Δικαιολογίες.
    Λέγουν μερικοί γονείς: «Προσπαθώ ν’ αποκτήσω πολλά, γιατί έχω παιδιά». Και για να αποκτήση πολλά, αναγκάζεται να μην αφήση αργία, ούτε Κυριακή πολλές φορές, και πλεονέκτης να γίνεται και το χέρι του σφικτό να είναι. Βλέπει άλλους να έχουν ανάγκη και αυτός πραγματοποιεί περιττά έξοδα και επικαλείται σαν δικαιολογία τα παιδιά.
Λέγει ο Μ. Βασίλειος (παρόμοια λέγει και ο ιερός Χρυσόστομος) σ’ εκείνους που προφασίζονται ότι δεν κάνουν ελεημοσύνη, διότι πρέπει ν’ αποκαταστήσουν τα παιδιά τους:

«Αδελφέ μου, όταν ζητούσες από τον Θεό να σου στείλη μια καλή γυναίκα, να κάνης οικογένεια, και να σου δώση και παιδιά, πρόσθετες: “δος μου γυναίκα και παιδιά για να παραβώ τους  νόμους Σου; Δος μου γυναίκα και παιδιά για να χάσω την Βασιλεία Σου;» . Έλεγες ποτέ: «δος μου παιδιά, για να μην κάνω ποτέ ελεημοσύνη στον διπλανό μου», έστω και αν εκείνος δεν έχη και εγώ έχω περίσσεια; Είπες ποτέ: «δος μου παιδιά και γυναίκα, για να μην πηγαίνω την Κυριακή στην Εκκλησία, για να δουλεύω και την Κυριακή;». Το πρόσθεσες ποτέ αυτό; Όχι. Απεναντίας έλεγες: «Θεέ μου, δος μου γυναίκα, για να με βοηθήση να είμαι καλύτερος χριστιανός από ό,τι είμαι τώρα. Δος μου γυναίκα για να μη κινδυνεύω να πέσω σε σαρκικές αμαρτίες» κ.ο.κ.. Τώρα γιατί προφασίζεσαι τις οικογενειακές ανάγκες για να αποφύγης την ελεημοσύνη;
    Κάποιοι πάλι λέγουν: «Εγώ παίρνω τριακόσιες χιλιάδες, έχω τρία ή τέσσερα παιδιά, δεν μου φθάνουν, δεν μου αρκούν να ζήσω».
    Μα, σου υπέγραψε κανείς συμβόλαιο ότι θα είναι τριακόσιες και όχι διακόσιες; Εάν, αντί τριακόσιες, ήταν διακόσιες; Να, ο άλλος παίρνει τριακόσιες πενήντα και λέγει το ίδιο. Και αν δεν ήταν 350, αλλά ήταν 330 ή 310, τι θα έκανες; Απλώς θα περιώριζες μερικές ανάγκες σου.

Ας καταλάβουμε ότι πρέπει ένα μέρος του εισοδήματός μας να το δίνουμε στους φτωχούς. Και να ξέρουμε πολύ καλά πως, ό,τι δίνουμε στα χέρια των ανθρώπων, θα το πάρουμε από τα χέρια του Θεού. Και όχι μόνον στην μέλλουσα ζωή, αλλά και στην παρούσα. Ένα δίνουμε; Εκατό στέλνει ο Θεός. Λέγει ο Κύριος ότι όποιος άφησε για Αυτόν τα πάντα, θα λάβη «εκατονταπλασίονα νυν εν τω καιρώ τούτω …και εν τω αιώνι τω ερχομένω ζωήν αιώνιον». 

Και ο Θεός είναι «πιστός» , δηλαδή αξιόπιστος , και δεν θα διαψευσθή ποτέ. Όταν ανοίγουμε το χέρι μας, ο Θεός μας πιστώνει με πολλές ευλογίες και στην παρούσα και στην μέλλουσα ζωή.

(Αρχιμ. ΕΠΙΦΑΝΙΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ, ΧΡΙΣΤΩ ΤΩ ΘΕΩ ΠΑΡΑΘΩΜΕΘΑ, εκδόσεις Ι. ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΥ ΚΕΧΑΡΙΤΩΜΕΝΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΤΡΟΙΖΗΝΟΣ, σελ. 68-70)


Θυμάμαι κάποιο λαϊκό παραμυθάκι, πολύ διδακτικό!

Ένας ήταν πολύ πλούσιος και στο άκρο του κτήματός του, σε μια καλυβούλα μέσα, έμενε ένας φτωχός οικογενειάρχης. Με κόπο τάβγαζε πέρα. Μεροκαματιάρης, δουλευτής· και είχε και πολλά παιδιά. Αλλ’ η χαρά βασίλευε μέσα σ’ αυτό το σπίτι.
Κάποτε αποφάσισε ο πλούσιος να βοηθήση τον φτωχό. Παίρνει, λοιπόν, ένα πουγγί γεμάτο χρυσά φλουριά και του το πηγαίνει. Κάθε βράδυ στου φτωχού το σπίτι, μετά το φαγητό, τα παιδιά τραγουδούσαν, γελούσαν και έπαιζαν. Εκείνο το βράδυ άκρα σιγή. Σιγή νεκροταφείου στο σπίτι του φτωχού.

Ο πλούσιος συνηθισμένος ν’ ακούη τις φωνές των παιδιών και τα γέλια και τα τραγούδια, παραξενεύθηκε· δεν άκουγε τίποτε. Έβαλε αυτί, περίμενε, περίμενε, περίμενε…
    Μετά από λίγο, αντί ν’ ακουσθούν τραγούδια, ακούσθηκαν φωνές, μαλώματα. Άρχισαν να γκρινιάζουν. Ο πατέρας έλεγε: «Μ’ αυτά ν’ αγοράσουμε ένα σπίτι μεγάλο, ευρύχωρο, δικό μας». Η μητέρα έλεγε: «Να τα φυλάξουμε για να παντρέψουμε τις κόρες».

Το μεγάλο απ’ τα παιδιά, που είχε μια βαρκούλα και ψάρευε, έλεγε: «Άστα να πάρω καΐκι, να βγάλω πολλά». Ο άλλος αδελφός, άλλα. Και μετά από λίγο ήλθαν στα χέρια. Οπότε λέγει ο πατέρας: «Σταθήτε … μια στιγμή και θα ησυχάσουμε».

Παίρνει το πουγγί, πηγαίνει στον πλούσιο και του λέγει: «Πάρτο, αδελφέ μου. Μούφερες τα λεφτά και έδιωξες την χαρά από το σπίτι μου. Μου αρκεί το μεροδούλι για να ζω την φαμίλια μου».

Και ξαναγύρισε ο φτωχός στο σπίτι του, και το άλλο βράδυ πάλι ακούσθηκαν οι χαρούμενες φωνές των παιδιών και τα τραγούδια.
Πολλές φορές, ο πλούτος, με τις μέριμνες και την αγωνία, παίρνει και αυτή την χαρά της ζωής, την οποία νομίζουν ότι έχουν οι πλούσιοι.

(Αρχιμ. ΕΠΙΦΑΝΙΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ, ΧΡΙΣΤΩ ΤΩ ΘΕΩ ΠΑΡΑΘΩΜΕΘΑ, εκδόσεις Ι. ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΥ ΚΕΧΑΡΙΤΩΜΕΝΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΤΡΟΙΖΗΝΟΣ, σελ. 43-44)

Το παράδοξο των καιρών μας είναι ότι:

Ενώ έχουμε οικοδομήσει ουρανοξύστες, η διάθεσή μας είναι χαμηλή, όσο ένα μονόροφο σπίτι.

Ενώ έχουμε κατασκευάσει δρόμους ταχείας κυκλοφορίας, οι αντιλήψεις μας είναι

πιο στενές κι από ένα σοκάκι.

