Πήγαινε συχνά ο διάβολος στη σπηλιά κάποιου Ερημίτη, για να τον τρομοκρατήσει και να τον κάνει να φύγει από εκεί.

Εκείνος όμως όχι μόνο δεν δείλιαζε, αλλά περιφρονούσε το πονηρό πνεύμα.

Τότε ο διάβολος, για να τον παραπλανήσει, του παρουσιάστηκε με τη μορφή του Χριστού.
- Είμαι ο Χριστός, του είπε.
Ο Ερημίτης έκλεισε τα μάτια του.
- Γιατί κλείνεις τα μάτια σου; του φώναξε ο διάβολος ερεθισμένος. Σου είπα πως είμαι ο Χριστός.
- Εγώ δεν θέλω να δω τον Χριστό σε αυτόν τον κόσμο,
αποκρίθηκε ο Ερημίτης, κρατώντας ακόμη τα μάτια του κλειστά.
Με τη θαρρετή απάντηση του ανθρώπου του Θεού ο διάβολος εξαφανίστηκε και δεν τόλμησε πια να τον πειράξει.
(Γεροντικόν, Θεοδώρας Χαμπάκη, εκδ. Λυδία, σελ. 399)

Από το βιβλίο του Αρχιεπ. Antony Bloom «Ζωντανή προσευχή».

Το θαύμα δεν είναι παραβίαση των νόμων που διέπουν μεταπτωτικά τον κόσμο, αλλά είναι επάνοδος της κυριαρχικής επικράτησης των νόμων της Βασιλείας του Θεού. Ένα θαύμα γίνεται μόνο όταν πιστεύουμε ότι ο νόμος βασίζεται στην αγάπη του Θεού και όχι στη δύναμή Του. Μπορεί να πιστεύουμε πως ο Θεός είναι παντοδύναμος αλλά να μην πιστεύουμε στον πρόνοιά Του και τότε το θαύμα δεν μπορεί να γίνει. Διαφορετικά θα έπρεπε ο Θεός να επιβάλει δια της βίας την θέλησή Του. Αυτό όμως δεν το κάνει. Γιατί το πιο βασικό και ευαίσθητο σημείο στις σχέσεις Του με τον κόσμο, παρά την πτώση του ανθρώπου ,είναι ότι σέβεται απόλυτα την ανθρώπινη ελευθερία και τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Όταν λέμε στο Θεό: «Πιστεύω, γι’ αυτό ζητάω τη βοήθειά Σου», είναι σαν να του λέμε: «Πιστεύω, πως είσαι πρόθυμος να με εισακούσεις, ότι έχεις αγάπη και ότι ενδιαφέρεσαι για το κάθε γεγονός της ζωής μου». Όταν έτσι καταθέτουμε την αδύνατη πίστη μας, τότε δημιουργούμε σωστή κοινωνία με το Θεό και δίνουμε τη δυνατότητα να γίνει το θαύμα.
Εκτός όμως από αυτή την κατηγορία των αμφιβολιών μας, που αναφέρονται στην αγάπη του Θεού και που είναι λανθασμένες, υπάρχει και μια άλλη κατηγορία αμφιβολιών που επιτρέπονται. Μπορούμε να λέμε στο Θεό: «Σου ζητώ αυτό , αν είναι σύμφωνο με το θέλημά Σου ή είναι για το καλό μου ή αν δεν υπάρχει κάποιος κρυφός κακός σκοπός μέσα μου όταν Σου το ζητώ», και άλλα παρόμοια . Αυτού του είδους οι αμφιβολίες επιτρέπονται γιατί δείχνουν πως δεν έχουμε εμπιστοσύνη στο λογισμό μας. Και όταν ζητάμε κάτι από το Θεό έτσι πρέπει να του το ζητάμε.
Όπως ακριβώς η Εκκλησία είναι η συνέχεια της παρουσίας του Χριστού στο χρόνο και στο χώρο , έτσι και η προσευχή του χριστιανού πρέπει να είναι προσευχή του Χριστού, αν και αυτό προϋποθέτει αγνότητα καρδιάς , την οποία δεν έχουμε. Η προσευχή της Εκκλησίας είναι η προσευχή του Χριστού, ειδικώτερα όμως η Θεία Λειτουργία, όπου αποκλειστικά και αδιάλειπτα ο Χριστός προσεύχεται. Αλλά οποιαδήποτε άλλη προσευχή, με την οποία ζητάμε κάτι συγκεκριμένο από το θεό, είναι προσευχή γεμάτη ερωτηματικά. Στις περισσότερες περιπτώσεις δεν γνωρίζουμε τι θα ζητούσε ο Χριστός , αν βρισκόταν σε μια τέτοια περίσταση. Γι’ αυτό, πριν από τα λόγια της προσευχής μας βάζουμε ένα «εάν», που σημαίνει: Σύμφωνα με όσα εγώ καταλαβαίνω, σύμφωνα με εκείνο που γνωρίζω για το θέλημα του Θεού, θα ήθελα να γίνει έτσι αυτό το πράγμα, για να εκπληρωθεί το θέλημά Του.
Ένα τέτοιο «εάν» επίσης σημαίνει ότι περικλείω στα λόγια της προσευχής μου την επιθυμία μου να γίνει το καλύτερο δυνατό σε κάθε περίπτωση. Γι’ αυτό, Θεέ μου, Συ μπορείς να μεταβάλεις το κάθε συγκεκριμένο αίτημά μου σε ο,τιδήποτε Εσύ θα έκρινες ασύμφορο, διατηρώντας μόνο την πρόθεσή μου, που είναι να γίνει και στο θέμα αυτό το θέλημά Σου, ακόμη και τότε που τόσο ανόητα σου υποδεικνύω και το πώς θα μου άρεσε εμένα να γίνει το θέλημά Σου ( Ρωμ. 8,26 ) .
Ας πάρουμε ένα παράδειγμα. Όταν προσευχόμαστε για να γίνει κάποιος καλά, ή να επιστρέψει από ένα ταξίδι σ’ ένα ορισμένο χρονικό διάστημα- γιατί υπάρχει σοβαρός λόγος γι’ αυτό- τότε η προσευχή μας έχει σκοπό το καλό αυτού του προσώπου. Δεν έχουμε όμως τόσο καθαρή πνευματική όραση, ώστε να διακρίνουμε το πραγματικό καλό του προσώπου και πιθανόν το χρονοδιάγραμμα που εμείς συσχετίζουμε με το πρόσωπο αυτό να είναι λανθασμένο.
Το «εάν» επίσης σημαίνει πως, σύμφωνα με τα κριτήριά μου, αυτό που Σου ζητώ είναι σωστό και σκόπιμο να γίνει έτσι, με τον τρόπο , που εγώ νομίζω. Αν όμως κάνω λάθος, να μην λάβεις υπόψη Σου τα λόγια μου, αλλά την πρόθεσή μου.
Ο Στάρετς Αμβρόσιος της Όπτινα είχε το χάρισμα να διαβλέπει ποιό ήταν το πραγματικό καλό για έναν άνθρωπο. Ο αγιογράφος της Μονής είχε πάρει ένα μεγάλο χρηματικό ποσό και ετοιμαζόταν να ξεκινήσει για την πατρίδα του. Θα είχε οπωσδήποτε προσευχηθεί να φύγει σύντομα. Αλλά ο στάρετς τον καθυστέρησε επίτηδες τρεις μέρες και έτσι τον έσωσε από τη ληστεία και τη δολοφονία ,που είχε σχεδιάσει εναντίον του ένας από τους εργάτες του. Όταν ο αγιογράφος ανεχώρησε από τη Μονή ο κακοποιός είχε εγκαταλείψει την κρυψώνα του. Πέρασαν χρόνια για να ανακαλύψει ο αγιογράφος τον κίνδυνο από τον οποίο τον γλίτωσε ο στάρετς.
Μερικές φορές προσευχόμαστε για κάποιον που αγαπάμε και που έχει κάποια ανάγκη , χωρίς να μπορούμε να τον βοηθήσουμε. Πολλές φορές δεν ξέρουμε και τι είναι σωστό να ζητήσουμε. Δεν βρίσκουμε λέξεις, ακόμα και για να βοηθήσουμε κάποιον που υπεραγαπάμε.

Από το βιβλίο του Αρχιεπ. Antony Bloom «Ζωντανή προσευχή», εκδόσεις «ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ»


Στη Σκήτη των Ιβήρων, στην Καλύβη των Αγίων Αποστόλων, στην συνοδεία εκείνη ήταν και ο Γερο-Παχώμιος. Στο πρόσωπό του έβλεπε κανείς ολοφάνερα ζωγραφισμένη την αγιότητα. Το γεροντάκι αυτό ήταν πολύ απλό και τελείως αγράμματο, μα πολύ χαριτωμένο.

Όταν ερχόταν για να εκκλησιαστεί τις γιορτές στο Κυριακό της Σκήτης ποτέ του δεν καθόταν στο στασίδι, αλλά στεκόταν πάντα όρθιος (ακόμα και στις ολονυκτίες) και έλεγε την ευχή. Όταν τύχαινε να τον ρωτήσει κανείς “πού βρίσκεται η ακολουθία;” απαντούσε: “Ψαλτήρια! Ψαλτήρια λένε οι πατέρες”. Όλα τα έλεγε ψαλτήρια. Ούτε από ψαλτικά ήξερε εκτός απ’ το Χριστός Ανέστη που έψαλλε το Πάσχα.

Ήταν πάντα πρόθυμος να κάνει τα χατίρια των άλλων χωρίς να ’χει καθόλου δικό του θέλημα. Όση στεναχώρια και αν είχε κανείς, μόλις έβλεπε τον π. Παχώμιο του έφευγε και ειρήνευε. Όλοι τον αγαπούσαν. Ακόμη και τα φίδια που του ’χαν εμπιστοσύνη και δεν έφευγαν, όταν τον έβλεπαν. (Στην περιοχή της Καλύβης υπήρχαν πολλά φίδια, γιατί υπήρχαν πολλά νερά).

Οι άλλοι δύο πατέρες της συνοδείας πολύ φοβούνταν τα φίδια, μα ο γερο-Παχώμιος τα πλησίαζε χαμογελαστός, τα έπιανε και τα έβγαζε έξω από το φράχτη τους. Μια μέρα, ενώ πήγαινε βιαστικός σε μια άλλη Καλύβη, στο δρόμο βρήκε ένα μεγάλο φίδι, το οποίο τύλιξε στη μέση του σαν ζώνη για να τελειώσει πρώτα τη δουλειά του και μετά να το βγάλει έξω από την περιοχή τους!

O π. Ιάκωβος, τρόμαξε μόλις τον είδε και ο π. Παχώμιος πολύ παραξενεύτηκε απ’ αυτό. Μετά μου έλεγε: “Δεν ξέρω γιατί φοβάται τα φίδια. Εκείνος ο π. Ανδρέας φοβάται ακόμα και τους σκορπιούς” και συνέχισε: “Εγώ τους μαζεύω στη χούφτα μου τους σκορπιούς απ’ τα ντουβάρια και τους πετάω έξω απ’ την Καλύβα. Τώρα που τρέμουν τα χέρια μου από το Parkinson, τα μεγάλα φίδια σβαρνίζοντας τα βγάζω έξω”.

