(Το 403 μ.Χ. η παράνομη επί Δρυν σύνοδος καθαιρεί άδικα τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο μετά από συκοφαντικό κατηγορητήριο. Ο άγιος συμβουλεύει τους υποστηρικτές του επισκόπους να μην προκαλέσουν εξαιτίας του σχίσμα στην Εκκλησία. Η συγκινητική σκηνή περιγράφεται παρακάτω). 

"... Καθόμαστε και εμείς σαράντα επίσκοποι μαζί με τον Ιωάννη στην τραπεζαρία της επισκοπής και παραξενευόμαστε πώς ο υπόδικος Θεόφιλος, ενώ διατάχθηκε να παρουσιασθεί μόνος του στην πρωτεύουσα για τα ανόσια εγκλήματά του, ήρθε με τόσους επισκόπους και πώς μετέβαλε αμέσως τη γνώμη των αρχόντων, στρέφοντας προς το χειρότερο τους περισσότερους κληρικούς.
Καθώς βρισκόμαστε σε απορία, φωτισμένος από το άγιο Πνεύμα, ο Ιωάννης λέγει σ' όλους˙

«Προσευχηθείτε, αδελφοί μου, εάν αγαπάτε το Χριστό, μήπως κάποιος εξ αιτίας μου παραιτηθεί από την εκκλησία του.

Γιατί εγώ τώρα θυσιάζομαι και ο καιρός της αναχωρώσής μου από τον κόσμο αυτόν είναι πολύ κοντά, όπως είπε ο Παύλος, και αφού υποφέρω πολλές θλίψεις, θα εγκαταλείψω τη ζωή, όπως βλέπω.

Γιατί γνωρίζω τη σκευωρία του Σατανά, επειδή δεν ανέχεται πια την ενόχληση των λόγων μου που στρέφονται εναντίον του.

Και έτσι να έχετε το έλεος του Θεού˙ να με θυμάστε στις προσευχές σας».

Συγκινηθήκαμε πάρα πολύ, και άλλοι δακρύζαμε, ενώ άλλοι έβγαιναν έξω από την αίθουσα της συνόδου και φιλούσαν τον Ιωάννη δακρυσμένοι και περίλυποι στα μάτια και στο σεβαστό κεφάλι του, καθώς και στο εύγλωττο και μακάριο στόμα του. Αφού μας παρακάλεσε να επιστρέψουμε στη σύνοδο, γιατί περιφερόμαστε εδώ και εκεί, όπως οι μέλισσες που βουίζουν γύρω από την κυψέλη, λέγει˙

«Καθίστε, αδελφοί μου, και μην κλαίτε, γιατί με στενοχωρείτε περισσότερο.

Γιατί σε μένα ζωή είναι ο Χριστός, αλλά και το να πεθάνω είναι κέρδος. (Επειδή φημολογούνταν ότι είχε αποκεφαλισθεί εξ αιτίας του υπερβολικού θάρρους του).

Και αν θυμάστε, διατηρήστε στη μνήμη σας, ότι πάντοτε σας έλεγα˙

‘Η παρούσα ζωή είναι δρόμος, και τα καλά της και τα κακά της περνούν˙ και εμπορική πανήγυρη είναι τα παρόντα˙ αγοράσαμε, πουλήσαμε, τελειώνουμε’.

Μήπως είμαστε καλύτεροι από τους πατριάρχες, τους προφήτες, τους αποστόλους, για να παραμείνει σε μας αθάνατη αυτή ή ζωή;».
Τότε θρηνολογώντας κάποιος από τους παρόντες είπε˙

«Θρηνούμε όμως την ορφάνια μας, τη χηρεία της Εκκλησίας, τη σύγχυση των θεσμών, τη φιλαρχία εκείνων που δε φοβούνται τον Κύριο και αρπάζουν τα αξιώματα, τη στέρηση προστάτη των φτωχών, την έλλειψη της διδασκαλίας».

Αφού χτύπησε με το δείχτη την παλάμη του αριστερού χεριού του (γιατί συνήθιζε να το κάνει αυτό ο φιλόχριστος όταν ήταν στενοχωρημένος), είπε σ' αυτόν που του μιλούσε˙

«Αρκετά, αδελφέ˙ μη λέγεις πολλά, αλλ' όπως είπα, μην εγκαταλείψετε τις εκκλησίες σας.

