Συγκλονιστικό «ντοκουμέντο».
Καλοκαίρι του έτους 1974. Τα τουρκικά στρατεύματα εισβάλλουν στην Κύπρο μας, σκορπώντας τον τρόμο και τον θάνατο. Στην Μόρφου, από πλευράς Κυπρίων χριστιανών, συνέβη κάτι, που σοκάρισε ακόμα και τους τούρκους!
Τούρκοι στρατιώτες έπιασαν αιχμαλώτους δεκαπέντε ελληνοκυπρίους, ανάμεσά τους και έναν δάσκαλο. Τους έφεραν στο σπίτι του δασκάλου, που είχε μια αυλή με κληματαριά, (που μόλις είχε ραντισθεί με φάρμακο-δηλητήριο) και ίσκιωνε την αυλή.
Τους έστησαν στον τοίχο, απέξω στην αυλή, κάτω από την κληματαριά, περιμένοντας εναγωνίως τον τούρκο αξιωματικό να έρθει και να διατάξει «πυρ».
Απερίγραπτες στιγμές! Θρήνος! Κλαυθμός! Οδυρμός!
Ο τούρκος αξιωματικός έμπαινε στην αυλή, έτοιμος να διατάξει «πυρ». Σήκωσε το κεφάλι του και κοίταξε προς τα πάνω, προς την κληματαριά, (που υπενθυμίζομε μόλις είχε ραντισθεί με φάρμακο-δηλητήριο) και ζήλεψε τα σταφύλια. Άπλωσε το χέρι του, έκοψε ένα σταφύλι, παρατείνοντας έτσι την αγωνία των μελλοθανάτων.
Καθώς θα έτρωγε το σταφύλι, (γεμάτο από δηλητήριο!) πετάχθηκε ο δάσκαλος, ο ιδιοκτήτης του σπιτιού και έβγαλε φωνή-κραυγή, (στον δήμιό του!):
- Αδελφέ μου! Μην το τρως! Προχθές το ράντισα με φάρμακα, που ήταν δηλητήριο! Θα πεθάνεις!! Μη, μην το τρως!
Ο Τούρκος αξιωματικός έμεινε άναυδος! Πέταξε το σταφύλι, και όλος απορία τον ρώτησε:
-Καλά, δεν βλέπεις, πως σε λίγο θα δώσω διαταγή να σας σκοτώσουν; Και συ, αντί να με εκδικηθείς, πας να μου σώσεις την ζωή μου; Τι σου ήρθε και με χιλιοπαρακαλάς να μην το φάω;
Και ο καλόκαρδος δάσκαλος του εξήγησε με αξιοθαύμαστη για τις στιγμές ειρήνη:
- Ο Χριστός, που πιστεύουμε, μας λέει να αγαπάμε τους εχθρούς μας και να τους ευεργετούμε. Αν δεν το έκανα αυτό, θα καταφρονούσα την εντολή Του. Και δεν θέλω, τώρα που φεύγω από τον κόσμο αυτό και θα παρουσιασθώ μπροστά Του, να φέρω στην ψυχή μου μια τέτοια βαρειά αμαρτία.
Ο αξιωματικός συγκλονίζεται εκ νέου! Γυρίζει προς τους στρατιώτες, που περίμεναν το «πυρ» και τους λέει σοκαρισμένος:
- Αν έβρισκα έναν τέτοιο τούρκο, θα έδινα ακόμα και την ζωή μου! Μαζέψτε τα όπλα σας και αφήστε τους ελεύθερους! Όλους!
Και σώθηκαν άπαντες από βέβαιο θάνατο!
Ο ανεξίκακος Κύριος βλέποντας την ανεξικακία αυτού του Κύπριου δασκάλου, έκανε το θαύμα του!


(αρχ. Βασιλείου Μπακογιάννη, Τέρμα! δεν σε χωνεύω, εκδ. Θαβώρ, σελ. 19-21)

(ένα συγκλονιστικό περιστατικό από την Ιστορία της Εκκλησίας μας γύρω στο 389 μ.Χ.)

Ο δήμος της Θεσσαλονίκης, ζητών την αποφυλάκισιν ηνίοχου τινός του ιπποδρόμου, φυλακισθέντος δι’ αισχρόν έγκλημα, μη εισακουσθείς δε, κατήντησεν εις μανιακόν διάβημα, μαρτυρούν πόσον ανάγωγοι και συρφετώδεις ήσαν οι όχλοι των καιρών εκείνων. Προβάς δηλαδή εις στάσιν, εφόνευσε τον αρχιστράτηγον του εν Ιλλυρία στρατού  Βουθερίκον και πολλούς άλλους αξιωματικούς· προσθέτων δε εις την κακουργίαν κτηνώδη ύβριν, έσυρε τα σώματά των εις τας οδούς.
Η είδησις φυσικά εξώργισε τον Θεοδόσιον, όστις εις το βαρύτατον έγκλημα ηθέλησε να επιβάλη παραδειγματικήν ποινήν.
Ο άγιος Αμβρόσιος, επίσκοπος Μεδιολάνων (Μιλάνου) τον παρακάλεσε να μη σπεύση εν τόσει εξάψει, να προσέξη δε προ παντός, όπως μη τιμωρήση αθώους μετά των ενόχων. Ο αυτοκράτωρ, όστις ενδιεφέρετο δια την δικαιοσύνην, υπεσχέθη· αλλ’ οι περί αυτόν άρχοντες του παρέστησαν πάλιν ότι εις τοιούτο έγκλημα, πραχθέν υπό χιλιάδων, η λεπτομερής ανάκρισις θα ανέβαλλεν επ’ αόριστον την τιμωρίαν και θα την εματαίωνε, πράγμα το οποίον θα εθράσυνε τους απανταχού της αυτοκρατορίας όχλους και θα διεκύβευε την δημοσίαν τάξιν.


Ο δε Θεοδόσιος παραπεισθείς εκ των παρατηρήσεων τούτων, φοβηθείς προσέτι μη ελαφροτέρα τιμωρία δεν θεωρηθή ικανοποιητική εκ του στρατού, εξαφθείς σφοδρότερον εκ νέων πληροφοριών περί των τολμηθέντων υπό του έκφρονος συρφετού, απέστειλε διάταγμα σφαγής κατά του λαού της Θεσσαλονίκης εν τω ιπποδρόμω εκείνω, η υπέρ του οποίου μανία επέφερε την σφαγή του Βουθερίκου και των αξιωματικών.

