ΕΙΝΑΙ συγκινητικά όσα διαβάζομε για το μακάριο τέλος των άγιων ψυχών που σαν φωτεινά μετέωρα πέρασαν από το γήινο κόσμο, για ν' αφήσουν σ' αυτόν την λάμψι του είναι τους, και να πέσουν ύστερα ορμητικά στην απεραντοσύνη της αιωνιότητος.

Σαν έμαθαν οι πολυάριθμοι ασκηταί στο βουνό του Μεγάλου Αντωνίου πως ο Αββάς Σισώης ήταν στα τελευταία του μαζεύτηκαν στην καλύβα του να πάρουν την ευχή του. Η εκτίμησί τους γι' αυτόν δεν είχε όρια. Τον έλεγαν «διαμάντι της Ερήμου» και πολύ δίκαια. Όλη του η μακρόχρονη ζωή ήταν ένας αγώνας για την αγιότητα και τώρα στο θάνατό του έλαμψε σ' όλη της την πληρότητα.

Στην σεβάσμια μορφή του είχε χαραχτή μια έκφρασι ήρεμης ευτυχίας. Σαν ένοιωσε γύρω του τους συνασκητάς του, τους αδελφούς του, τους συντρόφους του στον «καλόν αγώνα», που τώρα αυτός νικητής άγγιζε στο τέρμα του, τα χείλη του αργοσάλεψαν, κάτι θέλησε να ειπή. Εκείνοι, Γέροντες και νεώτεροι, σεβάσμιοι Πατέρες κι αρχάριοι υποτακτικοί, όλοι τους δακρυσμένοι από βαθειά συγκίνησι, στέκονταν μ' ευλάβεια μπροστά σ' αυτή τη μυσταγωγία. Απόλυτη σιγή είχε απλωθή γύρω. Περίμεναν ν' ακούσουν τα τελευταία λόγια ενός μεγάλου Αγίου, να τα φυλάξουν σαν παρακαταθήκη ιερή. Μα εκείνος είχε μεταρσιωθή, δεν έβλεπε πια παρά μόνο τα ούρανια.

— Έρχεται ο Αββάς μου, τον άκουσαν να ψιθυρίζη.

Ρίγος πέρασε από τα λιπόσαρκα σώματα των ασκητών.

Είδαν για μια στιγμή, με τα μάτια της ψυχής τους, τη μεγάλη μορφή του «Καθηγητού των Μοναστών», τον Όσιο Αντώνιο ν' απλώνη το ευλογημένο χέρι του για να πάρη κοντά του τον πιο εκλεκτό από τους μαθητάς του, εκείνον που αντέγραψε και τις πιο μικρές λεπτομέρειες της παράδοξης ζωής του.

— Να ο χορός των Αποστόλων και των προφητών!

Το πρόσωπο του ετοιμοθάνατου έλαμψε από φως ουράνιο, καθώς σιγοψιθύριζε αυτά τα λόγια. Τα χείλη του αργοσάλευαν ακόμη, λες και κουβέντιαζε με όντα που μόνο εκείνος έβλεπε.

— Με ποιόν συνομιλείς, Πάτερ; ρώτησαν οι γεροντότεροι από τους συνασκητάς του.

— Ο Άγιοι Άγγελοι θέλουν να με πάρουν και τους παρακαλώ να με αφήσουν ακόμη να μετανοήσω, είπε με κόπο και δυό δάκρυα κύλισαν πίσω από τα πεσμένα βλέφαρά του.

— Δεν έχεις πια ανάγκη από μετάνοια, μακάριε Σισώη. Συ μετανοούσες σ' όλη σου τη ζωή, του αποκρίθηκαν οι Πατέρες θαυμάζοντας την ταπεινοφροσύνη του.

— Δεν ξεύρω, Αδελφοί μου, να έχω βάλει ακόμη αρχή.

Καθώς έλεγε αυτά, άστραψε ξαφνικά το πρόσωπό του, λες κι έβλεπε σ' αυτό τον ίδιο τον ήλιο. Οι γύρω έμειναν εκστατικοί από θαυμασμό μαζί και φόβο.

— Ο Κύριος μου και ο Θεός μου! Δόξα σοι!

Ήταν τα τελευταία του λόγια. Μ' αυτά πέταξε η ψυχή του στα ουράνια. Είχε ιδεί τον Ιησού που λάτρευε από τα βάθη της καρδιάς του; Κανείς δεν μπορούσε να ειπή, μα όλα το εβεβαίωναν. Το παράδοξο φως που έβλεπαν στην μορφή του, ή υπερκόσμια γαλήνη που είχε χυθή στην ταπεινή καλύβα, η άρρητη ευωδιά, όλα μαρτυρούσαν την επίσκεψι του Ουρανίου Βασιλέως στον εκλεκτό φίλο Του.

