της Αικατερίνης Διαμαντοπούλου.
υπ. υλικού web Πατριαρχείου Ιεροσολύμων.

«Ο πόνος είναι η μοναδική αιτία για να αποκτήσει συνείδηση της ελευθερίας ο άνθρωπος», ισχυρίζεται ο Φ. Ντοστογιέφσκυ. Με απλά λόγια η ελευθερία αποκτιέται μέσω του πόνου.

Με τον πόνο αφυπνίζεται η συνείδηση και κατ΄ επέκταση η ιδέα της ελευθερίας αφομοιώνεται πλήρως.

Ο Ντοστογιέφσκυ αναγνωρίζει πως υπάρχει πολύς πόνος μέσα στη ζωή, όμως αυτός ο πόνος είναι λυτρωτικός.

Γράφει σχετικά:

«Ο άνθρωπος αγαπά να μετρά τις πίκρες του, μα δε λογαριάζει τις χαρές του. Αν τις λογάριαζε όμως. Θα έβλεπε πως ταιριάζουν το ίδιο».
Μέσω των ηρώων του έργου «Αδελφοί Καραμαζώφ», Ζωσιμά και Αλιόσα, καταθέτει:

«Η ζωή θα σου φέρει πολλές δυστυχίες και με αυτές ίσα ίσα θα γίνεις ευτυχισμένος και θα ευλογήσεις τη ζωή και θα αναγκάσεις και άλλους να την ευλογήσουν.

Η οδύνη είναι η οδός της μετάνοιας, αλλά και της χαράς. Της χαράς, που δίνει το ξεπέρασμα της αποτυχίας και της απελπισίας, που είναι η μεγαλύτερη αμαρτία και το μοναδικό αδιέξοδο». Αυτό συμπίπτει με την ευφρόσυνη απάντηση που έλαβε ο γέροντας Σιλουανός του Άθω από τον Κύριο: «Μείνε με επίγνωση στη Κόλαση και μην απελπίζεσαι».

Ο κορυφαίος συγγραφέας της παγκόσμιας λογοτεχνίας σε μέρος του εξαίσιου έργου του «Αδελφοί Καραμαζώφ» εξετάζει το ζήτημα της σχέσης της ελευθερίας με τον πόνο.

 Με αυτό το κύκνειο άσμα του λυτρώνεται και ψυχολογικά σαν άνθρωπος και ιδεολογικά ως μαχητής της χριστιανικής ιδέας. Εξωτερικεύει την πεποίθησή του ότι μόνο η αυτογνωσία και η αυταπάρνηση οδηγούν στην πλήρη εν Χριστώ ελευθερία.

Μέρος του έργου αυτού πραγματεύεται την επιστροφή του Χριστού στη γη, ο οποίος εμφανίζεται στη Σεβίλλη της Ισπανίας, την εποχή που η Ιερά Εξέταση βρισκόταν σε έξαρση.

Ο Μέγας Ιεροεξεταστής διατάζει να Τον συλλάβουν και Τον επισκέπτεται στη φυλακή. Εκεί Του αποδίδει κατηγορίες ότι είναι ο χειρότερος αιρετικός και θα τιμωρηθεί με παράδοση στην πυρά, καθώς δεν υπέκυψε στους τρεις πειρασμούς.

Επιπλέον Του αναφέρει ότι ο άνθρωπος είναι υλιστής και δεν προτιμά την ελευθερία, όπως την ορίζει ο Χριστός στη διδασκαλία του. Επομένως ο Χριστός έχει λάθος εικόνα του ανθρώπου. Ο Μ. Ιεροεξεταστής αντανακλά με την τοποθέτηση αυτή την υλιστική νοοτροπία του συστήματος της Παπικής Εκκλησίας στη Δύση , όπου δεν υπάρχει χώρος για το Θεάνθρωπο.

Ο Χριστός δεν αποκρίνεται στο Μέγα Ιεροεξεταστή, όπως δεν αποκρίθηκε και στον Πόντιο Πιλάτο. Διότι κατά τη χριστιανική διδαχή, ο άνθρωπος μόνο όταν είναι ελεύθερος και αγαπάει ελεύθερα, μπορεί να σταθεί, να υπάρχει, να λειτουργεί, να δημιουργεί, να καθίσταται κοινωνός σε μια κοινωνία.

Για το Θεό κάθε αναγκαστική απόδειξη βιάζει την ανθρώπινη συνείδηση και μεταβάλλει την πίστη σε απλή γνώση. Ο Χριστός μας καλεί με ελεύθερη προαίρεση:

«Ει τις θέλει οπίσω μου ελθείν».

Η ελεύθερη βούληση δεν προϋποθέτει κάποιο τίμημα. Ο Ντοστογιέφσκυ αρνείται κάθε σύστημα, που θα θυσίαζε την ελευθερία του ανθρώπου και θα μείωνε με οποιοδήποτε τρόπο τον άνθρωπο σαν κατ’ εικόνα του ζώντος Θεού.

Χωρίς ελευθερία και αλήθεια δεν υπάρχει ευτυχία: «Εάν ο Υιός ελευθερώση υμάς, όντως ελεύθεροι έσεσθε» (Ιωάν. 8,36). Η αμαρτία και το κακό δεν είναι μακριά από μας. Είναι θέμα της προσωπικής μας ελευθερίας και ελευθερία σημαίνει ευθύνη.

Ευθύνη επιλογής και βούλησης. Αυτό είναι η Αλήθεια, που ταυτίζεται με τον ενσαρκωμένο Σωτήρα. Γράφει σχετικά ο Ντοστογιέφσκυ σε μια επιστολή του: «Αν μπορούσε κάποιος να μου αποδείξει ότι ο Χριστός βρίσκεται έξω από την αλήθεια, εγώ θα προτιμούσα να μείνω με το Χριστό και όχι με την αλήθεια».

Όλα όσα χρειάζεται ο άνθρωπος σε αυτόν τον κόσμο και σε όλους τους άλλους πιθανούς κόσμους ο Ντοστογιέφσκυ με ειλικρινή αναζήτηση και πόνο τα βρήκε στο πρόσωπο του Θεανθρώπου.


Ο Χριστός είναι η λύση για όλα τα προβλήματα τόσο σε προσωπικό, όσο και σε κοινωνικό και παγκόσμιο επίπεδο. Ο Μακαριστός π. Ιουστίνος Πόποβιτς σε μια μελέτη για τον Ντοστογιέφσκυ αναφέρει χαρακτηριστικά: «όπου είναι η μορφή του Χριστού εκεί για τον Ντοστογιέφσκυ βρίσκεται η αληθινή πρόοδος, η αληθινή παιδεία, η αληθινή χαρά, η αληθινή ζωή, η αληθινή σοφία, και κάθε αληθινή τελειότητα.

Και αν ρωτήσετε τον Ντοστογιέφσκυ πού βρίσκεται και πού φυλάσσεται η μορφή του Χριστού θα σας απαντήσει: «Στην Ορθοδοξία και μόνο στην Ορθοδοξία». Από αυτό καταδεικνύεται η έντονη θεολογική αναζήτηση του συγγραφέα.

Βασική σκέψη του συγγραφέα σε όλο του έργο «Αδελφοί Καραμαζώφ» είναι πως ο άνθρωπος για να πετύχει πλήρως την «εν Χριστώ ελευθερία», η οποία αποτελεί την τελειότερη μορφή ελευθερίας, δεν αρκεί μόνο να ταπεινωθεί, αλλά και να προσφέρει τον εαυτό του θυσία για τους άλλους, υποτάσσοντας και εξαφανίζοντας, με αυτογνωσία, το ίδιο θέλημα στην περιοχή της αγάπης.

Οι επισκέψεις του συγγραφέα σε Ορθόδοξες Ιερές Μονές και η μελέτη κειμένων πνευματικού περιεχομένου συνετέλεσαν στην πνευματική ανάταση του Ντοστογιέφσκυ και στην αγιογραφική περιγραφή της εν Χριστώ δυναμικής ελευθερίας, μέσω των ηρώων Ζωσιμά και Αλιόσα στο έργο «Αδελφοί Καραμαζώφ».

