Γράφει ο κ. Γεώργιος Δημόπουλος, Νευρολόγος Ψυχίατρος.

Πριν πέντε χρόνια είχα μια εμπειρία φιλικότητας στην τριαντάχρονη καριέρα μου.
Χτυπά το τηλέφωνο στο ιατρείο μου εν ώρα εργασίας. Το σηκώνω και απαντώ:
«Λέγετε, παρακαλώ».
Απάντηση του καλούντος προσώπου:

«Είστε ένα γαϊδούρι»

(φωνή άγρια, θυμωμένη, επιθετική από γνώριμη κυρία, που για δικούς της λόγους είχε αυτή την άποψη).
Δική μου απάντηση:

«Σας ευχαριστώ πολύ κυρία μου, μπορεί να έχετε δίκιο, να  είμαι γαϊδούρι και να μην το ξέρω. Ευχαριστώ για τη διαπίστωση που κάνατε».
Κυρία (με τόνο θριαμβευτικό και ειρωνικό):
«Και τι θα κάνετε σήμερα που το μάθατε;».
Απάντηση δική μου:

«Απόψε κιόλας θα ασχοληθώ με τη ζωολογία για ν’ ανακαλύψω τα θετικά στοιχεία του συμπαθούς αυτού τετράποδου με το οποίο με παρομοιάζετε (και γέλασα φυσικά), αν και γνωρίζω, κυρία μου, τα δύο πρώτα καλά στοιχεία του: την υπομονή και την αξιοπρέπεια».
Απάντηση κυρίας (είχε εξαφανιστεί η επιθετικότητα και ο θυμός από τον τόνο της φωνής της, και με φυσικό τρόπο με ρώτησε):

«Εσείς γιατρέ δεν θα με βρίσετε;».
Απάντηση δική μου (με χιούμορ):

«Εσείς εδώ μου δίνετε την ευκαιρία να ανακαλύψω ιδιότητες που δεν τις γνωρίζω και θέλετε να σας βρίσω και από πάνω;».
Σημείωση (για την ιστορία): Με την κυρία γίναμε οι καλύτεροι φίλοι και με σύστησε σε πολλούς φίλους και γνωστούς της.


(Γιώργος Δημόπουλος, Αυτογνωσία, εκδ. Αυττογνωσία Α.Ε. σελ. 55-56)

(ένα συγκλονιστικό περιστατικό από την Ιστορία της Εκκλησίας μας γύρω στο 389 μ.Χ.)

Ο δήμος της Θεσσαλονίκης, ζητών την αποφυλάκισιν ηνίοχου τινός του ιπποδρόμου, φυλακισθέντος δι’ αισχρόν έγκλημα, μη εισακουσθείς δε, κατήντησεν εις μανιακόν διάβημα, μαρτυρούν πόσον ανάγωγοι και συρφετώδεις ήσαν οι όχλοι των καιρών εκείνων. Προβάς δηλαδή εις στάσιν, εφόνευσε τον αρχιστράτηγον του εν Ιλλυρία στρατού  Βουθερίκον και πολλούς άλλους αξιωματικούς· προσθέτων δε εις την κακουργίαν κτηνώδη ύβριν, έσυρε τα σώματά των εις τας οδούς.
Η είδησις φυσικά εξώργισε τον Θεοδόσιον, όστις εις το βαρύτατον έγκλημα ηθέλησε να επιβάλη παραδειγματικήν ποινήν.
Ο άγιος Αμβρόσιος, επίσκοπος Μεδιολάνων (Μιλάνου) τον παρακάλεσε να μη σπεύση εν τόσει εξάψει, να προσέξη δε προ παντός, όπως μη τιμωρήση αθώους μετά των ενόχων. Ο αυτοκράτωρ, όστις ενδιεφέρετο δια την δικαιοσύνην, υπεσχέθη· αλλ’ οι περί αυτόν άρχοντες του παρέστησαν πάλιν ότι εις τοιούτο έγκλημα, πραχθέν υπό χιλιάδων, η λεπτομερής ανάκρισις θα ανέβαλλεν επ’ αόριστον την τιμωρίαν και θα την εματαίωνε, πράγμα το οποίον θα εθράσυνε τους απανταχού της αυτοκρατορίας όχλους και θα διεκύβευε την δημοσίαν τάξιν.


Ο δε Θεοδόσιος παραπεισθείς εκ των παρατηρήσεων τούτων, φοβηθείς προσέτι μη ελαφροτέρα τιμωρία δεν θεωρηθή ικανοποιητική εκ του στρατού, εξαφθείς σφοδρότερον εκ νέων πληροφοριών περί των τολμηθέντων υπό του έκφρονος συρφετού, απέστειλε διάταγμα σφαγής κατά του λαού της Θεσσαλονίκης εν τω ιπποδρόμω εκείνω, η υπέρ του οποίου μανία επέφερε την σφαγή του Βουθερίκου και των αξιωματικών.

Προσεκλήθη λοιπόν ο λαός εις τον ιππόδρομον δήθεν δι’ αγώνας ότε δε επληρώθη ολόκληρος από συνωστιζόμενα πλήθη, οι στρατιώται, εφορμήσαντες με γυμνά ξίφη και πλήττοντες αδιακρίτως, εθανάτωσαν εις διάστημα τριών ωρών επτά χιλιάδας.
Η είδησις, φθάσασα εις Μεδιόλανα, κατελύπησε τον Αμβρόσιον. Και να μεταβή μεν προσωπικώς προς τον θεοδόσιον δεν έκρινε πρέπον και σκόπιμον· αφ’ ενός, διότι εφοβείτο μήπως εν τη συνδιαλέξει δοθή αφορμή σφοδροτέρων λόγων· αφ’ ετέρου, διότι δεν ήθελε να επικοινωνήση προς τον δώσαντα διαταγήν τόσης σφαγής. Μετέβη λοιπόν εις εξοχήν, αφήκε να παραδοθούν ημέραι τινές, και έπειτα έγραψεν επιστολήν προς τον αυτοκράτορα παριστώσαν πόσον τρομερόν υπήρξε το διαπραχθέν έγκλημα. Προσθέτετε δε:

«το αμάρτημα δεν εξαλείφεται ειμή δια δακρύων και μετάνοιας· ούτε άγγελοι ούτε αρχάγγελοι δύνανται να συγχωρήσουν αυτό άλλως.

