(Durant Will, Παγκόσμιος Ιστορία του Πολιτισμού, τόμος Ζ, σελ. 444-445 ). Αναφέρερεται στον γάλλο λόγιο Μονταίνι (1533-1592) 3. Τα δοκίμια Το ευνοούμενόν του καταφύγιον ήτο η βιβλιοθήκη εις τον τρίτον όροφον του πύργου, ο οποίος υψούτο εις την πρόσοψιν του ανακτόρου του. (Το ανάκτορον κατεστράφη υπό πυρκαϊάς το 1885, αλλά ο πύργος επέζησε). Ηγάπα την βιβλιοθήκην του όπως τον εαυτόν του, το έτερον εγώ του:     "Το σχήμα της ήτο στρογγύλον και δεν είχεν επίπεδον πλευράν παρά μόνον ότι μου εχρησίμευεν ως τράπεζα και ως κάθισμα• κατά τον τρόπον τούτον μου παρέχει με εν βλέμμα την πλήρη όψιν όλων…
π. Ανδρέας Κονάνος.  Ο Αγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης στην «Κλίμακα» λέει: Οταν ακουμπάς ένα φυσικό σώμα, σου μεταδίδει την ψυχρότητα ή τη θερμότητά του. Ακουμπάς, ας πούμε, ένα κρύο τζάμι και αισθάνεσαι ότι κρυώνεις κι εσύ. Παίρνεις από την ψυχρότητά του. Ακουμπάς ένα ζεστό σώμα, ένα ζεστό καλοριφέρ. Και ζεσταίνεσαι κι εσύ. Οταν, λοιπόν, λες «ακουμπάω τον Θεό» -διότι αυτό είναι η προσευχή, είναι άγγιγμα του Θεού-, δεν είναι δυνατόν να Τον ακουμπάς και να συνεχίζεις να είσαι ίδιος! Δεν είναι παράξενο; Ακούμπησες Αυτόν που είναι ειρήνη, τον Θεό. Κι όμως εσύ δεν έχεις ειρήνη. Ακούμπησες την αγάπη, μα εσύ…
... Τι ευαισθησία είχε αυτός ο άνθρωπος (ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης)! Αυτό φαίνεται καθαρά στην αναφορά που κάνω όταν περιγράφω την επίσκεψη του π. Διαδόχου, όπου έλαβε χώρα μία συζήτηση πάρα πολύ ένδιαφέρουσα άνάμεσα σε έναν από τους πνευματικούς πατέρες του μοναστηριού και τον Σιλουανό. Ο πνευματικός αυτός πατέρας, έχοντας διαβάσει κάποια πράγματα από μία έφημερίδα, απευθυνόμενος στον Σιλουανό τον ρώτησε:-  Τι νομίζετε γι’ αυτό το θέμα, πάτερ Σιλουανέ;-  Πάτερ, γνωρίζετε ότι δεν μου αρέσει να διαβάζω εφημερίδες.-  Γιατί;-  Διότι δεν επιφέρουν παρά μόνο ταραχή στην πνευματική μου κατάσταση.-  Σε μένα συμβαίνει το αντίθετο! Εδώ στην έρημο που είμαστε…
Καγώ αναπαύσω υμάς - Ματθαίου ια' 28.  Ο Ιησούς διακηρύττει, ότι είναι “πράος και ταπεινός τη καρδία”, υπόσχεται ν’ αναπαύση και ξεκουράση όσους θα τον πιστεύσουν. Πώς γίνεται αυτό;Ο άνθρωπος ο κουρασμένος ξεκουράζεται σ’ ένα μαλακό και αναπαυτικό κρεββάτι, σ’ ένα ωραίο και άνετο περιβάλλον, σε μια ειρηνική και γαλήνια ατμόσφαιρα. Εκεί λησμονεί τον κόπο του, την ταλαιπωρία του. Τα ξεχνά όλα. Αναγεννιέται. Ξεκουράζεται ψυχικά και σωματικά.Ο Ιησούς ξεκουράζει κυρίως ψυχικά τον άνθρωπο. Εκτονώνει τον εσωτερικό του κόσμο. Λυτρώνει τον άνθρωπο από την αμαρτία και του προσφέρει την αλήθεια και την πνευματική ελευθερία. Έτσι ο Ιησούς και η αγάπη του…
…Στην αρχή η ευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με» σε κάνει να τους βλέπεις όλους καλούς. Σου μιλά όλη η κτίση και χαίρεσαι πολύ. Όσο πιο πολύ την λες, είναι σαν να φυτεύεις μία ρίζα μέσα σου και σιγά σιγά θα βλαστήσει και θα γίνει δένδρο. Όταν θα βγαίνεις από το κελλί σου να βάλεις ένα όρο, ένα σημάδι. Θα λες: Από εδώ μέχρι εκεί θα λέω κάθε μέρα την ευχούλα. Από τα σκαλοπάτια μέχρι την Εκκλησία θα λέω: «Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον με», και έτσι θα γίνει και θα μείνει καλή συνήθεια. Στο διακόνημά σου πάλι να λες την ευχή.…