Προσεκλήθη λοιπόν ο λαός εις τον ιππόδρομον δήθεν δι’ αγώνας ότε δε επληρώθη ολόκληρος από συνωστιζόμενα πλήθη, οι στρατιώται, εφορμήσαντες με γυμνά ξίφη και πλήττοντες αδιακρίτως, εθανάτωσαν εις διάστημα τριών ωρών επτά χιλιάδας.
Η είδησις, φθάσασα εις Μεδιόλανα, κατελύπησε τον Αμβρόσιον. Και να μεταβή μεν προσωπικώς προς τον θεοδόσιον δεν έκρινε πρέπον και σκόπιμον· αφ’ ενός, διότι εφοβείτο μήπως εν τη συνδιαλέξει δοθή αφορμή σφοδροτέρων λόγων· αφ’ ετέρου, διότι δεν ήθελε να επικοινωνήση προς τον δώσαντα διαταγήν τόσης σφαγής. Μετέβη λοιπόν εις εξοχήν, αφήκε να παραδοθούν ημέραι τινές, και έπειτα έγραψεν επιστολήν προς τον αυτοκράτορα παριστώσαν πόσον τρομερόν υπήρξε το διαπραχθέν έγκλημα. Προσθέτετε δε:

«το αμάρτημα δεν εξαλείφεται ειμή δια δακρύων και μετάνοιας· ούτε άγγελοι ούτε αρχάγγελοι δύνανται να συγχωρήσουν αυτό άλλως.

Αυτός ο Κύριος δεν παρέχει την άφεσιν ειμή εις μόνους τους μετανοούντας. Σας συμβουλεύω· σε παρακαλώ· σε προτρέπω· σε παραινώ. Δεν τολμώ να επιτελέσω την αγίαν προσφοράν, εάν θελήσης να παρευρεθής εις αυτήν.

Ό,τι δεν είνε συγχωρημένον μετά το χυθέν αίμα ενός μόνου αθώου, είνε δυνατόν να συγχωρηθή, αφού δια σε εξεχύθη αίμα χιλιάδων;"
Ο Θεοδόσιος εταράχθη. Τι όμως έπρεπε να πράξη; εκκλησιαζόμενος τακτικά, εθεώρει βαρείαν στέρησιν την απουσίαν έστω και μιαν μόνην Κυριακήν εκ του ναού.

Έπειτα, φρονών ότι, διατάξας ως διέταξεν, υπέκυπτεν εις απαραίτητον ανάγκην του κράτους και εξασφάλισιν της δημοσίας τάξεως, άνευ της οποίας παντοία και αθεράπευτα θα εξαπελύοντο κακά, δεν εύρισκεν ορθάς κατά πάντα τας παρατηρήσεις του επισκόπου.
Μετέβη λοιπόν κατά το σύνηθες εις τον ναόν. Αλλ’ ο Αμβρόσιος επέβλεπε· πληροφορηθείς ότι ο αυτοκράτωρ έρχεται, σπεύδει, τον συναντά έξω από τα πρόθυρα, και του εμποδίζει την είσοδον· αιτιολογεί δε το διάβημά του.
«Ουκ οίσθα (είπεν), ως έοικεν, ω βασιλεύ, της ειργασμένης μιαιφονίας το μέγεθος, ουδέ μετά την του θυμού παύλαν ο λογισμός επέγνω το τολμηθέν· ουκ εά γαρ ίσως της βασιλείας η δύναμις επιγνώναι την αμαρτίαν, αλλ’ επιπροσθεί η εξουσία τω λογισμώ. Χρή μέντοι ειδέναι την φύσιν και το ταύτης θνητόν τε και διαρρέον, και τον πρόγονον χουν, εξ ου γεγόναμεν και εις ον απορρέομεν· και μη, τω άνθει της αλουργίδος αποβουκολούμενον, αγνοείν του καλυπτομένου σώματος την ασθένειαν. Ομοφυών άρχεις, ω βασιλεύ, και μεν δη και ομοδούλων. Εις γαρ απάντων δεσπότης και βασιλεύς, ο των απάντων δημιουργός. Ποίοις τοίνυν οφθαλμοίς όψει τον του κοινού δεσπότου ναόν; Ποίοις δε ποσί το δάπεδον εκείνο πατήσεις το άγιον; Πως δε τας χείρας εκτενείς, αποσταζούσας έτι του αδίκου φόνου το αίμα; Πως δε τοιαύταις υποδέξη χερσί του δεσπότου το πανάγιον σώμα; Πως δε τοις στόμασι προσοίσεις το αίμα το τίμιον, τοσούτον δια τον του θυμού λόγον εκχέας παρανόμως αίμα; Άπιθι τοίνυν, και μη πειρώ  τοις δευτέροις την προτέραν αύξειν παρανομίαν,  και δέχου  τον δεσμόν, ω ο Θεός, ο των όλων δεσπότης, άνωθεν γίνεται σύμψηφος· ιατρικός δε ούτος και πρόξενος υγείας»
(μετάφραση=Δεν κατάλαβες, όπως φαίνεται, βασιλιά μου, το μέγεθος  της δολοφονίας που διαπράχθηκε, ούτε μετά το τέλος του θυμού συνειδητοποίησε ο λογισμός αυτό που τολμήθηκε·

διότι δεν αφήνει ίσως η δύναμη της βασιλείας να καταλάβεις την αμαρτία, αλλά η εξουσία συσκοτίζει το λογισμό.

Πρέπει όμως να καταλάβεις τη φύση σου και την θνητότητα και προσωρινότητά της και το προγονικό χώμα από το οποίο γίναμε και στο οποίο διαλυόμαστε· και να μην παραπλανηθείς από το άνθος της βασιλικής αλουργίδας και αγνοήσεις την ασθένεια του σώματος που αυτή καλύπτει.

Εξουσιάζεις, βασιλιά, αυτούς που έχουν την ίδια φύση με εσένα και είναι μάλιστα ομόδουλοι. Διότι ένας είναι δεσπότης και βασιλιάς όλων, ο δημιουργός των όλων.