Γιατί ούτε από μένα άρχισε το κήρυγμα, ούτε σε μένα τελείωσε.

Μήπως δεν πέθανε ο Μωυσής, και δε βρέθηκε ο Ιησούς του Ναυή; Δεν πέθανε ο Σαμουήλ και χρίσθηκε ο Δαυίδ; Άφησε τη ζωή ο Ιερεμίας˙ δεν ήταν ο Βαρούχ; Αναλήφθηκε ο Ηλίας˙ δεν προφήτευσε ο Ελισσαίος; Αποκεφαλίσθηκε ο Παύλος˙ δεν άφησε τον Τιμόθεο, τον Τίτο, τον Απολλώ και πολλούς άλλους;».

Έπειτα από τους λόγους αυτούς, λέγει ο Ευλύσιος, ο επίσκοπος της Απαμείας της Βιθυνίας˙

«Είναι αναγκαίο όταν διατηρούμε τις επισκοπές μας να υποχρεωθούμε και να επικοινωνήσουμε και να υπογράψουμε».

Είπε ο άγιος Ιωάννης˙

«Κοινωνήσατε μεν ίνα μη σχίσητε την εκκλησίαν, μη υπογράψητε δε. Ουδέν γαρ εμαυτώ σύνοιδα άξιον καθαιρέσεως

(=Να επικοινωνήσετε [να έχετε εκκλησιαστική κοινωνία], για να μη διαιρέσετε την Εκκλησία, αλλά να μην υπογράψετε, γιατί δεν αναγνωρίζω τίποτε στον εαυτό μου άξιο καθαιρέσεώς μου».
Ενώ έτσι είχε η κατάσταση, φανερώθηκαν οι αποσταλμένοι του Θεοφίλου.

(αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου, τόμος 1, εκδ. ΕΠΕ, σελ. 125-127)

 

 

"Να πως δοκίμαζαν τους υποτακτικούς των οι παλαιοί άγιοι Γέροντες ώσπου να μορφωθούν μέσα τους οι αρετές του Χριστού και πάνω απ’ όλες η ταπεινοφροσύνη. Το ακόλουθο περιστατικό μας το διηγείται ο Όσιος Κασσιανός.

Ένα αρχοντόπουλο από την πόλι πήγε σ ένα γειτονικό Κοινόβιο και ζήτησε να γίνη καλόγερος. Ο Ηγούμενος για να τον δεχτη του έκανε αυτή τη δοκιμασία. Του φόρεσε κουρέλια, του φόρτωσε στην πλάτη καμμιά εικοσαριά πανέρια και τον έστειλε να τα πουλήση στην πόλι. Τον πρόσταζε να μην τα δώση όλα μαζί σε κανένα μαγαζί, μα ένα— ένα γυρνώντας και διαλαλώντας το εμπόρευμά του στους πιο κεντρικούς δρόμους.
Το αρχοντόπουλο έκανε κατά γράμμα την προσταγή του Ηγουμένου του. Έτσι τον είδαν οι συγγενείς κι οι φίλοι του και τον ρεζίλεψαν με την καρδιά τους. Μα σαν γύρισε το βράδυ στο Κοινόβιο, ο Αββάς τον κούρεψε αμέσως μοναχό. Ήταν άξιος, γιατί έδειξε ταπεινοφροσύνη.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο473)"

"Διηγείται ο γέρων Σωφρόνιος του Έσσεξ: «Κάποια ημέρα με κάλεσε και μου είπε ότι το μοναστήρι χρειάζεται ανθρώπους που να γνωρίζουν την ελληνική γλώσσα:

«Λοιπόν εσείς, πάτερ Σωφρόνιε, να μάθετε την ελληνική γλώσσα».

