Επιστολή 153- ΣΤΟΥΣ ΜΑΡΤΙΝΙΑΝΟ, ΖΩΣΙΜΟ, ΜΑΡΩΝΑ, ΚΑΙ ΕΥΣΤΑΘΙΟ
Συμβουλευτική προς αλλαγή τρόπου ζωής.
Συναντώντας με κάποιος από τους άξιους λόγου και μνήμης άνδρες και διακρινόμενους για την ευγένεια και τους τρόπους, μου ανήγγειλε με δάκρυα, ότι κάποιοι, αξιόλογοι για την αρετή τους, συνεδριάζοντας μεταξύ τους, έλεγαν τα έξης για σας˙ Τί από τα ανομολόγητα και αισχρά πάθη θα διστάσουν να διαπράξουν κρυφά, αυτοί που δεν κοκκινίζουν από ντροπή ασχημονώντας τόσο φανερά;

Και ποιο από τα μη φανερά κακά δεν θα μπορούσαν να κάνουν, αυτοί που και καμαρώνουν για τα ολοφάνερα; Και πως θα μπορούσαν να συνετιστούν πάσχοντας από το υπερβολικό αυτό κακό, αυτοί που κοροϊδεύουν και αυτούς που ζουν με σωφροσύνη; Και πως θα μπορούσαν ελεγχόμενοι να σταματήσουν, αυτοί που διασύρουν αυτούς που τους ελέγχουν; Και πως θα μπορούσαν να σεβασθούν τους θείους νόμους, αυτοί που τους θεωρούν μύθους; Και πως είναι δυνατόν να φοβηθούν την μέλλουσα κρίση, αυτοί που με τα έργα τους κηρύττουν ότι ούτε και υπάρχει αυτή; Και πως θα πεισθούν στον Χριστό, αυτοί που με αυτά που κάνουν ανακηρύττουν τον Επίκουρο;
Εγώ βέβαια όταν τα άσκησα αυτά πληγώθηκα πολύ ψυχικά, σεις όμως θα ήταν σωστό να φροντίσετε να εξαλείψετε αυτήν την κωμωδία.

Και θα την εξαλείψετε,

εάν αναγνωρίσετε το παράπτωμά σας,

και θα το αναγνωρίσετε,

εάν πεισθείτε ότι οι άγιες Γραφές είναι αληθινές,

και θα πεισθείτε,

εάν τις απολαμβάνετε συνεχώς,

και θα τις απολαύσετε,

εάν μάθετε το βαθύτερο νόημά τους,

και θα το μάθετε,

εάν γίνετε μαθητές αυτών που είναι σοφοί κατά Θεόν,

και θα καθίσετε κοντά τους,

εάν αποφύγετε την κακία,

και θα την αποφύγετε,

εάν φοβηθείτε τις τιμωρίες που προβλέπονται από αυτήν,

και θα φοβηθείτε,

εάν πιστεύετε ότι υπάρχει Θεός,

και θα πιστέψετε,

εάν συνέλθετε από την τόσο μεγάλη μανία σας,

και θα συνέλθετε,

εάν μιμηθείτε εκείνους που ανένηψαν,

και θα τους μιμηθείτε,

εάν επιδοθείτε στην αρετή,

και θα επιδοθείτε,

εάν αγαπήσετε με πόθο τη βασιλεία,

και θα την αγαπήσετε με πόθο,

εάν θεωρήσετε ότι όλα τα βλεπόμενα είναι πρόσκαιρα,

και θα τα θεωρήσετε,

όταν μάθετε την μηδαμινότητά τους,

και θα την μάθετε,

εάν αντιληφθείτε ότι είναι φθαρτά,

και θα το αντιληφθείτε,

εάν τα κοιτάξετε με ανεπηρέαστα τα μάτια,

και θα τα κοιτάξετε έτσι,

εάν προσηλωθείτε στα ουράνια,

και θα προσηλωθείτε,

εάν καταστήσετε το μάτι της ψυχής σας περισσότερο διορατικό,

και θα το κάνετε,

εάν συνηθίσετε να βλέπετε συνεχώς προς τον Θεό.

(οσίου Ισιδώρου Πηλουσιώτου, εκδ. ΕΠΕ, τόμος 2, σελ. 239-241)

Μερικοί απεχθάνεσθε και ξαφνιάζεσθε και ίσως απογοητεύεσθε, επειδή κυριαρχεί η αισχρότητα, ή η έχθρα, ή η βλασφημία, ή ο φθόνος, ή η μεταβολή στη ζωή, ή κάτι από αυτά.

Εγώ αισθάνομαι το αντίθετο  και απορώ μ’ αυτούς.

Γιατί πες μου, αδελφέ, έτσι χωρίς κόπο και χωρίς ταλαιπωρία και χωρίς πόλεμο και χωρίς νίκη θέλεις να λάβεις τα στεφάνια σου;

Θα πει βέβαια, έχω τόσα και τόσα χρόνια και εξομολογήθηκα πολλά αμαρτήματά μου και πολλές φορές, και παρουσίασα αυτό  και αυτό το έργο, και προσευχήθηκα με δάκρυα και στεναγμούς όχι λίγους, και είχα και αδελφούς που μου παραστάθηκαν στην ασθένειά μου.

Τί σοφία αλήθεια! Πόσα χρόνια λες ότι έχεις, φίλε μου, στον πόλεμο; Τρία, πέντε, δέκα, περισσότερα;

Η μακάρια όμως αμμάς Σάρα, που επί σαράντα χρόνια την πολεμούσε σκληρά ο δαίμονας της πορνείας, υπέμεινε με γενναιότητα τον πόλεμο.

Και παραλείπω να αναφέρω τον γέροντα Παχών, που ξεγυμνώθηκε μέσα στην εκκλησία και ενισχύθηκε από τον αββά Απολλώ.

