Πόσες φορές δεν μας μπαίνουν λογισμοι για τους πνευματικούς μας; 

''..Καμιά φορά ο Γέροντας είχε ένα φυσικό λόξυγκα. Το εκμεταλλεύτηκε αυτό ο διάβολος κι άρχισε να μου λέει με τον λογισμό:

«Ααα! Αυτό που κάνει τώρα ο Γέροντας φανερώνει ότι έχει δαιμόνιο μέσα του. Το δαιμόνιο είναι που κάνει αυτό τον λόξυγκα».

Πω! Πω! Τι πικρία, τι φαρμάκι, που ήρθε μέσα στη ψυχή μου! «Ακούς εκεί, να μου λέγει έτσι ο λογισμός!». Εγώ δεν είχα τέτοιους λογισμούς. Μόλις μου ήρθαν, αναστατώθηκα. Μπαα! Αδύνατον να παραδεχθώ για τον Γέροντά μου αυτόν τον λογισμό!

«Θα σε σφάξω!»,

είπα μέσα μου κι έκανα αγώνα εναντίον του με την αντίρρηση. Όταν το είπα αυτό στον Γέροντα, που ήταν ασκητής πεπειραμένος και θαυμάσιος, χαμογελούσε:

— Μη στεναχωριέσαι, παιδί μου! Άσ’ τον να λέει ό,τι θέλει αυτός. Καμιά σημασία. Λέγε την Ευχούλα. Θα σου πει κι άλλα.

Από το ’να αυτί να μπαίνουν κι απ’ τ’ άλλο να βγαίνουν. Το ξέρασμα του άδου είναι ατελείωτο. Με τον διάβολο, δεν τα βγάζει κανείς πέρα τόσο εύκολα.

Μην κάνεις αντιρρητικό λόγο, διότι είσαι μικρός και άπειρος. Μόνο να περιφρονείς τον λογισμό, να λέγεις την Ευχή συνεχώς και θα φύγει από μόνος του.

“Μπαινάκιας και Βγαινάκιας”!

Μόνο περιφρόνα τον λογισμό, λέγε την Ευχή και θα φύγει μόνος του.
Δεν ήξερα όμως πως η καταφρόνηση των λογισμών είναι η καλύτερη λύση και απάντησα:
— Όχι, Γέροντα! Με τον δικό μου λογισμό θα δώσω μάχη. Δεν θα τον αφήσω να μου πει εμένα για σας, τον Γέροντά μου!
— Χμ!... έκανε εκείνος και χαμογελούσε. Θα έλεγε μέσα του:

«Τούτος ο μικρός δεν ξέρει τί του γίνεται!...». Και μ’ άφησε ν’ αγωνιστώ με την αντίρρηση.''

~ Γέροντος Εφραίμ Φιλοθεΐτου:
«Ο Γέροντας μου Ιωσήφ ο Ησυχαστής και Σπηλαιώτης
(1897–1959)»,μέρος 2ο, κεφ. ι΄, σελ. 310–314.

ΣΑΡΞ – ΠΛΑΞ…ΚΑΙ Η ΕΠΙΕΙΚΕΙΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ.
Έλεγε ο π. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος ότι το πρόβλημα Σαρξ, το λύνει μόνο η Πλάξ.
Δηλαδή η σεξουαλικότητα (Σαρξ), λύνεται μόνο με την πλάκα του τάφου(Πλαξ).
Διότι όσο ζει πάνω στη γη ο άνθρωπος, έχει μέσα του χυμούς, επιθυμίες, ορμές, πόθους, έλξη.
Αφού ζει, θέλει, ποθεί κλπ.
Η λύση: μια ηρεμία και ψυχραιμία. Όχι πανικός.
Ήταν ένας μοναχός που είχε πολλούς πειρασμούς σαρκικούς,
δηλαδή, σεξουαλικού τύπου.
Πήγε σε κάποιον πνευματικό να μιλήσει, κι αυτός τον απογοήτευσε.
Ντροπή σου να κάνεις τέτοια, να νιώθεις έτσι, να είσαι τόσο επιρρεπής.
Ο μοναχός απελπίστηκε.
Έφυγε.
Στο δρόμο γύριζε λυπημένος, κι είδε έναν άλλο ασκητή.
Του ‘πε τον πόνο του, κι ότι ένας ιερέας πριν λίγο τον απογοήτευσε.
Ο ασκητής αυτός ήταν άνθρωπος ψαγμένος, αληθινός και άρα συμπαθής στον αγώνα του άλλου.
Κι είπε μια προσευχή παράξενη στο Θεό:
Κύριε, κάνε να νιώσει ο αυστηρός αυτός ιερέας
τι θα πει να έχεις τέτοιες επιθυμίες και να καίγεσαι.
Κι έφυγε η τρελή επιθυμία απ’ τον μοναχό,
κι ο μοναχός ηρέμησε.
Και πήγε όλη η σεξουαλική ένταση στον αυστηρό ιερέα.
Κι άρχισε ο ιερέας να τρελαίνεται απ’ τον πόθο και να μη ξέρει πού να σταθεί και τι να κάνει.
Κι είπε ταπεινά συγγνώμη στο Θεό για τη σκληροκαρδία που έδειξε στο μοναχό.
Κι αποφάσισε να είναι πιο επιεικής και συμπαθής κι ανθρώπινος στην ώρα της εξομολόγησης του κόσμου.
Και κατάλαβε ότι τα θέματα αυτά που έχουν να κάνουν με την ανθρώπινη σεξουαλικότητα είναι ανθρώπινα, και θέλουν κατανόηση, αγάπη, συμπάθεια και κυρίως… αυτογνωσία.
Κι όχι ασπλαχνία, φωνές κι υποτίμηση κανενός.
Είναι πολύ βοηθητικό αν ο καθένας μας σκέφτεται τα δικά του.
Τα πριν, τα νυν, και τα μετά…
Τα νιάτα του, τις δυσκολίες του, αυτά που πάντα λίγο πολύ τον απασχολούν.
Και τώρα. Σε όποια ηλικία κι αν είναι.
Σκέψεις, πράξεις, λόγια, θεάματα, επιθυμίες, όνειρα, διαδίκτυο.
Το να πουλάς μούρη είναι τελικά το πιο εύκολο σήμερα…
Το να παραδέχεσαι την αλήθεια σου, το πιο δύσκολο.
Μα και το πιο απλό και λυτρωτικό, αν το καλοσκεφτείς.
π. Ανδρέας Κονάνος