Έκανα εδαφιαία μετάνοια, όπως συνηθίζεται στο Άγιον Όρος, και κατευθύνθηκα προς τη θύρα. Με κάλεσε πίσω:

«Πάτερ Σωφρόνιε!» Γύρισα πίσω, στάθηκα σιωπηλά. Λέει: «Ο Θεός δεν κρίνει δύο φορές. Αν εσείς το κάνετε από υπακοή σε μένα, τότε εγώ θα είμαι υπόλογος στον Θεό γι’ αυτό. Εσείς λοιπόν πηγαίνετε εν ειρήνη και εργασθείτε».

Μόλις ο άνθρωπος αυτός, ο εκλεκτός του Θεού, μίλησε έτσι σε μένα, που δεν γνώριζα ποτέ πραγματική ειρήνη, τους έξι μήνες που δαπάνησα για τη μελέτη της ελληνικής γλώσσας με περιέβαλε ειρήνη. Υπήρξε στιγμή κατά την οποία αρρώστησα και σκέφτηκα ότι θα πεθάνω. Και τότε είχα το αίσθημα:

«Αν τώρα με καλέσει ο Κύριος, διακόπτω στη μέση του γράμματος την εργασία μου και πηγαίνω στην Κρίση».

Δεν με χαρακτήριζε τέτοια τόλμη μπροστά στον Θεό, αλλά μου δόθηκε κατά τον λόγο του ηγουμένου μου. Έτσι και εσείς, να έχετε τα ζωντανά αυτά παραδείγματα να σας καθοδηγούν στη μοναχική σας ζωή, και θα γνωρίσετε εκείνο για το οποίο σας ομιλώ."

(Σωφρονίου Σαχάρωφ,Οικοδομώντας το ναό του Θεού, τόμος Γ, σελ. 240-241)

Ας πάρουμε μια ιδιαίτερη περίπτωση και ο Θεός να μου συγχωρήσει κάποια τολμηρά λόγια που θα πω. Τα προφέρω με φόβο.

Έχοντας αρχίσει την εν Χριστώ ζωή μου, έβλεπα σε κάθε βήμα μου, ημέρα και νύχτα, ότι παρ’ όλη τη θεωρητική μου αγάπη γι’ αυτό που ο Κύριος μας ζητά, δεν έφθανα να ζήσω όπως το παραγγέλλει στις εντολές Του.

Περιέργως, είχα την εντύπωση ότι μια κατάρα βάραινε πάνω μου:

«Γιατί ό,τι αγαπώ μου γίνεται ξαφνικά τόσο δύσκολο, ακόμη και απρόσιτο»;

Θα ήταν φυσικό, αφού αγαπώ τόσο την εντολή του Χριστού, να την εφαρμόζω κιόλας. Αλλά να, δεν φθάνω σε αυτό».

Αυτή η ανικανότητα να βρίσκομαι στην κατάσταση που απαιτεί η εντολή με βύθιζε σε μεγάλη θλίψη και σε βαθειά στενοχώρια:

«Είμαι καταραμένος! Κάποια κατάρα βαραίνει πάνω μου».

και όταν σκεφτόμουν τη σωτηρία μου -μιλώ τώρα για το παρελθόν μου- έλεγα στον εαυτό μου ότι ήμουν έντελώς ανίκανος.
Και τι αποτέλεσμα είχε αυτό; Άρχισα να προσεύχομαι στον Θεό για όλο τον κόσμο... Συγχωρήστε με που εξομολογούμαι σήμερα αυτό το ενδόμυχο πράγμα... Αλλά έλεγα στον Θεό:

«Πρέπει Εσύ να σώσεις όλο τον κόσμο, χωρίς εξαίρεση. Και τότε θα σωθώ και εγώ».

Δηλαδή, ότι έπρεπε να σωθούν όλοι, και τελευταίος εγώ.
Ο «λογισμός» τον οποίο έμαθε ο Μέγας Αντώνιος από τον σπουδαίο υποδηματοποιό της Αλεξάνδρειας, «όλοι θα σωθούν, εγώ μόνο θα χαθώ», αυτός ο λογισμός διατηρείται και αναπτύσσεται στην ψυχή μου.

Γιατί; Διότι δεν καταφέρνω να βρίσκομαι συνεχώς στην κατάσταση για την οποία ομιλεί ο Σιλουανός. Όπως το γράφει, δεν φθάνουμε στην πληρότητα της εντολής. Ίσως μας δοθεί να την πλησιάσουμε για κάποια στιγμή.