Και γιατί χρειάζεται να αναφέρω τα αμέτρητα παραδείγματα, των οποίων τους αγώνες και τα κατορθώματα τα γνωρίζετε όσοι διαβάζετε; Δεν ενοχλούνταν εννιά ολόκληρα χρόνια οι δύο αδελφοί για να εγκαταλείψουν τη μοναχική ζωή, οι οποίοι δένοντας τις μηλωτές τους πέρασαν παραπλανώντας τον πλάνο διάβολο;

Και άλλος που είχε πενήντα χρόνια και πολεμούσε για το ίδιο πράγμα, και άλλος έτσι και άλλος αλλιώς, και πουθενά δεν υπήρχε δυστυχία, πουθενά ολιγωρία, πουθενά ανανδρεία, μέχρι που ενδυναμώθηκαν στις αδυναμίες τους με τη βοήθεια του Θεού, αποφεύγοντας τις επιθέσεις των εχθρών.

Ενώ εμείς είμαστε ολιγόψυχοι και μιλάμε και ενεργούμε με ολιγοψυχία και απροσεξία και αβασάνιστα. Και γι’ αυτό ακριβώς σας τα υπενθυμίζω, για να σηκωθούμε από την πτώση μας και να σταθούμε ασάλευτοι και αμετακίνητοι στην πίστη μας στον Θεό...

(Θεοδωρου Στουδιτη ΕΠΕ Φιλοκαλια τομος 18 σελ. 371)

π. Ανδρέας Κονάνος. 

Ο Αγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης στην «Κλίμακα» λέει: Οταν ακουμπάς ένα φυσικό σώμα, σου μεταδίδει την ψυχρότητα ή τη θερμότητά του. Ακουμπάς, ας πούμε, ένα κρύο τζάμι και αισθάνεσαι ότι κρυώνεις κι εσύ. Παίρνεις από την ψυχρότητά του. Ακουμπάς ένα ζεστό σώμα, ένα ζεστό καλοριφέρ. Και ζεσταίνεσαι κι εσύ.

Οταν, λοιπόν, λες «ακουμπάω τον Θεό» -διότι αυτό είναι η προσευχή, είναι άγγιγμα του Θεού-, δεν είναι δυνατόν να Τον ακουμπάς και να συνεχίζεις να είσαι ίδιος! Δεν είναι παράξενο; Ακούμπησες Αυτόν που είναι ειρήνη, τον Θεό. Κι όμως εσύ δεν έχεις ειρήνη. Ακούμπησες την αγάπη, μα εσύ δεν έχεις αγάπη. Συνεχίζεις να εκδικείσαι. Θυμώνεις, αντιπαθείς ανθρώπους. Ζηλεύεις, φθονείς, μισείς, βγαίνουν από μέσα σου κακίες. Και, ζώντας σε ένα διαρκές κλίμα εμπάθειας, λέμε ότι μιλάμε στον Θεό. Η αληθινή προσευχή έχει αποδείξεις. Αποδείξεις της είναι η ευτυχία μας, η μακαριότητά μας, η λαμπρότητα του προσώπου μας, η ανάπαυση της καρδιάς μας. Δεν μπορεί να λες ότι προσεύχεσαι και να συνεχίζεις να 'σαι τόσο ταραγμένος. Κάτι δεν πάει καλά εδώ. Τα παιδιά λένε αλήθειες:

«Η μάνα μου πάει εκκλησία και λέει ότι προσεύχεται, μα εγώ δεν βλέπω αλλαγή στη ζωή της. Ούτε μεταμόρφωση στη συμπεριφορά της. Ούτε ηρεμία στο βλέμμα της».

Αγγιγμα Χριστού! Αυτό είναι η προσευχή. Το άγγιγμα που μεταμορφώνει. Είναι ταξίδι σε χώρους υπερατλαντικούς, υπεργήινους και υπεργαλαξιακούς. Δηλαδή, ξεπερνάς, όπως λέει ο Αγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, τα όρια αυτού του κόσμου. Πας πέρα απ' τα αστέρια, τους γαλαξίες, όλα τα στρώματα, τη στρατόσφαιρα κι όλα τα ουράνια επίπεδα. Και αγγίζεις τον Θεό. Και έπειτα επιστρέφεις στον κόσμο αυτό, στην καθημερινότητα και στις δουλειές σου, στην επαφή σου με τους ανθρώπους, φέρνοντας πλέον κάτι διαφορετικό. Οπως ο Χριστός μας όταν βγήκε από το Ορος των Ελαιών. Πώς ήταν; Μεταμορφωμένος. Διότι τόση ώρα προσευχόταν.

Οταν ρώτησε τους στρατιώτες που Τον έψαχναν «ποιον ζητάτε;», εκείνοι απάντησαν «τον Ιησού». Τότε ο Χριστός τούς είπε: «Εγώ είμαι». Και οι στρατιώτες έπεσαν κάτω! Γιατί; Γιατί ο Χριστός μας ήταν όλος μες στην προσευχή. Ηταν όλος μέσα στην παράδοση και την εμπιστοσύνη στον Ουράνιο Πατέρα Του. Και στο όρος της Μεταμόρφωσης, στο Θαβώρ, ακριβώς μια τέτοια ώρα έγινε η μεταμόρφωση: Την ώρα που ο Χριστός προσευχόταν. Λέει στην Αγία Γραφή: «Ἐγένετο δὲ αὐτοῦ προσευχομένου καὶ μετεμορφώθη ἔμπροσθεν αὐτῶν». Προσευχόταν και μεταμορφώθηκε. Στην πραγματικότητα, εκείνοι που μεταμορφώθηκαν ήταν οι μαθητές! Και είδαν τη λαμπρότητα του προσώπου Του, μα και τη δική τους ομορφιά. Προσευχή... (Κλείσε τα μάτια σου τώρα μόνο για ένα λεπτό και νιώσε ότι αναπνέεις την αγάπη του Θεού. Και συνέχισε το διάβασμα...)

