“Προς ουρανόν επειγομένην (=βιάζεται να πάει στον ουρανό)”.
Η Θεοτόκος έζησε 50 και πλεόν χρόνια. Το τέλος της επιγείου ζωής της, σύμφωνα με την παράδοσι, το πληροφορήθηκε τρεις μέρες ενωρίτερα από έναν Άγγελο, ο οποίος και της μετέφερε το εξής μήνυμα του Χριστού: “Είναι καιρός πιά, Μητέρα, να σε πάρω κοντά μου. Μη νοιώσης γι'αυτό καμμιά ανησυχία, αλλά με ευχαρίστησι να δεχθής την απόφασί μου. Διότι έρχεσαι σε αθάνατη ζωή”!
Έτσι, με τον πόθο να συναντήση τον Υιό και Θεό της, η Θεομήτωρ που κατοικούσε πια στα Ιεροσόλυμα ανέβηκε γρήγορα στο όρος των Ελαιών για να προσευχηθή, όπως άλλωστε συνήθιζε συχνά να κάνη. Αφού προσευχήθηκε αρκετά, γύρισε στο σπίτι της, όπου άρχισε τις προετοιμασίες. Σάρωσε ολόκληρο το σπίτι, ετοίμασε το κρεββάτι της, καθώς και όλα τα απαραίτητα για την ταφή, άναψε πολλά φώτα κι εδόξασε τον Θεό.

Ύστερα έστειλε μήνυμα να έλθουν οι συγγενείς και οι γείτονες. Όταν αυτοί συγκεντρώθηκαν, άρχισαν να θρηνούν και να οδύρωνται. Ύστερα όμως σώπασαν και παρακαλούσαν τη Θεομήτορα να μη τους απορφανισθή. Η Θεοτόκος, από την άλλη μεριά τους διαβεβαίωνε ότι θα περισκέπη και εποπτεύη όχι μόνο αυτούς, αλλά και όλον τον κόσμο, σκορπώντας έτσι παρηγοριά στους συγκεντρωθέντες. Ύστερα πρόσφερε τους δύο χιτώνες της σε δύο φτωχές χήρες που τις αγαπούσε ιδιαίτερα και που τις φρόντιζε από καιρό...(βλ. Μα., 15).
Η προαίσθησις του θανάτου είναι συνήθως προνόμιο των αγίων ψυχών. Η προαίσθησις αυτή, σαν μια έσχατη ευλογία του Θεού τους δίνει την ευκαιρία της τελικής προετοιμασίας για την μεγάλη Συνάντησι με το πρόσωπο του πόθου και της αγάπης των, τον Κύριο Ιησού!

Υπό το πρίσμα αυτό, ο πιστός χριστιανός πρέπει να θεωρή προνομιακή την περίπτωσι που οι γιατροί και οι συγγενείς του τον προειδοποιούν, ότι το τέλος είναι πιο κοντά! Αυτό, που σε άλλους μοιάζει με εφιάλτη, ο χριστιανός πρέπει να το θεωρή σαν έσχατη ευλογία του Θεού.

Γιατί έτσι θα έχη τη δυνατότητα της τελικής προετοιμασίας. Θα έχη την ευχέρεια και τον χρόνο να κάνη ό,τι έκανε και η Θεοτόκος: Καθαριότης ψυχής και σώματος, θ. Κοινωνία, ειδοποίησις συγγενών και φίλων, φωταψία και αναμονή του Κυρίου.
...
(ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΑΧΕΛΩΟΥ-ΕΥΘΥΜΙΟΥ Κ. ΣΤΥΛΙΟΥ, “Η ΠΡΩΤΗ-ΘΕΟΜΗΤΟΡΙΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ”, εκδόσεις ΓΡΗΓΟΡΗ, σελ. 258-259)

    Αλλά, λέει, αυτός που τελείωσε την ζωή του σαπίζει και καταστρέφεται και γίνεται σκόνη και στάχτη. Και τι σημασία έχει αυτό, αγαπητέ; Γι’ αυτό ακριβώς πρέπει να χαίρεται κανείς.

Διότι, και όταν κάποιος πρόκειται να οικοδομήση ένα σπίτι που χάλασε και έγινε παλιό, πρώτα βγάζει έξω τους ενοίκους, και μετά γκρεμίζει το σπίτι και χτίζει λαμπρότερο. Και εκείνους που τους έβγαλε έξω δεν τους λυπεί αυτό που έγινε, αλλά περισσότερο τους ευφραίνει• διότι δεν προσέχουν το γκρέμισμα που βλέπουν, αλλά φαντάζονται την μελλοντική οικοδομή, την οποία δεν βλέπουν.

Έτσι λοιπόν και ο Θεός, επειδή θέλει να κατασκευάση, διαλύει το σώμα μας, και την ψυχή που κατοικεί μέσα σ’ αυτό την βγάζει έξω πρώτα σαν από κάποιο σπίτι και, αφού κατασκευάση λαμπρότερη κατοικία, την βάζει πάλι μέσα με μεγαλύτερη δόξα. Ας μη προσέχουμε λοιπόν στο γκρέμισμα, αλλά στην μελλοντική λαμπρότητα.
    Και εάν πάλι κάποιος έχη έναν ανδριάντα κατεστραμμένο από την σκουριά και τον χρόνο, και σε πολλά μέρη σπασμένο, αφού τον κομματιάση, τον βάζει μέσα στο καμίνι και λειώνοντάς τον εντελώς, τον παρουσιάζει έτσι πιο λαμπρό.

