(από το βιβλίο: Εγώ, ο Άλμπερτ Αϊνστάιν, Alice Calaprice, εκδ. Κάτοπτρο, Αθήνα 1998, σελ. 157-169). 

Για τον Αϊνστάιν, όπως συχνά το είχε διευκρινίσει ο ίδιος, η «θρησκεία» ήταν μάλλον μια στάση δέους και θαυμασμού απέναντι στο σύμπαν, γνήσια ταπεινότητα απέναντι στην αρμονία της φύσης, και όχι πίστη σ’ έναν Θεό προσωπικό που μπορεί να κατευθύνει τις ζωές των ανθρώπων.

Γιατί μου γράφεις «ο Θεός πρέπει να τιμωρήσει τους Άγγλους»; Δεν διατηρώ στενές σχέσεις ούτε με τον έναν ούτε με τους άλλους. Βλέπω απλώς με μεγάλη λύπη ότι ο Θεός τιμωρεί τόσο πολλά παιδιά Του για τις πολυάριθμες ανοησίες τους, για τις οποίες όμως μόνο Αυτός ο Ίδιος μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνος. Κατά τη γνώμη μου, μόνο η ανυπαρξία Του μπορεί να τον δικαιολογήσει.
Επιστολή στον ελβετό συνάδελφό του Edgar Meyer, 2 Ιανουάριου 1915. Προσφέρθηκε από τον Robert Schulmann. Αναφέρεται επίσης στο CPAE Τόμ. 8 (υπό έκδοση).

Κάθε αληθινός ερευνητής της φύσης νιώθει κάποιου είδους θρησκευτική ευλάβεια, επειδή είναι αδύνατον να φανταστεί ότι αυτός είναι ο πρώτος που μελέτησε τα λεπτεπίλεπτα νήματα που συνδέουν όσα αντιλαμβάνεται.
1920. Αναφέρεται στο βιβλίο του Moszkowski, Conversations with Einstein, σελ. 46.

Εφόσον οι ψυχικές μας εμπειρίες συνίστανται από αναπαραγωγές και συνδυασμούς των αισθητηριακών εντυπώσεων, θεωρώ κενή και άνευ νοήματος την έννοια μια ψυχής χωρίς σώμα.
Επιστολή σε κάποια Βιεννέζα, 5 Φεβρουάριου 1921. Αρχείο Αϊνστάιν 43-847. Αναφέρεται επίσης στο βιβλίο των Dukas και Hoffmann, Albert Einstein, the Human Side, σελ. 40.

Δεν μπορώ να συλλάβω την έννοια ενός προσωπικού Θεού που κατευθύνει άμεσα τις πράξεις των ανθρώπων... Η θρησκευτικότητά μου συνίσταται στον ταπεινό θαυμασμό μπροστά στο άπειρα ανώτερο πνεύμα που αποκαλύπτεται μέσα από το μικρό κομμάτι της πραγματικότητας... το οποίο είμαστε σε θέση να κατανοήσουμε.
Επιστολή σε τραπεζίτη του Κολοράντο, Αύγουστος 1927. Αρχείο Αϊνστάιν 48-380. Αναφέρεται επίσης στο βιβλίο των Dukas και Hoffmann, Albert Einstein, the Human Side, σελ. 66.

Όλα είναι καθορισμένα... από δυνάμεις που δεν τις ελέγχουμε. Είναι καθορισμένα για το έντομο όπως και για το άστρο. Οι άνθρωποι, τα φυτά ή η κοσμική σκόνη —όλα χορεύουν στον μυστηριώδη σκοπό που παίζει από μακριά κάποιος αόρατος αυλητής.
Στην εφημερίδα The Saturday Evening Post, 26 Οκτωβρίου 1929. Αναφέρεται στο βιβλίο του Clark, Einstein, σελ. 346-347.

Πιστεύω στο Θεό του Σπινόζα που αποκαλύπτεται μέσα στην αρμονία του όλου, και όχι σ’ ένα Θεό που ασχολείται με τη μοίρα και τις πράξεις των ανθρώπων.
Τηλεγράφημα σε εβραϊκή εφημερίδα, 1929. Αρχείο Αϊνστάιν 33-272. (Σύμφωνα με τη φιλοσοφία του Σπινόζα, Θεός και υλικός κόσμος είναι αδιάσπαστα. Όσο καλύτερα κατανοεί κανείς το σύμπαν τόσο πλησιάζει το Θεό.)

Όποιος έχει πειστεί απόλυτα για την παγκόσμια ισχύ της αρχής της αιτιότητας δεν μπορεί ούτε στο ελάχιστο να αποδεχθεί την ιδέα ενός όντος που παρεμβαίνει στη ροή των γεγονότων... Δεν δέχεται ούτε τη θρησκεία του φόβου ούτε την κοινωνική και ηθική θρησκεία. Δεν μπορεί να συλλάβει ένα Θεό που ανταμείβει και τιμωρεί˙ κι αυτό για τον απλό λόγο ότι οι πράξεις του ανθρώπου καθορίζονται από εσωτερική και εξωτερική αναγκαιότητα, ώστε, στα μάτια του Θεού, ο άνθρωπος δεν μπορεί να είναι περισσότερο υπεύθυνος απ’ όσο ένα άψυχο αντικείμενο για τις κινήσεις που εκτελεί... Η ηθική συμπεριφορά του ανθρώπου πρέπει να βασιστεί αποτελεσματικά στη σύμπνοια, τη μόρφωση, τους δεσμούς και τις ανάγκες της κοινωνίας˙ η θρησκευτική βάση δεν είναι απαραίτητη. Η ανθρώπινη κατάσταση θα ήταν αξιολύπητη αν η αυτοσυγκράτηση οφειλόταν στο φόβο της μετά θάνατον τιμωρίας ή στην ελπίδα της μετά θάνατον ανταμοιβής.
Από το «Θρησκεία και Επιστήμη», The New York Times Magazine, 9 Νοεμβρίου 1930, σελ. 1-4. Στα γερμανικά, στην Berliner Tageblatt, 11 Νοεμβρίου 1930.

Κάθε πράξη και σκέψη του ανθρώπινου γένους σχετίζεται με την ικανοποίηση των εσώτατων αναγκών και με την ανακούφιση του πόνου. Αυτό πρέπει να το έχει κανείς συνεχώς κατά νουν, αν θέλει να κατανοήσει τα πνευματιστικά κινήματα και την ανάπτυξή τους. Το συναίσθημα και η επιθυμία είναι οι κινητήριες δυνάμεις της ανθρώπινης συμπεριφοράς και δημιουργίας.
Όπ.π.

Είναι πολύ δύσκολο να εξηγήσει κανείς αυτό το [κοσμικό θρησκευτικό] συναίσθημα σε κάποιον που δεν το έχει ποτέ αισθανθεί... Οι θρησκευτικές μεγαλοφυΐες όλων των εποχών διακρίθηκαν από αυτό ακριβώς το είδος του θρησκευτικού συναισθήματος, που δεν γνωρίζει ούτε δόγματα ούτε τη σύλληψη του Θεού κατ’ εικόνα του ανθρώπου˙ γι’ αυτό και δεν υπάρχει εκκλησία η οποία να βασίζει την κεντρική διδασκαλία της στο συναίσθημα αυτό... Κατά τη γνώμη μου, η σημαντικότερη αποστολή της τέχνης και της επιστήμης είναι να αφυπνίσει αυτό το συναίσθημα και να το κρατήσει ζωντανό σε όσους είναι δεκτικοί.
Για την «κοσμική θρησκεία», ένας ύμνος στην ομορφιά και την αρμονία της φυσικής που έγινε κοινή πεποίθηση των φυσικών.
'Οπ.π.

Ισχυρίζομαι ότι το κοσμικό θρησκευτικό συναίσθημα είναι το ισχυρότερο και ευγενέστερο κίνητρο της επιστημονικής έρευνας.
'Οπ.π.

Κατά τη γνώμη μου, οι ωραιότερες υποθέσεις στο βασίλειο της επιστήμης πηγάζουν από ένα βαθύ θρησκευτικό συναίσθημα... Πιστεύω επίσης ότι αυτό το είδος θρησκευτικότητας... είναι η μόνη δημιουργική θρησκευτική δραστηριότητα της εποχής μας.
Στο Forum 83 (1930), σελ. 373.

Δεν μπορώ να συλλάβω την ιδέα ενός Θεού που ανταμείβει και τιμωρεί τα πλάσματά του, ή διαθέτει θέληση σαν τη δική μας. Δεν μπορώ και ούτε θα ’θελα να διανοηθώ έναν άνθρωπο που επιβιώνει του φυσικού του θανάτου. Ας αφήσουμε τις αδύνατες ψυχές να τρέφουν τέτοιες σκέψεις, από φόβο ή παράλογο εγωισμό.
Από το «Τι πιστεύω», Forum and Century 84 (1930), σελ. 193-194. Αναδημοσιεύτηκε στο βιβλίο Ideas and Opinions, σελ. 8-11.