“Καλώς την κ. Θεώνη”,

είπε ο παπάς βλέποντάς την...
Την ήξερε καλά τη Θεώνη ο πνευματικός. Ήταν από τις περιπτώσεις που υποκλίνεσαι μπροστά τους. Άνθρωπος του Θεού, με γνήσια αγάπη απέναντί Του, με καλή και ευσεβή πολύτεκνη οικογένεια, με διάθεση ελεήμονα, τόσο που δεν υπήρχε άνθρωπος να κτυπήσει τη θύρα της και να μη βρεί μια ανοιχτή αγκαλιά, ένα πιάτο φαΐ, την παρηγοριά και τη στοργή. Γι' αυτό και παραξενεύτηκε για την περασμένη ώρα, αλλά και από τη θέα του προσώπου της φαινόταν συντετριμμένη.
“Πάτερ, δεν θα σας απασχολήσω πολύ. Δεν ξέρω κάν αν είναι κανονική εξομολόγηση αυτό που θέλω. Νιώθω όμως την καρδιά μου πολύ βαριά από κάτι που συνέβη, και αισθάνομαι την ανάγκη να σας το πώ, για να με καθοδηγήσετε. Δεν ξέρω αν είναι αμαρτία αυτό που έκανα. Δημιουργήθηκε όμως μεγάλη ένταση στην οικογένεια”.
...
“Λοιπόν, πάτερ. Πριν λίγες ημέρες βρεθήκαμε στο εξοχικό που έχουμε στην Κόρινθο. Θα έχετε υπόψη σας – έχετε έλθει άλλωστε και το έχετε δεί – ότι πολύ κοντά στο σπίτι μας εκεί, υπάρχει ένα παλιό ξωκκλήσι. Αφιερωμένο στον Άγιο Γεώργιο το μεγαλομάρτυρα – μεγάλη η χάρη Του! Κόντευε μεσημέρι, όταν φτάσαμε, κι ήμασταν όλοι μαζί. Ξέρετε την αγάπη που τρέφει όλη η οικογένεια για τον άγιο, και γι' αυτό θεώρησα υποχρέωση μου, πριν κάνω οτιδήποτε άλλο στο σπίτι, να πάω να προσκυνήσω. Τα παιδιά βέβαια ήταν πεινασμένα κι έπρεπε να μαγειρέψω. Πετάχτηκα λοιπόν στον άγιο, προσκύνησα, μα σαν είδα τη σκόνη, τις αράχνες, την εγκατάλειψη..., θέλησα λίγο να συγυρίσω. Μου φάνηκε ότι ήταν ιεροσυλία να αφήσω τον οίκο του Θεού και τον άγιο χωρίς φροντίδα. Πίστεψα ότι αυτό ήταν το θέλημα του Θεού. Πρώτα δεν πάει η αγάπη στον Θεό και έπειτα στους ανθρώπους; Άρχισα λοιπόν το συγίρισμα και το καθάρισμα. Τα παιδιά ήλθαν να με βρούνε. Φωνάζανε γιατί πείναγαν. Τους εξήγησα ότι σε λίγο θα έλθω, αλλά προηγείται ο άγιος. Προηγείται ο Θεός. Συνέχισα να καθαρίζω, άναψα τα καντήλια, έκαψα και λίγο λιβάνι να μυρίσει ουρανό, και με ικανοποίηση στην καρδιά, έφτασα στο σπίτι”.
Ο ιερέας είχε σκύψει το κεφάλι και άκουγε. Ζούσε την όλη εικόνα που περιέγραφε η Θεώνη και είχε καταλάβει το τι είχε τελικά διαδραματιστεί.
“Κι όταν γυρίσατε, θα έγινε...χαμός, απ' ότι καταλαβαίνω, κ. Θεώνη”.
“Η λέξη χαμός δεν λέει τίποτε, πάτερ. Σαν να είχε έλθει ο εξαποδώ στο σπίτι μας. Φωνές, φασαρίες, χαλασμός. Πέσανε επάνω μου όλα τα παιδιά να με... φάνε. Με κατηγορούσαν ότι τους είχα παρατήσει, ότι δεν τους νοιάζομαι, ότι δεν τους αγαπώ. Ο σύζυγός μου προσπάθησε βέβαια να πάρει το μέρος μου, να καθησυχάσει τα παιδιά – κι είναι έφηβοι, πάτερ, τα ξέρετε – αλλά και αυτός φαινόταν ότι συμμερίζεται στο βάθος τις αντιδράσεις τους. Με πήρε κι εκείνος κάποια στιγμή παράμερα και τα 'κουσα κι από εκείνον. Ο πειρασμός με συνεπήρε. Αναψοκοκκίνησα, μάλωσα μαζί του, φώναξα έντονα και στα παιδιά.
-Ντροπή σας, τους είπα. Τον άγιο πήγα να καθαρίσω. Εκείνος είναι ο προστάτης μας. Έπρεπε κι εσείς κανονικά να έλθετε να βοηθήσετε.
