Στο βίο του αγίου Μαρτίνου, Επισκόπου Φραγκιάς,

ευρίσκομε την έξης παράξενη διήγησι:
Ο άγιος Μαρτίνος ήταν πολύ ελεήμων. Τόσο, ώστε στρατιώτης ακόμα είχε δώσει τη μοναδική του χλαίνη σ' ένα φτωχό.

Παρά ταύτα, κάθε φορά που τον έβλεπαν μερικοί ζητιάνοι κουτσοί και μισοπαράλυτοι, το έβαζαν στα πόδια.

Και ξέρετε γιατί; Επειδή έβλεπαν, πως ο άγιος Μαρτίνος έκανε εκτός από ελεημοσύνες και πολλά θαύματα.

Ναι, βλέποντας τα θαύματα του οι άνθρωποι εκείνοι, εφοβήθηκαν μήπως τους κάνη κάποια στιγμή και αυτούς καλά!

Ήταν κουτσοί και παράλυτοι. Όμως με τις ελεημοσύνες που έπαιρναν, εζούσαν καλά. Χωρίς δουλειά και χωρίς κόπο. Ενώ σαν υγιείς θα έπρεπε να δουλεύουν. Και μάλιστα σκληρά. Το σκέφτηκαν καλά και προτίμησαν την αρρώστεια τους! Έτσι, κάθε φορά που έβλεπαν τον άγιο Μαρτίνο, το έβαζαν στα πόδια, για να μην τυχόν τους προλάβη και τους θεραπεύση και χάσουν τα όβολα!

Άραγε θα βρεθεί άνθρωπος να αποδεχθή την τακτική τους; Υπάρχει χειρότερο κατάντημα;

Και όμως! Πόσοι δεν τους μιμούνται. Πόσοι δεν αποφεύγουν συστηματικά να πλησιάζουν τους ιερείς και να διαβάζουν το λόγο του Θεού, από φόβο μην ανοίξουν τα μάτια τους και υποχρεωθούν να αλλάξουν τρόπο ζωής και χάσουν έτσι τις ευχαριστήσεις που έχουν! Δεν είναι οι άνθρωποι άξιοι να τους λυπάται κανείς;

Για την μετάνοια την μοναδική λύση στα αδιέξοδα μας, Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη"


Οι δυο ταξιδιώτες
Λένε οι ιστορίες των παλιών πως μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας γεωργός. Μια μέρα κίνησε να πάει στο χωράφι του, παρέα με το βόδι του. Φτάνει στο χωράφι, ζεύει το βόδι στο αλέτρι κι αρχίζει να οργώνει το χώμα. Πήγαινε κι ερχότανε, πήγαινε κι ερχότανε πίσω από το αλέτρι, που η μύτη του έσκιζε στα δυο τη γης κι ανακάτευε για τα καλά το χώμα. Κι όλο πήγαινε, κι όλο ερχόταν και ζύμωνε τούτος ο άνθρωπος τη γη με τον ίδρο του και την πότιζε με το αίμα του.
Την ώρα που όργωνε το χωράφι του, φάνηκε να έρχεται από μακριά ένας ταξιδιώτης. Είχε λένε αυτός ένα δισάκι στον ώμο και μια σκούφια φορεμένη στο κεφάλι, τα παπούτσια του ήταν πνιγμένα στο χώμα του δρόμου και το κεφάλι κοίταζε τη γης. Σιμώνει αυτός καμιά φορά το χωράφι του γεωργού και στάθηκε να τον χαιρετίσει. Ο γεωργός πάλι, άλλο που δεν ήθελε να πάρει μιαν ανάσα, αφήνει στην άκρη το αλέτρι, και τεντώνει το κορμί του, για να ξεπιαστεί κομματάκι από τη δουλειά.
Ο ταξιδιώτης τότε γυρίζει και του λέει:

«Καλημέρα, πατριώτη. Πηγαίνω κατά την πολιτεία που είναι πίσω απ' τα βουνά. Μήπως ξέρεις του λόγου σου, μήπως έχεις ακούσει τι λογής άνθρωποι μένουν εκεί πέρα;»

Ο γεωργός άκουσε τα λόγια του ταξιδιώτη και τον ρωτάει:

«Για πες μου, εσύ, αδελφέ, τι λογής ανθρώπους είχε ο τόπος που άφησες πίσω σου; Μήπως ξέρεις;»

Ο ταξιδιώτης παίρνει μιαν ανάσα και αποκρίνεται.

«Πού να στα λέω, πατριώτη! Ανοιχτή πληγή, ήτανε σου λέω! Από κακία άλλο τίποτα! Όλο σε καβγάδες έμπλεκαν κι από δουλειά ούτε κουβέντα. Ήταν γεμάτοι εγωισμό και μονάχα να γκρινιάζουν ήξεραν. Για όλα είχανε να πουν την κουβέντα την κακή, κι έναν καλό λόγο δεν είχαν για κανένα… Σαν και αυτούς άλλος στον κόσμο δεν ξαναπέρασε. Δεν μπορείς να φανταστείς τι χαρά που έχω που έφυγα από κείνον τον τόπο και δε θα ξαναδώ τα μούτρα τους!»