Η ατμόσφαιρα της προσευχής αλλάζει την όλη κατάσταση του ανθρώπου. Διότι είναι επαφή με τον πυρήνα της ύπαρξής μας! Εκεί που είναι η Χάρη του Θεού και η σφραγίδα του Αγίου Πνεύματος, και η εικόνα του Χριστού. Λέμε ότι είμαστε πλασμένοι «κατ' εἰκόνα καὶ καθ' ὁμοίωσιν Θεοῦ». Αυτή η θεϊκή εικόνα και η γαλήνη είναι στον πυρήνα της ψυχής μας. Στο βάθος του είναι μας. Οταν προσεύχεσαι, τι κάνεις; Φεύγεις από τα γύρω. Σταματάς κάθε επαφή με τις φασαρίες αυτού του κόσμου: θορύβους, τηλεόραση, μουσική, εφημερίδες, ακούσματα. Βρίσκεις κάποια ήσυχη ώρα και κάνεις την προσευχούλα σου.

Από το βιβλίο του π. Ανδρέα Κονάνου «Ολα του γάμου δύσκολα...» των εκδόσεων Αθως

(π. Ανδρέας Κονάνος). 

ΑΝ ΔΕΝ ΞΕΡΕΙΣ ΑΠΟ ΕΡΩΤΑ, ΑΣΤΟ ΚΑΛΥΤΕΡΑ…
Και τι να λέω, πάτερ, όταν προσεύχομαι;
Τίποτε, καλή μου!
Κοίτα Τον, όπως κοίταζες τον πρώτο σου έρωτα στα μάτια
τις πρώτες μέρες της αγάπης σας.
Απλά κοίταζες.
Και χόρταινες, και έλιωνες, και μούδιαζες.
Μα δεν έχω ερωτευτεί, πάτερ.
Εμ, αυτό είναι το πρόβλημά σου.
Δεν νιώθεις έναν έρωτα με το Χριστό;
Τότε είναι αναμενόμενο
να Τον πλησιάζεις έτσι στεγνά και τυπικά.
Τι είναι για σένα ο Χριστός;..
Δεν Τον αγαπάς βιωματικά.
Και δεν έχεις ούτε μια προσλαμβάνουσα παράσταση,
έστω εκ του κόσμου τούτου.
Την προσευχή, την νιώθουν και την κάνουν καλά,
βασικά,
οι ερωτευμένοι.

Αν δεν ξέρεις από έρωτα,
άστο καλύτερα.

Θα μείνεις μόνο στα απ’ έξω.
Η αγωνία σου θα είναι,
¨πώς να τα πω σωστά,
να διαβάσω όλες τις φράσεις,
να μην παραλείψω αυτό ή το άλλο¨.
Όλα επιδερμικά και τυπικά.
Χωρίς πάθος και μεράκι, χωρίς καημό και κάψα.
Όταν προσεύχεσαι, τα μάγουλά σου,
κανονικά, πρέπει να ανάβουν.
Το κορμί σου όλο να καίει,
και η ψυχή να δροσίζεται.
Τα μάτια να κλείνουν,
η καρδιά να φωτίζεται,
και να λιώνει σα βούτυρο πάνω σ’ αναμμένο μάτι.
Οι σφυγμοί άλλοτε τρελοί,
κι άλλοτε αργοί και ήσυχοι,
σα μωρού παιδιού,που κοιμάται βαθιά,
με ανάσα ήρεμη.
Ένα μούδιασμα είναι αυτή η πράξη.
Και μια διαύγεια του νου απίστευτη.
Και μια οξύτητα κι αντίληψη των πάντων.
Και πόθος και πάθος, χωρίς πάθος.
Και δόσιμο.
Και ταξίδι. Και στάση.
Και χαμάμ χαλάρωσης, κι ορειβασία περιπετειώδης,
και εξερεύνεση του Ειρηνικού ωκεανού ταυτόχρονα.
Και μεγάλη κατανόηση.
Κι ενότητα με όλους και όλα.
Και κατάργηση όλων των ¨γιατί¨,
αφού βλέπεις το ¨διότι¨ μιας άλλης τάξης πραγμάτων.
Και αισθάνεσαι μια αλήθεια ανείπωτη,
τέτοια που δεν θες να μιλήσεις ή να πείσεις κανέναν.
Διότι κείνη την ώρα γίνεσαι κι εσύ αλήθεια.
Και ξέρεις ότι αυτό αρκεί.
Διότι ακτινοβολεί μυστικά.
Και δεν σε νοιάζει τίποτε,
διότι νιώθεις ότι όλα είναι λυμένα
και ότι δεν υπάρχει πρόβλημα,
αφού είσαι πλέον μπροστά στο θεϊκό πεδίο
που όλα είναι διάφανα, ξεκάθαρα και σαφή.

Για όλα αυτά, δεν υπάρχει καλούπι,
κανόνας,
κάτι σίγουρο και σταθερό.


Ζώντας μέσα στην Εκκλησία, αγαπώντας τόσο πολύ τον Κύριο και ακούγοντας το θείο λόγο αισθάνομαι να βουλιάζω όλο και περισσότερο σε ένα νέο κόσμο απίστευτης γνώσης και μιας άγνωστης αλλά πέρα για πέρα αληθινής και υπέροχης νέας ζωής .
Μια νέα προοπτική, μια διαδρομή ασυνήθιστη και απρόσμενη, γίνεται κάθε μέρα και πιο πολύ, φωτεινή πυξίδα της ζωής μου, μιας ζωής εξαιρετικά γήινης και γεμάτης.
Αυτό δεν είναι συναίσθημα, είναι βίωμα μιας καυτής πνοής που ξεκινάει από την καρδιά και πλημμυρίζει όλο το σώμα με μια αόρατη γλύκα.

Είναι μια διαρκής μνήμη Θεού, είναι μια αίσθηση απόστασης από τα γήινα και συνεχής επικοινωνίας Χριστού.