Αυτός ο Κύριος δεν παρέχει την άφεσιν ειμή εις μόνους τους μετανοούντας. Σας συμβουλεύω· σε παρακαλώ· σε προτρέπω· σε παραινώ. Δεν τολμώ να επιτελέσω την αγίαν προσφοράν, εάν θελήσης να παρευρεθής εις αυτήν.

Ό,τι δεν είνε συγχωρημένον μετά το χυθέν αίμα ενός μόνου αθώου, είνε δυνατόν να συγχωρηθή, αφού δια σε εξεχύθη αίμα χιλιάδων;"
Ο Θεοδόσιος εταράχθη. Τι όμως έπρεπε να πράξη; εκκλησιαζόμενος τακτικά, εθεώρει βαρείαν στέρησιν την απουσίαν έστω και μιαν μόνην Κυριακήν εκ του ναού.

Έπειτα, φρονών ότι, διατάξας ως διέταξεν, υπέκυπτεν εις απαραίτητον ανάγκην του κράτους και εξασφάλισιν της δημοσίας τάξεως, άνευ της οποίας παντοία και αθεράπευτα θα εξαπελύοντο κακά, δεν εύρισκεν ορθάς κατά πάντα τας παρατηρήσεις του επισκόπου.
Μετέβη λοιπόν κατά το σύνηθες εις τον ναόν. Αλλ’ ο Αμβρόσιος επέβλεπε· πληροφορηθείς ότι ο αυτοκράτωρ έρχεται, σπεύδει, τον συναντά έξω από τα πρόθυρα, και του εμποδίζει την είσοδον· αιτιολογεί δε το διάβημά του.
«Ουκ οίσθα (είπεν), ως έοικεν, ω βασιλεύ, της ειργασμένης μιαιφονίας το μέγεθος, ουδέ μετά την του θυμού παύλαν ο λογισμός επέγνω το τολμηθέν· ουκ εά γαρ ίσως της βασιλείας η δύναμις επιγνώναι την αμαρτίαν, αλλ’ επιπροσθεί η εξουσία τω λογισμώ. Χρή μέντοι ειδέναι την φύσιν και το ταύτης θνητόν τε και διαρρέον, και τον πρόγονον χουν, εξ ου γεγόναμεν και εις ον απορρέομεν· και μη, τω άνθει της αλουργίδος αποβουκολούμενον, αγνοείν του καλυπτομένου σώματος την ασθένειαν. Ομοφυών άρχεις, ω βασιλεύ, και μεν δη και ομοδούλων. Εις γαρ απάντων δεσπότης και βασιλεύς, ο των απάντων δημιουργός. Ποίοις τοίνυν οφθαλμοίς όψει τον του κοινού δεσπότου ναόν; Ποίοις δε ποσί το δάπεδον εκείνο πατήσεις το άγιον; Πως δε τας χείρας εκτενείς, αποσταζούσας έτι του αδίκου φόνου το αίμα; Πως δε τοιαύταις υποδέξη χερσί του δεσπότου το πανάγιον σώμα; Πως δε τοις στόμασι προσοίσεις το αίμα το τίμιον, τοσούτον δια τον του θυμού λόγον εκχέας παρανόμως αίμα; Άπιθι τοίνυν, και μη πειρώ  τοις δευτέροις την προτέραν αύξειν παρανομίαν,  και δέχου  τον δεσμόν, ω ο Θεός, ο των όλων δεσπότης, άνωθεν γίνεται σύμψηφος· ιατρικός δε ούτος και πρόξενος υγείας»
(μετάφραση=Δεν κατάλαβες, όπως φαίνεται, βασιλιά μου, το μέγεθος  της δολοφονίας που διαπράχθηκε, ούτε μετά το τέλος του θυμού συνειδητοποίησε ο λογισμός αυτό που τολμήθηκε·

διότι δεν αφήνει ίσως η δύναμη της βασιλείας να καταλάβεις την αμαρτία, αλλά η εξουσία συσκοτίζει το λογισμό.

Πρέπει όμως να καταλάβεις τη φύση σου και την θνητότητα και προσωρινότητά της και το προγονικό χώμα από το οποίο γίναμε και στο οποίο διαλυόμαστε· και να μην παραπλανηθείς από το άνθος της βασιλικής αλουργίδας και αγνοήσεις την ασθένεια του σώματος που αυτή καλύπτει.

Εξουσιάζεις, βασιλιά, αυτούς που έχουν την ίδια φύση με εσένα και είναι μάλιστα ομόδουλοι. Διότι ένας είναι δεσπότης και βασιλιάς όλων, ο δημιουργός των όλων.

Με ποιά λοιπόν μάτια θα δεις το ναό του κοινού δεσπότη;

Με ποιά πόδια θα πατήσεις το άγιο εκείνο δάπεδο;

Πώς θα απλώσεις στον ουρανό τα χέρια, τη στιγμή που στάζουν ακόμα από το αίμα του άδικου φόνου;

Πώς με τέτοια χέρια θα υποδεχτείς το πανάγιο σώμα του δεσπότη;

Πώς θα φέρεις το τίμιο αίμα στο στόμα, αφού με τα λόγια του θυμού σου έχυσες παράνομα τόσο αίμα;

Φύγε λοιπόν και μην επιχειρήσεις με τη δεύτερη αυτή συμπεριφορά σου να αυξήσεις την προηγούμενη παρανομία·

και να δεχτείς τον δεσμό (του επιτιμίου), για τον οποίο από τον ουρανό συμφωνεί ο Θεός, ο των όλων δεσπότης· αυτός ο δεσμός είναι ιατρικός και πρόξενος υγείας).
Ο Θεοδόσιος εις την περίστασιν εκείνην εδείχθη άξιος εαυτού. Ενώ, μεταχειρισμένος την δύναμίν του, είχε το μέσον να αναστηλώση κοσμικώς το ταπεινούμενον βασιλικόν μεγαλείον του, δεν ωργίσθη δια την τόλμην του επισκόπου, δεν παρωξύνθη δια την δημοσία γενομένην προς αυτόν επιτίμησιν, αλλ’ υπενθύμισε μόνον προς τον Αμβρόσιον ότι ο Δαβίδ και εις μοιχείαν και εις ανθρωποκτονίαν υπέπεσεν.
Ο επίσκοπος έδραξε φιλοστόργως και ετοίμως την ευκαιρίαν.