Με ποιά λοιπόν μάτια θα δεις το ναό του κοινού δεσπότη;

Με ποιά πόδια θα πατήσεις το άγιο εκείνο δάπεδο;

Πώς θα απλώσεις στον ουρανό τα χέρια, τη στιγμή που στάζουν ακόμα από το αίμα του άδικου φόνου;

Πώς με τέτοια χέρια θα υποδεχτείς το πανάγιο σώμα του δεσπότη;

Πώς θα φέρεις το τίμιο αίμα στο στόμα, αφού με τα λόγια του θυμού σου έχυσες παράνομα τόσο αίμα;

Φύγε λοιπόν και μην επιχειρήσεις με τη δεύτερη αυτή συμπεριφορά σου να αυξήσεις την προηγούμενη παρανομία·

και να δεχτείς τον δεσμό (του επιτιμίου), για τον οποίο από τον ουρανό συμφωνεί ο Θεός, ο των όλων δεσπότης· αυτός ο δεσμός είναι ιατρικός και πρόξενος υγείας).
Ο Θεοδόσιος εις την περίστασιν εκείνην εδείχθη άξιος εαυτού. Ενώ, μεταχειρισμένος την δύναμίν του, είχε το μέσον να αναστηλώση κοσμικώς το ταπεινούμενον βασιλικόν μεγαλείον του, δεν ωργίσθη δια την τόλμην του επισκόπου, δεν παρωξύνθη δια την δημοσία γενομένην προς αυτόν επιτίμησιν, αλλ’ υπενθύμισε μόνον προς τον Αμβρόσιον ότι ο Δαβίδ και εις μοιχείαν και εις ανθρωποκτονίαν υπέπεσεν.
Ο επίσκοπος έδραξε φιλοστόργως και ετοίμως την ευκαιρίαν.

«Καθώς λοιπόν εμιμήθης του Δαβίδ την αμαρτίαν, είπεν, ούτω μιμήθητι και αυτού την μετάνοιαν».

Ο βασιλεύς εύρεν την νουθεσίαν ορθοτάτην.
Ο πανίσχυρος αυτός σκηπτούχος έστρεψε το βήμα του ως ο έσχατος των υπηκόων του, εξέχυσε δε πικρά δάκρυα μετανοίας, και μόνον μετά μήνας οκτώ, την εορτήν των Χριστουγέννων, δημοσία εξομολογηθείς το αμάρτημά του, πρηνής δε, εζήτησε συγχώρησιν.

Ο Αμβρόσιος τότε τον εδέχθη εις την θείαν κοινωνίαν.

(Οι Βίοι των Αγίων, Μιχαήλ Γαλανού, τόμος 4, Δεκέμβριος σελ. 46-48)

άγιος Αμβρόσιος επίσκοπος Μεδιολάνων (Μιλάνου) τα έτη 373-397 μ.Χ. αντιδρά στην απαίτηση της Ιουστίνας, μητέρας του αυτοκράτορα της Δύσεως Ουαλεντινιανού και του ιδίου του αυτοκράτορα, να παραδώσει τον ορθόδοξο ναό στους αιρετικούς αρειανούς).
Η Ιουστίνη τότε εζήτησεν εν ονόματι του δευτεροτόκου υιού της και ήδη βασιλέως Ουαλεντινιανού του Β’ να παραχωρήση ο Αμβρόσιος την έξω της πόλεως Πορτιανήν λεγόμενην εκκλησίαν, δια να πανηγυρίση εκεί ομού με τους ευαριθμοτάτους αρειανούς των Μεδιολάνων την εορτή του Πάσχα. Ο Αμβρόσιος απεποιήθη· ευλόγως δε. Παραχωρών τον ορθόδοξον ναόν προς σκοπόν τοιούτον, θα καθίστατο ένοχος επί αναγνωρίσει του αρειανισμού.

Αλλ’ η Ιουστίνη πληγείσα εις τον εγωϊσμό της, προέβαλε νέαν ακόμη θρασυτέραν αξίωσιν. Απήτησε δηλαδή να τη παραχωρηθή μεγαλύτερος ναός, ο της Νέας Βασιλικής, ο οποίος εκείνο εντός αυτής της πόλεως. Ο Αμβρόσιος ηρνήθη και πάλιν. Τότε η βασιλομήτωρ την Κυριακή των Βαΐων, ενώ ο επίσκοπος ελειτούργει εν τη νέα Βασιλική, έστειλε κρυφά στρατιώτας με εντολήν να καταλάβουν την Πορτιανήν και εγκαταστήσουν εν αυτή τον αρειανόν ιερέα Κάστουλον.

Η είδησις διεδόθη αμέσως, εν τη πόλει, πλήθος δε δραμόν εξεδίωξε τον αρειανόν λειτουργόν. Αλλ’ ο γενικός κοχλασμός ηρκείτο εις τούτο μόνον. Η έξαψις των ορθοδόξων υπήρχε τόση κατά της Ιουστίνης, ώστε ηπειλείτο στάσις. Και μόλις προελήφθη η έκρηξίς της δια των παρακλήσεων και των συμβούλων ιερέων και διακόνων, τους οποίους απέστειλεν ο Αμβρόσιος.
Η αγία και μεγάλη Τετάρτη εφώτισε σκηνήν δραματικωτάτην. Ήδη αυτός ο βασιλεύς Ουαλεντινιανός ο Β’, παρακινούμενος υπό της μητρός του, διέταξε στρατιώτας να κυκλώσουν την Νεάν Βασιλικήν. Οι Ορθόδοξοι εξηγέρθησαν· αλλ’ ο μέγας επίσκοπός των έβλεπεν ότι ηδύνατο να συμβή αιματοχυσία, την οποίαν απετροπιάζετο η ευγενής και φιλάνθρωπος ψυχή του. Διέταξε λοιπόν να μη γείνη καμμία αντίστασις ουδ’ επίθεσις κατά των στρατιωτών, απειλήσας δι’ αφορισμού εκείνους, οίτινες ήθελαν τυχόν παρακούσει.