Οι πράξεις μας πρέπει να βασίζονται στην —πάντα παρούσα— επίγνωση ότι οι άνθρωποι στις σκέψεις, τα συναισθήματα και τις πράξεις τους δεν είναι ελεύθεροι αλλά κατευθυνόμενοι από την αιτιότητα τόσο όσο η κίνηση των άστρων.
Δήλωση στην Αμερικανική Εταιρεία Σπινόζα, 22 Σεπτεμβρίου 1932. Αρχείο Αϊνστάιν 33-291.

Η φιλοσοφία είναι σαν μια μητέρα που γέννησε και προίκισε όλες τις άλλες επιστήμες. Δεν πρέπει λοιπόν να γκρινιάζουμε για τη γύμνια και τη φτώχεια της, αλλά μάλλον να ελπίζουμε ότι κάτι από το δικό της δονκιχωτικό ιδανικό θα επιζήσει και μέσα στα παιδιά της, ώστε να μη βυθιστούν στη βαρβαρότητα.
Επιστολή στον Bruno Winawer, 8 Σεπτεμβρίου 1932. Αρχείο Αϊνστάιν 36-532. Αναφέρεται στο βιβλίο των Dukas και Hoffmann, Albert Einstein, the Human Side, σελ. 106.

Δεν μπορώ να φανταστώ ένα Θεό που ανταμείβει και τιμωρεί τα δημιουργήματά του, που οι προθέσεις του μιμούνται τις δικές μας —με λίγα λόγια, ένα Θεό που είναι απλώς η αντανάκλαση των ανθρώπινων αδυναμιών... Μου φτάνει να ατενίζω το μυστήριο της συνειδητής ζωής που διαιωνίζεται, να συλλογίζομαι τη θαυμαστή δομή του σύμπαντος που αντιλαμβανόμαστε αμυδρά, και να προσπαθώ ταπεινά να κατανοήσω έστω και ένα απειροελάχιστο κλάσμα της ευφυΐας που εκδηλώνεται στη φύση.
Από «Το πιστεύω μου» για τη Γερμανική Ένωση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, 1932. Αναφέρεται στο βιβλίο του Leach, Living Philosophies, σε λ. 3.

Η οργανωμένη θρησκεία ίσως μπορέσει να ξανακερδίσει ένα μέρος του σεβασμού που έχασε στον τελευταίο πόλεμο, αν αφιερωθεί στην ενεργοποίηση της καλής θέλησης και της ενέργειας των οπαδών της ενάντια στο ανερχόμενο ρεύμα της ανελευθερίας.
The New York Times, 30 Απριλίου 1934. Αναφέρεται επίσης στο βιβλίο του Pais, Einstein Lived Here, σελ. 205.

Δύσκολα θα βρει κανείς ανάμεσα στα πιο βαθυστόχαστα επιστημονικά πνεύματα κάποιον που να μην διαθέτει το δικό του θρησκευτικό συναίσθημα. Αυτό όμως είναι κάτι διαφορετικό από τη θρησκευτικότητα του αφελούς ανθρώπου. Για τον δεύτερο, ο Θεός είναι ένα ον από τη φροντίδα του οποίου ελπίζει να ωφεληθεί και του οποίου φοβάται την τιμωρία˙ η εξιδανίκευση του συναισθήματος που νιώθει το παιδί για τον πατέρα του.
Από «Το θρησκευτικό πνεύμα της επιστήμης». Δημοσιεύτηκε στο βιβλίο Mein Weltbild, 1934. Αναδημοσιεύτηκε στο βιβλίο Ideas and Opinions, σελ. 40.

Ο επιστήμονας διακατέχεται από την αίσθηση της παγκόσμιας αιτιότητας... Το θρησκευτικό του συναίσθημα παίρνει τη μορφή εκστατικής έκπληξης μπροστά στην αρμονία του φυσικού νόμου, όπου αποκαλύπτεται μια ευφυΐα τόσο ανώτερη ώστε, σε σύγκριση μ’ αυτήν, το σύνολο της συστηματικής σκέψης και οι πράξεις των ανθρώπινων όντων μοιάζουν εντελώς ασήμαντα... Το συναίσθημα αυτό αναμφισβήτητα είναι ανάλογο μ ε εκείνο που διακατείχε τις θρησκευτικές ιδιοφυΐες όλων των εποχών.
Όπ.π.

Ποιο είναι το νόημα της ανθρώπινης ζωής ή και της ζωής κάθε πλάσματος; Η απάντηση στο ερώτημα ανήκει στη θρησκεία. Ίσως αναρωτηθεί κανείς: Έχει άραγε νόημα να τίθεται μια τέτοια ερώτηση; Η απάντησή μου είναι ότι ο άνθρωπος που θεωρεί δίχως νόημα τη ζωή, τη δική του και των συνανθρώπων του, δεν είναι μόνο δυστυχής αλλά και ανάξιος για ζωή.
Δημοσιεύτηκε στο βιβλίο Mein Weltbild, 1934. Αναδημοσιεύτηκε στο βιβλίο Ideas and Opinions, σελ. 11.

Όποιος ασχολείται σοβαρά με την επιστήμη, πείθεται ότι τελικά στους νόμους του σύμπαντος εκδηλώνεται ένας νους πολύ ανώτερος από το νου του ανθρώπου... Έτσι η ενασχόληση με την επιστήμη οδηγεί σε ένα ιδιαίτερο θρησκευτικό συναίσθημα που είναι πραγματικά πολύ διαφορετικό από τη θρησκευτικότητα κάποιου αφελέστερου ανθρώπου.
Επιστολή σε κάποιο παιδί που τον είχε ρωτήσει αν οι επιστήμονες προσεύχονται˙ 24 Ιανουαρίου 1936. Αρχείο Αϊνστάιν 42-601.

Οτιδήποτε θεϊκό και καλό υπάρχει στο σύμπαν πρέπει να το αποκρυπτογραφήσουμε και να το εκφράσουμε εμείς. Δεν μπορούμε να παραμένουμε αδρανείς και να το περιμένουμε από το Θεό.
Συζήτηση καταγεγραμμένη από τον Algernon Black, φθινόπωρο του 1940. Αρχείο Αϊνστάιν 54-834.

Ένας θρησκευόμενος άνθρωπος είναι ευσεβής υπό την έννοια ότι δεν αμφιβάλλει για τη σπουδαιότητα αυτών των υπερπροσωπικών στόχων και σκοπών οι οποίοι δεν απαιτείται ούτε είναι δυνατόν να θεμελιωθούν ορθολογικά.
Nature 146 (1940), σελ. 605.

Η πίστη στο ενδεχόμενο οι κανόνες που ισχύουν στον υπαρκτό κόσμο να είναι ορθολογικοί, δηλαδή κατανοητοί από τη λογική, ανήκει στη σφαίρα [της θρησκείας]. Δεν μπορώ να φανταστώ έναν πραγματικό επιστήμονα χωρίς αυτή τη βαθιά πίστη.
Από το «Επιστήμη και Θρησκεία», γραπτή συμμετοχή σε συμπόσιο που έγινε στη Νέα Υόρκη το 1941 με θέμα τη συμβολή της επιστήμης, της θρησκείας και της φιλοσοφίας στην υπόθεση της αμερικανικής δημοκρατίας. Αρχείο Αϊνστάιν 28-523. Στο βιβλίο Ideas and Opinions, σελ. 41-49.

Η επιστήμη χωρίς τη θρησκεία είναι χωλή, η θρησκεία χωρίς την επιστήμη είναι τυφλή.
Όπ.π., σελ. 46. (Η ρήση αυτή ίσως αποτελεί λογοπαίγνιο σχετιζόμενο με τη ρήση του Καντ «Η αντίληψη χωρίς την ενόραση είναι κενή, η ενόραση χωρίς την αντίληψη είναι τυφλή».)

Κυρία πηγή των σημερινών συγκρούσεων ανάμεσα στη σφαίρα της θρησκείας και τη σφαίρα της επιστήμης είναι η έννοια του προσωπικού Θεού.
Όπ.π., σελ. 47.

Στον αγώνα τους για το ηθικό καλό οι θρησκευτικοί δάσκαλοι πρέπει να έχουν το ανάστημα να παραιτηθούν από το δόγμα του προσωπικού Θεού, να παραιτηθούν δηλαδή από αυτή την πηγή φόβου και ελπίδας η οποία στο παρελθόν έδωσε τόση δύναμη στα χέρια των ιερέων.
Όπ.π., σελ. 48.

Όσο περισσότερο εξελίσσεται πνευματικά η ανθρωπότητα, τόσο πιο πολύ βεβαιώνομαι ότι ο δρόμος για την αληθινή θρησκευτικότητα δεν περνάει από το φόβο της ζωής, το φόβο του θανάτου και την τυφλή πίστη, αλλά μέσα από την αναζήτηση της ορθολογικής γνώσης.
Όπ.π. σελ. 49.

Είναι αρκετά πιθανό ότι μπορούμε να κάνουμε σπουδαιότερα πράγματα από τον Ιησού, επειδή όσα είναι γραμμένα γι’ αυτόν στη Βίβλο είναι ποιητικά ωραιοποιημένα.
Αναφέρεται στο άρθρο του W. Hermanns, «Μια συζήτηση με τον Αϊνστάιν», Οκτώβριος 1943. Αρχείο Αϊνστάιν 55-285.