(Γεροντικόν, μοναχής Θεοδώρας Χαμπάκη, εκδ. Λυδία)

Ήταν απόγευμα Μεγάλης Παρασκευής. Ένα δροσερό αεράκι φυσούσε, λες και ήθελε να λιγοστέψει την πένθιμη όψη της ημέρας, που είχε πεθάνει ο Χριστός.
Κάποια γυναίκα, ως 40 χρονών, μαυροφορεμένη, με ένα μπουκέτο δροσερά λουλούδια έμπαινε στο νεκροταφείο. Στην όψη της ήταν αποτυπωμένη η θλίψη και ο βαθύς πόνος. Προχώρησε αργά προς κάποιο τάφο. Το λευκό μάρμαρο με τον ωραίο σταυρό φάνταζαν περισσότερο, καθώς τα απαλά άνθη έγερναν και φιλούσαν τον τάφο.
Ένα όνομα ήταν γραμμένο στο Σταυρό με μια φωτογραφία στη μέση:
Γ/Δ… ετών 19
Η γυναίκα –ήταν η μητέρα του παλικαριού- πλησίασε. Άφησε πάνω στον τάφο τα λουλούδια με όλη τη μητρική της στοργή και μετά κάθισε στο γείσωμα έτσι, ώστε να βλέπει τη φωτογραφία.
Τα μάτια της πλημμύρισαν από δάκρυα, καθώς τα χέρια της χάιδευαν το μάρμαρο, που σκέπαζε το σώμα του παιδιού της. Ώρα πολλή έμεινε σε αυτή τη θέση, κοιτάζοντας, χαϊδεύοντας, ψιθυρίζοντας μισόλογα μέσα στα αναφιλητά της. Ξαφνικά ένιωσε στον ώμο της ένα χέρι. Σήκωσε τα βουρκωμένα μάτια της.
-    Μαρία! της είπε η άλλη γυναίκα. Και εγώ είμαι μάνα, που θρήνησα την 15χρονη κόρη μου. Εδώ κοντά την έχω θαμμένη. Όμως!... Δεν πρέπει να λυγίσουμε. Δεν είναι χριστιανικό. Σήκω! Πάμε στην Εκκλησία.

Σήμερα πέθανε ο Ένας, για να ζήσουμε όλοι στην αιωνιότητα.
Ο Γιώργος σου και η Ελένη μου δεν πέθαναν. Όχι! Κοιμούνται. Και θα ξυπνήσουν μια μέρα  για να ζήσουν πια αιώνια μαζί μας… Σε δυο μέρες θα έχουμε Ανάσταση. Είναι το μήνυμα της ανάστασης όλων μας.
Η μητέρα σηκώθηκε. Τα μάτια της έπαψαν να στάζουν δάκρυα. Η όψη της γαλήνεψε.
-    Σε ευχαριστώ, Βασιλική! είπε η Μαρία απαλά. Με ανακούφισες αφάνταστα. Μου στήριξες την καρδιά. Και ξεκίνησαν για την Εκκλησία. Έφτασαν. Μπήκαν μέσα. Την ώρα εκείνη οι ψάλτες έψαλλαν: «… Ότε δε και τους τεθνεώτας εκ των καταχθονίων ανέστησας…».
-     Ναι, Κύριε. Και το παιδί μου θα το αναστήσεις… Πιστεύω! είπε αργά η Μαρία. Δύο δάκρυα έσταξαν πάλι από τα μάτια της. Δεν ήταν δάκρυα οδύνης. Ήταν τώρα ξεχείλισμα ελπίδας…
(από το βιβλίο Ρήματα Ζωής)

‹‹Ένας γέροντας πεσμένος στο κρεβάτι του θανάτου, έλεγε σε μερικούς φίλους του, που είχαν έρθει να τον δουν:
            Σήμερα με επισκέφθηκαν τρείς επισκέπτες.
            Πρώτη με επισκέφθηκε η Πίστη.
Έρχομαι μου είπε, να σε αποχαιρετήσω, δεν με έχεις πια ανάγκη. Στη ζωή σου εδώ στη γη σε βοήθησα να ακολουθήσεις τον Κύριό σου και να μείνεις πιστός σε Αυτόν. Τώρα θα Τον δεις ΄΄πρόσωπον προς πρόσωπον΄΄ (Α΄Κορ. 13, 12) και η πίστη σου θα μεταβληθεί σε όψη.
            Δεύτερη με επισκέφθηκε η Ελπίδα.
            Έως τώρα, μου είπε, ήμουν ο πιο καλός σύντροφός σου. Σε ενθάρρυνα στις δυσκολίες σου, σε παρηγορούσα στις θλίψεις σου, σε χαροποιούσα στη σκέψη ότι μια μέρα θα συναντήσεις τον Κύριό σου. Η υπηρεσία μου έληξε. Στον κόσμο στον οποίο πηγαίνεις δεν υπάρχουν πόνοι και θλίψεις, αλλά φως και χαρά.
            Τελευταία με επισκέφθηκε η Αγάπη.
            Εμείς δεν θα αποχωρισθούμε ποτέ, μου είπε. Στη ζωή αυτή, σου αποκάλυπτα το χαρακτήρα του Κυρίου σου και την αγάπη Του για σένα, σου έδινα τα δύναμη να Τον αγαπάς και σε ενέπνεα σε υπηρεσία προς τους συνανθρώπους σου. Όσο ο καιρός περνούσε, συνδεόμασταν όλο και πιότερο. Όλα αυτά, όμως, δεν ήταν παρά ο πρόλογος. Εκεί πάνω θα είμαστε πάντα μαζί. Εγώ θα σου κινώ την καρδιά σε αίνο και δοξολογία αιώνια προς τον Κύριό σου.
            Θα είμαι το άρμα, πάνω στο οποίο θα ταξιδεύεις σε ολόκληρη την αιωνιότητα.
            "Τώρα δε μένει πίστις, ελπίς, αγάπη, τα τρία ταύτα. μείζων δε τούτων η αγάπη"(Α΄Κορ. 13, 13) ›› (ΑΓ. 5)
(αρχ. Ιωάννου Κωστώφ, Καλοί λιμένες, Σταμάτα 2016, σελ. 236-7)

Ο μακαριστός Νικοπόλεως Μελέτιος γράφει: «Κάποια μέρα γινόταν λόγος σ’ ένα σπίτι για το θάνατο. Οι περισσότεροι ενοχλήθηκαν.