Κουραστήκαμε από την ακατάσχετη πολυλογία, προχειρολογία και φθηνολογία. Το κόστος τους είναι βαρύ, αλλοιώνουν την ουσία, τα πρώτα, τα σημαντικά, τα καίρια και ιερά... Έχουμε ανάγκη από την ανάπαυση στη χρυσή σιωπή, την πολύτιμη ακοή, τη βιωματικότητα των απαραίτητων λόγων. Χρειάζεται μια αντίσταση στους πρόχειρους κι εύκολους λόγους... Αξίζει να καταλαγιάσουμε, να ησυχάσουμε, να ξαποστάσουμε για ν’ ακούσουμε μέσα στην ησυχία τη χαμηλή φωνή του Θεού, της συνειδήσεως μας, τη διδακτική φωνή του ιερού παρελθόντος, για να μετανοήσουμε ειλικρινά....  Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου
Καλοκαίρι του Θεού! Μέρα ήσυχη, μέρα άδολη και σιγαλή,το νου μου οδηγείς σε δρόμους αθωότητας.-Κι  είναι ο Αύγουστος γλυκός της πικρής Αθήνας.Προσευχή και κατανόηση…Μέχρι που σχίζεται η καρδιά,στιγμούλα τη στιγμούλα, μέσα στο φως, στη ζέστη, στα τζιτζίκια,στο χέρι μέσα του καλού Θεού. Με δάκρυα αισθάνομαι  το δώρο της ζωής που έχω ξεχάσει, που έχω χάσει, σε κρύες μέριμνες, νεκρές.Επιτέλους ήρθες και σ’ ευχαριστώ,ήμερη μέρα, «καλοκαίρι» του Θεού.Ε.Κ.
Η αναχώρηση (retreat), η συμμέτοχη μας σε ένα αναχωρητικό σεμινάριο, δεν είναι αποτέλεσμα αναδίπλωσης, φόβου για τη ζωή. Δεν είναι μια περίοδος κατά την οποία ασκούμαστε στην απομόνωση για να παραμείνουμε απομονωμένοι. Είναι μια περίοδος κατά την οποία προσπαθούμε να πλησιάσουμε τον βαθύτερο εαυτό μας, έτσι ώστε να μπορούμε να ζούμε με εσωτερικότητα. Τον περισσότερο χρόνο ζούμε, κατά κάποιον τρόπο, εκτός του εαυτού μας. Δεν ζούμε επειδή νιώθουμε την εσωτερική ανάγκη να ζήσουμε, να μιλήσουμε ή να δράσουμε με ορισμένο τρόπο. Τις περισσότερες φορές απλά αντιδρούμε σε εξωτερικά ερεθίσματα. Σπάνιες είναι οι φορές που τα λόγια βγαίνουν από τα βάθη…
- Η συνείδηση ως λυχνάρι «Στο χέρι μας λοιπόν είναι τώρα πια ή να την καταχώσουμε πάλι (τη συνείδηση) ή να την αφήσουμε να λάμπει και να φωτίζει, εάν πειθόμαστε σ’ αυτήν. Διότι, όταν η συνείδησή μας μάς λέγει να κάνουμε τούτο το πράγμα κι εμείς καταφρονούμε, και πάλι λέει κάτι κι εμείς δε το κάνουμε, αλλά συνεχίζομε να την καταπατούμε, άρα την καταχώνουμε και από το βάρος που έχει τοποθετηθεί επάνω της δεν μπορεί πλέον να μας ομιλεί καθαρά• αλλά σαν λυχνάρι που φέγγει ανάμεσα από παραπετάσματα, έτσι αρχίζει να μας δείχνει αμαυρότερα, σχεδόν σκοτεινότερα, τα πράγματα, και, όπως…
«Οι μαθητές του Πυθαγόρα συνήθιζαν κάθε βράδυ πριν κοιμηθούνε να επιθεωρούν τη δράση της ημέρας, θέτοντας στον εαυτό τους τρία ερωτήματα.Πη παρέβην.Τί δ’ έρεξα.Τί δε μοι δέον ουκ ετελέσθη. (Δηλαδή: Πού αμάρτησα. Πώς ενήργησα. Τι έπρεπε να κάνω και δεν το έκανα).Μετά την εξέταση αυτή και αφού άλλοτε επέκριναν και άλλοτε επαινούσαν τον εαυτό τους, έκλειναν τα βλέφαρά τους σ’ έναν ύπνο γαλήνιο».(Κωνσταντίνος Κούρκουλας, Στάχυα τομ Β σελ. 205) «Ο άνθρωπος αποκτά το φόβο του Θεού όταν έχει τη μνήμη του θανάτου και τη μνήμη των τιμωριών, και όταν κάθε βράδυ ερευνά τον εαυτό του, πώς πέρασε την ημέρα, και το…