Έχουμε ήδη τόσες πολλές μαρτυρίες για την πέραν του τάφου ζωή. 

Και με τον Σιλουανό υπήρξαν πολλές εμφανείς μαρτυρίες ότι μας βλέπει και ακούει τις προσευχές μας. Πολλοί εξεπλάγησαν στο Άγιον Όρος πόσο γρήγορα και με πόση ακρίβεια προβλέπει ακόμη και τη σκέψη μας. Είναι πολύ αυστηρότερος μαζί μου και επιεικέστερος με τους άλλους.
Η μητέρα μου πέθανε κατά την περίοδο του Β' Παγκοσμίου πολέμου, κατά τις αρχές του '40 Η αδελφή μου Αικατερίνη πέθανε κατά τη δεκαετία του '60 από καρκίνο. Η άλλη αδελφή μου, η Μαρία, βρισκόταν στο νοσοκομείο δίπλα της, όταν η Αικατερίνη ήταν σε κωματώδη κατάσταση από φοβερούς πόνους. Και ξαφνικά η Αικατερίνη σηκώνεται από το προσκέφαλο και εντελώς καθαρά λέει:

«Μόλις είδα τη μητέρα και μου είπε ότι θέλει να πεθάνουμε όλοι με πίστη».

Η Αικατερίνη δεν ήταν άνθρωπος της Εκκλησίας. Δεν γνωρίζω αν πίστευε ή δεν πίστευε, αλλά αυτό είναι γεγονός, είπε αυτά τα λόγια. Και μόλις το είπε, έπεσε πάλι στο προσκέφαλο ήδη νεκρή. Συνεπώς, η κοινωνία με τους κεκοιμημένους είναι δυνατή. Δεν είναι απλό πράγμα ούτε εύκολο, αλλά είναι οπωσδήποτε πραγματικό.
Και πόσες περιπτώσεις υπήρξαν, κατά τις οποίες η προσευχή για τους κεκοιμημένους άλλαξε τη μεταθανάτια κατάστασή τους!

Μου συνέβη κάποτε να τελέσω τρισάγιο στον τάφο κάποιας Ρουμάνας κυρίας, η οποία ήταν γνωστή στη βασιλική αυλή. Αυτό έγινε στην Ιταλία, όταν φιλοξενήθηκα από την οικογένειά της. Κατά τη διάρκεια της προσευχής ήταν παρούσα και η κυρία X. Αργότερα, όταν ήδη βρισκόμουν στην Αγγλία, επισκέφθηκε την κυρία X κάποια γνωστή της που γνώριζε την αποθανούσα Ρουμάνα και είπε:

«Είδα την κυρία αυτή για την οποία προσευχηθήκατε. Ήρθε χαρούμενη λέγοντας ότι όλα άλλαξαν τελείως».

Και ανέφερε την ημέρα και την ώρα της προσευχής μας. Σκεφτείτε, η νεκρή γυναίκα μπόρεσε να πληροφορήσει γι’αυτό τη φίλη της, την ίδια μάλιστα ώρα! Τόσο ακατάληπτα σχετίζονται όλοι αυτοί οι δεσμοί και η ζωή μας συνδέεται με τον Σιλουανό. 'Ω, τί πατέρα μας έδωσε ο θεός!
Όλα αυτά είναι τόσο ζωντανά! Εγώ πεθαίνω τώρα σιγά-σιγά -δεν γνωρίζω πότε θα γίνει αυτό-, όμως κουράστηκα πια να ζω. Και σας παρακαλώ, προσεύχεσθε ώστε να μου δώσει ο Κύριος ειρηνικό, χριστιανικό και ανώδυνο τέλος. Και τότε, ίσως θα είμαι ακόμη περισσότερο συνδεδεμένος μαζί σας παρά τώρα.


1. Βλ. Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου, Γράμματα στή Ρωσία, εκδ.Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ 2009, σ. 16.

(αρχιμανδρίτου Σωφρονίου Σαχάρωφ, Οικοδομώντας τον ναό του Θεού, τόμος Β, σελ. 129-131)

«Όταν έφτασε η ώρα του θανάτου του αββά Μακαρίου, ήρθε να πάρει την ψυχή του το Χερουβείμ που ήταν ο φύλακας άγγελός του, με τη συνοδεία πλήθους ουράνιων ταγμάτων.

Κατήλθαν επίσης χοροί αποστόλων, προφητών, μαρτύρων, ιεραρχών, μοναχών και δικαίων. Οι δαίμονες διετάχθησαν σε σειρές και πλήθη στα τελώνια με σκοπό να εμποδίσουν τη διέλευση της ένθεης ψυχής του.

Η ψυχή άρχισε να ανέρχεται. Στέκοντας πολύ μακριά της, στα τελώνια, τα πονηρά πνεύματα φώναζαν:

“ Ω Μακάριε, πόση δόξα αξιώθηκες να λάβεις!”

Ο ταπεινός άνδρας τους απάντησε:

“Όχι! Ακόμα φοβάμαι, αφού δε γνωρίζω εάν έχω πράξει κάτι αγαθό.”

