Γλώσσα και καρδιά. 
Ενός φιλαργύρου είχε αρρωστήσει βαρειά το μονάκριβο παιδί. Οι φίλοι του τότε τον συμβούλευσαν ή ν’ απαγγείλη όλο το Κοράνι ή να κάνη μερικές ελεημοσύνες στους φτωχούς για να τον λυπηθή ο Θεός και να σωθή το παιδί του.
Εκείνος προτίμησε ν’ απαγγείλη όλο το Κοράνι.
Ένας ευσεβής άνθρωπος που το πληροφορήθηκε είπε τότε:
-Προτίμησε ν’ απαγγείλη όλο το Κοράνι, γιατί το έχει στην άκρη της γλώσσας του, ενώ τα λεφτά του τα έχει στο βάθος της καρδιάς του και του είναι δύσκολο να τα βγάλη.
«Ουχί πάς ο λέγων μοι, Κύριε, Κύριε, εισελεύσεται εις την βασιλείαν μου».
(Ο Κύριος)
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο490)

Το κρασοπότηρο
Μερικοί μέθυσοι πήγαν κάποτε σ' έναν όσιον που ζούσε στα χρόνια του Μεγάλου Βασιλείου — ο οποίος αναφέρει και το γεγονός αυτό — και του ζήτησαν να τους γιατρέψη με νερό αγιασμένο από τις διάφορες παθήσεις που είχαν εξ αιτίας του πιοτού.
Ο όσιος τους άκουσε και τους απάντησε:
— Πραγματικά σας χρειάζεται νερό για να γίνετε καλά. Αλλά μη το ρίχνετε στο σώμα σας. Να το ρίχνετε στα ποτήρια σας αντί για κρασί. Έτσι να είσθε βέβαιοι ότι θα γίνετε όλοι καλά σε λίγο καιρό.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο144)

Ισχυρά βούλησις
«Εις την Ζάκυνθον, εμπήκα ναυτικός εις την μοίραν του Μωριά κι αρχίσαμε να κτυπάμε τους Τούρκους. Ένα καιρό έμεινα ημέρες χωρίς να καπνίσω.

Δεν ημπορούσα να βαστήξω. Παίρνω την πίπα μου κι άρχισα να ξύνω την νικοτίνη δια να φτιάξω τσιγάρο.

Κάποια στιγμή όμως είπα στον εαυτό μου στενοχωρημένος:

Όρσε άνθρωπος που θέλει να λευτερώση τον τόπο του και δεν μπορεί να λευτερωθή ο ίδιος από ένα συνήθειο. Θεέ μου, συγχώρεσέ με».
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο117)

Συχνά πλανιόμαστε, όταν πιστεύουμε ότι είμαστε υπομονετικοί και πράοι, επειδή δεν καταδεχόμαστε να απαντήσουμε στην πρόκληση του αδελφού μας.

Πρέπει να ξέρουμε όμως, ότι την ώρα που κρατάμε αυτήν την πικρόχολη σιωπή ή όταν κάνουμε μια κοροϊδευτική χειρονομία, τότε ουσιαστικά χλευάζουμε τους ταραγμένους αδελφούς μας και με αυτό το απαθές προσωπείο τούς εξοργίζουμε, και μάλιστα πολύ περισσότερο από ό,τι θα είχε κάνει η οργισμένη αντίδρασή μας.

Νομίζουμε ότι δεν είμαστε διόλου ένοχοι απέναντι στο Θεό, επειδή δεν απαντήσαμε άσχημα και δεν πέσαμε στα μάτια των ανθρώπων.

Στα μάτια του Θεού όμως δεν μετράνε μόνο τα λόγια, αλλά κυρίως και πρωταρχικά αξιολογείται η προαίρεση…

Κατά τον ίδιο τρόπο, σε τίποτα δεν εξυπηρετεί η σιωπή μας την ώρα της αντιδικίας, αν αυτή παίρνει τη θέση της βρισιάς και της αντιλογίας ή αν την συνδυάζουμε με κάποιες χειρονομίες, οι οποίες θα εξοργίσουν ασφαλώς περισσότερο αυτόν που προσπαθούμε να κατευνάσουμε και έτσι θα γίνουμε αιτία της καταστροφής του.

Γινόμαστε μεγαλύτεροι εγκληματίες και μόνο από το γεγονός ότι φροντίζουμε να καλύψουμε φίλαυτα την αδιαφορία μας, θέλοντας να δικαιωθούμε.