Είναι μια κατάσταση ψυχικής ανάτασης - σταθερή ακόμα και στις πτώσεις, είναι μια κρυφή χαρά, είναι ένα μυστικό που είναι πάντα εκεί, είναι κάτι με το οποίο ζω μαζί, είναι κάτι που δεν θέλω να τελειώσει.

Είναι κάτι μου έστειλες Εσύ Κύριε , εγώ δεν ήξερα ότι υπάρχει.
Πόση γλυκιά απορία και κρυφή χαρά γεννιέται μέσα μου!
Πόση ομορφιά Έχεις Χριστέ μου να μας δώσεις;
Τι είναι αυτό που δεν γνωρίζουμε αλλά υπάρχει και τώρα το αισθάνομαι ως κομμάτι της ύπαρξής μου;
Που ήταν όλη αυτή η Ζωή που δεν ζούσα αλλά τώρα Ζω; Υπήρχε και πριν; Ήταν κρυμμένη;
Μήπως κοιτούσα αλλά δεν έβλεπα; Πως φωτίζονται τα μάτια της ψυχής;
Γιατί Σε αγαπώ τόσο πολύ;;!!
Πόσες εκπλήξεις έχεις Χριστέ μου για τα παιδιά Σου;
Κλαίω Κύριε από Χαρά για όλα αυτά!! Κλαίω και Σε ευχαριστώ για αυτά τα δάκρυα!!
Ξέρω Κύριε ότι οι ερωτήσεις αυτές είναι και απαντήσεις ταυτόχρονα.

ΝΑΙ τώρα Σε γνωρίζω, Σε αγαπώ, Σε βλέπω γιατί ζω μέσα στην Εκκλησία.
ΝΑΙ ΥΠΑΡΧΕΙΣ και Είσαι Ένας ΥΠΕΡΟΧΟΣ ΘΕΟΣ και ανυποψίαστη για αυτό που μου συμβαίνει τώρα ΖΩ !!

Ο Ιησούς ωνομάσθη άνθρωπος, ωνομάσθη υιός του ανθρώπου, ωνομάσθη οδός, ωνομάσθη θύρα καί πέτρα...
Διατί ωνομάσθη οδός;
Δια να μάθης ότι μέσω αυτού ανερχόμεθα προς τον Πατέρα του.
Διατί ωνομάσθη πέτρα;
Δια να διδαχθής την ωφελιμότητα και την στερεότητα της πίστεως.
Διατί ωνομάσθη θεμέλιος;
Διά να μάθης ότι βαστάζει όλα.
Διατί ωνομάσθη ρίζα;
Δια να μάθης ότι ανθούμεν εφ’ όσον μένομεν εις αυτόν.
Διατί ωνομάσθη ποιμήν;
Διότι μας ποιμαίνει και μας τρέφει.
Διατί ωνομάσθη πρόβατον;
Διότι προς χάριν μας εθυσιάσθη...
Διατί ωνομάσθη Ζωή;
Διότι μας ανέστησε ενώ ήμεθα νεκροί.
Διατί ωνομάσθη φως;
Διότι μας έβγαλε από το σκοτάδι.
Διατί ωνομάσθη βραχίων;
Διότι είναι ομοούσιος με τον Πατέρα του.
Διατί ωνομάσθη λόγος;
Διότι εγεννήθη από τον Πατέρα...
Διατί ωνομάσθη ιμάτιον;
Διότι με το βάπτισμα έχω ενδυθή αυτόν.
Διατί ωνομάσθη τράπεζα;
Διότι τρώγω αυτόν με το να λάβω μέρος εις τα μυστήρια.
Διατί ωνομάσθη οίκος;
Διότι κατοικώ εις αυτόν.
Διατί ένοικος;
Διότι γινόμεθα ναός του.
Διατί ωνομάσθη κεφαλή;
Διότι έγινα μέλος του σώματός του.
Διατί ώνομάσθη νυμφίος;
Διότι συνεδέθη μαζί μου ως να είμαι νύμφη του.
Διατί ώνομάσθη αγνός;
Διότι με επηρεν ως παρθένον».
(Ί. Χρυσόστομος, Άπαντα 10, 95)

“ΕΚΕΙΝΟΣ”, ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΑΧΕΛΩΟΥ Ευθυμίου Στυλίου, εκδόσεις Γρηγόρη, σελ. 69-70

Επειδή μονάχα η κατάνυξη και τα δάκρυα δεν είναι αρκετά για να πείσουν τον Θεό να μας δώσει αυτά που του ζητούμε στις προσευχές μας, πρέπει να προσθέσουμε και κάποια άλλα στοιχεία που χρειάζονται ακόμη, για να έχουν θετικό αποτέλεσμα οι προσευχές μας. Ιδού μερικές από αυτές τις προϋποθέσεις στη συνέχεια, έξι τον αριθμό.