Τον ρωτάω: “Γιατί δε σε δαγκώνουν εσένα τα φίδια γερο-Παχώμιε;” για να μου απαντήσει: “Κάπου γράφει ο Ιησούς Χριστός σ’ ένα χαρτί “εάν έχεις πίστη πιάνεις και τα φίδια και τους σκορπιούς και δε σε πειράζουν”…

ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΓΕΡΟΝΤΙΚΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ


Ο σύντροφος του εξορίστου Ντοστογιέφσκυ

Ο Ντοστογιέφσκυ έσερνε τα βήματά του με την συνοδεία βαρβάρων, στον βαρβαρώτερο τόπο της εξορίας: Την Σιβηρία. Ήταν αντίπαλος του καθεστώτος. Σ’ έναν από τους σταθμούς του θλιβερού ταξιδιού του, μια γυναίκα τούβαλε στο χέρι 25 ρούβλια, αρκετά για να αγοράση λίγο ψωμί, σαπούνι, ρούχα, όχι όμως και τη γαλήνη του πνεύματός του. Αλλά μαζί με το χαρτονόμισμα τούδωσε και μια Αγία Γραφή. Αυτή η Βίβλος βοήθησε να μην πεθάνη το μεγάλο πνεύμα του Ντοστογιέφσκυ. Στις σελίδες της έσβησε τη δίψα της ψυχής του.
Και ενώ τα πόδια επλήγιαζαν στην γη της εξορίας, το πνεύμα του εξεκουραζόταν στην Πατρίδα της Πίστεως, της Ειρήνης, της Αγάπης…


Η φωνή του Πνεύματος

Διηγούνται, πως κάποτε μια συντροφιά ασεβών  βρήκε τρόπο διασκεδάσεως τη διακωμώδηση του ιερού Ευαγγελίου. Πήρε ο πρώτος της παρέας στα χέρια του την  αγία Γραφή και άρχισε να διαβάζη απομιμούμενος τη φωνή του ιερέως του. Το κομμάτι που διάβαζε, ήταν κατά τύχην η παραβολή του Ασώτου.
«Άνθρωπος τις είχε δύο υιούς», εδιάβαζε ο κωμωδός. «Και συναγαγών άπαντα ο νεώτερος απεδήμησεν εις χώραν μακράν…». «Σαν και σένα, Γιάννη», του φώναξε ο πιο έξυπνος και η παρέα άρχισε να καγχάζη.
«Και εκεί διεσκόρπισε την ουσίαν αυτού, ζων ασώτως». «Σαν και σένα, Γιάννη», του ξαναφώναξαν  αστεϊζόμενοι.  Αλλ’ εκείνος αυτή τη φορά δε μίλησε. Κάτι ένοιωθε μέσα του, καθώς έβλεπε μέσα στις γραμμές της παραβολής, που θέλησε να περιγελάση, να αναδύεται ο ίδιος ο εαυτός του. Ένας κόμπος  έδενε το λαιμό του. Και όταν έφθασε στο «Αναστάς, πορεύσομαι προς τον Πατέρα μου», ξέσπασε σε δάκρυα. Οι άλλοι τον κύτταζαν κατάπληκτοι. Αλλ’ εκείνος «αναστάς ήλθε προς τον πατέρα αυτού». Το πνεύμα του Θεού του είχε μιλήσει σε μια αναπάντεχη στιγμή με ένα εντελώς ξεχωριστό τρόπο…
Και σε σένα κράζει το Πνεύμα, φίλε αναγνώστα. Προσπάθησε ν’ ακούσης τη φωνή του. «Εξαπέστειλεν ο Θεός το πνεύμα του υιού αυτού εις τας καρδίας υμών, κράζον, Αββά ο πατήρ». Ακούεις την  κραυγή του;  (Από το βιβλίο «Ύδωρ εκ Πέτρας» του κ. Κ. Κούρκουλα)

Απαραίτητη ώρα

Ο περίφημος πρόεδρος των Ηνωμένων πολιτειών Αβραάμ Λίνκολν, εκάλεσε κάποτε ένα συνεργάτη του εις ακρόασιν στις 5 το πρωί. Παρά τέταρτο ο προσκεκλημένος βρισκόταν στα γραφεία του προέδρου και ήκουε συζήτησιν.
- Ποιος είναι μέσα; Ηρώτησε τον θυρωρόν.
- Ο Πρόεδρος, κύριε.
- Συζητεί με κανέναν;
- Όχι, μελετά την Αγία Γραφήν.
- Τόσο πρωί;
- Μάλιστα, κύριε. Ο Πρόεδρος από τις 4 έως τις 5 κάθε πρωί μελετά την Αγίαν Γραφήν και προσεύχεται.
Άραγε στο δικό μας πρόγραμμα υπάρχει μια τέτοια ώρα;

Γιατί είναι γραμμένος ο λόγος του Θεού (Χρυσόστομος)
Θα ήταν βέβαια πιο καλά να μην έχουμε καθόλου ανάγκη από τα γράμματα, αλλά να παρουσιάζουμε βίο έτσι καθαρό, ώστε η χάρις του Θεού, αντί σε βιβλία, να είναι τυπωμένη στις ψυχές μας. Κι όπως το χαρτί είναι γραμμένο με μελάνι, έτσι κι η καρδιά μας να είναι γραμμένη με το Άγιο Πνεύμα. Αλλά μια και ξεπέσαμε από τέτοια χάρι, ας εκμεταλλευόμαστε τουλάχιστο αυτόν τον δεύτερο τρόπο.
Αφού είναι κακό να χρειαζώμαστε τα γράμματα και να μην μπορούμε να δεχθούμε απ’ ευθείας το Πνεύμα , σκέψου τι βαρειά ευθύνη πέφτει επάνω μας, όταν δεν επωφελούμαστε από τη βοήθεια των γραμμάτων. (Χρυσόστομος)

Η λυδία λίθος της ψυχής (Χρυσόστομος)
Οι χρυσοχόοι έχουν μίαν πέτραν πολύτιμον, που την ονομάζουν λυδίαν λίθον. Η πέτρα αυτή έχει την ιδιότητα να ξεχωρίζη το πραγματικό χρυσάφι από το κίβδηλο.
Αλλά μια τέτοια πέτρα, μια τέτοια λυδία λίθος, με την οποίαν ημπορούμεν να ξεχωρίσωμεν την αρετήν από την κακίαν, τους πραγματικούς χριστιανούς από τους ψεύτικους, είναι η Αγία Γραφή. Θέλεις να ιδής αν είσαι γνήσιος ή ψεύτικος χριστιανός; Σε συμβουλεύω ν’ αγοράσης αυτήν την λυδίαν λίθον, την Γραφήν, και ν’ αρχίσης να την μελετάς προσεκτικά. Κάθε φορά που θα διαβάζης έναν στίχον, να ελέγχης τον εαυτόν σου και να τον ερωτάς: αυτό που γράφεται εδώ, το εφήρμοσα; Από την στιγμήν αυτήν θ’ αρχίσης να μπαίνης εις το μεγάλο νόημα του Χριστιανισμού και να γίνεσαι συνειδητός χριστιανός.
(Χρυσόστομος)

Η μελέτη της Γραφής

«Επί πολύν καιρόν εζάλιζα τον εαυτόν μου – λέγει ένας γέρων – δια μερικά δυσνόητα μέρη της Αγίας Γραφής. Ήτο αδύνατον να τα καταλάβω, ή να έχω ικανοποιητικήν ερμηνείαν από άλλους πιο εντριβείς εις τας Γραφάς.

Τέλος, είπα, θα κάνω εις την μελέτην της Γραφής, ό,τι κάνω και όταν τρώγω ψάρι. Όταν συναντώ κάτι τι, που δεν το εννοώ, το αφήνω κατά μέρος και λέγω αυτό είναι «κόκκαλο». Γιατί να πνιγώ με το κόκκαλο, ενώ λέγω ίσως τα καταφέρω να βγάλω και από το κόκκαλο τροφήν. Μεγάλος είναι ο Θεός! Και προσεύχομαι πάντα, να μου ανοίγη ο Θεός τα μάτια, να βλέπω τα θαυμάσια Του, εν τω λόγω της αληθείας Του, τη Αγία Γραφή.
Δεν βιάζομαι και δεν εκβιάζω ερμηνείας. Ένα πράγμα που δεν εννοούσα άλλοτε, με εφώτισε ο Θεός και το κατάλαβα σήμερον. Όλα θέλουν καιρόν και υπομονήν. Η υπομονή είναι σοφία, και αποβαίνει πάντοτε, συν Θεώ σωτηρία».

(από το βιβλίο Ψιχία από της τραπέζης, Κωνσταντίνου Κούρκουλα)

Μια Κυριακή ο Άγιος Σπυρίδων λειτουργούσε μόνος του. Όλο το εκκλησίασμα έψαλλε. Μετά το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα αμέτρητες αγγελικές φωνές άρχισαν να ψάλλουν. Οι πάντες βουβάθηκαν. Και από την έκπληξη, και από το θαυμασμό, και από το δέος, και από τον φόβο. Και όταν ο Άγιος Σπυρίδων είπε προς τον λαόν «Ειρήνη πάσι», άγγελοι και αρχάγγελοι, Σεραφείμ και Χερουβείμ, Θρόνοι, Κυριότητες, Εξουσίες, Δυνάμεις, όλες οι ουράνιες δυνάμεις, με μια φωνή απάντησαν: «Και τω Πνεύματί Σου». Έτσι οι πιστοί εκκλησιαζόμενοι χριστιανοί, εκείνη την αξέχαστη Κυριακή, έζησαν την ουράνια λατρεία της θριαμβεύουσας Εκκλησίας να ενώνεται με την επί γης Στρατευομένη Εκκλησία. Τη μια Εκκλησία, με τον Έναν ποιμένα, τον Χριστόν.

Είναι αυτό που ζούσε ο παπα-Τύχων ο Αγιορείτης ασκητής, στο Χερουβικό ύμνο. Άγγελοι τον άρπαζαν στον ουρανό, για μισή ώρα περίπου. Και κει πάνω ζούσε, βίωνε, την ουράνια Λατρεία της Βασιλείας του Θεού. Όταν συνήρχετο μονολογούσε θαμπωμένος, από τα Μεγαλεία του Θεού, Πω πώωω, παράδεισος. Πωπώωω, Χερουβείμ, Σεραφείμ, Χαρά Θεού. Δόξα Θεού, πλούτος Θεού, άγγελος με ανεβάζει, άγγελος με κατεβάζει. Τι πλούτος, τι μεγαλείον Θεού. Ο παπα-Τύχονας είναι ένας από τους νεοτέρους οσίους λειτουργούς, και ασκητάς Αγιορείτας των ημερών μας, και εκοιμήθη οσιακώς μόλις το 1968.

Αλλά μήπως το ίδιο δε συνέβαινε και με τον Άγιο Νεκτάριο, όταν ελούζετο στον Χερουβικό ύμνο και στον καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων από ανέσπερο, ολόλαμπρο, ολόλευκο, άκτιστο φως, μέσα σε αγγελικές ψαλμωδίες;

Και ο Άγιος Γεώργιος Καρσλίδης ζούσε, όταν ζούσε στο μοναστηράκι έξω από τη Δράμα, ζούσε λειτουργικά με αγγέλους και αρχαγγέλους. Τα Λειτουργικά Πνεύματα πολλές φορές εθεάθησαν να θυμιάζουν την Μεγάλη Είσοδο ευλαβών ιερέων. Και άλλα πάλι να συνωστίζονται στο Άγιον Βήμα δια τα τελούμενα. Πολλές οι παρόμοιες αγγελικές και Χερουβικές συλλειτουργίες από ιερείς ασκητάς του Αγίου Όρους.

Ο ΦΩΣΤΗΡΑΣ της οικουμένης, ο ιερός Χρυσόστομος (40ς αί.), με το διορατικό του χάρισμα είδε πολλές φορές τούς άγίους αγγέλους νά επιτηρούν και νά φυλάνε ακατάπαυστα την εκκλησία, και μάλιστα την ώρα της αναίμακτης θυσίας.
Όταν αρχίζει ο ιερέας νά προσκομίζει", διηγήθηκε ο άγιος στους πνευματικούς του φίλους, "κατεβαίνουν αμέσως Αγγελικές δυνάμεις από τον ουρανό με λαμπρές και θαυμαστές ενδυμασίες. με πόδια γυμνά και σκυμμένο πρόσωπο περιτριγυρίζουν το άγιο θυσιαστήριο, και στέκονται έκει ήσυχοι και σιωπηλοί μέχρι το τέλος της θείας λειτουργίας.
Ύστερα σκορπίζονται σ' όλο το ναό, β0ηθουν τούς κληρικούς πού μεταδίδουν ατό λαό τ' άχραντα Μυστήρια, και τούς δυναμώνουν στην πίστη".

