Σταυρός και Ανάσταση! Αχώριστα και στη ζωή του πιστού. Η πορεία μας στην οδό του Κυρίου είναι σταυροαναστάσιμη.

Μία διαρκής συμμετοχή στην οδύνη του Σταυρού και στη χαρά της Αναστάσεως του Κυρίου.

Η πνευματική ζωή είναι επίπονος δρόμος, «τεθλιμμένη οδός» [Ματθ. ζ΄14]. Είναι αγώνας και προσπάθεια, κακοπάθεια και θλίψη. Είναι πάλη με εχθρούς αοράτους και ορατούς, συνεχής αντιπαράθεση με τον κόσμο της αμαρτίας, διωγμός, ίσως και θάνατος. Είναι σταυρός και ενσυνείδητη συμμετοχή, κοινωνία στα παθήματα του Κυρίου. Ο πιστός βιώνει καθημερινά τον σταυρό και τον θάνατο. Συγχρόνως όμως απολαμβάνει την ανάσταση, τη χαρά, τη δόξα, τη ζωή. «Συσταυρώθητι, συννεκρώθητι, συντάφηθι προθύμως, ίνα και συναστής και συνδοξασθής και συμβασιλεύσης», προτρέπει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος.

Οι υποσχέσεις αυτές δεν τοποθετούνται μόνο στο μέλλον. Και εδώ ακριβώς είναι η μεγάλη διαφορά των δικών μας σταυρών και του Σταυρού του Κυρίου. Για Εκείνον η Ανάσταση ήλθε μετά το Σταυρό. Εμείς μέσα στους σταυρούς μας ζούμε την ανάσταση.

Ο δικός Του μόνον ήταν ο απόλυτος Σταυρός. Οδύνη άφατη. Απαραμύθητος πόνος. Τέλεια εγκατάλειψη. Ούτε στη γη ούτε στον ουρανό μπορούσε να βρει παρηγοριά. Δεν υπήρξε γι’ Αυτόν ο «συλλυπούμενος». Δεν βρέθηκαν πουθενά οι «παρακαλούντες»[Ψαλμ. ξη΄21]. Τον εγκατέλειψαν οι πάντες. Τον εγκατέλειψε και ο Θεός. Βυθιζόταν στο πέλαγος του πόνου Του «και ούκ ήν υπόστασις». Δεν υπήρχε πυθμένας, δεν υπήρχε κάπου να σταματά η καταβύθισή Του στην απέραντη θάλασσα των παθημάτων Του, και κινδύνευε να καταποντισθεί και να χαθεί στα βάθη της. [Ψαλμ. ξη΄3]. Οδύνη πρωτόγνωρη για Εκείνον, κατάσταση ακατάληπτη σε μας. Ήταν ο άνθρωπος που σήκωνε πάνω του όλο τον πόνο του κόσμου.! Ο εσταυρωμένος Θεάνθρωπος, ο Κύριος και Λυτρωτής του κόσμου!

Οπωσδήποτε δεν είναι τέτοιοι οι δικοί μας σταυροί. Ούτε το βάρος Εκείνου σηκώνουμε, ούτε και μένουμε μόνοι ποτέ. Οι μικροί δικοί μας σταυροί στηρίζονται πάντοτε στην αγάπη Του, οφείλονται στη γεμάτη στοργή πατρική παιδαγωγία Του και φωτίζονται διαρκώς από την ελπίδα και το φως της Αναστάσεώς Του.

Ο σταυρωμένος πιστός έχει πάντοτε τη χαρά της θείας παρηγορίας, την αίσθηση της προστασίας του Θεού και της διαρκούς παρουσίας Του στον πόνο του, την ελπίδα της λυτρώσεως. Ο Θεός είναι πάντα παρών στη θλίψη, στον αγώνα, στη δοκιμασία μας. Στηρίζει, βοηθεί, παρηγορεί και ανασταίνει.

Η ΟΔΟΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ αρχ. Αστέριος Χατζηνικολάου εκδ. «Ο Σωτήρ»  σελ. 45-47


Με την εμπιστοσύνη στον Θεό και με την ταπείνωση όλα τα προβλήματα λύνονται. Να κάνης αυτό που μπορείς εσύ και μετά να αφήνεσαι στην θεία Πρόνοια, στο θείο θέλημα.

Η ελπίδα στον Θεό είναι τονισμένη πίστη είναι η μεγαλύτερη ασφάλεια για τον άνθρωπο. Μικρό πράγμα είναι να έχει κανείς σύμμαχο τον Θεό;
Θυμάμαι, πριν πάω στο στρατό, έκανα προσευχή στην Αγία Βαρβάρα να με βοηθήσει – την είχα σε ευλάβεια, γιατί πήγαινα στο εξωκκλήσι της από μικρός και προσευχόμουν.

«Ας κινδυνεύσω στον πόλεμο, είπα, αλλά μόνον άνθρωπο να μη σκοτώσω».

Και πώς τα οικονόμησε ο Καλός Θεός! Όταν βγήκαν τα αποτελέσματα, ενώ άλλους που ήταν μορφωμένοι τους έστειλαν στην πρώτη γραμμή σαν απλούς στρατιώτες, τουφεκιοφόρους, εμένα που ήμουν του δημοτικού με πήραν για ασυρματιστή!
Μου έλεγαν οι άλλοι:

«Έχεις μεγάλο μέσο».

«Βρε τί μέσο έχω; Δεν έχω κανένα γνωστό».

«Τι; μας κοροϊδεύεις;», μου έλεγαν. Ποιον έχεις στο Γενικό Επιτελείο;».

