Το δαχτυλίδι - «Κι αυτό θα περάσει».
Λένε πως μια φορά κι έναν καιρό ήταν λέει στα μέρη της Ανατολής ένας βασιλιάς. Κι ήτανε λέει άνθρωπος που ποτέ του δεν αδίκησε κανέναν, κι είχε πάντα να δώσει στον κόσμο συμβουλές από κείνες που διορθώνουνε τα λάθη, κι από αυτές που σε οδηγούνε στη ζωή.  
Μια μέρα έλαχε αυτός ο βασιλιάς να κάνει τη βόλτα του στους κήπους του παλατιού. Την ώρα που περπατούσε κοντά σε κάτι δέντρα άκουσε κουβέντες πίσω από μια αγκαλιά θάμνους. Στάθηκε για λίγο να ακούσει καλύτερα, μα τι το 'θελε; Οι κουβέντες που έφτασαν στα αυτιά του, καλύτερα, λένε, να μην έφταναν. Γιατί δεν ήταν μονάχα τα λόγια που κάποιος είχε ξεστομίσει. Ο βασιλιάς κατάλαβε απ' τη φωνή πως αυτός που μιλούσε ήταν ο καλύτερός του φίλος. Είχαν μεγαλώσει μαζί από μικροί, είχαν τους ίδιους δασκάλους, έπαιξαν παρέα τα ίδια παιχνίδια και τώρα τον είχε υπασπιστή και μπιστικά του. Μα οι κουβέντες που ακούστηκαν έκοβαν πιότερο κι από μαχαίρια. «Αν δεν ήμουνα εγώ, ο βασιλιάς δε θα είχε καταφέρει τίποτα μονάχος του, κι ό, τι έκαμε στη δική μου τη βοήθεια το χρωστάει...»
Ο βασιλιάς γύρισε στο παλάτι κι έπεσε οε συλλογισμό μεγάλο. Κάμποσες μέρες αργότερα στέλνει τους ανθρώπους του να φωνάξουν τον υπασπιστή του. Ο άντρας μπήκε στη μεγάλη σάλα που ήτανε ο θρόνος. Ο βασιλιάς κοίταξε κατάματα το φίλο του κι ύστερα του έκαμε νόημα να σιμώσει. Σήκωσε το χέρι του και του λέει: «Καλέ μου, φίλε! Σύντροφέ μου απ' τα μικρά μας χρόνια, στα γράμματα, στο παιχνίδι, στο κυνήγι και τους πολέμους. Όλοι ξέρουν, πως αν δεν είχα εσένα στο πλάι μου, μπιστικό και συμβουλάτορα, μπορεί να μην είχα καταφέρει πολλά απ' όσα δοξάζουν το όνομά μου! Μα τώρα θαρρώ πως ήρθε η ώρα να δείξεις την αξία σου για μια φορά ακόμα. Άκουσα πως κόπου σε τούτον τον τόπο, υπάρχει λένε, ένα δαχτυλίδι που σαν έχεις μεγάλες στενοχώριες, βάσανα και σκοτούρες να σου βαραίνουν το μυαλό, το κοιτάζεις κι ο νους σου αλαφραίνει. Κι άμα πάλι, λένε, έχεις πλημμυρίσει από χαρά κι ο νους σου ταξιδεύει στα ουράνια, κοιτάζεις το δαχτυλίδι κι έρχονται τα πόδια σου να πατήσουνε ξανά πάνω στη γη.

Ε, λοιπόν, θέλω από σένα να μου βρεις αυτό το δαχτυλίδι και να το φέρεις μπροστά μου. Σου δίνω έξι μήνες καιρό από σήμερα κι αν δεν τα καταφέρεις, να το ξέρεις θα σου πάρω το κεφάλι. Και τώρα τράβα και μη χάνεις ώρα!».
Νωρίς νωρίς κιόλας, πριν χαράξει ακόμα ο ήλιος την καινούργια μέρα, ο υπασπιστής πήρε τους δρόμους κι άρχισε να περπατάει και να διαβαίνει όλους τους δρόμους κείνης της πολιτείας, να ρωτάει τους περαστικούς: «Υπάρχει λένε, ένα δαχτυλίδι που σαν έχεις μεγάλες στενοχώριες, βάσανα και σκοτούρες να σου βαραίνουν το μυαλό, το κοιτάζεις κι ο νους σου αλαφραίνει. Κι άμα πάλι, λένε, έχεις πλημμυρίσει από χαρά κι ο νους σου πετάει στα ουράνια, κοιτάζεις το δαχτυλίδι κι έρχονται τα πόδια σου να πατήσουνε ξανά πάνω στη γη!» Μα κανένας δεν ήξερε να του δώσει την απόκριση που ζητούσε. Πέρασε ερήμους κι ανέβηκε βουνά, βρέθηκε σε πολιτείες και χωριά που τα έβρεχε η θάλασσα. Κάθε φορά ρωτούσε: «Υπάρχει λένε, ένα δαχτυλίδι που σαν έχεις μεγάλες στενοχώριες, βάσανα και σκοτούρες να σου βαραίνουν το μυαλό, το κοιτάζεις κι ο νους σου αλαφραίνει. Κι άμα πάλι, λένε, έχεις πλημμυρίσει από χαρά κι ο νους σου ταξιδεύει στα ουράνια, κοιτάζεις το δαχτυλίδι κι έρχονται τα πόδια σου να πατήσουνε ξανά πάνω στη γη. Μήπως ξέρετε πού μπορώ να το βρω; Μήπως έχετε ακούσει πουθενά για δαύτο;» Μα κανένας δεν ήξερε να του πει, κανένας δε γνώριζε να τον συμβουλέψει.
Κι ο καιρός περνούσε. Οι μέρες στην αρχή κύλαγαν αργά, μα ύστερα οι βδομάδες χάνονταν η μια μετά την άλλη. Και πέρασε ο πρώτος μήνας, κι ήρθε ο δεύτερος, και φάνηκε ο τρίτος και διάβηκε ο τέταρτος και να σου κι ο πέμπτος στη σειρά του. Κι όλο στεκόταν εδώ κι όλο ρωτούσε εκεί κι όλο τραβούσε παραπέρα. Μέχρι που λένε, πως κόντευε να γιομίσει κι ο έκτος μήνας, και σαν δεν βρήκε το δαχτυλίδι που ζητούσε ο βασιλιάς του, πήρε την απόφαση να γυρίσει στο παλάτι.
Είδε από μακριά την πολιτεία του να βάφεται στα χρώματα του σούρουπου.
Πέρασε τη μεγάλη καστρόπορτα και κίνησε για το παλάτι. Λένε όμως πως τούτη τη φορά πήρε ένα σοκάκι, που δεν είχε ματαδιαβεί και βρέθηκε μπροστά σε ένα μαγαζί. Στα σκαλοπάτια του καθόταν ένα παιδί που έπαιζε, Ο άντρας το σιμώνει και το ρωτά: «Μήπως εσύ, παιδί μου, έχεις ακούσει για ένα δαχτυλίδι που λένε πως… Πριν προλάβει καλό καλά το παιδί ν' αποκριθεί ακούστηκε μια φωνή μέσα απ' το μαγαζί. «Εγώ θα σου πω για το δαχτυλίδι που ζητάς!» Ο άντρας μπήκε στο μαγαζί κοιτάζει και τι να δει; Πίσω από έναν πάγκο στεκόταν ένας γέρος. Του έκανε νόημα να σιμώσει. Όταν ο υπασπιστής πλησίασε πιο κοντά, ο γέρος τον κοίταξε στα μάτια και του είπε: «Ξέρω στ' αλήθεια τι είναι αυτό που ψάχνεις, περίμενε...» Τότε, λένε πως πήρε από ένα ράφι ένα κομμάτι χαλκό. Το μέτρησε κι έκοψε όσο έπρεπε. Το έβαλε στον πάγκο του και κόλλησε τις δυο του άκρες κι ύστερα πήρε ένα μικρό γλύφανο κι ένα σφυράκι κι άρχισε σιγά σιγά κάτι να χαράζει στην απάνω μεριά. Σαν τελείωσε, το έδωσε στον άνθρωπο που περίμενε. Ο υπασπιστής το πήρε και διάβασε τις κουβέντες που είχε χαράξει ο γέρας πάνω στο δαχτυλίδι. Ήταν όλες κι όλες τέσσερις λέξεις. Τα μάτια του φωτίστηκαν. «Αυτό είναι! Αυτό το δαχτυλίδι που ζητάω…» μουρμούρισε. Πλήρωσε του γέρου όσα του ζήτησε και τράβηξε γρήγορα στο παλάτι, για να προλάβει τη διορία που τέλειωνε σε λίγες ώρες.
Μπήκε μια βιάση στο παλάτι. Στην άκρη της κάμαρας βρισκόταν καθισμένος ο βασιλιάς και τριγύρω του κόσμος πολύς. Σαν γύρισε και είδε τον υπασπιστή του, έκαμε νόημα στους υπηρέτες να τον αφήσουν να περάσει. Ο άντρας έφτασε μπροστά του και προσκύνησε. Άπλωσε τα χέρια του και λέει: «Βασιλιά μου, βρήκα και σου έφερα αυτό που μου ζήτησες!» Στην άκρη του χεριού του ήταν ένα δαχτυλίδι. Ο βασιλιάς το πήρε μέσα στη χούφτα του, το κράτησε και το διάβασε στο φως των κεριών