Στο μεταξύ ανερχόταν ταχέως στον ουρανό. Από κάποια άλλα τελώνια που βρίσκονταν ψηλότερα οι εναέριες δυνάμεις κραύγαζαν και πάλι:

“Δεν είναι έτσι! Μάς ξέφυγες Μακάριε.”

“Όχι”, απάντησε εκείνος, “ακόμα χρειάζομαι να αναχωρήσω”.

Όταν είχε ήδη φτάσει στις πύλες του ουρανού, οι δαίμονες, θρηνώντας από μοχθηρία και φθόνο, κραύγασαν:

“Δεν είναι έτσι! Μας ξέφυγες Μακάριε!” και εκείνος απάντησε: Με φύλαξε η δύναμη του Χριστού μου και ξέφυγα απ’ τα δίχτυα σας!”»

(π. Σεραφείμ Ρόουζ, Η ψυχή μετά τον θάνατο, εκδ. Μυριόβιβλος, σελ.139-140)


Για τους ποντοπόρους της ζωής, ανέκαθεν ο θάνατος ήταν κάτι το άκρως ανατριχιαστικό. Ήταν το μυστηριώδες, το ανεξερεύνητο ακρωτήρι, πέραν του οποίου κανείς δεν μπορούσε να δή τι συνέβαινε.

Έμοιαζε σαν το νοτιώτερο ακρωτήρι της Αφρικής, το γνωστό με το όνομα της Καλής Ελπίδος. Άλλοτε ήταν ο φόβος και ο τρόμος των ναυτικών, οι δε ιθαγενείς εβεβαίωναν, πως κανένα πλοίο, απ’ όσα επεχείρησαν να διαβούν, δεν διέφυγε το ναυάγιο.

Αφ’ ότου όμως ο περίφημος θαλασσοπόρος Βάσκο ντε Γάμα κατώρθωσε, σώος και αβλαβής, να περάση, από τη στιγμή εκείνη η σκληρότης του ακρωτηρίου ηττήθη. Η τρομερότης του εξέλιπε. Το αδιάβατο ακρωτήρι έγινε πλέον διαβατό και έλαβε το συμπαθέστατο και ευοίωνο όνομα της Καλής Ελπίδος. Έγινε ο πλουτοφόρος διάδρομος, που οδηγεί στους αμύθητους θησαυρούς των Ινδιών.
Έτσι και ο ακραίος σταθμός της ανθρωπίνης ζωής, το ακρωτήρι του θανάτου, παρέμεινε για τον προχριστιανικό κόσμο αδιάβατο και μυστηριώδες. Ήτο αδύνατο να το παραπλεύσουν οι άνθρωποι χωρίς ναυάγιο. Αφ’ ότου όμως ο Ιησούς διεφώτισε το μυστήριο τούτο και απέδειξε, ότι ο θάνατος δεν είναι το ακρωτήρι του τραγικού ναυαγίου της ζωής, αλλά το ακρωτήρι της Καλής Ελπίδος, που φέρει προς νέους λαμπρούς κόσμους και ανοίγει μπροστά μας νέες σκηνογραφίες.
(Από το βιβλίο «Κογχύλια από την Τιβεριάδα»)
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο846)

Ο θάνατος νικήθηκε
«Με κάλεσαν κάποτε — διηγείται ένας διάσημος ιεροκήρυξ - να κηρύξω σε μια κηδεία.

Έψαξα την Αγία Γραφή μου να βρω κάποια σχετική ομιλία, που να κάνη για την περίπτωση αυτή. Μάταια όμως.

Διεπίστωσα ότι τέτοια ομιλία δεν υπήρχε στην Αγία Γραφή, γιατί όπου και αν συνάντησε νεκρό ο Κύριος τον ανέστησε. Έτσι διάλεξα για θέμα μου την ανάσταση».
Αληθινά, όπου ο θάνατος συναντήθηκε με την Ζωή υποχώρησε νικημένος. Ο Αναστημένος Χριστός έδωσε μια θριαμβευτική ελπίδα στο ανθρώπινο γένος!
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο926)

Μη το ξεχνάς…. 
Ο εφοπλιστής Σταύρος Λιβανός, που πέθανε τελευταία, επήγαινε συχνά στην πατρίδα του, την Χίο. Σε μία τελευταία επίσκεψί του συνάντησε τον Σάντο- ένα φτωχό λαϊκό ποιητή και φιλόσοφο - και τον κάλεσε να τον κεράση ένα ούζο. Ο Σάντος ήπιε το ούζο και του ευχήθηκε υγεία και ευτυχία. Τότε ο Λιβανός του έδωσε και μια λίρα. Και ο Σάντος πήρε θάρρος και είπε:
Η θάλασσα κι ο ουρανός
έχουν το ίδιο χρώμα,
ο Σάντος και ο Λιβανός
θα μπουν στο ίδιο χώμα.
Και ο Λιβανός έμεινε σκεπτικός… (Εβρ. θ’ 27)
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο807)

Το τέρμα των εγκοσμίων

Κάποτε ο Μέγας Αλέξανδρος είδε τον φιλόσοφο Διογένη ν’ ασχολήται στο ν’ ανακατώνη ένα σωρό ανθρώπινα κρανία.
-Τι κάνεις αυτού; ερώτησε ο βασιλεύς.
-Αναζητώ το κρανίο του πατέρα σου, του βασιλέως Φιλίππου –είπε ο Διογένης – αλλά μου είναι αδύνατον να το αναγνωρίσω…
Αλήθεια! Πλούσιοι και φτωχοί στο ίδιο επίγειο τέρμα θα καταλήξουμε. Το ουράνιο τέρμα έχει για τον χριστιανό σημασία.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο768)

Το βάλσαμον. 
Ανέκαθεν το ανθρώπινον πνεύμα στάθηκε με έκσταση μπροστά στην παγερή σιωπή του τάφου.