Ενώ καταναλώνουμε περισσότερα, διαθέτουμε λιγότερα.

Ενώ αγοράζουμε περισσότερα, τα’ απολαμβάνουμε λιγότερο.

Ενώ έχουμε μεγαλύτερα σπίτια, οι οικογένειές μας είναι μικρότερες.

Ενώ έχουμε στη διάθεσή μας περισσότερες ευκολίες, ο ελεύθερος χρόνος μας είναι

ανύπαρκτος.

Ενώ υπάρχουν περισσότεροι ειδικοί, τα προβλήματά μας είναι περισσότερα.

Ξενυχτάμε για να χαλαρώσουμε, αλλά το πρωί ξυπνάμε πιο κουρασμένοι.

Δεν έχουμε χρόνο για διάβασμα, αλλά αρκετό για την τηλεόραση.

Έχουμε μάθει πώς να επιβιώνουμε, αλλά όχι να ζούμε.

Προσθέσαμε χρόνια στη ζωή μας, αλλά όχι ζωή στα χρόνια μας.

Πήγαμε- ήρθαμε στο φεγγάρι, αλλά δεν μπορούμε να διασχίσουμε το δρόμο για να

συναντήσουμε το νέο γείτονά μας.

Κατακτήσαμε το διάστημα, αλλά δεν έχουμε καταφέρει να κατακτήσουμε τον εαυτό μας.

Προσπαθούμε να καθαρίσουμε την ατμόσφαιρα, αλλά δηλητηριάζουμε την ψυχή μας.

Βρισκόμαστε στην εποχή των γρήγορων τροφών, αλλά και της αργής χώνευσής τους.

Είμαστε μεγαλόσωμοι, αλλά μικρόσωμοι στην προσωπικότητα.

Ζούμε την εποχή των δύο μισθών, αλλά περισσοτέρων διαζυγίων.

Έχουμε πολυτελή σπίτια, αλλά διαλυμένα σπιτικά.

 

George Carlin αμερικανός κωμικός.   Αναζητώντας την αγιότητα  Σωτ. Κόλλια  σελ. 135- 136. εκδόσεις Γρηγόρη.

"πενομένων τροφή"
Η έλλειψις της τροφής είναι το βασικό χαρακτηριστικό του φτωχού. Ο λιμός για το καθημερινό ψωμί. Όσοι από εμάς ζήσαμε την Κατοχή 1941-44 ξέρομε τι θα πή πείνα για ψωμί. Για ένα κομμάτι ψωμί...

Το πρόβλημα του ψωμιού έχει ίσως ξεπερασθή σήμερα. Η αγωνία όμως για την επιβίωσι συνέχει ακόμα πολλούς ομοεθνείς μας και δισεκατομμύρια ανθρώπους σ' όλο τον κόσμο, τα 2/3 της ανθρωπότητας!
Οι πεινασμένοι, όσοι στερούνται το ψωμί βρίσκονται κάτω από τη σκέπη της Παναγίας . Άπειρα είναι τα θαύματά της που αναφέρονται στη διατροφή φτωχών και πεινασμένων ανθρώπων.
Όταν είμαστε παιδιά και ζητούσαμε ψωμί, ο πατέρας μου συνήθιζε να απαγγέλη το παλαιό μα ωραίο εκείνο ποιηματάκι:
"Χριστέ, δεν έχομε ψωμί στο σπίτι μας και κλαίμε
ιδές το καλαθάκι μας, άν ψέματα σου λέμε"!

Μικρό παιδί ο πατέρας μου είχε στερηθή το ψωμί και είχε γνωρίσει την πείνα και τη φτώχεια. Χάρις όμως στην προστασία της Παναγίας, το πατρικό μου σπίτι "επερίσσευεν άρτων" (πρβλ. Λουκ. ιε' 17). Όλες οι παλαιότερες γενεές που γνώρισαν την αγωνία για τον "επιούσιο" έχουν πολλά να διηγηθούν για τη θαυμαστή διατροφή τους από το Θεό Πατέρα.

Η σημερινή χορτασμένη γενεά δεν αποδεχέται εύκολα την μαρτυρία αυτή των παλαιοτέρων, όπως και οι νεώτερες γενεές των Ισραηλιτών δεν αποδέχονταν τις θαυμαστές επεμβάσεις του Θεού στην ιστορία του έθνους των. Γι' αυτό ό,τι είπε ο Μωϋσής για τη γενεά εκείνη, ισχύει προφητικά και για τη σημερινή:

"Έφαγε...και ενεπλήσθη και απελάκτισε (κλώτσησε) ο ηγαπημένος (=η αγαπημένη νέα γενιά) - ελιπάνθη, επαχύνθη, επλατύνθη και εγκατέλειπε τον Θεόν" (Δευτ. λβ' 15).
Από το άλλο μέρος, έχει δίκιο ο λαός που λέει: "Ο χορτάτος δεν μπορεί να καταλάβη τον πεινασμένο"! Ευτυχώς όμως που για τους φτωχούς υπάρχει ο Θεός και η σκέπη της Παναγίας.

Και αν όλοι τους εγκαταλείψουν ο Ουράνιος Πατέρας δεν θα τους εγκαταλείψη, κατά την αδιάψευστη μαρτυρία της Γραφής: "σοι εγκαταλέλειπται (=στην προστασία σου έχει εγκαταλειφθή) ο πτωχός, ορφανώ συ ήσθα βοηθός" (Ψαλμ. 9,35)


(ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΑΧΕΛΩΟΥ-ΕΥΘΜΙΟΥ Κ. ΣΤΥΛΙΟΥ. "Η ΠΡΩΤΗ-ΘΕΟΜΗΤΟΡΙΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ". εκδόσεις ΓΡΗΓΟΡΗ, σελ. 286-287)


Ένα περιστατικὸ απὸ τη ζωὴ του Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς. Του μεγάλου αυτού Σέρβου Θεολόγου και προσφάτως αναγνωρισθέντος Αγίου της Εκκλησίας, που γνώριζε Ελληνικά.

Πρέπει να ήταν το έτος 1929, δηλαδὴ όταν ο Άγιος ήταν σε ηλικία 35 ετών. Ήταν καλοκαίρι, και ξεκίνησε απὸ το Βράνιε με προορισμὸ το Μοναστήρι του Αγίου Προχόρου. Πήγαινε συχνὰ στο Μοναστήρι αυτό, με το οποίο και είχε ιδιαίτερο σύνδεσμο, γιατὶ είχε μεγάλη αγάπη στον Άγιο Πρόχορο. Ήταν ήδη Καθηγητὴς Πανεπιστημίου στη Θεολογικὴ Σχολὴ στο Βελιγράδι.

Ο δρόμος μέχρι το Μοναστήρι ήταν δύσβατος και γι' αυτὸ αρκετὰ κουραστικός. Ο Άγιος, για να υπερνικά αυτὲς τις δυσκολίες, χρησιμοποιούσε κάποιο απλὸ αυτοκίνητο, για να διασχίσει τον βουνήσιο δρόμο, που οδηγούσε στο Μοναστήρι.

