Καλοκαίρι του Θεού!

Μέρα ήσυχη, μέρα άδολη και σιγαλή,
το νου μου οδηγείς σε δρόμους αθωότητας.
-Κι  είναι ο Αύγουστος γλυκός της πικρής Αθήνας.
Προσευχή και κατανόηση…
Μέχρι που σχίζεται η καρδιά,
στιγμούλα τη στιγμούλα,
μέσα στο φως, στη ζέστη, στα τζιτζίκια,
στο χέρι μέσα του καλού Θεού.

Με δάκρυα αισθάνομαι  το δώρο της ζωής
που έχω ξεχάσει, που έχω χάσει, σε κρύες μέριμνες, νεκρές.
Επιτέλους ήρθες και σ’ ευχαριστώ,
ήμερη μέρα, «καλοκαίρι» του Θεού.
Ε.Κ.

Η αναχώρηση (retreat), η συμμέτοχη μας σε ένα αναχωρητικό σεμινάριο, δεν είναι αποτέλεσμα αναδίπλωσης, φόβου για τη ζωή. Δεν είναι μια περίοδος κατά την οποία ασκούμαστε στην απομόνωση για να παραμείνουμε απομονωμένοι. Είναι μια περίοδος κατά την οποία προσπαθούμε να πλησιάσουμε τον βαθύτερο εαυτό μας, έτσι ώστε να μπορούμε να ζούμε με εσωτερικότητα. Τον περισσότερο χρόνο ζούμε, κατά κάποιον τρόπο, εκτός του εαυτού μας. Δεν ζούμε επειδή νιώθουμε την εσωτερική ανάγκη να ζήσουμε, να μιλήσουμε ή να δράσουμε με ορισμένο τρόπο. Τις περισσότερες φορές απλά αντιδρούμε σε εξωτερικά ερεθίσματα. Σπάνιες είναι οι φορές που τα λόγια βγαίνουν από τα βάθη της καρδιάς μας. Τις περισσότερες φορές αρθρώνουμε λέξεις που καθορίζονται από αυτά που ακούσαμε, από πράξεις που συμβαίνουν έξω από εμάς.