Ο νους δεν μπορεί να συλλάβει καμία ιδέα ανεξάρτητη από τις πέντε μας αισθήσεις [δηλαδή ουδεμία ιδέα οφείλεται σε θεϊκή επιφοίτηση].
Όπ.π.

Δεν πιστεύω ότι η φιλοσοφία και η λογική θα αποτελέσουν οδηγούς του ανθρώπου στο εγγύς μέλλον. Θα παραμείνουν όμως το ωραιότερο ιερό καταφύγιο των ολίγων εκλεκτών.
Επιστολή στον Benedetto Croce, 7 Ιουνίου 1944. Αρχείο Αϊνστάιν 34-075. Αναφέρεται επίσης στο βιβλίο του Pais, Einstein Lived Here, σελ. 122.

Διαβάζω συχνά τη Βίβλο, ωστόσο το αυθεντικό κείμενο μου είναι απρόσιτο.
Επιστολή στον Η. Friedmann, 2 Σεπτεμβρίου 1945, αναφερόμενος στο γεγονός ότι δεν γνώριζε την εβραϊκή γλώσσα. Αναφέρεται στο βιβλίο του Pais, Subtle Is the Lord, σελ. 38.

Είναι αυτό... το συμβολικό περιεχόμενο των θρησκευτικών παραδόσεων που πιθανότατα έρχεται σε σύγκρουση με την επιστήμη... Έχει επομένως ζωτική σημασία για τη διατήρηση της αληθινής θρησκείας να αποφεύγονται τέτοιες συγκρούσεις, όταν προκύπτουν από ζητήματα που δεν είναι πράγματι καθοριστικά για την επιδίωξη των θρησκευτικών στόχων.
Δήλωση στη Λέσχη Λιμπεραλιστών Ιερέων, Νέα Υόρκη. Δημοσιεύτηκε στο The Christian Register, Ιούνιος 1948.

Η στάση μου απέναντι στο Θεό είναι η στάση ενός αγνωστικιστή. Είμαι πεπεισμένος ότι κάποιος που γνωρίζει την πρωταρχική σημασία των ηθικών αρχών για τη βελτίωση και τον εξευγενισμό της ζωής δεν χρειάζεται την ιδέα ενός νομοθέτη, ειδικά ενός νομοθέτη που βασίζεται στην ανταμοιβή και την τιμωρία.
Επιστολή στον M. Berkowitz, 25 Οκτωβρίου 1950. Αρχείο Αϊνστάιν 59-215.

Μόνο «θρησκευτική» μπορώ να χαρακτηρίσω την εμπιστοσύνη στην ορθολογική φύση της πραγματικότητας —ορθολογική στο μέτρο που είναι προσιτή στην ανθρώπινη λογική. Όταν απουσιάζει το συναίσθημα αυτό, η επιστήμη εκφυλίζεται σε πεζό εμπειρισμό.
Επιστολή στον Maurice Solovine, 1 Ιανουάριου 1951. Αρχείο Αϊνστάιν 21-474,80-871. Δημοσιεύτηκε στο βιβλίο Letters to Solovine, σελ. 119.

Η απλή έλλειψη πίστης σ’ έναν προσωπικό Θεό δεν αποτελεί φιλοσοφία.
Επιστολή στον V.T. Aaltonen, 7 Μαΐου 1952, σχετικά με τη γνώμη του ότι η πίστη σ’ έναν προσωπικά Θεό είναι καλύτερη από τον αθεϊσμό. Αρχείο Αϊνστάιν 59-059.

Το συναίσθημά μου είναι θρησκευτικό στο βαθμό που με διαποτίζει η επίγνωση ότι το ανθρώπινο πνεύμα αδυνατεί να κατανοήσει βαθύτερα την αρμονία του σύμπαντος˙ αρμονία που εμείς προσπαθούμε να τη διατυπώσουμε με «νόμους της φύσης».
Επιστολή στην Beatrice Frohlich, 17 Δεκεμβρίου 1952. Αρχείο Αϊνστάιν 59-797.

Η ιδέα ενός προσωπικού Θεού μου είναι εντελώς ξένη και τη θεωρώ ακόμη και αφελή.
Όπ.π.

Η υπόθεση της ύπαρξης ενός αθέατου όντος... δεν διευκολύνει να κατανοήσουμε την ευταξία που συναντάται στον αισθητό κόσμο.
Επιστολή σε φοιτητή από την Αϊόβα, που τον είχε ρωτήσει «Τι είναι Θεός;»˙ Ιούλιος 1953. Αρχείο Αϊνστάιν 59-085.

Δεν πιστεύω στην αθανασία του ατόμου και θεωρώ ότι η ηθική είναι αποκλειστικά ανθρώπινο μέλημα που δεν υποκινείται από κάποια υπεράνθρωπη αρχή.
Ιούλιος 1953. Αρχείο Αϊνστάιν 36-553. Αναφέρεται επίσης στο βιβλίο των Dukas και Hoffmann, Albert Einstein, the Human Side, σελ. 39.

Αν ο Θεός δημιούργησε όντως τον κόσμο, σίγουρα η πρωταρχική του έγνοια δεν ήταν να κάνει το δημιούργημά του εύκολα κατανοητό σε μας.
Επιστολή στον David Bohm, 10 Φεβρουάριον 1954. Αρχείο Αϊνστάιν 8-041.

Θεωρώ ότι η Κοινωνία των Φίλων είναι η θρησκευτική κοινότητα με τα υψηλότερα ηθικά πρότυπα. Όσο γνωρίζω, δεν έκαναν ποτέ ανήθικους συμβιβασμούς και πάντοτε καθοδηγούνται από τη συνείδησή τους. Νομίζω δε ότι η επιρροή τους, ιδιαίτερα στα διεθνή πράγματα, είναι ωφέλιμη και αποτελεσματική.
Επιστολή στον A. Chappie. Αυστραλία 23 Φεβρουαρίου 1954. Αρχείο Αϊνστάιν 59-405. Αναφέρεται επίσης στο βιβλίο των Nathan και Norden. Einstein on Peace, σελ. 510.

Δεν πιστεύω σε έναν προσωπικό Θεό˙ ποτέ δεν το αρνήθηκα, πάντοτε το εξέφραζα με σαφήνεια. Αν υπάρχει κάτι μέσα μου που μπορεί να θεωρηθεί θρησκευτικό, αυτό είναι ο απεριόριστος θαυμασμός για τη συγκρότηση του κόσμου όπως αποκαλύπτεται από την επιστήμη.
Επιστολή σε θαυμαστή, 22 Μαρτίου 1954. Αρχείο Αϊνστάιν 39-525. Αναφέρεται επίσης στο βιβλίο των Dukas και Hoffmann, Albert Einstein, the Human Side, σελ. 43.

Είμαι βαθιά θρησκευόμενος μη πιστός... Τούτο εκφράζει ένα μάλλον νέο είδος θρησκείας.
Επιστολή στον Hans Muesham, 30 Μαρτίου 1954. Αρχείο Αϊνστάιν 38-434.

Δεν προσπαθώ να φανταστώ το Θεό. Μου αρκεί να στέκομαι με δέος μπροστά στη συγκρότηση του κόσμου, στο βαθμό που μπορούμε να την εκτιμήσουμε, βασιζόμενοι στις ανεπαρκείς αισθήσεις μας.
Επιστολή στον S. Flesh, 16 Απριλίου 1954. Αρχείο Αϊνστάιν 30-1154.

Ουδέποτε απέδωσα στη φύση πρόθεση, σκοπό ή οτιδήποτε θα μπορούσε να θεωρηθεί ανθρωπομορφικό. Αυτό που βλέπω στη φύση είναι μια μεγαλόπρεπη κατασκευή που μόνο με πολύ ατελή τρόπο μπορούμε να την κατανοήσουμε και η οποία πρέπει να γεμίζει κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο με ένα συναίσθημα ταπεινότητας. Πρόκειται για ένα συναίσθημα γνήσια θρησκευτικό που δεν έχει καμία σχέση με το μυστικισμό.
1954 ή 1955. Αναφέρεται στο βιβλίο των Dukas και Hoffmann, Albert Einstein, the Human Side, σελ. 39.

Η ηθική αξία του ανθρώπου δεν μετριέται από το ποιες είναι οι θρησκευτικές του πεποιθήσεις, αλλά μάλλον από το ποια συγκινησιακά ερεθίσματα δέχθηκε από τη φύση κατά τη διάρκεια της ζωής του.
Στην Αδελφή Margrit Goehner, Φεβρουάριος 1955. Αρχείο Αϊνστάιν 59-831.

Η επιστημολογία χωρίς επαφή με την επιστήμη καταλήγει να είναι σχήμα κενό. Η επιστήμη χωρίς επιστημολογία είναι —αν μπορεί να διανοηθεί κανείς κάτι τέτοιο— πρωτόγονη και θολή.
Αναφέρεται στο βιβλίο του Schilpp, Albert Einstein: Philosopher- Scientist, σελ. 5.