Σε μιὰ λοιπὸν τέτοια επίσκεψή του συνάντησε στο δρόμο του, μιὰ γερόντισσα, κι αμέσως κατάλαβε ότι κι αυτὴ κατευθυνόταν με τα πόδια προς το Μοναστήρι. Τότε ο Άγιος έκανε νόημα στον οδηγὸ να σταματήσει και προσκάλεσε τη γριούλα να ανέβει στο αυτοκίνητο, γιατί, όπως της εξήγησε, κι εκείνος πήγαινε όπου και αυτή.
- Σ' ευχαριστώ, παιδί μου, του απάντησε η γριούλα, αλλὰ εγὼ είμαι φτωχή.
Ο Άγιος τότε της χαμογέλασε και τη διαβεβαίωσε ότι δεν θα πλήρωνε τίποτε, μιὰ και το αυτοκίνητο ήταν νοικιασμένο απὸ εκείνον.
Τότε η γερόντισσα, του είπε:
- Δεν το 'πα γι' αυτό, παιδί μου. Αλλὰ επειδὴ εγὼ είμαι φτωχή, δεν έχω τίποτα άλλο να προσφέρω στον Άγιο, πέρα απὸ τον κόπο μου αυτό.
Τότε ο Άγιος χτύπησε μεμιάς το μέτωπό του ως ένδειξη κατάπληκτου θαυμασμού και μονολόγησε:
- Αχ, Ιουστίνε, έγινες Καθηγητὴς Θεολογίας, κι όμως! Την ευσέβεια αυτής της γερόντισσας απέχεις πολὺ, για να τη φτάσεις..

Στράφηκε τότε και πάλι στον οδηγό. Τον πλήρωσε, κατέβηκε απὸ το αυτοκίνητο και συνέχισε πεζὸς μαζὶ με τη γριούλα, τον υπόλοιπο δρόμο έως το Μοναστήρι.

https://proskynitis.blogspot.gr/2017/06/blog-post_13.html

Καθ’ όσον η ψυχή του παιδιού είναι καθαρή από όλα τα πάθη.

Δεν είναι μνησίκακον έναντι εκείνων που το έχουν λυπήσει, αλλ’ ως φίλος τους πλησιάζει, ωσάν να μη συνέβη τίποτε.

Και όσον ξύλον και αν φάγη από την μητέρα του, ζητεί αυτήν και την προτιμά από όλους. Και αν ακόμη του δείξης μιαν βασίλισσαν με το στέμμα της, δεν την θέτει επάνω από την μητέρα του που φορεί κουρελιασμένα ενδύματα, αλλά θα επροτιμούσε πολύ περισσότερον να ιδή την μητέρα του με κουρελιασμένα ενδύματα, παρά την βασίλισσαν με τα λαμπρά στολίδια της.

Διότι γνωρίζει να διακρίνη το ιδικόν του και το ξένον όχι με την πτωχείαν και τον πλούτον, αλλά με την αγάπην.

Και τίποτε επί πλέον δεν ζητεί από τα αναγκαία, αλλά τόσον μόνον όσον να χορτάση με το γάλα του μαστού και μετά αφήνει και την θηλήν.

Το παιδί δεν λυπείται δι’ εκείνα που λυπούμεθα ημείς, όπως επί παραδείγματι δια την ζημίαν από τα χρήματα και δι’ όλα τα παρόμοια. Ούτε πάλιν χαίρεται δι’  όσα χαιρόμεθα ημείς, δι’ όλα αυτά τα φθαρτά πράγματα.

Δεν κατακυριεύεται από σφοδρόν παθος δια τα κάλλη των σωμάτων. Δια τούτο και ο Κύριος έλεγεν, «διότι η βασιλεία των ουρανών ανήκει εις αυτούς που θα γίνουν όμοιοι με αυτά», ώστε να πράττωμεν με την προαίρεσίν μας αυτά που τα παιδιά τα έχουν από την φύσιν των.

(Ιωάννου Χρυσοστόμου, εκδ. ΕΠΕ, τόμος 11Α, σελ. 196, Εις Ματθαίον ομιλία ΞΒ 4)

ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ
 
μια γυναίκα φρόντιζε τον κήπο του σπιτιού της, όταν ξαφνικά βλέπει τρεις γέροντες, φορτωμένους με τις εμπειρίες της ζωής, να την πλησιάζουν στην είσοδο του σπιτιού. Παρόλο που δεν τους γνώριζε, τους είπε: Δεν σας γνωρίζω, όμως πρέπει να πεινάτε. Περάστε, αν θέλετε, να φάτε κάτι.
 
Αυτοί την ρωτάνε: Ο άντρας σου είναι στο σπίτι; Όχι δεν είναι εδώ, απάντησε εκείνη. Τότε δεν μπορούμε να έρθουμε, της λένε οι γέροντες. Όταν επέστρεψε ο σύζυγος, η γυναίκα του περίγραψε το περιστατικό. Ας έρθουν, τώρα που επέστρεψα!
 
Η γυναίκα βγαίνει έξω να προσκαλέσει ξανά τους γέροντες στο τραπέζι, μιας και ήταν ακόμη εκεί. Δεν μπορούμε να έρθουμε όλοι, της λένε οι τρεις γέροντες.
 
Η γυναίκα, έκπληκτη, τους ρωτά γιατί!
 

Ο πρώτος, λοιπόν, από τους τρεις της εξηγά ξεκινώντας να της συστήνεται: Είμαι ο Πλούτος, της λέει.
 
Της συστήνει, μετά, τον δεύτερο που είναι η Ευτυχία.
 
Και, τέλος, τον τρίτο που είναι η Αγάπη.
 
Τώρα, της λένε, πήγαινε στον άνδρα σου και διαλέξτε ποιος από τους τρεις μας θα έρθει να φάει μαζί σας.
 
Η γυναίκα επιστρέφει στο σπίτι και διηγείται στον άντρα της αυτά που της είπαν οι γέροντες.
Ο άνδρας ενθουσιάζεται και λέει: Τι τυχεροί που είμαστε! Να έρθει ο Πλούτος!
 
Έτσι θα έχουμε όλα όσα επιθυμούμε! Η σύζυγος του όμως δεν συμφωνούσε: Και γιατί να μην έχουμε τη χαρά της Ευτυχίας; Η κόρη τους που άκουγε από μια γωνιά, τότε, τους λέει: Δε θα ταν καλύτερα να καλούσαμε την Αγάπη;
 
Το σπίτι μας θα είναι πάντα γεμάτο αγάπη! Ας ακούσουμε αυτό που λέει η κόρη μας, λέει ο σύζυγος στη γυναίκα του.Πήγαινε έξω και πες στην Αγάπη να περάσει στο σπιτικό μας.
 
Η γυναίκα βγαίνει έξω και ρωτά: Ποιος από εσάς είναι η Αγάπη; Ας έρθει να δειπνήσει μαζί μας.
 
Η Αγάπη τότε ξεκινά να προχωρά προς το σπίτι και οι δύο άλλοι να τον ακολουθούν! Έκπληκτη η γυναίκα, ρωτά τον Πλούτο και την Ευτυχία: Εγώ κάλεσα μόνο την Αγάπη. Γιατί έρχεστε κι εσείς;
 
Και απαντούν κι οι τρεις γέροντες μαζί: Αν είχες καλέσει τον Πλούτο ή την Ευτυχία, οι άλλοι δύο θα έμεναν απέξω. Τώρα όμως που κάλεσες την Αγάπη, όπου πάει η Αγάπη, πάμε κι εμείς μαζί της!

 

neom

Δεν ξέρω ποιοι είναι, αλλά σίγουρα υπάρχουν. Είναι οι άνθρωποι που βλέπουν κομμάτια της ζωής τους να καταρρέουν –χάνουν τη δουλειά τους, το σπίτι τους, πεινούν, εγκαταλείπονται πιθανόν κι από την οικογένειά τους, θύματα ενός ανελέητου και απάνθρωπου διεθνούς παιχνιδιού– και, παρ’ όλα αυτά, συνεχίζουν να διατηρούν στην καρδιά τους εμπιστοσύνη στο Θεό και αγάπη για το συνάνθρωπο!

