Από τον Μικρό Ευργετινό. Του αββά Ησαΐα:

Όποιος έχει ταπεινοφροσύνη, γλώσσα δεν έχει για να ελέγξει τον έναν που είναι αμελής η τον άλλον που είναι ασεβής·

ούτε μάτια έχει, για να παρατηρεί τα ελαττώματα άλλου·

ούτε αυτιά έχει, για να ακούει όσα δεν ωφελούν την ψυχή του·

και δεν έχει να μιλήσει σε κανέναν για τίποτε άλλο, παρά μόνο για τις αμαρτίες του·

αλλά και με όλους τους ανθρώπους έχει ειρηνικές σχέσεις όχι για κάποια φιλία, αλλά για χάρη της εντολής του Θεού (Μάρκ. 9:50).

Αν κανείς δεν βαδίζει τον δρόμο τούτο (της ταπεινοφροσύνης), ακόμα κι αν νηστεύει (αυστηρά, τρώγοντας κάθε) έξι μέρες η επιδοθεί σε (οποιουσδήποτε) μεγάλους αγώνες,

χαμένοι πηγαίνουν όλοι του οι κόποι.


Υπάρχουν ζητήματα μέσα στον κύκλο των θεμάτων της άμωμήτου πίστεώς μας, τα όποια σου προκαλούν δέος καί μυστικό φόβο, όταν θελήσεις να τα προσεγγίσεις.

Αισθάνεσαι ότι ακούς να επαναλαμβάνεται εκείνη ή φοβερή φωνή, πού άκουσε κάποτε ό θεόπτης Μωυσής μέσα από τη "φλεγόμενη καί μη κατακαιομένη βάτο του Χωρήβ: «Μη έγγίσης ώδε- λύσαι το υπόδημα εκ των ποδών σου ό γαρ τόπος, εν ω συ έστηκας, γη αγία έστι» ("Εξοδ. 3,5).
Τέτοιο είναι καί το θέμα, πού μας δίνει για μελέτη πνευματική το σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα. Γι' αυτό καί οι γραμμές πού θα ακολουθήσουν δεν θα 'ναι καρπός της ταπεινής μας διανοίας, αλλά αγίου, ενδόξου και πανευφήμου άνδρα, πού είχε την πίστη καί την αγάπη του Μωυσή, του χρυσού στη γλώσσα, χρυσού καί οτήν καρδιά, του άγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Εκείνου τη Θεία Λειτουργία δεν τελέσαμε καί σήμερα; Υπάρχει, λοιπόν, πιο αρμόδιος να μας μιλήσει για το Μυστήριο της θ. Ευχαριστίας;

Ή απροσδόκητη τιμή

Βέβαια περιεχόμενο της σημερινής ευαγγελικής περικοπής είναι ή παραβολή του μεγάλου δείπνου. Οϊ γνωστές εικόνες, πού μας προβάλλει, είναι του αγαθού καί μεγαλόδωρου οικοδεσπότη, των αγενών προσκεκλημένων, των δούλων των πειθαρχικών καί του εσμού των τελευταίων προσκεκλημένων με την πολυώνυμη δυστυχία, πτωχών, αναπήρων κ.λπ.
Το κεντρικό νόημα της παραβολής υποδηλώνεται με την εικόνα του μεγάλου, του πλούσιου δείπνου, πού δεν είναι άλλο από τα αγαθά της αιώνιας Βασιλείας του Ιησού Χριστού, πού δόθηκαν στους ανθρώπους. Αγαθά ύψιστα, ατίμητα καί αιώνια. Δηλαδή, «αμαρτιών άπόθεσις, Πνεύματος Αγίου μέθεξις, υιοθεσίας λαμπρότης» (Κύριλλος Αλεξανδρείας).
'Αλλά που θα βρούμε τα αγαθά αυτά; Πώς θα γίνουμε παιδιά του Θεού, πώς θ' απολαύσουμε τη χάρη του Αγ. Πνεύματος, πού θα πλύνουμε την ψυχή μας από το ρύπο της αμαρτίας; Πού άλλου, παρά στην Εκκλησία του Χριστού, το θεοΐδρυτο καί αιώνιο οργανισμό της σωτηρίας μας. Πού άλλου,παρά στα Μυστήρια της Εκκλησίας μας, καί κυρίως ατό θεμέλιο της θείας Λατρείας μας, τη θεία Ευχαριστία.