α) Όποιος θέλει να πάρει θετική απάντηση στο πρώτο του αίτημα, που είναι η συγχώρηση των αμαρτημάτων του, πρέπει κι αυτός ο ίδιος, όταν προσεύχεται, να συγχωρεί τ’ αμαρτήματα που διέπραξαν εις βάρος του οι άλλοι, καθώς μας δίδαξε ο Κύριος: «όταν στέκεστε σε προσευχή, ν’ αφήνετε ό,τι διαφορές έχετε με κάποιον, συγχωρώντας τον, κ’ έτσι να συγχωρήσει και ο Πατέρας μας ο ουράνιος και τα δικά σας παραπτώματα» (Μαρκ. ια’ 25).
β) Όποιος ζητάει να λάβει κάτι από τον Θεό, πρέπει να το ζητάει χωρίς διψυχία και δισταγμό, αλλά με στερεή και αδίσταχτη πίστη, όπως μας λέει πρώτα ο ίδιος ο Κύριος μας: «όλα όσα ζητάτε στην προσευχή σας με πίστη, θα τα λάβετε» (Ματθ. κα’ 22) και, κατόπιν, ο αδελφόθεος Ιάκωβος: «κι αν κάποιος από σας υστερεί σε σοφία, ας τη ζητήσει από τον Θεό, που τη χαρίζει με απλότητα σε όλους, χωρίς να περιφρονεί κανέναν αλλά που να τη ζητάει με πίστη, δίχως αμφιβολία, διότι όποιος έχει αμφιβολίες ομοιάζει με το κύμα της θάλασσας, που ο άνεμος το παρασέρνει και το πηγαίνει πότε εδώ και πότε εκεί· να μην ελπίζει ποτέ πως θα πάρει κάτι από τον Κύριο ένας τέτοιος άνθρωπος δίγνωμος και άστατος σ’ όλους τους τρόπους της ζωής του» (Ιακ. α΄ 5-7).
γ) Όποιος ζητάει, πρέπει να μην παρακαλεί για ζητήματα που δεν τον συμφέρουν πνευματικά, δηλαδή για κοσμικά πράγματα που προξενούν τις ηδονές του, αλλά να ικετεύει για ζητήματα κατά Θεόν, δηλαδή που συμφέρουν κ’ ενδιαφέρουν τη σωτηρία της ψυχής του. Ακούστε και τον ονειδισμό εκ μέρους του αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου, που λέει: «ζητάτε κάτι και δεν το λαμβάνετε, διότι το ζητάτε με κακό σκοπό, δηλαδή το ζητάτε για να το κατασπαταλήσετε για τις ηδονές σας» (Ιακ. δ’ 3)
δ) Όποιος θέλει να λάβει όσα συμφέροντα για την ψυχή του ζητάει από το Θεό, πρέπει κι αυτός να εργάζεται και να κάνει όλα όσα δύναται και μπορεί, σύμφωνα και με την κοινή παροιμία, που λέει «συν Αθηνά και χείρα κίνει»· πρέπει δηλαδή να μην αμελεί και να μην παραδίνει θεληματικά τον εαυτό του πρώτα στα πάθη, και τις επιθυμίες, κ’ έπειτα ζητάει τη θεία βοήθεια, διότι δεν θα τη λάβει ποτέ, σύμφωνα και με τον λόγο του Μεγάλου Βασιλείου: πρέπει, λοιπόν, πρώτα να προσφέρει κάνεις όλα όσα μπορεί μόνος του, και υστέρα να παρακαλεί τον Θεό να έρθει βοηθός και σύμμαχος του- διότι, όταν κάποιος παραδώσει τον εαυτό του με νωθρότητα στις επιθυμίες και παραδοθεί έτσι μόνος του στους εχθρούς, αυτόν ο Θεός δεν τον βοηθάει ούτε εισακούει τις δεήσεις του, διότι πρόλαβε ο ίδιος και με την αμαρτία του αποξενώθηκε από τον Θεό· γιατί, βέβαια, όποιος επιθυμεί να έχει τη βοήθεια του Θεού, δεν προδίδει το πρέπον και το αρμόζον· κι αυτός που δεν προδίδει το πρέπον και το αρμόζον, δεν προδίδεται και δεν εγκαταλείπεται ποτέ από τη θεία πρόνοια και βοήθεια» (Ασκητικαί Διατά­ξεις, κεφ. α’).

Και, ακριβώς, γι’ αυτούς λέγει ο Θεός με το στόμα του προφήτου Ησαΐα: «με αναζητούν την κάθε ημερα, κ’ επιθυμούν να γνωρίσουν τις εντολές μου, ωσάν λαός που έπραξε το δίκαιο και που δεν εγκατέλειψε την κρίση του Θεού» (Ησ. νη’ 2). Και, για να το πούμε με δυο λόγια, όποιος θέλει να εισακούσει ο Θεός τη δέησή του και να λάβει θετική απάντηση στο ζήτημά του, πρέπει να βιάζει τον εαυτό του, όσο μπορεί, για να φυλάγει τις εντολές του Θεού, ώστε να φτάσει στο σημείο να μην τον κατηγορεί η συνείδησή του ότι καταφρόνησε ή αμέλησε κάποιο πράγμα, που μπορούσε να το κάμει και δεν το έκαμε. Διότι, όπως λέει ο αγαπημένος μαθητής του Κυρίου, ο ευαγγελιστής Ιωάννης, «όταν η καρδιά μας παύει να μας κατηγορεί, τότε αποκτούμε θάρρος εμπρός στον Θεό, κι Εκείνος μας δίνει ό,τι Του ζητούμε, γιατί εκτελούμε τις εντολές Του, και κάνουμε όλα όσα είναι αρεστά σ’ Εκείνον» (Α’ Ιωάν. γ’ 21-22).

Και ο μέγας Βασίλειος προσθέτει: «Είναι, λοιπόν, απαραίτητο να μη μας κατηγορεί σε τίποτε η συνείδησή μας, και τότε μονάχα μπορούμε να επικαλούμαστε τη θεία βοήθεια» (Ασκητ. Διατ., ο.π.) Και όχι μονάχα, όταν κάποιος προσεύχεται για τον εαυτό του, πρέπει να κάνει τα καθήκοντά του όσο μπορεί καλύτερα, αλλά και στην περίπτωση που κάποιος άλλος προσεύχεται για κείνον, πρέπει κι αυτός να συνεργεί προσωπικά για να καρποφορήσει η προσευχή που γίνεται για λόγου του. Αυτό ακριβώς σημαίνει ο λόγος του Αδελφοθέου, «πολύ ισχύει δέησις δικαίου ενεργούμενη» (Ιακ. ε’ 16), τον οποίο ερμηνεύοντας ο θείος Μάξιμος ο Ομολογητής λέγ­ει:

