Ας αφήσουμε το Γέροντα να μας διηγηθεί:.
«Επιδιόρθωνα τα δωμάτια της Μονής. Κάποια ημέρα λίγο πριν το μεσημέρι επειδή κουράστηκα ξάπλωσα σ’ ένα κρεβατάκι ενός δωματίου, του οποίου διόρθωνα το ταβάνι, για να ξεκουραστώ λιγάκι.

Ξαφνικά άνοιξε η πόρτα και μπήκε μέσα βίαια ένας στρατιώτης με κάτι παλιές γκέτες. Είχε ένα μόνο μάτι  στο μέτωπο και φώναζε αγριεμένος:
- Εδώ είσαι λοιπόν; Τώρα θα δεις τι θα πάθεις.
Και μαζί με’ αυτόν μπήκαν στο δωμάτιο περίπου δεκαοκτώ δαίμονες με διάφορες μορφές διάφορες σαν άνθρωποι, σαν πίθηκοι κ.λ.π. Όρμηξαν επάνω μου κι άρχισαν να με χτυπούν και να με βασανίζουν. Εγώ προσπάθησα να κάνω το σημείο του Σταυρού, αλλά τρεις από αυτούς που κρατούσαν το χέρι κι ένας μου άνοιγε τα δάχτυλα, ώστε να μη μπορέσω να σχηματίσω με τα τρία δάχτυλά μου το σημείο του Τιμίου Σταυρού.

Τα χτυπήματα και τα βάσανα που υπέφερα δεν περιγράφονται. Από το στόμα μου και από τη μύτη μου έτρεχαν αίματα, τα χείλη μου πρησμένα, τα γένεια μου και τα μαλλιά μου μαδημένα, τα ράσα μου ανοιγμένα και το παντελόνι μου κατεβασμένο, γιατί ακόμη και στα απόκρυφα μέρη μου επέτρεψε ο Θεός να με βασανίσουν. Τα δάχτυλά μου στραμπουληγμένα, ο ώμος μου σχεδόν βγαλμένος, τ’ αυτιά μου ν’ ακούν τα γεμάτα μίσος λόγια τους. Ο ένας μου έλεγε:
- Με βλέπεις εμένα; Εγώ είμαι που σε πιάνω από το λαιμό και δεν σ’ αφήνω να διαβάζεις καθαρά. Ο άλλος:
- Εγώ είμαι που σου κάνω το τάδε κ.λ.π.
Ο καθένας μου ανέφερε και τους πειρασμούς που μου προξενούσε. Κάποια στιγμή επιτέλους μπόρεσα κι απελευθέρωσα το χέρι μου κι έκανα το Σταυρό μου. Οι δαίμονες αμέσως τότε πήδηξαν από το παράθυρο και έφυγαν αφήνοντάς με μισοπεθαμένο. Μάζεψα τα ρούχα μου και κατέβηκα, όπως μπόρεσα κάτω στην κουζίνα, όπου ήταν μία γιαγιά προσκυνήτρια. Μόλις με είδε τρόμαξε.
- Δεν ανέβηκες πάνω γιαγιά να με βοηθήσεις, οι δαίμονες με σκότωσαν στο ξύλο της είπα.
- Άκουγα πάτερ Ιάκωβε τα χτυπήματα και το θόρυβο, αλλά νόμιζα ότι εργαζόσουν και χτυπούσες εσύ,  μου είπε εκείνη».


(Ένας άγιος Γέροντας ο μακαριστός π. Ιάκωβος, έκδοση των Πατέρων της Ι.Μονής Οσίου Δαβίδ, σελ.42-43

Πολύ απουσιάζει στους βιαστικούς καιρούς μας η αρετή της υπομονής. Οι υπομονετικοί συνήθως κερδίζουν. Η ανυπομονησία είναι πηγή αρκετών σοβαρών προβλημάτων.

Η υπομονή στις δυσκολίες της ζωής δίνει πνευματική ωρίμανση. Η υπομονή φανερώνει ανδρεία, γενναία και σοφή ψυχή. Οι ανυπόμονοι φοβούνται, δειλιάζουν και χάνουν. Οι ασθενείς, οι τραυματίες, οι ανάπηροι, οι άνεργοι, οι φτωχοί, έχουν μεγάλη την ανάγκη της υπομονής. Δίχως αυτή εύκολα απελπίζονται.

Συχνά λέμε να κάνουν οι άλλοι υπομονή. Δεν είναι πάντοτε τόσο εύκολο. Στο Άγιον Όρος εύχονται «καλές υπομονές!». Συνηθισμένη έκφραση η υπομονή, αλλά δυσκολοκατόρθωτη. Θέλει κόπο, μόχθο, γνώση, ταπείνωση, ανεκτικότητα, επιμέλεια και καλλιέργεια. Η ανυπομονησία συνήθως προέρχεται από τον εγωισμό. Δεν μπορεί κάποιος να αγαπά αληθινά και να μην υπομένει πάντοτε. Όποιος υπομένει, ελπίζει κι έτσι ελευθερώνεται από πικρές περιπέτειες. Οι ελπιδοφόροι είναι αισιόδοξοι, καρτερικοί και θαρραλέοι. Θέτουμε ασφυκτικούς χρόνους στους συνανθρώπους μας, τους θέτουμε αυστηρούς όρους και στεναχωρούμεθα που δεν ανταποκρίνονται. Πόσο διαφορετική θα ήταν η ζωή μας αν ήμασταν πιο καρτερικοί.