«Κι αυτό θα περάσει».

Τούτα τα λόγια ήταν γραμμένα, για να τα διαβάζεις σαν έχεις στενοχώρια μεγάλη και σκοτούρα και να φεύγουνε οι μαυρίλες μα και σαν έχεις χαρά μεγάλη που σε κάνει να πετάς μέχρι τα ουράνια, να διαβάζεις τα λόγια του δαχτυλιδιού και τα πόδια σου να έρχονται να πατήσουν ξανά πάνω στη γη.
Λένε πως από εκείνη τη μέρα ο βασιλιάς του τόπου έγινε ακόμα πιο σοφός κι ο λαός του πέρασε καλύτερα...


Πολλά ωφελείται κανείς από τις μνήμες των μαρτύρων.

Ωφείλεται τα μέγιστα στον αγώνα του για την κατάκτηση της αρετής.

Για την περιφρόνηση των παρόντων πραγμάτων.
Πώς να γίνη αλλιώς! Είναι δυνατόν να τους δης να περιφρονούν τη ζωή τους, όλα τα αγαθά αυτής της ζωής, και να μην επηρεασθής;

Ακόμη και να είσαι ο πιο αναίσθητος άνθρωπος, ο πιο νωθρός σε θέματα πνευματικά και ο πιο αδιάφορος, δεν μπορεί η θυσία των μαρτύρων να μη σου εμπνεύση άλλο, υψηλό, ανώτερο φρόνημα.
Δεν μπορεί η μνήμη των μαρτύρων να μη σε κάνη να περιφρονήσης τις απολαύσεις, τα χρήματα, τις ηδονές, και να μην ανάψη μέσα σου την επιθυμία για την άλλη ζωή, εκεί που αγάλλονται τα πνεύματά τους…
Ακόμη, αν τύχη και είσαι άρρωστος, η θύμηση των μαρτυρικών παθημάτων θα σου γίνη αφορμή για να κάνης υπομονή.

Αν πάλι είσαι γερός, αλλά σε πιέζη η φτώχεια, η ανέχεια, έχης προβλήματα οικονομικά ή έστω σε ταλαιπωρή κάποια άλλη δυσκολία,

πόσο αλήθεια θα παρηγορηθής, θα ανακουφισθής από τα δεινά σου σαν φέρης στο νου σου το τι φοβερά, ανυπόφορα βασανιστήρια υπέφεραν εκείνοι οι μάρτυρες της πίστεώς μας!
Να γιατί αγαπώ τις μνήμες των μαρτύρων! δεν ξέρετε πόσο τις αγαπώ και τις ευλαβούμαι.

Όλες τις μνήμες! Όλους τους αγίους! Ανεξαιρέτως!

Ιδιαίτερα όμως τις μνήμες των μαρτύρων γυναικών!

Γιατί εδώ, στην περίπτωση των μαρτύρων γυναικών, βλέπουμε ν’ αγωνίζωνται τα ασθενέστερα σκεύη, το αδύνατο φύλο, ν’ αγωνίζεται και να νικά.

Εδώ η χάρη είναι μεγαλύτερη, το τρόπαιο λαμπρότερο, η νίκη πιο περήφανης.
Να γιατί αγαπώ πιο πολύ τις γιορτές των αγίων γυναικών!


(αρχ. Χρυσοστόμου Αβαγιανού, Αυτοβιογραφικές σελίδες, εκδ. Αποστολική Διακονία, σελ. 46)