Γι' αυτό, κάπως αναγωγικά, ή σημερινή ευαγγελική περικοπή προσανατολίζει τη σκέψη μας στο μεγάλο Δείπνο της Θείας Κοινωνίας. Εκεί βρίσκεται το μεγαλύτερο αγαθό, πού μπορούσε ό πανάγαθος Θεός να προσφέρει στα πλάσματα του, τους ανθρώπους. Καί το μεγαλύτερο αγαθό του Θεού είναι το πιο πολύτιμο πού είχε. Καί το πιο πολύτιμο πού είχε ό ύψιστος Θεός δεν ήταν άλλο από τον Υιό του τον Μονογενή, τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό.
Αυτόν μας έδωσε! Καί όχι μόνο! «Ουκ έδωκεν μόνον, αλλά καί μετά το δούναι τράπεζαν ήμϊν αυτόν παρέθηκεν» (Ι.Χρυσόστομος). Φρικτόν ειπείν! Μας τον παρέθεσε τραπέζι, «εις βρώσιν καί πόσιν!
Ώ! της άπειρης αγάπης του Θεού! Πώς να την παρομοιάσουμε; Με τη βαθειά άβυσσο, με ωκεανό απέραντο; Εδώ σταματά ό νους του ανθρώπου. «Ίλιγγιά δε νους καί ύπερκόσμιος...».

Αδιαφορία καί δικαιολογίες
Παρά ταύτα, όμως,παρά την απροσδόκητη καί ασύλληπτη τιμή του Θεού, ό άνθρωπος παρέμεινε ασυγκίνητος. Με ρεαλισμό μας περιέγραψε ό Κύριος το δράμα του ανθρώπου, να δείχνει δηλαδή τέτοια περιφρόνηση στις δωρεές της θείας αγάπης. Με συγκαλημμένη αποστροφή καί κακία αποποιήθηκαν την τιμή οι προσκεκλημένοι: «άγρόν ήγόρασα», θα δικαιολογηθεί ό πρώτος- «ζεύγη βοών ήγόρασα πέντε», ό δεύτερος, «γυναίκα έγημα», ό τρίτος, «έχε με παρητημένον». Οι άσύστατες δικαιολογίες προκαλούν την οργή του οίκοδεσπότου, ό όποιος καλεί άλλους στη θέση τους. «Άμεταμέλητα γαρ τα χαρίσματα καί ή κλήσις του Θεοϋ» (Ρωμ. 11,29).
Άλλα μήπως καί στο μεγάλο Δείπνο της Θ. Ευχαριστίας ή συμπεριφορά μας είναι καλύτερη; «Αυτή ή τράπεζα —ή Αγία Τράπεζα- θα μας τονίσει ό ί. Χρυσόστομος, της ψυχής ημών τα νεύρα, της διανοίας ό σύνδεσμος, της παρρησίας ή ύπόθεσις, ή έλπίς, ή σωτηρία, το φως, ή ζωή». Πόσα αγαθά έχουμε να αποκομίσουμε για την ψυχή καί για το σώμα μας! Καί εν τούτοις με πόσες δικαιολογίες καί ασυγχώρητη αδιαφορία, μένουμε μακριά της.
Προτιμούμε απερίσκεπτα την τράπεζα του κόσμου παρά την Αγία Τράπεζα. Να εντρυφά ή ψυχή μας στίς εφήμερες ηδονές, στα χρήματα, στίς μέριμνες, στη σάρκα, ώστε μολυσμένη να μη μπορεί να πλησιάσει τα Τίμια Δώρα του Θεού. Άλλα ποιο αγαθό αυτής της γης μπορεί να συγκριθεί με τη Θεία Κοινωνία, «τον άρτο της ζωής» (Ίω. 6,48), όταν την δεχόμαστε όπως πρέπει; Δικαιολογείται ή περιφρόνηση της, όσες θυσίες και αν απαιτεί;

«Μετά φόβου Θεού...»
Είναι αλήθεια ότι οί περισσότεροι χριστιανοί, ελάχιστες φορές στη ζωή προσέρχονται στο μεγάλο Δείπνο. Συνήθειες, όχι τόσο ευαγγελικές, έχουν εισχωρήσει καί σταθεροποιηθεί στη ζωή των χριστιανών, όπως ή σχετική με τη Θ. Κοινωνία. Να κοινωνούν δηλαδή δύο ή τρεις φορές το χρόνο.
Από ευλάβεια, άραγε; "Αν ναί, όχι πάντως καλή καί θεάρεστη. «Σατανική» την ονομάζει ό Ι. Χρυσόστομος, ερωτώντας, πώς πριν τα Χριστούγεννα ή πρίν το Πάσχα ξαφνικά γίνεσαι άξιος να κοινωνήσεις, ενώ όλο το χρόνο θεωρείς τον εαυτό σου ανάξιο να μεταλάβει Σώμα και Αίμα Χριστού του Θεού;
Φανερό, λοιπόν, είναι, ότι οδηγούμαστε προς τη φρικτή Τράπεζα από συνήθεια μάλλον παρά από ευλάβεια καί ιερό πόθο. Καί πολλές φορές με έλλειπέστατη προετοιμασία. Προσερχόμαστε στη Δεσποτική φιλοξενία καί στην αθάνατη Τράπεζα χωρίς το ανάλογο ένδυμα. Δεν φθάνει μόνο ή νηστεία λίγων ήμερων. «Εννόησον —συμβουλεύει ό ί. Χρυσόστομος— εννόησον ώ άνθρωπε, ποίας μέλλεις άπτεσθαι θυσίας, ποία προσέρχεσαι τραπέζη...». Σκέψου, συ το χώμα καί ή στάχτη πώς μεταλαμβάνεις Αίμα και Σώμα Χρίστου του Θεού.
Απαραίτητη, λοιπόν, είναι ή ψυχική προετοιμασία μας πριν τη Θεία Μετάληψη. Αδιαφορούμε ασυγχώρητα, όταν δεν προσερχόμαστε συχνά στο μεγάλο Δείπνο. Τουλάχιστον ας μην υποτιμούμε την ασύλληπτη τιμή του, όταν το πλησιάζουμε. "Ας προσερχόμαστε «ψυχαίς καθαραϊς και άρρυπώτοις χείλεσι...», «μετά φόβου Θεού, πίστεως καί αγάπης». Αμήν.