Ακόμη και στην πνευματική ζωή μερικές φορές υπάρχει μία προπέτεια. Ο Δίκαιος Ιώβ είναι κλασικό παράδειγμα μεγάλης υπομονής. Τους ανυπόμονους δεν τους εμπιστεύεται ο Θεός. Οι άνθρωποι θέλουν γρήγορες και άμοχθες κατακτήσεις. Τα αγαθά όμως αποκτιούνται με κόπο. Μέσα από τη σωματική ασθένεια μπορεί να έλθει η ψυχική υγεία. Είναι πολλές οι ευκαιρίες στη ζωή που από το πικρό μπορεί να προέλθει το καλό. Τα εμπόδια της ζωής θέλουν να μας αναστήσουν από την οκνηρία, την αμέλεια και τη χαύνωση. Οι ανυπόμονοι δεν έχουν χάρη πνευματική, αφού χαρακτηρίζονται από λύπη, θλίψη, στενοχώρια, κατάθλιψη, μελαγχολία και απογοήτευση.

Σε ένα λαβύρινθο αντιξοοτήτων, σκανδάλων, κοσμικοτήτων, ηδονών, πλεονεξιών και πλανών, ο άνθρωπος παρασύρεται. Όποιος έχει ταπείνωση και υπομονή αντιστέκεται και κερδίζει. Η υπομονή θα τον συνδράμει σε πολλά καλά. Δεν θα λυγίσει στις συμφορές, δεν θα οδηγηθεί στο διαζύγιο, θα περιορίσει το στόμα του, δεν θα τυραννιέται από τα διάφορα αντίξοα γεγονότα της ζωής. Είναι μεγάλη υπόθεση να υπομένει κανείς τα πικρά συμβάντα της ζωής ατάραχα και αδιαμαρτύρητα. Οι πολλές προκλήσεις, περιέργειες, παραξενιές και δυσκολίες δεν αφήνουν κανέναν να υπομείνει. Η σφοδρή επιθυμία όσων έχουν οι άλλοι και λείπουν στους ίδιους τους κάνει να ανυπομονούν.

Στις διαπροσωπικές σχέσεις χρειάζεται οπωσδήποτε μεγάλη υπομονή. Θα πρέπει να παίρνουμε και τη θέση του άλλου, να ακούμε τον πόνο του, να βλέπουμε την δυσκολία του, να του μιλάμε με επιείκεια και καλοσύνη. Δεν μπορούμε να στεκόμαστε απέναντι του άλλου μόνο με παρατηρήσεις. Υπομονή θα πρέπει να κάνουμε και στον εαυτό μας, να τον γνωρίσουμε, να τον αποδεχθούμε, όποιος κι αν είναι. Η υπομονή δεν προέρχεται μόνο από την ελπίδα, αλλά και από την αγάπη. Αγάπη προς Θεό και άνθρωπο. Αγάπη θυσιαστική. Αυτός που υπομένει τον άλλο είναι ανεκτικός, πράος, καλοσυνάτος, αζηλόφθονος, χαμογελαστός και ειρηνικός.

Η υπομονή έχει πολλά καλά να προσφέρει στην δύσκολη σύγχρονη ζωή. Είμαστε υποχρεωμένοι να υπομένουμε την αταξία των καιρών, τα προβλήματα των άλλων, τις δυσκολίες του εαυτού μας. Μακάριοι οι υπομένοντες έως τέλους.

+ Μοναχός Μωυσής, Αγιορείτης

Στον έμπορο Σ.Τ., τον οποίο «ο Θεός δεν ακούει».


Παραπονιέσαι, ότι ο Θεός δεν ακούει τις προσευχές σου. Σε πολλές δυσκολίες προσευχόσουν στον Θεό, και ποτέ δεν σε έσωσε από καμία! Πως όχι, αναρωτιέμαι, αφού ιδού εσύ επέζησες από τις δυσκολίες;
Όμως επίτρεψέ μου μία ερώτηση: εσύ, ακούς το Θεό ;

Μέσα και από την Παλαιά και από την Καινή Διαθήκη ο Ύψιστος υποσχέθηκε να ακούει τους ανθρώπους υπό τον όρο οι άνθρωποι να ακούν Εκείνον. Εσύ ακούς τον Θεό, αφού ζητάς ο Θεός να ακούει εσένα ; Εκπληρώνεις τους θεϊκούς νόμους και κρατάς τις τάξεις Του;

Εάν δεν το κάνεις, τότε είναι παράξενη η απαίτησή σου, ο Θεός να ακούσει εσένα και να υπακούσει. Ο Θεός κατέβηκε στη γη και έπλυνε τα πόδια εκείνων που Τον αγαπούν. Στον Δημιουργό μας είναι μεγάλη χαρά να ακούει τα υπάκουα παιδιά Του. Ο Δημιουργός υπάκουσε στον Μωυσή, τον Αβραάμ και τον Ιακώβ σ’ ότι Τον παρεκάλεσαν. Και μέσω φυσικών και υπερφυσικών ενεργειών Εκείνος άπλωνε το έλεός Τους σ’ εκείνους που εκπλήρωναν τον νόμο Του.

Εάν Αυτός δεν ήθελε να υπακούσει τις δικές μου και τις δικές σου προσευχές, τούτο συνέβη ή εξαιτίας του ότι εμείς δεν θέλαμε να υπακούσουμε τις εντολές Του από την Διαθήκη ή επειδή οι προσευχές μας ήταν ανορθόδοξες. Μέσω του Ησαΐα έλεγε ο Κύριος στον ανυπάκουο λαό: «Εάν πληθύνητε την δέησιν, ουκ εισακούσομαι υμών» (Ησ. 1,15). Ενώ λίγο πιο μετά: «Και εάν θέλητε και εισακούσητέ μου, τα αγαθά της γης φάγεσθε» (Ησ. 1,19). Ο Θεός μας ακούει όταν ακούμε και δεν ακούει όταν δεν ακούμε.

