Ύστερα, υπάρχει μια άλλη πλευρά, πιο προσωπική. Πρόκειται για την εκτίμηση που κάποιος μπορεί να έχει, ή την αξιολόγηση που μπορεί να κάνει, για τον εαυτό του. Συνήθως, και αυτό περιλαμβάνεται στη διδασκαλία του Αγίου Σεραφείμ, χωρίζουμε τους εαυτούς μας σε δύο πολύ άνισα μέρη. Είναι το μέρος εκείνο του εαυτού μας που το βρίσκουμε ελκυστικό και αξιαγάπητο, η εικόνα δηλαδή που διαμορφώνουμε για το εαυτό μας – και που αυτή μπορεί να είναι πολύ διαφορετική από την εικόνα που έχουν οι άλλοι για μας, όμως η εικόνα αυτή είναι, τουλάχιστόν στα δικά μας μάτια, η ταυτότητά μας, όπως εμείς την αντιλαμβανόμαστε.
Κι έπειτα, είναι όλα τα υπόλοιπα: οι σκοτεινές γωνιές από τη μια μεριά, οι λεκέδες, τα άσχημα χαρακτηριστικά. Αυτά συνήθως δεν τα θεωρούμε μέρος του εαυτού μας. Τα θεωρούμε απλώς “ατυχήματα”: “Λερώθηκα γιατί ακούμπησα κάτι βρόμικο, έχω λεκέδες γιατί με ακούμπησε κάποιος με βρόμικα χέρια”. Το ίδιο και με τις σκιές: “Υπάρχουν σκιές ή σκοτεινά μέρη μέσα μου, γιατί κάτι έξω από μένα ρίχνει τη σκιά του”. Αυτό όμως δεν είναι η αλήθεια.

Ο άγιος Σεραφείμ το λέει ξεκάθαρα, ότι πρέπει να δεχτούμε τον εαυτό μας όπως είμαστε και να αναγνωρίσουμε πως όλα τα πράγματα, το καλό και το κακό, το σκοτάδι και το φως, το θαμπό και το διαυγές, είναι αληθινά μέρος του εαυτού μας, οπότε πρέπει να αναρωτηθούμε: “Τι κάνω με αυτή την κατάσταση;”. Το θέμα δεν είναι να ξεφορτωθώ τη θολούρα και το μισοσκόταδο, διότι αυτό θα ήταν χειρουργική επέμβαση, θα κόβαμε και θα πετούσαμε ένα κομμάτι του εαυτού μας και τότε θα ανακαλύπταμε ότι απόμεινε ένα πολυ μικρό υπόλοιπο, ίσως μόνο το ένδυμά μας.
Ενώ, αν θεωρήσουμε τον εαυτό μας ως μια ολότητα, αν δεχτούμε τα πάντα ανεξαιρέτως ως υλικό που ο Θεός προσδοκά να το χρησιμοποιήσουμε, τότε μπορεί να δράσουμε είτε σαν σοφοί είτε σαν άφρονες καλλιτέχνες. Αν ένας γλύπτης βρεθεί μπροστά σ' ένα υλικό, μπορεί να κάνει δύο πράγματα: Μπορεί να πει, “Σκόπευα να σκαλίσω ένα σταυρό από ελεφαντόδοτο, κι αυτό θα κάνω”, και να προσπαθήσει να σκαλίσει ένα σταυρό από γρανίτη, ξύλο, μάρμαρο ή πηλό, μιας και αυτό ήταν το υλικό που του δόθηκε. Ναι μεν θα φτιάξει ένα σταυρό, αλλά δεν θα είναι από ελεφαντόδοτο. Και, καθώς το κάθε ύλικο μπορεί να εκφράσει μόνο τη δική του φύση, το αποτέλεσμα θα είναι απλώς άσχημο και γελοίο. Από την άλλη μεριά, ο γλύπτης μπορεί να δράσει διαφορετικά και να πει: “ Αυτό το υλικό έχω” ή, αν θέλετε, “Από αυτό το υλικό είμαι φτιαγμένος. Τι μπορώ να κάνω μ' αυτό; Τι φτιάχνει κανείς με τον γρανίτη; Τι φτιάχνει με το μάρμαρο; Τι μπορεί να φτιάξει κανείς με τον πηλό; Πώς μπορεί να εκφραστεί η ομορφιά μέσα από το ελεφαντόδοτο;”.

