διογένης – αλλά μου είναι αδύνατον να το αναγνωρίσω…
Αλήθεια! Πλούσιοι και φτωχοί στο ίδιο επίγειο τέρμα θα καταλήξουμε. Το ουράνιο τέρμα έχει για τον χριστιανό σημασία.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο768)

Γράφει ο Επίσκοπος Σουρόζ Anthony Bloom: Πριν λίγα χρόνια μια νέα κοπέλα που έπασχε από ανίατη ασθένεια έγραφε:

«Πόσο ευγνώμων είμαι στο Θεό για την αρρώστια μου. Καθώς αδυνατίζει το σώμα μου, το νιώθω να γίνεται όλο και πιο διάφανο στις ενέργειες του Θεού».

Της απάντησα:

«Να ευχαριστείς το Θεό γι’ αυτό που σου έχει δώσει, αλλά μην περιμένεις να κρατήσει αυτή η κατάσταση. Θα έρθει η ώρα που αυτό το αδυνάτισμα του κορμιού σου θα πάψει να σε κάνει να αισθάνεσαι πνευματική. Και τότε θα πρέπει να εξαρτάσαι από τη Χάρη και μόνο».
Λίγους μήνες αργότερα μου ξανάγραψε:

«Έχω τόσο εξασθενήσει, που δεν έχω πια τη δύναμη να τρέξω να ακουμπήσω στο Θεό. Το μόνο που μου μένει είναι να σιωπώ, να παραδίδω τον εαυτό μου ελπίζοντας ότι ο Θεός θα έρθει προς εμένα».

Και πρόσθεσε αυτό που πρέπει να προσέξουμε από όλη αυτή την ιστορία:

«Προσευχηθείτε στο Θεό να μου χαρίσει το κουράγιο να μην προσπαθήσω ποτέ να κατασκευάσω μια ψεύτικη παρουσία για να γεμίσω το τρομερό κενό που αφήνει η απουσία Του».


Κάποιος συγγραφεύς υποστηρίζει ότι υπάρχουν τρεις τρόποι με τους οποίους οι άνθρωποι νοιώθουν τη ζωή.

Πολλοί την βλέπουν σαν ένα αναπαυτικό κρεββάτι, επάνω στον οποίον ξαπλώνονται και ζητούν να υπηρετούνται απ’ όλους τους άλλους.

Είναι οι οπαδοί του ηδονισμού και της απολαύσεως. Γρήγορα όμως καταντούν οι άνθρωποι αυτοί δυστυχείς, γιατί το κρεββάτι της ζωής δεν είναι τόσο αναπαυτικό όσο το φαντάζονται.

Γι’ αυτό στριφογυρίζουν με αγωνία και πόνο επάνω σ’ αυτό.

Άλλοι αντιλαμβάνονται τη ζωή σαν ένα μεγάλο καλάθι, που αγωνίζονται να το γεμίσουν οπωσδήποτε. Γνώσεις, χρήμα, χτήματα, φήμη, δόξα είναι το υλικό, με το οποίον προσπαθούν να το πληρώσουν.

Είναι οι οπαδοί του παχυλού υλισμού και της μαμωνολατρείας. Αλλ’ αυτό μένει πάντα άδειο, ενώ εκείνοι τρέχουν έως ότου ο θάνατος θέση τέρμα στην πολύμοχθη εκστρατεία τους.
Υπάρχει όμως και μια μερίδα ανθρώπων, που αντιλαμβάνονται τη ζωή τους σαν ένα λύχνο που καίεται, σαν μια λαμπάδα που λυώνει και φωτίζει το περιβάλλον.

Είναι οι γνήσιοι οπαδοί του Χριστού. Είναι άνθρωποι, που έθεσαν ιδανικό τους όχι να υπηρετηθούν, αλλά να υπηρετήσουν. Είναι οι εργάτες του καλού, ,που θυσιάζονται για να παρηγορήσουν τον πόνο του θλιμμένου, για να περιθάλψουν τον πάσχοντα, για να χύσουν «φώς ιλαρόν» στις τρισκότεινες καρδιές.

Είναι οι λύχνοι, που, τοποθετημένοι «επί την λυχνίαν», λάμπουν «πάσι τοις εν τη οικία».
Από το βιβλίο «Κογχύλια από την Τιβεριάδα»
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973 Νο642)

Ένας άθεος προσεύχεται! 

Στις φοβερές μάχες του Στάλινγκραντ, το 1942—43, ένας Ρώσος στρατιώτης, ο Μίτια, αναφέρει το εξής περιστατικό:

Οι Γερμανοί μας κτυπούσαν σκληρά. Σε μια στιγμή είδα ένα Γερμανό να έρχεται επάνω μου, και αμέσως άλλον.. άλλον.. μια ολόκληρη σειρά. Άρπαξα το πολυβόλο μου και οι σφαίρες έφευγαν βροχή.

Ξαφνικά το πολυβόλο σταμάτησε. Οι σφαίρες είχαν τελειώσει! Οι Γερμανοί έφθασαν πολύ κοντά μου. Ένα σύγκρυο με έπιασε από τον τρόμο.

Στο φόβο μου, χωρίς να το νοιώσω, έβαλα μια φωνή:

«Θεέ μου, βοήθησέ με!...»

και έτρεχα να φθάσω στο πρόχωμα. Όσο έτρεχα, τόσο προσευχόμουνα. Σε λίγο ο κίνδυνος είχε φύγει, και εγώ αναρωτιόμουνα:

“Εγώ, κομμουνιστής, μέλος της Κομσομόλ, αρχηγός Μαχητικών Αθέων προσευχήθηκα!"

Μάλιστα, στον κίνδυνο και οι άθεοι προσεύχονται!

(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973 Νο278)

Είπεν ο άφρων... Ουκ έστι Θεός

Ένας Θεολόγος στην Γερμανία, μπήκε σε μια ταβέρνα. Ένας από τους θαμώνες είπε δυνατά για να τον ακούση ο Θεολόγος:

—  Δεν υπάρχει Θεός!