Μία κυρία, όμως, φαινόταν εντελώς ήρεμη και γαλήνια. “Εσύ γιατί δε φοβάσαι;”, τη ρώτησαν. Και εκείνη διηγήθηκε την εξής ιστορία:

Όταν ήμουν μικρό κοριτσάκι είχαμε πάει με τη μητέρα μου σ’ ένα χωράφι. Εκεί χοροπηδώντας και παίζοντας ενόχλησα κάτι μέλισσες και μια επιτέθηκε να με τσιμπήση. Εγώ τότε έβαλα τις φωνές και έτρεξα στη μητέρα μου. “Σώσε με”, της είπα. “Με έφαγε!”. “Έννοια σου, παιδάκι μου, στάσου εσύ ακίνητη”. Κούνησε η μητέρα μου το χέρι της μπροστά απ’ τη μέλισσα και η μέλισσα ερεθισμένη πήγε και τσίμπησε το χέρι της μητέρας. Και είδα πάνω στο χέρι της μητέρας μου βγαλμένο το κεντρί της μέλισσας, που ήταν για μένα.

Εγώ είχα ερεθίσει το μελίσσι. Εμένα έπρεπε να τσιμπήση. Αλλά η μητέρα μου το προκάλεσε και πήγε και τσίμπησε το χέρι της. Και τότε εκείνη μου είπε: “Ναι, παιδάκι μου. Εσύ έκανες το κακό. Για σένα ήταν το δηλητήριο. Αλλά εγώ επειδή είσαι παιδί μου και σε αγαπάω, προτίμησα να τσιμπήση εμένα και να νοιώσω εγώ τον πόνο απ’ το κεντρί του.

Έτσι κι εσύ να θυμάσαι σ’ όλη σου τη ζωή ότι όλοι εμείς οι άνθρωποι με τα έργα μας ερεθίζουμε το κεντρί του θανάτου και του άδου (το οποίο λέει ο Απόστολος). Αλλά ήρθε ο Κύριός μας ο Ιησούς Χριστός και στάθηκε μπροστά και τον ‘τσίμπησε’ Εκείνον το ‘κεντρί’ του θανάτου και του άδου. Και κατάργησε την οριστική θανατηφόρο δράσι του. Και έτσι εμείς έχουμε ελπίδα της Βασιλείας του Θεού και της αιωνίου ζωής”.

Από τότε, λοιπόν, που έβαλα μέσα στην καρδιά μου ότι εκείνο το οποίο έπρεπε να “πληρώσουμε” εμείς εξαιτίας των αμαρτιών μας το “πλήρωσε” ο Χριστός επάνω στο Σταυρό, έχω στη σκέψι του θανάτου την απόλυτη γαλήνη. Και παρακαλώ τον Κύριο να με ελεήση και να με πάρη κοντά Του»(στο: ημερ. Μν)

(Αρχ. Ιωάννου Κωστώφ, Καλοί λιμένες, Σταμάτα 2016, σελ. 116-117)

Αναφέρει ο π. Στεφ. Αναγνωστόπουλος: «Πριν από χρόνια, όταν ήμουν εφημέριος στον ιερό Ναό του αγίου Βασιλείου Πειραιώς, με κάλεσαν να εξομολογήσω εκτάκτως, κατόπιν δικής του επιθυμίας, ένα νέο άνδρα, 42 ετών, του οποίου το όνομα, ήταν Ξενοφών.

Όταν πήγα, ήταν σε κακή κατάστασι. Ο καρκίνος με τις ραγδαίες μεταστάσεις τον είχε προσβάλει και στο κεφάλι. Οι μέρες του μετρημένες. Ήταν μόνος στο θάλαμο, το διπλανό κρεβάτι ήταν άδειο, κι έτσι βρεθήκαμε μόνοι μας. Και μου είπε τα εξής, για το πώς πίστευσε, αφού υπήρξε, όπως το τόνισε, “σκληρός άθεος” και άπιστος.