«Καθώς λοιπόν εμιμήθης του Δαβίδ την αμαρτίαν, είπεν, ούτω μιμήθητι και αυτού την μετάνοιαν».

Ο βασιλεύς εύρεν την νουθεσίαν ορθοτάτην.
Ο πανίσχυρος αυτός σκηπτούχος έστρεψε το βήμα του ως ο έσχατος των υπηκόων του, εξέχυσε δε πικρά δάκρυα μετανοίας, και μόνον μετά μήνας οκτώ, την εορτήν των Χριστουγέννων, δημοσία εξομολογηθείς το αμάρτημά του, πρηνής δε, εζήτησε συγχώρησιν.

Ο Αμβρόσιος τότε τον εδέχθη εις την θείαν κοινωνίαν.

(Οι Βίοι των Αγίων, Μιχαήλ Γαλανού, τόμος 4, Δεκέμβριος σελ. 46-48)

Έλεγξε με τη δύναμι των αρετών σου εκείνους που δογματίζουν αντίθετα και όχι με την πειστικότητα των λόγων σου.

Με την πραότητα και την γαλήνη των χειλέων σου αποστόμωσε και κατασίγασε την αναίδεια των απειθών.

Έλεγξε τους ακολάστους με την ευγένεια της αναστροφής σου και τους αναίσχυντους κατά τις αισθήσεις με την συγκράτηση των οφθαλμών σου.
Να θεωρής ξένον τον εαυτό σου όλες τις ημέρες της ζωής σου, όπου και αν εισέλθης, για να μπορέσης να λυτρωθής από τη ζημία που προκαλεί η παρρησία.

Νόμιζε τον εαυτό σου πάντοτε ότι δεν γνωρίζει τίποτε, για να αποφύγης την μομφή που επέρχεται από την υποψία ότι θέλεις να διαμορφώσης την γνώμη του άλλου.

Ευλόγει επιμόνως πάντοτε με το στόμα και δεν θα λοιδορηθής· διότι η λοιδορία γεννά λοιδορίαν και η ευλογία ευλογίαν.

Νόμιζε ότι για κάθε πράγμα χρειάζεσαι διδαχή, και θα ευρεθής σε όλη την ζωή σου σοφός.

Μη παραδώσης σε κανέναν ό,τι δεν παρέλαβες ακόμη, για να μη καταισχυνθής ο ίδιος και από την σύγκρισι της διαγωγής σου αποκαλυφθή το ψεύδος σου.

Αν ειπής σε κάποιον κάτι από τα χρειαζούμενα, να ομιλήσης σαν μαθητής και όχι σαν αυθέντης με αναίδεια.

Να κατακρίνης τον εαυτό σου από πριν και να δηλώσης ότι είσαι κατώτερός του, για να δείξης στους ακούοντας την αξία της ταπεινώσεως, να τους παρακινήσης ν’ ακούσουν τα λόγια σου και να τρέξουν προς την εφαρμογή, κι έτσι θα γίνης αξιότιμος εμπρός στα μάτια τους.

Ό,τι μπορείς σε τέτοια πράγματα, πες το με δάκρυα, για να ωφελήσης και τον εαυτό σου και τους ακροατάς σου, και η χάρις του Θεού να είναι μαζί σου.


(αγίου Ισαάκ του Σύρου, εκδ. ΕΠΕ τόμος  8Α σελ. 363-365)

(Μιλάει ο όσιος γέρων Πορφύριος).

Ακούστε ένα σχετικό παράδειγμα.
Κάποτε ένας παπάς είχε πάει σε μία ομιλία με μορφωμένους· τον είχε πάρει μαζί του ένας εξάδελφός του. Ο ομιλητής είπε πολλά πάνω σ’ ένα θέμα μαρξιστικό. Οι ακροατές του ενθουσιάστηκαν και τον εχειροκρότησαν στο τέλος. Αλλά, όπως ήταν ακόμη πάνω στην έδρα, είδε τον παπά και είπε:
- Έχομε κι έναν παπά στην ομιλία μας. Αν μπορεί, να μας έλεγε το θέμα από θρησκευτικής και φιλοσοφικής πλευράς.
Το είπε ειρωνικά νομίζοντας ότι θα τον ταπεινώσει και θα εξευτελίσει την Εκκλησία. Ο παπάς σηκώθηκε και είπε:
- Τι να σου πω εγώ, παιδί μου, δεν ξέρω, αλλά έχω ακούσει· ο τάδε σοφός λέει έτσι κι έτσι στην τάδε σελίδα, ο τάδε λέει έτσι κι έτσι στην τάδε σελίδα, ο τάδε λέει έτσι κι έτσι στην τάδε σελίδα, ο τάδε… κ.λ.π., κ.λ.π. Ο Μωυσής λέει έτσι κι έτσι στην τάδε σελίδα, ο Ησαΐας, ο Δαβίδ, ο Χριστός.