Αρχ.Χ.Π.Α.''''Φωνή Κυρίου'''13 Δεκεμβρίου 1992''

Έλεγαν για τον Αββά Παφνούτιο, ότι δεν έπινε εύκολα κρασί.

Οδεύοντας λοιπόν κάποτε, συνάντησε συμμορία ληστών και τους βρήκε την ώρα που έπιναν κρασί. Τον γνώριζε δε ο αρχιληστής και ήξερε ότι δεν πίνει κρασί.

Και βλέποντάς τον κατακουρασμένο, γέμισε ποτήρι με κρασί, πήρε στο σπαθί στο χέρι και λέει στον γέροντα:
«Αν δεν πιεις σε σκοτώνω».

Καταλαβαίνοντας τότε ο γέρων ότι εντολή Θεού θα έκανε, αποσκοπώντας να τον κερδίσει, πήρε και ήπιε.
Ο δε αρχιληστής, μεταμελημένος, είπε:

«Συγχώρεσέ με, Αββά, που σε στενοχώρησα».
Και λέει ο γέρων:

«Έχω εμπιστοσύνη στο Θεό, ότι, χάρη στο ποτήρι αυτό, θα σε ελεήσει και σε αυτόν και στον άλλο κόσμο». Λέει ο αρχιληστής:
«Με τη χάρη του Θεού, είμαι βέβαιος ότι από τώρα δεν θα κάνω κακό σε κανέναν».

Και κέρδισε ο γέρων όλη τη συμμορία, αφήνοντας το δικό του θέλημα για χάρη του Κυρίου»


(Είπε γέρων. Εκδ. Αστήρ. Αββα Παφνουτίου α, σελ. 232)

Ενώ ο αββάς Μακάριος πήγαινε κάποτε από το έλος στο κελί του, φορτωμένους φοινικοβλαστούς, τον συνάντησε ο διάβολος στο δρόμο, με δρεπάνι.

Και καθώς θέλησε να τον χτυπήσει, δεν μπόρεσε. Και του λέει:
«Πολλή αντίσταση βρίσκω σε σένα, Μακάριε, μη μπορώντας να σου κάμω κακό. Και όμως, ό,τι κάνεις το κάνω και εγώ.

Συ νηστεύεις; Και εγώ δεν τρώω καθόλου. Αγρυπνείς; Και εγώ δεν κοιμάμαι καθόλου.

Ένα μονάχα έχεις και με νικάς».
Τον ρωτά ο Αββάς Μακάριος:
«Ποιο είναι αυτό;».
Και εκείνος αποκρίνεται:

«Η ταπείνωσή σου. Αυτή με εξουδετερώνει»


(Είπε Γέρων. Εκδ. Αστήρ, σελ. 152)

Ένα καλάθι για τις καλές σκέψεις και ένα για τις κακές!

Ο αββάς Σιλουανός σηκώνεται και πάει στον αδελφό που προσποιούνταν το σαλό (=τρελλό). Χωρίς να χτυπήσει, ανοίγει σιγά σιγά το μάνδαλο και αιφνιδιάζει τον αδελφό.
Εκείνος καθισμένος έκανε την πνευματική του εργασία και είχε δύο καλαθάκια, το ένα από τα δεξιά και το άλλο από τα αριστερά. Σαν είδε το Γέροντα, άρχισε –όπως συνήθιζε- να γελάει. Κι ο Γέροντας του λέει:
«Άστα τώρα αυτά και πες μου ποια είναι η άσκησή σου».
Εκείνος πάλι γελούσε. Συνέχισε ο αββάς Σιλουανός:
«Το ξέρεις πολύ καλά ότι εκτός Σαββάτου και Κυριακής δεν βγαίνω από το κελί· αλλά τώρα ήρθα μεσοβδόμαδα, γιατί ο Θεός με έστειλε εδώ».
Φοβήθηκε ο αδελφός και βάζοντας μετάνοια στο Γέροντα τού λέει:
«Συγχώρεσέ με πάτερ. Κάθε πρωί αρχίζω την πνευματική μου εργασία έχοντας τα χαλίκια αυτά μπροστά μου. Εάν μου έρθει καλός λογισμός, ρίχνω ένα χαλίκι στο δεξιό ζεμπίλι, αν έρθει πονηρός λογισμός, ρίχνω στο αριστερό. Το απόγευμα μετρώ τα χαλίκια· και αν του δεξιού είναι περισσότερα, τρώγω· αν όμως του αριστερού είναι περισσότερα, δεν τρώγω.