Και αυτό το κάνουμε τη στιγμή που βλέπουμε πως ο αδελφός μας κινδυνεύει άμεσα και εμείς θα μπορούσαμε ασφαλώς να του συμπαρασταθούμε.

Μια τέτοια σιωπή θα είναι ασφαλώς για όλους ολέθρια…

Συχνά, μια προσποιητή υπομονή εξωθεί πιο βίαια προς την οργή από ό,τι θα έκαναν τα υβριστικά λόγια.

Μια μοχθηρή σιωπή ξεπερνά σε πίκρα και τις πιο δυνατές βρισιές.

Επιπλέον, υπομένουμε πιο εύκολα τα χτυπήματα από ένα δηλωμένο εχθρό, παρά τα ψεύτικα καλοπιάσματα κάποιου υποκριτή.

(αββά Κασσιανού, εκδ. Ετοιμασία τόμος Β σελ. 30-32)

Κάποτε στό Άγιον Όρος ήταν ένας μοναχός πού διέμενε στίς Καρυές.
Έπινε καθημερινά καί μεθούσε καί γινόταν αιτία νά σκανδαλίζονται οι προσκυνητές.
Κάποια στιγμή πέθανε καί ανακουφισμένοι κάποιοι πιστοί πήγαν στόν γέροντα Παΐσιο νά τού πούν μέ ιδιαίτερη χαρά ότι επιτέλους λύθηκε αυτό τό τεράστιο πρόβλημα.
Ο π. Παΐσιος τούς απάντησε ότι γνώριζε γιά τό θάνατο τού μοναχού, αφού είδε ολόκληρο τάγμα αγγέλων πού ήρθαν νά παραλάβουν τήν ψυχή του.
Οι προσκυνητές απόρησαν καί διαμαρτυρήθηκαν καί κάποιοι προσπαθούσαν νά εξηγήσουν στόν γέροντα Παΐσιο γιά ποιόν ακριβώς μιλούσαν, νομίζοντας ότι δέν κατάλαβε ο γέροντας.
Ο π. Παΐσιος τούς διηγήθηκε:
«Ο συγκεκριμένος μοναχός γεννήθηκε στή Μ. Ασία, λίγο πρίν τήν καταστροφή όταν οι Τούρκοι μάζευαν όλα τά αγόρια.
Γιά νά μήν τό πάρουν από τούς γονείς του, αυτοί τό έπαιρναν μαζί τους στό θερισμό καί γιά νά μήν κλαίει, τού έβαζαν λίγο ρακί στό γάλα γιά νά κοιμάται.
Ως εκ τούτου μεγαλώνοντας έγινε αλκοολικός. Κάποια στιγμή και μετά από αποτρεπτικές απαντήσεις από διάφορους γιατρούς να μην κάνει οικογένεια, ανέβηκε στο Όρος και έγινε μοναχός.
Εκεί βρήκε γέροντα καί τού είπε ότι είναι αλκοολικός.
Τού είπε ο γέροντας νά κάνει μετάνοιες καί προσευχές κάθε βράδυ καί νά παρακαλεί τήν Παναγία νά τόν βοηθήσει νά μειώσει κατά 1, τά ποτήρια πού έπινε.
Μετά ένα χρόνο κατάφερε μέ αγώνα καί μετάνοια νά κάνει τά 20 ποτήρια πού έπινε, 19 ποτήρια.
Ο αγώνας συνέχισε μέ τήν πάροδο τών χρόνων καί έφτασε τά 2-3 ποτήρια, μέ τά οποία όμως πάλι μεθούσε.»
Ο κόσμος έβλεπε χρόνια ένα αλκοολικό μοναχό πού σκανδάλιζε τούς προσκυνητές, ο Θεός έβλεπε ένα αγωνιστή μαχητή πού μέ μεγάλο αγώνα αγωνίστηκε νά μειώσει τό πάθος του.
Χωρίς νά ξέρουμε γιατί ο κάθε ένας προσπαθεί νά κάνει αυτό πού θέλει νά κάνει, μέ ποιό δικαίωμα νά κρίνουμε τήν προσπάθειά του;

Κάποτε ένας νέος,  πλουσιωτάτης  οικογένειας  υιός, με πτυχία, με γλώσσες, μου έλεγε το εξής: είχαν ένα υπάλληλο στην επιχείρηση του πατερά του στην οποία  εργαζόταν κι αυτός. Του είπε, λοιπόν, κάποτε ο υπάλληλος ότι θα πάει ένα ταξίδι στην Πάτμο. Κι ο νέος απάντησε:

- Θα έλθω και εγώ στην Πάτμο, γιατί δεν έτυχε να έχω πάει εκεί.