Ή θα μπορούσαμε μερικές φορές να δράσουμε όπως ο καλλιτέχνης που βρίσκει ένα ροζιασμένο κλαδί σε ακανόνιστο σχήμα. Αν σκοπός σου είναι να βρεις ένα μπαστούνι για το περπάτημα, τότε πετάς το κλαδί με το ακανόνιστο σχήμα. Αν, όμως, κοιτάζοντάς το διακρίνεις την ομορφιά που μπορεί να εκφραστεί μέσα απ' αυτό, τότε δεν θα πεις “Οι ρόζοι είναι άχρηστοι” ή “Αυτή η καμπύλη δεν θα έπρεπε να βρίσκεται εκεί”. Δεν είναι αυτό το θέμα. Ό,τι και να σκεφτείς, ο ρόζος δεν θα εξαφανιστεί, ούτε η καμπύλη θα ισιώσει. Αυτό που μπορείς να κάνεις είναι να το κοιτάξεις και να πεις, “Τι βλέπω;”. Κι αν δεν βλέπεις τίποτε, κοίτα το ξανά και ξανά μέχρι να δεις την ομορφιά να ξεπηδά από μέσα του και δώσε σχήμα, κίνηση, έκφραση στην ομορφιά που περιμένει να φανερωθεί και να εκφραστεί.
Αν έτσι αντιμετωπίζαμε και τον εαυτό μας, δεν θα είχαμε τόσα μπλεξίματα και εντάσεις, γιατί τις περισσότερες φορές η ένταση που νιώθουμε οφείλεται στο ότι δεν ταιριάζουμε με την εικόνα που έχουμε ήδη σχηματίσει για τον εαυτό μας. Επιθυμούμε να είμαστε κάπως, ανακαλύπτουμε ότι δεν φτάνουμε να είμαστε αυτό που θέλουμε, και παραιτούμαστε από την προσπάθεια και -πιο σημαντικό-  παραιτούμαστε από την πραγματική εικόνα. Και προσπαθούμε να κινηθούμε σε ένα μη πραγματικό κόσμο, όπου βλέπουμε μέσω ενός φανταστικού καθρέφτη τον εαυτό μας τόσο όμορφο, όσο θα θέλαμε να είναι. Αλλά αυτό δεν λειτουργεί, γιατί οι άλλοι μας βλέπουν όπως είμαστε, όμως εμείς το ξεχνούμε – μέχρι κάτι να συμβεί, μέχρι να βρεθούμε πρόσωπο με πρόσωπο μ' έναν αληθινό καθρέφτη. Τότε κάνουμε ένα-δυο βήματα πίσω προσβεβλημένοι και θεωρούμε ότι φταίει ο καθρέφτης.

Το αποτέλεσμα είναι ότι περνάμε όλη μας τη ζωή μέσα σε μια κατάσταση παραίσθησης, προσπαθώντας να γίνουμε κάτι που ποτέ δεν ήμασταν ούτε και ποτέ θα γίνουμε, κάτι πολύ λιγότερο από εκείνο που θα μπορούσαμε να είμαστε, διότι οι δυνατότητες που μας έχει δώσει ο Θεός είναι περισσότερες από όσο μπορούμε να διανοηθούμε.
Λοιπόν, τα παραπάνω είναι μια άλλη πλευρά της προετοιμασίας για την εξομολόγηση ή απλώς για τη διαχείριση της εσωτερικής μας ζωής. Ας μάθουμε από πριν να δεχόμαστε αυτό που ανακαλύπτουμε ότι είμαστε, να το αντιμετωπίζουμε με νοήμονα τρόπο, δημιουργικά. Να μην το αντιμετωπίζουμε επιφανειακά, αλλά προσπαθώντας να διακρίνουμε τις δυνατότητες, όχι μόνον αυτό που έχει ήδη μορφοποιηθεί αλλά και αυτό που μπορεί να μορφοποιηθεί από εδώ και στο εξής, που δεν το γνωρίζουμε ακόμη, που δεν μπορούμε ούτε να το φανταστούμε, αλλά που μπορεί πράγματι να γκρεμίσει και να καταστρέψει τις μορφές που είχαμε μέχρι τώρα σχηματοποιήσει.
Αυτή η διαδικασία, λοιπόν, μπορεί υπεύθυνα να απαντήσει στο ερώτημα: “Τί είμαι, τί μπορώ να γίνω, τί μπορώ να είμαι. Κι αυτό που μπορώ να είμαι απαντιέται από το σύνολο της Αγίας Γραφής. Αυτό που μπορώ να είμαι είναι η εικόνα του ζώντος Θεού, τίποτε λιγότερο. Και ο καθένας μας το μπορεί, αρκεί να μην επινοούμε διαρκώς είδωλα, να μην προσπαθούμε να προσαρμόσουμε τον εαυτό μας σε αυτό ή στο επόμενο σχέδιο. Αλλά, κοιτώντας μέσα μας και έξω μας, να βλέπουμε το σύνολο της ζωής και να μαθαίνουμε να είμαστε αληθινοί, έτσι ώστε η ζωή να μας δίνει μορφή κι εμείς να δίνουμε μορφή στη ζωή.
(Μητροπολίτης Αντώνιος του Σουρόζ, Ο ΕΑΥΤΟΣ ΜΑΣ και Ο ΑΛΛΟΣ, στοχασμοί για τις ανθρώπινες σχέσεις, εκδ. Πορφύρα, σελ. 47-53)

Καθ’ όσον η ψυχή του παιδιού είναι καθαρή από όλα τα πάθη.

Δεν είναι μνησίκακον έναντι εκείνων που το έχουν λυπήσει, αλλ’ ως φίλος τους πλησιάζει, ωσάν να μη συνέβη τίποτε.

Και όσον ξύλον και αν φάγη από την μητέρα του, ζητεί αυτήν και την προτιμά από όλους. Και αν ακόμη του δείξης μιαν βασίλισσαν με το στέμμα της, δεν την θέτει επάνω από την μητέρα του που φορεί κουρελιασμένα ενδύματα, αλλά θα επροτιμούσε πολύ περισσότερον να ιδή την μητέρα του με κουρελιασμένα ενδύματα, παρά την βασίλισσαν με τα λαμπρά στολίδια της.

Διότι γνωρίζει να διακρίνη το ιδικόν του και το ξένον όχι με την πτωχείαν και τον πλούτον, αλλά με την αγάπην.

Και τίποτε επί πλέον δεν ζητεί από τα αναγκαία, αλλά τόσον μόνον όσον να χορτάση με το γάλα του μαστού και μετά αφήνει και την θηλήν.