Οι άνθρωποι αυτοί είναι γνήσιοι πνευματικοί αγωνιστές. Η ζωή τους, ακόμα κι αν πηγαίνουν φυλακή για χρέη, ακόμα κι αν ψάχνουν για φαγητό στα σκουπίδια (στα δικά μου σκουπίδια, που κάνω πως δεν τους ξέρω, αφού ακόμη μου μένουν κατά καιρούς κάποια υπολείμματα και τα πετάω), έχει μια ποιότητα, διαμορφωμένη από τη θεία χάρη, που κατοικεί μέσα τους. Πονούν, αλλά δίπλα στον πόνο τους υπάρχει γαλήνη, αγάπη, ελπίδα και χαρά. Μια παράξενη χαρά, από το πλησίασμά τους στο Χριστό – πλησίασμα που οφείλεται ακριβώς στο ότι σηκώνουν το σταυρό τους με πίστη κι αγάπη, όπως είχε κάνει κι Εκείνος.

Η ζωή ενός ανθρώπου που ζει μέσα στη θεία χάρη είναι πιο χαρούμενη και ελεύθερη από τη ζωή κάποιου που ζει μέσα στα λεφτά ή στην ασφάλεια του σπιτιού του ή της επιτυχημένης καριέρας του.

Η ποιοτική ψυχή τους, και η ποιοτική ζωή τους, έχει θετικό αντίχτυπο στην αιωνιότητα. Όμως, χωρίς να το επιδιώκουν, επηρεάζει θετικά και τους συνανθρώπους, με τους οποίους έρχονται σε επαφή.

Ίσως δεν ξέρετε πως υπάρχουν κάποιοι άγιοι που επιλέγουν να ζουν ως άστεγοι και να τρέφονται ελάχιστα από ελεημοσύνες, παριστάνοντας τους τρελούς, για να μην καταλαβαίνουν οι άνθρωποι πως είναι άγιοι και να μην τους τιμούν. Στη γλώσσα της Ορθοδοξίας, ονομάζονται «σαλοί διά Χριστόν» (=τρελοί, εξαιτίας του Χριστού, τον οποίο υπεραγαπούν). Είναι η μόνη περίπτωση ορθόδοξων ασκητών που ζητιανεύουν (εκτός από τις περιπτώσεις εράνου λόγω μιας καταστροφής ή μιας μεγαλύτερης ανάγκης), αλλά κι εκείνοι ανταποδίδουν την προσφορά, προσευχόμενοι ειλικρινά και αποτελεσματικά για όλο τον κόσμο.

Αυτοί λοιπόν οι άστεγοι, κουρελήδες, περιθωριακοί, με την αγιότητά τους δίνουν ποιότητα στον τόπου όπου ζουν. Και η ποιότητα αυτή, που ξεκινάει από μέσα τους, τους συνοδεύει αιώνια, και εδώ και στον ουρανό.

 

 tarso

Σαλοί άγιοι υπάρχουν και σήμερα. Η Γερόντισσα Ταρσώ στην Κερατέα Αττικής κοιμήθηκε το 1980. Η Στέλλα, το «Σπουργιτάκι του Θεού», που ζούσε στο κέντρο της Αθήνας, σκοτώθηκε από αυτοκίνητο το 2005… Γενικά, δεν ξέρω αν ο «τρελός» που συναντάω στο δρόμο είναι «γνήσιος» τρελός ή άγιος – και, υπόψιν, η συμπεριφορά μου απέναντί του είναι ένα είδος εξετάσεων μπροστά στο Θεό. Να εδώ άλλος ένας, άγνωστος (ίσως γείτονάς σου), που δε φοβάται την οικονομική κρίση!

Αυτό σημαίνει ότι και δίπλα στο σκουπιδοτενεκέ της κοινωνίας μπορεί ν’ αγιάσεις.Και, επειδή πάντα υπάρχουν αγνοί άνθρωποι, αληθινοί χριστιανοί, με τον άδολο τρόπο της γιαγιάς μας, είμαι βέβαιος πως και ανάμεσα στα θύματα της οικονομικής κρίσης υπάρχουν κάποιοι, άγνωστοι, που αγιάζονται σηκώνοντας το σταυρό τους με πίστη κι αγάπη. Αυτοί δεν είναι μόνο «νεόπτωχοι», όπως τους χαρακτηρίζουν οι αναλυτες. Είναι νεομάρτυρες, σαν τους νεομάρτυρες της Τουρκοκρατίας και των αθεϊστικών καθεστώτων της ανατολικής Ευρώπης: υποφέρουν, αλλά αντιστέκονται στο μικρόβιο που καταστρέφει την πίστη και την αγάπη.

Οι άνθρωποι αυτοί, ωστόσο, διαφέρουν από εκείνους που κραυγάζουν πως πρέπει να στηθούν κρεμάλες για εκείνους που μας πήραν τα λεφτά απ’ την τσέπη. Διαφέρουν από εκείνους που μισούν τους ενόχους. Και μοιάζουν στ’ αλήθεια «τρελοί», γιατί συγχωρούν τους ενόχους, όπως τους συγχωρούν και οι άγιοι. Ακόμα κι όταν αγωνίζονται για τα δικαιώματα του πλησίον ή για την ανόρθωση της κοινωνίας, δεν το κάνουν με μίσος και διάθεση εκδίκησης (ή ανελέητης «δικαιοσύνης»), αλλά με αγάπη.

Ίσως είσαι κι εσύ ένας απ’ αυτούς. Ή ίσως να θέλεις να γίνεις ένας απ’ αυτούς. Μη χάνεις το θάρρος και την ελπίδα σου. Ο Χριστός δε δίνει πάντα αυτό που του ζητάμε, αλλά συχνά αυτό που Εκείνος ξέρει ότι μας χρειάζεται. Αλλά είναι πιο κοντά μας απ’ ό,τι είναι η καρδιά μας.

Δηλαδή τι λέω; Να σταματήσουν οι αγώνες; Όχι φυσικά, αλλά να ξέρουμε πως δε ζούμε μόνο με ψωμί, αλλά και με Χριστό. Κι αν έχω καταστραφεί οικονομικά, κι αν είμαι στη φυλακή, αλλά έχω το Χριστό, είμαι ελεύθερος. Κι αν δεν έχω να φάω, αλλά έχω το Χριστό, ο Χριστός θα με θρέψει. Αν δεν έχω ούτε το Χριστό, τότε είμαι πραγματικά πεινασμένος, απελπισμένος, οργισμένος κι αξιοθρήνητος. Αυτό το ξέρουν οι Ορθόδοξοι της Αφρικής, που είναι πολλοί και θερμοί, και τώρα το μαθαίνουμε κι εμείς, αλλά ακόμα αντιστεκόμαστε γιατί θέλουμε μόνο τα μεροκάματά μας, όχι το Χριστό. Και τα δικαιούμαστε, αλλά χωρίς το Χριστό συχνά γεμίζουμε την ψυχή μας απελπισία, οργή και μίσος, δηλ. αυτά ακριβώς που ο Χριστός, στο Ευαγγέλιο, ζήτησε να αποφεύγουμε.

Ως μάρτυρες λογίζονται από τους αγίους και οι άνθρωποι που υποφέρουν μια οδυνηρή ασθένεια με πίστη κι αγάπη, καθώς κι εκείνοι που τους φροντίζουν, χωρίς να χάσουν την εμπιστοσύνη τους στο Θεό και την αγάπη τους στο συνάνθρωπο. «Σήμερα, που δε γίνονται διωγμοί» έλεγε ο γέροντας Παΐσιος, «ο καρκίνος γεμίζει τον παράδεισο» (παρόλο που γίνονται και διωγμοί, ιδίως σε μουσουλμανικές χώρες).