Ο Θεολόγος τον πλησίασε και του είπε ήρεμα:

—  Φίλε μου, αυτό που είπες δεν είναι καθόλου καινούργιο. Η Αγία Γραφή το λέει τώρα και χιλιάδες χρόνια.

Ο άνθρωπος παραξενεύθηκε. Και ο Θεολόγος επανέλαβε τα λόγια του Ψαλμωδού: «Είπεν ο άφρων εν τη καρδία αυτού, ουκ έστιν Θεός» (Ψαλμ. ιγ' 1). 

—  Αλλά, φίλε μου, συνέχισε ο Θεολόγος, υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα σ' εσένα και στον άφρονα. Εκείνος μόνο το σκέφθηκε, ενώ εσύ το διαλαλείς στις ταβέρνες.

(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο567)

Θεοποίησις του εγώ

Κατηγορούσαν κάποτε μπροστά στον διάσημο Άγγλο φιλόσοφο Τζων Ράσσελ (1795-1878) κάποιον ορθολογιστή ως άθεο.

Κι ο Ράσσελ απάντησε:

— Αυτό είναι ψέμμα. Δεν πρόκειται καθόλου για άθεο. Κανείς στον κόσμο δεν είναι πραγματικά άθεος.

Ο άνθρωπος, για τον όποιο μου μιλάτε, πιστεύει απόλυτα στην ύπαρξη ανωτέρου Όντος, με τη διαφορά ότι αυτό το Όν είναι ο ίδιος ο εαυτός του.

Εκεί που ξερριζώνεται ο Θεός, λατρεύεται το Εγώ.

(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973 Νο380)

(από το βιβλίο: Εγώ, ο Άλμπερτ Αϊνστάιν, Alice Calaprice, εκδ. Κάτοπτρο, Αθήνα 1998, σελ. 157-169). 

Για τον Αϊνστάιν, όπως συχνά το είχε διευκρινίσει ο ίδιος, η «θρησκεία» ήταν μάλλον μια στάση δέους και θαυμασμού απέναντι στο σύμπαν, γνήσια ταπεινότητα απέναντι στην αρμονία της φύσης, και όχι πίστη σ’ έναν Θεό προσωπικό που μπορεί να κατευθύνει τις ζωές των ανθρώπων.

Γιατί μου γράφεις «ο Θεός πρέπει να τιμωρήσει τους Άγγλους»; Δεν διατηρώ στενές σχέσεις ούτε με τον έναν ούτε με τους άλλους. Βλέπω απλώς με μεγάλη λύπη ότι ο Θεός τιμωρεί τόσο πολλά παιδιά Του για τις πολυάριθμες ανοησίες τους, για τις οποίες όμως μόνο Αυτός ο Ίδιος μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνος. Κατά τη γνώμη μου, μόνο η ανυπαρξία Του μπορεί να τον δικαιολογήσει.
Επιστολή στον ελβετό συνάδελφό του Edgar Meyer, 2 Ιανουάριου 1915. Προσφέρθηκε από τον Robert Schulmann. Αναφέρεται επίσης στο CPAE Τόμ. 8 (υπό έκδοση).

Κάθε αληθινός ερευνητής της φύσης νιώθει κάποιου είδους θρησκευτική ευλάβεια, επειδή είναι αδύνατον να φανταστεί ότι αυτός είναι ο πρώτος που μελέτησε τα λεπτεπίλεπτα νήματα που συνδέουν όσα αντιλαμβάνεται.
1920. Αναφέρεται στο βιβλίο του Moszkowski, Conversations with Einstein, σελ. 46.

Εφόσον οι ψυχικές μας εμπειρίες συνίστανται από αναπαραγωγές και συνδυασμούς των αισθητηριακών εντυπώσεων, θεωρώ κενή και άνευ νοήματος την έννοια μια ψυχής χωρίς σώμα.
Επιστολή σε κάποια Βιεννέζα, 5 Φεβρουάριου 1921. Αρχείο Αϊνστάιν 43-847. Αναφέρεται επίσης στο βιβλίο των Dukas και Hoffmann, Albert Einstein, the Human Side, σελ. 40.

Δεν μπορώ να συλλάβω την έννοια ενός προσωπικού Θεού που κατευθύνει άμεσα τις πράξεις των ανθρώπων... Η θρησκευτικότητά μου συνίσταται στον ταπεινό θαυμασμό μπροστά στο άπειρα ανώτερο πνεύμα που αποκαλύπτεται μέσα από το μικρό κομμάτι της πραγματικότητας... το οποίο είμαστε σε θέση να κατανοήσουμε.
Επιστολή σε τραπεζίτη του Κολοράντο, Αύγουστος 1927. Αρχείο Αϊνστάιν 48-380. Αναφέρεται επίσης στο βιβλίο των Dukas και Hoffmann, Albert Einstein, the Human Side, σελ. 66.

Όλα είναι καθορισμένα... από δυνάμεις που δεν τις ελέγχουμε. Είναι καθορισμένα για το έντομο όπως και για το άστρο. Οι άνθρωποι, τα φυτά ή η κοσμική σκόνη —όλα χορεύουν στον μυστηριώδη σκοπό που παίζει από μακριά κάποιος αόρατος αυλητής.
Στην εφημερίδα The Saturday Evening Post, 26 Οκτωβρίου 1929. Αναφέρεται στο βιβλίο του Clark, Einstein, σελ. 346-347.

Πιστεύω στο Θεό του Σπινόζα που αποκαλύπτεται μέσα στην αρμονία του όλου, και όχι σ’ ένα Θεό που ασχολείται με τη μοίρα και τις πράξεις των ανθρώπων.
Τηλεγράφημα σε εβραϊκή εφημερίδα, 1929. Αρχείο Αϊνστάιν 33-272. (Σύμφωνα με τη φιλοσοφία του Σπινόζα, Θεός και υλικός κόσμος είναι αδιάσπαστα. Όσο καλύτερα κατανοεί κανείς το σύμπαν τόσο πλησιάζει το Θεό.)