Ο γεωργός τον ακούει και αποκρίνεται:

«Ώστε έτσι ε; Τότε φοβάμαι, πως θα συναντήσεις τέτοιους ανθρώπους και στην πολιτεία που είναι πίσω απ' τα βουνά…»
Ο ταξιδιώτης στράβωσε τα μούτρα του, μουρμούρισε δυο βρισιές κι έσυρε τα πόδια του πάνω στον σκονισμένο δρόμο, τραβώντας προς τα κει που ήτανε, λέει, η πολιτεία. Σε λίγο χάθηκε μέσα στον ορίζοντα η σκιά του.
Κάμποσες ώρες αργότερα, έτυχε να περνάει από τον ίδιο τόπο ένας άλλος ταξιδιώτης. Ερχότανε του λόγου του από τον ίδιο δρόμο, και είχε ένα χαμόγελο στα χείλη. Βλέπει από μακριά τον γεωργό, τον σιμώνει, τον χαιρετάει και του λέει:

«Αδερφέ, για πες μου, εσύ που ξέρεις τούτον τον τόπο, μήπως έχεις ακούσει τι άνθρωποι ζούνε πέρα απ' τα βουνά, στην πολιτεία;»

Ο γεωργός που ήθελε να πιάσει την κουβέντα, γυρίζει και του αποκρίνεται:

«Για πες μου, πατριώτη, τι ανθρώπους έχει η πολιτεία που άφησες πίσω στον τόπο σου;»

Ο ταξιδιώτης τότε του απαντάει:

«Αχ! Αυτή η πολιτεία! Μη μου ξύνεις τέτοια ώρα τις πληγές! Πού να στα λέω! Τέτοιους ανθρώπους δεν βρίσκεις εύκολα, πατριώτη! Ήταν αυτοί άνθρωποι της δουλειάς, ποτέ δεν κορόιδεψαν κανέναν. Ήταν τίμιοι, και με την καρδιά τους ανοιχτή σαν περιβόλι. Με έναν καλό λόγο για τον καθένα. Στο τραπέζι τους μια καρέκλα πάντα για τον περαστικό, η πόρτα του σπιτιού τους ανοιχτή για τον ξένο, πάντα να σε ακούσουν και να σε στηρίξουν. Δε μπορείς να φανταστείς πόσο στενοχωρήθηκα που αναγκάστηκα να τους αφήσω.
Ο γεωργός τότε, του λέει:

«Μη φοβάσαι, αδερφέ. Θα συναντήσεις τέτοιους ανθρώπους, τους, ίδιους, και στην πολιτεία που θα βρεις μπροστά σου. Καλό σου ταξίδι».


Δεν χρειάζεται ούτε τον διάβολο να φοβάσθε, ούτε την κόλαση, ούτε τίποτα. Δημιουργούν αντίδραση. Έχω κι εγώ μια μικρή πείρα σ’ αυτά.

Ο σκοπός δεν είναι να κάθεσθε, να πλήττετε και να σφίγγεσθε, για να βελτιωθείτε. Ο σκοπός είναι να ζείτε, να μελετάτε, να προσεύχεσθε, να προχωράτε στην αγάπη, στην αγάπη του Χριστού, στην αγάπη της Εκκλησίας.

Τις αδυναμίες αφήστε τις όλες, για να μην παίρνει είδηση το αντίθετο πνεύμα (δηλ. ο διάβολος) και σας βουτάει και σας καθηλώνει και σας βάζει στη στενοχώρια. Να μην κάνετε καμιά προσπάθεια ν’ απαλλαγείτε από αυτές. Ν’ αγωνίζεσθε με απαλότητα και απλότητα, χωρίς σφίξιμο και άγχος.
Μη λέτε: «Τώρα θα σφιχτώ, θα κάνω προσευχή ν’ αποκτήσω αγάπη, να γίνω καλός κ.λπ.». Δεν είναι καλό να σφίγγεσαι και να πλήττεις, για να γίνεις καλός. Έτσι θ’ αντιδράσετε χειρότερα.

Όλα να γίνονται με απαλό τρόπο, αβίαστα και ελεύθερα. Ούτε να λέτε: «Θεέ μου, απάλλαξέ με απ’ αυτό», παραδείγματος χάριν, τον θυμό, την λύπη. Δεν είναι καλό να προσευχόμαστε ή και να σκεπτόμαστε το συγκεκριμένο πάθος. κάτι γίνεται στην ψυχή μας και μπλεκόμαστε ακόμη περισσότερο. Ρίξου με ορμή, για να νικήσεις το πάθος και θα δεις τότε πως θα σ’ αγκαλιάσει, θα σε σφίξει και δεν θα μπορέσεις να κάνεις τίποτα.