«Πράγματι, πολύ ισχύει η δέηση του δικαίου, είτε χάρη στον δίκαιο που την κάνει, είτε και χάρη σ’ εκείνον που ζητάει από τον δίκαιο να την πραγματοποιήσει· διότι, από μεν την πλευρά του δικαίου που γίνεται η δέηση, αυτή δίνει θάρρος να παρουσιαστεί και να ζητήσει από Κείνον που μπορεί να εισακούσει τα αιτήματα των δικαίων, ενώ από την πλευρά εκείνου που ζητάει από τον δίκαιο να κάμει γι’ αυτόν τη δέηση, του δίνει την ευκαιρία ν’ απομακρυνθεί από την κακία και να εγκολπωθεί πάλι την διάθεση για ενάρετο βίο» (Ε’ εκατ. περί θεολογίας, κεφ. πδ’). Και ο ίδιος πάλι, σε άλλο σημείο, λέει: «Είναι πράγματι δείγμα μεγάλης νωθρότητας, για να μην πω παραφροσύνης, να επιζητεί κανείς τη σωτηρία του με τις δεήσεις των δικαίων, ενώ η διάθεσή του στρέφεται προς τις τέρψεις, και να ζητάει τη συγχώρεση εκείνων των αμαρτημάτων, για τα οποία σπιλώνεται με δική του διάθεση και ενέργεια. Πρέπει, λοιπόν, να μην αφήνει ανενεργή και ακίνητη τη δέηση του δικαίου…, αλλά να την ενεργοποιεί και να την ισχυροποιεί, δίνοντάς της φτερά με τις δικές του αρετές».
ε) Όποιος θέλει να εισακούσει ο Κύριος το αίτημά του, πρέπει να μην λιποψυχάει, ούτε να θλίβεται και να στενοχωριέται όταν προσεύχεται, αλλά να προσμένει με υπομονή και μακροθυμία, κι ας περνάει αρκετός καιρός αναμονής. Έτσι και ο Κύριος, για να μας διδάξει να προσμένουμε υπομένοντας και προσκαρτερώντας στην προσευχή, χωρίς να στενοχωριόμαστε καθόλου, μας αναφέρει στο κατά Λουκάν ευαγγέλιο την παραβολή της χήρας, η οποία με την επιμονή και την υπομονή της, έπεισε στο τέλος τον άδικο δικαστή να της αποδώσει το δίκιο της. «Και τους έλεγε και την παραβολή αυτή, για το ότι πρέπει πάντοτε να προσεύχονται και να μην αποκάμουν» (Λουκ. ιη’ 1).

Έχουμε, από την άλλη πλευρά, και τον λόγο του μεγάλου Βασιλείου, που λέει ότι, μπορεί στη δέησή σου πολλές φορές να ζητήσεις τα πνευματικώς συμφέροντα, όμως δεν επέμεινες αρκετά. Διότι, όπως είναι γραμμένο, «με την υπομονή σας θα σώσετε τις ψυχές σας» (Λουκ. κα’ 19). Και, «όποιος υπομείνει ως το τέλος, αυτός θα σωθεί» (Ματθ. ι’ 22). Έχουμε γι’ αυτό το θέμα παράδειγμα τον Αβραάμ, ο οποίος, αν και ήταν νέος όταν προσεκλήθη από την Ασσυρία να πάει στην Παλαιστίνη, και είχε λάβει μάλιστα και υπόσχεση από το Θεό, πως θα πληθυνθεί το σπέρμα της γενιάς του όπως τ’ αστέρια τ’ ουρανού, είδε να πραγματοποιείται η παραπάνω υπόσχεση του Θεού μόλις στα εκατό χρόνια της ηλικίας του! Επίσης, και το παράδειγμα του Ισαάκ, ο οποίος παρακαλούσε τον Θεό να του χαρίσει τέκνα, αλλά η δέησή του εισακούστηκε μόλις ύστερα’ από είκοσι χρόνια!

Ο μέγας Βασίλειος σε συμβουλεύει: «μιμήσου, λοιπόν, και σύ, αδελφέ μου, αυτούς τους Πατριάρχες και την πίστη τους· και αν περάσει κ’ ένας χρόνος, τρίτος ή τέταρτος ή περισσότερα χρόνια δίχως να λάβεις το αίτημά σου, μην αφήνεις την προσευχή, αλλά να επιμένεις με πίστη, εργαζόμενος πάντα το αγαθό». Και ο αββάς Μακάριος προσθέτει: «όποιος δεν βλέπει να εισακούεται γρήγορα η δέησή του, αλλά ν’ αναβάλλεται από το Θεό, αυτός αισθάνεται πιο φλογερή την επιθυμία της προσευχής· και όσο πιο πολύ μακροθυμεί ο Θεός, δοκιμάζοντάς μας στον πόνο, τόσο πιο πολύ έντονα οφείλει ο προσευχόμενος να επιμένει, ζητώντας την δωρεά τού Θεού» (Σειρά στο Κατά Ματθαίον, κεφ. ζ’).
ς) και τελευταίον· όποιος θέλει να επιτύχει το αίτημα της προσευχής του, πρέπει πάντοτε να ευχαριστεί τον Θεό, είτε λάβει γρήγορα εκείνο που ζητά, είτε και αργότερα. Γι’ αυτό και ο απόστολος Παύλος μας λέγει: «τα αιτήματά σας να τ’ απευθύνετε στο Θεό με προσευχή και δέηση, που θα συνοδεύονται από ευχαριστία» (Φιλιπ. δ’ 6). Επειδή, πολλές φορές, ο Θεός δεν μας δίνει γρήγορα εκείνο που του ζητούμε, ή γιατί ξέρει πως θα χάσουμε αυτό που θα μας χαρίσει και, γι’ αυτόν το λόγο, θα τιμωρηθούμε περισσότερο, αφού αθετήσαμε το χάρισμά του και τη δωρεά του· ή, γιατί, γνωρίζοντας πως μόλις λάβουμε το αίτημά μας θα πάψουμε να προσευχόμαστε. Γι’ αυτό αναβάλλει το ζήτημα μας και δεν το πραγματοποιεί, θέλοντας και προνοώντας να τον παρακαλούμε πάντοτε και να βρισκόμαστε κοντά του με την προσευχή· ή, ακόμη, για να φανεί η πίστη και η αγάπη μας προς τον Θεό, ή και για άλλους λόγους που έχει ο Θεός, ακατανόητους βέβαια σ’ εμάς, αλλά δίκαιους, που αποβλέπουν πάντοτε προς το πνευματικό συμφέρον μας.