ΣΤΟ βίο τού άγίου Ευθυμίου τού μεγάλου (4ος αι) αναφέρεται μία εντυπωσιακή εμφάνιση θεϊκής φωτιάς σε ώρα θείας λειτουργίας.
Μια Κυριακή λειτουργούσε ο όσιος με το μαθητή του Δομετιανό. Κάποια στιγμή ο Τερέβωνας, πού ήταν πριν Σαρακηνός και στεκόταν εκεί κοντά, βλέπει νά κατεβαίνει φωτιά από τον ουρανό, ν' απλώνεται πάνω στο θυσιαστήριο σαν ένα μεγάλο λευκόϋφασμα και νά σκεπάζει τον μεγάλο Ευθύμιο και το Δομετιανό. Βλέποντας το εξαίσιο θαύμα ο Τερέβωνας φοβήθηκε κι έκανε πίσω. Η θεϊκή φωτιά διατηρήθηκε από την αρχή μέχρι το τέλος τού τρισάγιου ύμνου.
Έκτός από τον μεγάλο Ευθύμιο και το Δομετιανό, πού βρέθηκαν μέσα ατή φωτιά, το θαύμα το είδε και ο μοναχός Γαρβιήλιος, πού είχε τότε είκοσι πέντε χρόνια στο μοναστήρι και διακρινόταν για την ψυχική του καθαρότητα.
Πολλές φορές, όταν λειτουργούσε ο όσιος Ευθύμιος, έβλεπε άγίους αγγέλους νά συλλειτουργούν μαζί του.
Συχνά επίσης, όταν μετέδιδε στους μοναχούς τη θεία Κοινωνία, έβλεπε άλλους νά φωτίζονται και άλλους νά κατακρίνονται απ' αυτήν σαν ανάξιοι τού θείου φωτισμού.

Ο ΟΣΙΟΣ Σέργιος του Ραντονέζ (1392) είναι ο ιδρυτής της περίφημης Λαύρας της Αγίας Τριάδος, ατό Ζαγκόρσκ της Μόσχας, κι ένας από τούς πιο αγαπημένους άγίους του ρωσικού λαού.
Κάθε φορά πού λειτουργούσε, τον αξίωνε ο Θεός νά έχει συλλειτουργό έναν άγγελο.
Κάποτε ο π. Συμεών, πού υπηρετούσε σαν εκκλησιαστικός_ είδε μια φλόγα νά βγαίνει από την άγία τράπεζα και νά περιβάλλει τον όσιο τον είδε ολόκληρο λουσμένο σ' αυτό το υπερκόσμιο Φως.
Όταν ο όσιος ετοιμάστηκε νά μεταλάβει, ή φλόγα υψώθηκε, μαζεύτηκε σαν ένα πέπλο και βυθίστηκε ατό άγιο ποτήριο. Αφού κοινώνησε, απομακρύνθηκε από την άγία τράπεζα και ρώτησε τον κατάπληκτο μοναχό:
Γιατί, παιδί μου, φαίνεσαι τόσο ταραγμένος;
- Αξιώθηκα, γέροντα, νά δω τη χάρη του Αγίου Πνεύματος νά σε περιβάλλει!...
Τότε ο όσιος του είπε επιτακτικά:. Όσο ζώ, νά μη φανερώσεις σε κανέναν αυτό πού είδες!

Ο ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΑΣ άγιος Ιάκωβος ο αγιορείτης (lη Νοεμ6ρίου) διηγήθηκε κάποτε στο μαθητή του Μαρκιανό όσα θαυμαστά είδε στη διάρκεια μιας θείας λειτουργίας:
Καθώς φορούσε ο ιερέας την ιερατική του στολή, έφεξε μπροστά του το φως των αγγέλων, ‘όπως φέγγει ο ήλιος την αυγή, πριν ανατείλει. όταν άρχισε νά προσκομίζει, τέσσερα αγγελικά τάγματα πήγαν και στάθηκαν στα τέσσερα σημεία του ναού.
Τελειώνοντας την προσκομιδή, σκέπασε με τα ιερά καλύμματα τα τίμια Δώρα, πού συνάμα καλύφθηκαν από μια λάμψη.
Την ώρα της μεγάλης εισόδου, όταν βγήκαν τα Αγια, προπορευόταν ένα φως, πού σκέπαζε το λαό. το ίδιο φως περικύκλωσε αργότερα την άγία τράπεζα, όταν τοποθετήθηκε το δισκοπότηρο πάνω σ' αυτήν. 'Έξω από τον φωτεινό αυτό κύκλο στέκονταν οι άγγελοι ευλαβικά, χωρίς να τολμούν νά πλησιάσουν. το φως δεν έφυγε από τον ιερέα σ` όλη τη διάρκεια της λειτουργίας. .
Από το στόμα του έβγαινε αόρατη φλόγα, όταν εκφωνούσε τις ευχές και διάβαζε το Ευαγγέλιο.
Επίσης, όταν ύψωνε τα χέρια του, από τα δάχτυλά του ξεχυνόταν φως.
Μετά τον καθαγιασμό, είδα τον Κύριο, ως βρέφος καθισμένο ατό δισκάριο μέσα σε φωτεινή δόξα. 'Ο ιερέας τον μέλισε σε τέσσερα μέρη, και το τίμιο Αίμα Του χύθηκε στο άγιο ποτήριο, από το όποίο μετάλαβε ο λειτουργός.
Όταν τελείωσε ή μυσταγωγία, είδα πάλι το θείο Βρέφος ακέραιο ν' ανεβαίνει με δόξα και τιμή στον ουρανό, συνοδευόμενο από τούς άγίους αγγέλους".

Ο ΟΣΙΟΣ Σεραφείμ του Σάρωφ (1759-1833), ο τόσο προσφιλής αυτός άγιος των 'Ορθοδόξων, ενισχυόταν στους αγώνεςτου από τη θεία πρόνοια με πνευματικά οράματα, πού παρηγορούσαν την ψυχή του.
Σαν διάκονος έβλεπε κατά καιρούς στις ακολουθίες τούς άγίους αγγέλους νά ψάλλουν και να διακονούν μαζί με τούς μοναχούς.
Κάποτε, διηγείται ο ίδιος, λειτουργούσα τη Μεγάλη Πέμπτη.
Μετά τη μικρή είσοδο και τα αναγνώσματα, είπα, ο ταπεινός, πλάι ατό άγιο θυσιαστήριο την εκφώνηση: «Κύριε, σώσον τούς ευσεβείς και επάκουσον ημών».
Ύστερα βγήκα στην ωραία πύλη και, υψώνοντας το οράριο προς το εκκλησίασμα, συμπλήρωσα την ευχή του Τρισάγιου ύμνου: «και εις τους αιώνας των αιώνων».
Τη στιγμή εκείνη έλαμψε μπροστά μου ένα φως.
Κοιτάζω προς τα εκεί, και βλέπω τον Κύριό μας 'Ιησού Χριστό, με τη μορφή του γιου του ανθρώπου ν' αστράφτει πιο πολύ κι απ' τον ήλιο μέσα σε άπλετο φως.
Τον τριγύριζαν σαν σμήνος από μέλισσες οι ουράνιες δυνάμεις των αγγέλων, αρχαγγέλων, χερουβείμ και σεραφείμ.
Είχε μπει από τη δυτική πύλη, και βαδίζοντας ανάερα στάθηκε απέναντι από τον άμβωνα.
Υψώνοντας μάλιστα το χέρι Του Ευλόγησε τούς λειτουργούς και τούς προσευχομένους.
Τέλος, μπήκε στη θέση πού βρίσκεται ή εικόνα Του, πλάι στην ωραία πύλη.
Η καρδιά μου σκίρτησε από αγαλλίαση, από γλυκύτατη αγάπη για τον Κύριο".
Αξιοσημείωτο εΙναι ότι το όραμα σύνεση την ώρα της εισόδου των ιερέων στο άγιο βήμα, πού συμβολίζει την είσοδό τους στον ίδιο τον ουρανό.
«Ποίησον, Κύριε», δέεται χαμηλόφωνα τη στιγμή εκείνη ο ιερέας, «συν τη είσόδω ημών είσοδον άγίων αγγέλων γενέσθαι, συλλειτουργούντων ημίν και συνδοξολογούντων την σήν αγαθότητα». Έξάλλου, μετά την είσοδο ψάλετε και ο αγγελικός ύμνος: «Άγιος ο Θεός, Άγιος Ισχυρός, Άγιος Αθάνατος ελέησαν ημάς».
Το όραμα αυτό φανερώνει πώς οι ουράνιες δυνάμεις συλλειτουργούν αόρατα μαζί μας.
Γι' αυτό κάθε πιστός ας γνωρίζει ότι προσεύχεται ανάμεσα στους αγγέλους, σαν νά βρίσκεται στον ουρανό.

Ο Άγιος Θεόφιλος (1788-1853), ένας δια Χριστόν σαλός ιερομόναχος του ρωσικού βορρά, πού ασκήθηκε σε διάφορα μοναστήρια και ερημητήρια του Κιέβου, δεν έπαυε, ακόμα και όταν λειτουργούσε, νά σκανδαλίζει τούς άλλους αδελφούς με την παράξενη συμπεριφορά του.
Ό τότε μητροπολίτης Κιέβου Φιλάρετος, ενοχλημένος απ' όλ' αυτά, κάλεσε τούς συμβούλους του, για νά εξετάσει μαζί τους την περίπτωση του ιερομόναχου. Σύντομα όμως έριξε φως στην υπόθεση ένας αδελφός, στον όποίο ο στάρετς είχε δώσει εξηγήσεις για την «ανάρμοστη» συμπεριφορά του στη διάρκεια των ιερών ακολουθιών:
Ο Θεός, του είχε πει εμπιστευτικά, βλέπει την απλότητά μου.
Λειτουργώ σύμφωνα με τη σωστή τάξη, διαβάζω όλες τις απαιτούμενες ευχές και τιμώ τον προεξάρχοντα ως ανώτερό μου.
Όσο όμως βυθίζομαι στη θεωρία της τελέσεως του μυστηρίου, ξεχνώ τον εαυτό μου και ότι ειναι γύρω μου.στη διάρκεια της θείας λειτουργίας βλέπω μια σταυρόσχημη ακτίνα νά κατεβαίνει από ψηλά και νά αιωρείται πάνω από τούς λειτουργούς.
Βλέπω επίσης κάποια δροσιά νά κατεβαίνει στα τίμια Δώρα, και λαμπρούς αγγέλους νά πετάνε πάνω από την άγία τράπεζα ψάλλοντας: « άγιος, Άγιος, Άγιος Κύριος Σαβαώθ' πλήρης ο ουρανός και ή γη της δόξης σου». Τότε όλη μου ή ύπαρξη αρπάζεται ανέκφραστα, και μου είναι αδύνατον νά τραβήξω την προσοχή μου από το πάντερπνο όραμα.
Αδελφέ, δεν σου λέω δικαιολογίες, άλλά την καθαρή αλήθεια. σε παρακαλώ όμως νά μη φανερώσεις όσα σου είπα, για νά μη σκανδαλιστούν οι άλλοι από μένα, τον βρωμερό αμαρτωλό".