Επομένως, καθώς δεν είμαστε σε επαφή με τον εσώτερο εαυτό μας και ούτε γνωρίζουμε κάποιον τρόπο άμεσης επικοινωνίας με αυτόν, οι πράξεις και οι κουβέντες μας συνήθως εξαρτώνται από αυτά που συμβαίνουν έξω από εμάς, που προκαλούνται δηλαδή. Άρα δεν μπορούμε να πούμε ότι “μιλάμε”, αλλά ότι “απαντάμε”. Δεν μπορούμε να πούμε ότι “δρούμε”, αλλά ότι “αντιδρούμε”. Ένα από τα ουσιώδη ζητήματα της πνευματικής ζωής είναι να μάθουμε να παραμένουμε εντός και όχι εκτός του εαυτού μας, με αυτή την έννοια. Δεν σημαίνει απομόνωση. Δεν σημαίνει να σηκώσουμε ένα φράχτη, ένα τοίχο. Δεν πρόκειται για συμπεριφορά ενός ανθρώπου που περιχαρακώνεται για να μην είναι προσιτός στους άλλους. Αντίθετα, πρόκειται για την περίπτωση του ανθρώπου που βρίσκεται σε επαφή με τον εσώτερο εαυτό του, με τις αισθήσεις του, που είναι σε θέση να μιλά εκ των έσω, διότι τα λόγια του και οι πράξεις του δεν πηγάζουν από εξωτερικά ερεθίσματα.
Αν πάρουμε για παράδειγμα τον Χριστό, ίσως αυτό το χαρακτηριστικό Του να είναι το πιο εντυπωσιακό στην προσωπικότητα Του. Αντιμετωπίζει διαφορετικές καταστάσεις την κάθε στιγμή, όμως αυτό δεν Τον κάνει να αλλάζει. Δρα ανάλογα με την κάθε κατάσταση, αλλά είναι πάντα ο ίδιος, ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός, πάντα πιστός στον εαυτό Του, πάντα ο εαυτός Του.
Αναλογιζόμενοι τη δική μας συμπεριφορά, κατά πάσα πιθανότητα θα ανακαλύψουμε ότι στη διάρκεια μιας μέρας, ανάλογα με τους ανθρώπους στους οποίους απευθυνόμαστε και την συνθήκη στην οποία βρισκόμαστε, φερόμαστε με διαφορετικό τρόπο. Δεν είμαστε τα ίδια άτομα, αλλάζουμε. Και όχι απλως γιατί δρούμε διαφορετικά, αλλά γιατί αλλάζει η αίσθηση που έχουμε για τον εαυτό μας. Αλλάζει η αίσθηση της ταυτότητας μας, σαν να είμαστε διαφορετικοί άνθρωποι σε κάθε διαφορετικό τόπο, σε κάθε διαφορετικό περίγυρο. Αυτό ακριβώς είναι κάτι που θα πρέπει να ξεσυνηθίσουμε. Η αναχώρηση για μικρότερο ή μεγαλύτερο διάστημα, για κάποιες ώρες ή για μακρές περιόδους, σκόπο έχει να μας διδάξει να ξαναβρούμε την ταυτότητα μας, τουλάχιστον σε κάποιον βαθμό: Ποιός είμαι; Πώς μπορώ να φέρομαι ως ο Εαυτός μου και όχι ως μια σειρά ψεύτικων, κατασκευασμένων προσωπικοτήτων που δημιουργούνται από τα εξωτερικά ερεθίσματα;
Επομένως, η ουσία ενός αναχωρητικού σεμιναρίου είναι πράγματι η προσπάθεια να έρθουμε σε επαφή με τον εσωτερικό μας εαυτό, όμως όχι για να περιχαρακωθούμε, όχι για να φυλακιστούμε σε ένα μεγαλόπρεπο πύργο, αλλά για να συντονιστούμε με τον εσωτερικό μας εαυτό έτσι ώστε να μπορούμε να μιλάμε, να δρούμε, να σκεφτόμαστε, να προσλαμβάνουμε τα ερεθίσματα και να ανταποκρινόμαστε σ' αυτά με την κυρίαρχη ελευθερία μιας ανακτημένης, αποκαταστημένης ταυτότητας πάνω στην οποία κυριαρχούμε.
Ως μέρος της προσπάθειας αυτής, τώρα, η εξομολόγηση και η προετοιμασία για την εξομολόγηση μπορεί να παίξουν δημιουργικό και θετικό ρόλο. Ίσως το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο της προετοιμασίας για την εξομολόγηση, και της ίδιας της εξομολόγησης, είναι ότι πρόκειται για μια στιγμή ανάληψης ευθύνης. Δεν περνάμε τη δική μας ευθύνη στους ώμους του ιερέα ή του Θεού. Μια εξομολόγηση έχει νόημα μόνο αν είναι μια στιγμή κατά την οποία στέκομαι ενώπιον της συνείδησής μου και αναλαμβάνω την ευθύνη για το σύνολο της ύπαρξής μου, των πράξεών μου, των λόγων μου. Η λέξη “ευθύνη” πρέπει να βρίσκεται στον πυρήνα και στο κέντρο της επίγνωσης μας, αλλά όχι “επίγνωσης” με τη νομική έννοια ή με την έννοια των τύψεων. Η δίκη μας ευθύνη δεν έχει την ίδια ποιότητα με αυτή του ανθρώπου που πιάστηκε να κλέβει ή να ψεύδεται.