Τελος πάντων, πάτερ, υπήρξε μεγάλη ένταση και πέρασε αρκετή ώρα μέχρις ότου τα πράγματα ησυχάσουν. Και το φαγητό που έφτιαξα, με πόνο και πίκρα το έφτιαξα. Και με μούτρα το έφαγαν. Φύγανε όλοι αμέσως μετά, ο καθένας στον χώρο του, και έμεινα μόνη, μ' ένα τεράστιο “γιατί;” στα χείλη, με καταχνιά και μ' ασήκωτο βάρος στο στήθος...”.
“Κι ήρθατε να με βρείτε”, είπε ο παπάς.
“Πάτερ, πείτε μου. Δεν είχα δίκιο που θέλησα να ετοιμάσω πρώτα τον άγιο; Δεν προηγείται ο ναός και έπειτα όλα τα άλλα;” Η Θεώνη έσκυψε το κεφάλι και τα δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια της.
Ο ιερέας δεν απάντησε αμέσως. Έστρεψε το βλέμμα νοερά στον Κύριο, στην Κυρία Θεοτόκο, και επικαλέστηκε τη βοήθειά τους. Έπρεπε να προσέξει πώς θα απαντήσει. Η κ. Θεώνη ήταν μια ευαίσθητη καρδιά.
“Κυρία Θεώνη”, είπε στο τέλος αργά. “Καταλαβαίνω την αγάπη σας στον Θεό και στους αγίους μας. Και πράγματι η πρώτη και μεγάλη εντολή του Θεού είναι να αγαπάμε Εκείνον με όλη την καρδιά μας, την ψυχή μας, τη διάνοιά μας, τη δύναμή μας. Αλλά, δεν θα συμφωνήσω μαζί σας”.
Η κ. Θεώνη ανασήκωσε το κεφάλι της.
“Δεν θα συμφωνήσω, κ. Θεώνη, γιατί δεν είναι τυχαίο πώς η σπουδαιότερη αρετή για  την Εκκλησία μας, εκείνη που δίνει τον τόνο σε όλες τις άλλες, είναι η διάκριση. Τη συγκεκριμένη ώρα δηλαδή, μεσημέρι, ώρα συνεπώς φαγητού, και έχοντας μάλιστα παιδιά μαζί σας, η προτεραιότητα είναι εκείνα. Το φαγητό έπρεπε πρώτα να ετοιμάσετε, να καθίσετε να φάτε, και έπειτα να πάτε να φροντίσετε το εκκλησάκι του αγίου. Έχω την εντύπωση ότι και τον άγιο να είχαμε τώρα μαζί μας, θα συμφωνούσε μ' αυτό που σας λέω. Και ξέρετε γιατί; Διότι ο Θεός και οι άγιοι ικανοποιούνται και χαίρονται, όταν βρισκόμαστε πρώτα από όλα στη διακονία και στην υπηρεσία των συνανθρώπων μας. Και πρώτοι συνάνθρωποί μας είναι οι δικοί μας, η οικογένειά μας. Δεν θυμάσαστε, κ. Θεώνη μου, αυτό που λέει ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος, ότι γνωρίζουμε πώς αγαπούμε τον Θεό από το πώς αγαπούμε τον συνάνθρωπό μας; Η αγάπη μας στον συνάνθρωπο φανερώνει την αγάπη μας στον Θεό. Αν ήσασταν μόνη σας, τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά. Μα δεν ήσασταν... Λοιπόν κ. Θεώνη, στην προκειμένη περίπτωση πέσατε... “θύμα” της αγάπης σας στον Θεό, ας το πούμε έτσι. Που θα πεί: όταν θέλουμε να εκφράσουμε την αγάπη μας σ' Εκείνον, Εκείνος μας στρέφει στον συνάνθρωπό μας”.
Η κ. Θεώνη δεν μιλόυσε. Με σκυμμένο το κεφάλι τώρα άκουγε τον ιερέα. Μέσα της έκλαιγε για την αδιακρισία της.
“Πάτερ, αμάρτησα. Καταλαβαίνω ότι πρέπει αμέσως να σπεύσω και να ζητήσω συγγνώμη από όλους τους. Τους έκανα να εξοργιστούν και να βρεθούν σε πειρασμό. Τους έκανα να αμαρτήσουν...”
“Ναι, μα όλα τα σβήνει η μετάνοια, κ. Θεώνη. Η συγγνώμη που θα πείτε, στον Κύριο και στους δικούς σας, θα είναι το σφουγγάρι που θα σβήσει την όποια αμαρτία σας. Να πάτε στην ευχή του Θεού!”
π. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΟΡΜΠΑΡΑΚΗΣ, …δι’εμού του αμαρτωλού…, εκδ. ακολουθείν, σελ. 85-92

