Θα μπορούσα να σας μιλήσω εκτενέστερα για το εξής παράδοξο φαινόμενο: οι άνθρωποι δεν προσέχουν τα δικά τους λάθη και κρίνουν τους άλλους.

Με τον τρόπο αυτό καταστρέφεται η ενότητα. Φυλαχθείτε από κάθε λογισμό εναντίον των αδελφών, γιατί κάθε τέτοιος λογισμός προκαλεί ρωγμή στον τοίχο της Μονής μας.

Το είπαμε αρκετές φορές. Αυτό δεν είναι καθόλου μικρό πράγμα! Επειδή, όταν σκεφτόμαστε το κακό για κάποιον και ύστερα βγαίνουμε από το κελί μας και τον συναντούμε, τα ίχνη της κακής αυτής σκέψεως ενεργούν.

Και τότε ο άλλος, εξαιτίας αυτού του φαινομένου, ανταποκρίνεται με αντίστοιχο τρόπο. Και ποτέ δεν είναι δυνατόν να γνωρίσουμε ποιός «άρχισε» πρώτος.

Γι’ αυτό και προσευχόμαστε: «Δώρησαί μοι του οράν τα εμά πταίσματα». Η Απουσία της θεωρίας αυτής κάνει τον κάθε άνθρωπο να σκέφτεται ότι έχει δίκαιο και να μη διακρίνει τα δικά του λάθη. Αυτό το κάνουν ακόμη και οι αρχιερείς και όλοι εμείς.

Γι’ αυτό φυλαχθείτε από κάθε κακή σκέψη όταν είστε στο κελί σας, και τότε το «σπίτι μας» θα μένει άκλόνητο και θα κερδίσουμε τη σωτηρία μας.

Αν όμως συγχωρούμε τις δικές μας αμαρτίες χωρίς να κατανοούμε τον αδελφό, τότε όλα θα καταστραφούν.
Πρόσφατα με επισκέφτηκε κάποιος νέος άνθρωπος που ήρθε σε σύγκρουση με τη γυναίκα του. Αυτοί έχουν δύο παιδιά. Του είπα:

«Ταπεινώσου, και τότε θα αποφύγουμε την τραγική διάλυση της οικογένειας. Και τα μικρά παιδιά θα σωθούν από την τραγική μορφή ζωής που υφίστανται τα παιδιά των οποίων οι γονείς είναι χωρισμένοι».

Το ίδιο ισχύει και στη δική μας οικογένεια: θα αποφεύγουμε σαν φωτιά, σαν δηλητηριώδες φίδι, κάθε ίχνος διασπάσεως.

Θα οικοδομήσουμε τη ζωή μας έτσι, ώστε πραγματικά να σωζόμαστε και να αφομοιώσουμε εκείνο το δώρο του Θεού που έχουμε με την πνευματική μας ελευθερία, να συναχθούμε δηλαδή και να ζήσουμε ως μία οίκογένεια.
Μιλώ ενώ πονά η καρδιά μου και πολλά από τα λόγια μου ίσως είναι αδέξια. Ωστόσο όμως, ακούτε ό,τι σας λέω και θα δείτε αγαθούς καρπούς στη ζωή σας.

(Σωφρονίου Σαχάρωφ,Οικοδομώντας το ναό του Θεού, τόμος Β, σελ. 230-231)

 

Πόσο απρόσεκτοι είναι οι άνθρωποι στον κόσμο!

Κάποιος επέστρεψε από το γραφείο στο σπίτι, και στο δείπνο (στη Ρωσία τελειώνουν από την εργασία κατά τις 5 το απόγευμα και στις 6 έχουν το δείπνο στο σπίτι) η γυναίκα του άρχισε να του μιλά για τον γιό τους:

«Χθές μου είπε ψέματα. Μου είπε ότι θα πάει κάπου και στην πραγματικότητα πήγε κάπου άλλου».

Ο πατέρας παίρνει το αυστηρό του ύφός και λέει στον γιο του:

«Αν κάνεις έτσι, να μη με αποκαλείς πια πατέρα. Αν θέλεις να κρατήσεις την τιμή να είσαι γιος μου, πρέπει να λες μόνο την αλήθεια».

Όταν το δείπνο τελείωσε, ο πατέρας ανεβαίνοντας προς το δωμάτιό του είπε:

«Ο κ. Μ. θα έρθει απόψε. Πέστε του ότι λείπω. Πρέπει να αναπαυθώ».

Αυτό είναι μια μικρή λεπτομέρεια, αλλά συμβαίνει συχνά. Ο ίδιος είπε: «Αν πεις ψέματα, δεν θα είσαι πια γιος μου», και αμέσως μετά προσθέτει: «Αν ο κ. Μ. έρθει, πείτε του ότι λείπω. Πρέπει να αναπαυθώ».

Αυτό είναι σοβαρό, καταλαβαίνετε; Κρίνουμε τους άλλους, αλλά θα κριθουμε από τη δική μας στάση, από τις κρίσεις που κάνουμε για τους άλλους.

Έτσι λοιπόν, προσπαθήστε να μην κρίνετε ο ένας τον άλλο, αλλά προσεύχεσθε να ανοίξει ο Θεός την οδό της σωτηρίας Του.

(αρχιμανδρίτου Σωφρονίου Σαχάρωφ, Οικοδομώντας τον ναό του Θεού, τόμος Β, σελ. 346)

Θα σας μιλήσω συγκεκριμένα από τη ζωή μου. Όταν ήμουν στη Γαλλία, κατοικούσα με κάποιον ιερομόναχο, νεότερο από εμένα που τον γνώριζα από πολλά χρόνια.

Ήταν πολύ έξυπνος, πολύ σοβαρός κλπ., αλλά δεν καταλάβαινε την υπακοή χωρίς να κάνει παρατηρήσεις. Έλεγε στους άλλους:

«Να υπακούσω χωρίς να καταλαβαίνω, είναι ανόητο. Ποιός είναι ο Γέροντας; Δεν λέει “χρησμούς”, δεν είναι “αλάθητος”, όπως ο Πάπας!Είναι απαραίτητο να καταλαβαίνουμε, αν πρέπει να ακολουθήσουμε τον λόγο του ή όχι».

Αυτό που έλεγε στους άλλους έφθασε κάποτε μέχρις εμένα, και τότε αναγκάσθηκε να με ρωτήσει:

«Είστε αλάθητος;».

Του απάντησα:

«Με την ερώτηση αυτή τα ανατρέπετε όλα, δεν κάνετε παρά το δικό σας θέλημα, και βάζετε εσεις τον εαυτό σας πάνω από μένα».

Αν ο πνευματικός πατέρας ζητά με την προσευχή απάντηση από τον Θεό, αυτή η απάντηση δεν είναι πάντοτε σύμφωνη με τη λογική της καθημερινής ζωής. Ένα πρόσωπο όπως αυτό για το οποίο σας είπα δεν μπορεί να ακολουθήσει αυτό τον λόγο, του φαίνεται ανόητος και δεν θα τον ακούσει.

«Όταν παίρνουμε πάνω μας το δικαίωμα να κρίνουμε αν ο λόγος του Γέροντα είναι σωστός ή όχι, όπως σας εξήγησα, στην περίπτωση αυτή, εσείς είστε ο κριτής, ακόμη και όταν συμφωνείτε με τον λόγο μου, κατά βάθος δεν ακολουθείτε παρά τη δική σας αντίληψη, το ίδιον θέλημά σας».

Ο άγιος Βαρσανούφιος λέει ότι σε παρόμοιες περιστάσεις δεν θέλει ούτε να καταδικάσει ούτε να δικαιώσει, αλλά δεν φέρει καμιά ευθύνη γι’ αυτούς που υπακούουν μόνο στην περίπτωση όπου βλέπουν στον λόγο του Γέροντά τους ένα νόημα που τους φαίνεται σωστό και αρνούνται να τον ακολουθήσουν, όταν δεν καταλαβαίνουν τι λέει.

Είναι εύκολο να καταλάβετε αυτό που θέλω να πω, ότι πρέπει να ακολουθούμε τον λόγο του ηγουμένου ή του πνευματικού χωρίς να τον κρίνουμε; Τί σημαίνει «χωρίς να τον κρίνουμε;». Είναι δυνατόν κάποιο λογικό πρόσωπο να ενεργεί έτσι; Αλλά ακριβώς ο μοναχισμός είναι το σχολείο όπου μπορούμε να πραγματοποιήσουμε το έργο του ανακαινισμού μας με τη μετάνοια, ως το σημείο που να μπορούμε να ακούσουμε με άμεσο τρόπο τον λόγο του Ίδιου του Θεού.

(αρχιμανδρίτου Σωφρονίου Σαχάρωφ, Οικοδομώντας τον ναό του Θεού, τόμος Β, σελ. 254-255)

(Π.Ν. Τρεμπέλα, Υπόμνημα ερμηνευτικό στο κατά Ιωάννην). 