Δεν πρόκειται για δίκη, για καταδίκη, για τιμωρία. Δεν είναι αυτό το θέμα. Το θέμα είναι ότι ο Θεός μας προσφέρει τη δυνατότητα να είμαστε υπεύθυνοι μέσα στο πλαίσιο του κόσμου στον οποίο ζούμε. Μας καλεί να είμαστε οι συνεργάτες Του στο στο χτίσιμο του κόσμου που έπλασε. Δεν πρόκειται για ευθύνη με την έννοια των τύψεων ή του κακού, πρόκειται απλώς για το πως διεκπεραιώσαμε το έργο που μας δόθηκε. Το αν θα τιμωρηθούμε ή όχι είναι άνευ σημασίας. Ακόμα και το αν θα νιώθουμε ντροπή ή όχι είναι κατά κάποιον τρόπο κι αυτό άνευ σημασίας. Σημασία έχει να γνωρίζουμε ότι έχουμε κληθεί σ' αυτό τον κόσμο για να είμαστε δημιουργικοί, συνεργάτες του Θεού, να εργαστούμε για τους ανθρώπους, για εμάς τους ίδιους και για τον κόσμο. Και ότι ο κόσμος έχει εναποτεθεί στη δική μας ευθύνη.
Αυτό είναι το κορυφαίο σημείο της ευθύνης. Ο κόσμος μπορεί να μας συγχωρήσει, το ίδιο κι ο Θεός, και ο πλησίον μας. Δεν έχει διαφορά. Δεν μας καθιστά λιγότερο άπιστους αν μας συγχωρήσει ο Θεός ή ο κόσμος γύρω μας ή κάθε ένας από τους πλησίον μας και αναλάβουν αυτοί το βάρος της ανευθυνότητας μας. Όταν διαβάζω παραβολές της Κρίσεως πάντα αισθάνομαι ότι το ευκολότερο μέρος θα ήταν να σταθούμε στο “εδώλιο”, να κατηγορηθούμε, να καταδικαστούμε και να τιμωρηθούμε. Το τρομερότερο θα ήταν -ή θα είναι- να συνειδητοποιήσουμε ότι απογοητεύσαμε τον Χριστό, τον πλησίον, γενικά τη ζωή, μη κάνοντας ό,τι μας έχει ανατεθεί. Το αν θα συγχωρηθούμε, αυτό είναι δευτερεύον. Εκείνο που μετράει είναι πώς θα κοιτάξουμε στα μάτια αυτούς που μας εμπιστεύθηκε ο Θεός και που εμείς τους απογοητεύσαμε.
Κάνουμε τόσα λάθη. Κρίνουμε λανθασμένα γιατί κρίνουμε σαν να ήμασταν το κέντρο των καταστάσεων: Γιατί να συμβεί αυτό σε μένα; Γιατί έπρεπε να συμβεί αυτό; Γιατί βρίσκεται αυτό το πρόσωπο στη ζωή μου; Και ξεχνούμε ότι μπορεί ο Θεός να μας τοποθέτησε στη ζωή αυτού του ατόμου ή στη συγκεκριμένη κατάσταση γιατί εκεί μας χρειαζόταν. Και είναι δική μας η ευθύνη αν η παρουσία μας αποδειχτεί μάταιη. Προσπεράσαμε μιαν ευκαιρίαν να είμαστε η παρουσία του Θεού, να συμπεριφερθούμε ως Χριστιανοί ή ως υπεύθυνα μέλη αυτού του ανθρώπινου είδους στο οποίο ισχυριζόμαστε ότι ανήκουμε.

Πιστεύω πως αν σκεφτόμασταν με αυτόν τον τρόπο θα συνειδητοποιούσαμε ότι η ζωή -εννοώ η δική μου, η δική σας ζωή, η ζωή του καθενός μας- θα ήταν κατά πολύ πλουσιότερη από όταν επικεντρωνόμαστε μόνο στον εαυτό μας, στον καθένα μας που λέει “Εγώ”, διότι η ζωή δεν περιορίζεται στο “εγώ”. Η ζωή είναι πλατιά, βαθιά, τραγική. Είναι τόσο τραγική όσο οι μεγάλες χαρές και λύπες που προσφέρει. Δεν επικεντρώνεται σε κανέναν από εμάς. Επικεντρώνεται στη μελλοντική ολοκλήρωση, που θα είναι η δική μας ολοκλήρωση. Και ο καθένας μας καλείται να είναι σ' αυτή τη ζωή μια πράξη του Θεού, ένα γεγονός, κάτι που να είναι αποφασιστικό και ουσιαστικό.
Και πάλι, δεν θα μπορούμε να το κάνουμε αυτό, αν αναλώνουμε τη ζωή μας χωρίς επαφή με τον εσωτερικό μας εαυτό. Αν όλη μας η ζωή εξαρτάται από εξωτερικούς παράγοντες, βεβαίως και δεν θα μπορέσουμε ποτέ να δράσουμε θετικά, να πούμε κάτι καινούργιο. Αν είμαστε χαμαιλέοντες κι αλλάζουμε χρώμα κάθε φορά που τοποθετούμαστε σε νέο περιβάλλον, θα είμαστε εντελώς άχρηστοι.
“On staying yourselves”
Opening talk by Metropolitan Anthony
Retreat at Ennismore Gardens, March 1972
(Μητροπολίτης Αντώνιος του Σουρόζ, Ο ΕΑΥΤΟΣ ΜΑΣ και Ο ΑΛΛΟΣ, στοχασμοί για τις ανθρώπινες σχέσεις, εκδ. Πορφύρα, σελ. 56-62)