Έτσι ανέπτυξα... μια βαθιά θρησκευτικότητα που όμως τελείωσε απότομα στην ηλικία των δώδεκα ετών. Διαβάζοντας εκλαϊκευμένα επιστημονικά βιβλία απέκτησα σύντομα τη βεβαιότητα ότι το μεγαλύτερο μέρος των ιστοριών της Βίβλου δεν μπορεί να είναι αληθινό... Η δυσπιστία μου απέναντι σε κάθε είδους αυθεντία μεγάλωσε μέσα απ’ αυτή την εμπειρία... κι αυτή τη στάση δεν την εγκατέλειψα ποτέ.
Όπ.π., σελ. 9.

Εκεί πάνω βρισκόταν αυτός ο τεράστιος κόσμος που υπάρχει ανεξάρτητα από εμάς, τα ανθρώπινα όντα, και στέκεται μπροστά μας σαν ένας μεγάλος, αιώνιος γρίφος, ο οποίος, μερικώς τουλάχιστον, είναι προσιτός στην παρατήρηση και τη σκέψη μας. Η ενατένιση αυτού του κόσμου μου έγνεψε σαν απελευθέρωση, και σύντομα παρατήρησα ότι πολλοί άνθρωποι που είχα μάθει να τους εκτιμώ και να τους θαυμάζω είχαν βρει εσωτερική ελευθερία και ασφάλεια στην αφοσιωμένη ενασχόλησή τους μ’ αυτόν.
Όπ.π., σελ. 95.

Δεν είναι όλα στη φιλοσοφία τόσο μελιστάλαχτα γραμμένα; Ίσως κάτι στην αρχή φαίνεται σαφές, όταν όμως το ξανακοιτάξεις, έχει εξαφανιστεί. Απομένει μόνο το χαρτί.
Αναφέρεται στο βιβλίο των Rosenthal-Schneider, Reality and Scientific Truth, σελ. 90.

Οι απόψεις μου συγγενεύουν με του Σπινόζα: θαυμασμός για την ομορφιά και πίστη στη λογική απλότητα της τάξης και της αρμονίας που μπορούμε να αντιληφθούμε με τρόπο ταπεινό και ατελή μόνο. Πιστεύω ότι πρέπει να είμαστε ικανοποιημένοι από την ατελή μας γνώση και κατανόηση και ότι πρέπει να θεωρούμε τις αξίες και τις ηθικές υποχρεώσεις αποκλειστικά ανθρώπινα προβλήματα.
Αναφέρεται στο βιβλίο του Hoffmann, Albert Einstein: Creator and Rebel, σελ. 95.

Η θρησκεία μου συνίσταται στον ταπεινό θαυμασμό προς το απεριόριστα ανώτερο πνεύμα που αποκαλύπτεται στις μικρότατες λεπτομέρειες τις οποίες είμαστε ικανοί να αντιληφθούμε με την εύθραυστη και αδύναμη νόησή μας. Αυτή η βαθιά συναισθηματική βεβαιότητα για την παρουσία μιας ανώτερης λογικής δύναμης, που αποκαλύπτεται στο ακατανόητο σύμπαν, συνιστά τη δική μου ιδέα του Θεού.
Αναφέρεται στη νεκρολογία της εφημερίδας The New York Times, 19 Απριλίου 1955.

(από το βιβλίο: Εγώ, ο Άλμπερτ Αϊνστάιν, Alice Calaprice, εκδ. Κάτοπτρο, Αθήνα 1998, σελ. 157-169)

«Το επιχείρημά μου κατά του Θεού συνίστατο στην άποψι ότι το σύμπαν έμοιαζε φοβερά σκληρό και άδικο.

Πως, όμως, είχε γεννηθή μέσα μου αυτή η ιδέα του δικαίου και του αδίκου;

Κανείς δεν ονομάζει μια γραμμή τεθλασμένη, παρά μόνο εάν έχη κάποια ιδέα για το πώς μοιάζει μια ευθεία γραμμή. Με τι σύγκρινα αυτό το σύμπαν όταν το χαρακτήριζα άδικο;

Αν όλο το παιχνίδι ήταν κακό και ανόητο από το Α μέχρι το Ω, για να το πω απλά, γιατί τότε εγώ, που υποτίθεται ότι ήμουν κομμάτι του παιχνιδιού, αντιδρούσα απέναντί του τόσο βίαια; Κάποιος αισθάνεται βρεγμένος όταν πέφτη στο νερό, κι αυτό γιατί ο άνθρωπος δεν είναι ζώο του νερού: ένα ψάρι δεν θα αισθανόταν ποτέ βρεγμένο.

Βέβαια, θα μπορούσα να είχα παρατήσει την όλη ιδέα μου περί δικαιοσύνης λέγοντας ότι δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μια ατομική μου άποψι. Αν, όμως, έκανα κάτι τέτοιο, τότε θα κατέρρεε και το επιχείρημά μου κατά του Θεού, μιας και το επιχείρημα στηριζόταν στο γεγονός ότι έλεγα πως ο κόσμος ήταν πραγματικά άδικος, όχι ότι απλώς δεν ικανοποιούσε το προσωπικό μου γούστο.

Έτσι, προσπαθώντας ακριβώς να αποδείξω ότι ο Θεός δεν υπάρχει —με άλλα λόγια, ότι όλη η πραγματικότητα ήταν παράλογη—, διαπίστωσα ότι έπρεπε να υποθέσω πως ένα τμήμα της πραγματικότητας -συγκεκριμένα, η ιδέα την οποία είχα περί δικαιοσύνης- ήταν γεμάτο από νόημα. Συνεπώς ο αθεϊσμός αποδεικνύεται πολύ απλοϊκός.

Αν το σύμπαν στο σύνολό του δεν έχει κανένα νόημα δεν θα διαπιστώναμε ποτέ ότι δεν έχει κανένα νόημα:

όπως ακριβώς, εάν δεν υπήρχε φως στο σύμπαν κι ως εκ τούτου πλάσματα με μάτια, ποτέ δεν θα ξέραμε ότι είναι σκοτάδι.

Το σκοτάδι θα ήταν λέξι δίχως κανένα νόημα»  (C.S. Lewis).

(στο: αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ, Πιστεύω στο Θεό, εκδ. άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός, σελ. 207-208)

Αθεΐα εναντίον πίστης!

"Heaven

is a fairy story

for people afraid of the

dark".

Ο Παράδεισος είναι ένα παραμύθι για ανθρώπους

που φοβούνται τo σκοτάδι (Stephen Hawking Βρετανός θεωρητικός φυσικός, κοσμολόγος, συγγραφέας και Διευθυντής Ερευνών στο Κέντρο Θεωρητικής Κοσμολογίας στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ).

"Atheism 

is a fairy story

for those afraid of the

light".

Ο αθεϊσμός είναι ένα παραμύθι για εκείνους

που φοβούνται το φως (John Lennox- καθηγητής Μαθηματικών Πανεπιστημίου Οξφόρδης).

 

Αδελφική αγάπη!
Όποιος φροντίζει για τον αδελφό του, προνοεί για τον εαυτό του (Ξενοφων).
Η αγάπη μας κάνει πιο δυνατούς. Η αγάπη μας κάνει
περισσότερο ειρηνικούς. Η αγάπη μας προστατεύει από τη
λαίλαπα της βίας, της αχαριστίας και της απαξίωσης που
κουβαλάει μέσα της η σκληρή, απειλητική πραγματικότητα που
θέλει να λέγεται «παγκοσμιοποίηση».
Μια φορά κι έναν καιρό, σ’ ένα νοσοκομείο ήταν ασθενής μια κοπελίτσα που την έλεγαν Μαρία και υπέφερε από μια σπάνια και σοβαρή ασθένεια.

Η μοναδική της ελπίδα να επανακάμψει φάνηκε να είναι η μετάγγιση αίματος από τον πεντάχρονο αδερφό της, ο οποίος ως εκ θαύματος είχε επιζήσει από την ίδια ασθένεια και είχε αναπτύξει τα απαραίτητα αντισώματα ενάντια στην αρρώστια.
Ο γιατρός εξήγησε την κατάσταση στον μικρό αδερφό της και ρώτησε το αγοράκι αν ήταν πρόθυμο να δώσει το αίμα του για την αδερφή του. Το παιδί δίστασε μόνο για μια στιγμή, προτού πάρει μια βαθιά ανάσα και πει:

«Ναι, θα το κάνω, αν είναι να σωθεί».
Καθώς προχωρούσε η μετάγγιση, ήταν ξαπλωμένος στο διπλανό απ' την αδερφή του κρεβάτι και χαμογελούσε, βλέποντας το χρώμα να επιστρέφει στο προσωπάκι της. Τότε το πρόσωπό του χλόμιασε και το χαμόγελό του έσβησε.