Μέσω του ήρωα Ζωσιμά καταθέτει: «Η ταπεινοφροσύνη, η γεμάτη αγάπη, είναι η πιο καταπληκτική δύναμη, πιο μεγάλη από κάθε άλλη. Για αυτό πρέπει να φιληθούν με αγάπη ο αφέντης και ο δούλος, για να συντελεσθεί ανάμεσά τους η μεγάλη ανθρώπινη αδελφοσύνη. Πρέπει να γίνει κανείς υπηρέτης του υπηρέτη του, όπως λέει και το Ευαγγέλιο, έτσι που να υπηρετεί ο ένας τον άλλο».

Σε άλλο σημείο του έργου του ο Ντοστογιέφσκυ μέσω του ήρωα Ζωσιμά, ο οποίος συμβουλεύει μια γυναίκα, που εξομολογείται τα κρίματά της, λέει:

«Τίποτα μη φοβάσαι, ποτέ μη φοβάσαι και μη θλίβεσαι. Μια και μετανοείς, όλα θα στα συγχωρέσει ο Θεός. Μα κι ούτε υπάρχει, ούτε μπορεί να γίνει στον κόσμο τέτοιο κρίμα, που να μην το συγχωρέσει ο Κύριος, σε κείνον, που μετανοεί αληθινά. Μα κι ούτε το μπορεί ο άνθρωπος να κάνει ένα τόσο μεγάλο αμάρτημα, που θα μπορούσε να εξαντλήσει την αστείρευτη αγάπη του Θεού.

Ή μήπως μπορεί να υπάρξει ένα τέτοιο μεγάλο αμάρτημα, που να ξεπεράσει την αγάπη του Θεού; Φρόντιζε μονάχα για τη μετάνοια, για την αδιάκοπη μετάνοια κι όσο για το φόβο, διώξε τον εντελώς από την καρδιά σου. Πίστευε πως ο Θεός σε αγαπάει τόσο, που εσύ ούτε και να το φανταστείς δεν μπορείς. Σε αγαπάει παρ’ όλο που αμάρτησες.

Σε αγαπάει μέσα στην αμαρτία σου. Για ένα μετανοούντα στον ουρανό χαίρονται περισσότερο, παρά για χίλιους αναμάρτητους, είπε ο Χριστός. Πήγαινε, λοιπόν και μη φοβάσαι. Μην πικραίνεσαι με τους ανθρώπους, μη θυμώνεις με τις προσβολές ...αφού μετανοείς, θα πει πως αγαπάς.

Κι όταν θα αγαπάς, θα είσαι κιόλας τέκνο του Θεού. Η αγάπη εξαγνίζει τα πάντα, σώζει τα πάντα, αφού εγώ που είμαι, όπως εσύ, ένας αμαρτωλός άνθρωπος συγκινήθηκα και σε συμπόνεσα, πόσο περισσότερο ο Θεός! Η αγάπη είναι κάτι ανεκτίμητο και με αυτή μπορείς όλο τον κόσμο να αποκτήσεις και όχι μόνο τις δικές σου, μα και τις ξένες αμαρτίες να εξαγοράσεις. Πήγαινε και μη φοβάσαι…».

Ο Ντοστογιέσκυ αγαπούσε τη ζωή γιατί και πίστευε ακράδαντα στην ανάσταση των νεκρών. Όταν κάποιος παρακινεί μια γυναίκα, υποδουλωμένη σε μια απαίσια όψη ζωής, να πέσει στο ποτάμι και να τελειώνει, αυτή του διαβάζει στο Ευαγγέλιο ένα μέρος από την ανάσταση του Λαζάρου.

«Εγώ ειμί η ανάστασις και η ζωή και ο πιστεύων εις εμέ καν αποθάνη ζήσεται». Να το μυστικό της ζωής. Με αυτήν την ελπίδα της αναστάσεως, υπάρχει η αγάπη για τη ζωή και η δημιουργία. Χωρίς αυτή δεν υπάρχει νόημα.

Μάλιστα κάτω από τον τίτλο στο βιβλίο «Αδελφοί Καραμαζώφ» έχει βάλει τα λόγια του Χριστού για την ανάσταση: «Εάν μη ο κόκκος του σίτου πεσών εις την γην αποθάνη, αυτός μόνος μένει. Εάν δε αποθάνη πολύν καρπόν φέρει» (Ιωάν. 12,24). Η θυσία και ο θάνατος έχουν αποτέλεσμα την ανάσταση. Με αυτή τη χαρμόσυνη είδηση της ανάστασης τελειώνει και ολόκληρο το βιβλίο.

Στο έργο του «Ο Ηλίθιος» ο συγγραφέας έχει ως κεντρικό ήρωα τον πρίγκιπα Μίσκιν, ο οποίος ως πραγματικά ελεύθερος και απολυτρωμένος επιλέγει το δρόμο του καλού και έχει αγγελική μορφή.

Θεωρείται ηλίθιος, ανόητος και παράλογος από τους άλλους, καθώς εκφράζει την πίστη του σε μια μεταφυσική υπερ-γήινη πραγματικότητα. Βλέπει ένα όραμα ομορφιάς, με θρησκευτική ταύτιση.

Αυτή η «υποκειμενική» ομορφιά είναι η εσωτερική ομορφιά, που κλείνει μέσα της τον ουρανό. Ο Μίσκιν εκφράζει το «άλογο στοιχείο στον άνθρωπο», με το να θεωρείται παράδοξος από τον περίγυρό του, όπως και η ομορφιά σαν εσωτερική αρμονία αντιδιαστέλλεται με τη ζωή και τις δαιμονικές δυνάμεις του κόσμου.

Ο Μίσκιν εκφράζει το απόφθεγμα «Η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο». Αυτή η λυτρωτική ομορφιά είναι η ενσάρκωση της «πνευματικής ομορφιάς». Η ομορφιά σαν ψυχική αρμονία και σαν ηθική δύναμη, που κατακτάται με την αγαθή προαίρεση και την ταπείνωση, δύο γνήσιες χριστιανικές αρετές.

Στο πρόσωπο του Μίσκιν ταυτίζεται η ταπείνωση με τη δύναμη και ενσαρκώνεται η σκέψη ότι το κακό καταρρίπτεται με την ταπείνωση του εαυτού μας, με την κένωση.

Είναι ένας φτωχός ιππότης, φτωχός τω πνεύματι, που με την τρομερή δύναμη της ταπείνωσης, δηλαδή με την ομορφιά της καλοσύνης του, θα σώσει τους ανθρώπους. Στο σημείο αυτό το ιδανικό της ομορφιά σχετίζεται με την ιδέα του Χριστού.

Ο Ντοστογιέφσκυ μέχρι το θάνατό του είχε ως αχώριστο σύντροφο το Ευαγγέλιο, το οποίο αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για τα βιβλία του. Μέσα από το Ευαγγέλιο αντλούσε τα θέματά του και τους χαρακτήρες των ηρώων του.

Μέσα στο Ευαγγέλιο βρήκε την αλήθεια, που δεν είναι άλλη από τον ίδιο το Χριστό. Τον Κύριο μας που είπε: «Εγώ ειμί η αλήθεια» (Ιωάν. 14,6) και
«Γνώσεσθε την αλήθειαν και η αλήθεια ελευθερώσει υμάς» (Ιωάν. 8,32).

Κατά το συγγραφέα: «δεν υπάρχει πιο αγαθό, πιο βαθύ και πιο τέλειο από το Χριστό. Κι αν ο Χριστός είναι το πιο βαθύ και τέλειο αγαθό, τότε δεν μπορεί παρά να είναι και η πιο μεγάλη αλήθεια, η απόλυτη αλήθεια.

Γιατί στο Χριστό, ως Θεό, ταυτίζεται το απόλυτο αγαθό και η απόλυτη αλήθεια, όπως ταυτίζεται και η απόλυτη ομορφιά». Αυτή η ομορφιά του Χριστού είναι η σωτήρια θεία ομορφιά του σαρκωμένου Κυρίου, του προτύπου της τέλειας ηθικής ομορφιάς.