- Η συνείδηση ως λυχνάρι
«Στο χέρι μας λοιπόν είναι τώρα πια ή να την καταχώσουμε πάλι (τη συνείδηση) ή να την αφήσουμε να λάμπει και να φωτίζει, εάν πειθόμαστε σ’ αυτήν. Διότι, όταν η συνείδησή μας μάς λέγει να κάνουμε τούτο το πράγμα κι εμείς καταφρονούμε, και πάλι λέει κάτι κι εμείς δε το κάνουμε, αλλά συνεχίζομε να την καταπατούμε, άρα την καταχώνουμε και από το βάρος που έχει τοποθετηθεί επάνω της δεν μπορεί πλέον να μας ομιλεί καθαρά• αλλά σαν λυχνάρι που φέγγει ανάμεσα από παραπετάσματα, έτσι αρχίζει να μας δείχνει αμαυρότερα, σχεδόν σκοτεινότερα, τα πράγματα, και, όπως στη περίπτωση νερού θολωμένου από πολλά χρώματα δεν μπορεί κανείς να ξεχωρίσει το πρόσωπό του, έτσι δεν αισθανόμαστε όσα μας λέει η συνείδησή μας, ώστε να νομίζουμε ότι σχεδόν δεν έχουμε καν συνείδηση.
Κανείς όμως δεν υπάρχει που να μη την έχει, διότι, όπως είπαμε ήδη, είναι κάτι θείο και ποτέ δε χάνεται, αλλά πάντοτε μας υπενθυμίζει το οφειλόμενο• απλώς εμείς δεν την αισθανόμαστε, επειδή, όπως είπα, την καταφρονούμε και την καταπατούμε».      
(αββάς Δωρόθεος, ΕΠΕ σελ. 321-323)  
 
- Οι θλίψεις και τα χρόνια φέρνουν αυτογνωσία…
 
«Όπως χαρακτηριστικά γράφει ο Σέρεν Κίρκεγκορ: «Μολονότι ο άνθρωπος είναι ικανός για απίστευτα κατορθώματα και για την απόκτηση ευρύτατων γνώσεων, δεν κατανοεί τον εαυτό του. Τα βάσανα όμως οδηγούν τον άνθρωπο να κοιτάξει μέσα του. Αν το επιτύχει, τότε εκεί, μέσα του, βρίσκεται η απαρχή της αυτό-γνωσίας του και αρχίζει να μαθαίνει».
(Σκοτ Πεκ,Πέρα από το δρόμο το λιγότερο ταξιδεμένο,σελ.104)
 
«Πηγή πολύτιμων πληροφοριών για τον εαυτό μας αποτελούν και τα αρνητικά μας συναισθήματα (άγχος, λύπη, θυμός, μίσος, ζήλεια). Αν τα ευχάριστα συναισθήματά μας χρειάζονται για την ευεξία μας και για την δημιουργικότητά μας, τα δυσάρεστα συναισθήματα μάς ωριμάζουν.
Για να μάθουμε, όμως, πτυχές του χαρακτήρα μας μέσω των δυσάρεστων συναισθημάτων απαιτείται θάρρος και ειλικρίνεια με τον εαυτό μας. Στην εκκλησιαστική γλώσσα αυτό ονομάζεται ταπείνωση»
(π.Βασίλειος Θερμός, Ανθρωπος στον Ορίζοντα, σελ. 73-74)
 
«Είχα δάσκαλο τη θλίψη και με έμαθε πολλά…!
 