Κοίταξε τον γιατρό που ήταν από πάνω τον και τον ρώτησε με φωνή που έτρεμε:

"Θα αρχίσω να πεθαίνω αμέσως;"

Έτσι μικρό που ήταν, το αγοράκι είχε παρεξηγήσει τον γιατρό. Νόμιζε ότι επρόκειτο να δώσει όλο τον το αίμα στην αδερφή τον για να την σώσει. Και ήταν πρόθυμος να το κάνει γι ’ αυτήν.
I would lie for you, cry for you,
I would even die for you.
Θα πω ψέματα για χάρη σου, θα κλάψω για χάρη σου,
Ακόμα μπορώ να πεθάνω για χάρη σου.
(Natasha's song)

(Άκης Αγγελάκης, Ιστορίες που αξίζει να τις λες!, εκδ. Πύρινος κόσμος, σελ. 55-56)

Μια Ανεξήγητη Επιμονή
Η ασθενής που μεταφέρθηκε επειγόντως στη ΜΕΘ αρχικά θεωρήθηκε απλά μια πολύ βαριά περίπτωση. Κοπρανώδης περιτονίτιδα, που σημαίνει ότι το παχύ έντερο έσπασε και το μολυσμένο περιεχόμενό του βρέθηκε στο εσωτερικό της κοιλιάς προκαλώντας σοβαρή μόλυνση. Οι χειρουργοί παρενέβησαν αμέσως και αφού καθάρισαν την κοιλιά πλένοντας το περιτόναιο, αφαίρεσαν το έντερο και μετέφεραν την ασθενή στην Εντατική, όπου και συνεχίστηκε η θεραπεία της με ισχυρά αντιβιοτικά και φάρμακα για την κυκλοφορία. Ένα από τα συνηθισμένα περιστατικά για τη ΜΕΘ, σηπτική καταπληξία.
Το εντυπωσιακό προέκυψε όταν προχωρήσαμε σε βάθος το ιστορικό. Από πού προέκυψε η ρήξη του εντέρου; Η γυναίκα, 49 ετών, ιατρός η ίδια, είχε χειρουργηθεί προ διημέρου λόγω εξωμήτριας κύησης (εμφύτευση του εμβρύου στη σάλπιγγα αντί για τη μήτρα). Το εκπληκτικό της υπόθεσης είναι ότι αποτελούσε η εξωμήτριος αποτέλεσμα της εικοστής τέταρτης προσπάθειας της γυναίκας για απόκτηση παιδιού μέσω υποβοηθούμενης αναπαραγωγής (εξωσωματική γονιμοποίηση).
Είκοσι τέσσερις εμφυτεύσεις! Απίστευτες προσπάθειες χρόνια ολόκληρα. Ψυχική καταπόνηση ασύλληπτη, τεράστιες ποσότητες ορμονών που χορηγήθηκαν, χρήμα και χρόνος που ξοδεύτηκαν. Με σκοπό την απόκτηση ενός παιδιού. Ενός παιδιού δικού της. Όχι υιοθεσία, όχι αποδοχή της αποτυχίας του εγχειρήματος, αλλά ατελείωτες απόπειρες εξωσωματικής γονιμοποίησης.
Μια άλλη αποκαλυπτική πτυχή της προσπάθειας της ασθενούς ήταν το τηλεφώνημα από μια συνάδελφό της στο νοσοκομείο που εργαζόταν. Αφού ρώτησε με θερμό ενδιαφέρον τα σχετικά με την κατάσταση της υγείας της, αποκάλυψε στους ιατρούς της ΜΕΘ: «Είναι πολύ καλή γυναίκα, εξαίρετος άνθρωπος. Ήμασταν πολύ φίλες και στις πρώτες απόπειρες εξωσωματικής ήμουν δίπλα της συνέχεια. Όμως μετά την τέταρτη προσπάθεια, αποπειράθηκα να την αποτρέψω να συνεχίσει. Της είπα ότι ήταν επικίνδυνος για την υγεία της ο συνεχής βομβαρδισμός με ορμόνες, οι συνεχείς χειρουργικές παρεμβάσεις, το έντονο ψυχολογικό στρες. Της έφερα παραδείγματα επιπλοκών. Όμως αυτή θύμωσε και από τότε με έβλεπε και δε με χαιρετούσε, άλλαζε δρόμο στο νοσοκομείο. Μάλιστα από ένα σημείο και ύστερα, επειδή είχε προβλήματα, άρχισε και διορθωτικές χειρουργικές επεμβάσεις, όπως η απολίνωση των σαλπίγγων για να αποφύγει πιθανώς το ενδεχόμενο εξωμητρίου κυήσεως, που τελικά δεν το απέφυγε. Σας παρακαλώ, κάντε ότι μπορείτε, γιατί δεν είχε αίσθηση του κινδύνου, ζούσε σε μια τρέλα».
Ζούμε σε μια περίεργη εγωκεντρική εποχή. Από τη μία πλευρά, προσπάθεια απόκτησης παιδιών με κάθε μέσο και θυσία. Ατελείωτη η στρατιά των γυναικών που επιχειρούν εξωσωματικές σε όλη τη χώρα. Έμβρυα εμφυτεύονται, καταψύχονται, απορρίπτονται και κάποια αναπτύσσονται και γεννιούνται. Οι γονείς, ευτυχισμένοι που πέτυχαν το σκοπό της ζωής τους. Στον αντίποδα, από τη μια πλευρά αμέτρητες μέθοδοι αντισύλληψης που με επιμονή και προσοχή εφαρμόζουν τα ζευγάρια, τραυματίζοντας πολλές φορές τον οργανισμό ανεπανόρθωτα και από την άλλη ατελείωτες στρατιές γυναικών που κάνουν έκτρωση. Δε θέλουν να αποκτήσουν παιδί και για τον λόγο αυτό διακόπτουν βίαια μια ζωή που αναπτύσσεται μέσα τους.
Και το πιο ανεξήγητο, η ίδια γυναίκα που σε κάποια φάση της ζωής της κάνει έκτρωση, σε κάποια άλλη περίοδο προσπαθεί με πάθος να αποκτήσει παιδί με εξωσωματική, εξαιτίας της υπογονιμότητας που προκάλεσε η έκτρωση εκείνη. «Μα τότε δεν ήταν η κατάλληλη περίοδος, ούτε ο κατάλληλος άντρας για πατέρας του παιδιού», λέει. Τώρα μπορεί η ίδια γυναίκα να αναζητά δότη σε μια τράπεζα σπέρματος, έναν άγνωστο για να είναι ο βιολογικός πατέρας του παιδιού που θα φέρει στον κόσμο. Δεν ήθελε για πατέρα κάποιον γνωστό που ήρθε σε επαφή. Προτιμά να κυοφορήσει ένα παιδί κάποιου άγνωστου, που προέκυψε σε ένα εργαστήριο.
Δεν είναι τεχνολογική η σύγχυση. Είναι πνευματική με αιτία την απομάκρυνση του ανθρώπου από την Πηγή της Ζωής, τον Δημιουργό, Αυτόν που χάρισε στον άνθρωπο αυτό το πολύτιμο δώρο, τη ζωή. Ο άνθρωπος δεν επιθυμεί να γίνει συνδημιουργός, προτιμά να γίνει ο ίδιος δημιουργός εξορίζοντας από τη ζωή του τον Δημιουργό. Είναι παιδί του Αδάμ και της Εύας, απόγονος των οικοδόμων του πύργου της Βαβέλ.

(Νικόλαος Κ. Παναγιωτόπουλος, 20 χρόνια στην εντατική, Νέα Σμύρνη 2017, σελ. 105-107)

«Αυτά είναι του Θεού πράγματα»!
Επειδή ο π. Ιάκωβος ήτανε κι εφημέριος στα τρία χωριουδάκια, έπρεπε να πηγαινοέρχεται τις Κυριακές και μερικές ακόμα φορές, όταν το καλούσε η ανάγκη. Κι έπρεπε να πηγαίνει με το ζώο με κρύο, με χιόνι, με πάγους, με λιοπύρι… Δεν ήτανε λίγες οι φορές που παλιά το μουλάρι του, η Χάϊδω, τον ταλαιπωρούσε, γιατί κλώτσαγε και ήτανε νευρικό. Μια φορά μάλιστα, χειμώνα καιρό, με χιόνι πρόγκηξε στο δάσος το ζώο, πέταξε κάτω τον π. Ιάκωβο, που χτύπησε άσχημα κι έχασε και κάτι μάλλινα χοντρά γάντια, που του’ χε στείλει για τέτοιες περιστάσεις η Ζώη. Επειδή πάντα ήταν εξαντλημένος από την άσκηση, κρύωνε πολύ, ξυλιάζανε τα χέρια του και δυσκολευότανε να λειτουργήσει.
Πολλές φορές πήγαινε στα χωριά για διάφορους λόγους, χωρίς να παίρνει το μουλάρι. Έτσι, επέστρεφε από τα Δαμνιά και μάλιστα ήτανε φορτωμένος με αρκετά κιλά. Δύο περίπου χιλιόμετρα πριν φτάσει στο μοναστήρι, πέρασε ταξί με πελάτη, που γνώρισε τον π. ιάκωβο και πρότεινε στον οδηγό να τον πάρουνε κι αυτόν. Ο οδηγός απάντησε:
- Ας τους, οι καλόγεροι δεν έχουν ανάγκη.
Συνεχίσανε και μόλις φτάσανε στη Μονή χτυπήσανε και τους άνοιξε ο ίδιος ο π. Ιάκωβος. Ταξιτζής και πελάτης τα χάσανε. Ο πρώτος ζήτησε συγνώμη.
Τέτοια ήτανε πολύ συνήθη, μα καταγράφουμε ακόμα μία περίπτωση. Μητέρα είχε άρρωστο παιδάκι και έφερνε τα ρουχαλάκια του να τα «διαβάσει» ο π. Ιάκωβος. Τα ‘φερνε, το 1970 με το ταξί του Αθ. Βαρβούζου. Χειμώνας, λάσπες, δεν είχε γίνει ο καινούργιος δρόμος και το ταξί κόλλησε στις λάσπες ακριβώς στη διασταύρωση εκεί που στρίβει ο δρόμος για το Ασκητήριο του Οσίου Δαβίδ. Κατεβήκανε και θα συνέχιζαν με τα πόδια, όταν πέρασε με μουλάρι ο π. Ιάκωβος πηγαίνοντας να κοινωνήσει στα Δαμνιά κάποιον ετοιμοθάνατο, απόσταση τουλάχιστον 6 με 7 χιλιόμετρα από τη Μονή. Η μητέρα ζήτησε να μιλήσει στον π. Ιάκωβο μα κείνος τις έδειξε «τα Άγια» (τη Θεία Κοινωνία), της είπε να κάνει το Σταυρό της και να πάει στη Μονή, όπου θα επιστρέψει και ο ίδιος. Μητέρα και ταξιτζής περπατήσανε δέκα με δεκαπέντε λεπτά και φτάσανε. Μπήκανε στο ναό, προσκυνήσανε κι έκπληκτοι βλέπουνε τον π. Ιάκωβο να βγαίνει από το Ιερό!
- Πάτερ Ιάκωβε, δε σε είδαμε πριν λίγο στο δρόμο;
- Ναι, παιδί μου.
- Δεν πήγαινες στα Δαμνιά να κοινωνήσεις ετοιμοθάνατο;
- Ναι, παιδί μου.
- Και πώς πηγές και γύρισες τόσο γρήγορα;
- Αυτά, παιδί μου, είναι του Θεού πράγματα!
( Το διηγήθηκε ο ταξιτζής ενώπιον του επισκόπου).