Όπως ακριβώς λοιπόν η διάλυσις στο καμίνι δεν είναι αφανισμός, αλλά κάποια ανακαίνισις του ανδριάντα εκείνου, έτσι και ο θάνατος των δικών μας σωμάτων, δεν είναι κάποια καταστροφή, αλλά ανανέωσις.

Όταν λοιπόν δης, όπως ακριβώς στο καμίνι, να διαλύεται η σάρκα μας και να σαπίζη, μη σταματήσης σ’ αυτό που βλέπεις, αλλά περίμενε την ανανέωσι• και να μην αρκεσθής ούτε στο μέτρο αυτού του παραδείγματος, αλλά γύρνα με την σκέψι σου στα προηγούμενα.

Διότι ο ανδριαντοποιός, όταν βάζη χάλκινο σώμα, δεν σου δίνει χρυσό και αθάνατο ανδριάντα, αλλά χάλκινο πάλι κατασκευάζει, ο Θεός όμως δεν κάνει το ίδιο, αλλά, ενώ βάζει μέσα πήλινο και θνητό σώμα, σου επιστρέφει χρυσό και αθάνατο τον ανδριάντα• διότι η γη, αφού δεχθή σώμα φθαρτό και θνητό σου το επιστρέφει άφθαρτο και αθάνατο.


(Ιωάννου Χρυσοστόμου,Εις τον πτωχόν Λάζαρον Ε΄,ΕΠΕ 25,552-576)

ΕΙΝΑΙ συγκινητικά όσα διαβάζομε για το μακάριο τέλος των άγιων ψυχών που σαν φωτεινά μετέωρα πέρασαν από το γήινο κόσμο, για ν' αφήσουν σ' αυτόν την λάμψι του είναι τους, και να πέσουν ύστερα ορμητικά στην απεραντοσύνη της αιωνιότητος.

Σαν έμαθαν οι πολυάριθμοι ασκηταί στο βουνό του Μεγάλου Αντωνίου πως ο Αββάς Σισώης ήταν στα τελευταία του μαζεύτηκαν στην καλύβα του να πάρουν την ευχή του. Η εκτίμησί τους γι' αυτόν δεν είχε όρια. Τον έλεγαν «διαμάντι της Ερήμου» και πολύ δίκαια. Όλη του η μακρόχρονη ζωή ήταν ένας αγώνας για την αγιότητα και τώρα στο θάνατό του έλαμψε σ' όλη της την πληρότητα.

Στην σεβάσμια μορφή του είχε χαραχτή μια έκφρασι ήρεμης ευτυχίας. Σαν ένοιωσε γύρω του τους συνασκητάς του, τους αδελφούς του, τους συντρόφους του στον «καλόν αγώνα», που τώρα αυτός νικητής άγγιζε στο τέρμα του, τα χείλη του αργοσάλεψαν, κάτι θέλησε να ειπή. Εκείνοι, Γέροντες και νεώτεροι, σεβάσμιοι Πατέρες κι αρχάριοι υποτακτικοί, όλοι τους δακρυσμένοι από βαθειά συγκίνησι, στέκονταν μ' ευλάβεια μπροστά σ' αυτή τη μυσταγωγία. Απόλυτη σιγή είχε απλωθή γύρω. Περίμεναν ν' ακούσουν τα τελευταία λόγια ενός μεγάλου Αγίου, να τα φυλάξουν σαν παρακαταθήκη ιερή. Μα εκείνος είχε μεταρσιωθή, δεν έβλεπε πια παρά μόνο τα ούρανια.

— Έρχεται ο Αββάς μου, τον άκουσαν να ψιθυρίζη.

Ρίγος πέρασε από τα λιπόσαρκα σώματα των ασκητών.

Είδαν για μια στιγμή, με τα μάτια της ψυχής τους, τη μεγάλη μορφή του «Καθηγητού των Μοναστών», τον Όσιο Αντώνιο ν' απλώνη το ευλογημένο χέρι του για να πάρη κοντά του τον πιο εκλεκτό από τους μαθητάς του, εκείνον που αντέγραψε και τις πιο μικρές λεπτομέρειες της παράδοξης ζωής του.

— Να ο χορός των Αποστόλων και των προφητών!

Το πρόσωπο του ετοιμοθάνατου έλαμψε από φως ουράνιο, καθώς σιγοψιθύριζε αυτά τα λόγια. Τα χείλη του αργοσάλευαν ακόμη, λες και κουβέντιαζε με όντα που μόνο εκείνος έβλεπε.

— Με ποιόν συνομιλείς, Πάτερ; ρώτησαν οι γεροντότεροι από τους συνασκητάς του.

— Ο Άγιοι Άγγελοι θέλουν να με πάρουν και τους παρακαλώ να με αφήσουν ακόμη να μετανοήσω, είπε με κόπο και δυό δάκρυα κύλισαν πίσω από τα πεσμένα βλέφαρά του.