Ο ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ μας Άγιος Σάββας (1862-1948), προστάτης και πολιούχος της Καλύμνου, τελούσε τη θεία λειτουργία με τέλεια προσήλωση στο μυστήριο.
Πολλές φορές συλλειτουργούσε και συνομιλούσε με άγίους, κάποτε μάλιστα με τούς τρεις Ιεράρχες, ενώ συγχρόνως τον περιέβαλλαν χοροί αγγέλων.
Την ώρα της θείας μεταλήψεως, όπως είχαν παρατηρήσει συλλειτουργοί του ή και άλλοι πιστοί, φούσκωνε και ξεχείλιζε το άγιο ποτήριο, χωρίς όμως νά χύνεται ή θεία Κοινωνία.
Η Νίκη Κουτελαίνα, αργότερα μοναχή Σαλώμη, είδε κάποτε τον όσιο στην προσκομιδή πολύ υψωμένο, ενώ τριγύρω παραστέκονταν αγγελικά τάγματα. Παρατήρησε μάλιστα κι αύτή ότι το άγιο ποτήριο φούσκωνε.
Φοβήθηκε ή γυναίκα, αλλά δεν μίλησε. 'Αργότερα φανέρωσε στον άγιο Σάββα αυτά πού είδε. 'Εκείνος όμως της είπε:
Ω, παιδί μου, μη προς Θεού! μην τα πεις πουθενά!

Ο ΠΑΤΗΡ Αθανάσιος Χαμακιώτης (1967), ο σεμνός λευίτης της «Νεραντζιώτισσας» Αμαρουσίου, λειτουργούσε κάποια μέρα στο παρεκκλήσι της Παναγίας μία γυναίκα από το εκκλησίασμα, ή Ε.Μ., πού στεκόταν μπροστά στο ιερό βλέπει έναν ξανθό διάκονο με λευκή στολή νά υπηρετεί τον π. 'Αθανάσιο μπροστά στην άγία τράπεζα.
Μάλιστα στεκόταν πάντα στα δεξιά του στη διάρκεια της θείας λειτουργίας δεν βγήκε καθόλου από το άγιο βήμα.
Σκέφτηκε ή γυναίκα πώς θα ήταν νεοχειροτονημένος, και του μάθαινε ο ιερέας τη λειτουργική τάξη.
Ή λειτουργία τελείωσε και ο κόσμος έφυγε. Εκείνη όμως παρέμεινε για νά ικανοποιήσει την περιέργειά της, νά δει
Ποίος ήταν ο διάκονος. ο π. ' Αθανάσιος κατέλυσε κι έφυγε, αλλά ο διάκονος δεν έβγαινε από το ιερό.
Τότε ή γυναίκα άνοιξε το παραπέτασμα. Μα δεν είδε κανέναν. Ο διάκονος είχε εξαφανιστεί. και άλλη έξοδος δεν υπήρχε!
Όταν αργότερα διηγήθηκε στον π. Αθανάσιο το περιστατικό, εκείνος με απλότητα της είπε:
Αυτά, παιδί μου, συμβαίνουν, αλλά μη λες πουθενά τίποτα".

ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΣ ηγούμενος του όσίου Δαβίδ, γέροντας 'Ιάκωβος Τσαλίκης (1991), ζούσε θαυμαστές εμπειρίες σ' όλες τις ιερές ακολουθίες,
Μα ιδιαίτερα την ώρα της θείας λειτουργίας.
'Όταν λειτουργούσε, έλαμπε από καθαρότητα και μεγαλοπρέπεια.
Συχνά, ατή μεγάλη είσοδω ή στην άγία πρόθεση, τον έβλεπαν νά μην πατάει στό έδαφος, άλλά νά στέκεται και νά βαδίζει στον αέρα.
Πολλές φορές αντίκριζε πάνω στην άγία τράπεζα αγγέλους και αρχαγγέλους νά κρατούν το Σώμα του Κυρίου.
Οι άνθρωποι", έλεγε, "ειναι τυφλοί και δεν βλέπουν
Τι γίνεται μέσα ατό ναό, ατή διάρκεια της θείας λειτουργίας.
Κάποτε λειτουργούσα, άλλά δυσκολευόμουν νά ξεκινήσω για τη μεγάλη είσοδω, από τα θαυμαστά πού έβλεπαν τα μάτια μου.
'Ο ψάλτης έλεγε και ξανάλεγε: «Ως τον Βασιλέα των όλων ύποδεξόμενοι».
Ξαφνικά, νιώθω νά με σπρώχνει κάποιος από τον ώμο και νά με οδηγεί στην άγία πρόθεση. Νόμισα πώς ήταν ο ψάλτης.
Απόρησα, πώς τόλμησε ο ευλογημένος νά κάνει τέτοιον ασέβεια - νά μπει από την ωραία πύλη και νά με σπρώξει.
Γυρίζω, και τι νά δω! μία τεράστια φτερούγα, πού είχε περάσει ο αρχάγγελος στον ώμο μου, με οδηγούσε νά προχωρήσω για τη μεγάλη είσοδω...
Τι γίνεται ατό ιερό την ώρα της λειτουργίας! στο χερουβικό άγγελοι ανεβοκατεβαίνουν, και συχνά αισθάνομαι τις φτερούγες τους να χτυπούν πάνω στους ώμους μου...
Μερικές φορές δεν μπορώ ν' αντέξω και κάθομαι στην καρέκλα. οι άλλοι ιερείς νομίζουν πώς κάτι έπαθα, δεν νιώθουν όμως αυτά πού βλέπω και ακούω.
Τι φτερούγισμα, παιδί μου, οι άγγελοι! και μόλις ο ιερέας πει το «Δι' ευχών», φεύγουν οι ουράνιες δυνάμεις.
Τότε μέσα ατό ναό απλώνεται απόλυτη ησυχία!".
Απόψε παιδί μου", αποκάλυψε κάποτε σ' ένα μοναχό, "συλλειτουργούσα με άγίους και αγγέλους σε θυσιαστήρια πού δεν περιγράφονται.
Σαν πεθάνω, νά πεις πώς κάποιος γέροντας συλλειτουργούσε κάθε νύχτα και συζούσε με την Άγία Τριάδα".

O άγιος Νήφων, επίσκοπος Κωνσταντιανής (4ος αι.) αξιώθηκε να δει πολλά θεϊκά οράματα με τα φωτισμένα από το Άγιο Πνεύμα μάτια της ψυχής του.
Κάποτε, σε μια θεία Λειτουργία, μόλις ο λειτουργός εκφώνησε: «Ευλογημένη η βασιλεία...», ο άγιος είδε φωτιά να κατεβαίνει από τον ουρανό και να καλύπτει το άγιο θυσιαστήριο και τον ιερέα, χωρίς εκείνος να το αντιληφθεί. Αργότερα, όταν άρχισε να ψάλλεται ο τρισάγιος ύμνος από τον λαό, τέσσερις άγγελοι κατέβηκαν κι έψαλλαν μαζί τους. Στον «Απόστολο», φανερώθηκε ο μακάριος Παύλος να καθοδηγεί τον αναγνώστη.
Στο «Αλληλούια», μετά τον «Απόστολο», οι φωνές του λαού ανέβηκαν ενωμένες στον ουρανό σαν πύρινο σφιχτοπλεγμένο σχοινί. Και στην ανάγνωση του Ευαγγελίου κάθε λέξη έβγαινε σαν φλόγα από το στόμα του ιερέα και υψωνόταν στα επουράνια.
Λίγο πριν από την είσοδο των τιμίων Δώρων, βλέπει ξαφνικά ο άγιος να ανοίγει ο ουρανός και να ξεχύνεται μια άρρητη και υπερκόσμια ευωδία. Άγγελοι κατέβαιναν από ψηλά, ψάλλοντας ύμνους και δοξολογίες στον Αμνό, τον Χριστό και Υιό του Θεού και νά! Παρουσιάζεται ένα πεντακάθαρο και τρισχαριτωμένο Βρέφος! Το κρατούσαν στα χέρια τους άγγελοι, οι οποίοι το εναπόθεσαν στο άγιο δισκάριο, όπου βρίσκονταν τα τίμια Δώρα. Γύρω Του μαζεύτηκαν πλήθος ολόλαμπροι και λευκοφόροι νέοι, οι οποίο ατένιζαν με θαυμασμό και δέος τη θεϊκή Του ομορφιά. Ήρθε η στιγμή της μεγάλης εισόδου!
Ο λειτουργός πλησίασε για να πάρει στα χέρια του το άγιο δισκάριο και το άγιο Ποτήριο. Τα ύψωσε και τα έβαλε πάνω στο κεφάλι του, σηκώνοντας μαζί τους και το Βρέφος. 'Όταν βγήκαν τα Άγια, κι ενώ ο λαός έψαλλε κατανυκτικά, είδε αγγέλους να φτερουγίζουν κυκλικά πάνω από τον λειτουργό. Δύο Χερουβείμ και δύο Σεραφείμ προχωρούσαν μπροστά του και πλήθος αγγέλων τον συνόδευαν, ψάλλοντας με αγαλλίαση άρρητους ύμνους. Όταν ο ιερέας έφτασε στην αγία Τράπεζα κι ακούμπησε τα τίμια Δώρα, οι άγγελοι τη σκέπασαν με τις φτερούγες τους. Τα δύο Χερουβείμ στάθηκαν στα δεξιά του λειτουργού και τα δύο Σεραφείμ στα αριστερά του, χωρίς όμως εκείνος να τα βλέπει. Η θεία μυσταγωγία συνεχίστηκε. Είπαν το «Πιστεύω» κι έφτασαν στον καθαγιασμό των τιμίων Δώρων. Ο λειτουργός τα ευλόγησε και είπε το «...μεταβαλών τω Πνεύματι σου τω Αγίω. Αμήν, Αμήν, Αμήν!» Τότε βλέπει πάλι ο δίκαιος έναν άγγελο να παίρνει μαχαίρι και να σφάζει το Βρέφος. Έχυσε το αίμα Του στο άγιο Ποτήριο, ενώ το σώμα Του το τεμάχισε και το τοποθέτησε στο δισκάριο.

«Όταν ο ιερέας λέει τα άγια τοις αγίοις, για μας όλους το λέει, παιδί μου. Σημαίνει: στα άγια μέλη του Χριστού να προσέλθει όποιος είναι άγιος!» -«Και τι είναι αγιοσύνη, πάτερ;» -«Αν είσαι ακόλαστος, μην τολμήσεις να γίνεις μέτοχος σε τόσο μεγάλο μυστήριο. Αν έχεις έχθρα με κάποιον, μην πλησιάσεις. Αν περιγελάς ή κατακρίνεις τον συνάνθρωπό σου, στάσου μακριά από τη θεία Κοινωνία. Πρώτα εξέτασε τον εαυτό σου, κι αν είσαι ενάρετος πλησίασε. Αν όμως δεν είσαι, φύγε…». Στο μεταξύ ο λειτουργός εκφώνησε: «Μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης προσέλθετε». Ο άγιος παρατηρούσε τώρα όσους κοινωνούσαν. Άλλων τα πρόσωπα μαύριζαν μόλις ελάμβαναν τα θεία Δώρα, ενώ άλλα έλαμπαν σαν τον ήλιο. Οι άγγελοι στέκονταν εκεί κοντά και παρακολουθούσαν με σεβασμό τη Μετάληψη. 'Όταν κοινωνούσε κάποιος ευσεβής, του έβαζαν στο κεφάλι ένα στεφάνι. Όταν, αντίθετα, πλησίαζε κάποιος αμαρτωλός, γύριζαν αλλού το πρόσωπό τους με φανερή αποστροφή.

ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΙΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΣ ἀπό το βιβλίο "ΧΑΡΙΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΧΑΡΙΣΜΑΤΟΥΧΟΙ"

ΤΟΜΟΣ ΠΡΩΤΟΣ
Ὁ ἰαματικός μεγαλομάρτυς Παντελεήμων γεννήθηκε στήν Νικομήδεια. Πατέρας του ἦταν ὁ εἰδωλολάτρης Εὐστόργιος καί μητέρα του ἡ χριστιανή Εὐβούλη. Μαρτύρησε τό 305 ἐπί αὐτόκράτορος Μαξιμιανοῦ.
Εἶχε σπουδάσει τήν ἰατρική στόν διδάσκαλο τῆς ἐπιστήμης αὐτῆς Εὐφρόσυνο. Τήν περίοδο τῶν σπουδῶν του γνώρισε τόν ἱερέα τῆς ἐκκλησίας τῆς Νικομηδείας ἅγιο Ἑρμόλαο. Αὐτός καλλιέργησε τά σπέρματα τῆς χριστιανικῆς πίστεως, πού εἶχε σπείρει στήν ψυχή του ἡ εὐσεβής Εὐβούλη, καί μετά τήν κανονική κατήχησι τόν βάπτισε.
Μιά μέρα κάποιοι ἔφεραν στό σπίτι τοῦ ἁγίου Παντελεήμονος ἕναν τυφλό. Ὁ ἅγιος, μαζί μέ τόν πατέρα του, τόν δέχθηκε καί τόν ρώτησε τί θέλει.
- Τό φῶς μου ποθῶ, γιατρέ μου. Πῆγα σέ πολλούς γιατρούς, ἀλλά κανείς δέν μπόρεσε νά μέ θεραπεύση. Ξόδεψα ὅλη τήν περιουσία μου στά φάρμακα καί δέν βρῆκα κανένα ὄφελος. Σέ παρακαλῶ, λυπήσου τήν ταλαιπωρία μου καί θεράπευσέ με.
- Ἀφοῦ ξόδεψες ὅλη τήν περιουσία σου στούς ἄλλους γιατρούς, τοῦ εἶπε ὁ ἅγιος, ἐάν ἐγώ σέ θεραπεύσω, τί θά μοῦ δώσεις;
- Ὅ,τι μοῦ ἀπέμεινε μέ χαρά καί προθυμία θά στό χαρίσω. Μόνο νά μέ θεραπεύσῃς.
- Θά σέ θεραπεύσῃ ὁ ἀληθινός Θεός χρησιμοποιώντας γιά ὄργανο Του ἐμένα! Τόν μισθό ὅμως τῆς θεραπείας, πού μοῦ ὑποσχέθηκες, νά τόν μοιράσῃς στούς φτωχούς.
Ὁ εἰδωλολάτρης πατέρας τοῦ ἁγίου Εὐστόργιος, νομίζοντας ὅτι μέ τήν συνηθισμένη ἰατρική ἀναλαμβάνει νά τόν θεραπεύσῃ, προσπάθησε νά τόν ἐμποδίσῃ:
- Μήν ἀναλαμβάνῃς, παιδί μου, τέτοιο ἔργο, ἀφοῦ τόσοι ἄλλοι γιατροί δέν τό κατώρθωσαν. Πρόσεξε μήν τυχόν ντροπιαστῇς στό τέλος. Τί περισσότερο μπορεῖς νά κάνῃς ἐσύ ἀπό τούς ἄλλους γιατρούς;
Ὁ Εὐστόργιος, νομίζοντας ὅτι ἀναφέρεται στόν διδάσκαλο Εὐφρόσυνο, τοῦ είπε:
- Παιδί μου, δυστυχῶς καί ὁ ἴδιος ὁ διδάσκαλός σου ἐπεχείρησε νά τόν θεραπεύσῃ καί δέν πέτυχε τίποτε.
- Περίμενε, πατέρα, καί θά δῆς τί θά κάνω.
Ἅπλωσε τότε τό δεξί του χέρι, ἔκανε τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ στά μάτια τοῦ τυφλοῦ καί προσευχήθηκε πρός τόν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό.
Ἀμέσως τά μάτια τοῦ τυφλοῦ ἄνοιξαν! Καί ὄχι μόνο τά μάτια τοῦ σώματος, ἀλλά καί τῆς ψυχῆς. Μόλις εἶδε ὁ τυφλός ὅτι μέ τήν ἐπίκλησι τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ θεραπεύθηκε, πίστεψε σ᾿ Αὐτόν. Μέ τό θαῦμα αὐτό πίστεψε καί ὁ πατέρας τοῦ ἁγίου Εὐστόργιος. Σέ λίγο καιρό ὁ ἅγιος Ἑρμόλαος βάπτισε καί τούς δύο.

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗ

Ό Αγιος διασώζει αυτούς που ταξίδευαν στή θάλασσα
ΚΗ. Τό όνομα, λοιπόν, τού άγιου Νικολάου, ό όποιος ήταν πιστός θεράπων τού Θεού, μεγαλυνόταν μέ τά θαυμαστά έργα πού έκανε ό Θεός. Έτσι ή φήμη τού Άγιου πήρε φτερά, πέταξε στά ύψη, έτρεχε παντού και περιλάμβανε τά πάντα, διέβαινε τό πέλαγος, περιφερόταν σέ ολόκληρη τή θάλασσα και δέν άφηνε κανέναν τόπο πού νά μήν άκούει γιά τά μεγάλα θαύματά του.
Κάποτε ναύτες συνάντησαν στή θάλασσα φοβερή φουρτούνα και έχασαν κάθε έλπιδα σωτηρίας άπό τις δικές τους δυνάμεις. Επειδή όμως ήξεραν, άπό τις φήμες πού κυκλοφορούσαν, ότι ό μέγας Νικόλαος προσέφερε, άνέλπιστα, άποτελεσματική βοήθεια οέ κινδυνεύοντες, όλοι στήριξαν σ’ αυτόν τήν έλπιδα τους γιά σωτήρια. Επικαλούνταν, λοιπόν, νοερά τή βοήθειά του νά σωθούν άπό τή φουρτούνα, άπλωναν ολόψυχα προς αυτόν τά χέρια τους, σάν νά ήταν δίπλα τους, και άπό αυτόν έξαρτούοαν τη μοναδική βοήθεια. Και ό Άγιος, χωρίς να χάσει καθόλου καιρό, ανέβηκε γρήγορα πάνω στο πλοίο και παρουσιάστηκε μπροστά στά μάτια τους.
«Νά, τούς είπε, με έχετε καλέσει και ήρθα νά σάς βοηθήσω».
Έπειτα, άφού τούς προέτρεψε νά έχουν θάρρος, πήρε τό πηδάλιο στά χέρια του, κάτω από τή θέα όλων, και έτσι σαφώς φαινόταν νά κατευθύνει τό πλοίο. Επιπλέον ό "Αγιος, άφού έπιτίμηοε τή θάλασσα, κατεύνασε προς χάρη των ναυτών τις τρικυμίες, τούς άνεμοστρόβιλους και τά άλλα άσχημα φαινόμενα τής κακοκαιρίας, όπως άλλωστε είχε πράξει παλαιότερα και ό Χριστός μας. Έτσι ό Άγιος, μέ τό θαύμα του, χάρισε γιά τούς ναύτες αυτούς ένα ήρεμο και γαλήνιο ταξίδι.
Όταν, λοιπόν, οι ναύτες, πλέοντες μέ άπαλό άεράκι, έφτασαν στή στεριά, κατεβαίνοντας άπό τό πλοίο, βιάζονταν νά προφτάσουν αυτόν πού τούς διέσωσε άπό τον κίνδυνο. Άφού έμαθαν ότι αύτός πήγε στο Ναό, έσπευσαν εκεί. Εκείνος άνακατεύτηκε μέ τούς άλλους κληρικούς και είχε σταθεί άνάμεσά τους, χωρίς νά ξεχωρίζει. Οι ναύτες, μόλις έριξαν σ’ αυτόν τά βλέμματά τους, ένώ ούδέποτε στο παρελθόν τον είχαν γνωρίσει, τον άναγνώρισαν άπό τήν έμφάνισή του στο πέλαγος και σ’ έκείνον άμέσως μίλησαν. Στή συνέχεια έτρεξαν και έπεσαν στά πόδια του και τά φιλούσαν, ένώ συγχρόνως εξέφραζαν μέ λόγια τις εύχαριστίες τους. Επίσης, ενθυμούμενοι τό φοβερό κίνδυνο πού διέτρεξαν, εξηγούσαν μέ δάκρυα και άπερίγραπτη χαρά πώς σώθηκαν. Έπειτα διηγούνταν μέ κάθε λεπτομέρεια και στούς παρευρισκομένους τό δράμα τους στή θάλασσα και τή θαυματουργική διάσωσή τους.

Ό Άγιος αποκαλύπτει τή μοχθηρία των ναυτικών καί τούς δίνει συμβουλές
ΚΘ. Ό θαυμαστός όμως Νικόλαος γνώριζε πολύ καλά ότι ύπήρχε άνάγκη νά σώσει τούς ναυτικούς και άπό τούς κινδύνους πού άπειλούσαν τήν ψυχή τους, ή όποια μάλιστα άξιζε για περισσότερη φροντίδα. Επειδή, λοιπόν, ό "Αγιος είχε διορατικό χάρισμα, δώρο τού Αγιου Πνεύματος, έβλεπε ότι οι άνθρωποι αυτοί είχαν μοχθηρία στην ψυχή τους, ή όποια τούς άπομάκρυνε άπό τό Θεό και τις εντολές του. Για τό λόγο αυτό, με υψωμένο τον τόνο τής φωνής του, τούς είπε τά έξής λόγια: «Σάς παρακαλώ, παιδιά μου, εξετάστε, έξετάστε στο βάθος τον έαυτό σας, τι πραγματικά άνθρωποι είστε, και στρέψτε τις καρδιές σας, τις σκέψεις σας και τά διανοήματά σας οέ ευαρέστηση τού Θεού. Γιατί και άν μπορούμε νά κρύβουμε άπό τούς άλλους άνθρώπους τήν άποψή μας, ότι τό πάν βρίσκεται στο νά κάνει κανείς φαύλες πράξεις, και φαινόμαστε καλοί άνθρωποι, όμως δέν είναι δυνατόν καμιά πράξη μας νά διαφεύγει άπό τό βλέμμα τού Θεού. Ή Αγια Γραφή, σχετικά μέ τό θέμα, λέγει’ ‘ό άνθρωπος βλέπει τό πρόσωπο [26], δηλαδή έξωτερικά και έπιφανειακά, ενώ ό Θεός βλέπει τήν καρδιά, δηλαδή τό βάθος τής ψυχής τού άνθρώπου’. Επίσης ή Γραφή λέγει και τό έξής' ‘μήν κάνετε κακές πράξεις και, έτσι, δέ θά σάς βρει κακό στή ζωή σας’ [27 ] Μάθετε έπιμόνως νά πράττετε τό καλό στους συνανθρώπους σας και νά έπιδιώκετε μέ όλη σας τήν καλή πρόθεση τον άγιασμό τού σώματός σας, γιατί, όπως λέγει ό θειος Παύλος, ‘είμαστε Ναός τού Θεού και εκείνον πού καταστρέφει τό Ναό τού Θεού θά τον καταστρέψει ό Θεός’ [ 28 ]. Έτσι νά κάνετε στή ζωή σας, και θά έχετε τό Θεό βοηθό άκαταμάχητο».
26. Β' Κορινθίους, κεφ. ι', στ. 7.
27. Σοφία Σειράχ, κεφ. ζ', στίχ. 1.
28. Α' Κορινθίους, κεφ. γ', στίχ. 16-17.
(ΣΥΜΕΩΝ, ΛΟΓΟΘΕΤΟΥ, ΤΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΟΥ ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΚΑΙ ΜΕΡΙΚΗ ΘΑΥΜΑΤΩΝ ΔΙΗΓΗΣΙΣ ΤΟΥ ΕΝΘΑΥΜΑΣΙ ΠΕΡΙΩΝΥΜΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΜΥΡΩΝ ΤΗΣ ΛΥΚΙΩΝ ΕΠΑΡΧΙΑΣ
(Απόδοση στη νεοελληνική γλώσσα) Εισαγωγή - Μετάφραση - Σχόλια Πραγματολογικά στοιχεία - Παραπομπές Επιλογή ύμνων άπό την άσματική 'Ακολουθία Γεωργίου Δ. Παπαδημητρόπουλου θεολόγον. Φιλολόγου - Λυκειάρχου, έκδοση Αποστολικής Διακονίας)

«Αναφέρει ο Paulo Coelho: «Ένα λιοντάρι συνάντησε μερικές γάτες που συζητούσαν.