(Ιάκωβος Τσαλίκης, Στυλιανού Παπαδοπούλου, Αθήνα 1994, σελ. 104-105)

Την ελεημοσύνη την είχε κληρονομιά ο Γέροντας από τη μητέρα του. Άδειαζε τα χέρια του κι ο Θεός του τα ξαναγέμιζε περισσότερο και πάλι το ίδιο και πάλι η απάντηση του Ελεήμονος Θεού πιο μεγάλη. Θαύμαζε ο Γέροντας το μεγαλείο της αρετής αυτής και τον πλούτο του Ελέους του Θεού.
Αξίζει ν’ αναφέρουμε ένα τέτοιο χαρακτηριστικό γεγονός. Κάποτε λειτούργησε σ’ ένα χωριό της περιοχής και αφού τελείωσε τη Θεία Λειτουργία, γύριζε με το ζώο στο Μοναστήρι, έχοντας όλο κι όλο στην τσέπη του δέκα - είκοσι δραχμές. Στο δρόμο βλέπει μια γριά να κάθεται έξω από ένα σπιτάκι, κάτω από ένα δένδρο, βρεγμένη, σκεπασμένη μ’ ένα τσουβάλι να τουρτουρίζει. Κατέβηκε με κόπο από το ζώο, γιατί ήταν και φρεσκοχειρουργημένος, και την πλησίασε να την παρηγορήσει. Αυτό ήταν, έλεγε, το καθήκον του. Αφού νουθέτησε το γιο της και τη νύφη της για τη συμπεριφορά τους προς τη γριά μητέρα τους της λέει:
-  Πάρε γιαγιά αυτές τις είκοσι δραχμές να πάρεις λίγη ζάχαρη, να κάνεις ένα ζεστό. Άλλα δεν έχω να σου δώσω.
Αφού την παρηγόρησε, ανέβηκε στο ζώο και πήρε το δρόμο για τη Μονή. Πιο πάνω τον σταματάει μια γνωστή του γιαγιά και του λέει:
-  Πάτερ Ιάκωβε Πάρε αυτά τα χρήματα, γιατί μου ψέλνεις (μνημονεύεις) το γέρο μου˙ πάρε κι αυτά τ’ αυγά.
Και τούδωσε περί τις διακόσιες δραχμές και αρκετά αυγά.
-  Γιαγιά, της λέει, το γέρο σου τον μνημονεύω και χρήματα δε θέλω. Και τ’ αυγά, κότες έχουμε στο Μοναστήρι, κράτησέ τα.
-  Όχι πάτερ, μη με προσβάλλεις χονδρικώς, του απαντά η γιαγιά.
Και έτσι αναγκάστηκε να τα κρατήσει. Φτάνοντας στην Ιερά Μονή απέξω τον περίμενε ένας γέροντας από ένα κοντινό χωριό, άρρωστος, και του λέει:
-  Πάτερ Ιάκωβε, αν έχεις να μου δανείσεις εκατό δραχμές να πάω στο γιατρό και όταν θα έχω στις ξαναδίνω.
Του λέει τότε ο Γέροντας:
-  Πάρε παππού μου αυτές τις διακόσιες δραχμές για το γιατρό και για τα φάρμακα και δεν θέλω να μου τα επιστρέψεις.
Μπήκε στη Μονή και πάλι χωρίς δραχμή στο χέρι. Σε λίγο έρχονται προσκυνητές και του λένε:
-  Πάρε πάτερ αυτόν το φάκελο για να μας κάνεις ένα σαρανταλείτουργο, και του δίνουν είκοσι χιλιάδες δραχμές.
Τους λέει ο Γέροντας:
-  Θα το κάνω το σαρανταλείτουργο, τα χρήματα όμως δεν τα θέλω.
Τον παρακάλεσαν να τα δεχτεί. Με τα χρήματα αυτά αγόρασαν ένα μανουάλι για τη Μονή, έμειναν και υπόλοιπα και ξοδεύτηκαν, όπως έπρεπε.
«Κάθε μήνα», έλεγε ο Γέροντας, «έχω τις οικογένειες που έχουν ανάγκη και τις οικονομώ τ’ απαραίτητα σε τρόφιμα και σε χρήματα. Ένα δίνω κι ο Θεός δέκα μου δίνει. Μόλις σκεφτώ κάτι να δώσω αμέσως η απάντηση του Θεού μου δίνει πολλαπλάσια. Γι’ αυτό έλεγε χαρακτηριστικά, «δίνε, δίνε κι ο Θεός θα σου δίνει». Ο Γέροντας διακονούσε τους συνανθρώπους του ελεώντας τους υλικά και πνευματικά και αγωνιζόταν με υπεράνθρωπη άσκηση.
Εδώ αναφέρουμε το εξής θαυμαστό γεγονός, όπως το αφηγήθηκε ο Γέροντας: «Επειδή το λάδι της Μονής ήταν λιγοστό και οι εκκλησίες της περιοχής πολλές και οι φτωχοί που ελεούσαμε περισσότεροι, παρακάλεσα την Παναγία μας και τον Άγιο Δαβίδ καθώς και τον Άγιο Προφήτη Ηλία να βοηθήσουν να μη σωθεί το λάδι μας, αλλά για όλους να επαρκέσει. Κατεβαίνοντας λοιπόν μετά τη δέησή μου στην αποθήκη του λαδιού κοιτάζω το δοχείο που είχε μέσα το λάδι και βλέπω να τρέμει το καπάκι του και το λάδι να ξεχειλίζει και να έχει πλημμυρίσει γύρω.

Κατ’ αρχάς νόμισα ότι έπεσε μέσα κανένα ποντίκι, το οποίο στην προσπάθειά του να βγει κουνούσε το καπάκι και χυνόταν το λάδι. Είπα, μάλιστα, μέσα μου: Τι να το κάνω τώρα τόσο λάδι, αν έπεσε μέσα ποντίκι; Ούτε για φαγητό κάνει, ούτε για το καντήλι, αλλά πάλι πώς να έπεσε μέσα αφού το καπάκι είναι στη θέση του; Άνοιξα λοιπόν το καπάκι και διαπίστωσα ότι όχι μόνο ποντίκι δεν έπεσε μέσα, αλλά το λάδι, θαυματουργικώ τω τρόπω, ανέβλυζε από το δοχείο και πλημμύριζε γύρω. Το θαύμα αυτό συνέβη, γιατί προμηθεύαμε με λάδι όλους τους γύρω ναούς και τα εξωκκλήσια για τις ανάγκες τους, αλλά και για την ελεημοσύνη που δίναμε στους φτωχούς».