Το παιδί δεν λυπείται δι’ εκείνα που λυπούμεθα ημείς, όπως επί παραδείγματι δια την ζημίαν από τα χρήματα και δι’ όλα τα παρόμοια. Ούτε πάλιν χαίρεται δι’  όσα χαιρόμεθα ημείς, δι’ όλα αυτά τα φθαρτά πράγματα.

Δεν κατακυριεύεται από σφοδρόν παθος δια τα κάλλη των σωμάτων. Δια τούτο και ο Κύριος έλεγεν, «διότι η βασιλεία των ουρανών ανήκει εις αυτούς που θα γίνουν όμοιοι με αυτά», ώστε να πράττωμεν με την προαίρεσίν μας αυτά που τα παιδιά τα έχουν από την φύσιν των.

(Ιωάννου Χρυσοστόμου, εκδ. ΕΠΕ, τόμος 11Α, σελ. 196, Εις Ματθαίον ομιλία ΞΒ 4)

Μέχρις εσχάτων.

Θα μιλήσω γι'αυτούς τους ανθρώπους που εξέλαβαν τη Βίβλο τόσο σοβαρά, ώστε στα μάτια του κόσμου, στα μάτια των Χρστιανών -απόλυτα ειλικρινών Χριστιανών- ίσως φαίνονται τρελοί. Θα σας δώσω, λοιπόν, μια σειρά από παραδείγματα για να καταλάβετε τι εννοώ και για να σας δώσω την ευκαιρία να κατανοήσετε το μεγαλείο τους, την παθιασμένη πίστη τους.
Γνωρίζετε πως ο απόστολος Παύλος αναφέρεται στη “μωρία του σταυρού”. Μιλά για την τρόπον τινά “μωρία” του Θεού, λέγοντας ότι ο μέσος άνθρωπος δεν θα θυσιαζόταν ούτε για να σωθεί ο φίλος του, πόσο μάλλον ασύλληπτο του είναι το να θυσιαστεί για τους εχθρούς του. Έτσι, λοιπόν, οι δια Χριστόν σαλοί είναι άνθρωποι που πήραν πολύ στα σοβαρά το ότι η συμπεριφορά του Θεού φάνηκε μωρία στα μάτια των θεωρουμένων “φυσιολογικών”, εκείνων που σκέφτονται υπολογιστικά και που προσπαθούν να κάνουν το σωστό, αλλα σταματούν σε κάποιο σημείο της προσπάθειάς τους.
Ο πρώτος για τον οποίο θα ήθελα να μιλήσω, είναι ένας από τους πρώτους αγίους στην Αλεξάνδρεια, που λεγόταν Σεραπίων. Του έδωσαν το όνομα “Σεραπίων ο Σινδονίτης”, διότι φορούσε μόνο ένα σεντόνι, ζούσε στην ύπαιθρο, έτρωγε μόνο ό,τι του έδιναν από ελεημοσύνη και είχε μόνο ένα περιουσιακό στοιχείο στην κατοχή του, ένα βιβλιαράκι της Αγίας Γραφής. Ξέρετε, εκείνα τα χρόνια ένα βιβλίο ήταν εξαιρετικά σπάνιο, κάτι που κατείχαν μόνο οι πόλυ πλούσιοι.

Μια μέρα, λοιπόν, οι φίλοι του τον είδαν να τρέχει γυμνός, χωρίς ούτε καν το σεντόνι του, και τον ρώτησαν τι του συνέβη. Απάντησε ότι συνάντησε έναν άνθρωπο φτωχότερο από τον ίδιο και του έδωσε το σεντόνι του. Λίγες μέρες  αργότερα τον είδαν χωρίς την Αγία Γραφή του και τον ρώτησαν ξανά τι συνέβη. Απάντησε πως είδε κάποιον που τον τραβούσαν στη φυλακή επειδή χρωστούσε, και έδωσε το βιβλίο του για να εξοφλήσει ο άνθρωπος αυτός το χρέος του.

“Μα πώς μπόρεσες να το κάνεις αυτό;”, τον ρώτησαν. “δεν ήταν το βιβλίο αυτό το πολυτιμότερο πράγμα που είχες;”. “Ναι”, είπε εκείνος, “αλλά η Αγία Γραφή με δίδαξε να προσφέρω τα πάντα στο όνομα της αγάπης και της ελεημοσύνης, και του το έδωσα γιατί ήταν το μόνο πράγμα που είχα να δώσω”.
Εδώ λοιπόν έχουμε έναν άνθρωπο που στεκόταν απογυμνωμένος μπροστά στον Θεό, έναν άνθρωπο που έκανε πράξη τη συμπόνια και την αγάπη ολοκληρωτικά, αληθινά, μέχρις εσχάτων.
Θα σας δώσω άλλο ένα παράδειγμα, κάποιον ονόματι Βιτάλιο, που ήταν κι αυτός ένας από τους μεγάλους ασκητές στην έρημο της Αιγύπτου. Ζούσε για σαράντα περίπου χρόνια στην έρημο και θεωρείτο άγιος. Μια μέρα πήγε στην Αλεξάνδρεια να πουλήσει τα καλάθια που έπλεκε, και είδε κάποιες πόρνες στους δρόμους κοντά στο λιμάνι. Τις συμπόνεσε ως τα βαθιά φυλλοκάρδια του και αποφάσισε κάπως να τις βοηθήσει.