Προγεννητικός Έλεγχος. 
Ο ασθενής είχε υποβληθεί σε καρδιοχειρουργική επέμβαση, που είχε όμως παρουσιάσει σοβαρές επιπλοκές μετεγχειρητικά. Για τον λόγο αυτό, η νοσηλεία του στη ΜΕΘ συνεχίστηκε για περισσότερες ημέρες και μάλιστα μετά από 15 ημέρες παρέμενε διασωληνωμένος και με ισχυρή φαρμακευτική υποστήριξη. Κάθε ημέρα στο επισκεπτήριο ερχόταν η σύζυγός του, μια πολύ σοβαρή και μετρημένη στα λόγια της κυρία, η οποία με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον ρωτούσε και ενημερωνόταν για την πορεία της υγείας του συζύγου της.
Ένα απόγευμα, την ώρα του επισκεπτηρίου ο ιατρός της ΜΕΘ παρατήρησε ένα περίεργο θέαμα. Κάποιος μπήκε μαζί με τη σύζυγο, έτρεξε στο κρεβάτι που ήταν ο ασθενής, έπεσε πάνω του και άρχισε να τον καταφιλά και να τον αγκαλιάζει Αυτό βέβαια ήταν αντίθετο με τους κανονισμούς της ΜΕΘ, που απαιτούν να μην έρχονται σε σωματική επαφή οι επισκέπτες με τους ασθενείς για την αποφυγή ατυχημάτων, αφού οι δεύτεροι είναι συνδεδεμένοι με πολλές γραμμές, αλλά και την πρόληψη μεταφοράς μικροβίων εκατέρωθεν.
Ο ιατρός ζήτησε από τον νοσηλευτή με ένα νεύμα, να πει στη σύζυγο να πλησιάσει και αυτή ήρθε με ύφος απολογητικό: «Σας ζητώ συγγνώμη, γιατρέ μου, αλλά είναι ο γιος μας. Πάσχει από σύνδρομο Down και έχει ιδιαίτερη αδυναμία στον πατέρα του. Από την ημέρα που έφυγε για την επέμβαση, δεν μπορεί να ησυχάσει. Πηγαίνει στο κρεβάτι μας και το αγκαλιάζει και κλαίει. Δεν του είχαμε πει για το νοσοκομείο, αλλά αναγκάστηκα να το κάνω χθες, γιατί δε μπορούσα να τον ηρεμήσω. Κι έτσι σήμερα αναγκάστηκα να τον φέρω εδώ και, όπως βλέπετε, είναι ασυγκράτητος. Είναι καλό παιδί, ευαίσθητο, πηγαίνει σε ειδικό σχολείο και προχωρά καλά. Του αρέσει πολύ η μουσική και μας αγαπάει, κι εμείς τον αγαπάμε υπερβολικά».
Η τυπική περιγραφή ενός παιδιού με σύνδρομο Down. Μιας γενετικής ανωμαλίας που οφείλεται σε ένα πρόσθετο χρωμόσωμα που κάνει ένα ζευγάρι χρωμοσωμάτων να αποτελείται τελικά από τρία. Κάποιοι αποδίδουν την ανωμαλία στην ηλικία των ωαρίων της μητέρας αλλά αυτό δεν είναι απόλυτο γιατί εμφανίζεται και σε νέα ζευγάρια. Τα παιδιά αυτά έχουν χαρακτηριστική όψη (λέγεται και μογγολοειδής ιδιωτεία η νόσος λόγω του χαρακτηριστικού προσωπείου), διανοητική καθυστέρηση που ποικίλει από τα κατώτερα όρια του φυσιολογικού έως βαρύτερη, αλλά είναι παιδιά κοινωνικά, ευχάριστα, εκπαιδεύσιμα, με ιδιαίτερη αγάπη στη μουσική. Τα παιδιά αυτά είναι ανεπιθύμητα στις σύγχρονες κοινωνίες και έτσι οι γονείς προσπαθούν να τα αποφύγουν, προχωρώντας στον λεγόμενο προγεννητικό έλεγχο.
Τι είναι ο προγεννητικός έλεγχος; Όπως λέει και το όνομά του, είναι ο έλεγχος που γίνεται στο έμβρυο, μέχρι τον τρίτο μήνα της εγκυμοσύνης μέσω ειδικών υπερήχων αλλά κυρίως μέσω ελέγχου των χρωμοσωμάτων (του καρυότυπου όπως λέγεται) για τυχόν ανωμαλίες, σε κύτταρα που λαμβάνονται με παρακέντηση και αναρρόφηση του υγρού που πλέει το έμβρυο μέσα στη μήτρα και λέγεται αμνιακό υγρό (αμνιοπαρακέντηση). Οι εξετάσεις γίνονται εγκαίρως, ώστε σε περίπτωση που υπάρχει γενετική ανωμαλία, να υπάρχει δυνατότητα με έκτρωση να θανατωθεί το ανεπιθύμητο έμβρυο.
Θυμόμαστε όλοι από τα μαθητικά μας χρόνια τον περιβόητο Καιάδα, τον γκρεμό όπου στην αρχαία Σπάρτη πετούσαν τα ανάπηρα και ανεπιθύμητα στην κουλτούρα ενός πολεμικού λαού, παιδιά. Σε έναν σύγχρονο Καιάδα οδηγεί συνήθως και ο προγεννητικός έλεγχος, μόνο που στην περίπτωσή μας, η σύγχρονη τεχνολογία και η επιστήμη επιτρέπουν το έγκλημα να συντελεστεί πριν τη γέννηση. Και η δική μας νοοτροπία, αποφυγής κάθε κόπου και θυσίας, η φρίκη που μας καταλαμβάνει στη σκέψη του σταυρού που συνεπάγεται η αναπηρία του παιδιού μας, οδηγεί στην απόφαση να «ξεμπερδεύουμε» πριν δει το φως του ήλιου.
Χιλιάδες αγέννητα παιδιά οδηγούνται στον θάνατο με τη δικαιολογία μιας γενετικής νόσου. Όσο μάλιστα διεισδύουμε στο βάθος του κυτταρικού πυρήνα και αναλύουμε το γονιδίωμα (τους συνδυασμούς του DNA που είναι υπεύθυνοι για τα χαρακτηριστικά του ανθρώπου) τόσο ανακαλύπτουμε νέες προδιαθέσεις νόσων που θα μπορούσαν να εξαλειφθούν με τη θανάτωση των οργανισμών. Παραπέμποντας στις καθάρσεις από Εβραίους, ομοφυλόφιλους, αρρώστους, εγκληματίες, αθίγγανους, που έγιναν στον 20ο αιώνα από τους διαφόρους «ισμούς», με αποκορύφωμα τον ναζισμό του Χίτλερ, θα διαπιστώναμε ότι μόνο οι μέθοδοι αλλάζουν, το σκεπτικό παραμένει το ίδιο. Επιχειρήματα πολλά: Οι οικονομίες δεν μπορούν να αντέξουν τις δαπάνες περίθαλψης και στήριξης των ανάπηρων παιδιών και των οικογενειών τους, οι ίδιες οι οικογένειες αποδιοργανώνονται από την παρουσία ενός προβληματικού παιδιού.
Αλλά το σκεπτικό επεκτείνεται και σε διάφορες προδιαθέσεις νόσων. Ένα άτομο που στην ενήλικη ζωή του θα παρουσιάσει εκδηλώσεις μιας γενετικά εξαρτημένης νόσου, που μπορεί να επηρεάσει έντονα τη σωματική ή ψυχική του κατάσταση μήπως θα ήταν σωστότερο να μη γεννηθεί καθόλου; Ήδη παρά την αντίθετη νομοθεσία, οι ασφαλιστικές εταιρείες προσπαθούν να ανιχνεύσουν τέτοια νοσήματα, ώστε να αποφύγουν την ασφάλιση των ανθρώπων που μπορεί μελλοντικά με αυξημένη πιθανότητα να νοσήσουν.
«Όλες αυτές οι πρακτικές (27), αν δεν είναι πάντοτε σαφώς ευγονικές στην έκφρασή τους, είναι ευγονικές στην αντίληψή τους. Δεν καταφέρνουν να αποτρέψουν την εμφάνιση αναπηρίας, αλλά συνήθως εξαφανίζουν τον ανάπηρο. Όσο δεν ξεχωρίζει η πάθηση από τον πάσχοντα, ο μόνος τρόπος αντιμετώπισής της φαίνεται να είναι ο θάνατος του πάσχοντος στην πιο αδύναμη, ιερή και ευαίσθητη φάση και έκφραση της ζωής του. Η καταστροφή του παθολογικού εμβρύου εμφανίζεται ως η προτεινόμενη "θεραπεία"» (28).
Πάντως το παιδί του περιστατικού που προαναφέραμε, θα ήταν ένα βέβαιο θύμα του προγεννητικού ελέγχου και μάλιστα με το ατράνταχτο και κατευναστικό για τη συνείδηση επιχείρημα ότι ο κύριος λόγος θανάτωσης του εμβρύου είναι η φιλάνθρωπη διάθεση προς αυτό. «Γιατί να έρθει στον κόσμο και να ταλαιπωρείται ένα τέτοιο παιδί;», ακούμε συχνά να λέγεται. Μια ενεργητική ευθανασία λοιπόν σε ένα παιδί που δεν μπορεί να εκφράσει τη γνώμη του. Αν όμως μπορούσε; 
27 Σ.τ.Σ: π.χ. προγεννητικός έλεγχος.
28 Επίσημα Κείμενα Βιοηθικής σελ 71.