Πηγή υλικού Περιοδικό «Κοινωνία», Δελτίο της «Πανελληνίου Ενώσεως Θεολόγων», Έτος ΜΔ΄, Ιούλιος – Σεπτέμβριος 2001, Τεύχος 3, σελ. 287-292

http://www.romiosini.org.gr

Ήταν απόγευμα Μεγάλης Παρασκευής. Ένα δροσερό αεράκι φυσούσε, λες και ήθελε να λιγοστέψει την πένθιμη όψη της ημέρας, που είχε πεθάνει ο Χριστός.
Κάποια γυναίκα, ως 40 χρονών, μαυροφορεμένη, με ένα μπουκέτο δροσερά λουλούδια έμπαινε στο νεκροταφείο. Στην όψη της ήταν αποτυπωμένη η θλίψη και ο βαθύς πόνος. Προχώρησε αργά προς κάποιο τάφο. Το λευκό μάρμαρο με τον ωραίο σταυρό φάνταζαν περισσότερο, καθώς τα απαλά άνθη έγερναν και φιλούσαν τον τάφο.
Ένα όνομα ήταν γραμμένο στο Σταυρό με μια φωτογραφία στη μέση:
Γ/Δ… ετών 19
Η γυναίκα –ήταν η μητέρα του παλικαριού- πλησίασε. Άφησε πάνω στον τάφο τα λουλούδια με όλη τη μητρική της στοργή και μετά κάθισε στο γείσωμα έτσι, ώστε να βλέπει τη φωτογραφία.
Τα μάτια της πλημμύρισαν από δάκρυα, καθώς τα χέρια της χάιδευαν το μάρμαρο, που σκέπαζε το σώμα του παιδιού της. Ώρα πολλή έμεινε σε αυτή τη θέση, κοιτάζοντας, χαϊδεύοντας, ψιθυρίζοντας μισόλογα μέσα στα αναφιλητά της. Ξαφνικά ένιωσε στον ώμο της ένα χέρι. Σήκωσε τα βουρκωμένα μάτια της.
-    Μαρία! της είπε η άλλη γυναίκα. Και εγώ είμαι μάνα, που θρήνησα την 15χρονη κόρη μου. Εδώ κοντά την έχω θαμμένη. Όμως!... Δεν πρέπει να λυγίσουμε. Δεν είναι χριστιανικό. Σήκω! Πάμε στην Εκκλησία.

Σήμερα πέθανε ο Ένας, για να ζήσουμε όλοι στην αιωνιότητα.
Ο Γιώργος σου και η Ελένη μου δεν πέθαναν. Όχι! Κοιμούνται. Και θα ξυπνήσουν μια μέρα  για να ζήσουν πια αιώνια μαζί μας… Σε δυο μέρες θα έχουμε Ανάσταση. Είναι το μήνυμα της ανάστασης όλων μας.
Η μητέρα σηκώθηκε. Τα μάτια της έπαψαν να στάζουν δάκρυα. Η όψη της γαλήνεψε.
-    Σε ευχαριστώ, Βασιλική! είπε η Μαρία απαλά. Με ανακούφισες αφάνταστα. Μου στήριξες την καρδιά. Και ξεκίνησαν για την Εκκλησία. Έφτασαν. Μπήκαν μέσα. Την ώρα εκείνη οι ψάλτες έψαλλαν: «… Ότε δε και τους τεθνεώτας εκ των καταχθονίων ανέστησας…».
-     Ναι, Κύριε. Και το παιδί μου θα το αναστήσεις… Πιστεύω! είπε αργά η Μαρία. Δύο δάκρυα έσταξαν πάλι από τα μάτια της. Δεν ήταν δάκρυα οδύνης. Ήταν τώρα ξεχείλισμα ελπίδας…
(από το βιβλίο Ρήματα Ζωής)

Προσηλώνομαι στην εικόνα Σου Κύριε και σιωπώ...

Το φως των οφθαλμών Σου, το φως της αγάπης Σου με διαπερνά και μου μιλά ικετευτικά...
Σου ζητώ..: "Κύριε, να γινόταν να με αγγίξεις, να μπορούσα ν’ αγγίξω την άκρη του χιτώνα Σου ώστε να νιώσω την απόλυτη αγάπη..."
Μου απαντάς: "Μα όλο το ταξίδι εδώ είναι μια διαδρομή αγάπης... ¨Ένα μονοπάτι στο οποίο μαζεύεις, γεμίζεις αγάπη μέχρι να φτάσεις τελικά στην απόλυτη αγάπη.. στην δική Μου αγάπη.."
    Όταν έχεις αγάπη, όταν καίγεται η καρδιά σου από την αγάπη Του, τότε απλά τα έχεις όλα.. Δεν φοβάσαι τίποτα.. Έχεις απόλυτη εμπιστοσύνη στο πρόσωπο του Κυρίου και βαδίζεις το μονοπάτι σου με χαρά, με ελπίδα, με δύναμη, με αισιοδοξία και σιγουριά ότι καθετί που σου συμβαίνει είναι για κάποιο λόγο.

Για κάποιο λόγο που εσύ τώρα ίσως δεν μπορείς να δεις και τον οποίο θα καταλάβεις στη συνέχεια της διαδρομής...

Όμως δεν ανησυχείς... Ακόμα και στις δυσκολότερες στιγμές σου, δεν απελπίζεσαι, δεν συντρίβεσαι γιατί  μέσα σου καίει η φλόγα της αγάπης Του...
Έχεις παραδοθεί και παραδίνεσαι κάθε στιγμή στο θέλημά Του...
Η αγάπη Του, σου επιτρέπει, σου χαρίζει να ζεις τη ζωή σου με ΕΙΡΗΝΗ και ΜΕΤΑΝΟΙΑ...

Σκέψου… Αν ζεις έτσι, είναι δυνατόν να σου λείπει κάτι...;

...κατοπιν προσευχης... Δ.Α.Π.

(από το Βίο του Οσίου Αντωνίου του Μεγάλου).

Κατά τη διάρκεια  της νύχτας εκείνης, δημιουργούν οι δαίμονες τέτοιο χτύπο, ώστε να νομίζει κανείς, ότι όλος εκείνος ο τόπος σειόταν. Έδωσαν δε την εντύπωση οι δαίμονες ότι τρύπησαν τους τέσσερεις τοίχους του μικρού σπιτιού και φάνηκαν να μπαίνουν από τις οπές, αφού πρώτα μεταμορφώθηκαν σε φανταστικά θηρία και ερπετά.
Γέμισε τότε αμέσως όλος ο χώρος από  μορφές λιονταριών, αρκούδων, λεοπαρδάλεων, ταύρων και φιδιών ασπίδων και σκορπιών και λύκων. Και το καθένα από αυτά ενεργούσε κατά το δικό του τρόπο. Το λιοντάρι βρυχιόταν, θέλοντας να πέσει πάνω του· ο ταύρος φαινόταν ότι τον κερατίζει, το φίδι, ενώ συρόταν πάνω στο χώμα εναντίον του, δεν πλησίαζε κοντά του· ο λύκος, ενώ ορμούσε, συγκρατιόταν· και γενικώς όλων μαζί των θηρίων οι θόρυβοι ήταν φοβεροί και ο θυμός τους άγριος.
Ο Αντώνιος όμως την ώρα που κακοποιούνταν και δαγκωνόταν από τα ζώα, αισθανόταν μεν ισχυρότερο σωματικό πόνο, αλλά ατρόμητος και με εντονότερη νηφαλιότητα, ήταν μισοξαπλωμένος. Και βογκούσε μεν λόγω του σωματικού πόνου, με νηφάλια όμως τη σκέψη και σαν να τους ειρωνευόταν έλεγε·
Εάν είχατε δύναμη πραγματική, έφθανε και ένας μόνο από εσάς να έλθει. Αλλά επειδή σάς έχει αχρηστεύσει ο Κύριος, για αυτό, αν και προσπαθείτε να με φοβίσετε με το πλήθος σας, παρόλα αυτά το να μιμείστε τις μορφές των αλόγων θηρίων είναι γνώρισμα της αδυναμίας. Παίρνοντας δε και πάλι θάρρος, συνέχισε· Εάν μπορείτε και αν έχετε λάβει εξουσία εναντίον μου, μην αναβάλλετε, αλλά επιτεθείτε. Εάν όμως δεν μπορείτε, τι ταράζεστε άδικα; Διότι ασφάλεια και τείχος που μας προστατεύει είναι η πίστη στον Κύριο.
Αφού λοιπόν έκαναν πολλές προσπάθειες, έτριζαν εναντίον του τα δόντια τους, διότι μάλλον ενέπαιζαν τον εαυτό τους παρά εκείνον.
Αλλά ο Κύριος ούτε στη δοκιμασία αυτή λησμόνησε το ηρωικό κατόρθωμα του Αντωνίου, και έσπευσε σε βοήθειά του. Όταν λοιπόν ο Αντώνιος ύψωσε τα μάτια του προς τα πάνω, είδε τη στέγη να φαίνεται ότι ανοίγει λίγο-λίγο και να κατεβαίνει κάποια ακτίνα φωτός μέχρις αυτόν. Οι δαίμονες ξαφνικά έγιναν άφαντοι και ο πόνος του σώματος σταμάτησε αμέσως, και το σπίτι ήταν και πάλι ακέραιο. Ο δε Αντώνιος, όταν αντιλήφθηκε τη θεία βοήθεια, πήρε βαθειά αναπνοή και αφού ανακουφίστηκε από τους πόνους, απηύθυνε προσευχή προς την οπτασία που του παρουσιάστηκε, και είπε·
Πού ήσουν; Γιατί δεν εμφανίστηκες από την αρχή για να μου παύσεις τα βασανιστήρια;
Ακούστηκε τότε μία φωνή να του λέει:
Αντώνιε, εδώ ήμουν. Αλλά περίμενα να δω το αγώνισμά σου. Αφού λοιπόν άντεξες με υπομονή και δεν νικήθηκες, θα σου είμαι βοηθός και θα συντελέσω στο να γίνεις ξακουστός παντού.
Όταν άκουσε αυτά, σηκώθηκε και προσευχόταν. Και έλαβε τόσες δυνάμεις, ώστε να αντιλαμβάνεται ο ίδιος, ότι οπωσδήποτε είχε μεγαλύτερη δύναμη στο σώμα, από εκείνη που είχε προηγουμένως. Ήταν λοιπόν τότε τριάντα πέντε περίπου ετών.