Μια τελευταία παρατήρηση. Για ν’ αντέξει κάποιος τα βάσανα της ζωής μένοντας πιστός και καλός, χρειάζεται οπωσδήποτε τη στήριξή μου, τη στήριξη του διπλανού του. Όχι απαραίτητα τα λεφτά μου. Σίγουρα όμως την αγάπη μου, το χαμόγελό μου, την προσευχή μου. Γι’ αυτό λεγόμαστε «Εκκλησία» (δηλ. «συγκέντρωση», συνάντηση) και δεν είμαστε απομονωμένοι κι αποκομμένοι ο ένας απ’ τον άλλον – δυστυχώς όμως καταντήσαμε έτσι. Και χρειάζεται επίσης και τη βοήθεια του Θεού. Και η βοήθεια αυτή έρχεται με τα μέσα που μας έχουν διδάξει οι γιαγιάδες μας και οι άγιοι της Εκκλησίας μας: με την προσευχή, την εξομολόγηση, τη θεία μετάληψη, τον εκκλησιασμό (δηλ. το να πηγαίνουμε στην εκκλησία και να στεκόμαστε δίπλα στο συνάνθρωπο), τη νηστεία – όταν φυσικά γίνονται γι’ αυτό το σκοπό κι όχι εθιμοτυπικά ή υποκριτικά.

ΠΗΓΗ/ΑΝΤΙΓΡΑΦΗ: http://vardavas.blogspot.gr/2012/02/blog-post_4015.html

 

 

(ομιλία π. Νικολάου Πουλάδα στον Εσπερινό του Απ. Παύλου στις 28-6-2013 στο Παλαιό Φάληρο χοροστατούντος του Σεβ. Μητροπολίτου μας κ. Συμεών)

Σεβασμιώτατε, σεβαστοί πατέρες, αγαπητοί αδελφοί, σήμερα εορτάζει ένας από τους πιο φτωχούς κατά κόσμον αλλά τόσο πλούσιος κατά Θεόν . Ο απόστολος Παύλος δίνει την πιο ωραία περιγραφή για τον εαυτό του: Είμαστε, λέει, εμείς οι Απόστολοι «ὡς πτωχοὶ πολλοὺς δὲ πλουτίζοντες, ὡς μηδὲν ἔχοντες καὶ πάντα κατέχοντες» (Β. Κορ. 6,10). Στον σημερινό κόσμο που φοβάται μήπως φτωχύνει και χάσει αυτά που νομίζει ότι «κατέχει» έρχεται ο Παύλος και μας μιλά για έναν άλλο πλούτο που πρέπει να επιζητούμε. Μας φανερώνει τον αληθινό πλούτο και την αληθινή φτώχεια, αυτήν της ψυχής.

Α. Ο πτωχός κατά κόσμον Παύλος, «ὡς πτωχοὶ …».
Εφάρμοσε την εντολή του Κυρίου στους Αποστόλους «μὴ κτήσησθε χρυσὸν μηδὲ ἄργυρον μηδὲ χαλκὸν εἰς τὰς ζώνας ὑμῶν…» (Ματθ. 10,8). Δεν είχε περιουσία, ούτε σπίτια, ούτε αμάξια, ούτε καταθέσεις σε τράπεζες, ούτε μισθούς και συντάξεις. Δεν είχε σχεδόν τίποτα, ήταν ο μηδέν έχων. Ασκώντας το επάγγελμα του σκηνοποιού έβγαζε τα προς το ζην. Δεν είχε επίσης ανέσεις, απολαύσεις και σαρκικές ηδονές. Τόσο φτωχός για την δική μας κοσμική λογική. Είχε τα απολύτως απαραίτητα υλικά αγαθά. Έλεγε με καύχηση δίνοντάς μας τον ορισμό για την μεγάλη αρετή της χριστιανικής αυτάρκειας που για μας βεβαίως ταυτίζεται με την ολιγάρκεια «ἔχοντες δὲ διατροφὰς καὶ σκεπάσματα, τούτοις ἀρκεσθησόμεθα». (Α Τιμ. 6,8). Αν έχουμε τροφές και σκεπάσματα, ας αρκεστούμε σε αυτά. Πρότυπο ολιγάρκειας στη σύγχρονη καταναλωτική μανία μας. Ασφαλώς και αυτός αν περιδιάβαινε τις αγορές και τα πολυκαταστήματά μας με τα χιλιάδες χρήσιμα και άχρηστα είδη και προϊόντα θα αναφωνούσε σαν τον αρχαίο σοφό που βλέποντας τόσα και τόσα πράγματα σε ένα παζάρι, είπε στο μαθητή του «Δόξα να χει ο Θεός! Κοίταξε εδώ ένα σωρό πράγματα που δεν τα έχω ανάγκη…». Δεν τα έχω ανάγκη! Μάλλον θα μας έλεγε και ο Παύλος: Καλά, τι τα θέλετε όλα αυτά;…

Β. Ο Παύλος κατέχει όμως τα πάντα, «και πάντα κατέχοντες» γιατί κατέχει το Χριστό!
Κατέχει τα πάντα διότι κατέχει αυτόν που κατέχει τα πάντα, τον Παντοκράτορα. Αν ο Κύριος είπε ότι «χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν» (Ιω. 15,5) άρα μετ’ εμού δύνασθε τα πάντα! επομένως με Εκείνον ο Παύλος είχε τα πάντα και μπορούσε τα πάντα. «Πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντί με Χριστῷ» (Φιλιπ. 4,13).
Κατείχε τα πάντα διότι είχε την αγάπη του Χριστού σε αυτόν. Ήξερε πόσο πολύ ο Χριστός τον αγαπούσε. Αυτήν την αγάπη κανείς δεν μπορούσε να του την πάρει. «τίς ἡμᾶς χωρίσει ἀπὸ τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ; θλῖψις ἢ στενοχωρία ἢ διωγμὸς ἢ λιμὸς ἢ γυμνότης ἢ κίνδυνος ἢ μάχαιρα;».
Είχε την δική του αγάπη προς το Χριστό για την οποία έλεγε «Ἐμοὶ γὰρ τὸ ζῆν Χριστὸς καὶ τὸ ἀποθανεῖν κέρδος» (Φιλιπ. 1,21) και «τὰ πάντα ἐζημιώθην, καὶ ἡγοῦμαι σκύβαλα εἶναι ἵνα Χριστὸν κερδήσω» (Φιλιπ. 3,8). Όλα τα θεωρώ σκουπίδια. Είχε Αυτόν, αυτή τη μονάδα που δίνει την αξία σε όλα τα μηδενικά. Είχε μέσα του Αυτόν που είπε ότι είναι η οδός, η αλήθεια, η ζωή. Αφού κατείχε το Χριστό κατείχε τα πάντα, άρα δεν τον μάγευε η υλη, τα υλικά, τα πράγματα. Όπως λέει ο όσιος Ιωάννης της Κλίμακος «Εκείνος που γεύτηκε τα ουράνια, εύκολα περιφρονεί τα επίγεια, ενώ εκείνος που δεν τα γεύτηκε εκείνα, νοιώθει αγαλλίαση για τα επίγεια υπάρχοντα του» (εκδ. ΕΠΕ Κλίμαξ σελ. 311) ή θα προσθέταμε εμείς νιώθει και υπερβολικό άγχος και κατάθλιψη και φόβο όταν κινδυνεύει να χάσει ή να του ελαττωθούν κάπως  αυτά τα υπάρχοντα. Για αυτό και είναι ικανός, αφού δεν κατέχει το Χριστό, να τινάξει τα μυαλά του στον αέρα ή να απαγχονιστεί μιας και έχασε τα «πάντα» που νόμιζε ότι κατείχε.
Οι σύγχρονοι άνθρωποι, πολλές φορές είναι το ακριβώς αντίθετο με τον Παύλο. Έχουν τα πάντα αλλά δεν κατέχουν τίποτα. Δεν κατέχουν το Χριστό και την πίστη. Όλα όσα έχουν συχνά τα χάνουν, τους ξεγλιστράνε από τη μία στιγμή στην άλλη. «Πλούσιοι επτώχευσαν και επείνασαν…» λέει αιώνες η Εκκλησία μας.  Πόσο συχνά το βλέπουμε αυτό στις ημέρες μας.