Αυτός, λοιπόν, ο άνθρωπος που είχε περάσει όλη του τη ζωή προσευχόμενος στην έρημο, αγωνιζόμενος για την ακεραιότητα ψυχής, νου και καρδιάς, ήρθε στην Αλεξάνδρεια προς μεγάλο σκανδαλισμό όσων τον γνώριζαν ως ερημίτη, βρήκε μια δουλειά λιμενεργάτη μ'ένα ελάχιστο μεροκάματο και κάθε βράδυ έπαιρνε μαζί του στο χώρο που έμενε μία από τις πόρνες. Εκεί της πρόσφερε το μεροκάματό του, λέγοντας: “Αυτό είναι για σένα. Τώρα έλα να προσευχηθούμε και να πάμε για ύπνο. Κέρδισα μια νύχτα αγνότητας για σένα.”. Και η γυναίκα κοιμόταν, παρέμενε αγνή για ένα βράδυ και μετά, βέβαια, επέστρεφε στο επάγγλεμά της. Μα εκείνος είχε κάνει ότι μπορούσε. Της είχε δώσει την ευκαιρία να γνωρίσει καποιον που τη σεβόταν, έναν άνδρα που την αντιμετώπιζε με τον απόλυτο σεβασμό που κάθε ανθρώπινο ον αξίζει, είτε ανήκει στην υψηλή κοινωνία είτε βρίσκεται στο χαμηλότερο σκαλοπάτι της.

Όμως ο Βιτάλιος έθετε έναν όρο για την αγαθοεργία που παρείχε. Έλεγε στις γυναίκες αυτές: “Μην το πείτε σε κανέναν όσο ζω”. Και επομένως κυκλοφόρησε στην Αλεξάνδρεια η φήμη ότι ο Βιτάλιος, που όλοι τον ήξεραν για άγιο, είχε παραστρατήσει, ότι είχε αφήσει την έρημο και δούλευε την ημέρα για να μπορεί να περνά τα βράδια με τις πόρνες μέσα στην αμαρτία. Ο Βιτάλιος δεν έλεγε τίποτε. Το άντεξε για πολλά χρόνια μέχρι που πέθανε σε μεγάλη ηιλκία.

Όταν το σαρκίο του μεταφερόταν, χωρίς πολυ σεβασμό, από “ελεημοσύνη” στο νεκροταφείο, δεκάδες δεκάδων πόρνες ακολουθούσαν. Και τότε μίλησαν για το τι είχε κάνει εκείνος για αυτές. Τους είχε δώσει την αίσθηση του αυτοσεβασμού -έστω για μια στιγμή ίσως- αλλά τους την είχε δώσει, και μάλιστα με κόστος την προσωπική του τιμή, διότι το σημαντικό δεν ήταν η σκληρή ζωή του, αλλά η απώλεια του σεβασμού των άλλων.
Βλέπετε, λοιπόν, ο πρώτος άγιος έκανε όλα όσα μπορούσε πραγματικά να κάνει, πυροδοτούμενος από συμπόνια και αγάπη. Ο δεύτερος τα έκανε επίσης από συμπόνια, αλλά θυσίασε την τιμή του, τον σεβασμό των άλλων, για να μπορέσει να υπηρετήσει αυτές τις γυναίκες και να τους ξαναδώσει έστω και μια γεύση της αίσθησης ότι ήσαν ανθρώπινα όντα άξια σεβασμού...

“On fools for Christ's sake” Youth Camp. 1978

(Μητροπολίτης Αντώνιος του Σουρόζ, Ο ΕΑΥΤΟΣ ΜΑΣ και Ο ΑΛΛΟΣ, στοχασμοί για τις ανθρώπινες σχέσεις, εκδ. Πορφύρα, σελ. 20-24)

Ένας αδελφός πήγε στον Αββά Μακάριο τον Αιγύπτιο και του λέει:
«Αββά, πες μου κάτι, πώς να σωθώ».
Και του λέει ο γέρων:
«Πήγαινε στο κοιμητήριο και βρίσε τους νεκρούς».
Πήγε λοιπόν ο αδελφός, ύβρισε και λιθοβόλησε. Και γυρίζοντας, το ανέφερε στο γέροντα. Και του λέει:
«Τίποτα δεν σου είπαν;».
Και αποκρίνεται:
«Τίποτα».
Και του λέει ο γέρων:
«Πήγαινε πάλι αύριο και εξύμνησέ τους».

Έφυγε ο αδελφός λοιπόν και πήγε και τους εξύμνησε, λέγοντας:
«Απόστολοι άγιοι και δίκαιοι».
Και ήλθε στο γέροντα και του είπε:
«Τους εξύμνησα».
Και του λέει:
«Τίποτα δεν σου αποκρίθηκαν;».
Είπε ο αδελφός:
«Τίποτα».
Του λέει ο γέρων:
«Είδες πόσο τους εξευτέλισες και τίποτα δεν σου αποκρίθηκαν και πόσο τους εξύμνησες και καθόλου δεν σου μίλησαν;

Έτσι και εσύ γίνε νεκρός, αν θέλεις να σωθείς.

Μήτε την αδικία των ανθρώπων μήτε τους ύμνους τους να λογαριάζεις, όπως οι νεκροί. Και μπορείς να σωθείς»


(Είπε γέρων, εκδ. Αστήρ, Μακαρίου του Αιγυπτίου κγ, σελ. 155)

Έλεγαν για τον Αββά Παφνούτιο, ότι δεν έπινε εύκολα κρασί.

Οδεύοντας λοιπόν κάποτε, συνάντησε συμμορία ληστών και τους βρήκε την ώρα που έπιναν κρασί. Τον γνώριζε δε ο αρχιληστής και ήξερε ότι δεν πίνει κρασί.

Και βλέποντάς τον κατακουρασμένο, γέμισε ποτήρι με κρασί, πήρε στο σπαθί στο χέρι και λέει στον γέροντα:
«Αν δεν πιεις σε σκοτώνω».