Όποιος έχει πειστεί απόλυτα για την παγκόσμια ισχύ της αρχής της αιτιότητας δεν μπορεί ούτε στο ελάχιστο να αποδεχθεί την ιδέα ενός όντος που παρεμβαίνει στη ροή των γεγονότων... Δεν δέχεται ούτε τη θρησκεία του φόβου ούτε την κοινωνική και ηθική θρησκεία. Δεν μπορεί να συλλάβει ένα Θεό που ανταμείβει και τιμωρεί˙ κι αυτό για τον απλό λόγο ότι οι πράξεις του ανθρώπου καθορίζονται από εσωτερική και εξωτερική αναγκαιότητα, ώστε, στα μάτια του Θεού, ο άνθρωπος δεν μπορεί να είναι περισσότερο υπεύθυνος απ’ όσο ένα άψυχο αντικείμενο για τις κινήσεις που εκτελεί... Η ηθική συμπεριφορά του ανθρώπου πρέπει να βασιστεί αποτελεσματικά στη σύμπνοια, τη μόρφωση, τους δεσμούς και τις ανάγκες της κοινωνίας˙ η θρησκευτική βάση δεν είναι απαραίτητη. Η ανθρώπινη κατάσταση θα ήταν αξιολύπητη αν η αυτοσυγκράτηση οφειλόταν στο φόβο της μετά θάνατον τιμωρίας ή στην ελπίδα της μετά θάνατον ανταμοιβής.
Από το «Θρησκεία και Επιστήμη», The New York Times Magazine, 9 Νοεμβρίου 1930, σελ. 1-4. Στα γερμανικά, στην Berliner Tageblatt, 11 Νοεμβρίου 1930.

Κάθε πράξη και σκέψη του ανθρώπινου γένους σχετίζεται με την ικανοποίηση των εσώτατων αναγκών και με την ανακούφιση του πόνου. Αυτό πρέπει να το έχει κανείς συνεχώς κατά νουν, αν θέλει να κατανοήσει τα πνευματιστικά κινήματα και την ανάπτυξή τους. Το συναίσθημα και η επιθυμία είναι οι κινητήριες δυνάμεις της ανθρώπινης συμπεριφοράς και δημιουργίας.
Όπ.π.

Είναι πολύ δύσκολο να εξηγήσει κανείς αυτό το [κοσμικό θρησκευτικό] συναίσθημα σε κάποιον που δεν το έχει ποτέ αισθανθεί... Οι θρησκευτικές μεγαλοφυΐες όλων των εποχών διακρίθηκαν από αυτό ακριβώς το είδος του θρησκευτικού συναισθήματος, που δεν γνωρίζει ούτε δόγματα ούτε τη σύλληψη του Θεού κατ’ εικόνα του ανθρώπου˙ γι’ αυτό και δεν υπάρχει εκκλησία η οποία να βασίζει την κεντρική διδασκαλία της στο συναίσθημα αυτό... Κατά τη γνώμη μου, η σημαντικότερη αποστολή της τέχνης και της επιστήμης είναι να αφυπνίσει αυτό το συναίσθημα και να το κρατήσει ζωντανό σε όσους είναι δεκτικοί.
Για την «κοσμική θρησκεία», ένας ύμνος στην ομορφιά και την αρμονία της φυσικής που έγινε κοινή πεποίθηση των φυσικών.
'Οπ.π.

Ισχυρίζομαι ότι το κοσμικό θρησκευτικό συναίσθημα είναι το ισχυρότερο και ευγενέστερο κίνητρο της επιστημονικής έρευνας.
'Οπ.π.

Κατά τη γνώμη μου, οι ωραιότερες υποθέσεις στο βασίλειο της επιστήμης πηγάζουν από ένα βαθύ θρησκευτικό συναίσθημα... Πιστεύω επίσης ότι αυτό το είδος θρησκευτικότητας... είναι η μόνη δημιουργική θρησκευτική δραστηριότητα της εποχής μας.
Στο Forum 83 (1930), σελ. 373.

Δεν μπορώ να συλλάβω την ιδέα ενός Θεού που ανταμείβει και τιμωρεί τα πλάσματά του, ή διαθέτει θέληση σαν τη δική μας. Δεν μπορώ και ούτε θα ’θελα να διανοηθώ έναν άνθρωπο που επιβιώνει του φυσικού του θανάτου. Ας αφήσουμε τις αδύνατες ψυχές να τρέφουν τέτοιες σκέψεις, από φόβο ή παράλογο εγωισμό.
Από το «Τι πιστεύω», Forum and Century 84 (1930), σελ. 193-194. Αναδημοσιεύτηκε στο βιβλίο Ideas and Opinions, σελ. 8-11.

Οι πράξεις μας πρέπει να βασίζονται στην —πάντα παρούσα— επίγνωση ότι οι άνθρωποι στις σκέψεις, τα συναισθήματα και τις πράξεις τους δεν είναι ελεύθεροι αλλά κατευθυνόμενοι από την αιτιότητα τόσο όσο η κίνηση των άστρων.
Δήλωση στην Αμερικανική Εταιρεία Σπινόζα, 22 Σεπτεμβρίου 1932. Αρχείο Αϊνστάιν 33-291.

Η φιλοσοφία είναι σαν μια μητέρα που γέννησε και προίκισε όλες τις άλλες επιστήμες. Δεν πρέπει λοιπόν να γκρινιάζουμε για τη γύμνια και τη φτώχεια της, αλλά μάλλον να ελπίζουμε ότι κάτι από το δικό της δονκιχωτικό ιδανικό θα επιζήσει και μέσα στα παιδιά της, ώστε να μη βυθιστούν στη βαρβαρότητα.
Επιστολή στον Bruno Winawer, 8 Σεπτεμβρίου 1932. Αρχείο Αϊνστάιν 36-532. Αναφέρεται στο βιβλίο των Dukas και Hoffmann, Albert Einstein, the Human Side, σελ. 106.