Διερεύνησε με αγωνία το μυστήριο του θανάτου και ρώτησε με επιμονή:

«Από που έρχομαι και που πηγαίνω;».
Αλλά στην αγωνιώδη αυτή ερώτηση, του δόθηκαν οι πιο αντίθετες απαντήσεις:
«Από το Μηδέν στο Πουθενά», απάντησε αποκαρδιωτικά η αυτάρεσκη Απιστία.
«Εκ του θανάτου εις την Ζωήν», απέδειξε ο Ιησούς «παρά τη πύλη» της Ναΐν.

Και ο μεν σκεπτικιστής αποσβολωμένος μπροστά στο αίνιγμα του θανάτου, αναφωνεί μελαγχολικά μαζί με τον Ιούλιο Σιμόν:

« Γεννήθηκα με την άγνοια. Έζησα με την αμφιβολία. Πεθαίνω με την αβεβαιότητα. Ω! υπέρτατον Ον, λυπήσου με !».
Ο Χριστιανός όμως αντιμετωπίζει το θάνατο με τις γαλήνιες επιθανάτιες λέξεις του Λακορνταίρ:

«Θεέ μου, Θεέ μου, άνοιξέ μου, άνοιξέ μου ! και τον χαιρετίζει όπως ο περίφημος αστρονόμος Βιγουρδάν στον επικήδειο του μεγάλου μαθηματικού Πουανκαρέ:

«Δεν σου απευθύνω τελευταίον αποχαιρετισμόν — είπε προς τον νεκρό — αλλά καλήν συνάντησιν εις τα πέραν του τάφου, τα οποία το λογικόν βλέπει εν εσόπτρω, τα οποία η καρδία μαντεύει και όπου ο Θεός επαγγέλλεται αθάνατον ειρήνην εις όλους τους εργάτας του αγαθού».
Το «Μη κλαίε» λοιπόν, της Ναΐν, δεν στάθηκε βάλσαμο για την τραυματισμένη καρδιά μιας μονάχα μητέρας. Υπήρξε δύναμις και παραμυθία για μυριάδες ψυχές.

Και πάντα, όταν σέρνουμε βαρύ το βήμα πάνω στον τάφο αγαπημένων νεκρών, όταν ο πόνος σπαθίζη την ψυχή μας και το δάκρυ ρέη καφτό από τα μάτια μας, τίποτε άλλο δεν μπορεί τότε να παύση τους λυγμούς, να στειρεύση το δάκρυ, να εμπνεύση την ελπίδα, παρά η μυστική, η αιωνία κι αθάνατη φωνή της Ναΐν: «Μη κλαίε».


Από το βιβλίο «Κογχύλια από την Τιβεριάδα»
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο536)


Όταν ο μεγάλος μουσικοσυνθέτης Σοπέν βρισκόταν στην επιθανάτιο κλίνη, τον επεσκέφθη ο παληός του φίλος ιερεύς Ζελοβίσκυ, που είχαν καιρό να συναντηθούν.
—  Φίλε μου, του είπε ο ιερεύς, σήμερα είναι η γιορτή του αδελφού μου, που τόσο τον αγαπάς. Πρέπει να μου δώσης ένα δώρο γι’ αυτόν.
—  Και τι δώρο να κάνω;
—   Την ψυχή σου.
— Καταλαβαίνω, είπε ο Σοπέν, ιδού την.
Ο ιερεύς γονάτισε κι ο μελλοθάνατος μουσικός άρχισε την εξομολόγησή του.

Ύστερα μετέλαβε των Αχράντων Μυστηρίων και το ίδιο εκείνο βράδυ εκοιμήθη εν Κυρίω.


(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973 Νο280)

"Ένα κρουαζιερόπλοιο άρχισε να βουλιάζει στη θάλασσα και έπρεπε άμεσα να εκκενωθεί από τους επιβάτες. Ένα ζευγάρι έτρεξε γρήγορα προς τις σωσίβιες λέμβους. Όταν έφτασαν όμως, είδαν έντρομοι ότι υπήρχε χώρος για να σωθεί μόνο ένα άτομο. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή ο άντρας έσπρωξε τη σύζυγό του και πριν προλάβει εκείνη να αντιδράσει, πήδηξε αυτός μέσα στη βάρκα.

Τότε η γυναίκα του, η οποία στέκονταν στο πλοίο που βυθίζονταν, φώναξε στον σύζυγό της μια φράση».