Γ. Ο Παύλος κατέχει τα πάντα, διότι κατέχει την Αρετή.
Η Αρετή είναι ο μέγας θησαυρός μας. Ο Παύλος έχει ένα τεράστιο θησαυροφυλάκιο αόρατο στα μάτια και τη λογική του κόσμου. Είναι η ψυχή και η καρδιά του. Εκεί είναι ο μέγας πλούτος του. Τον περιγράφει ο Ιησούς «ὁ ἀγαθὸς ἄνθρωπος ἐκ τοῦ ἀγαθοῦ θησαυροῦ ἐκβάλλει ἀγαθά» (Ματθ. 12,35). Βλέπετε ο Κύριος μιλά για θησαυρό, δηλαδή την καρδιά μας. Από αυτόν τον θησαυρό ο Παύλος έβγαζε κάθε μέρα όλα τα διαμάντια και τα μαργαριτάρια του. Διαμάντια είναι στην ορθόδοξη πνευματική ζωή οι αρετές. Αυτές είναι οι πολύτιμοι λίθοι μας. Αν δεν έχουμε αρετές είμαστε ζητιάνοι, ρακένδυτοι, γυμνοί πνευματικά, έστω και αν έχουμε εκατομμύρια ευρώ.
Είναι οι καρποί του Αγίου Πνεύματος. «ὁ δὲ καρπὸς τοῦ Πνεύματός ἐστιν ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθωσύνη, πίστις, πρᾳότης, ἐγκράτεια» (Γαλατ. 5. 22,23).
Πώς να μην είναι πάμπλουτος ο Παύλος ένας άνθρωπος που είχε μία τέτοια εκπληκτική συγκομιδή καρπών πνευματικών; Τι να τα κάνει τα υλικά όταν έχει μια τέτοια ψυχή; Καλά έλεγε ο φιλόσοφος Επίκτητος «Θα ευεργετήσεις σε μεγάλο βαθμό την πόλη, αν δεν υψώσεις τους ορόφους, αλλά αναπτύξεις και εξυψώσεις τις ψυχές. Γιατί είναι καλύτερο σε μικρά σπιτάκια να κατοικούν μεγάλες ψυχές παρά να φωλιάζουν σε μέγαρα ποταπά ανδράποδα» (Επίκτητος Ανθολ. Στοβαίου, ΜΣΤ,81). Εγώ, θα μας έλεγε ο Παύλος είμαι τόσο πλούσιος που έχω το πιο ευρύχωρο σπίτι, το πιο μεγάλο και πολυτελές μέγαρο, την καρδιά μου! Είναι τόσο μεγάλη και πλατειά και ευρύχωρη που χωράτε εκεί μέσα όλοι σας «ἡ καρδία ἡμῶν πεπλάτυνται· οὐ στενοχωρεῖσθε ἐν ἡμῖν» (Β Κορ. 6 11-12).Τέτοια ευρύχωρη καρδιά ποιός πλούσιος έχει; Η αληθινή φτώχεια, η χειρότερη φτώχεια είναι το να είναι κανείς όχι ανοιχτόκαρδος σαν τον Παύλο, αλλά στενόκαρδος, σκληρόκαρδος, άκαρδος. Αυτή τη φτώχεια έπρεπε να φοβόμαστε. Φτώχυναν οι καρδιές μας. Φτωχοί αληθινά είναι οι αναίσθητοι, οι εγωιστές, οι ατομιστές, οι αδιάφοροι για τις ανάγκες των άλλων, οι άδικοι!  
Άρα ο Παύλος κατείχε τους δύο μεγάλους θησαυρούς. Ψυχή και Χριστό! Και αυτά κανείς δεν μπορούσε να του τα πάρει, καμία κρίση, κανένα ΔΝΤ, όπως και σε μας, όπως λέει ο πατρο - Κοσμάς ο Αιτωλός: «Το κορμί σας ας σάς το καύσουν, ας σάς το τηγανίσουν, τα πράγματα σας ας σάς τα πάρουν. Μη σας μέλλει, δώστε τα, δεν είναι εδικά σας. Ψυχή και Χριστός σας χρειάζεται. Ετούτα τα δύο, όλος ο κόσμος να πέσει, δεν ημπορεί να σας τα πάρει, έξω αν τύχη και τα δώσετε με το θέλημά σας. Αυτά τα δύο να τα φυλάγετε να μην τύχη και τα χάσετε» (Διδαχή Γ). Ο Παύλος αυτά τα κατείχε. Κατείχε μια ψυχή διαμάντι. Τον αγαπούσαν τόσο πολύ οι άνθρωποι ώστε λέει για τους Γαλάτες ότι θα έβγαζαν και τα μάτια τους για αυτόν και θα του τα έδιναν! Τόσο τον αγαπούσαν! «μαρτυρῶ γὰρ ὑμῖν ὅτι εἰ δυνατὸν τοὺς ὀφθαλμοὺς ὑμῶν ἐξορύξαντες ἂν ἐδώκατέ μοι» (Γαλάτας 4,15). Υπάρχει μεγαλύτερος πλούτος από το να σε αγαπάνε τόσο πολύ οι άλλοι; Με πόσα ευρώ ανταλλάσσεται μια τέτοια αγάπη; Πόσοι και ποιοί πλούσιοι πήραν ποτέ τέτοια αγάπη; Να γιατί κατείχε τα πάντα. Είχε την αγάπη του Χριστού και των ανθρώπων.

Δ. Ο πτωχός Παύλος που πλουτίζει τους άλλους με την Αγάπη του.
Ο πλούτος του Παύλου σκορπιζόταν κάθε μέρα στους άλλους. Η περιουσία του ήταν και κινητή και ακίνητη.
Κινητή μεν, αφού συνεχώς μετακινούνταν στους άλλους αδελφούς. Τίποτα δεν έμενε σε αυτόν. Πόσα λεφτά θα πέρασαν από τα χέρια του! Αλλά τα χέρια του ήταν τρύπια όπως ασφαλώς και οι τσέπες του.  
Ακίνητη δε διότι κατέληγε στον ουρανό όπου τίποτα δεν μπορούσε να την μετακινήσει. Πρώτα στον «ουράνιο» ουρανό για τον οποίο είπε ο Χριστός «θησαυρίζετε δὲ ὑμῖν θησαυροὺς ἐν οὐρανῷ, ὅπου οὔτε σὴς οὔτε βρῶσις ἀφανίζει, καὶ ὅπου κλέπται οὐ διορύσσουσιν οὐδὲ κλέπτουσιν·= Να θησαυρίζετε όμως δια τον εαυτόν σας και να αποταμιεύετε θησαυρούς στον ουρανόν, όπου ούτε ο σκόρος ούτε η σαπίλα αφανίζουν, και όπου οι κλέπται δεν τρυπούν τοίχους και δεν κλέπτουν» (Ματθ. 6,20).
Αλλά κατέθετε τον πλούτο του και στους «επίγειους» ουρανούς, τις ψυχές των ανθρώπων, οι οποίες μπορούν όντως να αναδειχτούν σε ουρανό, αφού «ἰδοὺ γὰρ ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ὑμῶν ἐστιν» (Λουκα 17,21)!
Κάποτε όταν πέθαινε ένας πολύ ελεήμων επίσκοπος πολλοί τον πλησίασαν και τον ρώτησαν αν έχει τίποτα καταθέσεις, χρήματα, υπάρχοντα κλπ; Αυτός απάντησε: Βεβαίως! Και πού τα έχεις κρυμμένα: Στις τσέπες των φτωχών! απάντησε εκείνος. Εκεί πήγε όλος ο πλούτος του. Μια ζωή πλούτιζε τους άλλους.