— Δεν έχεις πια ανάγκη από μετάνοια, μακάριε Σισώη. Συ μετανοούσες σ' όλη σου τη ζωή, του αποκρίθηκαν οι Πατέρες θαυμάζοντας την ταπεινοφροσύνη του.

— Δεν ξεύρω, Αδελφοί μου, να έχω βάλει ακόμη αρχή.

Καθώς έλεγε αυτά, άστραψε ξαφνικά το πρόσωπό του, λες κι έβλεπε σ' αυτό τον ίδιο τον ήλιο. Οι γύρω έμειναν εκστατικοί από θαυμασμό μαζί και φόβο.

— Ο Κύριος μου και ο Θεός μου! Δόξα σοι!

Ήταν τα τελευταία του λόγια. Μ' αυτά πέταξε η ψυχή του στα ουράνια. Είχε ιδεί τον Ιησού που λάτρευε από τα βάθη της καρδιάς του; Κανείς δεν μπορούσε να ειπή, μα όλα το εβεβαίωναν. Το παράδοξο φως που έβλεπαν στην μορφή του, ή υπερκόσμια γαλήνη που είχε χυθή στην ταπεινή καλύβα, η άρρητη ευωδιά, όλα μαρτυρούσαν την επίσκεψι του Ουρανίου Βασιλέως στον εκλεκτό φίλο Του.

(Γεροντικόν, μοναχής Θεοδώρας Χαμπάκη, εκδ. Λυδία)

Πήγαινε συχνά ο διάβολος στη σπηλιά κάποιου Ερημίτη, για να τον τρομοκρατήσει και να τον κάνει να φύγει από εκεί.

Εκείνος όμως όχι μόνο δεν δείλιαζε, αλλά περιφρονούσε το πονηρό πνεύμα.

Τότε ο διάβολος, για να τον παραπλανήσει, του παρουσιάστηκε με τη μορφή του Χριστού.
- Είμαι ο Χριστός, του είπε.
Ο Ερημίτης έκλεισε τα μάτια του.
- Γιατί κλείνεις τα μάτια σου; του φώναξε ο διάβολος ερεθισμένος. Σου είπα πως είμαι ο Χριστός.
- Εγώ δεν θέλω να δω τον Χριστό σε αυτόν τον κόσμο,
αποκρίθηκε ο Ερημίτης, κρατώντας ακόμη τα μάτια του κλειστά.
Με τη θαρρετή απάντηση του ανθρώπου του Θεού ο διάβολος εξαφανίστηκε και δεν τόλμησε πια να τον πειράξει.
(Γεροντικόν, Θεοδώρας Χαμπάκη, εκδ. Λυδία, σελ. 399)

‹‹Ένας γέροντας πεσμένος στο κρεβάτι του θανάτου, έλεγε σε μερικούς φίλους του, που είχαν έρθει να τον δουν:
            Σήμερα με επισκέφθηκαν τρείς επισκέπτες.
            Πρώτη με επισκέφθηκε η Πίστη.
Έρχομαι μου είπε, να σε αποχαιρετήσω, δεν με έχεις πια ανάγκη. Στη ζωή σου εδώ στη γη σε βοήθησα να ακολουθήσεις τον Κύριό σου και να μείνεις πιστός σε Αυτόν. Τώρα θα Τον δεις ΄΄πρόσωπον προς πρόσωπον΄΄ (Α΄Κορ. 13, 12) και η πίστη σου θα μεταβληθεί σε όψη.
            Δεύτερη με επισκέφθηκε η Ελπίδα.
            Έως τώρα, μου είπε, ήμουν ο πιο καλός σύντροφός σου. Σε ενθάρρυνα στις δυσκολίες σου, σε παρηγορούσα στις θλίψεις σου, σε χαροποιούσα στη σκέψη ότι μια μέρα θα συναντήσεις τον Κύριό σου. Η υπηρεσία μου έληξε. Στον κόσμο στον οποίο πηγαίνεις δεν υπάρχουν πόνοι και θλίψεις, αλλά φως και χαρά.
            Τελευταία με επισκέφθηκε η Αγάπη.
            Εμείς δεν θα αποχωρισθούμε ποτέ, μου είπε. Στη ζωή αυτή, σου αποκάλυπτα το χαρακτήρα του Κυρίου σου και την αγάπη Του για σένα, σου έδινα τα δύναμη να Τον αγαπάς και σε ενέπνεα σε υπηρεσία προς τους συνανθρώπους σου. Όσο ο καιρός περνούσε, συνδεόμασταν όλο και πιότερο. Όλα αυτά, όμως, δεν ήταν παρά ο πρόλογος. Εκεί πάνω θα είμαστε πάντα μαζί. Εγώ θα σου κινώ την καρδιά σε αίνο και δοξολογία αιώνια προς τον Κύριό σου.
            Θα είμαι το άρμα, πάνω στο οποίο θα ταξιδεύεις σε ολόκληρη την αιωνιότητα.
            "Τώρα δε μένει πίστις, ελπίς, αγάπη, τα τρία ταύτα. μείζων δε τούτων η αγάπη"(Α΄Κορ. 13, 13) ›› (ΑΓ. 5)
(αρχ. Ιωάννου Κωστώφ, Καλοί λιμένες, Σταμάτα 2016, σελ. 236-7)

Εις έναν Προηγούμενο ονόματι Νεόφυτον, Δοχειαρίτην το έτος 1880 εις το ησυχαστήριόν του «οι Αρχάγγελοι» της μικράς αγίας Άννης εφάνη ότι είδεν όνειρον τον μέγαν Βασίλειον. Τον παρεκίνησε μάλιστα να προσκυνήση το δάκτυλον του ποδιού του.