Ακόμα, δεν ακούει ούτε τότε που ζητάμε κάτι επιζήμιο και ανόητο. Οι απόστολοι Ιάκωβος και Ιωάννης παρακάλεσαν μία φορά τον Κύριο, ν’ αφήσει φωτιά από τον ουρανό στο χωριό, το οποίο δεν ήθελε να τους δεχθεί για να περάσουν τη νύχτα. Αυτός «στραφείς δε επετίμησεν αυτοίς» (Λουκ. 9,55). Όχι μόνο δεν τους εκπλήρωσε τα αιτήματα, αλλά τους μάλωσε. Θυμήσου και εσύ, εάν οι προσευχές σου ήταν αξίες του ανθρώπου και αξίες του Θεού.
Κάτι ακόμα. Γιατί προσεύχεσαι στον Θεό μόνο στη δυσκολία; Μ’ αυτό ταπεινώνεις τον εαυτό σου, ενώ οι υβρίζεις τον Θεό σου. Ο Δημιουργός μας, ζητά από μας να αισθανόμαστε αδιάκοπα τη δική Του παρουσία και ασταμάτητα να επικοινωνούμε μέσω της προσευχής μαζί Του : «Αδιαλείπτως προσεύχεσθε» (Α’ Θεσ. 5,17). Προσευχόμενος στον Θεό μόνο όταν σε βρίσκει καημός κάνεις τον εαυτό σου απλό ζητιάνο και ντροπιάζεις τον Θεό, αφού Τον καλείς σαν πυροσβέστη μόνο όταν καίγεται το σπίτι σου.

Ο Χριστός μας έδωσε το δικαίωμα να επικαλούμαστε τον δικό Του Πατέρα, ως δικό μας Πατέρα. Τι πιο γλυκό υπάρχει απ’ αυτό ; Και τι υπάρχει πιο γλυκό για τα παιδιά από το να βρίσκονται παρόντες οι γονείς τους ; Ας φροντίζουμε, λοιπόν, κι εμείς ασταμάτητα να στεκόμαστε στην παρουσία του ουράνιου Πατέρα μας, με την καρδιά και με τις σκέψεις και με τις προσευχές. Η προσευχή μας στον καιρό της προκοπής και της χαράς είναι σαν κάποιο κεφάλαιο προσευχής, που μας χρησιμεύει στις μέρες της δυσχέρειας και των βασάνων περισσότερο από τη στιγμιαία προσευχή όταν αυτές οι μέρες έρθουν.
 Ειρήνη από τον Κύριο
(Δρόμος δίχως Θεό δεν αντέχεται, Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς, εκδ. Εν πλω, σελ. 309-310)


Ο Χριστός βαδίζει αργά μέσα στην ιστορία. Αργά σαν το βαθύ ποτάμι που κάποιο παιδί θα το νόμιζε ακίνητο, αλλά που ο άνθρωπος δεν θα μπορούσε να του φτιάξει φράγμα. Αργά σαν το σιτάρι που το σπέρνεις το φθινόπωρο και το χειμώνα νομίζεις ότι είναι νεκρό. Ακόμα δεν ήρθε η άνοιξη για τον σπόρο του Χριστού.
Ο δρόμος Του είναι δύσκολος, γι΄αυτό βαδίζει αργά. Πορεύεται μέσα από λακκούβες αίματος μέσα από το σκοτάδι των αμαρτιών, και μέσα από τα αγκάθια των ληστών. Είναι στενός ο δρόμος Του και πολλοί οι πεσμένοι αμαρτωλοί βρίσκονται στον γκρεμό και στις δυο πλευρές του δρόμου Του. Εκείνος πρέπει να σκύβει στις δυο πλευρές, να τους σηκώνει και να τους τραβά πίσω Του και να περπατά προς τα εμπρός. Γι΄αυτό βαδίζει αργά.
Βαδίζει αργά γιατί το πλήρωμά Του είναι μακριά. Το πλήρωμά Του επεκτείνεται στα πέρατα της ιστορίας και η θέση Του είναι στα έσχατα…
(από την εισαγωγή του π. Αλεξάνδρου Σμέμαν)

Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς
Αργά βαδίζει ο Χριστός… Προσέχει που θα σταθεί το άγιο πόδι Του, γιατί δεν θέλει να σταθεί στο αίμα. Επιλέγει στενά σοκάκια στη γη, στενόχωρα, γιατί δεν μπορεί να περπατά στην πλατιά ιδιοκτησία της αμαρτίας. Ξεγλιστρά ανάμεσα στους ληστές, διαγκωνιζόμενος διαρκώς, γιατί πρέπει να περάσει μπροστά.
Έρχεται, φερ΄ ειπείν ο Χριστός σε εμάς σαν φιλοξενούμενος και μας ρωτά:
«Δείξτε μου δρόμο χωρίς αίμα, χωρίς αμαρτία και ληστές!»
Ποια απάντηση θα μπορούσαμε να Του δώσουμε; Πού θα βρίσκαμε δρόμο άξιο του βαδίσματός Του; Εάν κόχλαζε όλο το ξεραμένο αίμα από τη γη, η γη θα παρουσίαζε έναν ωκεανό αίματος. Εάν άναβε φωτιά σε κάθε μέρος ατιμασμένο από την αμαρτία, η γη θα είχε μεταμορφωθεί σε μία φλεγόμενη κόλαση. Εάν είχαν αναστηθεί όλοι οι νεκροί ληστές και παρέλαυναν στη γη μαζί με τους ζωντανούς, η γη θα ήταν ένα αδιάβαστο δάσος ανθρωπίνων σωμάτων.