Ε. Ο Παύλος πλουτίζει τους άλλους με το Χριστό.
Δεν είχε να τους δώσει κυρίως χρυσό αλλά Χριστό! Όπως ακριβώς είπε και ο Πέτρος στον εκ γενετής κουτσό «ἀργύριον καὶ χρυσίον οὐχ ὑπάρχει μοι· ὃ δὲ ἔχω τοῦτό σοι δίδωμι· ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Ναζωραίου ἔγειρε καὶ περιπάτει» (Πραξ. γ 6). Δεν έχω να σου δώσω ύλη αλλά το Χριστό. Σε Αυτόν κρύβονται όλα τα βάθη του πλούτου «Ὦ βάθος πλούτου καὶ σοφίας καὶ γνώσεως Θεοῦ!» (Ρωμ. 11,33). Σε Αυτόν βρίσκονται, «εἰσι πάντες οἱ θησαυροὶ τῆς σοφίας καὶ τῆς γνώσεως ἀπόκρυφοι» (Κολ. 2,3). Θα σας κάνω πλούσιους, λέει ο Παύλος, εγώ ο ρακένδυτος, θα σας πλουτίσω μυώντας σας στο βάθος της γνώσης, της σοφίας, της μοναδικής Αλήθειας! Θα σας πλουτίσω προσφέροντάς σας τη θεογνωσία και το νόημα της ζωής. Θα σας αποκαλύψω όλα τα μυστήρια του παρόντος και του μέλλοντος ώστε όχι απλώς να επιβιώνετε, αλλά να ΖΕΙΤΕ αληθινά! Θα σας κάνω, αν ακολουθήσετε τη διδασκαλία μου, παιδιά του Θεού και κληρονόμους του, «εἰ δὲ τέκνα, καὶ κληρονόμοι, κληρονόμοι μὲν Θεοῦ, συγκληρονόμοι δὲ Χριστοῦ» (Ρωμαίους 8,17). Εδώ να δείτε πλούτος και κληρονομιά που σας αναμένει!
Θα σας δώσω τον πολύτιμο μαργαρίτη που βρήκα καθώς πήγαινα στη Δαμασκό για να κυνηγήσω τους Χριστιανούς. Τον πολύτιμο Μαργαρίτη, τον Αναστημένο Χριστό. Αυτόν αγόρασε ο Παύλος, αυτόν πρέπει να αγοράσουμε και εμείς! Όπως μας προτρέπει ο Χριστός «ὁμοία ἐστὶν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ ἐμπόρῳ ζητοῦντι καλοὺς μαργαρίτας, ὃς εὑρὼν ἕνα πολύτιμον μαργαρίτην ἀπελθὼν πέπρακε πάντα ὅσα εἶχε καὶ ἠγόρασεν αὐτόν» (Ματθ 13. 45-46).
«Κάποτε, λέει μία ιστορία, μια σοφή γυναίκα βρήκε έναν πολύτιμο λίθο σε ένα ρυάκι. Την επομένη συνάντησε έναν ταξιδιώτη που πεινούσε και η γυναίκα άνοιξε την τσάντα της για να μοιραστεί το φαγητό μαζί του. Ο πεινασμένος ταξιδιώτης είδε τον πολύτιμο λίθο και ζήτησε από τη γυναίκα να του τον δώσει. Αυτή το έκανε χωρίς να διστάσει. Ο ταξιδιώτης έφυγε χαρούμενος για την καλή του τύχη. Ήξερε πως ο λίθος άξιζε τόσα που θα μπορούσε να ζήσει με ασφάλεια όλη του τη ζωή. Όμως λίγες μέρες αργότερα, γύρισε πίσω για να επιστρέψει τον λίθο στη σοφή γυναίκα. «Αναρωτιέμαι, της είπε. «Γνωρίζω πόσο πολύτιμη είναι αυτή η πέτρα, αλλά στην δίνω πίσω με την ελπίδα ότι μπορείς να μου δώσεις κάτι ακόμη πιο πολύτιμο. Δώσε μου αυτό που έχεις, που σου έδωσε τη δυνατότητα να μου δώσεις αυτήν την πέτρα». Πρέπει να έχεις κάτι άλλο τόσο πολύτιμο που σε κάνει να είσαι τόσο υπεράνω του υλικού πλούτου. Δώσε μου αυτόν το θησαυρό σου!

Αυτό να παρακαλέσουμε και εμείς τον Απ. Παύλο. Αγιε Απόστολε Παύλε, δώσε μας Αυτόν που έχεις, το Χριστό, που σου έδωσε τη δυνατότητα να περιφρονήσεις όλα τα πλούτη του κόσμου.
Ευχηθείτε, Σεβασμιώτατε να γίνουμε και εμείς σαν τον Παύλο «ὡς πτωχοὶ πολλοὺς δὲ πλουτίζοντες, ὡς μηδὲν ἔχοντες καὶ πάντα κατέχοντες»

ΠΤΩΧΕΙΑ

Ο Αδάμ ήταν γυμνός στην Εδέμ. Η πτωχεία συνεπώς είναι παραδείσια κατάσταση. Ο Αδάμ ήταν τόσο φτωχός όσο φτωχικά είναι τα ζώα – ήταν φτωχός σαν τον Άγιο Φραγκίσκο και σαν τον Χριστό.

Μετά την πτώση ο άνθρωπος δεν μπορούσε να είναι πλέον γυμνός, αλλά το μοναχικό ένδυμα είναι το πλησιέστερο στην παραδείσια γυμνότητα.

Η πτωχεία είναι επίσης αλήθεια, ενώ τα πλούτη μασκάρεμα. Φοράμε ρούχα για να καλύψουμε τον εαυτό μας και να κρύψουμε την εσώτερη γυμνότητά μας. Ο πλούτος και η ψευτιά είναι πράγματα συνώνυμα.

Τα πλούτη παραποιούν τα πράγματα. Ένα πλούσιο φόρεμα, ένα πλούσιο σπίτι νοθεύουν την πρωτογενή αυθεντικότητα των υλικών· αποκρύπτουν τη φυσική γυμνότητα των πραγμάτων, εξαπατούν.

Υπάρχει όμως ένα μεγαλείο στα φτωχά πράγματα, το μεγαλείο αυτού που είναι αληθινό. Κάτι πλούσιο είναι πάντοτε λιγότερο αληθινό από κάτι φτωχό. Αυτός είναι και ο λόγος που ο Thoreau έχει πει πως είναι σημαντικό για κάποιον να είναι ικανός να βγαίνει έξω φορώντας μπαλωμένο παντελόνι. Το μεγαλείο των φτωχών πραγμάτων από πηλό και άχυρο, οι ξύλινες χειροτεχνίες ή το κοινό ξύλο, το άγριο, το τραχύ, το ακατέργαστο, αυτή είναι η γυμνότητα της ύλης. Είναι σαν το μεγαλείο του γυμνού κορμιού. Αυτού του είδους τα πράγματα έχουν το ίδιο απλό μεγαλείο που έχουν και τα έργα τέχνης, την υφή και το χρώμα.

Αν ο άνθρωπος δεν είχε χάσει την αθωότητά του, θα μπορούσε να βγαίνει στον δρόμο γυμνός. Η μόνη περιούσια του Αγίου Φραγκίσκου ήταν ένα ζευγάρι σανδάλια, μια τσάντα και ένα ζωνάρι (και κάποιες φορές παρατούσε ακόμη κι αυτά).

Η απατηλότητα του πλούτου έγκειται στη σύγχυση μεταξύ αυτού που έχουμε και αυτού που είμαστε. Νομίζουμε ότι είμαστε κάτι παραπάνω επειδή έχουμε κάτι παραπάνω. Αγοράζουμε ένα αμάξι και νομίζουμε πως αυτό το αμάξι έγινε τμήμα του εαυτού μας, σαν ένα επιπρόσθετο άκρο του κορμιού μας. Γι’αυτό και ο Άγιος Αυγουστίνος έχει πει πως το να χάνει κανείς τα πλούτη του είναι σαν να χάνει ένα μέλος του σώματός του. Και αν κάποιος θαυμάζει το αυτοκίνητό μας, εμείς νιώθουμε ότι θαυμάζει εμάς. Σκεφτόμαστε τα πράγματα που κατέχουμε ως μέρος του εαυτού μας, σαν ένα ασπόνδυλο με ένα κέλυφος που δεν του ανήκει. Γι’αυτό η ιδιοκτησία είναι μια νόθευση του εαυτού μας.