Και συνέβη τότε παράδοξόν τι, το οποίον εμαρτύρει την μεγάλην και ακαταμάχητον επιρροήν του Αμβροσίου. Εξ’ αυτών των στρατιωτών,των σταλέντων να καταλάβουν την Νεάν Βασιλικήν, πολλοί αφήσαντες αυτήν, έσπευσαν εις την Παλαιάν Βασιλικήν, ένθα επληροφορήθησαν ότι ευρίσκετο ο επίσκοπός των. Τον εύρον δε εκφωνούντα λόγον εξ αφορμής περικοπής τινός εκ του βιβλίου του Ιώβ. Και ομιλών περί πειρασμών, μεταφέρων δε την ομιλίαν εις τον εαυτόν του και εις τα τότε συμβαίνοντα, είπε με την χαρακτηρίζουσαν την ψυχήν του δύναμιν και ελευθερίαν

«Με προστάττουσι να παραδώσω την Βασιλικήν· εγώ αποκρίνομαι:

Ούτε εις εμέ είνε θεμιτόν να παραδώσω, ούτε είς σε, αυτοκράτωρ, συμφέρον να παραλάβης αυτήν· τον οίκον του ιδιώτου ανθρώπου δεν έχεις εξουσίαν να αφαρπάσης, και νομίζεις, ότι θέλεις τολμήσει να αφαιρέσης τον οίκον του Θεού ;

-Εις τον αυτοκράτορα, λέγουν, πάντα είνε θεμιτά, πάντα ανήκουν εις αυτόν. Εγώ δε αποκρίνομαι:

μη ματαίως νόμιζε ότι ως αυτοκράτωρ έχεις και δίκαιόν τι επί των θείων πραγμάτων· μη επαίρου, αλλ’ εάν θέλης ίνα ο Θεός προστατεύη την ζωήν και την βασιλείαν σου, υποτάγηθι εις αυτόν. Η Γραφή λέγει: τα του  Θεού τω Θεώ, και τα Καίσαρος Καίσαρι. Εις τον Καίσαρα τα παλάτια εις τον ιερέα η Εκκλησία.

- Αλλά λέγουν, ως από μέρους του αυτοκράτορος: «και εγώ πρέπει να έχω εκκλησίαν. Εγώ δε αποκρίνομαι:

«τι κοινόν έχεις συ προς την μοιχαλίδα, τουτέστι προς την εκκλησίαν των αρειανών;»
Έμεινε δε όλην την ημέραν και την νύκτα εκείνην εντός του ναού ο Αμβρόσιος, και ομού μ’ αυτόν πλήθος λαού, εν ύμνοις και ψαλμοίς. Εν τω μεταξύ ο Ουαλεντινιανός ο Β’ συνήλθεν. Αναμετρήσας τα συμβάντα, εννοήσας δε ότι άνευ της συνέσεως του επισκόπου η στάσις θα εξερρηγνύετο, διέταξε τους στρατιώτας να αποχωρήσουν εκ της Νέας Βασιλικής. Η είδησις έφερε μεγάλην χαράν εις όλον τον λαόν, και οι στρατιώται δε, προστρέχοντες εις τα ορθόδοξα θυσιαστήρια, τα κατησπάζοντο.
Αλλά το επόμενον έτος, 386, νέος ενέσκηψε αγών. Η Ιουστίνη ηννόει να εκδικηθή τον Αμβρόσιον και να ικανοποιήση τας αρειανάς της συμπαθείας. Έπεισε λοιπόν τον αυτοκράτορα υιόν της να εκδώση νόμον επιτρέποντα εις τους Αρειανούς να εκκλησιάζωνται, τιμωρούντα δε δια θανάτου τους Ορθόδοξους, οίτινες θ’ ανθίσταντο εις τούτο. Και τότε εζητήθη από τον Αμβρόσιον και πάλιν να παραδώση εις τους Αρειανούς την Εκκλησίαν της Πορτιανής. Αλλ’ η βασιλική αυθαιρεσία εύρεν αντιμέτωπιν την αυτήν επισκοπικήν άρνησιν. Και ο σθεναρός ποιμενάρχης αναφώνησε:

«Ο Ναβουθαί δεν ηθέλησε να παραδώση εις τον βασιλέα Αχαάβ, τον αμπελώνα, τον οποίον είχε παρά των πατέρων αυτού κληρονομίαν· και πρέπει εγώ να παραδώσω την κληρονομίαν του Χριστού; Ο Θεός φυλάξοι με του να παραδώσω την κληρονομιά των πατέρων μου, την κληρονομίαν του Αγίου Διονυσίου, του αποθανόντος εν τη εξορία υπέρ της πίστεως, την κληρονομίαν του ομολογητού Ευστοργίου, την κληρονομίαν του Αγίου Μυροκλέους, και τοσούτων άλλων αγίων επισκόπων προκατόχων μου».
Ο αυτοκράτωρ, μη αναμένων την τόσην τόλμην, παρωξύνθη δεινώς· μη αναμετρών δε τας συνεπείας, απεφάσισε να συλλάβη και να εξορίση τον Αμβρόσιον.

Αλλ’ ούτος μετά του περί αυτόν κλήρου έμεινεν αρκετάς ήμερας και νύκτας εντός του ναού, ενώ ο λαός των Μεδιολάνων εφρούρει έσω και έξω, έτοιμος να θυσιασθή υπέρ του επισκόπου.

Ο αυτοκράτωρ μη θεωρών ακίνδυνον την βίαν, απεπειράθη να επιτύχη δια δόλου. Δια του δημάρχου δηλαδή Δαλματίου εκάλεσε τον Αμβρόσιον, να προσέλθη εις τα ανάκτορα δια να συζητήση επί παρουσία διακεκριμένων αρχόντων μετά του επισκόπου των Αρειανών Αυξεντίου. Αλλ’ η επιβουλή δεν ετελεσφόρησεν.

Ο Αμβρόσιος απήντησεν, ότι εις τα ζητήματα της πίστεως και της εκκλησιαστικής διδασκαλίας κριταί δύνανται να γείνουν επίσκοποι μόνον. Βασιλεύς τότε και βασιλομήτωρ κατείδον ότι ενυπήρχε πολύς κίνδυνος εις το πολεμείν προς τοιούτον ήρωα της Εκκλησίας και τον αφήκαν ήσυχον.
(Ο  Βίοι των αγίων, Μιχαήλ Γαλανού, εκδ. Αποστολικής Διακονίας,τόμος 4, σελ.42-44 στο μήνα Δεκέμβριο)

«Στράφηκαν και προς αυτή την εκκλησία του κοιμητηρίου [στο Όλονετς]. Αποφάσισαν να την γκρεμίσουν.