Την επόμενη μέρα πάλι εάν μου έρθει πονηρός λογισμός, λέγω στον εαυτό μου: Πρόσεξε τι κάνεις, γιατί πάλι δεν θα φας».
Θαύμασε σαν τ’ άκουσε ο αββάς Σιλουανός και είπε:
«Πράγματι οι Πατέρες που ήλθαν σήμερα άγιοι άγγελοι ήταν, που ήθελαν να κάνουν γνωστή την αρετή του αδελφού…»


(Το Μέγα Γεροντικόν,τόμος Β΄,εκδ. Ι.Ησυχ. «Το Γενέσιον της Θεοτόκου» Πανόραμα Θεσσαλ. σελ. 459)

–Γέροντα, πώς θά μπορέσω τήν Σαρακοστή νά αγωνισθώ περισσότερο στήν εγκράτεια;
-Οι κοσμικοί τώρα τήν Σαρακοστή προσέχουν κατά κάποιον τρόπο τήν εγκράτεια, ενώ εμείς οι μοναχοί πάντα πρέπει νά προσέχουμε. Τό κυριώτερο όμως πού πρέπει νά προσέξει κανείς είναι τά ψυχικά πάθη καί μετά τά σωματικά. Γιατί, άν δώσει προτεραιότητα στή σωματική άσκηση καί δέν κάνει αγώνα, γιά νά ξεριζωθούν τά ψυχικά πάθη, τίποτε δέν κάνει.

Πήγε μία φορά σέ ένα μοναστήρι ένας λαϊκός στήν αρχή τής Σαρακοστής καί κάποιος μοναχός τού φέρθηκε απότομα, σκληρά.
Εκείνος όμως ο καημένος είχε καλό λογισμό καί τόν δικαιολόγησε. Ήρθε μετά καί μού είπε:
«Δέν τόν παρεξηγώ, Πάτερ. Ήταν βλέπεις από τό τριημέρι!». Άν τό τριημέρι πού έκανε ήταν πνευματικό θά είχε μία γλυκύτητα πνευματική καί θά μιλούσε στόν άλλο μέ λίγη καλοσύνη. Αλλά αυτός ζόριζε εγωϊστικά τόν εαυτό του νά κάνει Τριήμερο, καί γι’ αυτό όλα τού έφταιγαν.

-Γέροντα, τί νά σκέφτομαι τήν Σαρακοστή;
-Τό Πάθος, τήν θυσία τού Χριστού νά σκέφτεσαι. Άν καί εμείς οι μοναχοί πρέπει συνέχεια νά ζούμε τό Πάθος τού Χριστού, γιατί… μάς βοηθούν σ’ αυτό κάθε μέρα τά διάφορα τροπάρια, όλες οι Ακολουθίες.
Τήν Μεγάλη Τεσσαρακοστή μας δίνεται η μεγαλύτερη ευκαιρία γιά νά αγωνισθούμε καί νά συμμετέχουμε εντονότερα στό σωτήριο Πάθος τού Κυρίου μας, μέ μετάνοια καί μέ μετάνοιες, μέ εκκοπή τών παθών καί μέ ελάττωση τών τροφών, από αγάπη πρός τόν Χριστό.
Άν αξιοποιήσουμε, όσο μπορούμε, τό πνευματικό αυτό στάδιο μέ τίς πολλές προϋποθέσεις καί δυνατότητες πού μάς δίνονται, γιά νά πλησιάσουμε περισσότερο στόν Εσταυρωμένο Χριστό, γιά νά βοηθηθούμε από Αυτόν καί νά χαρούμε τήν Αγία Ανάσταση αλλοιωμένοι πνευματικά, αφού θά έχουμε ζήσει πνευματικότερα τήν Μεγάλη Σαρακοστή.
Εύχομαι καλή δύναμη τήν Μεγάλη Τεσσαρακοστή, γιά νά ανεβείτε στόν Γολγοθά κοντά στόν Χριστό, μαζί μέ τήν Παναγία καί τόν Προστάτη σας Άγιο Ιωάννη τόν Θεολόγο, γιά νά συμμετάσχετε στό φρικτό Πάθος τού Κυρίου μας. Αμήν.

Από τό βιβλίο τού Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου, Λόγοι ΣΤ΄, «Περί Προσευχής», εκδόσεις Ιερόν Ησυχαστήριον «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος», Σουρωτή Θεσσαλονίκης 2012, σελ. 199-200

Η νηστεία των Χριστουγέννων

1. Δεύτερη μακρά περίοδος νηστείας μετά τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή είναι η νηστεία των Χριστουγέννων, γνωστή στη γλώσσα του ορθοδόξου λαού μας και ως σαραντα(η)μερο. Περιλαμβάνει και αυτή σαράντα ημέρες, όμως δεν έχει την αυστηρότητα της νηστείας της Μεγάλης Τεσσαρακοστής.
Αρχίζει την 15η Νοεμβρίου και λήγει την 24η Δεκεμβρίου.