Η ελευθερία δεν κερδίζεται, αν δεν ελευθερώσουμε το εσωτερικό μας απ’ τα μπερδέματα και τα πάθη.

Άγιος Πορφύριος

Ο π. Βασίλειος Γοντικάκης έπισημαίνει: «Ο πατέρας μειλίχια προσκαλεί τον πρεσβύτερο υιό, της Παραβολής του Άσωτου, στη χαρά, στο ευχαριστιακό τραπέζι.

Και είναι σαν να του ζητά να μπή στην κόλασι. Φουντώνει μέσα του το μίσος˙ και ακούει τη στοργική πρόσκλησι του πατέρα σαν οργισμένη αποπομπή.
Μήπως όλα αυτά λένε κάτι για το πώς θα γίνη η τελική κρίσι στη Β' Παρουσία;
Μήπως η οργή ("ώργίσθη και ουκ ήθελεν εισελθείν") κάνει τη μοχθηρή καρδιά να βλέπη οργισμένο και βλοσυρό το ιλαρό πρόσωπο του ελεήμονος Θεού;

Και το μίσος, που δεν αφήνει τον άνθρωπο που το έχει, να μπή στο κοινό πανηγύρι της χαράς, παραποιεί γι’ αυτό τον ίδιο την πρόσκλησι για τον παράδεισο σε αποπομπή προς το πυρ το εξώτερο;

Μήπως το μίσος είναι κόλασι που κατατρώει τα σωθικά μας; Και η θεία αγάπη παράδεισος που μας αναζωογονεί;

Μήπως η ίδια η αγάπη του Θεού είναι παράδεισος για τους σωσμένους υγιείς, που αγαπούν, που μετανοούν κι έχουν νου Χριστού;

Και η ίδια η αγάπη είναι κόλασι για τους αρρώστους, δηλ. για κείνους που δεν αγαπούν, δεν μετανοούν, δεν έχουν νου Χριστού;
Μήπως η μία κλήσι της αγάπης του Θεού, ο οποίος “θέλει πάντας σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν", θ’ ακουσθή απ όσους δεν αγαπούν, λόγω της διαστροφής και της αμετανοησίας τους. “Πορεύεσθε απ’ εμού οι κατηραμένοι εις το πυρ το αιώνιον"˙ και απ’ αυτούς που αγαπούν: “Δεύτε οι ευλογημένοι τού Πατρός μου...”;
Μήπως από σήμερα δεν κρινόμασθε; Μήπως από σήμερα δεν ετοιμαζόμασθε για το ποιά θέσι θα πάρουμε τότε μόνοι μας;

Δεν ετοιμαζόμασθε για την κρίσι της αγάπης; Δήλ. για το αν δεχώμασθε, αν ζούμε την αγάπη ως παράδεισο η ως κόλασι;»(ΑΒ, 27).

(στο: αρχιμ Ιωάννου Κωστώφ,Η Δευτέρα Παρουσία, Σταμάτα 2016, σελ. 84-85)

"Όταν λακτἰζεις σαν ὀνος,

και πηδἀς ὀπως ο ταὐρος

και χρεμετἰζεις για τις γυναἰκες ὀπως ο ἰππος

καἰ εἰσαι λαἰμαργος ὀπως η αρκοὐδα

καἰ παχαἰνεις το σὠμα σου ὀπως ο ημἰονος

καἰ μνησικακεἰς σαν καμήλα

και αρπἀζεις ὀπως ο λὐκος,

και οργἰζεσαι ὀπως το φἰδι,

και δαγκὠνεις ὀπως ο σκορπιὀς,

και εἰσαι ὐπουλος ὀπως η αλεποὐ,

και ἐχεις μἐσα στην ψυχἠ σου δηλητἠριο ὀπως η κὀμπρα και η ἐχιδνα

καἰ διεξἀγεις πὀλεμο κατἀ των αδελφὠν σου ὀπως ο πονηρὀς εκεἰνος διἀβολος,

πὠς εἰναι δυνατὀν να σε υπολογἰσω μεταξὐ των ανθρὠπων,αφου βλἐπω να ἐχεις αυτοὐ του εἰδους τα χαρακτηριστικἀ;

Νἀ σε ονομἀσω θηρἰο; Τα θηρἰα ἐχουν ἐνα απὀ αυτἀ τἀ ελαττὠματα.

Πὠς θα σἐ αποκαλὠ ἀνθρωπο,ὀταν ἐχεις περισσὀτερα ελαττὠματα απὀ τἀ θηρἰα και το σατανἀ;"

Λόγος του Ιερού Χρυσοστόμου.

