“Γεσθημανή τω χωρίω”
Όταν η Θεοτόκος παρέδωσε το πνεύμα της, οι Απόστολοι εκήδευσαν το Θεοδόχο σώμα της με πολλή ευλάβεια, μεγάλη λαμπαδοφορία και επιταφίους ύμνους. Κατά τη διαρκεια της κηδείας συνέβη και το εξής επεισόδιο.

Ένας Ιουδαίος, από φθόνο ωδηγημένος, άπλωσε με αυθάδεια τα δύο χέρια πάνω στην αγία σωρό, με σκοπό να ρίξη κάτω και να βεβηλώση το πανάχραντο σκήνος της Θεοτόκου. Χωρίς όμως να καταλάβη κανείς πώς, τα χέρια του κόπηκαν με μιάς κι έπεσαν κάτω... Τούτο έκανε τον άπιστο να πιστεύση και να θεραπευθή. Όταν έφθασαν στο χωριό που λέγεται Γεθσημανή, λίγο έξω από τα Ιεροσόλυμα, έθαψαν εκεί το ζωαρχικό σώμα της Θεομήτορος.

Η παράδοσις για τον θάνατο της Θεοτόκου στην Ιερουσαλήμ αρχίζει από τον Ε' μ.Χ. αιώνα. Από τότε μνημονεύεται ναός της Θεοτόκου κοντά στα Ιεροσόλυμα. Από τον ΣΤ' όμως αιώνα μαρτυρείται και ο Τάφος της Θεοτόκου στη Γεθσημανή.

Ο Τάφος της Παναγίας μετά τρεις μέρες βρέθηκε “κενός” .
Στο Χριστιανικό χώρο υπάρχουν δύο μεγάλοι Τάφοι: ο Τάφος του Χριστού, ο “Πανάγιος Τάφος” και ο Τάφος της Παναγίας. Όσοι αξιωθήκαμε να προσκυνήσουμε στον Πανάγιο Τάφο ωδηγήσαμε ευλαβικά και τα βήματά μας και στη Γεθσημανή και κατεβήκαμε τα πολλά σκαλοπάτια του Τάφου της Παναγίας μας.
Αυτοί είναι οι δύο πρώτοι “κενοί” Τάφοι! Όλοι οι άλλοι Τάφοι της γης είναι γεμάτοι με “γυμνά οστέα”.

Οι δύο πρώτοι “κενοί” Τάφοι είναι η μεγαλύτερη μαρτυρία για την αλήθεια του Χριστιανισμού. Είναι μαρτυρία για τη νίκη του θανάτου και την κοινή Ανάσταση των ανθρώπων.
...
“Δεύτε πιστοί
τω τάφω προσέλθωμεν της Θεομήτορος, και περιπτυξώμεθα
καρδίας, χείλη, όμματα, μέτωπα,
ειλικρινώς προσάπτοντες και αρυσώμεθα
ιαμάτων άφθονα χαρίσματα
εκ πηγής αενάου βλυστάνοντα”
(Τροπάριον θ' Ωδής, Όρθρος 15ης Αυγούστου)


(ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΑΧΕΛΩΟΥ-ΕΥΘΥΜΙΟΥ Κ. ΣΤΥΛΙΟΥ, “Η ΠΡΩΤΗ-ΘΕΟΜΗΤΟΡΙΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ”, εκδόσεις ΓΡΗΓΟΡΗ, σελ. 261-262)

“εν ταις του Υιού χερσί, την παναγίαν παρατίθεται ψυχήν”.

(στα χέρια του Υιού παραδίδει την παναγία της ψυχή).

Κατά την ιστορική και εικονογραφική παράδοσι, η Θεοτόκος παρέδωσε το πνεύμα της “εις χείρας του εαυτής Υιού και Θεού”. Έτσι, βλέπομε ότι στη Κοίμησι της Θεοτόκου παρέστη ολόκληρο το σώμα της Εκκλησίας, με επί κεφαλής τον Κύριο Ιησού. Η Εκκλησία κηδεύει το σώμα της Θεομήτορος και η Κεφαλή της, ο Κύριος Ιησούς, παραλαμβάνει την παναγία ψυχή της στον ουρανό.
Η Θεοτόκος είχε παραστεί στις τελευταίες στιγμές του Εσταυρωμένου. Τώρα ο Κύριος συμπαρίσταται στις τελευταίες στιγμές της Παναγίας μητέρας Του. Τότε ο Ιησούς παρέδωσε τη μητέρα Του στη φροντίδα του αποστόλου Ιωάννη. τώρα πια παραλαμβάνει την πάναγνη ψυχή της.

Αυτό φανερώνει, ότι η Θεοτόκος, η ζωή και ο θάνατος της βρισκόταν στα χέρια του Υιού και Θεού της. Η Θεοτόκος κράτησε τον Ιησού στην αγκαλιά της. Στην πραγματικότητα, ο Ιησούς κρατούσε στα πανοδύναμα χέρια του την Μητέρα Του.
Η ζωή και ο θάνατος του χριστιανού βρίσκονται στα χέρια του Χριστού. Ο Δαβίδ είχε προφητέυσει σχετικά: “Εν ταις χερσί σου οι κλήροι (οι τύχες) μου” (Ψαλμ. 30, 13). Όποιος ζη τη ζωή και το θάνατο του Χριστού, αυτός, στη ζωή και τον θάνατό του, θα έχη συμπαραστάτη τον Χριστό.

Ο Χριστός, ευλογεί τη ζωή του πιστού και συμπαρίσταται στο θάνατό του. Ζωή και θάνατος γίνονται έτσι δωρέες του Χριστού προς τον άνθρωπο, όπως διδάσκει ο απόστολος Παύλος: “πάντα υμών εστί...είτε κόσμος είτε ζωή είτε θάνατος είτε ενεστώτα είτε μέλλοντα” (Α' Κορ. γ' 21-22).


(ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΑΧΕΛΩΟΥ-ΕΥΘΥΜΙΟΥ Κ. ΣΤΥΛΙΟΥ, “Η ΠΡΩΤΗ-ΘΕΟΜΗΤΟΡΙΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ”, εκδόσεις ΓΡΗΓΟΡΗ, σελ. 261)

“Απόστολοι εκ περάτων”.
Κι όταν όλα αυτά είχαν τελειώσει, ένας βροντερός ήχος συγκλόνισε το σπίτι της Παναγίας. Άρχισαν να καταφθάνουν οι Άγιοι Απόστολοι από τα πέρατα της γης, όπου ο καθένας τους βρισκόταν και κήρυττε το Ευαγγέλιο του Χριστού. Σύννεφα, σαν υπερπόντια αεροπλάνα, μετέφεραν θαυματουργικά τους Αποστόλους, τον ένα μετά τον άλλον στο φτωχό σπιτάκι της Παναγίας. Έτσι εκπληρώθηκε ο προφητικός λόγος: “Ιδού η κλίνη του Σολωμών, εξήκοντα δυνατοί κύκλω αυτής από δυνατών Ισραήλ” (Άσμα Α.γ' 7).

Ανάμεσα τους ήταν και “Διονύσιος ο Αεροπαγίτης συν τω Ιεροθέω και Τιμοθέω τω θείω”. Η Θεοτόκος εξηγησε στους έκπληκτους Αποστόλους τον λόγο, για τον οποίο τόσο ξαφνικά τους συγκέντρωσε η χάρις του αγίου Πνεύματος και με μητρική στοργή παρηγόρησε την μεγάλη θλίψι τους.
Εν τω μεταξύ έφθασε και ο απόστολος Παύλος, το σκεύος της εκλογής του Χριστού. Τότε, εκείνος αφού έπεσε στα πόδια της Θεομήτορος και την προσκύνησε, άνοιξε το χρυσό στόμα του και άρχισε να εγκωμιάζη τη Θεοτόκο, λέγοντας περίπου τα εξής: “Χαίρε Μητέρα της ζωής και υπόθεσις του κηρύγματός μου. Αν και δεν είδα τον Χριστό, τώρα που βλέπω Εσένα, θεωρώ ότι είδα εκείνον”!
Ύστερ' απ' αυτά, υψώνοντας τα δυό της άχραντα χέρια στον Ουρανό (πρβλ. Τα περί  “Δεομένης” σημειώματα), προσευχήθηκε για την ειρήνη του κόσμου και ευλόγησε τους Αποστόλους. Έπειτα ξάπλωσε στο κρεββάτι και αφού τακτοποίησε το σχήμα του σώματός της όπως αυτή ήθελε παρέδωσε την παναγία ψυχή της στα χέρια του Υιού και Θεού της.
Η θαυμαστή παράστασις των Αποστόλων στις τελευταίες στιγμές της Θεοτόκου υποδηλώνει το θέλημα του Θεού να μή παραμένη ο άνθρωπος μόνος του στις τελευταίες στιγμές της ζωής του. Το θέλημα αυτό του Θεού καλούνται να εκπληρώνουν ιδιαίτερα οι συγγενείς και οι φίλοι. Ο χριστιανός που έζησε μέσα στους κόλπους της Εκκλησίας, πρέπει και να τελειώνη τη ζωή του μέσα στη σύναξι της Εκκλησίας.

Η χριστιανική Κηδεία δεν είναι κοινωνικό και κοσμικό “χρέος”. Είναι έκφρασις της εκκλησιαστικής συνειδήεως, ότι ο χριστιανός δεν είναι ποτέ μόνος. Ο χριστιανός φεύγει από τον κόσμο αυτό, πλαισιωμένος από τη Στρατευομένη Εκκλησία, ενώ στην αντίπερα όχθη τον υποδέχεται η Θριαμβεύουσα Εκκλησία.
Αν η έξοδος ενός απλού μέλους της Εκκλησίας από τον κόσμο τούτο είναι εκκλησιαστικό γεγονός, η Έξοδος της Πρώτης μέσα στην Εκκλησία, της Θεοτόκου, ήταν κατ΄εξοχήν εκκλησιαστικό γεγονός. Απήχησις της αλήθειας αυτής είναι ο πάνδημος εορτασμός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. (15 Αυγούστου). Η γιορτή αυτή στην Ορθοδοξία αποτελεί ένα δεύτερο Πάσχα. Είναι το Πάσχα του καλοκαιριού!

Με τον τρόπο αυτό, η Εκκλησία εκδηλώνει την πίστι και την ελπίδα της, ότι, όπως το πρώτο κατ' εξοχήν μέλος της, η Παναγία “πέρασε” (πάσχα στα εβραϊκά σημαίνει “πέρασμα”) στη ζωή και τη χαρά της Θριαμβευούσης Εκκλησίας, έτσι και το κάθε πιστό και αγωνιζόμενο μέλος της: Θα “περάση” στο φώς και τη χαρά του Ουρανού, ακολουθώντας το δρόμο που άνοιξε ο Αναστημένος Χριστός και η Παναγία Μητέρα Του.
Απόστολοι εκ περάτων,
συναθροισθέντες ενθάδε,
Γεθσημανή τω χωρίω,
κηδεύσατέ μου το σώμα.
Και συ Υιέ και Θέε μου
παράλαβέ μου το πνεύμα.
(Εξαποστειλάριον 15ης Αυγούστου)


(ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΑΧΕΛΩΟΥ-ΕΥΘΥΜΙΟΥ Κ. ΣΤΥΛΙΟΥ, “Η ΠΡΩΤΗ-ΘΕΟΜΗΤΟΡΙΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ”, εκδόσεις ΓΡΗΓΟΡΗ, σελ. 259-260)