2. Η εορτή της κατα σάρκα γεννήσεως του Κυρίου μας Ιησού Χριστού αποτελεί τη δεύτερη μεγάλη Δεσποτική εορτή του χριστιανικού εορτολογίου.
Μέχρι τα μέσα του
Δ' αιώνα η Εκκλησία της Ανατολής συνεόρταζε τη γέννηση και τη βάπτιση του Χριστού υπό το όνομα τα Επιφάνεια την ίδια ήμερα, στις 6 Ιανουαρίου. Τα Χριστούγεννα ως ξεχωριστή εορτή, εορταζομένη στις 25 Δεκεμβρίου εισήχθη στην Ανατολή από τη Δύση περί τα τέλη του Δ' αιώνα.

Ό άγιος Ιωάννης ό Χρυσόστομος, που πρώτος ομιλεί για την εορτή των Χριστουγέννων, την ονομάζει «μητρόπολιν πασών των εορτών» και μας πληροφορεί περί το 386 ότι «ούπω δέκατον έστιν έτος, εξ ου δήλη και γνώριμος ημίν αύτη η ημέρα (της εορτής) γεγένηται».
Με τη διαίρεση της άλλοτε ενιαίας εορτής και την καθιέρωση των τριών ξεχωριστών εορτών, της Γεννήσεως την 25η Δεκεμβρίου, της Περιτομής την 1η και της Βαπτίσεως την 6η Ιανουαρίου, διαμορφώθηκε και το λεγόμενο Δωδεκαήμερον, δηλαδή το εόρτιο χρονικό διάστημα από τις 25 Δεκεμβρίου ως τις 6 Ιανουαρίου. Έτσι διασώθηκε κατά κάποιο τρόπο η αρχαία ενότητα των δύο μεγάλων εορτών της Γεννήσεως και της Βαπτίσεως του Κυρίου.

3. Ή μεγάλη σημασία που απέκτησε με την πάροδο του χρόνου στη συνείδηση της Εκκλησίας η νέα εορτή των Χριστουγέννων και η ευλάβεια των πιστών και ιδιαίτερα των μοναχών, απετέλεσαν τις προϋποθέσεις για την καθιέρωση και της προ των Χριστουγέννων νηστείας. Σ' αυτό ασφαλώς επέδρασε και η διαμορφωμένη ήδη τεσσαρακονθήμερη νηστεία της Μεγάλης Τεσσαρακοστής που προηγείτο του Πάσχα.
Όπως η εορτή έτσι και η νηστεία, ως προετοιμασία για την υποδοχή των γενεθλίων του Σωτήρος, εμφανίστηκε αρχικά στη Δύση, όπου η νηστεία αυτή ονομαζόταν Τεσσαρακοστή τον άγιου Μαρτίνου επειδή άρχιζε από την εορτή του άγιου τούτου της Δυτικής Εκκλησίας. Το ίδιο επανελήφθη και σ' εμάς, όπου πολλοί τη νηστεία των Χριστουγέννων ονομάζουν του άγιου Φιλίππου επειδή προφανώς αρχίζει την επομένη της μνήμης του Αποστόλου. Οι πρώτες ιστορικές μαρτυρίες, που έχουμε για τη νηστεία προ των Χριστουγέννων, ανάγονται για τη Δύση στον Ε' και για την Ανατολή στον ΣΤ' αιώνα. 'Από τούς ανατολικούς συγγραφείς σ' αυτήν αναφέρονται ό Αναστάσιος Σιναιτης, ό πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Νικηφόρος ο Ομολογητής, ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, καθώς επίσης και ο πατριάρχης Αντιοχείας Θεόδωρος Βάλσαμων.

4. Ή νηστεία στην αρχή, καθώς φαίνεται, ήταν μικρής διάρκειας. Ό Θεόδωρος Βαλσαμων, που γράφει περί τον ΙΒ' αιώνα —και κατά συνέπεια μας πληροφορεί για τα όσα ίσχυαν στην εποχή του —, σαφώς την ονομάζει «επταήμερον». Όμως υπό την επίδραση της νηστείας της Μεγάλης Τεσσαρακοστής επεξετάθη και αυτή σε σαράντα ήμερες, χωρίς εν τούτοις να προσλάβει την αυστηρότητα της πρώτης.