Όλοι οι άνθρωποι από φόβο εγκατέλειψαν την εκκλησία.
Τότε βρέθηκε μια νέα γυναίκα. Ήταν περίπου 25 χρόνων. Ήλθε, λοιπόν, στην εκκλησία και την έκανε σπίτι της. Ήλθαν οι εργάτες και κάποια μηχανήματα για να γκρεμίσουν την εκκλησία, αλλά η ίδια αντιστάθηκε. Δεν έβγαινε απ’ την εκκλησία.

Το παράδοξο είναι ότι οι άθεοι υποχώρησαν μάλλον για δύο λόγους. α) Η νέα αυτή γυναίκα ήταν δυναμική προσωπικότητα κι όλοι στην περιοχή τη σέβονταν. Αν γκρέμιζαν την εκκλησία και τη σκότωναν, πιθανόν να υπήρχαν αντιδράσεις. β) Υπήρξαν περιπτώσεις κατά τις οποίες οι άθεοι που γκρέμιζαν ή βεβήλωναν ναούς, αντιμετώπιζαν την τιμωρία του Θεού. Σε κάποια διπλανή πόλι, ένας άθεος που γκρέμιζε το καμπαναριό μιας εκκλησίας, έπεσε και σκοτώθηκε. Το γεγονός διαδόθηκε κι έκοψε σε πολλούς τα φτερά.

Έτσι οι εχθροί της πίστεως, είτε από σεβασμό είτε από φόβο, δεν τόλμησαν να την πειράξουν. Υπολόγισαν μάλιστα, πως αυτή η γυναίκα θα καθίση λίγες μέρες ή μήνες και θ’ αναγκασθή να βγη. Άλλωστε ο βαρύς χειμώνας, με τις τόσο χαμηλές θερμοκρασίες, δεν επιτρέπει τέτοιους ηρωϊσμούς. Όμως διαψεύσθηκαν. Η γυναίκα αυτή έμεινε μέσα στην εκκλησία 15  χρόνια! Την περιποιόταν, τη φρόντιζε, ενώ απ’ ότι φαίνεται οι πιστοί κρυφά της προμήθευαν τρόφιμα κι ό,τι άλλο χρειαζόταν.
Κατά τη διάρκεια του πολέμου, μπροστά στην προέλασι των Γερμανών, ο Stalin αναγκάσθηκε να συμβιβασθή και να ζητήση τη βοήθεια της Εκκλησίας. Έτσι η Εκκλησία γνώρισε μια ανέλπιστη ελευθερία κι αναγέννησι. Πολλοί ναοί άνοιξαν κι οι πιστοί μπορούσαν να εκδηλώσουν το πιστεύω τους. Την εποχή εκείνη η γυναίκα αυτή άφησε την εκκλησία κι επέστρεψε στο σπίτι της.
Όμως η αντιθρησκευτική προπαγάνδα γνώρισε νέα έξαρσι στην εποχή του Khrushchev. Παρά την αποσταλινοποίησι, ο Khrushchev φάνηκε ιδιαίτερα σκληρός απέναντι στην Εκκλησία. Και τότε καταστράφηκαν πολλές εκκλησίες. Όπως ήταν επόμενο, η μικρή αυτή εκκλησία ήταν “κάρφος εν τω οφθαλμώ” και ξαναμπήκε στο στόχαστρο των αθέων. Ήταν γύρω στο 1960. Μόλις αυτή η γυναίκα πληροφορήθηκε τις προθέσεις τους δεν έχασε καιρό. Παρά την ηλικία της –πλησίαζε τότε τα 60 χρόνια της- ήλθε κι εγκαταστάθηκε πάλι στην εκκλησία. Τα σχέδια των αθέων ματαιώθηκαν. Αυτή τη φορά έμεινε 10 χρόνια μέσα στην εκκλησία. Και μόνο να φαντασθή κανείς πως άντεξε συνολικά 25 χειμώνες με θερμοκρασίες που φθάνουν και 40 υπό το μηδέν, μπορεί να καταλάβη πόσος ηρωϊσμός χρειάζεται. Αλλά για φαντασθήτε να περάσης 25 χρόνια, το ένα τέταρτο της ζωής σου, σε μια εκκλησία! Πάντως, χάρι στην αυτοθυσία της η εκκλησία σώθηκε.
Όταν κατά  το 1971 βεβαιώθηκε ότι η εκκλησία δεν κινδυνεύει, επέστρεψε στο σπίτι της. Θέλησε όμως  να αφιερωθή στον Κύριο. Έτσι ντύθηκε το μοναχικό σχήμα και πήρε το όνομα Βαρβάρα. Επειδή τα μοναστήρια είχαν κλείσει, μόναζε στο φτωχικό σπιτάκι της εκτελώντας τα μοναχικά της καθήκοντα. Όλοι τη θεωρούν ηρωΐδα εδώ στην περιοχή. Πάλεψε μόνη της με μια αντίχριστη υπερδύναμι και με τη χάρι του Θεού νίκησε. Αυτή η αδύναμη, η άσημη, η φτωχή. Όπως λέει κι ο απόστολος Παύλος: “Τα μωρά του κόσμου εξελέξατο ο Θεός, ίνα τους σοφούς καταισχύνη· και τα ασθενή του κόσμου εξελέξατο ο Θεός, ίνα καταισχύνη τα ισχυρά· και τα αγενή του κόσμου και τα εξουθενημένα εξελέξατο ο Θεός, και τα μη όντα, ίνα τα όντα καταργήση”(Α’ Κορ 1, 27 – 28)»(ΡΦ, 75).

(στο αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ, Η μητέρα μας η Εκκλησία, Σταμάτα 2014, όπου παρατίθεται η πηγή: Κέντρου νεότητος Θηβών, επιμ. Αρχιμ. Νεκταρίου Αντωνοπούλου, Ρωσία-Φιλανδια, Ταξιδιωτικό Χρονικό, εκδ. Ακρίτας, Αθηνα 2004)

Παντού υπάρχει κάποιο στέκι για τον Γέροντα της Πάτμου (π. Αμφιλόχιο Μακρή), είτε σε σπίτι, είτε σε ίδρυμα που διακονούν δικά του πρόσωπα, είτε σε μονύδριο που έπηξαν οι καλογριές του.