Καταλαβαίνοντας τότε ο γέρων ότι εντολή Θεού θα έκανε, αποσκοπώντας να τον κερδίσει, πήρε και ήπιε.
Ο δε αρχιληστής, μεταμελημένος, είπε:

«Συγχώρεσέ με, Αββά, που σε στενοχώρησα».
Και λέει ο γέρων:

«Έχω εμπιστοσύνη στο Θεό, ότι, χάρη στο ποτήρι αυτό, θα σε ελεήσει και σε αυτόν και στον άλλο κόσμο». Λέει ο αρχιληστής:
«Με τη χάρη του Θεού, είμαι βέβαιος ότι από τώρα δεν θα κάνω κακό σε κανέναν».

Και κέρδισε ο γέρων όλη τη συμμορία, αφήνοντας το δικό του θέλημα για χάρη του Κυρίου»


(Είπε γέρων. Εκδ. Αστήρ. Αββα Παφνουτίου α, σελ. 232)

Ενώ ο αββάς Μακάριος πήγαινε κάποτε από το έλος στο κελί του, φορτωμένους φοινικοβλαστούς, τον συνάντησε ο διάβολος στο δρόμο, με δρεπάνι.

Και καθώς θέλησε να τον χτυπήσει, δεν μπόρεσε. Και του λέει:
«Πολλή αντίσταση βρίσκω σε σένα, Μακάριε, μη μπορώντας να σου κάμω κακό. Και όμως, ό,τι κάνεις το κάνω και εγώ.

Συ νηστεύεις; Και εγώ δεν τρώω καθόλου. Αγρυπνείς; Και εγώ δεν κοιμάμαι καθόλου.

Ένα μονάχα έχεις και με νικάς».
Τον ρωτά ο Αββάς Μακάριος:
«Ποιο είναι αυτό;».
Και εκείνος αποκρίνεται:

«Η ταπείνωσή σου. Αυτή με εξουδετερώνει»


(Είπε Γέρων. Εκδ. Αστήρ, σελ. 152)

ΕΙΝΑΙ συγκινητικά όσα διαβάζομε για το μακάριο τέλος των άγιων ψυχών που σαν φωτεινά μετέωρα πέρασαν από το γήινο κόσμο, για ν' αφήσουν σ' αυτόν την λάμψι του είναι τους, και να πέσουν ύστερα ορμητικά στην απεραντοσύνη της αιωνιότητος.

Σαν έμαθαν οι πολυάριθμοι ασκηταί στο βουνό του Μεγάλου Αντωνίου πως ο Αββάς Σισώης ήταν στα τελευταία του μαζεύτηκαν στην καλύβα του να πάρουν την ευχή του. Η εκτίμησί τους γι' αυτόν δεν είχε όρια. Τον έλεγαν «διαμάντι της Ερήμου» και πολύ δίκαια. Όλη του η μακρόχρονη ζωή ήταν ένας αγώνας για την αγιότητα και τώρα στο θάνατό του έλαμψε σ' όλη της την πληρότητα.

Στην σεβάσμια μορφή του είχε χαραχτή μια έκφρασι ήρεμης ευτυχίας. Σαν ένοιωσε γύρω του τους συνασκητάς του, τους αδελφούς του, τους συντρόφους του στον «καλόν αγώνα», που τώρα αυτός νικητής άγγιζε στο τέρμα του, τα χείλη του αργοσάλεψαν, κάτι θέλησε να ειπή. Εκείνοι, Γέροντες και νεώτεροι, σεβάσμιοι Πατέρες κι αρχάριοι υποτακτικοί, όλοι τους δακρυσμένοι από βαθειά συγκίνησι, στέκονταν μ' ευλάβεια μπροστά σ' αυτή τη μυσταγωγία. Απόλυτη σιγή είχε απλωθή γύρω. Περίμεναν ν' ακούσουν τα τελευταία λόγια ενός μεγάλου Αγίου, να τα φυλάξουν σαν παρακαταθήκη ιερή. Μα εκείνος είχε μεταρσιωθή, δεν έβλεπε πια παρά μόνο τα ούρανια.

— Έρχεται ο Αββάς μου, τον άκουσαν να ψιθυρίζη.

Ρίγος πέρασε από τα λιπόσαρκα σώματα των ασκητών.

Είδαν για μια στιγμή, με τα μάτια της ψυχής τους, τη μεγάλη μορφή του «Καθηγητού των Μοναστών», τον Όσιο Αντώνιο ν' απλώνη το ευλογημένο χέρι του για να πάρη κοντά του τον πιο εκλεκτό από τους μαθητάς του, εκείνον που αντέγραψε και τις πιο μικρές λεπτομέρειες της παράδοξης ζωής του.

— Να ο χορός των Αποστόλων και των προφητών!

Το πρόσωπο του ετοιμοθάνατου έλαμψε από φως ουράνιο, καθώς σιγοψιθύριζε αυτά τα λόγια. Τα χείλη του αργοσάλευαν ακόμη, λες και κουβέντιαζε με όντα που μόνο εκείνος έβλεπε.

— Με ποιόν συνομιλείς, Πάτερ; ρώτησαν οι γεροντότεροι από τους συνασκητάς του.

— Ο Άγιοι Άγγελοι θέλουν να με πάρουν και τους παρακαλώ να με αφήσουν ακόμη να μετανοήσω, είπε με κόπο και δυό δάκρυα κύλισαν πίσω από τα πεσμένα βλέφαρά του.