Δεν μπορώ να φανταστώ ένα Θεό που ανταμείβει και τιμωρεί τα δημιουργήματά του, που οι προθέσεις του μιμούνται τις δικές μας —με λίγα λόγια, ένα Θεό που είναι απλώς η αντανάκλαση των ανθρώπινων αδυναμιών... Μου φτάνει να ατενίζω το μυστήριο της συνειδητής ζωής που διαιωνίζεται, να συλλογίζομαι τη θαυμαστή δομή του σύμπαντος που αντιλαμβανόμαστε αμυδρά, και να προσπαθώ ταπεινά να κατανοήσω έστω και ένα απειροελάχιστο κλάσμα της ευφυΐας που εκδηλώνεται στη φύση.
Από «Το πιστεύω μου» για τη Γερμανική Ένωση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, 1932. Αναφέρεται στο βιβλίο του Leach, Living Philosophies, σε λ. 3.

Η οργανωμένη θρησκεία ίσως μπορέσει να ξανακερδίσει ένα μέρος του σεβασμού που έχασε στον τελευταίο πόλεμο, αν αφιερωθεί στην ενεργοποίηση της καλής θέλησης και της ενέργειας των οπαδών της ενάντια στο ανερχόμενο ρεύμα της ανελευθερίας.
The New York Times, 30 Απριλίου 1934. Αναφέρεται επίσης στο βιβλίο του Pais, Einstein Lived Here, σελ. 205.

Δύσκολα θα βρει κανείς ανάμεσα στα πιο βαθυστόχαστα επιστημονικά πνεύματα κάποιον που να μην διαθέτει το δικό του θρησκευτικό συναίσθημα. Αυτό όμως είναι κάτι διαφορετικό από τη θρησκευτικότητα του αφελούς ανθρώπου. Για τον δεύτερο, ο Θεός είναι ένα ον από τη φροντίδα του οποίου ελπίζει να ωφεληθεί και του οποίου φοβάται την τιμωρία˙ η εξιδανίκευση του συναισθήματος που νιώθει το παιδί για τον πατέρα του.
Από «Το θρησκευτικό πνεύμα της επιστήμης». Δημοσιεύτηκε στο βιβλίο Mein Weltbild, 1934. Αναδημοσιεύτηκε στο βιβλίο Ideas and Opinions, σελ. 40.

Ο επιστήμονας διακατέχεται από την αίσθηση της παγκόσμιας αιτιότητας... Το θρησκευτικό του συναίσθημα παίρνει τη μορφή εκστατικής έκπληξης μπροστά στην αρμονία του φυσικού νόμου, όπου αποκαλύπτεται μια ευφυΐα τόσο ανώτερη ώστε, σε σύγκριση μ’ αυτήν, το σύνολο της συστηματικής σκέψης και οι πράξεις των ανθρώπινων όντων μοιάζουν εντελώς ασήμαντα... Το συναίσθημα αυτό αναμφισβήτητα είναι ανάλογο μ ε εκείνο που διακατείχε τις θρησκευτικές ιδιοφυΐες όλων των εποχών.
Όπ.π.

Ποιο είναι το νόημα της ανθρώπινης ζωής ή και της ζωής κάθε πλάσματος; Η απάντηση στο ερώτημα ανήκει στη θρησκεία. Ίσως αναρωτηθεί κανείς: Έχει άραγε νόημα να τίθεται μια τέτοια ερώτηση; Η απάντησή μου είναι ότι ο άνθρωπος που θεωρεί δίχως νόημα τη ζωή, τη δική του και των συνανθρώπων του, δεν είναι μόνο δυστυχής αλλά και ανάξιος για ζωή.
Δημοσιεύτηκε στο βιβλίο Mein Weltbild, 1934. Αναδημοσιεύτηκε στο βιβλίο Ideas and Opinions, σελ. 11.

Όποιος ασχολείται σοβαρά με την επιστήμη, πείθεται ότι τελικά στους νόμους του σύμπαντος εκδηλώνεται ένας νους πολύ ανώτερος από το νου του ανθρώπου... Έτσι η ενασχόληση με την επιστήμη οδηγεί σε ένα ιδιαίτερο θρησκευτικό συναίσθημα που είναι πραγματικά πολύ διαφορετικό από τη θρησκευτικότητα κάποιου αφελέστερου ανθρώπου.
Επιστολή σε κάποιο παιδί που τον είχε ρωτήσει αν οι επιστήμονες προσεύχονται˙ 24 Ιανουαρίου 1936. Αρχείο Αϊνστάιν 42-601.

Οτιδήποτε θεϊκό και καλό υπάρχει στο σύμπαν πρέπει να το αποκρυπτογραφήσουμε και να το εκφράσουμε εμείς. Δεν μπορούμε να παραμένουμε αδρανείς και να το περιμένουμε από το Θεό.
Συζήτηση καταγεγραμμένη από τον Algernon Black, φθινόπωρο του 1940. Αρχείο Αϊνστάιν 54-834.

Ένας θρησκευόμενος άνθρωπος είναι ευσεβής υπό την έννοια ότι δεν αμφιβάλλει για τη σπουδαιότητα αυτών των υπερπροσωπικών στόχων και σκοπών οι οποίοι δεν απαιτείται ούτε είναι δυνατόν να θεμελιωθούν ορθολογικά.
Nature 146 (1940), σελ. 605.