(Ένας άγιος Γέροντας ο μακαριστός π. Ιάκωβος, εκδ. πατέρων Ι. Μονής Οσίου Δαβίδ, σελ. 51-53)

Πώς αναθεώρησα τη προσέγγισή μου στην αγάπη στην «συν Θεώ» ζωή. (σκέψεις μιας ψυχής...).
Πάντα θεωρούσα τον εαυτό μου ένα άνθρωπο που έδινε αγάπη, χωρίς όμως να γίνεται σε μεγάλο βαθμό αυτή η αγάπη αποδεκτή. Προφανώς και υπήρχε κάποιος λάθος στον τρόπο έκφρασης αυτού του συναισθήματος που δεν ξέρω αν ήταν αγάπη , ωστόσο έτσι το έλεγα.
Όταν ξεκίνησα τον πνευματικό αγώνα έκανα μια έντονη ενδοσκόπηση, μια αυτοκριτική βάζοντας στο μικροσκόπιο τον τρόπο που συμπεριφέρομαι. Συνήθιζα να «απαιτώ» σεβασμό από τον διπλανό μου χωρίς ουσιαστικά εγώ η ίδια να έχω βαθιά αυτοπεποίθηση και αγάπη για εκείνον. Απαιτούσα από τους άλλους αυτά που δεν έδινα η ίδια σε μένα. Ουσιαστικά διαπίστωνα μέρα με τη μέρα ότι δεν συμπεριφέρομαι όπως πραγματικά θα ήθελα, σε μεγάλο βαθμό δεν ήμουν ο εαυτός μου αλλά προσπαθούσα να είμαι «κάτι» για να ικανοποιήσω κάποιους, και τελικά όλο αυτό μου δημιουργούσε μια σύγχυση και μια ταραχή.
Νομίζω ότι αυτό ο Θεός το ήξερε και πριν προλάβω προσωπικά να το συνειδητοποιήσω με ευλόγησε να αισθάνομαι βαθιά μέσα στην ψυχή μου την δική Του Αγάπη. Έγινε χωρίς να το επιλέξω, ούτε καν να το ζητήσω, δεν γνώριζα ότι υπάρχει τέτοια κατάσταση.  Αυτό το συναίσθημα ήρθε τόσο έντονα και επίμονα στην ψυχή μου, που άρχισε να ξυπνάει  μέσα μου την ανάγκη για την αγάπη που όφειλα να δώσω στον ίδιο μου τον εαυτό. Φωτίστηκαν σημεία της ψυχής μου που έπρεπε μόνη μου να αποκωδικοποιήσω, να ερμηνεύσω, να αποδεχτώ και να ανασύρω στην επιφάνεια.
Κινήθηκα με άξονα την «αλήθεια μου», την οποία όφειλα να αντικρύσω κατάματα, να αποδεχτώ και να βελτιώσω όπου απαιτούταν.  Αυτό που στην ουσία γινόταν στην πριν «Χριστώ ζωή μου» είναι να φέρομαι σαν κάποιος άλλος , είτε γιατί κάτι έκρυβα, είτε γιατί κάτι δεν με βόλευε και μου χάλαγε την «ωραία» εικόνα που ήθελα να έχω για τη ζωή μου.  
Έτσι ξεκίνησα με τη σχέση μου με μένα, δεδομένης την αγάπης μου για τον θεό που έκαιγε την καρδιά μου.  Η αυτοπεποίθηση είναι μια λέξη που δεν ταιριάζει με τα πνευματικά αλλά για μένα έχει μια πνευματική διάσταση. Στην ουσία μιλώντας για αυτοπεποίθηση εννοώ α) την πεποίθηση  ότι ακόμα και αν δεν έχω τις απαραίτητες ικανότητες να κάνω κάτι, τελικά θα τα καταφέρω, ή τουλάχιστον θα καταφέρω «ότι προορίζεται να καταφέρω», γιατί κάποιος άλλος αποφασίζει, και β) τη θέληση να προχωρήσω και να αγωνιστώ, δηλαδή να μην απογοητευτώ και να μην σταματήσω.
Τα δύο παραπάνω στοιχεία με έκαναν να αποδέχομαι τον εαυτό μου, να εκτιμώ την προσπάθειά του και όχι μόνο να επιδιώκω την επιτυχία του,  να εκτιμώ τον αγώνα ειδικά όταν είναι αποτυχημένος.  
Η καλλιέργεια αυτού του τύπου της «αυτοπεποίθησης» ήταν μιας μορφής ψυχοθεραπεία που ένοιωσα ότι πρέπει  να κάνω ως ένα δώρο σε μια πληγή που κουβαλούσα. Αυτό με οδήγησε σε μια ειρήνευση με τον εαυτό μου και αυτό με τη σειρά του με έκανε να νιώθω μια πληρότητα, επιείκεια, συμβιβασμό για τις συγκεκριμένες ικανότητες που μου έχουν δοθεί και μια αποδοχή για τον συγκεκριμένο αγώνα που είχα να δώσω.
Στην ουσία έμαθα σταδιακά - ή τουλάχιστον προσπαθώ να μάθω  γιατί έχει μεγάλη διαδρομή αυτό – να εμπιστεύομαι τις εξελίξεις,  γιατί πίστεψα ακράδαντα ότι, όλα όσα γίνονται για μένα όχι μόνο τα «επιτρέπει» ο Θεός, τα «επιλέγει» Εκείνος. Υπάρχει μια μεγάλη διαφορά στα δύο ρήματα, και η πίστη μου στο «επιλέγει» μου δημιούργησε την πεποίθηση ότι κάθε βήμα μου είναι προορισμένο, να γίνει με τον τρόπο που γίνεται. Ακόμα και οι προσωρινές απογοητεύσεις από πρόσωπα και καταστάσεις είναι μέρος ενός σχεδίου στο οποίο έχω συγκεκριμένο ρόλο, τον οποίο καλούμαι μόνο να διεκπεραιώσω πλάι Του.
Με τον αυτό τον τρόπο σκέψης άρχισα να βλέπω τον πλησίον μου, ως ένα πλάσμα Θεού, που είναι σε κάποιο βαθμό στις «επιλογές του Θεού» να είναι δίπλα μου. Αυτή η σκέψη με εμπνέει να  βλέπω τους ανθρώπους γύρω μου ως εικόνες Θεού και με αυτή την οπτική ζω και τους συναναστρέφομαι. Άρχισα συμπαθώ, να κατανοώ, να αποδέχομαι, να σέβομαι, να μην τους υποπτεύομαι για τίποτε κακό,  και τελικά να αγαπώ, να συμπονώ και όλα αυτά τα αισθάνομαι διακριτά για τον καθέναν.
Ξεχωρίζω τις κακές στιγμές ως μεμονωμένες, αποσπασμένες περιπτώσεις, και χωρίς να τις γενικεύω τις αποδέχομαι. Συνεχίζω έτσι να αποδέχομαι το συνάνθρωπο ξεχωρίζοντας την πράξη του από την ψυχή του.  
Τελικά τι είναι για μένα αγάπη;
Αγάπη είναι μαθαίνω να «ακούω» τον διπλανό μου προσεκτικά.
Αγάπη είναι να μοιράζομαι με κάποιον την αγωνία μου, να μοιράζεται κάποιος μαζί μου τη δική του,  δείχνει εκτίμηση και εμπιστοσύνη το μοίρασμα.
Αγάπη είναι να αποδέχομαι τη δύσκολη στιγμή κάποιου και να τον συγχωρώ, ως μεμονωμένη δύσκολη στιγμή, αγάπη είναι η συγχώρεση.
Αγάπη είναι να προσέχω τη λεπτομέρεια της στιγμής γιατί κάποιος έχει ανάγκη την προσοχή μου, αγάπη είναι η υπομονή.
Αγάπη είναι να μιλώ με αλήθεια, χωρίς να κρύβω, να είμαι εκεί με ουσία, αγάπη είναι αυθεντικότητα, αγάπη είναι ειλικρίνεια.
Αγάπη είναι «η συνέχεια» .., και όχι για λίγο για να πω ότι «εγώ το έκανα, τι άλλο να κάνω;», αγάπη είναι η επανάληψη στην αγάπη.
Αγάπη είναι να ξεχνώ και να μην πληγώνομαι, να θυμάμαι για να διδάσκομαι, αγάπη σημαίνει δεν φοβάμαι.
Αγάπη είναι τα καλά λόγια κάποιες στιγμές δηλαδή η «κολακεία», όταν γίνεται για ανθρώπους που δεν αγαπούν τον εαυτό τους, για να βοηθηθούν να ξεκινήσουν από αυτό, δεν ξεχνώ ότι και εγώ από εκεί ξεκίνησα.
Αγάπη είναι να επιθυμώ  το καλό για τους άλλους, έναντι του καλού για μένα, γιατί συνειδητοποιώ ότι αυτό κάνει καλό έμμεσα και σε μένα, αρκεί να έχω υπομονή για να το καταλάβω.
Αγάπη είναι να είμαι κοντά στους ανθρώπους με ποσότητα  χρόνου και όχι μόνο ποιοτικά. Δεν προλαβαίνεις τη δύσκολη στιγμή, την κακή σκέψη, τον αρνητικό λογισμό, δεν είναι αυθόρμητο το μοίρασμα όταν γίνεται σε συγκεκριμένο «ποιοτικό» χρόνο. Χρειάζεται διαρκής παρουσία η οποία δημιουργεί μια ζεστασιά και μια θαλπωρή.  Αγάπη είναι η προσφορά, η παρουσία.
Αυθεντική Αγάπη είναι η απροϋπόθετη Αγάπη και αυτή είναι η Αγάπη του Χριστού και έγινε για μένα η αρχή μιας διαδρομής μέσα μου.
Η απροϋπόθετη αυτή Αγάπη του Θεού αιφνιδίασε την ύπαρξή μου, με αφόπλισε και με δίδαξε πολλά. Με δίδαξε (και με διδάσκει) την πραγματική μετάνοια και όχι την προσωρινή μεταμέλεια, την ουσιαστική κριτική για το είναι μου. Αυτή η μετάνοια με τη σειρά της με οδηγεί σε μια εξαιρετικά ελπιδοφόρα κατάσταση, μου δίνει δύναμη στον αγώνα μου, δεν με απογοητεύει στην πτώση μου, με κάνει να σκέφτομαι ότι «κανένας αγώνας δεν είναι μάταιος» και δεν μου επιτρέπει την απογοήτευση. Όλη αυτή η κατάσταση τέλος τροφοδοτεί την Αγάπη μέσα μου για τον εαυτό μου. Έτσι χωρίς να καταλάβω πως, γεννιέται μια μέσα μου «αγάπη» που προέρχεται από εμένα και πρέπει να δώσω στους άλλους. Το τελευταίο βήμα πραγματοποιείται αυθόρμητα και στο σύνολό της όλη αυτή η διαδικασία γίνεται μια κυκλική διαδρομή η οποία επαναλαμβάνεται και βιώνεται με τη Χάρη Του, και όλη αυτή η πορεία έχει μια μαγεία γιατί αυτή η αγάπη – η δική μου αγάπη προς τους άλλους - γίνεται επιτέλους αποδεκτή:
«Αγάπη από το Θεό,
πτώση,
μετάνοια,
ελπίδα,
αγώνας,
Αγάπη-αποδοχή για το εαυτό μου,
Αγάπη για τους άλλους»
όλα υπάρχουν μέσα μου ταυτόχρονα και λειτουργούν με οδηγό την Αγάπη του Θεού – που είναι η πρώτη αγάπη στη σειρά – και «βρήκε μέσα μου χώρο», χωρίς να με ρωτήσει.
Ελπίζω ότι αυτή η αυτή Αγάπη που προέρχεται από αυτή την διαδρομή, θα βρει χώρο στις καρδιές των άλλων και θα τη μεταλαμπαδεύσει μέσα τους, για να κάνουν και οι συνάνθρωποί μου την ίδια ευλογημένη διαδρομή. Το αξίζουν.