Ήλθα εδώ πριν από 35 περίπου μέρες, σ’ αυτό το δωμάτιο των δύο κλινών. Δίπλα μου ήταν ήδη κάποιος άλλος άρρωστος, μεγάλος στην ηλικία, 80 περίπου ετών. Αυτός ο άρρωστος, πάτερ μου, παρά τους φοβερούς πόνους τους οποίους είχε στα κόκκαλα –εκεί τον είχε προσβάλει ο καρκίνος- συνεχώς αναφωνούσε ‘Δόξα Σοι, ο Θεός! Δόξα Σοι, ο Θεός!...’. Στη συνέχεια έλεγε και πολλές άλλες προσευχές, τις οποίες εγώ ο ανεκκλησίαστος και άθεος τις άκουγα για πρώτη φορά. Και όμως, πολλές φορές μετά απ’ τις προσευχές του ηρεμούσε –και εγώ δεν ξέρω με ποιο τρόπο- και τον έπαιρνε γλυκύτατος ύπνος. Ύστερα από δυο-τρεις ώρες ξυπνούσε απ’ τους αφόρητους πόνους, για να ξαναρχίση και πάλι ‘Ω Χριστέ μου, Σε ευχαριστώ! Δόξα στο όνομά Σου!... Δόξα Σοι, ο Θεός!... Δόξα Σοι, ο Θεός!...’.

Εγώ μούγκριζα απ’ τους πόνους, κι αυτός ο συνασθενής μου, με τους αφόρητους πόνους, δοξολογούσε το Θεό. Εγώ βλασφημούσα το Χριστό και την Παναγία, και αυτός μακάριζε το Θεό. Τον ευχαριστούσε για τον καρκίνο τον οποίο του έδωσε και τους πόνους τους οποίους είχε. Τότε εγώ αγανακτούσα όχι μόνο απ’ τους φρικτούς πόνους τους οποίους είχα, αλλά και γιατί έβλεπα αυτό, το συνασθενή μου, να δοξολογή συνεχώς το Θεό. Αυτός έπαιρνε σχεδόν κάθε μέρα ‘τη Θεία Μεταλαβιά’ κι εγώ ο άθλιος ξερνούσα από αηδία.

- Σκάσε, επιτέλους. Σκάσε επιτέλους να λες συνεχώς ‘Δόξα Σοι, ο Θεός! Δεν βλέπεις πως Αυτός ο Θεός, τον Οποίο εσύ δοξολογείς, Αυτός μας βασανίζει τόσο σκληρά; Θεός είναι αυτός; Δεν υπάρχει. Όχι! Δεν υπάρχει…

Κι αυτός με γλυκύτητα απαντούσε:

- Υπάρχει, παιδί μου, υπάρχει και είναι στοργικός Πατέρας, διότι με την αρρώστια και τους πόνους μας καθαρίζει απ’ τις πολλές μας αμαρτίες. Όπως αν ήσουν απασχολημένος με καμμιά σκληρή δουλειά, όπου τα ρούχα σου και το σώμα σου θα βρωμούσαν κυριολεκτικώς, θα χρειαζόσουν μια σκληρή βούρτσα για να καθαρισθής καλά, κι εσύ και το σώμα σου και τα ρούχα σου, κατά τον ίδιο τρόπο και ο Θεός χρησιμοποιεί την αρρώστια σαν ευεργετικό καθαρισμό της ψυχής, για να την προετοιμάση για τη Βασιλεία των ουρανών.

Οι απαντήσεις του με εκνεύριζαν ακόμη περισσότερο και βλασφημούσα θεούς και δαίμονες. Δυστυχώς οι αντιδράσεις μου ήταν αρνητικές, με το να φωνάζω:

- Δεν υπάρχει Θεός… Δεν πιστεύω σε τίποτε… Ούτε στο Θεό ούτε σ’ αυτά τα ‘κολοκύθια’ τα οποία μου λες περί Βασιλείας του Θεού σου…

Θυμάμαι τις τελευταίες του λέξεις:

- Περίμενε και θα δης με τα μάτια σου πως χωρίζεται η ψυχή απ’ το σώμα ενός χριστιανού που πιστεύει. Είμαι αμαρτωλός, αλλά το έλεός Του θα με σώση. Περίμενε, θα δης και θα πιστεύσης!!!

Και η μέρα αυτή έφθασε. Από το νοσοκομείο θέλησαν να βάλουν ένα ‘παραβάν’, όπως ήταν καθήκον τους, αλλά εγώ διαμαρτυρήθηκα. Τους είπα ‘όχι, γιατί θέλω να δω πως αυτός ο γέρος θα πεθάνη!!!’.

Τον έβλεπα, λοιπόν, να δοξολογή συνεχώς το Θεό. Πότε έλεγε κάποια ‘Χαίρε’ για την Παναγία, τα οποία αργότερα έμαθα ότι λέγονται ‘Χαιρετισμοί’. Κατόπιν σιγοέψαλλε το ‘Θεοτόκε Παρθένε’, το ‘Από των πολλών μου αμαρτιών…’, το ‘Άξιον εστι’, κάνοντας συγχρόνως και πολλές φορές το σημείο του σταυρού.

Σήκωσε κάποια στιγμή τα χέρια του και είπε: ‘Καλώς τον Άγγελο μου! Σε ευχαριστώ, που ήρθες με τόση λαμπρή συνοδεία να παραλάβης την ψυχή μου. Σε ευχαριστώ!... Σε ευχαριστώ!...’. Ανασηκώθηκε λίγο, ξανασήκωσε τα χέρια του ψηλά, έκανε το σημείο του σταυρού, σταύρωσε τα χεράκια του στο στήθος του και κοιμήθηκε!!!