Ω, Κύριε, μεγάλη είναι η αισιοδοξία Σου! Όταν εμάς πονέσει το μικρό μας δαχτυλάκι, γινόμαστε απαισιόδοξοι. Ενώ η δική Σου πίστη στην νίκη του καλού δεν αποδυναμώνεται ακόμα και όταν όλοι μας καρφώνουμε από ένα αγκάθι στο σώμα Σου.
Είναι μικροί και κοντινοί οι στόχοι μας, γι΄ αυτό τους προφταίνουμε τρέχοντας. Ενώ ο δικός Σου στόχος είναι μεγάλος και μακρύς, και Εσύ περπατάς βήμα βήμα.
Κύριε, κατεύθυνέ μας προς το στόχο Σου. Άπλωσε έστω μια σκιά του Πνεύματός Σου στο λόγο μας και εμείς θα γίνουμε αρκετά λογικοί’ άπλωσε έστω μια σκιά από την ευγένειά Σου στην καρδιά μας και η καρδιά μας θα καθαρίσει. Και εμείς θα δούμε τον Θεό όπως Τον έβλεπες Εσύ, όταν περπατούσες στη γη, κάτω από τον σταυρό και το αγκαθωτό Σου στεφάνι’ και θα ζήσουμε μαζί με τον Θεό, όπως ζούσες και Εσύ μαζί Του.
Στην ένωση με τον Θεό θα πράττουμε θαύματα μεγάλα, όπως μεγάλα ήταν και τα δικά Σου. Είναι πλέον καιρός να ωριμάσει ο κόσμος. Φώτισέ μας με το Φως Σου, γιατί στον ίσκιο δεν ωριμάζει τίποτα. Κάτω από τις ακτίνες Σου το λογικό Σου θα ωριμάσει και η ψυχή μας θα μεγαλώσει πολύ. Και εμείς θα γίνουμε ένα μαζί Σου, όπως είσαι Εσύ, Κύριε, ένα με τον Ουράνιο Πατέρα. Αμήν.
από το βιβλίο: Αργά βαδίζει ο Χριστός,
Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς, εκδόσεις Εν Πλω

Σταυρός και Ανάσταση! Αχώριστα και στη ζωή του πιστού. Η πορεία μας στην οδό του Κυρίου είναι σταυροαναστάσιμη.

Μία διαρκής συμμετοχή στην οδύνη του Σταυρού και στη χαρά της Αναστάσεως του Κυρίου.

Η πνευματική ζωή είναι επίπονος δρόμος, «τεθλιμμένη οδός» [Ματθ. ζ΄14]. Είναι αγώνας και προσπάθεια, κακοπάθεια και θλίψη. Είναι πάλη με εχθρούς αοράτους και ορατούς, συνεχής αντιπαράθεση με τον κόσμο της αμαρτίας, διωγμός, ίσως και θάνατος. Είναι σταυρός και ενσυνείδητη συμμετοχή, κοινωνία στα παθήματα του Κυρίου. Ο πιστός βιώνει καθημερινά τον σταυρό και τον θάνατο. Συγχρόνως όμως απολαμβάνει την ανάσταση, τη χαρά, τη δόξα, τη ζωή. «Συσταυρώθητι, συννεκρώθητι, συντάφηθι προθύμως, ίνα και συναστής και συνδοξασθής και συμβασιλεύσης», προτρέπει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος.

Οι υποσχέσεις αυτές δεν τοποθετούνται μόνο στο μέλλον. Και εδώ ακριβώς είναι η μεγάλη διαφορά των δικών μας σταυρών και του Σταυρού του Κυρίου. Για Εκείνον η Ανάσταση ήλθε μετά το Σταυρό. Εμείς μέσα στους σταυρούς μας ζούμε την ανάσταση.

Ο δικός Του μόνον ήταν ο απόλυτος Σταυρός. Οδύνη άφατη. Απαραμύθητος πόνος. Τέλεια εγκατάλειψη. Ούτε στη γη ούτε στον ουρανό μπορούσε να βρει παρηγοριά. Δεν υπήρξε γι’ Αυτόν ο «συλλυπούμενος». Δεν βρέθηκαν πουθενά οι «παρακαλούντες»[Ψαλμ. ξη΄21]. Τον εγκατέλειψαν οι πάντες. Τον εγκατέλειψε και ο Θεός. Βυθιζόταν στο πέλαγος του πόνου Του «και ούκ ήν υπόστασις». Δεν υπήρχε πυθμένας, δεν υπήρχε κάπου να σταματά η καταβύθισή Του στην απέραντη θάλασσα των παθημάτων Του, και κινδύνευε να καταποντισθεί και να χαθεί στα βάθη της. [Ψαλμ. ξη΄3]. Οδύνη πρωτόγνωρη για Εκείνον, κατάσταση ακατάληπτη σε μας. Ήταν ο άνθρωπος που σήκωνε πάνω του όλο τον πόνο του κόσμου.! Ο εσταυρωμένος Θεάνθρωπος, ο Κύριος και Λυτρωτής του κόσμου!

Οπωσδήποτε δεν είναι τέτοιοι οι δικοί μας σταυροί. Ούτε το βάρος Εκείνου σηκώνουμε, ούτε και μένουμε μόνοι ποτέ. Οι μικροί δικοί μας σταυροί στηρίζονται πάντοτε στην αγάπη Του, οφείλονται στη γεμάτη στοργή πατρική παιδαγωγία Του και φωτίζονται διαρκώς από την ελπίδα και το φως της Αναστάσεώς Του.