            Το όνειρον αυτό ήτο ικανόν να δημιουργήση μιαν οίησιν και ένα εγωιστικόν τύφον εις την ψυχήν του Προηγουμένου ότι βλέπει και προσκυνά αγίους. Ο λογισμός του ησχολείτο συνεχώς και αδιακόπως με το όνειρον τούτο και μάλιστα εις βάρος της προσευχής και του «κανόνος»του.

            Παρήλθεν καιρός και τον εφώτισεν ο Πανάγαθος Θεός να επισκεφθή τον ονομαστόν Πνευματικόν παπα-Γρηγόρην, ο οποίος ησκήτευεν εν τελεία ακτημοσύνη και πτωχεία ολίγον πιο επάνω, εις την ιδίαν Σκήτην.

            - Αδελφέ μου Προηγούμενε, μεγάλον διάβολον προσεκύνησες και όχι τον άγιον Βασίλειον, του είπεν απεριφράστως. Σε παρακαλώ εις το εξής να μη δίδης σημασίαν εις τα όνειρα από τα οποία και με τα οποία ο διάβολος ως πονηρός απατά τους ανθρώπους.

(Αθωνικό Γεροντικό, αρχ. Ιωαννικίου Κοτσώνη, σελ.369-370)

Ήταν ένας εργάτης, δασοφύλακας στη Φιλοθέου, που είχε σκοτώσει άνθρωπο. Ύστερα ήρθε στο Άγιο Όρος. Με βοηθούσε πολλές φορές. Μου ΄φερε απ΄ το Μοναστήρι μια τσέργα, πιρούνι, κουτάλι αλλά όταν μιλούσαμε για πεθαμένους, αμέσως άλλαζε κουβέντα.
- Άστα, άστα αυτά έλεγε, δεν υπάρχουν αυτοί.
Πέθανε ο άνθρωπος, πάει τέλειωσε. Δώσε, του λέω, τα ονόματα απ΄ τα πεθαμένα να στα μνημονεύω στο εκκλησάκι των Αρχαγγέλων. Εκεί ήμουν τότε. Αυτός τίποτα, δε μου τα έδωσε.
Ύστερα από καιρό, μαθαίνω, πέθανε. Δεν το πίστεψα στην αρχή. Πάω στη Φιλοθέου, βλέπω φρέσκο μνήμα. Ε, λέω, πέθανε. Ύστερα από είκοσι μέρες, μαθαίνω, μ΄ έψαχνε ένα πρόσωπο απ΄ τη Φιλοθέου. Έρχεται αναστατωμένος, ήταν κι επίτροπος στο μοναστήρι του.
- Πάτερ, μου λέει, ήρθε ο κυρ Θανάσης, ο πεθαμένος, και μου παραπονέθηκε πολλές φορές πως τον ξέχασα και δεν έκανα τίποτα γι΄ αυτόν. Και πραγματικά έχω είκοσι μέρες να τον μνημονεύσω στην προσευχή μου και ήρθε. Και πραγματικά, ανέλαβα προϊστάμενος και ταχτοποιώ το γραφείο, έχει πολλή δουλειά, τί να κάνω τώρα ξέχασα και το κανόνα μου.
- Ε, τώρα να κάνεις λίγο παραπάνω.

Από το βιβλίο«Διηγήσεις του π.Παϊσίου περί παλαιών Αθωνιτών πατέρων»

ΣΤΑ ΜΑΡΤΥΡΟΛΟΓΙΑ, που είναι γεμάτα μ' ολόχρυσες σελίδες ηρωϊκών πράξεων, διαβάζομε την ακόλουθη συγκινητική ιστορία:

Όταν Αυτοκράτορας στη Ρώμη ήταν ο Μαξιμιανός, μαρτύρησε στην Αίγυπτο γύρω στα 304 ο Άγιος Ούαρος, νεαρός ακόμη αξιωματικός κάποιας Ρωμαϊκής λεγεώνος. Ζηλωτής χριστιανός, συνελήφθη μέσα στις φυλακές που πήγαινε κρυφά για ν' ανακουφίζη και να δίνη θάρρος στους μάρτυρας. Ήλθε έτσι κι η δική του σειρά να χύση το αίμα του για την αγάπη του Χριστού. Στον τόπο του μαρτυρίου του βρέθηκε, σταλμένη από τη Θεία Πρόνοια, μια πολύ ευσεβής χριστιανή, η Κλεοπάτρα.