Αν δεν αναλάβουμε ολόκληρη την ευθύνη για τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε τις καταβολές μας, την κατάστασή μας, τον Θεό
και τον ίδιο τον εαυτό μας, δεν θα μπορέσουμε ποτέ να συνειδητοποιήσουμε περισσότερο από ένα μικρό τμήμα της ζωής και
του εαυτού μας.

Αν θέλουμε να κρίνουμε αληθινά και ισορροπημένα τον εαυτό μας θα πρέπει να τον εξετάζουμε σαν μια ολότητα.
Ορισμένα πράγματα μέσα μας, έστω και σ' ένα αρχικό στάδιο, ανήκουν ήδη στη Βασιλεία του Θεού. Τα άλλα είναι ακόμα ένα χάος,
μια έρημος, μια στέπα. Και θα χρειαστούμε σκληρή δουλειά και πίστη βαθιά για να τα μετατρέψουμε όλα αυτά σε κήπο της Εδέμ.

Πρέπει να βλέπουμε τον εαυτό μας όπως ένας καλλιτέχνης κοιτάζει με φαντασία και νηφαλιότητα το ακατέργαστο υλικό που ο Θεός
έχει βάλει στα χέρια του και από το οποίο θα φτιάξει ένα έργο τέχνης, ένα ακέραιο κομμάτι από την αρμονία, την ομορφιά, την αλήθεια
και τη ζωή της Βασιλείας του Θεού.
Ένα έργο τέχνης εξαρτάται και από την έμπνευση του καλλιτέχνη και από το υλικό που του δόθηκε. Δεν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε
οποιοδήποτε υλικό για κάθε σκοπό χωρίς διάκριση. Ένας εσταυρωμένος από ελεφαντόδοντο,λογού χάρη, δεν είναι δυνατό να γίνει από
γρανίτη, ούτε ένας κέλτικος [λίθινος] σταυρός να γίνει από ελληνικό μάρμαρο. Ένας καλλιτέχνης πρέπει να μάθει να διακρίνει τις ιδιαίτερες
δυνατότητες του υλικού που έχει στα χέρια του και ν' αποκαλύπτει την ομορφιά που είναι βαθιά μέσα σ' αυτό κρυμμένη.

Έτσι ακριβώς πρέπει
και ο καθένας από μας να διακρίνει μέσα του , με τη φώτιση του Θεού και με τη βοήθεια των πιο γνωστικών φίλων του, τις ιδιαίτερες ικανό-
τητες και τα χαρακτηριστικά του, τα καλά και τα κακά και να τα χρησιμοποιεί για να ολοκληρώσει ως το τέλος εκείνο το έργο τέχνης που είναι
ο αληθινός εαυτός του.

Ο άγιος Ειρηναίος της Λυών λέει τη φράση: ''η λαμπρότητα του Θεού αποκαλύπτεται στον ολοκληρωμένο άνθρωπο''.
Ο δρόμος για να φτάσουμε σ' αυτό μπορεί να είναι όλο στροφές. Υπάρχουν στιγμές που για να κάνουμε το καλό, ίσως να χρειαστεί να στη-
ριχθούμε σε κάτι που αργότερα θα το απορρίψουμε. Μπορεί επίσης ν' αναγκαζόμαστε να χρησιμοποιήσουμε κατά μικρότερα ή μεγαλύτερα
χρονικά διαστήματα την ώθηση που μας παρέχουν τα λιγότερα ευγενικά μας ένστικτα, φτάνει αργότερα να ξεπεράσουμε αυτή μας την
ανωριμότητα.
Ο Μάρτιν Μπούμπερ στο βιβλίο του ''Ιστορίες του Χασιντίμ'' διηγείται την περίπτωση ενός ανθρώπου που ρώτησε ένα ραββίνο πως να
απαλλαγεί από τις άχρηστες σκέψεις. ''Μην προσπαθείς'', απάντησε ο ραββίνος, ''δεν έχεις άλλες σκέψεις και θα μείνεις άδειος, προσπάθησε
ν' αποκτήσεις σιγά-σιγά μερικές χρήσιμες σκέψεις και θα δεις που αυτές θ' αντικαταστήσουν τις άλλες''. Δεν θυμίζει αυτή η ιστορία την παρα-
βολή που είπε ο Χριστός για τα ''επτά πονηρά πνεύματα''; [ Ματθ. 12, 45].
Πρέπει να μάθουμε να κοιτάζουμε έξυπνα, με σύνεση, ρεαλισμό και νηφαλιότητα και ακόμα με ζωηρό ενδιαφέρον το πολύπλοκο υλικό από
το οποίο είμαστε φτιαγμένοι, για να μπορέσουμε να ξεχωρίσουμε όλες τις υπάρχουσες και μελλοντικές δυνατότητές του. Φυσικά αυτό απαιτεί
θάρρος και πίστη.