Η δασκάλα σταμάτησε την αφήγηση της, γύρισε προς τη τάξη και ρώτησε τα παιδιά:

«Τι νομίζετε ότι του φώναξε;»

Οι περισσότεροι από τους μαθητές με ενθουσιασμό απάντησαν ότι η σύζυγος φώναξε: «Σε μισώ!», «Δεν το περίμενα ποτέ αυτό από εσένα» και «Νόμιζα ότι με αγαπούσες».

Η δασκάλα παρατήρησε ένα αγόρι που ήταν συνέχεια σιωπηλό. Τον ρώτησε τι πίστευε ότι φώναξε η σύζυγος και αυτός της απάντησε:

«Κυρία, νομίζω ότι του φώναξε: «Να προσέχεις το παιδί μας»».

Έκπληκτη η δασκάλα τον ρώτησε: «Έχεις ακούσει ξανά αυτή την ιστορία;»

Το αγόρι κούνησε το κεφάλι του αρνητικά: «Όχι, αλλά αυτό ήταν που είπε και η δική μου μαμά στον μπαμπά μου, λίγο πριν πεθάνει από την αρρώστια της».

Η δασκάλα γύρισε προς τα παιδιά και τους είπε με χαμηλή φωνή:

«Η απάντηση είναι σωστή».

Το πλοίο τελικά βυθίστηκε και όλοι όσοι δεν κατάφεραν να ξεφύγουν σκοτώθηκαν. Ο άντρας πήγε στο σπίτι και μεγάλωσε την κόρη τους μόνος του. Πολλά χρόνια αργότερα, μετά το θάνατο του πατέρα της, η κόρη τους βρήκε τυχαία το ημερολόγιο του και διάβασε ολόκληρη την ιστορία. Ανακάλυψε ότι η μητέρα της, λίγο πριν επιβιβαστεί στο πλοίο, είχε διαγνωσθεί με μια ανίατη ασθένεια. Την κρίσιμη στιγμή, ο πατέρας έκανε αυτό που πίστευε ότι ήταν σωστό. Όχι για αυτόν, αλλά για την κόρη τους.

«Ήθελα τόσο να μείνω μαζί σου στο πλοίο αγαπημένη μου. Ήθελα να πεθάνουμε μαζί. Αλλά για χάρη της κόρης μας, επέλεξα να σε αφήσω μόνη», έγραφε στο ημερολόγιό του».

Τα παιδιά έμειναν για αρκετά λεπτά σιωπηλά μόλις η δασκάλα τελείωσε την ιστορία της.

Η δασκάλα τότε προσπάθησε να δώσει στα παιδιά να καταλάβουν το νόημα αυτής της ιστορίας:

«Το καλό και το κακό είναι περίπλοκα και πολλές φορές πολύ δύσκολο να τα κατανοήσεις. Αυτός είναι και ο λόγος που δεν πρέπει να επικεντρώνεται κάποιος μόνο στην επιφάνεια και να κρίνει τον άλλον χωρίς να προσπαθήσει πρώτα να κατανοήσει τις πράξεις του.

Άν έχετε βγει να φάτε με κάποιον φίλο και προσφερθείτε να πληρώσετε τον λογαριασμό, δεν το κάνετε γιατί έχετε πολλά χρήματα αλλά γιατί βάζετε την φιλία σας πάνω από τα χρήματα.

Εκείνοι που παίρνουν πρωτοβουλίες στη δουλειά τους, δεν το κάνουν επειδή είναι χαζοί, αλλά επειδή καταλαβαίνουν την έννοια της ευθύνης.

Όσοι ζητούν συγγνώμη μετά από έναν καυγά, δεν το κάνουν επειδή ξέρουν ότι υποστήριζαν την λάθος άποψη, αλλά επειδή εκτιμούν περισσότερο τον άνθρωπο δίπλα τους.

Εκείνοι που είναι πρόθυμοι να σας βοηθήσουν, δεν το κάνουν επειδή σας χρωστάνε κάτι, αλλά επειδή σας βλέπουν ως ένα αληθινό φίλο.

Εκείνοι που σας τηλεφωνούν συχνά, δεν το κάνουν γιατί δεν έχουν τίποτα άλλο να κάνουν, αλλά επειδή είστε στην καρδιά τους.

Μια ημέρα, όλοι θα αναγκαστούμε να χωρίσουμε από αυτούς που έχουμε σήμερα δίπλα μας. Θα χάσετε τις κουβέντες σας, θα ξεχάσετε τα όνειρο που κάνατε μαζί τους. Οι ημέρες θα περάσουν, τα χρόνια θα φύγουν και μια μέρα τα παιδιά σας θα δουν μερικές φωτογραφίες και θα σας ρωτήσουν:

«Ποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι;»

Και εσείς θα χαμογελάσετε με αόρατα δάκρυα, και θα τους απαντήσετε:

«Είναι οι άνθρωποι με τους οποίους πέρασα τις καλύτερες μέρες της ζωής μου.»