Ξαφνικά το δωμάτιο πλημμύρισε από φως, λες και μπήκαν μέσα δέκα ήλιοι και περισσότεροι, τόσο πολύ φωτίσθηκε το δωμάτιο! Ναι, εγώ ο άπιστος, ο άθεος, ο υλιστής, ο ‘ξιπασμένος’, ομολογώ ότι όχι μόνο έλαμψε το δωμάτιο αλλά και μια ωραιότατη μυρωδιά απλώθηκε σ’ αυτό, ακόμη και σε ολόκληρο το διάδρομο, και μάλιστα όσοι ήταν ξυπνητοί και μπορούσαν, έτρεχαν εδώ και εκεί, για να διαπιστώσουν από πού ερχόταν η παράξενη αυτή μυρωδιά.

Έτσι, πάτερ μου, πίστευσα, γι’ αυτό και φώναξα για Εξομολόγο ύστερα από τρεις μέρες. Την άλλη μέρα, όμως, τα ‘βαλα με τους δικούς μου, τη μάνα μου και τον πατέρα μου, ύστερα με τα δύο μεγαλύτερα αδέλφια μου, με τη γυναίκα μου, με τους συγγενείς και τους φίλους, και τους φώναζα και τους έλεγα:

- Γιατί δεν μου μιλήσατε ποτέ για το Θεό, την Παναγία και τους Αγίους; Γιατί δεν με οδηγήσατε ποτέ στην Εκκλησία; Γιατί δεν μου είπατε ότι υπάρχει Θεός και υπάρχει και θάνατος και κάποτε αυτή η ψυχή θα χωρισθή απ’ το σώμα για να δώση το λόγο της; Γιατί με σπρώξατε με τη συμπεριφορά σας στην αθεΐα και στο μαρξισμό; Εσείς με μάθατε να βλασφημώ, να κλέβω, να απατώ, να πορνεύω… Εσείς με μάθατε να είμαι πονηρός, καχύποπτος, ζηλιάρης, λαίμαργος, φιλάργυρος και κακός. Γιατί δεν μου διδάξατε την αρετή; Γιατί δεν μου διδάξατε την αγάπη; Γιατί δεν μου μιλήσατε ποτέ για το Χριστό; Γιατί;… Απ’ αυτή τη στιγμή μέχρι που να πεθάνω, θα μου μιλάτε μόνο για το Θεό, το Χριστό, την Παναγία, τους Αγγέλους, τους Αγίους. Για τίποτε άλλο.

Έρχονταν οι δικοί μου, οι συγγενείς, φίλοι, γνωστοί, και τους ρωτούσα τον καθένα χωριστά ή όλους μαζί:

- Έχετε να μου πήτε κάτι σημαντικό για το Θεό; Διότι Αυτόν θα συναντήσω! Λέγετε. Αν δεν ξέρετε, να μάθετε. Οι μέρες περνάνε κι εγώ θα φύγω.

Και σ’ ένα-δυο επισκέπτες:

- Αν δεν ξέρης ή αν δεν πιστεύης, να φύγης!...

Τώρα πιστεύω με όλη μου την καρδιά, και θέλω να εξομολογηθώ όλες τις αμαρτίες μου από μικρό παιδί…”»(ΟΠ, 42). Έφυγε μετανοημένος.

(Αρχ. Ιωάννου Κωστώφ, Καλοί λιμένες, Σταμάτα 2016, σελ. 187-191)

Ο π.Β. επεσκέφθη ένα χωριό δι’ υποθέσεις της Μονής του. Από την στιγμήν που έφθασε εις το χωριό, οι κάτοικοι τον επλησίασαν. Του εζήτουν επιμόνως να τους βοηθήση και να υπερασπίση την Αλήθεια εμπρός εις έναν ευαγγελικόν ιεροκήρυκα, που τους ενοχλούσε πολύ προσβάλλων την πίστιν της Εκκλησίας, όσον αφορά την λατρείαν των Αγίων και της Μητέρας του Θεού, χρησιμοποιών πολλά χωρία της Βίβλου. Απλός και σχεδόν αγράμματος ο πτωχός μοναχός ευρέθη εις αμηχανίαν. Εσκέφθη ολίγον. Μετά, αφού ενεθυμήθη αυτό που συχνά εδιάβαζε εις τους βίους των Αγίων, προεκάλεσε εις διάλογον τον αντίπαλόν του:
- Ας ανάψωμε, λοιπόν, μιαν μεγάλην φωτιάν εις την πλατείαν του χωριού και καθένας από μας ας περάση από μέσα από την φωτιάν. Ο Θεός ο ίδιος θα δείξη ποιος από μας τους δυο λέει την αλήθειαν.
Από πολύ ενωρίς το πρωί με ακόμη μεγαλύτερον θόρυβον ο λαός εμάζευε ξύλα και έκανεν ένα μεγάλο σωρόν εις την πλατείαν.

Ο π.Β. ενεφανίσθη όχι όμως και ο (προτεστάντης) ιεροκήρυκας. Έφυγε με το πρώτον πλοίον. Όλο το χωριό χαιρετούσε με κραυγάς χαράς αυτήν την λαμπράν νίκην της πίστεως επάνω εις την απάτην των ανθρωπίνων διδασκαλιών. Όταν ο π.Β. εισήλθεν εις το μοναστήρι, τον ηρώτησαν:
- Ήσουν, λοιπόν, έτοιμος να μπης εις την φωτιάν; Απήντησε με απλότητα:
- Όσο για μένα δεν είχα αμφιβολία για την πίστι της Εκκλησίας και είπα· Αμαρτωλός και άχρηστος σ’ αυτή τη γη με κάθε τρόπο, δεν είσαι άξιος παρά για την κόλασι. Ας καής εδώ κάτω παρά εις την αιωνιότητα. Ας μπούμε, λοιπόν, εις την φωτιά!
Έτσι με την βαθειάν του ταπείνωσιν, αυτός ο απλούς μοναχός υπερησπίσθη την πίστιν, όπως οι πρώτοι μάρτυρες και πνευματικοί πατέρες.