Ίσως να θυμάστε τη συγκινητική και όλο ευαισθησία φράση του νεαρού St Vincent de Paul: ''Ω! Θεέ μου, είμαι πάρα πολύ
άσχημος για τους ανθρώπους, ίσως όμως Εσύ να με χρειάζεσαι''.

Όλοι είμαστε άσχημοι, αλλά όλους μας αγαπάει ο Θεός και μας εμπιστεύε-
ται. Πως αλλιώς θα μπορούσε να ριψοκινδυνέψει το δώρο όχι μιας φευγαλέας ζωής, αλλά μιας ολόκληρης αιωνιότητας για τον καθέναν μας;

Πορεία και συνάντηση Anthony Bloom.


Ύστερα, υπάρχει μια άλλη πλευρά, πιο προσωπική. Πρόκειται για την εκτίμηση που κάποιος μπορεί να έχει, ή την αξιολόγηση που μπορεί να κάνει, για τον εαυτό του. Συνήθως, και αυτό περιλαμβάνεται στη διδασκαλία του Αγίου Σεραφείμ, χωρίζουμε τους εαυτούς μας σε δύο πολύ άνισα μέρη. Είναι το μέρος εκείνο του εαυτού μας που το βρίσκουμε ελκυστικό και αξιαγάπητο, η εικόνα δηλαδή που διαμορφώνουμε για το εαυτό μας – και που αυτή μπορεί να είναι πολύ διαφορετική από την εικόνα που έχουν οι άλλοι για μας, όμως η εικόνα αυτή είναι, τουλάχιστόν στα δικά μας μάτια, η ταυτότητά μας, όπως εμείς την αντιλαμβανόμαστε.
Κι έπειτα, είναι όλα τα υπόλοιπα: οι σκοτεινές γωνιές από τη μια μεριά, οι λεκέδες, τα άσχημα χαρακτηριστικά. Αυτά συνήθως δεν τα θεωρούμε μέρος του εαυτού μας. Τα θεωρούμε απλώς “ατυχήματα”: “Λερώθηκα γιατί ακούμπησα κάτι βρόμικο, έχω λεκέδες γιατί με ακούμπησε κάποιος με βρόμικα χέρια”. Το ίδιο και με τις σκιές: “Υπάρχουν σκιές ή σκοτεινά μέρη μέσα μου, γιατί κάτι έξω από μένα ρίχνει τη σκιά του”. Αυτό όμως δεν είναι η αλήθεια.

Ο άγιος Σεραφείμ το λέει ξεκάθαρα, ότι πρέπει να δεχτούμε τον εαυτό μας όπως είμαστε και να αναγνωρίσουμε πως όλα τα πράγματα, το καλό και το κακό, το σκοτάδι και το φως, το θαμπό και το διαυγές, είναι αληθινά μέρος του εαυτού μας, οπότε πρέπει να αναρωτηθούμε: “Τι κάνω με αυτή την κατάσταση;”. Το θέμα δεν είναι να ξεφορτωθώ τη θολούρα και το μισοσκόταδο, διότι αυτό θα ήταν χειρουργική επέμβαση, θα κόβαμε και θα πετούσαμε ένα κομμάτι του εαυτού μας και τότε θα ανακαλύπταμε ότι απόμεινε ένα πολυ μικρό υπόλοιπο, ίσως μόνο το ένδυμά μας.
Ενώ, αν θεωρήσουμε τον εαυτό μας ως μια ολότητα, αν δεχτούμε τα πάντα ανεξαιρέτως ως υλικό που ο Θεός προσδοκά να το χρησιμοποιήσουμε, τότε μπορεί να δράσουμε είτε σαν σοφοί είτε σαν άφρονες καλλιτέχνες. Αν ένας γλύπτης βρεθεί μπροστά σ' ένα υλικό, μπορεί να κάνει δύο πράγματα: Μπορεί να πει, “Σκόπευα να σκαλίσω ένα σταυρό από ελεφαντόδοτο, κι αυτό θα κάνω”, και να προσπαθήσει να σκαλίσει ένα σταυρό από γρανίτη, ξύλο, μάρμαρο ή πηλό, μιας και αυτό ήταν το υλικό που του δόθηκε. Ναι μεν θα φτιάξει ένα σταυρό, αλλά δεν θα είναι από ελεφαντόδοτο. Και, καθώς το κάθε ύλικο μπορεί να εκφράσει μόνο τη δική του φύση, το αποτέλεσμα θα είναι απλώς άσχημο και γελοίο. Από την άλλη μεριά, ο γλύπτης μπορεί να δράσει διαφορετικά και να πει: “ Αυτό το υλικό έχω” ή, αν θέλετε, “Από αυτό το υλικό είμαι φτιαγμένος. Τι μπορώ να κάνω μ' αυτό; Τι φτιάχνει κανείς με τον γρανίτη; Τι φτιάχνει με το μάρμαρο; Τι μπορεί να φτιάξει κανείς με τον πηλό; Πώς μπορεί να εκφραστεί η ομορφιά μέσα από το ελεφαντόδοτο;”.