Τα βεβαιώνει όλα αυτά και ο βαθύς θεολόγος και πράγματι μέγας Βασίλειος, με όσα γράφει στο α’ κεφάλαιο των Ασκητικών του Διατάξεων, οπού συμπερασματικά μας λέγει: «Γνωρίζοντας, λοιπόν, όλα αυτά, είτε πιο γρήγορα εισακουστούμε και λάβουμε, είτε πιο αργά, ας παραμείνουμε πάντοτε με ευχαριστίες στον Κύριο, διότι όλα όσα κάνει ο Δεσπότης τα κάνει πάντοτε οικονομώντας τη δική μας σωτηρία· και να μην λιποψυχούμε, σταματώντας τις προσευχές και τις δεήσεις». Και τί λέω; είτε λάβουμε απ’ το Θεό, είτε δεν λάβουμε τα αιτήματά μας, εμείς πρέπει να τον ευχαριστούμε πάντοτε και να επιμένουμε κρούοντας τη θύρα του Θεού και ζητώντας πάλι και πάλι με την προσευχή μας· διότι μας αρκεί και τούτο το μέγα χάρισμα που λαβαίνουμε, δηλαδή το ότι αξιωνόμαστε να συνομιλούμε με τον ίδιο το Θεό και να παραμένουμε ενωμένοι μ’ Εκείνον όταν προσευχόμαστε.

Έτσι μας λέει και ο χρυσός κάλαμος του αγίου Ιωάννου, με κομψότητα και γλαφυρότητα, γράφοντας τα παρακάτω: «μεγάλο αγαθό η προσευχή, όταν γίνεται με διάνοια καθαρή και χαρούμενη, κι όταν μάθουμε τους εαυτούς μας να ευχαριστούν το Θεό πάντοτε: όχι μονάχα όταν λαβαίνουμε τα αιτήματα της προσευχής, μα κι όταν δεν τα λαβαίνουμε. Διότι, άλλοτε μεν μας δίνει κι άλλοτε δεν μας δίνει· ωστόσο, και στις δύο περιπτώσεις είσαι κερδισμένος, αφού είτε λάβεις είτε δεν λάβεις, ήδη έχεις λάβει και μη λαμβάνοντας· κι όταν επιτύχεις το ζητούμενο κι όταν δεν το πετύχεις· ήσουν τυχερός κι όταν δεν το πέτυχες, επειδή μερικές φορές το να μη λάβεις το αίτημά σου είναι επωφελέστερο· διότι, αν δεν ήταν προς το συμφέρον μας το να μην το λάβουμε, ο Θεός θα μας το έδινε οπωσδήποτε. Και το να μην πετυχαίνουμε κάτι, όταν καταλήγει προς το συμφέρον μας, είναι όντως επιτυχία» (Εις Ανδριάντας, λόγ. α΄· και Περί ευχής, τ. ζ’). Ανάλογα έγραψε και ο άγιος Ιωάννης, που μας παρέδωκε την ουράνια Κλίμακα: «να μη λες, πως περνάς πολλή ώρα στην προσευχή, δίχως να κατορθώσεις τίποτε, γιατί ήδη έχεις κάτι κατορθώσει· διότι, ποιό άλλο αγαθό θα μπορούσε να βρεθεί καλύτερο απ’ το να βρίσκεσαι κοντά στον Κύριο και να είσαι με την προσευχή εκεί, αδιαλείπτως περιμένοντας την ένωση μ’ Εκείνον;»
Αν, λοιπόν, αδελφοί και πατέρες, συμφωνείτε με όλα όσα είπαμε πιο πάνω, και προσφέρετε στον άγιο Θεό τις προσευχές που περιέχονται σε τούτο το βιβλίο εδώ, εγώ σας πληροφορώ πως θα πλουτίσετε τις ψυχές σας με πίστη ακλόνητη, με βέβαιη ελπίδα, με αγάπη ανόθευτη, με συγχώρεση των αμαρτημάτων, και θα έχετε την απαλλαγή των ορατών και των αοράτων κακών, την απόλαυση των αιτημάτων σας, τη λύτρωση από τους πειρασμούς των δαιμόνων και την επικοινωνία και ένωση με τον Θεό και τους Αγγέλους του· επειδή, κατά τον χαριτώνυμο και χρυσόστομο κήρυκα της προσευχής: «όταν αληθινά συνομιλούμε στην προσευχή με τον Θεό, τότε γινόμαστε ένα με τους Αγγέλους» (Λόγος Περί Προσευχής). Και μ’ ένα λόγο, θέλω να σας πω, ότι με τις θείες τούτες προσευχές θ’ απολαύσετε ένα σωρό αγαθά, μια απέραντη θάλασσα από θησαυρούς, πλήθος από καλά, ολόκληρη θημωνιά από αρετές, ατελείωτη σειρά χαρισμάτων και ώριμους καρπούς πνευματικής ωφελείας.
(Πηγή: fdathanasiou.wordpress.com)

Τα ασήμαντα. 

Θαυμάσια! είπε στον Μιχαήλ Άγγελο ένας φίλος του, για ένα άγαλμα που κατασκεύαζε. Όταν τον ξαναεπισκέφθηκε τον ερώτησε αν εργάσθηκε άλλο σ’ αυτό.