Διαβάζοντας το Κατά Ιωάννη στέκομαι πάντα σε μια μικρή πρόταση, την μικρότερη του ιερού κειμένου: «Εδάκρυσεν ο Ιησούς» (Ιω. ΙΑ,35). Από την περικοπή του Κατά Ιωάννην Ευαγγελίου όπου περιγράφεται το θαυμαστό γεγονός της ανάστασης του Λαζάρου. Σ' αυτή τη φράση πάντα στέκομαι αρκετή ώρα. Η πιο μικρή πρόταση του Ευαγγελίου. «Εδάκρυσεν ο Ιησούς». Εμπρός στο τρομερό και μέγα μυστήριο του θανάτου δακρύζει ο Θεάνθρωπος. Όταν οι οικείοι του Λαζάρου έδειξαν τον τόπο ταφής στο Χριστό, Εκείνος δάκρυσε. Παρόλο που μετά από λίγο Ανέστησε τον αγαπημένο του φίλο εκ νεκρών, προτυπώνοντας με δύναμη κι ενάργεια τη δική Του Αγία Ανάσταση, εκείνη τη χρονική στιγμή δάκρυσε.

Αυτός που έγινε πλήρης μέτοχος της ανθρώπινης τραγωδίας, του πόνου και του θανάτου στο μέγιστο βαθμό, δακρύζει.

Ο Θεάνθρωπος Κύριος της ζωής και του θανάτου, δεν αποδέχεται την εξαφάνιση και τον εκμηδενισμό του ανθρώπινου προσώπου, του πιο λαμπρού Του δημιουργήματος που το στόλισε με τη δυνατότητα και το προορισμό μια αθάνατης ζωής.

Μας διδάσκει το δάκρυ του Κυρίου, την ασυμβίβαστη στάση ημών των Χριστιανών, απέναντι στον όλεθρο του θανάτου και του φθοροποιού κυκλικού χρόνου. Κανένας συμβιβασμός με το θάνατο, τη φθορά, την αμαρτία και τα τέκνα τους.

Η Ανάσταση του Χριστού κατενίκησε το θάνατο και εσκύλευσε τον Άδη, εξασφαλίζοντας στο γένος μας, τη δυνατότητα της Αναστάσιμης ζωής του Χριστού κι έναν ολότελα Νέο τρόπο ύπαρξης.

Δε θέλω να κάνω εκτενέστερη θεολογική ανάλυση παρά μόνο μια ευχή: η Ανάσταση να γίνει σε όλους μας τρόπος κι ουσία ζωής. Μιάς ζωής με αυθεντικότητα κι αλήθεια, ενάντια στους μικρούς και μεγάλους θανάτους που μας καταδιώκουν. Ταυτόχρονα μου ρχεται στο μυαλό ο στίχος του Ν. Καββαδία «της θάλασσας κατανικώντας του θανάτους...»

Προσδοκούμε λοιπόν «Ανάστασιν Νεκρών»
όντες μάρτυρες της Ανάστασης του Χριστού.

Καλή Ανάσταση!

Φαίδων Χριστοδουλάκης, ΜΑ Θεολογίας


(από το βιβλίο της Νίνα Πάβλοβα "Η ημέρα του αρχαγγέλου Μιχαήλ").

Ένα αγοράκι από το οικοτροφείο εγκαταλελειμμένων παιδιών έμεινε ένα βράδυ στο σπίτι μου και μου έλεγε:
- Σ'εμάς στο οικοτροφείο,η οικονόμος όταν πίνει αρχίζει αμέσως να βρίζει τις μητέρες μας που εγκατέλειψαν
τα παιδιά τους!
- Εσύ την κρίνεις την μητέρα σου;
- Όχι.Εγώ αγαπώ τόσο πολύ τον Ιησού Χριστό,που έχω εμπιστοσύνη σε όλα τα λόγια Του.
Ο Κύριος δεν μας είπε να αγαπάμε μόνο τις καλές μαμάδες,ενώ εάν μας εγκαταλείψουν να τις περιφρονούμε.
Μπορεί η μαμά να είχε μια ζωή τόσο δύσκολη,που θα πρέπει να την λυπάμαι!
Το παιδάκι σώπασε για αρκετή ώρα και ξάφνου είπε:
- Εγώ οπωσδήποτε θα συναντηθώ με την μαμά.
Όλοι θα μαζευτούμε κοντά στον Ιησού Χριστό και θα γνωρίσουμε ο ένας τον άλλον.
Θα την πλησιάσω και θα της πω: " Μαμά,εγώ είμαι.Πως έζησες στη γη μανούλα μου; "

Αν ένα μικρό παιδί,αγαπώντας τον Χριστό,βρήκε την δύναμη να συγχωρήσει την μητέρα που το πέταξε,
τότε κανείς δεν δικαιολογείται να μην μπορεί να φτάσει σε τέτοιες και παρόμοιες κορυφές αγιότητας!

Απόσπασμα από το βιβλίο του Αρχιμ.Νίκωνα Κουτσίδη (Από το Άγχος στην Αναψυχή).