Ή θα μπορούσαμε μερικές φορές να δράσουμε όπως ο καλλιτέχνης που βρίσκει ένα ροζιασμένο κλαδί σε ακανόνιστο σχήμα. Αν σκοπός σου είναι να βρεις ένα μπαστούνι για το περπάτημα, τότε πετάς το κλαδί με το ακανόνιστο σχήμα. Αν, όμως, κοιτάζοντάς το διακρίνεις την ομορφιά που μπορεί να εκφραστεί μέσα απ' αυτό, τότε δεν θα πεις “Οι ρόζοι είναι άχρηστοι” ή “Αυτή η καμπύλη δεν θα έπρεπε να βρίσκεται εκεί”. Δεν είναι αυτό το θέμα. Ό,τι και να σκεφτείς, ο ρόζος δεν θα εξαφανιστεί, ούτε η καμπύλη θα ισιώσει. Αυτό που μπορείς να κάνεις είναι να το κοιτάξεις και να πεις, “Τι βλέπω;”. Κι αν δεν βλέπεις τίποτε, κοίτα το ξανά και ξανά μέχρι να δεις την ομορφιά να ξεπηδά από μέσα του και δώσε σχήμα, κίνηση, έκφραση στην ομορφιά που περιμένει να φανερωθεί και να εκφραστεί.
Αν έτσι αντιμετωπίζαμε και τον εαυτό μας, δεν θα είχαμε τόσα μπλεξίματα και εντάσεις, γιατί τις περισσότερες φορές η ένταση που νιώθουμε οφείλεται στο ότι δεν ταιριάζουμε με την εικόνα που έχουμε ήδη σχηματίσει για τον εαυτό μας. Επιθυμούμε να είμαστε κάπως, ανακαλύπτουμε ότι δεν φτάνουμε να είμαστε αυτό που θέλουμε, και παραιτούμαστε από την προσπάθεια και -πιο σημαντικό-  παραιτούμαστε από την πραγματική εικόνα. Και προσπαθούμε να κινηθούμε σε ένα μη πραγματικό κόσμο, όπου βλέπουμε μέσω ενός φανταστικού καθρέφτη τον εαυτό μας τόσο όμορφο, όσο θα θέλαμε να είναι. Αλλά αυτό δεν λειτουργεί, γιατί οι άλλοι μας βλέπουν όπως είμαστε, όμως εμείς το ξεχνούμε – μέχρι κάτι να συμβεί, μέχρι να βρεθούμε πρόσωπο με πρόσωπο μ' έναν αληθινό καθρέφτη. Τότε κάνουμε ένα-δυο βήματα πίσω προσβεβλημένοι και θεωρούμε ότι φταίει ο καθρέφτης.

Το αποτέλεσμα είναι ότι περνάμε όλη μας τη ζωή μέσα σε μια κατάσταση παραίσθησης, προσπαθώντας να γίνουμε κάτι που ποτέ δεν ήμασταν ούτε και ποτέ θα γίνουμε, κάτι πολύ λιγότερο από εκείνο που θα μπορούσαμε να είμαστε, διότι οι δυνατότητες που μας έχει δώσει ο Θεός είναι περισσότερες από όσο μπορούμε να διανοηθούμε.
Λοιπόν, τα παραπάνω είναι μια άλλη πλευρά της προετοιμασίας για την εξομολόγηση ή απλώς για τη διαχείριση της εσωτερικής μας ζωής. Ας μάθουμε από πριν να δεχόμαστε αυτό που ανακαλύπτουμε ότι είμαστε, να το αντιμετωπίζουμε με νοήμονα τρόπο, δημιουργικά. Να μην το αντιμετωπίζουμε επιφανειακά, αλλά προσπαθώντας να διακρίνουμε τις δυνατότητες, όχι μόνον αυτό που έχει ήδη μορφοποιηθεί αλλά και αυτό που μπορεί να μορφοποιηθεί από εδώ και στο εξής, που δεν το γνωρίζουμε ακόμη, που δεν μπορούμε ούτε να το φανταστούμε, αλλά που μπορεί πράγματι να γκρεμίσει και να καταστρέψει τις μορφές που είχαμε μέχρι τώρα σχηματοποιήσει.
Αυτή η διαδικασία, λοιπόν, μπορεί υπεύθυνα να απαντήσει στο ερώτημα: “Τί είμαι, τί μπορώ να γίνω, τί μπορώ να είμαι. Κι αυτό που μπορώ να είμαι απαντιέται από το σύνολο της Αγίας Γραφής. Αυτό που μπορώ να είμαι είναι η εικόνα του ζώντος Θεού, τίποτε λιγότερο. Και ο καθένας μας το μπορεί, αρκεί να μην επινοούμε διαρκώς είδωλα, να μην προσπαθούμε να προσαρμόσουμε τον εαυτό μας σε αυτό ή στο επόμενο σχέδιο. Αλλά, κοιτώντας μέσα μας και έξω μας, να βλέπουμε το σύνολο της ζωής και να μαθαίνουμε να είμαστε αληθινοί, έτσι ώστε η ζωή να μας δίνει μορφή κι εμείς να δίνουμε μορφή στη ζωή.
(Μητροπολίτης Αντώνιος του Σουρόζ, Ο ΕΑΥΤΟΣ ΜΑΣ και Ο ΑΛΛΟΣ, στοχασμοί για τις ανθρώπινες σχέσεις, εκδ. Πορφύρα, σελ. 47-53)