(Νικόλαος Κ. Παναγιωτόπουλος, 20 χρόνια στην Εντατική, Νέα Σμύρνη 2017, σελ. 89-92)

Αν Το Έμβρυο Είχε Επιλογή;
Στο κρεβάτι της ΜΕΘ εδώ και λίγες μέρες νοσηλεύεται ένας ασθενής με βαριά λοίμωξη του αναπνευστικού, που χρειάστηκε σε κάποια φάση της να αντιμετωπιστεί με διασωλήνωση και μηχανικό αερισμό του πάσχοντα. Ο ασθενής, γύρω στα σαράντα με ιστορικό μεσογειακής αναιμίας, που χρειάζεται κάθε περίπου τριάντα ημέρες μετάγγιση αίματος.

Η μεσογειακή αναιμία είναι μια γενετική νόσος, που οφείλεται στην αδυναμία παραγωγής αλυσίδων β, απαραίτητων για την κατασκευή της αιμοσφαιρίνης που μεταφέρει το οξυγόνο στον οργανισμό, λόγω ελαττωματικών γονιδίων κληρονομημένων και από τους δύο γονείς.
Τα παιδιά που γεννιούνται με τη νόσο αυτή χρειάζεται, αφού δεν μπορούν τα ίδια να παράγουν φυσιολογική αιμοσφαιρίνη, να την παίρνουν μέσω μεταγγίσεων ανάλογα με τη βαρύτητα του προβλήματος περίπου κάθε μήνα. Και όχι μόνο αυτό, αλλά επειδή με τις μεταγγίσεις αυξάνεται ο σίδηρος του οργανισμού και κινδυνεύει να καταστρέψει τα διάφορα όργανα εναποτιθέμενος σε αυτά, σε καθημερινή βάση σχεδόν, πρέπει να γίνεται η λεγόμενη αποσιδήρωση μέσω υποδόριας έγχυσης κάποιας σιδηροδεσμευτικής ουσίας. Αν όλα γίνουν σωστά, τα παιδιά αυτά έχουν ένα φυσιολογικό προσδόκιμο επιβίωσης, αν και είναι πιο ευαίσθητα σε λοιμώξεις και άλλες εξωτερικές επιδράσεις.
Ο συγκεκριμένος λοιπόν ασθενής, στο πλαίσιο αυτής της ευαισθησίας του οργανισμού του, προσβλήθηκε από κάποιον ιό και χρειάστηκε η νοσηλεία του στη ΜΕΘ για να τον ξεπεράσει. Ήταν όμως ήδη πολύ καλά και ετοιμαζόταν η έξοδός του, που σε λίγες ημέρες θα τον οδηγούσε και πάλι πίσω στις επαγγελματικές του δραστηριότητες. Εκείνο που έκανε ιδιαίτερη εντύπωση σε όλο το προσωπικό της ΜΕΘ ήταν το πόσο συνειδητά συνεργάστικε κατά τη διάρκεια δύσκολων φάσεων της νοσηλείας του και πόσο πολύ πάλεψε για την αποκατάσταση της υγείας του και τη ζωή του.
Τέτοια ήταν η εντύπωση που είχε προκληθεί, ώστε ο ιατρός της ΜΕΘ και με το θάρρος του κοινού αγώνα που τόσες μέρες έδιναν, τον ρώτησε: «Δε σου πέρασε από το μυαλό να εγκαταλείψεις τον αγώνα; Δεν κουράστηκες τόσα χρόνια με τον τρόπο που ζεις και τους περιορισμούς της ασθένειάς σου;». Η απάντηση ήρθε άμεση και χωρίς δεύτερη σκέψη, έτσι ώστε φάνηκε ότι δεν ήταν παρόρμηση της στιγμής αλλά ώριμη σκέψη ετών:
«Ούτε μια στιγμή δε σκέφτηκα ότι θα ήταν προτιμότερο να πεθάνω. Και ξέρεις γιατί; Γιατί είμαι ευτυχισμένος που ζω. Και θεωρώ ότι το πρόβλημα της υγείας μου έχει συμβάλει στο να ωριμάσω νωρίτερα και να δω τη ζωή με πιο ουσιαστική ματιά. Από μικρός έμαθα να εκτιμώ την αξία της ζωής, βίωσα έμπρακτα την αγάπη και τη στοργή της οικογένειάς μου, έβαλα στόχους στη ζωή που δεν αφορούσαν το άτομό μου αλλά το κοινωνικό σύνολο.

Η ασθένειά μου με έκανε να δω με θετική ματιά τον κόσμο και να θελήσω να συμβάλω κι εγώ στο να γίνει καλύτερος, θέλησα να γίνω δάσκαλος για να βοηθώ τα παιδιά στη ζωή τους. Έμαθα όντας ‘διαφορετικός' να σέβομαι τη διαφορετικότητα και να αντιμετωπίζω τους άλλους όπως ήθελα να με αντιμετωπίζουν κι εκείνοι. Θα σου φανεί πολύ παράξενο, αλλά αντιμετωπίζοντας συχνά τον κίνδυνο του θανάτου, έμαθα να εκτιμώ τη ζωή. Έμαθα να ευχαριστώ τον Θεό γιατί επέτρεψε τη δοκιμασία που με έκανε καλύτερο».

Ο γιατρός απομακρύνθηκε βιαστικά για να μη δει ο ασθενής δύο δάκρυα στα μάτια του.
Αυτός είναι ένας ακόμη άνθρωπος που η φυσική επιλογή θα τον είχε οδηγήσει μετά από προγεννητικό έλεγχο στα σκουπίδια κάποιας κλινικής. Έχει συμβεί πολλές φορές καλοπροαίρετα πρόσωπα και μάλιστα σχετιζόμενα με τον Θεό να επιμένουν ότι είναι καλό να μη γεννιούνται παιδιά με προβλήματα υγείας και ότι είναι θεάρεστη κίνηση να τα απαλλάσσουμε από τον πόνο που θα τα συνοδεύει μια ολόκληρη ζωή.

Είναι η κλασική κοσμική αντίληψη ότι ο πόνος είναι κάτι κακό, η θυσία ανεπιθύμητη και πρέπει να αποφεύγεται με κάθε τρόπο. Είναι η λογική της αποφυγής του Σταυρού, που όμως, σύμφωνα με τον Κύριο, είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τη σωτηρία.

(Νικόλαος Κ. Παναγιωτόπουλος, 20 χρόνια στην Εντατική, Νέα Σμύρνη 2017, σελ. 93-95)


Λιώσαμε, ρέψαμε, μύριους θανάτους πεθάναμε˙ και αυτά είναι σε θέση να τα πουν πιο αναλυτικά εκείνοι που μεταφέρουν τα γράμματα, αν και λίγο έζησαν κοντά μας, προς τους οποίους ούτε λίγο να μιλήσουμε δεν μπορέσαμε, καταβεβλημένοι από τους συνεχείς πυρετούς, τους οποίους έχοντας νύχτα μέρα ήμουν αναγκασμένος να βαδίζω και επί πλέον να πολιορκούμαι από τη ζέστη, να λιώνω από την αγρυπνία, να χάνομαι από την έλλειψη των αναγκαίων και από εκείνους που θα με βοηθούσαν. Χειρότερα έχουμε πάθει και υποφέρουμε από αυτούς που δουλεύουν στα μεταλλεία και από αυτούς που κρατούνται στις φυλακές.
Όταν δε ύστερα από πολλά πάτησα στην Καισάρεια, ήλθα σαν από τρικυμία σε γαλήνη και σε λιμάνι. Αλλ’ ούτε αυτό το λιμάνι κατάφερε να γιατρέψη τη συμφορά˙ τόσο μεγάλο κακό πάθαμε τον περασμένο χρόνο.