Στα ταξίδια του είναι πάντοτε ήρεμος, όσο και αν λυσσομανά το κύμα. Μου διηγείτο ο μακαριστός Θεσσαλονίκης Παντελεήμων:
    -  Το ’48 ταξιδεύαμε από την Ρόδο για την Πάτμο με ένα καΐκι. Ήρθε να με παραλάβη και συνοδεύση ως πατριαρχικό Έξαρχο. Τα κύματα εκάλυπταν σχεδόν το πλοίο. Η καρδιά μου πήγε να σπάση από τον φόβο και την ταραχή.

Ο πατήρ Αμφιλόχιος, σαν να μη συνέβαινε τίποτε, αμέριμνος με ξεναγούσε στα παράλια της Μικράς Ασίας, σαν να ταξιδεύαμε με γαλήνη μεγάλη. Οπότε σκέφθηκα: «Για να μη ταράζεται και αγωνιά, σίγουρα ξεύρει καλό κολύμβι ως νησιώτης». Δεν βάσταξα άλλο· τον ρώτησα:
    -  Πάτερ Αμφιλόχιε, ξεύρετε κολύμβι;
    -  Όχι, δεσπότη μου, ούτε έβρεξα ποτέ τα πόδια μου στην θάλασσα.
    -  Και δεν φοβάστε το κακό που γίνεται;
    -  Καθόλου. Ταξίδευσα και με χειρότερη θάλασσα και ο Θεός δεν επέτρεψε να απολεσθώ. Τώρα θα επιτρέψη, που μας περιμένουν ο Θεολόγος και ο Όσιος να εορτάσουμε την ελευθερία του τόπου τους;
    Εθαύμασα –έλεγε ο δεσπότης αργότερα- την απάθεια του ανδρός, αλλά και την πίστη και εμπιστοσύνη του στον Θεό· ενώ εγώ ως  ο Πέτρος χανόμουνα στην θέα των μεγάλων και δυνατών κυμάτων.
Αλλά, όπως φαίνεται, έτσι ήταν όλη του η ζωή: εκεί που νόμιζες πως χάνεται και δεν θα ξαναφανή, τον έβλεπες να περιπατή επί των νοητών κυμάτων και βασάνων της ζωής, γαλήνιος και ευθυτενής όπως και πρώτα.
(από το βιβλίο: Πνευματική συμπόρευσις, Γρηγορίου μοναχού Κουβαρίτου,Ιερά Μονή Δοχειαρίου,Άγιον Όρος, 2014,  σελ.53)

Ένα γερό στήριγμα

Μια θυελλώδη νύχτα ένα πλοίο εναυάγησε απάνω σε μια βραχώδη ακτή. Όλο το πλήρωμα εχάθηκε… Μόνο ένα παλληκάρι, που τα κύματα το επέταξαν επάνω σ’ ένα ψηλό βράχο, κατώρθωσε να πιαστή από αυτόν και να κρατηθή ως το πρωί, οπότε κατέφθασαν τα ναυαγοσωστικά πλοιάρια. Όταν μετά τις πρώτες βοήθειες, συνήλθε ο νεαρός ναυαγός κάποιος τον ρώτησε:
-    Δεν έτρεμες παλληκάρι μου, μέσα στην άγρια καταιγίδα, εκεί πάνω στον βράχο;
-    Βέβαια, έτρεμα! Αλλά, ο βράχος δεν… έτρεμε!
Μέσα στις θύελλες της ζωής, υπάρχει ένα στήριγμα για όσους θέλουν: Ο Χριστός! (Α’ Κορ. ι’ 4).

Αλκυονίδες

«Είπε, και έστη πνεύμα καταιγίδος». (Ψαλμ. ρστ’ 25)
    Η αλκυών είναι ένα θαλάσσιο πουλί, που γεννάει και κλωσσάει τα αυγά της στη μέση του χειμώνα, τοποθετώντας τα στην αμμουδιά που την δέρνουν οι καταιγίδες και τα κύματα της θαλάσσης. Τι περίεργο!... Στις επτά μόνο ημέρες που κλωσσάει η αλκυών και στις άλλες τόσες που χρειάζονται για να αναπτυχθούν τα μικρά της, σωπαίνουν τα πάντα. Είναι η χειμωνιάτικη καλοκαιρία. Τις ημέρες αυτές τις ονομάζουν οι ναυτικοί αλκυονίδες.
    Αν ο Θεός έχει για χάρι της αλκυόνης τις αλκυονίδες ημέρες, μην αμφιβάλλης πως και για τον άνθρωπο έχει πολλές ανάπαυλες – αλκυονίδες, ανάμεσα στις μεγαλύτερες καταιγίδες και ανάγκες της ζωής του.


Το καραβάκι κι οι πέτρες

Ένας μικρούλης έρριξε στην άκρη του γιαλιού το όμορφο καραβάκι του, που του είχε αγοράσει ο πατέρας του. Δεν πρόσεξε, όμως, κι έτσι το καραβάκι απομακρύνθηκε, χωρίς να προλάβη να το πιάση. Τότε ο πατέρας του πήρε πέτρες και τις πετούσε μπροστά από το καραβάκι. Ο μικρός στην αρχή δεν κατάλαβε κι απόρησε γι’ αυτό το πετροβόλημα. Αλλά δεν άργησε να εννοήση. Και οι πέτρες έπεφταν πέρα από το καραβάκι, χωρίς να το χτυπούν. Και με τα κυματάκια, που προκαλούσαν, το έφεραν σιγά – σιγά πίσω στην ακρογιαλιά. Κι έτσι ο μικρός με μεγάλη χαρά το πήρε πάλι στην αγκαλιά του.
…Οι θλίψεις που μας βρίσκουν, μοιάζουν μ’ αυτό το πετροβόλημα. Είναι οι πέτρες που ρίχνει ο  Θεός, σαν απομακρυνθούμε από κοντά του, για να γυρίσουμε σ’ Αυτόν.