— Δεν έχεις πια ανάγκη από μετάνοια, μακάριε Σισώη. Συ μετανοούσες σ' όλη σου τη ζωή, του αποκρίθηκαν οι Πατέρες θαυμάζοντας την ταπεινοφροσύνη του.

— Δεν ξεύρω, Αδελφοί μου, να έχω βάλει ακόμη αρχή.

Καθώς έλεγε αυτά, άστραψε ξαφνικά το πρόσωπό του, λες κι έβλεπε σ' αυτό τον ίδιο τον ήλιο. Οι γύρω έμειναν εκστατικοί από θαυμασμό μαζί και φόβο.

— Ο Κύριος μου και ο Θεός μου! Δόξα σοι!

Ήταν τα τελευταία του λόγια. Μ' αυτά πέταξε η ψυχή του στα ουράνια. Είχε ιδεί τον Ιησού που λάτρευε από τα βάθη της καρδιάς του; Κανείς δεν μπορούσε να ειπή, μα όλα το εβεβαίωναν. Το παράδοξο φως που έβλεπαν στην μορφή του, ή υπερκόσμια γαλήνη που είχε χυθή στην ταπεινή καλύβα, η άρρητη ευωδιά, όλα μαρτυρούσαν την επίσκεψι του Ουρανίου Βασιλέως στον εκλεκτό φίλο Του.

(Γεροντικόν, μοναχής Θεοδώρας Χαμπάκη, εκδ. Λυδία)

Ένα καλάθι για τις καλές σκέψεις και ένα για τις κακές!

Ο αββάς Σιλουανός σηκώνεται και πάει στον αδελφό που προσποιούνταν το σαλό (=τρελλό). Χωρίς να χτυπήσει, ανοίγει σιγά σιγά το μάνδαλο και αιφνιδιάζει τον αδελφό.
Εκείνος καθισμένος έκανε την πνευματική του εργασία και είχε δύο καλαθάκια, το ένα από τα δεξιά και το άλλο από τα αριστερά. Σαν είδε το Γέροντα, άρχισε –όπως συνήθιζε- να γελάει. Κι ο Γέροντας του λέει:
«Άστα τώρα αυτά και πες μου ποια είναι η άσκησή σου».
Εκείνος πάλι γελούσε. Συνέχισε ο αββάς Σιλουανός:
«Το ξέρεις πολύ καλά ότι εκτός Σαββάτου και Κυριακής δεν βγαίνω από το κελί· αλλά τώρα ήρθα μεσοβδόμαδα, γιατί ο Θεός με έστειλε εδώ».
Φοβήθηκε ο αδελφός και βάζοντας μετάνοια στο Γέροντα τού λέει:
«Συγχώρεσέ με πάτερ. Κάθε πρωί αρχίζω την πνευματική μου εργασία έχοντας τα χαλίκια αυτά μπροστά μου. Εάν μου έρθει καλός λογισμός, ρίχνω ένα χαλίκι στο δεξιό ζεμπίλι, αν έρθει πονηρός λογισμός, ρίχνω στο αριστερό. Το απόγευμα μετρώ τα χαλίκια· και αν του δεξιού είναι περισσότερα, τρώγω· αν όμως του αριστερού είναι περισσότερα, δεν τρώγω.

Την επόμενη μέρα πάλι εάν μου έρθει πονηρός λογισμός, λέγω στον εαυτό μου: Πρόσεξε τι κάνεις, γιατί πάλι δεν θα φας».
Θαύμασε σαν τ’ άκουσε ο αββάς Σιλουανός και είπε:
«Πράγματι οι Πατέρες που ήλθαν σήμερα άγιοι άγγελοι ήταν, που ήθελαν να κάνουν γνωστή την αρετή του αδελφού…»


(Το Μέγα Γεροντικόν,τόμος Β΄,εκδ. Ι.Ησυχ. «Το Γενέσιον της Θεοτόκου» Πανόραμα Θεσσαλ. σελ. 459)

  Φωνὴ ζωηρῆς ἐπικλήσεως πρὸς τὸν Θεό. Φωνὴ καρδιᾶς συντετριμμένης καὶ ταπεινωμένης μέχρι κά τω στὴ γῆ, στὸ χῶμα. Φωνὴ ἱκεσίας θερμῆς, ἀπὸ τὰ τρίσβαθα ψυχῆς ὀδυνωμένης. Ψυχῆς ποὺ ἀπ’ ὅλους καὶ ὅλα εἰσέπραξε τὴν ἀπόρριψη. Οἱ θλίψεις καὶ δοκιμασίες τῆς ζωῆς σὰν κύματα ἀλλεπάλληλα τὴ βύθισαν στὸ πέλαγος τῆς ἀπογνώσεως, καὶ ἄλλη πιὰ βοήθεια δὲν ἔχει νὰ ἀναμένει ἀπὸ πουθενὰ παρὰ μόνο ἀπὸ Ἐκεῖνον. Ψυχῆς ποὺ ἀνατείνεται ὁρμητικὰ πρὸς τὸν Θεὸ καὶ μὲ πόθο ἰσχυρὸ καὶ ἀπαντοχὴ τελεία καρφώνει τὸ βλέμμα της ἐπάνω του. Ψυχῆς ποὺ βοᾶ, κραυγάζει πρὸς τὸν Θεό!