“Προς ουρανόν επειγομένην (=βιάζεται να πάει στον ουρανό)”.
Η Θεοτόκος έζησε 50 και πλεόν χρόνια. Το τέλος της επιγείου ζωής της, σύμφωνα με την παράδοσι, το πληροφορήθηκε τρεις μέρες ενωρίτερα από έναν Άγγελο, ο οποίος και της μετέφερε το εξής μήνυμα του Χριστού: “Είναι καιρός πιά, Μητέρα, να σε πάρω κοντά μου. Μη νοιώσης γι'αυτό καμμιά ανησυχία, αλλά με ευχαρίστησι να δεχθής την απόφασί μου. Διότι έρχεσαι σε αθάνατη ζωή”!
Έτσι, με τον πόθο να συναντήση τον Υιό και Θεό της, η Θεομήτωρ που κατοικούσε πια στα Ιεροσόλυμα ανέβηκε γρήγορα στο όρος των Ελαιών για να προσευχηθή, όπως άλλωστε συνήθιζε συχνά να κάνη. Αφού προσευχήθηκε αρκετά, γύρισε στο σπίτι της, όπου άρχισε τις προετοιμασίες. Σάρωσε ολόκληρο το σπίτι, ετοίμασε το κρεββάτι της, καθώς και όλα τα απαραίτητα για την ταφή, άναψε πολλά φώτα κι εδόξασε τον Θεό.

Ύστερα έστειλε μήνυμα να έλθουν οι συγγενείς και οι γείτονες. Όταν αυτοί συγκεντρώθηκαν, άρχισαν να θρηνούν και να οδύρωνται. Ύστερα όμως σώπασαν και παρακαλούσαν τη Θεομήτορα να μη τους απορφανισθή. Η Θεοτόκος, από την άλλη μεριά τους διαβεβαίωνε ότι θα περισκέπη και εποπτεύη όχι μόνο αυτούς, αλλά και όλον τον κόσμο, σκορπώντας έτσι παρηγοριά στους συγκεντρωθέντες. Ύστερα πρόσφερε τους δύο χιτώνες της σε δύο φτωχές χήρες που τις αγαπούσε ιδιαίτερα και που τις φρόντιζε από καιρό...(βλ. Μα., 15).
Η προαίσθησις του θανάτου είναι συνήθως προνόμιο των αγίων ψυχών. Η προαίσθησις αυτή, σαν μια έσχατη ευλογία του Θεού τους δίνει την ευκαιρία της τελικής προετοιμασίας για την μεγάλη Συνάντησι με το πρόσωπο του πόθου και της αγάπης των, τον Κύριο Ιησού!

Υπό το πρίσμα αυτό, ο πιστός χριστιανός πρέπει να θεωρή προνομιακή την περίπτωσι που οι γιατροί και οι συγγενείς του τον προειδοποιούν, ότι το τέλος είναι πιο κοντά! Αυτό, που σε άλλους μοιάζει με εφιάλτη, ο χριστιανός πρέπει να το θεωρή σαν έσχατη ευλογία του Θεού.

Γιατί έτσι θα έχη τη δυνατότητα της τελικής προετοιμασίας. Θα έχη την ευχέρεια και τον χρόνο να κάνη ό,τι έκανε και η Θεοτόκος: Καθαριότης ψυχής και σώματος, θ. Κοινωνία, ειδοποίησις συγγενών και φίλων, φωταψία και αναμονή του Κυρίου.
...
(ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΑΧΕΛΩΟΥ-ΕΥΘΥΜΙΟΥ Κ. ΣΤΥΛΙΟΥ, “Η ΠΡΩΤΗ-ΘΕΟΜΗΤΟΡΙΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ”, εκδόσεις ΓΡΗΓΟΡΗ, σελ. 258-259)

Τα γηρατειά.
Ο Γάλλος συγγραφέας Βίκτωρ Ουγκώ γράφει σε ένα ποίημά του: “Ο γέρος που βαθμιαία επιστρέφει στην αρχέγονη πηγή της ζωής εγκαταλείπει τον προσωρινό χρόνο και βαδίζει προς την αιωνιότητα. Ίσως στα μάτια των νέων να λάμπει η φωτιά, όμως στα μάτια των ηλικιωμένων λάμπει το φως”.

Κι αυτό δεν συμβαίνει μηχανικά, δεν είναι κάτι που συμβαίνει οπωσδήποτε, ή όποιος κι αν είσαι. Είναι κάτι που μπορεί να καλλιεργηθεί, να καλλιεργηθεί μέσα από μια δημιουργική προσέγγιση προς αυτό που συμβαίνει.
Το πρώτο πρόβλημα που αντιμετωπίζει ο ηλικιωμένος είναι, βέβαια, η μείωση της φυσικής δύναμης. Αλλά αυτό αντιμετωπίζεται -υπό τον όρο ότι το ηλικιωμένο άτομο δεν απορρίπτεται, δεν παραγκωνίζεται, δεν στέλνεται στο γηροκομείο επειδή δεν χωρά στην οικογένεια των νεότερων. Μια τέτοια προσέγγιση είναι πολύ τραγική. Από τη μια, στερεί το ηλικιωμενό άτομο από τη φυσική ζεστασιά, την αγάπη, τη συνεργασία, τις πραγματικές ανησυχίες που θα μπορούσε να έχει, αλλά και από τη δυνατότητα να μοιραστεί τη σοφία που απέκτησε κατά τη μακρά διάρκεια της ζωής του. Από την άλλη, στερεί και τους νεότερους από μια χρήσιμη εμπειρία που θα μπορούσε να τους έδινε η παρουσία του ηλικιωμένου. ...

Υπάρχει κι άλλη μια πλευρά σ' αυτό το πρόβλημα. Πολύ συχνά οι ηλικιωμένοι εξαρτώνται από τους άλλους και αισθάνονται μειωμένοι. Αυτό τους πονά και τους καταθλίβει:

“Εγώ δεν εξαρτιόμουν από κανέναν, έκανα τα πάντα μόνος και τώρα εξαρτιέμαι όλο και περισσότερο από τους άλλους. Χρειάζομαι βοήθεια, στήριξη, προστασία. Τι φρίκη!”.