Ο σταυρωμένος πιστός έχει πάντοτε τη χαρά της θείας παρηγορίας, την αίσθηση της προστασίας του Θεού και της διαρκούς παρουσίας Του στον πόνο του, την ελπίδα της λυτρώσεως. Ο Θεός είναι πάντα παρών στη θλίψη, στον αγώνα, στη δοκιμασία μας. Στηρίζει, βοηθεί, παρηγορεί και ανασταίνει.

Η ΟΔΟΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ αρχ. Αστέριος Χατζηνικολάου εκδ. «Ο Σωτήρ»  σελ. 45-47


Με την εμπιστοσύνη στον Θεό και με την ταπείνωση όλα τα προβλήματα λύνονται. Να κάνης αυτό που μπορείς εσύ και μετά να αφήνεσαι στην θεία Πρόνοια, στο θείο θέλημα.

Η ελπίδα στον Θεό είναι τονισμένη πίστη είναι η μεγαλύτερη ασφάλεια για τον άνθρωπο. Μικρό πράγμα είναι να έχει κανείς σύμμαχο τον Θεό;
Θυμάμαι, πριν πάω στο στρατό, έκανα προσευχή στην Αγία Βαρβάρα να με βοηθήσει – την είχα σε ευλάβεια, γιατί πήγαινα στο εξωκκλήσι της από μικρός και προσευχόμουν.

«Ας κινδυνεύσω στον πόλεμο, είπα, αλλά μόνον άνθρωπο να μη σκοτώσω».

Και πώς τα οικονόμησε ο Καλός Θεός! Όταν βγήκαν τα αποτελέσματα, ενώ άλλους που ήταν μορφωμένοι τους έστειλαν στην πρώτη γραμμή σαν απλούς στρατιώτες, τουφεκιοφόρους, εμένα που ήμουν του δημοτικού με πήραν για ασυρματιστή!
Μου έλεγαν οι άλλοι:

«Έχεις μεγάλο μέσο».

«Βρε τί μέσο έχω; Δεν έχω κανένα γνωστό».

«Τι; μας κοροϊδεύεις;», μου έλεγαν. Ποιον έχεις στο Γενικό Επιτελείο;».

Αφού επέμεναν, τους έλεγα κι εγώ:

«Έχω στο Γενικό Επιτελείο τον Χριστό». Έτσι δεν χρησιμοποίησα ποτέ ντουφέκι.
 Πρέπει να αφήνουμε τον εαυτό μας στα χέρια του Θεού με απόλυτη εμπιστοσύνη και να βλέπουμε την κάθε δοκιμασία σαν δώρο σταλμένο από την αγάπη του Θεού. Ο άνθρωπος που έχει μεγάλη εμπιστοσύνη στον Θεό χαίρεται τα πάντα.

Είτε είναι άρρωστος, είτε μένει νηστικός, είτε τον αδικούν, είτε…, είτε…, πιστεύει ότι ο Θεός τα έχει επιτρέψει, ελπίζει στον Θεό και είναι πάντα ασφαλισμένος στο λιμάνι της ελπίδος του Θεού.