Αλλά να παραμένουμε πάνω στη γη μέσα στην κατάσταση αυτή και να είμαστε σε θέση να ενεργούμε σύμφωνα με αυτήν, δεν είναι δυνατόν.

(Σωφρονίου Σαχάρωφ,Οικοδομώντας το ναό του Θεού, τόμος Γ, σελ. 210-211)

Θα σας μιλήσω συγκεκριμένα από τη ζωή μου. Όταν ήμουν στη Γαλλία, κατοικούσα με κάποιον ιερομόναχο, νεότερο από εμένα που τον γνώριζα από πολλά χρόνια.

Ήταν πολύ έξυπνος, πολύ σοβαρός κλπ., αλλά δεν καταλάβαινε την υπακοή χωρίς να κάνει παρατηρήσεις. Έλεγε στους άλλους:

«Να υπακούσω χωρίς να καταλαβαίνω, είναι ανόητο. Ποιός είναι ο Γέροντας; Δεν λέει “χρησμούς”, δεν είναι “αλάθητος”, όπως ο Πάπας!Είναι απαραίτητο να καταλαβαίνουμε, αν πρέπει να ακολουθήσουμε τον λόγο του ή όχι».

Αυτό που έλεγε στους άλλους έφθασε κάποτε μέχρις εμένα, και τότε αναγκάσθηκε να με ρωτήσει:

«Είστε αλάθητος;».

Του απάντησα:

«Με την ερώτηση αυτή τα ανατρέπετε όλα, δεν κάνετε παρά το δικό σας θέλημα, και βάζετε εσεις τον εαυτό σας πάνω από μένα».

Αν ο πνευματικός πατέρας ζητά με την προσευχή απάντηση από τον Θεό, αυτή η απάντηση δεν είναι πάντοτε σύμφωνη με τη λογική της καθημερινής ζωής. Ένα πρόσωπο όπως αυτό για το οποίο σας είπα δεν μπορεί να ακολουθήσει αυτό τον λόγο, του φαίνεται ανόητος και δεν θα τον ακούσει.

«Όταν παίρνουμε πάνω μας το δικαίωμα να κρίνουμε αν ο λόγος του Γέροντα είναι σωστός ή όχι, όπως σας εξήγησα, στην περίπτωση αυτή, εσείς είστε ο κριτής, ακόμη και όταν συμφωνείτε με τον λόγο μου, κατά βάθος δεν ακολουθείτε παρά τη δική σας αντίληψη, το ίδιον θέλημά σας».

Ο άγιος Βαρσανούφιος λέει ότι σε παρόμοιες περιστάσεις δεν θέλει ούτε να καταδικάσει ούτε να δικαιώσει, αλλά δεν φέρει καμιά ευθύνη γι’ αυτούς που υπακούουν μόνο στην περίπτωση όπου βλέπουν στον λόγο του Γέροντά τους ένα νόημα που τους φαίνεται σωστό και αρνούνται να τον ακολουθήσουν, όταν δεν καταλαβαίνουν τι λέει.

Είναι εύκολο να καταλάβετε αυτό που θέλω να πω, ότι πρέπει να ακολουθούμε τον λόγο του ηγουμένου ή του πνευματικού χωρίς να τον κρίνουμε; Τί σημαίνει «χωρίς να τον κρίνουμε;». Είναι δυνατόν κάποιο λογικό πρόσωπο να ενεργεί έτσι; Αλλά ακριβώς ο μοναχισμός είναι το σχολείο όπου μπορούμε να πραγματοποιήσουμε το έργο του ανακαινισμού μας με τη μετάνοια, ως το σημείο που να μπορούμε να ακούσουμε με άμεσο τρόπο τον λόγο του Ίδιου του Θεού.