Εν τούτοις, όταν ήλθα στην Καισάρεια ανακουφίσθηκα λιγάκι, γιατί ήπια νερό καθαρό, γιατί δεν έφαγα ούτε βρώμικο ούτε κατάξερο ψωμί, γιατί δεν λουζόμουν ακόμη μέσα σε σπασμένα πιθάρια αλλά βρήκα οπωσδήποτε ένα λουτρό, γιατί έχω την άδεια, για την ώρα, να ξαπλώσω σε κρεβάτι.
Μπορούσα ακόμη περισσότερα από αυτά να πω, αλλά για να μη φέρω σύγχυση σ’ αυτά που έμαθες, σταματώ εδώ τον λόγο, προσθέτοντας εκείνο, ότι δηλαδή να μη σταματήσης να ελέγχης όσους μας «αγαπούν», γιατί αν και έχουμε τόσους πιστούς φίλους, με τόσο μεγάλη δύναμη, δεν καταφέραμε αυτό που καταφέρνουν οι κατάδικοι, να μείνουμε σε πιο καλό, σε πιο κοντινό τόπο˙ έτσι, αν και το σώμα μας είναι σε απελπιστική κατάσταση και ο φόβος των Ισαύρων πολιορκεί τα πάντα, δεν καταφέραμε αυτή τη μικρή και τιποτένια χάρη.
Δόξα τω Θεώ και γι' αυτό! Διότι δεν σταματούμε να τον δοξάζουμε για όλα. Είη το όνομα αυτού ευλογημένον εις τους αιώνας!
Πολύ όμως απόρησα και με το δικό σου, γιατί τέταρτη είναι ή και πέμπτη αυτή η επιστολή που έχω στείλει στην αγάπη σου και στην κοσμιότητά σου, και δέχθηκα μία μονάχα. Αν και τούτο δεν ήταν δύσκολο, να γράφης πιο συχνά. Και αυτά δεν σου τα λέγω κατηγορώντας σε˙ γιατί η αγάπη δεν βγαίνει από την πίεση, αλλά από την διάθεση.

Πάρα πολύ όμως στεναχωρούμαι, που τόσο γρήγορα μας έβγαλες από το μυαλό σου και μας έστειλες ύστερα από τόσο καιρό ένα γράμμα.
Αν λοιπόν δεν ζητούμε τίποτε το φορτικό ή το δύσκολο, να μας δίνης αυτό που εξουσιάζεις, που είναι στο χέρι σου. Γιατί για τα άλλα δεν ενοχλούμε, για να μην κουράζεσαι μάταια και σου φανούμε φορτικοί και βαρετοί. (120η επιστολή του. Προς Θεοδώρα, Migne 52,674-675)

(αρχιμ. Χρυσοστόμου Αβαγιανού, Αyτοβιογραφικές σελίδες και απάνθισμα κειμένων, εκδ. Αποστολ. Διακονία, σελ. 103-104)


Σεμενὼφ-Τιὰν-Σάνσκυ Ἀλέξανδρος (Ἐπίσκοπος)

Πολλές ἀπό τίς θαυματουργικές θεραπεῖες τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κρονστάνδης (1829­-1908), τοῦ σύγχρονου κοσμαγάπητου ἁγίου τοῦ ρωσικοῦ βορρᾶ, ἔγιναν μέ τή θεία μετάληψη. Ἡ ἰαματική του δύναμη ἐκδηλωνόταν κυρίως τήν ὥρα τῆς μεταδόσεως τῶν ἀχράντων Μυστηρίων. Μέ τή βαθειά πίστη πού ἐνέπνεε, οἱ ἀσθενεῖς κοινωνοῦσαν πραγματικά «εἰς ἴασιν ψυχῆς τε καί σώματος». Ὁ ἱερέας Βασίλειος Σοῦστιν διηγεῖται πώς, ὅταν ἦταν πολύ νέος ἀκόμα, ὁ πατέρας του ἀρρώστησε βαριά ἀπό φυματίωση τοῦ λάρυγγα.

Ὁ καθηγητής Σιμανόφσκυ δήλωσε πώς ὁ ἀσθενής ἔχει ζωή μόνο γιά δέκα μέρες. Ὁ π. Ἰωάννης βρισκόταν τότε στήν Κρονστάνδη. Τοῦ ἔστειλαν τηλεγράφημα. Σέ πέντε μέρες ἔφτασε. -Γιατί δέν μέ πληροφορήσατε πὼς ἀρρώστησε τόσο βαριά; Θά ἔφερνα μαζί μου τή θεία Κοινωνία. Καί, γυρίζοντας στόν ἄρρωστο, ρώτησε: «Πιστεύεις πὼς μέ τή δύναμη τοῦ Χριστοῦ μπορῶ νά σέ βοηθήσω;». Ἐκεῖνος ἔγνεψε καταφατικά. Τότε ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ φύσηξε στό στόμα του τρεῖς φορές σέ σχῆμα σταυροῦ. Ὕστερα χτύπησε μέ τό χέρι τό τραπεζάκι πού εἶχε τά γιατρικά καί εἶπε: «Πετάξτε τα αὐτά. Εἶναι ἄχρηστα. Ἔλα ὅμως στήν Κρονστάνδη νά σέ κοινωνήσω τά ἄχραντα Μυστήρια. Θά σέ περιμένω…».

Ὅταν τό ἔμαθε ὁ γιατρός, εἶπε πώς ὁ ἄρρωστος θά πέθαινε στό δρόμο. Ἐκεῖνος ὅμως πῆγε τελικά στήν Κρονστάνδη, ὅπου ὁ ἅγιος τόν κοινώνησε. Παρέμεινε ἐκεῖ δυό μέρες. Ὅλες οἱ πληγές του ἔκλεισαν καί μόνο ἡ φωνή του ἦταν ἀκόμη ἀδύνατη. Ὅταν γύρισε στό σπίτι, ὁ γιατρός ἀπόρησε.

- Αὐτό, δήλωσε μπροστά σέ ὅλους, εἶναι πρωτοφανές. Εἶναι ἕνα ὁλοφάνερο θαῦμα! Ὁ «ἑτοιμοθάνατος» πατέρας ἔζησε ἀκόμα 25 χρόνια! Σέ παλιές βιογραφίες τοῦ ἁγίου ἀναφέρεται καί ἡ ἀκόλουθη περίπτωση θεραπείας μίας ἡλικιωμένης γυναίκας, μετά ἀπό τή θεία μετάληψη. «Νά κοινωνήσετε, συνιστοῦσε ὁ π. Ἰωάννης, καί ὁ Κύριος θά σᾶς κάνει καλά. -Εἶμαι πολύ ἡλικιωμένη, ἔλεγε ἡ ἄρρωστη, καί γι’ αὐτό δέν θά μπορέσω νά γιατρευτῶ. -Δέν εἶναι δική μας δουλειά νά γνωρίζουμε τούς καιρούς καί τίς προθεσμίες τοῦ Θεοῦ, ἀπάντησε ἐκεῖνος. -Κοινώνησε στό παρελθόν•, συμπλήρωσαν οἱ συγγενεῖς της.