Πήγαν στη Πάτμο. Ο υπάλληλος ήταν πιστός και είχε μια γνωριμία με τον πατέρα Αμφιλόχιο το Μακρή. Πολλοί από σας θα τον έχετε ακούσει. Του είπε, λοιπόν, ότι θα περάσω να δω τον πατέρα  Αμφιλόχιο, όσες  φορές  έρχομαι -κάθε χρόνο  πήγαινε στην Πάτμο- εξομολογούμαι εδώ. Του είπε  ο νεαρός ο άλλος, το αφεντικό του θα λέγαμε, θα έλθω και εγώ μαζί σου.
Και όταν πήγε ο νέος να εξομολογηθεί, αποφάσισε κι αυτός να μπει. Όχι διότι είχε πραγματικά μετανοήσει. Έτσι, δεν ξέρω πως του ήρθε . Φυσικά κάτι  λάλησε μέσα του. Όπως ο ίδιος μου έλεγε
- «σαν μια ατραξιόν του ταξιδιού. Αι, μέσα στα τόσα , τα οποία είδαμε στο ταξίδι, ας πω ότι γνώρισα αυτό το Γέροντα, τον ιερομόναχο το φημισμενο, τον Αμφιλόχιο της Πάτμου».
Μπήκε  μέσα να εξομολογηθεί , και ο γέροντας όταν του είπε μερικά από τα αμαρτήματά του, εντόπισε το ενδιαφέρον του στην κατ’ εξοχήν αμαρτία, την οποία έκανε αυτός  ο νέος. Νέος 25-26 ετών με χρήματα, ωραίος  λεβεντόκορμος, καταλαβαίνετε τι ακριβώς  συνέβαινε. Του λέει, λοιπόν, ο Γέροντας:
- «Παιδί μου, δώσε μια υπόσχεση στο Χριστό ότι θα αποστής από την αμαρτία. Δεν είναι τόσο δύσκολο, όσο  φαίνεται εκ πρώτης όψεως.  Με τη Χάρι του Θεού θα το πετύχεις».
Δεν ξέρω πως ήρθε στα χείλη μου και του είπα ένα ναι. Αλλά την ώρα κατά την οποία  έλεγα αυτό το ναι, μέσα μου κάτι  έλεγε:
για δυο μέρες,  πέντε  μπορεί. Για δέκα ίσως, αλλά μην φανταστείς ότι είναι δυνατό  να ζήσης, για δεκαπέντε μέρες σε εγκράτεια. Μη φαντασθείς ποτέ ότι γίνεται αυτό.
Την ώρα  κατά την οποία έλεγα ναι, ο εαυτός μου μέσα μου έλεγε: «μη  φαντασθείς ότι μπορεί να φτάσεις  15 μέρες».
Τότε που μου το έλεγε ο νέος είχαν περάσει  10 χρόνια, και μου έλεγε:
- «Τι μαγικό ραβδί ακούμπησε πάνω μου  και με μετέβαλε εμένα, το θηλυμανή ίππο, σε άνθρωπο εγκρατείας; Από την ημέρα εκείνη άλλαξε άρδην η ζωή μου».
Και είχε γίνει ένας ασκητής μέσα στο ίδιο του το σπίτι, ένα σπίτι πλούσιο και αριστοκρατικό.
Λοιπόν,  τότε που το έλεγε, φυσικά του φαινόταν  βουνό. Απ’ την  ώρα  εκείνη κατά την οποία μπήκε ο Χριστός στην κάρδια του άλλαξαν άρδην τα πράγματα. Και είδε ότι με τη δύναμη του Θεού  όλα γίνονται  κατορθωτά. Τα ακατόρθωτα, τα αδύνατα, γίνονται δυνατά. τα ανεπίτευκτα γίνονται επιτευκτά. τα φανταστικά γίνονται πραγματικά.

(Πηγή: Η Εξομολόγηση, αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ,Αθήνα 2012 σελ. 105-107)