Για τη γνησιότητα της περικοπής αυτής προκλήθηκαν σοβαρές αντιρρήσεις. Το ότι αυτή παραλείπεται μεν από πολλούς από τους παλαιότερους μεγαλογράμματους κώδικες, ανάμεσα στους οποίους και οι κώδικες (Σιναϊτικός, Αλεξανδρινός και Βατικανός (ομοίως στους κώδικες C, L, Ν, Τ, Χ, Δ ,Θ, καθώς και σε 70 άλλους μικρογράμματους κώδικες), από κάποιους πάλι άλλους (Ε Μ S Λ Π και 45 μικρογράμματους κώδικες) σημειώνεται με αστερίσκο ή οβελίσκο, σημάδια που εκφράζουν αμφιβολίες για τη γνησιότητα, και από άλλους τοποθετείται αλλού (δηλ. ο υπ’ αριθμόν 225 κώδικας τοποθετεί αυτήν μετά το Ιω. ζ 36, 10 άλλοι στο τέλος του ευαγγελίου και 4 άλλοι στο ευαγγέλιο του Λουκά μετά το κεφ. κα) θεωρήθηκε ως αρκετά σοβαρό επιχείρημα εναντίον της γνησιότητάς της.
Η σοβαρότητα επίσης του επιχειρήματος αυτού ενισχύεται και από το ότι οι Τερτυλλιανός, Κυπριανός, Ωριγένης, Χρυσόστομος και Νόννος δεν μιλούν καθόλου για την περικοπή αυτή, η οποία δεν ερμηνεύεται ούτε στο κατά Ιωάννην υπόμνημα του Κυρίλλου, ούτε από τον Θεοφύλακτο, και μόλις κατά τον ιβ αιώνα παρουσιάζεται πρώτος να υπομνηματίζει αυτήν ο Ζιγαβηνός, ο οποίος όμως παρατηρεί για αυτήν, ότι «στα ακριβή αντίγραφα ή δεν βρίσκεται ή σημειώνεται με το σημάδι του οβελίσκου· για αυτό φαίνεται ότι είναι εμβόλιμα και προσθήκη και απόδειξη αυτού είναι ότι ούτε ο Χρυσόστομος τα αναφέρει καθόλου».
Επιπλέον η περικοπή λείπει και από τις παλαιές μεταφράσεις (Πεσιττώ, του Σινά, του Cureton, της Φιλοξενιανής) όπως και από τη Σαϊδική (μετάφραση), την Κοπτική, τη Γοτθική και την Αρμενική.
Αλλά και το πλήθος των διαφορετικών γραφών, οι οποίες σημειώθηκαν δυσανάλογα στους 12 στίχους της περικοπής αυτής, παρουσιάζει ελάχιστα πιθανό, ότι το κείμενο αυτό προήλθε από γραφίδα κάποιου αποστόλου, διότι ήταν αδύνατον κείμενο αποστολικό να υποστεί τέτοιες αλλοιώσεις. Υπολόγισαν σε 80 και πλέον τις διαφορετικές αυτές γραφές, ενώ ο Griesbach διέκρινε 3 διαφορετικά κείμενα αυτής της περικοπής.
Αντιθέτως άλλοι μεγαλογράμματοι κώδικες (Δ F G Η Κ U Γ) και πάνω από 300 μικρογράμματους περιλαμβάνουν την περικοπή χωρίς να σημειώνουν κάποιο σημάδι αμφιβολίας, ομοίως επίσης και κάποια χειρόγραφα της Ιτάλας (λατινική μετάφραση) όπως και η Βουλγάτα και η Συριακή μετάφραση της Ιερουσαλήμ. Επιπλέον μαρτυρείται αυτή από τις Αποστολικές Διαταγές (Ι,2,24), και η μαρτυρία αυτή, που μπορεί να φτάσει και μέχρι το τέλος του τρίτου αιώνα, θα έπρεπε να χαρακτηριστεί ως η παλαιότερη από όλες.

Κατά τον τέταρτο αιώνα οι Αμβρόσιος, Ιερώνυμος και Αυγουστίνος κηρύττονται υπέρ της αυθεντικότητας της περικοπής και εξηγούν την παράλειψή της από κάποιους κώδικες ότι οφείλεται στο φόβο κάποιων ασθενών στην πίστη χριστιανών μήπως οι γυναίκες τους βγάλουν από αυτήν συμπεράσματα χαλαρών ηθικών αντιλήψεων (August. De conj. Adult ΙΙ 6 δες και Hieron. Adv. Pelag. ΙΙ 17).
Αλλά και εσωτερικοί λόγοι, δηλαδή από την ανομοιότητα του ύφους σε σχέση με αυτό του υπόλοιπου ευαγγελίου του Ιωάννη, όπως και η απότομη παρεμβολή αυτού του ανεκδότου στη σειρά της διδασκαλίας του Κυρίου κατά την εορτή της σκηνοπηγίας, και η γενικότερη ομοιότητα και του περιεχομένου και της μορφής της περικοπής με την παράδοση και αφήγηση των συνοπτικών, συνηγορεί υπέρ της εκδοχής, ότι η περικοπή αυτή δεν έχει συγγραφεί από τον Ιωάννη.
Από την άλλη όμως η αφήγηση για τη μοιχαλίδα παρουσιάζεται ως αυθεντικό απόσπασμα πρωϊμότατης παράδοσης για τα λόγια και έργα του Κυρίου. Φαίνεται επίσης αν όχι βέβαιο, τουλάχιστον πιθανότατο, ότι σε αυτήν αναφέρεται ο Ευσέβιος (Εκκλ. Ιστ. γ 39) μιλώντας για τον Παπία (επίσκοπο Ιεραπόλεως) ότι έγραψε «και άλλη ιστορία για γυναίκα η οποία κατηγορήθηκε για πολλές αμαρτίες στον Κύριο, την οποία περιέχει το καθ’ Εβραίους ευαγγέλιο». Όπως όμως ήδη είπαμε, η όλη περικοπή παρουσιάζει πολλές ομοιότητες με τις ιστορίες των συνοπτικών, και η επιείκεια και η σοβαρότητα συγχρόνως που αποδίδονται από αυτήν στον Ιησού εμφανίζονται εξ’ ολοκλήρου σύμφωνες με τα χαρακτηριστικά του Ιησού, όπως διέσωσαν σε εμάς αυτά οι συνοπτικοί.

Και δεν απομένει η παραμικρή αμφιβολία, ότι το τεμάχιο αυτό εξιστορεί γεγονός αυθεντικό και διασώζει πιστά τα λόγια και τη στάση του Ιησού απέναντι σε γυναίκα που παρεκτράπηκε. Η σοφία και η δραστική δύναμη, την οποία ο Ιησούς εκδηλώνει στην ιστορία της μοιχαλίδας είναι τόσο μεγάλα, ώστε να παρουσιάζεται παράδοξο, πώς το αξιόλογο αυτό τμήμα της ευαγγελικής ιστορίας θεωρείται από πολλούς συγχρόνους ως αβέβαιο (b). (Δες g,β).

Ιω. 8,1 Ἰησοῦς δὲ(1) ἐπορεύθη εἰς τὸ ὄρος τῶν ἐλαιῶν(2)·
Ιω. 8,1 Ο δε Ιησούς επήγεν στο όρος των ελαιών.
(1)   Αντιθετικός σύνδεσμος. Τα μεν μέλη του συνεδρίου γύρισαν στα σπίτια τους, ο δε Ιησούς μετέβη…
(2)   Πουθενά στον Ιωάννη δεν συναντιέται η ονομασία αυτή, την οποία βρίσκουμε στους συνοπτικούς (β). Ο Ιωάννης για τον ίδιο τόπο χρησιμοποιεί τη φράση «πέραν του χειμάρρου των κέδρων» (ιη 1)(ο). Η γενική τοποθεσία της αφήγησης μοιάζει με αυτήν που περιγράφεται στη συνοπτική παράδοση. Ενώ διαρκούσε η τελευταία εβδομάδα πριν το Πάσχα, κατά την οποία ο Ιησούς σταυρώθηκε, ο Κύριος περνούσε την ημέρα στην Ιερουσαλήμ και ειδικά στο ναό και το απόγευμα αποσυρόταν έξω από την πόλη στη Βηθανία (Μάρκ. ια 11,12,19,27,Ματθ. κα 17). Τόσο από τον Μάρκο όσο και από τον Λουκά το όρος των Ελαιών μνημονεύεται ειδικά σε σχέση με τη συνηθισμένη του αυτή αποχώρηση (Μάρκ. ιγ 1-3,Λουκ. κα 37,38,κβ 39)(χ).