- Οἱ πρῶτοι χριστιανοί, δήλωσε τότε ὁ ἅγιος, κοινωνοῦσαν καθημερινά, κι ἐσεῖς δέν θέλετε νά τήν κοινωνήσετε τώρα, ποὺ ἔχει τόση ἀνάγκη; Τελικά ἡ ἄρρωστη κοινώνησε καί πολύ σύντομα γιατρεύτηκε». Χαρακτηριστική εἶναι καί ἡ θαυμαστή θεραπεία τῆς πριγκίπισσας Ζ.Ν. Γιουσούποβα, πού ἔπαθε μόλυνση τοῦ αἵματος ὕστερα ἀπό ἕνα πρόωρο τοκετό. Τήν ἐπισκέφθηκε ὁ ἅγιος, ὅπως διηγεῖται ἡ ἴδια, κάθησε στό κρεβάτι της καί τῆς εἶπε: «Ἄν θά ζήσετε ἤ ὄχι, εἶναι ὑπόθεση τοῦ Θεοῦ. Ἐσεῖς ὅμως πρέπει νά προετοιμασθεῖτε γιά μία νέα ζωή μέ τή μετάληψη τῶν ἀχράντων Μυστηρίων. -Ἐγώ, πάτερ, ἑτοιμάζομαι γιά νά κοινωνήσω πρίν τό Πάσχα. -Ἄν καί τό Πάσχα εἶναι κοντά, ἐπέμεινε τότε ἐκεῖνος, δέν πρέπει νά ἀναβάλετε. Εἶμαι ἕτοιμος νά φέρω ἀμέσως τά τίμια Δῶρα. Στήν ἐπιμονή τοῦ δέχτηκε, κι ἀφοῦ κοινώνησε μέ συναίσθηση καί χαρά, κοιμήθηκε γιά ἕξι ὧρες. Ὅταν ξύπνησε, ἦταν ἐντελῶς ὑγιής!».

Ὁ καθηγητής Μπότκιν, πού τήν παρακολουθοῦσε, βλέποντας τέτοια ἀλλαγή, ἔμεινε γιά πολλή ὥρα σιωπηλός. Δύο δάκρυα κύλησαν στό πρόσωπό του. Ὕστερα ψιθύρισε σκεφτικός: -Δέν κατορθώσαμε ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι τή θεραπεία αὐτή.

Ὁ ἴδιος ὁ ἅγιος διηγεῖται καί τά ἀκόλουθα παρόμοια γεγονότα: «Ἕνας ἄρρωστος ἔπασχε ἀπό θανάσιμο ἕλκος στομάχου. Ὑπέφερε γιά ἐννιά μέρες, χωρίς τήν παραμικρή ἀνακούφιση ἀπό τούς γιατρούς. Προσευχήθηκα θερμά γι’ αὐτόν λέγοντας: Κύριε, εἶσαι ἡ ζωή μας! Ὅσο εὔκολα μπορῶ ἐγώ νά σκεφτῶ τή θεραπεία, τόσο εὔκολα μπορεῖς Ἐσύ νά τή χαρίσεις. Γιάτρεψε λοιπόν τό δοῦλο σου Βασίλειο ἀπό τή φοβερή του πάθηση. Ὕστερα τόν κοινώνησα, ἀλλά κι ἐκεῖνος δέχτηκε τή θεία Μετάληψη μέ σταθερή πίστη. Τό ἀπόγευμα τῆς ἴδιας ἡμέρας ἔγινε καλά, καί τό βράδυ σηκώθηκε ἀπό τό κρεβάτι. Ὁ Δεσπότης Χριστός τόν εἶχε ἐλεήσει καί τοῦ εἶχε χαρίσει τήν ὑγεία…

Ἐκπλήσσομαι μέ τή ζωογόνο δύναμη τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων!». -Μία γριούλα πάλι εἶχε αἱμοπτύσεις. Ἦταν πολύ ἀδύνατη καί δέν ἔτρωγε σχεδόν τίποτα. Μόλις ὅμως τήν κοινώνησα, ἄρχισε νά συνέρχεται. -Κάποια κοπέλα εἶχε φτάσει στά πρόθυρα τοῦ θανάτου. Τή θεράπευσε κι αὐτὴ ἡ θεία Μετάληψη. Δόξα στά ζωοποιά Σου Μυστήρια, Κύριε! Δέν παραλείπει, τέλος, ὁ ζηλωτής τῶν ἀχράντων Μυστηρίων νά διακηρύσσει τή θαυματουργική τους δύναμη μέ τήν ἀκόλουθη προτροπή: «Νά προσκαλεῖτε στό σπίτι σας τόν ἱερέα μέ τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Νά πιστεύετε, ὅπως πίστευε ὁ Ἰάειρος, ὅτι θά ἐκπληρωθοῦν οἱ ἐπιθυμίες σας.

Στήν ἱερατική μου διακονία ἔχω πολλά παραδείγματα ἀσθενῶν, πού σύντομα ἔγιναν καλά μέ τή βαθειά πίστη, τή μετάνοια καί τή θεία Κοινωνία».

ΠΗΓΗ www.agiazoni.gr

Γράμμα του ιδίου του π. Ιακώβου.

Εν Ιερά Μονή Γέροντος, τη 10η Μαρτίου 1958. 
Τις ημάς χωρίσει από της αγάπης του Χριστού;
Σεβαστέ μου και πολύ αγαπητέ μου Πατέρα Θεόδωρε σε προσκυνώ. Ασπάζομαι την δεξιάν σου μετά πολλής ευλαβείας και σεβασμού.

Έλαβον την σεπτήν σου και αγίαν επιστολήν, ευχαριστώ θερμότατα δι’ όλα τα παρήγορα λόγια σου, που χύνουν βάλσαμο στην πονεμένη ψυχή μου, ευχαριστώ δια τας προσευχάς σου δια την αδελφήν μου, ομοίως και εγώ, σεβαστέ μου πάτερ, αναπέμπω δεήσεις, δι’ όλους που έφυγαν από την πρόσκαιρη αυτή ζωή, ιδιαιτέρως για τον αξέχαστον Παπαδημήτρη (=παπα-Δημήτρη) που τόσο αγαπούσα από παιδιόθεν.

Πατέρα Θεόδωρε ελυπήθην ως άνθρωπος για την αδελφήν μου, αλλά το χαρμόσυνον είναι ότι ηξιώθη η ταπεινή Τασία, να ευφραίνετε εις τα σκηνώματα τα αγαπητά του οσίου Ιωάννου του Ρώσσου. Πάτερ μου, εν αποκαλύψει και εν οπτασία είδον την αδελφήν μου εις ουρανίαν Μονήν Ιωάννου του Ρώσσου. Πάτερ μου, τρέμω όλως μ’ αυτά που σου γράφω, δεν είδε δυσκολίαν εις την άνοδον, ούτε και εις το κριτήριον, παραστάται ήτο ο όσιος Δαβίδ και ο Ιωάννης ο Ρώσσος, ζη κύριος ο Θεός.

Τώρα δεν λυπούμε διότι παρήγγηλεν εις εμένα να μη κλαίω πλέον αλλά να χαίρωμαι δι’ αυτήν, όπου ηξιώθη ουρανίων θαλάμων, οι άγιοι πατέρες υποβάλλουν τα σέβη των, η χάρις του οσίου Δαβίδ πάντα να σε επισκιάζη, και να σε ενισχύη.

Τα σέβη μου εις την Πρεσβυτέραν και Δημητράκη, ιδιαιτέρως εις την Γερόντισσαν. Πατέρα Θεόδωρε ο Χριστιανός φεύγει από την ματαιότητα της παρούσης ζωής και εισέρχεται εις τον ουράνιον λιμένα, όπου κανείς κλυδωνισμός δεν τον ενοχλεί και κανέν ναυάγιον δεν λαμβάνει χώραν. Εχθροί εκεί και διωγμοί δεν υπάρχουν, θλίψεις, πόνοι, και περιπέτειαι δεν εισχωρούν, συναντώμενος εκεί με πρόσωπα προσφιλή και εξαίρετα, απολαμβάνει εκ του πλησίον το πρόσωπον του Λυτρωτού, και συγκατοικεί εις την αιωνίαν πατρίδα του και εις τον πανένδοξον οίκον του πατρός του.