Όχι, δεν είναι φρίκη! Έχεις προσφέρει στους άλλους, ίσως αυτό που επιθυμούσαν όλη τους τη ζωή. Τους έδωσες αγάπη και τώρα, όσο λιγότερες δυνάμεις έχεις, όσο πιο ανυπεράσπιστος είσαι, τόσο περισσότερο μπορείς να προσφέρεις σ' αυτούς που σε αγαπούν την ευκαιρία να εκφράσουν την αγάπη τους.

Και πρέπει να μάθεις να δέχεσαι αυτή την αγάπη όχι με δυσαρέσκεια, όχι όπως ο επαίτης δέχεται το χέρι βοηθείας ευχόμενος να μην είχε την ανάγκη. Όχι! Αλλά να τη δέχεσαι ως δώρο, ως δώρο αγάπης που σε ενώνει με αυτούς που σου την προσφέρουν!

Κι αν μάθεις να δέχεσαι αυτό το δώρο της αγάπης και του ενδιαφέροντος με ευγνωμοσύνη, με ανοιχτή καρδιά, ανοιχτή αγκαλιά, τότε οι άλλοι θα νιώσουν την ανταμοιβή για την προσφορά τους.

Μπορείς να γίνεις η αιτία να ξανοιχτεί ο άλλος, να καταλάβει τί σημαίνει αγάπη, τι σημαίνει να ξεχνά τον εαυτό του, να κοιτά τον άλλον και να βλέπει όπως είναι, να του δίνει αυτό που χρειάζεται, κυρίως αγάπη, ενδιαφέρον, τρυφερότητα, κατανόηση και -όταν χρειάζεται- βοήθεια στο φυσικό επίπεδο. Να καταλάβει ότι η αποδοχή της βοήθειας δεν είναι υποτίμηση, αλλά δώρο αγάπης, μπορεί να έχει ιερή ποιότητα.


(Μητροπολίτης Αντώνιος του Σουρόζ, Ο ΕΑΥΤΟΣ ΜΑΣ και Ο ΑΛΛΟΣ, στοχασμοί για τις ανθρώπινες σχέσεις, εκδ. Πορφύρα, σελ. 110-112)

Αναφέρει η Ξεναγός Λουντμίλα: «Στις 18 Απριλίου 1993 τη νύκτα του Πάσχα συνέβη ένα θλιβερό γεγονός [στο μοναστήρι της Όπτινα]. Γιορτάσαμε με λαμπρότητα την Ανάσταση. Η αγρυπνία τελείωσε γύρω στις 5 το πρωί κι όλοι αποσυρθήκαμε.

Συνηθίζουμε να κτυπάμε τις καμπάνες όλη τη μέρα. Έτσι τρεις μοναχοί, γύρω στις 6:10 το πρωΐ, κτυπούσαν χαρμόσυνα τις καμπάνες.

Την ώρα εκείνη τους επιτέθηκε ένας σατανιστής και τους έσφαξε μ’ ένα μεγάλο μαχαίρι. Φαίνεται πως μέσα στο θόρυβο και στο σκοτάδι δεν τον πρόσεξαν. Κτύπησε πρώτα τον ένα και τον άφησε στο έδαφος πληγωμένο. Ήταν για αρκετή ώρα ζωντανός. Έπειτα κτύπησε το δεύτερο, ο οποίος φώναξε λίγο και προσπάθησε να κτυπήση πάλι την καμπάνα. Έπεσε, όμως, νεκρός. Ο τρίτος, ο π. Βασίλειος, πρόλαβε να φύγη, αλλά λίγο πιο πέρα ανάμεσα στα δύο κτίρια, ο σατανιστής τον κτύπησε και τον άφησε νεκρό.

Μετά το αποτρόπαιο έγκλημα ο σατανιστής άφησε τα μαχαίρια του ματωμένα στο έδαφος κι εξαφανίστηκε. Ήταν μεγάλα μαχαίρια και πάνω τους χαραγμένος ο αριθμός 666. Αργότερα τον συνέλαβαν, τον χαρακτήρισαν τρελλό και τον άφησαν ελεύθερο.

Στην κηδεία των τριών νεομαρτύρων όλοι, μοναχοί και λαϊκοί, νοιώθαμε και λύπη αλλά και μεγάλη χαρά, όσο κι αν αυτό φαίνεται παράδοξο. Ο ηγούμενος είπε κατά τη διάρκεια της εξοδίου ακολουθίας:

“Χάσαμε τους μοναχούς, αλλά τώρα τους έχουμε αγγέλους στον ουρανό και προσεύχονται για μας”.

Πιο πολύ λυπηθήκαμε για τον π. Βασίλειο. Ήταν μόλις 32 χρονών, αλλά άνθρωπος με βαθειά πίστι και πολλά χαρίσματα. Έκανε θαυμάσια κηρύγματα και βοήθησε πολύ κόσμο.

Είχε πει κάποτε: “Θα ήθελα να πεθάνω το Πάσχα, την ώρα που θα κτυπούν οι καμπάνες!”»(ΑΝ, 184).

(Αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ, ο Αντίχριστος, Σταμάτα 2016, σελ. 13-14)

Ο θάνατος εντέλει είναι τόσο τρομακτικός όταν βρισκόμαστε μπροστά του; Η μητέρα μου πέθανε από καρκίνο στο σπίτι, ύστερα από μακρά ασθένεια. Χειρουργήθηκε δίχως επιτυχία, όπως μου είπε ο χειρούργος, προσθέτοντας:

“Όμως, βέβαια, δεν θα της το πεις”.

Απάντησα: “Και βέβαια θα της το πω”.

“Τότε”, απάντησε ο γιατρός, “δεν θα είμαι πλεόν ο γιατρός της, ή ο χειρουργός της, γιατί θα απελπιστεί και θα καταρρεύσει”.

Πήγα να δω τη μητέρα μου και της το είπα.

Μου είπε: “Θα πεθάνω, λοιπόν”. Της απάντησα:

“Ναι”.