Ένιωσε την ανάγκη να προσπέσει και να φιλήσει όχι τα πόδια, αλλά τα παππούτσια της γερόντισσας που καθόταν απέναντί του στο εξομολογητάρι. Συγκρατήθηκε όμως. Όχι γιατί είχε ο ίδιος κάνενα πρόβλημα – θεώρησε ότι μια τέτοια κίνηση θα εξύψωνε τον ίδιο -, αλλά γιατί η γερασμένη γυναίκα θα στεναχωριόταν και θα αντιδρούσε.
«Κύριε, τί ψυχές έχεις στον κόσμο τούτο τον απατεώνα; Τί διαμάντι είναι αυτή η γυναίκα; Πώς μπορεί και κρύβεται τέτοια αγιότητα μέσα σ’ ένα τέτοιο ραγισμένο και ετοιμόρροπο σώμα, κυρτωμένο από τα χρόνια, χαμένο μάλιστα μέσα σ’ ένα δρομάκι μιας μικρής συνοικίας;»
Η γερόντισσα ίσα που είχε μπορέσει να σύρει τα πόδια της στο ναό, υποβασταζόμενη μάλιστα από μια μεσήλικη γνωστή της κυρία.
«Πάτερ», είπε η κυρία φέρνοντας την. «επέμενε πάρα πολύ η γιαγιά για να έλθει. Δεν έχει κανέναν στον κόσμο, μάλλον έχει συγγενείς, αλλά μένουν λίγο μακριά, οπότε μένει μόνη. Έτσι την εξυπηρετώ λιγάκι εγώ, όταν μπορέσω.
Καιρό με πιλάτευε να την φέρω, γιατί νιώθει, λέει, πολύ αμαρτωλή που έχει τόσο καιρό να πάρει ευχή από τον παππά, και φοβάται μήπως φύγει ξαφνικά από τη ζωή και βρεθεί στην κόλαση».
Η γερόντισσα είχε καθίσει με το ζόρι στη θέση που της υπέδειξε ο ιερέας. Βαριανάσαινε μάλιστα. Όταν άνοιξε το στόμα της «να μολογήσει τα κρίματα της», όπως χαρακτηριστικά είπε, ένας πόνος και μια οδύνη φάνηκαν να βαθαίνουν τις ρυτίδες του προσώπου της. Δάκρυα άρχισαν να κυλούν από τα βαθουλομένα μάτια της.
«Πάτερ», είπε, και φάνηκε να γέρνει περισσότερο το ήδη κυρτωμένο σώμα της. «Πάτερ, είμαι πολύ αμαρτωλή. Βρωμίζω και τον αέρα που αναπνέω. Απορώ πώς με κρατάει ακόμα ο Θεός που μολύνω έτσι τη γη που κατασκέυασε. Πρέπει να ντρέπονται για μένα οι άγιοι και οι άγγελοι, και μάλλον πρέπει να γελά μαζί μου ακόμη κι αυτός ο τρισκατάρατος, ο εξαποδώ…»
Ο παππάς δεν μίλησε. Κάτι άρχισε να υποψιάζεται για το πνευματικό ύψος της γιαγιάς, γιατί τα λόγια της του θύμισαν αυτά που λέγανε για τον εαυτό τους πάντοτε οι άγιοι της Εκκλησίας, τα ίδια σχεδόν που είχε ακούσει από το στόμα του οσίου γέροντα Ιάκωβου Τσαλίκη, παρόμοια που υμνολογούν οι λατρευτικές ακολουθίες, ιδίως στον υπέρ μέλι σταλαγμό του βιβλίου της Παρακλητικής. Στ΄αυτιά και στο στόμα του συχνά ερχόταν το κατανυκτικό τροπάριο από τον βαρύ ήχο, που ήταν σαν να το έψελνε η γερόντισσα με τον δικό της τρόπο: «Γέγονα των δαιμόνων μεν γέλως, των ανθρώπων δε όνειδος, των Δικαίων θρήνος, των Αγγέλων πένθος, μολυσμός αέρος, και γης και υδάτων. σώμα γαρ εμίανα, ψυχήν και νουν εσπίλωσα, παραλόγοις πράξεσι, Θεώ εχθρός πέφυκα. οίμοι Κύριε, ήμαρτόν σοι, ήμαρτον συγχώρησον».
«Τί σε βαραίνει γιαγιά;» είπε ο παππάς που καταλάβαινε πια ότι είχε χωθεί σ’ έναν μυστικό ανελκυστήρα – την καρδιά της πιστής αυτής γυναίκας – κι ανέβαινε με ιλιγγιώδη ταχύτητα ίσα στα κράσπεδα της Τριαδικής Θεότητας.
«Πάτερ μου, είμαι καταδικασμένη, γιατί δεν αγαπώ όπως πρέπει τον Θεό και τον συνάνθρωπό μου. Έχω πάντοτε στον νου και στην καρδιά μου αυτό που από μικρή με έμαθε ο άγιος παπάς του χωριού μου, τον λόγο του Κυρίου «αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου με όλη την ψυχή και την καρδία σου και τον πλησίον σαν τον εαυτό σου». Πάτερ μου, βλέπω πόσο λειψή είμαι στην αγάπη αυτήν. Οι λογισμοί μου πολλές φορές βρίσκονται σε άλλα πράγματα παρά στην αγάπη του Θεού. Με παρασύρει το στομάχι μου, γιατί πρέπει κάτι να τσιμπήσω για να στέκομαι, όταν κρυώνω φοβάμαι μη και πουντιάσω, οπότε θα γίνω βάρος στην καλή γυναίκα που με έφερε, τρέμω μη και πέσω και σύρω γύρω μου έτσι κι άλλους ανθρώπους…
Κάνω βέβαια λίγα απ’ αυτά που λέει η εκκλησία, αλλά στο σπίτι, όχι στο ναό. Διαβάζω, όσο μπορούν ακόμη τα μάτια μου και καταλαβαίνει το μυαλό μου, λίγο μεσονυκτικό, τον όρθρο, τον εσπερινό και το απόδειπνο. Λέω κάποιες παρακλήσεις στη γλυκιά Παναγία μας κι έχω μάθει από μικρή και τους Χαιρετισμούς. Λέω και το «Κύριε ελέησον», πριν φυράνει το μυαλό μου. Μα, νιώθω πώς δεν φτάνουν αυτά. Σας είπα και πριν πώς με κλέβουν κάποιοι λογισμοί. Οπότε βρίσκομαι μακριά από την αγάπη του Θεού. Κι όσο σκέφτομαι τις ελλείψεις μου, όσο καταλαβαίνω πώς είμαι σαν πτώμα από πλευράς πνευματικής, τόσο μου έρχονται δάκρυα. Κλαίω, πατέρα μου, τον εαυτό μου, κλαίω, κλαίω χωρίς σταματημό…
Πώς λοιπόν να μην είμαι μια βρώμα πάνω στη γη; Χώμα και στάχτη, πάτερ μου. Γι’ αυτό θέλω να μου διαβάσεις μια ευχή, να κοινωνώ άξια, να μη χάσω το έλεος του Θεού, να μη βρεθώ στην κόλαση…»
Τα δάκρυα έτρεχαν βροχή από τα μάτια της γερόντισσας. Μα δεν τα καλόβλεπε κι ο παπάς, γιατί τα δικά του δεν πήγαιναν πίσω.
Ο παπάς άρχισε να νιώθει μια ψυχική ευφορία. Σαν να του μύρισε ευωδιαστό λιβάνι, μα δεν ήταν απ’ αυτό που είχε κάψει στην πρωϊνή λειτουργία.
«Γιαγιά», είπε τρεμουλιαστά, «γιαγιά, σε παρακαλώ να με μνημονεύεις στις προσευχές σου. Συνέχισε, γιαγιά, να κάνεις ό,τι κάνεις και το έλεος του Θεού δεν θα σ’ αφήσει».
Σηκώθηκε. Άρπαξε το ρυτιδιασμένο χέρι της γερόντισσας και το φίλησε πολλές φορές, μουσκεύοντάς το με τα δάκρυά του.
Στο τέλος, λύγισε. Γονάτισε μπροστά της και τότε είδε τη χάρη και το θαύμα που του ‘δωσε ο Χριστός. Όταν σήκωσε τα μάτια του, η γερόντισσα ήταν μέσα σ’ ένα εξαίσιο φως και δίπλα της να την αγκαλιάζει η ίδια η Κυρά η Παναγιά…