Συνέχισε λέγοντας αυτό το χωρίο από τον Απόστολο Παύλο: «…που σοφός; που γραμματεύς; που συζητητής του αιώνος τούτου;… τα μωρά του κόσμου εξελέξατο ο Θεός, ίνα τους σοφούς καταισχύνη… όπως μη καυχήσηται πάσα σάρξ ενώπιον του Θεού».
Έκλεισε το στόμα ο «σοφός», ο ομιλητής. Το σπουδαίο είναι ότι ο παπάς τα είπε με πραότητα και χωρίς εγωισμό. Ήταν δεσπότης του Πατριαρχείου. Όταν τελείωσε, είπε:
-    Εγώ δεν ξέρω τίποτα. Εσείς κρίνετε ποιο είναι το σωστό.
Είπε στο τέλος ο ομιλητής ντροπιασμένος:
-    Πολύ καλά μας τα είπε ο παπάς! Τ’ αναίρεσε όλα τα δικά μου.
Είναι σπουδαίο πράγμα η κατάρτιση, όταν συνδυάζεται με την πραότητα, την καλοσύνη και την αγάπη. Αυτά ισχύουν για όλες τις περιπτώσεις. Να μιλάτε, όταν έχετε σχετική κατάρτιση στο θέμα. Αν δεν έχετε, να μιλάτε με το παράδειγμά σας.
Στις συζητήσεις λίγα λόγια για τη θρησκεία και θα νικήσετε. Αφήστε εκείνον που έχει άλλη γνώμη να ξεσπάσει, να πει, να πει… Να αισθανθεί ότι έχει να κάνει μ’ έναν ήρεμο άνθρωπο. Να επιδράσετε με την καλοσύνη σας και την προσευχή σας κι έπειτα του μιλάτε λίγο.

(Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος και Λόγοι,Ιερά Μονή Χρυσοπηγής, σελ. 396-396)

“Το οικοδόμημα της ειρήνης”.

Ίσως να φαίνεται άσχετο με το θέμα μας, όμως δεν είναι: Αν δεν υπάρχει μέσα μας αρμονία, δεν μπορούμε να είμαστε εμείς πηγή αρμονίας. Δεν έχει νόημα να μιλάμε για ειρήνη, αν μέσα μας δεν υπάρχει ειρήνη. Και η εσωτερική ειρήνη αρχίζει με κάτι βασικό, απόλυτο, με το αν δηλαδή βρισκόμαστε σε σχέση ειρήνης με το Θεό. Αυτό προϋποθέτει ειρήνη με την ίδια μας τη συνείδηση. Σημαίνει ότι έχουμε διαχωρίσει το νου από την καρδιά, σημαίνει ότι οι αμφιταλαντεύσεις έχουν καταλαγιάσει. Όχι απλά καταλαγιάσει, ή καταλαγιάσει στο μέτρο του δυνατού, αλλά ότι έχουν καταλαγιάσει πέρα από αυτό, σε κλίμακα θεϊκή, κι όχι στο μέτρο του τι μπορούμε να πετύχουμε με την εμπειρία μας, με την οξύνοια, με τον συμβιβασμό κ.λ.π.
Έπειτα, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με τις αιτίες της απομάκρυνσης μας από τον Θεό εντός μας και από τον πλησίον μας. Τελικά, με βαθύτερη εξέταση, βρίσκουμε πως αιτίες είναι η απληστία, ο φόβος και το μίσος, με αυτήν ακριβώς τη σειρά. Η απληστία που γεννιέται από μια φαντασιακή αυταρέσκεια και επιθυμία του κατέχειν: να κάνω δικά μου όλα όσα μπορούν να ικανοποιήσουν τις επιθυμίες μου, να κάνω δικά μου όλα όσα μπορούν να βελτιώσουν την προσωπικότητά μου, την άνεση μου, την ασφάλειά μου.

Η απληστία του να κατέχω όχι μόνον υλικά αγαθά, όχι μόνον υψηλή διανόηση, αλλά ακόμη και πνευματικά αγαθά, να κατέχω τον Θεό όπως κάποιος κατέχει ένα αντικείμενο, να κατέχω την αλήθεια σαν να πρόκειται για προσωπική μου ιδιοκτησία. Η απληστία πάντοτε οδηγεί στο συναίσθημα ότι εκείνο που προσπαθούμε να κατέχουμε μπορεί να μας ξεφύγει και ότι εκείνο που ήδη κατέχουμε μπορεί να μας το πάρουν. Κι αυτό οδηγεί στον φόβο, όχι στον φόβο του Θεού, αλλά στον φόβο του πλησίον, διότι είναι ο πλησίον που αποτελεί τον κίνδυνο.
Από τη στιγμή που φοβόμαστε τον διπλανό μας, βρισκόμαστε απέναντί του, τον υποψιαζόμαστε, αποστασιοποιούμαστε, γινόμαστε επιθετικοί. Και τότε ξεκινά η εχθροπραξία. Πιθανώς όχι μεταξύ κρατών. Μπορεί να αρχίσει μέσα στην οικογένεια, ανάμεσα στο ανδρόγυνο, μεταξύ γονιών και παιδιών, μπορεί να αρχίσει στο χώρο της εργασίας, ανάμεσα στα διάφορα επίπεδα ενός θεσμού.

Μπορεί να αρχίσει σε ένα οποιοδήποτε επίπεδο και να διαχυθεί σε όλα τα άλλα επίπεδα. Αν λοιπόν δεν είμαστε άνθρωποι που έχουμε εσωτερική ειρήνη με τη βαθύτερη και ουσιαστικότερη έννοια, δεν μπορούμε να έχουμε ούτε και εξωτερική ειρήνη. Δεν μπορούμε να δημιουργήσουμε ειρήνη γύρω μας, αν δεν την έχουμε μέσα μας, διότι δεν μπορούμε να μοιραστούμε την ειρήνη που δεν έχουμε.
Τώρα, αποτέλεσμα των παραπάνω είναι όλες εκείνες οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουμε μέσα κι έξω από την οικογένεια και οι οποίες καταλήγουν σ' έναν αέναο αγώνα ανάμεσα στους ανθρώπους. Η απάντηση είναι αυτό που είπε ο Χριστός: “Όποιος θέλει να με ακολουθήσει, θα πρέπει να αποκυρήξει τον εαυτό του”. Αυτό  το “αποκυρήξει” είναι δύσκολη λέξη. Αν κοιτάξετε το ελληνικό κείμενο, σημαίνει “να αποστασιοποιηθεί”. Όλη μας τη ζωή, ζούμε με τρόπο εγωκεντρικό, ζούμε μεταξύ του εαυτού μας και όλου του γύρω κόσμου. Οι επιθυμίες, οι ελπίδες, οι φόβοι μας λειτουργούν σαν ένα διαχωριστικό παραπέτασμα ανάμεσα σ' εμάς και στους γύρω. Κι αυτό που λέει ο Χριστός είναι:

“Πρόσεχε, κοίτα γύρω σου. Όποτε ο εαυτός σου μπαίνει ανάμεσα σ'εσένα και σε κάποιο άλλο πρόσωπο, ανάμεσα σ' εσένα και στον Θεό, ανάμεσα σ' εσένα και σε πράγματα μεγαλύτερα από εσένα, ανάμεσα σ' εσένα και στην ομορφιά του κόσμου, όποτε μπαίνει στη μέση το 'εγώ', πες απλά 'φύγε από μπροστά μου, μ' εμποδίζεις, παρεισφρέεις'”.
Ο αγώνας μας για εσωτερική ειρήνη ξεκινά μέσα μας, απελευθερώνοντάς μας από τον εαυτό μας και κοιτάζοντας προς τον έξω κόσμο. Τη στιγμή που θα κοιτάξουμε προς τα έξω, θα κατανοήσουμε ότι η απληστία, ο φόβος, το μίσος, δεν έχουν θέση στη δημιουργία μιας οικογένειας, μιας κοινωνίας, ενός έθνους, ή μιας κοινοπολιτείας εθνών . είναι καταστροφικά. Επιπλέον, ακόμη κι αν μπορούσαμε να χτίσουμε έναν κόσμο εντελώς αρμονικό εφευρίσκοντας έξυπνους συμβιβασμούς ώστε να μη βλάπτεται κανένας και να είναι όλοι αρκετά ικανοποιημένοι, ακόμη και τότε δεν θα είχαμε ούτε ειρήνη, ούτε και τις διαστάσεις ενός κόσμου αντάξιου του ανθρώπου. Διότι τα θεμέλια της πόλης των ανθρώπων που προσπαθούμε να χτίσουμε, της Νέας Ιερουσαλήμ, θα πρέπει να είναι τόσο βαθιά, τόσο πλατιά και τόσο ιερά, που να είναι αντάξια του πρώτου της Πολίτη, του Ιησού Χριστού, του Υιού του Ανθρώπου, αλλά και του Θεού. Τίποτα λιγότερο.
Τώρα, αν έχουμε κατά νου να χτίσουμε μια τέτοια ιδανική πολιτεία, μια ειρήνη αντάξια του ίδιου του Θεού, θεϊκής κλίμακας, τότε πρέπει να καταλάβουμε ότι δεν θα το καταφέρουμε αυτό μέσα από μια συνηθισμένη απλή  πρόοδο, δηλαδή από το χειρότερο στο καλύτερο και από το καλύτερο στο ακόμα πιο καλό. Αναγκαστικά θα υπάρξει σύγκρουση. Πρέπει να είναι κάτι διαφορετικό και που ταυτόχρονα θα πρέπει να συγκρουστεί με άλλα, γιατί, όταν μίλησα για απληστία, φόβο και μίσος, σκεφτόμουν μεν τον εαυτό μου, το ίδιο όμως ισχυεί και για τον γείτονά μου. Έτσι, κι αν εγώ μέσα μου έχω λύσει αυτά τα προβλήματα, παραμένει το ότι ο γείτονάς μου ενδεχομένως να μην τα έχει λύσει. Σύμφωνα με την Αγία Γραφή, ο Κύριος είπε:

“Ουκ ήλθον βαλείν ειρήνην, αλλά μάχαιραν”. Όχι “μάχαιραν” όπως στο “οι λάβοντες μάχαιραν εν μαχαίρη απολούνται”, αλλά “μάχαιραν” όπως την περιγράφει ο απόστολος Παύλος, ως το ξίφος της αλήθειας, το ξίφος του θείου λόγου το οποίο διαχωρίζει το φως από το σκοτάδι, το οποίο τέμνει τόσο βαθιά που χωρίζει τα οστά από τις αρθρώσεις, ένα είδος ακτίνας λέιζερ που ανελέητα και θαυματουργά διαχωρίζει αυτά που πρέπει να διαχωριστούν. Και είναι ο ρόλος μας ως Χριστιανών να αποκτήσουμε τη δυνατότητα να διακρίνουμε, να είμαστε σε θέση να αξιολογούμε τι είναι σωστό και τι είναι λάθος, τι αληθινό και τι ψεύτικο, τι του Θεού και τι του Σατανά, τι είναι καταστρεπτικό και τι εποικοδομητικό.
Πολύ συχνά ακούμε ανθρώπους να λένε ότι δεν πρέπει να κρίνουμε, με αποτέλεσμα ότι αρνούνται να αξιολογούν. Δεν μας ζητείται όμως να συγχέουμε, δεν μας ζητείται να μη διακρίνουμε ανάμεσα στο καλό και στο κακό. Μας ζητείται να αξιολογούμε με ακρίβεια, να αξιολογούμε μέσα στο φως του Θεού, που είναι εντονότερο, δυνατότερο από το φως οποιουδήποτε ανθρώπινου εγκεφάλου. Αυτό που μας ζητείται είναι να μη συγχέουμε αυτόν που έκανε την κακή πράξη με την ίδια την κακή πράξη, να μην ταυτίζουμε τα δύο σαν ο απέναντι μας να μην ήταν τίποτα άλλο παρά το ίδιο το κακό.
Ο Γάλλος συγγραφέας Ζαν Πωλ Σαρτρ λέει κάπου: “Ο Ιούδας δεν είναι προδότης επειδή πρόδωσε τον Χριστό, πρόδωσε τον Χριστό επειδή ήταν προδότης”. Όχι, δεν μπορείς να πεις ούτε και γι' αυτόν ακόμη τον Ιούδα πως δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένας προδότης, και ακόμα λιγότερο μπορούμε να πούμε για οποιονδήποτε άλλον άνθρωπο, οποιονδήποτε χωρίς εξαίρεση, ότι δεν έχει τίποτε καλό μέσα του και ότι όλος κι όλος είναι η πράξη που έκανε.