Το καλύτερο φάρμακο

Ο μέγας μουσικοσυνθέτης Ιωσήφ Χάϋδν, συνωμιλούσε με δύο φίλους του για τους πόνους, τις δοκιμασίες και τις θλίψεις της ζωής.
Ο ένας φίλος είπε:
- Εγώ, όταν  είμαι στεναχωρημένος, το ρίχνω στο κρασί. Έτσι ξεσκάω!...
Ο άλλος είπε:
- Εγώ καταφεύγω στην μουσική.
Τέλος ο Χάϋδν πρσέθεσε:
- Εγώ, τι να σας πω! Όταν είμαι λυπημένος πηγαίνω κάπου απόμερα, μόνος μου. Εκεί γονατίζω και προσεύχομαι στον Θεό. Του λέγω τον πόνο μου και έχω μια παρήγορη επικοινωνία μαζί Του. Αυτό με ανακουφίζει, μου δίνει ψυχή.
(Ψιχία από της τραπέζης, Κων/νος Κούρκουλας)

"Ο Μ. Ναπολέων σε συμπόσιο που έκαμε, εκάλεσε και την κυρία Μοντεσκιέ. Αλλά η κυρία αυτή αν και καθόταν δίπλα στον Αυτοκράτορα, όμως δεν έτρωγε. Οι ομοτράπεζοι το θεώρησαν αυτό ως προσβολή και αγωνιούσαν για το τι θα κάνει ο Αυτοκράτωρ.

Ο Ναπολέων ερώτησε:
- «Γιατί δεν τρώτε κυρία μου;»
- «Διότι είναι Παρασκευή και νηστεύω», απάντησε η κυρία Μοντεσκιέ.
Την επομένη ο Ναπολέων την εκάλεσε στα ανάκτορα και της ανέθεσε τη διαπαιδαγώγηση του διαδόχου. Είχε εκτιμήσει τη σταθερότητα του χαρακτήρα της."
(Ψιχία από της τραπέζης, Κωνσταντίνου Κούρκουλα)

"Μία κυρία στο Παρίσι, καλή χριστιανή, έτυχε να καθίσει σε επίσημο γεύμα, δίπλα σ’ έναν Ιππότη της Λεγεώνας της Τιμής.
Κατά τη συνήθειά της, η κυρία πριν καθίσει, έκανε το σημείο του Σταυρού.
- Πώς; την ρώτησε ο Ιππότης. Τι κάνετε, κυρία;
- Κάνω το σημείο του Σταυρού, όπως όλοι οι καλοί χριστιανοί. Εσείς υπερηφανεύεστε να φέρετε στο στήθος το σταυρό της Λεγεώνας της Τιμής. Γιατί εγώ θα αισθανθώ ντροπή να κάνω το σημείο του Σταυρού του Ιησού Χριστού;"
(Θησαυρός γνώσεως και ευσεβείας, Υακίνθου Γρατιανουπόλεως)

Παρέστη ο π. Ιωήλ Γιαννακόπουλος σε κάποια κηδεία στη Μεσσήνη πριν από πολλά χρόνια.
Κάποιος «ευφυής» ομιλητής, αποχαιρετώντας το νεκρό, είπε πολλές ανοησίες για μοίρα, ειμαρμένη κλπ. Όταν τελείωσε, αρχίζει ο π. Ιωήλ:
«Αγαπητοί μου· όσα σάς είπε ο ομιλητής είναι ψέματα! Ακούστε ποια είναι η αλήθεια…». Και συνέχισε αναπτύσσοντας τη χριστιανική διδασκαλία για την πτώση, το θάνατο, την ανάσταση κλπ.
«Δεν ήταν ειδωλολάτρης…»
Κάτι ανάλογο συνέβη πριν λίγα χρόνια την Καλαμάτα, στην κηδεία ενός επιφανεστάτου -και ταυτόχρονα ευσεβεστάτου- μέλους της κοινωνίας της Καλαμάτας. Στην κηδεία αυτή ο ένας από τους ομιλητές ήταν ανώτατος κρατικός λειτουργός.
Ο π. Ιωήλ -παρότι δεν είχε σκοπό να μιλήσει- μη ανεχόμενος όσα ειπώθηκαν, αρχίζει:
«Αγαπητοί μου· εάν ο προκείμενος νεκρός ήταν δυνατόν να ακούσει όσα ειπώθηκαν, θα τα αποδοκίμαζε, διότι αυτός δεν ήταν ειδωλολάτρης αλλά πιστός χριστιανός…». Και προχωρεί όπως και στην προηγούμενη περίπτωση.
«Αφοβία μπροστά στο θάνατο»
Η αφοβία του μπροστά στο θάνατο ήταν εκπληκτική. Μετά από κάθε κηδεία έλεγε στους φίλους του αντί για άλλο χαιρετισμό:
«Αι, παιδιά, και στα δικά μας!».
Και διασκέδαζε βλέποντας τις γεμάτες φόβο αντιδράσεις των περισσοτέρων,
«Ο νεκρός και η νέκρα»
Σε κάποια κηδεία Αρχιερέως ανήλθαν στο βήμα είκοσι περίπου ομιλητές· άλλοι μακρηγόρησαν και άλλοι αρκέστηκαν σε σύντομους αποχαιρετισμούς. Ήταν παρόντες και πολλοί Επίσκοποι από τους οποίους κάποιοι μίλησαν. Μετά το τέλος της κηδείας λέει σε κάποιον από αυτούς:
«Είπατε, είπατε όλοι σας τόσα κι άλλα για το νεκρό. Τον υμνήσατε, τον κλάψατε, τον θρηνήσατε. Δεν βρήκατε να πείτε δυο λόγια και για τη νέκρα; Δηλαδή για το θάνατο; Δεν υπάρχουν μόνο νεκροί, υπάρχει και νέκρα. Αυτή δεν πρέπει να τη θυμόμαστε;…»

(Ανέκδοτα Ιωήλ Γιαννακοπούλου αρχιμανδρίτου,αρχιμ. Επιφανίου Θεοδωρόπουλου, Αθήνα 1998, σελ.49-50)