(αρχιμανδρίτου Σωφρονίου Σαχάρωφ, Οικοδομώντας τον ναό του Θεού, τόμος Β, σελ. 254-255)

Το ξέχασε. 
Ο διάσημος Γάλλος συγγραφεύς και φιλόσοφος Φοντενέλ (1657—1757) είχε εξαιρετική προσήλωση στο ευαγγελικό ρητό: «Μη γνώτω η αριστερά σου τι ποιεί η δεξιά σου».
Μια μέρα τον βρήκε κάποιος γνωστός του και του είπε:
— Θυμάστε, που μου είχατε υποσχεθή να ενδιαφερθήτε για κάποιο ζήτημά μου;
Καλά λέτε, απάντησε ο Φοντενέλ, το είχα ξεχάσει.
— Μα δεν το ξεχάσατε. Κάνατε ό,τι σας ζήτησα κι ήρθα για να σας ευχαριστήσω.
— Πραγματικά, ωμολόγησε ο Φοντενέλ, δεν είχα ξεχάσει να σας βοηθήσω. Είχα ξεχάσει ότι σας βοήθησα. 
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο872)

Χαριτολόγημα αγίου
Ο όσιος Εύδηλος (8ος αιών) συνήθιζε να λέγη:
— Κάθε καλή πράξη, που έχω κάνει στη ζωή μου, δεν τη σκέφτομαι καθόλου.
Κι όταν τον ρωτούσαν το γιατί, απαντούσε:
—Τη σκέφτεται νύχτα και μέρα ο Διάβολος. Δεν υπάρχει, λοιπόν, καμμιά ανάγκη να τη θυμόμαστε κι οι δυό.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο784)

 


Ο Θεός μιλά στην καρδιά του ανθρώπου. 
Σε σχέση με όσα είπα, ο π. Ρ. μου διηγήθηκε ένα επεισόδιο από τη διακονία του ως πνευματικού. Βρισκόταν στο Birmingham, στο σπίτι κάποιας οικογένειας από την Κύπρο.

Ένα κοριτσάκι 6 ή 7 ετών τον πλησιάζει και του λέει:

«Έχω κάποιες δυσκολίες με τον πατέρα μου. Όταν πάμε στην εκκλησία, μας λέει ότι πρέπει να νηστεύουμε. Λέει να μην τρώω πατατάκια, αλλά μπορώ να τρώω ψωμί. Εγώ όμως δεν θέλω να φάω ψωμί αλλά πατατάκια».

Ο π. Ρ. της είπε τότε:

«Αντί να μαλώνεις με τον πατέρα σου, πήγαινε στο δωμάτιό σου και προσευχήσου στον Κύριο ως εξής: «Κύριε... να, έχω δυσκολία με τον πατέρα μου, πες μου τί πρέπει να κάνω».

Το κοριτσάκι τότε ανέβηκε στο δωμάτιό του και μετά από 5 λεπτά ξαναέρχεται και του λέει:

«Έκανα όπως μου είπατε και ο Θεός μου έδωσε την απάντηση».

«Τί απάντηση σου έδωσε;».

«Ρώτησα τον Θεό τί να κάνω, διότι δεν θέλω να φάω ψωμί, αλλά πατατάκια, και ο Θεός μου είπε:

“Μπορείς να τρώς ό,τι σου είπε ο πατέρας σου, ψωμί, αλλά μπορείς να βάλεις λίγη μαρμελάδα πάνω σε αυτό » [γελά ο γέροντας Σωφρόνιος].

Είναι συγκινητικό πώς ο Κύριος μίλησε στο κοριτσάκι αυτό: «...αλλά μπορείς να βάλεις λίγη μαρμελάδα πάνω στο ψωμί».

«Και αυτό μπορώ να το κάνω, ναι», πρόσθεσε.

Ο π. Ρ της είπε: «Έτσι να κάνεις πάντοτε. Όταν βρίσκεσαι σε δυσκολίες, να προσεύχεσαι στον Θεό».

Δεν τολμούμε να αναρωτηθούμε πώς ο Κύριος της έδωσε αυτή την απάντηση, αλλά η απάντηση ήταν σοφή. Η μαρμελάδα ταιριάζει με τη νηστεία, μπορεί να θεωρηθεί ως ζάχαρη. Θα ήθελα να ρωτάτε πάντοτε τον Κύριο πώς να ενεργείτε, και ιδιαίτερα για τα πιο δύσκολα πράγματα.