Πως θα πρέπει να την νηστεύουμε;
Καθ' όλη τη διάρκεια του σαρανταημέρου δεν καταλύουμε κρέας, γαλακτερά και αυγά.
Αντίθετα, επιτρέπεται να καταλύουμε ψάρι όλες τις ήμερες — πλην, φυσικά, της Τετάρτης και της Παρασκευής— από την αρχή μέχρι και την 17η Δεκεμβρίου. Ψάρι καταλύουμε επίσης και κατά την εορτή των Εισοδίων της Θεοτόκου, οποιαδήποτε ημέρα κι αν πέσει.
'Από την 18η μέχρι και την 24η Δεκεμβρίου, παραμονή της εορτής, επιτρέπεται η κατάλυση οίνου και ελαίου μόνο — εκτός, βέβαια, των ημερών Τετάρτης και Παρασκευής που θα παρεμβληθούν και κατά τις οποίες τηρούμε ανέλαιη νηστεία.
Επίσης με ξηροφαγία θα πρέπει να νηστεύουμε την πρώτη ήμερα της νηστείας, 15η Νοεμβρίου, καθώς και την παραμονή της εορτής, έκτος βέβαια κι αν πέσουν Σάββατο η Κυριακή.

ΝΗΣΤΕΙΑ: ΑΠΟΧΗ ΑΠΟ ΠΑΣΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ
«Επίσης οφείλουμε να μην τηρούμε μόνο την τάξη της νηστείας που αφορά τις τροφές, αλλά να απέχουμε και από κάθε αμαρτία, έτσι ώστε, όπως νηστεύουμε ως προς την κοιλιά, να νηστεύουμε και ως προς τη γλώσσα, αποφεύγοντας την καταλαλιά, το ψέμα, την αργολογία, τη λοιδορία, την οργή και γενικά κάθε αμαρτία που διαπράττουμε μέσω της γλώσσας.

Επίσης χρειάζεται να νηστεύουμε ως προς τα μάτια. Να μη βλέπουμε μάταια πράγματα. Να μην αποκτούμε παρρησία διά μέσου των ματιών. Να μην περιεργαζόμαστε κάποιον με αναίδεια. Ακόμη θα πρέπει να εμποδίζουμε τα χέρια και τα πόδια από κάθε πονηρό πράγμα.
Με αυτό τον τρόπο νηστεύοντας μια νηστεία ευπρόσδεκτη στον Θεό, αποφεύγοντας κάθε είδους κακία που ενεργείται διά μέσου της καθεμιάς από τις αισθήσεις μας, θα πλησιάζουμε, όπως είπαμε, την άγια ήμερα της αναστάσεως αναγεννημένοι, καθαροί και άξιοι της μεταλήψεως των άγιων μυστηρίων».ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ

Από το "Η νηστείαι της Εκκλησίας", Mητροπολίτου Νέας Σμύρνης Συμεών Κούτσα Εκδ. Αποστολική Διακονία, σελ. 88-92

"Ο Μ. Ναπολέων σε συμπόσιο που έκαμε, εκάλεσε και την κυρία Μοντεσκιέ. Αλλά η κυρία αυτή αν και καθόταν δίπλα στον Αυτοκράτορα, όμως δεν έτρωγε. Οι ομοτράπεζοι το θεώρησαν αυτό ως προσβολή και αγωνιούσαν για το τι θα κάνει ο Αυτοκράτωρ.

Ο Ναπολέων ερώτησε:
- «Γιατί δεν τρώτε κυρία μου;»
- «Διότι είναι Παρασκευή και νηστεύω», απάντησε η κυρία Μοντεσκιέ.
Την επομένη ο Ναπολέων την εκάλεσε στα ανάκτορα και της ανέθεσε τη διαπαιδαγώγηση του διαδόχου. Είχε εκτιμήσει τη σταθερότητα του χαρακτήρα της."
(Ψιχία από της τραπέζης, Κωνσταντίνου Κούρκουλα)

"Μία κυρία στο Παρίσι, καλή χριστιανή, έτυχε να καθίσει σε επίσημο γεύμα, δίπλα σ’ έναν Ιππότη της Λεγεώνας της Τιμής.
Κατά τη συνήθειά της, η κυρία πριν καθίσει, έκανε το σημείο του Σταυρού.
- Πώς; την ρώτησε ο Ιππότης. Τι κάνετε, κυρία;
- Κάνω το σημείο του Σταυρού, όπως όλοι οι καλοί χριστιανοί. Εσείς υπερηφανεύεστε να φέρετε στο στήθος το σταυρό της Λεγεώνας της Τιμής. Γιατί εγώ θα αισθανθώ ντροπή να κάνω το σημείο του Σταυρού του Ιησού Χριστού;"
(Θησαυρός γνώσεως και ευσεβείας, Υακίνθου Γρατιανουπόλεως)

«Ουδέν εστιν έξωθεν του ανθρώπου εισπορευόμενον εις αυτόν ο δύναται αυτόν κοινώσαι, αλλά τα εκπορευόμενα εστί τα κοινούντα τον άνθρωπον» (Μρ. 7, 15).