Αφού επέμεναν, τους έλεγα κι εγώ:

«Έχω στο Γενικό Επιτελείο τον Χριστό». Έτσι δεν χρησιμοποίησα ποτέ ντουφέκι.
 Πρέπει να αφήνουμε τον εαυτό μας στα χέρια του Θεού με απόλυτη εμπιστοσύνη και να βλέπουμε την κάθε δοκιμασία σαν δώρο σταλμένο από την αγάπη του Θεού. Ο άνθρωπος που έχει μεγάλη εμπιστοσύνη στον Θεό χαίρεται τα πάντα.

Είτε είναι άρρωστος, είτε μένει νηστικός, είτε τον αδικούν, είτε…, είτε…, πιστεύει ότι ο Θεός τα έχει επιτρέψει, ελπίζει στον Θεό και είναι πάντα ασφαλισμένος στο λιμάνι της ελπίδος του Θεού.

Από το βιβλίο «Πάθη και Αρετές» Γέροντος Παΐσιου Αγιορείτου, Λόγοι Ε΄

Τις μέρες αυτές τρέχοντας για θέματα της υγείας μου, σε γιατρούς και νοσοκομεία, από εξετάσεις σε εξετάσεις, σενάρια και ερμηνείες αποτελεσμάτων, σκέφτηκα για ακόμη μια φορά, πως μπορεί να αισθάνεται ένας άνθρωπος που μετα από κάποιο ιατρικό έλεγχο, ο γιατρός του ανακοινώνει, «δυστυχώς τα νέα δεν είναι καλά. Έχετε καρκίνο....» ή ακόμη πιο τραγικά, «σας μένουν 3 ή 6 μήνες ζωής».Πως αντέχει μια ανθρώπινη ψυχή σε τέτοια ακούσματα;
Έλεγε ο άγιος Παίσιος, «Πάντως ἄλλο εἶναι νὰ μαθαίνεις ὅτι ἀρρώστησε κάποιος καὶ ἄλλο εἶναι νὰ ἀρρωσταίνεις ὁ ἴδιος. Τότε καταλαβαίνεις τὸν ἄρρωστο. Ἄκουγα «χημειοθεραπεῖες» καὶ νόμιζα ὅτι εἶναι «χυμοθεραπεῖες», δηλαδὴ ὅτι κάνουν στοὺς καρκινοπαθεῖς θεραπεία μὲ χυμούς, μὲ φυσικὲς τροφές! Ποῦ νὰ ξέρω; Τώρα ὅμως κατάλαβα τί ταλαιπωρία εἶναι».
Προσωπικά, δεν πιστεύω οτι μπορεί κάποιος να αντέξει σε μια τέτοια ανακοίνωση και κατόπιν να αντιμετωπίσει, (όπως και το θάνατο του παιδιού του) αυτή την ασθένεια, δίχως την Χάρι του Θεού, ασχέτως εάν κάποιος πιστεύει ή δεν πιστεύει στον Θεό. Εάν  πάει ή δεν πάει στην εκκλησία. Αυτή η Χάρις είναι δωρεά ενίσχυση και παραμυθία της απρουπόθετης αγάπης του Θεού. Και κάτσε εσύ, να υπολογίζεις τις ενέργειες και την αγάπη του Θεού με μαθητικές λογικές και αναλύσεις. Ε, δεν θα καταλάβεις ποτέ τον Θεό. Αποδέξου το, σε ξεπερνάει η παραδοξότητα των δρόμων Του.
Θα συμφωνήσω απόλυτα με αυτό που έλεγε ο άγιος Παίσιος, οτι ο «καρκίνος θα γεμίσει των παράδεισο με μάρτυρες». Γιατί για μάρτυρες πρόκειται. Όχι μόνο για τον πόνο που επωμίζονται και τα μαρτύρια στα οποία υποβάλλονται ψυχικά και σωματικά, μα διότι με τον αγώνα τους προασπίζονται την αξία και ιερότητα της ζωής. Και όποιος παλεύει για την ζωή, συνειδητά ή όχι, δίνει μαρτυρία Θεού.
 Γι αυτό πολύ σωστά αναφέρει ο Σ. Ζουμπουλάκης, «δεν δέχομαι κανένα κήρυγμα περί αναστάσεως πάρα μονάχα απο  καρκινοπαθή δ΄ βαθμού».
Η ασθένεια, έλεγε η Σιμόν Βέιλ, έρχεται να μας φανερώνει οτι είμαστε ένα «τίποτα». Σαφέστατα δεν εννοεί ένα ψυχολογικό τίποτα. Αλλά ένα οντολογικό. Δηλαδή η ασθένεια μας θυμίζει την κτιστότητα και φθαρτότητα μας. Οτι έχουμε υπαρκτικά όρια.
Αισθάνομαι, οτι εκεί διαδραματίζεται όλη η σχέση μας με την ασθένεια, τον εαυτό μας και τον Θεό. Εάν η αρρώστια με διδάξει οτι είμαι ένα «τίποτα» που αξίζει πολλά. Οτι αυτό το θνητό πλάσμα, που φοβάται, ταράζεται, αμαρτάνει, πεθαίνει, το αγαπάει πολύ ο Θεός. Δεν είναι εύκολο, και μάλιστα την στιγμή που είσαι στην κόλαση και καίγεσαι από την αρρώστια και τον ψυχικό εγκλωβισμό. Ωστόσο αυτή είναι η μόνη παρηγοριά σε έναν απαρηγόρητο πόνο. Οτι ο Θεός είναι πάσχων μαζί μου και με αγαπάει πολύ. Αγωνίζομαι να προασπιστώ την ζωή που μου χαρίστηκε, απέναντι στο θάνατο που την απειλεί.
Σαφέστατα δεν αντιδρούν όλοι οι άνθρωποι σε ίδιες καταστάσεις με τον ίδιο τρόπο,    πόσο δε μάλλον όταν εκείνες είναι οριακές. Ακόμη όμως κι αυτή η ιδιορρυθμία, ο θυμός ή πολλές φορές φαινομενική σκληρότητα ή απιστία με την οποίοι πολλοί αμύνονται απέναντι στην απειλή της ασθένειας, για μένα είναι «ιερές» καταστάσεις. Διότι είναι οι τρόποι που σταυρωμένοι άνθρωποι φωνάζουν με ένα ιδιόρρυθμο τρόπο, ένα βαθύ υπαρξιακό «διψώ», πάνω από τον σταυρό τους. Αυτό, μόνο να το σέβομαι μπορώ και θέλω.
Αυτοί οι άνθρωποι, βαδίζουν στο μονοπάτι μιας ιδιότυπης «αγιότητας».Όχι την «αγιότητα» της δύναμης και ισχύς, αλλά εκείνη της αδυναμίας, της ευαισθησίας, των δακρύων, του φόβου που ξέρει να ελπίζει, του λίγου που γίνεται πολύ, της πίστης που χάνεται και βρίσκεται ως εμπιστοσύνη, του παραπόνου που μεταμορφώνεται στο «ας γίνει το θέλημα σου....». Μιας θρυμματισμένης «αγιότητας», που αγκαλιάζει όλα τα συναισθήματα και τα μεταμορφώνει. Εκεί το δάκρυ δεν είναι ντροπή ή ολιγοπιστία, το «γιατί» αμαρτία και απειλή κολάσεως. Μια «αγιότητα» που κατανοεί την αδυναμία, το κτιστό, το φθαρτό, που το αγκαλιάζει, το μεταμορφώνει και το σώζει.
Στην εποχή που ζούμε, ο «άγιος» δεν θα είναι ο νικητής, ο τροπαιούχος, ο δυνατός και κραταιός, αλλά εκείνες οι θρυμματισμένες ψυχές, οι σταυρωμένοι άνθρωποι, που ήσυχα, καρτερικά και αθόρυβα, κουβαλάνε τον σταυρό της ζωής τους. Ο άγιος στέκεται γυμνός σε ενα κόσμο που ντύνει και μασκαρεύει τις ανασφάλειες του με εξουσία και δύναμη. Ο άγιος πορεύεται μονάχα με την πίστη του, σε ενα κόσμο που θέλει ολα να τα εξηγήσει. Αυτό δεν γίνεται. Η πιο μεγάλη προσευχή, ειναι το "δεν ξέρω, δεν καταλαβαίνω, σου παραδίδομαι Κύριε..."
Λέει ο Ζουμπουλάκης, για την πολύπαθη αδελφή του Γιούλα: «Η αδερφή μου τα άξιζε όλα και δεν είχε τίποτα, ούτε υγεία, ούτε σταδιοδρομία ούτε κοινωνική αναγνώριση ούτε χρήματα ούτε τίποτε. Και όμως ήταν γεμάτη καλοσύνη για όλους. Αόργητη και αμνησίκακη. Ένα σχολείο καλοσύνης και αγάπης... Αν υπάρχει παράδεισος, είμαι απολύτως βέβαιος οτι η αδερφή μου βρίσκεται εκεί. Επιτέλους χωρίς γιατρούς και φάρμακα, μέσα στην χαρά της θέας του δεσποτικού προσώπου και τη ζεστασιά της κοινότητας των αληθινών αγίων...»