Ένας από τους χαρακτήρες του Ντοστογιέφσκι λέει: “Μη λες ότι αυτοί οι άνθρωποι είναι κακοί. Καλοί είναι, αλλά η πράξη τους ήταν κακή”. Κι αυτό είναι η αλήθεια, διότι αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο αξιολογούμε τον εαυτό μας. Όταν έχουμε κάνει κάτι κατακριτέο ή άσχημο δεν διαγράφουμε τον εαυτό μας απλά σαν να είμαστε κακοί, μόνο λέμε, “Α, έκανα λάθος”. Ναι, και μπορούμε να διακρίνουμε το λάθος από το σωστό, γιατί υπάρχει σωστό και λάθος μέσα μας και γύρω μας.
“Illness – health; peace and war”, 1995
Metropolitan Anthony (after ab. 50 years of priesthood)
(Μητροπολίτης Αντώνιος του Σουρόζ, Ο ΕΑΥΤΟΣ ΜΑΣ και Ο ΑΛΛΟΣ, στοχασμοί για τις ανθρώπινες σχέσεις, εκδ. Πορφύρα, σελ. 77-82)

Ένας αδελφός πήγε στον Αββά Μακάριο τον Αιγύπτιο και του λέει:
«Αββά, πες μου κάτι, πώς να σωθώ».
Και του λέει ο γέρων:
«Πήγαινε στο κοιμητήριο και βρίσε τους νεκρούς».
Πήγε λοιπόν ο αδελφός, ύβρισε και λιθοβόλησε. Και γυρίζοντας, το ανέφερε στο γέροντα. Και του λέει:
«Τίποτα δεν σου είπαν;».
Και αποκρίνεται:
«Τίποτα».
Και του λέει ο γέρων:
«Πήγαινε πάλι αύριο και εξύμνησέ τους».

Έφυγε ο αδελφός λοιπόν και πήγε και τους εξύμνησε, λέγοντας:
«Απόστολοι άγιοι και δίκαιοι».
Και ήλθε στο γέροντα και του είπε:
«Τους εξύμνησα».
Και του λέει:
«Τίποτα δεν σου αποκρίθηκαν;».
Είπε ο αδελφός:
«Τίποτα».
Του λέει ο γέρων:
«Είδες πόσο τους εξευτέλισες και τίποτα δεν σου αποκρίθηκαν και πόσο τους εξύμνησες και καθόλου δεν σου μίλησαν;

Έτσι και εσύ γίνε νεκρός, αν θέλεις να σωθείς.

Μήτε την αδικία των ανθρώπων μήτε τους ύμνους τους να λογαριάζεις, όπως οι νεκροί. Και μπορείς να σωθείς»


(Είπε γέρων, εκδ. Αστήρ, Μακαρίου του Αιγυπτίου κγ, σελ. 155)

«Αλλά και προς εσάς τους άνδρες εκείνο λέω: Ας μην υπάρχει κανένα τέτοιο αμάρτημα που να σας οδηγεί στο σημείο να χτυπάτε τη γυναίκα. Και τι λέω για τη γυναίκα; Ο ελεύθερος άνδρας δεν επιτρέπεται ούτε δούλη να χτυπά και να χειροδικεί σε βάρος της. Εάν, λοιπόν, είναι μεγάλη ντροπή στον άνδρα να χτυπήσει δούλη, πολύ περισσότερο είναι ντροπή το να σηκώσει χέρι εναντίον ελεύθερης γυναίκας. Και αυτό θα μπορούσε κανείς να το δει και στους ειδωλολάτρες νομοθέτες, οι οποίοι την γυναίκα που έπαθε τέτοια μεταχείριση, δεν την αναγκάζουν να κατοικεί με αυτόν που την χτύπησε, διότι είναι ανάξιος να κατοικεί μαζί της.
Διότι είναι έργο πάρα πολύ μεγάλης παρανομίας το να ατιμάζεις σαν δούλη αυτήν που μοιράζεται τη ζωή μαζί σου και σου είναι βοηθός στα πιο αναγκαία και σπουδαία ζητήματα της ζωής.

Για αυτό και τέτοιος άνδρας, αν βέβαια πρέπει να ονομάζω άνδρα αυτόν και όχι θηρίο, θα έλεγα ότι είναι κακούργος στον ίδιο βαθμό με εκείνον που σκοτώνει τον πατέρα του ή τη μητέρα του.

Διότι αν έχουμε εντολή να εγκαταλείπουμε τον πατέρα και τη μητέρα για χάρη της συζύγου, όχι για να αδικήσουμε εκείνους, αλλά για να τηρήσουμε κάποιο θείο νόμο (…) πως δεν είναι απόδειξη της πιο μεγάλης παραφροσύνης το να κακομεταχειρίζεται κανείς αυτήν για την οποία ο Θεός διέταξε να εγκαταλείπουμε και τους γονείς μας;
Άραγε μόνο τρέλα είναι αυτό; Ποιος θα βαστάξει την ντροπή, πες μου; Ποιος λόγος θα μπορέσει να κάνει φανερή αυτή τη ντροπή, όταν οι κραυγές και οι θρήνοι ακούγονται στους στενούς δρόμους και το τρέξιμο των γειτόνων και αυτών που βρίσκονται εκεί την ώρα εκείνη που κάνει αυτές τις ασχήμιες, σαν κάποιο θηρίο που εξαφανίζει ό,τι υπάρχει μέσα; Καλύτερα να ανοίξει η γη για αυτόν που κακομεταχειρίζεται έτσι τη γυναίκα του, παρά μετά από αυτά τα γεγονότα να εμφανιστεί στην αγορά.
Αλλά θα πει, συμπεριφέρεται με θράσος η γυναίκα. Σκέψου, όμως ότι είναι γυναίκα, το ασθενές όργανο, ενώ εσύ είσαι άνδρας. Για αυτό και τοποθετήθηκες άρχοντας και τέθηκες στην τάξη του κεφαλιού, για να υποφέρεις την αδυναμία αυτής την οποία εξουσιάζεις. Κάνε, λοιπόν, ένδοξη την εξουσία σου· και θα γίνει ένδοξη, αν δεν ατιμάζεις αυτό που εξουσιάζεις.