Σαν άνθρωποι βέβαια θα λυπηθούμε, διότι από κοντά μας έφυγε ένα προσφιλές πρόσωπον. Εφ’ όσον και ο Κύριος εδάκρυσε όταν αντίκρυσε τον Λάζαρο, θα κάμω υπομονήν δια την αγάπην του Κυρίου μου και του οσίου Δαβίδ.
Να με συγχωρέσης δια τα αστειχίωτα γραφόμενά μου, αλλά γνωρίζω τον Σεβαστόν μου πατέρα Θεόδωρον, πόσον με αγαπά και δεν θα με παραξιγήση, σας κούρασα πάτερ μου, αλλά είναι ζωντανή η πίστις και όλα είναι άγια. Μετά πολλής της αγάπης, ευλαβείας και σεβασμού ασπάζωμαι την αγίαν σου κορυφήν εν φιλίματι αγίω,
ο ταπεινός δούλος του Κυρίου Ιάκωβος


(Ο μακαριστός Ιάκωβος Τσαλίκης,Στυλιανού Παπαδοπουλου, σελ. 85-86)

Ας αφήσουμε το Γέροντα να μας διηγηθεί:.
«Επιδιόρθωνα τα δωμάτια της Μονής. Κάποια ημέρα λίγο πριν το μεσημέρι επειδή κουράστηκα ξάπλωσα σ’ ένα κρεβατάκι ενός δωματίου, του οποίου διόρθωνα το ταβάνι, για να ξεκουραστώ λιγάκι.

Ξαφνικά άνοιξε η πόρτα και μπήκε μέσα βίαια ένας στρατιώτης με κάτι παλιές γκέτες. Είχε ένα μόνο μάτι  στο μέτωπο και φώναζε αγριεμένος:
- Εδώ είσαι λοιπόν; Τώρα θα δεις τι θα πάθεις.
Και μαζί με’ αυτόν μπήκαν στο δωμάτιο περίπου δεκαοκτώ δαίμονες με διάφορες μορφές διάφορες σαν άνθρωποι, σαν πίθηκοι κ.λ.π. Όρμηξαν επάνω μου κι άρχισαν να με χτυπούν και να με βασανίζουν. Εγώ προσπάθησα να κάνω το σημείο του Σταυρού, αλλά τρεις από αυτούς που κρατούσαν το χέρι κι ένας μου άνοιγε τα δάχτυλα, ώστε να μη μπορέσω να σχηματίσω με τα τρία δάχτυλά μου το σημείο του Τιμίου Σταυρού.

Τα χτυπήματα και τα βάσανα που υπέφερα δεν περιγράφονται. Από το στόμα μου και από τη μύτη μου έτρεχαν αίματα, τα χείλη μου πρησμένα, τα γένεια μου και τα μαλλιά μου μαδημένα, τα ράσα μου ανοιγμένα και το παντελόνι μου κατεβασμένο, γιατί ακόμη και στα απόκρυφα μέρη μου επέτρεψε ο Θεός να με βασανίσουν. Τα δάχτυλά μου στραμπουληγμένα, ο ώμος μου σχεδόν βγαλμένος, τ’ αυτιά μου ν’ ακούν τα γεμάτα μίσος λόγια τους. Ο ένας μου έλεγε:
- Με βλέπεις εμένα; Εγώ είμαι που σε πιάνω από το λαιμό και δεν σ’ αφήνω να διαβάζεις καθαρά. Ο άλλος:
- Εγώ είμαι που σου κάνω το τάδε κ.λ.π.
Ο καθένας μου ανέφερε και τους πειρασμούς που μου προξενούσε. Κάποια στιγμή επιτέλους μπόρεσα κι απελευθέρωσα το χέρι μου κι έκανα το Σταυρό μου. Οι δαίμονες αμέσως τότε πήδηξαν από το παράθυρο και έφυγαν αφήνοντάς με μισοπεθαμένο. Μάζεψα τα ρούχα μου και κατέβηκα, όπως μπόρεσα κάτω στην κουζίνα, όπου ήταν μία γιαγιά προσκυνήτρια. Μόλις με είδε τρόμαξε.
- Δεν ανέβηκες πάνω γιαγιά να με βοηθήσεις, οι δαίμονες με σκότωσαν στο ξύλο της είπα.
- Άκουγα πάτερ Ιάκωβε τα χτυπήματα και το θόρυβο, αλλά νόμιζα ότι εργαζόσουν και χτυπούσες εσύ,  μου είπε εκείνη».


(Ένας άγιος Γέροντας ο μακαριστός π. Ιάκωβος, έκδοση των Πατέρων της Ι.Μονής Οσίου Δαβίδ, σελ.42-43

Πολύ απουσιάζει στους βιαστικούς καιρούς μας η αρετή της υπομονής. Οι υπομονετικοί συνήθως κερδίζουν. Η ανυπομονησία είναι πηγή αρκετών σοβαρών προβλημάτων.

Η υπομονή στις δυσκολίες της ζωής δίνει πνευματική ωρίμανση. Η υπομονή φανερώνει ανδρεία, γενναία και σοφή ψυχή. Οι ανυπόμονοι φοβούνται, δειλιάζουν και χάνουν. Οι ασθενείς, οι τραυματίες, οι ανάπηροι, οι άνεργοι, οι φτωχοί, έχουν μεγάλη την ανάγκη της υπομονής. Δίχως αυτή εύκολα απελπίζονται.

Συχνά λέμε να κάνουν οι άλλοι υπομονή. Δεν είναι πάντοτε τόσο εύκολο. Στο Άγιον Όρος εύχονται «καλές υπομονές!». Συνηθισμένη έκφραση η υπομονή, αλλά δυσκολοκατόρθωτη. Θέλει κόπο, μόχθο, γνώση, ταπείνωση, ανεκτικότητα, επιμέλεια και καλλιέργεια. Η ανυπομονησία συνήθως προέρχεται από τον εγωισμό. Δεν μπορεί κάποιος να αγαπά αληθινά και να μην υπομένει πάντοτε. Όποιος υπομένει, ελπίζει κι έτσι ελευθερώνεται από πικρές περιπέτειες. Οι ελπιδοφόροι είναι αισιόδοξοι, καρτερικοί και θαρραλέοι. Θέτουμε ασφυκτικούς χρόνους στους συνανθρώπους μας, τους θέτουμε αυστηρούς όρους και στεναχωρούμεθα που δεν ανταποκρίνονται. Πόσο διαφορετική θα ήταν η ζωή μας αν ήμασταν πιο καρτερικοί.

Ακόμη και στην πνευματική ζωή μερικές φορές υπάρχει μία προπέτεια. Ο Δίκαιος Ιώβ είναι κλασικό παράδειγμα μεγάλης υπομονής. Τους ανυπόμονους δεν τους εμπιστεύεται ο Θεός. Οι άνθρωποι θέλουν γρήγορες και άμοχθες κατακτήσεις. Τα αγαθά όμως αποκτιούνται με κόπο. Μέσα από τη σωματική ασθένεια μπορεί να έλθει η ψυχική υγεία. Είναι πολλές οι ευκαιρίες στη ζωή που από το πικρό μπορεί να προέλθει το καλό. Τα εμπόδια της ζωής θέλουν να μας αναστήσουν από την οκνηρία, την αμέλεια και τη χαύνωση. Οι ανυπόμονοι δεν έχουν χάρη πνευματική, αφού χαρακτηρίζονται από λύπη, θλίψη, στενοχώρια, κατάθλιψη, μελαγχολία και απογοήτευση.