Από το βιβλίο «Πάθη και Αρετές» Γέροντος Παΐσιου Αγιορείτου, Λόγοι Ε΄

Τις μέρες αυτές τρέχοντας για θέματα της υγείας μου, σε γιατρούς και νοσοκομεία, από εξετάσεις σε εξετάσεις, σενάρια και ερμηνείες αποτελεσμάτων, σκέφτηκα για ακόμη μια φορά, πως μπορεί να αισθάνεται ένας άνθρωπος που μετα από κάποιο ιατρικό έλεγχο, ο γιατρός του ανακοινώνει, «δυστυχώς τα νέα δεν είναι καλά. Έχετε καρκίνο....» ή ακόμη πιο τραγικά, «σας μένουν 3 ή 6 μήνες ζωής».Πως αντέχει μια ανθρώπινη ψυχή σε τέτοια ακούσματα;
Έλεγε ο άγιος Παίσιος, «Πάντως ἄλλο εἶναι νὰ μαθαίνεις ὅτι ἀρρώστησε κάποιος καὶ ἄλλο εἶναι νὰ ἀρρωσταίνεις ὁ ἴδιος. Τότε καταλαβαίνεις τὸν ἄρρωστο. Ἄκουγα «χημειοθεραπεῖες» καὶ νόμιζα ὅτι εἶναι «χυμοθεραπεῖες», δηλαδὴ ὅτι κάνουν στοὺς καρκινοπαθεῖς θεραπεία μὲ χυμούς, μὲ φυσικὲς τροφές! Ποῦ νὰ ξέρω; Τώρα ὅμως κατάλαβα τί ταλαιπωρία εἶναι».
Προσωπικά, δεν πιστεύω οτι μπορεί κάποιος να αντέξει σε μια τέτοια ανακοίνωση και κατόπιν να αντιμετωπίσει, (όπως και το θάνατο του παιδιού του) αυτή την ασθένεια, δίχως την Χάρι του Θεού, ασχέτως εάν κάποιος πιστεύει ή δεν πιστεύει στον Θεό. Εάν  πάει ή δεν πάει στην εκκλησία. Αυτή η Χάρις είναι δωρεά ενίσχυση και παραμυθία της απρουπόθετης αγάπης του Θεού. Και κάτσε εσύ, να υπολογίζεις τις ενέργειες και την αγάπη του Θεού με μαθητικές λογικές και αναλύσεις. Ε, δεν θα καταλάβεις ποτέ τον Θεό. Αποδέξου το, σε ξεπερνάει η παραδοξότητα των δρόμων Του.
Θα συμφωνήσω απόλυτα με αυτό που έλεγε ο άγιος Παίσιος, οτι ο «καρκίνος θα γεμίσει των παράδεισο με μάρτυρες». Γιατί για μάρτυρες πρόκειται. Όχι μόνο για τον πόνο που επωμίζονται και τα μαρτύρια στα οποία υποβάλλονται ψυχικά και σωματικά, μα διότι με τον αγώνα τους προασπίζονται την αξία και ιερότητα της ζωής. Και όποιος παλεύει για την ζωή, συνειδητά ή όχι, δίνει μαρτυρία Θεού.
 Γι αυτό πολύ σωστά αναφέρει ο Σ. Ζουμπουλάκης, «δεν δέχομαι κανένα κήρυγμα περί αναστάσεως πάρα μονάχα απο  καρκινοπαθή δ΄ βαθμού».
Η ασθένεια, έλεγε η Σιμόν Βέιλ, έρχεται να μας φανερώνει οτι είμαστε ένα «τίποτα». Σαφέστατα δεν εννοεί ένα ψυχολογικό τίποτα. Αλλά ένα οντολογικό. Δηλαδή η ασθένεια μας θυμίζει την κτιστότητα και φθαρτότητα μας. Οτι έχουμε υπαρκτικά όρια.
Αισθάνομαι, οτι εκεί διαδραματίζεται όλη η σχέση μας με την ασθένεια, τον εαυτό μας και τον Θεό. Εάν η αρρώστια με διδάξει οτι είμαι ένα «τίποτα» που αξίζει πολλά. Οτι αυτό το θνητό πλάσμα, που φοβάται, ταράζεται, αμαρτάνει, πεθαίνει, το αγαπάει πολύ ο Θεός. Δεν είναι εύκολο, και μάλιστα την στιγμή που είσαι στην κόλαση και καίγεσαι από την αρρώστια και τον ψυχικό εγκλωβισμό. Ωστόσο αυτή είναι η μόνη παρηγοριά σε έναν απαρηγόρητο πόνο. Οτι ο Θεός είναι πάσχων μαζί μου και με αγαπάει πολύ. Αγωνίζομαι να προασπιστώ την ζωή που μου χαρίστηκε, απέναντι στο θάνατο που την απειλεί.
Σαφέστατα δεν αντιδρούν όλοι οι άνθρωποι σε ίδιες καταστάσεις με τον ίδιο τρόπο,    πόσο δε μάλλον όταν εκείνες είναι οριακές. Ακόμη όμως κι αυτή η ιδιορρυθμία, ο θυμός ή πολλές φορές φαινομενική σκληρότητα ή απιστία με την οποίοι πολλοί αμύνονται απέναντι στην απειλή της ασθένειας, για μένα είναι «ιερές» καταστάσεις. Διότι είναι οι τρόποι που σταυρωμένοι άνθρωποι φωνάζουν με ένα ιδιόρρυθμο τρόπο, ένα βαθύ υπαρξιακό «διψώ», πάνω από τον σταυρό τους. Αυτό, μόνο να το σέβομαι μπορώ και θέλω.
Αυτοί οι άνθρωποι, βαδίζουν στο μονοπάτι μιας ιδιότυπης «αγιότητας».Όχι την «αγιότητα» της δύναμης και ισχύς, αλλά εκείνη της αδυναμίας, της ευαισθησίας, των δακρύων, του φόβου που ξέρει να ελπίζει, του λίγου που γίνεται πολύ, της πίστης που χάνεται και βρίσκεται ως εμπιστοσύνη, του παραπόνου που μεταμορφώνεται στο «ας γίνει το θέλημα σου....». Μιας θρυμματισμένης «αγιότητας», που αγκαλιάζει όλα τα συναισθήματα και τα μεταμορφώνει. Εκεί το δάκρυ δεν είναι ντροπή ή ολιγοπιστία, το «γιατί» αμαρτία και απειλή κολάσεως. Μια «αγιότητα» που κατανοεί την αδυναμία, το κτιστό, το φθαρτό, που το αγκαλιάζει, το μεταμορφώνει και το σώζει.
Στην εποχή που ζούμε, ο «άγιος» δεν θα είναι ο νικητής, ο τροπαιούχος, ο δυνατός και κραταιός, αλλά εκείνες οι θρυμματισμένες ψυχές, οι σταυρωμένοι άνθρωποι, που ήσυχα, καρτερικά και αθόρυβα, κουβαλάνε τον σταυρό της ζωής τους. Ο άγιος στέκεται γυμνός σε ενα κόσμο που ντύνει και μασκαρεύει τις ανασφάλειες του με εξουσία και δύναμη. Ο άγιος πορεύεται μονάχα με την πίστη του, σε ενα κόσμο που θέλει ολα να τα εξηγήσει. Αυτό δεν γίνεται. Η πιο μεγάλη προσευχή, ειναι το "δεν ξέρω, δεν καταλαβαίνω, σου παραδίδομαι Κύριε..."
Λέει ο Ζουμπουλάκης, για την πολύπαθη αδελφή του Γιούλα: «Η αδερφή μου τα άξιζε όλα και δεν είχε τίποτα, ούτε υγεία, ούτε σταδιοδρομία ούτε κοινωνική αναγνώριση ούτε χρήματα ούτε τίποτε. Και όμως ήταν γεμάτη καλοσύνη για όλους. Αόργητη και αμνησίκακη. Ένα σχολείο καλοσύνης και αγάπης... Αν υπάρχει παράδεισος, είμαι απολύτως βέβαιος οτι η αδερφή μου βρίσκεται εκεί. Επιτέλους χωρίς γιατρούς και φάρμακα, μέσα στην χαρά της θέας του δεσποτικού προσώπου και τη ζεστασιά της κοινότητας των αληθινών αγίων...»