Ήταν δυστυχισμένη η Μαρία και άτυχη. Ο άντρας της, ο Μιχάλης, είχε γίνει ανυπόφορος πια μ’ αυτό το μεθύσι. Δεν περνούσε βραδιά που να μη γυρίσει στο σπίτι αμέθυστος. Η ταλαίπωρη η γυναίκα του τον παρακαλούσε να τους λυπηθεί και να πάψει να μεθά.
Τα παιδιά τους, τρία αγόρια και μια κορούδα, δεν τολμούσαν τα δύστυχα να παρουσιαστούν μπροστά του. Άμα τα έβλεπε, γινόταν θηρίο...
Ήταν δειλινό του Μ. Σαββάτου. Η Μαρία αγωνιζόταν να συμμαζέψει το σπίτι, να τακτοποιήσει τα παιδιά, να ετοιμάσει το φαγητό, ώστε όταν έρθουν από την Εκκλησία, να βρουν κάτι για να πάρουν και να νιώσουν τη χαρά της Ανάστασης.
Θα ήταν 6 η ώρα όταν ήρθε απ’ έξω ο Μιχάλης, πάλι μεθυσμένος. Άναψε το αίμα της Μαρίας. Δεν θα μπορούσε η ταλαίπωρη να νιώσει και αυτή χαρά μια μέρα;
Ο Μιχάλης ήταν χάλια. Βρομιάρης, λερωμένος, απαίσιος. Αφού έβρισε και απείλησε όλους, έπεσε στο κρεβάτι σαν πεθαμένος από το μεθύσι. Η Μαρία δεν μπόρεσε να κυριαρχήσει στον εαυτό της. Την κατέλαβε μια οργή ασυγκράτητη. Το βλέμμα της θόλωσε. Η σκέψη της παρέλυσε. Και πήρε στην κατάσταση αυτή μια τρομερή απόφαση.
Πήγε στην κουζίνα, κατέβασε το μπουκάλι με τη βενζίνη και πήγε στο κρεβάτι του συζύγου της. Έχυσε όλη τη βενζίνη πάνω στα ρούχα του και ήταν έτοιμη να ανάψει ένα σπίρτο και να τον… κάψει!!!
Ξαφνικά άκουσε μια φωνή από το δρόμο. Κάποιος έλεγε σε άλλον: «Καλή Ανάσταση! Χρόνια πολλά!...».
Τινάχτηκε η Μαρία. Θυμήθηκε ότι ήταν Πάσχα τη βραδιά εκείνη. Ο Χριστός νικητής του πόνου και του θανάτου. Ρίγησε… Τα μάτια της έσταζαν δάκρυα… «Θεέ μου, συγχώρεσέ με… Τι πήγα να κάνω!...».
Πήρε αμέσως καινούρια ρούχα και τα άλλαξε με εκείνα, που ήταν ποτισμένα με τη βενζίνη. Ο Μιχάλης δεν κατάλαβε τίποτε… Πέρασαν 5 ώρες… Να, χτυπούν οι καμπάνες… Ξυπνά όλος ο κόσμος για να πάει στην Εκκλησία…
Άνοιξε τα μάτια και ο Μιχάλης… Σηκώθηκε…
-Μαρία, θα πάμε στην Εκκλησία, είπε… Νιώθω ότι πρέπει να ζητήσω την προστασία του Θεού και το έλεος… Είναι καιρός πια να γίνω άνθρωπος…
Η Μαρία άρχισε να κλαίει. Σήκωσε τα μάτια της προς τον ουρανό και είπε με λυγμούς: «Θεέ μου, σ’ ευχαριστώ».