π. Χαράλαμπος Παπαδόπουλος


Θυμάμαι κάποιο λαϊκό παραμυθάκι, πολύ διδακτικό!

Ένας ήταν πολύ πλούσιος και στο άκρο του κτήματός του, σε μια καλυβούλα μέσα, έμενε ένας φτωχός οικογενειάρχης. Με κόπο τάβγαζε πέρα. Μεροκαματιάρης, δουλευτής· και είχε και πολλά παιδιά. Αλλ’ η χαρά βασίλευε μέσα σ’ αυτό το σπίτι.
Κάποτε αποφάσισε ο πλούσιος να βοηθήση τον φτωχό. Παίρνει, λοιπόν, ένα πουγγί γεμάτο χρυσά φλουριά και του το πηγαίνει. Κάθε βράδυ στου φτωχού το σπίτι, μετά το φαγητό, τα παιδιά τραγουδούσαν, γελούσαν και έπαιζαν. Εκείνο το βράδυ άκρα σιγή. Σιγή νεκροταφείου στο σπίτι του φτωχού.

Ο πλούσιος συνηθισμένος ν’ ακούη τις φωνές των παιδιών και τα γέλια και τα τραγούδια, παραξενεύθηκε· δεν άκουγε τίποτε. Έβαλε αυτί, περίμενε, περίμενε, περίμενε…
    Μετά από λίγο, αντί ν’ ακουσθούν τραγούδια, ακούσθηκαν φωνές, μαλώματα. Άρχισαν να γκρινιάζουν. Ο πατέρας έλεγε: «Μ’ αυτά ν’ αγοράσουμε ένα σπίτι μεγάλο, ευρύχωρο, δικό μας». Η μητέρα έλεγε: «Να τα φυλάξουμε για να παντρέψουμε τις κόρες».