π. Χαράλαμπος Παπαδόπουλος


Θυμάμαι κάποιο λαϊκό παραμυθάκι, πολύ διδακτικό!

Ένας ήταν πολύ πλούσιος και στο άκρο του κτήματός του, σε μια καλυβούλα μέσα, έμενε ένας φτωχός οικογενειάρχης. Με κόπο τάβγαζε πέρα. Μεροκαματιάρης, δουλευτής· και είχε και πολλά παιδιά. Αλλ’ η χαρά βασίλευε μέσα σ’ αυτό το σπίτι.
Κάποτε αποφάσισε ο πλούσιος να βοηθήση τον φτωχό. Παίρνει, λοιπόν, ένα πουγγί γεμάτο χρυσά φλουριά και του το πηγαίνει. Κάθε βράδυ στου φτωχού το σπίτι, μετά το φαγητό, τα παιδιά τραγουδούσαν, γελούσαν και έπαιζαν. Εκείνο το βράδυ άκρα σιγή. Σιγή νεκροταφείου στο σπίτι του φτωχού.

Ο πλούσιος συνηθισμένος ν’ ακούη τις φωνές των παιδιών και τα γέλια και τα τραγούδια, παραξενεύθηκε· δεν άκουγε τίποτε. Έβαλε αυτί, περίμενε, περίμενε, περίμενε…
    Μετά από λίγο, αντί ν’ ακουσθούν τραγούδια, ακούσθηκαν φωνές, μαλώματα. Άρχισαν να γκρινιάζουν. Ο πατέρας έλεγε: «Μ’ αυτά ν’ αγοράσουμε ένα σπίτι μεγάλο, ευρύχωρο, δικό μας». Η μητέρα έλεγε: «Να τα φυλάξουμε για να παντρέψουμε τις κόρες».

Το μεγάλο απ’ τα παιδιά, που είχε μια βαρκούλα και ψάρευε, έλεγε: «Άστα να πάρω καΐκι, να βγάλω πολλά». Ο άλλος αδελφός, άλλα. Και μετά από λίγο ήλθαν στα χέρια. Οπότε λέγει ο πατέρας: «Σταθήτε … μια στιγμή και θα ησυχάσουμε».

Παίρνει το πουγγί, πηγαίνει στον πλούσιο και του λέγει: «Πάρτο, αδελφέ μου. Μούφερες τα λεφτά και έδιωξες την χαρά από το σπίτι μου. Μου αρκεί το μεροδούλι για να ζω την φαμίλια μου».

Και ξαναγύρισε ο φτωχός στο σπίτι του, και το άλλο βράδυ πάλι ακούσθηκαν οι χαρούμενες φωνές των παιδιών και τα τραγούδια.
Πολλές φορές, ο πλούτος, με τις μέριμνες και την αγωνία, παίρνει και αυτή την χαρά της ζωής, την οποία νομίζουν ότι έχουν οι πλούσιοι.

(Αρχιμ. ΕΠΙΦΑΝΙΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ, ΧΡΙΣΤΩ ΤΩ ΘΕΩ ΠΑΡΑΘΩΜΕΘΑ, εκδόσεις Ι. ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΥ ΚΕΧΑΡΙΤΩΜΕΝΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΤΡΟΙΖΗΝΟΣ, σελ. 43-44)

Τάλαντα-χαρίσματα.
-Ένας γνωστός μου, μετά από μια δοκιμασία, ευρισκόμενος σε κατάστασι εντόνων αισθημάτων μειονεξίας και μελαγχολίας, μου έλεγε:

«Μα εγώ δεν έχω τίποτε, κανένα τάλαντο. Δεν μπορώ να κάνω τίποτε. Τι είμαι;».

Προσπάθησα να του πω μερικά πράγματα, αλλά δεν καταλάβαινε. Σκέπτομαι ότι ο άνθρωπος αυτός θα μπορούσε να πη: «Θεέ μου, εγώ δεν μπορώ να κάνω τίποτε μόνος μου. Δώσε μου την χάρι Σου να πετύχω και εγώ κάτι». Τι λέτε;
- Βεβαίως. Κι αν έκανε υπομονή στις δοκιμασίες που είχε, αυτό δεν είναι τάλαντο; Είναι μικρό το τάλαντο της υπομονής; Το να υπομείνη κανείς τις αντιξοότητες της ζωής χωρίς γογγυσμό, αλλ’ ευχαριστώντας και δοξολογώντας τον Θεό, είναι μικρό χάρισμα αυτό; Ας ζητούσε, λοιπόν, την χάρι του Θεού, για να μπορεί να υπομένη.
Γνωρίζω κάποιον, που είναι τελείως ανάπηρος και έχει σάκχαρο. Κάνει δυο ινσουλίνες την ημέρα. Βρίσκεται διαρκώς στο κρεββάτι ή στο καροτσάκι. Τρίτη λύσις δεν υπάρχει.

Οι δικοί του τον έχουν εγκαταλείψει όλοι. Χριστιανές κυρίες τον διακονούν. Υπάρχουν δε και νέοι, οι οποίοι τον παίρνουν και τον πηγαίνουν εκδρομές με τ’ αυτοκίνητά τους. Ακόμη και στο Άγιο Όρος. Όλα οι άλλοι του τα προσφέρουν. Θα τον σηκώσουν, θα τον βάλουν στο κρεββάτι, θα τον κατεβάσουν, θα του φορέσουν τα ρούχα του, όλα. Δεν μπορεί να κάνη τίποτε μόνος. Αϊ, λοιπόν, στην κατάστασι αυτή ο αδελφός μας αυτός είναι πάντοτε χαρούμενος και χαμογελαστός.