(Βίος και Πολιτεία του Οσίου Αντωνίου, Αθανασίου του Μεγάλου, εκδ. ΕΠΕ τόμος 11, σελ. 35-39)

‹‹Ένας γέροντας πεσμένος στο κρεβάτι του θανάτου, έλεγε σε μερικούς φίλους του, που είχαν έρθει να τον δουν:
            Σήμερα με επισκέφθηκαν τρείς επισκέπτες.
            Πρώτη με επισκέφθηκε η Πίστη.
Έρχομαι μου είπε, να σε αποχαιρετήσω, δεν με έχεις πια ανάγκη. Στη ζωή σου εδώ στη γη σε βοήθησα να ακολουθήσεις τον Κύριό σου και να μείνεις πιστός σε Αυτόν. Τώρα θα Τον δεις ΄΄πρόσωπον προς πρόσωπον΄΄ (Α΄Κορ. 13, 12) και η πίστη σου θα μεταβληθεί σε όψη.
            Δεύτερη με επισκέφθηκε η Ελπίδα.
            Έως τώρα, μου είπε, ήμουν ο πιο καλός σύντροφός σου. Σε ενθάρρυνα στις δυσκολίες σου, σε παρηγορούσα στις θλίψεις σου, σε χαροποιούσα στη σκέψη ότι μια μέρα θα συναντήσεις τον Κύριό σου. Η υπηρεσία μου έληξε. Στον κόσμο στον οποίο πηγαίνεις δεν υπάρχουν πόνοι και θλίψεις, αλλά φως και χαρά.
            Τελευταία με επισκέφθηκε η Αγάπη.
            Εμείς δεν θα αποχωρισθούμε ποτέ, μου είπε. Στη ζωή αυτή, σου αποκάλυπτα το χαρακτήρα του Κυρίου σου και την αγάπη Του για σένα, σου έδινα τα δύναμη να Τον αγαπάς και σε ενέπνεα σε υπηρεσία προς τους συνανθρώπους σου. Όσο ο καιρός περνούσε, συνδεόμασταν όλο και πιότερο. Όλα αυτά, όμως, δεν ήταν παρά ο πρόλογος. Εκεί πάνω θα είμαστε πάντα μαζί. Εγώ θα σου κινώ την καρδιά σε αίνο και δοξολογία αιώνια προς τον Κύριό σου.
            Θα είμαι το άρμα, πάνω στο οποίο θα ταξιδεύεις σε ολόκληρη την αιωνιότητα.
            "Τώρα δε μένει πίστις, ελπίς, αγάπη, τα τρία ταύτα. μείζων δε τούτων η αγάπη"(Α΄Κορ. 13, 13) ›› (ΑΓ. 5)
(αρχ. Ιωάννου Κωστώφ, Καλοί λιμένες, Σταμάτα 2016, σελ. 236-7)

Αναφέρει ο π. Στεφ. Αναγνωστόπουλος: «Πριν από χρόνια, όταν ήμουν εφημέριος στον ιερό Ναό του αγίου Βασιλείου Πειραιώς, με κάλεσαν να εξομολογήσω εκτάκτως, κατόπιν δικής του επιθυμίας, ένα νέο άνδρα, 42 ετών, του οποίου το όνομα, ήταν Ξενοφών.

Όταν πήγα, ήταν σε κακή κατάστασι. Ο καρκίνος με τις ραγδαίες μεταστάσεις τον είχε προσβάλει και στο κεφάλι. Οι μέρες του μετρημένες. Ήταν μόνος στο θάλαμο, το διπλανό κρεβάτι ήταν άδειο, κι έτσι βρεθήκαμε μόνοι μας. Και μου είπε τα εξής, για το πώς πίστευσε, αφού υπήρξε, όπως το τόνισε, “σκληρός άθεος” και άπιστος.

Ήλθα εδώ πριν από 35 περίπου μέρες, σ’ αυτό το δωμάτιο των δύο κλινών. Δίπλα μου ήταν ήδη κάποιος άλλος άρρωστος, μεγάλος στην ηλικία, 80 περίπου ετών. Αυτός ο άρρωστος, πάτερ μου, παρά τους φοβερούς πόνους τους οποίους είχε στα κόκκαλα –εκεί τον είχε προσβάλει ο καρκίνος- συνεχώς αναφωνούσε ‘Δόξα Σοι, ο Θεός! Δόξα Σοι, ο Θεός!...’. Στη συνέχεια έλεγε και πολλές άλλες προσευχές, τις οποίες εγώ ο ανεκκλησίαστος και άθεος τις άκουγα για πρώτη φορά. Και όμως, πολλές φορές μετά απ’ τις προσευχές του ηρεμούσε –και εγώ δεν ξέρω με ποιο τρόπο- και τον έπαιρνε γλυκύτατος ύπνος. Ύστερα από δυο-τρεις ώρες ξυπνούσε απ’ τους αφόρητους πόνους, για να ξαναρχίση και πάλι ‘Ω Χριστέ μου, Σε ευχαριστώ! Δόξα στο όνομά Σου!... Δόξα Σοι, ο Θεός!... Δόξα Σοι, ο Θεός!...’.

Εγώ μούγκριζα απ’ τους πόνους, κι αυτός ο συνασθενής μου, με τους αφόρητους πόνους, δοξολογούσε το Θεό. Εγώ βλασφημούσα το Χριστό και την Παναγία, και αυτός μακάριζε το Θεό. Τον ευχαριστούσε για τον καρκίνο τον οποίο του έδωσε και τους πόνους τους οποίους είχε. Τότε εγώ αγανακτούσα όχι μόνο απ’ τους φρικτούς πόνους τους οποίους είχα, αλλά και γιατί έβλεπα αυτό, το συνασθενή μου, να δοξολογή συνεχώς το Θεό. Αυτός έπαιρνε σχεδόν κάθε μέρα ‘τη Θεία Μεταλαβιά’ κι εγώ ο άθλιος ξερνούσα από αηδία.

- Σκάσε, επιτέλους. Σκάσε επιτέλους να λες συνεχώς ‘Δόξα Σοι, ο Θεός! Δεν βλέπεις πως Αυτός ο Θεός, τον Οποίο εσύ δοξολογείς, Αυτός μας βασανίζει τόσο σκληρά; Θεός είναι αυτός; Δεν υπάρχει. Όχι! Δεν υπάρχει…

Κι αυτός με γλυκύτητα απαντούσε:

- Υπάρχει, παιδί μου, υπάρχει και είναι στοργικός Πατέρας, διότι με την αρρώστια και τους πόνους μας καθαρίζει απ’ τις πολλές μας αμαρτίες. Όπως αν ήσουν απασχολημένος με καμμιά σκληρή δουλειά, όπου τα ρούχα σου και το σώμα σου θα βρωμούσαν κυριολεκτικώς, θα χρειαζόσουν μια σκληρή βούρτσα για να καθαρισθής καλά, κι εσύ και το σώμα σου και τα ρούχα σου, κατά τον ίδιο τρόπο και ο Θεός χρησιμοποιεί την αρρώστια σαν ευεργετικό καθαρισμό της ψυχής, για να την προετοιμάση για τη Βασιλεία των ουρανών.