«Ο Γέροντας Ευσέβιος, στο τέλος της ζωής του, έλεγε στα περιστοιχίζοντα αυτόν πνευματικά του τέκνα:
«Για μένα τώρα η ζωή είναι μεγάλο βάρος. Αν ζήσω ακόμα, δεν πρόκειται να κάνω πλέον τίποτα άλλο, παρά μόνο να γνωρίσω καλύτερα τον εαυτό μου. Προ ετών είχα την ιδέα ότι γνώριζα τον εαυτό μου, αλλά τα πράγματα με πείθουν ότι δεν τον έχω γνωρίσει καλά»
(Διδαχές Γερόντων, π. Διονυσίου Τάτση σελ.58)
 
«Ελεγε ο αββάς Ματώης: «Όταν ήμουν νεώτερος, έλεγα μέσα μου, ότι δήθεν κάτι καλό κάνω. Τώρα δε όπου γέρασα, βλέπω ότι δεν έχω κανένα καλό έργο στη ζωή μου»
(Γεροντικόν, Είπε γέρων σελ. 168)
 
«Ο διάσημος μουσικοσυνθέτης Γκουνώ –γνωστός στους πολλούς από τη σύνθεσή του «Χαίρε Μαρία»- έλεγε κάποτε:
-  Όταν ήμουν νέος συνήθιζα να λέω: «Εγώ».
Όταν πέρασαν λίγα χρόνια, έλεγα: «Εγώ και ο Μόζαρτ».
Όταν ωρίμασα ως άνδρας έλεγα: «Ο Μόζαρτ και εγώ».
Τώρα όπως όλοι ξέρετε δεν λέω παρά μονάχα: «ο Μόζαρτ».
Η πείρα της ζωής, για όποιον δεν έχει πωρωμένη καρδιά, τον κάνει ολοένα και πιο ταπεινόφρονα».
 
«Καθώς γερνάει κανείς γίνεται πιο συγκαταβατικός:
Δεν βλέπω κανένα σφάλμα που δεν θα μπορούσα να το έκανα και εγώ» (Γκαίτε)
 
«Ο ονομαστός Πέρσης ποιητής και φιλόσοφος Σααδί (1184-1263) διηγούνταν πως κάποτε, όταν ήταν νέος θερμόαιμος και τού άρεσε να δείχνεται σκληρός, έκανε παρατήρηση σε κάποιον ηλικιωμένο συγγενή του, που ήταν γνωστός για τον μαλακό και ήπιο χαρακτήρα του.
Εκείνος τότε του αποκρίθηκε:
- Παιδί μου, κάποτε είχα και εγώ δόντια, που ήταν σκληρά και σταθερά. Μου έπεσαν όμως με τον καιρό. Ενώ η γλώσσα μου, που ήταν μαλακή και ευκίνητη, όπως βλέπεις, μου έμεινε και δεν έπαθε τίποτα»

«Οι μαθητές του Πυθαγόρα συνήθιζαν κάθε βράδυ πριν κοιμηθούνε να επιθεωρούν τη δράση της ημέρας, θέτοντας στον εαυτό τους τρία ερωτήματα.
Πη παρέβην.
Τί δ’ έρεξα.
Τί δε μοι δέον ουκ ετελέσθη.
(Δηλαδή: Πού αμάρτησα. Πώς ενήργησα. Τι έπρεπε να κάνω και δεν το έκανα).
Μετά την εξέταση αυτή και αφού άλλοτε επέκριναν και άλλοτε επαινούσαν τον εαυτό τους, έκλειναν τα βλέφαρά τους σ’ έναν ύπνο γαλήνιο».
(Κωνσταντίνος Κούρκουλας, Στάχυα τομ Β σελ. 205)
 
«Ο άνθρωπος αποκτά το φόβο του Θεού όταν έχει τη μνήμη του θανάτου και τη μνήμη των τιμωριών, και όταν κάθε βράδυ ερευνά τον εαυτό του, πώς πέρασε την ημέρα, και το πρωί πάλι ερευνά πώς πέρασε τη νύχτα….