Ιω. 8,2 ὄρθρου(1) δὲ πάλιν παρεγένετο εἰς τὸ ἱερόν, καὶ πᾶς ὁ λαὸς(2) ἤρχετο πρὸς αὐτόν· καὶ καθίσας(3) ἐδίδασκεν αὐτούς.
Ιω. 8,2 Ενώ δε ακόμη ήτο πρωϊ, ήλθεν πάλιν στον ναόν και όλος ο λαός ήρχετο προς αυτόν. Και αφού εκάθισε, τους εδίδασκε.
(1)   Λέξη που συνηθίζεται από τον Λουκά (Λουκ. κδ 1,Πράξ. ε 21) αντί για την οποία ο Ιωάννης χρησιμοποιεί τη λέξη πρωΐ (ιη 28,κ 1,κα 4)(β). Πολύ πρωί ο Κύριος επανέρχεται στο συνηθισμένο τόπο της διδασκαλίας του για συνέχιση του έργου του. Δες και Μάρκ. ια 20, όπου και πάλι πρωί παρουσιάζεται ο Κύριος να επιστρέφει στην πόλη (ο). Ο Κύριος δίδασκε «ευκαίρως, ακαίρως». Τρία πράγματα είναι αξιοσημείωτα εδώ σε σχέση με το κήρυγμα του Ιησού.
α) Ο χρόνος. «Όρθρου», πολύ πρωί. Παρόλο που διανυκτέρευσε έξω από την πόλη και πιθανότατα διέθεσε μεγάλο μέρος της νύχτας σε προσευχή, παρ’ όλα αυτά ήλθε εκεί πολύ νωρίς. Όταν το έργο κάποιας ημέρας πρόκειται να γίνει για το Θεό και τις ψυχές, καλό είναι να το αρχίζουμε νωρίς και να έχουμε ολόκληρη την ημέρα μπροστά μας και στη διάθεσή μας. β) Ο τόπος. Στο ιερό. Διότι εκεί συνέρρεε κατά τις ημέρες εκείνες λαός πολύς, για να λατρεύσει το Θεό, και ο Κύριος ήθελε να ενθαρρύνει το λαό σε τέτοιες συναθροίσεις, διότι δεν είχε ακόμα αφήσει τον τόπο εκείνο έρημο. γ) Η στάση του κατά την ώρα του κηρύγματος. Καθόταν και δίδασκε ως έχοντας εξουσία και ως έχοντας την πρόθεση να παρατείνει για πολύ το λόγο.
(2)   Ο λαός που είχε καλές διαθέσεις προς αυτόν και όχι οι άρχοντες που σχεδίαζαν σκευωρίες εναντίον του (ο). Ήλθαν προς αυτόν, παρόλο που ήταν πολύ πρωί. Όσοι ζητούν αυτόν νωρίς και από τον όρθρο, θα τον βρουν.
(3)   Σύμφωνα με τη συνήθεια αυτών που διδάσκουν δημόσια. Δες Ματθ. ε 1,Μάρκ. ιγ 3,Ιω. στ 3 (ο). Διαφορετικές γραφές στο στίχο: Παραγίνεται… ο όχλος. Αποσιωπάται από αρκετά χειρόγραφα το «προς αυτόν».

Ιω. 8,3 ἄγουσι δὲ οἱ γραμματεῖς(1) καὶ οἱ Φαρισαῖοι γυναῖκα(2) ἐπὶ μοιχείᾳ κατειλημμένην(3), καὶ στήσαντες αὐτὴν ἐν μέσῳ(4)
Ιω. 8,3 Οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι φέρουν τότε μίαν γυναίκα, η οποία είχε συλληφθή επ' αυτοφώρω καταπατούσα την συζυγικήν πίστιν. Και αφού την έβαλαν ορθίαν στο μέσον του συγκεντρωμένου πλήθους,
Ιω. 8,4 λέγουσιν αὐτῷ· διδάσκαλε(5), αὕτη ἡ γυνὴ κατείληπται ἐπ᾿ αὐτοφώρῳ(6) μοιχευομένη(7)·
Ιω. 8,4 του λέγουν• “Διδάσκαλε, αυτή η γυναίκα έχει συληφθή επ' αυτοφώρω να καταπατή την συζυγικήν πίστιν•
(1)   Πουθενά στον Ιωάννη δεν συναντιέται αυτός ο όρος, ενώ στους συνοπτικούς συχνότατα βρίσκεται η φράση οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι (β). Οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι, των οποίων ο υποκριτικός βίος θα αναγκάσει τον Κύριο να απευθύνει προς αυτούς τα καυστικά εκείνα Ουαί, αυτοί οδηγούν τη μοιχαλίδα μπροστά στον Ιησού. Είναι κάτι κοινό και συνηθισμένο σε εκείνους, οι οποίοι είναι παραδομένοι στην αμαρτία, να είναι αυστηροί στις αμαρτίες των άλλων.
(2)   Η γυναίκα οδηγείται προς τον Ιησού όχι για διεξαγωγή κανονικής δίκης, αλλά με σκοπό να προκαλέσουν τον Ιησού να εκφράσει γνώμη για ζήτημα που σχετιζόταν με τον μωσαϊκό νόμο, και να χρησιμοποιήσουν στον κατάλληλο καιρό την γνώμη αυτήν εναντίον του (δες σ. 6)(β). Ο οικτίρμων και φιλεύσπλαχνος διδάσκαλος, ο οποίος δειχνόταν τόσο χαλαρός στην τήρηση των παραδόσεων, θα εξέφραζε φανερά τώρα τη διαφωνία του με τον Μωϋσή, που ξεκάθαρα πρόσταζε εδώ ως ποινή το λιθοβολισμό; Εάν θα διαφωνούσε με τον Μωϋσή, θα πιανόταν στην παγίδα (τ).
(3)   Παρόμοιο με το συλλαμβάνω, και εκφράζει επιπλέον και την έννοια της σύλληψης στην ίδια την πράξη. Και στον Ιωάννη (α 5,ιβ 35)(β). Υπάρχει και η γραφή καταληφθεισαν. Ο κώδικας του Βέζα αντί για «επί μοιχεία» γράφει «επί αμαρτία».
(4)   Στο μέσο των παρισταμένων εκεί που άκουγαν τη διδασκαλία του, έτσι ώστε ενώπιον όλων να συντελεστεί η εξέταση του ζητήματος και η έκφραση της γνώμης του Ιησού (β).
(5)   Υπάρχει και η γραφή: λέγουσιν αυτω πειράζοντες. Βέβαιοι για το ότι ο Ιησούς θα συλλαμβανόταν στην παγίδα, μιλούν προς αυτόν ευγενικά αναγνωρίζοντας αυτόν διδάσκαλο (ο). Ονομάζοντας αυτόν διδάσκαλο, δήλωναν ταυτόχρονα και το λόγο για τον οποίο ζητούσαν από αυτόν να εκφέρει την απόφασή του (b).
(6)   Επάνω στην ίδια την πράξη. Συνεπώς η ενοχή της είναι αδιαμφισβήτητη (ο). «Επ’ αυτοφώρω σημαίνει: ελέγχεται από μόνο του, φαίνεται από μόνο του, είναι ολοφάνερο» (Ζ). Παρόλο που η μοιχεία είναι έργο σκοταδιού, για το οποίο οι ένοχοι παίρνουν όλα τα μέτρα, για να το συγκαλύψουν εκτελώντας αυτό κρυφά, όμως μερικές φορές αποκαλύπτεται δημόσια. Όσοι νομίζουν, ότι μπορούν να κρυφτούν όταν αμαρτάνουν, πλανώνται οικτρά. Διότι και εάν στην παρούσα ζωή πετύχουν να κρυφτούν, ασφαλώς θα έλθει ημέρα, κατά την οποία τα πάντα θα φανερωθούν.
(7)   Το ρήμα δεν συναντιέται στον Ιωάννη, ενώ βρίσκεται συχνά στους συνοπτικούς (β). Και η γραφή: Ταύτην εύρομεν… μοιχευομένην.

Ιω. 8,5 καὶ ἐν τῷ νόμῳ ἡμῶν Μωϋσῆς ἐνετείλατο τὰς τοιαύτας λιθοβολεισθαι(1)·
Ιω. 8,5 και στον νόμον μας ο Μωϋσής διέταξε να λιθοβολούνται αυταί αι γυναίκες.
(1)   Σύμφωνα με το Λευϊτ. κ 10 τόσο ο μοιχεύων όσο και η μοιχευομένη έπρεπε να θανατώνονται. Δεν καθορίζεται όμως ο τρόπος της θανάτωσης. Στο Δευτερ. κβ 21-24 από την άλλη, ορίζεται ο με λιθοβολισμό θάνατος για τη νεόνυμφη, η οποία δεν θα βρισκόταν να είναι παρθένα, όπως και για την αρραβωνιασμένη, η οποία θα συλλαμβανόταν να μοιχεύει. Ίσως η μοιχαλίδα για την οποία γίνεται λόγος στην περικοπή αυτή να ήταν κάποια αρραβωνιασμένη. Πάντως όπως μπορεί κάποιος να συμπεράνει από το ότι τίθεται ζήτημα, του οποίου και ζητείται η λύση, η νομική αυτή διάταξη δεν βρισκόταν σε ισχύ, αλλά είχε χαλαρωθεί υπερβολικά η τήρησή της (g,β). Και οι γραφές: λιθάζειν, λιθάζεσθαι.