(Αθωνικό Γεροντικό, αρχ. Ιωαννικίου Κοτσώνη, σελ. 64-65)

Ήταν ένας εργάτης, δασοφύλακας στη Φιλοθέου, που είχε σκοτώσει άνθρωπο. Ύστερα ήρθε στο Άγιο Όρος. Με βοηθούσε πολλές φορές. Μου ΄φερε απ΄ το Μοναστήρι μια τσέργα, πιρούνι, κουτάλι αλλά όταν μιλούσαμε για πεθαμένους, αμέσως άλλαζε κουβέντα.
- Άστα, άστα αυτά έλεγε, δεν υπάρχουν αυτοί.
Πέθανε ο άνθρωπος, πάει τέλειωσε. Δώσε, του λέω, τα ονόματα απ΄ τα πεθαμένα να στα μνημονεύω στο εκκλησάκι των Αρχαγγέλων. Εκεί ήμουν τότε. Αυτός τίποτα, δε μου τα έδωσε.
Ύστερα από καιρό, μαθαίνω, πέθανε. Δεν το πίστεψα στην αρχή. Πάω στη Φιλοθέου, βλέπω φρέσκο μνήμα. Ε, λέω, πέθανε. Ύστερα από είκοσι μέρες, μαθαίνω, μ΄ έψαχνε ένα πρόσωπο απ΄ τη Φιλοθέου. Έρχεται αναστατωμένος, ήταν κι επίτροπος στο μοναστήρι του.
- Πάτερ, μου λέει, ήρθε ο κυρ Θανάσης, ο πεθαμένος, και μου παραπονέθηκε πολλές φορές πως τον ξέχασα και δεν έκανα τίποτα γι΄ αυτόν. Και πραγματικά έχω είκοσι μέρες να τον μνημονεύσω στην προσευχή μου και ήρθε. Και πραγματικά, ανέλαβα προϊστάμενος και ταχτοποιώ το γραφείο, έχει πολλή δουλειά, τί να κάνω τώρα ξέχασα και το κανόνα μου.
- Ε, τώρα να κάνεις λίγο παραπάνω.

Από το βιβλίο«Διηγήσεις του π.Παϊσίου περί παλαιών Αθωνιτών πατέρων»


ΜΕ ΠΟΙΟΝ μοιάζει o χριστιανός, πού σηκώνει τις θλίψεις της επίγειας ζωής με αληθινή πνευματική σύνεση; Μ’ έναν οδοιπόρο, που στέκεται στην ακροθαλασσιά σε ώρα τρικυμίας.

Τα αγριεμένα άσπρα κύματα πλησιάζουν τον οδοιπόρο και, αφού σπάσουν στην άμμο, διαλύονται πάνω στα πόδια του σε αναρίθμητες μικρές σταγόνες. Η θάλασσα, φιλονικώντας με τον άνεμο, βρυχιέται, υψώνει κύματα σαν βουνά, βράζει, παφλάζει. Το ένα κύμα γεννά και στη συνέχεια καταβροχθίζει το άλλο. Οι κορυφές τους είναι στεφανωμένες με κάτασπρο αφρό. Όλη η θάλασσα είναι καλυμμένη απ’ αυτά τα κύματα, που μοιάζουν με τερά¬στιο λάρυγγα φοβερού τέρατος δίχως δόντια.

Ο οδοιπόρος παρατηρεί το φοβερό θέαμα με ήρεμο λογισμό. Τα μάτια του είναι στη θάλασσα. Πού είναι, όμως, η σκέψη του; Και πού η καρδιά του; Η σκέψη του είναι στις πύλες του θανάτου. Και η καρδιά του στην κρί¬ση του Θεού. Εκεί είναι ήδη με τον νου του• εκεί είναι με το αίσθημά του - εκεί είναι οι φροντίδες του· εκεί είναι ο φόβος του.

Από τον φόβο τούτο φεύγει μακριά ο φόβος των επίγειων πειρασμών, θα κοπάσουν οι άνεμοι, θα γαληνέψει η θάλασσα. Εκεί που πρώτα μάνιαζαν τα τεράστια οργισμένα κύματα, δεν θα βλέπει κανείς παρά μιαν επίπεδη επιφάνεια από νερά ακίνητα, νερά κουρασμένα από τη θύελλα. Μετά τη μεγάλη θαλασσοταραχή, τα νερά θα καταπέσουν σε μια νεκρική ακινησία. Στον διάφανο καθρέφτη τους θα αντανακλά ο βραδινός ήλιος, όταν θα σταθεί πάνω από την Κρονστάνδη, θα σκορπίσει τις ακτίνες του σ’ όλον τον Φιννικό Κόλπο και θα συναντήσει τον ποταμό Νιεβα προς την Πετρούπολη. Θέαμα σαν ζωγράφημα, γνωστό στους κατοίκους της ερήμου του Αγίου Σεργίου. Αυτόν τον ουρανό, αυτή την ακροθαλασσιά, αυτά τα κτίρια πόσοι τα είδαν; Πόσοι είδαν τα αφροστεφανωμένα, τα περήφανα, τα άγρια κύματα; Πάρα πολλοί. Και όλοι αυτοί έφυγαν, όλοι βρίσκονται τώρα στην ησυχία του τάφου. Εκεί θα βρεθούν και όσοι σήμερα τα αντικρίζουν.