Ήταν χήρα, αλλά πλουσιωτάτη κι είχε κοντά της το μικρό μοναχογυιό της. Η ευγενής κυρία παρακολούθησε με βαθύ πόνο τα σκληρά βασανιστήρια, που έκαναν στο νέο για ν' αρνηθή την πίστι του. Όταν έμεινε πια άψυχο το μαρτυρικό σώμα, η Κλεοπάτρα έδωσε πολλά χρήματα στους δήμιους και το πήρε. Με μεγάλη ευλάβεια το μετέφερε στ' αρχοντικό της και το έθαψε σ'ένα ιδιαίτερο δωμάτιο.

Ύστερα από λίγα χρόνια, όταν βασίλεψε ο Μέγας Κωνσταντίνος και σταμάτησαν οι διωγμοί εναντίον των χριστιανών, η Κλεοπάτρα άφησε την Αίγυπτο για να γυρίση πίσω στην πατρίδα της την Παλαιστίνη και πήρε μαζί της το λείψανο του μάρτυρος, σαν πολύτιμο θησαυρό. Εκεί ξόδεψε ένα μεγάλο μέρος από την περιουσία της κι έκτισε μεγαλοπρεπέστατη εκκλησία στο όνομα του Αγίου Ουάρου κι αφιέρωσε σ' αυτήν το τίμιο λείψανο που φύλαγε μέσα σε ολόχρυση λάρνακα.

Όταν ήσαν πια όλα έτοιμα, προσκάλεσε τον Επίσκοπο και τους κληρικούς της επαρχίας για τα εγκαίνια. Ύστερα από τη Θεία Λειτουργία, φιλοξένησε όλους τους πιστούς και τους έστρωσε πλούσιο τραπέζι. Η χήρα, μαζί με το νεαρό γυιό της, περιποιήθηκαν με τα ίδια τους τα χέρια όλους τους προσκαλεσμένους, χωρίς να βάλουν ψωμί στο στόμα τους. Σαν νύκτωσε και το σπίτι άδειασε από τον κόσμο, τσακισμένος από την κούρασι ο νέος, πήγε στο δωμάτιό του να ξεκουρασθή. Σε λίγο πήγε κι η μητέρα να του πάη φαγητό. Τον βρήκε να καίγεται στον πυρετο. Ανήσυχη του έκανε τις περιποιήσεις που ήξερε, ξεχνώντας την πείνα και την κούρασί της. Αλλ' όσο πέρναγε η ώρα, ο πυρετός ανέβαινε και προτού προφτάση να έρθη ο γιατρός, ο νέος ξεψύχησε στην αγκαλιά της απαρηγόρητης μάνας. Αλλόφρονη εκείνη από την απροσδόκητη συμφορά, σήκωσε το νεκρό σώμα και το πήγε στην εκκλησία του μάρτυρος. Το ακούμπισε πάνω στη λάρνακα των λειψάνων και πέφτοντας στα γόνατα, ξέσπασε σε σπαρακτικό θρήνο. Με πονεμένα λόγια, θύμιζε στον μάρτυρα, σαν να τον είχε ζωντανό μπροστά της, όσα είχε κάνει για χάρι του και απαιτούσε απ' αυτόν να κάνη εκείνο που έκανε ο Ελισσαίος για τη Σωμανίτιδα.

Ανάμεσα στα δάκρυα και στ' αναφυλλητά, συντριμμένη από τον πόνο, αποκοιμήθηκε. Είδε τοτε ένα θαυμάσιο όνειρο, που παρηγόρησε τη μητρική καρδιά της.

Άνοιξε μπροστά στα μάτια της ο Ουρανός και μέσα από φως υπέρλαμπρο παρουσιάστηκε ο μάρτυς του Χριστού, στεφανωμένος μ' ολόχρυσο στεφάνι. Η δόξα του δεν περιγράφεται. Κρατούσε από το χέρι, σαν φίλος τον φίλο του, το γυιό της χήρας, που φόραγε κι αυτος ολάνθιστο στεφάνι στο όμορφο κεφάλι του.

— Μη με κατηγορής για αγνωμοσύνη, Κλεοπάτρα, της είπε ο μάρτυς με γλυκύτητα. Θυμάσαι πόσες φορές, γονατιστή μπροστά στα λείψανα μου, γύρευες χάριτες για το παιδί σου; Τι πιο μεγάλο χάρισμα μπορούσα να σου ανταποδωςω από τούτη τη δόξα που βλέπεις; Αν, ύστερα απ' αυτό, εξακολουθής να τον γυρεύης κοντά σου, είναι ελεύθερος να έλθη.

Και γυρίζοντας στο νέο, του έδειξε την πονεμένη μητέρα

του.

— Φίλε μου, μπορείς να πας μαζί της.

Εκείνος όμως έπεσε στην αγκαλιά του μάρτυρος, σαν να μην ήθελε ποτέ να τον αποχωριστή, και στρέφοντας στη μητέρα του ελαφρά το κεφάλι, της είπε:

— Επιμένης λοιπόν να μου στερήσης αυτή την ευτυχία; Θέλεις ποτέ να με ξαναφέρης από τα αιώνια στα πρόσκαιρα κι από τη χαρά στη λύπη; Πάψε, μητέρα, να πενθής και ετοιμάσου να μας συναντήσης.