Η πίστη στο ενδεχόμενο οι κανόνες που ισχύουν στον υπαρκτό κόσμο να είναι ορθολογικοί, δηλαδή κατανοητοί από τη λογική, ανήκει στη σφαίρα [της θρησκείας]. Δεν μπορώ να φανταστώ έναν πραγματικό επιστήμονα χωρίς αυτή τη βαθιά πίστη.
Από το «Επιστήμη και Θρησκεία», γραπτή συμμετοχή σε συμπόσιο που έγινε στη Νέα Υόρκη το 1941 με θέμα τη συμβολή της επιστήμης, της θρησκείας και της φιλοσοφίας στην υπόθεση της αμερικανικής δημοκρατίας. Αρχείο Αϊνστάιν 28-523. Στο βιβλίο Ideas and Opinions, σελ. 41-49.

Η επιστήμη χωρίς τη θρησκεία είναι χωλή, η θρησκεία χωρίς την επιστήμη είναι τυφλή.
Όπ.π., σελ. 46. (Η ρήση αυτή ίσως αποτελεί λογοπαίγνιο σχετιζόμενο με τη ρήση του Καντ «Η αντίληψη χωρίς την ενόραση είναι κενή, η ενόραση χωρίς την αντίληψη είναι τυφλή».)

Κυρία πηγή των σημερινών συγκρούσεων ανάμεσα στη σφαίρα της θρησκείας και τη σφαίρα της επιστήμης είναι η έννοια του προσωπικού Θεού.
Όπ.π., σελ. 47.

Στον αγώνα τους για το ηθικό καλό οι θρησκευτικοί δάσκαλοι πρέπει να έχουν το ανάστημα να παραιτηθούν από το δόγμα του προσωπικού Θεού, να παραιτηθούν δηλαδή από αυτή την πηγή φόβου και ελπίδας η οποία στο παρελθόν έδωσε τόση δύναμη στα χέρια των ιερέων.
Όπ.π., σελ. 48.

Όσο περισσότερο εξελίσσεται πνευματικά η ανθρωπότητα, τόσο πιο πολύ βεβαιώνομαι ότι ο δρόμος για την αληθινή θρησκευτικότητα δεν περνάει από το φόβο της ζωής, το φόβο του θανάτου και την τυφλή πίστη, αλλά μέσα από την αναζήτηση της ορθολογικής γνώσης.
Όπ.π. σελ. 49.

Είναι αρκετά πιθανό ότι μπορούμε να κάνουμε σπουδαιότερα πράγματα από τον Ιησού, επειδή όσα είναι γραμμένα γι’ αυτόν στη Βίβλο είναι ποιητικά ωραιοποιημένα.
Αναφέρεται στο άρθρο του W. Hermanns, «Μια συζήτηση με τον Αϊνστάιν», Οκτώβριος 1943. Αρχείο Αϊνστάιν 55-285.

Ο νους δεν μπορεί να συλλάβει καμία ιδέα ανεξάρτητη από τις πέντε μας αισθήσεις [δηλαδή ουδεμία ιδέα οφείλεται σε θεϊκή επιφοίτηση].
Όπ.π.

Δεν πιστεύω ότι η φιλοσοφία και η λογική θα αποτελέσουν οδηγούς του ανθρώπου στο εγγύς μέλλον. Θα παραμείνουν όμως το ωραιότερο ιερό καταφύγιο των ολίγων εκλεκτών.
Επιστολή στον Benedetto Croce, 7 Ιουνίου 1944. Αρχείο Αϊνστάιν 34-075. Αναφέρεται επίσης στο βιβλίο του Pais, Einstein Lived Here, σελ. 122.

Διαβάζω συχνά τη Βίβλο, ωστόσο το αυθεντικό κείμενο μου είναι απρόσιτο.
Επιστολή στον Η. Friedmann, 2 Σεπτεμβρίου 1945, αναφερόμενος στο γεγονός ότι δεν γνώριζε την εβραϊκή γλώσσα. Αναφέρεται στο βιβλίο του Pais, Subtle Is the Lord, σελ. 38.

Είναι αυτό... το συμβολικό περιεχόμενο των θρησκευτικών παραδόσεων που πιθανότατα έρχεται σε σύγκρουση με την επιστήμη... Έχει επομένως ζωτική σημασία για τη διατήρηση της αληθινής θρησκείας να αποφεύγονται τέτοιες συγκρούσεις, όταν προκύπτουν από ζητήματα που δεν είναι πράγματι καθοριστικά για την επιδίωξη των θρησκευτικών στόχων.
Δήλωση στη Λέσχη Λιμπεραλιστών Ιερέων, Νέα Υόρκη. Δημοσιεύτηκε στο The Christian Register, Ιούνιος 1948.

Η στάση μου απέναντι στο Θεό είναι η στάση ενός αγνωστικιστή. Είμαι πεπεισμένος ότι κάποιος που γνωρίζει την πρωταρχική σημασία των ηθικών αρχών για τη βελτίωση και τον εξευγενισμό της ζωής δεν χρειάζεται την ιδέα ενός νομοθέτη, ειδικά ενός νομοθέτη που βασίζεται στην ανταμοιβή και την τιμωρία.
Επιστολή στον M. Berkowitz, 25 Οκτωβρίου 1950. Αρχείο Αϊνστάιν 59-215.

Μόνο «θρησκευτική» μπορώ να χαρακτηρίσω την εμπιστοσύνη στην ορθολογική φύση της πραγματικότητας —ορθολογική στο μέτρο που είναι προσιτή στην ανθρώπινη λογική. Όταν απουσιάζει το συναίσθημα αυτό, η επιστήμη εκφυλίζεται σε πεζό εμπειρισμό.
Επιστολή στον Maurice Solovine, 1 Ιανουάριου 1951. Αρχείο Αϊνστάιν 21-474,80-871. Δημοσιεύτηκε στο βιβλίο Letters to Solovine, σελ. 119.

Η απλή έλλειψη πίστης σ’ έναν προσωπικό Θεό δεν αποτελεί φιλοσοφία.
Επιστολή στον V.T. Aaltonen, 7 Μαΐου 1952, σχετικά με τη γνώμη του ότι η πίστη σ’ έναν προσωπικά Θεό είναι καλύτερη από τον αθεϊσμό. Αρχείο Αϊνστάιν 59-059.