«Μάλιστα φίλε μου», απάντησε ο Μιχαήλ Άγγελος. Όλο αυτό το διάστημα έκαμα πολλή εργασία. Εγυάλισα αυτό το μέρος. Σ’ αυτή την πτυχή του ενδύματος έδωσα μεγαλύτερη φυσικότητα. Τα χείλη τα έκαμα εκφραστικώτερα και τα νεύρα του αριστερού χεριού ζωηρότερα.

«Αυτά όμως είναι ασήμαντα», είπεν ο επισκέπτης.

«Ναι, θα ήταν όλα αυτά ασήμαντα το καθένα χωριστά», είπε ο μεγάλος καλλιτέχνης.

«Αλλά όμως όλα αυτά τα μικρά θα κάμουν το άγαλμα τέλειο. Και η τελειότης δεν είναι ασήμαντο πράγμα».

(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο81)

Μια ευγενική μορφή
Ένας διάσημος γλύπτης, ανεβασμένος στην οροφή του πανυψήλου Γοτθικού Ναού όπου ηργάζετο, κατεπονείτο σκαλίζοντας τα μάρμαρα της στέγης. Κάποιος του είπε:

—«Γιατί κουράζεσαι; Αυτά δεν θα τα δη ποτέ κανείς»,

—«Αλλά τα βλέπει ο Θεός. Γι’ Αυτόν εργάζομαι», απάντησε αμέσως ο καλλιτέχνης.
Πόσο ωφέλιμη είναι αυτή η σκέψη για τον κάθε πιστό!
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο839)


Υπάρχουν δύο διαφορετικές ασκητικές τάσεις. 

Η μία εκφράζεται με τον διαλογισμό και κατά κάποιον τρόπο τη χαλάρωση, για την είσοδο του νου στον κόσμο της καθαρής σκέψεως.

Η οδός όμως του Χριστού είναι διαφορετική. Από τους δύο αυτούς δρόμους -τη χαλάρωση και την ένταση- η ένταση είναι ο δικός μας δρόμος. Στη μοναχική μας βιοτή δεν διδασκόμαστε να βρισκόμαστε σε κατάσταση χαλαρώσεως και να στοχαζόμαστε με τον νου. Όχι!

Αλλά είμαστε διαρκώς σε άκρα ένταση, σαν τεταμένη χορδή. Προσπαθήστε λοιπόν να διατηρείτε τη χορδή αυτή πάντοτε τεταμένη.

Στην προσευχή μας, όταν στεκόμαστε στην εκκλησία, όλοι οι μύες μας είναι τεταμένοι, και ταυτόχρονα η προσοχή μας. Η προσευχή μας λοιπόν δεν αποτελεί ανάπαυση απαθούς σκέψεως που ξεφεύγει από τα όρια των παθημάτων της γης. Όχι! Εμείς ζούμε τα παθήματα όλου του Αδάμ. Και αυτό είναι η ζωή μας.

Εξωτερικά η μοναχική ζωή φαίνεται ήσυχη. Μπορώ όμως να την παρομοιάσω με ηλεκτροφόρο καλώδιο υψηλής τάσεως, από το οποίο διέρχεται ενέργεια που κινεί τραίνα, εργοστάσια, θερμαίνει σπίτια. ωστόσο το μικρό πουλί μπορεί να κάθεται επάνω στο σύρμα αυτό. Έτσι και ο χριστιανός είναι παρόμοιο καλώδιο, επάνω στο οποίο μπορεί να καθίσει ένα πουλί, χωρίς να κινδυνεύσει.

Ταυτόχρονα όμως εμφορείται από τέτοια ενέργεια, που μπορεί πραγματικά να αναστατώσει όλο τον κόσμο. Συνεπώς, στη ζωή μας εξωτερικά δεν υπάρχει τίποτε το ιδιαίτερο, εσωτερικά όμως, με την ετοιμότητα για την υπακοή βρισκόμαστε ακατάπαυστα σε ένταση, αγωνιζόμενοι πώς να παραμείνουμε αμετακίνητοι στην αιώνια σκέψη του Θεού για τον άνθρωπο. Και αυτό είναι σπουδαίο, αποτελεί πραγματικά τη σχολή του μοναχισμού.

Με τη μικρή άσκηση της υπακοής ο άνθρωπος μεταβαίνει στο Άναρχο Είναι του Θεού μας, για το οποίο είναι αδύνατον να μιλήσουμε χρησιμοποιώντας τη λογική.

Διατηρήστε, λοιπόν, τη θέση αυτή: εξωτερικά τίποτε να μη φαίνεται, εσωτερικά όμως να υπάρχει ένταση στη ζωή μας.

Και τότε θα καταστούμε πιο εύθετοι για να εισέλθουμε στην αιώνια Βασιλεία του Χριστού.

(αρχιμανδρίτου Σωφρονίου Σαχάρωφ, Οικοδομώντας τον ναό του Θεού, τόμος Β, σελ. 41-42)

Ο σατανικώτερος λόγος.
Ο Σατανάς ερώτησε κάποτε τους δαίμονας

«Ποιός θέλει να πάη στη γη να καταστρέψη ψυχές;»

Προσεφέρθησαν πολλοί, είπαν τα μέσα που θα χρησιμοποιούσαν, αλλά δεν εθεωρήθησαν αποτελεσματικά.

Τέλος ένας είπε:

«Θα πάω εγώ. Θα τους πω πως υπάρχει Θεός και Χριστός Σωτήρ. Θα τους πω πως όλα αυτά είναι αληθινά, αλλά – πρόσθεσε με βλέμμα διαβολικό — θα τους πω πως έχουν ακόμη πολύ καιρό μπροστά τους».

— «Πήγαινε, είπε ο άρχων του σκότους, εσύ θα πετύχης».

Πράγματι, δεν υπάρχει σατανικώτερος λόγος από την αναβολή.

Από το «έχουμε καιρό…».


(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973 Νο598)

Σελίδα 1 από 8