Σε ένα λαβύρινθο αντιξοοτήτων, σκανδάλων, κοσμικοτήτων, ηδονών, πλεονεξιών και πλανών, ο άνθρωπος παρασύρεται. Όποιος έχει ταπείνωση και υπομονή αντιστέκεται και κερδίζει. Η υπομονή θα τον συνδράμει σε πολλά καλά. Δεν θα λυγίσει στις συμφορές, δεν θα οδηγηθεί στο διαζύγιο, θα περιορίσει το στόμα του, δεν θα τυραννιέται από τα διάφορα αντίξοα γεγονότα της ζωής. Είναι μεγάλη υπόθεση να υπομένει κανείς τα πικρά συμβάντα της ζωής ατάραχα και αδιαμαρτύρητα. Οι πολλές προκλήσεις, περιέργειες, παραξενιές και δυσκολίες δεν αφήνουν κανέναν να υπομείνει. Η σφοδρή επιθυμία όσων έχουν οι άλλοι και λείπουν στους ίδιους τους κάνει να ανυπομονούν.

Στις διαπροσωπικές σχέσεις χρειάζεται οπωσδήποτε μεγάλη υπομονή. Θα πρέπει να παίρνουμε και τη θέση του άλλου, να ακούμε τον πόνο του, να βλέπουμε την δυσκολία του, να του μιλάμε με επιείκεια και καλοσύνη. Δεν μπορούμε να στεκόμαστε απέναντι του άλλου μόνο με παρατηρήσεις. Υπομονή θα πρέπει να κάνουμε και στον εαυτό μας, να τον γνωρίσουμε, να τον αποδεχθούμε, όποιος κι αν είναι. Η υπομονή δεν προέρχεται μόνο από την ελπίδα, αλλά και από την αγάπη. Αγάπη προς Θεό και άνθρωπο. Αγάπη θυσιαστική. Αυτός που υπομένει τον άλλο είναι ανεκτικός, πράος, καλοσυνάτος, αζηλόφθονος, χαμογελαστός και ειρηνικός.

Η υπομονή έχει πολλά καλά να προσφέρει στην δύσκολη σύγχρονη ζωή. Είμαστε υποχρεωμένοι να υπομένουμε την αταξία των καιρών, τα προβλήματα των άλλων, τις δυσκολίες του εαυτού μας. Μακάριοι οι υπομένοντες έως τέλους.

+ Μοναχός Μωυσής, Αγιορείτης

Στον έμπορο Σ.Τ., τον οποίο «ο Θεός δεν ακούει».


Παραπονιέσαι, ότι ο Θεός δεν ακούει τις προσευχές σου. Σε πολλές δυσκολίες προσευχόσουν στον Θεό, και ποτέ δεν σε έσωσε από καμία! Πως όχι, αναρωτιέμαι, αφού ιδού εσύ επέζησες από τις δυσκολίες;
Όμως επίτρεψέ μου μία ερώτηση: εσύ, ακούς το Θεό ;

Μέσα και από την Παλαιά και από την Καινή Διαθήκη ο Ύψιστος υποσχέθηκε να ακούει τους ανθρώπους υπό τον όρο οι άνθρωποι να ακούν Εκείνον. Εσύ ακούς τον Θεό, αφού ζητάς ο Θεός να ακούει εσένα ; Εκπληρώνεις τους θεϊκούς νόμους και κρατάς τις τάξεις Του;

Εάν δεν το κάνεις, τότε είναι παράξενη η απαίτησή σου, ο Θεός να ακούσει εσένα και να υπακούσει. Ο Θεός κατέβηκε στη γη και έπλυνε τα πόδια εκείνων που Τον αγαπούν. Στον Δημιουργό μας είναι μεγάλη χαρά να ακούει τα υπάκουα παιδιά Του. Ο Δημιουργός υπάκουσε στον Μωυσή, τον Αβραάμ και τον Ιακώβ σ’ ότι Τον παρεκάλεσαν. Και μέσω φυσικών και υπερφυσικών ενεργειών Εκείνος άπλωνε το έλεός Τους σ’ εκείνους που εκπλήρωναν τον νόμο Του.

Εάν Αυτός δεν ήθελε να υπακούσει τις δικές μου και τις δικές σου προσευχές, τούτο συνέβη ή εξαιτίας του ότι εμείς δεν θέλαμε να υπακούσουμε τις εντολές Του από την Διαθήκη ή επειδή οι προσευχές μας ήταν ανορθόδοξες. Μέσω του Ησαΐα έλεγε ο Κύριος στον ανυπάκουο λαό: «Εάν πληθύνητε την δέησιν, ουκ εισακούσομαι υμών» (Ησ. 1,15). Ενώ λίγο πιο μετά: «Και εάν θέλητε και εισακούσητέ μου, τα αγαθά της γης φάγεσθε» (Ησ. 1,19). Ο Θεός μας ακούει όταν ακούμε και δεν ακούει όταν δεν ακούμε.

Ακόμα, δεν ακούει ούτε τότε που ζητάμε κάτι επιζήμιο και ανόητο. Οι απόστολοι Ιάκωβος και Ιωάννης παρακάλεσαν μία φορά τον Κύριο, ν’ αφήσει φωτιά από τον ουρανό στο χωριό, το οποίο δεν ήθελε να τους δεχθεί για να περάσουν τη νύχτα. Αυτός «στραφείς δε επετίμησεν αυτοίς» (Λουκ. 9,55). Όχι μόνο δεν τους εκπλήρωσε τα αιτήματα, αλλά τους μάλωσε. Θυμήσου και εσύ, εάν οι προσευχές σου ήταν αξίες του ανθρώπου και αξίες του Θεού.
Κάτι ακόμα. Γιατί προσεύχεσαι στον Θεό μόνο στη δυσκολία; Μ’ αυτό ταπεινώνεις τον εαυτό σου, ενώ οι υβρίζεις τον Θεό σου. Ο Δημιουργός μας, ζητά από μας να αισθανόμαστε αδιάκοπα τη δική Του παρουσία και ασταμάτητα να επικοινωνούμε μέσω της προσευχής μαζί Του : «Αδιαλείπτως προσεύχεσθε» (Α’ Θεσ. 5,17). Προσευχόμενος στον Θεό μόνο όταν σε βρίσκει καημός κάνεις τον εαυτό σου απλό ζητιάνο και ντροπιάζεις τον Θεό, αφού Τον καλείς σαν πυροσβέστη μόνο όταν καίγεται το σπίτι σου.

Ο Χριστός μας έδωσε το δικαίωμα να επικαλούμαστε τον δικό Του Πατέρα, ως δικό μας Πατέρα. Τι πιο γλυκό υπάρχει απ’ αυτό ; Και τι υπάρχει πιο γλυκό για τα παιδιά από το να βρίσκονται παρόντες οι γονείς τους ; Ας φροντίζουμε, λοιπόν, κι εμείς ασταμάτητα να στεκόμαστε στην παρουσία του ουράνιου Πατέρα μας, με την καρδιά και με τις σκέψεις και με τις προσευχές. Η προσευχή μας στον καιρό της προκοπής και της χαράς είναι σαν κάποιο κεφάλαιο προσευχής, που μας χρησιμεύει στις μέρες της δυσχέρειας και των βασάνων περισσότερο από τη στιγμιαία προσευχή όταν αυτές οι μέρες έρθουν.
 Ειρήνη από τον Κύριο
(Δρόμος δίχως Θεό δεν αντέχεται, Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς, εκδ. Εν πλω, σελ. 309-310)

Σελίδα 1 από 11