Το συναίσθημά μου είναι θρησκευτικό στο βαθμό που με διαποτίζει η επίγνωση ότι το ανθρώπινο πνεύμα αδυνατεί να κατανοήσει βαθύτερα την αρμονία του σύμπαντος˙ αρμονία που εμείς προσπαθούμε να τη διατυπώσουμε με «νόμους της φύσης».
Επιστολή στην Beatrice Frohlich, 17 Δεκεμβρίου 1952. Αρχείο Αϊνστάιν 59-797.

Η ιδέα ενός προσωπικού Θεού μου είναι εντελώς ξένη και τη θεωρώ ακόμη και αφελή.
Όπ.π.

Η υπόθεση της ύπαρξης ενός αθέατου όντος... δεν διευκολύνει να κατανοήσουμε την ευταξία που συναντάται στον αισθητό κόσμο.
Επιστολή σε φοιτητή από την Αϊόβα, που τον είχε ρωτήσει «Τι είναι Θεός;»˙ Ιούλιος 1953. Αρχείο Αϊνστάιν 59-085.

Δεν πιστεύω στην αθανασία του ατόμου και θεωρώ ότι η ηθική είναι αποκλειστικά ανθρώπινο μέλημα που δεν υποκινείται από κάποια υπεράνθρωπη αρχή.
Ιούλιος 1953. Αρχείο Αϊνστάιν 36-553. Αναφέρεται επίσης στο βιβλίο των Dukas και Hoffmann, Albert Einstein, the Human Side, σελ. 39.

Αν ο Θεός δημιούργησε όντως τον κόσμο, σίγουρα η πρωταρχική του έγνοια δεν ήταν να κάνει το δημιούργημά του εύκολα κατανοητό σε μας.
Επιστολή στον David Bohm, 10 Φεβρουάριον 1954. Αρχείο Αϊνστάιν 8-041.

Θεωρώ ότι η Κοινωνία των Φίλων είναι η θρησκευτική κοινότητα με τα υψηλότερα ηθικά πρότυπα. Όσο γνωρίζω, δεν έκαναν ποτέ ανήθικους συμβιβασμούς και πάντοτε καθοδηγούνται από τη συνείδησή τους. Νομίζω δε ότι η επιρροή τους, ιδιαίτερα στα διεθνή πράγματα, είναι ωφέλιμη και αποτελεσματική.
Επιστολή στον A. Chappie. Αυστραλία 23 Φεβρουαρίου 1954. Αρχείο Αϊνστάιν 59-405. Αναφέρεται επίσης στο βιβλίο των Nathan και Norden. Einstein on Peace, σελ. 510.

Δεν πιστεύω σε έναν προσωπικό Θεό˙ ποτέ δεν το αρνήθηκα, πάντοτε το εξέφραζα με σαφήνεια. Αν υπάρχει κάτι μέσα μου που μπορεί να θεωρηθεί θρησκευτικό, αυτό είναι ο απεριόριστος θαυμασμός για τη συγκρότηση του κόσμου όπως αποκαλύπτεται από την επιστήμη.
Επιστολή σε θαυμαστή, 22 Μαρτίου 1954. Αρχείο Αϊνστάιν 39-525. Αναφέρεται επίσης στο βιβλίο των Dukas και Hoffmann, Albert Einstein, the Human Side, σελ. 43.

Είμαι βαθιά θρησκευόμενος μη πιστός... Τούτο εκφράζει ένα μάλλον νέο είδος θρησκείας.
Επιστολή στον Hans Muesham, 30 Μαρτίου 1954. Αρχείο Αϊνστάιν 38-434.

Δεν προσπαθώ να φανταστώ το Θεό. Μου αρκεί να στέκομαι με δέος μπροστά στη συγκρότηση του κόσμου, στο βαθμό που μπορούμε να την εκτιμήσουμε, βασιζόμενοι στις ανεπαρκείς αισθήσεις μας.
Επιστολή στον S. Flesh, 16 Απριλίου 1954. Αρχείο Αϊνστάιν 30-1154.

Ουδέποτε απέδωσα στη φύση πρόθεση, σκοπό ή οτιδήποτε θα μπορούσε να θεωρηθεί ανθρωπομορφικό. Αυτό που βλέπω στη φύση είναι μια μεγαλόπρεπη κατασκευή που μόνο με πολύ ατελή τρόπο μπορούμε να την κατανοήσουμε και η οποία πρέπει να γεμίζει κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο με ένα συναίσθημα ταπεινότητας. Πρόκειται για ένα συναίσθημα γνήσια θρησκευτικό που δεν έχει καμία σχέση με το μυστικισμό.
1954 ή 1955. Αναφέρεται στο βιβλίο των Dukas και Hoffmann, Albert Einstein, the Human Side, σελ. 39.

Η ηθική αξία του ανθρώπου δεν μετριέται από το ποιες είναι οι θρησκευτικές του πεποιθήσεις, αλλά μάλλον από το ποια συγκινησιακά ερεθίσματα δέχθηκε από τη φύση κατά τη διάρκεια της ζωής του.
Στην Αδελφή Margrit Goehner, Φεβρουάριος 1955. Αρχείο Αϊνστάιν 59-831.

Η επιστημολογία χωρίς επαφή με την επιστήμη καταλήγει να είναι σχήμα κενό. Η επιστήμη χωρίς επιστημολογία είναι —αν μπορεί να διανοηθεί κανείς κάτι τέτοιο— πρωτόγονη και θολή.
Αναφέρεται στο βιβλίο του Schilpp, Albert Einstein: Philosopher- Scientist, σελ. 5.