Το μεγάλο απ’ τα παιδιά, που είχε μια βαρκούλα και ψάρευε, έλεγε: «Άστα να πάρω καΐκι, να βγάλω πολλά». Ο άλλος αδελφός, άλλα. Και μετά από λίγο ήλθαν στα χέρια. Οπότε λέγει ο πατέρας: «Σταθήτε … μια στιγμή και θα ησυχάσουμε».

Παίρνει το πουγγί, πηγαίνει στον πλούσιο και του λέγει: «Πάρτο, αδελφέ μου. Μούφερες τα λεφτά και έδιωξες την χαρά από το σπίτι μου. Μου αρκεί το μεροδούλι για να ζω την φαμίλια μου».

Και ξαναγύρισε ο φτωχός στο σπίτι του, και το άλλο βράδυ πάλι ακούσθηκαν οι χαρούμενες φωνές των παιδιών και τα τραγούδια.
Πολλές φορές, ο πλούτος, με τις μέριμνες και την αγωνία, παίρνει και αυτή την χαρά της ζωής, την οποία νομίζουν ότι έχουν οι πλούσιοι.

(Αρχιμ. ΕΠΙΦΑΝΙΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ, ΧΡΙΣΤΩ ΤΩ ΘΕΩ ΠΑΡΑΘΩΜΕΘΑ, εκδόσεις Ι. ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΥ ΚΕΧΑΡΙΤΩΜΕΝΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΤΡΟΙΖΗΝΟΣ, σελ. 43-44)

Τάλαντα-χαρίσματα.
-Ένας γνωστός μου, μετά από μια δοκιμασία, ευρισκόμενος σε κατάστασι εντόνων αισθημάτων μειονεξίας και μελαγχολίας, μου έλεγε:

«Μα εγώ δεν έχω τίποτε, κανένα τάλαντο. Δεν μπορώ να κάνω τίποτε. Τι είμαι;».

Προσπάθησα να του πω μερικά πράγματα, αλλά δεν καταλάβαινε. Σκέπτομαι ότι ο άνθρωπος αυτός θα μπορούσε να πη: «Θεέ μου, εγώ δεν μπορώ να κάνω τίποτε μόνος μου. Δώσε μου την χάρι Σου να πετύχω και εγώ κάτι». Τι λέτε;
- Βεβαίως. Κι αν έκανε υπομονή στις δοκιμασίες που είχε, αυτό δεν είναι τάλαντο; Είναι μικρό το τάλαντο της υπομονής; Το να υπομείνη κανείς τις αντιξοότητες της ζωής χωρίς γογγυσμό, αλλ’ ευχαριστώντας και δοξολογώντας τον Θεό, είναι μικρό χάρισμα αυτό; Ας ζητούσε, λοιπόν, την χάρι του Θεού, για να μπορεί να υπομένη.
Γνωρίζω κάποιον, που είναι τελείως ανάπηρος και έχει σάκχαρο. Κάνει δυο ινσουλίνες την ημέρα. Βρίσκεται διαρκώς στο κρεββάτι ή στο καροτσάκι. Τρίτη λύσις δεν υπάρχει.

Οι δικοί του τον έχουν εγκαταλείψει όλοι. Χριστιανές κυρίες τον διακονούν. Υπάρχουν δε και νέοι, οι οποίοι τον παίρνουν και τον πηγαίνουν εκδρομές με τ’ αυτοκίνητά τους. Ακόμη και στο Άγιο Όρος. Όλα οι άλλοι του τα προσφέρουν. Θα τον σηκώσουν, θα τον βάλουν στο κρεββάτι, θα τον κατεβάσουν, θα του φορέσουν τα ρούχα του, όλα. Δεν μπορεί να κάνη τίποτε μόνος. Αϊ, λοιπόν, στην κατάστασι αυτή ο αδελφός μας αυτός είναι πάντοτε χαρούμενος και χαμογελαστός.

Μικρό τάλαντο είναι αυτό; Μας διδάσκει όλους. Μας εμπνέει, αλλά και μας ελέγχει!
Καμμιά φορά πέφτουμε λίγες ημέρες στο κρεββάτι από γρίππη ή από κάτι άλλο και δυσανασχετούμε, γογγύζουμε: «Μείναν οι δουλειές… Κουράσθηκα, ταλαιπωρήθηκα τόσες μέρες στο κρεββάτι».

Αυτό το παιδί, σ’ αυτή την κατάστασι, δεν παραπονείται ποτέ. Λέγει πάντοτε: «Δόξα τω Θεώ»! «Τι κάνεις;», τον ρωτάς, και σου απαντά: «Δόξα τω Θεώ, καλά». Είναι μικρό χάρισμα αυτό; Μικρό τάλαντο αυτό; Αυτός είναι ιεροκήρυκας. Δεν χρειάζεται να κάνη κηρύγματα. Μόνο να τον βλέπη κανείς, διδάσκεται, ελέγχεται, εμπνέεται.

Αυτός ο άνθρωπος, λοιπόν, που, από πλευράς κοσμικής κρινόμενος, είναι ένας εξωφλημένος, είναι ένα τίποτε, αξιοποιεί στο έπακρο τα χαρίσματα που έχει.

(Αρχιμ. ΕΠΙΦΑΝΙΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ, ΧΡΙΣΤΩ ΤΩ ΘΕΩ ΠΑΡΑΘΩΜΕΘΑ, εκδόσεις Ι. ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΥ ΚΕΧΑΡΙΤΩΜΕΝΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΤΡΟΙΖΗΝΟΣ, σελ. 27-29)

"πενομένων τροφή"
Η έλλειψις της τροφής είναι το βασικό χαρακτηριστικό του φτωχού. Ο λιμός για το καθημερινό ψωμί. Όσοι από εμάς ζήσαμε την Κατοχή 1941-44 ξέρομε τι θα πή πείνα για ψωμί. Για ένα κομμάτι ψωμί...