Και τότε σιωπήσαμε για πολλη ώρα. Πολλή ώρα, όχι γιατί ήταν μεγάλης διάρκειας, αλλά γιατί η σιωπή ήταν τόσο βαθιά, μέχρι τα βάθη της ψυχής μας. Όταν συνήλθαμε είχαμε αποκτήσει μια νέα εμπειρία. Είχαμε ανακαλύψει ένα πράγμα, ότι τώρα δεν υπήρχαν μυστικά ανάμεσα μας, δεν υπήρχε μεταξύ μας αυτό που τόσο συχνά υπάρχει ανάμεσα σ' αυτούς που αργοπεθαίνουν και στον περίγυρό τους, στην οικογένειά τους, στους γιατρούς, στις νοσοκόμες ή στους φίλους τους: Το ψέμα, ένα ψέμα που συντηρείται και από τους δύο, αφ' ενός από τους θνήσκοντες που καταλαβαίνουν την παρουσία του θανάτου αλλά χαμογελούν και φέρονται σαν να έχουν όλη τη ζωή μπροστά τους, και αφ' ετέρου από τον περίγυρο τους που συντηρεί αυτό το ψέμα.

Δεν υπήρχε ψέμα όμως ανάμεσα σ' εμένα και στη μητέρα μου, κι επειδή δεν υπήρχε ψέμα, είχαμε τη δυνατότητα να αντιμετωπίσουμε την κάθε στιγμή της ζωής σε όλη της την ένταση, γιατί ίσως η στιγμή αυτή να ήταν και η τελευταία. Κι επειδή μπορούσε να είναι η τελευταία, θα έπρεπε να είναι τέλεια. Η κάθε λέξη θα μπορούσε να είναι η τελευταία, έπρεπε λοιπόν να ενσωματώνει όλη την αγάπη, όλη τη σχέση, όλα όσα είχαμε μεταξύ μας. Κάθε χειρονομία, και η πιο απλή, θα μπορούσε να εκφράζει είτε αδιαφορία και απροσεξία, είτε αγάπη, ενδιαφέρον και όλα όσα μας ένωναν.

Ανακαλύψαμε ότι η ετοιμασία ένος ωραίου δίσκου με τσάι μπορούσε να εκφράζει αγάπη, μπορούσε να εκφράζει το σύνολο των σαράντα χρόνων που ζήσαμε μαζί. Ανακαλύψαμε ότι και το πιο μηδαμινό μπορούσε να αποτελέσει έκφραση αγάπης, έκφραση μιας απόλυτα μοναδικής σχέσης.
Νομίζω πως κι αυτό είναι στοιχείο της ποιότητας της ζωής.

Αν δεν μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τον θάνατο ανοιχτά, με θάρρος, αν δεν μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τον θάνατό μας ή τον θάνατο κάποιου άλλου μαζί, όχι χωριστά – γιατί χωριστά είναι αδύαντον να αντιμετωπιστεί ο θάνατος- αλλά μαζί, τότε η ζωή δεν θα έχει αυτή την απόλυτη ποιότητα που ενδυναμώνει ανθρώπους στα στρατόπεδα συγκέντρωσης ή στις φυλακές ή στον πόλεμο ή όπου αλλού, που ενδυναμώνει ανθρώπους με ανίατες ασθένειες, να ορθώσουν το παράστημά τους και να πουν:

“Ζω και θα νικήσω”.


“Pallative medicine – Quality of life”
25.6.1990
(Μητροπολίτης Αντώνιος του Σουρόζ, Ο ΕΑΥΤΟΣ ΜΑΣ και Ο ΑΛΛΟΣ, στοχασμοί για τις ανθρώπινες σχέσεις, εκδ. Πορφύρα, σελ. 100-102)

Τώρα, υπάρχει ένα άλλο στοιχείο σχετικά με την ποιότητα της ζωής που θεωρώ σημαντικό. Είναι ο “σκοπός”. Αυτό που προηγουμένως περιέγραψα είτε με δυο λέξεις για τον εαυτό μου είτε για τους κρατούμενους στα στρατόπεδα συγκέντρωσης ήταν ξεκάθαρο: Ο σκοπός, εκείνη τη δεδομένη στιγμή, ήταν η επιβίωση. Η ποιότητα της ζωής βελτιωνόταν ή χειροτέρευε ανάλογα με το τι καθιστούσε την επιβίωση δυνατή ή αδύνατη, τι στήριζε ή εμπόδιζε την επιβίωση. Και μπορεί αυτό να αφορούσε πολύ μικρά πράγματα, π.χ., το να μπορέσεις να κρυφτείς όταν σε κυνηγά η Γκεστάπο, το να μπορέσεις να βρεις λίγη τροφή, κάτι το ελάχιστο, που για σένα όμως θα ήταν πολύ σημαντικό.
Να δώσω κι άλλο παράδειγμα: Στον πόλεμο ήμουν χειρούργος σε ένα στρατιωτικό νοσοκομείο στο Μέτωπο. Μια μέρα μας έφεραν ένα Γερμανό χτυπημένο στο χέρι. Είχε πάθει γάγγραινα και ο δείκτης του δεξιού του χεριού έπρεπε να ακρωτηριαστεί, και αυτό μου υπέδειξε ο αρχιάτρος με μια του κίνηση. Ο τραυματίας τότε κοίταξε γύρω του και είπε στα Γερμανικά: “Είμαι ωρολογοποιός”. Ξέρετε τι σημαίνει για έναν ωρολογοποιό να χάσει τον δείκτη του δεξιού του χεριού; Δεν θα μπορούσε να ασκήσει το επάγγελμά του, δεν θα μπορούσε να ζήσει ούτε τον εαυτό του ούτε την οικογένειά του. Έτσι, πρότεινα να προσπαθήσω να σώσω το δάχτυλό του. Εργάστηκα τρεις εβδομάδες ενάντια σε κάθε λογική. Ο αρχίατρος μου έλεγε: “Είσαι τρελός. Έχουμε πόλεμο κι εσύ πασχίζεις για βδομάδες τώρα να σώσεις αυτό το δάχτυλο;”.