Βάλσαμο παρηγοριάς χύθηκε στην πληγωμένη καρδιά της χήρας, ύστερα από την οπτασία. Αφού έθαψε το παιδί της στην καινούργια εκκλησία, μοίρασε στους φτωχούς όλη την περιουσία της, φόρεσε ταπεινά ρούχα κι έμεινε εκεί κοντά στον τάφο του μάρτυρος και του παιδιού της. Επτά ολόκληρα χρόνια περιποιήθηκε το ναό και πέθανε με φήμη αγίας.


(Γεροντικόν, μοναχής Θεοδώρας Χαμπάκη, εκδ. Λυδία)

Τι είναι η μέση κατάσταση των ψυχών;

Όσοι λένε ότι η ψυχή μετά τον θάνατο του σώματος πλανάται στον αέρα, εμφανίζεται όπου θέλει ή μπαίνει σε άλλα σώματα για να εμφανισθεί πάλι και να ξαναζήσει στον κόσμο, κάνουν λάθος. Οι ψυχές μετά θάνατο βρίσκονται κάπου, θα λέγαμε σ’ ένα ιδιότυπο χώρο, του οποίου δεν γνωρίζουμε τη φύση. Είναι συγκεντρωμένες όλες μαζί, στερούμενες της δυνατότητας για αυτοδιάθεση. Φυλάσσονται για τη μεγάλη ημέρα του Κυρίου, περιμένοντας την κρίση του Δεσπότη. Ότι οι ψυχές μετά θάνατο πηγαίνουν σε ορισμένο τόπο όπου φυλάσσονται, βλέπουμε στην παραβολή του πλούσιου και του Λαζάρου (Λουκ. 16,19-31). Ο πλούσιος πέθανε και πήγε στον τόπο των βασανιστηρίων, ενώ ο φτωχός Λάζαρος οδηγήθηκε από τους αγγέλους στον κόλπο του Αβραάμ (Λουκ. 16,22). Μεταξύ των δύο αυτών καταστάσεων ανοίγεται χάσμα μέγα και αγεφύρωτο. Ο πλούσιος είναι ριγμένος στη φωτιά, ζητώντας λίγες σταγόνες νερού να δροσίσει την καιόμενη γλώσσα του. Θα ήθελε να γυρίσει στον κόσμο για να βάλει μυαλό στ’ αδέλφια του για να μην καταλήξουν, όπως κι αυτός, στα μεταθανάτια βασανιστήρια. Όμως δεν μπορούσε. Ζητούσε βοήθεια από τον Λάζαρο, ο οποίος ζούσε ευτυχισμένος στην ηρεμία και τη χαρά του Παραδείσου.

Το διάστημα ζωής που μεσολαβεί μεταξύ του θανάτου κάθε ανθρώπου και της δευτέρας παρουσίας και της καθολικής κρίσης λέγεται μέση κατάσταση των ψυχών. Είναι το μεσοδιάστημα μέχρι τον δεύτερο ερχομό του Χριστού στον κόσμο. Η μερική κρίση δεν είναι λόγος κενός, κάτι που λέμε ρητορικά και σχηματικά, χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο. Είναι κατάσταση πραγματικής ζωής, που εμείς που ζούμε εδώ δεν μπορούμε να καταλάβουμε. Αλήθεια, πως ζει η ψυχή απαλλαγμένη από το σύνοικο σώμα με το οποίο πλάστηκε κι έζησε τόσα χρόνια στη γη; Αυτή μονάχα το γνωρίζει και ο Θεός. Θα το μάθουμε βέβαια κι εμείς, όταν έρθει η ώρα μας. Να μη βιαζόμαστε λοιπόν.

Εν πάση περιπτώσει η ζωή δεν θα είναι ίδια για όλες τις ψυχές. Όσες έζησαν καλά στην κάτω ζωή, αγάπησαν τον Θεό και τον συνάνθρωπο και πέθαναν ειρηνικά στους κόλπους της Εκκλησίας, θα πάνε στο φωτεινό μέρος της μέσης κατάστασης, τον παράδεισο, κοντά στον θεό, απολαμβάνοντας ένα μέρος της χαράς της θείας ευλογίας και περιμένοντας με λαχτάρα τη δεύτερη παρουσία του Χριστού για να λάβουν το πλήρες μέτρο της ευτυχίας του ουρανού, για το οποίο έζησαν στον μοχθηρό τόπο της επίγειας ζωής.

Αντίθετα, όσες έζησαν μακριά από τον Θεό, κομμένες από τη σωστική χάρη του, αδιάφορες για το τι έκανε ο Χριστός με το λυτρωτικό έργο της θείας του ενανθρώπισης, όσες έζησαν για την σάρκα μόνο και τις ορέξεις της και ήσαν σκληρές και απάνθρωπες για τον συνάνθρωπο, θα ριφθούν στην κόλαση, στο μέρος των κολαστηρίων (πάντοτε στην μέση κατάσταση), όπου θα τιμωρούνται μερικώς για την αντίθετη και απάνθρωπη διαγωγή τους, τρέμοντας την έλευση της δευτέρας παρουσίας του Κριτή.    