Η ΚΑΥΣΗ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ.  Γεωργίου Μαντζαρίδη, καθηγητού επιτίμου Θεολογικής Θεσσαλονίκης. 
ΚΑΥΣΗ ΚΑΙ ΤΑΦΗ. 
Η καύση, όπως και η ταφή των νεκρών, δεν έχει μόνο πρακτικό, αλλά και βαθύ συμβολικό χαρακτήρα. Αντίστοιχα η προτίμηση της καύσεως ή της ταφής των νεκρών δεν εξαντλείται στο επίπεδο της λογικής, αλλά ανάγεται στο βαθύτερο είναι της υπάρξεως του ανθρώπου˙ ανάγεται στη στάση του απέναντι στο οξύτερο οριακό φαινόμενο της υπάρξεώς του, στον θάνατο. Και το νόημα που προσδίδει ο άνθρωπος στον θάνατο αποτυπώνεται στη μια ή την άλλη προτίμησή του.
Η ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ. 
Γίνεται λοιπόν φανερό ότι και η ταφή των νεκρών, μολονότι δεν αποτελεί δογματικό θέμα, δεν παύει να συνδέεται άμεσα με τη χριστιανική δογματική διδασκαλία. Η ανάσταση των νεκρών, στην οποία πιστεύει η Εκκλησία, δεν θα εξαρτηθεί από την ταφή ή την καύση τους. Αλλά και από την άλλη πλευρά, η ταφή των νεκρών δεν είναι άσχετη με την πίστη στην ανάσταση. H προτίμηση της ταφής και η απόρριψη της καύσεως των νεκρών συνυφαίνονται με την όλη διδασκαλία της Εκκλησίας για τον άνθρωπο και τον σκοπό της υπάρξεώς του.
Η ΠΡΟΤΑΞΗ ΤΟΥ ΣΚΟΠΟΥ. 
Η Εκκλησία δεν αποστρέφεται το σώμα, αλλά το τιμά. Ο άνθρωπος εικονίζει τον Θεό όχι μόνο ως ψυχή αλλά και ως σώμα. Και ο σκοπός της υπάρξεως του ανθρώπου είναι να δεχθεί μέσα του αυτόν που εικονίζει, δηλαδή τον Θεό. Όλα τα άλλα υποτάσσονται και εντάσσονται στον σκοπό αυτόν. Αν και η καύση του σώματος του ανθρώπου συμβαίνει να υπηρετεί αυτόν τον σκοπό, γίνεται όχι μόνο αποδεκτή αλλά και επιθυμητή. Έτσι οι Χριστιανοί που καταδικάζονταν στον διά πυράς θάνατο δεν τον απέφευγαν, αλλά τον υπέμεναν προσβλέποντας στην ένωσή τους με τον Χριστό(1).
ΤΙΜΗ ΠΡΟΣ ΤΟ ΣΩΜΑ. 
Αποστροφή προς το σώμα παρατηρείται στις ανατολικές θρησκείες και την ειδωλολατρία. Για την Εκκλησία το ανθρώπινο σώμα είναι ναός του Αγίου Πνεύματος(2)˙ είναι η ζωντανή Εκκλησία, μέσα στην οποία καλείται να λατρεύσει ο άνθρωπος τον Θεό. Και οι άγιοι που λάτρευσαν αληθινά τον Θεό, θεμελιώνουν με τα λείψανά τους τις κτιστές Εκκλησίες, όπου λειτουργούνται οι πιστοί. Γι’ αυτό η Εκκλησία τιμά τα λείψανα των άγιων και τα διατηρεί ως πολύτιμους θησαυρούς.
Όπου το νεκρό σώμα θεωρείται ως λείψανο, ως σεβαστό δηλαδή κατάλοιπο της ανθρώπινης υπάρξεως, είναι φυσικό να τιμάται. Εκεί και η ταφή ή στη συνέχεια η διατήρηση των οστών είναι ιερή. Άλλωστε γνωρίζουμε σήμερα ότι και τα ξερά οστά διατηρούν ζωντανή τη βιολογική ταυτότητα του νεκρού, όχι όμως η στάχτη. Όπου όμως το νεκρό ανθρώπινο σώμα αντιμετωπίζεται ως μακάβριο πτώμα, είναι φυσικό να επιδιώκεται η εξαφάνισή του. Δεν διακρίνονται σύμβολα, αλλά φυσικά αντικείμενα με χρηστική ή και χρηματιστική αξία. Με τα προβλήματα μάλιστα των μεγάλων αστικών κέντρων θεωρείται λογικότερη και πρακτικότερη η καύση των νεκρών.
ΑΠΟΣΤΡΟΦΗ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΚΑΥΣΗ. 
Σε ολόκληρη την ιστορία της Παλαιάς Διαθήκης και της αδιαίρετης Χριστιανοσύνης η καύση των νεκρών αντιμετωπίζεται ως ειδωλολατρική συνήθεια και θεωρείται ως αποκρουστική πράξη. Ειδικότερα ο δια πυράς θάνατος συνδέεται στην Παλαιά Διαθήκη με ειδεχθή εγκλήματα(3) . Η Καινή Διαθήκη θεωρεί αυτονόητη την ταφή των νεκρών(4) , ενώ στην ιστορία της Εκκλησίας μόνο διώκτες της κατέφευγαν στην αποτέφρωση των σωμάτων των Χριστιανών, για να εξαφανίσουν τη μνήμη τους και να πλήξουν την ελπίδα της αναστάσεώς τους(5). Κατά τους νεώτερους μάλιστα χρόνους η καύση των νεκρών εφαρμόσθηκε και ως κάποια μορφή εξαγνισμού του κόσμου από την παρουσία τους(6).
ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗ ΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ. 
Η θέληση για την εξαφάνιση ή τη διατήρηση του νεκρού σώματος στον τάφο συνδέεται άμεσα και με την όλη τοποθέτηση του ανθρώπου απέναντι στον θάνατο. Όταν κάποιος επιθυμεί να λησμονήσει τον θάνατο, είναι φυσικό να θέλει να εξαφανίσει καθετί που συνδέεται με αυτόν ή τον υπενθυμίζει. Και σε αυτό θωρακίζεται από τα σχετικά συστήματα της σύγχρονης κοινωνίας. Όλα βοηθούν στην αποσιώπηση του θανάτου. Μέσα στο κλίμα αυτό είναι φυσικό να επιδιώκεται και η εξαφάνιση του νεκρού ανθρώπινου σώματος. Η ταφή στο μνήμα διατηρεί τη μνήμη όχι μόνο του νεκρού, αλλά και του θανάτου. Και για να διατηρεί κάποιος τη μνήμη αυτή, χωρίς να ταλαιπωρείται, χρειάζεται να πιστεύει στη νίκη εναντίον του θανάτου. Ο Χριστιανός πιστεύει στη νίκη αυτήν και περιμένει την ανάσταση, που άφορα ολόκληρη τη σωματοψυχική του υπόσταση (7). Όταν υπάρχει η πίστη ή η προσδοκία αυτή, τότε και η στάση απέναντι στον θάνατο και το νεκρό σώμα γίνεται ανάλογη. Και η στάση αυτή εμπνέει το ήθος που καλλιεργήθηκε επί αιώνες στον τόπο αυτόν, ενώ η καύση εισάγει νέο ήθος.