Όμως εγώ εξακολουθώ να πιστεύω ότι είχα δίκιο. Διότι ίσως σήμερα, σε κάποια γερμανική κωμόπολη ή χωριό, υπάρχει ένας άνθρωπος που γύρισε σπίτι του, έθρεψε την οικογένειά του, επέζησε, και θυμάται έναν νεαρό τρελό χειρουργό που έδωσε το χρόνο του για να το καταφέρει. Σ' αυτή την περίπτωση η ποιότητα ζωής δεν ήταν άλλη από αυτό το δάχτυλο. Όσο για μένα, ο λόγος που το έκανα ήταν όχι μόνο για να σώσω ένα δάχτυλο. Δεν επρόκειτο για μια χειρουργική επέμβαση, επρόκειτο για μια ανθρώπινη επέμβαση που ξεπερνούσε αυτό το δάχτυλο και αυτό τον άνθρωπο. Έφτανε ως την οικογένειά του, δημιουργούσε μια νέα κατάσταση, μια νέα σχέση ανάμεσα σε έναν αιχμάλωτο και σ' εκείνον που τον αιχμαλώτισε. Μέσα στον πόλεμο αυτό ήταν μια όαση ανθρωπιάς και αγάπης.
Ένα άλλο στοιχείο της ποιότητας ζωής είναι το “νόημα” και αυτό δεν είναι ακριβώς το ίδιο με τον “σκοπό”. “Νόημα” σημαίνει ότι αποδίδεις σημασία σε αυτό που σου συμβαίνει – ζωή ή θάνατος. Και πάλι θα δώσω ένα-δύο παραδείγματα που θα το εξηγήσουν αυτό καλύτερα από οτιδήποτε θα μπορούσα να πω.  Το πρώτο παράδειγμα είναι μιας Ρωσίδας καλόγριας, της αδελφής Μαρίας, που συνελήφθη από τους Γερμανούς γιατί έσωζε Εβραίους κρύβοντάς τους στο σπίτι της. Κρατήθηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης για μερικά χρόνια, και δυο πράγματα ξεχωρίζουν: το ένα ήταν ότι μοιραζόταν τη μισή από την τροφή της με τους πιο αδύναμους, αυτούς που ήταν κοντά στον θάνατο.

Αυτό ήταν νόημα, δεν ήταν σκοπός, γιατί σκοπός θα ήταν η δική της επιβίωση. Νόημα σημαίνει “δεν έχει σημασία αν ζήσω ή αν πεθάνω, σημασία έχει να ζήσει αυτή η άλλη γυναίκα”. Αργότερα τελείωσε τη ζωή της με τον ίδιο τρόπο. Οι Γερμανοί είχαν ξεχωρίσει μια ομάδα γυναικών για να τις στείλουν στους θαλάμους αερίων. Μια από αυτές, μια νέα 19 ετών, φώναζε και χτυπιόταν, έκλαιγε από τον τρόμο. Η αφελφή Μαρία πήγε κοντά της και της είπε:

“Μη φοβάσαι, η τελευταία λέξη δεν είναι θάνατος, είναι ζωή”. Και το κορίτσι είπε: “Το πιστεύεις αυτό; Μπορείς να μου το αποδείξεις;”.

Τότε η αδελφή απάντησε: “Ναι, μπορώ να σου το αποδείξω. Θα έρθω μαζί σου στο θάλαμο αερίων”.

Και ανάμεσα στις άλλες, πήγε στον θάλαμο αερίων και τελείωσε εκεί, καθιστώντας τον θάνατο της νέας κοπέλας γεγονός ελπίδας και όχι απελπισίας.
Κι άλλο παράδειγμα: Συνάντησα κοντά στη Ρίγα, στη Λετονία, πριν από μερικά χρόνια έναν άνδρα στην ηλικία μου. Είχε περάσει εικοσιπέντε χρόνια της ζωής του σε στρατόπεδο συγκέντρωσης και σε φυλακές. Καθόταν απέναντί μου και με μάτια που έλαμπαν από ευγνωμοσύνη και θαυμασμό μου είπε: “Καταλαβαίνεις πόσο υπέροχα καλός ήταν ο Θεός μαζί μου; Οι σοβιετικές αρχές δεν επέτρεπαν σε ιερείς να βρίσκονται μέσα σε φυλακές ή σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, κι Αυτός επέλεξε εμένα, έναν άπειρο ιερέα, και με έβαλε πέντε χρόνια φυλακή και εικοσιένα χρόνια σε στρατόπεδο συγκέντρωσης για να υπηρετώ αυτούς τους ανθρώπους που με χρειάζονταν περισσότερο από ό,τι οι άλλοι που ήταν απέξω”. Ο Θεός ήταν ελεήμων, καλός, μαζί του. Του είχε δώσει σκοπό, και τούτος ο σκοπός ήταν πλήρης νοήματος γι' αυτόν.
Έτσι, λοιπόν, επιστρέφοντας πάλι σ' αυτό το θέμα της ποιότητας της ζωής, πρέπει να αναλογιστούμε με πολλή ειλικρίνεια τι είναι η ποιότητα της ζωής. Είναι η πολυτέλεια, τα πλούτη, η δυνατότητα να έχουμε όλα όσα ονειρευόμαστε; Ή είναι κάτι απείρως ουσιαστικότερο, είναι δηλαδή η αίσθηση της αξίας της ζωής αυτής καθεαυτήν και η αίσθηση ότι ο θάνατος δεν είναι τίποτε συγκρινόμενος με αυτή τη ζωή;
(Μητροπολίτης Αντώνιος του Σουρόζ, Ο ΕΑΥΤΟΣ ΜΑΣ και Ο ΑΛΛΟΣ, στοχασμοί για τις ανθρώπινες σχέσεις, εκδ. Πορφύρα, σελ. 96-100)

Υπάρχει ένα μέλλον για μας πέρα από τη γραμμή ενός ακαθόριστου ορίζοντα;

Μήπως δεν είμαστε παρά πακέττα, δείγματα χωρίς αξία που ο μαιευτήρας εξαποστέλλει στο νεκροθάφτη, όπως σιγοτραγουδούσε πικρά ο Petrolini;
Πέρα από τα μαιευτήρια και πέρα από το νεκροθάφτη, η ζωή είναι ανοιχτή σε δυο μυστήρια: στο μυστήριο που προηγείται τη γέννηση και στο μυστήριο που ακολουθεί το θάνατο.