   
Πηγή: «Απαντήσεις σε ερωτήματα Σωτηριολογικά», Ανδρέα Θεοδώρου, σελ. 224

 
Τα μνημόσυνα που κάνει η Εκκλησίας μας σχετίζονται με τη σωτηρία των ψυχών στη μέση κατάσταση;

Ναι, σχετίζονται, όχι φυσικά για όλες, αλλά για ορισμένες απ΄αυτές. Οι δίκαιες και οι άδικες ψυχές δεν έχουν ανάγκη από τα μνημόσυνα, που είναι οι προσευχές της Εκκλησίας για την ανάπαυση των κεκοιμημένων. Οι μεν δίκαιες, γιατί είναι ήδη στην χαρά του Κυρίου τους και δεν τις αγγίζουν τα μνημόσυνα, οι δε άδικες, γιατί είναι παραδομένες στο πυρ το εξώτερο (στη μερική φυσική του διάσταση) και όλα τα μνημόσυνα της Εκκλησίας δεν μπορούν ν’ αφαιρέσουν τίποτε από το μέγεθος της θλίψης και της κακοδαιμονίας τους. Τώρα, γιατί η Εκκλησία κάνει σε όλους ανεξαίρετα τους πεθαμένους τα ιερά της μνημόσυνα, είναι άλλη υπόθεση. Η Εκκλησία δεν γνωρίζει τι συντελέστηκε στην ψυχή κατά την ώρα του θανάτου, αν μετάνιωσε για τα αμαρτήματα της και ζήτησε συγχώρεση από τον Θεό, οπότε τα μνημόσυνα θα την ωφελήσουν. Αυτά τα γνωρίζει μόνο ο Θεός. Η Εκκλησία του απλώς δέεται για τη συγχώρεση όλων των τέκνων της σε όποια κατάσταση κι αν βρίσκονται. Είναι υποχρέωση μας, λοιπόν, να τελούμε τα ιερά μνημόσυνα. Μερικοί αστήρικτοι χριστιανοί τα βλέπουν με απάθεια, καμιά φορά δε τα ειρωνεύονται. Τόσο άσχετοι είναι με το μυστήριο της Εκκλησίας και τις σημαντικές και κρίσιμες ώρες της ανθρώπινης ύπαρξης!

Μεταξύ όμως αυτών των δύο κατηγοριών υπάρχει και μια άλλη, η οποία δεν ανήκει ολοκληρωτικά σε αυτές, οι ψυχές που δεν είναι αμιγώς δίκαιες ούτε άδικες. Είναι οι ψυχές που έζησαν στη γη σε κοινωνία με τον Χριστό και την Εκκλησία, όμως από αμέλεια και αδιαφορία δεν φρόντιζαν να είναι πάντοτε σε ετοιμότητα πνευματική και ξαφνικά ο θάνατος τις μετέθεσε στη μέση κατάσταση. Έφεραν μαζί τους κηλίδες συγγνωστών αμαρτημάτων, για τις οποίες δεν εξομολογήθηκαν για να πάρουν συγχώρεση. Οι ψυχές αυτές δεν μπορούν να καταταχθούν στο μέρος τους παραδείσου στη μέση κατάσταση, όπου κατατάσσονται οι καθαρές και άγιες ψυχές. Ούτε όμως και στο τμήμα των κολαστηρίων, αφού δεν διέπραξαν χοντρά και θανάσιμα αμαρτήματα. Έτσι βρίσκονται σε μια ενδιάμεση κατάσταση, εξαρτώμενες από το έλεος και τη φιλανθρωπία του Θεού. Εδώ ακριβώς παρεμβαίνει η δέηση της Εκκλησίας, η οποία παρακαλεί τον Θεό να συγχωρήσει τα πλάσματα του αυτά, να μετριάσει και ν’ ανακουφίσει τον πόνο τους και να τους παράσχει «όνησιν» (ωφέλεια), όπως ο ίδιος γνωρίζει. Το έργο αυτό της Εκκλησίας είναι απλή προσευχή και τίποτε περισσότερο. Ότι δια των μνημόσυνων παρέχεται ωφέλεια στις ψυχές είναι βέβαιο. Αυτό που δεν γνωρίζουμε είναι η φύση της όνησης αυτής και σε ποιες ψυχές μπορεί να χορηγηθεί. Αυτά είναι ζητήματα του Θεού, τα οποία δεν μπορούμε εμείς να εξιχνιάσουμε. Να μπορεί άραγε να μεταπηδήσει μια τέτοια ψυχή στον χώρο των δικαίων ψυχών;

Το δόγμα της μέσης κατάστασης, παρά το αδιερεύνητο του χαρακτήρα του, είναι πολύ σημαντικό για την πίστη και την ευσέβεια των μελών της Εκκλησίας. Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία το απορρίπτει. Κατ’ αυτήν μετά θάνατο οι ψυχές έρχονται στο λεγόμενο «καθαρτήριο πυρ», για να καθαρθούν και να εισέλθουν οι μεν καθαρές και δίκαιες στον Παράδεισο οι δε αμαρτωλές και φαύλες στη κόλαση. Οι Ορθόδοξοι δεν γνωρίζουμε τα πράγματα αυτά. Η μέση κατάσταση, όπως τη διδάσκει η Εκκλησία μας, έχει ζωτική και άμεση σχέση με τη σωτηρία μας.