ΠΡΟΚΛΗΣΗ ΑΙΣΘΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΗΘΟΥΣ. 
Η καύση των νεκρών δεν προσβάλλει άμεσα το δόγμα αισθήματος της αναστάσεως. Προσβάλλει όμως το αίσθημα και το ήθος που καλλιεργεί το δόγμα αυτό. Παραμορφώνει την προοπτική και την προσδοκία της Εκκλησίας για τον άνθρωπο. ’Έτσι θίγεται και το δόγμα, γιατί αυτό είναι οργανικά ενωμένο με το ήθος και τη ζωή της Εκκλησίας. Στον ελληνικό μάλιστα χώρο, όπου η καύση των νεκρών ήταν γνωστή κατά την προχριστιανική περίοδο, καθιερώθηκε από την Εκκλησία και διατηρήθηκε στη συνέχεια ως αυτονόητη η ταφή, που ήδη από τον Απόστολο Παύλο παραλληλίζεται με τη σπορά του κόκκου του σιταριού και συνδέεται με την προσδοκία της καινούργιας ζωής (8) . Όταν σβήνει η προσδοκία αυτή, χάνει και η ταφή τη συμβολική διάστασή της.
Η ΑΠΟΤΥΠΩΣΗ ΣΤΗ ΓΛΩΣΣΑ. 
Το αίσθημα και το ήθος κάθε λαού απέναντι στους νεκρούς αποτυπώνεται και στη γλώσσα του. Και η αποτύπωση αυτή έχει ιδιαίτερη σπουδαιότητα, γιατί διατηρείται ζωντανή στην καθημερινή ζωή. Στην ελληνική γλώσσα ο νεκρός χαρακτηρίζεται ως κεκοιμημένος και το νεκροταφείο ως κοιμητήριο. Ποτέ δεν σκέφτεται κάποιος να κάψει αυτόν, για τον όποιο έχει το αίσθημα ότι κοιμάται, εκτός αν τον μισεί θανάσιμα. Επιπλέον ο νεκρός ονομάζεται συγχωρημένος. Και το ρήμα «πεθαίνω» έχει ως συνώνυμό του το «συγχωρούμαι». Η συγχώρηση αποτελεί μεγαλειώδη σύνθεση αισθήματος και ήθους. Ήθους, γιατί συμφιλιώνει αυτόν που συγχωρεί με αυτόν που συγχωρείται. Και αισθήματος, γιατί αυτός που συγχωρείται φιλοξενείται στον χώρο της προσωπικής ζωής αυτού που συγχωρεί. Παραμένει στη μνήμη του. Γίνονται γι’ αυτόν μνημόσυνα, και μάλιστα σε τακτά χρονικά διαστήματα, που συνδέονται παραδοσιακά με τις διάφορες φάσεις αλλοιώσεως του σώματος. Ο τάφος είναι μνήμα, δηλαδή τόπος μνήμης και επισκέψεως για όσους αγάπησαν και συγχώρησαν τον νεκρό. Έτσι εξακολουθεί να υπάρχει ως «συγχωρημένος».
ΧΩΡΟΤΑΞΙΚΕΣ ΔΥΣΚΟΛΙΕΣ. 
Όταν υπάρχει το αίσθημα και το ήθος αυτό, δεν προβάλλεται θέμα χωροταξικού αδιεξόδου για την ταφή των νεκρών, όπως δεν προβάλλεται τέτοιο θέμα, όταν χρειάζεται να καλυφθούν άλλες ζωτικές ανάγκες της κοινωνίας. Η αίσθηση της ανάγκης να διατηρηθεί ζωντανή η μνήμη των νεκρών βρίσκει τους τόπους και τους τρόπους για την ικανοποίησή της. Η μνήμη των νεκρών θυμίζει τις ρίζες, την παράδοση, αλλά και το χρέος των ζωντανών απέναντί τους. Η λήθη των νεκρών αφήνει μετέωρη την κοινωνία των ζωντανών. Οποιαδήποτε κοινωνία, αλλά και ολόκληρη η ζωή είναι αδιανόητη χωρίς τους νεκρούς. Η γλώσσα, η θρησκεία, τα ήθη, τα έθιμα, ο πολιτισμός κληροδοτούνται από αυτούς δεν απορεί να μην αντανακλάται και σε όσα αυτοί κληροδότησαν.
ΑΠΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΚΠΛΗΡΩΣΗ. 
Ειδικότερα στο αίτημα της καύσεως Ορθοδόξων υπάρχει ένα λεπτό σημείο. Μπορεί κάποιος να ζητήσει να καεί μετά τον θάνατό του. Η καύση του όμως θα πραγματοποιηθεί από ανθρώπους που θα βρίσκονται στη ζωή. Και αυτοί είναι πολύ πιθανό -και στον ορθόδοξο κόσμο ίσως βέβαιο- να έχουν αντιλήψεις που έρχονται σε αντίθεση με την επιθυμία του. Πώς λοιπόν θα υποχρεωθούν να εκπληρώσουν την επιθυμία του εκλιπόντος; Και κατά πόσο η ατομική επιθυμία εκείνου, που εδώ εκφράζει μια τοποθέτηση απέναντι στο ανθρώπινο σώμα, δεν παραβιάζει την ελευθερία της συνειδήσεως εκείνων που είναι τοποθετημένοι διαφορετικά;
Στην Ιουστινιάνεια κωδικοποίηση υπάρχει το ακόλουθο παράδειγμα. Ένας Ρωμαίος πολίτης κατέστησε κάποιον κληρονόμο του με την προϋπόθεση να ρίξει το λείψανό του στη θάλασσα. Ο κληρονόμος αρνήθηκε να το ρίξει στη θάλασσα και το ενταφίασε. Τότε εγέρθηκε θέμα διεκδικήσεως της κληρονομιάς με το αιτιολογικό ότι ο αποδέκτης δεν τήρησε τη διαθήκη, όσον αφόρα το λείψανο του διαθέτου. Το δικαστήριο θεώρησε την πράξη της απόρριψης στη θάλασσα ως ανήθικη και τη μη συμμόρφωση του κληρονόμου ως επαινετή ενέργεια, που συνάδει με τα χρηστά ήθη(9).
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗ. 
Η Εκκλησία δεν επιβάλλει την πίστη και τις τελετές τοποθέτηση της σε όσους είναι ξένοι προς αυτήν. Αλλά και όσοι είναι ξένοι προς την Εκκλησία δεν πρέπει να απαιτούν από αυτήν να ευλογεί τις αυθαίρετες επιλογές τους. Η καύση του νεκρού σώματος μπορεί να επιλέγει ελεύθερα, όχι όμως και να πραγματοποιηθεί ως εκκλησιαστική πράξη. Θα μπορούσε ίσως να συνδεθεί με την πολιτική κηδεία. Η στάση όμως της Εκκλησίας απέναντί τους δεν μπορεί να μην είναι αρνητική.