Διότι οφείλουμε να ερευνούμε τους εαυτούς μας όχι μόνο καθημερινά αλλά και κατά έτος και κατά μήνα και κατά εβδομάδα, και να λέμε• την πρώτη εβδομάδα βαρυνόμουν στο τάδε πάθος• πώς είμαι τώρα; Ομοίως και κάθε έτος να λέμε• πέρυσι νικιόμουν από το τάδε πάθος• τώρα πώς ευρίσκομαι; Και έτσι καθημερινά να γυμνάζουμε τους εαυτούς μας, εάν προκόψαμε λίγο ή είμαστε στην ίδια κατάσταση ή γίναμε χειρότερα»…
«οφείλει ο καθένας να καθαρίζει τον εαυτό του περιοδικά, εξετάζοντάς τον κάθε βράδυ πώς πέρασε τη μέρα και πάλι το πρωί πώς πέρασε τη νύκτα, και μετανοώντας στο Θεό για τις ενδεχόμενες αμαρτίες του.
Αληθινά δε εμείς, επειδή αμαρτάνομε πολύ και είμαστε επιλήσμονες, χρειάζεται και κάθε έξι ώρες να ερευνούμε τον εαυτό μας, πώς περάσαμε και σε τί αμαρτήσαμε, κι ο καθένας μας να λέει μέσα του• μήπως άραγε μίλησα πληγώνοντας τον αδερφό μου; άραγε μήπως τον είδα να κάνει κάτι και τον κατέκρινα και τον εξουθένωσα ή καταλάλησα σε βάρος του;
Άραγε μήπως ζήτησα κάτι από τον κελλαρίτη και δεν μου το έδωσε και γόγγυσα εναντίον του; μήπως το φαγητό δεν έγινε καλό και είπα λόγο και προσέβαλα τον μάγειρα και τον έθλιψα, ή από αηδία γόγγυξα μόνος μου; διότι και μόνος του να γογγύξει κανείς αμαρτία είναι.   Λέγει πάλι• άραγε μήπως μου είπε άλλος από τους αδελφούς λόγο και δεν τον βάσταξα, αλλά εναντιώθηκα σ’ αυτόν;
Έτσι οφείλομε να ερευνούμε τους εαυτούς μας καθημερινά, πώς περάσαμε. Ομοίως οφείλει κανείς να ερευνά τον εαυτό του πώς πέρασε και τη νύκτα».
(αββάς Δωρόθεος, ΕΠΕ, σελ. 343,467-469,479)
 
«Σε κάθε βήμα που κάνεις να εξετάζεις, αν βαδίζεις στην οδό ή μήπως παρεξέκλινες απ’ αυτήν και βαδίζεις σε κανένα μονοπάτι έξω από αυτή».  
(άγιος Ισαάκ ο Σύρος,ΕΠΕ 8Α σελ. 229)
 
«Όταν τελειώσει η ημέρα, ευχαριστούμε το Θεό για όσα αγαθά μας έδωσε ή για όσα επιτύχαμε και εξομολογούμαστε τις παραλείψεις μας, κάθε παράπτωμα θεληματικό ή αθέλητο ή ακόμη και εν αγνοία, με λόγια ή με έργα ή και καρδιακά, για όλα αυτά εκζητούμε το έλεος του Θεού με την προσευχή.
Γιατί η προσεκτική εξέταση και έρευνα των πράξεων του παρελθόντος μάς ωφελεί πολύ, ώστε να μην ξαναπέσουμε πάλι στα ίδια αμαρτήματα. Για αυτό προφήτης Δαβίδ λέει: «Για όσα κακά σκέπτεσθε μέσα σας, το βράδυ στο κρεβάτι σας να μετανοείτε» (Ψαλμ. 4,5)
(Μεγάλου Βασιλείου, Παιδαγωγική Ανθρωπολογία,Χαρώνη   Βασιλείου αριθμ. κειμ. 403)
 
«Άριστος τραπεζίτης είναι εκείνος που κάθε βράδυ μετρά οπωσδήποτε το κέρδος ή τη ζημία της ημέρας.
Και δεν μπορεί να γνωρίζει με ακρίβεια το κέρδος ή τη ζημία, αν δε τα σημειώνει αυτά κάθε ώρα στο σημειωματάριό του• γιατί οι λογαριασμοί της κάθε ώρας παρουσιάζουν τον λογαριασμό της κάθε ημέρας».     
(Κλίμαξ Ιωάννου Σιναϊτη, ΕΠΕ σελ. 145-147)
 
«Κάνε τον λογαριασμό σου… Πώς πέρασε η νύχτα ή η ημέρα. Και αν δεις κάποιο σφάλμα, φρόντισε να το διορθώσεις, με τη βοήθεια του Χριστού»
σιος Βαρσανούφιος)
 