Ιω. 8,6 σὺ οὖν τί λέγεις; τοῦτο δὲ εἶπον ἐκπειράζοντες αὐτόν(1), ἵνα σχῶσι κατηγορίαν κατ᾿ αὐτοῦ. ὁ δὲ Ἰησοῦς κάτω κύψας τῷ δακτύλῳ ἔγραφεν(2) εἰς τὴν γῆν(3).
Ιω. 8,6 Συ, λοιπόν, τι λέγεις;” Αυτό δε είπαν, δια να τον θέσουν εις πειρασμόν και να έχουν εναντίον του κατηγορίαν. Ο δε Ιησούς έσκυψε κάτω και με το δάκτυλόν του έγραφεν στο έδαφος.
(1)   Με ποιό τρόπο εδώ τον πείραζαν; Όχι μόνο διότι «ξέροντας ότι είναι ελεήμων και συμπαθής, περίμεναν ότι θα την λυπηθεί και επομένως θα έχουν κατηγορία εναντίον του, ότι παράνομα λυπάται αυτήν που ο νόμος λιθοβολεί» (Ζ). Οι Φαρισαίοι έβαζαν τον Ιησού μπροστά σε δίλημμα όπως στο Ματθ. κβ 15-22, πάνω στο οποίο η οποιαδήποτε απάντηση εξέθετε αυτόν σε κίνδυνο. Εάν δειχνόταν επιεικής, θα κατηγορούνταν ως παραβάτης του νόμου. Εάν συνιστούσε τον λιθοβολισμό, θα κατηγορούνταν ότι παρορμούσε τα πλήθη να μην σεβαστούν το δικαίωμα, το οποίο επιφύλασσε στον εαυτό της η Ρωμαϊκή εξουσία στις κατακτόμενες χώρες, να αποφασίζει αυτή για τις περιπτώσεις της καταδίκης σε θάνατο (jus gladii=νόμος του ξίφους). Παρόλο όμως που μερικές φορές οι ρωμαϊκές αρχές δείχνονταν χαλαρές στη διεκδίκηση αυτού του δικαιώματός τους, όπως μπορεί κάποιος να συμπεράνει από την περίπτωση του Στεφάνου (Πράξ. ζ 58), όμως οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι θα εύρισκαν αφορμή κατηγορίας εναντίον του Ιησού και θα δικαιολογούνταν πλήρως για τη σύλληψή του (g,β).
(2)   Υπάρχει και η γραφή: κατέγραφε. Διάφορες ερμηνείες: Ή, σύμφωνα με γραφή σε κάποιους κώδικες η οποία μπήκε μέσα στο κείμενο «ενός εκάστου αυτών τας αμαρτίας»· Ή, όχι μόνο αυτών αλλά και όλων των θνητών τις αμαρτίες σύμφωνα με το Ιερεμ. ιζ 13 «όλοι όσοι σε εγκατέλειψαν… ας γραφτούν πάνω στη γη» (Ιερώνυμος adv. Pelag. ΙΙ 17). Ή, έγραφε αυτήν την ίδια την απάντηση που έδωσε «ο αναμάρτητος…» και μάλιστα το πρώτο μισό της, κατά την στο σ. 6 έναρξη του να γράφει και το άλλο μισό της κατά την στο σ. 8 εξακολούθηση του να γράφει (g). Ή, πρόκειται για συμβολική πράξη που δηλώνει, ότι μπορούσε να ορίσει νόμο που ήταν ανώτερος από τον αντίστοιχο Μωσαϊκό.

Η πιο πιθανή από όλες αυτές είναι η επόμενη: «Αυτό ακριβώς που συνηθίζουν πολλές φορές να κάνουν αυτοί που δεν θέλουν να απαντήσουν… Διότι γνωρίζοντας το τέχνασμά τους, προσποιούνταν ότι γράφει στη γη και δεν προσέχει αυτά που έλεγαν» (Ζ). Στο κείμενο της αφήγησης η έμφαση βρίσκεται όχι στο τι ο Κύριος έγραφε στο έδαφος, αλλά στην κίνηση του χεριού, την πράξη της γραφής (χ). Τελείως φυσικά, όπως θα έπραττε ο καθένας, όταν καθισμένος, ίσως και με ραβδί στα χέρια, θα απασχολούνταν από σκέψεις (μ) σε περίπτωση μάλιστα κατά την οποία αυτοί που ζητούσαν από αυτόν την απάντηση θα κινούνταν όχι από ευθέα ελατήρια.

Με το παράδειγμά του αυτό ο Κύριος μάς δίδαξε να είμαστε αργοί στο να μιλήσουμε, όταν μάλιστα δύσκολες περιπτώσεις προβάλλουν μπροστά μας. Και όταν βρισκόμαστε μπροστά σε προκλήσεις, πρέπει να συγκρατιόμαστε και διακόπτοντας να σκεφτόμαστε προηγουμένως και έπειτα να μιλάμε. Σκέψου δύο φορές πριν μιλήσεις μία.
(3)   Μετά από αυτό κάποιοι κώδικες προσθέτουν την από έξω προερχόμενη γραφή «μη προσποιούμενος»=προσποιούμενος ότι δεν είναι έτσι· προσποιούμενος ότι δεν έχουν έτσι τα πράγματα ή ότι δεν άκουσε τι του είπαν (β).

Ιω. 8,7 ὡς δὲ ἐπέμενον ἐρωτῶντες αὐτόν, ἀνέκυψε καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ὁ ἀναμάρτητος ὑμῶν(1) πρῶτος βαλέτω λίθον ἐπ᾿ αὐτήν(2).
Ιω. 8,7 Επειδή δε εκείνοι επέμενον να τον ερωτούν, εσήκωσε την κεφαλήν και τους είπεν• “ο αναμάρτητος από σας ας ρίψη πρώτος λίθον επάνω της”.
(1)   Όχι ο αναμάρτητος ως προς την πράξη της μοιχείας ή ως προς τα αμαρτήματα της ακαθαρσίας, αλλά ο αναμάρτητος ως προς κάθε αμαρτία (β). Με την απάντηση αυτή ο Κύριος δεν εννοεί, ότι για να δικάσει κάποιος πρέπει να είναι αναμάρτητος, αλλά στρέφεται κυρίως εναντίον της αυστηρότητας, με την οποία άνθρωποι παραβλέποντας τις δικές τους αμαρτίες και παρεκτροπές, κρίνουν τους άλλους. Μεταφέρει έτσι το ζήτημα από το δικαστικό επίπεδο στο ηθικό. Βεβαίως ο δικαστής, ο εντεταλμένος να αποδίδει δικαιοσύνη, οφείλει να πράττει αυτό ανεξάρτητα της προσωπικής του ηθικής κατάστασης. Εδώ όμως ο Κύριος δεν προσκαλούνταν να εκδώσει απόφαση ως επίσημος δικαστής, αλλά να εκφέρει γνώμη ως διδάσκαλος (g).

Όταν βρισκόμαστε μπροστά σε σφάλματα των άλλων, πρέπει να σκεφτόμαστε και τα δικά μας σφάλματα, για τα οποία πρέπει να γίνουμε αυστηρότεροι εναντίον του εαυτού μας παρά εναντίον των άλλων. Πρέπει να είμαστε ήπιοι και επιεικείς, όχι βέβαια προς τις αμαρτίες που διαπράχθηκαν, αλλά προς τα πρόσωπα που τις διέπραξαν, τα οποία πρέπει να διορθώνουμε «με πνεύμα πραότητας» αποβλέποντας στους εαυτούς μας και στη διεφθαρμένη μας φύση. Είτε είμαστε και εμείς τώρα, είτε υπήρξαμε στο παρελθόν, είτε ενδέχεται να υπάρξουμε στο μέλλον ό,τι είναι αυτός που τώρα κρίνεται από εμάς.
(2)   «Δες πώς ταυτόχρονα και το νόμο τήρησε και τη γυναίκα λυπήθηκε» (Ζ). Με τη φράση αυτή ο Κύριος δεν θέτει ζήτημα για το αν η διάταξη είναι ή δεν είναι σωστή ως αυστηρή, αλλά αναγνωρίζοντας την ισχύ του νόμου θέτει ζήτημα, για το ποιος έπρεπε να εκτελέσει αυτόν (g).
«Πώς απάντησε η Αλήθεια; Πώς αποκρίθηκε η Σοφία; Πώς αποκρίθηκε η Δικαιοσύνη; Δεν είπε· ας μη λιθοβοληθεί. Διότι θα παρουσιαζόταν να μιλά εναντίον του νόμου. Ούτε είπε· ας λιθοβοληθεί. Διότι ήλθε όχι για να χάσει εκείνο, το οποίο βρήκε, αλλά να ζητήσει το χαμένο. Αλλά τι απάντησε; Ο αναμάρτητος… Ω απόκριση Σοφίας! Παρατηρούσαν τη μοιχαλίδα και δεν έβλεπαν μέσα στον εαυτό τους. Ήταν παραβάτες του νόμου και επιθυμούσαν να εφαρμοστεί ο νόμος… Ας τιμωρηθεί ο αμαρτωλός, αλλά όχι από αμαρτωλούς· ας τηρηθεί ο νόμος, αλλά όχι από τους παραβάτες του νόμου» (Αυ).