Πόσο άστατα, πόσο φευγαλέα είναι τα επίγεια -όσο των κυμάτων τα αφροστέφανα!

Κοιτάζοντας από τον ήσυχο αρσανά τη θάλασσα του βί¬ου να φουσκώνει από τα κύματα των παθών, Σε ευγνω¬μονώ, Βασιλιά και Θεέ μου! Μ’ έφερες σ’ ετούτη την άγια μονή. Μ’ έκρυψες «στο απόκρυφο καταφύγιο της θείας Σου παρουσίας από τις άδικες επιθέσεις των ανθρώπων» και με φύλαξες «από συκοφαντικές γλώσσες»(Ψαλμ. 30,21). Για τούτο μόνο πονάει η ψυχή μου, για τούτο συνταράζεται το άγνωστο: Θα περάσω, άραγε, από δω, από την ακροθαλασσιά του άστατου και ψεύτικου βίου, «στον τόπο της σκηνής της θαυμαστής, στον οίκο του Θεού, με φωνές χαράς και δοξολογίας, μέσα σε ήχους γιορτινούς»(Ψαλμ. 41, 5); Θα κατοικήσω, άραγε, εκεί αιώνια; Τι κι αν έχω θλίψεις στον κόσμο; «Εγώ στήριξα τις ελπίδες μου στον Θεό, κι έτσι δεν έχω να φοβηθώ ότι κι αν μου κάνει άνθρωπος»(Ψαλμ. 55,12).

Έρημος Άγιου Σεργίου, 1843
πηγή: Αγίου Ιγνατίου Μπριαντσανίνωφ, Ασκητικές Εμπειρίες,  εκδ. Ι.Μ. Παρακλήτου.

 Ενσυναίσθηση: κοιτάζοντας μέσα απ’ το παράθυρο του ασθενούς

ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΑΞΕΝΟ πως κάποιες φράσεις ή κάποια γεγονότα εγκαθίστανται στο μυαλό μας και μας προσφέρουν συνεχή καθοδήγηση και ανακούφιση. Πριν από μερικές δεκαετίες έβλεπα μια ασθενή με καρκίνο του μαστού, που είχε περάσει ολόκληρη την εφηβεία της παγιδευμένη σε μια μακρόχρονη και πικρή πάλη με τον αρνητικό πατέρα της. Λαχταρώντας κάποια μορφή συμφιλίωσης, μια καινούρια αρχή για τη σχέση τους, περίμενε πώς και πώς να την πάει ο πατέρας της με τ’ αυτοκίνητο στο κολέγιο- μια ευκαιρία να είναι μόνη μαζί του για πολλές ώρες. Αλλά το ταξίδι που περίμενε από καιρό με ανυπομονησία αποδείχτηκε καταστροφή. Η συμπεριφορά του πατέρα της ήταν απολύτως συνεπής με την αρνητικότητά του. Σ’όλη τη διαδρομή δεν σταμάτησε να γκρινιάζει για το άθλιο, γεμάτο σκουπίδια ρυάκι που έτρεχε στο πλάι του δρόμου. Εκείνη, απ’ την άλλη μεριά, δεν έβλεπε καμιά βρομιά στο πανέμορφο, γραφικό, καθαρό ποταμάκι. Μη βρίσκοντας τρόπο ν’ ανταποκριθεί στη στάση του πατέρα της, κατέληξαν να βυθιστούν κι οι δύο στη σιωπή και πέρασαν το υπόλοιπο της διαδρομής χωρίς να κοιτάζονται.
       Αργότερα η κοπέλα έκανε το ίδιο ταξίδι μόνη της και προς μεγάλη της έκπληξη είδε πως τα ρυάκια ήταν δυο- ένα σε κάθε μεριά του δρόμου. «Αυτή τη φορά οδηγούσα εγώ», είπε λυπημένη, «και το ρυάκι που έβλεπα απ’το παράθυρο του οδηγού ήταν ακριβώς όπως το είχε περιγράψει ο πατέρας μου, άθλιο και μολυσμένο». Ώσπου να μάθει όμως να βλέπει τα πράγματα μέσα απ’ το παράθυρο του πατέρα της, ήταν αργά- ο πατέρας της είχε πεθάνει.
       Αυτή η ιστορία μου έχει μείνει από τότε, και σε πολλές περιπτώσεις έχω υπενθυμίσει στον εαυτό μου και στους φοιτητές μου:

«Κοιτάξτε μέσα απ’ το παράθυρο του άλλου. Προσπαθήστε να δείτε τον κόσμο όπως τον βλέπει ο ασθενής  σας».