(«π. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΟΡΜΠΑΡΑΚΗΣ, …δι’εμού του αμαρτωλού…, εκδ. ακολουθείν, σελ. 37-42»)

 

Εις έναν Προηγούμενο ονόματι Νεόφυτον, Δοχειαρίτην το έτος 1880 εις το ησυχαστήριόν του «οι Αρχάγγελοι» της μικράς αγίας Άννης εφάνη ότι είδεν όνειρον τον μέγαν Βασίλειον. Τον παρεκίνησε μάλιστα να προσκυνήση το δάκτυλον του ποδιού του.

            Το όνειρον αυτό ήτο ικανόν να δημιουργήση μιαν οίησιν και ένα εγωιστικόν τύφον εις την ψυχήν του Προηγουμένου ότι βλέπει και προσκυνά αγίους. Ο λογισμός του ησχολείτο συνεχώς και αδιακόπως με το όνειρον τούτο και μάλιστα εις βάρος της προσευχής και του «κανόνος»του.

            Παρήλθεν καιρός και τον εφώτισεν ο Πανάγαθος Θεός να επισκεφθή τον ονομαστόν Πνευματικόν παπα-Γρηγόρην, ο οποίος ησκήτευεν εν τελεία ακτημοσύνη και πτωχεία ολίγον πιο επάνω, εις την ιδίαν Σκήτην.

            - Αδελφέ μου Προηγούμενε, μεγάλον διάβολον προσεκύνησες και όχι τον άγιον Βασίλειον, του είπεν απεριφράστως. Σε παρακαλώ εις το εξής να μη δίδης σημασίαν εις τα όνειρα από τα οποία και με τα οποία ο διάβολος ως πονηρός απατά τους ανθρώπους.

(Αθωνικό Γεροντικό, αρχ. Ιωαννικίου Κοτσώνη, σελ.369-370)

Ἀπὸ τὴ χορεία τῶν ρώσων ἁγίων, ξεχωριστὴ ἀγάπη στὴν Παναγία ἔτρεφε ὁ ὅσιος Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ. Ἀλλὰ καὶ ἡ Μητέρα τοῦ Θεοῦ τὸν περιέβαλλε μὲ ἰδιαίτερη εὔνοια, ὅπως ἀποδεικνύουν οἱ πολλές της ἐμφανίσεις σ᾿ αὐτόν.