Οι απαντήσεις του με εκνεύριζαν ακόμη περισσότερο και βλασφημούσα θεούς και δαίμονες. Δυστυχώς οι αντιδράσεις μου ήταν αρνητικές, με το να φωνάζω:

- Δεν υπάρχει Θεός… Δεν πιστεύω σε τίποτε… Ούτε στο Θεό ούτε σ’ αυτά τα ‘κολοκύθια’ τα οποία μου λες περί Βασιλείας του Θεού σου…

Θυμάμαι τις τελευταίες του λέξεις:

- Περίμενε και θα δης με τα μάτια σου πως χωρίζεται η ψυχή απ’ το σώμα ενός χριστιανού που πιστεύει. Είμαι αμαρτωλός, αλλά το έλεός Του θα με σώση. Περίμενε, θα δης και θα πιστεύσης!!!

Και η μέρα αυτή έφθασε. Από το νοσοκομείο θέλησαν να βάλουν ένα ‘παραβάν’, όπως ήταν καθήκον τους, αλλά εγώ διαμαρτυρήθηκα. Τους είπα ‘όχι, γιατί θέλω να δω πως αυτός ο γέρος θα πεθάνη!!!’.

Τον έβλεπα, λοιπόν, να δοξολογή συνεχώς το Θεό. Πότε έλεγε κάποια ‘Χαίρε’ για την Παναγία, τα οποία αργότερα έμαθα ότι λέγονται ‘Χαιρετισμοί’. Κατόπιν σιγοέψαλλε το ‘Θεοτόκε Παρθένε’, το ‘Από των πολλών μου αμαρτιών…’, το ‘Άξιον εστι’, κάνοντας συγχρόνως και πολλές φορές το σημείο του σταυρού.

Σήκωσε κάποια στιγμή τα χέρια του και είπε: ‘Καλώς τον Άγγελο μου! Σε ευχαριστώ, που ήρθες με τόση λαμπρή συνοδεία να παραλάβης την ψυχή μου. Σε ευχαριστώ!... Σε ευχαριστώ!...’. Ανασηκώθηκε λίγο, ξανασήκωσε τα χέρια του ψηλά, έκανε το σημείο του σταυρού, σταύρωσε τα χεράκια του στο στήθος του και κοιμήθηκε!!!

Ξαφνικά το δωμάτιο πλημμύρισε από φως, λες και μπήκαν μέσα δέκα ήλιοι και περισσότεροι, τόσο πολύ φωτίσθηκε το δωμάτιο! Ναι, εγώ ο άπιστος, ο άθεος, ο υλιστής, ο ‘ξιπασμένος’, ομολογώ ότι όχι μόνο έλαμψε το δωμάτιο αλλά και μια ωραιότατη μυρωδιά απλώθηκε σ’ αυτό, ακόμη και σε ολόκληρο το διάδρομο, και μάλιστα όσοι ήταν ξυπνητοί και μπορούσαν, έτρεχαν εδώ και εκεί, για να διαπιστώσουν από πού ερχόταν η παράξενη αυτή μυρωδιά.

Έτσι, πάτερ μου, πίστευσα, γι’ αυτό και φώναξα για Εξομολόγο ύστερα από τρεις μέρες. Την άλλη μέρα, όμως, τα ‘βαλα με τους δικούς μου, τη μάνα μου και τον πατέρα μου, ύστερα με τα δύο μεγαλύτερα αδέλφια μου, με τη γυναίκα μου, με τους συγγενείς και τους φίλους, και τους φώναζα και τους έλεγα:

- Γιατί δεν μου μιλήσατε ποτέ για το Θεό, την Παναγία και τους Αγίους; Γιατί δεν με οδηγήσατε ποτέ στην Εκκλησία; Γιατί δεν μου είπατε ότι υπάρχει Θεός και υπάρχει και θάνατος και κάποτε αυτή η ψυχή θα χωρισθή απ’ το σώμα για να δώση το λόγο της; Γιατί με σπρώξατε με τη συμπεριφορά σας στην αθεΐα και στο μαρξισμό; Εσείς με μάθατε να βλασφημώ, να κλέβω, να απατώ, να πορνεύω… Εσείς με μάθατε να είμαι πονηρός, καχύποπτος, ζηλιάρης, λαίμαργος, φιλάργυρος και κακός. Γιατί δεν μου διδάξατε την αρετή; Γιατί δεν μου διδάξατε την αγάπη; Γιατί δεν μου μιλήσατε ποτέ για το Χριστό; Γιατί;… Απ’ αυτή τη στιγμή μέχρι που να πεθάνω, θα μου μιλάτε μόνο για το Θεό, το Χριστό, την Παναγία, τους Αγγέλους, τους Αγίους. Για τίποτε άλλο.

Έρχονταν οι δικοί μου, οι συγγενείς, φίλοι, γνωστοί, και τους ρωτούσα τον καθένα χωριστά ή όλους μαζί:

- Έχετε να μου πήτε κάτι σημαντικό για το Θεό; Διότι Αυτόν θα συναντήσω! Λέγετε. Αν δεν ξέρετε, να μάθετε. Οι μέρες περνάνε κι εγώ θα φύγω.

Και σ’ ένα-δυο επισκέπτες:

- Αν δεν ξέρης ή αν δεν πιστεύης, να φύγης!...

Τώρα πιστεύω με όλη μου την καρδιά, και θέλω να εξομολογηθώ όλες τις αμαρτίες μου από μικρό παιδί…”»(ΟΠ, 42). Έφυγε μετανοημένος.

(Αρχ. Ιωάννου Κωστώφ, Καλοί λιμένες, Σταμάτα 2016, σελ. 187-191)

Η δύναμη της θέλησης!

Το μικρό αγροτικό σχολείο θερμαινόταν από μια παλιού τύπου σόμπα με κάρβουνα. Ένα παιδάκι, είχε την ευθύνη να έρχεται στο σχολείο νωρίς κάθε μέρα ν’ ανάβει τη σόμπα και να ζεσταίνει την αίθουσα, πριν φτάσει ο δάσκαλος κι οι συμμαθητές του. Ένα πρωί, φτάνοντας οι άλλοι είδαν το σχολείο τυλιγμένο στις φλόγες. Έσυραν αναίσθητο το μικρό έξω από το λαμπαδιασμένο κτίριο, μάλλον νεκρό παρά ζωντανό. Είχε σοβαρά εγκαύματα στο κάτω ήμισυ του σώματός του και μεταφέρθηκε στο γειτονικό αγροτικό νοσοκομείο.

Ξαπλωμένος στο κρεβάτι του νοσοκομείου, το φρικτά καμένο και ημιαναίσθητο παιδάκι άκουσε αχνά το γιατρό να μιλά στη μητέρα του. Της έλεγε ότι ο γιος της σίγουρα θα πέθαινε – κι ίσως ήταν καλύτερα έτσι – γιατί η φοβερή φωτιά είχε καταστρέψει το κάτω μέρος του σώματός του.

Αλλά το γενναίο παιδί δεν ήθελε να πεθάνει. Πήρε λοιπόν την απόφαση να ζήσει. Και προς μεγάλη έκπληξη του γιατρού του, έζησε. Όταν ο κίνδυνος του θανάτου ξεπεράστηκε, πάλι άκουσε το γιατρό να μιλά με τη μητέρα του χαμηλόφωνα και να της λέει ότι, εφόσον η φωτιά κατέστρεψε τόση σάρκα στο κάτω μέρος του σώματός του, θα ήταν καλύτερα να είχε πεθάνει γιατί τώρα ήταν καταδικασμένο να μείνει ανάπηρο για όλη του τη ζωή, καθώς δε θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει καθόλου τα κάτω άκρα του. Άλλη μια φορά το γενναίο παιδί πήρε την απόφασή του. Δε θα γινόταν ανάπηρος. Θα περπατούσε. Δυστυχώς, όμως, από τη μέση και κάτω δεν είχε τη δυνατότητα κίνησης. Τα λεπτά του πόδια απλώς κρέμονταν εκεί, άψυχα.