Το πρόβλημα του ψωμιού έχει ίσως ξεπερασθή σήμερα. Η αγωνία όμως για την επιβίωσι συνέχει ακόμα πολλούς ομοεθνείς μας και δισεκατομμύρια ανθρώπους σ' όλο τον κόσμο, τα 2/3 της ανθρωπότητας!
Οι πεινασμένοι, όσοι στερούνται το ψωμί βρίσκονται κάτω από τη σκέπη της Παναγίας . Άπειρα είναι τα θαύματά της που αναφέρονται στη διατροφή φτωχών και πεινασμένων ανθρώπων.
Όταν είμαστε παιδιά και ζητούσαμε ψωμί, ο πατέρας μου συνήθιζε να απαγγέλη το παλαιό μα ωραίο εκείνο ποιηματάκι:
"Χριστέ, δεν έχομε ψωμί στο σπίτι μας και κλαίμε
ιδές το καλαθάκι μας, άν ψέματα σου λέμε"!

Μικρό παιδί ο πατέρας μου είχε στερηθή το ψωμί και είχε γνωρίσει την πείνα και τη φτώχεια. Χάρις όμως στην προστασία της Παναγίας, το πατρικό μου σπίτι "επερίσσευεν άρτων" (πρβλ. Λουκ. ιε' 17). Όλες οι παλαιότερες γενεές που γνώρισαν την αγωνία για τον "επιούσιο" έχουν πολλά να διηγηθούν για τη θαυμαστή διατροφή τους από το Θεό Πατέρα.

Η σημερινή χορτασμένη γενεά δεν αποδεχέται εύκολα την μαρτυρία αυτή των παλαιοτέρων, όπως και οι νεώτερες γενεές των Ισραηλιτών δεν αποδέχονταν τις θαυμαστές επεμβάσεις του Θεού στην ιστορία του έθνους των. Γι' αυτό ό,τι είπε ο Μωϋσής για τη γενεά εκείνη, ισχύει προφητικά και για τη σημερινή:

"Έφαγε...και ενεπλήσθη και απελάκτισε (κλώτσησε) ο ηγαπημένος (=η αγαπημένη νέα γενιά) - ελιπάνθη, επαχύνθη, επλατύνθη και εγκατέλειπε τον Θεόν" (Δευτ. λβ' 15).
Από το άλλο μέρος, έχει δίκιο ο λαός που λέει: "Ο χορτάτος δεν μπορεί να καταλάβη τον πεινασμένο"! Ευτυχώς όμως που για τους φτωχούς υπάρχει ο Θεός και η σκέπη της Παναγίας.

Και αν όλοι τους εγκαταλείψουν ο Ουράνιος Πατέρας δεν θα τους εγκαταλείψη, κατά την αδιάψευστη μαρτυρία της Γραφής: "σοι εγκαταλέλειπται (=στην προστασία σου έχει εγκαταλειφθή) ο πτωχός, ορφανώ συ ήσθα βοηθός" (Ψαλμ. 9,35)


(ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΑΧΕΛΩΟΥ-ΕΥΘΜΙΟΥ Κ. ΣΤΥΛΙΟΥ. "Η ΠΡΩΤΗ-ΘΕΟΜΗΤΟΡΙΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ". εκδόσεις ΓΡΗΓΟΡΗ, σελ. 286-287)

Ροήν μου των δακρύων...

Τα δάκρυα! Από την εποχή του Αδάμ και της Εύας τρέχουν και δεν έχουν στερέψει από τα μάτια των ανθρώπων τα δάκρυα…Δάκρυα αποτυχίας, απογοητεύσεως, πικρίας, εγκαταλείψεως, συκοφαντίας, αδικίας, εκμεταλλεύσεως, εξορίας, φτώχειας, πόνου, θανάτου… Η υδρόγειος σφαίρα είναι μία φιάλη γεμάτη από τα αλμυρά, ανθρώπινα δάκρυα….

Η πηγή των δακρύων ξεχειλίζει κάθε τόσο στη ζωή του ανθρώπου και κανείς δεν θα μπορέσει να την κλείσει οριστικά μέχρι τη συντέλεια των αιώνων. Το μόνο θετικό στην περίπτωση των δακρύων είναι ότι υπάρχει ο τρόπος αξιοποιήσεώς των: τουλάχιστον, να μη πάνε χαμένα και τα δάκρυα της λύπης να μετασχηματίζονται σε δάκρυα χαράς…

…Όταν τα δάκρυα μας πέφτουν στην αγκαλιά της Παναγίας, Εκείνη τα μετασχηματίζει σε μαργαριτάρια και διαμάντια χαράς! Διότι τα δάκρυα του ανθρώπου, ιδίως όταν αυτά είναι δάκρυα μετανοίας, έχουν τεράστια αξία και αποκτούν εξαίσια ομορφιά μπροστά στα μάτια του Θεού!

Η πηγή της φθαρτής και θνητής υπάρξεώς μας δεν θα παύσει να βγάζει δάκρυα, για πολλούς και ποικίλους λόγους. Ας φροντίζουμε τουλάχιστον τα δάκρυα αυτά να μην  πηγαίνουν χαμένα, να μην χάνονται απλώς στον ωκεανό της ανθρώπινης δυστυχίας.

Ας προσφέρουμε τα δάκρυά μας θυσία στον Θεό των οικτιρμών.