Και όπως αυτός που βασιλεύει, τόσο σεβαστότερος φαίνεται, όσο περισσότερο σέβεται αυτόν που κυβερνά, ενώ αν ατιμάσει και καταντροπιάσει το μέγεθος και την αξία εκείνου, μειώνει πολύ και τη δική του δόξα, έτσι και συ, αν ατιμάσεις αυτήν που εξουσιάζεις, θα βλάψεις πολύ την τιμή της εξουσίας σου»
(Ιωάννου Χρυσοστόμου, Ομιλία ΚΣΤ στην Α΄Κορινθ., εκδ. ΕΠΕ 18Α, σελ. 166-178. στο «Ο Γάμος, η οικογένεια και τα προβλήματά τους» Συνοδία Σπυρίδωνος Ιερομονάχου, σελ. 99-100)

Ήταν δυστυχισμένη η Μαρία και άτυχη. Ο άντρας της, ο Μιχάλης, είχε γίνει ανυπόφορος πια μ’ αυτό το μεθύσι. Δεν περνούσε βραδιά που να μη γυρίσει στο σπίτι αμέθυστος. Η ταλαίπωρη η γυναίκα του τον παρακαλούσε να τους λυπηθεί και να πάψει να μεθά.
Τα παιδιά τους, τρία αγόρια και μια κορούδα, δεν τολμούσαν τα δύστυχα να παρουσιαστούν μπροστά του. Άμα τα έβλεπε, γινόταν θηρίο...
Ήταν δειλινό του Μ. Σαββάτου. Η Μαρία αγωνιζόταν να συμμαζέψει το σπίτι, να τακτοποιήσει τα παιδιά, να ετοιμάσει το φαγητό, ώστε όταν έρθουν από την Εκκλησία, να βρουν κάτι για να πάρουν και να νιώσουν τη χαρά της Ανάστασης.
Θα ήταν 6 η ώρα όταν ήρθε απ’ έξω ο Μιχάλης, πάλι μεθυσμένος. Άναψε το αίμα της Μαρίας. Δεν θα μπορούσε η ταλαίπωρη να νιώσει και αυτή χαρά μια μέρα;
Ο Μιχάλης ήταν χάλια. Βρομιάρης, λερωμένος, απαίσιος. Αφού έβρισε και απείλησε όλους, έπεσε στο κρεβάτι σαν πεθαμένος από το μεθύσι. Η Μαρία δεν μπόρεσε να κυριαρχήσει στον εαυτό της. Την κατέλαβε μια οργή ασυγκράτητη. Το βλέμμα της θόλωσε. Η σκέψη της παρέλυσε. Και πήρε στην κατάσταση αυτή μια τρομερή απόφαση.
Πήγε στην κουζίνα, κατέβασε το μπουκάλι με τη βενζίνη και πήγε στο κρεβάτι του συζύγου της. Έχυσε όλη τη βενζίνη πάνω στα ρούχα του και ήταν έτοιμη να ανάψει ένα σπίρτο και να τον… κάψει!!!
Ξαφνικά άκουσε μια φωνή από το δρόμο. Κάποιος έλεγε σε άλλον: «Καλή Ανάσταση! Χρόνια πολλά!...».
Τινάχτηκε η Μαρία. Θυμήθηκε ότι ήταν Πάσχα τη βραδιά εκείνη. Ο Χριστός νικητής του πόνου και του θανάτου. Ρίγησε… Τα μάτια της έσταζαν δάκρυα… «Θεέ μου, συγχώρεσέ με… Τι πήγα να κάνω!...».
Πήρε αμέσως καινούρια ρούχα και τα άλλαξε με εκείνα, που ήταν ποτισμένα με τη βενζίνη. Ο Μιχάλης δεν κατάλαβε τίποτε… Πέρασαν 5 ώρες… Να, χτυπούν οι καμπάνες… Ξυπνά όλος ο κόσμος για να πάει στην Εκκλησία…
Άνοιξε τα μάτια και ο Μιχάλης… Σηκώθηκε…
-Μαρία, θα πάμε στην Εκκλησία, είπε… Νιώθω ότι πρέπει να ζητήσω την προστασία του Θεού και το έλεος… Είναι καιρός πια να γίνω άνθρωπος…
Η Μαρία άρχισε να κλαίει. Σήκωσε τα μάτια της προς τον ουρανό και είπε με λυγμούς: «Θεέ μου, σ’ ευχαριστώ».