Τὸ ἀκόλουθο ὅραμα τοῦ ὁσίου εἶναι τὸ πιὸ ἐντυπωσιακό. Τὸ διηγεῖται ἡ μοναχὴ τοῦ Ντιβέγιεβο Εὐπραξία, γιατὶ ἀξιώθηκε κι αὐτὴ νὰ τὸ ἀπολαύσει μαζὶ μὲ τὸν ἅγιο:
Νωρὶς τὸ πρωὶ τῆς 25ης Μαρτίου 1831 ἀκούστηκε μία δυνατὴ βοὴ καὶ ἀκολούθησε ἕνας ἁρμονικὸς ὕμνος. Ἡ πόρτα τοῦ δωματίου ἄνοιξε μόνη της κι ἁπλώθηκε παντοῦ φῶς κι εὔωδια. Ὁ στάρετς Σεραφεὶμ ἦταν γονατιστὸς μὲ τὰ χέρια ὑψωμένα. Ἐγὼ ἔτρεμα.
Ξαφνικὰ σηκώνεται καὶ μοῦ λέει:
- Μὴ φοβᾶσαι, παιδί μου. Νά, ἡ Δέσποινά μας, ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος ἔρχεται κοντά μας!
Πράγματι, μπροστὰ πήγαιναν δυὸ ἄγγελοι κρατώντας ἀνθισμένα κλαδιά. Ἀκολουθοῦσαν ὁ Τίμιος Πρόδρομος καὶ ὁ Θεολόγος ἅγιος Ἰωάννης, ἐνῶ πίσω τοὺς ἔκανε τὴν ἐμφάνισή της ἡ Παναγία μὲ δώδεκα παρθενομάρτυρες.
Ἡ Θεοτόκος, φορώντας ἕνα λαμπρὸ μανδύα κι ἕνα ὑπέροχο στέμμα, μὲ πλησίασε, ἐνῶ ἤμουν πεσμένη κάτω. Μὲ ἄγγιξε καὶ εὐδόκησε νὰ μοῦ πεῖ:
- Σήκω, ἀδελφή, καὶ μὴ φοβᾶσαι. Μαζί μου ἔχουν ἔρθει παρθένες σὰν κι ἐσένα.
Δὲν κατάλαβα πὼς σηκώθηκα. Ἡ βασίλισσα ἐπανέλαβε:
- Μὴ φοβᾶσαι. Ἤρθαμε νὰ σᾶς ἐπισκεφθοῦμε.
Ὁ π. Σεραφείμ, ὄρθιος μπροστὰ στὴν Παναγία, μιλοῦσε μαζί της μὲ πολλὴ οἰκειότητα. Ἡ Θεοτόκος τοῦ εἶπε πολλά. Ἂν καὶ συμμετεῖχα στὸ ὅραμα, δὲν μπόρεσα ν᾿ ἀκούσω τί ἔλεγαν. Ἄκουσα μόνο τὸ ἑξῆς:
- Μὴν ἀφήνεις τὶς παρθένες μου τοῦ Ντιβέγιεβο.
- Ὢ Δέσποινα! Τὶς συγκεντρώνω, ἀλλὰ δὲν μπορῶ νὰ τὶς κατευθύνω μόνος μου.
- Θὰ σὲ βοηθήσω σὲ ὅλα ἐγώ. Θὰ τὶς διδάξεις τὴν ὑπακοή. Ἂν τὴν κρατήσουν, θὰ εἶναι μαζί σου καὶ κοντά μου. Διαφορετικά, θὰ χάσουν τὴ θέση ποὺ τοὺς ἑτοιμάζω ἀνάμεσα σ᾿ αὐτὲς ἐδῶ τὶς παρθένες. Οὔτε τέτοια θέση οὔτε τέτοιο στεφάνι θ᾿ ἀπολαύσουν. Ὁποιοσδήποτε τὶς προσβάλει, θὰ τιμωρηθεῖ ἀπὸ μένα. Κι ὅποιος τὶς διακονήσει γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, θὰ βρεῖ ἔλεος ἐνώπιόν Του. Κατόπιν ἡ Παναγία στράφηκε σ᾿ ἐμένα.
- Κοίταξε, μοῦ εἶπε, αὐτὲς τὶς παρθένες καὶ τὰ στεφάνια τους. Μερικὲς ἄφησαν ἐπίγεια βασίλεια καὶ πλούτη γιὰ τὴν οὐράνια Βασιλεία. Ὅλες ἀγάπησαν τὴν ἑκούσια πτωχεία, ἀγάπησαν μόνο τὸν Κύριο, καὶ γι᾿ αὐτὸ βλέπεις πόση δόξα καὶ τιμὴ ἀξιώθηκαν. Ὅπως ὑπέφεραν οἱ ἀρχαῖες μάρτυρες, ἔτσι ὑποφέρουν καὶ οἱ σημερινές. Μόνο ποὺ ἐκεῖνες ὑπέφεραν φανερά, ἐνῶ σήμερα ὑποφέρουν μυστικά, μὲ θλίψη καρδίας. Ὁ μισθός τους ὅμως θὰ εἶναι ὁ ἴδιος.
Γυρίζοντας ὕστερα ἡ Θεοτόκος στὸν Στάρετς, τὸν εὐλόγησε καὶ τοῦ εἶπε:
- Σύντομα, ἀγαπητέ μου, θὰ εἶσαι μαζί μας!
Κατόπιν ὁ ὅσιος ἀντάλλαξε μαζί της χαιρετισμό, καθὼς καὶ μὲ ὅλους τοὺς ἁγίους. Κάποιος ἀπ᾿ ὅλους γύρισε καὶ μοῦ εἶπε:
- Ἀξιώθηκες αὐτὸ τὸ ὅραμα χάρη στὶς προσευχὲς τῶν πατέρων Σεραφείμ, Μάρκου, Ναζαρίου καὶ Παχωμίου.
Ξαφνικὰ ὅλα χάθηκαν. Τὸ ὅραμα, ποὺ εἶχε διαρκέσει λιγότερο ἀπὸ μία ὥρα, τελείωσε. Ἦταν τὸ δωδέκατο ποὺ ἀξιώθηκε ν᾿ ἀπολαύσει ὁ ὅσιος Σεραφεὶμ στὴν ἐπίγεια ζωή του».