Τελικά βγήκε από το νοσοκομείο. Κάθε μέρα η μητέρα του του έκανε μασάζ στα πόδια, αλλά δεν υπήρχε καμιά αντίδραση. Το παιδί δεν ένιωθε, δεν έλεγχε τα πόδια του. Η απόφασή του ωστόσο να περπατήσει ήταν ισχυρότατη. Όταν δε βρισκόταν στο κρεβάτι, ήταν αναγκασμένος να κάθεται σε μια αναπηρική πολυθρόνα. Μια ηλιόλουστη μέρα, η μητέρα του τον έσπρωξε με το καροτσάκι στην αυλή για ν’ αναπνεύσει καθαρό αέρα. Εκείνη τη μέρα, αντί να μείνει εκεί ακίνητος, έπεσε σκόπιμα από το καροτσάκι κι άρχισε να σέρνεται πάνω στο γρασίδι.

Προχώρησε έρποντας μέχρι το λευκό ξύλινο φράκτη που υπήρχε γύρω από το οικόπεδό τους. Με μεγάλη προσπάθεια, ανασηκώθηκε στηριγμένος στο φράκτη αποφασισμένος να περπατήσει. Συνέχισε να το κάνει αυτό κάθε μέρα, μέχρι που δημιουργήθηκε μονοπάτι γύρω γύρω, σ’ όλη την έκταση της διαδρομής που ακολουθούσε. Η μεγαλύτερη επιθυμία στη ζωή του ήταν να δώσει ζωή σ’ εκείνα τα πόδια. Με τα καθημερινά μασάζ, την άκαμπτη επιμονή του και τη σιδερένια αποφασιστικότητά του, απέκτησε κάποια στιγμή την ικανότητα να στέκεται στα πόδια του, μετά να περπατά με βοήθεια και μετά να περπατά μόνος του και, τέλος, να τρέχει.

Αρχικά πήγαινε στο σχολείο περπατώντας, μετά πήγαινε στο σχολείο τρέχοντας, και, μετά έτρεχε μόνο και μόνο για να χαρεί το τρέξιμο.

Πολύ αργότερα, στο Μάντισον Σκουέαρ Γκάρντεν, αυτός ο νεαρός που δεν αναμενόταν να ζήσει, που σίγουρα ποτέ δε θα μπορούσε να περπατήσει, που ποτέ δε θα μπορούσε να τρέξει – αυτός ο αποφασιστικός νεαρός, ο Δόκτωρ Γκλεν Κάνιγκχαμ, ήρθε πρώτος στα 1500 μέτρα! (Burt Dubin).

(Βάλσαμο για την ψυχή, εκδ. Διόπτρα σελ. 213-215)

            Είπεν ένας ερημίτης:

- Αν όσα χρωστάς σ’ αυτή τη ζωή τα ξεπληρώσης, τότε σώζεσαι. Αν φας όμως και καμμιά παραπάνω, παίρνεις και κανένα φράγκο παραπάνω. Αν φάη κάποιος ξύλο άδικα, τότε έχει καθαρό μισθό. Πολλές φορές δηλαδή, ανθρώπους με πολύ καλή ζωή συμβαίνει να τους βρίσκουν τα χειρότερα. Εάν ο Θεός επιτρέπει, γιατί επιτρέπει;

Ας φέρω ένα παράδειγμα: Είναι μια καλή οικογένεια. Και ο άνδρας πολύ καλός και η γυναίκα πολύ καλή και τα παιδάκια πολύ καλά. Όλοι εκκλησιάζονται, κοινωνούν κ.λ.π. Για μια στιγμή περνάει ένας μεθυσμένος ή ένας τρελλός, χτυπάει τον οικογενειάρχη και τον σκοτώνει. Στα καλά καθούμενα. Μετά, όσοι άνθρωποι είναι απομακρυσμένοι από τον Θεόν, λένε: «Για δες τον. Βλέπετε; Πηγαίνει με το σταυρό στο χέρι γι’ αυτό τα ‘παθε».

Αυτό είναι αναίδεια. Επιτρέπει ο Θεός να παθαίνουν και άνθρωποι χωρίς να φταίνε καθόλου, για να δίνη την ευκαιρία στους τελείως αναιδείς να λένε ό,τι είπε και ο καλός ληστής. Τι βλέπουμε στους δυο ληστές; Ο ένας έβριζε τον Χριστό: «Αν είσαι Θεός, κατέβα κάτω» κ.λ.π. Λέει ο άλλος: «Δεν φοβάσαι τον Θεό; Εμείς δικαίως ταλαιπωρούμαστε. Ο άνθρωπος αυτός δεν έκανε τίποτα. Δεν φοβάσαι τον Θεό»; (Βλ. Λουκ. 23,39-41)

Δηλαδή, δια να δώση ο Θεός την ευκαιρία στους αναιδείς να συνέλθουν, επιτρέπει να πάθουν μερικοί, χωρίς να φταίνε. Ενώ αυτοί που παθαίνουν, μπορεί να είναι τα πιο αγαπημένα παιδιά του Θεού. Στον Παράδεισο ο Θεός πιστεύω δεν θα τους πη: Καθήστε σ’ αυτή τη θέσι. Αλλά: Διαλέξτε τον καλύτερο τόπο. Καταλάβατε; Έτσι είναι. Με το να ζητάμε το δίκαιό μας τα χάνουμε όλα. Χάνομε και την ειρήνη μας, χάνομε και τον μισθό μας.

(Αθωνικό Γεροντικό, αρχ. Ιωαννικίου Κοτσώνη, σελ.152-153)

  Φωνὴ ζωηρῆς ἐπικλήσεως πρὸς τὸν Θεό. Φωνὴ καρδιᾶς συντετριμμένης καὶ ταπεινωμένης μέχρι κά τω στὴ γῆ, στὸ χῶμα. Φωνὴ ἱκεσίας θερμῆς, ἀπὸ τὰ τρίσβαθα ψυχῆς ὀδυνωμένης. Ψυχῆς ποὺ ἀπ’ ὅλους καὶ ὅλα εἰσέπραξε τὴν ἀπόρριψη. Οἱ θλίψεις καὶ δοκιμασίες τῆς ζωῆς σὰν κύματα ἀλλεπάλληλα τὴ βύθισαν στὸ πέλαγος τῆς ἀπογνώσεως, καὶ ἄλλη πιὰ βοήθεια δὲν ἔχει νὰ ἀναμένει ἀπὸ πουθενὰ παρὰ μόνο ἀπὸ Ἐκεῖνον. Ψυχῆς ποὺ ἀνατείνεται ὁρμητικὰ πρὸς τὸν Θεὸ καὶ μὲ πόθο ἰσχυρὸ καὶ ἀπαντοχὴ τελεία καρφώνει τὸ βλέμμα της ἐπάνω του. Ψυχῆς ποὺ βοᾶ, κραυγάζει πρὸς τὸν Θεό!

  –Κύριε, μὴν ἀργήσεις...
Σὰν τὴ φωνὴ νεαρῆς κόρης πρὸς τὸν σύζυγο ποὺ ξενιτεύεται, σὰν τὴ φωνὴ παιδιῶν πρὸς τὸν πατέρα ποὺ μπαρκάρει, σὰν τὴ φωνὴ ἀσθενοῦς πρὸς τὸ γιατρὸ ποὺ φεύγει ἀπὸ κοντά του, ἔτσι ἡ φωνὴ τοῦ Ψαλμωδοῦ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καὶ μαζί της καὶ ὅλες ἀνὰ τοὺς αἰῶνες οἱ φωνὲς ἐκείνων ποὺ Τὸν ἀναζητοῦν: τὸν Πατέρα, τὸν Νυμφίο, τὸν Ἰατρό. Ἐκεῖνον! Καὶ τὰ μάτια τους ἐκεῖ, κολλημένα, ἀκίνητα, ἀπαρασάλευτα.