Έτσι ανέπτυξα... μια βαθιά θρησκευτικότητα που όμως τελείωσε απότομα στην ηλικία των δώδεκα ετών. Διαβάζοντας εκλαϊκευμένα επιστημονικά βιβλία απέκτησα σύντομα τη βεβαιότητα ότι το μεγαλύτερο μέρος των ιστοριών της Βίβλου δεν μπορεί να είναι αληθινό... Η δυσπιστία μου απέναντι σε κάθε είδους αυθεντία μεγάλωσε μέσα απ’ αυτή την εμπειρία... κι αυτή τη στάση δεν την εγκατέλειψα ποτέ.
Όπ.π., σελ. 9.

Εκεί πάνω βρισκόταν αυτός ο τεράστιος κόσμος που υπάρχει ανεξάρτητα από εμάς, τα ανθρώπινα όντα, και στέκεται μπροστά μας σαν ένας μεγάλος, αιώνιος γρίφος, ο οποίος, μερικώς τουλάχιστον, είναι προσιτός στην παρατήρηση και τη σκέψη μας. Η ενατένιση αυτού του κόσμου μου έγνεψε σαν απελευθέρωση, και σύντομα παρατήρησα ότι πολλοί άνθρωποι που είχα μάθει να τους εκτιμώ και να τους θαυμάζω είχαν βρει εσωτερική ελευθερία και ασφάλεια στην αφοσιωμένη ενασχόλησή τους μ’ αυτόν.
Όπ.π., σελ. 95.

Δεν είναι όλα στη φιλοσοφία τόσο μελιστάλαχτα γραμμένα; Ίσως κάτι στην αρχή φαίνεται σαφές, όταν όμως το ξανακοιτάξεις, έχει εξαφανιστεί. Απομένει μόνο το χαρτί.
Αναφέρεται στο βιβλίο των Rosenthal-Schneider, Reality and Scientific Truth, σελ. 90.

Οι απόψεις μου συγγενεύουν με του Σπινόζα: θαυμασμός για την ομορφιά και πίστη στη λογική απλότητα της τάξης και της αρμονίας που μπορούμε να αντιληφθούμε με τρόπο ταπεινό και ατελή μόνο. Πιστεύω ότι πρέπει να είμαστε ικανοποιημένοι από την ατελή μας γνώση και κατανόηση και ότι πρέπει να θεωρούμε τις αξίες και τις ηθικές υποχρεώσεις αποκλειστικά ανθρώπινα προβλήματα.
Αναφέρεται στο βιβλίο του Hoffmann, Albert Einstein: Creator and Rebel, σελ. 95.

Η θρησκεία μου συνίσταται στον ταπεινό θαυμασμό προς το απεριόριστα ανώτερο πνεύμα που αποκαλύπτεται στις μικρότατες λεπτομέρειες τις οποίες είμαστε ικανοί να αντιληφθούμε με την εύθραυστη και αδύναμη νόησή μας. Αυτή η βαθιά συναισθηματική βεβαιότητα για την παρουσία μιας ανώτερης λογικής δύναμης, που αποκαλύπτεται στο ακατανόητο σύμπαν, συνιστά τη δική μου ιδέα του Θεού.
Αναφέρεται στη νεκρολογία της εφημερίδας The New York Times, 19 Απριλίου 1955.

(από το βιβλίο: Εγώ, ο Άλμπερτ Αϊνστάιν, Alice Calaprice, εκδ. Κάτοπτρο, Αθήνα 1998, σελ. 157-169)

Δουλεύοντας σε διάφορα νηπιαγωγεία είχα πολλές ευκαιρίες να δω ότι ο άνθρωπος έχει γεννηθεί με έμφυτη αγάπη στο Θεό.