Μικρό τάλαντο είναι αυτό; Μας διδάσκει όλους. Μας εμπνέει, αλλά και μας ελέγχει!
Καμμιά φορά πέφτουμε λίγες ημέρες στο κρεββάτι από γρίππη ή από κάτι άλλο και δυσανασχετούμε, γογγύζουμε: «Μείναν οι δουλειές… Κουράσθηκα, ταλαιπωρήθηκα τόσες μέρες στο κρεββάτι».

Αυτό το παιδί, σ’ αυτή την κατάστασι, δεν παραπονείται ποτέ. Λέγει πάντοτε: «Δόξα τω Θεώ»! «Τι κάνεις;», τον ρωτάς, και σου απαντά: «Δόξα τω Θεώ, καλά». Είναι μικρό χάρισμα αυτό; Μικρό τάλαντο αυτό; Αυτός είναι ιεροκήρυκας. Δεν χρειάζεται να κάνη κηρύγματα. Μόνο να τον βλέπη κανείς, διδάσκεται, ελέγχεται, εμπνέεται.

Αυτός ο άνθρωπος, λοιπόν, που, από πλευράς κοσμικής κρινόμενος, είναι ένας εξωφλημένος, είναι ένα τίποτε, αξιοποιεί στο έπακρο τα χαρίσματα που έχει.

(Αρχιμ. ΕΠΙΦΑΝΙΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ, ΧΡΙΣΤΩ ΤΩ ΘΕΩ ΠΑΡΑΘΩΜΕΘΑ, εκδόσεις Ι. ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΥ ΚΕΧΑΡΙΤΩΜΕΝΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΤΡΟΙΖΗΝΟΣ, σελ. 27-29)

"πενομένων τροφή"
Η έλλειψις της τροφής είναι το βασικό χαρακτηριστικό του φτωχού. Ο λιμός για το καθημερινό ψωμί. Όσοι από εμάς ζήσαμε την Κατοχή 1941-44 ξέρομε τι θα πή πείνα για ψωμί. Για ένα κομμάτι ψωμί...

Το πρόβλημα του ψωμιού έχει ίσως ξεπερασθή σήμερα. Η αγωνία όμως για την επιβίωσι συνέχει ακόμα πολλούς ομοεθνείς μας και δισεκατομμύρια ανθρώπους σ' όλο τον κόσμο, τα 2/3 της ανθρωπότητας!
Οι πεινασμένοι, όσοι στερούνται το ψωμί βρίσκονται κάτω από τη σκέπη της Παναγίας . Άπειρα είναι τα θαύματά της που αναφέρονται στη διατροφή φτωχών και πεινασμένων ανθρώπων.
Όταν είμαστε παιδιά και ζητούσαμε ψωμί, ο πατέρας μου συνήθιζε να απαγγέλη το παλαιό μα ωραίο εκείνο ποιηματάκι:
"Χριστέ, δεν έχομε ψωμί στο σπίτι μας και κλαίμε
ιδές το καλαθάκι μας, άν ψέματα σου λέμε"!

Μικρό παιδί ο πατέρας μου είχε στερηθή το ψωμί και είχε γνωρίσει την πείνα και τη φτώχεια. Χάρις όμως στην προστασία της Παναγίας, το πατρικό μου σπίτι "επερίσσευεν άρτων" (πρβλ. Λουκ. ιε' 17). Όλες οι παλαιότερες γενεές που γνώρισαν την αγωνία για τον "επιούσιο" έχουν πολλά να διηγηθούν για τη θαυμαστή διατροφή τους από το Θεό Πατέρα.

Η σημερινή χορτασμένη γενεά δεν αποδεχέται εύκολα την μαρτυρία αυτή των παλαιοτέρων, όπως και οι νεώτερες γενεές των Ισραηλιτών δεν αποδέχονταν τις θαυμαστές επεμβάσεις του Θεού στην ιστορία του έθνους των. Γι' αυτό ό,τι είπε ο Μωϋσής για τη γενεά εκείνη, ισχύει προφητικά και για τη σημερινή:

"Έφαγε...και ενεπλήσθη και απελάκτισε (κλώτσησε) ο ηγαπημένος (=η αγαπημένη νέα γενιά) - ελιπάνθη, επαχύνθη, επλατύνθη και εγκατέλειπε τον Θεόν" (Δευτ. λβ' 15).
Από το άλλο μέρος, έχει δίκιο ο λαός που λέει: "Ο χορτάτος δεν μπορεί να καταλάβη τον πεινασμένο"! Ευτυχώς όμως που για τους φτωχούς υπάρχει ο Θεός και η σκέπη της Παναγίας.

Και αν όλοι τους εγκαταλείψουν ο Ουράνιος Πατέρας δεν θα τους εγκαταλείψη, κατά την αδιάψευστη μαρτυρία της Γραφής: "σοι εγκαταλέλειπται (=στην προστασία σου έχει εγκαταλειφθή) ο πτωχός, ορφανώ συ ήσθα βοηθός" (Ψαλμ. 9,35)


(ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΑΧΕΛΩΟΥ-ΕΥΘΜΙΟΥ Κ. ΣΤΥΛΙΟΥ. "Η ΠΡΩΤΗ-ΘΕΟΜΗΤΟΡΙΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ". εκδόσεις ΓΡΗΓΟΡΗ, σελ. 286-287)

Σελίδα 1 από 10