1. Ο άγιος Ιγνάτιος Αντιοχείας γράφει: «Πυρ και σταυρός θηρίων τε συστάσεις... επ’ εμέ ερχέσθωσαν, μόνον ίνα Ιησού Χριστού επιτύχω». Προς Ρωμαίους 5,3.
2. Βλ. Α' Κορ. 6,19.
3. Βλ. π.χ. Γεν. 38,24. Λευιτ. 20,14. 21,9.
4. Βλ. Ιω. 5,28.
5. Βλ. Ευσεβίου Καισαρείας, Εκκλησιαστική ιστορία 5,1, 62-63.
6. Περισσότερα για την καύση των νεκρών και τη θέση της Εκκλησίας απέναντι της βλ. Ταφή ή καύση των νεκρών. Πρακτικά ημερίδος «Η καύση των νεκρών», έκδ. Κλάδου Επικοινωνιακής και Μορφωτικής Υπηρεσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήναι 2000. Ε. Δουνδουλάκη, Η καύση των νεκρών στην Ορθόδοξη Εκκλησία, Θεσσαλονίκη 2003.
7. «Δει γάρ το φθαρτόν τούτο ενδύσασθαι αφθαρσίαν και το θνητόν τούτο ενδύσασθαι αθανασίαν». Α ’ Κορ. 15,53.
8. Βλ. Α' Κορ. 15,36-37.
9. Βλ. Ν. Εμμανουηλίδη, Το δίκαιο της ταφής στο Βυζάντιο, Αθήνα 1989, σ.81-2.

(Χριστιανική Ηθική τόμος Β, εκδ. Πουρναρά, δελ. 661-666)

Σελίδα 1 από 11