Η Παναγία είναι πάντα στο πλευρό μας, για να σφογγίσει από τα μάτια μας τα δάκρυα και να τα προσφέρει στον Κύριο. Στα ιερά προσκυνήματα υπάρχει συνήθεια να σφογγίζουν την εικόνα της Παναγίας και κατόπιν να μοιράζουν το αρωματισμένο βαμβάκι για ευλογία των πιστών. Κι’ όμως, στην πραγματικότητα συμβαίνει το αντίστροφο: η Παναγία σφογγίζει τα δάκρυά μας με το βαμβάκι της πρεσβευτικής αγάπης και παρουσίας της και τα προσφέρει σαν ‘θυμίαμα εύοσμον’ στον Θεό.

 ‘Η ΠΡΩΤΗ’ μητρ. Ευθυμίου Στύλιου σελ. 283-284 εκδόσεις Γρηγόρη.

Τα γηρατειά.
Ο Γάλλος συγγραφέας Βίκτωρ Ουγκώ γράφει σε ένα ποίημά του: “Ο γέρος που βαθμιαία επιστρέφει στην αρχέγονη πηγή της ζωής εγκαταλείπει τον προσωρινό χρόνο και βαδίζει προς την αιωνιότητα. Ίσως στα μάτια των νέων να λάμπει η φωτιά, όμως στα μάτια των ηλικιωμένων λάμπει το φως”.

Κι αυτό δεν συμβαίνει μηχανικά, δεν είναι κάτι που συμβαίνει οπωσδήποτε, ή όποιος κι αν είσαι. Είναι κάτι που μπορεί να καλλιεργηθεί, να καλλιεργηθεί μέσα από μια δημιουργική προσέγγιση προς αυτό που συμβαίνει.
Το πρώτο πρόβλημα που αντιμετωπίζει ο ηλικιωμένος είναι, βέβαια, η μείωση της φυσικής δύναμης. Αλλά αυτό αντιμετωπίζεται -υπό τον όρο ότι το ηλικιωμένο άτομο δεν απορρίπτεται, δεν παραγκωνίζεται, δεν στέλνεται στο γηροκομείο επειδή δεν χωρά στην οικογένεια των νεότερων. Μια τέτοια προσέγγιση είναι πολύ τραγική. Από τη μια, στερεί το ηλικιωμενό άτομο από τη φυσική ζεστασιά, την αγάπη, τη συνεργασία, τις πραγματικές ανησυχίες που θα μπορούσε να έχει, αλλά και από τη δυνατότητα να μοιραστεί τη σοφία που απέκτησε κατά τη μακρά διάρκεια της ζωής του. Από την άλλη, στερεί και τους νεότερους από μια χρήσιμη εμπειρία που θα μπορούσε να τους έδινε η παρουσία του ηλικιωμένου. ...

Υπάρχει κι άλλη μια πλευρά σ' αυτό το πρόβλημα. Πολύ συχνά οι ηλικιωμένοι εξαρτώνται από τους άλλους και αισθάνονται μειωμένοι. Αυτό τους πονά και τους καταθλίβει:

“Εγώ δεν εξαρτιόμουν από κανέναν, έκανα τα πάντα μόνος και τώρα εξαρτιέμαι όλο και περισσότερο από τους άλλους. Χρειάζομαι βοήθεια, στήριξη, προστασία. Τι φρίκη!”.

Όχι, δεν είναι φρίκη! Έχεις προσφέρει στους άλλους, ίσως αυτό που επιθυμούσαν όλη τους τη ζωή. Τους έδωσες αγάπη και τώρα, όσο λιγότερες δυνάμεις έχεις, όσο πιο ανυπεράσπιστος είσαι, τόσο περισσότερο μπορείς να προσφέρεις σ' αυτούς που σε αγαπούν την ευκαιρία να εκφράσουν την αγάπη τους.

Και πρέπει να μάθεις να δέχεσαι αυτή την αγάπη όχι με δυσαρέσκεια, όχι όπως ο επαίτης δέχεται το χέρι βοηθείας ευχόμενος να μην είχε την ανάγκη. Όχι! Αλλά να τη δέχεσαι ως δώρο, ως δώρο αγάπης που σε ενώνει με αυτούς που σου την προσφέρουν!

Κι αν μάθεις να δέχεσαι αυτό το δώρο της αγάπης και του ενδιαφέροντος με ευγνωμοσύνη, με ανοιχτή καρδιά, ανοιχτή αγκαλιά, τότε οι άλλοι θα νιώσουν την ανταμοιβή για την προσφορά τους.

Μπορείς να γίνεις η αιτία να ξανοιχτεί ο άλλος, να καταλάβει τί σημαίνει αγάπη, τι σημαίνει να ξεχνά τον εαυτό του, να κοιτά τον άλλον και να βλέπει όπως είναι, να του δίνει αυτό που χρειάζεται, κυρίως αγάπη, ενδιαφέρον, τρυφερότητα, κατανόηση και -όταν χρειάζεται- βοήθεια στο φυσικό επίπεδο. Να καταλάβει ότι η αποδοχή της βοήθειας δεν είναι υποτίμηση, αλλά δώρο αγάπης, μπορεί να έχει ιερή ποιότητα.


(Μητροπολίτης Αντώνιος του Σουρόζ, Ο ΕΑΥΤΟΣ ΜΑΣ και Ο ΑΛΛΟΣ, στοχασμοί για τις ανθρώπινες σχέσεις, εκδ. Πορφύρα, σελ. 110-112)

Αναφέρει η Ξεναγός Λουντμίλα: «Στις 18 Απριλίου 1993 τη νύκτα του Πάσχα συνέβη ένα θλιβερό γεγονός [στο μοναστήρι της Όπτινα]. Γιορτάσαμε με λαμπρότητα την Ανάσταση. Η αγρυπνία τελείωσε γύρω στις 5 το πρωί κι όλοι αποσυρθήκαμε.