Ο πλούσιος άνθρωπος νομίζει πως είναι ό,τι έχει. Επιδεικνύει τα αποκτήματά του προκειμένου να γίνει ο ίδιος αντικείμενο θαυμασμού, σαν αυτά να ήταν αυτός. Θέλει να αξιολογείται με βάση αυτά που έχει και όχι με βάση αυτό που είναι. Ο Λατίνος ποιητής Προπέρτιος είδε την αληθινή αξία της πτωχείας, όταν καυχήθηκε ότι κέρδισε ένα κορίτσι με τα ποιήματά του και όχι με την περιουσία του.

Τα πλούτη είναι μια απάτη. Όποιος πιστεύει ότι κατέχει με συμβολαιογραφική πράξη ένα μεράδι αυτού του πλανήτη, είναι τόσο τρελός, όσο και εκείνοι οι Αμερικάνοι που προβάλλουν αξιώσεις εποίκησης της σελήνης, επειδή κάποιοι επιτήδειοι τους πούλησαν τίτλους ιδιοκτησίας. Ένα δάσος ή ένα λιβάδι δεν ανήκει σ’αυτόν  που έχει τίτλο ιδιοκτησίας του, αλλά στα πουλιά και τα ζώα που το χαίρονται, στο ζευγάρι εκείνο των ερωτευμένων που κάνει εκεί τον περίπατό του, ή στον ερημίτη που το κατοικεί. Αυτός που έχει τίτλο ιδιοκτησίας κατέχει μόνο ένα επίσημο χάρτινο ξέφτι, παραμορφωμένο από τις αποκρουστικές νομικές διατυπώσεις που κουβαλά.

Είμαστε κάτοχοι όλης της φύσης και όλης της γης και όλων των χωρών και του έναστρου ουρανού. Όμως τα χάνουμε όλα αυτά, αν περιορίσουμε την αίσθηση ιδιοκτησίας μας σε έναν αριθμό στρεμμάτων γης. Μπορούμε να κατέχουμε το σύμπαν ολόκληρο μόνο με το να είμαστε φτωχοί, όπως τα πουλιά που, μολονότι είναι φτωχά, έχουν στην κατοχή τους τον ουρανό, και όπως τα ψάρια που, μολονότι φτωχά και αυτά, έχουν στην κατοχή τους τη θάλασσα, και όπως ο Άγιος Φραγκίσκος που ήταν κάτοχος όλων των πραγμάτων. Αυτός είναι και ο λόγος που ο Άγιος αυτός αποκαλούσε την πτωχεία «μεγάλο θησαυρό» («δεν είμαστε άξιοι ενός τόσο μεγάλου θησαυρού»!). Έλεγε πως η μεγαλύτερη πολυτέλεια είναι να κάθεσαι πάνω σε μια πέτρα και να τρως μια μπουκιά ψωμί, δίπλα στο ρυάκι και κάτω από τον γαλανό ουρανό. Οι φτωχοί πλούσιοι έχουν μόνο μία τραπεζαρία: τον τόπο όπου κάθονται να φάνε.

Είμαστε παιδιά του Θεού κι Εκείνος είναι Κύριος των πάντων. Ως παιδιά Του, είμαστε κι εμείς κύριοι όλου του πλούτου αυτού του κόσμου. Μας περιτριγυρίζουν πλούτη αμύθητα, και το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να απλώσουμε τα χέρια μας και να τα φτάσουμε. Μια χούφτα καθαρού νερού που δραπετεύει από τις χαραμάδες της παλάμης μου, δεν είναι μικρότερης αξίας από μια χούφτα διαμάντια. Του δίνουμε μικρότερη αξία μόνο επειδή υπάρχει σε αφθονία μέσα στη φύση. Ένα χρυσόψαρο στη λίμνη, ένα σμαραγδένιο βατραχάκι, ένα γυαλιστερό βότσαλο, ένα ξερόκλαδο που επιπλέει στο νερό – όλα αυτά είναι θησαυροί, έστω κι αν δεν πρόκειται ποτέ να επινοήσει κανείς γι’αυτά χρηματικό κοστολόγιο.

Όποιος αγοράζει έναν αγρό και βάζει ολόγυρά του φράχτη, χάνει την υπόλοιπη φύση και καθετί άλλο. Η πτωχεία των χριστιανών δεν σημαίνει ιδιοκτησία λίγων πραγμάτων, αλλά μηδενική ιδιοκτησία, ολοκληρωτική πενία, προκειμένου να κερδηθούν τα πάντα. Δεν περιορίζουμε τον εαυτό μας στη νόμιμη ιδιοκτησία κάποιων πραγμάτων, που κατοχυρώνεται από ένα χάρτινο ξέφτι. Διότι, τί είναι περισσότερο δικό μας από τον αέρα, τον ήλιο, τη γη, τον ουρανό και τη θάλασσα;

Και η πτωχεία είναι επίσης μια αρετή της Τριάδας, επειδή η ζωή του Θεού είναι κοινοτική, και καθένα από τα τρία θεία Πρόσωπα δίνει ολοκληρωτικά τον εαυτό Του στους άλλους. Στην Τριάδα δεν υπάρχει «δικό μου» και «δικό σου», παρότι υπάρχει «Εγώ» και «Εσύ».

Τα πλούτη είναι απατηλά και για έναν ακόμη λόγο: διότι σε κάνουν να πιστεύεις πως τα υλικά πράγματα μπορούν να εγκολπωθούν από μια πνευματική οντότητα σαν τη ψυχή. Στη Νικαράγουα είχαμε έναν δικτάτορα που δεν μπορούσε να χορτάσει τη βουλιμία του για γη. Άρπαζε ολοένα και περισσότερη γη, μα δεν ικανοποιούνταν ποτέ, επειδή, παρότι κράδαινε τίτλους ιδιοκτησίας, η γη δεν γινόταν δική του· κι όσο περισσότερα στρέμματα άρπαζε, τόσο παρέμενε φτωχός όπως πριν – κι έτσι συνέχιζε να θέλει κι άλλα, κι άλλα. Τα καταπράσινα λιβάδια με τις αγελάδες, τα δέντρα και τα ρυάκια που φιδογλιστρούσαν στα σπλάχνα τους, παρέμεναν το ίδιο ελεύθερα με πριν. Είχε τους τίτλους ιδιοκτησίας της γης, αλλά η γη δεν ήταν δική του. Οποιοσδήποτε βάδιζε πάνω της και απολάμβανε τη θέα, ή ψάρευε στο ποταμάκι κι ύστερα έφευγε χωρίς να αξιώνει τίποτα άλλο, ήτανε κάτοχος της γης, έστω κι αν ήταν ένας άνθρωπος δίχως τίτλους ιδιοκτησίας στα χέρια του.

Μόνο όταν δεν αξιώνουμε τίποτα, μόνο όταν παραιτούμαστε από τα πάντα, μπορούμε να τα κατέχουμε όλα. Γι’αυτό και ο απόστολος Παύλος λέει όποιος έχει κάτι πρέπει να συμπεριφέρεται σαν να μην έχει τίποτα, και όποιος αγοράζει κάτι πρέπει να φέρεται σαν να μην αγόρασε τίποτα, και όποιος παντρεύεται πρέπει να συμπεριφέρεται σαν να μην κατέχει κανέναν.

(από το βιβλίο, Αγάπη χαραμάδα της αιωνιότητας, του Ερνέστο Καρντενάλ)