- Θα τις καταβροχθίσω, σκέφτηκε.

Ξαφνικά όμως, αισθάνθηκε μια παράξενη ηρεμία και αποφάσισε να καθίσει κοντά τους για να ακούσει τι έλεγαν.

- Καλέ μου Θεούλη, είπε μία από αυτές, χωρίς να προσέξει το λιοντάρι. Προσευχόμαστε όλο το απόγευμα! Ζητήσαμε να βρέξει ο ουρανός ποντίκια!

- Και τίποτα δεν έγινε ως τώρα!, είπε μία άλλη. Μήπως δεν υπάρχεις;

Ο ουρανός παρέμεινε βουβός και οι γάτες έχασαν την πίστη τους.

Το λιοντάρι σηκώθηκε και συνέχισε το δρόμο του μονολογώντας:

- Για κοίτα τι γίνεται καμιά φορά! Σκόπευα να σκοτώσω αυτά τα ζώα, αλλά ο Θεός με εμπόδισε. Παρόλα αυτά, σταμάτησαν να πιστεύουν στη θεία χάρη γιατί ήταν τόσο συγκεντρωμένα σε αυτό το οποίο δεν είχαν, ώστε ούτε καν πρόσεξαν την προστασία την οποία έλαβαν»

(αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ,Πιστεύω στο Θεό, σελ. 270, Σταμάτα 2016)

Δεν είναι ακαδημαικός,ούτε εφευρέτης,ούτε εξωγήινος.Είναι εθνικός ήρωας στην Ουκρανία παρότι είναι Ρουμάνος.Γιατί;Επειδή είναι ΑΝΘΡΩΠΟΣ.
Είναι 50 ετών και έχει 400 παιδιά.Τα 33 από αυτά τα έχει υιοθετήσει,ενώ έχει την κηδεμονία των υπόλοιπων.Τα μεγαλώνει σε δύο μοναστήρια.Στο Μπαντσένι και στο Μποιάν.
Πρόκειται για τον επίσκοπο Λογγίνο.Τον γνωρίσατε πρώτη φορά μέσα από την ταινία «ΤΟ ΦΡΟΥΡΙΟ».Όταν γυρίστηκε η ταινία ήταν ο ιερομόναχος Μιχαήλ(Ζαρ).
Ξέρω ότι αυτή η ταινία άγγιξε πολλές ψυχές.Ξέρω πως άγγιξε τις ευαισθητες χορδές πολλών.Είναι μία ταινία για αγγέλους και αγίους ή αλλιώς για αγάπη και χριστιανική ομολογία.Είναι για την ψυχή μία δοκιμασία.Η παρουσία του Θεού σε αυτό το μοναστήρι είναι έντονη,τα θαύματα καθημερινά.

Σας παρουσιάζω λοιπόν μία συνέντευξη του επίσκοπου Λογγίνου,εξίσου συγκινητική που ίσως βοηθήσει να αναθεωρήσουμε πολλά.

-Δοκίμασα πολλά στη ζωή μου αλλά όλοι οι δρόμοι με οδήγησαν στην εκκλησία,στην πίστη,στον Θεό.Εαν θα μου έλεγε κάποιος όταν έμεινα ορφανός και μόνος σε αυτόν τον κόσμο,πήγαινε στο μοναστήρι να γίνεις μοναχός,να υπηρετήσεις τον Κύριο,θα πήγαινα.Ο Θεός όμως μου έδωσε άλλον σταυρό,άλλον δρόμο,για να περάσω από πολλά βάσανα και θλίψεις και να φτάσω εκεί που βρίσκομαι σήμερα.Επειδή όταν έμεινα μόνος μου σε αυτόν τον κόσμο...

-Σε ποιά ηλικία;
-Στα δεκαέξι μου.Ήμουν μικρός και φιλάσθενος.Εργαζόμουν πολύ.Μία μέρα πήγαινα σχολείο και μία μέρα άρμεγα τις αγελάδες στην φάρμα για να μπορώ να ζήσω..Την νύχτα φύλαγα τις αγελάδες στην φάρμα,καθάριζα, και το πρωί πήγαινα στο σχολείο.Όλα τα παιδιά έφευγαν από κοντά μου επειδή μύριζα κοπριά,εγώ όμως είχα μέσα μου ειρήνη...Και έτσι άρχισε η ζωή μου.Θυμάμαι όμως τον μεγαλύτερο πόνο μου...
Βγαίνοντας στο κατώφλι του σπιτιού μου και βλέποντας να βγαίνει ο καπνός από τις καμινάδες των γειτόνων,ρωτούσα τον Θεό:
«Θεέ μου,γιατί δεν έχω και εγώ ξύλα για να ανάψω φωτιά;Και πήγαινα,έβαζα όλα τα μαξιλάρια όπως τότε που κοιμόμουν με την μητέρα-η μητέρα ήταν άρρωστη και ήταν πολύ δύσκολα-και έβαζα τα μαξιλάρια πάνω στην σόμπα,ντυνόμουν,σκεπάζομουν με το πουπουλένιο πάπλωμα και ήμουν πολύ ευτυχισμένος εκεί κοντά στην μητέρα μου.
Έτσι συνέχισα και όταν δεν την είχα.Μόνο που μου έλειπε η μητέρα και κοιμόμουν αγκαλιά με τα ρούχα της και την φωτογραφία της.Έτσι κοιμήθηκα πολλά χρόνια,η ψυχή μου όμως σχιζόνταν από την νοσταλγία της μητέρας μου.Επειδή σαν εκείνην δεν είχα κανέναν.
Και όταν πεινούσα,πάλι ρωτούσα τον Θεό:
«Κύριε,γιατί δεν έχω τουλάχιστον ένα κομμάτι ψωμί;»Αφού δεν έχω ξύλα,τουλάχιστον να έχω ψωμί!Αφού μου πήρες την μανούλα,Κύριε,τουλάχιστον δώσε μου κάτι απ'όλα αυτά!»
Αλλά ο Θεός δεν μου απαντούσε τότε,επειδή δεν ήταν η στιγμή να μου απαντήσει,αλλά μου απαντάει σήμερα.Εαν είχα τότε απ'όλα,δεν θα είχαν αυτά τα τετρακόσια παιδια σήμερα,αυτά που έχουν.

-Πώς ξεπεράσατε αυτό το γεγονός που σας σημάδεψε,τον θάνατο της μητέρας σας;
-Διάβαζα όλο το βράδυ προσευχές,επειδή είχα μέσα μου έναν φόβο όταν νύχτωνε.Ήμουν μόνος στο σπίτι,διάβαζα προσευχές και έβαζα το βιβλίο κάτω από το μαξιλάρι.Μέχρι να κοιμηθώ όμως έβρεχα το μαξιλάρι με τα δάκρυά μου.Μου ήταν πολύ δύσκολο!Όμως αισθανόμουν και κάτι σαν ανακούφιση...δεν λέω ότι είδα κάτι,αλλά αισθανόμουν σαν να βρισκόμουν υπό την φροντίδα κάποιου.Αυτό είπε και η μητέρα πριν πεθάνει,ήταν τα τελευταία της λόγια:«Δεν έχω σε ποιόν να σε αφήσω,εαν σε αφήσω σε εκείνο το μέρος ή κάπου αλλού δεν θα σου φερθούν καλά,γι αυτό σε αφήνω στα χέρια του Θεού.Αυτός θα σε φροντίζει!

-Πότε σκεφτήκατε να πάτε στο μοναστήρι;Πώς σας ήλθε η ιδέα να ξεκινήσετε το μοναστήρι στο Μπαντσένι;
Εγώ πέρασα πολλά στη ζωή μου.Παντρεύτηκα,είχα οικογένεια,είχα τρία παιδιά-ή θα έλεγα την έχω και σήμερα,πνευματική οικογένεια.Είχα μία ζωή ήσυχη,ήμουν ιερέας,λειτουργούσα...όμως στην καρδιά μου είχα πόθο να πάω στο μοναστήρι.

Όταν έβλεπα μοναχούς ή μοναχές στα μοναστήρια ή έρχονταν σε εμάς ή όταν ήλθαν οι καλύτεροι καιροί για την χώρα,οι ευλογημένοι....Ο πατέρας Υάκινθος ερχόνταν σε εμάς και όταν πέθανε,όλο το χωριό έτρεχε για να δει πως είναι ένας μοναχός.Ο πόθος ήταν μεγάλος,αλλά δεν ήξερα ότι ο καθένας θα μπορούσε να πάει στο μοναστήρι να αγαπήσει τον Θεό.Σκέφτηκα ότι εκεί πηγαίνουν άνθρωποι εκλεκτοί.Όταν ήμουν στο μοναστήρι και κυμάτιζαν από τον αέρα οι μανδύες των μοναχών,όταν περνούσαν από κοντά μου,εμένα μου φαίνονταν πως με νανουρίζουν,τόσο καλά αισθανόμουν.
Έπειτα αποφασίσαμε με την πρεσβυτέρα-είχαμε ήδη τρία παιδια-να υπηρετήσουμε τον Θεό με πιο σκληρή άσκηση,να μην κοιτάμε τα του σώματος αλλά τα της ψυχής.Ένα ολόκληρο βράδυ συζητήσαμε και είχαμε την ίδια σκέψη:Να υιοθετήσουμε ορφανά.
Σίγουρα πήγαμε μαζί με την πρεσβυτέρα στο ορφανοτροφείο.Κοιτάγαμε,και όλο τρυγυρνούσαμε γύρω από ένα άρρωστο παιδί.
Μου λέει τότε:
-Τι όλο τριγυρίζεις κοντά του;Τόσα παιδιά υγιή βρίσκονται εδώ!Γιατί δεν κοιτάς τα άλλα;
Λέω τότε;«Ναί, πάμε στα άλλα παιδιά».Πάλι κοντά του όμως τριγυρνούσα και έλεγα:«Κοίτα το καημένο,δεν έχει κανέναν.Ποιός θα το βοηθήσει,ποιός θα το ταϊσει,ποιός θα το πλύνει;....και τελικά έτσι αποφασίσαμε και πήραμε τα δύο πρώτα παιδιά.

-Σε ποιάν ηλικία παντρευτήκατε και πότε μπήκατε στο μοναστήρι;
-Παντρεύτηκα 22 ετών,25 ετών χειροτονήθηκα και έπειτα το 1997 εγώ και η πρεσβυτέρα γίναμε μοναχοί-η πρεσβυτέρα μου είναι τώρα η μοναχή Σαλώμη.Τα παιδιά μας είναι όλα παντρεμένα,έχουμε και εγγονάκια,εμείς όμως συνεχίσαμε να υπηρετούμε τον Θεό από αυτόν τον δρόμο.Η μοναχή Σαλώμη ασχολείται πιο πολύ με τα παιδιά που έχουν Εϊτζ,μαζί με τις μοναχές απο την Μονή Μποιάν.

-Πόσες μοναχές ζουν εκεί;
-Εκατόν τριάντα μοναχές,οι οποίες φροντίζουν τα παιδιά

****


Δεν σκεφτηκα ποτέ ότι μπορει να έχω τόσα παιδια

-Θυμάστε όταν πήρατε το πρώτο παιδί και το πήγατε στο μοναστήρι;
-Τα πρώτα παιδιά τα πήρα στο μοναστήρι το 1991-92.Έπειτα πήρα δύο αδελφάκια που και αυτά τα υιοθέτησα.
Ανυπομονούσα να γυρίσω στο σπίτι,να τους κάνω το μπάνιο τους,πολύ μου αρέσει να κάνω μπάνιο στα παιδιά και να τα βάζω για ύπνο.Ότι έκανε η μητέρα μου,ήθελα να κάνω και εγώ:να τα φιλήσω και να τα αγκαλιάσω.
Εγώ ρωτούσα το βράδυ την μητέρα μου:«Μαμά,με ποιόν θα κοιμηθείς;Ήμασταν τέσσερα παιδιά.Εγώ επειδή ήμουν το μικρότερο και η μητέρα μου έλεγε:«με εσένα».Έτσι και εγώ,όταν με ρωτούσαν:«Πατέρα,με ποιόν θα κοιμηθείς;»εγώ τους έλεγα:«Με εσάς»Αυτή ήταν η ευτυχία μας,επειδή μπορούσα να τα χαϊδέψω και ν απαλύνω τον πόνο τους.