«Να κλεισθείς στο σπίτι σου, να μελετήσεις και να ασκηθείς μαζί με τη γυναίκα σου, με τα παιδιά σου και τους άλλους που συνοικούν μαζί σου• πρώτος εσύ πες στον εαυτό σου• δε θα ασχοληθώ καθόλου ούτε με ιδιωτικά ούτε με δημόσια πράγματα έως ότου διορθώσω τη ψυχή μου».       
(Ιωάννου Χρυσοστόμου, Παιδαγωγική Ανθρωπολογία,Χαρώνη   Βασιλείου αριθμ. κειμ. 1369)
 
- Προσευχή μετά την αυτοεξέταση…
«Σε γέλασα, Λόγε, εσένα την Αλήθεια,
ενώ σού είχα τάξει αγνή την σημερινή ημέρα.
Η νύχτα δεν με υποδέχτηκε ολοφώτεινο.
Προσευχήθηκα ωστόσο και αυτό περίμενα.
Είναι όμως που κάπου σκόνταψαν τα πόδια μου,
διότι ήρθε το σκοτάδι που φθονεί τη σωτηρία.
Φανερώσου και πάλι, Χριστέ μου, και λάμψε το φως μέσα μου»
(Επη εις αυτόν.Ποίημα ΚΕ, Γρηγορίου Θεολόγου, Γρηγοριανό Ταμείο σελ. 155)
 
 «Ο φιλόσοφος Κλεάνθης ασκούσε στις πράξεις του ο ίδιος αυτοκριτική και συχνά ακουγόταν να απευθύνει προς τον εαυτό του επιπλήξεις.
 Όταν λοιπόν τον ρώτησε κάποτε ο Αρίστων ποιόν επιπλήττει, αποκρίθηκε «πρεσβύτη, πολιάς μεν έχοντι, νουν δε μη» (έναν γέροντα, ο οποίος έχει μεν άσπρα μαλλιά, όχι όμως και μυαλό»
(Κ.Δ Γεωργούλη, Ιστορία της Ελληνικής Φιλοσοφίας, σελ.362)
 
- Η ησυχία φέρνει την αυτογνωσία…
 
«αυτός δε ην υποχωρών εν ταις ερήμοις και προσευχόμενος»
(=Αυτός (ο Ιησούς) αποσυρόταν συνεχώς στις ερήμους και προσευχόταν) (Κατά Λουκάν 5,16)
 
«Τίποτα δεν κάνει τον άνθρωπο να αγνοεί τόσο τον εαυτό του, όσο το να είναι προσηλωμένος στα βιοτικά. Και τίποτα πάλι δεν τον κάνει να είναι τόσο πολύ προσηλωμένος στα βιοτικά, όσο το να αγνοεί τον εαυτό του, επειδή αυτά εξαρτώνται το ένα από το άλλο.
Γιατί, όπως ακριβώς αυτός που αγαπάει υπερβολικά την κοσμική δόξα και θεωρεί σπουδαία τα παρόντα πράγματα, και αν ακόμη καταβάλλει άπειρες προσπάθειες, δεν μπορεί να γνωρίσει πραγματικά τον εαυτό του, έτσι και εκείνος που περιφρονεί τα υλικά αγαθά, εύκολα θα γνωρίσει τον εαυτό του. Και όταν γνωρίσει τον εαυτό του, γρήγορα θα προχωρήσει και σε όλα τα είδη της αρετής»
(Ιωάννου Χρυσοστόμου, Παιδαγωγική Ανθρωπολογία,Χαρώνη Βασιλείου αριθμ. κειμ. 1372)
 
«Ο άνθρωπος που άλλο δεν αγαπάει έξω από τον εαυτό του δεν μισεί και τίποτα περισσότερο απ το να μένει μόνος με τον εαυτό του»
«Ολη η δυστυχία του ανθρώπου προέρχεται από το ότι δεν μπορεί να μείνει μια μέρα μόνος, συντροφιά με τον εαυτό του σε ένα δωμάτιο! Πόσα θα είχαν να πουν οι δυο τους!»
(Πασκάλ)
 
«Η μοναξιά είναι το σχολείο της αυτογνωσίας. Γιατί η αυτογνωσία είναι το κανάλι της κάθε γνώσης. Ακόμη και του Θεού. Και όπως λέει ο Λάο-Τσε: «Αν όλο τον κόσμο γνωρίσεις, γνώρισες πολλά. Αν γνωρίσεις τον εαυτό σου, τα έμαθες όλα»
(Μαρώ Βαμβουνάκη, Ο παλιάτσος και η Ανιμα,σελ.91)
 