Συνηθίζουμε να κτυπάμε τις καμπάνες όλη τη μέρα. Έτσι τρεις μοναχοί, γύρω στις 6:10 το πρωΐ, κτυπούσαν χαρμόσυνα τις καμπάνες.

Την ώρα εκείνη τους επιτέθηκε ένας σατανιστής και τους έσφαξε μ’ ένα μεγάλο μαχαίρι. Φαίνεται πως μέσα στο θόρυβο και στο σκοτάδι δεν τον πρόσεξαν. Κτύπησε πρώτα τον ένα και τον άφησε στο έδαφος πληγωμένο. Ήταν για αρκετή ώρα ζωντανός. Έπειτα κτύπησε το δεύτερο, ο οποίος φώναξε λίγο και προσπάθησε να κτυπήση πάλι την καμπάνα. Έπεσε, όμως, νεκρός. Ο τρίτος, ο π. Βασίλειος, πρόλαβε να φύγη, αλλά λίγο πιο πέρα ανάμεσα στα δύο κτίρια, ο σατανιστής τον κτύπησε και τον άφησε νεκρό.

Μετά το αποτρόπαιο έγκλημα ο σατανιστής άφησε τα μαχαίρια του ματωμένα στο έδαφος κι εξαφανίστηκε. Ήταν μεγάλα μαχαίρια και πάνω τους χαραγμένος ο αριθμός 666. Αργότερα τον συνέλαβαν, τον χαρακτήρισαν τρελλό και τον άφησαν ελεύθερο.

Στην κηδεία των τριών νεομαρτύρων όλοι, μοναχοί και λαϊκοί, νοιώθαμε και λύπη αλλά και μεγάλη χαρά, όσο κι αν αυτό φαίνεται παράδοξο. Ο ηγούμενος είπε κατά τη διάρκεια της εξοδίου ακολουθίας:

“Χάσαμε τους μοναχούς, αλλά τώρα τους έχουμε αγγέλους στον ουρανό και προσεύχονται για μας”.

Πιο πολύ λυπηθήκαμε για τον π. Βασίλειο. Ήταν μόλις 32 χρονών, αλλά άνθρωπος με βαθειά πίστι και πολλά χαρίσματα. Έκανε θαυμάσια κηρύγματα και βοήθησε πολύ κόσμο.

Είχε πει κάποτε: “Θα ήθελα να πεθάνω το Πάσχα, την ώρα που θα κτυπούν οι καμπάνες!”»(ΑΝ, 184).

(Αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ, ο Αντίχριστος, Σταμάτα 2016, σελ. 13-14)

Τώρα, υπάρχει ένα άλλο στοιχείο σχετικά με την ποιότητα της ζωής που θεωρώ σημαντικό. Είναι ο “σκοπός”. Αυτό που προηγουμένως περιέγραψα είτε με δυο λέξεις για τον εαυτό μου είτε για τους κρατούμενους στα στρατόπεδα συγκέντρωσης ήταν ξεκάθαρο: Ο σκοπός, εκείνη τη δεδομένη στιγμή, ήταν η επιβίωση. Η ποιότητα της ζωής βελτιωνόταν ή χειροτέρευε ανάλογα με το τι καθιστούσε την επιβίωση δυνατή ή αδύνατη, τι στήριζε ή εμπόδιζε την επιβίωση. Και μπορεί αυτό να αφορούσε πολύ μικρά πράγματα, π.χ., το να μπορέσεις να κρυφτείς όταν σε κυνηγά η Γκεστάπο, το να μπορέσεις να βρεις λίγη τροφή, κάτι το ελάχιστο, που για σένα όμως θα ήταν πολύ σημαντικό.
Να δώσω κι άλλο παράδειγμα: Στον πόλεμο ήμουν χειρούργος σε ένα στρατιωτικό νοσοκομείο στο Μέτωπο. Μια μέρα μας έφεραν ένα Γερμανό χτυπημένο στο χέρι. Είχε πάθει γάγγραινα και ο δείκτης του δεξιού του χεριού έπρεπε να ακρωτηριαστεί, και αυτό μου υπέδειξε ο αρχιάτρος με μια του κίνηση. Ο τραυματίας τότε κοίταξε γύρω του και είπε στα Γερμανικά: “Είμαι ωρολογοποιός”. Ξέρετε τι σημαίνει για έναν ωρολογοποιό να χάσει τον δείκτη του δεξιού του χεριού; Δεν θα μπορούσε να ασκήσει το επάγγελμά του, δεν θα μπορούσε να ζήσει ούτε τον εαυτό του ούτε την οικογένειά του. Έτσι, πρότεινα να προσπαθήσω να σώσω το δάχτυλό του. Εργάστηκα τρεις εβδομάδες ενάντια σε κάθε λογική. Ο αρχίατρος μου έλεγε: “Είσαι τρελός. Έχουμε πόλεμο κι εσύ πασχίζεις για βδομάδες τώρα να σώσεις αυτό το δάχτυλο;”.