-Και συνεχίσατε στο μοναστήρι.Από εκεί τα πήρατε στο μοναστήρι.Έπειτα,όλο πήρατε και πήρατε...
-Όλους θα τους έπαιρνα σπίτι.Σίγουρα δεν σκέφτηκα ποτέ ότι θα έχω κάποτε τόσα παιδιά.

-Τετρακόσια!
-Ναι.Και πάλι λίγα είναι.Πιο πολλά θα ήθελα,έχουμε την δυνατότητα.Δεν πρέπει μόνο να τα πάρεις αλλά να τους δείξεις και γονική στοργή.Σε εμάς δεν είναι όπως στα κρατικά,που τα κρατάνε μέχρι τα 18 τους.Τα παιδιά είναι δικά μας για όλη τους τη ζωή.Παντρεύτηκαν,τους κάναμε σπίτια...

-Έχετε παιδιά τόσο μεγάλα που ήδη παντρεύτηκαν;!
-Ναι,πολλά παιδιά παντρεύτηκαν,τώρα έχουμε από αυτά και εγγόνια.Όλο και πολλαπλασιάζονται και κάθε χρόνο φτιάχνουνε 10-20 σπίτια.Συνεχίζουμε.Μας δώρησαν γη,θα φτιάξουμε εκεί σπίτια για τα παιδιά...Να τα μεγάλωσεις και να τα πετάξεις μετά στον δρόμο;Δεν πάει.Εαν τους δώσεις ένα σπιτάκι,μία δουλίτσα,τότε και αυτά με την σειρά τους θα συνεχίσουν να κάνουν το καλό,έτσι όπως τα μάθαμε εμείς.

-Σεβασμιώτατε πατέρα Λογγίνε.Δεν αποφύγατε να πάρετε κοντά σας παιδιά με αναπηρίες και με Έιτζ.Γιατί το κάνατε αυτό;.Δεν θα σας ήταν πιο εύκολο να πάρετε παιδιά υγιή-εγκαταλελειμένα,αλλά υγιή-και να τα μεγαλώσετε;
-Το σκέφτηκα και πολλοί με τρόμαζαν λέγοντάς μου πως θα είναι πολύ δύσκολα.Τότε αλήθεια μου ήταν δύσκολο.Τώρα όμως δεν μου είναι καθόλου δύσκολο,επειδή είμαστε πολλοί μοναχοί στο μοναστήρι.

-Πόσοι είστε;
-Ογδόντατρεις.Και αυτοί στην συνέχεια θα σηκώσουν τον σταυρό που σήκωσα και εγώ.Βρίσκονται δίπλα μου,με βοηθούν πολύ,όπως και οι μοναχές από το γυναικείο μοναστήρι που έφτιαξα εκεί που ήταν η ενορία μου.Εκεί υπάρχει θαυματουργή εικόνα της Παναγίας(Μποϊαν),μπροστά στην οποία θεραπεύτηκαν πολλά παιδιά.Δεν φοβήθηκα και δεν φοβάμαι ούτε τώρα,επειδή όταν πήρα τα παιδιά,εκείνα διάλεξαν εμένα και όχι εγώ τα παιδιά

-Πώς;
-Όταν έμπαινα εκεί,άπλωναν όλα τα χέρια τους και μου έλεγαν ''Μαμά!''.Δεν με έλεγαν πατέρα,με έλεγαν μαμά.Υπήρχαν άρρωστα παιδιά που δεν τα έπαιρνε κανένας.Έπαιρναν όλοι τα υγιή.Μάχη γινόνταν.Εγώ έπαιρνα όλα εκείνα τα παιδιά που δεν έπαιρνε κανένας.Έπαιρνα 10-15 την φορά.Είμαι όμως πολύ ευτυχισμένος!Δεν μπορώ να εκφράσω πόση χαρά έχω στην ψυχή που ό Θεός μου έδωσε έλεος και οικτιρμό.
***


Και εσύ φοβάσαι;Δεν θα με πάρεις;

- Πότε αποφασίσατε να πάρετε παιδιά με Έιτζ;Πώς το αποφασίσατε;
-Η πρώτη περίπτωση ήταν ένα κοριτσάκι.Πήγα στο ορφανοτροφείο-έφερνα γάλα κάθε πρωί.Ο γιατρός εκεί μου είπε:«Θέλεις να δεις ένα παιδί με Έϊτζ;»
Είπα:«Θέλω να δω.Δεν είδα ποτέ μου»Και μπήκα.Τέσσερις πόρτες πέρασα μέχρι να φτάσω στο παιδί αυτό και ήταν μόνο του.Ήταν δύο ή τριών μηνών.Ήταν κόκκινη από το κλάμα.Έκλαιγε,σταματούσε και ξανά έκλαιγε,αλλά κανείς δεν την άκουγε.Πότε-πότε έμπαινε η νοσοκόμα,την τάιζε,την άλλαζε και έτσι τελείωναν όλα.Δεν υπήρχε κανείς να μείνει κοντά της,να την φροντίσει.
Τότε εγώ έβαλα τα χέρια πίσω στην πλάτη,βλέποντας τους γιατρούς πως φυλάγονταν.Το έκανα μην τυχόν την αγγίξω και μολύνω τα άλλα παιδιά.

-Σκεφτήκατε τα παιδιά,όχι τον εαυτό σας.
-Τα παιδιά σκέφτηκα,μήπως τα μολύνω με κάτι.Έφυγα και οδηγούσα μόνος το αυτοκίνητο.Προχωρώντας στον δρόμο,ενώ είχα φτάσει κοντά στο μοναστήρι-και μη νομίσει κάποιος πως δεν ξέρω τι μου συνέβη-εμφανίστηκε το παιδί εκείνο μπροστά στο αυτοκίνητο...Σαν να ήταν στον αέρα το κοριτσάκι εκείνο και μου χαμογελούσε από το κρεβατάκι της.Είχε πονέσει η ψυχή μου όταν την αντίκρυσα και μου φάνηκε σαν να μου λέει«Και εσύ με φοβάσαι;Δεν θα με πάρεις;»
Μείωσα ταχύτητα και άρχισε να με πονάει το κεφάλι.Μόλις έφτασα στο μοναστήρι άφησα το αυτοκίνητο και πήγα στο δάσος να περπατήσω,αισθανόμουν ένα βάρος..Ξαφνικά,βλέπω μπροστά στα μάτια μου εκείνο το κοριτσάκι.«Δεν φοβάμαι.Θα σε πάρω»της λέω.Όλα τότε εξαφανίστηκαν,ακόμη και ο πονοκέφαλος.
Πήγα στο μοναστήρι και παρακάλεσα τους μοναχούς:«Ετοιμάστε ένα όμορφο δωμάτιο, με νερό,θα πάω αύριο να την φέρω».
Το βράδυ εκείνο έφερα τα πιο ωραία έπιπλα.Παρακάλεσα κάποιους φίλους μου να μου φέρουν το πιο όμορφο κρεβάτι για το πιο δυστυχισμένο πλάσμα.Να δείτε όμως το κορίτσι.Ένας άγγελος είναι..!
***

Το πρώτο θαύμα.«Εαν δεν ακούσεις,αύριο θα πεθάνει»

-Πόσων ετών είναι τώρα;
-Είναι 12 ετών,αλλά μόνο στην αγκαλιά μου κάθεται.Όταν με βλέπει φωνάζει:''Πατέρα'',και τους παραμερίζει όλους για να φτάσει πρώτη κοντά μου.
Έτσι μικρούλα λοιπόν την πήρα.Κατά τρόπο θαυμαστό από τις 2 εως τις 4 το πρωί, όταν στο μοναστήρι κάνουμε Θεία Λειτουργία ποτέ δεν κοιμάται.Ξυπνούσε,την είδα μία φορά στην εκκλησία-αν και δεν επιτρέπεται.Όταν έβλεπε άλλα παιδιά έτρεμε,τόσο πολύ ήθελε να παίξει μαζί τους,αλλά δεν την αφήναμε να έλθει σε επαφή με τα άλλα παιδιά.

-Φοβόσασταν μήπως μολύνει τα άλλα παιδιά;
-Όχι,το είχαν απαγορεύσει οι γιατροί.Μας είπαν να κοιμάται χωριστά,να τρώει μόνη της.

-Απομονωμένη;
-Ναι,πλήρως απομονωμένη.Στην εκκλησία όμως κυκλοφορούσε ελεύθερα.Εμείς οι μεγάλοι την παίρναμε αγκαλιά και την φιλούσαμε αφού δεν υπήρχε κάτι να φοβηθούμε,αλλά για να μην υπάρξει πρόβλημα με τους άλλους.Και το βράδυ λοιπόν τριγυρνούσε στον ναό,πήγαινε κοντά στον κάθε μοναχό και τραβούσε το κομποσχοίνι και χαμογελούσε στον καθένα.Δύο ώρες,όσο κρατούσε η Θεία Λειτουργία.
Μία φορά φώναξα κάπως πιο αυστηρά:«Τα παιδιά τέτοιαν ώρα πρέπει να κοιμούνται.Γιατί είναι στην εκκλησία;»Ποτέ δεν ήθελε να κοιμηθεί εκείνη την ώρα και με το έλεος του Θεού θεραπεύτηκε!
Ένας ιερομόναχος που πολύ την αγαπούσε,ο πατήρ Σιλουανός μου έλεγε:
«Δεν μπορείτε να κάνετε κάτι για να μην πεθάνει;»
Εμείς περιμέναμε ότι θα πεθάνει,μέρα παρά μέρα.Εαν όχι σήμερα,αύριο.Έτσι μας έλεγαν οι γιατροί.Αυτό επειδή είχε μία βαριά μορφή Έίτζ,4ου βαθμού,δεν ξέρω πως το λένε εδώ στην Ρουμανία.
Εγώ είπα ότι δεν μπορώ να κάνω τίποτα και έδειξα τον ουρανό.Ο π.Σιλουανός τότε άρχισε να κλαίει και μαζί του έκλαιγα και εγώ και... ο ελεήμων Θεός την θεράπευσε.Όταν έκαναν αναλύσεις στο παιδί,είδαν ότι δεν είχε πια τίποτα.

Αποτέλεσμα εικόνας για maica domnului boian
Η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας του Μποϊαν

-Είναι το μόνο παιδί, από τα τετρακόσια, στο οποίο έγινε κάποιο θαύμα;
-Έχουμε ογδόντα δύο παιδιά με Έϊτζ και θεραπεύτηκαν επτά.

-Ήταν θαύμα Θεού;Είστε πεπεισμένος;
-Ναι,είμαι πεπεισμένος ότι ήταν θαύμα Θεού.Κανείς δεν μπορούσε να κάνει κάτι άλλο.Εμείς δεν αποκλείουμε την ιατρική,δεν είμαστε ενάντια.Άλλωστε παίρνω τα φάρμακα που μου έδωσαν οι γιατροί για την καρδιά.Μάλιστα τα παιδιά με Έϊτζ ξέρουν πως είμαι άρρωστος σαν εκείνα και ότι παίρνουμε τα ίδια φάρμακα.Θέλω να τους δώσω θάρρος.