Ιω. 8,8 καὶ πάλιν κάτω κύψας(1) ἔγραφεν εἰς τὴν γῆν(2).
Ιω. 8,8 Και αφού έσκυψε πάλιν κάτω, δια να τους δώση καιρόν να συναισθανθούν την ιδικήν των αμαρτωλότητα έγραφεν εις την γην.
(1)   Με αυτό εκδηλώνει σαφώς ο Κύριος, ότι δεν είχε διάθεση να επεκταθεί σε περαιτέρω συζήτηση για το θέμα με τους Φαρισαίους (β).
(2)   «Έτσι ώστε, την ώρα που αυτός ασχολούνταν δήθεν με το να γράφει, να τους δώσει τη δυνατότητα να αναχωρήσουν πριν τους καταδικάσει πιο φανερά. Διότι και αυτούς λυπόταν από υπερβολική αγαθότητα» (Ζ). Κάποια χειρόγραφα προσθέτουν: ενός εκάστου τας αμαρτίας.

Ιω. 8,9 οἱ δὲ ἀκούσαντες ἐξήρχοντο(1) εἷς καθ᾿ εἷς, ἀρξάμενοι ἀπὸ τῶν πρεσβυτέρων(2), καὶ κατελείφθη ὁ Ἰησοῦς καὶ ἡ γυνὴ ἐν μέσῳ οὖσα(3).
Ιω. 8,9 Εκείνοι δε, όταν ήκουσαν το λόγια του, ήρχισαν ο ένας μετά τον άλλον να φεύγουν, αρχής γενομένης από τους γεροντοτέρους (διότι όλοι ήρχισαν να δοκιμάζουν ελέγχους της συνειδήσεως δια τα ιδικά των αμαρτήματα). Και απέμεινεν ο Ιησούς και η γυναίκα, η οποία εστέκετο ορθία στο μέσον των άλλων.
(1)   Υπάρχει και η γραφή: ακούσαντες και υπό της συνειδήσεως ελεγχόμενοι εξήρχοντο. Έβγαιναν φοβούμενοι ίσως να μην ελεγχθούν αυστηρότερα από τον Ιησού, αλλά κυρίως μη ενδιαφερόμενοι πλέον για κάτι άλλο αφού η προσπάθειά τους για παγίδευση του Ιησού απέτυχε. Άφησαν τη γυναίκα, διότι δεν ενδιαφέρονταν να τιμωρηθεί η παράβαση του νόμου, αλλά να παγιδευτεί ο Ιησούς. Εάν ενδιαφέρονταν για την τιμωρία του παραβάτη, θα οδηγούσαν αμέσως τη γυναίκα ενώπιον των επίσημα εγκατεστημένων δικαστών (g).
(2)   Στην ηλικία, οι οποίοι ως τέτοιοι ήταν και επί κεφαλής της όλης πομπής και βρίσκονταν στην πρώτη σειρά των κατηγόρων (g). Κάποιοι κώδικες προσθέτουν «έως των εσχάτων». =Όχι τους νεώτερους στην ηλικία, αλλά τους τελευταίους (Meyer). Έτσι όλοι οι κατήγοροι αποχώρησαν.
(3)   Από τη φράση αυτή συμπεραίνουμε ότι δεν αποχώρησε και ο λαός που ήταν μαζί με τον Ιησού, που άκουγε τη διδασκαλία του (ο). «Άφησαν τη γυναίκα μαζί με τη μεγάλη της αμαρτία σε Αυτόν, ο Οποίος ήταν χωρίς αμαρτία» (Αυ).

Ιω. 8,10 ἀνακύψας(1) δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῇ· γύναι(2), ποῦ εἰσιν(3); οὐδείς σε κατέκρινεν;
Ιω. 8,10 Εσήκωσε τότε ο Ιησούς την κεφαλήν και της είπε• “γυναίκα, που είναι αυτοί που σε κατηγόρησαν; Κανείς δεν σε κατέκρινε αξίαν λιθοβολισμού;”
(1)   Υπάρχει και η γραφή αναβλέψας. Μέχρις ότου αποχωρήσουν όλοι οι κατήγοροι ο Ιησούς έχοντας το κεφάλι στραμμένο προς τα κάτω, εξακολουθούσε να γράφει με το δάχτυλο στο έδαφος. Όταν λοιπόν αποχώρησαν όλοι, τότε ο Ιησούς αφού σήκωσε το κεφάλι απηύθυνε το λόγο προς την γυναίκα (ο). Μετά το «ο Ιησούς» κάποιοι από τους μεγαλογράμματους κώδικες προσθέτουν «και μηδένα θεασάμενος πλην της γυναικός».
(2)   Φαίνεται, ότι και αυτή από ντροπή είχε προς τα κάτω το κεφάλι. «Ανέμενε να τιμωρηθεί από αυτόν, στον οποίο δεν μπορούσε να βρεθεί αμαρτία» (Αυ). Για αυτό και ο Κύριος αποκαλεί αυτήν με το «Γυναίκα». «Αυτός ο οποίος έτρεψε σε φυγή τους κατηγόρους της με τη γλώσσα της δικαιοσύνης, υψώνοντας μάτια επιείκειας προς αυτήν, τήν ρώτησε» (Αυ).
(3)   Προστίθεται από άλλους κώδικες: εκείνοι οι κατήγοροί σου; Με το ερώτημα αυτό ο Κύριος ζητά όχι να πληροφορηθεί για την αποχώρηση των κατηγόρων της γυναίκας, αλλά να επιστήσει την προσοχή της στο γεγονός της αυτοκαταδίκης εκείνων και σε εκείνο, το οποίο θα έλεγε σε αυτήν με την ευκαιρία της αποχώρησης (ο).

Ιω. 8,11 ἡ δὲ εἶπεν· οὐδείς, Κύριε. εἶπε δὲ ὁ Ἰησοῦς· οὐδὲ ἐγώ(1) σε κατακρίνω(2)· πορεύου(3) καὶ ἀπὸ τοῦ νῦν μηκέτι ἁμάρτανε(4).
Ιω. 8,11 Εκείνη δε είπε• “κανείς, Κυριε”. Είπε δε ο Ιησούς• “ούτε εγώ, που είμαι αναμάρτητος, σε κατακρίνω. Πηγαινε και από τώρα και πέρα μη αμαρτάνεις πλέον”.
(1)   «Ούτε εγώ σε κατακρίνω, από τον οποίο ίσως φοβάσαι ότι θα κατακριθείς, διότι σε εμένα δεν βρίσκεις αμαρτία» (Αυ). Με αυτό αφήνει ο Κύριος να εννοηθεί από τη γυναίκα, ότι αυτός είχε το δικαίωμα να ρίξει εναντίον της την πέτρα της καταδίκης (g).
(2)   Όχι δεν κατακρίνω την πράξη σου και την διαγωγή σου. Δεν προβαίνω στο έργο του κριτή και εκτελεστή της καταδικαστικής απόφασης (ο).
(3)   Δεν προσθέτει: εις ειρήνην· ούτε λέει: σου συγχωρούνται οι αμαρτίες, αλλά μην αμαρτάνεις πλέον (b). Δεν συγχωρεί τη γυναίκα για την αμαρτία της, διότι αυτή δεν είχε προσέλθει μόνη μετανιωμένη και ζητώντας την άφεση, όπως αυτή στο Λουκ. ζ 37. Ούτε απευθύνει προς αυτήν τα ίδια λόγια, τα οποία και προς εκείνην (ο.π. σ. 48,50). Απλώς μακροθυμεί και παρέχει σε αυτήν πίστωση χρόνου για διόρθωση (g).
(4)   Διακηρύσσεται το μέγεθος της παρεκτροπής της γυναίκας και καλείται αυτή να μην επαναλάβει αυτήν στο μέλλον (ο).

«Ο Κύριος κατέκρινε. Κατέκρινε όμως την αμαρτία, όχι τον άνθρωπο. Διότι εάν ήταν προστάτης της αμαρτίας θα έλεγε· Ούτε εγώ σε κατακρίνω. Πήγαινε, ζήσε όπως θες» (Αυ).

Πράγματι ευτυχείς είναι εκείνοι, τους οποίους ο Χριστός δεν κατακρίνει, αλλά συγχωρεί. Διότι όλων των άλλων οι κατακρίσεις και τα δυσμενή σχόλια λαμβάνουν αποστομωτική απάντηση από την φιλεύσπλαχνη απόλυση, την οποία παρέχει ο Κύριος, ο οποίος και μόνος είναι ο Ύψιστος Κριτής. Μη λησμονούμε όμως, ότι εκείνους δεν κατακρίνει ο Κύριος, οι οποίοι, αν και αμάρτησαν, πορεύονται με την απόφαση του να μην αμαρτάνουν στο εξής. Για τις προηγούμενες αποστασίες μας δεν θα ζητήσει λόγο από εμάς, εάν δειχτούμε διατεθειμένοι να ρίξουμε κάτω τα χέρια και να επιστρέψουμε στην υποταγή προς αυτόν.