Και από τις δυο πλευρές η ύπαρξή μας είναι βυθισμένη στο άγνωστο, στο αιώνιο. Αιώνιο, το μηδέν από το οποίο ίσως προερχόμαστε: Αιώνιο, το τίποτα στο οποίο ίσως θα καταβυθιστούμε;
Δε νομίζω να έχει άδικο εκείνος που παρομοίωσε την κατάστασή μας μ’ αυτή ενός ανθρώπου, ο οποίος ξυπνά ξαφνικά μέσα σ’ ένα τραίνο που ταξιδεύει τη νύχτα.

Δε ξέρομε ούτε από που ξεκίνησε το τραίνο αυτό, στο οποίο βρεθήκαμε τυχαία, ούτε πότε επιβιβαστήκαμε ούτε προς τα που κατευθυνόμαστε. Γιατί να βρισκόμαστε σ’ αυτό το τραίνο και όχι σ’ ένα άλλο;
Υπάρχουν εκείνοι οι οποίοι αρκούνται στην εξέταση του χώρου στον οποίο κάθονται. Μετρούν τις διαστάσεις των καθισμάτων και παρατηρούν το υλικό από το οποίο έχουν κατασκευαστεί. Και ύστερα κοιμούνται ήσυχα.
Γνώρισαν το περιβάλλον στο οποίο βρέθηκαν και αυτό τους αρκεί. Τα υπόλοιπα δεν τα θεωρούν δική τους δουλειά. Και όταν αργότερα δοκιμάσουν την αγωνία του αγνώστου, θα προσπαθήσουν να την αποφύγουν σκεπτόμενοι κάτι άλλο.

Όπως συμβουλεύει ο ποιητής: «Καλύτερα με τη δράση να ξεχνάς, παρά να ερευνάς το τεράστιο μυστήριο του σύμπαντος»

(Υπόθεση Ιησούς,Vittorio Messori, εκδ. Πορεία Πνευματική, Αθήνα 1980 σελ. 20)

Πολλοί πεθαίνουν για κάτι που δεν γνωρίζουν, αλλά πιστεύουν ότι είναι αλήθεια. Κανείς δεν πέθανε για κάτι που και γνωρίζει και πιστεύει ότι δεν είναι αλήθεια!
Ως επιχείρημα για την Ανάσταση του Χριστού λέμε οι Χριστιανοί ότι κανείς δεν θα έδινε τη ζωή του για ένα ψέμα. Οι Απόστολοι όμως έδωσαν τη ζωή τους για το Χριστό.

Πολλοί άπιστοι απαντούν ότι και άλλοι έδωσαν και δίνουν τη ζωή τους για μία πίστη, ιδεολογία, ιδανικό κλπ. Οπότε το επιχείρημα της αυτοθυσίας, μας λένε, δεν έχει δύναμη. Μπορούν να το επικαλεστούν οι πάντες!
Υπάρχει όμως μία τεράστια διαφορά. Ένας μουσουλμάνος κλπ, πεθαίνει για το Ισλάμ διότι πιστεύει ότι το Ισλάμ είναι η αλήθεια. Δεν το ξέρει ως αυτόπτης και αυτήκοος με αποδείξεις διότι δεν ήταν εκεί στη σπηλιά που ο Μωάμεθ είδε το πρώτο «όραμα» όπως είπε εκ των υστέρων ο ίδιος. Απλώς το πιστεύει. Του το κήρυξαν και αυτός το πιστεύει. Και για αυτήν την αλήθεια που πιστεύει πεθαίνει.

Αλλά μπορεί κάποιος να αυταπατάται ή να έχει παραπλανηθεί ή εξαπατηθεί κλπ. Άρα η αυτοθυσία του όντως δεν αποδεικνύει τίποτα. Το ίδιο για όλες τις θρησκείες και ιδεολογίες.