Όμως εγώ εξακολουθώ να πιστεύω ότι είχα δίκιο. Διότι ίσως σήμερα, σε κάποια γερμανική κωμόπολη ή χωριό, υπάρχει ένας άνθρωπος που γύρισε σπίτι του, έθρεψε την οικογένειά του, επέζησε, και θυμάται έναν νεαρό τρελό χειρουργό που έδωσε το χρόνο του για να το καταφέρει. Σ' αυτή την περίπτωση η ποιότητα ζωής δεν ήταν άλλη από αυτό το δάχτυλο. Όσο για μένα, ο λόγος που το έκανα ήταν όχι μόνο για να σώσω ένα δάχτυλο. Δεν επρόκειτο για μια χειρουργική επέμβαση, επρόκειτο για μια ανθρώπινη επέμβαση που ξεπερνούσε αυτό το δάχτυλο και αυτό τον άνθρωπο. Έφτανε ως την οικογένειά του, δημιουργούσε μια νέα κατάσταση, μια νέα σχέση ανάμεσα σε έναν αιχμάλωτο και σ' εκείνον που τον αιχμαλώτισε. Μέσα στον πόλεμο αυτό ήταν μια όαση ανθρωπιάς και αγάπης.
Ένα άλλο στοιχείο της ποιότητας ζωής είναι το “νόημα” και αυτό δεν είναι ακριβώς το ίδιο με τον “σκοπό”. “Νόημα” σημαίνει ότι αποδίδεις σημασία σε αυτό που σου συμβαίνει – ζωή ή θάνατος. Και πάλι θα δώσω ένα-δύο παραδείγματα που θα το εξηγήσουν αυτό καλύτερα από οτιδήποτε θα μπορούσα να πω.  Το πρώτο παράδειγμα είναι μιας Ρωσίδας καλόγριας, της αδελφής Μαρίας, που συνελήφθη από τους Γερμανούς γιατί έσωζε Εβραίους κρύβοντάς τους στο σπίτι της. Κρατήθηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης για μερικά χρόνια, και δυο πράγματα ξεχωρίζουν: το ένα ήταν ότι μοιραζόταν τη μισή από την τροφή της με τους πιο αδύναμους, αυτούς που ήταν κοντά στον θάνατο.

Αυτό ήταν νόημα, δεν ήταν σκοπός, γιατί σκοπός θα ήταν η δική της επιβίωση. Νόημα σημαίνει “δεν έχει σημασία αν ζήσω ή αν πεθάνω, σημασία έχει να ζήσει αυτή η άλλη γυναίκα”. Αργότερα τελείωσε τη ζωή της με τον ίδιο τρόπο. Οι Γερμανοί είχαν ξεχωρίσει μια ομάδα γυναικών για να τις στείλουν στους θαλάμους αερίων. Μια από αυτές, μια νέα 19 ετών, φώναζε και χτυπιόταν, έκλαιγε από τον τρόμο. Η αφελφή Μαρία πήγε κοντά της και της είπε:

“Μη φοβάσαι, η τελευταία λέξη δεν είναι θάνατος, είναι ζωή”. Και το κορίτσι είπε: “Το πιστεύεις αυτό; Μπορείς να μου το αποδείξεις;”.

Τότε η αδελφή απάντησε: “Ναι, μπορώ να σου το αποδείξω. Θα έρθω μαζί σου στο θάλαμο αερίων”.

Και ανάμεσα στις άλλες, πήγε στον θάλαμο αερίων και τελείωσε εκεί, καθιστώντας τον θάνατο της νέας κοπέλας γεγονός ελπίδας και όχι απελπισίας.
Κι άλλο παράδειγμα: Συνάντησα κοντά στη Ρίγα, στη Λετονία, πριν από μερικά χρόνια έναν άνδρα στην ηλικία μου. Είχε περάσει εικοσιπέντε χρόνια της ζωής του σε στρατόπεδο συγκέντρωσης και σε φυλακές. Καθόταν απέναντί μου και με μάτια που έλαμπαν από ευγνωμοσύνη και θαυμασμό μου είπε: “Καταλαβαίνεις πόσο υπέροχα καλός ήταν ο Θεός μαζί μου; Οι σοβιετικές αρχές δεν επέτρεπαν σε ιερείς να βρίσκονται μέσα σε φυλακές ή σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, κι Αυτός επέλεξε εμένα, έναν άπειρο ιερέα, και με έβαλε πέντε χρόνια φυλακή και εικοσιένα χρόνια σε στρατόπεδο συγκέντρωσης για να υπηρετώ αυτούς τους ανθρώπους που με χρειάζονταν περισσότερο από ό,τι οι άλλοι που ήταν απέξω”. Ο Θεός ήταν ελεήμων, καλός, μαζί του. Του είχε δώσει σκοπό, και τούτος ο σκοπός ήταν πλήρης νοήματος γι' αυτόν.
Έτσι, λοιπόν, επιστρέφοντας πάλι σ' αυτό το θέμα της ποιότητας της ζωής, πρέπει να αναλογιστούμε με πολλή ειλικρίνεια τι είναι η ποιότητα της ζωής. Είναι η πολυτέλεια, τα πλούτη, η δυνατότητα να έχουμε όλα όσα ονειρευόμαστε; Ή είναι κάτι απείρως ουσιαστικότερο, είναι δηλαδή η αίσθηση της αξίας της ζωής αυτής καθεαυτήν και η αίσθηση ότι ο θάνατος δεν είναι τίποτε συγκρινόμενος με αυτή τη ζωή;
(Μητροπολίτης Αντώνιος του Σουρόζ, Ο ΕΑΥΤΟΣ ΜΑΣ και Ο ΑΛΛΟΣ, στοχασμοί για τις ανθρώπινες σχέσεις, εκδ. Πορφύρα, σελ. 96-100)

Σελίδα 1 από 10