  Χωρὶς νὰ γυρνοῦν πουθενὰ ἀλλοῦ. Χωρὶς νὰ δέχονται καμιὰ ἄλλη παράκληση. Χωρὶς νὰ τοὺς ἐνδιαφέρει τίποτε ἄλλο. Μόνον αὐτό, πότε θὰ ξανάρθει ὁ Κύριος. Πότε πάλι θὰ τοὺς ἐπισκεφθεῖ. Πότε θά ’ρθεῖ, γιὰ νὰ Τὸν νιώσουν κοντά τους, νὰ αἰσθανθοῦν τὴν παρουσία του δίπλα τους, νὰ παρηγορηθεῖ ἡ καρδιά τους ἀπὸ τὸ βάρος ποὺ τὴν πιέζει, νὰ βαλσαμώσουν οἱ πόνοι της...

  «Κύριε, μὴ χρονίσῃς» (Ψαλ. ξθ΄ [69] 6).
Καὶ ὁ Κύριος ἀκόμα δὲν φαίνεται. Καὶ ἡ ψυχὴ ἀκόμα πιὸ ἐπίπονα τώρα φωνάζει: Ποῦ εἶσαι, Κύριε; Γιατί δὲν μὲ ἀκοῦς; Γιατί δὲν ἔρχεσαι νὰ μὲ συναντήσεις; Πόσο ἀκόμα θὰ ἀντέχω νὰ φωνάζω; Τρέξε, Κύριε, κινδυνεύω νὰ καταποντισθῶ. Τρέξε, Κύριε, νὰ μὲ βοηθήσεις, «εἰς τὸ βοηθῆσαί μοι σπεῦσον» (στίχ. 2), νὰ μὲ γλυτώσεις ἀπὸ τὴ θλίψη μου. Τρέξε, Κύριε, νὰ ἁπαλύνεις τὸν πόνο μου, νὰ ἀνακουφίσεις τὸ βάρος μου. Μὴν καθυστερήσεις ἄλλο, ἱκετεύω.

  «Κύριε, μὴ χρονίσῃς»!
Ἀλλά, ψυχὴ θεοφιλής, σὺ ποὺ ἀκόμα Τὸν ἀναζητεῖς, Τοῦ φωνάζεις, μὴν ἀποκάμνεις. Συνέχισε. Λίγο ἀκόμα. Καὶ λίγο ἀκόμα.

 «Ἔτι μικρὸν ὅσον ὅσον, ὁ ἐρχόμενος ἥξει καὶ οὐ χρονιεῖ» (Ἑβρ. ι΄ 37).
Θά ’ρθεῖ ὁ Κύριος στὴ ζωή σου, ὅπως τὸ θέλησες, ὅπως τὸ πόθησε ἡ καρδιά σου. Θά ’ρθεῖ· δὲν θὰ καθυστερήσει. Θά ’ρθεῖ καὶ θὰ σοῦ δώσει ὅ,τι Τοῦ ζήτησες. Ὅ,τι γνωρίζει ὅτι ἔχεις ἀνάγκη. «Οὐ χρονιεῖ». Δὲν θὰ καθυστερήσει. Τὸ ὑποσχέθηκε ὁ Ἴδιος. Τὸ ἀκούσαμε ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ νὰ τὸ λέει: «Ὁ δὲ Θεὸς οὐ μὴ ποιήσῃ τὴν ἐκδίκησιν τῶν ἐκλεκτῶν αὐτοῦ τῶν βοώντων πρὸς αὐτὸν ἡμέρας καὶ νυκτός, καὶ μακροθυμῶν ἐπ’ αὐτοῖς; λέγω ὑμῖν ὅτι ποιήσει τὴν ἐκδίκησιν αὐτῶν ἐν τάχει» (Λουκ. ιη΄ 7-8).

 Ὁ Θεὸς λοιπὸν δὲν θὰ ἀποδώσει τὸ δίκαιο αἴτημα τῶν ἐκλεκτῶν του, ποὺ μέρα - νύχτα φωνάζουν πρὸς Αὐτὸν μὲ τὶς προσευχές τους καὶ Ἐκεῖνος ἀναβάλλει νὰ τοὺς τὸ δώσει; Σᾶς διαβεβαιώνω ὅτι γρήγορα θὰ τοὺς ἱκανοποιήσει. Ἔτσι μᾶς εἶπε ὁ Κύριος. Τώρα ποὺ βρίσκεσαι στὴ δίνη τοῦ πειρασμοῦ, τῆς θλίψεως, τῆς δοκιμασίας, σοῦ φαίνεται πὼς καθυστερεῖ ὁ Θεός. Πὼς φωνάζεις καὶ δὲν σὲ ἀκούει. Ὅταν ὅμως ἔλθει στὴ ζωή σου καὶ σοῦ χαρίσει τὸ ἔλεός του καὶ σὲ βγάλει ἀπὸ τὸ ἀδιέξοδο ὅπου βρίσκεσαι, τότε καὶ σὺ θὰ ὁμολογήσεις ὅτι «ἐν τάχει» ἐνήργησε ὁ Κύριος. Τότε ἀποβλέποντας στὸ παρελθὸν σου θὰ λές, πότε τέλειωσαν ὅλα αὐτὰ καὶ ἤδη ἀπολαμβάνω τὸν ἥλιο στὴ ζωή μου; Τότε ὅλα θὰ ἔχουν ξεχαστεῖ πιὰ καὶ οὔτε ποὺ θὰ γυρνᾶ τὸ μυαλό σου στὰ περασμένα.

  Γι’ αὐτὸ τώρα συνέχισε νὰ Τοῦ φωνάζεις. Μὲ τὸν ἴδιο αὐτὸ λόγο.
«Κύριε, μὴ χρονίσῃς»!
Σήκωσε τὰ χέρια σου, προσήλωσε τὸ βλέμμα σου ἐπάνω στὴν ἁγία μορφή του, ἱκέτευσέ Τον μὲ ὅλο τὸν πόθο, τὴν ἀπαντοχή, τὸ δόσιμο τῆς ψυχῆς σου. Καὶ ἐπιπλέον, πτώχευσε μπροστά του. Γίνε «πτωχὸς καὶ πένης» (στίχ. 6). Παραδέξου ὅτι ἐπάνω σου δὲν ὑπάρχει κανένας πλοῦτος, καμιὰ ἱκανότητα, τίποτε ποὺ νὰ σὲ στηρίζει, νὰ σὲ δικαιώνει μπροστὰ στὸν Θεό. Κι ὅταν αὐτὸ σοῦ γίνει ἐσωτερικὸ φρόνημα, μόνιμη διάθεση μέσα σου, τότε θὰ δεῖς τὸν Κύριο νὰ ἔρχεται στὴ ζωή σου καὶ νὰ σὲ σηκώνει, νὰ σὲ ἀνεβάζει, νὰ σὲ δοξάζει.
Διότι μόνος Αὐτὸς εἶναι «ταχὺς εἰς βοήθειαν».

Πηγή:www.osotir.org

Μετά από χρόνια ασθενειών, κακουχιών, με έκδηλα τα σημάδια της κούρασης σε σώμα, πνεύμα και ψυχή, πονώντας το σώμα πλέον και σε απλές καθημερινές κινήσεις που όλοι θεωρούμε τόσο δεδομένες και απλές στην καθημερινότητά μας, αναλογίζομαι και μονολογώ. Αναλογίζομαι τι έμαθα όλο αυτόν τον καιρό, αν πήρα κάποιο μάθημα για την ζωή μου, για τους γύρω μου, για Εκείνον.

Δεν έμαθα πολλά, βλέπεις η κάθε ασθένεια δεν είναι και από ένα μαθηματάκι, υπάρχουν και χαρακτήρες όπως εγώ, αντιδραστικοί , εγωιστικοί, που δεν τα παίρνουν εύκολα τα «γράμματα» με την πρώτη. Δεν έμαθα πολλά, μα έμαθα όμως αληθινά, όσα έμαθα και όχι παπαγαλία. Πόνεσα πολύ για να μάθω, αλλιώς δεν θα μάθαινα.