(αρχιμανδρίτου Σωφρονίου Σαχάρωφ, Οικοδομώντας τον ναό του Θεού, τόμος Β, σελ. 133)

"Η Τίνα ήταν διαρκώς θυμωμένη με τον άνδρα της, γιατί κάθε φορά καθυστερούσε να έρθει το βράδυ στο σπίτι.

Με κόπο προσπαθούσε να διατηρήσει το φαγητό ζεστό, τα παιδιά πεινούσαν και καυγάδιζαν, και το καθυστερημένο συμμάζεμα της κουζίνας μετά το φαγητό της χαλούσε όλη τη βραδιά. Η Τίνα αγαπούσε τον προγραμματισμό κι αυτή η κατάσταση την ενοχλούσε πολύ.

Τα πράγματα άλλαξαν όταν άλλαξε κι αυτή τακτική. Άρχισε να σερβίρει το φαγητό στην ώρα του, είτε είχε έρθει ο άνδρας της είτε όχι. Εκείνος κατέληγε να βρίσκει το φαΐ του κρύο κι έπρεπε μόνος του να το ζεστάνει και να καθίσει μόνος του να φάει. Δεν πέρασαν λίγες μέρες και ο άνδρας της τα κατάφερνε να έρχεται στην ώρα του κάθε βράδυ!
Τα όρια της Τίνας (να σερβίρει το φαγητό στην κανονική ώρα και να τρώει μαζί με τα παιδιά), τη βοηθούσαν να μη νιώθει πληγωμένη κι αγχωμένη όπως πριν. Το πρόγραμμά της κυλούσε κανονικά, τα παιδιά είχαν βρει τη σειρά τους και δεν χρειαζόταν πια να θυμώνει.

Μια αμερικάνικη παροιμία λέει: «Μη θυμώνεις, καλύτερα εκδικήσου!» Κάτι τέτοιο, όμως, δε θα ωφελούσε σε τίποτε. Γι’ αυτό και προτιμούμε ν’ αλλάξουμε την παροιμία: «Μη θυμώνεις, καλύτερα βάλε όρια!»"

Ενοχοποίηση
Οι άνθρωποι που έχουν την τάση να ενοχοποιούν τους άλλους, θα σας φερθούν σαν να τους σκοτώνετε με το όχι σας και θ’ αντιδράσουν δραματικά, λέγοντας «Πώς μπορείς να μου το κάνεις αυτό;» Θ’ αρχίσουν να κλαίνε, να παίρνουν παρεξηγημένο ύφος ή να θυμώνουν.

Θυμηθείτε ότι οι άνθρωποι αυτοί έχουν έναν προβληματικό χαρακτήρα. Όταν συμπεριφέρονται σα να προέρχεται από σας όλη τους η δυστυχία, το κάνουν γιατί θέλουν να σας έχουν θύμα τους και να επιβάλλουν τα δικά τους όρια. Αυτό είναι κάτι πολύ διαφορετικό από τη βοήθεια που χρειάζεται κανείς σε μια πραγματική ανάγκη.

Όταν ακούτε παράπονα, προσπαθήστε να διακρίνετε τη φύση και τα κίνητρα αυτών που τα κάνουν. Αν προσπαθούν να σας επιρρίψουν τις ευθύνες για όλα, να απαιτούν και να σας ενοχοποιούν, αν δεν ανταποκριθήτε σ’ ό,τι ζητούν, ετοιμαστείτε να τους αντιμετωπίσετε.
Η Σούζαν αρνήθηκε να δανείσει χρήματα στον αδελφό της για ν’ αγοράσει ένα καινούργιο αυτοκίνητο. Είχαν από καιρό ενηλικιωθεί. Εκείνη ήταν υπεύθυνη κι εργαζόταν σκληρά, εκείνος ήταν ανεύθυνος και σπαταλούσε αμέσως τα χρήματα που κέρδιζε. Για χρόνια δανειζόταν απ’ αυτήν, ποτέ όμως δεν της είχε επιστρέψει κάτι.
Αφού παρακολούθησε ένα σεμινάριο για την οριοθέτηση, κατάλαβε η Σούζαν ότι δεν ήταν σωστό αυτό που γινόταν κι οπλίστηκε μ’ ένα όχι για την επόμενη φορά. Η αντίδραση του αδελφού της ήταν σαν να του είχε καταστρέψει τη ζωή. Όλη του η καριέρα, έλεγε, χανόταν «εξαιτίας της», επειδή δε θα μπορούσε πια να προσελκύσει πελάτη, με το παλιό αυτοκίνητο που είχε. Και «εξαιτίας της» δε θα μπορούσε ούτε μια γυναίκα να βρει, αφού δε θα είχε καινούργιο αυτοκίνητο.