(από το βιβλίο Ρήματα Ζωής)

Σκυφτός, ανόρεχτος, πικραμένος ο Χαρίλαος γυρίζει στο σπίτι του. Είναι περασμένα μεσάνυχτα. Μόλις τώρα η παρέα του τελείωσε το γλέντι της. Απόψε μάλιστα παρά λίγο και να έρθουν στα χέρια. Κάτι είπε ο Αντώνης, που έθιξε το Χαρίλαο. Άναψε. Τινάχτηκε. Θα γινόταν μεγάλη φασαρία, αν δεν μεσολαβούσαν οι άλλοι.
    Τώρα βαρύς και κουρασμένος σέρνει τα βήματά του.
    Ξαφνικά, στη στροφή του δρόμου, βλέπει  φαναράκια, λαμπάδες, κόσμο. Χαρούμενες φωνές παιδιών αντηχούν στη γειτονιά. «Χριστός Ανέστη», θεία! «Αληθώς Ανέστη», καλό μου παιδί! Ο Χαρίλαος σαν να ξύπνησε από ύπνο.
    -Τι; Πως; «Χριστός Ανέστη;» Αλήθεια· απόψε Ανάσταση… Λαμπρή! Όλος ο κόσμος χαίρεται. Εγώ μονάχα τριγυρνώ στους δρόμους έρημος και μοναχός!...
    Θυμήθηκε μεμιάς τα περασμένα. Τότε που ήταν και αυτός κοντά στο Θεό! Ξαφνικά να, μπροστά του η Εκκλησία. Ήταν ακόμα ανοιχτή. Ο κόσμος είχε φύγει… Ο Χαρίλαος μπήκε μέσα. Άναψε ένα κερί. Το μοσχολίβανο ακόμα ευωδίαζε. Συγκινήθηκε. Λύγισε η ψυχή του.
    -Θεέ μου, δε θέλω να είμαι τέτοιος. Με παρασέρνει το πάθος, η αμαρτία… Βοήθησέ με να μην ξαναπέσω. Να μη…
    Δεν πρόφτασε να συμπληρώσει τα λόγια του. Τον έπνιξαν οι λυγμοί. Ακούμπησε σ’ ένα στασίδι. Τα δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια του ποτάμι.
    Πέρασε λίγη ώρα. Απ’ έξω έτυχε να περνούν κάποιοι. «Χριστός Ανέστη!», είπε η μια παρέα. «Αληθώς Ανέστη!», απάντησε η άλλη, που έπαιρνε διαφορετικό δρόμο…
    -Ναι! «Αληθώς Ανέστη ο Κύριος», είπε ο Χαρίλαος. Είθε και η ψυχή μου να αναστηθεί!
    Σηκώθηκε. Βγήκε από την Εκκλησία και πήρε το δρόμο για το σπίτι του.
    Μια ξεχωριστή γαλήνη ένιωθε τώρα στην καρδιά του. Κάποιο φως γλυκό του φώτιζε το δρόμο. Λαμπάδα δεν κρατούσε στα χέρια του. Δεν έχει σημασία. Κρατούσε η ψυχή…
    Η λουσμένη στο δάκρυ της μετάνοιας ψυχή του, που απόψε πάλι αναστήθηκε…
    
(από το βιβλίο Ρήματα Ζωής)

 Ενσυναίσθηση: κοιτάζοντας μέσα απ’ το παράθυρο του ασθενούς

ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΑΞΕΝΟ πως κάποιες φράσεις ή κάποια γεγονότα εγκαθίστανται στο μυαλό μας και μας προσφέρουν συνεχή καθοδήγηση και ανακούφιση. Πριν από μερικές δεκαετίες έβλεπα μια ασθενή με καρκίνο του μαστού, που είχε περάσει ολόκληρη την εφηβεία της παγιδευμένη σε μια μακρόχρονη και πικρή πάλη με τον αρνητικό πατέρα της. Λαχταρώντας κάποια μορφή συμφιλίωσης, μια καινούρια αρχή για τη σχέση τους, περίμενε πώς και πώς να την πάει ο πατέρας της με τ’ αυτοκίνητο στο κολέγιο- μια ευκαιρία να είναι μόνη μαζί του για πολλές ώρες. Αλλά το ταξίδι που περίμενε από καιρό με ανυπομονησία αποδείχτηκε καταστροφή. Η συμπεριφορά του πατέρα της ήταν απολύτως συνεπής με την αρνητικότητά του. Σ’όλη τη διαδρομή δεν σταμάτησε να γκρινιάζει για το άθλιο, γεμάτο σκουπίδια ρυάκι που έτρεχε στο πλάι του δρόμου. Εκείνη, απ’ την άλλη μεριά, δεν έβλεπε καμιά βρομιά στο πανέμορφο, γραφικό, καθαρό ποταμάκι. Μη βρίσκοντας τρόπο ν’ ανταποκριθεί στη στάση του πατέρα της, κατέληξαν να βυθιστούν κι οι δύο στη σιωπή και πέρασαν το υπόλοιπο της διαδρομής χωρίς να κοιτάζονται.
       Αργότερα η κοπέλα έκανε το ίδιο ταξίδι μόνη της και προς μεγάλη της έκπληξη είδε πως τα ρυάκια ήταν δυο- ένα σε κάθε μεριά του δρόμου. «Αυτή τη φορά οδηγούσα εγώ», είπε λυπημένη, «και το ρυάκι που έβλεπα απ’το παράθυρο του οδηγού ήταν ακριβώς όπως το είχε περιγράψει ο πατέρας μου, άθλιο και μολυσμένο». Ώσπου να μάθει όμως να βλέπει τα πράγματα μέσα απ’ το παράθυρο του πατέρα της, ήταν αργά- ο πατέρας της είχε πεθάνει.
       Αυτή η ιστορία μου έχει μείνει από τότε, και σε πολλές περιπτώσεις έχω υπενθυμίσει στον εαυτό μου και στους φοιτητές μου:

«Κοιτάξτε μέσα απ’ το παράθυρο του άλλου. Προσπαθήστε να δείτε τον κόσμο όπως τον βλέπει ο ασθενής  σας».

Η γυναίκα που μου είπε αυτή την ιστορία πέθανε λίγο αργότερα από καρκίνο του μαστού, και λυπάμαι που δεν μπορώ να της πω πόσο με ωφέλησε η ιστορία της ολ’αυτά τα χρόνια, κι εμένα, και τους φοιτητές μου και πολλούς θεραπευομενούς μου.

(από το βιβλίο: Το δώρο της ψυχοθεραπείας, Irvin D. Yalom, εκδ. Άγρα, σελ. 44-45

Σελίδα 1 από 3