Στον έμπορο Σ.Τ., τον οποίο «ο Θεός δεν ακούει».


Παραπονιέσαι, ότι ο Θεός δεν ακούει τις προσευχές σου. Σε πολλές δυσκολίες προσευχόσουν στον Θεό, και ποτέ δεν σε έσωσε από καμία! Πως όχι, αναρωτιέμαι, αφού ιδού εσύ επέζησες από τις δυσκολίες;
Όμως επίτρεψέ μου μία ερώτηση: εσύ, ακούς το Θεό ;

Μέσα και από την Παλαιά και από την Καινή Διαθήκη ο Ύψιστος υποσχέθηκε να ακούει τους ανθρώπους υπό τον όρο οι άνθρωποι να ακούν Εκείνον. Εσύ ακούς τον Θεό, αφού ζητάς ο Θεός να ακούει εσένα ; Εκπληρώνεις τους θεϊκούς νόμους και κρατάς τις τάξεις Του;

Εάν δεν το κάνεις, τότε είναι παράξενη η απαίτησή σου, ο Θεός να ακούσει εσένα και να υπακούσει. Ο Θεός κατέβηκε στη γη και έπλυνε τα πόδια εκείνων που Τον αγαπούν. Στον Δημιουργό μας είναι μεγάλη χαρά να ακούει τα υπάκουα παιδιά Του. Ο Δημιουργός υπάκουσε στον Μωυσή, τον Αβραάμ και τον Ιακώβ σ’ ότι Τον παρεκάλεσαν. Και μέσω φυσικών και υπερφυσικών ενεργειών Εκείνος άπλωνε το έλεός Τους σ’ εκείνους που εκπλήρωναν τον νόμο Του.

Εάν Αυτός δεν ήθελε να υπακούσει τις δικές μου και τις δικές σου προσευχές, τούτο συνέβη ή εξαιτίας του ότι εμείς δεν θέλαμε να υπακούσουμε τις εντολές Του από την Διαθήκη ή επειδή οι προσευχές μας ήταν ανορθόδοξες. Μέσω του Ησαΐα έλεγε ο Κύριος στον ανυπάκουο λαό: «Εάν πληθύνητε την δέησιν, ουκ εισακούσομαι υμών» (Ησ. 1,15). Ενώ λίγο πιο μετά: «Και εάν θέλητε και εισακούσητέ μου, τα αγαθά της γης φάγεσθε» (Ησ. 1,19). Ο Θεός μας ακούει όταν ακούμε και δεν ακούει όταν δεν ακούμε.

Ακόμα, δεν ακούει ούτε τότε που ζητάμε κάτι επιζήμιο και ανόητο. Οι απόστολοι Ιάκωβος και Ιωάννης παρακάλεσαν μία φορά τον Κύριο, ν’ αφήσει φωτιά από τον ουρανό στο χωριό, το οποίο δεν ήθελε να τους δεχθεί για να περάσουν τη νύχτα. Αυτός «στραφείς δε επετίμησεν αυτοίς» (Λουκ. 9,55). Όχι μόνο δεν τους εκπλήρωσε τα αιτήματα, αλλά τους μάλωσε. Θυμήσου και εσύ, εάν οι προσευχές σου ήταν αξίες του ανθρώπου και αξίες του Θεού.
Κάτι ακόμα. Γιατί προσεύχεσαι στον Θεό μόνο στη δυσκολία; Μ’ αυτό ταπεινώνεις τον εαυτό σου, ενώ οι υβρίζεις τον Θεό σου. Ο Δημιουργός μας, ζητά από μας να αισθανόμαστε αδιάκοπα τη δική Του παρουσία και ασταμάτητα να επικοινωνούμε μέσω της προσευχής μαζί Του : «Αδιαλείπτως προσεύχεσθε» (Α’ Θεσ. 5,17). Προσευχόμενος στον Θεό μόνο όταν σε βρίσκει καημός κάνεις τον εαυτό σου απλό ζητιάνο και ντροπιάζεις τον Θεό, αφού Τον καλείς σαν πυροσβέστη μόνο όταν καίγεται το σπίτι σου.

Ο Χριστός μας έδωσε το δικαίωμα να επικαλούμαστε τον δικό Του Πατέρα, ως δικό μας Πατέρα. Τι πιο γλυκό υπάρχει απ’ αυτό ; Και τι υπάρχει πιο γλυκό για τα παιδιά από το να βρίσκονται παρόντες οι γονείς τους ; Ας φροντίζουμε, λοιπόν, κι εμείς ασταμάτητα να στεκόμαστε στην παρουσία του ουράνιου Πατέρα μας, με την καρδιά και με τις σκέψεις και με τις προσευχές. Η προσευχή μας στον καιρό της προκοπής και της χαράς είναι σαν κάποιο κεφάλαιο προσευχής, που μας χρησιμεύει στις μέρες της δυσχέρειας και των βασάνων περισσότερο από τη στιγμιαία προσευχή όταν αυτές οι μέρες έρθουν.
 Ειρήνη από τον Κύριο
(Δρόμος δίχως Θεό δεν αντέχεται, Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς, εκδ. Εν πλω, σελ. 309-310)

ΔΕ ΘΑ ξεχάσω το θέαμα που είδα στη Λούρδη, το προσκύνημα της Παναγίας:
Εκατοντάδες ασθενών ήταν μαζεμένοι στο μέσον της πλατείας, εμπρός στη μεγάλη Βασιλική της Παναγίας.

Η λιτανεία των Πανααχράντων Μυστηρίων ξεκίνησε από το σπήλαιο των εμφανίσεων κι έφθασε στο μέσον της πλατείας για να δοθή ευλογία στους ασθενείς.

Πριν από την ευλογία ένας ιερεύς παρουσιάσθηκε εμπρός στα Άχραντα Μυστήρια και με δυνατή φωνή που εξεδήλωνε τη βαθειά του πίστι φώναξε:
- Ιησού, που είσαι εδώ παρών κάνε να περπατήσω.
- Ιησού, κάνε να περπατήσω, απήντησαν συγκινημένοι όλοι οι άρρωστοι.
- Ιησού, που είσαι εδώ παρών, συνέχισε ο ιερεύς, κάνε να ακούσω.
- Ιησού, κάνε να ακούσω, απαντούν πάλι οι άρρωστοι.
- Ιησού, που είσαι εδώ παρών, κάνε να δω.
- Ιησού, που είσαι εδώ παρών κάνε να δω.
... … … … … … … … … … … … … … … … … … … … … … … … … … … … … … … … … … … … … … …
Στο τέλος με πιο δυνατή φωνή, ώστε να αντηχήση στους λόφους και τις κοιλάδες της Λούρδης:
- Ιησού, κι αν δε θέλεις να γίνω καλά, ας γίνη το θέλημά σου.
Κι όλοι οι άρρωστοι με δάκρυα στα μάτια και βαθειά κατάνυξι σαν ένας άνθρωπος, επανέλαβαν:
- Ας γίνη το θέλημά Σου.


(Πάντα προς οικοδομήν, Υακίνθου επισκόπου Γρατιανουπόλεως, σελ.18-19)

Σελίδα 1 από 16