«Η οσία Αθανασία ζούσε μόνη της στην έρημο. Φόβος όμως ποτέ δεν μπήκε στην καρδιά της. Πώς γίνεται αυτό; Να τι διαβάζουμε στο βίο της:
Κάποτε που η οσία επισκέφτηκε τη μητέρα Σεραφίμα, την ηγουμένη ενός μοναστηριού, εκείνη τη ρώτησε:
- Πώς δεν φοβάσαι να μένεις μόνη σου σε μια τόσο ερημική τοποθεσία;
Η Αναστασία (αυτό ήταν το κοσμικό της όνομα, προτού γίνει μοναχή) απάντησε:
- Τι έχω να φοβηθώ;
- Δε φοβάσαι τα άγρια θηρία, τους κακούς ανθρώπους, τους δαίμονες;
- Και τι μπορούν να μου κάνουν; Είναι πιο δυνατοί από τον Κύριό μου Ιησού Χριστό και την Παναγία, τη μητέρα μας; Ούτε που το σκέφτομαι καθόλου αυτό. Φόβος δεν μπαίνει στην καρδιά μου».
(Γεροντικό του Βορρά, τόμος Α, Πέτρου Μπότση, σελ. 94)

«Ανέβηκε κάποτε ο αββάς Μακάριος από Σκήτη στο Τερενούθι. Και εισήλθε στο ιερό για να κοιμηθεί. Ήταν δε εκεί σκελετοί παλαιοί, από νεκρούς ειδωλολάτρες. Και, παίρνοντας ένα, τον έβαλε κάτω από το κεφάλι του για μαξιλάρι. Οι δαίμονες λοιπόν, βλέποντας το θάρρος του, φθόνησαν. Και θέλοντας να τον τρομάξουν, φώναζαν τάχα σε μια γυναίκα, λέγοντας:
«Καλή μας, έλα μαζί μας στο λουτρό». Και αποκρίθηκε άλλος δαίμων, από κάτω του, σαν από τους νεκρούς, λέγοντας:
«Ξένο έχω επάνω μου και δεν μπορώ να έλθω».
Αλλά ο γέρων δεν πτοήθηκε και με θάρρος χτυπούσε τον σκελετό, λέγοντας:
«Σήκω, πήγαινε στο σκοτάδι, αν μπορείς».
Και ακούοντάς το οι δαίμονες, φώναξαν δυνατά: «Μας νίκησες!». Και έφυγαν καταντροπιασμένοι».
(Γεροντικόν, εκδ. Αστήρ, αββά Μακαρίου του Αυγυπτίου ιγ)

Γράφει, επίσης ο π. Χαραλάμπης Βασιλόπουλος για τον π. Βενέδικτο Πετράκη:

“Η απήχηση του κυρήγματός του τράβηξε από τα καταγώγια και την πασίγνωστη στο Αγρίνιο Κούλα. Αυτή μετανόησε, εξομολογήθηκε και αφήσε οριστικά το βίο της αμαρτίας. Αφιερώθηκε στο Θεό, για να σώση την ψυχή της.
Για να φιλοσοφή, μάλιστα πάνω στην ματαιότητα των εγκοσμίων και να δαμάση τη σάρκα, πήγε κι έμεινε στο Νεκροταφείο. Υπήρχε ένα δωμάτιο, στο οποίο έβαζαν οι νεκροθάπτες τις αξίνες και τα φτυάρια τους. Αϊ, λοιπόν! Εκεί μέσα εγκαταστάθηκε και περιποιόταν τους τάφους των νεκρών.
Η Κούλα είχε και μια ανεψιά, που έμενε στο χωριό Καλύβια. Αυτή είχε ομορφιά εξαιρετική. Γι'αυτό τη συμβούλευε συχνά η θεία της:
“Πρόσεξε, παιδί μου, την αγνότητά σου, να μην πέσης εκεί όπου έπεσα εγώ. Καλύτερα να πεθάνης, παρά να χάσης την τιμή σου, διότι η τιμή τιμή δεν έχει και χαρά στον που την έχει'. Είναι ο μεγαλύτερος θησαυρός σου”.
Στην εικοσιτετράχρονη αυτή κοπέλλα παρουσιάσθηκε ένας μεγάλος πειρασμός. Ένας γείτονάς της την ενοχλούσε επίμονα. Αλλ' αυτή τον απέκρουε. Κάποτε της είπε:
- Αν δεν υποκύψης, θα σε σκοτώσω.
- Θα δούμε ποιός θα σκοτώση τον άλλο, του είπε η νέα.

Δεν έλεγε, όμως, τίποτε στους δικούς της, για να μη γίνη φονικό.
Κάποια μέρα κατά την οποία περνούσε από ένα ερημικό μέρος η κοπέλλα, της επιτέθηκε ο κακός εκείνος άνθρωπος. Πιάσθηκαν στα χέρια. Έγινε πάλη σκληρή και πολύωρη. Κι επειδή δεν εκάμπτετο, άρχισε εκείνος να τη κτυπά με μαχαίρι.
Τις έδωσε είκοσι τρείς μαχαιριές και μία από πίσω. Συνολικά 24 (όσα χρόνια είχε). Και, όμως, η νέα αντιστεκόταν. Τελικά την έσφαξε σαν το πρόβατο.
Όταν πήγαν οι δημοσιογράφοι, οι αστυνομικοί και οι δικαστικοί και την βρήκαν σφαγμένη και με τόσες μαχαιριές, αλλά με σφιγμένα τα πόδια, έπεσαν και της φίλησαν τα πόδια. Επρόκειτο πέρι μάρτυρος και, μάλιστα Παρθενομάρτυρος!
Στα σαράντα, μ' έστειλε ο π. Βενέδικτος για το μνημόσυνο της. Βρέθηκα μπροστά σε μια λαοθάλασσα. Συγκεντρώθηκαν όλοι αυτοί απ' το Αγρίνιο και τα γύρω χωριά, για να τιμήσουν τη νέα Παρθενομάρτυρα.

Ο φονιάς εννοείται καταδικάσθηκε σε θάνατο κι εκτελέσθηκε. Για ν'αποδεικνύεται ότι ο λόγος του Θεού όσους τον δέχονται τους ανεβάζει σε ύψη αγιότητος, στο θρόνο του Θεού, τους δε άλλους που τον περιφρονούν, τους κατεβάζει μέχρις Άδου κατωτάτου” (ΧΒ, 102).

(στο: Μύθοι & αλήθειες για τις προγαμιαίες σχέσεις, αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ, Αθήνα 2011, σελ. 168-169)

Σελίδα 1 από 2