Η Σούζαν τώρα είχε μάθει ν' αναγνωρίζει πως ο αδελφός της έριχνε σ αυτήν την ευθύνη, μέσα σ’ όλα αυτά τα παράπονα, και τον αντιμετώπισε χωρίς να κλονιστεί. Του είπε πως λυπόταν για όλες αυτές τις δυσκολίες που θα είχε, αλλά αυτό ήταν δικό του πρόβλημα. Η στάση της αποδείχτηκε ότι τελικά ήταν καλή όχι μόνο γι’ αυτήν, αλλά και για κείνον.

(από το βιβλίο: Όρια ζωής, εκδόσεις Η έλαφος, Αθηνα 2008, σελ. 160-161 και 350-351

«Όταν έφτασε η ώρα του θανάτου του αββά Μακαρίου, ήρθε να πάρει την ψυχή του το Χερουβείμ που ήταν ο φύλακας άγγελός του, με τη συνοδεία πλήθους ουράνιων ταγμάτων.

Κατήλθαν επίσης χοροί αποστόλων, προφητών, μαρτύρων, ιεραρχών, μοναχών και δικαίων. Οι δαίμονες διετάχθησαν σε σειρές και πλήθη στα τελώνια με σκοπό να εμποδίσουν τη διέλευση της ένθεης ψυχής του.

Η ψυχή άρχισε να ανέρχεται. Στέκοντας πολύ μακριά της, στα τελώνια, τα πονηρά πνεύματα φώναζαν:

“ Ω Μακάριε, πόση δόξα αξιώθηκες να λάβεις!”

Ο ταπεινός άνδρας τους απάντησε:

“Όχι! Ακόμα φοβάμαι, αφού δε γνωρίζω εάν έχω πράξει κάτι αγαθό.”

Στο μεταξύ ανερχόταν ταχέως στον ουρανό. Από κάποια άλλα τελώνια που βρίσκονταν ψηλότερα οι εναέριες δυνάμεις κραύγαζαν και πάλι:

“Δεν είναι έτσι! Μάς ξέφυγες Μακάριε.”

“Όχι”, απάντησε εκείνος, “ακόμα χρειάζομαι να αναχωρήσω”.

Όταν είχε ήδη φτάσει στις πύλες του ουρανού, οι δαίμονες, θρηνώντας από μοχθηρία και φθόνο, κραύγασαν:

“Δεν είναι έτσι! Μας ξέφυγες Μακάριε!” και εκείνος απάντησε: Με φύλαξε η δύναμη του Χριστού μου και ξέφυγα απ’ τα δίχτυα σας!”»

(π. Σεραφείμ Ρόουζ, Η ψυχή μετά τον θάνατο, εκδ. Μυριόβιβλος, σελ.139-140)

Τα κουρέλια της υπερηφανείας. 
Η ταπεινολογία, δηλαδή το να παριστάνη κανείς τον ταπεινόφρονα ενώ δεν είναι, αποτελεί το χειρότερο είδος της υπερηφανείας, κι οι Πατέρες της Εκκλησίας τη χτυπούν με ιδιαίτερη αυστηρότητα.
Ένας απ αυτούς, ο Μέγας Βασίλειος, αναφέρει σχετικά και το εξής ανέκδοτο του Σωκράτη. Ο φιλόσοφος Αντισθένης ήθελε να φαίνεται ότι περιφρονεί τον πλούτο. Κάποτε λοιπόν που ο Σωκράτης βρισκόταν μαζί του, πρόσεξε ότι ο Αντισθένης είχε τον μανδύα του κατά τέτοιο τρόπο διευθετημένο, ώστε να φαίνωνται από μέσα τα εσώρουχά του που ήταν από κουρέλια. Και τότε του είπε:
—Αντισθένη, βλέπω πίσω από τον μανδύα σου την υπερηφάνειά σου.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο224)