Η ασθένειά μου, μού έδωσε μοναξιά, ηρεμία και ησυχία. Την τόσο πολύτιμη ησυχία που διψάει η ψυχή και ας μην ξέρει το γιατί. Κακά τα ψέματα, όσοι άνθρωποι και αν βρίσκονται κοντά σου, στον απολογισμό της ημέρας και του πόνου, είσαι μόνος. Για την ακρίβεια μόνο εσύ και Εκείνος. Σκέφτομαι πως δεν πρέπει να είναι τυχαίο πως ακόμα και όσοι απέχουν ή δεν πιστεύουν στον Θεό, τις δύσκολες εκείνες ώρες Εκείνον επικαλούνται και αναζητούν. Εκείνον να μιλήσουν… Στην ησυχία και στο δάκρυ, ο πιο Πονεμένος και ο πιο Αδικημένος από όλους, ο Εσταυρωμένος μας Χριστός, είναι πάντα εκεί. Ποιός μπορεί να νιώσει ακριβώς πόσο πονάς παρά μόνο Εκείνος… ποιος μπορεί να καθίσει δίπλα σου με γνήσια Αγάπη και κατανόηση για ότι περνάς... μόνο Εκείνος. Σιωπηλός, μα λέει όσα δεν λένε χίλιες λέξεις μαζί... γιατί είναι μέσα σου και σε νιώθει ακριβώς... Γιατί είσαι το παιδί Του, που πονάει για αυτό, που θυσιάστηκε γι αυτό. Και ας έκανες στη ζωή σου χίλια λάθη, και ας προκάλεσες πολλά, ίσως, από όσα σήμερα σε αρρώστησαν και σε πονούν, και ας μη φταίει τίποτε από όλα αυτά, απλά να αναρωτιέσαι «Γιατί σε μένα; Γιατι;»... και ας τον στεναχώρησες άπειρες φορές... Εκείνος δεν έχει εγωισμό, δε σε αφήνει από το βλέμμα Του λεπτό…

Ένα μάθημα: «Ποτέ δεν είσαι μόνος σου, όσο και αν πονάς , αναρωτιέμαι αν ο Χριστός μας πονάει περισσότερο από ότι εμείς».

Δεύτερο μάθημα: «Ας μάθω από Εκείνον, από τη στάση Του, πως θα πρέπει να είμαι σε ανάλογη περίπτωση στον πόνο του αδερφού μου και εγώ».

Εγώ που όλα τα ήξερα, που για όλα είχα γνώμη και άποψη, που τα πάντα έκρινα και βουβά και δυνατά. Εγώ που νόμιζα πως οι πολλές συμβουλές και η πολυλογία, είναι ό,τι ζητάει ο αδερφός μου ο ασθενής... ο πονεμένος. Μα τελικά κατάλαβα πως δεν το ζήταγε εκείνος, αλλά εγώ για να επιβεβαιωθώ πως είμαι κάποια... και έτσι έμαθα ξαφνικά πως αγαπάω εγωιστικά για να αναδειχθώ εγώ.... Τι κρίμα... προσπάθησα να ανυψώσω τον εαυτό μου εκμεταλλευόμενη ακόμα και τον πόνο του άλλου. Πόσο λυπάμαι για αυτό... και ήρθε η ώρα που ασθένησα και εγώ, και συνάντησα παρόμοιες συμπεριφορές και τόλμησα να εκνευριστώ…

Πλέον έμαθα μέσα από Εκείνον, πως αρκεί μια αγκαλιά, ένα αληθινό «σε αγαπώ», ένα άγγιγμα τρυφερό, ένα βλέμμα που λέει όσα δεν μπορούν να πούνε οι λέξεις... και πάνω από όλα... όταν ανοίξω το στόμα μου, δεν θα είναι συμβουλές και φιλολογίες, μα αυτό που μόνο από Εκείνον άκουγα να μου λέει: «Σε καταλαβαίνω... σε νιώθω... πραγματικά πονάω μαζί σου και Εγώ... είθε η παρουσία μου να σου δώσει δύναμη και κουράγιο...». Και ένα ζεστό χαμόγελο, το χαμόγελο στον πόνο είναι ευεργετικό.

Έπρεπε να τσαλακώσω πολύ τον εγωισμό μου, έπρεπε να πονέσω αφόρητα για πολύ καιρό, μα αυτό το μάθημα που πήρα χρυσοπληρώνεται, είναι πανάκριβο και θα το ξαναπλήρωνα όλο από την αρχή για να το ξαναμάθω. Και αν χρειάζεται ο αδερφός μου συμβουλή, θα μου την ζητήσει, και εγώ πολύ προσεκτικά και αν έχω λίγη γνώση σε αυτό, θα τη δώσω, μα θα πρέπει να είμαι πολύ σίγουρη πλέον γι αυτό. Και δε θα φοβάμαι πλέον να απαντώ: «Μακάρι να ήξερα... αλλά δεν ξέρω και λυπάμαι πολύ γι αυτό... Μα αν θες οπωσδήποτε να μάθεις, άνοιξε τα μάτια και τα αυτιά της ψυχής σου πολύ καλά.. και αυτό για να γίνει, θέλει ένα καλό καθάρισμα η ψυχή.. καθάρισμα από εγωισμούς, πάθη, και όρεξη και έρωτα για Εκείνον... Τον Χριστούλη της καρδιάς μας, τον πονεμένο μας Πατέρα, τον ιδρωμένο από φόβο Κύριό μας (έτσι τον νιώθω μέσα μου και τόλμησα να το γράψω), στο όρος των ελαιών, για όσα θα πάθαινε σε λίγες ώρες για εμάς.

Γιατί πολύ πριν από εσένα και από εμένα, Εκείνος πόνεσε όσο δε θα πονέσει ποτέ κανείς και μάλιστα διπλά. Η ανθρώπινή Του φύση, πόνεσε και μαρτύρησε σωματικά αλλά και ψυχικά από την προδοσία και την αδικία, και η Θεϊκή Του πόνεσε περισσότερο ακόμα για να λυτρώσει αιώνια το αγαπημένο του πλάσμα, το αγαπημένο του παιδί, όλους εμάς.

Τρίτο μάθημα: Σου δίνει δύναμη πίστης! Δεν τα βάζω πλέον μαζί Του ούτε λεπτό. Με έμαθε να μην καταλογίζω ευθύνες στους άλλους για τη δική μου κατάσταση, αλλά κυρίως να μην καταλογίζω ούτε και σε Εκείνον. Και αν κάποτε έλεγα γιατί μου το κάνεις αυτό, τώρα πλέον ξέρω πως Εσύ δεν κάνεις τίποτε! Ναι· επιτρέπεις για το καλό μου, μα δεν το προκαλείς... Εγώ επέτρεψα και προκάλεσα να δηλητηριάσω το σώμα και την ψυχή μου, με τη ζωή μου. Και αναπόφευκτα τα αρρώστησα και τα δύο.

Ας σταματήσουμε να ρωτάμε το ανθρώπινο και κατανοητό κατά τα άλλα, «ΓΙΑΤΙ» της κακουχίας και ασθένειας των γύρω μας και του εαυτού μας· αν θέλουμε απαντήσεις ας ρωτήσουμε Τον μόνο που γνωρίζει το γιατί και αν δεν πάρουμε απάντηση παρόλα αυτά, ας Τον εμπιστευθούμε και ας αφεθούμε. Τα σχέδιά Του για εμάς είναι σίγουρα πολύ μεγαλύτερα από τα πιο ανέφικτα μεγαλεπήβολα ανθρώπινα δικά μας.

Σε εσένα που πονάς είτε σωματικά είτε ψυχικά, γράφτηκαν αυτές οι λέξεις. Για να μοιραστώ μαζί σου αυτά τα μαθήματα και αν σε είχα απέναντί μου, είμαι σίγουρη πως και από εσένα θα έπαιρνα άλλα τόσα και περισσότερα. Κουράγιο στο δύσκολο Σταυρό που κουβαλάς, μη νιώθεις μόνος, είμαστε και εμείς εδώ και πάνω από όλα είναι Εκείνος παντού!

Και μιας και γράφοντας αυτές τις λέξεις, τελείται ο κατανυκτικός Εσπερινός της Συγγνώμης, ένα μεγάλο συγγνώμη από την καρδιά μου, για τις φορές που σε στεναχώρησα με λόγια ή πράξεις μου, για τις φορές που ήμουν απούσα όταν με χρειάστηκες, και για τη μη προσπάθειά μου να φερθώ περισσότερο όπως Εκείνος μας δίδαξε και επιμένω να κρατάω συνεχώς την ανθρώπινη εγωιστική μου στάση και συμπεριφορά.

Ένα συγγνώμη για άλλη μια φορά, και όσο ζω θα την ζητώ, και σε Εσένα Κύριε και Πατέρα μου.

Σελίδα 1 από 9