(Υπόμνημα στο κατά Ιωάννην, Π.Ν.Τρεμπέλα σελ. 284-290 εκδόσεις «ο Σωτήρ» μεταφρασμένο & μεταγλωττισμένο στη δημοτική γλώσσα!Τα αποσπάσματα μεταφράστηκαν και μεταγλωττίστηκαν στη δημοτική γλώσσα από τον π. Νικόλαο Πουλάδα. Οι αριθμοί στις λέξεις του αρχαίου κειμένου παραπέμπουν στην αντίστοιχη ερμηνεία και ανάλυσή τους)

ΣΥΝΤΜΗΣΕΙΣ ΟΝΟΜΑΤΩΝ
(Πατέρες της Εκκλησίας & Εκκλησιαστικοί συγγραφείς)
Α = Αθανάσιος ο Μέγας,  Θφ = Θεοφύλακτος
Αμ = Αμμώνιος,  Ι = Ισιδωρος πρεσβύτερος
Αυ = Αυγουστίνος,  Κ = Κύριλλος Αλεξανδρείας
Β = Βασίλειος ο Μέγας,  Κλ = Κλήμης Αλεξανδρεύς
Γ = Γρηγόριος Ναζιανζηνός,  Σβ = Σευήρος Αντιοχείας
Γν = Γρηγοριος Νύσσης,  Σχ. = Σχολιαστής ανώνυμος
Ε = Ευσέβιος Καισαρειας,   Χ = Χρυσόστομος Ιωάννης
Ζ = Ζιγαβηνός,   Ω = Ωριγένης
Θη = Θεόδωρος Ηρακλείας
Θμ = Θεόδωρος Μοψουεστίας
(Σύγχρονοι θεολόγοι ερμηνευτές)
b = Bengel κ = Κομνηνός Π.,
β = Bernard. J.H, Edinburg 1928 χ = Hoskyns Edwyn Gl. London 1947
C = Cremer μ. = Macgregor G.H. London 1928
DB = Dict. Of the Bible,Hastings τ = Temple William, London 1945
F = Fillion L. Cl. Paris 1928 σ. = στίχος
G = Crimm
g = Godet F. 1885
o = Owen John, New York 1861
δ = Δαμαλάς Ν, Αθήναι 1940

Πόσες φορές δεν μας μπαίνουν λογισμοι για τους πνευματικούς μας; 

''..Καμιά φορά ο Γέροντας είχε ένα φυσικό λόξυγκα. Το εκμεταλλεύτηκε αυτό ο διάβολος κι άρχισε να μου λέει με τον λογισμό:

«Ααα! Αυτό που κάνει τώρα ο Γέροντας φανερώνει ότι έχει δαιμόνιο μέσα του. Το δαιμόνιο είναι που κάνει αυτό τον λόξυγκα».

Πω! Πω! Τι πικρία, τι φαρμάκι, που ήρθε μέσα στη ψυχή μου! «Ακούς εκεί, να μου λέγει έτσι ο λογισμός!». Εγώ δεν είχα τέτοιους λογισμούς. Μόλις μου ήρθαν, αναστατώθηκα. Μπαα! Αδύνατον να παραδεχθώ για τον Γέροντά μου αυτόν τον λογισμό!

«Θα σε σφάξω!»,

είπα μέσα μου κι έκανα αγώνα εναντίον του με την αντίρρηση. Όταν το είπα αυτό στον Γέροντα, που ήταν ασκητής πεπειραμένος και θαυμάσιος, χαμογελούσε:

— Μη στεναχωριέσαι, παιδί μου! Άσ’ τον να λέει ό,τι θέλει αυτός. Καμιά σημασία. Λέγε την Ευχούλα. Θα σου πει κι άλλα.

Από το ’να αυτί να μπαίνουν κι απ’ τ’ άλλο να βγαίνουν. Το ξέρασμα του άδου είναι ατελείωτο. Με τον διάβολο, δεν τα βγάζει κανείς πέρα τόσο εύκολα.

Μην κάνεις αντιρρητικό λόγο, διότι είσαι μικρός και άπειρος. Μόνο να περιφρονείς τον λογισμό, να λέγεις την Ευχή συνεχώς και θα φύγει από μόνος του.

“Μπαινάκιας και Βγαινάκιας”!

Μόνο περιφρόνα τον λογισμό, λέγε την Ευχή και θα φύγει μόνος του.
Δεν ήξερα όμως πως η καταφρόνηση των λογισμών είναι η καλύτερη λύση και απάντησα:
— Όχι, Γέροντα! Με τον δικό μου λογισμό θα δώσω μάχη. Δεν θα τον αφήσω να μου πει εμένα για σας, τον Γέροντά μου!
— Χμ!... έκανε εκείνος και χαμογελούσε. Θα έλεγε μέσα του:

«Τούτος ο μικρός δεν ξέρει τί του γίνεται!...». Και μ’ άφησε ν’ αγωνιστώ με την αντίρρηση.''

~ Γέροντος Εφραίμ Φιλοθεΐτου:
«Ο Γέροντας μου Ιωσήφ ο Ησυχαστής και Σπηλαιώτης
(1897–1959)»,μέρος 2ο, κεφ. ι΄, σελ. 310–314.

"Ένα κρουαζιερόπλοιο άρχισε να βουλιάζει στη θάλασσα και έπρεπε άμεσα να εκκενωθεί από τους επιβάτες. Ένα ζευγάρι έτρεξε γρήγορα προς τις σωσίβιες λέμβους. Όταν έφτασαν όμως, είδαν έντρομοι ότι υπήρχε χώρος για να σωθεί μόνο ένα άτομο. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή ο άντρας έσπρωξε τη σύζυγό του και πριν προλάβει εκείνη να αντιδράσει, πήδηξε αυτός μέσα στη βάρκα.

Τότε η γυναίκα του, η οποία στέκονταν στο πλοίο που βυθίζονταν, φώναξε στον σύζυγό της μια φράση».

Η δασκάλα σταμάτησε την αφήγηση της, γύρισε προς τη τάξη και ρώτησε τα παιδιά:

«Τι νομίζετε ότι του φώναξε;»

Οι περισσότεροι από τους μαθητές με ενθουσιασμό απάντησαν ότι η σύζυγος φώναξε: «Σε μισώ!», «Δεν το περίμενα ποτέ αυτό από εσένα» και «Νόμιζα ότι με αγαπούσες».

Η δασκάλα παρατήρησε ένα αγόρι που ήταν συνέχεια σιωπηλό. Τον ρώτησε τι πίστευε ότι φώναξε η σύζυγος και αυτός της απάντησε:

«Κυρία, νομίζω ότι του φώναξε: «Να προσέχεις το παιδί μας»».

Έκπληκτη η δασκάλα τον ρώτησε: «Έχεις ακούσει ξανά αυτή την ιστορία;»

Το αγόρι κούνησε το κεφάλι του αρνητικά: «Όχι, αλλά αυτό ήταν που είπε και η δική μου μαμά στον μπαμπά μου, λίγο πριν πεθάνει από την αρρώστια της».

Η δασκάλα γύρισε προς τα παιδιά και τους είπε με χαμηλή φωνή:

«Η απάντηση είναι σωστή».

Το πλοίο τελικά βυθίστηκε και όλοι όσοι δεν κατάφεραν να ξεφύγουν σκοτώθηκαν. Ο άντρας πήγε στο σπίτι και μεγάλωσε την κόρη τους μόνος του. Πολλά χρόνια αργότερα, μετά το θάνατο του πατέρα της, η κόρη τους βρήκε τυχαία το ημερολόγιο του και διάβασε ολόκληρη την ιστορία. Ανακάλυψε ότι η μητέρα της, λίγο πριν επιβιβαστεί στο πλοίο, είχε διαγνωσθεί με μια ανίατη ασθένεια. Την κρίσιμη στιγμή, ο πατέρας έκανε αυτό που πίστευε ότι ήταν σωστό. Όχι για αυτόν, αλλά για την κόρη τους.

«Ήθελα τόσο να μείνω μαζί σου στο πλοίο αγαπημένη μου. Ήθελα να πεθάνουμε μαζί. Αλλά για χάρη της κόρης μας, επέλεξα να σε αφήσω μόνη», έγραφε στο ημερολόγιό του».

Τα παιδιά έμειναν για αρκετά λεπτά σιωπηλά μόλις η δασκάλα τελείωσε την ιστορία της.

Η δασκάλα τότε προσπάθησε να δώσει στα παιδιά να καταλάβουν το νόημα αυτής της ιστορίας:

«Το καλό και το κακό είναι περίπλοκα και πολλές φορές πολύ δύσκολο να τα κατανοήσεις. Αυτός είναι και ο λόγος που δεν πρέπει να επικεντρώνεται κάποιος μόνο στην επιφάνεια και να κρίνει τον άλλον χωρίς να προσπαθήσει πρώτα να κατανοήσει τις πράξεις του.

Άν έχετε βγει να φάτε με κάποιον φίλο και προσφερθείτε να πληρώσετε τον λογαριασμό, δεν το κάνετε γιατί έχετε πολλά χρήματα αλλά γιατί βάζετε την φιλία σας πάνω από τα χρήματα.

Εκείνοι που παίρνουν πρωτοβουλίες στη δουλειά τους, δεν το κάνουν επειδή είναι χαζοί, αλλά επειδή καταλαβαίνουν την έννοια της ευθύνης.