(από το βιβλίο Ρήματα Ζωής)

Σκυφτός, ανόρεχτος, πικραμένος ο Χαρίλαος γυρίζει στο σπίτι του. Είναι περασμένα μεσάνυχτα. Μόλις τώρα η παρέα του τελείωσε το γλέντι της. Απόψε μάλιστα παρά λίγο και να έρθουν στα χέρια. Κάτι είπε ο Αντώνης, που έθιξε το Χαρίλαο. Άναψε. Τινάχτηκε. Θα γινόταν μεγάλη φασαρία, αν δεν μεσολαβούσαν οι άλλοι.
    Τώρα βαρύς και κουρασμένος σέρνει τα βήματά του.
    Ξαφνικά, στη στροφή του δρόμου, βλέπει  φαναράκια, λαμπάδες, κόσμο. Χαρούμενες φωνές παιδιών αντηχούν στη γειτονιά. «Χριστός Ανέστη», θεία! «Αληθώς Ανέστη», καλό μου παιδί! Ο Χαρίλαος σαν να ξύπνησε από ύπνο.
    -Τι; Πως; «Χριστός Ανέστη;» Αλήθεια· απόψε Ανάσταση… Λαμπρή! Όλος ο κόσμος χαίρεται. Εγώ μονάχα τριγυρνώ στους δρόμους έρημος και μοναχός!...
    Θυμήθηκε μεμιάς τα περασμένα. Τότε που ήταν και αυτός κοντά στο Θεό! Ξαφνικά να, μπροστά του η Εκκλησία. Ήταν ακόμα ανοιχτή. Ο κόσμος είχε φύγει… Ο Χαρίλαος μπήκε μέσα. Άναψε ένα κερί. Το μοσχολίβανο ακόμα ευωδίαζε. Συγκινήθηκε. Λύγισε η ψυχή του.
    -Θεέ μου, δε θέλω να είμαι τέτοιος. Με παρασέρνει το πάθος, η αμαρτία… Βοήθησέ με να μην ξαναπέσω. Να μη…
    Δεν πρόφτασε να συμπληρώσει τα λόγια του. Τον έπνιξαν οι λυγμοί. Ακούμπησε σ’ ένα στασίδι. Τα δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια του ποτάμι.
    Πέρασε λίγη ώρα. Απ’ έξω έτυχε να περνούν κάποιοι. «Χριστός Ανέστη!», είπε η μια παρέα. «Αληθώς Ανέστη!», απάντησε η άλλη, που έπαιρνε διαφορετικό δρόμο…
    -Ναι! «Αληθώς Ανέστη ο Κύριος», είπε ο Χαρίλαος. Είθε και η ψυχή μου να αναστηθεί!
    Σηκώθηκε. Βγήκε από την Εκκλησία και πήρε το δρόμο για το σπίτι του.
    Μια ξεχωριστή γαλήνη ένιωθε τώρα στην καρδιά του. Κάποιο φως γλυκό του φώτιζε το δρόμο. Λαμπάδα δεν κρατούσε στα χέρια του. Δεν έχει σημασία. Κρατούσε η ψυχή…
    Η λουσμένη στο δάκρυ της μετάνοιας ψυχή του, που απόψε πάλι αναστήθηκε…
    
(από το βιβλίο Ρήματα Ζωής)

«Παρέλαβε η κιβωτός (του Νώε) άλογα ζώα και έσωσε άλογα ζώα· παραλαμβάνει η Εκκλησία παράλογους ανθρώπους και όχι μόνο τους σώζει, αλλά και τους μεταμορφώνει.

Παρέλαβε η κιβωτός κόρακα και έστειλε κόρακα· παραλαμβάνει η Εκκλησία ανθρώπους μαύρους από την αμαρτία, σαν τον κόρακα, και τους παραδίδει αθώους σαν τα περιστέρια·

παραλαμβάνει ανθρώπους με άγρια αισθήματα, σαν το λύκο, και τους παραδίδει ήμερους σαν τα πρόβατα.

Γιατί, όταν μπει μέσα στην Εκκλησία άνθρωπος που αρπάζει, που είναι πλεονέκτης, και ακούσει τα θεία λόγια της χριστιανικής διδασκαλίας, αλλάζει νοοτροπία, και αντί για λύκος που ήταν γίνεται πρόβατο.

Και ο μεν λύκος αρπάζει και τα ξένα πρόβατα, ενώ το πρόβατο χαρίζει και το μαλλί του» (Εις πτωχόν Λάζαρον, Λόγος ΣΤ,7,ΕΠΕ 25,606)


«Δεν θα σφάλει κανείς, αν ονομάσει την Εκκλησία ανώτερη από την κιβωτό.

Γιατί η κιβωτός δεχόταν ζώα και τα διατηρούσε ζώα, ενώ η Εκκλησία παίρνει τα ζώα και τα μεταβάλλει.

Για παράδειγμα· μπήκε εκεί γεράκι και βγήκε γεράκι· μπήκε λύκος και βγήκε λύκος· ενώ εδώ, στην Εκκλησία, μπαίνει κανείς γεράκι και βγαίνει περιστέρι· μπαίνει λύκος και βγαίνει πρόβατο·

μπαίνει φίδι και βγαίνει αρνί, όχι γιατί αλλάζει η φύση, αλλά γιατί απομακρύνεται η κακία» (Περί μετανοίας, Ομιλ. Η, 1 ΕΠΕ 30,284-286)

Σελίδα 1 από 3