«Ο μακάριος Θεόφιλος ο Αρχιεπίσκοπος πήγε κάποτε στο όρος της Νιτρίας. Και ήλθε ο αββάς του όρους σ αυτόν. Και τού λέει ο Αρχιεπίσκοπος:
«Τι το πιο πολύ βρήκες σ’ αυτόν τον δρόμο (=της ησυχαστικής ζωής), πάτερ;».
 Τού αποκρίνεται ο γέροντας:
«Το να αιτιώμαι (κατηγορώ) και να μέμφομαι τον εαυτό μου πάντοτε».
Τού λέει ο Αββάς Θεόφιλος:
«Άλλος δρόμος από αυτόν δεν υπάρχει».
 
«Είπε πάλι, στενάζοντας, ο αββάς Ποιμήν:
«όλες οι αρετές εισήλθαν σε αυτό το σπίτι, εκτός από μία αρετή. Και, χωρίς αυτήν, είναι σε δύσκολη θέση ο άνθρωπος».
Τον ρώτησαν λοιπόν, ποιά είναι. Και είπε:
«Το να μεμφθεί ο άνθρωπος τον εαυτό του».
(Γεροντικόν, Είπε γέρων σελ. 100 & 216)
 
«Φεύγω για την έρημο! Πάω να βρω τον εαυτό μου…!»
 
«Τρεις ευσεβείς νέοι, φίλοι μεταξύ τους, ακολούθησαν τρεις διαφορετικούς δρόμους για την αγάπη του Χριστού.
Ο ένας αποφάσισε να αφιερώσει τη ζωή του στο να συμφιλιώνει μεταξύ τους τούς εχθρούς και αντιπάλους. Τον συγκινούσε βαθιά το έργο του ειρηνοποιού.
Ο άλλος, δοσμένος ολόψυχα στην αγάπη του πλησίον, πήγαινε βάλσαμο παρηγοριάς στους δυστυχισμένους.
Ο τρίτος, φλογερός εραστής της ησυχίας, πήγε στη έρημο να ζήσει ξένος και άγνωστος ανάμεσα στους ασκητές και ερημίτες.
Πέρασαν μερικά χρόνια.
Ο πρώτος αηδιασμένος από τις δολοπλοκίες, τις αντιθέσεις, τις διαμάχες των ανθρώπων, που δεν είχαν ποτέ σταματημό, πήγε να βρει το σύντροφό του να δει μήπως εκείνος είχε πιο επιτυχία στο έργο του. Αλλά κι εκείνος ήταν απογοητευμένος. Η δυστυχία και η κακομοιριά των ανθρώπων ήταν τόσο μεγάλη που δεν έφτανε να την ανακουφίσει, καθώς ήθελε.
Και οι δυο μαζί τότε ξεκίνησαν να συναντήσουν τον παλιό τους φίλο, να δουν τι κέρδος είχε εκείνος από την ξενιτεία του. Τον βρήκαν στο ερημητήριό του και αφού του διηγήθηκαν τα βάσανά τους, τον ρώτησαν τι απόκτησε ζώντας τόσα χρόνια αποτραβηγμένος από τον κόσμο.
Εκείνος αντί να τους αποκριθεί με λόγια, έκανε τούτο το παράξενο:
Πήρε ένα δοχείο, το γέμισε νερό και είπε στους φίλους του να κοιτάξουν μέσα.
-  Βλέπετε τίποτα; τους ρώτησε.
-  Νερό ταραγμένο.
Υστερα από λίγο, όταν το νερό είχε ηρεμήσει πια, τους είπε να κανακοιτάξουν μέσα.
Τι βλέπετε;
-  Τα πρόσωπά μας, αποκρίθηκαν εκείνοι.
-  Να, λοιπόν, τι απόκτησα στην ηρεμία της ερήμου, είπε τότε ο ησυχαστής. Βλέπω κάθε μέρα και γνωρίζω καλύτερα τον εαυτό μου, τις ελλείψεις και τις αδυναμίες μου. Αγωνίζομαι να διορθωθώ και ποτέ δεν ένιωσα κόπο και απογοήτευση.
Οι άλλοι δύο συμφώνησαν πως ο ερημίτης είχε δίκιο»
(Γεροντικόν, Θεοδώρα Χαμπάκη σελ.243)