  –Κύριε, μὴν ἀργήσεις...
Σὰν τὴ φωνὴ νεαρῆς κόρης πρὸς τὸν σύζυγο ποὺ ξενιτεύεται, σὰν τὴ φωνὴ παιδιῶν πρὸς τὸν πατέρα ποὺ μπαρκάρει, σὰν τὴ φωνὴ ἀσθενοῦς πρὸς τὸ γιατρὸ ποὺ φεύγει ἀπὸ κοντά του, ἔτσι ἡ φωνὴ τοῦ Ψαλμωδοῦ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καὶ μαζί της καὶ ὅλες ἀνὰ τοὺς αἰῶνες οἱ φωνὲς ἐκείνων ποὺ Τὸν ἀναζητοῦν: τὸν Πατέρα, τὸν Νυμφίο, τὸν Ἰατρό. Ἐκεῖνον! Καὶ τὰ μάτια τους ἐκεῖ, κολλημένα, ἀκίνητα, ἀπαρασάλευτα.

  Χωρὶς νὰ γυρνοῦν πουθενὰ ἀλλοῦ. Χωρὶς νὰ δέχονται καμιὰ ἄλλη παράκληση. Χωρὶς νὰ τοὺς ἐνδιαφέρει τίποτε ἄλλο. Μόνον αὐτό, πότε θὰ ξανάρθει ὁ Κύριος. Πότε πάλι θὰ τοὺς ἐπισκεφθεῖ. Πότε θά ’ρθεῖ, γιὰ νὰ Τὸν νιώσουν κοντά τους, νὰ αἰσθανθοῦν τὴν παρουσία του δίπλα τους, νὰ παρηγορηθεῖ ἡ καρδιά τους ἀπὸ τὸ βάρος ποὺ τὴν πιέζει, νὰ βαλσαμώσουν οἱ πόνοι της...

  «Κύριε, μὴ χρονίσῃς» (Ψαλ. ξθ΄ [69] 6).
Καὶ ὁ Κύριος ἀκόμα δὲν φαίνεται. Καὶ ἡ ψυχὴ ἀκόμα πιὸ ἐπίπονα τώρα φωνάζει: Ποῦ εἶσαι, Κύριε; Γιατί δὲν μὲ ἀκοῦς; Γιατί δὲν ἔρχεσαι νὰ μὲ συναντήσεις; Πόσο ἀκόμα θὰ ἀντέχω νὰ φωνάζω; Τρέξε, Κύριε, κινδυνεύω νὰ καταποντισθῶ. Τρέξε, Κύριε, νὰ μὲ βοηθήσεις, «εἰς τὸ βοηθῆσαί μοι σπεῦσον» (στίχ. 2), νὰ μὲ γλυτώσεις ἀπὸ τὴ θλίψη μου. Τρέξε, Κύριε, νὰ ἁπαλύνεις τὸν πόνο μου, νὰ ἀνακουφίσεις τὸ βάρος μου. Μὴν καθυστερήσεις ἄλλο, ἱκετεύω.

  «Κύριε, μὴ χρονίσῃς»!
Ἀλλά, ψυχὴ θεοφιλής, σὺ ποὺ ἀκόμα Τὸν ἀναζητεῖς, Τοῦ φωνάζεις, μὴν ἀποκάμνεις. Συνέχισε. Λίγο ἀκόμα. Καὶ λίγο ἀκόμα.

 «Ἔτι μικρὸν ὅσον ὅσον, ὁ ἐρχόμενος ἥξει καὶ οὐ χρονιεῖ» (Ἑβρ. ι΄ 37).
Θά ’ρθεῖ ὁ Κύριος στὴ ζωή σου, ὅπως τὸ θέλησες, ὅπως τὸ πόθησε ἡ καρδιά σου. Θά ’ρθεῖ· δὲν θὰ καθυστερήσει. Θά ’ρθεῖ καὶ θὰ σοῦ δώσει ὅ,τι Τοῦ ζήτησες. Ὅ,τι γνωρίζει ὅτι ἔχεις ἀνάγκη. «Οὐ χρονιεῖ». Δὲν θὰ καθυστερήσει. Τὸ ὑποσχέθηκε ὁ Ἴδιος. Τὸ ἀκούσαμε ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ νὰ τὸ λέει: «Ὁ δὲ Θεὸς οὐ μὴ ποιήσῃ τὴν ἐκδίκησιν τῶν ἐκλεκτῶν αὐτοῦ τῶν βοώντων πρὸς αὐτὸν ἡμέρας καὶ νυκτός, καὶ μακροθυμῶν ἐπ’ αὐτοῖς; λέγω ὑμῖν ὅτι ποιήσει τὴν ἐκδίκησιν αὐτῶν ἐν τάχει» (Λουκ. ιη΄ 7-8).

 Ὁ Θεὸς λοιπὸν δὲν θὰ ἀποδώσει τὸ δίκαιο αἴτημα τῶν ἐκλεκτῶν του, ποὺ μέρα - νύχτα φωνάζουν πρὸς Αὐτὸν μὲ τὶς προσευχές τους καὶ Ἐκεῖνος ἀναβάλλει νὰ τοὺς τὸ δώσει; Σᾶς διαβεβαιώνω ὅτι γρήγορα θὰ τοὺς ἱκανοποιήσει. Ἔτσι μᾶς εἶπε ὁ Κύριος. Τώρα ποὺ βρίσκεσαι στὴ δίνη τοῦ πειρασμοῦ, τῆς θλίψεως, τῆς δοκιμασίας, σοῦ φαίνεται πὼς καθυστερεῖ ὁ Θεός. Πὼς φωνάζεις καὶ δὲν σὲ ἀκούει. Ὅταν ὅμως ἔλθει στὴ ζωή σου καὶ σοῦ χαρίσει τὸ ἔλεός του καὶ σὲ βγάλει ἀπὸ τὸ ἀδιέξοδο ὅπου βρίσκεσαι, τότε καὶ σὺ θὰ ὁμολογήσεις ὅτι «ἐν τάχει» ἐνήργησε ὁ Κύριος. Τότε ἀποβλέποντας στὸ παρελθὸν σου θὰ λές, πότε τέλειωσαν ὅλα αὐτὰ καὶ ἤδη ἀπολαμβάνω τὸν ἥλιο στὴ ζωή μου; Τότε ὅλα θὰ ἔχουν ξεχαστεῖ πιὰ καὶ οὔτε ποὺ θὰ γυρνᾶ τὸ μυαλό σου στὰ περασμένα.