Δυστυχώς οι περισσότεροι χριστιανοί αδιαφορούμε σχετικά. Ζούμε σαν να μην πρόκειται να πεθάνουμε. Παραδινόμαστε στις υποθέσεις του βίου και τα ηδονικά θέλγητρα της ζωής, χωρίς να περιμένουμε τέλος. Και ξαφνικά έρχεται αυτό και μας παραδίδει στο μυστήριο της μεταθανάτιας ζωής. Τι όμως γίνεται τότε; Που θα πάμε; Τι θ’ αντιμετωπίσουμε; Αδύναμοι, όπως είμαστε, βρισκόμαστε κάτω από το άπειρο έλεος και τη συμπάθεια του ουράνιου Πατέρα! Και στη δικαιοσύνη και δικαιοκρισία Του φυσικά.                     

 
Πηγή: «Απαντήσεις σε ερωτήματα Σωτηριολογικά», Ανδρέα Θεοδώρου, σελ. 226

Αναμφισβήτητα έχουν. Για τις ψυχές των ζώων κάνει ευρύ λόγο η Αγία Γραφή. Η Γένεση ιδιαίτερα γράφει:

«Καὶ εἶπεν ὁ Θεός· ἐξαγαγέτω τὰ ὕδατα ἑρπετὰ ψυχῶν ζωσῶν», « .. ἐξαγαγέτω ἡ γῆ ψυχὴν ζῶσαν κατὰ γένος, τετράποδα καὶ ἑρπετὰ καὶ θηρία τῆς γῆς κατὰ γένος».

Πρέπει όμως να κάνουμε μια διασάφηση. Η λέξη «ψυχή» δεν είναι λέξη μονοσήμαντη. Έχει πολλές έννοιες στην Αγία Γραφή.
Έτσι μπορεί να σημαίνει τη ζωή του ανθρώπου, την πνευματική του ουσία, που είναι σε αξία πολυτιμότερη από τον κόσμο ολόκληρο.
Στα ζώα σημαίνει τη ζωτική δύναμη, που μαζί με το φυσικό τους ένστικτο τα συγκρατεί στο είναι και τα κατευθύνει στην εκπλήρωση του φυσιολογικού σκοπού της υπάρξεως τους.
Η ψυχή του ζώου βρίσκεται στο αίμα του («ότι το αίμα αυτού ψυχή» Δευτ. 12,23)

Όπως γίνεται νοητό, η ψυχή των ζώων δεν μπορεί να ταυτιστεί με τη λογική ψυχή των ανθρώπων, που είναι φύση νοερά και άυλη, προέρχεται από την πνοή του Θεού και είναι «εικόνα» Θεού, αθάνατη και ακατάλυτη.
Είναι όμως παράλογο ορισμένες εκδηλώσεις των ζώων, συγκινησιακές ευαισθησίες και άλλες δεξιότητες, να τις εξισώνουμε με τα λογικά και πνευματικά εκδηλώματα της ανθρώπινης ψυχής.
Είναι φυσικές ορμές, ένστικτα, που υπάρχουν στην ουσία του ζώου και τίποτα περισσότερο.

Η ψυχή των ζώων δεν είναι αθάνατη. Με το θάνατο του ζώου η ύπαρξή του εξαφανίζεται. Χάνεται οριστικά.
Το ζώο δεν πρόκειται να αναστηθεί εκ των νεκρών κατά την κοινή ανάσταση.
Ως άλογο ων δεν είναι υπεύθυνο για τα ενεργήματά του, δια τούτο δεν πρόκειται να λογοδοτήσει στον πλάστη του.
Τα ζώα είναι πλάσματα θελημένα από το Θεό, χαριτωμένα και όμορφα. Έχουν συγκεκριμένο λόγο υπάρξεως.
Συγγενεύουν με τον άνθρωπο, γιατί τόσο αυτά όσο και οι άνθρωποι έχουν το λόγο υπάρξεως τους – διαφορετικό φυσικά σε κάθε περίπτωση – στη δημιουργική ενέργεια του Θεού. Αυτά καθ΄ ευατά έχουν την όποια αξία τους, ως πλάσματα του κοινού Πατέρα, γι’ αυτό ο άνθρωπος πρέπει εν μέτρω να τα αγαπά, να τα φροντίζει και όχι να τα βασανίζει και να τα καταστρέφει.

Η αγάπη προς τα ζώα είναι εκδήλωμα χριστιανικής αγάπης και ευγνωμοσύνης προς το δωρεοδότη Κύριο, που τόσο απλόχερα έπλασε τα όντα του, που πολλές φορές εξυπηρετούν (κυρίως τα ζώα) με κάθε τρόπο τον άνθρωπο.

(Πηγή: «Απαντήσεις σε ερωτήματα Δογματικά», Ανδρέα Θεοδώρου, σελ. 67)

Σελίδα 1 από 2