(Εμφανίσεις και θαύματα της Παναγίας, εκδ. Ιερά μονή Παρακλήτου, σελ 138-140)

Σαφώς τα πτυχία κι οι γνώσεις για έναν θεραπευτή είναι πάρα πολύ σημαντικά εργαλεία, μα εάν δεν έχει κατέβει και ανέβει δεκάδες φορές στην προσωπική του κόλαση, δεν θα μπορέσει ποτέ να νιώσει και να βοηθήσει τις ψυχές των ανθρώπων. Γι αυτό και ο σοφός παππούς Γιούνγκ έλεγε «καλός θεραπευτής είναι ο πληγωμένος θεραπευτής..».

Κατά αναλογία, καλός πνευματικός δεν είναι αυτός που ξέρει τόμους θεολογίας, πατέρων και νομοκανονικών ορισμών, αλλά εκείνος που έπεσε και σηκώθηκε πολλές φορές, που γεύθηκε τον άδη και τον παράδεισο, που πόνεσε, δάκρυσε, γέλασε, ερωτεύθηκε, αγάπησε και αγαπήθηκε, γοητεύτηκε και απογοητεύθηκε, πίστεψε και απίστησε, κέρδισε και έχασε, πέτυχε και απέτυχε, προδόθηκε και εγκαταλείφτηκε, έκλαψε και εξανθρωπίστηκε, προσευχήθηκε και ουρανοστολίστηκε. Εκείνος που ξέρει στις πληγές σου να βλέπει τον Χριστό και στην πονεμένη σου καρδιά τον ουρανό. Πρωτίστως δε πνευματικός είναι εκείνος που δεν διστάζει να πάει στην κόλαση, για να κερδίσεις εσύ τον παράδεισο.....

π.λίβυος

«Κάποτε επισκέφτηκε την Πάτμο ένας δημόσιος υπάλληλος. Αφού περάτωσε τις εργασίες του,  επισκέφτηκε τον Ευαγγελισμό προκειμένου να προσφέρει και εκεί τις υπηρεσίες του. Εδώ γνώρισε το Γέροντα Αμφιλόχιο και εντυπωσιάστηκε από την προσωπικότητά του.
Σε κάποια ευκαιρία ζήτησε  να εξομολογηθεί. Μετά την εξομολόγηση, ο Γέροντας τον συμβούλεψε να κάνει ορισμένο επιτίμιο και να κοινωνήσει το επόμενο Πάσχα.
Αυτά έγιναν το Σάββατο βράδυ. Το πρωί της Κυριακής, κατά τη Θεια Λειτουργία, ο αγαπητός  μας  εξομολογούμενος  περιέπεσε σε θλίψη και απελπισία. Ο Γέροντας  με τη διορατικότητά του αντιλήφθηκε την ψυχική του κατάσταση, τον πλησιάζει, τον χαϊδεύει απαλά στην πλάτη και του λέει:
-  Έχεις ευλογία να μεταλάβεις σήμερα.
Πράγμα το οποίο και έγινε. Στο τέλος της Θείας Λειτουργίας αυτός, πλήρης ευγνωμοσύνης και βαθειάς συγκινήσεως, πλησιάζει τον Γέροντα και του λέει:
-  Σ’ ευχαριστώ, Γέροντα, για το δώρο. Σκεπτόμουν να φύγω και να μην επανέλθω πλέον πίσω. Είχα αποφασίσει να θέσω  τέρμα στη ζωή μου. Τώρα είμαι πρόθυμος να κάμω όσα επιτίμια θέλετε.
Έκτοτε έγινε ο πιο πιστός υποτακτικός»
(Ιγνατίου Τριάντη, Ο Γέροντας της Πάτμου Αμφιλόχιος Μακρής, στο «Η Εξομολόγηση» αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ, σελ. 250-251)

102ος ΚΑΝΩΝ ΠΕΝΘΕΚΤΗΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ

(σε μετάφραση)

 "Αυτοί που έλαβαν από τον Θεό την εξουσία του "λύειν και δεσμείν" (δηλαδή οι Πνευματικοί Πατέρες και Εξομολόγοι), πρέπει να εξετάζουν την ποιότητα της αμαρτίας (αν αυτή είναι συγγνωστή ή θανάσιμη) και την προθυμία για επιστροφή του ανθρώπου που έχει αμαρτήσει και έτσι να δίνουν την κατάλληλη θεραπεία στην ασθένειά του, μη τυχόν χρησιμοποιώντας αμέτρως το ένα ή το άλλο (την αυστηρότητα ή την επιείκεια) ο Πνευματικός, δεν κατορθώσει να φθάσει ο άρρωστος στη σωτηρία.

Δίοτι δεν είναι απλή η νόσος της αμαρτίας, αλλά παρουσιάζει ποικιλία και πολυμορφία και βλαστάνει πολλές και βλαβερές παραφυάδες, από τις οποίες το κακό επεκτείνεται και λαμβάνει διαστάσεις, εως ότου ο θεραπευτής (ο πνευματικός ιατρός) με τη δύναμη και την τέχνη του το σταματήσει.