Η γυναίκα που μου είπε αυτή την ιστορία πέθανε λίγο αργότερα από καρκίνο του μαστού, και λυπάμαι που δεν μπορώ να της πω πόσο με ωφέλησε η ιστορία της ολ’αυτά τα χρόνια, κι εμένα, και τους φοιτητές μου και πολλούς θεραπευομενούς μου.

(από το βιβλίο: Το δώρο της ψυχοθεραπείας, Irvin D. Yalom, εκδ. Άγρα, σελ. 44-45

Χρυσός  Νικητής                 
   Έκανα μια ομιλία σ’ ένα γυμνάσιο την άνοιξη του 1995. Όταν τελείωσε το πρόγραμμα, ο διευθυντής με ρώτησε αν θα μπορούσα να δω ένα μαθητή. Μια αρρώστια τον είχε κρατήσει σπίτι, αλλά είχε εκφράσει την επιθυμία να με συναντήσει, και ο διευθυντής ήξερε ότι αυτή η επίσκεψη σήμαινε πολλά γι’ αυτόν. Συμφώνησα να τον δω.
      Όσο χρόνο οδηγούσαμε για να πάμε στο σπίτι του, που απείχε περίπου δέκα χιλιόμετρα, έμαθα μερικά πράγματα για τον Μάθιου. Είχε μυϊκή δυστροφία. Όταν γεννήθηκε, οι γιατροί είπαν στους γονείς του ότι δεν θα ζούσε παραπάνω από τα 5 χρόνια, μετά τους είπαν ότι δεν θα γινόταν 10 χρονών. Ήταν 13 χρονών, κι απ’ όσα μου είπαν, πραγματικός αγωνιστής. Ήθελε να με συναντήσει επειδή είχα κερδίσει χρυσό στην άρση βαρών, και ήξερα τι σημαίνει να υπερπηδάς εμπόδια και να κινείσαι προς την πραγματοποίηση των ονείρων σου.
      Πέρασα πάνω από μια ώρα μιλώντας στον Μάθιου. Ούτε μια φορά δεν παραπονέθηκε . Ούτε ρώτησε «Γιατί εγώ;». Μίλησε για νίκες και επιτυχίες και προσπάθειες για πραγματοποίηση των ονείρων του. Σαφώς, ήξερε τι έλεγε. Δεν ανέφερε ότι οι συμμαθητές του τον κορόιδευαν επειδή ήταν διαφορετικός .Απλά μίλησε για τις ελπίδες του για το μέλλον, και πως μια μέρα ήθελε να κάνει άρση βαρών μαζί μου.
       Όταν τελειώσαμε την κουβέντα, άνοιξα την τσάντα μου, τράβηξα έξω το πρώτο χρυσό μετάλλιο που κέρδισα και του το φόρεσα γύρω από το λαιμό του. Του είπα πως ήταν κάτι παραπάνω από νικητής και ότι ήξερε για την επιτυχία και την υπερπήδηση εμποδίων περισσότερα από μένα. Το κοίταξε μια στιγμή, μετά το έβγαλε και μου το έδωσε πίσω. Μου είπε, « Ρίκ, εσύ είσαι πρωταθλητής. Αυτό το μετάλλιο το κέρδισες. Κάποια μέρα, όταν πάω στους Ολυμπιακούς και κερδίσω το δικό μου χρυσό μετάλλιο, θα σου το δείξω».
        Πέρσι το καλοκαίρι, πήρα ένα γράμμα από τους γονείς του Μάθιου που μου έλεγαν ότι ο Μάθιου είχε πεθάνει. Ήθελαν να πάρω ένα γράμμα που μου είχε γράψει λίγες μέρες πριν.
                         Αγαπητέ Ρίκ,
               Η μαμά μου είπε να σου στείλω ένα ευχαριστήριο γράμμα για την ωραία φωτογραφία που μου έστειλες. Θα ήθελα επίσης να σου πω ότι οι γιατροί μου λένε ότι δεν μου μένουν πολλές μέρες ζωής πλέον. Μου είναι πολύ δύσκολο να αναπνέω και κουράζομαι πολύ εύκολα, αλλά ακόμα χαμογελώ όσο μπορώ. Ξέρω ότι δεν θα είμαι ποτέ τόσο δυνατός όσο είσαι εσύ και ξέρω ότι ποτέ δεν θα κάνουμε άρση βαρών μαζί .
            Σου είπα πως κάποια μέρα θα έπαιρνα μέρος στους Ολυμπιακούς και θα κέρδιζα χρυσό μετάλλιο. Τώρα ξέρω πως αυτό ποτέ δεν θα μπορέσω να το κάνω. Όμως ξέρω πως είμαι πρωταθλητής, κι ο Θεός το ξέρει επίσης. Ξέρει πως δεν είμαι λιποτάκτης, κι όταν πάω στον Ουρανό, ο Θεός θα μου δώσει το χρυσό μου μετάλλιο, κι όταν κι εσύ έρθεις εκεί, θα σου το δείξω. Σ’ ευχαριστώ για την αγάπη σου.     
                              O φίλος σου
                                           Μάθιου
                                                                                                                   Rick Metzger

(από το βιβλίο: Βάλσαμο για την ψυχή του εφήβου, εκδ. Διόπτρα, σελ166-167)
                                                           
   

 

Σελίδα 1 από 7