Όσοι ζητούν συγγνώμη μετά από έναν καυγά, δεν το κάνουν επειδή ξέρουν ότι υποστήριζαν την λάθος άποψη, αλλά επειδή εκτιμούν περισσότερο τον άνθρωπο δίπλα τους.

Εκείνοι που είναι πρόθυμοι να σας βοηθήσουν, δεν το κάνουν επειδή σας χρωστάνε κάτι, αλλά επειδή σας βλέπουν ως ένα αληθινό φίλο.

Εκείνοι που σας τηλεφωνούν συχνά, δεν το κάνουν γιατί δεν έχουν τίποτα άλλο να κάνουν, αλλά επειδή είστε στην καρδιά τους.

Μια ημέρα, όλοι θα αναγκαστούμε να χωρίσουμε από αυτούς που έχουμε σήμερα δίπλα μας. Θα χάσετε τις κουβέντες σας, θα ξεχάσετε τα όνειρο που κάνατε μαζί τους. Οι ημέρες θα περάσουν, τα χρόνια θα φύγουν και μια μέρα τα παιδιά σας θα δουν μερικές φωτογραφίες και θα σας ρωτήσουν:

«Ποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι;»

Και εσείς θα χαμογελάσετε με αόρατα δάκρυα, και θα τους απαντήσετε:

«Είναι οι άνθρωποι με τους οποίους πέρασα τις καλύτερες μέρες της ζωής μου.»


Όταν βλέπουμε τους συνανθρώπους μας να μην αγαπούν τον Θεό, στενοχωρούμαστε. Με τη στενοχώρια δεν κάνουμε απολύτως τίποτα. Ούτε και με τις υποδείξεις. Ούτε αυτό είναι σωστό. Υπάρχει ένα μυστικό· αν το καταλάβουμε, θα βοηθήσομε.

Το μυστικό είναι η προσευχή μας, η αφοσίωσή μας στον Θεό, ώστε να ενεργήσει η χάρις Του.

Εμείς, με την αγάπη μας, με τη λαχτάρα μας στην αγάπη του Θεού, θα προσελκύσουμε την χάρη, ώστε να περιλούσει τους άλλους, που είναι πλησίον μας, να τους ξυπνήσει, να τους διεγείρει προς το θείο έρωτα.

Ή, μάλλον, ο Θεός θα στείλει την αγάπη Του να τους ξυπνήσει όλους. Ό,τι εμείς δεν μπορούμε, θα το κάνει η χάρις Του.

Με τις προσευχές μας θα κάνομε όλους άξιους της αγάπης του Θεού...

Να γνωρίζετε και το άλλο. Οι ψυχές οι πεπονημένες, οι ταλαιπωρημένες, που ταλαιπωρούνται από τα πάθη τους, αυτές κερδίζουν πολύ την αγάπη και την χάρι του Θεού. Κάτι τέτοιοι γίνονται άγιοι και πολλές φορές εμείς τους κατηγορούμε. Θυμηθείτε τον Απόστολο Παύλο, τι λέγει: «Ου δε επλεόνασεν η αμαρτία, υπερεπερίσσευσεν η χάρις».

Όταν το θυμάστε αυτό, θα αισθάνεσθε ότι αυτοί είναι πιο άξιοι κι από σας κι από μένα. Τους βλέπουμε αδύνατους, αλλά όταν ανοίξουν στον Θεό, γίνονται πλέον όλο αγάπη κι όλο θείο έρωτα. Ενώ είχανε συνηθίσει αλλιώς, τη δύναμη της ψυχής τους τη δίδουν μετά όλη στον Χριστό και γίνονται φωτιά από αγάπη Χριστού. Έτσι λειτουργεί το θαύμα του Θεού μέσα σε τέτοιες ψυχές, που λέμε «πεταμένες».

Να μην αποθαρρυνόμαστε, ούτε να βιαζόμαστε, ούτε να κρίνομε από πράγματα επιφανειακά κι εξωτερικά. Αν, για παράδειγμα, βλέπετε μια γυναίκα γυμνή ή άσεμνα ντυμένη, να μη μένετε στο εξωτερικό, αλλά μπαίνετε στο βάθος, στη ψυχή της.

Ίσως είναι πολύ καλή ψυχή κι έχει υπαρξιακές αναζητήσεις, που τις εκδηλώνει με την έξαλλη εμφάνιση. Έχει μέσα της δυναμισμό, έχει τη δύναμη της προβολής, θέλει να ελκύσει τα βλέμματα των άλλων. Από άγνοια, όμως, έχει διαστρέψει τα πράγματα.

Σκεφθείτε αυτή να γνωρίσει τον Χριστό.

Θα πιστέψει, κι όλη αυτή την ορμή θα την στρέψει στον Χριστό.

Θα κάνει το παν, για να ελκύσει την χάρι του Θεού. Θα γίνει αγία.

Είναι ένα είδος προβολής του εαυτού μας να επιμένουμε να γίνουν οι άλλοι καλοί. Στην πραγματικότητα, θέλομε εμείς να γίνομε καλοί κι επειδή δεν μπορούμε, το απαιτούμε απ’ τους άλλους κι επιμένομε σ’ αυτό. Κι ενώ όλα διορθώνονται με την προσευχή, εμείς πολλές φορές στενοχωρούμεθα κι αγανακτούμε και κατακρίνουμε.

Άγιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης


(από το βιβλίο της Νίνα Πάβλοβα "Η ημέρα του αρχαγγέλου Μιχαήλ").

Ένα αγοράκι από το οικοτροφείο εγκαταλελειμμένων παιδιών έμεινε ένα βράδυ στο σπίτι μου και μου έλεγε:
- Σ'εμάς στο οικοτροφείο,η οικονόμος όταν πίνει αρχίζει αμέσως να βρίζει τις μητέρες μας που εγκατέλειψαν
τα παιδιά τους!
- Εσύ την κρίνεις την μητέρα σου;
- Όχι.Εγώ αγαπώ τόσο πολύ τον Ιησού Χριστό,που έχω εμπιστοσύνη σε όλα τα λόγια Του.
Ο Κύριος δεν μας είπε να αγαπάμε μόνο τις καλές μαμάδες,ενώ εάν μας εγκαταλείψουν να τις περιφρονούμε.
Μπορεί η μαμά να είχε μια ζωή τόσο δύσκολη,που θα πρέπει να την λυπάμαι!
Το παιδάκι σώπασε για αρκετή ώρα και ξάφνου είπε:
- Εγώ οπωσδήποτε θα συναντηθώ με την μαμά.
Όλοι θα μαζευτούμε κοντά στον Ιησού Χριστό και θα γνωρίσουμε ο ένας τον άλλον.
Θα την πλησιάσω και θα της πω: " Μαμά,εγώ είμαι.Πως έζησες στη γη μανούλα μου; "

Αν ένα μικρό παιδί,αγαπώντας τον Χριστό,βρήκε την δύναμη να συγχωρήσει την μητέρα που το πέταξε,
τότε κανείς δεν δικαιολογείται να μην μπορεί να φτάσει σε τέτοιες και παρόμοιες κορυφές αγιότητας!

Απόσπασμα από το βιβλίο του Αρχιμ.Νίκωνα Κουτσίδη (Από το Άγχος στην Αναψυχή).

‘Το αφεντικό μου οδηγούσε κάθε μέρα ένα πολυτελές αυτοκίνητο και εγώ είχα το καθήκον να του ανοίγω την πόρτα της βίλας του καθώς δούλευα σαν νυχτοφύλακας εκεί. Πάντα τον χαιρετούσα αλλά αυτός ποτέ δεν ανταπέδιδε τον χαιρετισμό μου.’

‘Μια μέρα με είδε που άνοιγα μια σακούλα με σκουπίδια για να βρω φαγητό. Αλλά και πάλι δεν είπε τίποτα. Ήταν σαν να μην υπήρχα.’

‘Την άλλη μέρα βρήκα στο ίδιο σημείο μια σακούλα με φρέσκο φαγητό, λες και κάποιος το είχε μόλις αγοράσει από το σούπερ μάρκετ Χαρούμενος το πήρα και δεν έδωσα μεγάλη σημασία για το πως βρέθηκε εκεί.’

‘Κάθε μέρα έβρισκα μια χάρτινη τσάντα με φρέσκο φαγητό και άλλα απαραίτητα για το σπίτι. Είχε γίνει πλέον ρουτίνα. Τρώγαμε στο σπίτι όλοι και αναρωτιόμουν ποιος ήταν αυτός ο ανόητος που ξεχνούσε την τσάντα με το φαγητό!

‘Μια μέρα πέθανε το αφεντικό και στην βίλα ήρθαν πολλοί άνθρωποι. Εκείνη την ημέρα δεν βρήκα την σακούλα με το φαγητό και υπέθεσα ότι κάποιος από τους ανθρώπους που είχαν έρθει θα την πήρε. Αλλά το ίδιο έγινε και την δεύτερη και την τρίτη και την τέταρτη μέρα.’

‘Αυτό συνεχίστηκε για κάμποσες εβδομάδες και υπήρχε πρόβλημα αφού δεν μπορούσα να συντηρήσω την οικογένεια μου. Αποφάσισα τότε να ζητήσω από την γυναίκα του αφεντικού μου αύξηση διαφορετικά έπρεπε να παραιτηθώ από νυχτοφύλακας και να βρω αλλού δουλειά.’