Ώστε αυτός που μετέρχεται την πνευματική ιατρική επιστήμη οφείλει κατά πρώτον να εξετάζει τη διάθεση εκείνου που αμάρτησε. Και αν εκείνος επιθυμεί την υγεία ή, αντίθετα, με τον τρόπο που ζει επιδεινώνει μέσα του την αρρώστια, να παρατηρεί προσεκτικά πώς στη συνέχεια ζει και συμπεριφέρεται και αν δεν αντιστέκεται στην ιατρική τέχνη του Πνευματικού του και δεν επιδεινώνεται το έλκος της ψυχής με τα χρησιμοποιούμενα φάρμακα, και έτσι, ανάλογα, να καθορίζει τον βαθμό της επιείκειας.

Διότι ο σκοπός στον οποίο αποβλέπει και ο Θεός και ο Πνευματικός, στον οποίο ανατέθηκε η ποιμαντική χειραγωγία, είναι να επαναφέρει το πλανώμενο πρόβατο και αυτό που το φίδι το δάγκωσε και το πλήγωσε να το γιατρέψει. Και μήτε να το εξωθήσει στον γκρεμό της απογνώσεως, μήτε να χαλαρώνει το χαλινάρι με κίνδυνο να περιέλθει σε αδιαφορία και αμέλεια.

Με την ίδια τακτική να προσπαθεί, είτε με αυστηρότερα και στυφά είτε με τα απαλότερα και ηπιότερα φάρμακα, να αντιμετωπίσει το πάθος και να συμβάλει στην επούλωση του έλκους. Ακόμη να εξετάζει τους καρπούς της μετανοίας και να οικονομεί με σοφία τον άνθρωπο που καλείται προς την άνω λαμπροφορία (δηλαδή να εισέλθει στη Βασιλεία των ουρανών).

"Οφείλουμε, λοιπόν, να γνωρίζουμε και τα δύο, και αυτά που προβλέπει η ακρίβεια και αυτά που προβλέπει η αρχή της επιείκειας, να ακολουθούμε δε, στην περίπτωση αυτών που δεν είναι επιδεκτικοί της αυστηρότητας, τον κανόνα κατανόησης που μας παραδόθηκε", όπως μας διδάσκει ο Μέγας Βασίλειος".

Τι να πρωτοεξομολογηθώ Χριστέ μου Γλυκέ;; τι;;

Είμαι ανάξια και το γνωρίζω.. Κρίνω, κατακρίνω εύκολα και ανα πάσα στιγμή.. γιατί; Που είναι η αγάπη στην καρδιά μου; Η πίστη σε Εσένα; Η αγάπη σε Εσένα Κύριε; Θέλω να Σε γνωρίσω, να Σε πιστέψω με όλη μου την καρδιά, με όλη μου την ψυχή, με ολη μου τη διάνοια, με όλο μου το είναι. Να υπάρχεις  μόνον Εσύ μέσα μου, να με φωτίζεις, να με καθοδηγείς... Βιάζομαι, δεν έχω θάρρος, δεν έχω υπομονή, δεν έχω ΓΑΛΗΝΗ μέσα μου. Μήπως γιατί ενώ Είσαι μέσα μου, δεν σου επιτρέπω να με φωτίσεις? Μου μιλάς και δεν σε ακούω;; μου δείχνεις την κατεύθυνση και εγώ πάω αλλού;;

Αντί να ασχοληθώ μόνο με εμένα, με τα λάθη μου, με τα πάθη μου, κρίνω διαρκώς τους άλλους, τους ζηλεύω όταν είναι καλύτεροι από εμένα, όταν αποκτούν κάτι που εγώ θα το ήθελα.. Μικρότητα, εγωισμός, υπερηφάνεια, εγωκεντρισμός.. Γιατί τόση ανησυχία, τόσος φόβος, τόσο χάος;; Γιατί ενώ Εσύ είσαι μόνο φώς, χαρά, ζεστασιά, ΑΓΑΠΗ!!

Πώς θα με συγχωρέσεις Χριστέ μου; Πώς και πότε θα γίνω και θα υπάρξω αντάξια απέναντι Σου; Θέλω να με κοιτάς και να χαίρεσαι.. να με θαυμάζεις, να με κρίνεις άξια δούλη Σου..  Γιατί ότι με αγαπάς το ξέρω.. Και με όλα μου τα χάλια το ξέρω ότι Με αγαπάς και ότι ποτέ δεν με αφήνεις... και σ’ ευχαριστώ με όλη μου την ψυχή μου γι’ αυτό.. Γιατί ποτέ δεν με εγκατέλειψες σε εκείνες τις δύσκολες, τις ανυπόφορες στιγμές.. ποτέ... και ξέρω ότι τις επέτρεψες να συμβούν και αυτές από αγάπη και μόνο από αγάπη.. από αυτήν την ανεξάντλητη και αστείρευτη αγάπη Σου... για να δω και να καταλάβω μετά το γιατί.. για να μη σταματήσω να παλεύω, να Σε αναζητώ, να προσπαθώ να γίνομαι καλύτερη.. Μακριά Σου δεν υπάρχει απολύτως κανένας λόγος ύπαρξης..

Συγχώρεσέ με Κύριε και μη με κρίνεις σύμφωνα με τα παραπτώματα μου για να μην χαθώ εντελώς.. Συγχώρεσε με, και βοήθα με να γεμίσω από αγάπη και ταπεινοφροσύνη. Από έρωτα και πίστη σε Εσένα Κύριε.

Συγχώρεσε με, φώτισέ με και οδήγησε με..

Κύριε ελέησον με την αμαρτωλή...

Σελίδα 1 από 2