Αυτά τα λόγια του Χριστού οι άνθρωποι που δεν θέλουν να νηστεύουν τα ερμηνεύουν με τον δικό τους τρόπο. Λένε πως δεν υπάρχουν φαγητά ακάθαρτα, γι' αυτό και δεν νηστεύουν. Είναι σωστό αυτό που λένε;
Όχι, καθόλου δεν είναι σωστό. Λέγοντας αυτό η αγία μας Εκκλησία δεν εννοεί ότι υπάρχουν φαγητά που κάνουν τον άνθρωπο ακάθαρτο, ότι υπάρχουν τρόφιμα ακάθαρτα. Τίποτα απ' αυτά που δημιούργησε ο Θεός δεν είναι ακάθαρτο, όλα είναι καθαρά και καλά λίαν», αν τα δεχόμαστε με ευχαρίστηση, και κανένα φαγητό που μπαίνει στο στόμα μας δεν μας κάνει ακάθαρτους, διότι τίποτα που μπαίνει στον άνθρωπο από έξω δεν μπορεί να τον κάνει ακάθαρτο.

Ποια είναι αυτά που μπαίνουν μέσα μας;
Είναι οι επιδράσεις που δεχόμαστε από τους άλλους ανθρώπους. Αν οι άνθρωποι μας βρίζουν, μας προσβάλλουν, μας ταπεινώνουν αυτό δεν μας κάνει ακάθαρτους. Ας τους αφήσουμε να μας βρίζουν, να μας κακολογούν και να μας συκοφαντούν, δεν πρέπει αυτό να μας ενοχλεί και να μας κάνει ακάθαρτους. Μας κάνουν ακάθαρτους εκείνα που βγαίνουν από μέσα μας.

Ποια είναι αυτά που βγαίνουν από μέσα μας;
Πρώτα απ' όλα είναι τα λόγια μας. Αν τα λόγια αυτά είναι άσχημα, αν το στόμα μας, με το οποίο λαμβάνουμε το άχραντο Σώμα και το τίμιο Αίμα του Χριστού ανοίγει για να λέμε διάφορες βρισιές και αισχρολογίες, αυτό μας κάνει ακάθαρτους. Ο άνθρωπος που βρίζει, τον εαυτό του βρίζει, και αυτός που συκοφαντεί τον πλησίον του, τον εαυτό του συκοφαντεί και φανερώνει μ' αυτό τον τρόπο την ρυπαρότητα και την ακαθαρσία της ψυχής του. Αυτός που βρίζει, μιαίνει τον εαυτό του και όχι εκείνον που βρίζει.
Μας κάνουν ακάθαρτους όλα εκείνα που βγαίνουν από μέσα μας. Και από μέσα μας βγαίνουν όχι μόνο τα λόγια αλλά και οι πράξεις και γενικά όλη η συμπεριφορά μας. Τα λόγια, τα έργα, ακόμα το βλέμμα μας φανερώνουν την κατάσταση που βρίσκεται η ψυχή μας. Αν τα λόγια μας είναι γεμάτα κακίες και συκοφαντίες, αν τα έργα μας δεν είναι καθαρά και όλη η συμπεριφορά μας δείχνει την κακία, την υπερηφάνεια, τη μεγαλομανία και την τάση να προβάλλουμε τον εαυτό μας, αυτό μας κάνει ακάθαρτους.
Γινόμαστε ακάθαρτοι όταν η ζωή μας μοιάζει με τη ζωή των ανθρώπων, για τους οποίους ο άγιος προφήτης Δαβίδ λέει στον 72ο ψαλμό του: «Διά τούτο εκράτησεν αυτούς η υπερηφανία, περιεβάλοντο αδικίαν και ασέβειαν εαυτών, εξελεύσεται ως εκ στέατος η αδικία αυτών, διήλθον εις διάθεσιν καρδίας· διενοήθησαν και ελάλησαν εν πονηρία, αδικίαν εις το ύψος ελάλησαν· έθεντο εις ουρανόν το στόμα αυτών, και η γλώσσα αυτών διήλθεν επί της γης» (Ψα. 72, 6-9)

Υπάρχουν άνθρωποι που η γλώσσα τους είναι τόσο μεγάλη που σαρώνει την γη. Αν λοιπόν είμαστε σαν τούς ανθρώπους που περιγράφει στον ψαλμό του ο προφήτης Δαβίδ, αν η γλώσσα μας σαρώνει την γη, αν οι πράξεις μας φανερώνουν την υπερηφάνια, την έπαρση και την αναισθησία, αν ο νους μας δεν είναι συγκεντρωμένος και γυρίζει παντού, αν όλους τους ανθρώπους τους ειρωνευόμαστε, τους συκοφαντούμε και τους κουτσομπολεύουμε, τότε κάνουμε τους εαυτούς μας ακάθαρτους.

Οι πράξεις μας αυτές που βγαίνουν από μέσα μας, όχι μόνο από το στόμα μας βγαίνουν, αλλά μέσα από τον ίδιο τον εαυτό μας, από το πνεύμα μας και αποκαλύπτουν στους άλλους ανθρώπους την πνευματική μας υπόσταση. Την ακαθαρσία του πνεύματος μας την βλέπουν οι άνθρωποι. Αυτή μας κάνει ακάθαρτους. Οι άνθρωποι μας βλέπουν μέσα στο θολό φως, μέσα στο σκοτεινό φως της ψυχής μας. Αυτό το σκοτεινό φως μας μιαίνει.