Άλλο οι ιδρυτές, άλλο οι οπαδοί! Οι πρώτοι ερευνώνται ιστορικά, όχι οι δεύτεροι!
Οι Απόστολοι όμως είναι τελείως διαφορετική περίπτωση. Δεν πέθαναν για κάτι που πίστεψαν ως αλήθεια. Αλλά για κάτι που ήξεραν! Για ένα γεγονός!
Πολλοί πεθαίνουν για κάτι που «πιστεύουν» ότι είναι αλήθεια. Κανείς όμως δεν πεθαίνει για κάτι που «γνωρίζει», όχι πιστεύει, γνωρίζει ότι δεν είναι αλήθεια.
Πολλοί πεθαίνουν για κάτι που είναι ψέμα αλλά το πιστεύουν ως αλήθεια. Κανείς δεν πεθαίνει για κάτι που είναι ψέμα και το γνωρίζει καλά ότι είναι ψέμα!
Αν η Ανάσταση δεν είχε γίνει τότε οι μαθητές θα πέθαιναν για κάτι που ήξεραν καλά ότι είναι ψέμα. Αυτό είναι η ύψιστη ανοησία και δεν συνέβη ποτέ εκτός αν κάποιος είναι παράφρων ή πλανήθηκε. Αν οι Απόστολοι ήταν παράφρονες ή πλανήθηκαν είναι βεβαίως ένα επόμενο θέμα προς διερεύνηση.
Άρα δεν μας ενδιαφέρει η αυτοθυσία των οπαδών μιας θρησκείας μέσα στους αιώνες, ούτε καν των πρώτων μαθητών της, συμπεριλαμβανομένου και του Χριστιανισμού. Αυτοί μπορεί κάλλιστα να παραπλανήθηκαν και παρασύρθηκαν από τους ιδρυτές μιας θρησκείας και να την πίστεψαν ως αληθινή έστω και αν δεν είναι.
Μας ενδιαφέρει ο θάνατος των πρώτων αυτοπτών και αυτήκοων μαρτύρων μιας θρησκείας, των ιδρυτών της! Αυτοί οι πρώτοι πέθαναν για την πίστη τους; Και εννοούμε θάνατο που θα μπορούσαν να αποφύγουν, όχι θάνατο αναγκαστικό! Αν επέλεξαν οι ίδιοι και μάλιστα με χαρά να υποστούν φρικτά βασανιστήρια ενώ είχαν την επιλογή να τα γλιτώσουν, για τέτοιο θάνατο μιλάμε! Πέθαναν για αυτά τα υπερφυσικά γεγονότα που βεβαίωναν; Διότι μόνο αυτοί γνώριζαν την αλήθεια από πρώτο χέρι. Όχι οι μαθητές τους. Αλλά αυτοί οι δάσκαλοι!
Άρα ο εκούσιος θάνατος και η αυτοθυσία εκατομμυρίων μαρτύρων Χριστιανών, κατ’ ουσίαν και αντικειμενικά, όντως δεν είναι αποδεικτικό επιχείρημα της Ανάστασης του Χριστού!
Αντιθέτως, ο εκούσιος θάνατος και η αυτοθυσία των αυτοπτών Αποστόλων για το γεγονός της Ανάστασης είναι αποδεικτικό επιχείρημα, διότι μόνο αυτοί ήξεραν ακριβώς αυτό για το οποίο πέθαιναν. Όχι πίστευαν, αλλά ήξεραν από πρώτο χέρι. Δεν θα πέθαιναν, αυτοί και μόνο αυτοί, για κάτι που, αυτοί και μόνο αυτοί, ήξεραν καλά ότι είναι μύθος, ότι είναι ψέμα, ότι δεν έγινε ποτέ!


(παρακάτω ένας διάλογος του π. Επιφανίου Θεοδωροπούλου με άπιστο νέο)
- (π. Επιφάνιος) Μείζων δέ πάντων των γεγονότων τούτων, ή Ανάστασίς Του. Όλο τό οικοδόμημα του Χριστιανισμού στηρίζεται στό γεγονός τής Αναστάσεως. Αυτό δεν τό λέω εγώ. Τό λέγει ό Απόστολος Παύλος: «Ει Χριστός ουκ εγήγερται, ματαία ή πίστις ημών». Άν ό Χριστός δέν αναστήθηκε, Όλα καταρρέουν. Ό Χριστός όμως ανέστη, που σημαίνει ότι είναι Κύριος τής Ζωής καί του Θανάτου, άρα Θεός.
- Εσείς τά είδατε όλα αυτά; Πώς τά πιστεύτετε;
- Όχι, εγώ δέν τά είδα. Αλλ’ αυτοί που τά είδαν, δηλ. οι Απόστολοι, τά εβεβαίωσαν καί προσυπέγραψαν αυτήν τήν μαρτυρία τους μέ τό αίμα τους. Ή μαρτυρία της θυσίας της ζωής είναι ή ύψιστη μαρτυρία.
Φέρε μου και σύ κάποιον, πού νά μου πή ότι ό Μαρξ πέθανε και ανέστη και νά πεθάνη γι’ αυτό πού λέει και εγώ θά τόν πιστέψω, ως τίμιος άνθρωπος.
-  Νά σάς πω. Χιλιάδες μαρξιστές βασανίσθηκαν και πέθαναν γιά τήν ιδεολογία τους. Γιατί δέν ασπάζεσθε και σεις τόν μαρξισμό;
-  Τό είπες και μόνος σου. Οι μαρξιστές πέθαναν γιά τήν ιδεολογία τους. Δέν πέθαναν γιά γεγονότα. Σέ μιά ιδεολογία όμως είναι πολύ εύκολο νά υπεισέλθη πλάνη. Επειδή δέ είναι ίδιον τής ανθρώπινης ψυχής νά θυσιάζεται γιά κάτι πού πιστεύει, εξηγείται γιατί πολλοί μαρξιστές πέθαναν γιά τήν ιδεολογία τους. Αυτό δέν μάς υποχρεώνει νά τήν δεχθούμε σάν σωστή. Άλλο νά πεθαίνης γιά ιδέες και άλλο νά πεθαίνης γιά γεγονότα.
Οι Απόστολοι όμως δέν πέθαναν γιά ιδέες. Ούτε γιά τό «αγαπάτε αλλήλους», ούτε γιά τις άλλες ηθικές διδασκαλίες του Χριστιανισμού. Οι Απόστολοι πέθαναν μαρτυρούντες υπερφυσικά γεγονότα.

Και όταν λέμε γεγονός, εννοούμε ότι υποπίπτει στις αισθήσεις μας και γίνεται αντιληπτό απ’ αυτές. Οι Απόστολοι εμαρτύρησαν «δι’ ά ακηκόασι και εθεάσαντο και αί χείρες αυτών εψηλάφησαν». Και ό Ευαγγελιστής Ιωάννης αυτό ακριβώς λέγει: «ό εωρακώς μεμαρτύρηκε», δηλ. εγώ ό ίδιος πού γράφω αυτά, εγώ ό ίδιος είδα τόν εκατόνταρχο νά λογχίζη τήν πλευράν Του και νά εξέρχεται αίμα και νερό από αυτήν.
Ό Πασκάλ κάμνει έναν πολύ ωραίο συλλογισμό. Λέγει, λοιπόν, ότι μέ τους Αποστόλους συνέβη εν εκ τών τριών: Ή ηπατήθησαν ή μάς εξηπάτησαν ή μάς είπαν τήν αλήθεια….  (βιβλίο: Υποθήκες Ζωής, σελ. 203-206)

Σελίδα 1 από 8