-Τους είπατε ότι έχετε Έϊτζ;
-Όχι,τους είπα ότι είμαι άρρωστος σαν και εκείνα.Να πω πω ψέματα δεν μπορώ,αλλά τους είπα:«Κοιτάχτε τα φάρμακά μου.Έχω και κόκκινα και άσπρα και έγχρωμα»,επειδή κάποιος έπιασε ένα από τα μεγαλύτερα παιδια με 'Είτζ,έναν 11χρονο και του είπε:
«Εσύ ξέρεις τι αρρώστια έχεις;Αυτό και αυτό».
Εκείνο τότε άρχισε να κλαίει δυνατά και να φωνάζει:«Γιατί με έφερε η μαμά μου σε αυτόν τον κόσμο;Δεν θέλω να ζήσω πια».
Τότε οι αδελφές μου είπαν:«Ελάτε επειδή είναι πολύ στενοχωρημένος,δεν τρώει και όλο κλαίει».
Πήγα εκεί και του είπα:«Σεργκέι και εγώ είμαι άρρωστος σαν εσένα,κοίτα,παίρνω χάπια και φάρμακα.Πρέπει όμως να πιστεύουμε,για να πάνε όλα καλά.Τι αδέλφια είμαστε αν θυμώνεις έτσι;Εγώ περίμενα να είσαι δυνατός να με βοηθήσεις και εμένα,και τώρα...»
Άρχισε τότε να γελάει και είπε:«Πατέρα,εγώ σε αγαπώ!Δεν θα ξανακλάψω ποτέ!»
Και από τότε το παιδί είναι εύθυμο.Με τον καιρό όμως πρέπει να τους πούμε την αλήθεια,για να μην το κάνει κάποιος ξένος και τους προκαλέσει πόνο.
Δεν ξέρω...Είναι τόσο όμορφα και τόσο καλόψυχα...Εαν κάποτε τα επισκεφτείτε θα δείτε ότι αυτά τα παιδιά είναι λες και κατέβηκαν από τον ουρανό.Φαίνεται όμως ο πόνος στην καρδιά τους.Φαίνεται!
***

Αφήστε τον να πεθάνει ήσυχα,δεν έχουμε τι να του κάνουμε!

Είχαμε ένα άλλο παιδί με δύο καρκίνους.Το βράδυ, όταν έπαιρνε την τελευταία του πνοή το παιδί αυτό,ήλθαν όλοι οι γιατροί,κοίταξαν και είπαν:
«Αφήστε τον να πεθάνει ήσυχα,δεν έχουμε τι να του κάνουμε».
Ήταν δύο ετών και ζύγιζε έξι κιλά,ανέδυε μία μυρωδιά έντονη,ήταν σε άσχημη κατάσταση.
Τον πήρα στην αγκαλιά μου και άρχισα να κλαίω δυνατά.Το λυπόμουν τόσο πολύ που είπα:«Να ήταν εδώ η μαμά..!».Στον μεγάλο πόνο μόνο η μητέρα μπορεί να απαλύνει τον πόνο.Ο καθένας είχε ή έχει μητέρα και ξέρουμε πως όταν πονάμε,εαν εκείνη κολλήσει τα χείλη της στο μέτωπό μας ή μας αγκαλιάσει,ξεχνούμε τα πάντα.
Μέσα σε αυτόν τον πόνο,έκλαιγα με το παιδί αγκαλιά και σκέφτηκα:εαν ήταν η μαμά του εδώ να τον αγκαλιάσει, θα του ήταν πιο εύκολο ακόμη και να πεθάνει.
Αλλά ο Θεός έκανε το θαύμα Του.Τον πήγα μπροστά στην εικόνα της Παναγίας του Μποϊάν και όπως τον κρατούσα αγκαλιά τον έβαλα μπροστά στην εικόνα.Δεν ήταν κανείς εκεί και άρχισα να προσεύχομαι:
«Παναγία μου,δεν έχει κανέναν σε αυτόν τον κόσμο.Είναι ένα ορφανό.Εαν μπορείς βοήθησέ το!»
Το παιδί άρχισε να αναπνέει ξανά αφού μέχρι τότε ανέπνεε δύσκολα.Άρχισε να κουνάει τα χέρια του,το κεφαλάκι,τα πόδια...το πρωί μάλιστα άρχισε να τρώει.Τώρα είναι δόκιμος στο μοναστήρι μας,Ιωάννη τον λένε.

-Πώς ''μοιράζεστε''στα παιδιά;
-Με ένα φιλί.Τα αγκαλιάζω.Πιο πολύ όμως κλαίω όταν δεν τα βλέπω.Στα άρρωστα παιδιά,όταν μπαίνω και βλέπω τον πόνο,όταν βλέπω αυτά που δεν έχουν πόδια,χέρια,που κάθονται μόνο στο κρεβάτι-υπάρχουν αρκετά παιδιά σε αυτήν την κατάσταση-μου έρχεται να κλάψω,αλλά δεν μπορώ επειδή πρέπει να τα ενισχύσω,τους χαμογελάω πάντοτε.Αν δω κάποιον που θέλει να κλάψει,του το απαγορεύω.Για τα παιδιά,επειδή πρέπει να βλέπουν ότι όλοι είμαστε ευτυχισμένοι και σηκώνουμε τον σταυρό μας.
Σίγουρα ο Θεός εργάζεται στην καρδιά τους.Ο Θεός στέλνει κάτι το ξεχωριστό σε αυτά τα παιδιά.Δεν λέω ότι δεν υπάρχουν προβλήματα,αλλά σε εμάς όλα,δεν ξέρω γιατί,σκεπάζονται με μία θεϊκή αγάπη,με κάτι το ουράνιο,που μας δίνει αυτή την δύναμη.Δεν ξέρω πως βρίσκω τόση δύναμη-σίγουρα από το Θεό-για να δώσω σε όλα την ίδια αγάπη.
***

Δεν επιθύμησα ποτέ να γίνω επίσκοπος

-Σας μένει καιρό να κάνετε τον κανόνα σας;Τώρα είσαστε βοηθός επισκόπου.Τα καταφέρνετε.Πιστεύω ότι τώρα παλεύετε πιο πολύ με τον χρόνο.
-Σίγουρα είναι πολύ πιο δύσκολα.Δεν επιθύμησα ποτέ να γίνω επίσκοπος,πρώτον επειδή είμαι ανάξιος και δεύτερον πρέπει να αφιερώνω πολύ χρόνο στα παιδιά.Πολλές φορές δεν κοιμάμαι τη νύχτα.Πρέπει να έχουμε φαγητό και ρούχα εγκαίρως.Επίσης να έχουμε ζέστη,φάρμακα,νοσοκομεία.Πολλά παιδιά τα εγχειρίσαμε στο εξωτερικό,στην Γερμανία και σε άλλες χώρες,είναι πολύ δύσκολο.Τώρα είμαι ακόμη πιο απασχολημένος.Ο Θεός με το έλεός Του με βοηθάει να μην αφήσω κάτι στην άκρη.

-Καταφέρνετε να τους δείτε όλους καθημερινά;
-Εαν βρίσκομαι εδώ,προσπαθώ να τους δω όλους.Τελευταία όμως τους βλέπω λιγότερο συχνά και αυτό με κάνει να υποφέρω.Αυτό με κάνει να μην κοιμάμαι την νύχτα,να είμαι ανήσυχος,ακόμη και να κλαίω.Για ποιό λόγο;Επειδή δεν μπορώ να δω τα παιδιά μου αφού με στέλνουν σε άλλα μέρη.Να τώρα έλειψα μία εβδομάδα στην Σύνοδο.Πηγαίνω για Θείες Λειτουργίες σε άλλες αρχιεπισκοπές και έτσι λείπω πάλι δύο-τρεις μέρες και πονάει η ψυχή μου

-Σκέφτεστε πως ίσως είναι καλά για εκείνα τώρα,ξέροντας πως έχουν τώρα έναν πατέρα-αρχιερέα;Δεν είναι μικρό πράγμα
-Δεν μπορώ να απαντήσω επειδή δεν αισθάνομαι ακόμη επίσκοπος.Και δεν ξέρω αν θα το αισθανθώ ποτέ.Μην αμαρτάνω όμως,η Θεία Χάρη παραμένει Θεία Χάρις...παρακάλεσα την Σύνοδο να μην με κάνουν επίσκοπο αλλά αποφάσισαν ερήμην μου,και τώρα που πήγα μου είπαν:«Τι, εσύ τα βάζεις με την Σύνοδο και την Εκκλησία;»και αναγκάστηκα να πάω.
Δεν το αισθάνομαι όμως επειδή είναι κάτι πολύ υψηλό για εμένα,δεν μπορώ να το εννοήσω ακόμη.
Εγώ όμως παρέμεινα πατέρας,έμεινα κοντά στους χριστιανούς μου,όπως ήμουν είμαι,ακόμη κι αν είμαι επίσκοπος ή ιερέας,έχω ευθύνη μπροστά στον Θεό και όλοι είμαστε το ίδιο.Όταν θα βρεθούμε ενώπιον του Θεού θα δώσουμε λόγο για το τι κάναμε σε αυτήν την ζωή.Πιστεύω ότι για εμάς τους αρχιερείς θα είναι πιο δύσκολο να απαντήσουμε μπροστά στον Κύριο.

-Είστε σχεδόν πενήντα ετών.Μετανοιώνετε για κάτι;
-Μετανοίωνω που μπορούσα να κάνω περισσότερα και δεν έκανα.Δεν μπόρεσα να γίνω κοινωνός του πόνου πολλών ανθρώπων.
Για πολλά χρόνια ασχολήθηκα με το χτίσιμο εκκλησιών σε διάφορα χωριά,με την βοήθεια των ανθρώπων.Ήμουν απασχολημένος και δεν είχα χρόνο να ακούσω τον πόνο του λαού.Έπρεπε καλύτερα να κάνω για τον Θεό επειδή η ζωή αυτή περνάει γρήγορα,σύντομα θα φύγουμε από εδώ.Ευχαριστώ τον Θεό για την κάθε ημέρα που ζω,αφού αισθάνομαι αρκετά άρρωστος.Έπαθα τρία εμφράγματα και κουράζομαι ευκολότερα τώρα.Όταν μπορούμε να κάνουμε κάτι,τότε να το κάνουμε.Το κάθετι στον καιρό του για να μην περνάει μάταια.Ο Θεός δεν θα μας κρίνει για τις αμαρτίες μας αλλά για το καλό που μπορούσαμε να κάνουμε και δεν κάναμε.


Από το περιοδικό ''Lumea monahilor''τεύχος 83/2014
Επιμέλεια/Μετάφραση, π.Γεώργιος Κονισπολιάτης-proskynitis. blogspot.

Πίστη και θαύματα.

Πριν από τον πόλεμο, ταξιδεύοντας ο π. Ιωήλ Γιαννακόπουλος (1901-1966) για την Αθήνα, άκουσε σε κάποια στάση του τραίνου, ότι στο Ναό του χωριού γινόταν θαύμα (δάκρυσε μια Εικόνα).
Αυτός έμεινε ανεπηρέαστος, διαβάζοντας κάποιο βιβλίο, ενώ το τραίνο άδειαζε γρήγορα και οι επιβάτες έτρεχαν «πατείς με πατώ σε» στο Ναό -ήταν κοντά στο σταθμό- για να δουν το θαύμα. Μετά από λίγο επέστρεψαν. Εκείνος που καθόταν ακριβώς απέναντι από τον π. Ιωήλ τον αγριοκοίταξε. Ήταν προφανές ότι ο «παπάς» -μόνο αυτός!- δεν είχε καν κινηθεί από τη θέση του.
- Συ παππούλη δεν πιστεύεις! λέει επιτιμητικά στον π. Ιωήλ.
- Εγώ πιστεύω και γι’ αυτό δεν μου κάνουν εντύπωση τα θαύματα. Εσύ δεν πιστεύεις! Και πήγες να δεις το θαύμα για να πιστέψεις. Έτσι δεν είναι; Για πες μου λοιπόν, τώρα πίστεψες;

(Ανέκδοτα Ιωήλ Γιαννακόπουλου Αρχιμανδρίτου σελ. 31)

Σελίδα 1 από 6