Μάθημα σε ματαιοδόξους
Ο αυτοκράτωρ της Βραζιλίας Δον Πέντρο, που εβασίλευσε από το 1822 ως το 1831, πουλούσε στους υπηκόους του τίτλους ευγενείας αντί δέκα χιλιάδων δολλαρίων τον ένα.
Πολλοί έσπευσαν ν’ αγοράσουν τίτλους, θέλοντας να επιδειχθούν στους συμπολίτες τους. Συγκεντρώθηκε έτσι στα βασιλικά ταμεία ένα αρκετά μεγάλο ποσό, που ο Δον Πέντρο, όμως, δεν το χρησιμοποίησε για τον εαυτό του. Μ’ εκείνα τα χρήματα έβαλε κι έχτισαν ένα μεγάλο φρενοκομείο στην πρωτεύουσά του. Και στην είσοδο του ιδρύματος έγραψε με χρυσά γράμματα: «Οι ματαιόδοξοι το προσφέρουν στους τρελλούς». 
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973 Νο352)

Οι προγονόπληκτοι
Ο διάσημος συγγραφεύς του βιβλίου «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» Ιωνάθαν Σουΐφτ (1667-1745), που ήταν εξαιρετικά δηκτικού πνεύματος, δεν ανεχόταν όσους καυχόντουσαν για την καταγωγή τους, χωρίς οι ίδιοι ν’ αξίζουν τίποτε.
Κάποτε λοιπόν είπε γι' αυτούς και το εξής ωραίον:
— Αυτοί που δεν έχουν να επιδείξουν τίποτε άλλο παρά τη δόξα των προγόνων τους μοιάζουν με τις... πατάτες. Όπως ξέρετε, το τμήμα της πατάτας το οποίον αξίζει, βρίσκεται στο.. χώμα. Επάνω δε απ’ το χώμα βρίσκονται τα άχρηστα πράσινα φύλλα.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973 Νο254)

 

Αγίου Παϊσίου Αγιορείτου. 

Πόσο συμπαθής είναι ο ταπεινός άνθρωπος και πόσο αποκρουστικός ο υπερήφανος!

Τον υπερήφανο κανείς δεν τον αγαπάει, ακόμη και ο Θεός τον αποστρέφεται. Βλέπεις, και τα μικρά παιδιά, αν δουν κανένα παιδί λίγο υπερήφανο, το κοροϊδεύουν, ενώ ένα παιδί σιωπηλό, συνετό, πόσο το εκτιμούν!

Ή, αν δουν κανέναν να περπατάει καμαρωτός – καμαρωτός, τον παίρνουν μυρωδιά και τον κοροϊδεύουν.

Όποιος θέλει να προβάλλει τον εαυτό του, τελικά γελοιοποιείται.

Θυμάμαι, όταν ήμουν στο Σινά, είχε έρθει ένας παπάς που τον έλεγαν Σάββα. Ήταν λίγο κενόδοξος, είχε και μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του.

Μια μέρα οι Βεδουΐνοι ανέβαζαν στο μοναστήρι ένα βαρύ πράγμα με το βίντσι και, καθώς το σήκωναν, φώναζαν, για να συγχρονισθούν, “σάουα-σάουα”, δηλαδή “όλοι μαζί”. Τους άκουσε ο παπα-Σάββας κι έτρεξε αμέσως έξω.
-“Βρε, ακόμη δεν ήρθα, λέει, καί “Σάββα” φωνάζουν! Και εδώ όλοι με έμαθαν!”
Νόμιζε ότι οι Βεδουΐνοι φώναζαν “Σάββα, Σάββα”!
Μόλις το άκουσα, με έπιασαν τα γέλια! Είναι να μη γελάσεις;
Όπως δουλεύει το μυαλό του ανθρώπου, έτσι τα ερμηνεύει όλα…
Άμα ο άνθρωπος είναι λίγο φαντασμένος, όλα φαντασμένα τα ερμηνεύει…

Από το βιβλίο “Πάθη και Αρετές”

Σελίδα 1 από 8