Αντίθετα πρέπει να ζούμε και να ενεργούμε έτσι ώστε να εκπέμπουμε το Φως του Χριστού, την ευωδία του και όχι την κακία, την υπερηφάνεια, την έπαρση, την συκοφαντία, που όλα αυτά είναι ακαθαρσία. Αυτό να θυμόμαστε. Τίποτα απ' αυτά που μπαίνουν μέσα μας από το στόμα μας δεν μπορούν να μας κάνουν ακάθαρτους. Μας κάνουν ακάθαρτους αυτά που βγαίνουν από το στόμα μας και κάνουν φανερό στους άλλους το εσωτερικό μας είναι. Να το θυμάστε, να είστε πράοι και ταπεινοί για να εκχέεται από μέσα σας το Φως και η ευωδία του Χριστού. Αμήν.

Αγίου Λουκά Αρχιεπισκόπου Κριμαίας
Λόγοι και Ομιλίες Τόμος Β'
Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη"

Tου Αββά Φωκά: Έλεγε ο Αββάς Φωκάς, οπού ανήκε στο Κοινόβιο του Αββά Θεογνίου του Ιεροσολυμίτη: «Όταν έμενα σε Σκήτη, υπήρχε εκεί κάποιος Αββάς Ιάκωβος, νέος την ηλικία, στα Κελλιά, όπου είχε τον ίδιο πνευματικό και κατά σάρκα πατέρα. Είχαν δε τα Κελλιά δύο εκκλησίες, μια των Ορθοδόξων, όπου και κοινωνούσε, και μια των αιρετικών. Επειδή λοιπόν ο Αββάς Ιάκωβος είχε τη χάρη της ταπεινοφροσύνης, όλοι τον αγαπούσαν, και τα μέλη της Εκκλησίας και οι χωρισμένοι απ΄ αυτή. Του έλεγαν λοιπόν οι ορθόδοξοι:
- «Τον νου σου, Αββά Ιάκωβε, μη σε ξεγελάσουν οι αιρετικοί και σε ελκύσουν στην κοινότητά τους».

Επίσης και οι αιρετικοί τού έλεγαν:
- «Γνώριζε, Αββά Ιάκωβε, ότι, κοινωνώντας με τους διφυσίτες, χάνεις την ψυχή σου. Γιατί είναι Νεστοριανοί και συκοφαντούν την αλήθεια».

Ο δε Αββάς Ιάκωβος, όπου ήταν ακέραιος και στενοχωρήθηκε με όσα άκουε από τις δυο πλευρές και δεν ήξερε πλέον τι να κάμη, πήγε να παρακαλέσει τον Θεό. Απέκρυψε λοιπόν τον εαυτό του σε απόμερο κελλί, έξω από τη λαύρα, όπου ντύθηκε τα εντάφια του, σαν να επρόκειτο να πεθάνη. Γιατί συνηθίζουν οι Αιγύπτιοι πατέρες, το πλεχτό ένδυμα, όπου λαμβάνουν το μοναχικό σχήμα, καθώς και το κουκούλι, να τα φυλάνε έως θανάτου και μ’ αυτά να ενταφιάζονται. Τα φορούν δε μοναχά κάθε Κυριακή, όταν μεταλαμβάνουν, και ευθύς ύστερα τα μαζεύουν. Πηγαίνοντας λοιπόν σ’ εκείνο το κελλί, παρακαλούσε τον Θεό και εξαντλήθηκε από τη νηστεία και έπεσε κατάχαμα και έμεινε εκεί πεσμένος. Και έλεγε ότι πολλά είχε πάθει εκείνες τις μέρες από τους δαίμονες, προπαντός κατά διάνοια. Αφού δε πέρασαν σαράντα μέρες, βλέπει να μπαίνει στο κελλί ένα παιδί χαρωπό και να του λέγη:
- «Αββά Ιάκωβε; τι κάνεις εδώ;».

Ευθύς δε, φωτισμένος και παίρνοντας δύναμη από τη θέα του παιδιού, τού είπε:
- «Κύριε, συ γνωρίζεις τι έχω. Εκείνοι μου λέγουν: Μην αφήσης την Εκκλησία. Και οι άλλοι μου λέγουν: Σε πλανούν οι διφυσίτες. Και εγώ έχοντάς τα χαμένα και μη ξέροντας τι να κάμω, ήλθα εδώ».

Του λέγει ο Κύριος:
- «Όπου είσαι, καλά είσαι».
Και ευθύς, μ’ αυτά τα λόγια, βρέθηκε στο κατώφλι, της αγίας Εκκλησίας των Ορθοδόξων, οπού ακολουθούσαν τη Σύνοδο».

(Είπε γέρων… εκδ. Αστήρ)

Σελίδα 1 από 2