Όσα καταπληκτικά παραμύθια κι αν έχω διαβάσει στα παιδιά, με φαντασία και ήρωες ελκυστικούς το κλίμα που δημιουργείται στην τάξη όταν αναφέρω το Χριστό, την Παναγία ή κάποιο Άγιο είναι πάντα μοναδικό. Το ενδιαφέρον τους είναι πάντα μεγαλύτερο, είναι πιο προσεκτικοί, υπάρχει απόλυτη μυστηριακή ησυχία και βέβαια υπάρχουν κι απορίες. Αυτές τις «μοναδικές» για μένα αλλά και για τα παιδιά στιγμές δεν χρειάζεται να καταφύγω σε κόλπα για να διατηρήσω την προσοχή τους. Γίνεται από μόνο του και εγώ δεν έχω κάνει τίποτα. Λες και είναι προγραμματισμένα να είναι στο μήκος της Αγάπης του Θεού.
Κάτι άλλο που με εντυπωσιάζει είναι πως τα πιο πιστά παιδιά είναι τα παιδιά των άθεων γονιών, παιδιά που αποζητούν πιο έντονα το Θεό γιατί τους λείπει ή γιατί είναι ο τρόπος του Θεού να τραβήξει και τους γονείς κοντά Του.
Ένα περιστατικό που θα θυμάμαι πάντα είναι όταν στην προσπάθειά μου να τους εξηγήσω ότι στους Χαιρετισμούς πηγαίνουμε στο σπίτι του Χριστούλη και της Παναγίτσας για να χαιρετήσουμε με όμορφα λόγια την Παναγία, η αντίδραση ενός μικρού κοριτσιού. Παρακάλεσε τον πατέρα της να την πάει να χαιρετήσει την Παναγία. Ο πατέρας της το έκανε κι όπως μου είπε χαρακτηριστικά: «Αχ βρε Ιωάννα τι μας έκανες; Περιμέναμε και λέγαμε τώρα θα βαρεθεί αλλά η Δανάη τίποτα. Κάθησε μέχρι το τέλος».
Δεύτερο περιστατικό που με συντάραξε συνέβη κατά τη διάρκεια μιας επίσκεψής μας στην εκκλησία. Είχα εντολή από μια μητέρα να μην κοινωνήσει το παιδί της. Όταν έφτασε η ώρα της Θείας Ευχαριστίας το παιδάκι έκλαιγε κι έλεγε: «Θέλω κι εγώ το σώμα και το αίμα του Χριστού». Σπάραζε τόσο πολύ που αναγκάστηκα να τηλεφωνήσω στη μητέρα της. Και τότε φώναζε «Δε θέλω μόνο το ψωμάκι –εννοώντας το αντίδωρο- αλλά και το αίμα του Χριστού». Στο τέλος κάμφθηκε η αντίδραση της μητέρας και το παιδάκι κοινώνησε.
Ένα άλλο περιστατικό που θυμάμαι είναι από το πολύ μικρό αδερφάκι μιας μαθήτριάς μου. Η γιαγιά των παιδιών θέλοντας να μου κοροϊδέψει το πιο μικρό εγγονάκι της μου είπε ότι θέλει να γίνει παπάς. Το εντυπωσιακό είναι ότι το παιδάκι αυτό ήταν μόλις 1,5 έτους. Για του λόγου του αληθές το ρώτησα κι εγώ το παιδάκι και μου έδωσε την ίδια απάντηση. Η γιαγιά του μου είπε ότι μένουν απέναντι από την εκκλησία αλλά δεν έχουν καθόλου σχέσεις μ’ αυτή. Το παιδάκι όμως στέκεται στο μπαλκόνι, κοιτάει πότε θα δει τον παπά και του φωνάζει καθημερινά. Μάλιστα η γιαγιά μου είπε ότι δεν καταλαβαίνει πως προήλθε αυτό κι ελπίζει να μην γίνει.
Τι να πρωτοθυμηθώ από τα παιδικά ματάκια που με τόση σοβαρότητα και αγάπη προσεγγίζουν το Θεό. Πολλές φορές έχω σκεφτεί, αυτό το παιδάκι έχει τη σοβαρότητα μοναχού-μοναχής. Πόσες φορές τα παιδιά αποζητούν να κάνουμε προσευχή αν την έχουν χάσει για κάποιο λόγο. Και τα παιδιά που το κάνουν πιο έντονα είναι τα παιδιά των ανθρώπων που αμφισβητούν το Θεό. Πόσες άλλες φορές μου λένε: «Κυρία δεν μας πάνε οι γονείς μας στην εκκλησία, και τους το λέμε συνέχεια». Καταλήγοντας πάντα λέω στα παιδιά ότι δεν είμαι μόνο εγώ δασκάλα τους αλλά κι ότι κι αυτά είναι οι δικοί μου δάσκαλοι. Και τους δείχνω την εικόνα του Χριστού που αγκαλιάζει τα παιδιά. Τους λέω ότι αυτά μου μαθαίνουν πώς να είμαι πάλι κι εγώ παιδί γιατί ο Χριστός αγαπάει τις παιδικές ψυχές πιο πολύ!
Με εκτίμηση  Ιωάννα Κ. (μία νηπιαγωγός της Συνάντησης Νέων του Αγίου Σώστη)

«Όταν αναζητήται η αιωνία αλήθεια, είναι εσφαλμένη η ερώτησις:

τι είναι Αλήθεια;

Τό ερώτημα πρέπει να τεθή ώς εξής:

Ποιός είναι η Αλήθεια;

Διότι η αλήθεια δύναται νά είναι μόνον πρόσωπον καί μάλιστα Θείον Πρόσωπον, και όχι πράγμα·

μόνον ο Δημιουργός Θεός και όχι δημιούργημα.

Ο Θεάνθρωπος απαντά: «Έγώ ειμί η Αλήθεια» (Ίωάνν.14,6),

αλλά μόνον είς εκείνον ο οποίος με όλην τήν καρδίαν, μέ όλην τήν ψυχήν, μέ όλον τό είναι του, διά προσευχής καί δακρύων, διά νηστείας καί αγρυπνίας, διά αναστεναγμών καί οδυρμών, ερωτά: ποιός είναι η Αλήθεια;

Μόνον οί ηγιασμένοι διά τής αιωνίου Αλήθειας είναι οί αληθώς φωτισμένοι, διότι η Αλήθεια διά Ιησού Χριστού εγένετο (’Ιωάν. 1, 17).

Άνευ Αυτού καί εκτός Αυτού δέν υπάρχει Αλήθεια καί ούτε δύναται νά υπάρχη.

Επ’ αυτού θέλετε ένα σχήμα; ’Ιδού: Χριστός - Αλήθεια - Αγιασμός= Φωτισμός.

Η Αλήθεια δημιουργεί είς την ψυχήν τήν αγίαν διάθεσιν, καί από τήν αγίαν ψυχήν πηγάζουν διαρκώς άγιαι σκέψεις, άγιαι επιθυμίαι, άγια αισθήματα, άγιαι πράξεις.

(οσίου Ιουστίνου Πόποβιτς, Άνθρωπος και Θεάνθρωπος, εκδ. Παπαδημητρίου σελ.67)


Νεκροθάπτης έλεγε κάποτε σε ιεροκήρυκα:
- Κανένας δεν μπορεί να κηρύξει καλύτερα από εμένα.
- Τι θέμα μπορείς συ, αγράμματος, να αναπτύξεις; Τι λες; ρωτά με απορία ο ιεροκήρυξ.
- Όταν δω πολύ κόσμο στο κοιμητήριο λέω:
«Βλέπετε, χριστιανοί, εκείνα τα μνήματα; Τα άνοιξα για σας.

Δεν θα περάσουν πολλά χρόνια και θα σας φέρουν και εσάς εδώ.

Παρ’ όλα τα πλούτη σας, παρ’ όλη την ομορφιά σας, παρ’ όλη τη δύναμή σας εδώ θα καταλήξετε.

Θα έρθετε εδώ για να σας σκεπάσω εγώ με το χώμα και να κοιμηθείτε εν ειρήνη».
Κανείς δεν φεύγει ασυγκίνητος από τα λόγια μου, ενώ εσείς με την ευγλωττία σας και τα επιχειρήματά σας, πόσους πείθετε;


(Θησαυρός γνώσεων και ευσεβείας, Υακίνθου Γρατιανουπόλεως, σελ. 678)

Σελίδα 1 από 5