  Γι’ αὐτὸ τώρα συνέχισε νὰ Τοῦ φωνάζεις. Μὲ τὸν ἴδιο αὐτὸ λόγο.
«Κύριε, μὴ χρονίσῃς»!
Σήκωσε τὰ χέρια σου, προσήλωσε τὸ βλέμμα σου ἐπάνω στὴν ἁγία μορφή του, ἱκέτευσέ Τον μὲ ὅλο τὸν πόθο, τὴν ἀπαντοχή, τὸ δόσιμο τῆς ψυχῆς σου. Καὶ ἐπιπλέον, πτώχευσε μπροστά του. Γίνε «πτωχὸς καὶ πένης» (στίχ. 6). Παραδέξου ὅτι ἐπάνω σου δὲν ὑπάρχει κανένας πλοῦτος, καμιὰ ἱκανότητα, τίποτε ποὺ νὰ σὲ στηρίζει, νὰ σὲ δικαιώνει μπροστὰ στὸν Θεό. Κι ὅταν αὐτὸ σοῦ γίνει ἐσωτερικὸ φρόνημα, μόνιμη διάθεση μέσα σου, τότε θὰ δεῖς τὸν Κύριο νὰ ἔρχεται στὴ ζωή σου καὶ νὰ σὲ σηκώνει, νὰ σὲ ἀνεβάζει, νὰ σὲ δοξάζει.
Διότι μόνος Αὐτὸς εἶναι «ταχὺς εἰς βοήθειαν».

Πηγή:www.osotir.org


Στη Σκήτη των Ιβήρων, στην Καλύβη των Αγίων Αποστόλων, στην συνοδεία εκείνη ήταν και ο Γερο-Παχώμιος. Στο πρόσωπό του έβλεπε κανείς ολοφάνερα ζωγραφισμένη την αγιότητα. Το γεροντάκι αυτό ήταν πολύ απλό και τελείως αγράμματο, μα πολύ χαριτωμένο.

Όταν ερχόταν για να εκκλησιαστεί τις γιορτές στο Κυριακό της Σκήτης ποτέ του δεν καθόταν στο στασίδι, αλλά στεκόταν πάντα όρθιος (ακόμα και στις ολονυκτίες) και έλεγε την ευχή. Όταν τύχαινε να τον ρωτήσει κανείς “πού βρίσκεται η ακολουθία;” απαντούσε: “Ψαλτήρια! Ψαλτήρια λένε οι πατέρες”. Όλα τα έλεγε ψαλτήρια. Ούτε από ψαλτικά ήξερε εκτός απ’ το Χριστός Ανέστη που έψαλλε το Πάσχα.

Ήταν πάντα πρόθυμος να κάνει τα χατίρια των άλλων χωρίς να ’χει καθόλου δικό του θέλημα. Όση στεναχώρια και αν είχε κανείς, μόλις έβλεπε τον π. Παχώμιο του έφευγε και ειρήνευε. Όλοι τον αγαπούσαν. Ακόμη και τα φίδια που του ’χαν εμπιστοσύνη και δεν έφευγαν, όταν τον έβλεπαν. (Στην περιοχή της Καλύβης υπήρχαν πολλά φίδια, γιατί υπήρχαν πολλά νερά).

Οι άλλοι δύο πατέρες της συνοδείας πολύ φοβούνταν τα φίδια, μα ο γερο-Παχώμιος τα πλησίαζε χαμογελαστός, τα έπιανε και τα έβγαζε έξω από το φράχτη τους. Μια μέρα, ενώ πήγαινε βιαστικός σε μια άλλη Καλύβη, στο δρόμο βρήκε ένα μεγάλο φίδι, το οποίο τύλιξε στη μέση του σαν ζώνη για να τελειώσει πρώτα τη δουλειά του και μετά να το βγάλει έξω από την περιοχή τους!

O π. Ιάκωβος, τρόμαξε μόλις τον είδε και ο π. Παχώμιος πολύ παραξενεύτηκε απ’ αυτό. Μετά μου έλεγε: “Δεν ξέρω γιατί φοβάται τα φίδια. Εκείνος ο π. Ανδρέας φοβάται ακόμα και τους σκορπιούς” και συνέχισε: “Εγώ τους μαζεύω στη χούφτα μου τους σκορπιούς απ’ τα ντουβάρια και τους πετάω έξω απ’ την Καλύβα. Τώρα που τρέμουν τα χέρια μου από το Parkinson, τα μεγάλα φίδια σβαρνίζοντας τα βγάζω έξω”.

Τον ρωτάω: “Γιατί δε σε δαγκώνουν εσένα τα φίδια γερο-Παχώμιε;” για να μου απαντήσει: “Κάπου γράφει ο Ιησούς Χριστός σ’ ένα χαρτί “εάν έχεις πίστη πιάνεις και τα φίδια και τους σκορπιούς και δε σε πειράζουν”…

ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΓΕΡΟΝΤΙΚΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ

Σελίδα 1 από 4