‘Της μίλησα αλλά αυτή έπαθε σοκ. Με ρώτησε πως και δεν ζήτησα εδώ και δυο χρόνια αύξηση και γιατί ζητάω τώρα. Της έδωσα πολλές εξηγήσεις αλλά δεν πείστηκε!’

‘Στο τέλος αναγκάστηκα να της πω την αλήθεια. Της είπα για τα ψώνια που έβρισκα κάθε μέρα. Τότε αυτή με ρώτησε πότε σταμάτησε αυτό και τότε κατάλαβα. Αυτό σταμάτησε την ημέρα που πέθανε το αφεντικό.’

‘Κατάλαβα ότι αυτός ήταν που μου τα άφηνε τα πράγματα αλλά το μυαλό μου δεν πήγε ποτέ σε αυτόν γιατί ποτέ δεν με χαιρετούσε. Πως μπορούσε να είναι τόσο γενναιόδωρος;’

‘Η γυναίκα του άρχισε να κλαίει και εγώ την παρακάλεσα να σταματήσει και ότι θα την υπηρετούσα και δεν ήθελα καμιά αύξηση.’

‘ Η γυναίκα είπε ότι κλαίει επειδή βρήκε το έβδομο πρόσωπο που έδινε την σακούλα ο άνδρας της. Αυτός μοίραζε φαγητό σε επτά ανθρώπους . Είχε βρει τους άλλους έξι και έψαχνε τον έβδομο.’

‘Από εκείνη την ημέρα άρχισα να παίρνω πάλι την σακούλα με τα φαγητά μόνο που τώρα την έφερνε στο σπίτι μου ο γιος του αφεντικού μου. Τον ευχαριστούσα κάθε φορά αλλά αυτός δεν απαντούσε ποτέ. Όπως ακριβώς και ο πατέρας του.’

‘Μια μέρα του είπα το ευχαριστώ πολύ δυνατά και τότε αυτός μου είπε να μην προσβάλλομαι γιατί έχει πρόβλημα με την ακοή όπως και ο πατέρας του!’

Αχ! Πόσες φορές κάναμε λάθος και κρίναμε κάποιον χωρίς να ξέρουμε την ιστορία που κρύβεται από πίσω. Πρέπει να είμαστε ευγενικοί με τους άλλους γιατί δεν ξέρουμε την μάχη που δίνουν. Προσέξτε! Δεν γυρίζουν όλα γύρω από εσάς. Πριν αρχίσετε να κάνετε υποθέσεις υπάρχει κάτι που λέγεται ‘ρώτησε’.

Μη βιάζεστε να βγάλετε συμπεράσματα γιατί πραγματικά δεν είναι παιχνίδι. Μπορεί να σας βλάψει στο τέλος της μέρας. Πολλά από τα προβλήματα που έχουμε προκαλούνται από το πως εμείς επεξεργαζόμαστε αυτά που συμβαίνουν γύρω μας. Μην κρίνετε μια κατάσταση στην θέση της οποίας δεν έχετε βρεθεί εσείς ποτέ. Να καταδέχεστε να μάθετε. Δεν τα γνωρίζετε όλα. Ας αλλάξουμε τον τρόπο που αισθανόμαστε για τον εαυτό μας και τους άλλους.

Υπάρχουν πάντα δυο πλευρές σε μια ιστορία. Μην πιστεύετε όλα όσα ακούτε.

Όλοι όσους συναντάτε δίνουν τον δικό τους αγώνα μόνο που εσείς δεν το ξέρετε.


Οι δυο ταξιδιώτες
Λένε οι ιστορίες των παλιών πως μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας γεωργός. Μια μέρα κίνησε να πάει στο χωράφι του, παρέα με το βόδι του. Φτάνει στο χωράφι, ζεύει το βόδι στο αλέτρι κι αρχίζει να οργώνει το χώμα. Πήγαινε κι ερχότανε, πήγαινε κι ερχότανε πίσω από το αλέτρι, που η μύτη του έσκιζε στα δυο τη γης κι ανακάτευε για τα καλά το χώμα. Κι όλο πήγαινε, κι όλο ερχόταν και ζύμωνε τούτος ο άνθρωπος τη γη με τον ίδρο του και την πότιζε με το αίμα του.
Την ώρα που όργωνε το χωράφι του, φάνηκε να έρχεται από μακριά ένας ταξιδιώτης. Είχε λένε αυτός ένα δισάκι στον ώμο και μια σκούφια φορεμένη στο κεφάλι, τα παπούτσια του ήταν πνιγμένα στο χώμα του δρόμου και το κεφάλι κοίταζε τη γης. Σιμώνει αυτός καμιά φορά το χωράφι του γεωργού και στάθηκε να τον χαιρετίσει. Ο γεωργός πάλι, άλλο που δεν ήθελε να πάρει μιαν ανάσα, αφήνει στην άκρη το αλέτρι, και τεντώνει το κορμί του, για να ξεπιαστεί κομματάκι από τη δουλειά.
Ο ταξιδιώτης τότε γυρίζει και του λέει:

«Καλημέρα, πατριώτη. Πηγαίνω κατά την πολιτεία που είναι πίσω απ' τα βουνά. Μήπως ξέρεις του λόγου σου, μήπως έχεις ακούσει τι λογής άνθρωποι μένουν εκεί πέρα;»

Ο γεωργός άκουσε τα λόγια του ταξιδιώτη και τον ρωτάει:

«Για πες μου, εσύ, αδελφέ, τι λογής ανθρώπους είχε ο τόπος που άφησες πίσω σου; Μήπως ξέρεις;»

Ο ταξιδιώτης παίρνει μιαν ανάσα και αποκρίνεται.

«Πού να στα λέω, πατριώτη! Ανοιχτή πληγή, ήτανε σου λέω! Από κακία άλλο τίποτα! Όλο σε καβγάδες έμπλεκαν κι από δουλειά ούτε κουβέντα. Ήταν γεμάτοι εγωισμό και μονάχα να γκρινιάζουν ήξεραν. Για όλα είχανε να πουν την κουβέντα την κακή, κι έναν καλό λόγο δεν είχαν για κανένα… Σαν και αυτούς άλλος στον κόσμο δεν ξαναπέρασε. Δεν μπορείς να φανταστείς τι χαρά που έχω που έφυγα από κείνον τον τόπο και δε θα ξαναδώ τα μούτρα τους!»

Ο γεωργός τον ακούει και αποκρίνεται:

«Ώστε έτσι ε; Τότε φοβάμαι, πως θα συναντήσεις τέτοιους ανθρώπους και στην πολιτεία που είναι πίσω απ' τα βουνά…»
Ο ταξιδιώτης στράβωσε τα μούτρα του, μουρμούρισε δυο βρισιές κι έσυρε τα πόδια του πάνω στον σκονισμένο δρόμο, τραβώντας προς τα κει που ήτανε, λέει, η πολιτεία. Σε λίγο χάθηκε μέσα στον ορίζοντα η σκιά του.
Κάμποσες ώρες αργότερα, έτυχε να περνάει από τον ίδιο τόπο ένας άλλος ταξιδιώτης. Ερχότανε του λόγου του από τον ίδιο δρόμο, και είχε ένα χαμόγελο στα χείλη. Βλέπει από μακριά τον γεωργό, τον σιμώνει, τον χαιρετάει και του λέει:

«Αδερφέ, για πες μου, εσύ που ξέρεις τούτον τον τόπο, μήπως έχεις ακούσει τι άνθρωποι ζούνε πέρα απ' τα βουνά, στην πολιτεία;»

Ο γεωργός που ήθελε να πιάσει την κουβέντα, γυρίζει και του αποκρίνεται:

«Για πες μου, πατριώτη, τι ανθρώπους έχει η πολιτεία που άφησες πίσω στον τόπο σου;»

Ο ταξιδιώτης τότε του απαντάει:

«Αχ! Αυτή η πολιτεία! Μη μου ξύνεις τέτοια ώρα τις πληγές! Πού να στα λέω! Τέτοιους ανθρώπους δεν βρίσκεις εύκολα, πατριώτη! Ήταν αυτοί άνθρωποι της δουλειάς, ποτέ δεν κορόιδεψαν κανέναν. Ήταν τίμιοι, και με την καρδιά τους ανοιχτή σαν περιβόλι. Με έναν καλό λόγο για τον καθένα. Στο τραπέζι τους μια καρέκλα πάντα για τον περαστικό, η πόρτα του σπιτιού τους ανοιχτή για τον ξένο, πάντα να σε ακούσουν και να σε στηρίξουν. Δε μπορείς να φανταστείς πόσο στενοχωρήθηκα που αναγκάστηκα να τους αφήσω.
Ο γεωργός τότε, του λέει:

«Μη φοβάσαι, αδερφέ. Θα συναντήσεις τέτοιους ανθρώπους, τους, ίδιους, και στην πολιτεία που θα βρεις μπροστά σου. Καλό σου ταξίδι».

Σελίδα 1 από 5